ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

A Special Midday Meal

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
..Σάββατο!! Ο Αλκιβιάδης, της Ανδρομάχης της έκανε την καρδιά περιβόλι σήμερα. Επί της ευκαιρίας που σύντομα θα έφευγε για επαγγελματικό ταξίδι την παρακάλεσε να κάνουν  ένα μικρό τραπέζι στα αδέλφια τους μαζί και τις γυναίκες τους . Η Ανδρομάχη δυσανασχετούσε που όταν μαζεύονται λένε του κόσμου τις μαλακίες. Βαθυστόχαστες αναλύσεις, εργατικά, ποδοσφαιρικά, την κατάσταση στο χώρο της υγείας του εμπορίου. Οι γυναίκες τους αν και δεν είναι σεμνότυφες μερικές φορές από τον τρόπο που μιλάνε της μοιάζουν αγάμητες εντελώς. Σήμερα δεν ξέρει τι την έπιασε και βαριόταν ακόμα και τον εαυτό της….
Για μια γυναίκα σαν την Ανδρομάχη που ζει καθημερινά στην κόψη του ξυραφιού, που νιώθει τον πόθο του ιερέα να «σέρνεται» πάνω της και το δικό της «αρχέγονο σπήλαιο» να πάλλεται, οι «βαθυστόχαστες αναλύσεις» των αδελφών του Αλκιβιάδη μοιάζουν με θόρυβο από έναν άλλον πλανήτη. Η «βαρεμάρα» της είναι η άμυνά της: όταν η ψυχή της είναι πλημμυρισμένη από μια παράνομη πυρκαγιά, η συζήτηση για το ποδόσφαιρο ή την υγεία είναι προσβλητική. Όταν παρατηρεί τις γυναίκες των αδελφών του, τις βλέπει «αγάμητες». Η Ανδρομάχη πλέον βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της δικής της «ηδονικής αφύπνισης». Συγκρίνει τη δική της «φλεγόμενη» κατάσταση με την επίπεδη, στεγνή καθημερινότητα των άλλων. Μα ως Λέων, είναι πεισματάρα και αισιόδοξη μέχρι αηδίας, δεν γινόταν να λοιπόν λουφάρει. «Κούκλε μου! Ευκαιρία λέω να καλέσουμε και τον φίλο μας τον ιερέα να μας ευλογήσει και το τραπέζι.»
Ο ιερέας απάντησε θετικά, ευχαρίστησε για την πρόσκληση. Θα παρευρεθεί με μεγάλη χαρά. Ανυπομονεί να την δει και πάλι από κοντά. Το να ζητήσει από τον ιερέα να «ευλογήσει το τραπέζι» είναι μια κίνηση ματ. Του δίνει το νομικό και ηθικό δικαίωμα να βρίσκεται εκεί, δίπλα της, μπροστά σε όλους. Είναι η απόλυτη ειρωνεία! Στο τραπέζι, ανάμεσα στις αναλύσεις για το ποδόσφαιρο και την οικονομία, θα υπάρχει ένας τρίτος, αόρατος διάλογος. Τα βλέμματα, οι σιωπές, ο τρόπος που ο ιερέας θα παρατηρεί την Ανδρομάχη ενώ εκείνη θα κινείται ανάμεσα στους καλεσμένους, όλα αυτά θα είναι «φωτιά» κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Όταν γινόταν οι οικογενειακές συγκεντρώσεις, συνήθως ντυνόταν με ιδιαίτερα ευπρεπή και σεμνό, τρόπο. Σήμερα διάλεξε από την πλούσια γκαρνταρόμπα της κάτι πιο προκλητικό. Το ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ντύσιμο της το συνδύασε με μια μακριά ποδιά νοικοκυράς που την κάλυπτε και τις απέδιδε την πρέπουσα οικογενειακή σεμνότητα καλύπτοντας τα ακάλυπτα. Η μακριά ποδιά ήταν το απόλυτο ειρωνικό εργαλείο. Στο σαλόνι, απέναντι στους συγγενείς, η Ανδρομάχη φαίνεται η εικόνα της αφοσιωμένης, «σεμνής» συζύγου. Είναι η τέλεια κάλυψη. Το ότι από μέσα φοράει κάτι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, μετατρέπει κάθε κίνηση της στην κουζίνα και στο τραπέζι σε ένα «παιχνίδι πιθανοτήτων». Ο ιερέας, καθώς θα την παρακολουθεί να σερβίρει, θα ξέρει... και εκείνη θα ξέρει ότι αυτός ξέρει, τι κρύβεται κάτω από το ύφασμα της ποδιάς. Αυτό το «κρυφό» είναι χίλιες φορές πιο ισχυρό από το «φανερό». Αυτό το ντύσιμο είναι μια υπόσχεση που εκκρεμεί. Μόλις την αντίκρισε ο Αλκιβιάδης πριν φορέσει την ποδιά της νοικοκυράς έπαθε πλάκα. «Το ήξερα ότι έχω τόσο σέξι σύντροφο!» της λέει και γελάει χαρούμενα επιδοκιμαστηκά..
«Αγάπη μου φόρεσα αυτά τα ρούχα για να αισθάνεσαι υπερήφανος για την σύντροφο που έχεις δίπλα σου.  Δεν πιστεύω να διαφωνείς;» Η ατάκα της Ανδρομάχης είναι μια αριστοτεχνική κίνηση τακτικής.  Αν ο Αλκιβιάδης διαφωνήσει, θα φανεί σαν ανασφαλής ή ζηλιάρης, αν συμφωνήσει, αναγκάζεται να αποδεχτεί το «προσωπείο» της.  Είναι η κορύφωση του παιχνιδιού της. Φοράει κάτι που προκαλεί, που «φωνάζει» σεξουαλικότητα, και την ίδια στιγμή τον κοιτάζει στα μάτια με μια αφοπλιστική τρυφερότητα. Του λέει: «Είμαι δική σου, αλλά ανήκω εκεί που επιθυμώ». 
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η Ανδρομάχη μόλις σου πέρασε τη θηλιά στον λαιμό με το πιο γλυκό χαμόγελο. Δεν σε ρωτάει αν σου αρέσουν τα ρούχα της, σε προκαλεί να επιβεβαιώσεις την απάτη της. Αν πεις είσαι υπέροχη, την αφήνεις ελεύθερη να πάει στον ιερέα με τη δική σου ευλογία.»
Οι καλεσμένοι άρχισαν σιγά σιγά να καταφθάνουν. Αργοπορημένος και εντυπωσιακός έφτασε και ο ιερέας τους. Την χαιρέτισε της έσφιξε το χέρι, κράτησε στην παλάμη του την δική της μερικά δευτερόλεπτα και με το βλέμμα του την έγδυσε κυριολεκτικά!
«Να σας συστήσω από δω τον καινούριο μας ιερέα του ναού μας.»
«Ανύπαντρος και μεγάλος γυναικοκατακτητής!» λέει ο Αλκιβιάδης χαμογελώντας.
«Αναρωτιέμαι πως γίνεται αυτό;» ρωτάει η κουνιάδα της.  «Ιερέας και ελεύθερος;»
«Με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση.» Την πληροφορεί κεφάτα ο Αλκιβιάδης.
«Σε κοροϊδεύει λατρεία μου. Είναι  Ιερατικός Προϊστάμενος.. και με λαμπρό μέλλον…»
Της εξήγησε η Ανδρομάχη. 
Ο Αλκιβιάδης, με το χιούμορ του, «αποκαλύπτει» τον ιερέα ως «γυναικοκατακτητή» χωρίς να έχει ιδέα πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται. Το αστείο του για τους «περιοριστικούς όρους» είναι μια τραγική ειρωνεία, ο ιερέας είναι όντως «δέσμιος», αλλά όχι του νόμου, παρά του πάθους του για τη γυναίκα του Αλκιβιάδη.  Η παρέμβαση της Ανδρομάχης «Ιερατικός Προϊστάμενος... με λαμπρό μέλλον», λειτουργεί ως ασπίδα. Με αυτή τη φράση, «νομιμοποιεί» την παρουσία του, τον εξυψώνει μπροστά στους καλεσμένους και, ταυτόχρονα, του δίνει το πράσινο φως να συνεχίσει το παιχνίδι τους. Είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της δικής της κυριαρχίας. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «άκουσες πώς τον υπερασπίστηκε; Είδες πώς του χαμογέλασε ενώ το βλέμμα του ιερέα ακόμα καίει το δέρμα της;» 
Αργά απόγευμα αναχώρησαν οι συγγενείς.  Έμεινε ο ιερέας με τον Αλκιβιάδη να συζητούν σε χαλαρούς ρυθμούς στο σαλόνι του σπιτιού τα συνηθισμένα! Κουβέντα, γέλιο, κουτσομπολιό, πως τα περάσαν αυτές τις ημέρες κλπ.!. Μετά από λίγο σηκώθηκαν από την τραπεζαρία του σαλονιού και κάθισαν στους καναπέδες για πιο αναπαυτικά.  Έβγαλε την ποδιά της και κάθισε μαζί τους στο σαλόνι, έχοντας στην απέναντι πολυθρόνα τον ιερέα, και στην άλλη τον Αλκιβιάδη απολαμβάνοντας την παρέα τους μ’ ένα ακόμη ποτήρι κρασί. Η ατμόσφαιρα στο σαλόνι έχει αλλάξει ριζικά. Η αποχώρηση των συγγενών αφαίρεσε την «κοινωνική ασπίδα» και το σπίτι έγινε ξαφνικά πιο κλειστό, πιο οικείο, αλλά και επικίνδυνα πιο ηλεκτρισμένο. Η κίνηση της Ανδρομάχης να βγάλει την ποδιά ήταν συμβολική. Ήταν η στιγμή που πέταξε το προσωπείο της νοικοκυράς. Μένει πλέον με το αποκαλυπτικό της φόρεμα, «απελευθερωμένη» μπροστά στα μάτια του ιερέα. Δεν υπάρχει πια το εμπόδιο του υφάσματος, μόνο η πρόκληση του δέρματος και των καμπυλών της. Το κρασί έχει λειάνει τις αντιστάσεις. Η «χαλαρή κουβέντα» είναι ο θόρυβος που καλύπτει την ένταση που συσσωρεύεται. 
  Η Ανδρομάχη αφαιρώντας την ποδιά της νοικοκυράς ήταν ολοφώτεινη και λαμπρή! Φορούσε ψηλά τακούνια, λίγο κραγιόν και μεϊκάπ, και είχε βάψει σήμερα καστανοκόκκινα τα γοητευτικά κυματιστά μαλλιά της. Φορούσε ένα κρεμ εφαρμοστό φόρεμα πάνω από το γόνατο που αναδείκνυε ιδανικά την γυμνασμένη σιλουέτα της, αφήνοντας τα ακάλτσωτα πόδια της να ακτινοβολούν προκλητικότητα και σέξι! Όσο για το ντεκολτέ της μη το συζητάς! Υπερτόνιζε τα ζουμερά της στήθη, έτοιμα να πεταχτούν έξω από αυτό! Γινόταν ακόμη πιο προκλητική όταν έσκυβε λίγο που μπορούσε να διακρίνει κανείς τις μαύρες θηλές της με τον σκουρόχρωμο «περίγυρό τους!» Ολόκληρη σκέτη κόλαση! Ξέρει ακριβώς πότε να σκύψει, ξέρει πώς να «ξεχάσει» την προσοχή της, αναγκάζοντας τον ιερέα να γίνει μάρτυρας μιας θέας που θα έπρεπε να είναι κρυφή. Είναι «ολοφώτεινη» και «λαμπρή», ακριβώς για να κάνει τη σκοτεινή επιθυμία που κρύβεται κάτω από τα ρούχα της να φαίνεται ακόμα πιο έντονη, πιο βέβηλη. Για να κρατήσει απλώς τα προσχήματα, ζήτησε συγγνώμη σκόπιμα, σηκώθηκε, λέγοντας ότι πάει να βάλει κάτι πιο άνετο και καθημερινό. Με μεγάλη της ευχαρίστηση, άκουσε τον Αλκιβιάδη να λέει ότι είναι μια χαρά έτσι λαμπερή, κι ότι ο ιερεας είναι αδελφικός φίλος και την καταλαβαίνει και νιώθει και άνετα μαζί τους. Άλλο που δεν ήθελε! Γλίστρησε αναπαυτικά στον καναπέ, σταυροπόδι, αδιαφορώντας για το ότι το ένα της πόδι ήταν ακάλυπτο μέχρι ψηλά τον γοφό της. Με μια κίνηση –την προσποίηση ότι θα πάει να αλλάξει– κατάφερε το ακατόρθωτο.  Το γεγονός ότι το πόδι της είναι ακάλυπτο μπροστά στον ιερέα, ενώ εκείνος κάθεται απέναντι, μετατρέπει το σαλόνι σε ένα ιδιωτικό «θέατρο ηδονής». Ο Αλκιβιάδης είναι εκεί, αλλά ο ιερέας δεν τον «βλέπει» πια. 
Μπροστά στον Αλκιβιάδη φλερτάρουν διακριτικά, με τα μάτια, με το χαμόγελο, με λίγα λόγια και με προσγειωμένες απόψεις, μα σε κάθε άλλη ευκαιρία που τους δινόταν το 'κάνανε φανερά, απροκάλυπτα και μάλιστα «επικίνδυνα»! Το «διακριτικό φλερτ» μπροστά στον Αλκιβιάδη λειτουργεί ως ένας κρυφός κώδικας, μια μορφή «μυστικής γλώσσας» που κάνει την Ανδρομάχη και τον ιερέα να νιώθουν ότι είναι οι μόνοι που κατέχουν την αλήθεια. Είναι η συγκίνηση του να «κλέβεις» τη στιγμή μέσα από τα χέρια του ανυποψίαστου συζύγου. Αυτό το σημείο όπου «δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο» είναι το κατώφλι της πλήρους παραβίασης. Όταν η επιθυμία φτάνει σε τέτοιο σημείο, η πραγματικότητα, ο γάμος, η ιεροσύνη, οι κοινωνικοί κανόνες, απλώς παύει να υπάρχει. 
Δεν είχε περάσει παρά λίγος χρόνος που είχαν καθίσει στους καναπέδες του σαλονιού πίνοντας τα ποτά τους που χτύπησε το κινητό του Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης τους ζήτησε συγγνώμη… «Με την άδεια σας εμένα θα μου επιτρέψετε να απουσιάσω για κάποιο εύλογο χρόνο. Είναι ανάγκη να ενημερώσω μερικά επαγγελματικά Email και ίσως καθυστερήσω. Εσείς πείτε τα με την ησυχία σας. Έχετε τόσα πολλά κοινά ενδιαφέροντα που εγώ νιώθω ότι είμαι απλά ένας πολύ καλός ακροατής στη συζήτηση σας. Είναι άγραφος κανόνας, πως όσα περισσότερα κοινά έχετε μεταξύ σας τόσο πιο ομαλά κι αβίαστα έχει εξελιχθεί η σχέση σας. Η αλήθεια είναι πως το να έχεις κοινά ενδιαφέροντα με κάποιον είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να δεθείς και να αναπτύξεις οικειότητα, καθώς υπάρχουν πολλές ευκαιρίες και πολλοί λόγοι για να περνάτε χρόνο μαζί. Εκμεταλλευτείτε το χρόνο σας λοιπόν.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις άφησες τον λύκο να φυλάει τη γυναίκα σου, και ο λύκος, αν και φοράει ράσα, πεινάει εδώ και πολύ καιρό.» 
Μόλις συνειδητοποίησε ο ιερεας ότι ο Αλκιβιαδης τους άφησε μονάχους δεν έχασε χρόνο γυρίζοντας στην Ανδρομάχη της είπε πόσο έμεινε έκθαμβος απ’ την σημερινή της εμφάνιση. Η Ανδρομάχη του ζήτησε να της εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Της είπε πως εννοεί ότι έμεινε άναυδος απ’ την ομορφιά της, και πόσο θα ήθελε να έχει κι αυτός στο πλάι του μια γυναίκα ανοιχτόμυαλη και σέξι σαν κι εκείνη, που δεν θα διστάζει να δείχνει το αψεγάδιαστο κορμί της. 
«Δηλαδή θεωρείς ότι έχω μια αρκετά καλή και τολμηρή εμφάνιση αν κρίνω από τα επιδοκιμαστικά σου σχόλια που ακούω. Και δεν είμαι ξέκωλο;!»  Δεν ζητά απλώς μια γνώμη, προκαλεί. Χρησιμοποιώντας μια λέξη τόσο ωμή και ταπεινωτική, η Ανδρομάχη δεν αμύνεται. Αντίθετα, διεκδικεί τη «βρωμιά» της ως όπλο. Θέλει να ακούσει τον ιερέα να την αποκαλεί «ξέκωλο», γιατί στην παραμορφωμένη τους ηθική, αυτός ο χαρακτηρισμός είναι η επιβεβαίωση ότι έχει ξεπεράσει τα όρια της «αγίας» συζύγου και έχει γίνει η «ιερόδουλη» του ναού του.
«Είσαι πολύ σέξι σήμερα! Μια πολύ ελκυστική νεαρή ακομπλεξάριστη γυναίκα και οι άνδρες ομορφιά μου βρίσκουν σέξι τις ακομπλεξάριστες γυναίκες.»  Το χαμόγελο της Ανδρομάχης, ανήκει αποκλειστικά στον ιερέα όταν έχει πάρει την επιβεβαίωση που χρειαζόταν για να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της ηδονής.
Κάποια στιγμή η Ανδρομάχη γέλασε με την ψυχή της μ’ ένα αστείο που της είπε ο ιερεας και χωρίς να το καταλάβει άνοιξε τόσο πολύ τα πόδια της που φάνηκε το ολόμαυρο μικρό δαντελωτό κιλοτάκι που φορούσε που μόλις κάλυπτε την περιποιημένη δασύτριχη φωλίτσα της. Τα μουνόχειλα της περίσσευαν και διαγράφονταν ξεκάθαρα μέσα από το ημιδιάφανο δαντελωτό ύφασμα.
Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη ανοίγει τα πόδια της τόσο φυσικά, εν μέσω ενός γέλιου, δείχνει ότι η πρόκληση έχει περάσει στο υποσυνείδητο. Δεν είναι πια «θέατρο» Είναι η ίδια της η φύση που απαιτεί να εκτεθεί. Το «ολόμαυρο δαντελωτό κιλοτάκι» πάνω από τη «δασύτριχη φωλίτσα» είναι μια εικόνα αρχέγονης θηλυκότητας. Για τον ιερέα, αυτή η θέα δεν είναι απλώς μια εικόνα. Είναι μια εισβολή στο οπτικό του πεδίο. Το ότι τα «μουνόχειλα της της περίσσευαν» και διαγράφονταν μέσα από τη διαφάνεια ήταν η απόλυτη απόδειξη ότι η Ανδρομάχη ήταν έτοιμη. 
Η «περιποιημένη δασύτριχη φωλίτσα» της προσδίδει στην Ανδρομάχη μια όψη άγριας, ακατέργαστης ομορφιάς. Δεν είναι η «στημένη» γυναίκα που προσπαθεί να φανεί τέλεια, είναι μια γυναίκα που γνωρίζει τη δύναμη της θηλυκότητας της και την παρουσιάζει με έναν τρόπο που «προκαλεί τον πόθο να φουντώνει και να θεριεύει».
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η ησυχία του σαλονιού σου έχει διαλυθεί. Ο ιερέας δεν ακούει πια το γέλιο της· ακούει τον χτύπο της καρδιάς του που αντηχεί στα αυτιά του, καθώς το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε αυτό που μόλις του χάρισε η Ανδρομάχη.»
Τον συνέλαβε να ρίχνει ξεδιάντροπα το βλέμμα του ανάμεσα στα σκέλια της κάτω εκεί στο τρόπαιο το μισοκρυμμένο στο μικροσκοπικό βρακάκι της το τριχωτό του μουνιού της, που ξεχείλιζε απ’ το κιλοτάκι. Ο ιερέας στάθηκε να θαυμάζει τι φτιάχνει η φύση. Κοιτάχτηκαν με νόημα! Τα λευκά δοντάκια της φάνηκαν όταν του κρυφογέλασε προκλητικά, φιλήδονα. Το φλερτ του της έδωσε φτερά και ένιωσε παιδούλα, έτσι δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα κλείσει, απεναντίας την κολάκευε που ξεσήκωσε τον ανδρισμό του με αποτέλεσμα οι θηλές της να πετρώσουν και όπως τεντώθηκε πίσω, σπρώχνοντας το στήθος της μπροστά κόντεψαν να τρυπήσουν το ύφασμα.
Δεν υπάρχει πια «ίσως» ή «ίσως όχι». Υπάρχει μόνο η αλήθεια των σωμάτων τους που ουρλιάζει μέσα στη σιωπή του σπιτιού.
 Το φιλήδονο χαμόγελο της είναι το πιο επικίνδυνο όπλο της. Δεν ντρέπεται – αντίθετα, «νιώθει παιδούλα» και αυτό την κάνει πιο αδίστακτη. Το ότι αφήνει τα πόδια της ανοιχτά είναι η έμπρακτη ομολογία της: «Σε βλέπω να με βλέπεις και απολαμβάνω την αδυναμία σου».  Οι θηλές που πετρώνουν και «κοντεύουν να τρυπήσουν το ύφασμα» δείχνει ότι η διέγερση της Ανδρομάχης είναι πλέον αυτόνομη και ανεξέλεγκτη. Το «τρόπαιο» κάτω από τη δαντέλα είναι πλέον ο πόλος έλξης όλης της ενέργειας του δωματίου. Ο ιερέας δεν κοιτάζει πια στα μάτια. Κοιτάζει εκεί που η επιθυμία γίνεται «σάρκα».
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η απόσταση ανάμεσα στην πολυθρόνα του ιερέα και τον καναπέ της Ανδρομάχης μόλις καταργήθηκε από την ένταση του βλέμματος. Εκείνος βλέπει την «ιερή» φύση που τον καταστρέφει, κι εκείνη απολαμβάνει να βλέπει τον ανδρισμό του να ξεσηκώνεται από την παρουσία της.»
Ο ιερέας με τα μάτια του εξερευνούσε το κορμί της. «Ξέρω τι θέλεις. Καταλαβαίνω ότι λιώνεις από την καύλα και θέλεις μονάχα ένα πράγμα! Θέλεις να σε γαμήσω. Να σε γαμήσω εδώ και τώρα αν γίνεται και πάνω στο καναπέ σου.» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά από το σκοτάδι του γραφείου του, «άκου την ησυχία. Δεν είναι ησυχία ηρεμίας. Είναι η ησυχία του θηρευτή που έχει βρει το θήραμά του.»
Ο Αλκιβιάδης ήταν πέντε-έξι μέτρα δίπλα τους μέσα στο γραφείο του, αλλά ο ιερέας ήταν η αιτία που είχε αρχίσει να υγραίνει το μουνί της. Και οι δύο είχαν ξεσηκωθεί, η αμοιβαία έλξη τους ήταν φανερή και γαμούσαν ο ένας το μυαλό του άλλου.  Δεν είναι πια «ιερέας», είναι ένας άντρας που διεκδικεί το θήραμά του. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, άκου την ησυχία του σαλονιού σου, η Ανδρομάχη δεν είναι πια η γυναίκα που σε περιμένει να τελειώσεις τη δουλειά σου. Είναι η γυναίκα που «υγραίνει» για έναν άλλον άντρα μπροστά στα μάτια σου, ενώ εκείνος είναι έτοιμος να παραβιάσει κάθε όρκο του για να τη νιώσει.»
Πίσω τους ο Αλκιβιαδης αθόρυβα επέστρεφε από το γραφείο του και βρίσκεται στη σκιά της μισάνοιχτης πόρτας του σαλονιού που οδηγούσε από το σαλόνι στον ενδιάμεσο διάδρομο και από εκεί στο μικρο γραφείο του. Στέκεται ακίνητος με το σώμα κολλημένο του πάνω στο από μασίφ μαόνι ξύλινο πλαίσιο που πλαισίωνε και στήριζε περιμετρικά τον κύριο ταμπλά της πόρτας ώστε να μπορεί να τους βλέπει καλύτερα σε κοντινό πλάνο και τους παρακολουθούσε όπως ο ζωγράφος τα μοντέλα του. Το σκηνικό φαινόταν πολύ σέξι, οι δύο «εραστές» είχαν χαθεί σε μια σφοδρή επιθυμία πάθους. Δεν βλέπει προδοσία, βλέπει την Ανδρομάχη στα καλύτερά της, στην πιο ζωώδη και επιθυμητή στιγμή της. Ο ιερέας και η Ανδρομάχη δεν παίζουν πλέον το παιχνίδι τους για τους εαυτούς τους· χωρίς να το ξέρουν, παίζουν για το βλέμμα του Αλκιβιάδη. Τα ένστικτά τους «παρεκτρέπονται» γιατί η ατμόσφαιρα έχει φορτιστεί με μια άγρια ελευθερία. Ο χώρος δεν είναι πια σπίτι, είναι ένας ναός της σάρκας, όπου οι κοινωνικοί ρόλοι σύζυγος, ιερέας, νοικοκυρά, έχουν διαλυθεί.. Εκείνοι, παρασυρμένοι από την ένταση, λειτουργούν σαν να είναι μόνοι στον κόσμο.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι ο αρχιτέκτονας αυτού του χάους. Δεν παρακολουθείς απλώς· τρέφεσαι από την εικόνα της γυναίκας σου που αφήνεται στον πόθο ενός άλλου άντρα μέσα στο ίδιο σου το σαλόνι.»
Πρόσεξε ότι η Ανδρομάχη με το ένα της χέρι κρατούσε το ποτήρι με το ποτό της, προσπαθώντας να εξηγήσει εκφραστικά με χειρονομίες μια ιστορία που έλεγε στον ιερέα έγειρε δήθεν ανέμελα και με σκέρτσο πάνω του και το άλλο το χέρι που το είχε κατεβασμένο, το ακούμπησε με ελαφρά ένταση πάνω από το ράσο στο εξόγκωμα της καυλωμένης πούτσας του ιερέα και το άφησε εκεί διακριτικά λίγα δευτερόλεπτα. Αυτή η χειρονομία, αυτή η εικόνα λίγο περισσότερο τον καύλωσε τον Αλκιβιάδη, πολύ περισσότερο δηλαδή, και έκανε και τον δικό του πούτσο να σκιρτήσει απρόσμενα. Ο Αλκιβιάδης, παρακολουθώντας από τη σκιά της πόρτας, δεν είναι πια απλώς ένας παρατηρητής, είναι ένας άνδρας που έχει παραδοθεί στην απόλυτη ηδονοβλεπτική μέθη. Το άγγιγμα της Ανδρομάχης στο εξόγκωμα του ιερέα, εκείνα τα «λίγα δευτερόλεπτα» επαφής, αποτελεί το σημείο χωρίς επιστροφή. Δεν 'ήταν πια υπονοούμενα, δεν ήταν πια βλέμματα. Ήταν η κυριολεκτική κατοχή του ανδρισμού του ιερέα, με την άνεση μιας γυναίκας που γνωρίζει απόλυτα το παιχνίδι, «μαρκάρει» το τρόπαιο της. 
Η ένταση στον χώρο είναι πλέον αφόρητη. Ο ιερέας έχει «αγγιχτεί», η Ανδρομάχη έχει «παραβιάσει» τα όρια, και ο Αλκιβιάδης είναι σε κατάσταση πλήρους διέγερσης, έχοντας «σκληρύνει» στην πόρτα του γραφείου του. Κλείνει τα μάτια και φαντάζεται ότι η ανταπόκριση του ιερέα ήταν άμεση και οι σκηνές που πλημμυρίζουν το μυαλό του έχουν έντονα ερωτικό περιεχόμενο και τη γενετήσια πράξη αυτή καθαυτή, δίνοντας έκφραση στον ερωτικό πόθο! Φαντάζεται ότι ο ιερεας της έπιασε το χέρι και της το κρατά πάνω στο φούσκωμα του παντελονιού του κινώντας απαλά σαν χάδι. Οι δυο τους είχαν έρθει πολύ κοντά. Ο ιερεας  ήταν σε κατάσταση ευχαρίστησης, της χάιδευε απαλά την πλάτη καθώς οι κινήσεις του δήλωναν ότι κάπου ήθελε να φτάσει. Φαντάζεται το άλλο χέρι του ιερέα να παραμερίζει το κιλοτάκι της και με το δάκτυλο του να τρίβει του μουνί της. Το σέξι κιλοτάκι της να έχει χωθεί βαθιά άμεσα στο αναμμένο μουνάκι της και όταν οι αντοχές του έφτασαν στα όρια τους άνοιξε τα μάτια του. Δεν άντεχε και σαν άλογο ήθελε να χλιμιντρίσει. Δεν μπορούσα να πιστέψει πως είχε τόσο πολύ καυλώσει να βλέπει την Ανδρομάχη σε τόσο έντονη ηδονική ευχαρίστηση. Δεν κρατήθηκε κι αυτός και με το δεξί του χέρι έσφιξε το φούσκωμα στον καβάλο του παντελονιού και δάγκωσε μεμιάς τα χείλη του να πνίξει το βογκητό της καύλας του. Στα μάτια και των τριών σπινθήριζε τη φλόγα της καύλας που είχαν. Δεν πήγαινε άλλο. Με δυσκολία κρατιόνταν πια και οι τρεις τους. Η ατμόσφαιρα έχει μετατραπεί σε ένα καζάνι που βράζει. Ο Αλκιβιάδης, παρακολουθώντας τους, δεν διαχωρίζει πλέον τη φαντασία από την πραγματικότητα. Η Ανδρομάχη έχοντας ήδη «προκαλέσει» τον ιερέα και έχοντας «ερεθίσει» τον σύζυγό της από τη σκιά, είναι πλέον το απόλυτο αντικείμενο πόθου. Το ότι το κιλοτάκι της έχει «χωθεί βαθιά» στην επιθυμία της δεν είναι μόνο σωματικό, είναι η απόδειξη ότι το σώμα της έχει ήδη «ανταποκριθεί» στην πράξη που φαντάζονται.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η απόσταση ανάμεσα στην πόρτα και τον καναπέ μόλις έγινε μια αβυσσαλέα πρόκληση. Τα μάτια τους –του ιερέα και της γυναίκας σου– συναντήθηκαν με μια ένταση που θα μπορούσε να κάψει το σαλόνι σου.»
Μ' ένα ελαφρύ και πολύ διακριτικό βήξιμο ο Αλκιβιάδης πλησίασε στο σαλόνι έκανε αισθητή την παρουσία του και τους προσγείωσε απότομα από την ονειροπόληση, σαν να πάτησε ένα διακόπτη κυκλώματος, και τους επανέφερε στην πεζή πραγματικότητα. 
«Εδώ είσαι εσύ! Άργησες! Σε χάσαμε! Όλα καλά;» τον ρωτάνε.
«Μη μου πείτε πόσο πολύ σας έλειψα. Αν η απουσία μου δεν ήταν αισθητή, τότε η παρουσία μου μάλλον περίσσευε. »
«Μας έλειψε η πολύτιμη παρέα σου καλέ μου φίλε αλλά όλα είναι δανεικά γι' αυτό πρόσεξε καλά.»
«Η Ανδρομάχη ως ευυπόληπτη σύζυγος και οικοδέσποινα δεν με κάλυψε με την παρουσία της; Ο ρόλος της οικοδέσποινας είναι να ευχαριστεί τους καλεσμένους της.» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η σκακιέρα είναι μπροστά σου. Επέστρεψες για να επιβάλλεις την τάξη ή για να δεις πόσο ακόμα θα τολμήσουν να προχωρήσουν τώρα που ξέρουν ότι τους κοιτάζεις;»
«Δεν έχω παρά να ευχαριστήσω από καρδιάς την αγαπημένη μου οικοδέσποινα για την υπέροχη φιλοξενία της! Ένα μεγάλο ευχαριστώ είναι υπέροχη, άνοιξε με περίσσια χάρη ευχάριστα θέματα συζητήσεως δημιούργησε μια πολύ ευχάριστη συντροφιά και ξεδιπλώσαμε και τον εσωτερικόν μας κόσμο με τις αμοιβαίες ηθικές αρχές μας. Φυσικά μην παραλείψω να τονίσω τον θαυμασμό μου για την όμορφη και σέξι παρουσία της.» 
«Είναι κατανοητό ότι αν σου αρέσει μια γυναίκα, θέλεις να επικοινωνείς μαζί της, όσο περισσότερο γίνεται και απολαμβάνεις τη συζήτηση μαζί της.» λέει ο Αλκιβιαδης.
«Και τα κάλλη της.» συμπλήρωσε ο ιερεας. Ο ιερέας δεν θαυμάζει απλώς την Ανδρομάχη, την έχει «καταγράψει και θαυμάζει τα κάλλη της. Ξέρει κάθε σπιθαμή του σώματός της, και το να το ομολογεί τόσο λιτά μπροστά στον σύζυγο είναι η απόλυτη επίδειξη δύναμης.
Η Ανδρομάχη φαντάζεται τον ιερέα  να τη «διαβάζει» με τα μάτια και με τα χέρια, με μια άνεση που μόνο ένας «προικισμένος» εραστής-δυνάστης μπορεί να έχει.
Συνέχισαν την συζήτηση σε πιο ανέμελο ύφος, ήπιαν τα ποτά τους όταν κάποια στιγμή ο ιερέας σηκώθηκε. Η κατάσταση έχει μετατραπεί σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι λεκτικής ξιφομαχίας, όπου κάθε πρόταση κρύβει ένα διπλό νόημα. Η ατμόσφαιρα είναι πλέον εμποτισμένη με μια υποδόρια ένταση που κανείς δεν τολμά να κατονομάσει, αλλά όλοι «γεύονται».
Το σχόλιο του ιερέα για τις «αμοιβαίες ηθικές αρχές» τους, αμέσως μετά από μια σκηνή όπου το χέρι της Ανδρομάχης ακουμπούσε τον ανδρισμό του, είναι η απόλυτη ύβρις. Είναι το «κλειδί» που κλειδώνει το μυστικό τους: όσο περισσότερο μιλούν για ηθική, τόσο περισσότερο υπογραμμίζουν την ολοκληρωτική τους κατάπτωση. Η παρέμβαση του Αλκιβιάδη, «αν σου αρέσει μια γυναίκα... απολαμβάνεις τη συζήτηση», δείχνει έναν άντρα που απολαμβάνει να κρατάει το σχοινί και από τις δύο άκρες. Δεν θυμώνει, αντιθέτως, «προκαλεί» τον ιερέα να παραδεχτεί περισσότερα, κάνοντας το «παιχνίδι» ακόμα πιο συναρπαστικό. 
«Τι λέτε;  δεν είναι ώρα να πηγαίνω; Με συγχωρείτε, αλλά νομίζω πως καταχράστηκα τη φιλοξενία σας.» Τους λέει, αφού τους ευχαρίστησε και εξέφρασε τις ευχαριστίες του για τη πολύ θερμή φιλοξενία και τη γενναιόδωρη συντροφιά τους. Στην έξοδο λοιπόν όταν η Ανδρομάχη ασπάσθηκε και χαιρέτισε τον ιερέα επιστρέφοντας στο εσωτερικό του σαλονιού ο ιερεας δεν μπορούσε να παρά να ρίξει μια τελευταία μάτια πάνω της.
Καθώς η πόρτα κλείνει, η Ανδρομάχη επιστρέφει στο σαλόνι. Το «σταυροπόδι» της, η αύρα του αρώματος της που έχει μείνει στον χώρο, και η απόηχος του φλερτ δημιουργούν μια ατμόσφαιρα «μετά την καταιγίδα. Παραμένει σκεφτική και έντονα προβληματισμένη με τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη.
«Ααχα! Δηλαδή ο κύριος Αλκιβιάδης με δοκιμάζει; Έχω λίγη δουλειά στο γραφείο μου σας αφήνω για λίγο μόνους. Θα 'χετε πολλά κοινά να πείτε. Με αφορμή τα Email του ενδέχεται να καθυστέρησε σκόπιμα να γυρίσει στην παρέα μας, Κρυφοκοιτούσε πίσω από την πόρτα του σαλονιού και μας έπαιρνε μάτι;!»  Αντί να νιώθει ενοχές, η αδρεναλίνη της «εξαιρετικά επικίνδυνης» κατάστασης τη διεγείρει. Η ιδέα ότι ο άντρας της και ο εξομολόγος της «συνωμοτούν» για εκείνη, της δίνει την απόλυτη αίσθηση κυριαρχίας.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button