ADS

click to open

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Elegant Woman: Upgraded

...Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
 .............................. (August 2023)...
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή να μείνει ανάμνηση στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα (που σημαίνει ότι μετά από κάποια αρχική σκέψη και αντίσταση), να φλερτάρει με τον κίνδυνο πλησιάζοντας επικίνδυνα τα όρια μιας καταστροφικής κατάστασης, να την ανεβάσει στο blog του και να της στείλει το link .....να το διαβάσει.
(.................Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα της μελαχρινής γυναίκας. Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη, της έδιναν ναζιάρικο ύφος, γεμάτοo ζωντάνια και τρυφερότητα. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της...........................)  
.......Στη Θεσσαλονίκη περασμένα μεσάνυχτα Σαββάτου προς ξημερώματα της Κυριακής, όπως είδαμε η Ναυσικά και η Ανδρομάχη είχαν την ευκαιρία να ζήσουν μια συναρπαστική λεσβιακή εμπειρία γεμάτη έντονη σεξουαλική ενέργεια και πάθος, παρασυρμένες από το ανομολόγητο πάθος της μιας για την άλλη, που κατέκλυσε τα κορμιά τους, θόλωσε το μυαλό τους και εξαφάνισε την λογική τους με αποτέλεσμά να κάνουν το τόλμημα να επιδοθούν σε τολμηρά σεξουαλικά παιχνίδια μεταξύ τους. Η πόλη, με τη νυχτερινή της ενέργεια της, λειτουργούσε ως το ιδανικό σκηνικό για αυτή τη συνάντηση της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης σε μια διαδικασία εσωτερικής απελευθέρωσης που υπερέβαινε τη σωματική επαφή τους και μετέτρεψε τη νύχτα τους σε μια πράξη αυτοδιάθεσης. Η αποτίναξη του βάρους του αμαρτήματος λειτουργούσε ως μια διαδικασία αποδόμησης παλαιότερων πεποιθήσεων τους . Στην ουσία, οι δύο γυναίκες δεν ανακάλυψαν μόνο η μία την άλλη, αλλά ανακάλυψαν μια νέα εκδοχή του εαυτού τους, μια εκδοχή που επιτρέπει στις φυσικές τους παρορμήσεις να υπάρχουν χωρίς ενοχές. Η σύγκρουση ανάμεσα στο πριν και στη διαδρομή τους ως ετερόφυλες γυναίκες σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο και το τώρα, την αποδοχή της λεσβιακής τους επιθυμίας, τους δημιούργησε μια έντονη εσωτερική κάθαρση. Το γεγονός ότι η πράξη τους έγινε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με πλούσια ιστορία και έντονη κοινωνική ζωή, προσέδωσε έναν τόνο τόλμης και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς τους. Ήταν φανερό πως το πάθος και η απελευθέρωση που ένιωσαν οι δύο γυναίκες, άφησαν πίσω τους κάθε δισταγμό. Η χημεία ανάμεσά τους μετατράπηκε σε μια πρωτόγνωρη «καταιγίδα» αισθήσεων όπου η λογική υποχώρησε μπροστά στην επιταγή της επιθυμίας. Μια νύχτα που ξεκίνησε ως κάτι εφήμερο, φορτισμένη με την ένταση του «απαγορευμένου» και την ορμή του απρόσμενου, είχε πλέον τη δυναμική να ανατρέψει τις ισορροπίες στη ζωή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης. Το «one-night stand» μεταλλάσσεται σε μια αρχή, υποδηλώνοντας πως αυτή η νύχτα στη Θεσσαλονίκη δεν θα ξεχαστεί ποτέ, καθώς η ακαταμάχητη έλξη που τις ένωσε λειτούργησε ως κλειδί που ξεκλείδωσε κάτι πολύ βαθύτερο. Και οι δύο ομολογούσαν πως αναστατώθηκαν οι αισθήσεις τους όσο καμιά άλλη φορά και δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν ώστε τα πάντα μπορούσαν να συμβούν τη νύχτα τους στη Θεσσαλονίκη. Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων και του έρωτα....«...Ο Έρωτας που βάσανα μοιράζει, ο Έρωτας που παραμύθια πλάθει άρπαξε την ψυχή μου και την τράνταξε ίδια καθώς αγέρας από τα βουνά χυμάει μέσα στους δρυς φυσομανώντας» ..(Πρόκειται για έναν από τους πιο γνωστούς στίχους της αρχαίας Ελληνίδας λυρικής ποιήτριας Σαπφούς (7ος-6ος αι. π.Χ.), σε απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη. Το ποίημα: Αποτελεί απόσπασμα (θραύσμα 47 LP) που περιγράφει την ορμητική, σχεδόν βίαιη φύση του έρωτα. Στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο, η εικόνα αποδίδεται ως: «Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων») 
Η συμπεριφορά τους ήταν αδιάψευστη, οι πράξεις τους ήταν τόσο ξεκάθαρες, κατηγορηματικές και προφανείς, που δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να παρερμηνευτούν, να παρεξηγηθούν ή να δημιουργηθούν αμφιβολίες για τις προθέσεις τους. Υπήρχε απόλυτη σαφήνεια! Δεν υπήρχε γκρίζα ζώνη. Το σεξουαλικό πάθος και η αξία του έρωτα υπερίσχυσε της όποιας λογικής τους και με αμοιβαίο σεβασμό επιτρέποντας και στις δύο να είναι ανοιχτές και ειλικρινείς μεταξύ τους, σε μια κατάσταση που τις είχε οδηγήσει σε έντονες εμπειρίες, όταν μοιράστηκαν πολλαπλούς οργασμούς σε σύντομο χρόνο μέχρι τον «επόμενο γύρο», δεδομένου ότι σαν γυναίκες ήξεραν τι ήθελαν και κατ΄επέκταση πως να φέρει την κορύφωση της σεξουαλικής διέγερσης η μία στην άλλη. Το ερωτικό πάθος είναι θεόσταλτο το οποίο πηγάζει απευθείας από τη θεϊκή υπόσταση της Αφροδίτης, δηλώνει στους στίχους του ο Ευριπίδης και «είναι φυσικό, άμα οι θεοί το θέλουν, οι θνητοί να σφάλλουν» με την έννοια ότι οι άνθρωποι δεν φέρουν πλήρη ευθύνη όταν ενεργούν υπό την επήρεια θεϊκής βούλησης, καθώς το «σφάλμα» είναι προδιαγεγραμμένο.
Η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν και να ικανοποιούν τις ανάγκες της άλλης με τόση ακρίβεια και αμοιβαίο σεβασμό, μετατρέπει την πράξη τους σε μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά τις λέξεις. Η γνώση τους του γυναικείου σώματος και η αμεσότητα με την οποία έφτασαν στην κορύφωση, υποδήλωνε μια βαθιά οικειότητα, ίσως και μια προϋπάρχουσα, αν και ανείπωτη, σύνδεση που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να εκδηλωθεί. Η ιδέα ότι οι θνητοί ενεργούν υπό την επήρεια μιας ανώτερης, αρχέγονης δύναμης, αφαιρεί το βάρος της ενοχής και τοποθετεί τη Ναυσικά και την Ανδρομάχη σε μια κατάσταση «ιερού» αυθορμητισμού. Δεν είναι πια απλώς δύο γυναίκες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Θεσσαλονίκη· είναι δύο όντα που παραδόθηκαν σε μια φυσική νομοτέλεια, η οποία δικαιολογεί το πάθος τους ως κάτι απόλυτα φυσικό, ακόμα κι αν η κοινωνία το αντιλαμβάνεται ως «σφάλμα». Μια νύχτα που τις οδήγησε σε μια κατάσταση απόλυτης ειλικρίνειας και απελευθέρωσης, Αυτό που συνέβη αυτό το βράδυ δεν έμεινε στην επιφάνεια του δέρματος τους, αλλά εισχώρησε στην ουσία της ταυτότητάς τους. Παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη μια πολύ ικανοποιητική σεξουαλική ζωή, αυτή η «απρόσμενη» συνάντηση λειτούργησε ως καθρέφτης που τους επέτρεψε να δουν πτυχές του εαυτού τους που παρέμεναν αθέατες, κλειδωμένες πίσω από κοινωνικά στερεότυπα και άρρητους κανόνες. Η στιγμή που το «απαγορευμένο» μετατρέπεται σε «φυσικό». Σταμάτησαν να βλέπουν τη σεξουαλικότητά τους μέσα από το πρίσμα του «πρέπει» και αφέθηκαν στην καθαρή, αδιαμεσολάβητη αίσθηση. Αναγνώρισαν τα όριά τους και, αντί να σταματήσουν εκεί, τα διεύρυναν, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη οικειότητα με το ίδιο τους το σώμα. Η ανάγκη για έλεγχο υποχώρησε μπροστά στη ροή της εμπειρίας, επιτρέποντας στην ηδονή να γίνει μια μορφή ελευθερίας. Πλέον, η Ναυσικά και η Ανδρομάχη δεν είναι οι ίδιες γυναίκες που ήταν πριν από αυτό το Σαββατόβραδο. Έχουν κερδίσει μια νέα ελευθερία, μια «εσωτερική πυξίδα» που τους επιτρέπει να εξερευνούν την επιθυμία τους χωρίς τον φόβο της κριτικής, είτε της κοινωνικής είτε της αυτοκριτικής. Η βραδιά τους έκλεισε με μια αίσθηση απόλυτης πληρότητας και ηρεμίας. Η μετάβαση από το έντονο πάθος και την «καταιγίδα» των αισθήσεων, στην τρυφερότητα μιας αγκαλιάς και του βαθύ ύπνου, αποδίδει την ολοκλήρωση αυτής της εμπειρίας τους. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν,ότι «το σεξ με γυναίκα είναι αλλιώς», δεν αποτελούσε απλώς μια διαπίστωση, αλλά την επιβεβαίωση μιας νέας, βαθιάς σύνδεσης τους. Η ασφάλεια που ένιωσαν ήταν το κλειδί, σε έναν κόσμο που συχνά απαιτεί από τις γυναίκες να ανταποκρίνονται σε εξωτερικά πρότυπα. Η δική τους «γιορτή» των σωμάτων τους αποτέλεσε έναν ασφαλή χώρο, όπου ο αμοιβαίος σεβασμός και η ενστικτώδης κατανόηση των αναγκών της άλλης κυριάρχησαν. Τα σώματα τους επικοινώνησαν με μια γλώσσα πέρα από τις λέξεις.
....Πίσω στην Αθήνα το ίδιο σαββατόβραδο τον Αλκιβιάδη τον απασχολούσε μια εμπειρία που μπορεί να συμβεί στον καθένα. Τον απασχολούσε ένα συγκεκριμένο βίωμα, μια ανάμνηση που καταλάμβανε έντονα τη σκέψη του, προκαλώντας του προβληματισμό, αναστοχασμό και συναισθηματική φόρτιση. Ατενίζοντας τα αστέρια στο νυχτερινό Αττικό ουρανό βιώνει «βουβό» αλλά έντονο, το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες ως ένας «αγωγός» τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης. Η εικόνα του Αλκιβιάδη που ατενίζει τα αστέρια δημιουργεί μια έντονη αντίθεση με τη ζωντάνια και την ορμή της Ναυσικάς και της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη. Εκείνες βιώνουν την ένωση, ενώ ο Αλκιβιάδης βιώνει την απουσία. Απόψε η αϋπνία για εκείνον δεν είναι απλώς έλλειψη ύπνου, η αϋπνία του μετατρέπεται σε έναν «αγωγό», και τον μεταφέρει σ' έναν χώρο όπου ο χρόνος ρευστοποιείται και τα «αν» της ζωής του απόψε παίρνουν μορφή. Ο νυχτερινός ουρανός, με το αχανές και «βουβό» του μέγεθος, γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής του ερημιάς, τονίζοντας το μέγεθος των ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.
 Η μοναξιά του μοιάζει να πηγάζει από την ανάλυση, είναι ένας άνθρωπος που σκέφτεται πολύ, ίσως υπερβολικά, αναζητώντας νόημα σε παρελθοντικές στιγμές που πλέον δεν μπορεί να αλλάξει. Η νύχτα και η μοναξιά του απογυμνώνει τις άμυνες του. Στο σκοτάδι, οι μνήμες δεν είναι απλές σκέψεις, είναι ολοζώντανες παρουσίες που τον αναγκάζουν να επαναξιολογήσει τις επιλογές του. 
Ενώ στη Θεσσαλονίκη οι δύο γυναίκες «ξεκλείδωσαν» τον εαυτό τους μέσα από το πάθος, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι «κλειδωμένος» μέσα στον αναστοχασμό του. Η Ανδρομάχη, μία πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας που αγκαλιάζει το παρόν και το σώμα, και η άλλη η δική του που παλεύει με τις σκιές του παρελθόντος. Καθώς ο Αλκιβιάδης περιπλανιέται στα μονοπάτια της μνήμης του, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και μια αναπάντεχη συνάντηση που λειτούργησε ως καταλύτης για τον Αλκιβιάδη, ανατρέποντας την εσωτερική του ισορροπία. Είναι εντυπωσιακό πώς το ίδιο Σαββατόβραδο, ενώ η Ανδρομάχη βιώνει στη Θεσσαλονίκη μια κορύφωση απελευθέρωσης και υπέρβασης, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα βρίσκεται σε μια κατάσταση «παράλυσης» λόγω ενός συναισθήματος που επανέρχεται στη ζωή του με ορμή. 
Η επανεμφάνιση μιας παιδικής φίλης της Ανδρομάχης με τον σημερινό κόσμο του Αλκιβιάδη προσθέτει μια μοιραία διάσταση στις αϋπνίες του. Υπάρχει μια σχεδόν «συνωμοτική» αίσθηση σε αυτό που του συμβαίνει. Τα «θαμμένα» συναισθήματα του αποδεικνύονται πως είναι ακόμη ζωντανά. Δεν πρόκειται για μια απλή ανάμνηση, αλλά για μια «ανασκαφή» συναισθημάτων που, τον κατακλύζουν με μια αίσθηση μυστικού και ανησυχητικού ταυτόχρονα. Η πάλη απόψε του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι ο νους του γνωρίζει πως «θα έπρεπε» να σταματήσει, αλλά η επιθυμία του επιβάλλεται, δείχνει την αδυναμία του θνητού μπροστά στις παρορμήσεις που μας λέει ο Ευριπίδης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει δέσμιος μιας «αυτόματης» λειτουργίας του μυαλού, όπου η σκέψη της συγκεκριμένης γυναίκας γίνεται το μοναδικό κέντρο βάρους γι αυτόν απόψε. Ενώ οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη αποφασίζουν να «αφεθούν» και να αποδεχτούν την επιθυμία τους, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια φάση εσωτερικής σύγκρουσης, προσπαθώντας να διαχειριστεί το βάρος αυτής της «κολλημένης» σκέψης που τον στερεί από την ηρεμία του. Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να βρίσκεται στην απέναντι όχθη: η Ανδρομάχη γιορτάζει το «είναι» της στο παρόν, ενώ ο Αλκιβιάδης βασανίζεται από το «θα μπορούσε να είναι» του παρελθόντος. Λένε πως ο έρωτας δεν έρχεται ως επισκέπτης που χτυπά την πόρτα, αλλά ως δύναμη κατοχής που επιβάλλεται και αναδιοργανώνει το εσωτερικό μας τοπίο. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια κατάσταση συναισθηματικής παλινδρόμησης. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, που αναζητά συχνά το ρομαντικό, το ιδανικό και το απρόοπτο, αποφεύγοντας την πεζή καθημερινότητα.  Ο «ψυχισμός του εφήβου» λειτουργεί ως καταφύγιο από την «πεζή καθημερινότητα» που τόσο απεχθάνεται. Δεν είναι μόνο ότι τη σκέφτεται. Είναι ότι η παρουσία της μέσα του έχει εκτοπίσει κάθε άλλη λογική σκέψη. Έχει μετατραπεί σε μια «κυριαρχική» οντότητα που δεν του αφήνει περιθώριο για ηρεμία. Ενώ ο Αλκιβιάδης είναι ανήμπορος να αντισταθεί, η ίδια η φύση αυτής της «εφηβικής» αναζήτησης του δίνει μια ζωντάνια. Είναι μια γλυκιά αγωνία. Μέσα στον βουβό του κόσμο, αυτό το συναίσθημα είναι ίσως το πιο «ζωντανό» πράγμα που είχε να νιώσει εδώ και καιρό και ήρθε να του ταράξει τα νερά.
Η εικόνα της Βαλερίας, που παραμένει «αιθέρια» και αναλλοίωτη σαν όνειρο, φωτίζει απόψε το κεντρικό του δίλημμα. Την άρνηση να συμβιβαστεί με τη φθορά του χρόνου. Για τον Αλκιβιάδη, η Βαλερία δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι ο χρόνος που γυρίζει πίσω. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου τα πάντα ήταν δυνατά, όπου η αναζήτηση της ζωής δεν είχε ακόμη «στραγγιστεί» από τον κυνισμό και την ασφάλεια της ρουτίνας. Το γεγονός ότι τη βλέπει «ίδια» μετά από χρόνια, υποδηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης την έχει εξιδανικεύσει. Την έχει τοποθετήσει σε ένα βάθρο όπου ο χρόνος δεν την αγγίζει, γεγονός που κάνει την επιθυμία του ακόμη πιο έντονη και ταυτόχρονα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η καθημερινότητα των σαράντα και πλέον ετών, του φέρνει συχνά μια απογοήτευση και μια πεζή λογική που η Βαλερία, εμφανιζόμενη ξαφνικά, την ανατρέπει και λειτουργεί ως αντίδοτο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Αλκιβιάδης νιώθει «ζωντανός» με εκείνον τον εφηβικό, ανήσυχο τρόπο που είχε ξεχάσει ότι κατέχει. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη, πίσω γι αυτόν στην Αθήνα, η Βαλερία είναι ο «αστάθμητος παράγοντας» που απροσδόκητα εμφανίστηκε και η παρουσία της γίνεται απειλή στο status quo της ζωής του. Στη Θεσσαλονίκη, η Ανδρομάχη ζει μια «επανάσταση του σώματος» με τη Ναυσικά, ενώ στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης ζει μια «επανάσταση του πνεύματος» αναζητώντας τη Βαλερία. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πεζότητα και να αγγίξει το απόλυτο, είτε αυτό είναι σαρκικό είτε ιδεατό. Στα σαράντα του, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει φτάσει σε μια βαθιά εσωτερική αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων. Μοιάζει να έχει απορρίψει την «αρετή» ως μια κατασκευασμένη, άυλη έννοια που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, προτιμώντας το «χειροπιαστό» της ηδονής. Η ιδέα ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι το «πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα» δίνει στον Αλκιβιάδη μια κεντρική πυξίδα. Για εκείνον, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική έκφανση, αλλά η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Θεωρώντας την αρετή ως κάτι που δεν προσφέρει «άμεση ικανοποίηση στις αισθήσεις», ο Αλκιβιάδης τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του πλαισίου της «ορθής» κοινωνικής συμπεριφοράς. Η ευτυχία δεν αναζητείται στη συμμόρφωση με έναν ηθικό κώδικα, αλλά στην πληρότητα της αισθητηριακής εμπειρίας. Η αλήθεια της ζωής βρίσκεται στην απελευθέρωση από τα «πρέπει» και στην απόλυτη παράδοση στις αισθήσεις. 
Η «αιθέρια» Βαλερία, λοιπόν, για τον Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση αυτού του ηδονιστικού ιδεώδους. Αν εκείνη είναι η πηγή της νεότητας και της αίσθησης, τότε η επιθυμία του για εκείνη είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της κοσμοθεωρίας του. Καθώς ο Αλκιβιάδης εδραιώνει αυτή τη φιλοσοφία στο μυαλό του, νιώθει πως η «αρετή ως αφηρημένη έννοια» τον εμποδίζει τελικά να συνδεθεί με τον «γήινο» κόσμο που εκείνη πιθανόν εκπροσωπεί.
....Η μέρα του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της, και συνήθως, όταν η μέρα μας ξεκινά έτσι, μας προετοιμάζει για κάτι που «μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο όχι πολύ μακριά από εδώ, εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και τα όνειρα μοιάζουν με πραγματικότητα......»  και ξαφνικά αλλάζουν τα δεδομένα με το αναπάντεχο, σχεδόν παραμυθένιο ξέσπασμα που ακολούθησε στη μέρα. Ήταν η αίσθηση του αέρα που μέχρι πριν συναντήσει αυτή τη γυναίκα ο χώρος του που μύριζε κλεισούρα της τακτοποιημένης ζωής του, ξαφνικά πλημμύρισε με την αλμύρα μιας θάλασσας που δεν υπήρχε εκεί. Η λογική του, η ρουτίνα του, η συνήθεια της ζωής του που μόλις πριν λίγα λεπτά θεωρούσε δεδομένα, άρχισαν να διαλύονται σαν παλιά χειρόγραφα στον άνεμο. Μια τυχαία συνάντηση θα τον έφερνε αντιμέτωπο με μια γυναίκα από το παρελθόν που την θεωρούσε ξεχασμένη.Η τυχαία αυτή συνάντηση λειτούργησε σαν τον καταλύτη που χρειαζόταν η πολιορκία για να μετατραπεί σε ολοκληρωτική εισβολή. Εκεί που το Σάββατο του είχε μετατραπεί σε μια αρένα εσωτερικών μονολόγων στη μοναξιά του, η παρουσία της ήρθε να δώσει σάρκα και οστά στις σκιές που τον στοίχειωναν. Η μοναξιά, που μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε ως προστατευτικό περίβλημα, ξαφνικά έγινε διαφανής. Το Σάββατο, αντί να προσφέρει την καθιερωμένη του άφεση από τα βάρη της εβδομάδας, λειτούργησε σαν ένας άδειος καμβάς πάνω στον οποίο άρχισε να προβάλλεται, με τρομακτική διαύγεια, η παρουσία της και ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση του πόθου που είχε «θαφτεί» κάτω από την επιφάνεια του χρόνου και της καθημερινότητας.  Η γυναίκα δεν ήταν μόνο ένα πρόσωπο από το παρελθόν, ήταν το ενσαρκωμένο σύμβολο όλων των επιλογών που δεν έκανε και όλων των «όχι» που είχε πει στον εαυτό του. Η παρουσία της ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση του πόθου που είχε «θαφτεί» κάτω από την επιφάνεια της καθημερινότητας. Το Φάντασμα που έγινε Σάρκα: Εκείνη, η εφήμερη ηρωίδα του ανικανοποίητου πάθους του, φάνταζε να μην έχει αλλάξει, ενώ εκείνος ένιωθε το βάρος όλων των ετών που μεσολάβησαν. Η νοσταλγία του μετατράπηκε σε μια έντονη, σχεδόν επώδυνη, αίσθηση του «τώρα». Σε ένα δευτερόλεπτο, η μοναξιά του έπαψε να είναι επιλογή. Η συνάντηση αυτή τον ανάγκασε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Η επιθυμία του δεν είχε ξεχαστεί, απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει το μερίδιό της στην πραγματικότητά του. Υπάρχουν πρόσωπα που κουβαλάμε μέσα μας σαν ανοιχτές πληγές· τις καλύπτουμε με τη ρουτίνα, τις νανουρίζουμε με τη λήθη, αλλά μόλις αντικρίσουμε ξανά το βλέμμα τους, ο χρόνος υποχωρεί και η πληγή αρχίζει να αιμορραγεί ξανά, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Καθώς οι δυο τους βρέθηκαν εκεί, στον ίδιο χώρο,  το ερώτημα που αιωρείτο δεν ήταν αν θα μιλήσουν, αλλά αν εκείνη ήταν όντως εκεί ή αν ήταν μια προέκταση του ονείρου του που είχε αρχίσει να εισβάλλει στην πραγματικότητα του.
Κεντρική ηρωίδα που γίνεται το αντικείμενο του πάθους είναι μια παλιά οικογενειακή τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Η Βαλερία δεν ήταν απλώς μια γνώριμη, ήταν μια παρουσία που κουβαλούσε πάνω της το άρωμα μιας άλλης εποχής, μια γυναίκα που η κομψότητά της λειτουργούσε ως καμβάς για τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Το γεγονός ότι ήταν «οικογενειακή φίλη» προσέδιδε στην κατάσταση εκείνη την απαγορευμένη γοητεία που κάνει τον πόθο να καίει ακόμα πιο έντονα, μετατρέποντας την ανάμνηση της σε μια εμμονή που εισέβαλε βίαια στο καθεστώς της μοναξιάς του. Η λογική, που μέχρι τότε τον κρατούσε σε μια ασφαλή απόσταση από τα συναισθήματά του, υποχώρησε μπροστά στην ορμή του σώματος. Η Βαλερία δεν ήταν πια η φίλη της οικογένειας. Ήταν η γυναίκα της οποίας το δέρμα φανταζόταν κάτω από τα δικά του δάχτυλα, η γυναίκα των οποίων τα χείλη θα μπορούσαν να σβήσουν κάθε αμφιβολία και κάθε κενό που ένιωθε. Ο πόθος δεν ήταν πια μια νοητική εικόνα· ήταν μια φυσική κατάσταση. 
....Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή  της.   
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και  έλεγξε τα  Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»   
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.» 
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει: Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι, όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι  εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει. 
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
...Κατά τ' άλλα όμως το Σαββάτο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες του, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις του. Καθώς είχε τελειώσει το σκάλισμα στα παρτέρια του κήπου καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας με το laptop μπροστά του και με καλή διάθεση και με τα ακουστικά στα αφτιά, είχε συνδέσει στο YouTube τη Σινέντ Ο' Κόνορ στο Nothing Compares 2 U, και ταυτόχρονα είχε ανοίξει το blog του στο ιντερνέτ και προσπαθούσε να σπαταλήσει έτσι το ελάχιστο ταλέντο του δημιουργώντας και χρησιμοποιώντας λέξεις που να χαϊδεύουν τα αφτιά των αναγνωστών που καταβροχθίζουν τις ιστορίες στο ιντερνέτ και αναζήτησε να γράψει κάτι γαργαλιστικό που θα λειτουργούσε ως πικάντικο τυράκι για τους αναγνώστες του, και κάπως έτσι η μέρα του κύλησε γρήγορα και δημιουργικά. Είχε εξαντλήσει κάθε περιθώριο δημιουργικής έμπνευσης, και τώρα ήθελε να βγει έξω! Αναρωτήθηκε τι θα προτιμούσε για μεσημεριανό γεύμα. Η σκέψη να βγει έξω για φαγητό δεν τον ενθουσίαζε. Άλλωστε ήταν αρχή του να μη πλησιάζει εύκολα καταστήματα ταχυφαγίας ή καντίνες. Το ψυγείο στη κουζίνα τους, ήταν φίσκα, δεν έλειπαν ποτέ τα τρόφιμα. Τη προοπτική όμως να φάει κάτι κατεψυγμένο την απέρριψε. Το θρεπτικό, ισορροπημένο, περιορισμένο σε λίπος γεύμα θα ήταν το ιδανικό! Η υγιεινή και γευστική διατροφή του ανέβαζε το ηθικό! Σήμερα αποφάσισε να πεταχτεί στο super market της περιοχής με τα βιολογικά προϊόντα που έχει γεύματα όμορφα τοποθετημένα μέσα σε  κουτιά φαγητού, θα ήταν το «γεύμα του στο πόδι». Η αλήθεια είναι ότι ήθελε να βγει λίγο έξω οπότε γιατί όχι; Πήγε στο δωμάτιο του και ετοιμάστηκε να βγάλει τα πρόχειρα ρούχα που φορούσε και να βάλει ένα τζιν και ένα πουκάμισο καθαρό. Έκανε αρκετή ζέστη οπότε το σκέφτηκε και δεν άλλαξε. «Εντάξει στο super market πηγαίνω όχι στο μέγαρο μουσικής» και ξεπόρτισε βάζοντας και κάτι ξεφτισμένα ανδρικά Μοκασίνια College που ήταν έξω από την κυρία είσοδο. Σαν σκιά, μέσα στην αντηλιά, είδε τον εαυτό του στη μεγάλη τζαμαρία της μπαλκονόπορτας, είχε κάνει και ένα σχετικά βαθύ κούρεμα τελευταία, αποφάσισε πως από εμφάνιση ήταν να τον κλαίνε οι ρέγγες. 
......Ο Αλκιβιαδης είναι ξέγνοιαστος και χαλαρός μπροστά στα ράφια του σουπερμάρκετ όπου ήταν τακτοποιημένα τα βιολογικά προϊόντα. Περιεργαζόταν με δέουσα προσοχή και ενδιαφέρον τα προϊόντα υγιεινής διατροφής και κυρίως προϊόντα που έχουν παραχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, καθώς ανέμενε να εκτελέσουν τη παραγγελία του στο τμήμα εστιατορίου του σούπερ μάρκετ.
H ξεγνοιασιά του διακόπηκε όταν στο βάθος ανάμεσα στα πλήρως φορτωμένα ράφια του καταστήματος, αντίκρισε μια ελκυστική γυναικεία φιγούρα που διέκοψε τις αφηρημένες σκέψεις του και γίνεται η αίτια να του προκαλέσει έναν ιδιαίτερο μαγνητισμό που ξεπερνούσε την εξωτερική ομορφιά της. Η γείωση του ήταν απολύτως ευχάριστη, ξύπνησε τις αισθήσεις του.  Με την πρώτη ματιά ένιωσε πως η γυναίκα εκπέμπει μία μαγευτική ενέργεια που τον αιχμαλώτιζε και η ελκυστική και στιλάτη εμφάνιση της του φάνηκε κάπως γνώριμη. Στη συνέχεια εστιάζοντας από μακριά στη σιλουέτα της τον εντυπωσίασαν οι μακριές της γάμπες, που διαγράφονταν ανάγλυφα κάτω από το ύφασμα μιας υπέροχα σικάτης φούστας που αναδεικνύει την Θηλυκή κομψότητα της χωρίς περιορισμούς και της προσδίδει δυναμισμό και φινέτσα.
 Δεν του αρέσει η λέξη «ηδονοβλεψίας» αλλά δεν έπαψε να απολαμβάνει το ίδιο του το βλέμμα. Την είδε που ερχόταν προς τις διπλανές βιτρίνες με τα θαλασσινά! Όταν πλησίασε ανάμεσα στο συνωστισμό του σχετικά περιορισμένου χώρου των διαδρόμων του καταστήματος η κάπως γνωστή μορφή της έγινε ξεκάθαρο και σαφές πως του ήταν πολύ γνωστή. Την ανεγνώρισε σαν να είχε το μυαλό του δημιουργήσει αντίγραφα ασφαλείας με τη μορφή της από αυτά που δεν διαγράφονται , στο πέρασμα του χρόνου! Η σημερινή της εικόνα ποιο όμορφη από ποτέ τον δυσκόλεψε μεχρι να φτάσει κοντά του και τον γυρίζει στο παρελθόν το γεμάτο όμορφες αναμνήσεις που τις θυμάται με μια αίσθηση νοσταλγίας και συγκίνησης και παρόλο που αυτό το παρελθόν κάποτε είχε τελειώσει, να που ξαφνικά παραμένει παρόν και σημαντικό. Ψηλή λεπτή και ένα διακριτικό μακιγιάζ συμπλήρωνε την εικόνα αυτής της γυναίκας. Στην αρχή μπερδεύτηκε με μια παράξενη αποτύπωση στο μυαλό του της εικόνας της. Του φάνηκε φτυστή η Μία Γουάλας, η ηρωίδα του Πάλπ Φίξιον, που την υποδυόταν η Ούμα Θέρμαν.
 Όμορφη τρομερά αισθησιακή, ήταν η Βαλερία
 που προχωρούσε προς το τμήμα με τα ψάρια και τα κατεψυγμένα θαλασσινά του καταστήματος! Έμεινε προσωρινά άναυδος από έκπληξη με το πόσο σέξι και ιδιαίτερα ελκυστική ήταν σήμερα η παρουσία της. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας μιας εξαιρετικής ομορφιάς, ψηλή καλοφτιαγμένη χάρμα ιδέσθαι. Η επιδερμίδα της σαν ώριμο στάχυ, το αγέρωχο ύφος της και οι ιδανικές αναλογίες της θύμιζαν αρχαίο άγαλμα της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου. Τα μαύρα μαλλιά της, πολύ ωραία, άφηναν κάποιες τούφες να πέφτουν ατημέλητα και να αγκαλιάζουν το πρόσωπό της. Το βήμα της γοργό, η περπατησιά της λυγερή, σφιχτοί μηροί, που σίγουρα τους διατηρούσε με τζόκινγκ και καθημερινό γυμναστήριο! Μία θύελλα τεστοστερόνης! Ένα λαχταριστό κορμί που άναβε φωτιές. Τέρψη των ματιών και ξύπνημα των πόθων. Στο ρυθμό της μουσικής των τακουνιών της που κοπανούσαν στα πλακάκια του καταστήματος, η σιλουέτα της, ελισσόταν ανάμεσα στους πελάτες και οι πιο αδιάκριτοι από αυτούς έστρεφαν το κεφάλι στο πέρασμά της. Τα αίματα άναβαν, οι καρδιές επιτάχυναν και το μυαλό τους κατακλυζόταν από ένοχες σκέψεις. Αυτή περπατούσε σα να μη τη βλέπουν, αλλά κάποια βλέμματα την έχουν ήδη γδύσει. Όπως τη βλέπει σήμερα δεν περιορίζεται στην όραση  αλλά επεξεργάζεται τη μνήμη του συνθέτοντας την τρέχουσα εικόνα της δημιουργώντας την οπτική αντίληψη, ότι η Βαλερία, ήταν μια μελαχρινή γυναίκα στα τριάντα πέντε της χρόνια πιο όμορφη, από τότε που τη γνώρισε για πρώτη φορά ο Αλκιβιαδης στην εφηβεία της.
 Η Βαλερία ακόμη και σήμερα δεν του είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του, αυτό είναι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι ο ανομολόγητος έρωτας του που είναι μακράν πιο επίπονος από τον ανεκπλήρωτο. Κι αυτό επειδή στην ουσία επιλεκτικά και κατά συνείδηση δε θα δει ποτέ το φως της ημέρας, δε θα βγει από τα πρόχειρα των αναρτήσεων του και δε θα συναντήσει ποτέ ένα φιλί ή ένα χάδι. Δεν είναι ότι «δεν έκατσε» ή «δεν έτυχε». Οι ανομολόγητος έρωτας του αυτός καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη σιωπής και μαζί του κάθε προοπτική από πλευράς της ενδιαφερόμενης για να αποκαλυφθεί. Είναι ο έρωτας που ποτέ δεν μπόρεσε να χωρέσει στις κατάλληλες λέξεις επιλέγοντας την ασφάλεια της αφάνειας. Είναι εκείνος οι έρωτας που ακόμη κι ο ίδιος ο «παθών» δεν έχει τολμήσει να ομολογήσει ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν εξέφρασε, δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία του να φανταστεί τον εαυτό του να κάνει την πολυπόθητη κίνηση, να ομολογήσει την ακόρεστη επιθυμία και έλξη. Κι έτσι όλα τα συναισθήματα του μένουν στην αφάνεια σε μια κατάσταση συναισθηματικής αποσιώπησης, λειτουργώντας σαν ένα εσωτερικό αγκάθι. Είναι η ανόητη παραδοχή όπου η λογική και ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός, του «είναι για το καλό όλων μας» που δε θα αφήσει τον ανομολόγητο έρωτα του να δραπετεύσει από τα δεσμά του μυαλού του. Ο «ανομολόγητος έρωτας» του παραμένει εγκλωβισμένος, καθώς η πίστη ότι η αποκάλυψή του θα προκαλέσει πόνο και προβλήματα υπερισχύει της επιθυμίας για απελευθέρωση. Είναι μια σύγκρουση καθήκοντος και πάθους. Όμως πάντα στο μυαλό θα υπάρχει και θα αιωρείται εκείνο το «αν» που θα πλάθει σενάρια για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί ένας έρωτας αν είχε εκφραστεί και ομολογηθεί. Και θα πέφτουν βροχή οι ατάκες στο μυαλό και θα πλάθονται οι εικόνες αυτόματα.
.....Το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη της της έδιναν ναζιάρικο ύφος. Κοιτούσε τον κόσμο με ορθάνοιχτα μάτια, κατάμαυρα, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων. Πάντα στην τρίχα! Ντυμένη με τέτοιο τρόπο που τόνιζε την εμφάνισή της! Η αλήθεια ήταν πως ο Αλκιβιαδης είχε εκπλαγεί τα πρώτα δευτερόλεπτα, με την εξαιρετικά σικ εμφάνιση της Βαλερίας, αλλά η έκπληξη του ήταν φευγαλέα καθώς πάντα τη θυμόταν σαν μια γυναίκα που προτιμούσε κομψά κομμάτια που τόνιζαν το προσωπικό της στυλ της έδιναν άνεση με σοφιστικέ αισθητική, δημιουργώντας ένα κομψό αποτέλεσμα. Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως  ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου! 
 Καθώς το βλέμμα του κλειδώθηκε πάνω της μένει γοητευμένος, με το βλέμμα του να προδίδει μια εσωτερική σύγκρουση, του θαυμασμού και της επιθυμίας απ' αυτό που βλέπει. «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!»  Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του.  Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε και πάλι την καλή του διάθεση καθώς νιώθει τη φωνή της να κυριαρχεί ευχάριστα στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους του καταστήματος. Της χαμογέλασε ευγενικά, μα είτε το θέλει, είτε όχι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τους αρχικούς δυσάρεστους συνειρμούς για την εν γένει παρουσία του. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο βιολογικό τμήμα του super market;» ήταν αναμενόμενο, το σχόλιο της.
«Όχι συχνά μα σήμερα που είμαι εργένης προσπαθώ να αντλήσω έμπνευση για το δείπνο μου! Ακολουθώ το συρμό που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι hot τάση, κι οι συνταγές τους είναι ισορροπημένες και δεν παχαίνουν.» 
«Ναι, έχεις δίκιο! Πώς και Σαββατοκύριακο, είσαι εργένης; Η Ανδρομάχη;»
«Είναι Θεσσαλονίκη με τη φίλη σας τη Ναυσικά.»
«Με τι Ναυσικά; Επαγγελματικό ή ταξίδι αναψυχής;»
«Τριήμερο ταξίδι αναψυχής, που συμμετέχει και η φίλη σας η Ναυσικά. Βρήκαν ευκαιρια και απέδρασαν ένα τριήμερο παρέα με κάποιο οργανωμένο γκρουπ!»
«Μάλιστα! Τριήμερο ταξίδι αναψυχής! Αν και τελευταία έχουμε χαθεί! Χαίρομαι για τις φιλενάδες μου!»
«Ευχαρίστως να τους μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου!» 
«Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ;»
«Η ενορία μας! Εσύ έχεις φύγει και δεν έχεις γνωρίσει το νέο μας και συνάμα νεαρό παπά της ενορίας μας, που είναι κοινωνικός και υπερδραστήριος.»
«Θυμάμαι! Η Ανδρομάχη πάντα είχε καλή σχέση με την εκκλησία!»
«Αα ο ρασοφόρος και η Ανδρομάχη έχουν χτίσει μια προσωπική πνευματική σχέση! (Και σωματική πιθανώς! Αυτό το σκέφτηκε αλλά δεν το είπε!) Έχω καταλάβει πως η παρουσία του ιερέα και η μορφή στη σχέση τους, επιβάλει ηρεμία στο μυαλό της και εσωτερική σοφία στο σώμα της που μάλλον δεν τα βρίσκει στα όρια του γάμου της, όταν η ψυχή της επαναστατεί και αναζητά διέξοδο για τις ελλείψεις της. Τώρα εκεί στη Θεσσαλονίκη διόλου απίθανο να εκτελέσουν οι δυο τους μια πολύ ιδιαίτερη θερμή «συνεδρία» με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στο ρασοφόρο πνευματικό της  αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα, που κατοικεί στους ανθρώπους που έχουν πίστη, ώστε να βρει το δρόμο που οδηγεί στη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική πνευματική της γαλήνη.»
«Δεν το πιστεύω! Πλάκα μου κάνεις μ' αυτά που λες!»
«Εντάξει, πες πως αστειεύομαι! Πως είναι μια σύντομη εκδοχή της μυθοπλασίας μου.»
«Τα παιδιά; Στο χωριό με παππού και γιαγιά;»
«Ναι! η τελευταία τους εβδομάδα των διακοπών.» 
Απορροφημένοι στην αναμονή να ετοιμάσει ο υπάλληλος την παραγγελία της Βαλερίας έλεγαν πολλά και διάφορα, με τις γνωστές αμήχανες κουβέντες περί γάμου, δουλειάς και διαβίωσης με χιουμοριστικές παρενθέσεις, όταν ο υπάλληλος τη πληροφόρησε πως είναι έτοιμα τα φιλέτα του φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει και αμφότεροι ξεκίνησαν για τα ταμεία του καταστήματος.  Ο Αλκιβιάδης όμως κοίταζε τη Βαλερία αχόρταγα, με ένα απροσδιόριστο βλέμμα. Έδειχνε αδιάφορος, ή μάλλον ήθελε να το παίξει αδιάφορος γιατί μέσα του σκεπτόταν πως αυτός ο λαχταριστός κορίτσαρος θα γινόταν ιδανικός παρτενέρ στο κρεβάτι του. Αυτό το πανέμορφο αψεγάδιαστο κορμί με τις αρμονικές καμπύλες και τα ατέλειωτα πόδια! Η Βαλερία έριξε μια κλεφτή ματιά και το κατάλαβε ότι τη κοιτάζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν φάνηκε να πειράχτηκε. Ίσως να κολακεύτηκε κιόλας από την εμφάνιση της.
Η Βαλερία ήταν ο τελευταίος κρίκος της παρέας τριών κοριτσιών από το δημοτικό σχολείο. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία. Ήταν κι οι τρεις μια χαρά γκόμενες, η Βαλερία όμως ήταν η πιο εκκεντρική και ανεξάρτητη της ομάδας, ήταν πολύ καλή με τα μικρά παιδιά. Το περιπετειώδες ταμπεραμέντο της διασκέδαζε πολύ τις φίλες της, που τρελαίνονταν για τις θεοπάλαβες ιστορίες της.
Τη θυμάται από τα εφηβικά της χρόνια μαθήτρια του λυκείου! Απλή ζωή ζούσε και ζει η Βαλερία ακόμη και σήμερα από όσο γνωρίζει. Ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, συνετές σπουδές, γάμο µε άντρα που την ερωτεύτηκε και την αγάπησε! Και τα κατάφερε τελικά και έγινε καθηγητρια και αποδείχτηκε ότι ήταν πλασμένη γι’ αυτή τη δουλειά. Η επικοινωνία, η ζεστή ατμόσφαιρα, οι αιχμηρές συζητήσεις, αυτός ήταν ο δρόμος της! Ατενίζοντας την σήμερα, μετά από μερικά χρόνια που είχε να τη δει, τόσο όμορφη, τόσο ζωντανή του αγγίζει όλες τις αισθήσεις του μυαλό του, το οποίο λειτουργεί στιγμιαία και αναρωτιέται! Άραγε μήπως πίσω από αυτή τη σταθερή ζωή, καταφέρνει να κρύβει απαγορευμένες επιθυμίες και ένοχα μυστικά όπως όλοι μας. 
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά ανάμεσα στα ράφια ενός super market θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο αίσθημα κάψας που στο πέρασμα της ώρας άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του και ο ίδιος ολόκληρος να φλέγεται από πόθο που ζητούσε ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιαδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη γοητεία της Βαλερίας που ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα αλλά σαν άνδρας δεν είχε ταμπεραμέντο πιτ μπουλ που ορμάει σε ό,τι γυναικείο ποδόγυρο κινείται και του αρέσει, αλλά ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε. Δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθου του στην ηρωίδα του με εμμονή και χωρίς ενοχές εγκαταλείποντας κάθε κοινωνικά θεμιτό, για να ικανοποιήσει τον ανικανοποίητο πόθο του εισβάλλοντας μέσα στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι. Διάβολε! Αλήθεια πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με τους δισταγμούς του! Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία είναι το «κλειδί», ακόμη κι ένα ζεστό χαμόγελο της μπορεί να βοηθήσει πολύ στο να σπάσει ο πάγος!
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός όσο περπατούσαν ο ένας διπλά στον άλλο. Μόλις βγήκαν από την αυτόματη πόρτα του καταστήματός στο υπαίθριο πάρκινγκ, οι δυο τους ήταν σιωπηλοί. Ο Αλκιβιάδης στενάζει βαριά. Ένας τέλειος στεναγμός απίστευτης καύλας. Αλλά με μια δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Σαν να ομολογεί στον εαυτό του πως ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να το σκέφτεται αυτό. Ότι είναι απαγορευμένο. Αλλά και ότι δεν μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Ότι ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν’ αντισταθεί. Πήρε μια γεμάτη ανάσα και προσπάθησε να συντονιστεί με το περιβάλλον.
Την παρακολουθούσε που πήγαινε στο αυτοκίνητο της. Είχε ένα απίστευτο βάδισμα. Κάτι στους γοφούς της θύμιζε αιλουροειδές και έδινε την αίσθηση ότι βάδιζε σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει. Αν κοίταζε συνέχεια τα οπίσθια της κινδύνευε να στραβολαιμιάσει.
Πλάθει «σενάρια» που ανάβουν την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία τείνει να σχετίζεται με τις φαντασιώσεις του και του ζητά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει τη συστολή του για λίγο στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πάρει το αυτοκίνητο, στάθηκε μπροστά στη πόρτα του και βλέποντάς την Βαλερία έτοιμη να μπει στο αυτοκίνητο της, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά δεύτερα  και κοιτάζοντας τη στα μάτια ξεφούρνισε: «Συγγνώμη που σε κοιτάζω επίμονα, αλλά επιτρέψτε μου να πω ότι δεν το περίμενα μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε να αντικρίσω μια τόσο όμορφη και σέξι γυναίκα!» Ο Αλκιβιαδης σαν σωστός που ήταν τζέντλεμαν κατά τη διάρκεια της επαφής τους της την έπεφτε μεν παιχνιδιάρικα, αλλά όχι πολύ περισσότερο του επιτρεπτού.
«Μην το πάρεις στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο θα δεχόσουν να σε πάω σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά τότε που είμασταν γειτόνοι...» 
Απλώνεται μεταξύ τους μια παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα της λέει, «είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
«....»
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε!, ναι, γιατί όχι», ψέλλισε η Βαλερία αιφνιδιασμένη. 
«Ωραία! χάρηκα πολύ που σε είδα. Προτείνω να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλικό δείπνο να έρθουν και πάλι οι οικογένειες μας πιο κοντά.
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της θετικά. Του Φάνηκε πως προσπαθούσε να επιλέξει με προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδο του super market αυξανόταν διαρκώς και ο Αλκιβιαδης τη περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου και από τη θέση του οδηγού όπου στρογγυλοκάθησε στο σκιερό πάρκινγκ! Σαν ένας περίεργος που κατασκοπεύει από κάποιο παράθυρο, μπορούσε να παρακολουθεί την Βαλερία χωρίς να είναι σίγουρος αν εκείνη ξέρει ότι ήταν αντικείμενο παρατήρησης του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει πολύχρωμο περιεχόμενο απ' τη προσωπική της ζωή. Όμορφη, προσεγμένη γυναίκα πραγματικό θηλυκό η όποια ξέρει με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά της σημεία που της χάρισε η φύση. Τη θυμήθηκε πώς ήταν νεαρή δεκαοκτάχρονη, όταν τους σύστησε η Ανδρομάχη και πρωτογνωρίστηκαν. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της, το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν μια θερμή νεαρή γυναίκα πάντα έτοιμη να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία το κατάλαβε ότι ο Αλκιβιαδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά και κινείτο ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπό της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας στο χαμόγελο της. Το φως του μεσημεριανού ήλιου στο εσωτερικό του αυτοκινήτου της έπεφτε στο πρόσωπό της κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Ανεβαίνοντας στο αυτοκίνητο την είδε να κάθεται στο κάθισμα να τον κοιτά και του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια λάμψη σκανταλιάς στα μάτια της. Χαμογέλασε κι αυτός και χαιρέτησε κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του. Μπορεί να ήταν η λαχτάρα του, που έκανε το κορμί του να κινηθεί, γιατί εκείνη έστρεψε απότομα τη προσοχή της στην έξοδο του πάρκινγκ! Επιλέγει από ένστικτο, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο Αλκιβιαδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμα της να μαγνητίζει την προσοχή του και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ασάλευτα, βουβά. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης. έκλεισε τα μάτια του προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του και με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο χαμόγελο της. Αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε ν΄ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλια, ενώ θα τη κρατούσε προστατευτικά στην αγκαλιά του. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει και το φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του δεν έπαυε να του υπενθυμίζει τη διέγερσή του με σουβλιές. Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις ανήθικες σκέψεις του επικαλούμενος τη κοινωνική ηθική του που επιτάσσει σεβασμό και να μην εμπλέκεται σε παράνομες ερωτικές υποθέσεις! Ωστόσο, όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, είθισται να ωχριά η πειθώ του μυαλού. Πως το λέει ο μεγάλος δάσκαλος ο Φρόιντ! «Το σεξουαλικό ένστικτο, δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου τής αυτοσυντήρησης.»
Έτσι, του Αλκιβιάδη, παρά τις ενστάσεις του αυτό το σαββατόβραδο η Βαλερία εντελώς ξαφνικά, από το πουθενά είχε εισβάλει στο συναίσθημα του σαν μια γλυκιά αμαρτία η παρουσία της. Μια αμαρτία κρυμμένη στο πάθος του. Αυτό είναι. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του ερωτική πρέζα στη μοναξιά του, σαν γρύλος που τραγουδά μες στο κεφάλι του, σαν γρύλος επίμονος! Αυτό το βράδυ σκέφτεται με τη ψυχή και το συναίσθημα κι όχι με τη λογική, και είναι κι αυτό το δάγκωμα που νιώθει σαν τη σκέφτεται! Στο μυαλό του τη φαντάζεται, ότι είναι ερωτικό ζευγάρι και αυτή η διαπίστωση του προκαλούσε μια συναισθηματική κατάσταση στην οποία βιώνει για κάτι που θα ήθελε να συμβεί στο εγγύς παρόν ή στο μέλλον!
..Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας και ενώ ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο της Πλάτωσης και το Θριάσιο πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική απόλαυση. Ο Αλκιβιαδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoleon αυτό το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ ηλικίας δέκα ετών ακούμπησε ένα ποτήρι στον πάγκο της κουζίνας πάνω στη μαρμάρινη επιφάνεια. Σέρβιρε προσεκτικά κονιάκ στο ποτήρι, δεν ήθελε λεκέδες στη λευκή επιφάνεια του μαρμάρου. Φέρνοντάς το στο στόμα, έκλεισε τα μάτια του απολαμβάνοντας τις αρωματικά αλκοολούχες γεύσεις του cognac που άρχισαν να ρέουν στις φλέβες του, και σε αρμονική συντροφιά να δένουν με τις γεύσεις του μαλακού ganache εσπρέσο και τις γεύσεις από κομποτέ μανταρίνι. Το συνηθισμένο του εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε τις αισθήσεις του, και ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε ένα απολαυστικό άρωμα μια από τις πραγματικά απλές απολαύσεις της ζωής. Έκλεισε τα φώτα πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο όπου ήταν το γραφείου του. Το λάτρευε το μικρο του δωμάτιο. Ο χώρος σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του δημιουργούσαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε μπαλκόνι. Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη όπως και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει ταπετσαρίες, βιβλιοθήκες, γραφείο, φωτογραφίες και πίνακες για τους τοίχους. Και ο Αλκιβιαδης ήταν ενθουσιασμένος με ό,τι είχε κάνει. Ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, μάλιστα, ένιωθε πολύ περήφανος! Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μειώνει την ένταση που ένιωθε. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα κυματιστά μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο ποτήρι του.
Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια τηλεοπτική εκπομπή ποικίλου περιεχομένου που καλύπτει μεγάλο μέρος του πρωινού (το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει στα πρωινάδικα), απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου. 
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει εύκολα, δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ πολύ δυναμικό, εκρηκτικό που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και έτοιμο για δράση πάντα, ώστε να μου κινεί το ερωτικό και σεξουαλικό ενδιαφέρον συνεχώς. Κοινώς να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα με απίστευτες αντοχές ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα. Να με οδηγεί στην κορύφωση της σαρκικής και ψυχικής ηδονής.
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου πίσω από τον υπολογιστή, έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει απ΄το παράθυρο ατενίζοντας στον ορίζοντα το νυχτερινό ουρανό λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της που θα ήθελε να βρίσκεται απόψε μαζί του. Ακολουθούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του ήταν καθαρό σαν τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο Αλκιβιαδης  ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή, ώστε να βρεθεί αντίκρυ στην οθόνη του δεκαεφτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι και η οθόνη απέκτησε ζωή. Ήταν αργά, είχε ήδη πάει μεσάνυχτα, αλλά ο Αλκιβιάδης δεν είχε καμιά όρεξη να κοιμηθεί, ήταν πολύ νευρικός. Αν πήγαινε για ύπνο, θα αναμάσαγε τα ίδια και τα ίδια. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό ιντερνέτ, πληκτρολόγησε το κωδικό του blogger και άνοιξε νέα ανάρτηση. Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή.
Η ανάρτηση, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «διαγραφή» ή στα «πρόχειρα», αλλά του άρεσε και η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο να το ανεβάσει στο blog του και να στείλει το link με MSN στη Βαλερία να το διαβάσει. Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στο λαιμό του παρασύροντας μαζί του και έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε. Η γυναίκα απόψε είναι συνεχώς στο μυαλό του σε σημείο που νιώθει μπερδεμένος και δεν μπορεί να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία!. Στη θύμηση της επιταχύνονται όλα: οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του. Τους φαντάζεται να βρίσκονται οι δυο τους σ΄ ένα μέρος και έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας.  Σ΄ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο μέσα στη φύση, δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μαζί μοναδικές ερωτικές στιγμές. Έχει κατά νου και την μεγάλη έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αναφέρεται για την απιστία μεταξύ συζύγων, να θέλει τις γυναίκες καθηγήτριες να είναι επιρρεπείς στην απιστία και οι πιο ευάλωτες στους πειρασμούς που θα εμφανιστούν στο δρόμο τους. Ταυτόχρονα όλο και κάτι είχε πάρει το αυτάκι του στα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με την Ναυσικά για την πρώην μελαχρινή με μεγάλα όμορφα μάτια, καλοσχηματισμένο σώμα με όμορφες καμπύλες, φιλενάδα τους! Η Βαλερία είχε εξελιχθεί σε προσωπικότητα, που απέπνεε αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα την θεωρούσαν «αβανγκάρντ» ότι είχε πρωτοποριακές, προχωρημένες, ενδεχομένως και εκκεντρικές, απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές. Μεταξύ των άλλων ντύνονταν κομψά, βάση των επιταγών της εποχής και ήταν άκρως φιλική με τους μαθητές της. Με δυο λόγια είναι ένα γοητευτικό πλάσμα στην πολύβουη σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της. Ένα «προχώ» άτομο στην αργκό των μαθητών και που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονται να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο και να «πηδήξουν» μία τέτοια «μουνάρα» καθηγήτρια.. Οι μαθητές κάθε συχνά αναζητούσαν αφορμή και πήγαιναν στο γραφείο της για κάποια απορια τους. Σίγουρα από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και απ' το εφηβικό πλήθος κάθε βράδυ χυνόταν άφθονο σπέρμα για χάρη της. Βέβαια δεν χρειάζεται να εισχωρήσεις στα άδυτα των ανδρικών κύκλων των καθηγητών, που χαρακτηρίζονται από μια δόση «παλαιάς κοπής» ακαδημαϊκού ύφους, αυθεντίες με σοβαροφάνεια για να μάθεις τις απόψεις τους για την νέα τους συνάδελφο. Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάσθηκε στο σχολικό συγκρότημα έγινε αποδέκτης του «ενδιαφέροντος τους με αποτέλεσμα να ένιωσε ασφυκτικά, καθώς αντιλαμβανόταν ότι η προσέγγιση τους δεν ήταν αγνή. Αρκεί απλά να τους ακούσεις να μιλάνε για το πρόσωπο της, και σίγουρα είναι αρκετοι οι συνάδελφοι της που πολύ το επιθυμούσαν να την ρίξουν στο κρεβάτι τους και να τα δώσουν όλα για να γαμήσουν αυτό το μελαχρινό πανέμορφο μουνί! Όμως μάλλον δεν.
....... Οι δυο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας στις συχνές επαφές τους είναι κάποιες φορές που μιλούν μεταξύ τους, αλλά όλο νόημα αναφέρονται και στο πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη έχεις μάθει για τη φίλη μας τη Βαλερία;»
«Της Βαλερίας; όχι δεν ξέρω κάτι! Πάει πολύς καιρός που έχω να μάθω νέα της. Έχουμε χαθεί. Εσύ τι έχεις μάθει;»
«Να εγώ να σου πω κάτι που έχω μάθει! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πιο γλυκό από το επίσημο και το απολαμβάνει με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδη; Όταν λες απαγορευμένο και γλυκό; Τι εννοείς; ότι τα φοράει στον άνδρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε γιατί θυμάται τη φιλενάδα τους από το λύκειο! Την είχε για πολύ συμμαζεμένη και σοβαρή κοπέλα και δεν το περίμενε, της ήταν ξαφνικό, να ακούσει τέτοια σχόλια για τη προσωπικότητα της. 
«Τι να σου πω ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη ήξερα πόλη σοβαρή, σεμνή και μετρημένη και ευτυχισμένη με το γάμο της. Μεταξύ μας το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια τα κουτσομπολιά πως είναι δυνατόν η Βαλερία πέφτει σε παράνομο κρεβάτι;.»
«Αυτές οι σεμνές φιλενάδα μου, που λες «Αα» δεν το πιστεύω! Και όμως είναι άτακτες παντρεμένες γυναίκες που δεν τους φαίνεται ότι τους βγάζει ωραία γούστα και τις ικανοποιεί ο εραστής τους.»
«Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο από αρκετά μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα όμως. Εκτιμάνε πλήρως την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους. Και το «βαρύ» παρελθόν του εραστή. Εξ' ου και οι μεγάλες επιτυχίες γίνονται πλέον είτε μέσω σόσιαλ μίντια, είτε σε χώρους εργασίας.»
«Στα σόσιαλ γίνεται πιο χοντρό παιχνίδι από ότι στους εργασιακούς χώρους.» Της λέει η Ναυσικά σαν ποιο έμπειρη με τα σόσιαλ μίντια.
«Ισχύει. Η άποψη ότι στα σόσιαλ μίντια το σεξουαλικό «παιχνίδι» γίνεται πιο έντονο και «χοντρό» σε σχέση με τους εργασιακούς χώρους. Στα σόσιαλ μίντια, η αίσθηση της ανωνυμίας και της απόστασης ενθαρρύνει πιο τολμηρές, άμεσες σεξουαλικές προσεγγίσεις και προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου το σεξουαλικό «παιχνίδι» μπορεί να γίνει πιο «χοντρό» λόγω της έλλειψης άμεσων κοινωνικών συνεπειών. Στη δουλειά μπορεί να μπλέξει το πράγμα.» απαντάει η Ανδρομάχη. 
«Τι εννοείς ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;» 
«Εννοώ ότι να είναι άνθρωπος εμπιστοσύνης! Ο συνδυασμός ενός εχέμυθου, και έμπειρου εραστή που διαθέτει διακριτικότητα, ωριμότητα και γνώση πώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας προσφέροντας ασφάλεια, χωρίς τον φόβο να σε εκθέσει και κυρίως ικανότητα στην σεξουαλική επαφή. Από εμφάνιση έχουμε και λέμε: καθαρός συνέχεια, ακριβά και κυριλέ ρούχα και καμιά φορά φόρμα για να φαίνεται αθλητικός τύπος, περιποιημένο μούσι και απλό μαλλί. Και 1,82 τουλάχιστον.»
«Μάλιστα κατάλαβα! Δηλαδή για να είναι γαμάτος εμφανισιακά πρέπει να είναι τέλειος από τότε που γεννήθηκε. Θα πρέπει να έχει γεννηθεί όμορφος, κάτι σαν τον παπά της ενορίας μας που σου κούμπωσε εσένα για εραστής, εννοείς κατεργάρα φιλενάδα. Σε καταλαβαίνω πως όταν είσαι αναστατωμένη, ο παπάς, εκτός από πνευματικός σου λειτουργεί και ως εραστής σου και σου, προσφέρει έναν ασφαλή χώρο όπου μπορείτε να εκφραστείτε χωρίς φόβο κριτικής, και σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα καλό γαμήσι.»
«Κάπως έτσι. Ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος πεντακάθαρος και έμπειρος γαμιάς που έχει διδάξει αρκετές τσούλες ενορίτισσες πώς να γαμιούνται. Όταν σμίγουμε δίνουμε και οι δυο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή. Δηλαδή έχω μπλέξει σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να βγω εύκολα, μια ερωτική «κόλαση». 
«Είναι και προικισμένος ο ρασοφόρος εραστής»!
«Τον έχει μεγάλο! Αλλά το ποιο σημαντικό είναι το πάχος του. Μου δημιουργεί μια πιο έντονη αίσθηση πλήρωσης του κόλπου, και σεξουαλική διέγερση. Αλλά τα είπαμε αυτά. Πάμε τώρα στο θέμα μας! Εσύ για λεγε τι έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας! Είμαι περίεργη και όλη αυτιά. Σε ακούω πολύ προσεκτικά και με ενδιαφέρον»
«Έμαθα από μια έγκυρη πηγή ότι το «πνίγει το κουνέλι» στην αγκαλιά του προσβληθέντα με τη νέα σχολική χρονιά νεαρού γυμναστή του λυκείου που εργάζεται.»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή ότι έχει επιλέξει να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;»
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει συχνά με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο κι ο ήχος του μπορεί να φτάσει πολύ μακριά.»
«Δηλαδη το παλικάρι έχει προσόντα; Τι έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε, ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά που ήταν αδιόριστος ακόμη σε σχολείο της επαρχίας γαμούσε μια από τις φιλολόγους του σχολείου. Μια πραγματική ξεκωλιάρα ζωντοχήρα νυμφομανή. Και αυτή είχε διαδώσει πως το παλικάρι ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό και στην συνέχεια της έδωσε το μουνί στο χέρι.»
«Το μουνί στο χέρι Εε! Δηλαδη ο γυμναστής είναι προικισμένο αρσενικό, με μεγάλη σεξουαλική ικανότητα.»
«Εντάξει ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν το μουνί στο χέρι! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνδρας το ποιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο Πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι.» 
«Δηλαδη μετά την «περιπέτεια» του ο γυμναστής με την φιλόλογο την έπεσε στη φιλενάδα μας;» τη ρωτάει η Εριφύλη σε μια κάπως καυστική και απορημένη ερώτηση.
«Ο γυμναστής στο νέο του σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση της και της  δείχνει το έντονο ενδιαφέρον του, και προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά παρά την αρχική αδιαφορία της. Αυτός επιμένει σαν ς να νιώθει πως η φιλενάδα μας να είναι μόνιμα σε οίστρο και εκπέμπει φερομόνες που τον μαγνητίζουν σαν αστείρωτο αρσενικό σκύλο που μυρίζει την περιοχή και προσπαθεί να ζευγαρώσει.» Είναι ενστικτώδης η συμπεριφορά του και δεν είχε κάποιον ηθικό ενδοιασμό που την πολιορκούσε έντονα και κατά τρόπο μη «συμβατό» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής μας, αδιαφορώντας για τον συζυγικό της δεσμό. Η φιλενάδα μας σε μια πολύ κλασική και ανθρώπινη αντίδραση κολακεύτηκε, το ενδιαφέρον του λειτουργούσε θετικά, προκαλώντας της ικανοποίηση, είναι και ωραίος άνδρας ο γυμναστής, που της προκαλεί σωματική έλξη, και κάνει το ενδιαφέρον του ακόμα πιο ευπρόσδεκτο και συναρπαστικό, λειτουργούσε ως τόνωση της αυτοπεποίθησης της. Φαινομενικά μέσω της εξωτερικής της συμπεριφοράς και της καθημερινής της ρουτίνας, δημιουργεί την εντύπωση στους γύρω της ότι ο γυμναστής δεν την αγγίζει συναισθηματικά, με  έμφαση να δείχνει πώς της είναι αδιάφορος, ενώ η εσωτερική της πραγματικότητα είναι διαφορετική. Απλώς αυτή η συμπεριφορά της λειτουργούσε ως μηχανισμός άμυνας στα καθημερινά δρώμενα. Δεν είχε όμως υπολογίσει πως σαν γυναίκα με θηλυκότητα αναζητά να αναγνωριστεί, να επιβεβαιώσει την αξία της, τη γοητεία της και την ικανότητά της να επηρεάζει. Τελικά αποδείχθηκε, ότι οι βαθιές σεξουαλικές της ανάγκες καθόρισαν τη συμπεριφορά της περισσότερο από τη λογική. Η απρόσμενη ερωτική της έλξη για τον γυμναστή, αν και αρχικά μπορεί να την ξάφνιασε τελικά βρήκε ότι, είναι εξαιρετικά κοινό και έχει ψυχολογική και βιολογική βάση. Ο γυμναστής της αντιπροσωπεύει μια εικόνα υγείας, αυτοπεποίθησης και σωματικής ρώμης, στοιχεία που της ασκούσαν έλξη, εντείνοντας τη λίμπιντο και τη σεξουαλική της διέγερση. Και η έλξη της αυτή δεν πηγάζει από βαθιά συναισθηματική σύνδεση, αλλά αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας εξερεύνησης και στην επιβεβαίωση της σεξουαλικότητας της, παρά στο «δέσιμο» της με το γυμναστή. Αναζητούσε να βρει μια νέα χαρά στα σκέλια της από έναν άλλο κόκορα που τελικά θα την κάνει να ζήσει κάτι που δεν έχει ξαναζήσει!.»
«Κατάλαβα η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της αυτοεπιβεβαίωση στη θηλυκότητα της.»
«Έτσι Φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα χωρίς τελικά να αισθάνεται υποχρεωμένη να παίξει τον ρόλο της δύσκολης για να φανεί ανώτερη, φοβούμενη μην τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν έντονα κάποιον και θέλουν να προχωρήσουν γρήγορα μαζί του, έτοιμες για όλα!» 
«Σε ποια τηλεοπτική σειρά ανήκει η παραπάνω μυθοπλασία. Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται;» Ρωτάει ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά.
.... Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους στις παρυφές της οροσειράς του Πάρνωνα! Θέλει να μεταφέρει και να αφηγηθεί τη νουβέλα σε κείμενο με το δίλημμα πώς να γράψει τις σεξιστικές εικόνες τους χωρίς ο ίδιος να φαίνεται σεξιστής. Απλά και ξεκάθαρα είναι ένα άτομο που απολαμβάνει να γράφει πολύ ερωτικές σκηνές και συχνά Touch of Taboo που οι αναγνώστες να απολαμβάνουν να τις διαβάζουν. Έτσι όμως που ο αναγνώστης να διαχωρίζει το χαρακτήρα από το μήνυμα του ίδιου του κειμένου. Πέρα από αυτό, νομίζει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι οι απόψεις ενός χαρακτήρα δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις του συγγραφέα, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο ότι όταν κάποιος γράφει για πολλούς ανθρώπους που σκοτώνονται, ελπίζει να μην πιστεύουν πως είναι ψυχοπαθής δολοφόνος.
.....Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε. Την κοιτούσε όλη την ώρα μ΄ ένα άπληστο βλέμμα. Επιτέλους μπορούν να αγκαλιαστούν. Οι κινήσεις τους έχουν τόση φυσικότητα, που δίνουν την εντύπωση ότι γνωρίζονται από πάντα. Για μια στιγμή, μια μικρούλα στιγμή, επέτρεψε στον εαυτό του να φανταστεί ότι ήταν στην αγκαλιά του τα μακριά, λεπτά δάχτυλά της να χώνονται μέσα στα σκούρα μαλλιά του, το σώμα της να λυγίζει στα δυνατά χέρια του που τη χάιδευαν και την άγγιζαν, τα χείλη της να σμίγουν με τα δικά του και τα βογκητά της να αντηχούν στον νυχτερινό αέρα από τα χάδια του. Τον κοίταξε καθώς το χέρι του ταξίδεψε στο λείο περίγραμμα του μπούστου της και στο στητό της στήθος το ελεύθερο στη νυχτερινή δροσιά. Τα δόντια του άστραψαν στο πονηρό χαμόγελό του, καθώς εκείνος κοίταξε προς τα κάτω τον ερεθισμένο μαστό και ψέλλισε «πανέμορφη», προτού χαμηλώσει τα χείλη του στη σκοτεινή κορυφή που είχε σκληρύνει από τον δροσερό αέρα και τη θερμή αγκαλιά του. Η Βαλερία άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω σε έκσταση, ανίκανη να ελέγξει την ευχαρίστηση που ένιωθε στα χέρια του, και απόμεινε ακίνητη, νιώθοντας τις θηλές της να σκληραίνουν καθώς το χέρι του τη χάιδευε και το στόμα που περνούσε ξανά και ξανά τη γλώσσα του πάνω από το στήθος της! «Αλκιβιάδη…» Το όνομά του, που ξέφυγε από τα χείλη της  με ένα βαθύ βογκητό, έσκισε τη σιωπή.Τα χέρια τους γλιστράνε παντού, σαν σε κατακτημένα εδάφη. Τα δικά του είναι πιο βιαστικά από τα δικά της. Η Βαλερία ανατρίχιασε καθώς το χέρι του χάιδεψε την πλάτη της.
Ο Αλκιβιαδης δεν έδινε σημασία, δεν άκουγε το σφύριγμα του αέρα, ούτε τον άγριο βόμβο του νερού καθώς, για εκείνον, τίποτα έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε εκείνη την ώρα. Το μόνο θρόισμα που έφτανε ως τα αυτιά του και τον μεθούσε ήταν εκείνο των σεντονιών, ήταν το θρόισμα από τα ρούχα της που έπεφταν στο δάπεδο με ένα ρυθμό γαλήνιο και παθιασμένο ταυτόχρονα, σε τέλειο συντονισμό με τις κινήσεις των χεριών του. Ακόμη και το πιο απαλό του άγγιγμα έκανε το κορμί της να τυλίγεται στις φλόγες. Η Βαλερία άφησε ένα σιγανό βογκητό ηδονής και σήκωσε τα χέρια στον αέρα, βοηθώντας τον να της βγάλει το αέρινο φουστάνι που είχε φορέσει νωρίτερα εκείνο το πρωί. Πολύ γρήγορα, ένας μικρός σωρός από ρούχα σχηματίστηκε γύρω από τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, το μεταξωτό μαντίλι που είχε δέσει στο λαιμό, το φουστάνι, τα λευκά μικροσκοπικά εσώρουχά της.
«Κάνε μου έρωτα, θέλω να με λατρεύεις ως το ξημέρωμα, να γίνεις δικός μου σαν να μην υπάρχει ξημέρωμα…» μουρμούρισε ξέπνοα, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και αφέθηκε στα χάδια του.
Οι άκρες των δαχτύλων του διέσχισαν απαλά τις καμπύλες της και η Βαλερία ένιωσε ρευστή, σαν να την έπλαθε ο Αλκιβιαδης με το χάδι, με το άγγιγμα του.
«Μη σταματάς, φίλα με, νιώσε με…» ψιθύρισε η Βαλερία, που δεν μπορούσε, πια, να ακούσει ή να ελέγξει τον εαυτό της.
Υπήρχε απελπισία στις ανάσες, στο λαχάνιασμα της, στη μαύρη πείνα που έκανε να στάζουν οι χυμοί του κορμιού της, να τρελαίνεται, να αγριεύει ο πόθος της και να τη σέρνει σε τοπία αχανή, απάτητα. Τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν στα πυκνά καστανά του μαλλιά και η τυραννία της απόλαυσης εξακολούθησε για κάμποση ώρα, σχεδόν την έφερε στο απόγειο, μα η Βαλερία πρόλαβε να απομακρύνει τον εραστή της. Εκείνος χαμογέλασε, ανέβηκε στο κρεβάτι και την τράβηξε πλάι του.
Οι ανάσες τους, κοφτές, απεγνωσμένες, σαν να υποψιάζονταν ότι στ’ αλήθεια δε θα υπήρχε ξημέρωμα, έσμιξαν με τον ήχο του ανέμου και της θάλασσας, ακολούθησαν ασύνειδα τις κινήσεις και τις ενώσεις των νεφών οι στεναγμοί τους ήταν οι πρώτες βροντές, η κυοφορία της βροχής του φθινοπώρου, της λυσσασμένης μπόρας που μόνο αυτή θα μπορούσε, ίσως, να μετρηθεί, να συγκριθεί με το ανελέητο ρυθμικό σφυροκόπημα στις καρδιές τους. Και πώς να περιγράψει τη λαγνεία τους δίχως κανιβαλισμό! Χωρίς να διαγραφεί η οδοντοστοιχία τους πάνω στους γυμνούς τους ώμους, ίδιους με το σχήμα ενός αφάγωτου λωτού τη στιγμή της κορύφωσης που η θύελλα ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων! Την κοιτάζει στα μάτια και η ανάσα του γίνεται πιο έντονη. Κάθε στιγμή κρατά μία αιωνιότητα και έχει τη δική της σημασία. Η ένταση του πόθου ολοένα και μεγαλώνει. Τα χείλη του μόλις που την ακουμπούν. Η φωνή του είναι σιγανή και αισθησιακή καθώς της ψιθυρίζει: «Σε θέλω. Θέλω να μπω μέσα σου και να σε νιώσω... έστω κι αν αυτό θα γίνει μόνο μία και μοναδική φορά»
Ακούμπησε την παλάμη της στο στήθος του. Η φωνή της ήταν βραχνή. «Κι εγώ εσένα! Σε θέλω!» Γλίστρησε τα δάχτυλά της προς τα κάτω ως το στομάχι του κι ένιωσε τα χέρια του να σφίγγουν τους γυμνούς ώμους της καθώς έπεφτε στα γόνατα μπροστά του. 
«Δεν είσαι υποχρεωμένη να…» 
«Είπα ότι σε θέλω! Δεν έχω επιλογή. Ήξερα τι ακριβώς ήθελα από τη στιγμή που συμφώνησα να έρθω εδώ μαζί σου». Ακολουθεί σιωπή και η Βαλερία απαλλαγμένη από όλα τα ρούχα της, γυμνή μπροστά του αφήνεται στις δικές της σαρκικές ανάγκες. ............(η συνέχεια.............ερωτική μυθοπλασία: Ι- Part: 2.................)
 Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν. 
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
 Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας του ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε ένα συναίσθημα που αντιπροσώπευε μια μικρή ελπίδα, μια ιδέα, για ένα ξεκίνημα που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε. Χθες διαπίστωσε ότι όλα αυτά είχαν μείνει σ΄ ένα διαμέρισμα της ψυχής του και να που τώρα επιτακτικά αναζητούν να έρθουν στην επιφάνεια, με τρόπους τους οποίους δεν ελέγχει. Η εικόνα της επαναφέρει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.
Η συνέχεια στην ...

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Outdoor Shower

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part: 5»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1)..
Είναι η τελευταία εβδομάδα των διακοπών τους. Οι Οικογένειες χαρούμενες απολαμβάνουν το απογευματινό τους μπάνιο και τις τελευταίες ανέμελες στιγμές των διακοπών τους, έκτος από τον Νικηφόρο που αισθάνεται ελαφρώς αδιάθετος και έχει αράξει στον μεγάλο καναπέ του μπαλκονιού στο σπίτι της Νεφέλης. Ατενίζοντας τον ορίζοντα και την θάλασσα έχει βυθιστεί σε μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και ευδαιμονίας μέσα από την πλήρη αποδέσμευση του από τις αισθήσεις και τις επιθυμίες του. Νιώθει γαληνεμένος με τους ήχους απ' το θρόισμα της άμπωτης και της παλίρροιας του νερού στην ακρογιαλιά.
Πρώτη ως συνήθως σαν η νοικοκυρά του σπιτιού καταφθάνει απ΄ τη θάλασσα η Νεφέλη όσο οι υπόλοιποι τσαλαβουτούν στα σμαραγδένια νερά! Μπήκε φουριόζα κάτω από το υπαίθριο ντους στη γωνία της αυλής και ξέπλενε το σώμα της από την αλμύρα. Ο Νικηφόρος άκουγε τον ήχο νερού και το έβλεπε να τρέχει πάνω κορμί της. Το νερό έτρεχε στο μέτωπό της, στις θηλές της, στους αστραγάλους της. Στέναξε όταν ένιωσε πως το νερό κυλούσε ανάμεσα στα πόδια της, και στις βουνοκορφές του κορμιού της. Η εικόνα της να ξεπλένεται αργά αργά, με το νερό να στάζει απ' το κωλαράκι της, μέσα από το τέλειο μαύρο μαγιό της είναι ερεθιστική. Νιώθει τον φαλλό να ξυπνάει να του σηκώνεται και μέχρι να τελειώσει το ντους η Νεφέλη αυτός αισθάνεται να έχει πλήρη στύση. Την κοιτούσε και την προσκυνούσε με το βλέμμα του. Την σκέφτηκε γυμνή μέσα στην αγκαλιά του ανατρίχιασε και αυτή η ιδέα του άρεσε.
Η Νεφέλη αντιλαμβάνεται τη διέγερση του και αποφασίζει να παίξει μαζί του. Σε λίγο ο ήχος του νερού έσβησε. Κοιτάζει γύρω της πέρα από την μάντρα της αυλής δεν υπάρχει ψυχή εκτός από τον Νικηφόρο που την κοιτούσε απ' τον καναπέ απέναντι της. Βγάζει ανέμελα το ολόσωμο μαγιό της και μένει τελείως γυμνή μπροστά του. Το δέρμα της σταρένιο από τον ήλιο του καλοκαιριού. Ανάμεσα στα στήθη της λαμπυρίζει ένα λεπτό ρυάκι νερού, σαν καταρράκτης κάπου στο βάθος, ένας καταρράκτης κάπου ψηλά σε μια βουνοπλαγιά και ανάμεσα στα πόδια της ένας υπέροχος θάμνος, να ξεπροβάλλει φουντωτός σε πρώτο πλάνο, με τα υγρά του χείλη να γυαλίζουν στο βάθος του. Τώρα σκουπιζόταν στα δυο σφριγηλά στητά χωρίς χαλάρωση στήθη και στο τουρλωτό κωλαράκι της που καυλώνει ακόμη και άγιο. Στη συνέχεια παίρνει το φουστάνι της ένα καλοκαιρινό μίνι φλοράλ που κρεμόταν στο σχοινί της αυλής και το φορά με αργό τέμπο, ο ιδανικός τρόπος που ενεργοποιεί ερωτικά τον θεατή της και του γεννά προσδοκίες για τη συνέχεια, έχοντας σκοπίμως τα σκέλη της αρκούντως ανοικτά ενώ είχε και το νου της στο Νικηφόρο που την κοιτούσε με λαγνεία. 
«Πως αισθάνεσαι;» Τον ρωτάει
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να µε είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα…. Καλύτερα!» Της απαντάει.  Αναστενάζει βαθιά και ηδονικά χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Είναι σαστισμένος και είναι φανερό ότι η θέα απ΄ το γυμνό κορμί της και το κάδρο με το μουνί της Νεφέλης τον έχει αναστατώσει.
Αυτή τον καταλαβαίνει! (Αλώστε αυτό επιθυμούσε να πετύχει και το είχε καταφέρει.)... Έχει ήδη ανεβεί στην βεράντα και στέκεται όρθια δίπλα του στο καναπέ.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ θέλω να τα βγάλω όλα».» Του λέει και μια κίνηση ανασηκώνει προκλητικά από μπροστά το φουστάνι της και αρχίζει να το  ανεμίζει για να κάνει αέρα στους μηρούς και στο μουνί της. Εκεί, μπροστά του. Η πουτάνα είχε απόλυτη συνείδηση του ακαταμάχητου όπλου της που μαστιγώνει τις αισθήσεις του.  Ο Νικηφόρος τρελάθηκε, προσπαθούσε να βρει τρόπο, να δει όσα γίνεται περισσότερα και η ίδια δεν έχασε ευκαιρία να πυρπολήσει λεκτικά την αναδυόμενη καύλα που του προκαλούσε. Είναι τόσο πασιφανές, σαν μεσημεριανή λαμπρότητα, ότι η τυραννική μαγική δύναμη που του προκαλούν του εφηβαίου της τα ρόδα, οφείλεται αποκλειστικά σ΄΄ένα ζωικό μαγνητισμό τόσο εκπληκτικό, οφειλόμενο στην ασυνήθιστη σεξουαλική τους δύναμη που τον κάνουν υπήκοο πιστό των θέλγητρων τους με μια δίψα και πόθο ατελείωτο.
«Ωραία είναι η θέα που μας προσφέρει το μπαλκόνι του σπιτιού μας. Βλέπεις όλο τον κόλπο γύρω σου, θάλασσα και βουνό και αυτό σε κάνει να νιώθεις ηδονικά υπέροχα! Δεν συμφωνείς;» Τον ρώτησε κοιτώντας δήθεν τη θάλασσα μπροστά τους.
«Όντως! Η θέα είναι πανέμορφη!» Απάντησε ο Νικηφόρος, μόνο που τα μάτια του δεν κοίταζαν τη θάλασσα αλλά ανάμεσα στα πόδια της.
Εκείνη του χαμογέλασε με νάζι και ο Νικηφόρος ένιωθε έντονα το γαργάλημα χαμηλά στην κοιλιά του, την ανάσα να γίνεται βαριά, το βλέμμα να κάνει βόλτα στο κορμί της και λάγνες σκέψεις να ξεπηδούν από κάθε εγκεφαλικό του κύτταρο. Η σεξουαλική μαγεία είναι, όπως λέει ο Νοβάλις, η αίσθηση που επηρεάζει συνειδητά τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι γραμμένη με αναμμένα κάρβουνα στο καταπληκτικό βιβλίο της ζωής ότι η φλογερή έλξη μεταξύ Αρσενικού και Θηλυκού δρα μαγικά.
Η Νεφέλη διέκρινε την έξαψη και την επιθυμία στη ματιά του Νικηφόρου και ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα ροδοκόκκινα χείλια της.
«Τι λες και εσύ; Δεν αξίζει το θέαμα που βλέπεις μπροστά σου;» Τον ρώτησε ναζιάρικα και με καυλιάρικο κάρφωμα στα μάτια.
«Εεε… Ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα! Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι όπως λέει και κάποιος ποιητής.» της λέει, μην παίρνοντας τα μάτια του απ' τον θάμνο της εκεί ανάμεσα στους μηρούς της.
«Α έτσι λέει ο ποιητής. Όμορφο μου ακούγεται! Σε κάνει να ανυπομονείς να μπεις μέσα σ΄αυτή τη θάλασσα, εε; Στα βαθιά! Να την απολαύσεις!» Τον ρωτάει, πνίγοντας ένα πονηρό γελάκι…
Ήταν φανερό ότι και της Νεφέλης ξεχείλιζε η καύλα της και η σεξουαλική της επιθυμία αναζητούσε διέξοδο. Ταυτόχρονα το απολάμβανε που τον καθήλωνε με το θέαμα που του προσέφερε και του έδειχνε ξεκάθαρα σε τι κατάσταση ήταν. Είχε αρχίσει να μουσκεύει και οι θηλές της διογκώθηκαν σαν  κεράσια.
«Μμμμ, έτσι ακριβώς! Τέτοιες στιγμές ο νους μου είναι ελεύθερος και ταξιδεύει κι όσο νους ταξιδεύει νιώθω να με πλημμυρίζουν επιθυμίες! Νεφέλη είσαι η αφορμή να δουλέψει η φαντασία μου και η παρουσία σου με κάνει να βλέπω τις κορυφογραμμές του Χελμού να γίνονται πρόσωπο, στήθια, κοιλιά και μηροί, και με πέντε απλωτές σ' αυτή τη θάλασσα εμπρός μου να βυθιστώ μέσα της στις σπηλιές της, να βοσκήσω στα φύκια της και αυτή να μου δώσει το πιο κρυφό κοράλλι της για φιλοδώρημα», της απαντά με ποίηση ο Νικηφόρος. Της Νεφέλης οι βλεφαρίδες της μάκρυναν, τέντωσε κι άλλο το κορμί της έριξε το κεφάλι της πίσω, κοίταξε ψηλά, από πάνω ουρανός από κάτω η θάλασσα και αυτή να νιώθει εκεί στην ακρογιαλιά σπηλιά γλαφυρή που σκάνε μέσα της κύματα και τα σκέλια της να ανοίγονται σαν Κολοσσός της Ρόδου και αυτός ταξιδιάρικο καράβι, παθιασμένα να μπαινοβγαίνει μέσα της.
Επάνω στην ώρα του έντονου ποιητικού τους οίστρου ακριβώς πίσω τους στο έμπα της αυλής κάνει την εμφάνιση της στην αυλή και η υπόλοιπη οικογένεια.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Daphne...The Fiancee

...Ένα μικρο απόσπασμα από την ανάρτηση «Ενήλικες συναινούντες». Βλέπε....(Ενήλικες συναινούντες)..
Καλοκαίρι και μόλις έχει μπει ο Αύγουστος όταν το  πλοίο βρέθηκε σε Ολλανδικό λιμένα.  Ηταν στο Ρότερνταμ το πλοίο και αφού ολοκλήρωσε την εκφόρτωση εισήλθε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Verolme yard, located in Rotterdam's Botlek harbor, ξεκινώντας να πραγματοποιήσει την επιθεώρηση πενταετίας (special survey), που περιλαμβάνει εκτεταμένες επισκευές και ελέγχους κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να παραμείνει εκτός ναύλων για μερικές εβδομάδες, σύμφωνα με το πρόγραμμα δεξαμενισμού του. Έχουν ήδη διανύσει την πρώτη εβδομάδα που στο πλοίο κατέφθασε η Δάφνη επίσημη πλέον σύντροφος του Παυσανία που πρόκειται να την παντρευτεί.
Η Δάφνη ήταν μια νεαρή φινετσάτη γυναίκα είκοσι-δυο χρονών την εποχή εκείνη. Η Δάφνη στην εφηβεία της υπήρξε μια τυπική έφηβη των ανατολικών προαστίων, που  φοιτούσε σε ιδιωτικό κολέγιο και ζούσε σχετικά άνετα τη ζωή της όταν, γνώρισε τυχαία τον Παυσανία και οι ισορροπίες στη ζωή της μπαίνουν σε νέες γραμμές. Ο έρωτάς της για το νεαρό ναυτικό θα της φέρει τα πάνω-κάτω και θα τη βγάλει εκτός της συνηθισμένης τροχιάς της ζωή της. Είναι σημαντικό που άκουσε την καρδιά της, αλλά είναι και λογικό να αναρωτιέται για την επιλογή του συντρόφου της, καθώς η επιλογή συντρόφου είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά κριτήρια, όπως η συναισθηματική ωριμότητα, η επικοινωνία, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός και η συμβατότητα.
Ο Αλκιβιάδης ενέδωσε στο ασφυκτικό πρέσσινγκ και στα παρακάλια του Παυσανία και πήγαν παρέα στο αεροδρόμιο Schiphol του Amsterdam να την καλωσορίσουν. 
«Σε θέλω έτσι και αλλιώς για κουμπάρο μας.» του λέει
«Το κορίτσι το ρώτησες αν με εγκρίνει;» τον ρωτάει.
«Όταν σε γνωρίσει είμαι σίγουρος πως θα δώσει την έγκριση της..» 
Δια χειραψίας και χαμογελαστός χαιρέτισε ο Αλκιβιάδης την Δάφνη αφού περίμενε υπομονετικά και πήρε σειρά μετά το θερμό εναγκαλισμό της με τον Παυσανία. Ο Αλκιβιαδης να της βαστά το χέρι και να την κοιτά όχι μέσα στα μάτια της μα, πίσω απ’ αυτά. 
«Πάει καιρός που γνωριστήκαμε χωρίς να συναντηθούμε. Καιρός ήταν να γνωριστούμε και να τα πούμε και εκ του σύνεγγυς. Κοπέλα μου όμορφη, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα!,» Της λέει ο Αλκιβιαδης στην πρώτη τους γνωριμία και την σκέφτεται μια απόλυτη ροκ σταρ στην κρεβατοκάμαρα.
Η Δάφνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ελευθερώθηκε του χαμογέλασε αυτάρεσκα στου ανέμου το καλοκαιρινό παιχνίδισμα και τα μάτια της τα στεφάνωναν οι χρυσές ακίδες του πρώιμου καλοκαιριού.! «Σε ευχαριστώ συχνά μου κάνουν κομπλιμέντα για το χρώμα τους αλλά εσείς το κάνατε με τόσο ποιητική και ρομαντική έκφραση.»
«Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δεχτείς με τέτοιο ωραίο χαμόγελο το κομπλιμέντο μου! που αναρωτιόμουν και ήλπιζα να μη φάω ξύλο. Το «θα μπορούσα» υποδηλώνει μια φαντασίωση μου, ενώ το «όλη μέρα» ενισχύει την ένταση του θαυμασμού μου.» 
«Νιώθω πως με μαχαίρι τις λέξεις κόβεις αργά-αργά και αγνοείς όλο μου το armor και κάνεις damage να ξέρεις.» Του λέει η Δάφνη με το κελαρυστό της γέλιο που είναι διαυγές, καθαρό και ηχεί ευχάριστα στ' αυτιά του».
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν θανατηφόρες, αλλά δεν ντρέπομαι να δηλώσω ένοχος! Δεν το ξεχνώ πως είσαι έτοιμη για λαμπρό αρραβώνα, με τον φίλο μου. Συγγνώμη που σε κοιτάζω, αλλά θα μπορούσα να δώσω μερικές προτάσεις για πολύτιμους λίθους στο δακτυλίδι του αρραβώνα σας που θα ταιριάζουν με το χρώμα των ματιών σου.»
«Λοιπόν, δεν είμαστε ακόμη αρραβωνιασμένοι, αλλά πρόσφατες συζητήσεις με το άλλο μου μισό τον φίλο σου με κάνουν να σκέφτομαι σχέδια δαχτυλιδιών. Μου αρέσει πολύ η ιδέα ενός πολύτιμου λίθου με χρώμα, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά χρώματα που μου αρέσουν που είναι δύσκολο να περιοριστώ. Η πρόσφατη ιδέα μου είναι να πάρω ένα κόσμημα που να ταιριάζει κάπως με τα μάτια μου, οπότε θα ήταν ωραίο να έχω ένα συντονισμένο κόσμημα.»
Οι επόμενες ήμερες κύλησαν σε ένα φυσιολογικό ρυθμό όπως αυτόν που απαιτούσαν οι επισκευές ενός μεγάλου δεξαμενόπλοιου. Ο Αλκιβιάδης λόγω ειδικότητος ήταν συνήθως υπερβολικά απασχολημένος! Δουλεύει συνεχώς και βασικά νιώθει πως η δουλειά του παρέχει μια υπέροχη ισορροπία μεταξύ εργασίας και ζωής και έχει χρόνο κάποιες στιγμές για υποστηρίξει και την προσωπική του ζωή εκτός εργασίας. Τον Παυσανία τον έβλεπε τακτικά στους χώρους εργασίας άλλα την Δάφνη ελάχιστα και συνήθως τις ώρες του γεύματος στην τραπεζαρία των αξιωματικών. Την ρώτησε πως αισθάνεται τις ώρες της μοναξιά της στην καμπίνα του πλοίου αναμένοντας τον καλό της.
«Δυσκολεύομαι να συμφιλιώσω τα συναισθήματά μου, καθώς ο Παυσανίας είναι σε χειρότερη κατάσταση και τον νιώθω αγχωμένο, που δουλεύει συνεχώς και νιώθει πως δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για μένα. Αρχίζω να νιώθω λίγο μοναξιά, αλλά μισώ να νιώθω έτσι, γιατί είμαι εδώ μαζί του τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα για να περάσουμε χρόνο μαζί και τρώμε και το δείπνο μαζί.
Κάθε φορά που νιώθω  σε αυτή την κατάσταση, σκέφτομαι και εσένα, γιατί τελικά νιώθω ότι εσύ δουλεύεις τακτικά πάνω από δέκα δώδεκα ώρες την ημέρα κατά τη διάρκεια των επισκευών.
«Εξαρτάται δεν είναι πάντα το ίδιο και αυτή δεν θα είναι μια μόνιμη κατάσταση άλλα μια προσωρινή ανισορροπία. Εν κατακλείδι αυτός είναι ο τύπος απασχόλησης που θα απαιτεί πάντα η καριέρα μας, και τότε θα πρέπει να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του αν μπορεί να ζήσει με αυτό και πρέπει να βρει τρόπους να κρατηθεί όρθιος και με ισορροπία.»
«Από ότι μου είχε εκμυστηρευτεί ο Παυσανίας δεν έχει περάσει και πολύς καιρός που είχες μια ενδιαφέρουσα σχέση με μια κοπέλα που εργαζόταν στον ιατρικό κλάδο. Θα ήθελα να μου μιλήσεις γι΄ αυτή τη σχέση σου. Τι συνέβει και χωρίσατε;»
«Μάλλον ερωτεύτηκε άλλον; Να βρέθηκε ένας τύπος διαφορετικός από μένα που να της πήρε τα μυαλά;. Ο σοφός παππους μου, μου έλεγε! Με την ψυχή της γυναίκας μη προσπαθείς να βρεις άκρη. Ούτε αυτές δεν βρίσκουν! Αν δεν μπορείς να το αντέξεις απομακρύνεσαι, η κάνεις ότι οι περισσότεροι, δεν δένεσαι. Βέβαια εάν εσύ την έχεις δαγκώσει την λαμαρίνα, τότε, με τις υγείες σου, θα σου περάσει.
«Και για ν’ απαντήσω και σοβαρά και στην ερώτηση σου! Η σχέση μας έληξε άδοξα, ήξερα ότι ήταν ένα θέμα που συσσωρευόταν καιρό, ότι είχε κουραστεί από το να λείπω και ήθελε να είμαι μαζί της, ένιωθε μόνη και είχε κουραστεί να νιώθει έτσι και μου ζήτησε να τα παρατήσω  και να μείνω στη στεριά. Ήταν σαν να μου αφαιρούσε τη χαρά και το θεώρησα εντελώς μάταιο να περιμένω πως η σχέση μας θα οδηγούσε στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα! Επιπλέον, δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τη δουλειά μου που την αγαπάω. Και οι δύο αποφασίσαμε ότι ήταν καλύτερο να τελειώσει αυτή η σχέση. Τέλος πάντων. Τον πρώτο καιρό στα γενέθλια της, μου έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι από όλους όσους θα της ευχόταν χρόνια πολλά, περίμενε ένα από εμένα. Το σκεφτόμουν, μιας και χωρίσαμε φιλικά, αλλά σκέφτηκα ότι το να της στείλω μήνυμα δεν θα βοηθούσε καθόλου, οπότε απλά αποφάσισα να μην το κάνω.
«Δεν αναρωτήθηκες αν προσπαθούσε να τα ξαναφτιάξει μαζί σου;» 
«Από ότι κατάλαβα αιφνιδιάστηκε από τον χωρισμό και γιατί δεν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε, οπότε ξέρω ήδη ότι είναι πρόθυμη να τα ξαναφτιάξουμε, αλλά αυτό πλέον δεν είναι επιλογή μου, ακόμα περισσότερο, που δεν κράτησε η φλόγα για εκείνη αναμμένη! Πώς θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα τη σχέση; Δεν τρελαινόμουν, δεν περίμενα διαρκώς την επόμενη συνάντηση μας, δεν μετρούσα τις ώρες για να ενωθούμε μαζί της; Την καταλάβαινα! Αναζητούσε αυτό το αίσθημα της ασφάλειας αυτό το μικρό λιθαράκι στον θεμέλιο λίθο της σχέσης μας που λέγεται εμπιστοσύνη! Καλώς ή κακώς, πίστευα ότι δεν νιώθαμε και οι δυο μας ασφαλείς μέσα σε αυτή τη σχέση! Ακροβατούσαμε σε ρευστά θεμέλια και αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε στην έξοδο. Νιώθω λίγο άσχημα για όλο αυτό, αλλά έπρεπε να τελειώσει. Υποθέτω ότι ο λόγος που μοιράστηκα την εμπειρία μου είναι για να ξέρεις ότι μπορώ να σε καταλάβω. Είναι μια δύσκολη συζήτηση γιατί η δουλειά μας είναι σημαντική, αλλά, το ίδιο και ο ποιοτικός χρόνος στα ζευγάρια. Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι σημαντική.»
«Ευχαριστώ που άνοιξες την καρδιά σου! Είναι ένα τόσο δύσκολο σημείο όπου μπορείς να δεις κάποιον να κάνει τόσα πολλά και να είναι συνεχώς κουρασμένος, στρεσαρισμένος από τη δουλειά του και μετά απλά νιώθεις ανόητη που θέλεις να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί, ενώ η ζωή είναι μάλλον μια χαρά για σένα! Εκτιμώ αυτά που μοιράστηκες μαζί μου και πως με καταλαβαίνεις πως νιώθω!
Σαββάτο σήμερα και ο Παυσανίας με παρότρυνε να σου ζητήσω να βγεις μαζί μας το βράδυ, έκλεισε τραπέζι σ΄ ένα εστιατόριο στη συνοικία «Commercial Street» και στο το restaurant Willem van Gogh, νομίζω ότι το ξέρεις.»
«Πως το νομίζεις ότι το ξέρω;» εκφράζει την αμφιβολία του ο Αλκιβιαδης ώστε να αποσπάσει την πηγή της γνώσης της.»
«Κυκλοφορούν διάφορα, ακόμη και στο σαλόνι που συχνάζουν οι γυναίκες των αξιωματικών.»
«Κουβέντες του αέρα είναι, άλλες με μέλι, άλλες με δηλητήριο. Ιστορίες των ναυτικών που διαδραματίζονται σε πολυσύχναστα ή μελαγχολικά μπαρ, όπου ζωές μεθούν και θάνατοι ανασταίνονται, ή δαίμονες πνίγονται και άγγελοι γεννιούνται.» 
«Συμφωνώ για το κουβέντες του αέρα, αλλά νομίζω ότι ακόμα και έτσι δεν χαλάει πολύτιμες φιλίες για μένα. Οι άνθρωποι που σε αγαπούν, σε καταλαβαίνουν.»
«Είναι ωραίο να ξέρεις ότι οι φίλοι σε σκέφτονται και να νιώθεις ότι είσαι πραγματικά μέρος της παρέας μερικές φορές. Δέχομαι με μεγάλη μου ευχαρίστηση την πρόσκληση και ελπίζω ότι δεν θα με βρείτε πολύ βαρετό.»
«Αν Ανησυχείς ότι είσαι ένας βαρετός άνθρωπος στηρίξου επάνω μου και θα είμαι η κλινική ψυχολόγος σου να ξεπεράσεις την πλήξη σου.»
«Ίσως το δεύτερο χειρότερο έγκλημα στον κόσμο είναι η πλήξη. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός! Γι' αυτό για να το ξεπεράσω, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου που θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα, θα συμπληρώσω και όλο το Σαββατόβραδο!» Της λέει ο Αλκιβιαδης «Οπότε το λύσαμε το πρόβλημα.» συμπληρώνει τη φράση του.
«Θα το λύσουμε, αφού πρώτα πιούμε ένα ποτηράκι ζενέβα, εσύ το κερνάς και εγώ κλινική ψυχολόγος σου.»
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι μου ’κάνεις πέτρα την καρδιά κι η κάμα σου στομώνει.»
«Και μετά μου λες βαρετός; Υπάρχει πραγματικά αυτή η έννοια για σένα;»
......Η Δάφνη πλημμυρισμένη από συγκίνηση, μ' ένα συναίσθημα βαρύ και ακαθόριστο της προκαλούσε το γεγονός πως οι επισκευές του πλοίου αποπερατώθηκαν και ο χρόνος παραμονής της στο λιμένα του Ρότερνταμ για εκείνη έφτασε στο τέλος του. Φανερά στενοχωρημένη με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον καλό της στην αναχώρηση που φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι. Είχε φορέσει τα πιο καλά της ρούχα, και με τα δάκρυα στα μάτια της του λέει όλες τις ευχές. Και ο Παυσανίας ακούει τις ευχές της σαν ένα τραγούδι τόσο όμορφο. «Ένα πελώριο σ' αγαπώ και να προσέχεις!» από το στόμα της Δάφνης του που του άγγιξε την καρδιά! «Περιμένω πως και πως τη στιγμή που θα γυρίσω και θα στεφανωθούμε! Αντίο!» 
Όταν το λευκό μαντίλι τ’ αποχαιρετισμού βάραινε απ’ τα δάκρυα, το μεγάλο γκαζάδικο τραβούσε προς το πέλαγος. Τότε, γύρισε στεγνά τα μάτια της επάνω και τον είδε πίσω από τα ρέλια της γέφυρας να την κοιτάει και να τη χαιρετάει ανεμίζοντας τα χέρια του. «Αντήχησαν στ’ αφτιά της τα σ' αγαπώ του». Ένα χαμόγελο έσπασε την πικρή σφραγίδα των χειλιών της, και βρήκε διέξοδο ο ξαλαφρωτικός αναστεναγμός. Στο ξεπροβόδισμα της για κάλο ταξίδι η ψυχή του Παυσανία ξαστέρωσε, τέντωσε το κεφάλι του, να την βλέπει καλύτερα και όσο το πλοίο απομακρυνόταν ολοένα η φιγούρα της πάει και λιγοστεύει λες και βυθιζόταν στο έδαφος.
«Καλέ μου φίλε, σιγά σιγά θα συνηθίσεις τη νοσταλγία που φέρνει του ναυτικού η αναχώρηση από τα αγαπημένα του πρόσωπα.» τον παρηγορεί ο Αλκιβιάδης που είχε σταθεί για λίγο δίπλα του κουνώντας και εκείνος το χέρι του ανταποδίδοντας το χαιρετισμό της Δάφνης.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά καθώς η μέρα πλησιάζει στο τέλος της στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο σ΄ ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα στο δυτικό ορίζοντα που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Αυτό το σημείο του προσφέρει ένα γαλήνιο μέρος παρακολουθώντας τον ήλιο να βυθίζεται κάτω από τον ορίζοντα. «Οι σκέψεις του ταξιδεύουν» είναι απορροφημένος σε βαθιές σκέψεις, ανάμικτες με φαντασιώσεις και δεν είναι παρών στην πραγματικότητα. Η προσοχή του δεν είναι επικεντρωμένη στο εδώ και τώρα, αλλά σε κάτι άλλο, σε μελλοντικά γεγονότα και σ' ένα φανταστικό σενάριο. Το φανταστικό ταξίδι του, έχει συνοδοιπόρο την αγάπη του για τη Δάφνη και εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψει το όνειρο του σε πραγματικότητα και να αφήσει εκτός ονείρου τη μορφή μιας προσωπικότητας που έρχεται στην επιφάνεια σε συγκαλυμμένη μορφή. Να συγκρατήσει τις ορμές του και να καταπιέσει τις παρορμήσεις του που αναζητούν διέξοδο να απελευθερωθούν με κάποιο τρόπο.
Της ήμερες που πέρασε στην αγκαλιά της Δάφνης ήταν μια φλογισμένη άνοιξη, και είχε ρίξει στην πιο απόκρυφη γωνιά της καρδιάς του σαν ένα παράξενο όνειρο τις πρόσφατα ανθισμένες επιθυμίες του που είχαν ριζώσει μέσα του για τον Αλκιβιάδη, και αυτή η φλογισμένη άνοιξη, που η Δάφνη ξύπνησε στην καρδιά του μεμιάς του φάνταζε σαν κήπος, χρόνια φυτεμένος και φροντισμένος από χέρια έμπειρου κηπουρού.
Με τις ήμερες να διαβαίνουν στο πλοίο επικρατούσε η σιγή! Μα Αλίμονο του φαινόταν τόσο εκπληκτικό που η μορφή της Δάφνης ξεθώριαζε όσο οι μέρες περνούσαν και έγινε μια χαραμάδα στη σιωπή του. Ξεθώριασε όπως η τέντα από τον ήλιο στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, και όσο κι ο κάθε άλλος, απατηλός, αντικατοπτρισμός, όσο ο ίσκιος του, είτε μακραίνοντας προς τη δύση του όταν ο ήλιος, πρόσχαρος, γεννιέται, είτε στρογγυλεύοντας γύρω του, όταν ο ήλιος, γαληνεμένος βασιλιάς της μέρας, μεσουρανεί, είτε απλώνοντας στην ανατολή, το δειλινό την ώρα που ο ήλιος θλιβερός πεθαίνει. Την ένιωθε μια σχέση δίχως πάθος σαν να είναι μια συννεφιασμένη μέρα μες στο καλοκαίρι.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Myrtle

... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
.....Η Εριφύλη χωρίς διακοπές συνέχισε την αφήγηση περιγράφοντας στη φιλενάδα της την Ελπινίκη τα ποιο φρέσκα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν και διαδίδονταν «εμπιστευτικά» από στόμα σε στόμα με τα θερμά ερωτικά συμβάντα, της γειτόνισσας της, της Αλεξάνδρας. Μια άκρως «γαργαλιστική» ιστορία που συνεχίζει να κάνει θραύση στις γυναικείες παρέες της γειτονιάς τους, λες και είναι βγαλμένη από τα πρωινάδικα social media της τηλεόρασης, με πρωταγωνίστρια την ανυποψίαστη Αλεξάνδρα, το πρόσωπο που έχει τον κύριο ρόλο στην ιστορία. Η φράση «η ερωτική της ζωή ήταν πρωτότυπη» μπορεί να ερμηνευτεί ότι είχε έναν ασυνήθιστο γάμο, και στη συνέχεια απροσδόκητη επιλογή εραστή που ξέφευγε από τα συνηθισμένα, μια επιλογή που δεν συνάδει με τις προσδοκίες ή τα πρότυπα της κοινωνίας. Η ιστορία της λοιπόν για την Ελπινίκη παρουσίαζε ένα ιδιαίτερα ξεχωριστό ενδιαφέρον και με αφοσίωση δεν χάνει την ευκαιρία να απολαμβάνει τη συνέχεια όπως την αφηγείται η Εριφύλη. Με λίγα λόγια ρουφάει σαν σφουγγάρι τα κουτσομπολιά της Εριφύλης που αποδεδειγμένα είναι μέντορας σ' αυτή τη μορφή επικοινωνίας. 
...Η Αλεξάνδρα με την παρέμβαση και τη συμβολή της αδελφής της, της Μυρτώ η ερωτική ζωή της κατάληξε αναπάντεχα να αποκτήσει, επιτυχές και ευχάριστο τέλος. Πως το λέμε σύμφωνα με την παροιμία, Ελπινίκη μου που ύστερα από πολλές περιπέτειες φτάνουμε σε αίσια έκβαση; Τέλος καλό, όλα καλά λοιπόν για την Αλεξάνδρα μας, μια γυναίκα με έντονη παρουσία και θηλυκότητα, δίνοντας έμφαση στις καμπύλες του σώματός της! Με λίγη υπομονή και πολύ τύχη βρήκε επιτέλους έναν πολύ αξιόλογο άντρα, και τον παντρεύτηκε επίσημα με παπά και με κουμπάρο. Η αδελφή της η Μυρτώ εργάζεται στη γραμματεία μεγάλης και γνωστής πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων. Ένα παλικάρι, εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας την πολιορκούσε στενά εκδηλώνοντας τον ενδιαφέρον του και τις ερωτικές του διαθέσεις με πρόθεση τη σύναψη ερωτικών σχέσεων μαζί της και με σκοπό να γίνουνε ζευγάρι, αλλά εκείνη παρουσίαζε ισχυρή και επίμονη αντίσταση στην ερωτική πολιορκία του, που σημαίνει ότι δεν την ενδιέφερε να συνάψει ερωτική σχέση μαζί του. Κατά τα φαινόμενα το μυαλό της και οι ανησυχίες της ήταν εστιασμένες κάπου αλλού. Εγώ είχα βάσιμες υποψίες ότι ο Νικηφόρος μου ήταν ο άνδρας που την ενδιέφερε σοβαρά και ίσως τον ονειρευόταν να γίνουν ζευγάρι και μάλλον απογοητεύτηκε όταν πληροφορήθηκε τη πολύ σοβαρή του σχέση μαζί μου. Σαν συνομήλικες γυναίκες είναι σημαντικό ότι υπάρχει ανοιχτή επικοινωνία και κατανόηση μεταξύ μας και παραμένει η σχέση μας υγιής. Η Μυρτώ είναι ακόμη και σήμερα ελεύθερη και πολύ αφοσιωμένη επαγγελματικά στη δουλειά της που την αγαπάει. 
Όντως η αδελφή της Αλεξάνδρας η Μυρτώ είχε το μυαλό της στο Νικηφόρο αλλά αυτό που δεν ήξερε η Εριφύλη ούτε και η ιδία η Μυρτώ ήταν ότι και ο Νικηφόρος μια εποχή είχε σφόδρα επιθυμήσει να συνάψει ακόμη και επίσημη σχέση μαζί της. Η οικογένεια της Μυρτώ είχε τρεις τρεις κοπέλες (αδελφές.) ανύπαντρες. Την Ελπίδα είκοσι τριών ετών την εποχή εκείνη, την Αλεξάνδρα είκοσι ενός ετών και τη Μυρτώ η μικρότερη από τις αδελφές της δεκαενιάχρονη. Γυρίζοντας στην Ελλάδα από το τελευταίο του μπάρκο, νεαρός μηχανικός της ναυτιλίας ο Νικηφόρος η μητέρα του γλυκά και χαμογελαστά αρχίζει τα μητρικά κηρύγματα να τον προτρέπει πως είναι στη κατάλληλη ηλικία και ψυχολογικά ώριμος για να παντρευτεί και είναι πια καιρός να κάνει και αυτός δική του οικογένεια.
«Να σου βρω και μια καλή κοπέλα και να κάνεις δίκη σου οικογένεια.» 
«Και τι είναι η κοπέλα για να τη βρεις ρε μάνα; Ραπανάκι για την όρεξη στη λαϊκή αγορά;»
«Με ακούς, παιδάκι μου;». 
«Ναι, ρε μάνα, σε ακούω, καθαρά και δυνατά!». 
«Γιατί δεν απαντάς, παιδί μου;».
«Ναι ρε μάνα! Ξέρεις κάτι όμως; Δεν είναι ότι δε χρειάζομαι έναν καλό σύντροφο στη ζωή μου, που να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και νιώθουμε άνετα ώστε να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας. Είναι όμως που η ζωή είναι περίεργη, είναι απρόβλεπτη, γεμάτη εκπλήξεις, αντιφάσεις και παράδοξα, τα οποία την καθιστούν αναπάντεχη και συχνά δύσκολο να την καταλάβει κανείς πλήρως γιατί δεν ακολουθεί πάντα μια λογική και προκαθορισμένη πορεία.!»
 Η μητέρα του απόρησε και του απάντησε: «Όπως μιλάς εσύ γιε μου, δεν παίρνω είδηση τι λες, δεν την καταλαβαίνω εγώ τη γλώσσα σου, και τι θες να πεις.» 
Ο Νικηφόρος στην παρούσα φάση, απέφευγε τις δεσμεύσεις ένιωθε να μην είναι έτοιμος συναισθηματικά, οικονομικά και προσωπικά, για γάμο και παιδιά. Οι επιλογές που είχε ήταν  άλλες! Είχε θέσει πρωταρχικό του στόχο, ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, να πετύχει επαγγελματικά ώστε να του διασφαλίζει ένα σταθερό, επαρκές εισόδημα που θα του παρέχει ασφάλεια, σταθερότητα και δυνατότητα κάλυψης των αναγκών και των επιθυμιών του σαν ατόμου και της οικογένειας του.
Ταυτόχρονα όμως γνώριζε πως η επίμονη μητέρα του, σαν άλλη Αγία Υπομονή, γνωστή και ως Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου, μητέρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ' του ετοίμαζε «προξενιό»  με στόχο να τον παντρέψει. Προσπαθούσε να τον πείσει να ζητήσουν ένα από τα δυο μεγαλύτερα κορίτσια της πολύ καλής οικογένειας από την απέναντι γειτονιά. Ο Νικηφόρος σκέφτηκε έναν τρόπο να εκφράσει την απροθυμία του να παντρευτεί και για να μην χαλάσει ολοσχερώς τις νοητικές  επιθυμίες της μητρός του δέχθηκε να του κάνει την προξενήτρα με την προϋπόθεση ότι συμφωνεί για το προξενιό μόνο όσο άφορα την μικρή αδελφή το βλαστάρι τους τη Μυρτώ. Η μητέρα του κατάλαβε ότι ο όρος που έθετε ο γιος της ουσιαστικά σήμαινε άρνηση εκ μέρους της οικογένειας των κοριτσιών και έτσι παραιτήθηκε από το επίδοξο προξενιό. Η αλήθεια είναι πως και του Νικηφόρου σκιρτούσε η καρδιά του για την μικρή σκερτσόζα, δυναμική απαστράπτουσα και ελκυστική δεκαενιάχρονη Μυρτώ! Όταν την συναντούσε στο δρόμο η στο λεωφορείο το βλέμμα του τα έλεγε όλα και μπορούσε πολύ εύκολα η Μυρτώ να καταλάβει κάτι για τα συναισθήματα του. Όμως όπως αποδείχτηκε ποτέ της δεν κατάλαβε. Το συναισθηματικό βλέμμα του δεν ήταν αρκετό για τη Μυρτώ να τον νιώσει και να κατανοήσει τι βίωνε ο Νικηφόρος, να μπει στα παπούτσια του και να προχωρήσει σε ειδύλλιο με αίσιο τέλος που αυτός επιθυμούσε.. 
..Όταν λοιπόν η Μυρτώ θέλησε να ξεφορτωθεί το νεαρό άντρα που την πολιορκούσε και της εκδήλωνε φορτικά το ερωτικό του ενδιαφέρον προσπαθώντας να κερδίσει την ερωτική της  προσοχή, βρήκε τον τρόπο να απαλλαγεί προτείνοντας την αδελφή της ως μια καλή επιλογή.
Το κουβέντιασε με την αδελφή της και της τον σύστησε στα σοβαρά για γαμπρό.
Αρχικά ο νεαρός έμεινε έκπληκτος. «Σοβαρά μου μιλάς τώρα; Πραγματικά επιμένεις σοβαρά να συναντηθώ με την αδελφή σου;» της λέει. 
«Σοβαρότατα! Είναι Όμορφη, έξυπνη, νοικοκυρά. Βέβαια είναι λίγο τσαούσα, αλλά θα στρώσει όταν παντρευτείται.»
«Και εσύ έχεις την εντύπωση ότι μόλις με δει η αδελφή σου θα πέσει ξερή από έρωτα και θα πει αμέσως το ναι, έτσι;. Και αν η κοπέλα έχει αντίρρηση; αν αγαπάει άλλον, ρε κορίτσι μου;» την ξαναρώτησε ο νεαρός.
«Η ερώτηση «αν αγαπάει άλλον» για να λάβεις μια χρήσιμη απάντηση, είναι όχι!  Εσείς οι δύο είμαι σίγουρη θα τα πάτε πολύ καλά μαζί καθώς σαν άτομα και οι δύο είστε γεμάτοι ενέργεια, ζωντάνια και ενθουσιασμό, έχετε «κοινά σημεία» που αφορούν διάφορα πράγματα, όπως ενδιαφέροντα, απόψεις, και κοινές ανάγκες! Με καταλαβαινεις πιστεύω!» 
Δεν χρειάστηκε και πολύ να το σκεφτεί ο νεαρούς άνδρας και το αποφάσισε να συναντηθεί με την Αλεξάνδρα, και η αλήθεια είναι πως εντυπωσιάστηκε από την πρώτη ματιά που την γνώρισε και δεν άργησε να την ερωτευτεί. Τον ερωτεύτηκε και η Αλεξάνδρα, πολύ σύντομα έγινε ο γάμος τους και είναι σήμερα ένα πολύ ταιριαστό και αγαπημένο ζευγάρι με παιδιά.
«Δηλαδή η αδελφή της Αλεξάνδρας η Μυρτώ από σεξ δεν. Δεν το τοποθετεί στις προτεραιότητες της ζωής της σαν νέα γυναίκα που είναι;» απορεί η Ελπινίκη με την ιστορία της Εριφύλης.
«Βλέπεις η Μυρτώ, είναι και λίγο φεμινίστρια, έμαθε να ανήκει στον εαυτό της και σε κανέναν άνδρα. Κατά καιρούς βέβαια δεν ξεχνά ότι είναι και γυναίκα και μπορεί να μην εκφράζεται εύκολα αλλά σεξουαλικά έχει και αυτή τις ανάγκες της, που χρειάζονται μια αντρική αγκαλιά να μοιραστεί μαζί του τις πιο πονηρές φαντασιώσεις της να μπορεί και να θέλει να είναι και η ερωμένη του να της ποτίζει το μουνάκι της, αλλά μην το θεωρήσει ποτέ του ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς αυτόν.»
«Ολίγον φεμινίστρια λοιπόν η Μυρτώ μας.» εκφράζει γνώμη, δίνοντας έμφαση στην προβολή του λόγου της η Ελπινίκη.
«Οπότε παντρεύτηκε η Αλεξάνδρα και ησύχασε και ο Μιλτιάδης.» κλείνει τη διήγηση της ιστορίας της Αλεξάνδρας η Εριφύλη.

Click to Open

Excuse me? Why, Ma'am?

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)»
..............Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια πρωινάδικη εκπομπή απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου. 
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου να ασχολείται στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει ότι ήδη είναι με το ένα πόδι στον ερωτικό λάκκο! Δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και δεν νιώθω έλξη για να πέσω τελικά στο κρεβάτι μαζί του. Εγώ τον ερωτικό μου παρτενέρ τον θέλω να είναι ο εκπρόσωπος του «μπρουτάλ» αρσενικού, που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, ορμητικός, επιθετικός που ξέρει τι θέλει και πως να το διεκδικήσει! Με την αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και πάντα έτοιμος για δράση, ώστε να με κάνει να νοιώθω γυναίκα, ελκυστική, ποθητή και διεκδικίσημη.  Η σχέση μας να έχει έντονο πάθος να κάνει το μυαλό και το σώμα μου να αιωρείται και κάθε μου κύτταρο να καίγεται! Να ρουφάει τους «χυμούς» μου και στο βλέμμα του να αντικρίζω έξαψη και βουλιμία. ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα προσκαλώντας με να υποκύψω εκούσια σ’ ένα ερωτικό μαρτύριο, και πάνω απ’ όλα στο πιο καυτό σεξ που δε θα θέλω να έχει τελειωμό.»
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Gefira Tis Agias Marinas

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
........ Το Εμαιλ του Αδαμάντιου με το περιεχόμενο του, του Νικηφόρου του ξύπνησε μνήμες: Ήταν στην εφηβεία του, στην αφέλεια του και στην αθωότητα όπως τουλάχιστον ένιωθε σε εκείνη την ηλικία που σήμερα δεν το θεωρεί ανεξήγητο. Είχε μεγαλώσει σε μια πολύ φτωχική συντηρητική οικογένεια από ένα μικρο χωριό του νότου, και ποτέ δεν τα είχαν συζητήσει αυτά τα θέματα και έτσι είχε φτάσει στην ενηλικίωση  με σχετική άγνοια σχετικά με το σεξ. Οκ, είχε κάνει τις φάσεις του με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του, φιλιά, μπαλαμούτια, αλλά μέχρι εκεί. Ανατομικά ήξερε στο περίπου τι παιζόταν, αλλά προχωρημένη επαφή ούτε είχε πάρει ούτε είχε δώσει. Μπουρδέλο μια δυο φορές που το επισκέφτηκε, δεν τον ικανοποίησε, δεν το γούσταρε να είναι έτσι. Όσο για τσόντες, μόνο κλασσικά εικονογραφημένα! Ο αυνανισμός ήταν το αποκούμπι του όταν μάλιστα συνειδητοποίησε όσο προχωρούσε η εφηβεία, ότι ούτε «κουφαίνει», ούτε επηρεάζει αρνητικά την όραση, όπως τον προειδοποιούσαν οι δικοί του, και τον είχε κάνει λάστιχο.
Ο Νικηφόρος σήμερα θυμάται τα γεγονότα που συνέβησαν όταν ήταν δέκα επτά ετών μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα. Ήταν στις 17 Ιουλίου, ημέρα της οποίας εορτάζεται η μνήμη της Μεγαλομάρτυς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Αγίας Μαρίνας. 
Εργαζόταν περιστασιακά τις ήμερες εκείνες σε κατάστημα στην κεντρική αγορά της πόλις, υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, για διεκπεραίωση των εργασιών της αποθήκης, όπως παραλαβές, παραγγελίες, ταξινόμηση και αποθήκευση εμπορευμάτων, και λοιπές βοηθητικές εργασίες στο πλαίσιο λειτουργίας της αποθήκης.
Στην απέναντι πλευρά του εμπορικού δρόμου ήταν κατάστημα χονδρικού εμπορίου, που πρόσφερε μεγάλη γκάμα από δημητριακά (όπως σιτάρι, βρώμη), όσπρια (φασόλια, ρεβίθια) και ρύζι. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης είχε την εποχή εκείνη μια δεκαεξάχρονη κόρη που τους καλοκαιρινούς μήνες απασχολείτο περιστασιακά στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο Νικηφόρος αντίκριζε ένα πανέμορφο, έξυπνο και ταλαντούχο μελαχρινό κορίτσι που δεν περνούσε απαρατήρητο και πολλές νεαρές κοπέλες θα ζήλευαν τη ραφινάτη παρουσία της και το πλούσιο χαμόγελό της να φωτίζει το πρόσωπό της. Μέσα σε όλο αυτό το λεφούσι της κεντρικής αγοράς ξεχώριζε για τους γύρω, αλλά και ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος την θωρούσε με λογισμό και μ’ όνειρο σαν παγωτό τον Αύγουστο και σκιρτούσε το είναι του με μια ξαφνική, απροσδόκητη επιθυμία. Η κοπέλα είχε καταλάβει την ελκυστικότητα που του προκαλούσε! Με δική του πρωτοβουλία βγήκαν για έναν σύντομο καφέ μετά τη δουλειά τους και αυτός ένιωθε να ταξιδεύει σαν βάρκα ακυβέρνητη κόντρα στο ρέμα. Δεν της ζήτησε τίποτα περισσότερο στην πρώτη επαφή τους. Αρκέστηκε στα φευγαλέα χαμόγελα τις ανεκπλήρωτες σκέψεις του και στη χαζοκουβέντα τους άλλα τίποτα το ουσιαστικό. Τις επόμενες ημέρες αποφάσισε πως είναι καιρός να εκδηλώσει πιο ξεκάθαρα πλέον ενδιαφέρον του! Του υποσχέθηκε να κανονίσει να βγούμε παρέα την επόμενη ημέρα, αργία της Αγίας Μαρίνας, να συναντηθούν στη γέφυρα να κάνουν το μπάνιο τους στη θάλασσα και να περάσουν τη μέρα μαζί. 
Αισθάνθηκε την καρδιά του να πεταρίζει στην πρόταση της: «Άφησέ με να ΄ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γ. Ρίτσος, H Σονάτα του Σεληνόφωτος)
 Η Αγία Μαρίνα ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι ένας μικρός παράδεισος. Πρόκειται για ένα ψαροχώρι που προσφέρεται για κολύμπι, ψάρεμα, τοπικούς περιπάτους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή είναι η ιστορία της γέφυρας, που δεσπόζει παραλιακά της Αγίας Μαρίνας. Είναι πως υπάρχει στενή συγγένεια με τον πύργο του Άιφελ. Για την ακρίβεια, η κατασκευαστική BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας ήταν και ο Άιφελ, είναι η εταιρεία η οποία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892. Την ίδια περίοδο, δουλευόταν παράλληλα και το μεγάλο έργο στη Γαλλική πρωτεύουσα. Οι πληροφορίες θέλουν τον Άιφελ να είναι υπεύθυνος και για το σχεδιασμό της γέφυρας στην Αγία Μαρίνα, τόσο οι εκπληκτικές ομοιότητες στο σκελετό και τη δομή των δύο έργων, όσο και παλιά σχέδια με την υπογραφή του γραφείου του, κάνουν σχεδόν βέβαιη την ανάμειξη του. Την ημέρα της εορτής ακολούθησε πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού».
Την περίμενε δεν φάνηκε! Αφήνοντας τον να τρώει τη δεύτερη χυλοπίτα από κοπέλα που του έκατσε και πιο βάρια από την προηγούμενη! «Mην το σκέφτεσαι.» Λέει στον εαυτό του. Ήταν μια από αυτές τις ημέρες του Ιούλη, όπου ο ήλιος λάμπει ζεστός και ο αέρας φυσάει μελτέμι δροσερό. Όπου είναι καλοκαίρι στο φως και άνοιξη δροσερή στη σκιά. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας, ο ήλιος που έλαμπε ζέσταινε το πρόσωπό του. Μα δεν τον ένοιαζε να κουνηθεί για να τον αποφύγει. Δεν ήταν πως ήταν πληγωμένος εξαιτίας της χυλόπιτας, μα θύμωνε και ένιωθε τόσο χαζός που νόμισε ότι η κοπέλα ενδιαφέρεται ενώ δεν ενδιαφερόταν που πλέον αμφέβαλλε τόσο πολύ για την κρίση του και φοβάται ότι ερμήνευσε μια φιλική συμπεριφορά της ως φλερτ!  Η ερώτηση είναι: Πως το ξεπερνάει όταν την επόμενη ήμερα θα την ξαναδεί και θα του θυμίζει πόσο πολύ νιώθει ότι έχει εξευτελιστεί;. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφήνει περιθώρια στον εαυτό του για περισσότερα, οπότε θα το πάρει απόφαση ότι δεν υπάρχει παρακάτω και θα σταματήσει να ασχολείται με το τι θέλει, εφόσον η κοπέλα δεν θέλει αυτό που θέλει αυτός. «Νικηφόρε πάντα είχες πολύ καλή σχέση με την πραγματικότητα, δεν νομίζω να κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες που τόλμησες να της πεις ότι σου αρέσει. Θέλει δύναμη να το δείξεις, μιας και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ σίγουρο. Όσοι δεν το κάνουν είναι γιατί φοβούνται την απόρριψη, την έκθεση. Τα χαμογελάκια και κλεισίματα ματιών, είναι η δική της ανάγκη για επιβεβαίωση. Δε θέλει εσένα, αλλά τη βρίσκει που τη γουστάρεις. Αγνόησέ την και προστάτευσε τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν μαζέψεις και με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα νόστιμα  ψίχουλα ενδιαφέροντος που σου ρίχνει, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός όταν σου κλείνει το μάτι. Άστη να πάει στο καλό και πάμε γι’ άλλα. Οπότε στη συνέχεια πάμε με αέρα!.... είμαι ένας cool, ελεύθερος, ωραίος νεαρός, που φλέρταρε και ε, τι να κάνουμε που δεν πέτυχε, τώρα έχουμε άλλα πράγματα να ασχοληθούμε,.... κι άσ΄ την αυτήν να βλεφαρίζει μόνη της πια, σα να ΄χει πάθει επιπεφυκίτιδα!  Η πραγματικότητα είναι πως ναι, θα ήταν πάρα πολύ ωραίο, αλλά δεν έγινε. Η ζωή προχωρά, μη χάνεις το χρόνο σου μένοντας κολλημένος  και ο χρόνος όλα τα διορθώνει, αρκεί να τον αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του χωρίς ψευδαισθήσεις.» Συνομιλούσε ο Νικηφόρος με τον εαυτό του.
Μπροστά του είναι σιδηροδρομικός σταθμός που εξυπηρετείται από τα τοπικά τρένα ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα.  Σημαντικό ρόλο έπαιξε το τρένο που με τα δρομολόγια που μετέφερε πολύ κόσμο στην πλησιέστερη, λαϊκή παραλία της πόλης. Μία αμμουδερή παραλία και μια πολυσύχναστη ακτή με ψιλή άμμο που την προτιμούσε ιδιαίτερα ο νεαρόκοσμος. Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά ήταν την περίοδο του καλοκαιριού «το Φάληρο» της Λαμίας. Εκεί κάθε καλοκαίρι γίνονταν τα μπάνια του λαού. Σ’ αυτό βοηθούσε το τραίνο με δύο δρομολόγια, που έφερνε πολύν κόσμο στην πλησιέστερη λαϊκή παραλία. Στα μεταπολεμικά χρόνια δεκαετίες 1950 και 1960 με το «μουτζούρη», δηλαδή με μια ατμομηχανή και πίσω βαγόνια επιβατικά και φορτηγά, οι κάτοικοι της Λαμίας και των άλλων κοινοτήτων, σε δύο
δρομολόγια ημερησίως, πήγαιναν στην Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας για θαλάσσια μπάνια.
Απορροφημένος στις σκέψεις του δείχνει αφηρημένα αδέξιος και πολλές απορίες τον απασχολούν, απορίες που διογκώνονται και τον επηρεάζουν. Απορίες που είναι κοινές στα μετά-εφηβικά χρόνια των αγοριών και αφορούν κυρίως τα ερωτικά και σεξουαλικά θέματα. Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεων του. Μπροστά του στη βάση της σιδερένιας γέφυρας μια δεμένη παρέα φίλων του που σχεδόν όλοι συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους τον καλούν να απολαύσει τις κοινές τους δραστηριότητες. Η θάλασσα, το νερό, η φύση γενικά έχει την απόλυτη δύναμη, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς, και ο νεανικός αυθορμητισμός, δημιουργούν νέες παρέες και σε βοηθούν να κάνεις νέους φίλους, ενώ ανακαλύπτεις τις δεξιότητες σου, και όχι μόνο. Περνώντας η ώρα η παρέα τους την είδε να μεγαλώνει και να απλώνεται στα βότσαλα της παράλιας. Την ημέρα εκείνη της γιορτής της Αγίας αποθεώθηκε από μια λαοθάλασσα νεαρόκοσμου, η δημοφιλής παραλία...
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος! Εντελώς αμερόληπτα ο Φίλιππος ήταν, ευγενικός, έξυπνος, και φυσικά ένας νεαρός όμορφος άντρας στα είκοσι τρία του χρόνια. Περνώντας τα χρόνια όταν τον θυμάται καμιά φορά ο Νικηφόρος του θυμίζει τον Hugh Jackman τον ηθοποιό που τρελαίνονταν μαζί του, το γυναικείο κοινό.
Ο Νικηφόρος τον είχε δει πρόσφατα στο δρόμο τη γειτονιάς του μια δυο φορές. Είχε μάθει πως είχε απολυθεί από το στρατό τελευταία έμενε στην Αθήνα, αλλά ερχόταν τακτικά στην πόλη τους στους γονείς του. Στην γειτονιά που έμενε ο Νικηφόρος είχε μια ωραία μονοκατοικία ένας Λαμιώτης μεγαλέμπορας! Η οικογένεια του μεγαλέμπορα είχε μια εικοσάχρονη κόρη ίδια η Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά. Μάλιστα μια γειτόνισά τους με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη όταν αναφερόταν στην κοπελιά σαν κάποια γυναίκα πολύ θελκτική, έλεγε. «Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή-Μπεκηρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.»
(Χατζή-Μπεκηρ διάσημο ζαχαροπλαστείο για τα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό ότι είχε επαφές με την οικογένεια και μάλιστα είχε γνωστοποιηθεί πως προοριζόταν για επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε»
Και ο Νικηφόρος ήδη βρισκόταν στη ζώνη των δέκα οκτώ του χρόνων ήταν ένας κομψός  νεαρός άνδρας ψηλός μα όχι άχαρος με πλούσιο μαλλί, καστανομελιά μάτια, γεμάτα πάθος για ζωή.  
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος αστειευόμενος προκάλεσε το Νικηφόρο σε μια αναμέτρηση, έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μεχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας.
«Συμφωνώ! Και τι μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Νικηφόρος απευθυνόμενος στον Φίλιππο, προσπαθώντας να  φαίνεται αθώος και αφελής και ότι δεν κάνει υπόδειξη!
«Τι προτείνεις;» 
«Χμ!»
«Λοιπόν έχω να προτείνω εγώ κάποιο καλό καφέ- ρεστοράν το απόγευμα για ένα ποτό η καφε εάν συμφωνείς! Στο λόφο του Αγίου Λουκά! Πάνω από την γειτονιά σου!»
«Ενδιαφέρον μου ακούγεται ...! Όμορφο μέρος για καφε και ποτό!»
Ο αναμέτρηση για τον Νικηφόρο ήταν φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής! Ο Νικηφόρος στο τέλος της αναμέτρησης διαπίστωσε πως ο Φίλιππος κατείχε σε βάθος τις τεχνικές κολύμβησης! 
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος στο νερό;» Του δήλωσε ο Φίλιππος.
«Καταλαβαίνω ότι κολυμπάω λάθος αλλά δεν ξέρω από που να αρχίσω και τι να πρωτοδιορθώσω!»
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το διορθώσουμε. Κατ΄ αρχήν ας το αναλύσουμε! Το νερό είναι οκτακόσιες φορές πιο πυκνό από τον αέρα, πράγμα που σημαίνει ότι η κακή τεχνική σε επιβραδύνει και σε κουράζει πολύ γρήγορα και επομένως είναι δύσκολο να κολυμπήσεις πολύ μακριά.» Πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει από τη μέση για να του δείξει τη σωστή θέση μέσα στο νερό. 
«Είναι σαφές ότι αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι να μειώσουμε τις αντιστάσεις του σώματός μας μέσα στο νερό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να μένεις ψηλά στο νερό και όσο το δυνατό πιο ευθυγραμμισμένος. Τα δυνατά πόδια σου μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η σωστή θέση στο κεφάλι σου βοηθά να μένουν τα πόδια ψηλά μέσα στο νερό.» 
Ο Φίλιππος όταν βοήθησε το Νικηφόρο να οριζοντιώσει το κορμί του στο νερό του έδινε συμβουλές που θα τον βοηθήσουν να βελτιώσει την τεχνική του. Του εξηγεί υπομονετικά. Αποφεύγει τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ο Νικηφόρος σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα ο πούτσος του είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρός σαν πέτρα. Ο Νικηφόρος έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το  φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά. 
Αργότερα μεστωμένος ενήλικας κάπου διάβασε το παράδειγμα  το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, (learning system) που μαθαίνουμε να προσδοκούμε κάτι από έναν ερεθισμό όπως τα σκυλιά του Pavlov. Ο Pavlov τους έμαθε ότι κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι θα εμφανιστεί το φαγητό τους, ώσπου τα σκυλιά άκουγαν το κουδούνι και είχαν σάλια χωρίς να εμφανιστεί φαγητό. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σκυλιά ήθελαν να φάνε το κουδούνι! Σημαίνει ότι έμαθαν ότι το κουδούνι ήταν ερέθισμα που σχετίζεται με το φαγητό. Έτσι και ο Νικηφόρος δεν σκεφτόταν το σεξ με τον Φίλιππο αλλά το σώμα του είχε μάθει ότι να του χαϊδεύουν την «οικογένεια» ήταν ερέθισμα που σχετιζόταν με το σεξ και είναι μια αυτόματη σωματική αντίδραση που συχνά δε μπορούσε να την ελέγξει. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του Φίλιππα. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά με το χέρι του Φίλιππα πλέον να τον χουφτώνει πάνω από το μαγιό, καθώς έσκυψε και του είπε σιγά στο αυτί! «Φιλαράκο μου το μαγιό σου έχει φουσκώσει τόσο πολύ που νομίζω ότι έχει χωθεί ανακόντα μέσα. Το είχα καταλάβει πως έχεις προσόντα.»
Ο Νικηφόρος ξερόβηξε λίγο αμήχανα και του λέει! «Χμμμ! Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί πρόβλημα μήπως να βγούμε από το νερό να ηρεμήσουμε;»
Η επόμενες στιγμές βρήκαν το Νικηφόρο ιδρωμένο έξω από τη θάλασσα με τον ήλιο από πάνω του να καίει. Είχε βγει πρώτος έξω και με πέντε βήματα βρέθηκε στην αμμουδιά. Μετά από λίγο βγήκε και ο Φίλιππος και χωρίς δεύτερη σκέψη άραξε δίπλα στο Νικηφόρο.
«Μην βλέπεις το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης σαν αποτυχία.» του λέει.
«Ο ποιητής λέει πως σαν χαμένος έχω ελπίδες.» Του λέει ο Νικηφόρος.
«Για πες μου τι λέει ο ποιητής.»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Νικηφόρο κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο.» 
«Λοιπόν ώρα να τα μαζεύουμε έρχεται το τραίνο! Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό πληρώνεις τα ποτά που έχασες!»
Απόγευμα ήδη βρίσκονται στη δροσιά που προσφέρει το δημοτικό περίπτερο του λόφου. Η σκηνή στη θάλασσα έχει ξεχαστεί. Ο Νικηφόρος το εξέλαβε ως ένα παιχνίδι, μια ακραία προχωρημένη χειρονομία μεταξύ φίλων χωρίς συνέχεια.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά είναι ένας κατάφυτος λόφος της Λαμίας, που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, με εύκολη πρόσβαση από εκεί. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει έναν ευχάριστο περίπατο, φαγητό, καφέ ή ποτό στο δημοτικό περίπτερο με τη μαγευτική θέα στην Οίτη, την Κοιλάδα του Σπερχειού και το Μαλιακό Κόλπο. Μέσα στο καταπράσινο δασύλλιο υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, πολιούχου της πόλης της Λαμίας, ένας μικρός ναός σταυροειδής χωρίς τρούλο που χτίστηκε ως ξωκλήσι το 1910. Έχει ιστορικό ενδιαφέρον για τις μνήμες των κατοίκων λόγω της σύνδεσής του με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ενώ έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το πυκνό δάσος προς την δυτική του πλευρά γειτνίαζε με βοσκοτόπια και το πανέμορφο αυτό δασύλλιο της δυτικής πλευράς ήταν τόπος ερωτικής συνεύρεσης, συνήθως κρυφής! Ήταν η γαμηστρώνα της περιοχής! Ο Νικηφόρος θυμάται μια ιστορία που τους έλεγε μια ανέραστη καθηγητρια των θρησκευτικών. Τους είχε πει ότι έβλεπε σκιές, κακά πνεύματα δηλαδή, σε αυτό το δάσος, γιατί έλεγε πως πηγαίνουν οι νέοι και κάνουν σεξ πριν τον γάμο. Επίσης τους έλεγε άμα έχουν κάνει σεξ πριν τον γάμο θα πάνε κόλαση.
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και απολάμβαναν τον απογευματινό καφε τους. Οι λάτρεις του καφέ και της μοναξιάς θα υπερασπιστούν αυτήν τη πρωινή τελετουργία, λέγοντας πως λίγος ποιοτικός χρόνος με τον εαυτό μας και μια κούπα καλού καφέ, αξίζει πολλά περισσότερα.» Ο Νικηφόρος δεν θα διαφωνήσει, όμως ως γνήσιος λάτρης της επαφής και της κοινωνικότητας αντιπαρέρχεται και λέει πως σαν τον απογευματινό καφέ δεν έχει. Ο απογευματινός καφές είναι ο βασικός λόγος συνάντησης με φίλους. Η έκφραση «πάμε για καφέ» είναι πια ατάκα-ορόσημο που ενώνει την παρέα, σήμα κατατεθέν χαλάρωσης και χαβαλέ. Αυτές τις στιγμές απολαμβάνουν οι δυο φίλοι μας.
«Ώρα να φύγουμε» προτείνει ο Νικηφόρος! Όπου να 'ναι θα δύσει ο ήλιος πίσω απ' τις κορφές στα απέναντι βουνά της Οίτης και της Γκιώνας και θα χαθεί. Κατηφόρισαν το δρόμο από το δεξιό πυκνό αλσύλλιο. Καθώς, ο ήλιος έγειρε και ο ίσκιος τους μεγάλωνε περπατούσαν αμίλητοι την επιστροφή προς την πόλη οι απέναντι πλαγιές του λόφου παίρνουν το θαμπό χρώμα στο απογευματινό σούρουπο.
Στο δρόμο ο Νικηφόρος νιώθει την ανάγκη ότι θελει να ουρήσει. Ζητάει συγνώμη από τον Φίλιππο και μπαίνει μέσα στο δασύλλιο «στη γαμηστρώνα» για την ανάγκη του. Ο Φίλιππος τον ακολουθεί και αυτός μέσα στο δάσος.» Μπροστά στα πόδια τους σέρνεται μια χελώνα με μαύρο κρασπεδωτό καβούκι.
«Μια αρχαία παροιμία λέει πως αν σε κατουρήσει χελώνα είναι γούρι.» του λέει γελώντας ο Φίλιππος του Νικηφόρου..
Αδειάζει την κύστη του ο Νικηφόρος και ετοιμάζεται να συμμαζευτεί. Ο Φίλιππος απλώνει το χέρι να του πιάσει και πάλι τον πούτσο.
«Θέλω να τον δω,» Του λέει! Τον πιάνει με το χέρι του και του τον παίζει λίγο ανάποδα. Κάνει να γονατίσει.
Ο Νικηφόρος τον πιάνει όμως από τον ώμο και τον κολλάει πισωκολλητά στο κορμό του δέντρου, τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Ξέρεις τι θέλω!»
«Φίλε μου αυτό ξεχασέτο δεν θα γίνει»
«Κρίμα,» λέει αμήχανα.
«Πάρε το χέρι σου μόνο, πριν μας δουν!»
«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα! Ίσως κάποια μέρα ξανασυναντηθούμε, ίσως και πάλι να μην ξαναβρεθούμε ποτέ.»
ΥΓ: Θέλεις η μοίρα, θέλεις ο χρόνος που όλα τα ισοπεδώνει στη διάβα του δεν συναντήθηκαν ξανά ποτέ!
Του Νικηφόρου ο ανδρικός πισινός στο μυαλό του φάνταζε ένα Φυσικό απόρθητο φρούριο που δεν επιδεχόταν κυριαρχίας!  Τα όρια της απαγόρευσης εγκατάλειψης του οχυρού είχαν καθοριστεί με εξονυχιστική ακρίβεια στο «πρακτικό» που είχε συνταχθεί στο μυαλό του.

 
Web Informer Button