ADS

click to open

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

O Prototokos Gios.. H Simfiliossi

..... Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, η Ελλάδα βγήκε βαθιά λαβωμένη. Ο τόπος κουβαλούσε ακόμη τις πληγές της αδελφοκτόνας σύγκρουσης. Ο φόβος, η καχυποψία και ο διχασμός συνέχιζαν να βαραίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ πολλοί γνώρισαν τις φυλακές, τις εξορίες ή τον ξεριζωμό. Οι συνέπειες του πολέμου δεν έσβησαν με την υπογραφή της ειρήνης· παρέμειναν για χρόνια χαραγμένες στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Κλέαρχος, όπως χιλιάδες νέοι της γενιάς του, υπηρέτησε μετά τη λήξη του πολέμου τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό. Επέστρεψε αποφασισμένος να αφήσει πίσω του όσα τον είχαν σημαδέψει και να χτίσει μαζί με την Ιοκάστη μια ζωή που να στηρίζεται στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και στην ελπίδα. Η επόμενη μέρα, ύστερα από τη μεγάλη οικογενειακή θύελλα, απαιτούσε ψυχραιμία, υπομονή και σιωπή. Δεν ήταν ώρα για νέες συγκρούσεις ούτε για πικρές κουβέντες. Ήταν η ώρα να καταλαγιάσουν τα πάθη, να επουλωθούν οι πληγές και να βρουν όλοι το κουράγιο να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον χωρίς θυμό. Έτσι είναι η ζωή. Ύστερα από κάθε ανεμοστρόβιλο μετράς τις απώλειες, μαζεύεις τα συντρίμμια και ξαναρχίζεις. Ο χρόνος γίνεται ο πιο πιστός σύμμαχος του ανθρώπου. Δεν σβήνει όσα συνέβησαν, μα απαλύνει τις αιχμές τους και αφήνει χώρο στη συγχώρεση να ριζώσει αργά, σαν δέντρο που μεγαλώνει αθόρυβα.
Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ζωή άρχισε να ξαναγεννιέται.
Ήρθε η άνοιξη.
Οι αμυγδαλιές άνθισαν ξανά στις πλαγιές του Πάρνωνα, τα θυμάρια μοσχοβόλησαν, οι πρώτες παπαρούνες κοκκίνισαν τις πεζούλες, κι από τα νότια γύρισαν τα χελιδόνια, σαν αγγελιοφόροι μιας καινούργιας αρχής. Η φύση έμοιαζε να ψιθυρίζει εκείνο που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ακόμη να πουν.
«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να έρθει.» Και πράγματι, η Άνοιξη ερχόταν. Όχι μόνο στα βουνά και στα χωράφια.
Ερχόταν και στις καρδιές. Έφερνε μαζί της το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να χαρίσει στη μικρή οικογένεια του Κλέαρχου και της Ιοκάστης: τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Του Αλκιβιάδη. Του Θεού-Δώρο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα γινόταν ο πρώτος κρίκος της συμφιλίωσης. Το παιδί που θα ένωνε σιγά σιγά όσα ο πόλεμος είχε χωρίσει.
Ήταν άνοιξη. Η νιότη του χρόνου· κι όπως η άνοιξη είναι η νιότη της φύσης, έτσι και η γέννηση ενός παιδιού είναι η άνοιξη της ζωής. Ένα γαλάζιο πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα — μήνα σημαδιακού, μήνα αναγέννησης — όταν τα γοργόφτερα χελιδόνια είχαν ήδη επιστρέψει στις παλιές τους φωλιές, η Ιοκάστη ένιωσε πως είχε φτάσει η μεγάλη ώρα.
Ήταν παράξενα ήρεμη.
Σαν να είχε αφήσει πίσω της κάθε φόβο, κάθε πίκρα, κάθε δοκιμασία που της είχε επιφυλάξει η ζωή. Μέσα στη γαλήνη εκείνου του ανοιξιάτικου πρωινού έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.
Τον Αλκιβιάδη.
Το Θεού-Δώρο της.
Και μαζί με το πρώτο του κλάμα ήταν σαν να γεννήθηκε ξανά και η ελπίδα.
Το μικρό εκείνο βρέφος δεν έφερε μόνο χαρά στο φτωχικό τους σπίτι. Έφερε μαζί του την αθόρυβη προσδοκία πως θα έσβηνε σιγά σιγά το μαύρο των περασμένων χρόνων· πως θα άνοιγαν ξανά οι δρόμοι που είχαν κλείσει ανάμεσα στους ανθρώπους, πως οι πληγές θα άρχιζαν κάποτε να επουλώνονται και οι καρδιές να μαλακώνουν. Η Ιοκάστη κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν δάκρυα θλίψης. Ήταν δάκρυα λύτρωσης.
Πόσο γρήγορα είχε κυλήσει ο χρόνος…
Σαν να ήταν χθες που, με μια μικρή βαλίτσα και μια μεγάλη απόφαση στην καρδιά, άφηνε πίσω της το πατρικό της σπίτι, για να ακολουθήσει τον δρόμο που της έδειχνε η αγάπη. Και τώρα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον πρωτότοκο γιο της, ένιωθε πως η ζωή, ύστερα από τόσες θύελλες, της χάριζε επιτέλους μια γαλήνια αυγή. Οι γειτόνισσες και οι γείτονες του μικρού οικισμού είχαν μαζευτεί από νωρίς στο ταπεινό τους σπίτι. Στα φτωχικά εκείνα χρόνια, η γέννηση ενός παιδιού δεν ήταν υπόθεση μόνο της οικογένειας· ήταν χαρά ολόκληρης της γειτονιάς. Όλοι περίμεναν με την ίδια αγωνία, σαν να ερχόταν στον κόσμο δικό τους παιδί. Ξαφνικά ακούστηκε αναστάτωση μέσα από τη μικρή κάμαρα. Ένα βιαστικό ποδοβολητό, ψίθυροι που έγιναν φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, ο γυναικόκοσμος όρμησε συγκινημένος προς την πόρτα.
«Γεννήθηκε!... Γεννήθηκε!...» Η χαρμόσυνη κραυγή ξεχύθηκε σαν κύμα και γέμισε το μικρό σπίτι. Έτρεμε από συγκίνηση η φωνή της μαμής καθώς σήκωνε το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Τα πρόσωπα φωτίστηκαν, τα μάτια βούρκωσαν και τα χαμόγελα άνθισαν αυθόρμητα. Για μια στιγμή, ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Το φτωχικό σπίτι, που τόσες φορές είχε γνωρίσει τη σιωπή, τον μόχθο και τη στενοχώρια, πλημμύρισε τώρα από γέλια, ευχές και δοξολογίες. Κι έξω, πάνω από τις κεραμιδοσκεπές των Μπουμπουτσελιών, τα χελιδόνια γύριζαν χαρούμενα στον ανοιξιάτικο ουρανό, σαν να έφερναν κι εκείνα το δικό τους μήνυμα πως η ζωή, όσο κι αν δοκιμάζεται, βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξαναρχίζει.
«Αγόρι!... Αγόρι, ανιψιέ!... Αρσενικό!... Να σας ζήσει! Να το χαρείτε!»
Πρώτη ξεπρόβαλε από τη μικρή κάμαρα η κυρά Γιώργαινα, η γυναίκα του Γιώργη του Καραστατήρη, το αγαπημένο «Κιαπέ» της γειτονιάς και θεία του Κλέαρχου. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, λες και ήθελε να μοιραστεί το ευχάριστο νέο με ολόκληρο τον κόσμο.
«Δόξα τω Θεώ! Αγόρι είναι! Θεόσταλτο παιδί! Δώρο του Θεού!»
Η φωνή της αντήχησε από σπίτι σε σπίτι και απλώθηκε σε όλον τον μικρό οικισμό. Μέσα σε λίγες στιγμές, τα Μπουμπουτσέλια γέμισαν ευχές, χαμόγελα και συγκίνηση. Οι καμπάνες δεν χτύπησαν, όμως οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούσαν σαν πανηγυρικές καμπάνες εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό.
Ήταν ένα φωτεινό πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα. Ο ήλιος πλημμύριζε τις πλαγιές του Πάρνωνα, τα χελιδόνια έσκιζαν τον καταγάλανο ουρανό και η άνοιξη μοσχοβολούσε σε κάθε γωνιά του μικρού οικισμού. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Αλκιβιάδης.
Η αφεντιά του.
Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το πρώτο φως της ημέρας άπλωνε τις χρυσαφένιες ανταύγειές του πάνω στις πλαγιές του Πάρνωνα, ενώ ο ήλιος, στην καρδιά πλέον του καλοκαιριού, ανέβαινε αργά στον ουρανό. Ήταν μια λαμπρή, ηλιόλουστη μέρα.
Η Ιοκάστη φορούσε ένα λευκό φόρεμα, λιτό, σχεδόν νυφικό, και στα πλούσια καστανά μαλλιά της είχε στερεώσει λίγα φρεσκοκομμένα αγριολούλουδα. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο.
Ήταν όμορφη.
Μα η ομορφιά της δεν γεννιόταν από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Πήγαζε από την ψυχή της. Ήταν εκείνη η σπάνια ομορφιά που κάνει έναν άνθρωπο να φωτίζει τον τόπο γύρω του χωρίς να το επιδιώκει. Θύμιζε τη μυθική Ψυχή, που, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, μάγευε τους ανθρώπους όχι μόνο με την απαράμιλλη μορφή της αλλά και με την καθαρότητα της ύπαρξής της.
Ο ήλιος τη βρήκε να βαδίζει στον ίδιο δρόμο από τον οποίο, λίγους μήνες πριν, είχε φύγει με την καρδιά βαριά, μα με το κεφάλι ψηλά.
Τώρα επέστρεφε.
Όχι για να απολογηθεί.
Ούτε για να δικαιωθεί.
Επέστρεφε γιατί η καρδιά της δεν είχε γνωρίσει ποτέ το μίσος.
Όπως ο ήλιος σκορπά το φως του αδιάκριτα σε όλους, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, έτσι κι εκείνη άνοιγε την αγκαλιά της χωρίς υστεροβουλία, χωρίς πικρία, χωρίς να περιμένει επαίνους ή δικαιολογίες. Είχε αφήσει πίσω της την αδικία, όχι επειδή την είχε ξεχάσει, αλλά επειδή είχε επιλέξει να μην αφήσει την ψυχή της να γίνει αιχμάλωτος της.
Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά το τεσσάρων μηνών παιδί της.
Τον Αλκιβιάδη.
Ήταν μια περήφανη μάνα. Περπατούσε με σταθερό βήμα, μα έμοιαζε να πετά. Στο πρόσωπό της άνθιζε ένα γαλήνιο χαμόγελο, εκείνο το χαμόγελο που χαρίζει μόνο η αγάπη όταν έχει νικήσει τον φόβο. Πόσο διαχρονική είναι η εικόνα μιας μάνας που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά...
Πόσο απλή.
Και συνάμα πόσο ιερή.
Οι γυναίκες της γειτονιάς την καμάρωναν πίσω από τα παράθυρά τους. Τα ήρεμα καστανά μάτια της ήταν χαμηλωμένα, όχι από συστολή, αλλά από σεμνότητα. Με αρχοντιά και λεβεντιά κατηφόριζε προς το πατρικό της σπίτι.
Κοίταζε μόνο μπροστά.
Τα χθεσινά τα είχε παραδώσει στον χρόνο.
Δεν αναζητούσε νικητές και ηττημένους.
Αναζητούσε μόνο τους ανθρώπους της.
Δίπλα της βάδιζε ο Κλέαρχος. Τον αγκάλιασε τρυφερά, όπως αγκαλιάζει κανείς τον σύντροφο της ζωής του ύστερα από μεγάλη φουρτούνα. Δεν είχαν πλούτη να επιδείξουν ούτε αξιώματα. Είχαν μόνο ο ένας τον άλλον και το παιδί τους.
Κι αυτό ήταν αρκετό.
Όταν η οικογένειά της αντίκρισε το νέο ζευγάρι και το μικρό βρέφος στην αγκαλιά της Ιοκάστης, κάτι έσπασε μέσα στις καρδιές τους.
Οι πίκρες δεν έσβησαν μονομιάς.
Οι πληγές δεν έκλεισαν μέσα σε μια στιγμή.
Όμως μπροστά σε μια νέα ζωή, ακόμη και οι πιο σκληρές καρδιές βρίσκουν τη δύναμη να μαλακώσουν.
Κι έτσι, χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς θριάμβους και χωρίς απολογίες, άνοιξε ξανά η πόρτα του πατρικού σπιτιού.
Η άτακτη κόρη είχε επιστρέψει.
Όχι ως η κόρη που κάποτε έφυγε.
Αλλά ως μητέρα.
Και μαζί της είχε φέρει το πολυτιμότερο δώρο.
Τη συμφιλίωση.
Ο παππούς και η γιαγιά καμάρωναν το πρώτο τους εγγόνι. Το μικρό αγόρι είχε γεμίσει το σπίτι τους με παιδικές φωνούλες, κατσαρά γέλια και την ευωδιά μιας καινούργιας ζωής. Ήταν σαν να είχε ξαναζωντανέψει το σπιτικό τους. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Η επίσκεψη, που όλοι υπολόγιζαν πως θα κρατούσε λίγες μόνο ημέρες, παρατάθηκε σχεδόν αβίαστα. Κανείς δεν βιαζόταν να αποχωριστεί κανέναν. Η οικογένεια ξανάβρισκε τον χαμένο της ρυθμό και κάθε μέρα που περνούσε έσβηνε λίγο ακόμη από τις σκιές του παρελθόντος. Όταν όμως ήρθε η ώρα του γυρισμού, η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Ο καθένας τη ζούσε διαφορετικά, όλοι όμως είχαν την ίδια γαλήνη στην καρδιά.
Ο πιο ευτυχισμένος απ' όλους ήταν ο παππούς. Είχε ήδη αρχίσει να πλάθει όνειρα για τον εγγονό του. Τον έβλεπε να μεγαλώνει, να τρέχει στις πλαγιές του Πάρνωνα, να γίνεται λεβέντης, τίμιος άνθρωπος και άξιος συνεχιστής της γενιάς τους. Στα μάτια του το μικρό παιδί δεν ήταν μόνο το πρώτο του εγγόνι· ήταν η απόδειξη πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν περιορίστηκε στις ευχές. Με τη διακριτική γενναιοδωρία των ανθρώπων της υπαίθρου, πρόσφερε στον Κλέαρχο κι στην Ιοκάστη ένα γαϊδουράκι, πολύτιμο βοήθημα για τις μετακινήσεις και τις αγροτικές τους δουλειές, μια κατσίκα, για να μη στερηθεί ποτέ γάλα ο μικρός Αλκιβιάδης, και λίγα χρήματα, όσα μπορούσε να διαθέσει, για να τακτοποιήσει ο Κλέαρχος τις τελευταίες εκκρεμότητες του πρώτου του γάμου.
Δεν ήταν πλούσιος. Έδινε όμως ό,τι είχε.
Και πολλές φορές η αξία ενός δώρου δεν μετριέται από το μέγεθός του, αλλά από την αγάπη με την οποία προσφέρεται. Ο Κλέαρχος κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο πεθερός του δεν του χάριζε μόνο λίγα υπάρχοντα. 
Του εμπιστευόταν την κόρη του.
Τον εγγονό του.
Και, μαζί μ' αυτά, του άνοιγε οριστικά την πόρτα της οικογένειας.
Σε εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που η φτώχεια και η πείνα όριζαν την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ένα γαϊδουράκι δεν ήταν απλώς ένα ζώο. Ήταν πολύτιμος σύντροφος της οικογένειας, εργάτης ακούραστος και, για τους φτωχούς αγρότες, το μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών.
Στην αγροτική Ελλάδα της εποχής, ακόμη και το ζώο που είχε κάποιος μαρτυρούσε, ως έναν βαθμό, την οικονομική του κατάσταση. Οι προύχοντες και οι εύποροι καβαλούσαν άλογα. Όσοι είχαν καλύτερη οικονομική επιφάνεια χρησιμοποιούσαν μουλάρια, ανθεκτικά και δυνατά στα δύσβατα μονοπάτια. Ο απλός κόσμος, οι ξωμάχοι και οι φτωχοί χωρικοί, είχαν συνήθως ένα γαϊδουράκι — πιστό, υπομονετικό και ακούραστο.
Το ταπεινό αυτό ζώο έγινε σύμβολο της ελληνικής υπαίθρου. Μετέφερε ανθρώπους, ξύλα, νερό, σιτάρι, ελιές, λάδι και ό,τι άλλο χρειαζόταν μια οικογένεια για να ζήσει. Περπάτησε αμέτρητες φορές τα κακοτράχαλα μονοπάτια των βουνών, εκεί όπου κανένα κάρο και κανένα άλλο μέσο δεν μπορούσε να φτάσει.
Αργότερα, όταν άρχισαν να ανοίγονται δρόμοι, να κυκλοφορούν τα πρώτα αγροτικά οχήματα και να εκμηχανίζεται η γεωργία, ο ρόλος του γαϊδουριού περιορίστηκε ολοένα και περισσότερο. Ένα ζώο που επί αιώνες είχε στηρίξει τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου πέρασε σιγά σιγά στο περιθώριο.
Γι' αυτό και το δώρο του παππού προς τον Κλέαρχο δεν ήταν μια απλή προσφορά.
Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο ζωής.
Ήταν μια μικρή περιουσία.
Ήταν μια έμπρακτη ευχή να μπορέσει η νέα οικογένεια να σταθεί στα πόδια της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο Δευτερότοκος υιός.. Και ο Κεραυνός
.....

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button