.....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)......Η Ναυσικά τελικά τα κατάφερε να είναι παρών στο ραντεβού τους! Η ανακούφιση και η χαρά που νιώθει η Ανδρομάχη ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Σε έναν κόσμο που οι ρυθμοί είναι συχνά εξαντλητικοί, το να μπορεί να βασίζεται σε μια φίλη σαν τη Ναυσικά της προσφέρει μια σπάνια αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας. Είναι σίγουρα μια στιγμή που ενδυναμώνει τον δεσμό τους και δημιουργεί μια ακόμη όμορφη ανάμνηση που θα τις κρατά κοντά. Είναι υπέροχο να νιώθει τέτοια αληθινή φιλία.
Παρασκευή ο Αλκιβιάδης από τα ξημερώματα, μεταφέρει τις δυο γυναίκες με το αυτοκίνητο τους στον τόπο συγκέντρωσης και αναχώρησης των εκδρομέων! Στον μεγάλο προαύλιο χώρο του μικρού Ιερού Ναού της ενορίας τους. Οι δυο γυναίκες μέχρι να συγκεντρωθεί όλο το γκρουπ των εκδρομέων παρέμειναν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Αλκιβιάδης κατέβηκε από το αυτοκίνητο να ξεμουδιάσει στην πρωινή δροσιά άφησε τις δυο γυναίκες να τα πούνε με την ησυχία τους και εισήλθε στον άπλετο προαύλιο χώρο του ναού.
Μέσα στο αυτοκίνητο, το οποίο λειτουργεί σαν ένα προστατευμένο «καβούκι», οι δυο τους μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα, να γελάσουν ή να μοιραστούν τα άγχη τους, χωρίς να ανησυχούν για αδιάκριτα βλέμματα. Η Ναυσικά της θυμίζει το τελευταίο τους τηλεφώνημα και περνάει αμέσως στην ουσία, με τη διαίσθηση που έχουν οι αληθινές φίλες, δεν αφήνει περιθώρια για υπεκφυγές. Ξέρει ότι η Ανδρομάχη δεν είναι από τις γυναίκες που αγχώνονται για ασήμαντα πράγματα, οπότε το ερώτημα της χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά του θέματος.
«Όταν με πήρες τηλέφωνο και μιλήσαμε, σε άκουσα πολύ αγχωμένη. Κάτι έχει πάθει η κάτι της κάνανε.» Είπα. «Έχει συμβεί κάτι στο σπίτι; στα παιδιά;.» Τη ρωτάει μ' άμεσο και δραματικό τρόπο την ανησυχία της.
«Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.» Η απάντηση της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν μια μικρή βαλβίδα αποσυμπίεσης για τη Ναυσικά. Η Ναυσικά, βλέποντας την Ανδρομάχη να διστάζει, πιθανότατα καταλαβαίνει ότι τώρα είναι η κρίσιμη στιγμή. Αν δεν της μιλήσει τώρα, μέσα στην προστατευμένη μοναξιά του αυτοκινήτου, ολόκληρη η εκδρομή θα είναι για την Ανδρομάχη μια μάσκα που θα πρέπει να φοράει.
«Με τον Αλκιβιάδη πως πάει, άλλαξε τίποτα;» Η Ναυσικά επιλέγει να «κόψει» τον γόρδιο δεσμό της αμηχανίας. Το όνομα του Αλκιβιάδη πέφτει ανάμεσά τους σαν πέτρα σε ακίνητα νερά, αλλάζοντας ακαριαία το κλίμα της κουβέντας.
Η Ανδρομάχη το βλέμμα της, που μέχρι πριν λίγο ήταν στραμμένο στο πουθενά, καρφώθηκε πάνω στη Ναυσικά. Δεν υπήρχε πια χώρος για υπεκφυγές, και το ήξερε. «Αν άλλαξε κάτι;» επανέλαβε η Ανδρομάχη με μια πικρή ειρωνεία στη φωνή της, ενώ τα χέρια της έσφιξαν το κυπελλάκι του καφέ μπροστά της. «Ναυσικά! Όχι, δεν άλλαξε τίποτα προς το καλύτερο. Ίσα-ίσα...»
Σώπασε για μια στιγμή το βλέμμα της, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, σαν να φοβόταν ότι θα μπορούσαν να ακούσουν την εξομολόγηση της.
«Τον τελευταίο χρόνο είναι σαν να ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Εκείνος στην εμμονή του, κι εγώ... εγώ απλώς προσπαθώ να κρατήσω τα προσχήματα! Αυτό είναι το θέμα που με απασχολεί έντονα αυτόν τον χρόνο. Δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω.
Έχω κάνει τα πάντα! Έχει μια γυναίκα που για πάρτη της τραβάνε μαλακία όλα τα αρσενικά της γειτονιάς και όχι μόνο, και αυτός με πηδάει σαν να είμαστε παντρεμένοι τριάντα χρόνια! Άσε που τελευταία τον έχει απασχολήσει η νόσος των πουλερικών και φοβάται μη του ψοφήσει το πουλί που του' δώσε η φύση! Δεν το αντέχω άλλο. Στα υπόλοιπα είμαστε μια χαρά, με προσέχει, με αγαπάει, μου δίνει τα πάντα εκτός..».
Η Ανδρομάχη ξεσπά με μια ωμή ειλικρίνεια που αποκαλύπτει όχι μόνο τη σεξουαλική της απογοήτευση, αλλά και το παράδοξο του χαρακτήρα του Αλκιβιάδη. από τη μία ο «τέλειος» σύντροφος στην καθημερινότητα, και από την άλλη ένας άντρας που έχει χάσει τη φλόγα του, κλεισμένος σε ανασφάλειες που η Ανδρομάχη αδυνατεί να κατανοήσει και να ανεχτεί πια.
Η Ναυσικά, ακούγοντας αυτή την κυνική αλλά και απελπισμένη εξομολόγηση της φιλενάδας της, μένει για λίγο άναυδη. Η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα της Ανδρομάχης μιας γυναίκας που μαγνητίζει, και στη στάση του Αλκιβιάδη, είναι για εκείνη η ρίζα του προβλήματος. «Το καταλαβαίνω το παράπονό σου. Είναι λογικό να νιώθεις έτσι. Όταν είσαι μια γυναίκα που ξέρει τι αξίζει και τι εκπέμπει, το να νιώθεις αόρατη μέσα στην κρεβατοκάμαρα σου από τον ίδιο σου τον άντρα, είναι χτύπημα στον εγωισμό. «Δεν σου προσφέρει σαν γυναίκα το μόνο πράγμα στη ζωή που προσφέρει ευτυχία και δεν χρειάζεται να το αγοράσεις ε;» την πρόλαβε η Ναυσικά πριν ολοκληρώσει τη πρότασή της η Ανδρομάχη
«Ακριβώς», απάντησε η Ανδρομάχη!, «Είναι το μόνο δωρεάν πράγμα που μας θυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί, Ναυσικά. Και αντί για αυτό, έχω έναν άντρα που με κοιτάζει με ευγνωμοσύνη που φτιάχνω το φαγητό του και που προσέχω το σπίτι, αλλά δεν με κοιτάζει σαν γυναίκα. Με έχει κατατάξει στο ράφι με τα «ιερά και όσια» του. Με αγαπάει, ναι, σαν μητέρα των παιδιών του, σαν σύντροφο ζωής, σαν το λιμάνι του. Αλλά η φωτιά... η φωτιά έχει σβήσει από τη δική του πλευρά γιατί έχει πειστεί ότι δεν την αξίζει πια. Ή ίσως γιατί φοβάται μην καεί. Και εγώ; Εγώ τι πρέπει να κάνω; Να μαραζώσω περιμένοντας να ξεπεράσει τη «νόσο των πουλερικών» του;»
Η Ανδρομάχη δεν κρατιέται πια. Η απογοήτευσή της έχει ξεπεράσει τα όρια της θλίψης και έχει μετατραπεί σε έναν εκρηκτικό θυμό. Το ότι είναι αντικείμενο πόθου για τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά «αόρατη» για τον άντρα της την κάνει να νιώθει πως η καθημερινότητα της είναι μια προσβολή στη θηλυκότητα της.
«Λες και μπατάλεψα και δεν τον εμπνέω! Αλλά και πάλι σιγά τον ποιητή! Που του χρειάζεται κι έμπνευση! Δεν εμπνέεται ο κύριος, αλλά εμπνέονται όλοι οι κολλητοί του, που δεν είναι και τίποτα τυχαίοι. Δηλαδή πώς οι κολλητοί του εμπνέονται και κόβουν φλέβες για την πάρτη μου και δεν εμπνέεται ο κύριος Αλκιβιάδης; Ε; Όχι, να μου πεις. Υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόβλημα; Τι κρίμα, είκοσι και πόντοι και να μη ξέρει τι να τους κάνει γαμώτο μου! Το χειρότερο συμβαίνει βέβαια, όταν η ωραία του κοιμωμένη ξυπνήσει. Μια που μπαίνει, μια που βγαίνει. Ο γυναικολόγος μου, περισσότερο ενδιαφέρον βρίσκει εκεί μέσα. Λες και φταίει ότι το έχει μπουχτίσει. Απορώ πώς έγινε έτσι. Απ΄ τη μεγάλη προσφορά τα πρώτα μας χρόνια, χόρτασε και έπεσε στη μελάτη αδιαφορία.»
«Ανδρομάχη», λέει η Ναυσικά, δείχνοντας με το βλέμμα της πως καταλαβαίνει απόλυτα το αδιέξοδο. «Όταν κάποιος έχει τα πάντα στο πιάτο του, σταματάει να πεινάει. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή. Δεν μπορείς να τον έχεις σε αναμονή σαν παλιό έπιπλο, επειδή εκείνος αποφάσισε ότι η πείνα του καλύφθηκε πριν από δέκα χρόνια. Έχει μάθει ότι, κι αν κάνει, εσύ θα είσαι εκεί. Στο σπίτι, στο κρεβάτι, δίπλα του. Πώς να νιώσει την ανάγκη να σε κερδίσει ξανά, όταν ξέρει ότι το τρόπαιο είναι ήδη στη βιτρίνα του;»
Κάνει μια παύση, αφήνοντας τη σκέψη να αιωρηθεί ανάμεσα τους. «Αν ο γυναικολόγος σου βρίσκει περισσότερο ενδιαφέρον εκεί μέσα, ίσως είναι γιατί εκείνος βλέπει αυτό που ο άντρας σου έχει θάψει κάτω από τη σκόνη της συνήθειας.»
Η συζήτηση για τον Αλκιβιάδη της θυμίζει τα δικά της προσωπικά ναυάγια καθώς το μυαλό της τρέχει στους άντρες που πέρασαν από τη ζωή της. «Κοίτα με», συνεχίζει με μια δόση πικρού αυτοσαρκασμού. «Η συλλογή μου από «αποτυχημένους» κοντεύει να γεμίσει ολόκληρη βιτρίνα. Κάθε φορά νομίζω ότι βρήκα τον σωστό, και κάθε φορά καταλήγω να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόση ανωριμότητα μαζεμένη σε ένα σώμα. Η μαλακία τους, όπως τη λες, είναι σαν τον ιό, μεταδίδεται, αλλά δεν θεραπεύεται».
«Ρε φιλενάδα έχεις σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο ότι ελκύεις τους λάθος άντρες; Ότι έχεις το μαλακομαγνήτη που λέμε;» τη ρωτάει η Ανδρομάχη που δεν αφήνει τη Ναυσικά να ξεφύγει εύκολα. αλλάζοντας ξαφνικά τους ρόλους! Από την αποδέκτρια των συμβουλών, γίνεται η παρατηρήτρια της Ναυσικάς.
«Γιατί τίποτα δε μου πάει καλά εμένα με τις σχέσεις μου; Έχω πέντε χρόνια να δω άσπρη μέρα στα ερωτικά μου. Ο ένας γκόμενος μετά τον άλλο και πάλι είμαι μόνη μου. Τι είναι αυτό το πράγμα; Ποια κατάρα με δέρνει;»
«Α, κατάλαβα», λέει η Ανδρομάχη με ένα μισόκλειστο βλέμμα. «Δεν είναι ο μαλακομαγνήτης τελικά, Ναυσικά. Είναι το σύνδρομο του κυνηγού που έχασε το ενδιαφέρον του μόλις πήρε το τρόπαιο».»
Η Ναυσικά παίζει με το κυπελλάκι του καφέ, χωρίς να το κοιτάζει. «Είναι εξευτελιστικό, Ανδρομάχη. Κάθε φορά. Στην αρχή είναι οι υποσχέσεις, το βλέμμα, η ένταση... και μετά, μπαμ, εξαφάνιση. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Κι εγώ μένω εκεί να αναρωτιέμαι τι έκανα λάθος, τι δεν τους έδωσα, αν ήταν η εμφάνισή μου, αν ήταν η κουβέντα μου...»
Η Ανδρομάχη γνέφει αρνητικά, διακόπτοντας την. « Φταις στο ότι τους δίνεις το δικαίωμα να σε βάλουν σε αυτό το κουτί. Ξέρεις τι κάνουν; Σου δίνουν αυτό που θέλεις, την προσοχή, το πάθος, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Μόλις το πάρουν, η δική τους ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο. Πες μου όμως, όταν εξαφανίζονται... εσύ τι κάνεις; Τους κυνηγάς; Περιμένεις ένα μήνυμα που ξέρεις ότι δεν θα έρθει; Ή απλά τους αφήνεις να γίνουν «Λούης» και προχωράς στον επόμενο, για να μη μείνεις ούτε λεπτό με τον εαυτό σου και τη μοναξιά σου; Μ΄ αυτόν το τελευταίο το συνάδελφο στο υπουργείο που μου γνώρισες, που χάθηκε;»
«Καλό παιδί, μορφωμένος, εμφανίσιμος.»
«Και τι έγινε μ’αυτόν;»
«Να σου πω δεν πολυκατάλαβα. Τα είχαμε δυο μήνες και ξαφνικά σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί μου. Όλο δικαιολογίες μου έβρισκε, μια η μάνα του ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να έρθει να με δει, μια είχε μίτινγκ ως αργά και δεν πρόλαβε να μου τηλεφωνήσει, ξέρεις τα γνωστά.»
«Και, τελικά αποφάσισε να διακόψετε;»
«Ποιος αυτός; Εγώ το αποφάσισα. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Να κάθομαι να περιμένω τον κάθε βλάκα να αποφασίσει αν του κάνω ή όχι. Να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας…»
«Τελικά ρε Ναυσικά διέκοψες εσύ τη σχέση. Και ποιο είναι το παράπονο σου τώρα;»
«Το παράπονό μου είναι γιατί να έχω τη μια σχέση μετά την άλλη και να μη στεριώνω με κανένα. Γιατί να μη με βλέπει κανείς σοβαρά και να αποκτήσω κι εγώ κάτι σοβαρό. Καλύτερες είναι οι άλλες που το πετυχαίνουν;»
«Αφού, γλυκιά μου φιλενάδα, εσύ του έδωσες τα παπούτσια στο χέρι.»
«Μα, αυτός αποτραβήχτηκε.»
«Για να σκεφτεί ίσως, ή πραγματικά είχε δουλειές και ένιωθε πως σ’αυτό το σημείο της σχέσης σας εσύ θα μπορούσες να τον κατανοήσεις.».
«Δε μου αρέσει καθόλου που τον δικαιολογείς. Τέλος πάντων, αυτά είναι τα δικά μου και μη χειρότερα αλλά ξέχνα τα για την ώρα τα λέμε αργότερα. Πες μου εσύ! Στο τηλέφωνο μου είπες ότι μ' έχεις ανάγκη έτσι δεν είναι; Γι αυτό δεν είμαι εδώ; Πες μου λοιπόν τα δικά σου. Κάτι έχει αλλάξει επάνω σου, σαν να λάμπεις. Μήπως είναι αυτό που υποψιάζομαι;»
«Είμαι γεμάτη γλύκα που σε βλέπω μετά από καιρό και χαρούμενη και γελαστή!»
«Άσε τα σάπια, μωρέ! Μεταξύ μας είμαστε! Το ξέρω καλά, από τα σχολικά μας χρόνια πως κάθε φορά που με γαλιφιές με καλοπιάνεις, και με γλυκόφιλα με πλησιάζεις, κάτι θες, κάτι γυρεύεις.»
«Φιλενάδα με προσβάλλεις.»
«Είσαι μια μουσίτσα εσύ! Λέγε βρε μαλαγάνα, μίλα, πες μου τι θες! Ανησυχώ! Εσύ κάτι μαγειρεύεις! Λέγε... πες τα όλα.»
«Εγώ...» ξεκίνησε διστακτικά η Ανδρομάχη. «Εγώ κάτι βρήκα, η μάλλον, για την ακρίβεια δω και τρεις μήνες έχω βρει ότι ήθελα πάντα! Θα ήθελα πολύ να μου τα έδινε όλα αυτά ο Αλκιβιάδης ώστε να μη χρειαζόταν να τα αναζητήσω αλλού. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω για να ελαφρύνω την συνείδηση μου και να αισθανθώ λιγότερο «ένοχη» και «ελαφριά.» της απάντησε τελικά κοιτώντας την χαμογελαστή.
Η Ναυσικά κοίταξε την φίλη της κατάματα περιμένοντας ανυπόμονα την συνέχεια.
«Χα χα χα! Το φαντάστηκα, σουπιά! Πες τα όλα…»
«Είναι πολλά μαζεμένα! Θες να τ’ ακούσεις όλα;»
«Και να μη θέλω, θα τα πεις εσύ! Γι αυτό δε με κάλεσες; Αρχίνα επιτέλους!»
«Θα σου πω! Εμείς τα λέμε όλα μεταξύ μας… Ψέματα; »
«Έλα ρε! Λοιπόν!... Πες μου, θα σκάσω από τη περιέργεια… Πως, που, πότε, ποιος. Και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά! Για να μιλάς εσύ έτσι για άντρα πρέπει να είναι κάτι πολύ σπέσιαλ. Θέλω να μάθω λεπτομέρειες. Που το κάνατε; Πηδάει καλά, τα δίνει όλα στο κρεβάτι; Πόσο τον έχει, τι δουλειά κάνει, τι αυτοκίνητο έχει. Είναι αναγνωρίσιμος; Πότε θα τον γνωρίσω. Τι...» Οι ερωτήσεις της Ναυσικάς έπεφταν σε τέτοιο καταιγιστικό ρυθμό, που η Ανδρομάχη αναγκάστηκε να της κλείσει το στόμα με το χέρι της.
«Σιγά βρε φιλενάδα, μία μία τις ερωτήσεις.»
Η τελευταία ερώτηση της Ναυσικάς, χάθηκε μέσα στην ντελικάτη παλάμη της φίλης και ψυχολόγου της. «Τον ξέρω;»
Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε γέλια. «Ναι...Μπορείς να το πεις και έτσι! Πολύ καλά μάλιστα! Θα τον δεις όπου να' ναι και επειδή το μυαλό σου κόβει σαν ξουράφι πιστεύω θα μου πεις έτσι και αλλιώς πως είναι ο φίλος μου. Έρχεται σε λίγο, θα είναι μαζί μας στην εκδρομή.» Συμπλήρωσε και ήπιε μια γουλιά από τον πρωινό καφέ της.
«Αμάν! Τι; Γιατί, τι δουλειά κάνει και έρχεται μαζί μας;» Απόρησε η Ναυσικά.
«Θα δεις!» Της λέει η Ανδρομάχη και δεν είπε τίποτα άλλο αφήνοντας μια αίσθηση μυστηρίου.
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου