ADS

click to open

Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

H Bolta Sto Attiko Parko Akirothike

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» .....(Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά. Τέντωσε τ' αυτιά της, περιμένοντας ν' ακούσει τις φωνές από τα τρυφερά βλαστάρια της, που έπαιζαν κάτω στη μεγάλη αυλή. Επικρατούσε τόση ησυχία, που μπορούσε να ακούσει ακόμη και τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν, στο βάθος της συνοικίας, την κεντρική λεωφόρο. 
Από τις προηγούμενες ημέρες είχε υποσχεθεί στα παιδιά μια εκδρομή στο Αττικό Πάρκο. Συνήθιζε να επιβραβεύει τους λατρεμένους της μπόμπιρες για την καλή τους συμπεριφορά, γιατί θεωρούσε πως αυτός ήταν ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος να τους βοηθήσει να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Πίστευε ότι η επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς ήταν προτιμότερη από τη διόρθωση της κακής.
Το Αττικό Πάρκο αποτελούσε έναν ιδανικό χώρο αναψυχής, με καθαρό αέρα και όμορφες εικόνες της φύσης. Τα μικρά της θα διασκέδαζαν στον ζωολογικό κήπο, ενώ η ίδια θα έβρισκε την ευκαιρία να ξεφύγει, έστω για λίγο, να αποφορτίσει το μυαλό της από τις «ένοχες» σκέψεις και επιθυμίες που τη βασάνιζαν.
Φόρεσε ένα  ψηλόμεσο τζιν που «αγκαλιάζει» το σώμα της, κάνοντας άψογη εφαρμογή ένα κομμάτι που τόνιζε με κομψό και θηλυκό τρόπο τις καμπύλες της καθώς τέτοιου τύπου παντελόνια κολακεύουν  τον σωματότυπο της. Η Εριφύλη το συνδύασε με Navy Μπλε πουκάμισο και τα λευκά της γυναικεία Sneakers παπούτσια. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη, έμεινε ικανοποιημένη από το είδωλό της και βγήκε στο μπαλκόνι για να δει αν τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στην αυλή. 
Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε ήταν ο απέναντι γείτονάς της, ο Μιλτιάδης, που βημάτιζε νευρικά πάνω στη βεράντα του. Με απόλυτη ψυχραιμία του απηύθυνε τον λόγο, σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα. Ο Μιλτιάδης, μόλις την αντίκρισε, γύρισε και την κοίταξε επίμονα. «Είναι εντυπωσιακή», σκέφτηκε, παρόλο που δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε. Είχε κάτι το απροσδιόριστο, μια αδιόρατη γοητεία που την έκανε ξεχωριστή και ακαταμάχητα ελκυστική.
«Καλημέρα, γείτονα.»
«Καλημέρα, γειτόνισσα.»
«Πώς κι είσαι εδώ σήμερα; Η Ναταλία μου είπε ότι θα ταξιδεύατε οικογενειακώς στη Σαλαμίνα για το Σαββατοκύριακο.»
«Ναι, αυτό ήταν το πρόγραμμα. Όμως, απρόοπτα, είχα ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου. Τίποτα σοβαρό, ευτυχώς, αλλά προτίμησα να μείνω για να μην το καταπονήσω.»
«Περαστικά σου.»
«Να 'σαι καλά. Ελπίζω να περάσουν όμορφα και χωρίς εμένα.»
«Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια μην διστάσεις να την ζητήσεις..»
«Ευχαριστώ. Βρε Εριφύλη. Μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; Ξέρεις τον πόνο του να θες ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις.» Της λέει με παραπονιάρικη φωνή.
Ο Μιλτιάδης είναι συστηματικός τρακαδόρος,  σπάνια παίρνει δικό του πακέτο επειδή διατείνεται μονίμως πως δεν καπνίζει, άντε να καπνίσει καμιά φορά και τότε αρχίζει: «Να σου πάρω μωρέ ένα τσιγάρο;». Κι το ‘χει συνήθεια να παίρνει ένα τσιγάρο από τον ένα φίλο του κι ένα τσιγάρο από την άλλο.
«Ναι, βρε Μιλτιάδη! Τι ρωτάς; Περίμενε ένα λεπτό. Μόνο μην μας πάρει χαμπάρι η ΕΣΑ.» Με την «ΕΣΑ» εννοούσε τον πατέρα της. 
Η Εριφύλη κάπνιζε που και που κρυφά, χωρίς να το γνωρίζει εκείνος. Τον λάτρευε και δεν ήθελε να τον στενοχωρεί με αυτή τη μικρή της ατασθαλία. Έτσι, κάθε τσιγάρο το συνόδευε πάντα μια μικρή δόση ενοχής, λες και παρέβαινε έναν άγραφο κανόνα που η ίδια είχε θέσει στον εαυτό της.
Κατέβηκε στο πλατύσκαλο για να του δώσει το τσιγάρο. Η Εριφύλη ήταν μια εντυπωσιακή γυναίκα, με έντονη θηλυκότητα και μια φυσική γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Το καλλίγραμμο σώμα της αναδείκνυε κάθε της κίνηση, όμως εκείνο που τραβούσε περισσότερο τα βλέμματα ήταν το πλούσιο, καλοσχηματισμένο στήθος της. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ακούσει κολακευτικά σχόλια για την εμφάνισή της, αλλά τα περισσότερα κομπλιμέντα κατέληγαν πάντα στο ίδιο σημείο. Καθώς έσκυψε πάνω από τον μαντρότοιχο για να του δώσει το τσιγάρο, το μισοκουμπωμένο πουκάμισό της άνοιξε ανεπαίσθητα. Η κίνηση ήταν αρκετή για να αποκαλύψει για μια στιγμή το πλούσιο μπούστο της, που έμοιαζε να αψηφά τον χρόνο και τη βαρύτητα. Ο Μιλτιάδης έμεινε αποσβολωμένος. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη θαύμαζε, όμως εκείνη η φευγαλέα εικόνα τον αιφνιδίασε. Η νεότητα και η ζωντάνια του κορμιού της απέπνεαν μια φυσική, ανεπιτήδευτη θηλυκότητα, που δύσκολα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο οποιονδήποτε άντρα. Για μια στιγμή ένιωσε πως το βλέμμα του τον πρόδιδε και έσπευσε να το απομακρύνει, πριν εκείνη αντιληφθεί την αμηχανία του.
Ο Μιλτιάδης ξεροκατάπιε και τράβηξε λαίμαργα μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο.
«Μμμμ...» Η φωνή του βγήκε βραχνή, σχεδόν ψιθυριστή, ενώ το βλέμμα του περιπλανιόταν αδιάντροπα πάνω στην Εριφύλη. «Καλός ο καιρός... και με θαυμάσια ορατότητα», μουρμούρισε με ένα πονηρό χαμόγελο, αφήνοντας το υπονοούμενο να αιωρηθεί ανάμεσά τους.
 Η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πού ήταν καρφωμένο το βλέμμα του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, ανασήκωσε διακριτικά το πουκάμισό της και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανοχή. Ο Μιλτιάδης, αντιλαμβανόμενος πως είχε γίνει αντιληπτός, χαμογέλασε αμήχανα και τράβηξε άλλη μία τζούρα από το τσιγάρο, σαν να μπορούσε ο καπνός να κρύψει την αμηχανία του.
«Ναι, όντως... θαυμάσια μέρα και θαυμάσια ορατότητα. Μόνο που, γείτονα, όταν τα μάτια δουλεύουν υπερωρίες, οι υπόλοιπες αισθήσεις συνήθως... τεμπελιάζουν.» Η Εριφύλη το είπε με ένα παιχνιδιάρικο, αυτάρεσκο χαμόγελο, απολαμβάνοντας την αμηχανία που μόλις είχε προκαλέσει.
...........Ταυτόχρονα, ξεχύθηκαν στην αυλή και οι μικροί μπόμπιρες, με τον παππού να τους ακολουθεί χαμογελαστός.
«Καλημέρα, πατέρα. Λίγο καταβεβλημένο σε βλέπω σήμερα.»
«Καλημέρα, κόρη μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ τι κάνεις;»
«Πίνω τον καφέ μου. Να σου φτιάξω έναν να τον πιούμε παρέα;»
«Ναι, κορούλα μου. Σαν τον καφέ από τα χεράκια σου δεν έχει.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ είσαι μεγάλη μαλαγάνα, παππού. Η μητέρα πού είναι;»
«Έχει πάει στον χασάπη να ψωνίσει. Το μεσημέρι θα έρθει ο αδελφός σου και ετοιμάζει τραπέζι.»
«Και πώς του ήρθε ξαφνικά του αδελφούλη;»
«Δεν ξέρω. Θα μας πει όταν έρθει.»
Πίνοντας τον καφέ τους, ο πατέρας της τη ρώτησε με απορία:  «Για πού το βάλαμε και στολιστήκαμε πρωί-πρωί, αν επιτρέπεται;»
«Έχω υποσχεθεί στα παιδιά πως θα πάμε μια βόλτα στο Αττικό Πάρκο.»
«Τώρα που έρχεται ο θείος τους; Δεν το αναβάλλετε για άλλη μέρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εύκολο το λες. Για πες το εσύ στα παιδιά.»
«Εσύ θα τα καταφέρεις. Έχεις τον τρόπο σου μαζί τους.»
«Ναι... Θα τους πω να κάνουμε ψηφοφορία. Εγώ πάντως θα ψηφίσω λευκό.»
Ο πατέρας της γέλασε. «Ντροπή σου! Είναι σαν να μου λες: «Πατέρα, σε κλέβω».»
«Ωραία, λοιπόν. Δεν πάμε. Αναλαμβάνεις εσύ τις διαπραγματεύσεις.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι! Εγώ είπα μόνο τη γνώμη μου.»
«Τα παιδιά ακούν πάντα ό,τι λέει ο σοφός παππούς.»
«Τελικά, εσύ είσαι η μαλαγάνα. Λοιπόν, τα παιδιά έχουν ήδη φάει το πρωινό τους. Θα τα πάω μια βόλτα στην πάνω γειτονιά, στον Στράτο, να δουν τα άλογα. Όπου να 'ναι θα έρθει και η μητέρα σου με την ξαδέλφη σου, την Άλκηστη. Πήγαν μαζί για τα ψώνια.»
Η Εριφύλη έκανε πως δυσανασχέτησε. «Εσύ θα πας βόλτα με τα παιδιά κι εμένα πού μ' αφήνεις; Μοναχή, σαν την καλαμιά στον κάμπο, μέρα που είναι;»
Ο πατέρας της γέλασε. «Να τη! Η κόρη το έριξε και στην ποίηση. Έχασα κανένα επεισόδιο; Μετά τη ζωγραφική, σειρά είχε η ποίηση;»  Έπειτα την πλησίασε χαμογελώντας. «Μη μου θυμώνεις. Σε λίγο θα είναι εδώ η μάνα σου με την Άλκηστη και θα έχετε παρέα. Κι έπειτα δεν θ' αργήσουμε. Θα γυρίσω νωρίς για να πάμε όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. Άλλωστε, εσύ θα μας πας με το αυτοκίνητο.»
«Ναι, μαμά! Εσύ θα μας πας!» συμφώνησαν με μια φωνή οι μικροί μπόμπιρες. Η Εριφύλη χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος τους. «Μικρά μου, τρυφερά διαβολάκια! Πάλι με τον παππού και τη γιαγιά θα είστε όλο το βράδυ. Τη μαμά την ξεχάσατε, ε;» Τα παιδιά γέλασαν.
«Να γυρίσετε όμως γρήγορα. Μας περιμένει ο μπαμπάς να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Και το λέω και στον παππού τον ξεχασιάρη, γιατί άμα αφεθεί, θα σας κρατήσει μέχρι να νυχτώσει.» 
Ο παππούς σήκωσε τα χέρια του με προσποιημένη αγανάκτηση.«Εγώ; Ποτέ!»
Η Εριφύλη είχε καλλιεργήσει βαθιά μέσα στους μικρούς γιους της την ανάγκη να διατηρούν στενή και ουσιαστική επαφή με τον πατέρα τους. Με ακούραστη υπομονή, αληθινό ενδιαφέρον και πολλή αγάπη φρόντιζε να ενισχύει αυτόν τον δεσμό, επιδιώκοντας η επικοινωνία τους να είναι όσο το δυνατόν πιο συχνή και πιο ουσιαστική. Ήθελε τα παιδιά να νιώθουν καθημερινά την παρουσία του στη ζωή τους, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν μακριά.
Ήταν το μυστικό της όμορφης σχέσης τους από απόσταση: η ειλικρίνεια και η επικοινωνία. Η Εριφύλη φρόντιζε ο Νικηφόρος, παρότι βρισκόταν μακριά τους, να παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τον κρατούσε ενήμερο για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της ζωής τους, μοιραζόταν μαζί του τις χαρές, τις ανησυχίες, τα αστεία περιστατικά και τις ασήμαντες λεπτομέρειες που δίνουν χρώμα στην κάθε μέρα. Με αυτόν τον τρόπο δεν επέτρεπε στην απόσταση να γίνει σιωπή ούτε στη σιωπή να γίνει λήθη. Το όνομα του Νικηφόρου και της οικογένειάς του είχε γίνει σχεδόν θρύλος στα ασύρματα δίκτυα των πλοίων που διέσχιζαν τους ωκεανούς. Οι συνάδελφοί του χαμογελούσαν συχνά όταν τον άκουγαν να επικοινωνεί μαζί τους, γιατί οι συνομιλίες τους δεν περιορίζονταν σε τυπικές κουβέντες και σύντομα νέα. Ήταν ζωντανές, γεμάτες τρυφερότητα, χιούμορ και αληθινό ενδιαφέρον. Κάποιες φορές έμοιαζαν με μια ατέλειωτη ακουστική απόλαυση, μια μικρή γέφυρα που ένωνε δύο κόσμους χωρισμένους από χιλιάδες ναυτικά μίλια.
Μόλις είχαν αναχωρήσει ο παππούς Θρασύβουλος με τα μικρά παιδιά, όταν έφτασαν η Αντιγόνη, η μητέρα της Εριφύλης, μαζί με την ανιψιά της, την εικοσάχρονη φοιτήτρια Άλκηστη. Η Αντιγόνη ήταν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και ξεχωριστή παρουσία. Ο Νικηφόρος την είχε συμπαθήσει και εκτιμήσει από την πρώτη κιόλας στιγμή που τη γνώρισε. Θαύμαζε την αυτοπεποίθηση, τον δυναμισμό και την ευθύτητα του χαρακτήρα της. Παράλληλα, δεν έπαυε να τη θεωρεί μια εξαιρετικά γοητευτική γυναίκα. Ακόμη και στα σαράντα επτά της χρόνια, εξέπεμπε μια αβίαστη κομψότητα, μια αύρα αυτοκυριαρχίας και μια προσωπικότητα που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Μια γοητευτική γυναίκα, που ο Νικηφόρος θυμόταν ακόμη από τον γάμο της κόρης της. Εκείνη τη μέρα η Αντιγόνη είχε κλέψει τις εντυπώσεις με την αρχοντική της χάρη και τη φυσική της θηλυκότητα. Αρκετές φορές σηκώθηκε πρώτη στον χορό και, με τον ρυθμό, την άνεση και την εκφραστικότητά της, παρέσυρε το γλέντι, ξεσηκώνοντας τους καλεσμένους σε παρατεταμένα χειροκροτήματα.
Ο Νικηφόρος είχε μείνει πραγματικά άφωνος. Από τη μία, θαύμαζε τις χορευτικές ικανότητες της Εριφύλης, που με το κέφι και την ενέργειά της προκάλεσε καταιγισμό χειροκροτημάτων. Από την άλλη, δεν μπορούσε να μη θαυμάσει και την Αντιγόνη, η οποία, με τη διακριτική γοητεία, την αυτοπεποίθηση και την ώριμη θηλυκότητά της, μαγνήτιζε τα βλέμματα χωρίς καμία προσπάθεια.
«Καλημέρα, μητέρα. Καλημέρα, ξαδέρφη.» 
Η Αντιγόνη αντάλλαξε με την Εριφύλη τις καθιερωμένες καλημέρες και λίγες σύντομες κουβέντες για το πρόγραμμα της ημέρας. Η μία στεκόταν στην αυλή και η άλλη στο μπαλκόνι. Ύστερα μπήκε στο σπίτι, κρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια. 
Η Άλκηστη σήκωσε το βλέμμα προς το μπαλκόνι. «Καλημέρα, ξαδέρφη! Να σε περιμένουμε να κατέβεις για καφέ;»
«Έχω μερικές εκκρεμότητες με την καθαριότητα και το συμμάζεμα του σπιτιού. Θα κατέβω λίγο αργότερα. Αν θέλεις, ανέβα να μου κάνεις παρέα. Και κάθε βοήθεια είναι ευπρόσδεκτη.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε. «Έγινε! Έρχομαι αμέσως.» Άφησε τις σακούλες με τα ψώνια στη θεία της και ανέβηκε στον επάνω όροφο, όπου έμενε η Εριφύλη.
«Καλημέρα και από κοντά, ξαδέρφη. Απ' ό,τι βλέπω, δεν χρειάζεσαι καμία βοήθεια. Όπως πάντα, το σπίτι σου είναι στην εντέλεια.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Όπως σου έχω πει και άλλες φορές —και το ξέρεις καλά— ένα σπίτι δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε μέρα όλο και κάτι θα βρεθεί να κάνεις. Κι έπειτα, ποια νοικοκυρά δεν θέλει το σπίτι της καθαρό, τακτοποιημένο και περιποιημένο;  Να μπαίνει ο άλλος μέσα και να το καμαρώνει, βρε αδερφέ!»
Η Άλκηστη την περιεργάστηκε από την κορυφή ως τα νύχια και χαμογέλασε πονηρά. «Και εσύ; Σε βλέπω άψογα ντυμένη. Στην τρίχα! Τι να υποθέσω; Μη μου πεις ότι κάποιος θαυμαστής σε περιμένει...»
«Η φοιτήτρια μας φοράει μπλουζάκι του γυμναστηρίου, τη βαφτιστική της φούστα και... ααα, από ό,τι βλέπω, έχει φορέσει και τις στραβοπατημένες γόβες της μαμάς! Έτοιμη είσαι να βγάλεις τον σκύλο βόλτα στα χώματα; Ξαδέρφη, αν είχα βγει εγώ έτσι έξω, στο μετρό θα μου έδιναν ψιλά!»
Η Άλκηστη έβαλε τα γέλια. «Πάντως, όσο άψογη κι αν είσαι εμφανισιακά σήμερα, σε βρίσκω λίγο τσιτωμένη... και κάπως επιθετική. Έγινε κάτι ή μου φαίνεται;»
«Συγγνώμη, αγάπη μου. Η αλήθεια είναι πως δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ. Μάλλον με πείραξε η αυξημένη υγρασία.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Μόνο αυτή η άτιμη η υγρασία φταίει;»
«Τι άλλο να φταίει;»
«Εγώ πού να ξέρω; Εσύ θα μου πεις αν υπάρχει κάτι που σε απασχολεί. Τι είναι αυτό που βασανίζει ένα κορίτσι σαν την ξαδέλφη μου;»
Η Εριφύλη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.  «Τι να θέλω, βρε Άλκηστη; Και τι να με πείραξε;»
Η Άλκηστη την κοίταξε πονηρά. «Να λέω κι εγώ... Μήπως δεν σε ταλαιπώρησε η υγρασία, αλλά οι φτέρνες σου από τα ατελείωτα σούρτα-φέρτα στα μαγαζιά του γνωστού εμπορικού κέντρου; Και είπες να ξαποστάσεις στο ωραίο εστιατόριο, πίνοντας το δροσιστικό κοκτέιλ σου χθες το απόγευμα;» 
Ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, σαν να περίμενε την αντίδραση της Εριφύλης. Ήταν φανερό πως δεν είχε τελειώσει ακόμη με τις πειρακτικές της ερωτήσεις.
Η αμηχανία της Εριφύλης κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν όμως αρκετά, ώστε η Άλκηστη να καταλάβει πως το πείραγμά της είχε βρει τον στόχο του.
«Έπαθες κάτι;» ρώτησε η Άλκηστη, ενώ το πονηρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της πρόδιδε πως είχε αντιληφθεί την αμηχανία της ξαδέλφης της. 
Η Εριφύλη συνήλθε γρήγορα.  «Εσύ, πάλι, τι γύρευες στο εμπορικό κέντρο;»
Η Άλκηστη γέλασε. «Έλα μου ντε... Τι γύρευα κι εγώ εκεί; Λες να μ' έστειλε ο Νικηφόρος να σε κατασκοπεύω;» Έκανε μια μικρή παύση, απολαμβάνοντας την αμηχανία της Εριφύλης, και συνέχισε με προσποιημένη αθωότητα: «Αλήθεια τώρα... τι πάει να κάνει ο κόσμος σ' ένα εμπορικό κέντρο, ξαδέρφη;»
«Πολλά μπορεί να θέλει! Λέω εγώ τώρα... Η σεμνή δεσποινίς Άλκηστη μπορεί να πήγε απλώς για μια βόλτα. Ή μπορεί να ήθελε να κάνει την πασαρέλα της, να περιφέρει τις ατέλειωτες καλλίγραμμες γάμπες της και να σκορπάει εγκεφαλικά στο φιλοθέαμον κοινό του εμπορικού κέντρου. Γιατί, μεταξύ μας, με τέτοια εμφάνιση δύσκολα περνάς απαρατήρητη.»
«Ξαδέρφη μου γλυκιά, πρόσεχε τι λες. Το λέει και το τραγουδάκι: «Άλλα έψαχνα κι άλλα βρήκα...». Εμένα, πάντως, το ματάκι μου άλλα έψαχνε να βρει και άλλα εντόπισε ξαφνικά. Τι γύρευα εγώ εκεί; Η κολλητή μου, η Καλλιόπη, είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αγοράσει μια τσάντα. Κι εγώ, ως καλή φίλη, έπρεπε να δείξω κατανόηση στο γεγονός ότι καμία από τις... εκατό περίπου που είχαμε δει δεν της έκανε! Κάποια στιγμή, λοιπόν, αποφασίσαμε να καθίσουμε για έναν καφέ και να αναλύσουμε το φλέγον ζήτημα της κατάλληλης τσάντας. Εκεί που συζητούσαμε, γυρίζω τυχαία το κεφάλι μου προς το βάθος του εστιατορίου και μένω να κοιτάζω. «"Ρε συ, Καλλιόπη... Εκεί στο βάθος δεν είναι η Εριφύλη με την Ελπινίκη;» Δεν περίμενα την απάντησή της. Ήξερα ήδη πως δεν έκανα λάθος.
«Καλά είχα δει! Η ξαδέρφη μου, εκείνες τις στιγμές, ήταν λιγάκι... απρόσεκτη. Κι αν δεν με γελούσαν τα μάτια μου, μάλλον άφηνε να φανεί το εσώρουχό της. Βέβαια, όχι σε όποιον κι όποιον... Είχε πολύ συγκεκριμένο αποδέκτη. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν σοκ. Η δεύτερη, αποδοχή. Η τρίτη, όμως, ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απορία.«Ποιος είναι αυτός;»
Ομολογώ πως ήταν από τους πιο γοητευτικούς και ελκυστικούς άντρες που έχω δει. Καλή επιλογή, δεν λέω. Αλλά, ξαδέρφη μου, πρόσεχε... Η έβδομη από τις Δέκα Εντολές δεν γράφτηκε τυχαία.» 
Η Άλκηστη ολοκλήρωσε τη φράση της με ένα πονηρό χαμόγελο, περιμένοντας να δει πώς θα αντιδρούσε η Εριφύλη.
«Και καλά... με είδες και δεν μου μίλησες;» διαμαρτυρήθηκε η Εριφύλη.
Η Άλκηστη γέλασε. «Για μια στιγμή, να σου πω τη μαύρη αλήθεια, σκέφτηκα να τρέξω κοντά σου και να σου πω: «Φτου σου, βρε άτιμη! Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;» Έκανε μια μικρή παύση και ύψωσε θεατρικά το δάχτυλό της. «Μετά όμως είπα πως μια τέτοια κατάσταση θέλει ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση... και, πάνω απ' όλα, παρατηρητικότητα.» Έκλεισε πονηρά το μάτι στην Εριφύλη. «Ξαδερφούλα μου, χαλάρωσε. Χαζή ήμουν να χαλάσω μια τόσο ενδιαφέρουσα σκηνή; Άσε που... αχ, να έβλεπες τα μούτρα σου εκείνη την ώρα! Δεν περιγράφονταν!»
«Δεν τσιμπάω τόσο εύκολα, ξαδέρφη. Όποια έχει δει έναν όμορφο άντρα, είναι σαν να τους έχει δει όλους.»
Η Άλκηστη έσκασε στα γέλια. «Αλήθεια; Γιατί εμένα μου φάνηκε πως το ματάκι σου γυάλιζε λιγάκι...»
Η Εριφύλη ανασήκωσε το φρύδι. «Το δικό μου ή το δικό σου;»
«Το δικό σου, φυσικά. Το δικό μου απλώς έκανε... έρευνα αγοράς.»
Η Εριφύλη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Επικίνδυνη είσαι.»
«Όχι. Παρατηρητική. Κι εσύ, ξαδέρφη μου, όταν λες ψέματα, χαμογελάς λίγο περισσότερο απ' όσο πρέπει.»
Η Εριφύλη σήκωσε τα χέρια ψηλά, κάνοντας πως παραδίνεται. «Εντάξει, εντάξει... Παραδίνομαι! Δεν μπορώ να τα βάλω με μια επίδοξη ντετέκτιβ σαν κι εσένα.» Έπειτα χαμογέλασε και άλλαξε επιδεικτικά κουβέντα. «Πότε είπαμε ότι ξεκινά η νέα σου εξεταστική; Την ερχόμενη Δευτέρα, έτσι δεν είναι; Κι εσύ, αντί να είσαι χωμένη στα βιβλία και να κυνηγάς τους ακαδημαϊκούς σου στόχους, τριγυρίζεις στα εμπορικά κέντρα;»
Η Άλκηστη ανασήκωσε τους ώμους με ύφος αθώο. «Η ξεκούραση είναι μέρος της σωστής προετοιμασίας.»
«Μάλιστα... Επιστημονικά τεκμηριωμένη δικαιολογία.»
«Απολύτως. Ο εγκέφαλος χρειάζεται και τα διαλείμματα του.»
Η Εριφύλη γέλασε. «Αρκεί τα διαλείμματα να μη διαρκούν περισσότερο από το διάβασμα.»
«Μη φοβάσαι. Τη σχολή μου δεν την έχω παρατήσει. Απλώς φροντίζω να θυμάμαι ότι υπάρχει ζωή και έξω από τα αμφιθέατρα.»
Η Άλκηστη έσμιξε τα φρύδια και την κοίταξε με βλέμμα γεμάτο νόημα. «Μου γυρίζεις την κουβέντα αλλού. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε. Ξέρεις πολύ καλά να ξεγλιστράς όταν μια συζήτηση δεν σε βολεύει.» Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε πονηρά. «Αλλά αυτή τη φορά, ξαδέρφη, δεν θα μου ξεφύγεις τόσο εύκολα.»
Η Άλκηστη πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει. «Δεν λέω πως νιώθω και πολύ άνετα με αυτή την κουβέντα. Όμως, από τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σ' εκείνο το περιστατικό, δεν μπορώ να κάνω πως δεν συνέβη. Η αλήθεια είναι πως έπεσε σαν κεραμίδα στο κεφάλι μου.» Χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Εγώ ξέρω μια ξαδέλφη με αρχές, με αυτοσυγκράτηση, μια γυναίκα που δεν αφήνει εύκολα κανέναν να την πλησιάσει. Γι' αυτό και μου είναι δύσκολο να συμφιλιώσω την εικόνα που είδα με την εικόνα που είχα για σένα.» Σήκωσε ξανά το βλέμμα της προς την Εριφύλη. «Ξέρω πόσο αγαπάς και πόσο σέβεσαι τον Νικηφόρο. Ξέρω ότι η σχέση σας στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και στην εκτίμηση. Γι' αυτό μου φάνηκε τόσο παράξενο να σε βλέπω να ανταποκρίνεσαι με τόση ζεστασιά στο φλερτ ενός άγνωστου άντρα. Και, να σου πω την αλήθεια... το χαμόγελό σου εκείνη τη στιγμή έφτανε μέχρι τ' αυτιά σου. Δεν σε κρίνω, ξαδέρφη», πρόσθεσε πιο ήρεμα. «Προσπαθώ μόνο να καταλάβω. Γιατί, αν δεν σε ήξερα τόσο καλά, ίσως να μην έδινα καν σημασία. Αλλά ακριβώς επειδή σε ξέρω, αυτό που είδα δεν μου βγαίνει από το μυαλό.»
«Εγώ ήμουν αυτή; Είσαι σίγουρη;» έκανε με προσποιημένη αθωότητα η Εριφύλη.
Η Άλκηστη κούνησε το κεφάλι της και χαμογέλασε. «Ξαδέρφη, άσε τις εξυπνάδες. Μ' εμένα μιλάς. Μην προσπαθείς να αλλάξεις θέμα και μην κρύβεσαι πίσω από την αμηχανία σου.» Έκανε μια μικρή παύση, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από πάνω της. «Πες μου ειλικρινά... Σου άρεσε το φλερτ, έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον ένας γοητευτικός άντρας. Αυτό που με ξάφνιασε ήταν πως σε είδα να το απολαμβάνεις. Και, ξέρεις... όταν κάποιος μας κάνει να νιώσουμε όμορφα, καμιά φορά η λογική κάνει ένα βήμα πίσω.»
Η Εριφύλη ξαφνιάστηκε προς στιγμή από την ευθύτητα της Άλκηστης. Δεν περίμενε πως η αγαπημένη της ξαδέρφη θα της μιλούσε τόσο ανοιχτά. Ωστόσο, μέσα στην έκπληξή της ένιωσε και κάτι ακόμη· σαν να της έδινε, άθελά της, την αφορμή να κοιτάξει κατάματα σκέψεις και επιθυμίες που ως τότε κρατούσε επιμελώς κρυμμένες, ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε τρυφερά. «Μωρό μου εσύ... Τι ήταν αυτό που σε αναστάτωσε τόσο πολύ; Τι είναι εκείνο που σε εντυπωσίασε;» Έκανε μια μικρή παύση πριν συνεχίσει. «Εσύ τι πιστεύεις; Υπάρχει πραγματικά λόγος να αναζητήσει κανείς το φλερτ ή το ενδιαφέρον ενός άλλου ανθρώπου, όταν είναι ευτυχισμένος και νιώθει πλήρης δίπλα στον σύντροφό του;»
«Τι να σου πω; Εγώ πάντα σε θεωρούσα σοβαρή, ηθική και πολύ επιλεκτική στις σχέσεις σου. Και, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου κάποια συμπεριφορά που να με έκανε να σκεφτώ διαφορετικά. Βέβαια, δεν είναι και δική μου δουλειά να γνωρίζω τα πάντα.» Χαμογέλασε αμυδρά. «Απλώς, απ' όσο σε ξέρω, δεν πίστευα πως θα ανταποκρινόσουν τόσο εύκολα σε ένα φλερτ. Από την άλλη, όμως, δεν μπορώ να αγνοήσω και κάτι άλλο. Δεν είναι μόνο ότι εσύ δεν επιδιώκεις τα βλέμματα· είναι πως τα βλέμματα σε βρίσκουν από μόνα τους.» Η ματιά της στάθηκε για λίγο πάνω στην ξαδέλφη της. «Είσαι νέα, όμορφη και έχεις μια παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Έχεις μια φυσική γοητεία που τραβάει τους ανθρώπους κοντά σου, είτε το θέλεις είτε όχι. Είναι απολύτως φυσικό πολλοί άντρες να σε προσέχουν και να προσπαθούν να σε πλησιάσουν.» Έκανε μια μικρή παύση. «Και μεταξύ μας μιλάμε τώρα... Εσύ είσαι άνθρωπος, όχι άγαλμα. Έχεις συναισθήματα, επιθυμίες και αδυναμίες, όπως όλοι μας. Γι' αυτό και δεν μου φαίνεται παράλογο να σε κολακέψει το ενδιαφέρον ενός γοητευτικού άντρα. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ξεπεράσεις τα όριά σου. Σημαίνει μόνο ότι παραμένεις μια ζωντανή γυναίκα, με καρδιά, μυαλό και ένστικτα. Αυτά δεν σβήνουν επειδή κάποιος αγαπά τον σύντροφό του.»
«Ξέρεις... κάτι τέτοιες στιγμές τις θεωρώ βαθιά προσωπικές και, φυσικά, όχι ανακοινώσιμες. Έλα όμως που η περιέργειά μου με τρώει. Και, ως ξαδέρφη σου, νιώθω πως έχω το θάρρος να σε ρωτήσω αυτά που ίσως κανείς άλλος δεν θα τολμούσε. Εκείνη τη στιγμή μου έδωσες την εντύπωση πως η παρουσία εκείνου του άντρα σε είχε αγγίξει. Έβλεπα μια ένταση στο βλέμμα σου, μια αναστάτωση που δεν σε είχα ξαναδεί να αφήνεις τόσο εύκολα να φανεί. Ίσως να κάνω και λάθος, αλλά μου φάνηκε πως, έστω για λίγες στιγμές, αφέθηκες να απολαύσεις το παιχνίδι του φλερτ. Δεν λέω ότι ήθελες να προδώσεις τον Νικηφόρο ούτε ότι θα έκανες κάτι περισσότερο. Απλώς αναρωτήθηκα μήπως, έστω και για μια στιγμή, ένιωσες να σε παρασύρει η γοητεία ενός ανθρώπου που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο σου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε με μια δόση αμηχανίας και κούνησε το κεφάλι της. «Αυτό ήταν όλο;… Ξαδέρφη, έπλεξες ολόκληρο σενάριο από μια στιγμή. Από μια ματιά και δύο χαμόγελα έφτασες να γράψεις ολόκληρο μυθιστόρημα!»
«Είσαι σίγουρη ότι ήταν απλώς ένα επίμονο φλερτ της στιγμής και τίποτε περισσότερο; Ότι τελείωσε εκεί και δεν άφησε κανένα αποτύπωμα μέσα σου; Η ξαδέρφη μου είναι μια γυναίκα που πάντοτε στεκόταν πάνω από τους πειρασμούς. Όσοι κι αν τη θαυμάζουν, όσοι κι αν προσπαθούν να την πλησιάσουν, εκείνη κρατά τις αποστάσεις της και παραμένει πιστή στον Νικηφόρο της. Ή μήπως, καμιά φορά, η ζωή φέρνει στον δρόμο μας έναν άνθρωπο που μας ξαφνιάζει; Κάποιον που, χωρίς να το επιδιώξουμε, μας ταράζει, μας γοητεύει και μας κάνει να αναρωτηθούμε "κι αν..."; Κι ύστερα έρχεται η λογική και λέει: "Πού πας να μπλέξεις; Είσαι μια παντρεμένη γυναίκα, έχεις μια όμορφη οικογένεια, αξίζει να τα διακινδυνεύσεις όλα για μια στιγμή;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμυδρά και έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Μμμ... Δεν έχεις κι άδικο. Ίσως, τελικά, να χωρούν και οι δύο εκδοχές μέσα στον ίδιο άνθρωπο. Ξέρεις, ο πειρασμός έχει μια παράξενη δύναμη. Όχι επειδή θέλεις απαραίτητα να τον ακολουθήσεις, αλλά επειδή σου θυμίζει πως παραμένεις άνθρωπος. Είναι σαν το αγαπημένο σου γλυκό όταν έχεις αποφασίσει να κάνεις δίαιτα. Ξέρεις ότι καλύτερα να αντισταθείς... κι όμως, μόνο η σκέψη του σε βάζει σε δοκιμασία.»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Χεχε... Είσαι κι εσύ γλυκατζού σαν κι εμένα, λοιπόν.» Έγειρε ελαφρά προς το μέρος της. «Οπότε, ξαδέρφη... τι κάνουμε; Χαμογελάμε στον πειρασμό και συνεχίζουμε τον δρόμο μας ή δοκιμάζουμε μια μπουκιά από το γλυκό;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε πονηρά. «Κοίτα... εμείς οι γυναίκες, ιδιαίτερα κάποιες μέρες του μήνα, έχουμε τις μικρές μας αδυναμίες. Άλλες λαχταρούν σοκολάτα, άλλες γλυκά, άλλες οτιδήποτε μπορεί να τους φτιάξει τη διάθεση. Λένε πως η σοκολάτα ανεβάζει τις ενδορφίνες και κάνει τον κόσμο να φαίνεται λίγο πιο όμορφος. Δεν ξέρω αν ισχύει απόλυτα, αλλά ομολογώ πως δύσκολα της αντιστέκομαι.»
Η Άλκηστη γέλασε. «Ξαδέρφη, εσύ μιλάς για σοκολάτα ή για... κάτι άλλο;»
Η Εριφύλη ανασήκωσε τους ώμους. «Οι καλές παρομοιώσεις έχουν πάντα περισσότερες από μία αναγνώσεις.»
Η Άλκηστη την κοίταξε με στοργή. «Όπως και να το εννοείς, με τη φωτιά παίζεις. Μπορεί η ζεστασιά της να είναι γοητευτική, όμως η φωτιά δεν ξεχωρίζει ποιον θα κάψει. Και σου το λέω με όλη την αγάπη που σου έχω.»
Η Εριφύλη έμεινε για λίγο σιωπηλή. Έπειτα χαμογέλασε αμυδρά. «Ίσως... Αλλά δεν λένε πως τη φλόγα τη γιατρεύει μόνο μια άλλη φλόγα;»
Η Άλκηστη χαμογέλασε πονηρά. «Αχ... καλά το κατάλαβα. Κάτι μέσα σου σε γαργαλάει και δεν σ' αφήνει να ησυχάσεις.» Έγειρε ελαφρά προς την Εριφύλη και συνέχισε χαμηλόφωνα: «Και ξέρεις ποιο είναι το πιο επικίνδυνο; Όχι ότι εμφανίστηκε ένας γοητευτικός άντρας. Το επικίνδυνο είναι πως, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, μου φάνηκε ότι τον πρόσεξες κι εσύ.» Χαμογέλασε πλατιά. «Δεν ξέρω αν θα τον ξανασυναντήσεις ούτε αν αυτή η ιστορία θα έχει συνέχεια. Έχω όμως την αίσθηση πως κάτι μόλις άρχισε να αλλάζει μέσα σου. Κι αυτό, ξαδέρφη μου, είναι που με κάνει να πιστεύω ότι η συνέχεια θα έχει πολύ ενδιαφέρον.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε αμήχανα και χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. «Δεν θα σου πω ψέματα... Από τη μια, αυτός ο άντρας μου άρεσε. Με αναστάτωσε όσο δεν περίμενα και ξύπνησε μέσα μου συναισθήματα που είχα καιρό να νιώσω. Από την άλλη, όμως, έχεις δίκιο. Το παιχνίδι με τη φωτιά είναι επικίνδυνο. Μπορεί στην αρχή να σε ζεσταίνει, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα σε κάψει.» Έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Και ίσως αυτό να είναι που με φοβίζει περισσότερο. Όχι εκείνος... αλλά ο εαυτός μου και αυτό το θέμα σηκώνει πολύ συζήτηση! Γενικότερα ικανοποιώ την ανάγκη μου μόνη μου, που κοντεύω να ξεχάσω τη γεύση της πούτσας, γιατί έχω να την απολαύσω μήνες. Δηλαδή αν είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ένα δονητή και σε μια πούτσα, θα διάλεγα το δεύτερο. Είναι η καλύτερη επιλογή όταν αναζητάς ευχαρίστηση, χαλάρωση και ικανοποίηση.
«Τα παράνομα ερωτικά παιχνίδια αναμφισβήτητα έμενα με ιντριγκάρουν σαν σκέψη. Μου αρέσει το φλερτ και το παιχνίδι της ερωτικής αποπλάνησης! Είναι ωραία ιδέα δε λέω να βολευόμαστε με δονητή, αλλά είναι «φάτε μάτια ψάρια» και όταν μας περνάει νιώθουμε πάλι την «ανάγκη» να βρεθούμε στην αγκαλιά ενός άνδρα. Να γευτούμε τα χάδια του, τα φιλιά του, το καυλί του! Και εσύ τι φοβάσαι, μην μάθει ο Νικηφόρος ότι ποτίζει την ανομβρία και τις κάψες στο μουνάκι σου άλλη πυροσβεστική μάνικα; Πως! Στην άλλη άκρη του κόσμου; Στους ωκεανούς που ταξιδεύει; Και μην ξεχνάς έχετε και αλλήλο- κάλυψη με την Ελπινίκη. Άλλωστε και εγώ εδώ είμαι να σε συνδράμω στις κουτσουκέλες σου! Με το αζημίωτο εννοείται. Αν δεν στηριχτείς στη ξαδέρφη σου σε ποιον θα στηριχτείς; Στον ψυχολόγο ίσως αλλά και η ξαδέρφη σου είναι εδώ να βοηθήσει με τη δική της μικρή εμπειρία και να σου ανοίξει νέες πόρτες στη σκέψη. Αλλά για να μην κοροϊδευόμαστε, το σεξ είναι απόλαυση και πολύ τον γουστάρω τον ωραίο γκόμενο να ποτίσει και το δικό μου το μουνάκι!»
«Άλκηστις αγαπούλα μου δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά και καλό θα είναι να κρατάμε επιφυλάξεις και να μην παρασυρόμαστε από εφήμερα ερωτικά πάθη και σεξουαλικές ανάγκες, γιατί θα μπορεί να μας βγάλουν σε μονοπάτια που δεν θα είναι εύκολο να τα περπατήσουμε.»
«Δεν αντιλέγω, είναι δύσκολο όταν πρέπει να περπατήσεις ισορροπώντας πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Παραδέξου ότι σου αρέσει αυτός ο άνδρας, και τον σκέφτεσαι επίμονα με ερωτικό ενδιαφέρον και σου προκαλείται αναπόφευκτα ένα είδος ερωτικής έλξης αναζητώντας να ικανοποιήσεις την επιθυμία σου για σεξ μαζί του. Όμως το πρόβλημα είναι ότι εσύ μια γυναίκα με πολύ θερμό ταμπεραμέντο δεν μπορείς ή δεν πρέπει να είσαι μαζί του γιατί ανήκεις αλλού, είσαι παντρεμένη εδώ και δέκα χρόνια με τον Νικηφόρο, έναν καταπληκτικό άνδρα, και ανοιχτόμυαλο εραστή που σε αγαπά, η σχέση σας μπορώ να πω είναι πάρα πολύ καλή, υπάρχει επικοινωνία, και αγάπη με κατανόηση μεταξύ σας. Και στο ερωτικό κομμάτι από όσα μου έχεις εκμυστηρευτεί η ερωτική σας ζωή είναι γεμάτη. Είναι όμως γεμάτη; Αναρωτιέμαι μερικές φορές αν αυτό αληθεύει, και είμαι σίγουρη ότι το ίδιο θα αναρωτιέσαι και εσύ επίσης μερικές φορές.
Τυχαίνει πολύ συχνά σε παντρεμένες γυναίκες να τους αρέσει ένας άλλος ιδιαίτερος άνδρας και να τον σκέφτονται συνεχώς! Θα ήθελαν πολύ να σταματήσουν να τον σκέφτονται αλλά νομίζω πως δεν υπάρχει τρόπος τις στιγμές που η γυναίκα που κρύβουμε μέσα μας δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο και θέλει να εκδηλωθεί. Είναι οι στιγμές που η σάρκα φλέγεται, και οι καύλες κι οι ορμές δεν έχουν εξαρτώμενα ραντεβού. Τότε είναι που δεν υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο ή κάποιος ενδεδειγμένος τρόπος χειρισμού μιας τέτοιας κατάστασης. Τότε θα πρέπει να αποφασίσουν πώς το χειρίζονται και δεν υπάρχει χώρος για παρερμηνείες!
Ε δεν θέλει και πολλή φαντασία, όταν θα βρεθείς σε τέτοιες καταστάσεις και θέλεις τόσο πολύ να το προχωρήσεις ότι υπάρχουν πρακτικά και ηθικά ζητήματα που πρέπει να εξετάσεις, προτού κάνεις οποιανδήποτε κίνηση! Αλλά έτσι όπως το λες, το να νιώσεις την αίσθηση ενός άλλου άντρα από τον Νικηφόρο, είναι μία εμπειρία σου διαλύει όλες τις αναστολές. Αν αποφασίσεις να τον κυνηγήσεις, πρέπει να γνωρίζεις ότι είναι μια διαδικασία που δεν θα είναι εύκολη, ούτε συναισθηματικά ευχάριστη. Εριφύλη ο έρωτας μας είναι ένα συναίσθημα που ξεπερνιέται, φεύγει και ξεχνιέται αλλά η καύλα του κορμιού είναι πάντα παρούσα αγνή, καθολική και αναμάρτητος.
Η Άλκηστις παρ' όλο το πολύ στενό μαρκάρισμα στην Εριφύλη τελικά έχει μένει με την απορία μετέωρη: «Τι θα κάνει η αγαπημένη της ξαδέρφη της όταν οι κρυφές φαντασιώσεις της κατακλύζονται από σεξουαλικές επιθυμίες; Θα ενδώσει στον παράνομο ερωτικό πειρασμό με τον ομορφάντρα που υπόσχεται να της ικανοποιεί τις βαθύτερες σεξουαλικές της επιθυμίες παρασέρνωντας την σε καυτές συναντήσεις και σ΄ ένα μαγικό και ηδονικό ταξίδι σεξουαλικής απόλαυσης;»  
Υπάρχει γυναίκα που έστω και μία φορά στη ζωή της να μην έχει σκεφτεί σοβαρά να κερατώσει τον άντρα της;.. Όποια το αρνηθεί λέει ψέματα και καλά θα κάνει να αναθεωρήσει γιατί  η αλήθεια είναι πώς το κέρατο πέφτει σύννεφο. Μπορεί να ακούγεται κάπως κυνικό, μα όπως και να 'χει η αλήθεια είναι αυτή. Σήμερα έχουν ανατραπεί αποφασιστικά τα δεδομένα που ίσχυαν πριν πενήντα με εξήντα χρόνια. Αρκεί να αναφέρω το εξής εκπληκτικό. Μέχρι το δυο χιλιάδες το 60% των Ελληνίδων δεν είχε ποτέ εξωσυζυγική σχέση. Το 2010 τα ποσοστά ήρθαν τούμπα, στο 60% είναι οι «άτακτες» και στο 40% οι φρόνιμες! Σήμερα ασφαλώς είναι ακόμα πιο χαμηλότερο το ποσοστό των παντρεμένων γυναικών που δεν κάνουν απιστίες. Αλλάζουν τα πράγματα. Με απλούς υπολογισμούς, ένα σε κάθε δύο ζευγάρια, έχει παράνομο ερωτικό δεσμό. Οι γυναίκες διεκδικούν πλέον, και στο παράνομο, τα σεξουαλικά τους… δικαιώματα. Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι η Εριφύλη μας αν και της είναι δύσκολο να το παραδεχτεί ακόμα και στον εαυτό της τελικά τον τύπο τον γουστάρει και τζάμπα το παιδεύει. «Όλο ...ναι μεν αλλά! μου τα μασάει η καριόλα η ξαδέρφη! Όταν την πιέζω αυτή κοιτάει το πάτωμα γιατί νιώθει λίγο άβολα. Η μου μιλάει για το Νικηφόρο της και δεν έχει στο μυαλό της το σεξ με άλλον άνδρα (πού τα πουλάει αυτά;). Η Άλκηστη κοίταξε την Εριφύλη για λίγες στιγμές χωρίς να μιλά. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα και δεν μίλησε. Απλά ξεδίπλωσε νοερά τις σκέψεις της χωρίς να τις εκφράσει. «Τι πιστεύω; Εκείνος ο άντρας δεν δημιούργησε κάτι καινούργιο μέσα της. Απλώς έφερε στην επιφάνεια όσα προσπαθούσε τόσο καιρό να κρατήσει θαμμένα. Ξύπνησε σκέψεις και επιθυμίες που ίσως ούτε αυτή η ίδια δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι υπάρχουν.  Έχω την αίσθηση πως βρίσκεται σ' ένα πολύ λεπτό όριο. Ανάμεσα σ' αυτό που νιώθει και σ' αυτό που πιστεύει πως οφείλει να κάνεις. Και γι' αυτό δεν πρόκειται να την στριμώξω με ερωτήσεις. Ίσως ούτε και η ίδια να μην έχει ακόμη τις απαντήσεις.  Μόνο ένα πράγμα φοβάμαι. Ότι ο πειρασμός, όταν δεν αντιμετωπίζεται κατάματα, δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα, μεγαλώνει μέσα μας. Και τότε είναι που αρχίζουμε να δικαιολογούμε στον εαυτό μας βήματα που κάποτε ορκιζόμασταν πως δεν θα κάναμε ποτέ. Δεν ξέρω τι θα αποφασίσει. Ξέρω όμως ότι είναι αρκετά έξυπνη και αρκετά ψύχραιμη, ώστε, αν θελήσει να κρύψει κάτι, δύσκολα θα το αντιληφθεί κανείς. Αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Όχι γιατί δεν την εμπιστεύομαι, αλλά γιατί την ξέρω πολύ καλά.»

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part 2)
.....

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Anemogenitries! Ena Amfilegomeno Project

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ....(Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.......Έτσι λοιπόν κύλησε η μέρα τους, μέχρι αργά το μεσημέρι. Ο Νικηφόρος αφού τακτοποίησε μερικές εξωτερικές εργασίες ξαναγύρισε στης Νεφέλης από νωρίς, περιμένοντας τα αποτελέσματα της μαγειρικής της. Έβαλε λίγο κονιάκ στο ποτήρι, τράβηξε τις κουρτίνες του παραθύρου κοιτάζοντας την θάλασσα ενώ από το cd player ακούγονταν η φωνή του Andrea Bocceli στο αγαπημένο του κομμάτι «En Aranjuez con tu amor». Είχε αφοσιωθεί να την παρακολουθεί να μαγειρεύει, καθισμένος στο ξύλινο καναπέ της κουζίνας δίπλα της και κοιτούσε με τα μάτια προσηλωμένα στις κατσαρόλες, πότε έβαζε το αλάτι, την κανέλα, τα μπαχαρικά και οι μυρωδιές από τα φαγητά τον ζάλιζαν και του έλκυαν εσωτερικά στον κόσμο των αισθήσεων. Λένε ότι η μαγειρική είναι η χαρά του ότι μπορεί κάποιος να φέρει εις πέρας ένα αποτέλεσμα, οποιοδήποτε είναι αυτό, είτε είναι γευστικό είτε όχι, όσο έχει σημασία η προσπάθεια. Η χαρά της Νεφέλης είναι ότι φτιάχνει δικά της δημιουργήματα με την ιδιαιτερότητα της προσωπικής φαντασίας της. Είναι ότι κάνει κάτι με τα χέρια της και απολαμβάνει τη χαρά του ότι τα καταφέρνει. Το πιο σημαντικό από όλα όμως, για εκείνη είναι η γεύση να ταυτίζεται με τη συνεύρεση, με τους ανθρώπους με τους οποίους επιλέγει να το χαρεί το συντροφικό τραπέζι. Ένα τραπέζι που θα κάτσουν να φάνε, θα γελάσουν, θα πιουν, θα τσακωθούν, θα τα ξαναβρούν, θα συζητήσουν, θα ξαναγελάσουν. Για τη Νεφέλη το τραπέζι με το φαγητό για φίλους είναι να κάτσουν δύο τρεις ώρες και αυτές οι ώρες να περιέχουν τα πάντα. Να περνάει όλη τους η ζωή μπροστά από τα μάτια τους όταν συνδέονται γύρω από τη γεύση. Ίσως, τελικά της Νεφέλης, η μαγειρική και η γεύση να είναι σαν την αγάπη». Όταν κάθισαν στο τραπέζι δοκιμάζοντας τη συνταγή της Νεφέλης ενθουσιάστηκαν. Το κρέας ήταν εύγευστο και τρυφερό αυτό όμως που το έκανε να ξεχωρίζει ήταν η σάλτσα του με το λεπτό άρωμα του σκόρδου και της κανέλας αλλά και η όψη της σάλτσας με την κρεμώδη υφή της. Και φτάσανε στην ώρα του καφέ. Η Νεφέλη δεν χαλάει την συνήθεια της. Ελληνικός καφές πάντα. Βάζει τα φλιτζανάκια στο τραπέζι και με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει σερβίρει. Πίνουν αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, της χώρας, και τα προσωπικά τους. Με κουβέντα κι ονειροπολήματα. Ο Νικηφόρος πρέπει να ομολογήσει ότι με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι τις δυο γυναίκες τις συνέδεε μια αληθινή και στέρεη φιλία. Σχετικά δεν δυσκολεύτηκε να σκεφτεί ότι «το Ποίημα στους φίλους» που έτυχε να διαβάσει του περίφημου αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν το πλέον κατάλληλο για να αποδώσει τη φιλία τους και έδωσε απάντηση σε όλα του τα ερωτήματα.
«Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις για τα προβλήματα της ζωής σου, ούτε έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου, όμως μπορώ να σε ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου αλλά όταν με χρειάζεσαι θα είμαι δίπλα σου. Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου, όμως μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου για να κρατηθείς και να μην πέσεις.» 
Οι ώρες τους κυλούσαν σε ευχάριστο και ζεστό κλίμα. Η Φαίδρα ήταν για το Νικηφόρο η ευχάριστη έκπληξη στην παρέα τους, ήταν λίγο συμβατική αλλά άνετα την συζήτηση την οδηγούσε στο βάθος των πραγμάτων με πολυποίκιλα ενδιαφέροντα και αναζητήσεις.  
Της Φαίδρας είναι αλήθεια ότι το «ημερολόγιο» της πάντα ήταν γεμάτο με λίγα κενά κατά διαστήματα και πάντα είχε ιστορίες με αρκετά ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Είχε έναν απίστευτο μηχανισμό επιτυχούς επιβίωσης και δεν παραδινόταν εύκολα. Φρόντισε να αναπτύξει τόσα ταλέντα και τόσες τεχνικές γοητείας έτσι που πάντα περιστοιχιζόταν από ερωτευμένα μάτια. Είχε έναν πιστό σύζυγο, και ένα τσούρμο θαυμαστές γύρω γύρω. Δεν χορταίνεις να την ακούς αφού οι αφηγήσεις της είναι πάντοτε απολαυστικές και παραστατικές και ο λόγος της ατέλειωτος και εξαιρετικά χορταστικός. Είναι μια καλλιτέχνις των λέξεων, που ζωγραφίζει τις ιστορίες και τους χαρακτήρες της με ζωντάνια και έμπνευση με τη φωνή της να δημιουργεί πολλαπλασιαστική ηχώ στ' αυτιά του με τις στιχομυθίες των ηρώων της, οι οποίες είναι γεμάτες χιούμορ. Οι διάλογοι μαζί της χαρακτηρίζονταν από εξομολογητικές διαθέσεις που του επέτρεπαν κάποιες στιγμές να φτάσει και σ' ερωτήσεις κλειδιά, και δε δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να βρει τους κοινούς τους τόπους. Η Φαίδρα του άρεσε από την πρώτη στιγμή που την είχε δει και σήμερα όσο προχωρούσαν οι συζητήσεις τους τον κέρδιζε ακόμα περισσότερο. Ήταν ευγενέστατη χωρίς να δίνει οποιοδήποτε δικαίωμα για κάτι παραπάνω από την αρχή μιας φιλίας ανάμεσα τους. Ή τουλάχιστον αυτό υποδείκνυε αρχικώς η στάση της. Μίλησαν αρκετά για τις σκέψεις τους και τις σχέσεις τους.  
Ταυτόχρονα ο Νικηφόρος διαπίστωσε ότι του εδόθη μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία, να γνωρίσει από πολύ κοντά τη νεαρή Δανάη. Αυτό το κορίτσι ήταν όλο ζωντάνια και κέφι, που τον σαγήνευε ακόμη και με το πιο αμυδρό βλέμμα της σαν ιέρεια του ερωτισμού όταν έριχναν μεταξύ τους κλεφτές όλο νόημα ματιές παριστάνοντας μάλιστα δήθεν τους αδιάφορους! Ωστόσο, η φαντασία του μάντευε πολλά και η εν γένει στάση της άφηνε περιθώρια για σεξουαλικούς συνειρμούς όταν τεμπέλιαζε και τεντωνόταν στον καναπέ σαν αξιολάτρευτο κατοικίδιο. Δεν είχε τίποτε το προσποιητό επάνω της με το ονειροπόλο βλέμμα στα όμορφα μάτια της!  Κάποια στιγμή η κοπέλα ζήτησε συγνώμη στράφηκε στην μητέρα της και της λέει πως έχει ένα αίσθημα κόπωσης και υπνηλίας μετά το φαγητό, θα πάει να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Οι λιγοστές φακίδες στο πρόσωπο και στα χέρια της φανερώθηκαν έντονες έτσι όπως περνούσε τη φωτισμένη είσοδο του σπιτιού από τον Ήλιο που φεγγοβολούσε ακόμη μολονότι η ώρα ήταν περασμένη. Φεύγοντας άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο Νικηφόρο λες και του έδινε να διαβάσει κάποιο ένοχα μυστικό σημείωμα. Το πέος του Νικηφόρου πιάστηκε στο δόλωμα του πάθους και σπαρτάρισε μέσα στα δίχτυα του, άρχισε να διογκούται και με πολύ κόπο προσπαθούσε να μείνει αδιάφορος. «Αυτή τη μικρή, βάζω το χέρι µου στη φωτιά πώς ή θα γαμιέται πολύ συχνά, ή θα παίζει μέρα-νύχτα μαλακία. Με καύλωσε το νυμφίδιο!» σκέφτηκε με το πούτσο του να πάλλεται κάτω από το ύφασμα!
Ο Νικηφόρος πήρε τον καφέ του, μετακόμισε στο καναπέ κι απολάμβανε τις ιστορίες, ειδικά την διασκεδαστική αφήγησή της, και έκανε σχόλια, φροντίζοντας και αυτός να κρατά ανάλαφρη την ατμόσφαιρα με χαλαρή κουβεντούλα που ξεκίνησε μεταξύ τους και του έδωσε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει την ικανότητά του να αφήνει τους άλλους να μιλάνε, μυρίζοντας τη ζεστή θηλυκή μυρωδιά τους. Κοίταζε τις δύο γυναίκες ίσια στα μάτια δείχνοντας με ελαφρές μυϊκές συσπάσεις το ενδιαφέρον του, ενώ παράλληλα καθοδηγούσε την κουβέντα με υπόγειες έξυπνες ερωτήσεις. Ήταν περίφημος ακροατής ούτως ή άλλως, οπότε η δημιουργία ευχάριστου κλίματος παρέας ήταν μακράν η ειδικότητά του. Οι δικές του πεζές ναυτικές ιστορίες δεν έκρινε ότι είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνες κι έτσι τεχνηέντως, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τα δικά τους ενδιαφέροντα. Αποτύπωνε κάθε λέξη της Φαίδρας κι ένιωθε την αύρα της εκφραστικότητάς της να τον μαγεύει. Μιλούσε αργά με χαμηλή φωνή, αλλά µε πάθος και το ζεστό ανέμελο βλέμμα της γινόταν πύρινο, καθώς άφηνε τους συλλογισμούς της να ξεδιπλωθούν. Τα ελαφρώς υγρά χείλη της γεννούσαν διαρκώς πνιχτά γελάκια που γρατζούνιζαν τις αισθήσεις του. Η ώρα κυλούσε στα όμορφα λιβάδια της οικειότητας τους.  
Τελευταία η Φαίδρα συμμετείχε στον αγώνα των κατοίκων ενάντια στον σχεδιασμό του αιολικού πάρκου στην περιοχή. Για ‘κείνη αλλοιώνουν θρασύτατα το τοπίο του βουνού. 
Τους εξηγούσε με ζέση γιατί δεκάδες τοπικές κοινωνίες, περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικοί φορείς και συλλογικότητες ανά τη χώρα έχουν ξεσηκωθεί για τις ανεμογεννήτριες.  Δεν είναι η αιολική ενέργεια μια εναλλακτική ανανεώσιμη πηγή ενέργειας που λειτουργεί προς όφελος του φυσικού περιβάλλοντος και άρα της ζωής! Και αντιδρούν οι κάτοικοι, οι τοπικοί φορείς για τη βάναυση αλλοίωση του τοπίου έτσι όπως το έχουν γνωρίσει με το σύνθημα «Ελεύθερα Βουνά Χωρίς Αιολικά».
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αιολική ενέργεια και οι ανεμογεννήτριες είναι μια εναλλακτική, ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Αυτά που αμφισβητούνται έντονα, είναι η επιλογή πολύ μεγάλων ανεμογεννητριών και η χωροθέτηση τους, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές. Μικρό το όφελος, μεγάλη η καταστροφή! Σύμφωνα με στοιχεία η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από τη λειτουργία ανεμογεννητριών είναι απίστευτα ασήμαντη ενώ η καταστροφή στο φυσικό περιβάλλον είναι πρωτοφανής και ανεπανόρθωτη! 
Οι δρόμοι που διανοίγονται για την κατασκευή των αιολικών πάρκων καταστρέφουν το ορεινό τοπίο και τους οικότοπους ενώ πολλές φορές αλλάζουν ακόμη και την πορεία των βρόχινων νερών με διάφορες επιπτώσεις για το περιβάλλον.
H πράσινη ενέργεια και η χρήση των ΑΠΕ δημιουργούν μία νέα πραγματικότητα για τις κοινωνίες τόσο από πλευράς περιβαλλοντικής όσο και οικονομικής.
Η τιμή του ρεύματος που παράγεται από την αιολική ενέργεια, και που φτάνει στο τελικό αποδέκτη, δηλαδή τον καταναλωτή, όχι μόνο δεν είναι μειωμένη, αλλά αυξάνεται από 130% έως 400%, σε σχέση με τις τιμές της συμβατικής ενέργειας.
Ο ήχος που κάνουν τα φτερά τους καθώς γυρίζουν, ένας διαπεραστικός γδούπος που θυμίζει ελικόπτερο, ακούγεται περισσότερο μακριά παρά στη βάση της ανεμογεννήτριας όπου γίνονται συνήθως οι σχετικές μετρήσεις, ενώ ταυτόχρονα παράγονται υπόηχοι και υπέρηχοι που δεν γίνονται αντιληπτοί αλλά κανείς δεν ξέρει αν και κατά πόσο βλάπτουν ανθρώπους και ζώα. Και κάτι ακόμη που πολύς κόσμος αγνοεί.
Η λειτουργία των γιγαντιαίων ανεμογεννητριών δεν επιτρέπει τη δημιουργία χιονιού στις βουνοκορφές, (όπως ακριβώς βάζουν ανεμόμυλους στα πεδινά για να προστατέψουν τα πορτοκάλια από τον πάγο) με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά ο υδροφόρος ορίζοντας και να χάνονται πολύτιμοι υδροφόροι πόροι.
Η χλωρίδα, η πανίδα, οι ανεξερεύνητες αρχαιολογικές θέσεις, τα παραδοσιακά μονοπάτια, θα χαθούν κάτω από το βάρος των βίαιων επεμβάσεων. Οι εκατοντάδες ανεμογεννήτριες, οι υποσταθμοί, οι γραμμές μεταφοράς θα εξαφανίσουν το κάλλος των φυσικών τοπίων που θα μετατραπούν σε βιομηχανικές ζώνες παραγωγής αιολικής ενέργειας.
Το ζωικό βασίλειο θα υποφέρει. Έχει εκτιμηθεί ότι χιλιάδες αποδημητικά πουλιά, γεράκια, χρυσαετόι γυπαετοί κλπ. σκοτώνονται από αιολικούς στροβιλοκινητήρες ετησίως.
Όσο για το αισθητικό μέρος;  Μια άχαρη σιδεροκατασκευή,  ψηλή, καταστρέφει για πάντα τον χαρακτήρα των κορυφών.  Άσε που οι βάσεις τους οι οποίες γίνονται συνήθως με ανατινάξεις κρύβουν μέσα τους άπειρους τόνους μπετόν ανακατεμένο με ιδιαίτερα τοξικά επιβραδυντικά πήξης.
Κι όταν οι συμβάσεις για τη χρήση τους λήξουν τι γίνεται τότε; Οι κορυφές μετατρέπονται σε ένα απέραντο νεκροταφείο καλωδίων κι επικίνδυνων παλιοσιδερικών που αιωρούνται στο κενό.
Το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στην Ευρώπη απασχολεί μόνο τρεις μόνιμους υπαλλήλους.  Ακόμη και το επιχείρημα ότι δημιουργούν θέσεις εργασίας στην τοπική κοινωνία είναι κι αυτό ένα ψέμα.
Το απόγευμα οι γυναίκες αναχώρησαν. Η Νεφέλη πρόθυμα συνόδευσε τη Φαίδρα, ήθελε και η ίδια να συμμετέχει στον εσπερινό. Ευκαιρία ήταν.  
Η Φαιδρά έδωσε τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης στο Νικηφόρο και τον ευχαρίστησε θερμά που αναλαμβάνει να μεταφέρει τη μηχανή του συζύγου της στο χωριό.
«Σ' ευχαριστώ Νικηφόρε! Το εκτιμώ πολύ που μπαίνεις στο κόπο!» Του λέει και η φωνή της τον περιέλουσε με τη γοητεία της που τον έκανε να ανατριχιάσει. Αν η φωνή της ήταν γεύση θα ήταν ζεστή σοκολάτα σκέφτηκε ο Νικηφόρος.
Αναχώρησαν οι γυναίκες με προορισμό το χωριό από όπου θα έπαιρναν και την ηλικιωμένη χήρα μητέρα της Φαίδρας. H Δανάη δεν ακολούθησε τις δυο γυναίκες, έμεινε με τις νεαρές παρέες της στη μικρή καφετέρια του χωριού αναμένοντας τον γυρισμό τους. Από τα μικρά της χρόνια δεν ήταν από εκείνους τους νέους ανθρώπους που νιώθουν μια βαθύτερη ανάγκη να ασχολούνται με τα θρησκευτικά ζητήματα της πίστης τους. Από οικογενειακή και μόνο παράδοση ήταν μια απλή χριστιανή και όπως ήταν αναμενόμενο δεν ακολούθησε τις γυναίκες στα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα.
Κάποια στιγμή όμως σηκώθηκε βιαστικά λέγοντας στην παρέα της πως πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι για ένα σημαντικό ραντεβού και θα επέστρεφε!. Φρόντισε να δικαιολογηθεί στις κολλητές της ότι έπρεπε να αναλάβει να κατατοπίσει τον οικογενειακό τους φίλο το Νικηφόρο που θα αποθηκεύσουν την μηχανή του πάτερα της που την φέρνει από το εξοχικό τους.
Η πιο στενή της φίλη που το τελευταίο καλοκαίρι είχαν παρέα μετατρέψει μυστικά την αποθήκη του πατρικού σπιτιού σε καβάτζα για sex, την συμβουλεύει δήθεν φιλικά. «Να φροντίσεις Χρυσή μου την αποθήκη να την έχετε κλειδώσει από μέσα πριν σας συνεπάρει το σεξουαλικό πάθος.»
... Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής. 

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part 6)
.....

Πέμπτη 13 Απριλίου 2023

Oi dyo Filenades sto Shopping Center

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» (Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Εριφύλη και Ελπινίκη.......
Αφήνοντας το όχημα στο πάρκινγκ του εμπορικού κέντρου οι δυο όμορφες κυρίες χαλαρές σαν έφηβες πιάστηκαν αγκαζέ και ιδιαίτερα χαμογελαστές και ευδιάθετες περπάτησαν στους χώρους του εμπορικού κέντρου και απόλαυσαν τον περίπατό τους χαζεύοντας στις βιτρίνες και την βόλτα τους στα μαγαζιά.  Τελειώνοντας τα απαραίτητα ψώνια τους κάθισαν να απολαύσουν ένα όμορφο μεσημεριανό γεύμα, μετά τη κοπιαστική βόλτα τους σ’ ένα εξαιρετικά δημοφιλές μπαρ εστιατόριο, ειδικότερα δημοφιλές σε νέους ανθρώπους. Η ατμόσφαιρα ήσυχη και λόγο ότι ήδη είναι προχωρημένη απογευματινή ώρα υπάρχουν λιγοστοί πελάτες στο κατάστημα.
Το ρεστοράν ήταν σχεδόν άδειο, αν εξαιρούσε κανείς τρία-τέσσερα ζευγάρια που κάθονταν στη μπροστινή σάλα του μαγαζιού, οπότε δεν δυσκολεύθηκαν να βρουν τραπέζι. Κάθισαν σε μια ήσυχη γωνία στο βάθος του εστιατορίου ήταν μόνες τους, δεν υπήρχαν πελάτες τριγύρω τους απολαμβάνοντας το γεύμα τους σε στιγμές χαλάρωσης και ιδιωτικότητας. Έχοντας απολαύσει ένα ελαφρύ αλλά πολύ γευστικό γεύμα με ένα εξαίρετο ελαφρό ροζέ κρασί συνοδεία τώρα απολαμβάνουν χαλαρά τη γεύση απ’ ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Είχαν χαρούμενη διάθεση, τους λύθηκε η γλώσσα (όχι πως μέχρι τότε ήταν δεμένη) και φλυαρούσαν ακατάπαυστα σαν πρωινές τσίχλες μες σ' ασημένια φυλλώματα.
«Άπαπα! πανάθεμα σε! Τι χουνέρι έκανες στον υπάλληλο εκεί στο κατάστημα με τις γόβες.» Λέει η Ελπινίκη στην Εριφύλη.
«Εγώ! Τι του έκανα;»
«Τι έκανες χρυσή μου η τι έδειξες, όταν δοκίμαζες τις γόβες; Ο υπάλληλος είχε γονατίσει μπροστά σου να σε βοηθήσει και εσύ όταν άνοιξες ελαφρά τα πόδια σου για να έχεις ευκολία στη δοκιμή, χαλαρή και άνετη του δείχνεις ίδια την επίμαχη σκηνή στο «Βασικό ένστικτο». Αυτός παρατηρούσε με λαίμαργο ερωτικό βλέμμα και κόντευε να σκάσει σαν λάστιχο Michelin που πατάει πρόκα στο δρόμο, κάθε φορά που εσύ έκλεινες και άνοιγες τα πόδια σου δοκιμάζοντας τις γόβες. Από σαράντα κύματα τον πέρασες και εξήντα καρδιακές προσβολές έπαθε μέχρι να τελειώσεις τις δοκιμές και να σηκωθείς από το κάθισμα. Τον φουκαρά, τον λυπήθηκα λιγάκι όταν εσύ έφερες τα μάτια σου στο πρόσωπό του, δείχνοντας ότι είχες προσέξει το πού κοίταγε προηγουμένως και το βλέμμα σου είχε εκείνο το πουτανίστικο ύφος του ξέρω ότι με παίρνεις μάτι και γουστάρω.  Με μπαλτά του ‘κοψες την καρδιά.»
«Τουλάχιστον, τις αγόρασα..... οπότε συνδυάσαμε αμφότεροι το τερπνόν μετά του ωφελίμου.» 
Εκείνη την ώρα έκανε την είσοδο στο μπιστρό ο γοητευτικός άνδρας με πολύ στυλ στο εκρηκτικό σεξ απίλ του. Η Ελπινίκη καθώς είχε θέα στην είσοδο τον είδε πρώτη.
«Φιλενάδα έρχεται στο διπλανό τραπέζι! Ακριβώς διπλά σου!.»
Η Εριφύλη μεμιάς  ξαφνιασμένη έστρεψε προς το άλλο μέρος.
«Τι είναι; Έρχεται; Ποιος έρχεται;»  Ρωτάει η Εριφύλη με απορία. Και ξαφνικά βλέπει τον ομορφάντρα απέναντί της.
«Δεν θα το πιστέψεις. Ίδιος μ’ αυτόν τον ηθοποιό που είχε ξεσπάσει ντόρος σχετικά με τα πλούσια ελέη του.» Της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά της η Ελπινίκη.
Η Εριφύλη τον παρατηρεί όταν ήταν σχεδόν διπλά της.
«Ρε Ελπινίκη! Φτυστός ίδιος αν λέμε τον ίδιο ηθοποιό. Πως τον έλεγαν να δεις, που έπαιζε σε μια ταινία έναν επιτυχημένο, γοητευτικό τριαντάρη με μια σχεδόν ακόρεστη σεξουαλική όρεξη, όπου εμφανιζόταν και ολόγυμνος.»
«Έχεις δίκιο. Ίδιος αυτός ο εργένης ηθοποιός που δηλώνει ότι αναζήτα να βρει τον έρωτα της ζωής του. Λες και τούτος ο ομορφάντρας να ψάχνει κι αυτός τον έρωτα της ζωής του; Και να 'χει τα ίδια προσόντα; Ξέρεις τι λένε για τον ηθοποιό. Μπορεί να παίξει γκολφ με τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη του» Ψιθύρισε το τελευταίο η Ελπινίκη.
«Μωρή φιλενάδα; Πως;!» Ρώτησε η Εριφύλη με απορία.
«Μ' αυτό που του κρέμεται ανάμεσα στα σκέλια!» Εξήγησε σκασμένη στα γέλια η Ελπινίκη.
«Και πώς το έμαθες εσύ;!»
«Θα σου πω!» Της απάντησε, και την κοίταξε με ύφος μυστηριώδες.
«Λοιπόν;»
«Τον είδα γυμνό στο μπάνιο να τη χαϊδεύει κι αυτή μεγάλωνε, μάτια μου.»
«Ανάθεμά σε! Σήμερα δεν παίζεσαι Ελπινίκη! Να 'σαι καλά μ' έκανες και γέλασα!» Και της γέλασε πονηρά η Εριφύλη.
«Του έγινε τόοοση!. Θεέ μου συγχωράμε!» Συνέχισε η Ελπινίκη κι έδειξε με τα χέρια της το μέγεθος.
Ο γοητευτικός άνδρας πέρασε δίπλα τους σε ελάχιστη απόσταση. Τα μάτια της Εριφύλης παρασυρμένη από τη γοητεία της παραστατικής αφήγησης της Ελπινίκης με τα προσόντα του ιδιαίτερα προικισμένου ηθοποιού, ενστικτωδώς στράφηκαν στο καβάλο του άνδρα. Φανταζόταν τη στύση του να φουσκώνει και να γεμίζει το καβάλο του. Ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα της. Λάγνες επιθυμίες αγκαλιάζουν τις σκέψεις της και πλημμυρίζει τα μέσα της. Ένιωθε να αναψοκοκκινίζει και να πλημμυρίζει χυμούς.
«Τι ηθοποιούς και πράσινα άλογα μου λες ρε φιλενάδα. Αυτός είναι πιο όμορφος από τον Θεό Απόλλωνα που έχουμε στο Μουσείο μας. Τυχερή η κοπέλα που τον αγκαλιάζει.»
Κοίταξαν συνωμοτικά η μία την άλλη, κατόπιν στράφηκαν προς τα διπλανά τραπέζια και τότε διαπίστωσαν πως οι παρέες είχανε φύγει. Ήταν μοναχές τους στην άκρη της παραλληλόγραμμης αίθουσας του καταστήματος.
Ο άνδρας τις είδε! Ένα πλατύ χαμόγελο ευχαρίστησης ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του. Επέλεξε και κάθισε στον γωνιακό καναπέ δίπλα τους. Ήταν το πιο απόμακρο και ήσυχο σημείο του μαγαζιού. Ακριβώς δίπλα και απέναντι από τις δυο μας φίλες. Τόσο η Ελπινίκη όσο και η Εριφύλη τον κοιτούσαν διακριτικά.
Όντως ήταν κούκλος. Κούκλος, όμως. Από αυτούς με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά που όλες οι γυναίκες θέλουν. 
Γύρω στα τριάντα του χρόνια με πλούσια ανάκατα μαλλιά μια φιγούρα μοναχικού γοητευτικού τριαντάρη που τραβούσε τα βλέμματα των θηλυκών που προσπερνούσε και μ' ένα γλυκό χαμόγελο που του χαρίζει τη γοητεία εκείνη που δύσκολα μπορεί μία γυναίκα να αντισταθεί.  Με πέντε λέξεις, αρσενικό που δεν περνάει απαρατήρητο και προφανώς, θα είχε πολλές επιτυχίες με τις γυναίκες.
Ακούμπησε απαλά την χρυσό-καστανή ματιά του στις δύο τόσο γοητευτικά λαμπερές γυναικείες σιλουέτες και άφησε τις στιγμές να χαλαρώσουν. Στα χείλη του γεννήθηκε ένα στοχαστικό χαμόγελο. Παρατηρώντας τις το πρόσωπο του ρόδισε και χαμογέλασε. Σκέψεις τον πλημμύρισαν αυθόρμητα. Πραγματοποίησε μια νοητή περιπλάνηση χαρτογραφώντας με ενδιαφέρον τις δυο όμορφες γυναίκες εκεί δίπλα του. Είχε μεγάλη αδυναμία στις όμορφες, προσεγμένες γυναίκες. Θεωρούσε πραγματικό Θηλυκό όποια ήξερε με μαεστρία ν' αναδεικνύει τα δυνατά σημεία που της χάρισε η φύση.
Πρώτα νοερά περιπλανήθηκε στην Ελπινίκη. 
«Αυτή με το σινιέ ταγιέρ. Ομορφιά κλασσική. Απόλυτη κοκέτα  πάντα στην τρίχα. Κομψή γυναίκα που ακόμη και το αιδοίο της  σίγουρα είναι απαλό, όμορφο και περιποιημένο.»
Δεν πρόλαβε να αποσώσει το συλλογισμό του και το βλέμμα του πέφτει γυρνώντας στην Εριφύλη και όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν ένιωσε εκείνο τον ηλεκτρισμό, αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ήταν έλξη με την πρώτη ματιά. Kαθώς την κοιτάζει, απολαμβάνει με γρήγορες ματιές τις λεπτές κινήσεις και την αριστοκρατική της φιγούρα, μια κλασική εικόνα κομψοντυμένης ομορφιάς στο ρεστοράν. Tα κατσαρά καστανοκκοκινα μαλλιά της κατεβαίνουν με τέλειο κυματισμό και τονίζουν το σταρένιο της δέρμα, ίδιο με τη χλομάδα των γυναικών της Mεσογείου. Tα τοξωτά φρύδια κι οι μακριές βλεφαρίδες της, μια νυχτερίδα. Tα μάτια της, λαμπυριζουν κάτω απ᾽ τα φρύδια της σαν πολύτιμο πετράδι μέσα σε χρυσό πλαίσιο. Η συμμετρία των χαρακτηριστικών του προσώπου της χαρίζει, χωρίς αμφιβολία, αυτοπεποίθηση! Καλοσχηματισμένη μύτη και χείλη συνθέτουν ένα αρμονικό πρόσωπο, που προσθέτει στο σοβαρό της προφίλ μια πινελιά, μια υποψία για κάτι που μένει ανομολόγητο.
Ήταν η σεξουαλική ένταση που τον απογειώνει. Το σώμα του αυτόματα ποθούσε αυτό που έβλεπε. «Γυναίκα αγριόμουνο» άφησε να φύγει από τα χείλη του ένας άτονος ψίθυρος: «Πολύ όμορφη γυναίκα σαν ατίθασο άτι που ξυπνάει μέσα σου το ζώο. Επίσης, γυναίκα που γουστάρει άγρια κόλπα. Γυναίκα που φέρεται στο σεξ ως αφέντρα» μουρμουρίζει ενώ το ακριβό της άρωμα αναμειγμένο με τη μυρωδιά απ’ το σώμα της τον μεθάει, θα ’θελε να το μαζέψει στην παλάμη του όπως αιωρείται και τον περιβάλλει με τη γοητεία της. Σαν χείμαρρος τον παρέσυρε η σεξουαλική αύρα που ακτινοβολούσε αυτή η γυναίκα. Ένιωσε κύματα καύλας να τον διαπερνούν. Όλα τα κύτταρά του, του έλεγαν ότι αυτή τη γυναίκα επιθυμούν να είναι το άλλο του μισό. 
Η Εριφύλη συνειδητοποίησε ότι ο άντρας που καθόταν απέναντι ακουμπώντας τις παλάμες του διπλωμένες στο τραπέζι είχε ρίξει το βλέμμα του πάνω της. Τα χρυσαφιά του μάτια βυθίστηκαν στα δικά της, αιχμαλωτίζοντας τα για μερικά ατέλειωτα δευτερόλεπτα, κι εκείνη ένιωσε να την αξιολογεί άμεσα και να την κοιτάζει με στιγμιαία περιέργεια. Είχε την άβολη αίσθηση πως αυτός ο άντρας μπορούσε να δει περισσότερα απ’ όσα θα ήθελε η ίδια να δείξει. Έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή, με την καρδιά να βροντοχτυπάει στο στήθος της, και με μια σκέψη να σκάει σαν βεγγαλικά στο μυαλό της: Θεέ μου, τι άντρας που είναι. Κι ήταν τόσο κοντά της. Ήταν ο πιο επιθυμητός άντρας που είχε ποτέ συναντήσει.
Θυμήθηκε τις ξεχασμένες συμβουλές της γιαγιάς της. Την συμβούλευε πως οι αληθινές γυναίκες πρέπει να είναι εκπληκτικές ηθοποιοί. Από τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας τους να κάνουν ώρες πρόβας μπροστά στο ανδρικό κοινό ώστε να εκτοξεύουν την υποκριτική τους. Η γιαγιά της θεωρούσε πάντα τον έρωτα σαν μια Θεατρική σκηνή, όπου οι γυναίκες ζουν την κάθε τους μέρα σαν πρεμιέρα. Γυναίκα είναι εκείνη τη συμβούλευε πως δεν κοιτάζεις ποτέ έναν άγνωστο άνδρα στα μάτια. Αφήνεις να κυλήσει ικανό διάστημα, μέχρις ότου εκείνος προσηλωθεί πάνω σου επίμονα και διεκδικητικά. Επιλέγεις από ένστικτο, τη στιγμή που Θα του ρίξεις μία και μοναδική θανατηφόρα ματιά, λίγο πριν αποχωρήσεις απ' το σκηνικό. Ο άνδρας, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα σου να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχεις ήδη Θέσει τους κανόνες σου. Εσύ βασίλισσα στον Θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία σου. Το παιχνίδι συνεχίζεται με απανωτές πολλαπλές δοκιμασίες, μέχρι ν' αποφασίσεις εσύ να δώσεις το οριστικό τέλος. 
 Ξεροκατάπιε. Το αίμα κύλησε πιο έντονα στις φλέβες της. Ξαφνικά, μια αίσθηση φόβου την κυρίευσε. Είχε αρχίσει να φοβάται ότι ο άνδρας δεν θα σταματούσε εκεί. Αισθανόταν ευάλωτη και αυτό φαινόταν. Ο άνδρας της χαμογέλασε εγκάρδια με το που κατάλαβε ότι η Εριφύλη αισθανόταν άβολα. Σήκωσε το βλέμμα του αναζητώντας το σερβιτόρο. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και πάλι και τα μάτια του βυθίζονταν αλύπητα στα βάθη της ψυχής της, και τα έλεγαν όλα! Η Εριφύλη είχε αρχίσει να νοιώθει αυτή την γλυκιά ζέστη να την κυριεύει να την ζαλίζει και να νιώθει μια αμοιβαία σεξουαλική έλξη. Ένιωσε και αυτή κύματα καύλας να την διαπερνούν.
Από εκείνη τη στιγμή, άρχισαν να επικοινωνούν νοερά. Τα νοητά μηνύματα που αντάλλαζαν ήταν ανοιχτό βιβλίο και για τους δύο. Είναι ζωγραφισμένα στα πρόσωπα τους, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό! Χωρίς υποθέσεις. Χωρίς αμφιβολίες. Ξεκάθαρα της έλεγαν ότι ήθελε να τη γνωρίσει. Και μαζί με τα μηνύματα, άρχισαν απλόχερα να γεννιούνται, συναισθήματα πρωτόγνωρα και να την «πλημμυρίζουν». Προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις, καθώς συλλογιζόταν τις συνέπειες. 
Με κάθε λεπτό που περνούσε, οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνονταν. Η ταραχή της φούντωνε, κι άρχισε να νιώθει φριχτά, καθώς ένταση πλημμύρισε ξαφνικά το χώρο, τόσο απτή και χαρακτηριστική, που θα ταν αδύνατο να ξεγελάσει τον οποιονδήποτε: μια τόσο ωμή, απροκάλυπτη και βίαιη σεξουαλικότητα, που η Εριφύλη ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Σαν ηλεκτρικό ρεύμα τη διαπέρασε το μήνυμα, κι ένιωσε τα γόνατά της να κόβονται.
«Τον θέλω,» σκέφτηκε πανικόβλητη.
Δεν είχε ιδέα πώς της είχε συμβεί αυτό.
«Τον θέλω! Ακόμη ακόμη και όταν σκέφτομαι ότι αυτή την στιγμή, μπορεί και να μην έρθει ποτέ.»
Ασυναίσθητα, το κορμί της έγειρε προς το μέρος του, τα χείλια της μισάνοιξαν, η επιδερμίδα της ρίγησε σαν να τη φυσούσε δυνατός αέρας. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, κοντανασαίνοντας.

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία IΙ: (Part.. 1)
.....

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Apo Tin Paidikotita Stin Efivia: o Epilogos

...O Αλκιβιάδης λόγω βιοποριστικών και όχι μόνο συνθηκών εγκατέλειψε το λύκειο προς μεγάλη απογοήτευση της Κύπριας φιλολόγου του που αλλιώς την φανταζόταν την σταδιοδρομία του. (Όχι πάντως μηχανικό...  Κάτι για ρεπόρτερ του έλεγε. Δημοσιογράφος εννοείς; τη ρωτούσε.) «Για κάποιους ανθρώπους τα γράμματα γίνονται πολυτέλεια όταν το μόνο που τους έχει απομείνει είναι η περηφάνια της φτώχειας τους.» Και άντε και πώς να το ανακοινώσει στην Ιοκάστη που τον έβλεπε να παίρνει τα γράμματα και καμάρωνε. Έβλεπε στο γιο της τα διψασμένα για γνώση μάτια της.
Από τα παιδικά του χρόνια, ο Αλκιβιάδης ήταν φορτωμένος με ευθύνες και έπρεπε να αγωνιστεί σκληρά για το ψωμί του, αφού η Ιοκάστη του και ο Κλέαρχος ήταν φτωχοί και δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν στον ανήσυχο Αλκιβιάδη μια καλή εκπαίδευση, για την οποία τόσο λαχταρούσε. 
.....Πού να ’ξερε η δόλια η Ιοκάστη πως για το φτωχόπαιδο του παλιού εκείνου καιρού, τα τρύπια και χιλιομπαλωμένα παντελόνια του θα γίνονταν αιτία να του κλέψουν τον ήλιο της ελπίδας που δεν έμαθε πολλά γράμματα, και ξένες γλώσσες. Γιατί, πού να περισσέψουν λεφτά για καινούριο παντελόνι, τότε που η φτώχεια κυνηγούσε τους ανθρώπους. Αυτά τα τρύπια, τα χιλιομπαλωμένα παντελόνια που φορούσε από ανάγκη και περισσή ανέχεια, έγιναν η αιτία ώστε ο Αλκιβιάδης στην προεφηβική του ηλικία να νοιώθει άβολα και ν' αρνείται να πηγαίνει στο φροντιστήριο των αγγλικών και των γαλλικών βρίσκοντας χιλιάδες δικαιολογίες για να μην στεναχωρεί την Ιοκάστη, που του τα παρείχε δουλεύοντας πολύ σκληρά και πολλές ώρες..και σήμερα την ευγνωμονεί, γιατί ακόμα του θυμίζουν το καθήκον και τη θέση του μέσα στην κοινωνία, κάθε φορά που πάει να ξεχαστεί.
..,, Απλώς τελείωσε μια νυκτερινή σχόλη εργοδηγών μηχανολόγων.. Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως υπαξιωματικός στο τεχνικό κλάδο στα τεθωρακισμένα. Με το τέλος της στρατιωτικής θητείας επέτυχε πρόσληψης στο τεχνικό τμήμα της ολυμπιακής αεροπορίας αλλά δεν τον ικανοποιούσαν την εποχή εκείνη οι μισθολογικές προοπτικές και αποφάσισε να μην αποδεχθεί την πρόσληψη. Με το πτυχίο του εργοδηγού μηχανολόγου, φοίτησε ένα χρόνο στις  ακαδημίες των εμποροπλοιάρχων ώστε να ακολουθήσει το επάγγελμα του ναυτικού. Τον κέρδισε η θάλασσα το παιδικό του όνειρο, παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Κι’ η θάλασσα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της. Την συνέχεια των σπουδών που πολύ την επιθυμούσε, ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας.
Ίσως κάποια μέρα.
Ίσως.
Μα εκείνη η μέρα δεν ήρθε, δεν παρουσιάστηκε ποτέ. Τώρα που έχει τα τριπλάσια χρόνια, κυνηγάει την παιδική ηλικία που δεν είχε, και γι' αυτό του αρέσουν οι παιδικές περιπέτειες.
Την ίδια εποχή είναι που συντελείτε η σωματική μεταμόρφωση του Τηλέμαχου. Μέχρι τότε στα δεκατέσσερα του χρόνια ήταν ένα κοντό παιδί που ψήλωσε απότομα στα δεκαπέντε με δεκαέξι του χρόνια, κι ακόμα συνέχισε να ψηλώνει, σαν κάποιο χέρι μαγικό να έπλαθε το κορμί του. Ψήλωσε αρκετά, απέκτησε φυσική ομορφιά, και από έφηβος έδειχνε μεγάλη αυτοκυριαρχία και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.Το πρόσωπό του είχε στιβαρή χάρη και το βλέμμα του ήταν χαϊδευτικό, ήμερο, αντίφεγγε με μελί φωτεινές αναλαμπές. Ένας όμορφος έφηβος με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε. Η φυσική του σεξουαλικότητα και ο ήρεμος θελκτικός τόνος της φωνής του κυριαρχούσαν στους γύρο του. Ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια που είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους.
Ο μικρός Ιάσονας μεγαλώνοντας ψήλωσε έγινε ένα γεροδεμένο παλικαράκι. Τέλειωσε το δημοτικό και προετοιμάζεται για εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο. Προετοιμάζεται τρόπος του λέγειν διότι τα βιβλία γενικά του έφερναν αλλεργία.
Ο Αλκιβιάδης αν και είχε εγκαταλείψει το Λύκειο, διατηρούσε καλές αναμνήσεις και εκτιμούσε το παιδαγωγικό έργο του πατρινού γυμνασιάρχη του και αντίστοιχα ο γυμνασιάρχης εκτιμούσε την φιλομάθεια του Αλκιβιάδη… Με θάρρος λοιπόν ζήτησε από τον γυμνασιάρχη να βοηθήσει τον μικρό Ιάσονα διότι είναι ένα πανέξυπνο παιδί απλά δεν τα πάει καλά με τα γράμματα.
Ακόμη και σήμερα ο Αλκιβιάδης θυμάται με νοσταλγία και σεβασμό τον καταγωγή απ’ την Πάτρα γυμνασιάρχη του να του γραπώνει την μύτη με τον Δείκτη και τον μεσαίο δάκτυλο και να τον ταρακουνά μέχρι που τον έπαιρναν τα ζουμιά απ  την αιμορραγούσα μύτη… 
Το έγκλημα του ήταν ότι είχε ζωηρή φαντασία και μια μεγάλη αγάπη στις περιπέτειες, έγραφε γλαφυρές εκθέσεις, αλλά οι σελίδες του ήταν σαν ένα ολάνθιστο λιβάδι σπαρμένο παπαρούνες.  Η Κύπρια φιλόλογος χαμογελούσε με κατανόηση αλλά ο γυμνασιάρχης το είχε βάλει αμέτη-μωχαμέτη ο μαθητής του να μάθει και ορθογραφία.
«Ζωντόβολο θα μάθεις ποτέ να γραφείς σωστά τις λέξεις.» Και τον ταρακουνούσε χωρίς οίκτο. Αλλά στα ματιά του ο Αλκιβιάδης έβλεπε μια ζεστή, τρυφερή ματιά που ενδιαφερόταν για εκείνον. Αυτή η κρυμμένη τρυφερότητα  ήταν η απόδειξη της αγάπης του για τον μαθητή του.
Ο μικρός Ιάσονας συμμετείχε αναγκαστικά για να πάρει μέρος στις εισαγωγικές εξετάσεις για το γυμνάσιο, για να μην πικράνει την Ιοκάστη και τον αδελφό του ύστερα από τις δέουσες ασφυκτικές παραινέσεις, αλλά παρακάλεσε το γυμνασιάρχη να μην τον βοηθήσει γιατί δεν επιθυμεί να πάει στο γυμνάσιο. Το 'βλέπε για γράμματα ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει, θεωρούσε το σχολικό βάρος ασήκωτο. Ήταν καιρός του να διαλέξει μια τέχνη. Ο γυμνασιάρχης με κατανόηση του χάιδεψε στοργικά το κεφάλι και του ευχήθηκε να βρει αυτό που επιθυμεί στην ζωή του. Με το πέρασμα το χρόνου δεν κάθισε ξανά ποτέ σε θρανία, βρήκε όμως τον δρόμο του, κι έκανε προκοπή  ύστερα από μόχθο και σκληρή δουλειά. ...  
Η ίδια η ζωή έχει διδάξει πως ουκ ολίγοι, που δεν κάθισαν σε θρανία, βρήκαν τον δρόμο τους, δούλεψαν σκληρά και πέτυχαν πολλά. Όπως ο ιδιόμορφος και πλούσιος Κεφαλλονίτης της ανέκδοτης ιστορίας που λέγεται από στόμα σε στόμα, για πολλά χρόνια, που λέει στο τραπεζίτη του «Αν ήξερα να γράφω θα ήμουν καντηλανάφτης».
Ο Κλέαρχος η Ιοκάστη με τον Τηλέμαχο και τον Ιάσονα μετακόμισαν στην Αθήνα το διάστημα της στρατιωτικής θητείας του Αλκιβιάδη.
Η Ιοκάστη. Η υπέροχη μητέρα τους.
Απεβίωσε στα εξήντα επτά της χρόνια σε πολύ καλή φυσική και πνευματική κατάσταση και καλή φυσική σωματική δραστηριότητα, από αιφνίδιο θάνατο (την πρόδωσε η αγνή καρδιά της) που ξάφνιασε τόσο το γιατρό της, καθώς και όλους τους άλλους γύρω τους.
Του Αλκιβιάδη υπάρχουν ακόμη μέσα στο μυαλό και στην ψυχή του αναμνήσεις, εικόνες της και συναισθήματα από το παρελθόν τους που έχουν χαραχτεί βαθιά μέσα του και δεν ξεχνιούνται, αν και έχουν ξεθωριάσει και δεν είναι τόσο ζωντανές με το πέρασμα του χρόνου, που τις κουβαλά ακόμα και σήμερα. Οι αναμνήσεις είναι συνυφασμένες με το παρελθόν του και το παρελθόν του καθορίζει άμεσα το παρόν και το μέλλον του.  Η Ιοκάστη του είναι μια ανάμνηση που για αυτόν σημαίνει κάτι θετικό, κάτι που θέλει να θυμάται για όσο ζει, κάτι που βίωσε και τον έκανε ευτυχισμένο και η ανάμνηση της βρίσκεται σε μια γωνιά της ψυχής και του μυαλού του και τον συντροφεύει να έχει το ψυχικό σθένος για να πετύχει, να είναι αισιόδοξος, τολμηρός και δυνατός όπως αυτή τον συμβούλευε. Το αποτύπωμα που άφησε, δεν ξεθώριασε! Μέσα του «φωσφορίζει» να του την θυμίζει ανελέητα και να 'ρχεται στα χείλη του ψιθυριστά πόσο τους λείπει....
Επέστρεψε εσπευσμένα από το Χιούστον των ΗΠΑ όπου βρισκόταν.
Δεν τα κατάφερε! Δεν πρόλαβε να την ασπαστεί αν και έτρεξε να αγκαλιάσει για τελευταία φορά το άψυχο σώμα της. Αν και το επιθυμούσε.
Ο άνεμος της μνήμης γέμισε μελαγχολική σκόνη το μυαλό του και αμέσως το πρόσωπό του σκοτείνιασε ενθυμούμενος την εικόνα της πρόωρα χαμένης μητέρας του. Ο πόνος του ξεχείλισε για μια ακόμα φορά και τα μάτια του άρπαξαν φωτιά. Είχε καιρό να κλάψει, παρόλο που η σκέψη της τον βάραινε διαρκώς. Από εκείνο το μελανό δευτερόλεπτο που έμαθε για τον αιφνίδιο θάνατό της, μια σκιά σαν κοράκι ήρθε και κάθισε μόνιμα στην ψυχή του. Άφησε τα δάκρυα να κυλήσουν, ζητώντας να ξορκίσει την προσωπική του τραγωδία. Αν τον έβλεπε από μια γωνιά του σύμπαντος, σίγουρα θα τον καμάρωνε. 
Τον πρώτο καιρό τις νύχτες που το φεγγάρι έπαιζε κρυφτό με τα σύννεφα, μες στα βαθιά μεσάνυχτα σαν λύκος μοναχικός, σερνόταν κρυφά μέσα από τους ίσκιους και τρύπωνε σαν φάντασμα στην τελευταία κατοικία της.
Ήθελε να είναι ολομόναχοι οι δυο τους, πλησίαζε αθόρυβα, εκεί που εκείνη κοιμόταν ήσυχα και γαλήνια. Να τα πούνε. Και να μην τους ακούει κανείς. Στεκόταν πάνω από την λιτή μαρμάρινη πλάκα, η ψυχή του κομμάτια. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έφυγε τόσο νωρίς, έτσι ξαφνικά, χωρίς ένα αντίο, χωρίς μια λέξη… Περίμενε εκεί….Κλαίει, μ' έντονο, γοερό κλάμα και τα δάκρυα που καίγανε χύνονται ζεστά απάνω στο κρύο μάρμαρο. Γονατιστός επάνω της και αναρωτιόταν «Γιατί;»  Καμία απάντηση από πουθενά. «Που πήγε η γαλήνη και η ηρεμία σου. Γιατί χάθηκε η ομορφιά της ψυχής σου; Γιατί; Χάθηκαν τα χάδια σου τα τρυφερά.» 'Όταν ήταν μικρός, ερχόταν ακροπατώντας στο κρεβάτι του λίγο πριν κοιμηθεί, για να τον σκεπάσει. Του χάιδευε τα μαλλιά, τον μύριζε απαλά, τον ασπαζόταν τρυφερά όπως μόνο μια μάνα ξέρει και πήγαινε να ξαποστάσει από την κούραση της ημέρας. Πέρασαν κιόλας τριάντα πέντε χρόνια, συλλογίστηκε. Έτσι απλά! Σαν ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού. Κι ένοιωσε στο μάγουλό του, το φιλί της μάνας του, όπως όταν τον αποχαιρετούσε στο πρώτο του μπάρκο. «Να πας στο καλό καρδιά μου. Να σε φυλάει ο Άγιος μας, εκεί στα ξένα που πηγαίνεις». Έχωσε μέσα στη τσέπη από το σακάκι του ένα φυλακτό και τον ξεπροβόδισε μέχρι το αεροδρόμιο που ετοιμαζόταν να σαλπάρει για τον Περσικό κόλπο. 
Έφευγε όταν η μέρα χάραζε και ο ορίζοντας ρόδιζε στο βάθος. Έκλεινε τα μάτια και το ξέρει πως δεν υπάρχει γιατί. Έτσι είναι ο κόσμος.
Ο Κλέαρχος.
Απεβίωσε στα ογδόντα πέντε του έτη. Ο Αλκιβιάδης με τα χέρια του ... του έκλεισε τα μάτια όταν αναχώρησε η ψυχή του από το σώμα του, για ν' αναπαυθεί.. (........ αιώνια μετά των δικαίων........)
Ο Τηλέμαχος.
Τελείωσε το Λύκειο,  σταμάτησε όμως εκεί, δεν έκανε ένα βήμα ακόμη να πάρει εφόδια για να προχωρήσει παραπέρα,. Oταν ήταν μικρός μάλλον ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής, δεν υπάρχει παιδί που παίζει μπάλα και να μη θέλει να γίνει ποδοσφαιριστής.  Είχε μεγάλο φυσικό ταλέντο, αλλά ήταν τρομερά απείθαρχος, οπότε το πλάνο αυτό δεν προχώρησε με επιτυχία.  Μετά, και καθώς τα πράγματα σοβάρευαν και οι αποφάσεις έπρεπε να έχουν και κάποιον ρεαλισμό, αυτός παρέμεινε αναποφάσιστος, επιβεβαιώνοντας τη αστάθεια του χαρακτήρα μου. Δεν είχε ιδέα τι μπορεί πραγματικά να του αρέσει, ίσως μόνο μια αίσθηση, αλλά κι αυτή δεν ήταν αρκετή. Υπηρέτησε στις ειδικές δυνάμεις καταδρομών του στρατού. Του Αλκιβιάδη δεν του φάνηκε παράξενο αλλά είχε κάποιους φόβους με την επιλογή του αδελφού του. Πίστευε ότι δεν ταίριαζε με τον ατίθασο χαρακτήρα του να γίνει μέλος μίας επίλεκτης ομάδας καταδρομέων που πρέπει να περάσει από ασκήσεις και γυμνάσια που προκαλούν τρόμο και πόνο και ορισμένες φορές μάλιστα η εκπαίδευση για τα ειδικά αυτά σώματα ξεπερνάει κάθε φαντασία.
Η μετέπειτα επαγγελματική ζωή του πολυτάραχη και ασταθής. Ασχολήθηκε με μια πληθώρα από επαγγέλματα. Από δουλειές του ποδαριού μέχρι επιτυχημένες επιχειρήσεις. Μπορεί να ‘ταν ένα χαρισματικό παιδί, αλλά οδήγησε την ζωή του χωρίς πηδάλιο, ανήσυχος, χωρίς πληρότητα, τελικά βούλιαξε στο βάλτο της καθημερινότητας, με τα σπουδαία του χαρίσματα χαμένα. Από την εφηβική του ηλικία η περιπέτεια ήταν συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή μου. Ήταν αυτός απ’ τα αδέλφια που είχε όλα εκείνα τα φυσικά σωματικά χαρίσματα των προγόνων από την πλευρά της μητέρας τους. Ήταν ένας όμορφος άντρας με καστανόξανθα μαλλιά που συνήθως τα άφηνε λίγο περισσότερο μακρύτερα απ' όσο έπρεπε. Τον Τηλέμαχο τον σκότωσε το ίδιο του το πάθος για τη ζωή. Και η ίδια η ζωή τον έδιωξε από την αγκαλιά της. Δε χρειάστηκε και πολύς κόπος για να αναποδογυρίσει το σκάφος παρασύροντας στο βυθό ότι υπήρχε πάνω του. Όταν τον βάλανε κάτω απ' τη γη ήταν μονάχα σαράντα τριών ετών. Χάθηκε έτσι ξαφνικά. Ποιος θα το 'λεγε. Σαράντα τρία χρόνια ανέμελης ζωής που ξαφνικά ένα ύπουλο τσίμπημα στην καρδιά τον σκόρπισε για πάντα.
Λάκισε απ' τούτη τη ζωή χωρίς να τους πει ούτε ένα αντίο.....
 Ο Ιάσονας. ....
Όταν ο Ιάσονας είπε την απόφαση του η Ιοκάστη δεν συμφωνούσε που αποφάσισε να παρατήσει τα γράμματα για μια τέχνη, το θεωρούσε παράτολμη κίνηση για την μετέπειτα ζωή του, θύμωσε πικράθηκε μα η απόφαση του Ιάσονα ήταν αγύριστη... Ο Κλέαρχος που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Βενιαμίν τους δεν του έκανε εντύπωση και δεν αντέδρασε στις επιθυμίες του Ιάσονα. Τουναντίον πολλές φορές  έγινε πολύτιμος αρωγός στις προσπάθειες του.
Και ο Αλκιβιάδης καθησύχασε την μητέρα τους. «Αυτό το παιδί έχει έμφυτο μέσα του το δαιμόνιο του εμπορίου, και μην το υποτιμάς, μητέρα» της είπε.
Από έφηβος ξημεροβραδιαζόταν δουλεύοντας τόσο σκληρά που είχε συνηθίσει να κοπιάζει για να πετύχει. Του χρειαζόταν εξάλλου να κάνει βήματα προόδου, για να κλείσει το στόμα της μητέρας τους, η οποία ανησυχούσε σχετικά με το μέλλον του. Ασχολήθηκε ταυτόχρονα με τεχνικές εργασίες υδραυλικών εγκαταστάσεων, και με εμπορικές δουλειές, μειώνοντας με γοργό ρυθμό την απόσταση που χρειάζεται να διανυθεί ως την καταξίωση.
Παντρεύτηκε νεαρότατος και ήδη στη στρατιωτική θητεία του είχε μια κόρη, που έφερε πανάξια το όνομα της μητέρας τους. Υπηρέτησε στην επίλεκτη Μονάδα της Προεδρικής Φρουράς παρ’ ότι δεν ήταν επιλογή του, ούτε το επιθυμούσε.. Απλώς επιλέγει με κριτήρια κυρίως ήθους και σωματικά. Και αυτό ο Αλκιβιάδης νομίζει ότι τα λέει όλα!  Αργότερα ο χαρακτήρας του, το εμπορικό και επιχειρηματικό δαιμόνιο που είχε μέσα του, είχαν σημαντική συμβολή στην προώθηση της κοινωνικής του ευημερίας, με αποτέλεσμα η βελτίωση της ευημερίας του να να συνδεθεί με τη δημιουργία μια όμορφης οικογένειας.
.........Το ταξίδι, η περιπέτεια και η μακριά πορεία τελειώνει σ' εκείνο το μέρος όπου πηγαίνει η φλόγα όταν σβήνει, στο άυλο παρελθόν .
.......... Όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι που οδηγεί στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Βλέπει τα  κύματα να παφλάζουν στην αμμουδιά στα πόδια του, τα νιώθει στο ρυθμό του φλοίσβου τους να του ψιθυρίζουν ολόγυρα από το σώμα του. Έκλεισε  τα μάτια του για ν' ακούσει τη μουσική τους μα δεν τ' άκουγε παρά μόνο τον παφλασμό τους. Ήταν η αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του. Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά.
Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων και εκεί καθισμένος στην αμμουδιά, ταξίδευε με τα καράβια που περνούσαν...
...............................................
***Πηγή … Η Κουμουστά της Λακεδαίμονος…
Θεοδ. Σ. Κατσουλάκου… Παν. Χ. Στούμπου
Εκδοση ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΞΗΡΟΚΑΜΠΙΟΥ......ΣΠΑΡΤΗ 2012
Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ
1. Οικογένειες και ιστορική τους παρουσία… Σελίδα 199….

**Kατά την παράδοση ήταν ο πρώτος οικιστής της Ρειχιάς από τις Σπέτσες στα 1795…Βλέπε: Λακωνικαί Σπουδαί… Τόμος 20
Ελευθερίου Π. Αλεξάκη… ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΑΛΒΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΑΛΒΑΝΟΠΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗ ΒΑ ΛΑΚΩΝΙΑ. (1400-2000)

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

«Den Legonte Ta Panta Stous Pantes»

... Την εποχή εκείνη στο τέλος τη εφηβείας του Αλκιβιάδη, ο Κλέαρχος ένοιωθε εντελώς αποστραγγισμένος από ενέργεια και παρουσίαζε φιλάσθενο χαρακτήρα και ασθένειες τον ταλαιπωρούσαν. Ο θεράπων του ιατρός τους δήλωσε, ότι λόγω του ιστορικού με τα νεφρά του, χρήζει νοσοκομειακής περίθαλψης και για «καλύτερα» αποτελέσματα τον παρέπεμψε σε μεγάλο νοσοκομείο των Αθηνών για περαιτέρω κλινικές εξετάσεις καθώς τους δήλωσε ότι τις κρίνει πραγματικά απαραίτητες...
 «Ταλαιπωρήθηκε στις κυνηγητικές εξορμήσεις στα βουνά και τα λαγκάδια που εφορμούσαν με τον φίλο του το γιατρό.» Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης στην Ιοκάστη.
«Αλκιβιάδη σε παρακαλώ! Μη λες τέτοια λόγια για την ίδιο σου τον πατέρα». Τον μάλωσε η μητέρα του.
Έχει περάσει μια εβδομάδα που η Ιοκάστη άφησε τον Κλέαρχο στην εποπτεία των γιατρών με τη συνδρομή της αδελφής της που μένει στην Αθήνα. Επιστρέφει πάλι στο νοσοκομείο στην Αθήνα για να δει την πρόοδο της ανάρρωσης του Κλέαρχου. Διαβαίνοντας το εσωτερικό μεγάλο πάρκο του νοσοκομείου έπιασε στα «πράσα» τον Κλέαρχο να ερωτοτροπεί σε παγκάκι του πάρκου με μια νοσοκόμα. Είχε δίκιο λοιπόν η αδελφή της που τον επισκεπτόταν καθημερινά και εκμυστηρευόταν της Ιοκάστης ότι ο Κλέαρχος τον τελευταίο καιρό εκμεταλλεύεται την ψυχολογία της με την φιλάσθενη νοοτροπία που παρουσιάζει. Αδελφή μου της έλεγε το μυαλό του είναι στο «Ο γιατρός θεραπεύει, αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.» Και της τόνιζε ιδιαίτερα με στόμφο ειρωνικό αυτό το «αλλά η νοσοκόμα φροντίζει τον ασθενή.»
Ο Κλέαρχος τις ώρες εκείνες ήταν τόσο απορροφημένος το μόνο που σκέφτεσαι είναι το πουλί του και τα σαλιαρίσματα! Δεν πήρε είδηση την παρουσία ούτε καν τον ίσκιο της Ιοκάστης. Την Ιοκάστη ένας τεράστιος θυμός την είχε πλημμυρίσει και ξεχείλιζε από κάθε της πόρο. Μια πίκρα. Αγαπούσε τον Κλέαρχο, λαχταρούσε και ανησυχούσε να τον συναντήσει ώστε να μάθει για την πορεία της υγείας του. Η αντίδρασή της έμοιαζε με βουβή κραυγή: Κυριευμένη από απογοήτευση πήρε των κομματιών της κι έφυγε χωρίς να την πάρει είδηση ο Κλέαρχος. Γύρισε άναυλη στη Λαμία..
Με τη επιστροφή στη Λαμία μια απέραντη πίκρα και ένας βουβός θυμός αιωρείται και κυριαρχεί στο περιβάλλον του σπιτιού τους. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ποιος είναι ο στόχος του θυμού της, και δυστυχώς ο θυμός της αποτελεί πρόβλημα που δεν εκφράζεται και παραμένει βουβός. Λύπη βαθιά τον πλημμύρισε στο βουβό συναπάντημα των ματιών τους με την Ιοκάστη, όπου ο πόνος της μητέρας του  καθρεφτίζεται και στα δικά του μάτια σε μια στιγμή, σιωπηλής επικοινωνίας, όπου τα μάτια τους συναντώνται και «μιλάνε» χωρίς να ακούγεται λέξη. Υπάρχει μια συναισθηματική φόρτιση  και το συναίσθημα είναι τόσο μεγάλο, που δεν χρειάζονται λόγια. Είναι οι στιγμές όπου ο Αλκιβιάδης καταλαβαίνει τα βαθύτερα αισθήματα και τις σκέψεις της μητέρας του.
Δεν την είχε ματαειδεί σε μια τέτοια κατάσταση βαθιάς ψυχικής οδύνης και συναισθηματικής διάλυσης το στύλο του σπιτιού τους. Την νιώθει ότι η ψυχή της είναι  «κομματιασμένη» σαν τ’ αλωνιού τη πέτρα τη παλιά. Σαν του παξιμαδιού το θρύμμα όταν κάποιος βιώνει έναν κατακερματισμό του εσωτερικού του κόσμου, συχνά εξαιτίας μιας μεγάλης προδοσίας και ψυχικού πόνου. Ρίγησε μέσα του, μια ανατριχίλα διαπερνά το σώμα του με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Αγκάλιασε με τις μεγάλες του παλάμες το σκυμμένο κορμί της σε μια προστατευτική αγκαλιά. Θέλει να προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά στη λυπημένη και κουρασμένη μητέρα του. Φίλησε τρυφερά τη κεφαλή της παραμερίζοντας με τα χείλη του το μαύρο θύσανο των μαλλιών της δείχνοντας της αγάπη, προστασία και στοργή, που αποπνέει ηρεμία και βαθιά συναισθηματική σύνδεση.
«Μητέρα, ψιθύρισε! Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι' αυτό αγριότερος. Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο που έχει κατεύθυνση, συσσωρεύεται «δηλητηριάζει» τον ίδιο σου τον εαυτό γιγαντώνει το πρόβλημα και κάποια στιγμή εκπυρσοκροτεί. Βουβά, σαν συριγμός..» Της πρότεινε με θέρμη να του μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά της και γ’ αυτόν που της το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις της, τις αντιρρήσεις της, την πίκρα της, το θυμό της. Ότι τέλος πάντων ταλαιπωρεί τη σχέση τους με τον πατέρα του..
«Ακόμη και να μη σε καταλάβω, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που μίλησες. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Το να βγάλεις τα συναισθήματά σου από μέσα σου, έχει συχνά θεραπευτική επίδραση, ανεξάρτητα από το αν ο άλλος κατανοεί πλήρως την κατάσταση σου. Είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι ειλικρινής και θαρραλέα από το να είσαι λυπημένη και θυμωμένη. Η ειλικρίνεια και το θάρρος προσφέρουν ανακούφιση, ενώ η θλίψη και ο θυμός, όταν εκφράζονται ανεξέλεγκτα, μακροπρόθεσμα είναι εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Είναι, δεν είναι; Είμαι εδώ για να σε ακούσω, ό,τι κι αν θέλεις να μοιραστείς!»
Η Ιοκάστη δάμασε το θυμό της, έδωσε χρόνο στον εαυτό της ώστε να ξεθυμάνει η οργή της και βουβά σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά της να πέφτουν, έπνιξε κάθε φωνή διαμαρτυρίας και του μίλησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της, από τις βαθύτερες τις πιο εσωτερικές περιοχές της ψυχής της. Παράπονο την έπιασε, αναστενάζει και διηγείται εφηβικές αναμνήσεις για τις επιλογές της, και με παράτονο να βγαίνει το αχ της φωνή της μέσ' από τα φυλλοκάρδια της.
Εξέφρασε τις πιο κρυφές της σκέψεις, τα βαθύτερα συναισθήματά της στη διάβα του χρόνου, χωρίς φόβο και αναστολές με απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο στο οποίο μιλάει, σε μια βαθιά εξομολόγηση προερχόμενη από το «εσωτερικό» της, δηλαδή από τον πυρήνα της ύπαρξής της. Τα γεγονότα μεταφέρονται όπως ακριβώς βιώθηκαν, χωρίς ωραιοποιήσεις ή ψεύδη και η αφήγηση της συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση με την ψυχή να καθοδηγεί την αφήγηση της. Η μητέρα του ανατρέχει στο παρελθόν όχι για να θυμηθεί, αλλά για να επεξεργαστεί τα συναισθήματά της τώρα που η γλώσσα της ρέει συναισθηματικά..
.....Τα χωριά του Ζάρακα κατά την περίοδο της Κατοχής, ήταν θέατρο δραστηριοτήτων της Εθνικής Αντίστασης. Στο Γέρακα στο Κυπαρίσσι και αλλού έφθαναν συχνά ελληνικά και συμμαχικά υποβρύχια, τη νύχτα, από τη Μέση Ανατολή. Διακινούσαν κατασκόπους και είχαν επαφή  με τις  μονάδες Εθνικής Αντίστασης. Μέλη της ομάδας αυτής  μαζί με τους ντόπιους, Ζαρακίτικης καταγωγής,  περιέθαλπαν και έκρυβαν από  τους Γερμανούς,  με κίνδυνο της ζωής τους  Έλληνες και ξένους  κατασκόπους.
Η Ρηχιά ήταν και παραμένει αγροτική περιοχή. Μερικά από τα χωράφια βρίσκονται σε μακρινή απόσταση από του οικισμούς, όχι τόσο χιλιομετρικώς αλλά χρονικώς γιατί ο απαιτούμενος χρόνος μεταβίβασης σε αυτά ήταν μεγάλος, επειδή η μεταφορές γίνονταν με μουλάρια και γαϊδούρια σε δρόμους δύσβατους. Για τον λόγο αυτό δημιουργήθηκε η ανάγκη κατασκευής καταλυμάτων- καταφυγίων για αποθηκεύσεις και την προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Στα μακρινά κτήματα όπως τα Καρίκια, που ήταν οι ιδιοκτησίες της οικογενείας του παππού σου βοσκούσαν τα πρόβατά μας και καλλιεργούσαμε  τα χτήματα μας. Εκεί στα Καρίκια, οι πρόγονοι μας είχαν χτίσει ένα ισόγειο σπιτάκι με κεραμίδια που κάλυπταν ανθρώπους και ζώα μαζί.  Ταυτόχρονα χαμηλά στο μυχό της θάλασσας στη θέση Βρίζα είχαν χτίσει πρόχειρο καταφύγιο τη λεγομένη τούρλα που  θύμιζε κτίσμα της λεγομένης « Μεγαλιθικής Περιόδου.»
Ο Αλκιβιάδης ανέμενε προσηνής την συνέχεια της ιστορίας της, προβληματισμένος για το τι σκοπό  εξυπηρετεί η περιγραφή της περιοχής. Έχοντας ζήσει και ο ίδιος για ένα διάστημα στο χωριό, όλα αυτά τα γνώριζε από πρώτο χέρι.
Εδώ η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο την αφήγησή της, όντας εμφανώς πιο ήρεμη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και άρχισε πάλι να του αφηγείται. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε κατάλαβε πως είχε φτάσει στο πιο δύσκολο. Ξεκίνησε μια εκ βαθέων εξομολόγηση όταν ξανάπιασε το μίτο των συλλογισμών της. Ζούσε τόσο έντονα το παρελθόν, που το παρόν δεν την ενδιέφερε πια σχεδόν καθόλου. Όσο η δροσερή σκιά της μουριάς σκέπαζε την αυλή κι η μυρωδιά απ' τα χρυσάνθεμα έφτανε από τον κήπο, τόσο πιο έντονα θυμόταν την εποχή εκείνη.
...........Στη Νοτιοανατολική Λακωνία κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής 1941-1944. οι πρώτες ομάδες ανταρτών είχαν δημιουργηθεί στην οροσειρά του Πάρνωνα ήδη απ’ τα τέλη του 1942. Αρχικά, οι ομάδες είχαν πολύ περιορισμένη δράση λόγω έλλειψης οπλισμού και έμψυχου δυναμικού. Η κατάσταση άλλαξε την Άνοιξη του 1943 με την άφιξη της πρώτης αγγλικής αποστολής, και το τέλος της Ιταλικής Κατοχής από  το καλοκαίρι του 1943 και  βρισκόμαστε πλέον στην δεύτερη αιματηρή γερμανική κατοχή στην Πελοπόννησο. Την εποχή εκείνη Έλληνες και Βρετανοί κομάντος  είχαν  φθάσει στη Λακωνία από τη Μέση Ανατολή με τελικό τους προορισμό να ενισχύσουν την Αντίσταση.
Βρετανοί κομάντος έπεσαν με αλεξίπτωτα κοντά στην  θαλάσσια περιοχή του μικρού όρμου Βρίζα στο κάβο στις Λούτσισες με δύσκολες καιρικές συνθήκες εκεί που βρίσκεται το κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας... Λόγω σφοδρής βροχής και ισχυρών ανεμών έχασε τα ίχνη ο ένας του άλλου. Φήμες μιλούσαν για έναν τραυματία και έναν ακόμη θανάσιμα τραυματία στην περιοχή... ο νεότερος είχε βγει στη θέση Βρίζα. Επειδή δεν βρήκε άμεσα μια ασφαλή γωνιά τη βροχερή νύχτα, η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει στο στομάχι του όταν ανακάλυψε μια μικρή σπηλιά όπου βρήκε ασφαλές και φιλόξενο καταφύγιο τις νυχτερινές ώρες. Μέσα στο θαμπό φως της αυγής, η πρώτη εικόνα μπροστά του μοιάζει σχεδόν με ζωγραφική σύνθεση στην ψυχή του. Μια στήλη λευκού καπνού ήταν ορατή καθώς υψωνόταν στην υγρασία της ατμόσφαιρας. Μόλις που χαράζει και με ψιλή-ψιλή βροχή κατά αραιά διαστήματα ακολούθησε τον κατσικόδρομο που οδηγούσε από τον όρμο της Βρίζα στο κατάλυμα- καταφύγιο της οικογένειας μας μετά από δύσκολη πεζοπορία. Το κατάλυμα- καταφύγιο ήταν μια πανάρχαια τούρλα που είχε μετατραπεί σε με τον χρόνο σε πιο ευρύχωρο κατάλυμα.
Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά ο καιρός τα ίδια και τα ίδια, όταν βλέπεις αυτά τα μαύρα σύννεφα στην Κουλοχέρα να κολλάνε κατά το Αμπελάκι, να κατηφορίζουν κατά το Σκίθι και να ξαπλώνονται στα Μαντριά, να περιμένεις κι άλλες βροχές, όπως συνηθίζουν να το λένε οι τσοπαναραίοι (ποιμένες).
Ο νεαρός άνδρας εντοπίστηκε πρώτα από τα σκυλιά του κοπαδιού μας. Ο παππούς σου πρόσταξε  τα σκυλιά να ησυχάσουν. Αν και βρεγμένος και έχοντας ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα φαινόταν ότι διέθετε την απαραίτητη στιβαρότητα να επιβιώνει σε δυσμενείς συνθήκες και ευτυχώς, έδειχνε καλά στην υγεία του. Μπήκε στο σπίτι ζητώντας την άδεια να απευθυνθεί στη γιαγιά σου. Συμπαθητικός, καλοσχηματισμένος, όμορφος, πειστικός..... φαινόταν και πολύ ειλικρινής.
Ήταν η περιπέτεια ενός νεαρού, Βρετανού στρατιώτη, ο οποίος, μπάρκαρε μια νύχτα της άνοιξης του 1943; από την Μέση Ανατολή με προορισμό την Κρήτη, και την Πελοπόννησο κι από ‘κει, περπατώντας, κατέληξε στην εξώπορτα του αγρότο-καλυβιού μας.
Εγώ μόλις είχα αναχωρήσει για το μαντρί μας που βρισκόταν κοντά στο κατάλυμα. Σε μια στιγμή κοίταξα πίσω και είδα σε μικρή απόσταση το νεαρό στρατιώτη.
......... Η ανάμνηση ξετυλίχτηκε στο μυαλό της, δάκρυα άρχισαν να πλημμυρίζουν τα μάτια της. Η εικόνα του Βρετανού στρατιώτη πρέπει να είχε πλημμυρίσει το μυαλό της.
....... Ο παππούς σου γέμισε ποτήρι με ρακί και του το πρόσφερε. Το ήπιε λαίμαργα σαν να έπινε νερό, οι γουλιές κατέβαιναν χωρίς να το καταλαβαίνει, μέχρι που ξαφνικά ξαναζωντάνεψε, πήρε δύναμη. Ήταν σαν «μάννα εξ ουρανού» διότι όπως ήταν γεμάτος αλάτι από τα κύματα, αισθανόταν αφόρητη δίψα. Τον βοήθησε να βγάλει τα βρεγμένα ρούχα του και του έδωσε να ρίξει επάνω του μια κάπα που φορούσε ο παππούς σου φτιαγμένη από τραγόμαλλο. Ο απρόσμενος επισκέπτης τυλίχτηκε με την κάπα καθώς κούρνιαζε πιο κοντά στη φωτιά με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο έτσι ώστε όσο το δυνατόν να φτάνει περισσότερη θερμότητα επάνω του. Η γιαγιά σου ετοίμασε ένα ζεστό πρωινό με φρέσκο γάλα, και φρέσκο-ψημένο χωριάτικο ψωμί με τηγανιτά αυγά για τον ταλαιπωρημένο στρατιώτη και μπόλικο τουλουμίσιο τυρί με ελιές.
Η οικογένεια μας, τηρώντας τις πατροπαράδοτες παραδόσεις του τόπου μας, απέκρυψαν τον περιπλανώμενο στρατιώτη, μοιράστηκαν μαζί του το λιγοστό φαγητό μας, με κίνδυνο της ζωής τους αφού οι Γερμανικές διαταγές ήταν σαφείς. Όποιος παρέχει αρωγή στον εχθρό θα τιμωρείται με θάνατο, (έλεγε η διαταγή του Γερμανού Διοικητή Φρουρίου της Μονεμβάσιας).
Ο νεαρός Βρετανός στρατιώτης ήξερε λίγα ελληνικά που τα είχε μάθει στη Μέση Ανατολή και στην Κρήτη. Λέξεις που τον βοηθούσαν στην επαφή του..
Ο παππούς σου χωρίς να χάσει καιρό αναχώρησε για τη Ρηχιά να βρει το σύνδεσμο των ανταρτών και να τον φέρει σε επαφή με Βρετανό στρατιώτη.
Έμεινε μαζί μας κρυμμένος και την επομένη. Και τις δύο μέρες που ακολούθησαν, φανταζόταν ότι ήταν καλά κρυμμένος, με ασφάλεια στο οικογενειακό κατάλυμα- καταφύγιο μέχρι που ο παππούς σου τον έφερε σ' επαφή με τους συνδέσμους των ανταρτικών ομάδων στην περιοχή. Τον διαβεβαιώσαμε ότι ήταν καλά κρυμμένος ακόμη κι από ακούσιους πληροφοριοδότες. «Ήδη ο θείος σου είχε πιάσει όπλο του αντάρτη και το 1946-47, ήταν σε λόχο αντάρτικο.» Ένοιωθε μια σιγουριά και μια ασφάλεια, που του μαλάκωνε την ψυχή.
Έκτοτε, ποτέ μου δεν έμαθα τι απέγινε ο Βρετανός στρατιώτης. Θυμάμαι που έδωσε καραμέλες και σοκολάτες στις μικρές μου αδελφές. Ναι τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας πολύ απλός και ευθύς άνθρωπος. Εκείνα τα γκρίζο-πράσινα μάτια του με σημάδεψαν με την ύπαρξή τους. Μας υποσχέθηκε μόλις τελειώσει ο πόλεμος θα προσπαθήσει να ξαναγυρίσει και να μας ξαναβρεί. Με ρώτησε αν με το καλό όλα αυτά τελειώσουν αν θα ήθελα να πάω στην Αγγλία να τον βρω. Μας υποσχέθηκε ότι θα μας γραφεί συχνά. Όταν αυτό είναι εφικτό. Την εποχή εκείνη ετοιμαζόταν τα βαφτίσια της μικρής-μικρής θείας σου. Νονός της ήταν πρώην βουλευτής από την Κρεμαστή που είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι, μετέπειτα υπουργός στην κυβέρνηση του Σ. Βενιζέλου. Ζήτησα από την γιαγιά σου να μεσολαβήσει να είναι αυτός ο σύνδεσμος έχοντας την μεγάλη ελπίδα ότι έτσι ίσως θα μπορέσω να έχω επαφή μαζί του.
Είναι η στιγμή που στης Ιοκάστης το μυαλό επικρατεί μελαγχολική διάθεση ανακαλώντας με νοσταλγία γεγονότα και αμυδρές εικόνες εκείνης της εποχής. Στην σκέψη της λιμνάζουν και πάλι οι ίδιες μελαγχολικές ιδέες, όπως τότε! Που δεν τις εξωτερικεύει. Ένα «κουβάρι» το οποίο δεν το αφήνει να ξετυλιχτεί. Άπλα νοιώθει. Μελαγχολική. Θλιμμένη...
Ο Αλκιβιάδης βλέποντας τώρα την ωχρά και μελαγχολική όψη της μάνας του την έπιασε απ' το χέρι και την τράβηξε μαλακά να κάτσει δίπλα του. Κοίταξε γύρω του με τα ζεστά δάκτυλα του ακουμπισμένα στο χέρι της και μ' αυτή την έκφραση θυμού και εξάντλησης στο πρόσωπο του εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια του και πιο πολύ απ' όλα τον εξόργιζε η υποτακτηκότητα της μητέρας του στη συζυγική της σχέση με τον πατέρα του.
Η Ιοκάστη τότε έβαλε το πρόσωπο της στις χούφτες της, έγειρε το κεφάλι της πάνω στα γόνατά της κι έτσι όπως καθόταν ζαρωμένη άρχισε να κλαίει πνιχτά μ' έναν τρόπο σα να 'βγάζε από μέσα της το παράπονο μιας ζωής. Ένας βουβός αναστεναγμός, της ξέφυγε πιο πολύ σαν λυγμός ήταν.  Οι ανάσες της γίνονταν βαθιές και λαχανιασμένες, ένιωθε σαν να είχε τρέξει. Και κατά κάποιον τρόπο ίσως να το είχε κάνει κιόλας. Έτρεχε πίσω από τη ζωή που επιθυμούσε για την οικογένεια της και ο σύντροφος της δεν βοηθούσε, ιδιαίτερα να την αποκτήσουν.
...Ο Αλκιβιάδης προβληματιζεται ευρισκόμενος σε μια κατάσταση αμφιβολίας και ενδοσκόπησης σχετικά με τη βαρύτητα των λόγων και των πράξεων της μητέρας του. Αν τα λόγια που άκουσε ήταν αληθινά, ειλικρινή ή αν λέχθηκαν πάνω στην ένταση, και τον θυμό της. Και ίσως και όσα δεν ειπώθηκαν! Τα «ανείπωτα». Η Αναπόληση, η νοσταλγία, οι αγιάτρευτες πληγές, ο έρωτας που έμεινε ανείπωτος όπως τον λέει ο ποιητής που περιγράφει τη διαδικασία της λήθης. «Τα περασμένα καίγονται, στη λησμονιά πετάνε, γίνονται αγιάτρευτες πληγές τις νύχτες και πονάνε». 
Μητέρα! όλοι μας νιώθουμε κάποιες φορές θλιμμένοι ή άκεφοι – κι αυτό μάλιστα δεν είναι καθόλου κακό μπορεί να νιώθεις σύγχυση και να είσαι πληγωμένη από τη συμπεριφορά του πατέρα, συμπεριφορά σαν και αυτές που αισθάνεσαι ότι το ποτήρι ξεχειλίζει, αλλά το γνωρίζεις πολύ καλύτερα από εμένα ότι ο πατέρας δεν είναι κακός, απλώς παθιάζεται ορισμένες φορές με συμπεριφορές και πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια και σε βγάζουν από τα ρούχα σου. Καιρός πολύς έχει περάσει από την τελευταία φορά που σύσσωμο το χωριό σε χαρακτήρισε «θαρραλέα γυναίκα». Το να σε  χαρακτήρισαν ως «θαρραλέα γυναίκα», σημαίνει ότι οι πράξεις σου, η στάση σου και οι αποφάσεις σου ξεπέρασαν τα συνηθισμένα και έδειξαν δύναμη ψυχής, τόλμη και αποφασιστικότητα. Έδειξε ότι κέρδισες τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων, όταν υπερασπίστηκες και πήρες μια δύσκολη απόφαση παρά τις αντιξοότητες. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό που είπατε χαμογελαστοί καλημέρα ο ένας στον άλλο. Η Ιοκάστη φίλησε με τρυφερότητα τον γιο της που λειτούργησε στο θύμο της ως «άγκυρα» ηρεμίας. Ένιωθε με  ανακούφιση τις θολές της σκέψεις να διαλύονται. Τα παιδιά της και η οικογένεια της είναι η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό της που καταπραΰνει το θυμό της.
......Ο Αλκιβιάδης σήμερα «επιμένοντας μυθιστορηματικά» αποπειράται να ζωντανέψει και να αναπλάσει πραγματικά γεγονότα και αναμνήσεις της Ιοκάστης αυτές που άγγιξαν την ψυχή της και που δεν τόλμησε να του εξομολογηθεί. Γιατί η ανάμνηση της ευτυχίας, δεν είναι πια ευτυχία. Είναι στιγμιαίες σκέψεις και βουβές ονειροφαντασίες, απ' τα εφηβικά σκιρτήματα. Που σβήνουν σαν τα χνάρια στο μαλακό το χώμα. Οι σκέψεις του υποδηλώνουν μια συνειδητή προσπάθεια να μην καταγράψει απλώς γεγονότα, αλλά να δώσει σε αυτά τη δραματική ένταση μιας ιστορίας, διατηρώντας ωστόσο στον πυρήνα τους τις αλήθειες των αναμνήσεων της μητέρας του. Τις αναμνήσεις εκείνες που η ψυχή ηγείται των γεγονότων. Αυτό σημαίνει ο Αλκιβιάδης τα γεγονότα δεν τα αφηγείται με αντικειμενικότητα, αλλά μέσα από το πρίσμα της συναισθηματικής τους βαρύτητας. Γι αυτόν σήμερα δεν έχουν σημασία τα γεγονότα και τι ακριβώς συνέβη με τη μητέρα του εκεί στην εφηβεία της με τον Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή αλλά πως τα ένιωσε η ίδια στην ψυχή της. Όταν στο διάβα του χρόνου οι σκέψεις, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι αναμνήσεις αναμειγνύονται με την πραγματικότητα, δημιουργώντας μια υποκειμενική αλήθεια. Τα γεγονότα μπορεί να αποθηκευτούν με διαφορετική ένταση ή μορφή, ανάλογα με το πόσο βαθιά άγγιξαν το άτομο εκείνη τη στιγμή, δημιουργώντας «ψευδείς αναμνήσεις» ή εξιδανικευμένες εικόνες.
«Δεν λέγονται τα πάντα στους πάντες: Ου πάσι τα πάντα ρητά».
....... Η Ιοκάστη δεν είχε διακρίνει καλά το πρόσωπο του νέου που ήρθε από τόπο μακρινό, αλλά πρόσεξε την ψηλή του κορμοστασιά και τα βρεγμένα πυκνά μαλλιά του, σε έναν συνδυασμό κόκκινου και χρυσού την όψη της φωτιάς κατά το ηλιοβασίλεμα. Ηταν ο πρώτος κίνδυνος και η προειδοποίηση! Το κόκκινο της φωτιάς τραβά την προσοχή και σηματοδοτεί τον κίνδυνο, λειτουργώντας προειδοποιητικά σε μια κατάσταση «απειλής». Κάθε λέξη του και η ξενική του προφορά έκαναν την καρδιά της να σκιρτάει. Λειτουργεί επάνω της ως ιδιαίτερο στοιχείο, το οποίο προσθέτει γοητεία και κάνει τον στρατιώτη να ξεχωρίζει στα μάτια της.
Ο Στρατιώτης έχοντας επιβιώσει από μια ανώμαλη που έμελλε να είναι η προσγείωση του με το αλεξίπτωτο, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, αποτέλεσε μια από τις πιο τραυματικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος, ευτυχώς δεν τραυματίστηκε, και τώρα προσπαθει να συνηδητοποιήσει που ακριβώς βρίσκεται. Τώρα όμως που έβλεπε να τον σερβίρουν όλο φροντίδα, την γιαγιά να του χαμογελά σαν να ήταν μωρό και τα μικρά κορίτσια καθισμένα στο λίθινο πάγκο να τον κοιτάζουν παραξενεμένα, αλλά χωρίς φόβο. Ένοιωσε ότι όλοι ήταν σοβαροί, αλλά ευτυχισμένοι, μέσα στη φτωχική καλύβα τους ένιωσε μια φυσική και συναισθηματική ασφάλεια! Είναι η αίσθηση του ότι  είναι προστατευμένος και αποδεκτός, και αυτό του ενισχύει το αίσθημα της ψυχικής ασφάλειας, της εμπιστοσύνης και αποδοχής που νιώθει κάποιος όταν γίνεται δεκτός με θέρμη και φιλικότητα. Η φιλικότητα τους δεν είναι απλώς μια ευγενική συμπεριφορά, αλλά ο μοχλός που του επιτρέπει να αντεπεξέλθει στις δύσκολες καταστάσεις, και του εξασφαλίζει την υποστήριξη που είναι απαραίτητη για να επικεντρωθεί στη συνέχεια της αποστολής του.
Τον Εγγλέζο στρατιώτη ο παππους σε μια κρίσιμη και επικίνδυνη πράξη υποστήριξης τον μετέφερε σε ένα ασφαλές μέρος σε απομονωμένο και εγκαταλελειμμένο μαντρί που επιτρέπει στον κρυβόμενο να επιβιώσει μεχρι να τον παραλάβει ο σύνδεσμος της αντίστασης των ανταρτών του Πάρνωνα. Η έφηβη Ιοκάστη είναι το άτομο που ανέλαβε τον κίνδυνο να υποστηρίξει τον στρατιώτη που κρύβεται και το έργο να του παρέχει το φαγητό από τις δικές τους λιγοστές προμήθειες σε μια πράξη μεγάλης γενναιότητας και αυτοθυσίας. Η ίδια έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη δική της ζωή, για να προστατεύσει έναν Εγγλέζο αλεξιπτωτιστή στρατιώτη που απρόσμενα βρέθηκε στην πόρτα της αυλής τους. Στην περίοδο της κατοχής, η κρύπτη ενός στρατιώτη αποτελούσε πράξη αντίστασης ενάντια στην κατοχική δύναμη και μια τέτοια ενέργεια, αν την ειχαν ανακαλύψει, μπορούσε να επιφέρει εκτέλεση.
........Έπιασε τον εαυτό του να την κοιτάζει.«Πόσο χρόνων να είναι;» Αναρωτιέται!
Όμορφη κοπέλα με το αγέρωχο παράστημα της, επιβλητικό ανάστημα, που εκπέμπει υπερηφάνεια, αυτοπεποίθηση και ίσως μια ελαφριά απόσταση και έναν αέρα δυναμισμού. Η εικόνα της είχε πλημμυρίσει το μυαλό του με τα λυτά τα μαλλιά της, ελεύθερα όπως τα ρυάκια και τα χόρτα στα λιβάδια που υποδηλώνουν μια «ατίθαση» χάρη, χωρίς περιορισμούς. 
«Μου φαίνεται πως ονειρεύομαι. Τι φυσική ομορφιά! Πανέμορφο δροσερό πρόσωπο νεανίδας, γεμάτο υγεία το σφριγηλό και λαμπερό κορμί της δεν χρειάζεται τα φτιασίδια. Ένα παρθένο κορμί που έχει τη φρεσκάδα των μυστικών πηγών, τη βελούδινη πρωινή απαλότητα του μπουμπουκιού, τη γυαλάδα του μαργαριταριού όταν βέβηλα χέρια δεν έχουν ακόμη ποτέ χαϊδέψει. Ο στρατιώτης μαγεύεται απ' την εικόνα της που είναι τόσο ξεκάθαρη, νιώθει σαν τον ιππότη στο μύθο ο οποίος ανοίγει με μεγάλη δυσκολία δρόμο ανάμεσα από αγκαθωτούς θάμνους για να κόψει ένα τριαντάφυλλο που κανείς ποτέ δεν είχε μυρίσει.»
Η επικοινωνία τους είναι δύσκολη, αλλά ευοδώθηκε να σπάσει τον πάγο, με τα λιγοστά ελληνικά που γνώριζε ο νεαρός Εγγλέζος. Επικεντρώθηκαν στο να χτίσουν εμπιστοσύνη και φιλία. Ένα ζεστό χαμόγελο είναι παγκόσμιο σήμα οικειότητας και μειώνει την αμηχανία μεχρι να βρεθεί το «κλειδί» επικοινωνίας. Τα μάτια τους λειτουργούσαν ως «καθρέφτης της ψυχής» τους που παρακάμπτει το φίλτρο της λογικής, προσφέροντας μια πιο άμεση και αυθεντική εικόνα για το τι νιώθουν πραγματικά ο καθένας τους. Τα μάτια συχνά αποκαλύπτουν αληθινά συναισθήματα, προθέσεις και σκέψεις που οι λέξεις μπορεί να κρύβουν ή να μην μπορούν να εκφράσουν. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας τους να συνεννοηθούν, καθώς υπήρχε φτωχικό γλωσσικό επικοινωνιακό εμπόδιο, οι χειρονομίες τους βοηθούσαν στην «αποκωδικοποίηση» των νοημάτων, επιτρέποντας την κατανόηση τους.
Η Ιοκάστη προσπαθούσε πολύ να συγκεντρωθεί, να καταπνίξει τις επιθυμίες που φούντωναν μέσα της. Είναι η έφηβη που που θέλει να γίνει γυναίκα. Εν μέρει μόνο τα κατάφερνε να συγκρατηθεί και να μην φανερώσει την ερωτική έξαψη, που της είχε προκαλέσει. Μια μαγική κλωστή έμοιαζε να τους συνδέει, κάτι σαν το «κόκκινο νήμα της μοίρας», που δεν εξαρτάται από τη φυσική τους εγγύτητα, διεγείροντας τους με τρόπο κόσμιο και φλογερό σε μια ισορροπία μεταξύ δύο φαινομενικά αντίθετων επιθυμιών τους.
......Ηταν ήδη η τρίτη; ή η τετάρτη ημέρα! Η Ιοκάστη είχε χάσει το χρόνο! Είχαν κάπως χαλαρώσει την προφύλαξη περιμένοντας τον παππού και τα νέα από τον σύνδεσμο των ανταρτών. Κάποια στιγμή βρέθηκαν περπατώντας οι δυο τους ανάμεσα στο πράσινο των θάμνων, εκείνος ψηλός και στητός, εκείνη σταρένια και καστανή. Η επαφή τους μια θετική αλληλεπίδραση και ένα ευχάριστο κλίμα.  Το χαμόγελο του η χαλαρή του στάση της δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ο καθένας τους νιώθει ότι τον αποδέχονται για αυτό που είναι, χωρίς να φοβάται την απόρριψη. Η Ιοκάστη έχει απλώσει το βλέμμα της  προς την κορυφή της Κουλοχέρας και γελούσε χαρούμενη, σαν να αγκαλιάζει το βλέμμα της όλο το τοπίο μέχρι εκείνο το σημείο.
«Νομίζω πως είναι η ώρα να πάμε να βρούμε τον πατέρα μου.»
Ο στρατιώτης έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει», κι έστρεψε το κεφάλι του.
Τα μάτια της απείχαν μόλις λίγα εκατοστά απ' τα δικά του. Πόσο ήθελε να τη φιλήσει, αλλά αντ' αυτού του είπε απλώς: «Πάμε». Σε μια μονολεκτική φράση που δείχνει δισταγμό, αυτοσυγκράτηση, ίσως και τον φόβο της απόρριψης, και ταυτόχρονα αποτυπώνει μια εσωτερική της σύγκρουση, όπου η λογική της επικρατεί της επιθυμίας.
Οι ασπάλαθοι και τα ρείκια που πατούσαν στο δύσβατο μονοπάτι ήταν τραχιά. Τα κοτσάνια τους μπλέκονταν στα παπούτσια τους καθώς έσερναν τα βήματά τούς, διασχίζοντας μια περιοχή άγριας φύσης, όπου η βλάστηση ήταν πυκνή και «τραχιά» στη διαδρομή. Ο ήλιος που έδυε άπλωνε τις σκιές του πάνω στα ρείκια, το φως του γίνεται πιο μαλακό και οι σκιές μακραίνουν. Ο ανοιξιάτικος αέρας ψυχρός αργά το απόγευμα, όπου ο χειμώνας δεν έχει φύγει εντελώς μύριζε λουλούδια. Μερικές μέλισσες βούιζαν ράθυμα, πηγαίνοντας  από λουλούδι σε λουλούδι ενώ οι χαμηλοί θάμνοι μοσχοβολούσαν γεμάτοι ζωντάνια και χρώματα. Ο στρατιώτης άπλωσε και πήρε το χέρι της μέσα στο δικό του σε μια πολύ τρυφερή, ρομαντική και οικεία κίνηση. Η Ιοκάστη δεν αντέδρασε. Ένιωσε τόσο φυσικό το άγγιγμα του, η πράξη δεν της φάνηκε ξένη ή απειλητική. Αντίθετα, ένιωσε πως ήταν κάτι σαν να έπρεπε να συμβεί, σαν να «ταίριαζαν» τα σώματα τους και η επαφή τους γίνεται αβίαστα δεκτή. Ένοιωθε το χέρι της να εγκαταλείπεται μέσα στο δικό του, ενώ τα σκληρά και ζεστά δάχτυλα του μπλέκονταν δυνατά με τα δικά της σαν να ήταν εραστές. Αισθάνθηκε να της τρέμουν τα γόνατα, σκιρτούσε η καρδία της και μέσα της ένοιωσε να την πλημμυρίζει η φωτεινή ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, από τις τελευταίες αχτίδες του ηλίου προς τη μεριά της δύσης. Αυτή να χάνεται μες την ευφορία της μέθης και στις απραγματοποίητες επιθυμίες και φαντασιώσεις της όπου μειώνονται οι φυσιολογικές αναστολές και χάνεται η ισορροπία.
Επάνω στη πιο δύσκολη στιγμή μπήκαν στο πετρόκτιστο μαντρί εκεί που τους περίμεναν οι γονείς της.  Η Ιοκάστη μετά από μια στιγμή αμηχανίας, μαζεύτηκε μέσα στο καβούκι της για να προστατευτεί από αδιάκριτα βλέμματα ,σταμάτησε να ονειροπολεί, γύρισε απότομα στην πεζή πραγματικότητα. Της φάνηκε ότι έσβησε η φλόγα, το έντονο και ίσως ανεξέλεγκτο «μεθύσι» του έρωτα, τώρα τελείωσε και το αίμα της σταμάτησε να χτυπά με βία μέσα στις φλέβες της.
Αργά το βράδυ έπεσε ανήσυχη στο στρώμα με την σκέψη του να είναι κυρίαρχη, καταλαμβάνοντας τον προσωπικό της χώρο και χρόνο. Πως είναι να είσαι ερωτευμένη σκέφτηκε. Άμα είσαι πεινασμένη το ξέρεις φωνάζουν τα σπλάχνα σου. Όταν στην παγωνιά του χειμώνα κρυώνεις πάλι το λένε τα σπλάχνα σου. Όταν όμως είσαι ερωτευμένη και θέλεις να το πεις, δυσκολεύεσαι. Αυτό που θέλεις να πεις πως το λένε; Κοιτούσε ψηλά με τα μάτια της γεμάτα όνειρα. Και όμως κάτι την φόβιζε, γιατί ήταν η πρώτη της φορά που ένιωθε την ανάγκη να την φιλούσε αυτός ο άγνωστος όμορφος άνδρας.
Τον πρώτο καιρό τις βροχερές μέρες της άνοιξης, και ενώ έπαιρνε να βραδιάζει καθισμένη μπροστά στο λιθόκτιστο σπιτάκι τους, ατένιζε τη θάλασσα από ψηλά και μια μελαγχολία πολύ θλιμμένη την γέμιζε.
«Γιατί όμως δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του, τη γνωριμία μας. Γιατί με πονάει ακόμα;  Αφού το ξέρω ότι  δεν υπάρχει ελπίδα;  Ίσως να είναι το πρώτο σκίρτημα σε μια καθοριστική, μοιραία συνάντηση που δεν ξεχνιέται ποτέ, καθώς όπως λένε σου σημαδεύει τη ζωή.» Συλλογίζεται με την εικόνα του να επανέρχεται διαρκώς, σαν να περιφέρεται γύρω από τις σκέψεις της.
Ξανάβλεπε το μειλίχιο χαμόγελο του όπως τον είδε την τελευταία φορά περνώντας πλάι της για να πάει για ύπνο και γεννήθηκε μέσα της η τρελή ελπίδα. Πόσο θα ήθελε να κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αλλά το ήξερε ότι άδικα το περίμενε. Αποκοιμήθηκε περιμένοντας τον και ίσως ακόμη να τον περιμένει στα όνειρα της σαν να ψάχνει κάτι χαμένο...
Στην εφηβεία της ο χρόνος κυλούσε ραγδαία και ο χρόνος τ' αλλάζει όλα, επισημαίνοντας της ότι η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά στη ζωή. Τίποτα δεν αντιστέκεται στο πέρασμα του, ακόμη και οι εφηβικές αναμνήσεις της με τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα, σκόρπισαν και έσβησαν μέσα της όπως διαλύονται τα σύννεφα στον ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα.
........Όσο κι αν μπορεί να φαίνεται απίστευτο ότι ένα γαρύφαλλο καταφέρνει ν' αντέχει στην παγωνιά, το ίδιο μπορεί να φαίνεται απίστευτο κι όμως ναι, η σχέση του Κλέαρχου και της Ιοκάστης μπορούσε ν' αντέξει τους κραδασμούς που ήταν αναπόφευκτοι. Και να που είχαν πετύχει τη συντροφική κατανόηση, που καθένας τους ανέμενε και προσδοκούσε, από τον άλλο και με τον καιρό ήταν και πάλι όλα καλά, και η συμβίωση τους όπως τότε τον παλιό καιρό που μοιράζονταν τη χαρά και την αγωνία τους. Με την Ιοκάστη που από πάντα σεβόταν βαθύτατα την επιλογή που είχε ακολουθήσει, σ' ένα γάμο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που πίστευε ότι αγαπιόνταν, και στον οποίο παρέμενε πιστή.  Και τον Κλέαρχο να νιώθει ότι είναι ασφαλής δίπλα σε μια τέτοια δυναμική σύντροφο που τον εμπνέει και τον κάνει να νιώθει θετικά για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας ο Αλκιβιάδης συχνά-πυκνά όσο κοίταζε μέσα του πιο βαθιά, τόσο πιο πολύ αναρωτιέται τι είναι αυτό που έκανε την Ιοκάστη να ερωτευτεί τον Κλέαρχο και να τον αγάπα τόσο άδολα, τόσο αγνά, τόσο αληθινά που έμαθε να ξεχνάει και να συγχωρεί. Αυτή η άδολη αγάπη της του θυμίζει την ευλάβεια της θρησκευτικής της πίστης έχοντας ακόμη «νωπές» τις μνήμες από το τελευταίο επεισόδιο. Μοιάζει σαν να ήταν χθες το επεισόδιο που του θυμίζει πόσο δυνατό είναι το δέσιμο της Ιοκάστης με τον Κλέαρχο.
Στο πέρασμα των χρόνων ο Κλέαρχος σαν φανατικός κυνηγός έζησε υπέροχες στιγμές και μοιράστηκε πολύ όμορφες εμπειρίες με άλλους φίλους κυνηγούς που απέκτησε στη Λαμία... Ταξίδεψε σ' όμορφα τοπία, σε λίμνες σε βάλτους και σε απομακρυσμένες περιοχές. Γνώρισε κανάλια και όχθες με αξέχαστα κυνήγια υδροβίων στο Σπερχειό ποταμό, στην καρδιά του χειμώνα που προσελκύει παπιά, όταν ο τόπος είναι απείραχτος από κυνηγετική πίεση ή όταν η παγωνιά στα ανοικτά νερά έχει σπρώξει τα πουλιά σε μέρη πιο απάνεμα, που «ρεματίζουν» και δεν παγώνουν.
Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις σε μια τραγική εξέλιξη από τους κινδύνους που κρύβει η ενασχόληση με το κυνήγι έμελλε να χαθεί ένας πολύ καλός του φίλος κυνηγός.  Είχε αναφερθεί αγνοούμενος κυνηγός στην ευρύτερη περιοχή του Σπερχειού ποταμού, με τον ποταμό να έχει φουσκώσει απειλητικά τις ημέρες εκείνες. Παρά τις επίμονες έρευνες για την ανεύρεση του, αυτές απέβησαν άκαρπες μέχρι που τον βρήκαν μετά από μια εβδομάδα στο Μαλιακό κόλπο. Τον είχε ξεβράσει ο ποταμός! 
Αν και απ' το θλιβερό γεγονός είχε περάσει καιρός, και θα έπρεπε να είχε αμβλύνει τις φοβίες της Ιοκάστης, κάθε φορά που αργούσε να γυρίσει ο Κλέαρχος από την κυνηγετική του εξόρμηση, αυτή βρισκόταν σε μια εσωτερική ανησυχία. Το μυαλό της επιστρέφει συνεχώς σε εκείνο το περιστατικό με τον αγνοούμενο κυνηγό, είναι κάτι σαν μια εσωτερική ψυχική γρατζουνιά που την ενοχλεί και δεν την αφήνει να ησυχάσει.. 
Ο Κλέαρχος μετά από μια ακόμη ημερήσια κυνηγητική εξόρμηση, νύχτωσε κι ακόμη να φανεί. Νύχτωσε για τα καλά, ειχαν ανάψει απ’ ώρα τα ηλεκτρικά. Έχει και μια υγρασία, του κέρατα. Φυσάει νοτιάς, που περονιάζει τα κόκαλα. Ο ουρανός πίσσα και άνεμος βρυχάται. Στο σπίτι έπεσε μια βουβαμάρα για πολλή ώρα. Μια μούγκα, που γινόταν αβάσταχτη όσο περνούσε η ώρα να φανεί ο Κλέαρχος. Και κάποια στιγμή σαν να την έζωσαν τα μαύρα φίδια, σηκώθηκε επήρε το πανωφόρι της και ξεπόρτισε. «Πούντος να φανεί; Περάσαν οι ώρες! Ούτε πέντε ώρες νύχτα δεν απόμειναν». 
Ξεκίνησε και πήγε κάτω χαμηλά στο ρέμα ανέβηκε στο μεγάλο βράχο απέναντι από το σπίτι του γείτονα τους του τσαγκάρη. Το κρύο την ανάγκαζε να σφίγγεται και να τυλίγεται στο φαρδύ πανωφόρι της. Και η Ιοκάστη τότε άρχισε σιγανά να μουρμουρίζει ένα μακρόσυρτο θλιβερό σκοπό και τον επαναλαμβάνει πολλές φορές κάτι σαν παραπονεμένο μοιρολόι με φωνή βραχνή, θλιβερή και παραπονεμένη. Ασυντόνιστη φωνή, μέσα από τα δόντια της .
«Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου. Βρέχει και αστράφτει ο ουρανός. Που είσαι, Κλεαρχέ μου; Φανερώσου.»
Δεν πέρασαν μερικά λεπτά που ξεκίνησε το μοιρολόι και θόρυβος μοτοσυκλέτας ακούστηκε να έρχεται από το παράλληλο μονοπάτι του ρέματος. Ήταν ο ήχος απ' τη zündapp ks 50 1960 μοτοσυκλέτα, του «αγνοούμενου!» κυνηγού. Όταν η αγωνία καταστάλαξε, όταν η καταχνιά στο μυαλό της Ιοκάστης διαλύθηκε, όταν ηρέμησε η ψυχή της, ο  Αλκιβιάδης  βιώνει μεγάλο θυμό και οργή απέναντι σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, αλλά αδυνατεί να αποφασίσει ποιο από τα δύο ευθύνεται περισσότερο, ποιο του προκαλεί τα πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα, δεν ήξερε με ποιον από τους δυο ήταν πραγματικά περισσότερο, εξοργισμένος.  Καταλαγιάζοντας η ένταση του διαπιστώνει ότι όποιον κι αν κατηγορήσει περισσότερο, το πρόβλημα δεν λύνεται. Απλά μαλώνει τη μητέρα του και αυτό το «μάλωμα» του είναι μια απόδειξη οικειότητας που αισθάνεται ότι μπορεί να τη «μαλώσει» επειδή υπάρχει βαθιά οικειότητα, νομίζοντας ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να εισακουστεί. 
«Ρε μάνα! Ρε μάνα! Τι να πω ρε μάνα! κλάματα και μοιρολόγια, που άργησε να φανεί ο Άρχοντας;»
 Η Ιοκάστη αυτό που αισθανόταν για τον Κλέαρχο το αποκαλούσε αγάπη επειδή δεν υπήρχε πιο κατάλληλη λέξη. Ήταν η αίσθηση της ταυτότητας της ο καθρέπτης του εσωτερικού της κόσμου. Χωρίς αυτό αισθανόταν ότι είναι κάτι άδειο. Κάτι λιγότερο.............

.Σημείωση Ι: Ο Αλκιβιάδης την εποχή εκείνη δεν έδωσε σημασία στην αφήγηση της Ιοκάστης... το θεώρησε ένα εφήμερο εφηβικό ερωτικό σκίρτημα στο μυαλό της..... για ένα νεαρό Βρετανό στρατιώτη με γκρίζο-πράσινα μάτια.....
Σήμερα που έχει την περιέργεια να αποτυπώσει με ακρίβειά το επεισόδιο...., δυστυχώς ο παππούς η γιαγιά και η μητέρα του.... έχουν προ πολλού αποδημήσει...  
Η ογδοντάχρονη σήμερα θεία του...... (ήταν οκτάχρονη τότε....)  θυμάται πολύ καλά.... ένα νεαρό στρατιώτη βρεγμένο ως το κόκκαλο που εμφανίστηκε στην πόρτα του καταλύματος ξαφνικά ένα πρωινό.... (Παιδούλα... ένοιωσε φόβο στην παρουσία του....) και μερικές λεπτομέρειες ... (πχ... φορούσε μια Πουλάδα μεταλλική - ασημένια;-χρυσή; - που την χάρισε μ' επιμονή στη γιαγιά και ένα φουλάρι που το χάρισε στην αδελφή της.... Ακόμη θυμάται πως είχε αφήσει πίσω του στη θάλασσα έναν νεκρό.....  είχαν πέσει μαζί απ' το αεροπλάνο..)
Μετά από εκτεταμένη ερεύνα στο διαδίκτυο ... ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι η αποστολή  που..... ταιριάζει με την αφήγηση της μητέρας του.... (Βέβαια το 1943 - 1944..... η μια αποστολή πρακτόρων διαδεχόταν την άλλη.... είχε πήξει ο Πάρνωνας και ο Ταΰγετος στους Εγγλέζους και Έλληνες πράκτορες .... άλλοι έρχονταν.... άλλοι φυγαδεύονταν.....)
πρέπει να 'ταν αυτή................
............20 Μαΐου 1943 έπεσε στον Πάρνωνα ο Άγγλος ταγματάρχης Χέριγκτον με ένα ασυρματιστή και δύο ακόμα, ο ένα εξ αυτών κατά την πτώση σκοτώθηκε................  Πηγή:http://pluton22.blogspot.com/2014/11/
................... Η ίδια με άλλη ημερομηνία.....Τη νύχτα της 12ης-13ης Μαΐου 1943 οι Έλληνες απεσταλμένοι υποδέχτηκαν στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου τη δεύτερη αποστολή, η οποία αποτελούνταν από τον Άγγλο ταγματάρχη Χάρινγκτον και άλλους τρεις αξιωματικούς. Κατά την πτώση με τα αλεξίπτωτα, δύο απ’ αυτούς ο σμηναγός Δρακούλης και άλλος ένας ανθυπολοχαγός, τραυματίστηκαν θανάσιμα.
Πηγή: https://skalalakonias.wordpress.com/2016/05/08/oelasnotialakonia/

Click to Open
Ο Επίλογος!
.....

 
Web Informer Button