Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας το έκτο εν ζωή. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπητό μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Η αγαπημένη του θεία και ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόνο έξη-επτά χρόνια διαφορά. Στο εσωτερικό του κόσμο από πάντα θυμάται πως ήταν ριζωμένο το συναίσθημα ότι είναι η μεγαλύτερη και αξιολάτρευτη αδελφή του. Η πάντα αισθησιακή και ιδιαίτερη φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την εμφάνιση της χαριτωμένης και όμορφης θείας του! Της αδελφής της Ιοκάστης, η οποία τώρα ήταν μια είκοσι-δυάχρονη γυναίκα. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και όμορφη παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα.
Εν αντιθέσει με την αδελφή της, την Ιοκάστη, μια γυναίκα στιβαρή, ανθεκτική στη σκληρή δουλειά, ικανή για να αντεπεξέλθει στις πιέσεις της καθημερινότητας και τα οικογενειακά της βάρη.. Ο Αλκιβιαδης πολύ μικρός θυμάται τα πρώτα χρόνια η Ιοκάστη νεαρή γυναίκα ακόμη όταν τα καλοκαίρια πηγαίναν για μπάνια στην Αγία Μαρίνα. Δεν είχε μαγιό και έμπαινε με το ελαφρύ καλοκαιρινό φουστάνι στη θάλασσα. Όταν έβγαινε περπατώντας στο νερό το φόρεμα κολλούσε πάνω στο γεροδεμένο σώμα της και η όλη παρουσία της να εκπέμπει έναν σαγηνευτικό ζωικό ερωτισμό. Η κίνηση, το λίκνισμα του σώματος της Ιοκάστης σε συνάρτηση με το περιβάλλον δημιουργούν μια αισθησιακή παρουσία, αυτή την πηγαία θέρμη που εξέπεμπαν οι φυσικές καμπύλες του κορμιού της.
..Όταν είσαι δέκα έξι χρονών η ηλικία ευνοεί νέα ξεκινήματα, νέες ευκαιρίες να αποκτήσεις νέους φίλους και να γίνεις ιδιαίτερα δημοφιλής..Ο Αλκιβιάδης πάντως ήταν έτοιμος! Δεν έχασε την ευκαιρία. Είναι πλέον και επίσημα δέκα έξι χρονών. Παρέα με την Ερμιόνη μια Τετάρτη πρωί βρίσκονται στον λιμένα του Πειραιά και στο κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί και την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα: Το καράβι που έκανε τη λεγόμενη «μαύρη» γραμμή. Δρομολόγιο από Πειραιά προς Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Καψάλι, Αντικύθηρα.. Λιμάνια δεν υπήρχαν βέβαια και η αποβίβαση δεμάτων και επιβατών γινόταν με βάρκες. Η πρόσβαση από τη στεριά ήταν πολύ δύσκολη εκείνα τα χρόνια.
Ήταν σούρουπο, με ένα εντυπωσιακό σκηνικό όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ο ουρανός είχε πάρει κόκκινο χρώμα ανάμεσα στα σύννεφα, όταν ο ήλιος έδυε πάνω από το λακωνικό κόλπο εκεί όπου η πλαγιά του βουνού στο Γέρακα έμπαινε στη θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα στο κόλπο του Γέρακα είναι κατά γενική ομολογία, μία από τις πιο ωραίες εικόνες της φύσης που συναντάς στην Ελλάδα. Ο Γέρακας είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο είναι χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σε ένα Φυσικό Φιόρδ: Πρόκειται για έναν στενό όρμο που εισχωρεί στην ξηρά, δημιουργώντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι. Τα φυτά της λιμνοθάλασσας έχουν κοκκινωπή απόχρωση, δίνοντας ένα ιδιαίτερο οπτικό αποτέλεσμα. Το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας είναι σημαντικό καταφύγιο για αποδημητικά πτηνά και ερωδιούς, ενταγμένο στο δίκτυο NATURA 2000.
Θα 'ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάσανε από τον Γέρακα στη Ρειχιά και στο πατρικό σπίτι, του παππού του. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυπληθείς συγγενείς που ήρθαν να πουν το καλωσόρισες. Ο Αλκιβιάδης όπως το συνήθιζε από τις πρώτες ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, με χιούμορ, που γεμίζει τον χώρο με την παρουσία του. ένιωθε οικειότητα, άνεση όταν περνούσε το χρόνο μαζί του, απολαμβάνοντας την διάθεση του για διηγήσεις. Του έλεγε ιστορίες πολλές με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο και του πρόσφερε απλόχερα αγάπη και συμβουλές. Ένας παππούς που κατάφερνε πάντα να του εξάπτει τη φαντασία μετατρέποντας σε παραμύθι την οικογενειακή τους ιστορία. Μια βόλτα στα μάντρα με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια του με τις παραδοσιακές κυψέλες τα κοφινέλια, μια επίσκεψη στην τούρλα τους το μεγαλιθικό κτίσμα όπου λημέριαζαν το καλοκαίρι τα κοπάδια τους, γινόντουσαν λεκτικές εικόνες, και παραδείγματα που «ζωγράφιζαν» αυτό που του περιέγραφε, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει με παράσταση. Μετέτρεπε σε παραμύθι ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβάσια. Ο παππους του έτρεχε με τη φαντασία του πίσω από τα νιάτα του, χαζεύοντας τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής. Ο «Ψεύτης παππούς» που τον πήγαινε όσο πιο μακριά γινόταν στη δική του φαντασία. Ένιωθε πολύ τυχερός που έχει έναν τέτοιο παππού με τόσες γνώσεις και εμπειρίες της καθημερινής ζωής.
Ο παππους τον ρώτησε με το σχολείο πως τα πάει. Του εξομολογήθηκε ότι δεν είναι ιδιαίτερα επιμελής, γιατί προτιμά να λειτουργεί αυθόρμητα και όχι με πρόγραμμα, αλλά προσπαθεί να ευχαριστεί τους δασκάλους του και το αποτέλεσμα είναι πάντα καλό. Χωρίς έπαρση και προβολή του εκμυστηρεύτηκε πως σύμφωνα με τον δάσκαλο του, είναι κάλος μαθητής, αγαπά τη μάθηση και έχει έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του και αυτό τον κάνει να ψάχνει και να εξερευνά, να αναζητά νέες πηγές και να διαβάζει επιπλέον υλικό για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται και ανακαλεί τις μνήμες του με τον παππού του, όλα εκείνα τα ξεχωριστά που του άρεσαν, όλα εκείνα τα ιδιαίτερα που ήθελε για πάντα να κρατήσει, τις υπέροχες στιγμές του με τον παππού του. Και φυσικά πάντα υπάρχει ο παππούς στη σκέψη του και στις αναμνήσεις του.
....Δεν είχαν ακόμη ούτε μια εβδομάδα καλά καλά στο χωριό όταν τον έπιασαν οι φουσκοδεντριές. Μία τυχαία εξέλιξη στο τέλος της πρώτης εβδομάδας του εξάπτει τους πρώιμους νεανικούς πόθους που νιώθουν οι πάσης φύσεως ξαναμμένοι. Ήταν άνοιξη η φύση τριγύρω του οργίαζε από τη βλάστηση και τα κλαριά των δέντρων είχαν φουσκώσει από ζωή, έτοιμα να πετάξουν τους πρώτους καρπούς. Ο Αλκιβιάδης έχοντας «απασφαλίσει» σαν έφηβος αναζητούσε μια γνωριμία μία τυχαία συνάντηση με ερωτική διάθεση. Που αν ευοδωθεί, σημαίνει περιπέτεια, ανατροπή, και το αναπάντεχο συμβάν να πάρει μια απρόσμενη τροπή, σπάζοντας τη ρουτίνα και την μονοτονία του χρόνου που του κυλούσε αδιάφορα μέχρι χθες.
Ηταν Κυριακή των Βαΐων ξημέρωμα! «Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά. «Μμ», μούγκρισε και ενστικτωδώς κοίταξε το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι του. Το ρολόι είχε τεράστιους φωσφορίζοντες δείκτες, αλλά μες στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος του ήταν αδύνατο να διαβάσει την ώρα. Η εικόνα από τους δείκτες του ρολογιού που προβαλλόταν στον αμφιβληστροειδή του και το μέρος του μυαλού του που την επεξεργαζόταν είχε αποσυντονιστεί, σαν μια γιαγιά που προσπαθεί μάταια να περάσει στη βελόνα της την κλωστή. Ο εγκέφαλος του χρειάστηκε χρόνο για να μεταβεί από τον ύπνο στην εγρήγορση. Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο και το φυσικό φως και η κίνηση βοήθησαν τον εγκέφαλο του να αντιληφθεί ότι η μέρα ξεκίνησε. Στα ανατολικά, στη Κουλοχέρα φέγγιζε για τα καλά και τα κοκόρια, είχαν σωπάσει να λαλούν εδώ και κάμποση ώρα που τα άκουγε να λαλούν με όλη τους την ψυχή λες και θελαν να πάρουν εκδίκηση από κάποιον. Της είχε υποσχεθεί της θείας Ερμιόνης να πάνε μαζί στην εκκλησία. Από το πρωί πιστοί σε όλο το χωριό προσέρχονταν στο ναό για να εκκλησιαστούν.
Είχε αναγιγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή, η οποία αποτέλεσε μέρος της ευχαριστίας για τη Θεία Κοινωνία, ο ιερέας εκφώνησε στο τέλος της ακολουθίας, την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας και άρχισε να γίνεται η διανομή του αντίδωρου όταν οι πρώτοι πιστοί ξεκίνησαν για τον εξωτερικό περίβολο του ναού. Στη συνέχεια παρέες-παρέες ξεχύθηκαν περπατώντας με προορισμό την κεντρική πλατεία του χωριού. Η κεντρική πλατεία αποτελούσε το σημείο συνάντησης, την «καρδιά» του χωριού, όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι, στα δυο καφενεία και πραγματοποιούνταν κοινωνικές συναθροίσεις. Η διαδρομή από τον περίβολό της εκκλησιάς προς την πλατεία γινόταν μέσα από έναν πλακόστρωτο στενό δρόμο.
Τότε είδε το κορίτσι! Κοντοστάθηκε και την κοίταζε! Ακολουθώντας το δρόμο της συνέχισε να την κοιτάζει και είχε ολοκληρωτικά μαγευτεί. Τη λογάριασε χονδρικά, δέκα πέντε, με δέκα έξι χρονών. Επιτέλους, κάποια στιγμή γύρισε και τον είδε. Κοιτάχτηκαν στο ίδιο ύψος. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω, αλλά τώρα εκεί στο έμπα της πλατείας του χωριού μόνο ένα πρόσωπο είχε σημασία. Εκείνη. Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά του, ολοζώντανη. Θυμάται κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της, κάθε φακίδα, κάθε κίτρινο ίχνος στη γαλάζια ίριδα της.. Φορούσε ένα φουστάνι απ’ αυτά με τις τιράντες. Η ίδια κοιτά μπροστά της ανέκφραστη. Αστραφτερή διασχίζει το πλακόστρωτο προκαλώντας τις διακριτικές ματιές του. Έμεινε να κουνάει τα μάτια του πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές, για λίγα δευτερόλεπτα, μπορεί μόνο για ένα ή δύο, δεν ξέρει. Αλλά θυμάται, σαν να ‘τανε ταινία, να βλέπει το προφίλ της με τη λεπτή μύτη τη σχεδόν διάφανη εκείνη τη στιγμή στο φως του Ήλιου που είχε ανέβει στο στερέωμα. Του ήλιου που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες ν’ ανάβουν με ζωηρά κόκκινα και πορτοκάλια χρώματα. Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι με δέρμα στο χρώμα του ώριμου σιταριού, με ζουμερές καμπύλες και μ' ένα προσωπάκι ζωγραφιά, η αιτία πού προερχόταν ένα μούδιασμα στα πόδια και η καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Ένα απαλό ρίγος αξεδιάλυτα δεμένο με μια ύπουλη σεξουαλική επιθυμία. Όταν την είδε πρώτη φορά κάτι σκίρτησε μέσα του, του ερέθισε το μυαλό σαν να τον κτύπησε η φθινοπωρινή τραμουντάνα του Μυρτώου πελάγους. Δεν ήθελε μονάχα να την κοιτά. Kάτι παραπάνω επιθυμούσε. Όλα ήταν μια ερωτική επιθυμία που πλανιόταν μέσα του, κι όπως η φωτιά έχει ανάγκη από οξυγόνο, έτσι και η επιθυμία είχε ανάγκη από ανταπόκριση. Οι επιθυμίες πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Και είναι η εποχή που η καύλα, αφόρητη κόλαση, τον ακολουθεί. Σε κάθε υποψία γυμνού δέρματος που διακρίνεται ανάμεσα απ’ τα ρούχα, στο παραμικρό φύσημα του αέρα που αναστατώνει τα μαλλιά ή τη φούστα μιας περαστικής, μια ιδιαίτερη βραχνάδα στη φωνή, ένα τυχαίο άγγιγμα στο μετρό ή στον κινηματογράφο, είναι αρκετά για να τινάξουν σπινθήρες μες στο μυαλό του και να πυροδοτήσουν εκρήξεις στο σώμα του. Πόσο μάλλον ένα φιλί ή η λεπτή μυρωδιά ενός ιδρωμένου κορμιού, που τον παρασέρνει σε μια ενστικτώδη ανάγκη για σεξουαλική δραστηριότητα και σωματική ηδονή. Σήμερα νιώθει, την ανάγκη αυτή τη θηλυκή οπτασία να την αγγίξει, να τη μυρίσει να τη φιλήσει και να την κάνει να νιώσει όμορφα στην αγκαλιά του. Τις επόμενες ημέρες το προσπάθησε ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές συμβουλές του σοφού παππού του! «Γιε μου,» του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα «καύσιμα» που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα και αν χρειαστεί χρόνος.»
Τότε είδε το κορίτσι! Κοντοστάθηκε και την κοίταζε! Ακολουθώντας το δρόμο της συνέχισε να την κοιτάζει και είχε ολοκληρωτικά μαγευτεί. Τη λογάριασε χονδρικά, δέκα πέντε, με δέκα έξι χρονών. Επιτέλους, κάποια στιγμή γύρισε και τον είδε. Κοιτάχτηκαν στο ίδιο ύψος. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω, αλλά τώρα εκεί στο έμπα της πλατείας του χωριού μόνο ένα πρόσωπο είχε σημασία. Εκείνη. Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά του, ολοζώντανη. Θυμάται κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της, κάθε φακίδα, κάθε κίτρινο ίχνος στη γαλάζια ίριδα της.. Φορούσε ένα φουστάνι απ’ αυτά με τις τιράντες. Η ίδια κοιτά μπροστά της ανέκφραστη. Αστραφτερή διασχίζει το πλακόστρωτο προκαλώντας τις διακριτικές ματιές του. Έμεινε να κουνάει τα μάτια του πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές, για λίγα δευτερόλεπτα, μπορεί μόνο για ένα ή δύο, δεν ξέρει. Αλλά θυμάται, σαν να ‘τανε ταινία, να βλέπει το προφίλ της με τη λεπτή μύτη τη σχεδόν διάφανη εκείνη τη στιγμή στο φως του Ήλιου που είχε ανέβει στο στερέωμα. Του ήλιου που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες ν’ ανάβουν με ζωηρά κόκκινα και πορτοκάλια χρώματα. Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι με δέρμα στο χρώμα του ώριμου σιταριού, με ζουμερές καμπύλες και μ' ένα προσωπάκι ζωγραφιά, η αιτία πού προερχόταν ένα μούδιασμα στα πόδια και η καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Ένα απαλό ρίγος αξεδιάλυτα δεμένο με μια ύπουλη σεξουαλική επιθυμία. Όταν την είδε πρώτη φορά κάτι σκίρτησε μέσα του, του ερέθισε το μυαλό σαν να τον κτύπησε η φθινοπωρινή τραμουντάνα του Μυρτώου πελάγους. Δεν ήθελε μονάχα να την κοιτά. Kάτι παραπάνω επιθυμούσε. Όλα ήταν μια ερωτική επιθυμία που πλανιόταν μέσα του, κι όπως η φωτιά έχει ανάγκη από οξυγόνο, έτσι και η επιθυμία είχε ανάγκη από ανταπόκριση. Οι επιθυμίες πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Και είναι η εποχή που η καύλα, αφόρητη κόλαση, τον ακολουθεί. Σε κάθε υποψία γυμνού δέρματος που διακρίνεται ανάμεσα απ’ τα ρούχα, στο παραμικρό φύσημα του αέρα που αναστατώνει τα μαλλιά ή τη φούστα μιας περαστικής, μια ιδιαίτερη βραχνάδα στη φωνή, ένα τυχαίο άγγιγμα στο μετρό ή στον κινηματογράφο, είναι αρκετά για να τινάξουν σπινθήρες μες στο μυαλό του και να πυροδοτήσουν εκρήξεις στο σώμα του. Πόσο μάλλον ένα φιλί ή η λεπτή μυρωδιά ενός ιδρωμένου κορμιού, που τον παρασέρνει σε μια ενστικτώδη ανάγκη για σεξουαλική δραστηριότητα και σωματική ηδονή. Σήμερα νιώθει, την ανάγκη αυτή τη θηλυκή οπτασία να την αγγίξει, να τη μυρίσει να τη φιλήσει και να την κάνει να νιώσει όμορφα στην αγκαλιά του. Τις επόμενες ημέρες το προσπάθησε ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές συμβουλές του σοφού παππού του! «Γιε μου,» του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα «καύσιμα» που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα και αν χρειαστεί χρόνος.»
Μάταια δεν υπήρξε αποτέλεσμα, συνάντησε τοίχο απροσπέλαστο, βρήκε πόρτες κλειστές και οι προσπάθειες του έπεφταν στο κενό. Η Ερμιόνη φοβήθηκε με αυτή την επιμονή του και την αδρεναλίνη του στα ύψη. «Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους» του είπε.
«Εύκολα είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι; Εσύ πες μου δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;» της πέταξε αυτός.
Η Ερμιόνη, σοβαρεύτηκε. Του έβγαλε κήρυγμα και του ‘δώσε μερικές συμβουλές για τις παρορμήσεις του που αν τις υποτάξει θα ‘χουν γλιτώσει από τυχόν άσχημα προβλήματα .
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;», του είπε, έχοντας τώρα πάρει ένα ύφος σαν να ικέτευε. «Σου ζητάω απλώς να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Συγκρατήσου για να μην μας δημιουργήσεις προβλήματα.» Συμπλήρωσε.
«Ερμιόνη μου γλυκιά μη με μαλώνεις, είπα να δοκιμάσω, κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; αν το δούμε στατιστικά είναι πολύ πιθανό να πετύχει. Εντάξει, δώσε μου ένα καλό λόγο γιατί με αρνείται πεισματικά και σου υπόσχομαι δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω.»
Όσο και να το ήθελε δεν μπορούσε να έκανε και κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβικη του απόρριψη ο εγωισμός του δέχτηκε πλήγμα και αυτό τον πληγώνει αλλά δεν θα πέσει στα πατώματα κιόλας όταν η κοπελιά του έριξε άκυρο! Όλα στη ζωή είναι ένα τυχερό παιχνίδι. Έτσι και στον έρωτα, οι πιθανότητες να κερδίσει ή να χάσει ήταν 50-50! Ρίσκαρε αλλά δε χαλάστηκε ιδιαίτερα που έφαγε χυλόπιτα γιατί το έχει υπολογίσει σαν ενδεχόμενο!
«Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα ξεχάσεις εντελώς τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να είσαι βιαστικός!» Του είπε η Ερμιόνη.
«Θα το θυμάμαι αυτό», είπε αυτός.
Οι διακοπές για τις γιορτές του Πάσχα τελείωσαν. Το λεωφορείο για Μολάους γεμάτο από κόσμο. Συνωστισμός. Απίστευτο στρίμωγμα.
..Να-τη πάλι! «Θεέ και Κύριε!, ο οποίος με προίκισες με επιθυμίες εισάκουσε την προσευχή μου.»
«Είπες κάτι;» Τον ρωτάει η Ερμιόνη όταν τον άκουσε να μουρμουρίζει!
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής μπας και με εισακούσει ο «αποπάνω!»»
«Με δουλεύεις;»
Το μελαχρινό κοριτσόπουλο καταφθάνει αργοπορημένο και η καρδιά του σφίχτηκε όταν έφτασε κοντά τους.
«Είναι με τη μητέρα της» τον πληροφορεί η Ερμιόνη.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Αα! Καλά λένε πως η διαδρομή της ομορφιάς, περνάει από τη μία γενιά στην άλλη»
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό.» Του λέει.
Κάθεται στο τέλος του συνωστισμού και μπαίνει μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να στριμωχτεί κοντά της, Το λεωφορείο ήταν πια φίσκα. Υπήρχαν τόσοι επιβάτες σ’ αυτό το μικρό χώρο και όλοι στεκόντουσαν πολύ πιο κοντά από όσο θα θέλανε υπό φυσιολογικές συνθήκες. Ένας ψηλός, επιβάτης χρειάστηκε να γείρει λιγάκι μπροστά για να μπορέσουν οι πόρτες να κλείσουν πίσω του. «Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή ενός άλλου επιβάτη. Κανείς δε σάλεψε. Οι θύρες έκλεισαν, το πίσω μέρος ήταν πλέον πίτα στον κόσμο, οπότε οι άλλοι επιβάτες τον στραβοκοίταξαν καθώς προσπαθούσε να τρυπώσει σε ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω στη μητέρα της και στην κοπέλα όταν η μητέρα της λέει στη κοπέλα να προχωρήσει μπροστά που είναι μια θεία της και ταξιδεύει μαζί τους.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής!
Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων στο οροπέδιο του Πάρνωνα και η σύνδεσή της με τους Μολάους, πραγματοποιείται μέσω επαρχιακού δρόμου που διασχίζει το ορεινό ανάγλυφο, του όρους Κουρκουλοτσούγκαρο με συνεχόμενες στροφές, πολλές από τις οποίες είναι κλειστές «φουρκέτες». Καθώς το όχημα ξεκίνησε, κουνηθήκανε όλοι μαζί, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, παραπατώντας ελάχιστα και τεντώνοντας τα χέρια τους για να στηριχτούν κάπου και να ανακτήσουν την ισορροπία τους. Εκείνος τινάχτηκε προς τα εμπρός και η μητέρα της μπροστά του τσίτωσε την πλάτη της για να σταθεροποιηθεί. Ένιωσε το σώμα της να κολλάει φευγαλέα πάνω στο δικό του.
Βρέθηκαν λοιπόν να έχει επαφή με τους γλουτούς της κυρίας εντελώς φυσιολογικά, χωρίς να φανεί ότι το έκανε από πρόθεση και η ενέργεια του να θεωρηθεί ανεπιθύμητο άγγιγμα και ως τρόπος σεξουαλικής παρενόχλησης. Η μητέρα της γύρω στα τριάντα-πέντε με σαράντα, ήταν γυναίκα με καμπύλες, όμορφη, περιποιημένη, καλοχτενισμένη και σκερτσόζα, έτσι όπως ήταν στριμωγμένη, με το χέρι απλωμένο για να κρατιέται από τη χειρολαβή, όλα της τα ρούχα έμοιαζαν επάνω της ελαφρώς μικρότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε. Στην πρώτη απότομη στροφή του οχήματος η γυναίκα έχασε για μια στιγμή την ισορροπία της και στην προσπάθεια της να βρει στήριγμα, να ισορροπήσει, «κόλλησε» και πάλι πάνω του άθελά της. Του ζήτησε συγγνώμη, ο Αλκιβιάδης έδειξε κατανόηση χαμογελώντας, «είναι όμορφο πλάσμα η μαμά», σκέφτηκε κι ένιωσε ένα ρίγος από τη σωματική επαφή τους. Στάθηκε για λίγο αμήχανος μα δεν ένιωσε άβολα, απ' το αναπάντεχο της επαφής τους. Τουναντίον ήταν ευχάριστα ευπρόσδεκτη. Έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε μια φευγαλέα σκηνή. Άραγε το λεωφορείο θα τρανταχτεί ξανά μπροστά όπως παίρνει τις απότομες στροφές του ορεινού δρόμου; Πράγματι, έτσι έγινε. Η μητέρα της «κόλλησε» και πάλι πάνω του κι έμεινε εκεί. Τότε αυτός νιώθοντας τολμηρός έσφιξε τους μηρούς του. Δεν ήταν η ιδέα του, την ένιωσε πως τρίφτηκε απαλά επάνω του που τον έκανε να ξεχάσει την έφηβη κόρη της και το απίστευτο στρίμωγμα. Στο τέλος κατάφερε να κολλήσει ακριβώς εκεί που σίγουρα θα του δημιουργούσε πρόβλημα. Έγινε «επακούμβηση» όπως θα έλεγε και ο ξάδερφος του ο Μπότης που μόλις πρόσφατα υπηρετούσε τη θητεία του σε ακταιωρό. Θυμάται τον ξάδερφο του, που ο νους του ήταν συνεχώς στα κορίτσια, μάλιστα όπως ομολογούσε επιδιδόταν στο προσφιλές, εκείνον τον καιρό το ερωτικό «κολλητήρι». Ο Αλκιβιαδης το θεωρούσε ακατανόητο κάτι τέτοιο αλλά και αδύνατο να το κάνει, γιατί ποτέ δε θα ερεθιζόταν δημόσια με τέτοιο χυδαίο, όπως πίστευε, τρόπο… Όπως πίστευε!.
«Καλά, είναι δυνατόν να δέχεται μια γυναίκα να κολλάς πίσω της;» του έλεγε του μεγαλύτερου ξαδέλφου..
«Πίστεψε με, οι περισσότερες τα θέλουν, δεν τις πειράζει, και εσύ έχεις κάνει τη δουλειά σου, για τη δική του σεξουαλική ευχαρίστηση.»
Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον, σίγουρα πολύ καλύτερο από την ιδρωτίλα που μυρίζει συνήθως κανείς στο λεωφορείο τέτοια εποχή. Την αισθάνθηκε να τσιτώνει. Μια ευτραφής μεγάλη γυναίκα δίπλα τους, σκουντώντας την στην πλάτη με τον αγκώνα της όπως έκανε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, για να της δώσει περισσότερο χώρο, την ανάγκασε και στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά του ή μπορεί απλώς να απολάμβανε και αυτή την εγγύτητα των σωμάτων τους σκέφτηκε ικανοποιημένος. Το λεωφορείο τραντάχτηκε ξανά και για τον Αλκιβιάδη αρχίζει το ευχάριστο μαρτύριο. Το φούσκωμα που ένοιωθε χαμηλά δεν έλεγε να πέσει και σε κάθε κίνηση του οχήματος την ακουμπούσε. Τώρα το σώμα της ήταν κολλημένο πάνω στο δικό του, οπότε, παίρνοντας θάρρος από τη φαινομενικά τυχαία επαφή τους, έγειρε μια ιδέα προς τα εμπρός, έτσι ώστε το φούσκωμα του παντελονιού του να έρθει σε συνεχή επαφή με τους γλουτούς της. Ένιωσε ξαφνικά ένα τσίμπημα φόβου και σκέφτηκε μήπως το είχε παρατραβήξει. Φοβήθηκε ότι θα τον έπαιρνε χαμπάρι κανένας επιβάτης αλλά το όλο σκηνικό τον είχε εξιτάρει και ένοιωθε περίεργα. Δεν θυμάται αν άλλη φορά να ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τόσο ξέφρενα.Τι θα έκανε έτσι και του μιλούσε; Τη σκέψη του διέκοψε ένα άγγιγμα. Η γυναίκα αλλάζοντας χέρι στις χειρολαβές πιάστηκε να κρατηθεί με τη δική του. Το χέρι της τον ξάφνιασε. Σαν καμουφλαρισμένο χάδι. Για το επόμενο λεπτό δεν έγινε τίποτα και κάπως ηρέμησε όταν αισθάνθηκε τη γυναίκα αντί να προσπαθήσει να αποφύγει την επαφή, κολλάει το κορμί της σχεδόν πάνω του, ένιωθε τώρα την κάθε της εισπνοή και εκπνοή πάνω στις ωμοπλάτες του και τις μύτες των παπουτσιών του στο πίσω μέρος των τακουνιών της. Ήταν σίγουρος πλέον και δεν υπήρχε αμφιβολία πως και εκείνη καταλάβαινε, παρά την ουδέτερη στάση της, γι’ αυτό που ένιωθε να σαλεύει πάνω στα οπίσθια της. Στη συνέχεια, η γυναίκα είχε αρχίσει να στρέφει το πρόσωπό της προς το μέρος του, προσπαθώντας να τον κοιτάξει στα μάτια κι αυτός δε λέει τίποτα, κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο και το πρόσωπό του σοβαρό, λες και η πίεση του σώματός του πάνω στο δικό της δεν είχε τίποτα άσεμνο. Τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω εξακολουθεί να τον κοιτάει, χαμογελάει πονηρά τον κοιτά στα μάτια και του πιάνει την κουβέντα! «Εγγονός του Μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ; Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως από ότι βλέπω πρέπει να μοιάζεις του πάτερα σου και όχι της μητέρας σου.»
«Μάλλον έχεις δίκιο, έτσι μου λένε όλοι.» Της απάντησε.
«Της μητέρας σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει ν' είναι δυναμική γυναίκα ε;» Του λέει ερωτηματικά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική.» Της απαντά χωρίς περαιτέρω σχόλια.
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ' αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;» Τη ρωτάει, φοβούμενος ακόμη ότι ίσως της δημιουργεί θέμα με το επιπλέον στρίμωγμα που επιδιώκει.
«Όχι αγόρι μου, όλα καλά! Μην ανησυχείς!» του λέει και συνεχίζει να του χαμογελά όλο σκέρτσο.
Αναρωτιέται «Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» και συνέχισε να τρίβεται επάνω της με περισσότερο θάρρος και μέσα στις απορίες του η κυρία κάνει κάτι κινήσεις, δήθεν να αποκτήσει χώρο και κολλάει και αυτή ακόμη πιο έντονα πάνω του και τον κάνει να νοιώθει παράξενα. Και τρομερά ανήσυχος, ενώ το κούνημα του λεωφορείου επιβάρυνε την κατάσταση καθώς με το κορμί της επάνω του απολαμβάνει την επαφή τους και νοιώθει το καυλί του να θέλει να κόψει το ύφασμα και να πεταχτεί προς τα έξω έτοιμο να εκραγεί! Ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Τι γίνεται αν;
Η Γυναίκα του δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν της είναι ανεπιθύμητη η σωματική επαφή τους, βρίσκεται σε ήρεμη κατάσταση και συνεχίζει κανονικά, να τον ρώτα πληροφορίες για την μητέρα του και ταυτόχρονα να τον πιέζει τώρα και εκείνη που τον αισθάνεται ότι είναι τόσο «σκληρός» και έδειξε να αποδέχεται τη σωματική επαφή τους σαν μια φυσική ευχαρίστηση! Του άρεσε! Στην εφηβεία του νιώθει ερωτική διέγερση και την ανάγκη για σεξουαλική επαφή. Ήταν ένα συναίσθημα αυθόρμητο. Πήγαζε από μέσα από τα ενδόμυχα του, πέρα από τον ελέγχο της λογικής του, γι' αυτό και η λογική του σκέψη δεν μπορούσε εύκολα να αλλοιώσει τη δύναμη του συναισθήματος στην περίοδο της εφηβείας του. Να είσαι φρόνιμος και συνετός δεν του είπε η Ερμιόνη... Δηλαδή πόσο συνετός; και πόσο πιο φρόνιμος ρε Ερμιόνη. Με «κράμπες» κατάντησε στους όρχεις, έτσι ψυχρός ατάραχος και απαθής που προσπαθούσε να μείνει πλημυρισμένος από μια ατελείωτη θέρμη. Εκείνες τις ώρες αισθάνεται πως η κυρία «έχει τα πιο όμορφα οπίσθια του κόσμου».
... Η κοπελιά με τη μητέρα της αναχώρησαν για Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του μαζί της θα πήγαινε μέχρι και την Αθήνα έτσι κολλημένος όρθιος πίσω της. Αναχώρησαν για Μονεμβάσια και η Ερμιόνη με τον Αλκιβιάδη. Επιβίβαση στο πλοίο Μυρτιδιώτισσα και επιστροφή. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης. Θεία του δηλαδή και αυτή. Μια εικοσάχρονη.... ένα ανερχόμενο μοντέλο που ζούσε στη Νέα Υόρκη. Δεν υπήρχαν λόγια να την περιγράψει. Μιλούσε η εικόνα της. Φορώντας μια σούπερ μίνι ριγέ κόκκινη φούστα. Φόκους στα ατελείωτα και καλλίγραμμα πόδια της έκαναν οι επιβάτες. Τους άφησε με το στόμα ανοιχτό με την εμφάνιση της.
«Σόι πάει το βασίλειο. Όμορφο το σόι της μητέρας μου» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. Τελικά ήταν ένα ενδιαφέρον δέκα-πενθήμερο από πολλές απόψεις.
Καλοκαίρι 1966!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου