«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» .....(Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)..........Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά. Τέντωσε τ' αυτιά της, περιμένοντας ν' ακούσει τις φωνές από τα τρυφερά βλαστάρια της, που έπαιζαν κάτω στη μεγάλη αυλή. Επικρατούσε τόση ησυχία, που μπορούσε να ακούσει ακόμη και τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν, στο βάθος της συνοικίας, την κεντρική λεωφόρο.
Από τις προηγούμενες ημέρες είχε υποσχεθεί στα παιδιά μια εκδρομή στο Αττικό Πάρκο. Συνήθιζε να επιβραβεύει τους λατρεμένους της μπόμπιρες για την καλή τους συμπεριφορά, γιατί θεωρούσε πως αυτός ήταν ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος να τους βοηθήσει να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Πίστευε ότι η επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς ήταν προτιμότερη από τη διόρθωση της κακής.
Το Αττικό Πάρκο αποτελούσε έναν ιδανικό χώρο αναψυχής, με καθαρό αέρα και όμορφες εικόνες της φύσης. Τα μικρά της θα διασκέδαζαν στον ζωολογικό κήπο, ενώ η ίδια θα έβρισκε την ευκαιρία να ξεφύγει, έστω για λίγο, να αποφορτίσει το μυαλό της από τις «ένοχες» σκέψεις και επιθυμίες που τη βασάνιζαν.
Φόρεσε ένα ψηλόμεσο τζιν που «αγκαλιάζει» το σώμα της, κάνοντας άψογη εφαρμογή ένα κομμάτι που τόνιζε με κομψό και θηλυκό τρόπο τις καμπύλες της καθώς τέτοιου τύπου παντελόνια κολακεύουν τον σωματότυπο της. Η Εριφύλη το συνδύασε με Navy Μπλε πουκάμισο και τα λευκά της γυναικεία Sneakers παπούτσια. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, έμεινε ικανοποιημένη από το είδωλό της και βγήκε στο μπαλκόνι για να δει αν τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στην αυλή.
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε ήταν ο απέναντι γείτονάς της, ο Μιλτιάδης, που βημάτιζε νευρικά πάνω στη βεράντα του. Με απόλυτη ψυχραιμία του απηύθυνε τον λόγο, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα. Ο Μιλτιάδης, μόλις την αντίκρισε, γύρισε και την κοίταξε επίμονα. «Είναι εντυπωσιακή», σκέφτηκε, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε. Είχε κάτι το απροσδιόριστο, μια αδιόρατη γοητεία που την έκανε ξεχωριστή και ακαταμάχητα ελκυστική.
«Καλημέρα, γείτονα.»
«Καλημέρα, γειτόνισσα.»
«Πώς κι είσαι εδώ σήμερα; Η Ναταλία μου είπε ότι θα ταξιδεύατε οικογενειακώς στη Σαλαμίνα για το Σαββατοκύριακο.»
«Ναι, αυτό ήταν το πρόγραμμα. Όμως, απρόοπτα, είχα ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου. Τίποτα σοβαρό, ευτυχώς, αλλά προτίμησα να μείνω για να μην το καταπονήσω.»
«Περαστικά σου.»
«Να 'σαι καλά. Ελπίζω να περάσουν όμορφα και χωρίς εμένα.»
«Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια μην διστάσεις να την ζητήσεις..»
«Ευχαριστώ. Βρε Εριφύλη. Μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; Ξέρεις τον πόνο του να θες ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις.» Της λέει με παραπονιάρικη φωνή.
Ο Μιλτιάδης είναι συστηματικός τρακαδόρος, σπάνια παίρνει δικό του πακέτο επειδή διατείνεται μονίμως πως δεν καπνίζει, άντε να καπνίσει καμιά φορά και τότε αρχίζει: «Να σου πάρω μωρέ ένα τσιγάρο;». Κι το ‘χει συνήθεια να παίρνει ένα τσιγάρο από τον ένα φίλο του κι ένα τσιγάρο από την άλλο.
«Ναι, βρε Μιλτιάδη! Τι ρωτάς; Περίμενε ένα λεπτό. Μόνο μην μας πάρει χαμπάρι η ΕΣΑ.» Με την «ΕΣΑ» εννοούσε τον πατέρα της.
Η Εριφύλη κάπνιζε που και που κρυφά, χωρίς να το γνωρίζει εκείνος. Τον λάτρευε και δεν ήθελε να τον στενοχωρεί με αυτή τη μικρή της ατασθαλία. Έτσι, κάθε τσιγάρο το συνόδευε πάντα μια μικρή δόση ενοχής, λες και παρέβαινε έναν άγραφο κανόνα που η ίδια είχε θέσει στον εαυτό της.
Κατέβηκε στο πλατύσκαλο για να του δώσει το τσιγάρο. Η Εριφύλη ήταν μια εντυπωσιακή γυναίκα, με έντονη θηλυκότητα και μια φυσική γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Το καλλίγραμμο σώμα της αναδείκνυε κάθε της κίνηση, όμως εκείνο που τραβούσε περισσότερο τα βλέμματα ήταν το πλούσιο, καλοσχηματισμένο στήθος της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ακούσει κολακευτικά σχόλια για την εμφάνισή της, αλλά τα περισσότερα κομπλιμέντα κατέληγαν πάντα στο ίδιο σημείο. Καθώς έσκυψε πάνω από τον μαντρότοιχο για να του δώσει το τσιγάρο, το μισοκουμπωμένο πουκάμισό της άνοιξε ανεπαίσθητα. Η κίνηση ήταν αρκετή για να αποκαλύψει για μια στιγμή το πλούσιο μπούστο της, που έμοιαζε να αψηφά τον χρόνο και τη βαρύτητα. Ο Μιλτιάδης έμεινε αποσβολωμένος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη θαύμαζε, όμως εκείνη η φευγαλέα εικόνα τον αιφνιδίασε. Η νεότητα και η ζωντάνια του κορμιού της απέπνεαν μια φυσική, ανεπιτήδευτη θηλυκότητα, που δύσκολα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο οποιονδήποτε άντρα. Για μια στιγμή ένιωσε πως το βλέμμα του τον πρόδιδε και έσπευσε να το απομακρύνει, πριν εκείνη αντιληφθεί την αμηχανία του.
Ο Μιλτιάδης ξεροκατάπιε και τράβηξε λαίμαργα μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο.
«Μμμμ...» Η φωνή του βγήκε βραχνή, σχεδόν ψιθυριστή, ενώ το βλέμμα του περιπλανιόταν αδιάντροπα πάνω στην Εριφύλη. «Καλός ο καιρός... και με θαυμάσια ορατότητα», μουρμούρισε με ένα πονηρό χαμόγελο, αφήνοντας το υπονοούμενο να αιωρηθεί ανάμεσά τους.
Η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πού ήταν καρφωμένο το βλέμμα του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, ανασήκωσε διακριτικά το πουκάμισό της και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανοχή. Ο Μιλτιάδης, αντιλαμβανόμενος πως είχε γίνει αντιληπτός, χαμογέλασε αμήχανα και τράβηξε άλλη μία τζούρα από το τσιγάρο, σαν να μπορούσε ο καπνός να κρύψει την αμηχανία του.
«Ναι, όντως... θαυμάσια μέρα και θαυμάσια ορατότητα. Μόνο που, γείτονα, όταν τα μάτια δουλεύουν υπερωρίες, οι υπόλοιπες αισθήσεις συνήθως... τεμπελιάζουν.» Η Εριφύλη το είπε με ένα παιχνιδιάρικο, αυτάρεσκο χαμόγελο, απολαμβάνοντας την αμηχανία που μόλις είχε προκαλέσει.
...........Ταυτόχρονα, ξεχύθηκαν στην αυλή και οι μικροί μπόμπιρες, με τον παππού να τους ακολουθεί χαμογελαστός.
«Καλημέρα, πατέρα. Λίγο καταβεβλημένο σε βλέπω σήμερα.»
«Καλημέρα, κόρη μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ τι κάνεις;»
«Πίνω τον καφέ μου. Να σου φτιάξω έναν να τον πιούμε παρέα;»
«Ναι, κορούλα μου. Σαν τον καφέ από τα χεράκια σου δεν έχει.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ είσαι μεγάλη μαλαγάνα, παππού. Η μητέρα πού είναι;»
«Έχει πάει στον χασάπη να ψωνίσει. Το μεσημέρι θα έρθει ο αδελφός σου και ετοιμάζει τραπέζι.»
«Και πώς του ήρθε ξαφνικά του αδελφούλη;»
«Δεν ξέρω. Θα μας πει όταν έρθει.»
Πίνοντας τον καφέ τους, ο πατέρας της τη ρώτησε με απορία: «Για πού το βάλαμε και στολιστήκαμε πρωί-πρωί, αν επιτρέπεται;»
«Έχω υποσχεθεί στα παιδιά πως θα πάμε μια βόλτα στο Αττικό Πάρκο.»
«Τώρα που έρχεται ο θείος τους; Δεν το αναβάλλετε για άλλη μέρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εύκολο το λες. Για πες το εσύ στα παιδιά.»
«Εσύ θα τα καταφέρεις. Έχεις τον τρόπο σου μαζί τους.»
«Ναι... Θα τους πω να κάνουμε ψηφοφορία. Εγώ πάντως θα ψηφίσω λευκό.»
Ο πατέρας της γέλασε. «Ντροπή σου! Είναι σαν να μου λες: «Πατέρα, σε κλέβω».»
«Ωραία, λοιπόν. Δεν πάμε. Αναλαμβάνεις εσύ τις διαπραγματεύσεις.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι! Εγώ είπα μόνο τη γνώμη μου.»
«Τα παιδιά ακούν πάντα ό,τι λέει ο σοφός παππούς.»
«Τελικά, εσύ είσαι η μαλαγάνα. Λοιπόν, τα παιδιά έχουν ήδη φάει το πρωινό τους. Θα τα πάω μια βόλτα στην πάνω γειτονιά, στον Στράτο, να δουν τα άλογα. Όπου να 'ναι θα έρθει και η μητέρα σου με την ξαδέλφη σου, την Άλκηστη. Πήγαν μαζί για τα ψώνια.»
Η Εριφύλη έκανε πως δυσανασχέτησε. «Εσύ θα πας βόλτα με τα παιδιά κι εμένα πού μ' αφήνεις; Μοναχή, σαν την καλαμιά στον κάμπο, μέρα που είναι;»
Ο πατέρας της γέλασε. «Να τη! Η κόρη το έριξε και στην ποίηση. Έχασα κανένα επεισόδιο; Μετά τη ζωγραφική, σειρά είχε η ποίηση;» Έπειτα την πλησίασε χαμογελώντας. «Μη μου θυμώνεις. Σε λίγο θα είναι εδώ η μάνα σου με την Άλκηστη και θα έχετε παρέα. Κι έπειτα δεν θ' αργήσουμε. Θα γυρίσω νωρίς για να πάμε όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. Άλλωστε, εσύ θα μας πας με το αυτοκίνητο.»
«Ναι, μαμά! Εσύ θα μας πας!» συμφώνησαν με μια φωνή οι μικροί μπόμπιρες. Η Εριφύλη χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος τους. «Μικρά μου, τρυφερά διαβολάκια! Πάλι με τον παππού και τη γιαγιά θα είστε όλο το βράδυ. Τη μαμά την ξεχάσατε, ε;» Τα παιδιά γέλασαν.
«Να γυρίσετε όμως γρήγορα. Μας περιμένει ο μπαμπάς να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Και το λέω και στον παππού τον ξεχασιάρη, γιατί άμα αφεθεί, θα σας κρατήσει μέχρι να νυχτώσει.»
Ο παππούς σήκωσε τα χέρια του με προσποιημένη αγανάκτηση.«Εγώ; Ποτέ!»
Η Εριφύλη είχε καλλιεργήσει βαθιά μέσα στους μικρούς γιους της την ανάγκη να διατηρούν στενή και ουσιαστική επαφή με τον πατέρα τους. Με ακούραστη υπομονή, αληθινό ενδιαφέρον και πολλή αγάπη φρόντιζε να ενισχύει αυτόν τον δεσμό, επιδιώκοντας η επικοινωνία τους να είναι όσο το δυνατόν πιο συχνή και πιο ουσιαστική. Ήθελε τα παιδιά να νιώθουν καθημερινά την παρουσία του στη ζωή τους, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν μακριά.
Ήταν το μυστικό της όμορφης σχέσης τους από απόσταση: η ειλικρίνεια και η επικοινωνία. Η Εριφύλη φρόντιζε ο Νικηφόρος, παρότι βρισκόταν μακριά τους, να παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τον κρατούσε ενήμερο για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της ζωής τους, μοιραζόταν μαζί του τις χαρές, τις ανησυχίες, τα αστεία περιστατικά και τις ασήμαντες λεπτομέρειες που δίνουν χρώμα στην κάθε μέρα. Με αυτόν τον τρόπο δεν επέτρεπε στην απόσταση να γίνει σιωπή ούτε στη σιωπή να γίνει λήθη. Το όνομα του Νικηφόρου και της οικογένειάς του είχε γίνει σχεδόν θρύλος στα ασύρματα δίκτυα των πλοίων που διέσχιζαν τους ωκεανούς. Οι συνάδελφοί του χαμογελούσαν συχνά όταν τον άκουγαν να επικοινωνεί μαζί τους, γιατί οι συνομιλίες τους δεν περιορίζονταν σε τυπικές κουβέντες και σύντομα νέα. Ήταν ζωντανές, γεμάτες τρυφερότητα, χιούμορ και αληθινό ενδιαφέρον. Κάποιες φορές έμοιαζαν με μια ατέλειωτη ακουστική απόλαυση, μια μικρή γέφυρα που ένωνε δύο κόσμους χωρισμένους από χιλιάδες ναυτικά μίλια.
Μόλις είχαν αναχωρήσει ο παππούς Θρασύβουλος με τα μικρά παιδιά, όταν έφτασαν η Αντιγόνη, η μητέρα της Εριφύλης, μαζί με την ανιψιά της, την εικοσάχρονη φοιτήτρια Άλκηστη. Η Αντιγόνη ήταν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και ξεχωριστή παρουσία. Ο Νικηφόρος την είχε συμπαθήσει και εκτιμήσει από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε. Θαύμαζε την αυτοπεποίθηση, τον δυναμισμό και την ευθύτητα του χαρακτήρα της. Παράλληλα, δεν έπαυε να τη θεωρεί μια εξαιρετικά γοητευτική γυναίκα. Ακόμη και στα σαράντα επτά της χρόνια, εξέπεμπε μια αβίαστη κομψότητα, μια αύρα αυτοκυριαρχίας και μια προσωπικότητα που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Μια γοητευτική γυναίκα, που ο Νικηφόρος θυμόταν ακόμη από τον γάμο της κόρης της. Εκείνη τη μέρα η Αντιγόνη είχε κλέψει τις εντυπώσεις με την αρχοντική της χάρη και τη φυσική της θηλυκότητα. Αρκετές φορές σηκώθηκε πρώτη στον χορό και, με τον ρυθμό, την άνεση και την εκφραστικότητά της, παρέσυρε το γλέντι, ξεσηκώνοντας τους καλεσμένους σε παρατεταμένα χειροκροτήματα.
Ο Νικηφόρος είχε μείνει πραγματικά άφωνος. Από τη μία, θαύμαζε τις χορευτικές ικανότητες της Εριφύλης, που με το κέφι και την ενέργειά της προκάλεσε καταιγισμό χειροκροτημάτων. Από την άλλη, δεν μπορούσε να μη θαυμάσει και την Αντιγόνη, η οποία, με τη διακριτική γοητεία, την αυτοπεποίθηση και την ώριμη θηλυκότητά της, μαγνήτιζε τα βλέμματα χωρίς καμία προσπάθεια.
«Καλημέρα, μητέρα. Καλημέρα, ξαδέρφη.»
Η Αντιγόνη αντάλλαξε με την Εριφύλη τις καθιερωμένες καλημέρες και λίγες σύντομες κουβέντες για το πρόγραμμα της ημέρας. Η μία στεκόταν στην αυλή και η άλλη στο μπαλκόνι. Ύστερα μπήκε στο σπίτι, κρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια.
Η Άλκηστη σήκωσε το βλέμμα προς το μπαλκόνι. «Καλημέρα, ξαδέρφη! Να σε περιμένουμε να κατέβεις για καφέ;»
«Έχω μερικές εκκρεμότητες με την καθαριότητα και το συμμάζεμα του σπιτιού. Θα κατέβω λίγο αργότερα. Αν θέλεις, ανέβα να μου κάνεις παρέα. Και κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε. «Έγινε! Έρχομαι αμέσως.» Άφησε τις σακούλες με τα ψώνια στη θεία της και ανέβηκε στον επάνω όροφο, όπου έμενε η Εριφύλη.
«Καλημέρα και από κοντά, ξαδέρφη. Απ' ό,τι βλέπω, δεν χρειάζεσαι καμία βοήθεια. Όπως πάντα, το σπίτι σου είναι στην εντέλεια.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Όπως σου έχω πει και άλλες φορές —και το ξέρεις καλά— ένα σπίτι δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε μέρα όλο και κάτι θα βρεθεί να κάνεις. Κι έπειτα, ποια νοικοκυρά δεν θέλει το σπίτι της καθαρό, τακτοποιημένο και περιποιημένο; Να μπαίνει ο άλλος μέσα και να το καμαρώνει, βρε αδερφέ!»
Η Άλκηστη την περιεργάστηκε από την κορυφή ως τα νύχια και χαμογέλασε πονηρά. «Και εσύ; Σε βλέπω άψογα ντυμένη. Στην τρίχα! Τι να υποθέσω; Μη μου πεις ότι κάποιος θαυμαστής σε περιμένει...»
«Η φοιτήτρια μας φοράει μπλουζάκι του γυμναστηρίου, τη βαφτιστική της φούστα και... ααα, από ό,τι βλέπω, έχει φορέσει και τις στραβοπατημένες γόβες της μαμάς! Έτοιμη είσαι να βγάλεις τον σκύλο βόλτα στα χώματα; Ξαδέρφη, αν είχα βγει εγώ έτσι έξω, στο μετρό θα μου έδιναν ψιλά!»
Η Άλκηστη έβαλε τα γέλια. «Πάντως, όσο άψογη κι αν είσαι εμφανισιακά σήμερα, σε βρίσκω λίγο τσιτωμένη... και κάπως επιθετική. Έγινε κάτι ή μου φαίνεται;»
«Συγγνώμη, αγάπη μου. Η αλήθεια είναι πως δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ. Μάλλον με πείραξε η αυξημένη υγρασία.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Μόνο αυτή η άτιμη η υγρασία φταίει;»
«Τι άλλο να φταίει;»
«Εγώ πού να ξέρω; Εσύ θα μου πεις αν υπάρχει κάτι που σε απασχολεί. Τι είναι αυτό που βασανίζει ένα κορίτσι σαν την ξαδέλφη μου;»
Η Εριφύλη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Τι να θέλω, βρε Άλκηστη; Και τι να με πείραξε;»
Η Άλκηστη την κοίταξε πονηρά. «Να λέω κι εγώ... Μήπως δεν σε ταλαιπώρησε η υγρασία, αλλά οι φτέρνες σου από τα ατελείωτα σούρτα-φέρτα στα μαγαζιά του γνωστού εμπορικού κέντρου; Και είπες να ξαποστάσεις στο ωραίο εστιατόριο, πίνοντας το δροσιστικό κοκτέιλ σου χθες το απόγευμα;»
Ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, σαν να περίμενε την αντίδραση της Εριφύλης. Ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει ακόμη με τις πειρακτικές της ερωτήσεις.
Η αμηχανία της Εριφύλης κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν όμως αρκετά, ώστε η Άλκηστη να καταλάβει πως το πείραγμά της είχε βρει τον στόχο του.
«Έπαθες κάτι;» ρώτησε η Άλκηστη, ενώ το πονηρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της πρόδιδε πως είχε αντιληφθεί την αμηχανία της ξαδέλφης της.
Η Εριφύλη συνήλθε γρήγορα. «Εσύ, πάλι, τι γύρευες στο εμπορικό κέντρο;»
Η Άλκηστη γέλασε. «Έλα μου ντε... Τι γύρευα κι εγώ εκεί; Λες να μ' έστειλε ο Νικηφόρος να σε κατασκοπεύω;» Έκανε μια μικρή παύση, απολαμβάνοντας την αμηχανία της Εριφύλης, και συνέχισε με προσποιημένη αθωότητα: «Αλήθεια τώρα... τι πάει να κάνει ο κόσμος σ' ένα εμπορικό κέντρο, ξαδέρφη;»
«Πολλά μπορεί να θέλει! Λέω εγώ τώρα... Η σεμνή δεσποινίς Άλκηστη μπορεί να πήγε απλώς για μια βόλτα. Ή μπορεί να ήθελε να κάνει την πασαρέλα της, να περιφέρει τις ατέλειωτες καλλίγραμμες γάμπες της και να σκορπάει εγκεφαλικά στο φιλοθέαμον κοινό του εμπορικού κέντρου. Γιατί, μεταξύ μας, με τέτοια εμφάνιση δύσκολα περνάς απαρατήρητη.»
«Ξαδέρφη μου γλυκιά, πρόσεχε τι λες. Το λέει και το τραγουδάκι: «Άλλα έψαχνα κι άλλα βρήκα...». Εμένα, πάντως, το ματάκι μου άλλα έψαχνε να βρει και άλλα εντόπισε ξαφνικά. Τι γύρευα εγώ εκεί; Η κολλητή μου, η Καλλιόπη, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αγοράσει μια τσάντα. Κι εγώ, ως καλή φίλη, έπρεπε να δείξω κατανόηση στο γεγονός ότι καμία από τις... εκατό περίπου που είχαμε δει δεν της έκανε! Κάποια στιγμή, λοιπόν, αποφασίσαμε να καθίσουμε για έναν καφέ και να αναλύσουμε το φλέγον ζήτημα της κατάλληλης τσάντας. Εκεί που συζητούσαμε, γυρίζω τυχαία το κεφάλι μου προς το βάθος του εστιατορίου και μένω να κοιτάζω. «"Ρε συ, Καλλιόπη... Εκεί στο βάθος δεν είναι η Εριφύλη με την Ελπινίκη;» Δεν περίμενα την απάντησή της. Ήξερα ήδη πως δεν έκανα λάθος.
«Καλά είχα δει! Η ξαδέρφη μου, εκείνες τις στιγμές, ήταν λιγάκι... απρόσεκτη. Κι αν δεν με γελούσαν τα μάτια μου, μάλλον άφηνε να φανεί το εσώρουχό της. Βέβαια, όχι σε όποιον κι όποιον... Είχε πολύ συγκεκριμένο αποδέκτη. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν σοκ. Η δεύτερη, αποδοχή. Η τρίτη, όμως, ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απορία.«Ποιος είναι αυτός;»
Ομολογώ πως ήταν από τους πιο γοητευτικούς και ελκυστικούς άντρες που έχω δει. Καλή επιλογή, δεν λέω. Αλλά, ξαδέρφη μου, πρόσεχε... Η έβδομη από τις Δέκα Εντολές δεν γράφτηκε τυχαία.»
Η Άλκηστη ολοκλήρωσε τη φράση της με ένα πονηρό χαμόγελο, περιμένοντας να δει πώς θα αντιδρούσε η Εριφύλη.
«Και καλά... με είδες και δεν μου μίλησες;» διαμαρτυρήθηκε η Εριφύλη.
Η Άλκηστη γέλασε. «Για μια στιγμή, να σου πω τη μαύρη αλήθεια, σκέφτηκα να τρέξω κοντά σου και να σου πω: «Φτου σου, βρε άτιμη! Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;» Έκανε μια μικρή παύση και ύψωσε θεατρικά το δάχτυλό της. «Μετά όμως είπα πως μια τέτοια κατάσταση θέλει ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση... και, πάνω απ' όλα, παρατηρητικότητα.» Έκλεισε πονηρά το μάτι στην Εριφύλη. «Ξαδερφούλα μου, χαλάρωσε. Χαζή ήμουν να χαλάσω μια τόσο ενδιαφέρουσα σκηνή; Άσε που... αχ, να έβλεπες τα μούτρα σου εκείνη την ώρα! Δεν περιγράφονταν!»
«Δεν τσιμπάω τόσο εύκολα, ξαδέρφη. Όποια έχει δει έναν όμορφο άντρα, είναι σαν να τους έχει δει όλους.»
Η Άλκηστη έσκασε στα γέλια. «Αλήθεια; Γιατί εμένα μου φάνηκε πως το ματάκι σου γυάλιζε λιγάκι...»
Η Εριφύλη ανασήκωσε το φρύδι. «Το δικό μου ή το δικό σου;»
«Το δικό σου, φυσικά. Το δικό μου απλώς έκανε... έρευνα αγοράς.»
Η Εριφύλη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Επικίνδυνη είσαι.»
«Όχι. Παρατηρητική. Κι εσύ, ξαδέρφη μου, όταν λες ψέματα, χαμογελάς λίγο περισσότερο απ' όσο πρέπει.»
Η Εριφύλη σήκωσε τα χέρια ψηλά, κάνοντας πως παραδίνεται. «Εντάξει, εντάξει... Παραδίνομαι! Δεν μπορώ να τα βάλω με μια επίδοξη ντετέκτιβ σαν κι εσένα.» Έπειτα χαμογέλασε και άλλαξε επιδεικτικά κουβέντα. «Πότε είπαμε ότι ξεκινά η νέα σου εξεταστική; Την ερχόμενη Δευτέρα, έτσι δεν είναι; Κι εσύ, αντί να είσαι χωμένη στα βιβλία και να κυνηγάς τους ακαδημαϊκούς σου στόχους, τριγυρίζεις στα εμπορικά κέντρα;»
Η Άλκηστη ανασήκωσε τους ώμους με ύφος αθώο. «Η ξεκούραση είναι μέρος της σωστής προετοιμασίας.»
«Μάλιστα... Επιστημονικά τεκμηριωμένη δικαιολογία.»
«Απολύτως. Ο εγκέφαλος χρειάζεται και τα διαλείμματα του.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Αρκεί τα διαλείμματα να μη διαρκούν περισσότερο από το διάβασμα.»
«Μη φοβάσαι. Τη σχολή μου δεν την έχω παρατήσει. Απλώς φροντίζω να θυμάμαι ότι υπάρχει ζωή και έξω από τα αμφιθέατρα.»
Η Άλκηστη έσμιξε τα φρύδια και την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο νόημα. «Μου γυρίζεις την κουβέντα αλλού. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε. Ξέρεις πολύ καλά να ξεγλιστράς όταν μια συζήτηση δεν σε βολεύει.» Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε πονηρά. «Αλλά αυτή τη φορά, ξαδέρφη, δεν θα μου ξεφύγεις τόσο εύκολα.»
Η Άλκηστη πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει. «Δεν λέω πως νιώθω και πολύ άνετα με αυτή την κουβέντα. Όμως, από τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σ' εκείνο το περιστατικό, δεν μπορώ να κάνω πως δεν συνέβη. Η αλήθεια είναι πως έπεσε σαν κεραμίδα στο κεφάλι μου.» Χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Εγώ ξέρω μια ξαδέλφη με αρχές, με αυτοσυγκράτηση, μια γυναίκα που δεν αφήνει εύκολα κανέναν να την πλησιάσει. Γι' αυτό και μου είναι δύσκολο να συμφιλιώσω την εικόνα που είδα με την εικόνα που είχα για σένα.» Σήκωσε ξανά το βλέμμα της προς την Εριφύλη. «Ξέρω πόσο αγαπάς και πόσο σέβεσαι τον Νικηφόρο. Ξέρω ότι η σχέση σας στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και στην εκτίμηση. Γι' αυτό μου φάνηκε τόσο παράξενο να σε βλέπω να ανταποκρίνεσαι με τόση ζεστασιά στο φλερτ ενός άγνωστου άντρα. Και, να σου πω την αλήθεια... το χαμόγελό σου εκείνη τη στιγμή έφτανε μέχρι τ' αυτιά σου. Δεν σε κρίνω, ξαδέρφη», πρόσθεσε πιο ήρεμα. «Προσπαθώ μόνο να καταλάβω. Γιατί, αν δεν σε ήξερα τόσο καλά, ίσως να μην έδινα καν σημασία. Αλλά ακριβώς επειδή σε ξέρω, αυτό που είδα δεν μου βγαίνει από το μυαλό.»
«Εγώ ήμουν αυτή; Είσαι σίγουρη;» έκανε με προσποιημένη αθωότητα η Εριφύλη.
Η Άλκηστη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Ξαδέρφη, άσε τις εξυπνάδες. Μ' εμένα μιλάς. Μην προσπαθείς να αλλάξεις θέμα και μην κρύβεσαι πίσω από την αμηχανία σου.» Έκανε μια μικρή παύση, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω της. «Πες μου ειλικρινά... Σου άρεσε το φλερτ, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον ένας γοητευτικός άντρας. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν πως σε είδα να το απολαμβάνεις. Και, ξέρεις... όταν κάποιος μας κάνει να νιώσουμε όμορφα, καμιά φορά η λογική κάνει ένα βήμα πίσω.»
Η Εριφύλη ξαφνιάστηκε προς στιγμή από την ευθύτητα της Άλκηστης. Δεν περίμενε πως η αγαπημένη της ξαδέρφη θα της μιλούσε τόσο ανοιχτά. Ωστόσο, μέσα στην έκπληξή της ένιωσε και κάτι ακόμη· σαν να της έδινε, άθελά της, την αφορμή να κοιτάξει κατάματα σκέψεις και επιθυμίες που ως τότε κρατούσε επιμελώς κρυμμένες, ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε τρυφερά. «Μωρό μου εσύ... Τι ήταν αυτό που σε αναστάτωσε τόσο πολύ; Τι είναι εκείνο που σε εντυπωσίασε;» Έκανε μια μικρή παύση πριν συνεχίσει. «Εσύ τι πιστεύεις; Υπάρχει πραγματικά λόγος να αναζητήσει κανείς το φλερτ ή το ενδιαφέρον ενός άλλου ανθρώπου, όταν είναι ευτυχισμένος και νιώθει πλήρης δίπλα στον σύντροφό του;»
«Τι να σου πω; Εγώ πάντα σε θεωρούσα σοβαρή, ηθική και πολύ επιλεκτική στις σχέσεις σου. Και, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάποια συμπεριφορά που να με έκανε να σκεφτώ διαφορετικά. Βέβαια, δεν είναι και δική μου δουλειά να γνωρίζω τα πάντα.» Χαμογέλασε αμυδρά. «Απλώς, απ' όσο σε ξέρω, δεν πίστευα πως θα ανταποκρινόσουν τόσο εύκολα σε ένα φλερτ. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να αγνοήσω και κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο ότι εσύ δεν επιδιώκεις τα βλέμματα· είναι πως τα βλέμματα σε βρίσκουν από μόνα τους.» Η ματιά της στάθηκε για λίγο πάνω στην ξαδέλφη της. «Είσαι νέα, όμορφη και έχεις μια παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Έχεις μια φυσική γοητεία που τραβάει τους ανθρώπους κοντά σου, είτε το θέλεις είτε όχι. Είναι απολύτως φυσικό πολλοί άντρες να σε προσέχουν και να προσπαθούν να σε πλησιάσουν.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και μεταξύ μας μιλάμε τώρα... Εσύ είσαι άνθρωπος, όχι άγαλμα. Έχεις συναισθήματα, επιθυμίες και αδυναμίες, όπως όλοι μας. Γι' αυτό και δεν μου φαίνεται παράλογο να σε κολακέψει το ενδιαφέρον ενός γοητευτικού άντρα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ξεπεράσεις τα όριά σου. Σημαίνει μόνο ότι παραμένεις μια ζωντανή γυναίκα, με καρδιά, μυαλό και ένστικτα. Αυτά δεν σβήνουν επειδή κάποιος αγαπά τον σύντροφό του.»
«Ξέρεις... κάτι τέτοιες στιγμές τις θεωρώ βαθιά προσωπικές και, φυσικά, όχι ανακοινώσιμες. Έλα όμως που η περιέργειά μου με τρώει. Και, ως ξαδέρφη σου, νιώθω πως έχω το θάρρος να σε ρωτήσω αυτά που ίσως κανείς άλλος δεν θα τολμούσε. Εκείνη τη στιγμή μου έδωσες την εντύπωση πως η παρουσία εκείνου του άντρα σε είχε αγγίξει. Έβλεπα μια ένταση στο βλέμμα σου, μια αναστάτωση που δεν σε είχα ξαναδεί να αφήνεις τόσο εύκολα να φανεί. Ίσως να κάνω και λάθος, αλλά μου φάνηκε πως, έστω για λίγες στιγμές, αφέθηκες να απολαύσεις το παιχνίδι του φλερτ. Δεν λέω ότι ήθελες να προδώσεις τον Νικηφόρο ούτε ότι θα έκανες κάτι περισσότερο. Απλώς αναρωτήθηκα μήπως, έστω και για μια στιγμή, ένιωσες να σε παρασύρει η γοητεία ενός ανθρώπου που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο σου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με μια δόση αμηχανίας και κούνησε το κεφάλι της. «Αυτό ήταν όλο;… Ξαδέρφη, έπλεξες ολόκληρο σενάριο από μια στιγμή. Από μια ματιά και δύο χαμόγελα έφτασες να γράψεις ολόκληρο μυθιστόρημα!»
«Είσαι σίγουρη ότι ήταν απλώς ένα επίμονο φλερτ της στιγμής και τίποτε περισσότερο; Ότι τελείωσε εκεί και δεν άφησε κανένα αποτύπωμα μέσα σου; Η ξαδέρφη μου είναι μια γυναίκα που πάντοτε στεκόταν πάνω από τους πειρασμούς. Όσοι κι αν τη θαυμάζουν, όσοι κι αν προσπαθούν να την πλησιάσουν, εκείνη κρατά τις αποστάσεις της και παραμένει πιστή στον Νικηφόρο της. Ή μήπως, καμιά φορά, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας έναν άνθρωπο που μας ξαφνιάζει; Κάποιον που, χωρίς να το επιδιώξουμε, μας ταράζει, μας γοητεύει και μας κάνει να αναρωτηθούμε "κι αν..."; Κι ύστερα έρχεται η λογική και λέει: "Πού πας να μπλέξεις; Είσαι μια παντρεμένη γυναίκα, έχεις μια όμορφη οικογένεια, αξίζει να τα διακινδυνεύσεις όλα για μια στιγμή;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά και έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Μμμ... Δεν έχεις κι άδικο. Ίσως, τελικά, να χωρούν και οι δύο εκδοχές μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Ξέρεις, ο πειρασμός έχει μια παράξενη δύναμη. Όχι επειδή θέλεις απαραίτητα να τον ακολουθήσεις, αλλά επειδή σου θυμίζει πως παραμένεις άνθρωπος. Είναι σαν το αγαπημένο σου γλυκό όταν έχεις αποφασίσει να κάνεις δίαιτα. Ξέρεις ότι καλύτερα να αντισταθείς... κι όμως, μόνο η σκέψη του σε βάζει σε δοκιμασία.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Χεχε... Είσαι κι εσύ γλυκατζού σαν κι εμένα, λοιπόν.» Έγειρε ελαφρά προς το μέρος της. «Οπότε, ξαδέρφη... τι κάνουμε; Χαμογελάμε στον πειρασμό και συνεχίζουμε τον δρόμο μας ή δοκιμάζουμε μια μπουκιά από το γλυκό;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε πονηρά. «Κοίτα... εμείς οι γυναίκες, ιδιαίτερα κάποιες μέρες του μήνα, έχουμε τις μικρές μας αδυναμίες. Άλλες λαχταρούν σοκολάτα, άλλες γλυκά, άλλες οτιδήποτε μπορεί να τους φτιάξει τη διάθεση. Λένε πως η σοκολάτα ανεβάζει τις ενδορφίνες και κάνει τον κόσμο να φαίνεται λίγο πιο όμορφος. Δεν ξέρω αν ισχύει απόλυτα, αλλά ομολογώ πως δύσκολα της αντιστέκομαι.»
Η Άλκηστη γέλασε. «Ξαδέρφη, εσύ μιλάς για σοκολάτα ή για... κάτι άλλο;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. «Οι καλές παρομοιώσεις έχουν πάντα περισσότερες από μία αναγνώσεις.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με στοργή. «Όπως και να το εννοείς, με τη φωτιά παίζεις. Μπορεί η ζεστασιά της να είναι γοητευτική, όμως η φωτιά δεν ξεχωρίζει ποιον θα κάψει. Και σου το λέω με όλη την αγάπη που σου έχω.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Έπειτα χαμογέλασε αμυδρά. «Ίσως... Αλλά δεν λένε πως τη φλόγα τη γιατρεύει μόνο μια άλλη φλόγα;»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Αχ... καλά το κατάλαβα. Κάτι μέσα σου σε γαργαλάει και δεν σ' αφήνει να ησυχάσεις.» Έγειρε ελαφρά προς την Εριφύλη και συνέχισε χαμηλόφωνα: «Και ξέρεις ποιο είναι το πιο επικίνδυνο; Όχι ότι εμφανίστηκε ένας γοητευτικός άντρας. Το επικίνδυνο είναι πως, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, μου φάνηκε ότι τον πρόσεξες κι εσύ.» Χαμογέλασε πλατιά. «Δεν ξέρω αν θα τον ξανασυναντήσεις ούτε αν αυτή η ιστορία θα έχει συνέχεια. Έχω όμως την αίσθηση πως κάτι μόλις άρχισε να αλλάζει μέσα σου. Κι αυτό, ξαδέρφη μου, είναι που με κάνει να πιστεύω ότι η συνέχεια θα έχει πολύ ενδιαφέρον.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα και χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Δεν θα σου πω ψέματα... Από τη μια, αυτός ο άντρας μου άρεσε. Με αναστάτωσε όσο δεν περίμενα και ξύπνησε μέσα μου συναισθήματα που είχα καιρό να νιώσω. Από την άλλη, όμως, έχεις δίκιο. Το παιχνίδι με τη φωτιά είναι επικίνδυνο. Μπορεί στην αρχή να σε ζεσταίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα σε κάψει.» Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Και ίσως αυτό να είναι που με φοβίζει περισσότερο. Όχι εκείνος... αλλά ο εαυτός μου και αυτό το θέμα σηκώνει πολύ συζήτηση! Γενικότερα ικανοποιώ την ανάγκη μου μόνη μου, που κοντεύω να ξεχάσω τη γεύση της πούτσας, γιατί έχω να την απολαύσω μήνες. Δηλαδή αν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ένα δονητή και σε μια πούτσα, θα διάλεγα το δεύτερο. Είναι η καλύτερη επιλογή όταν αναζητάς ευχαρίστηση, χαλάρωση και ικανοποίηση.
«Τα παράνομα ερωτικά παιχνίδια αναμφισβήτητα έμενα με ιντριγκάρουν σαν σκέψη. Μου αρέσει το φλερτ και το παιχνίδι της ερωτικής αποπλάνησης! Είναι ωραία ιδέα δε λέω να βολευόμαστε με δονητή, αλλά είναι «φάτε μάτια ψάρια» και όταν μας περνάει νιώθουμε πάλι την «ανάγκη» να βρεθούμε στην αγκαλιά ενός άνδρα. Να γευτούμε τα χάδια του, τα φιλιά του, το καυλί του! Και εσύ τι φοβάσαι, μην μάθει ο Νικηφόρος ότι ποτίζει την ανομβρία και τις κάψες στο μουνάκι σου άλλη πυροσβεστική μάνικα; Πως! Στην άλλη άκρη του κόσμου; Στους ωκεανούς που ταξιδεύει; Και μην ξεχνάς έχετε και αλλήλο- κάλυψη με την Ελπινίκη. Άλλωστε και εγώ εδώ είμαι να σε συνδράμω στις κουτσουκέλες σου! Με το αζημίωτο εννοείται. Αν δεν στηριχτείς στη ξαδέρφη σου σε ποιον θα στηριχτείς; Στον ψυχολόγο ίσως αλλά και η ξαδέρφη σου είναι εδώ να βοηθήσει με τη δική της μικρή εμπειρία και να σου ανοίξει νέες πόρτες στη σκέψη. Αλλά για να μην κοροϊδευόμαστε, το σεξ είναι απόλαυση και πολύ τον γουστάρω τον ωραίο γκόμενο να ποτίσει και το δικό μου το μουνάκι!»
«Άλκηστις αγαπούλα μου δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά και καλό θα είναι να κρατάμε επιφυλάξεις και να μην παρασυρόμαστε από εφήμερα ερωτικά πάθη και σεξουαλικές ανάγκες, γιατί θα μπορεί να μας βγάλουν σε μονοπάτια που δεν θα είναι εύκολο να τα περπατήσουμε.»
«Δεν αντιλέγω, είναι δύσκολο όταν πρέπει να περπατήσεις ισορροπώντας πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Παραδέξου ότι σου αρέσει αυτός ο άνδρας, και τον σκέφτεσαι επίμονα με ερωτικό ενδιαφέρον και σου προκαλείται αναπόφευκτα ένα είδος ερωτικής έλξης αναζητώντας να ικανοποιήσεις την επιθυμία σου για σεξ μαζί του. Όμως το πρόβλημα είναι ότι εσύ μια γυναίκα με πολύ θερμό ταμπεραμέντο δεν μπορείς ή δεν πρέπει να είσαι μαζί του γιατί ανήκεις αλλού, είσαι παντρεμένη εδώ και δέκα χρόνια με τον Νικηφόρο, έναν καταπληκτικό άνδρα, και ανοιχτόμυαλο εραστή που σε αγαπά, η σχέση σας μπορώ να πω είναι πάρα πολύ καλή, υπάρχει επικοινωνία, και αγάπη με κατανόηση μεταξύ σας. Και στο ερωτικό κομμάτι από όσα μου έχεις εκμυστηρευτεί η ερωτική σας ζωή είναι γεμάτη. Είναι όμως γεμάτη; Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν αυτό αληθεύει, και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο θα αναρωτιέσαι και εσύ επίσης μερικές φορές.
Τυχαίνει πολύ συχνά σε παντρεμένες γυναίκες να τους αρέσει ένας άλλος ιδιαίτερος άνδρας και να τον σκέφτονται συνεχώς! Θα ήθελαν πολύ να σταματήσουν να τον σκέφτονται αλλά νομίζω πως δεν υπάρχει τρόπος τις στιγμές που η γυναίκα που κρύβουμε μέσα μας δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο και θέλει να εκδηλωθεί. Είναι οι στιγμές που η σάρκα φλέγεται, και οι καύλες κι οι ορμές δεν έχουν εξαρτώμενα ραντεβού. Τότε είναι που δεν υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο ή κάποιος ενδεδειγμένος τρόπος χειρισμού μιας τέτοιας κατάστασης. Τότε θα πρέπει να αποφασίσουν πώς το χειρίζονται και δεν υπάρχει χώρος για παρερμηνείες!
Ε δεν θέλει και πολλή φαντασία, όταν θα βρεθείς σε τέτοιες καταστάσεις και θέλεις τόσο πολύ να το προχωρήσεις ότι υπάρχουν πρακτικά και ηθικά ζητήματα που πρέπει να εξετάσεις, προτού κάνεις οποιανδήποτε κίνηση! Αλλά έτσι όπως το λες, το να νιώσεις την αίσθηση ενός άλλου άντρα από τον Νικηφόρο, είναι μία εμπειρία σου διαλύει όλες τις αναστολές. Αν αποφασίσεις να τον κυνηγήσεις, πρέπει να γνωρίζεις ότι είναι μια διαδικασία που δεν θα είναι εύκολη, ούτε συναισθηματικά ευχάριστη. Εριφύλη ο έρωτας μας είναι ένα συναίσθημα που ξεπερνιέται, φεύγει και ξεχνιέται αλλά η καύλα του κορμιού είναι πάντα παρούσα αγνή, καθολική και αναμάρτητος.
Η Άλκηστις παρ' όλο το πολύ στενό μαρκάρισμα στην Εριφύλη τελικά έχει μένει με την απορία μετέωρη: «Τι θα κάνει η αγαπημένη της ξαδέρφη της όταν οι κρυφές φαντασιώσεις της κατακλύζονται από σεξουαλικές επιθυμίες; Θα ενδώσει στον παράνομο ερωτικό πειρασμό με τον ομορφάντρα που υπόσχεται να της ικανοποιεί τις βαθύτερες σεξουαλικές της επιθυμίες παρασέρνωντας την σε καυτές συναντήσεις και σ΄ ένα μαγικό και ηδονικό ταξίδι σεξουαλικής απόλαυσης;»
Υπάρχει γυναίκα που έστω και μία φορά στη ζωή της να μην έχει σκεφτεί σοβαρά να κερατώσει τον άντρα της;.. Όποια το αρνηθεί λέει ψέματα και καλά θα κάνει να αναθεωρήσει γιατί η αλήθεια είναι πώς το κέρατο πέφτει σύννεφο. Μπορεί να ακούγεται κάπως κυνικό, μα όπως και να 'χει η αλήθεια είναι αυτή. Σήμερα έχουν ανατραπεί αποφασιστικά τα δεδομένα που ίσχυαν πριν πενήντα με εξήντα χρόνια. Αρκεί να αναφέρω το εξής εκπληκτικό. Μέχρι το δυο χιλιάδες το 60% των Ελληνίδων δεν είχε ποτέ εξωσυζυγική σχέση. Το 2010 τα ποσοστά ήρθαν τούμπα, στο 60% είναι οι «άτακτες» και στο 40% οι φρόνιμες! Σήμερα ασφαλώς είναι ακόμα πιο χαμηλότερο το ποσοστό των παντρεμένων γυναικών που δεν κάνουν απιστίες. Αλλάζουν τα πράγματα. Με απλούς υπολογισμούς, ένα σε κάθε δύο ζευγάρια, έχει παράνομο ερωτικό δεσμό. Οι γυναίκες διεκδικούν πλέον, και στο παράνομο, τα σεξουαλικά τους… δικαιώματα. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η Εριφύλη μας αν και της είναι δύσκολο να το παραδεχτεί ακόμα και στον εαυτό της τελικά τον τύπο τον γουστάρει και τζάμπα το παιδεύει. «Όλο ...ναι μεν αλλά! μου τα μασάει η καριόλα η ξαδέρφη! Όταν την πιέζω αυτή κοιτάει το πάτωμα γιατί νιώθει λίγο άβολα. Η μου μιλάει για το Νικηφόρο της και δεν έχει στο μυαλό της το σεξ με άλλον άνδρα (πού τα πουλάει αυτά;). Η Άλκηστη κοίταξε την Εριφύλη για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και δεν μίλησε. Απλά ξεδίπλωσε νοερά τις σκέψεις της χωρίς να τις εκφράσει. «Τι πιστεύω; Εκείνος ο άντρας δεν δημιούργησε κάτι καινούργιο μέσα της. Απλώς έφερε στην επιφάνεια όσα προσπαθούσε τόσο καιρό να κρατήσει θαμμένα. Ξύπνησε σκέψεις και επιθυμίες που ίσως ούτε αυτή η ίδια δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι υπάρχουν. Έχω την αίσθηση πως βρίσκεται σ' ένα πολύ λεπτό όριο. Ανάμεσα σ' αυτό που νιώθει και σ' αυτό που πιστεύει πως οφείλει να κάνεις. Και γι' αυτό δεν πρόκειται να την στριμώξω με ερωτήσεις. Ίσως ούτε και η ίδια να μην έχει ακόμη τις απαντήσεις. Μόνο ένα πράγμα φοβάμαι. Ότι ο πειρασμός, όταν δεν αντιμετωπίζεται κατάματα, δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, μεγαλώνει μέσα μας. Και τότε είναι που αρχίζουμε να δικαιολογούμε στον εαυτό μας βήματα που κάποτε ορκιζόμασταν πως δεν θα κάναμε ποτέ. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσει. Ξέρω όμως ότι είναι αρκετά έξυπνη και αρκετά ψύχραιμη, ώστε, αν θελήσει να κρύψει κάτι, δύσκολα θα το αντιληφθεί κανείς. Αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Όχι γιατί δεν την εμπιστεύομαι, αλλά γιατί την ξέρω πολύ καλά.»
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part 2).....





'



