Είχε ζήσει κι εκείνος τις πρώτες εφηβικές του αναζητήσεις με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του. Κλεφτά βλέμματα, διστακτικά αγγίγματα, φιλιά και εκείνα τα αθώα «μπαλαμουτιάσματα» της ηλικίας, που τότε έμοιαζαν με μεγάλες ανακαλύψεις.
Μέχρι εκεί όμως.
Πέρα από αυτό το όριο υπήρχε ένας κόσμος άγνωστος, που περίμενε ακόμη να τον γνωρίσει.
Ανατομικά ήξερε πάνω-κάτω τι συνέβαινε, όμως μια πιο ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία ούτε είχε γνωρίσει ούτε είχε προσφέρει. Μια-δυο επισκέψεις σε οίκο ανοχής δεν του άφησαν ιδιαίτερη ικανοποίηση. Δεν ήταν αυτό που αναζητούσε. Δεν του ταίριαζε η απρόσωπη και μηχανική πλευρά μιας τέτοιας επαφής. Κάτι μέσα του αντιδρούσε στην ιδέα ότι η επιθυμία μπορούσε να αποκοπεί από το συναίσθημα, την έλξη και την ανθρώπινη επικοινωνία.
Όσο για τις ερωτικές ταινίες, η ενημέρωσή του περιοριζόταν στα «κλασικά εικονογραφημένα» της
εποχής. Εκείνα τα κρυφά έντυπα που περνούσαν από χέρι σε χέρι και άνοιγαν μικρά παράθυρα περιέργειας σε έναν κόσμο που παρέμενε άγνωστος. Ο αυνανισμός ήταν η προσωπική του διέξοδος, το καταφύγιο της εφηβείας του. Ιδιαίτερα όταν, όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να αντιλαμβάνεται πως πολλοί από τους φόβους και τις προειδοποιήσεις που άκουγε μικρός δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Οι υπερβολές ότι θα του προκαλούσε προβλήματα ή ότι θα επηρέαζε την υγεία του αποδείχθηκαν περισσότερο μύθοι μιας άλλης εποχής παρά αλήθειες.
Και τότε κατάλαβε πως η εφηβεία δεν ήταν παρά μια περίοδος αναζήτησης, γεμάτη απορίες, ανασφάλειες, επιθυμίες και ανακαλύψεις.
Ο Αλκιβιάδης, σήμερα, ανακαλεί στη μνήμη του εκείνα τα γεγονότα που συνέβησαν το καλοκαίρι του 1967, όταν ήταν δεκαεπτά ετών.
Ήταν μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα, από εκείνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη όχι μόνο για όσα συνέβησαν, αλλά και για την ατμόσφαιρα που τις περιβάλλει.
Ήταν 17 Ιουλίου, η ημέρα κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Μαρίνας. Μια ημέρα γιορτινή, μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, που έμελλε να συνδεθεί για πάντα με μια ανάμνηση της εφηβείας του. Εκείνες τις ημέρες εργαζόταν περιστασιακά σε ένα κατάστημα της κεντρικής αγοράς της Λαμίας. Ήταν υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, αναλαμβάνοντας τις καθημερινές εργασίες που απαιτούσε η λειτουργία της: παραλαβές εμπορευμάτων, διεκπεραίωση παραγγελιών, ταξινόμηση και αποθήκευση προϊόντων, καθώς και κάθε άλλη βοηθητική εργασία που χρειαζόταν.
Στο απέναντι κατάστημα ο έμπορος είχε μια δεκαεξάχρονη κόρη, η οποία τους καλοκαιρινούς μήνες βοηθούσε στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε καθημερινά. Ήταν ένα πανέμορφο, έξυπνο και χαρισματικό μελαχρινό κορίτσι, που δεν περνούσε απαρατήρητο. Η παρουσία της ξεχώριζε μέσα στην πολυκοσμία της αγοράς· ανάμεσα στο θόρυβο, τις φωνές των εμπόρων και το αδιάκοπο πήγαινε-έλα των ανθρώπων, εκείνη είχε κάτι που τραβούσε το βλέμμα.
Το χαμόγελό της, η ζωντάνια της και η φυσική της κομψότητα είχαν προκαλέσει το ενδιαφέρον του. Για τον δεκαεπτάχρονο Αλκιβιάδη ήταν σαν εκείνα τα πράγματα που μοιάζουν απρόσιτα και πολύτιμα — σαν παγωτό μέσα στη ζέστη του Αυγούστου.
Και η ίδια, όπως κατάλαβε αργότερα, είχε αντιληφθεί την έλξη που του προκαλούσε. Όλα ξεκίνησαν από μια δική του πρωτοβουλία. Ένα απόγευμα, μετά τη δουλειά, βγήκαν για έναν σύντομο καφέ. Πέρασαν όμορφα, μίλησαν, γέλασαν, γνωρίστηκαν λίγο περισσότερο. Δεν της ζήτησε τίποτα και δεν προσπάθησε να προχωρήσει βιαστικά. Η επαφή τους συνεχίστηκε με χαμόγελα, βλέμματα και μικρές καθημερινές κουβέντες, εκείνα τα απλά και αθώα σημάδια που συχνά αποτελούν την αρχή μιας εφηβικής ιστορίας.
Κάποια στιγμή, όμως, αποφάσισε να εκφράσει πιο ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του. Εκείνη του υποσχέθηκε πως θα κανονίσει να συναντηθούν την επόμενη ημέρα, που ήταν αργία της Αγίας Μαρίνας. Θα πήγαιναν μαζί στη γέφυρα, θα έκαναν το μπάνιο τους στη θάλασσα και θα περνούσαν τη μέρα παρέα. Η πρότασή της έκανε την καρδιά του να χτυπήσει δυνατά. Ήταν εκείνο το μεθυστικό συναίσθημα της εφηβείας, όταν μια απλή υπόσχεση μπορεί να μεταμορφώσει μια ολόκληρη ημέρα σε προσμονή.
«Άφησέ με να ’ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γιάννης Ρίτσος, «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος»)
Η Αγία Μαρίνα ήταν ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι, ένας μικρός παράδεισος δίπλα στη θάλασσα. Ένα ψαροχώρι που προσφερόταν για κολύμπι, ψάρεμα, περιπάτους και μικρές αποδράσεις γεμάτες απλότητα και ανεμελιά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η ιστορία της γέφυρας που δέσποζε στην παραλία της. Μια κατασκευή που, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, συνδεόταν με μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας μηχανικής, τον Γουστάβο Άιφελ. Η σχέση αυτή ανάγεται στην κατασκευαστική εταιρεία BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας υπήρξε και το γραφείο του Άιφελ. Η εταιρεία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892, την ίδια περίπου περίοδο κατά την οποία εξελισσόταν και το μεγάλο έργο του Πύργου του Άιφελ στο Παρίσι. Οι ομοιότητες στη μεταλλική δομή και στον τρόπο κατασκευής των δύο έργων, καθώς και παλαιά σχέδια που αποδίδονται στο γραφείο του, έχουν οδηγήσει πολλούς να θεωρούν πιθανή τη συμμετοχή του στον σχεδιασμό της γέφυρας της Αγίας Μαρίνας. Για τον Αλκιβιάδη, όμως, η γέφυρα δεν ήταν μόνο ένα παλιό τεχνικό έργο. Ήταν το σημείο συνάντησης, η κορυφή της προσμονής, ο τόπος όπου μια εφηβική καρδιά περίμενε να ζήσει μια μικρή προσωπική ιστορία.
Την ημέρα της εορτής της Αγίας Μαρίνας ακολούθησε η πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού. Οι κάτοικοι και οι επισκέπτες συμμετείχαν στη γιορτή, ενώ η θάλασσα, η γέφυρα και το καλοκαιρινό φως δημιουργούσαν το σκηνικό μιας ημέρας που έμελλε να μείνει χαραγμένη στη μνήμη του.
Την περίμενε, μα δεν φάνηκε.
Και έτσι τον άφησε να γευτεί τη δεύτερη χυλόπιτα της εφηβείας του, μια απόρριψη που του φάνηκε ακόμη πιο βαριά από την προηγούμενη.
«Μην το σκέφτεσαι», είπε μέσα του.
Ήταν από εκείνες τις ημέρες του Ιούλη που ο ήλιος λάμπει δυνατός και ο αέρας φυσάει με το δροσερό μελτέμι του καλοκαιριού. Μέρες που έχουν φως καλοκαιρινό και σκιά ανοιξιάτικη. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας. Ο ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό του, μα δεν τον ένοιαζε να μετακινηθεί για να βρει λίγη δροσιά.
Δεν ήταν ακριβώς πληγωμένος από τη χυλόπιτα. Αυτό που τον ενοχλούσε περισσότερο ήταν η αίσθηση της αμηχανίας. Ο θυμός του στρεφόταν κυρίως εναντίον του ίδιου. Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι υπήρχε κάτι περισσότερο; Μήπως είχε παρερμηνεύσει μια απλή, φιλική συμπεριφορά και την είχε μετατρέψει στο μυαλό του σε φλερτ; Αυτό ήταν που τον πείραζε περισσότερο. Όχι η απόρριψη, αλλά η αμφιβολία για τη δική του κρίση. «Και τώρα;» αναρωτήθηκε. «Αύριο θα τη δω ξανά. Πώς θα μπορώ να την κοιτάξω χωρίς να θυμάμαι αυτή τη στιγμή;»
Για λίγο ένιωσε πως είχε εκτεθεί. Σαν να είχε φανερώσει κάτι πολύ προσωπικό και να είχε μείνει μόνος απέναντι στην αμηχανία του. Όμως δεν θα άφηνε τον εαυτό του να βουλιάξει σε αυτό.Θα το δεχόταν.
Δεν υπήρχε συνέχεια εκεί που ο άλλος άνθρωπος δεν την ήθελε. Δεν μπορούσε να ζητά από κάποιον να αισθανθεί κάτι που δεν αισθανόταν.
«Αλκιβιάδη, πάντα είχες καλή σχέση με την πραγματικότητα», είπε μέσα του, σαν να μιλούσε σε έναν φίλο. «Δεν κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες επειδή τόλμησες να πεις σε μια κοπέλα ότι σου αρέσει. Θέλει θάρρος να το κάνεις. Το εύκολο είναι να κρύβεσαι, να μην εκτίθεσαι, να μην παίρνεις ποτέ το ρίσκο της απόρριψης.»
Χαμογέλασε αχνά. «Τα χαμόγελα και τα κλεισίματα των ματιών μπορεί να ήταν απλώς η ανάγκη της για επιβεβαίωση. Δεν σημαίνει ότι ήθελε εμένα. Και αυτό πρέπει να το σεβαστώ. Άφησέ την ήσυχη και προστάτεψε τον εαυτό σου.» Συνέχισε τη σκέψη του με μια δόση ειρωνείας, όπως συνήθιζε όταν προσπαθούσε να ξεπεράσει κάτι που τον είχε πληγώσει:
«Όταν μαζέψεις με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα μικρά ψίχουλα ενδιαφέροντος που νόμιζες πως σου έριχνε, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός επειδή νόμισες πως ένα βλέμμα σήμαινε κάτι περισσότερο.»
Κοίταξε τη θάλασσα κάτω από τη γέφυρα. «Πάμε παρακάτω. Είσαι ένας ελεύθερος, ωραίος νεαρός που τόλμησε να φλερτάρει. Και τι έγινε που δεν πέτυχε; Αυτά συμβαίνουν. Η ζωή δεν είναι μόνο οι στιγμές που κερδίζεις. Είναι και εκείνες που μαθαίνεις να χάνεις χωρίς να μικραίνεις τον εαυτό σου.»
Η πραγματικότητα ήταν απλή: θα ήταν πολύ όμορφο αν είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Δεν έγινε όμως.
Και η ζωή συνεχίζεται. Ο χρόνος διορθώνει πολλά, αρκεί να τον αφήνεις να κάνει τη δουλειά του, χωρίς να κρατιέσαι από όνειρα που δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.
Μπροστά του απλωνόταν ο σιδηροδρομικός σταθμός, ένας σταθμός που για δεκαετίες εξυπηρετούσε τα τοπικά δρομολόγια ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα. Το τρένο είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη ζωή της περιοχής. Δεν ήταν απλώς ένα μέσο μεταφοράς· ήταν το όχημα που έφερνε τον κόσμο στις κοντινές παραλίες, δίνοντας τη δυνατότητα σε εκατοντάδες ανθρώπους να απολαμβάνουν το καλοκαιρινό μπάνιο.
Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας, με την αμμουδερή ακτή και τα καθαρά, ρηχά νερά της, υπήρξε για πολλές δεκαετίες η αγαπημένη παραλία των κατοίκων της Λαμίας. Μια λαϊκή παραλία, γεμάτη ζωή, που ιδιαίτερα τα καλοκαίρια γινόταν σημείο συνάντησης για τον νεαρόκοσμο. Από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά κυρίως στα μεταπολεμικά χρόνια, είχε αποκτήσει τη φήμη του «Φαλήρου της Λαμίας». Εκεί γίνονταν τα μπάνια του λαού. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ο «μουτζούρης», η μικρή ατμομηχανή με τα επιβατικά και φορτηγά βαγόνια πίσω της, κουβαλούσε καθημερινά ανθρώπους από τη Λαμία και τα γύρω χωριά προς την Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας. Δύο δρομολόγια την ημέρα ήταν αρκετά για να μεταμορφώσουν μια απλή καλοκαιρινή εξόρμηση σε μικρή γιορτή.
Για τον Αλκιβιάδη όμως, εκείνη τη στιγμή, ο σταθμός, οι ράγες και η θάλασσα γύρω του είχαν χάσει προσωρινά τη δική τους ιστορία. Ήταν απλώς το σκηνικό μιας προσωπικής δοκιμασίας.
Εκεί, στην αρχή της γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, στεκόταν μόνος με τη σκέψη του, προσπαθώντας να καταλάβει την πρώτη μεγάλη απογοήτευση της εφηβείας του. Απορροφημένος στις σκέψεις του, έδειχνε αφηρημένος, σχεδόν αδέξιος στις κινήσεις του. Πολλά ερωτήματα γύριζαν στο μυαλό του, ερωτήματα που μεγάλωναν όσο περισσότερο τα επεξεργαζόταν και τον επηρέαζαν βαθύτερα απ’ όσο θα ήθελε. Ήταν εκείνες οι συνηθισμένες ανησυχίες των αγοριών στα χρόνια που αφήνουν πίσω τους την εφηβεία· απορίες κυρίως γύρω από τον έρωτα, την αποδοχή, τη γοητεία, τη σχέση με το άλλο φύλο.
Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και, χωρίς να το καταλάβει, τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεών του. Μπροστά του, στη βάση της σιδερένιας γέφυρας, μια δεμένη παρέα φίλων τον περίμενε. Ήταν από εκείνες τις παρέες της εποχής που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες συστάσεις· οι περισσότεροι
γνωρίζονταν μεταξύ τους χαλαρά, μέσα από τις γειτονιές, τις δουλειές, τα σχολεία, τις καθημερινές συναναστροφές. Η θάλασσα, το νερό, η φύση είχαν πάντα μια ανεξήγητη δύναμη να φέρνουν τους ανθρώπους κοντά. Δημιουργούσαν δεσμούς, γεννούσαν φιλίες και άνοιγαν δρόμους σε νέες εμπειρίες. Μέσα στον νεανικό αυθορμητισμό, ο καθένας ανακάλυπτε τον εαυτό του, τις δυνατότητές του, αλλά και τη χαρά του να ανήκει σε μια ομάδα.
Όσο περνούσε η ώρα, η παρέα μεγάλωνε. Νεαροί και νεαρές κατέβαιναν στην παραλία, άλλοι γνωστοί, άλλοι άγνωστοι, και απλώνονταν στα βότσαλα δημιουργώντας ένα πολύχρωμο μωσαϊκό καλοκαιρινής ζωής. Εκείνη τη μέρα, ανήμερα της γιορτής της Αγίας Μαρίνας, η δημοφιλής παραλία γνώρισε την αποθέωση της. Μια λαοθάλασσα νεολαίας πλημμύρισε την ακτή· γέλια, φωνές, πειράγματα και το αδιάκοπο παιχνίδισμα της θάλασσας έφτιαχναν μια εικόνα που θα έμενε χαραγμένη στη μνήμη του.
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος. Εντελώς αμερόληπτα, ο Αλκιβιάδης τον θεωρούσε έναν ευγενικό, έξυπνο και φυσικά όμορφο νεαρό άντρα, μόλις είκοσι τριών χρόνων τότε. Περνώντας τα χρόνια, όταν κάποτε τον φέρνει η μνήμη του μπροστά του, τον παρομοιάζει με τον Hugh Jackman, τον ηθοποιό που είχε γοητεύσει το γυναικείο κοινό.
Τον είχε συναντήσει πρόσφατα μία-δύο φορές στους δρόμους της γειτονιάς του. Είχε μάθει πως
είχε μόλις απολυθεί από τον στρατό, ζούσε στην Αθήνα, αλλά επισκεπτόταν συχνά την πόλη,
όπου έμεναν οι γονείς του. Στη γειτονιά του Αλκιβιάδη υπήρχε μια όμορφη μονοκατοικία που
ανήκε σε έναν γνωστό Λαμιώτη μεγαλέμπορο. Η οικογένειά του είχε μια κόρη είκοσι ετών, ένα
κορίτσι που, στα μάτια όσων την είχαν γνωρίσει, θύμιζε την Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά και γοητεία. Μια γειτόνισσα, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη, όταν ήθελε να περιγράψει μια γυναίκα ιδιαίτερα θελκτική, χρησιμοποιούσε μια έκφραση γεμάτη εικόνες και γεύσεις:
«Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή Μπεκίρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.» (Ο Χατζή Μπεκίρ ήταν ξακουστό ζαχαροπλαστείο για τα περίφημα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό πως διατηρούσε στενές σχέσεις με την οικογένεια και μάλιστα είχε διαδοθεί ότι υπήρχε σοβαρή προοπτική να γίνει ο επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε».
Για τον νεαρό Αλκιβιάδη, εκείνη η εποχή ήταν γεμάτη πρόσωπα, βλέμματα, προσδοκίες και μικρές ιστορίες που έμοιαζαν τότε τεράστιες. Κάθε καλοκαίρι, κάθε παρέα, κάθε γνωριμία, κάθε χαμόγελο
αποτελούσε ένα μικρό κομμάτι από το παζλ της ενηλικίωσής του.
Και ο Αλκιβιάδης βρισκόταν ήδη στη ζώνη των δεκαοκτώ του χρόνων. Ήταν ένας κομψός νεαρός άντρας, ψηλός αλλά όχι άχαρος, με πλούσια μαλλιά και καστανομελί μάτια που έκρυβαν την
ανησυχία και το πάθος της ηλικίας του για τη ζωή.
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος, περισσότερο για αστείο και για να πειράξει την παρέα, τον προκάλεσε σε μια αναμέτρηση. Έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μέχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας. «Συμφωνώ! Και ποιο μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας τον Φίλιππο με μια έκφραση δήθεν αθώα και ανέμελη, προσπαθώντας να κρύψει πως ίσως είχε ήδη κάτι στο μυαλό του.
«Τι προτείνεις;» τον ρώτησε ο Φίλιππος.
«Χμ…» έκανε πως σκέφτεται ο Αλκιβιάδης.
Ο Φίλιππος με το ύφος κάποιου που απλώς πετάει μια ιδέα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, είπε: «Λοιπόν, έχω να προτείνω εγώ κάτι. Έναν καλό καφέ, ή ένα ποτό το απόγευμα, αν συμφωνείς, σε κάποιο καφέ-ρεστοράν στον λόφο του Αγίου Λουκά. Πάνω από τη γειτονιά σου.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε. «Ενδιαφέρον μου ακούγεται… Όμορφο μέρος για καφέ και ποτό!»
Η αναμέτρηση για τον Αλκιβιάδη αποδείχθηκε τελικά φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής. Από τα πρώτα μέτρα φάνηκε πως δεν είχε μόνο δύναμη, αλλά γνώριζε άριστα την τεχνική της κολύμβησης. Κι όταν έφτασαν στο τέλος της γέφυρας, ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως απέναντί του δεν είχε απλώς έναν καλύτερο κολυμβητή, αλλά κάποιον που είχε μάθει να συνεργάζεται με το νερό.
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος;» του είπε ο Φίλιππος χαμογελώντας.
«Το καταλαβαίνω ότι κάτι δεν κάνω σωστά, αλλά δεν ξέρω από πού να αρχίσω και τι να
διορθώσω πρώτο», απάντησε ο Αλκιβιάδης.
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το βρούμε. Ας το αναλύσουμε πρώτα. Το νερό είναι πολύ πιο πυκνό από τον αέρα. Αυτό σημαίνει πως κάθε λάθος κίνηση αυξάνει την αντίσταση και σε κουράζει γρήγορα. Η σωστή τεχνική δεν είναι θέμα μόνο δύναμης, αλλά οικονομίας κίνησης.»
Ο Φίλιππος στάθηκε δίπλα του μέσα στο νερό και του έδειξε πώς να κρατά το σώμα του πιο οριζόντιο.
«Αυτό που θέλουμε είναι να μειώσουμε όσο γίνεται τις αντιστάσεις. Να γλιστράς μέσα στο νερό, όχι να παλεύεις μαζί του. Το κεφάλι, η θέση του κορμού και η κίνηση των ποδιών παίζουν μεγάλο ρόλο. Έχεις δυνατά πόδια, απλώς πρέπει να μάθεις να τα χρησιμοποιείς σωστά.»
Ο Φίλιππος τού εξηγούσε υπομονετικά, αποφεύγοντας τις πολλές τεχνικές λεπτομέρειες. Ήθελε πρώτα να του δώσει την αίσθηση της σωστής θέσης, να καταλάβει το σώμα του πώς πρέπει να κινείται μέσα στο νερό. Ο Αλκιβιάδης σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα το πέος είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρό σαν πέτρα. Ο Αλκιβιάδης έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή, βρέθηκε αντιμέτωπος με κάτι που δεν περίμενε. Μια αμηχανία που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Το σώμα του αντέδρασε πριν προλάβει η σκέψη του να καταλάβει
τι συνέβαινε. Ήταν μια παράξενη εμπειρία για εκείνον. Όχι επειδή δεν γνώριζε την εφηβική επιθυμία, αλλά επειδή συνειδητοποιούσε για πρώτη φορά πόσο διαφορετικά μπορούσαν να λειτουργούν το μυαλό και το σώμα. Ένα συναίσθημα που δεν είχε προλάβει να ονομάσει, μια έλξη που δεν είχε ακόμη κατανοήσει, μια αντίδραση αυθόρμητη και ανεξέλεγκτη. Για λίγες στιγμές έμεινε σαστισμένος. Αναρωτήθηκε τι ακριβώς αισθανόταν. Αν ήταν επιθυμία, περιέργεια, έκπληξη ή απλώς η ένταση μιας στιγμής που δεν περίμενε.
Και ίσως αυτό ήταν το πιο παράξενο κομμάτι της ενηλικίωσής του: η ανακάλυψη πως ο άνθρωπος δεν γνωρίζει πάντα τον εαυτό του από πριν. Μερικές φορές το σώμα, τα συναισθήματα και η σκέψη βαδίζουν σε διαφορετικούς δρόμους μέχρι να συναντηθούν. Αργότερα, ως ώριμος πλέον ενήλικας, ο Αλκιβιάδης διάβασε κάπου για το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, το λεγόμενο learning system. Ένα παράδειγμα που χρησιμοποιούσε η ψυχολογία ήταν το γνωστό πείραμα του Pavlov με τα σκυλιά.
Ο Pavlov είχε δείξει πως ένας οργανισμός μπορεί να συνδέσει ένα ουδέτερο ερέθισμα με ένα γεγονός που ακολουθεί. Τα σκυλιά, αφού είχαν μάθει ότι ο ήχος του κουδουνιού προηγούνταν της τροφής, αντιδρούσαν τελικά στο κουδούνι σαν να επρόκειτο να εμφανιστεί το φαγητό, ακόμη κι όταν αυτό δεν
υπήρχε.Δεν σήμαινε ότι τα ζώα επιθυμούσαν το ίδιο το κουδούνι. Σήμαινε ότι ο οργανισμός τους είχε μάθει να το συνδέει με κάτι άλλο. Κάπως έτσι άρχισε να καταλαβαίνει και ο ίδιος μια παλιά εμπειρία της νεότητάς του. Δεν ήταν απαραίτητα η σκέψη ή η συνειδητή επιθυμία που προηγούνταν πάντα. Το σώμα είχε τη δική του μνήμη, τις δικές του αυτόματες αντιδράσεις, τους δικούς του δρόμους που πολλές φορές προηγούνταν της λογικής.
Εκείνη τη στιγμή με τον Φίλιππο, στην εφηβεία του, είχε βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν μπορούσε
ακόμη να εξηγήσει. Δεν υπήρχε έτοιμη απάντηση μέσα του, ούτε ξεκάθαρη ερμηνεία. Υπήρχε
μόνο η έκπληξη ενός νέου ανθρώπου που ανακάλυπτε πως ο εσωτερικός του κόσμος ήταν πολύ πιο σύνθετος απ’ όσο πίστευε. Αμήχανος, προσπαθώντας να βρει ισορροπία ανάμεσα στη σκέψη και στο συναίσθημα, ένιωσε την ανάγκη να σταματήσει για λίγο τη στιγμή.
«Νομίζω πως καλύτερα να βγούμε από το νερό», είπε τελικά. «Να πάρουμε λίγο χρόνο να ηρεμήσουμε.» Και ίσως αυτή ήταν μία από τις πρώτες φορές που ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η ενηλικίωση δεν είναι μόνο η ανακάλυψη των επιθυμιών. Είναι κυρίως η προσπάθεια να καταλάβεις τι
σημαίνουν, από πού έρχονται και πώς εντάσσονται στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.
Οι επόμενες στιγμές βρήκαν τον Αλκιβιάδη έξω από τη θάλασσα, με το σώμα του ακόμη ζεστό
από την κούραση και τον ήλιο του μεσημεριού να καίει από πάνω του. Είχε βγει πρώτος από το νερό και με λίγα βήματα είχε φτάσει στην αμμουδιά, όπου ξάπλωσε προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και ο Φίλιππος. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άφησε τα πράγματά του δίπλα του και κάθισε στην άμμο.
«Μην το βλέπεις σαν αποτυχία το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης», του είπε χαμογελώντας.
Ο Αλκιβιάδης τον κοίταξε και χαμογέλασε κι αυτός.
«Ο ποιητής λέει πως, σαν χαμένος, έχω ακόμα ελπίδες», απάντησε.
«Για πες μου, τι λέει ο ποιητής;»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Αλκιβιάδη, κι ας ήταν αυτός που κατέληξε τελικά στο νοσοκομείο.»
Ο Φίλιππος γέλασε. «Κατάλαβα… Προσπαθείς να βγάλεις νικητή τον ηττημένο.»
«Κάπως έτσι», απάντησε ο Αλκιβιάδης. «Ποτέ δεν ξέρεις πώς γράφεται η ιστορία.»
Ο Φίλιππος σηκώθηκε και τίναξε την άμμο από πάνω του. «Λοιπόν, ώρα να τα μαζεύουμε. Έρχεται το τρένο και δεν περιμένει κανέναν. Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό. Τα ποτά όμως τα πληρώνεις εσύ, για το χαμένο σου στοίχημα.»
Ο Αλκιβιάδης γέλασε. Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα ένιωσε πως η ήττα του δεν είχε και τόση σημασία. Μερικές φορές οι μικρές αποτυχίες της ζωής δεν είναι παρά η αφορμή για μια καινούργια ιστορία. Το απόγευμα τους βρήκε στη δροσιά που πρόσφερε το δημοτικό περίπτερο του λόφου του Αγίου Λουκά. Η ένταση της θάλασσας είχε ήδη ξεθωριάσει μέσα του. Το περιστατικό που είχε
προηγηθεί το είχε καταχωρίσει στο μυαλό του σαν ένα παράξενο παιχνίδι της στιγμής, μια ακραία ίσως, αλλά χωρίς συνέχεια, χειρονομία ανάμεσα σε δύο φίλους.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα σημεία της Λαμίας. Ένας καταπράσινος λόφος, ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, εύκολα προσβάσιμος από την πόλη, που πρόσφερε στους επισκέπτες έναν περίπατο μέσα στη φύση αλλά και μια μοναδική θέα. Από εκεί ψηλά απλωνόταν μπροστά στα μάτια τους η Οίτη, η κοιλάδα του Σπερχειού και ο Μαλιακός Κόλπος.
Στο δημοτικό περίπτερο, ανάμεσα στα δέντρα και τη δροσιά του δασυλλίου, οι άνθρωποι έβρισκαν καταφύγιο από τη ζέστη του καλοκαιριού. Ένα τραπέζι, ένας καφές, ένα ποτό, λίγη κουβέντα και η θέα
που άνοιγε μπροστά τους αρκούσαν για να κάνουν τη στιγμή ξεχωριστή.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, του πολιούχου της πόλης. Ένας λιτός
σταυροειδής ναός χωρίς τρούλο, χτισμένος ως ξωκλήσι το 1910, που για τους κατοίκους δεν ήταν απλώς ένα θρησκευτικό μνημείο. Ήταν ένας τόπος δεμένος με τις μνήμες τους, με ιστορίες και γεγονότα που περνούσαν από γενιά σε γενιά.
Για τον Αλκιβιάδη, εκείνο το
απόγευμα ο λόφος δεν ήταν μόνο ένα όμορφο σημείο της πόλης. Ήταν ένα ακόμη κομμάτι μιας εποχής που έμοιαζε ατέλειωτη· μιας εποχής γεμάτης θάλασσα, φιλίες, μικρές ανατροπές και εμπειρίες που τότε δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει πόσο βαθιά θα χαράζονταν μέσα του. Στη δυτική πλευρά του λόφου το πυκνό δάσος γειτνίαζε με βοσκοτόπια. Το πανέμορφο αυτό δασύλλιο, απομονωμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα, είχε αποκτήσει με τα χρόνια τη δική του φήμη. Ήταν ένας τόπος μυστικών συναντήσεων, ένας χώρος όπου πολλοί νέοι αναζητούσαν λίγη ιδιωτικότητα μακριά από τα μάτια της κοινωνίας. Στη γλώσσα της εποχής είχε αποκτήσει και το δικό του παρατσούκλι, όχι ιδιαίτερα ευγενικό, αλλά χαρακτηριστικό της λαϊκής υπερβολής: η «γαμηστρώνα» της περιοχής.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται ακόμη μια ιστορία που τους έλεγε μια καθηγήτρια των Θρησκευτικών, μια γυναίκα αυστηρή και μάλλον αποκομμένη από τον κόσμο των νέων. Τους διηγούνταν πως σε εκείνο το δάσος έβλεπε, όπως έλεγε, «σκιές» και «κακά πνεύματα», επειδή εκεί σύχναζαν νέοι που παραβίαζαν τους κανόνες της εποχής και είχαν ερωτικές σχέσεις πριν από τον γάμο.Με την αφέλεια αλλά και τον φόβο που καλλιεργούσαν τότε τέτοιες αντιλήψεις, τους προειδοποιούσε πως όποιος έκανε έρωτα πριν τον γάμο οδηγούνταν στην κόλαση.
Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης θα χαμογελούσε με αυτές τις αναμνήσεις. Όχι τόσο για τα λόγια της καθηγήτριας, όσο για το πόσο διαφορετικοί ήταν οι κόσμοι που συνυπήρχαν εκείνη την εποχή: από τη μία οι επιθυμίες και η περιέργεια των νέων και από την άλλη οι φόβοι, οι απαγορεύσεις και οι ενοχές μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και τώρα απολάμβαναν τον απογευματινό καφέ τους. Οι λάτρεις του
πρωινού καφέ και της μοναχικής τελετουργίας θα υπερασπιστούν πως λίγες στιγμές ηρεμίας με τον εαυτό σου και μια καλή κούπα καφέ αξίζουν όσο λίγα πράγματα. Ο Αλκιβιάδης δεν θα διαφωνούσε. Όμως, ως άνθρωπος που αγαπούσε την επαφή, την κουβέντα και την παρέα, είχε τη δική του άποψη.
Για εκείνον, σαν τον απογευματινό καφέ δεν υπήρχε. Ήταν η αφορμή για συνάντηση, το μικρό καθημερινό τελετουργικό της παρέας. Η φράση «πάμε για καφέ» δεν σήμαινε απλώς ένα ρόφημα. Ήταν πρόσκληση για κουβέντα, πείραγμα, χαλάρωση και λίγο χαβαλέ.Και αυτές ακριβώς τις στιγμές απολάμβαναν τώρα οι δύο φίλοι, κάτω από τη σκιά των δέντρων του Αγίου Λουκά, με την πόλη απλωμένη μπροστά τους.
«Ώρα να φύγουμε», πρότεινε ο Αλκιβιάδης. «Όπου να ’ναι ο ήλιος θα χαθεί πίσω από τις κορφές της Οίτης και της Γκιώνας.»
Πήραν τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής, περνώντας δίπλα από το πυκνό δασύλλιο της δυτικής πλαγιάς. Ο ήλιος είχε ήδη γείρει και οι σκιές τους μάκραιναν πάνω στο χώμα. Το φως έσβηνε σιγά σιγά, χαρίζοντας στις απέναντι πλαγιές εκείνο το θαμπό, χρυσοκόκκινο χρώμα του καλοκαιρινού δειλινού.
Περπατούσαν για ώρα σχεδόν αμίλητοι.Κάποια στιγμή ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. «Συγγνώμη... θα χρειαστώ ένα λεπτό.»
Ξέφυγε λίγα μέτρα μέσα στο δασύλλιο, εκεί όπου οι πυκνοί θάμνοι έκρυβαν όποιον αναζητούσε λίγη ιδιωτικότητα. Ο Φίλιππος τον ακολούθησε σχεδόν ασυναίσθητα. Μπροστά στα πόδια τους σύρθηκε αργά μια χελώνα με σκούρο, κρασπεδωτό καβούκι.
«Ξέρεις τι λέει η παλιά δοξασία;» είπε γελώντας ο Φίλιππος. «Αν σε κατουρήσει χελώνα, είναι γούρι.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε αμήχανα. Η σύντομη εκείνη στιγμή της ανεμελιάς κράτησε ελάχιστα.
Ο Φίλιππος έκανε μια απρόσμενη κίνηση προς το μέρος του.
Ο Αλκιβιάδης αντέδρασε αμέσως. Του έπιασε σταθερά τον ώμο και τον ακούμπησε στην πλάτη ενός δέντρου, χωρίς βία αλλά με αποφασιστικότητα. Τον κοίταξε κατάματα.
«Τι είναι αυτό που ζητάς;» είπε χαμηλόφωνα.
Ο Φίλιππος δεν απέφυγε το βλέμμα του.
«Νομίζω πως το ξέρεις.» Έμειναν για λίγες στιγμές σιωπηλοί.
«Φίλε μου», αποκρίθηκε τελικά ο Αλκιβιάδης ήρεμα, «αυτό δεν μπορώ να στο δώσω.»
Ο Φίλιππος κατέβασε το βλέμμα.
«Κρίμα...» Στη φωνή του δεν υπήρχε θυμός· μόνο αμηχανία.
Ο Αλκιβιάδης έκανε ένα βήμα πίσω. «Πάμε. Καλύτερα να φύγουμε πριν μας δει κανείς.»
Ο Φίλιππος έγνεψε καταφατικά. «Έχεις δίκιο», είπε. «Παρασύρθηκα.» Βγήκαν και οι δύο από το δασύλλιο χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα τζιτζίκια και τα βήματά τους πάνω στα ξερά φύλλα.
Ύστερα από λίγο ο Φίλιππος έσπασε τη σιωπή.
«Ίσως κάποτε ξανασυναντηθούμε... Ίσως πάλι όχι.»
Ο Αλκιβιάδης δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε για μια στιγμή τον ήλιο που χανόταν πίσω από τα βουνά και συνέχισε να περπατά. Εκείνο το δειλινό κατάλαβε πως ορισμένες συναντήσεις αφήνουν βαθύ αποτύπωμα, ακόμη κι όταν δεν οδηγούν πουθενά. Θέλησε η μοίρα, θέλησε ο χρόνος, που όλα τα λειαίνει και τα παρασύρει στο πέρασμά του, οι δρόμοι τους να μη διασταυρωθούν ποτέ ξανά.
Χρόνια αργότερα, όταν ο Αλκιβιάδης ανακαλούσε εκείνο το καλοκαιρινό δειλινό, καταλάβαινε πως είχε υπάρξει μια στιγμή αμηχανίας, μια στιγμή δοκιμασίας, περισσότερο παρά ένας πειρασμός. Για τον ίδιο, τα όρια του σώματός του και της επιθυμίας του ήταν τότε απολύτως ξεκάθαρα. Μέσα στο μυαλό του είχαν χαραχθεί σαν μια αόρατη οχυρωματική γραμμή, την οποία δεν ήταν διατεθειμένος να διαβεί. Ένα προσωπικό σύνορο, αυστηρά οριοθετημένο, που δεν επιδεχόταν διαπραγμάτευση.
Δεν ένιωθε την ανάγκη να απολογηθεί γι' αυτή του τη στάση. Ήταν απλώς η αλήθεια του, έτσι όπως τη βίωνε εκείνη την εποχή. Και με αυτή την αλήθεια συνέχισε να πορεύεται, αφήνοντας τον χρόνο να κρατήσει μόνο την ανάμνηση μιας παράξενης συνάντησης, χωρίς συνέχεια και χωρίς επιστροφή.
.
Η συνέχεια στο...
Ο ¨Εφηβος Ωρίμασε!.....





'

0 comments:
Δημοσίευση σχολίου