Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)..Ένα αυτοκίνητο στάθμευσε δίπλα τους και από τη θέση του συνοδηγού κατέβηκε ο ιερέας. Οι δυο φιλενάδες αντιλαμβανόμενες την παρουσία του ιερέα διέκοψαν απότομα τη συζήτηση και εξήλθαν από το αυτοκίνητο, την ίδια στιγμή το αυτοκίνητο που έφερε τον ιερέα αναχώρησε και έμειναν οι δυο γυναίκες με το ιερέα.. «Σςςς... Ηρέμησε! Πάμε τώρα στο υπόλοιπο γκρουπ!» Η Ανδρομάχη δεν έχασε ούτε δευτερόλεπτο. Η φωνή της, αν και ψιθυριστή, είχε μια μεταλλική σταθερότητα που δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις. Το «Σςςς» της δεν ήταν παράκληση, ήταν διαταγή.

the-two-friends-in-creative-discussion.
«Καλημέρα σας κυρίες μου!» τους είπε χαρούμενα. «Χαιρετίζω την παρέα με τα ποιο όμορφα κορίτσια της ενορίας μας.! Γιατί έτσι μονάχες μακριά από το γκρουπ!»
Η Ναυσικά, με μια κίνηση που πρόδιδε την ακαριαία μετάβαση σε ρόλο «κυρίας», ίσιωσε το κορμί της και πρόσφερε ένα από τα πιο φωτεινά της χαμόγελα. «Καλημέρα στον αξιαγάπητο αιδεσιμότατο μας», είπε με μια χροιά σεβασμού που λίγο πριν, στην κουβέντα για τους «Λούηδες», θα φάνταζε απίθανη.
«Καλημέρα και σε σένα, πάτερ», είπε η Ανδρομάχη, αφήνοντας τις λέξεις να γλιστρήσουν αργά, με μια υποδόρια βραχνάδα που δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Το χαμόγελο της Ανδρομάχης δεν ήταν μόνο υπονοούμενο· ήταν ένα «γάντι» που πετούσε στα πόδια του, μια υπενθύμιση των κρυφών στιγμών τους πίσω από τις κλειστές πόρτες του ιερού, εκεί όπου τα ράσα δεν είχαν καμία σημασία. Τα μάτια του συναντήθηκαν με τα δικά της ενώ το μυαλό του, όπως μαρτυρούσε η αντίδραση του, βρισκόταν σε πολύ πιο γήινα μονοπάτια.
Η Ναυσικά, που δεν είχε αντιληφθεί την ένταση από τα βλέμματα τους, συνέχισε με την τυπική ευγένεια: «Ευλογείτε, πατέρα. Μας βρίσκετε σε μια στιγμή περισυλλογής, αν και όπως βλέπετε, η Ανδρομάχη είναι μάλλον πιο χαρούμενη από μένα σήμερα».
Η Ανδρομάχη δεν πήρε τα μάτια της από τον ιερέα, απολαμβάνοντας τη στιγμιαία αμηχανία του. «Η χαρά είναι κατάσταση του πνεύματος, Ναυσικά μου», απάντησε η Ανδρομάχη, «και ο αιδεσιμότατος ξέρει καλύτερα από τον καθένα πώς να μας φέρνει σε αυτή την κατάσταση»
Του ιερέα το χαμόγελό του, εκείνο το πονηρό, σχεδόν αμαρτωλό μειδίαμα, είναι η έγγραφη επιβεβαίωση της αποδοχής του. Το «μήνυμα εστάλη και ελήφθη» με απόλυτη ακρίβεια.
Η Ανδρομάχη νιώθει το αίμα να κυλά πιο γρήγορα στις φλέβες της σε μια αναζωογονητική, επικίνδυνη αδρεναλίνη. Ξέρει ότι ο κίνδυνος είναι μέρος της απόλαυσης. Ο ιερέας, διατηρώντας το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω από όσο επιβάλλει η κοινωνική ευπρέπεια, στρέφεται προς τη Ναυσικά. «Η χαρά, όπως πολύ σωστά είπες, αγαπητή μου Ανδρομάχη, είναι ένα δώρο που απαιτεί... αφοσίωση. Και μερικές φορές, η αναζήτηση της μας οδηγεί σε μονοπάτια που μόνο η καρδιά μπορεί να εξηγήσει.»
Η ένταση ανάμεσα στον ιερέα και την Ανδρομάχη είναι πλέον απτή. Για τον ιερέα, η Ανδρομάχη δεν είναι απλώς μια ενορίτισσα, είναι το ηφαίστειο που απειλεί να καταπιεί τον κόσμο που έχει χτίσει γύρω του. Όσο πιο πολύ προσπαθεί να διατηρήσει την αυστηρότητα του σχήματος του, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη του να εκραγεί μέσα στην αγκαλιά της. Κάθε λέξη του ιερέα, αν και φαινομενικά αθώα για όποιον τρίτο ακούει, για την Ανδρομάχη είναι μια υπόσχεση γεμάτη σαρκική ένταση. Εκείνος, νιώθοντας το βλέμμα της να τον «γδύνει», νιώθει τις απωθημένες του επιθυμίες, που χρόνια ολόκληρα θάβονταν κάτω από προσευχές και καθήκοντα, να ζητούν επιτακτικά τη λύτρωση τους.
Ο ιερέας στο βλέμμα του προδίδει την απόλυτη υποταγή του στη φωτιά που εκείνη του έχει ανάψει. Δεν είναι πια η ιερατική ιδιότητα που τον ορίζει, αλλά η πρωτόγονη, ανικανοποίητη σεξουαλική ορμή που βρήκε επιτέλους το λιμάνι της.
Στο όλο θέαμα των δυο εραστών, το σοκ της Ναυσικάς ήταν εμφανές! Πνίγηκε από τον καφέ της! Με τα μάτια δακρυσμένα από τον καφέ και την έκπληξη, έμοιαζε να μην μπορεί να πιστέψει αυτό που «διάβασε» στα μάτια τους πριν από λίγο. Για μια στιγμή η Ναυσικά αναρωτιέται αν όντως είδε αυτό που είδε, ή αν το μυαλό της, φορτισμένο από τα δικά της προσωπικά ναυάγια, την πρόδωσε.
Ο ιερέας, με μια φωνή σταθερή και απόλυτα επαγγελματική, σπάει τη σιωπή. «Σας τάραξα, τέκνο μου; Προφανώς ο καφές ήταν πολύ καυτός. Ας μη σας απασχολώ άλλο με τη συζήτησή σας».
Η Ανδρομάχη, από την πλευρά της, δεν υποκρίνεται με την ίδια ευκολία. Στέκεται εκεί, με το βλέμμα της να καίει ακόμα, αγνοώντας επιδεικτικά τη μεταμόρφωση του ιερέα.
«Όχι... δεν είναι τίποτα», ψελλίζει η Ναυσικά, με τη φωνή της να τρέμει ελαφρά. «Απλώς... αιφνιδιάστηκα».
«Το Ω Θεέ μου... της Ναυσικάς δεν ήταν προσευχή! Η πραγματικότητα που είχε στο μυαλό της για τον ιερέα και την Ανδρομάχη μόλις είχε διαλυθεί, αφήνοντας πίσω της μόνο τα συντρίμμια της αθωότητας. Η Ανδρομάχη με απόλυτη ψυχραιμία, σχεδόν προκλητική, διατηρεί την έκφρασή της. Το βλέμμα της «κλειδώνει» αυτό της Ναυσικάς. Δεν ντρέπεται, δεν προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Αντιθέτως, η «ηδονική αγκαλιά» που ανυπομονούσε να ζήσει, φαίνεται να της δίνει μια νέα, επικίνδυνη αυτοπεποίθηση. Το χαμόγελό της δεν είναι ένα αμήχανο χαμόγελο συγγνώμης, ούτε ένα χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει το παράπτωμα. Είναι ένα χαμόγελο θριάμβου. Ένα χαμόγελο που δηλώνει ξεκάθαρα. «Ναι, το είδες. Ναι, συμβαίνει.»
Μόλις απομακρύνθηκε ο ιερέας, η ατμόσφαιρα γύρω τους, έμοιαζε ακόμα φορτισμένη! Η Ανδρομάχη δεν προσπάθησε καν να το αρνηθεί. Δεν υπήρχε πια λόγος.
«Ο παπάς;» επανέλαβε η Ναυσικά, με τη φωνή της να βγαίνει περισσότερο σαν ψίθυρος έκπληξης παρά σαν ερώτηση. «Ρε συ, Ανδρομάχη, ο παπάς! Αυτός είναι ο εραστής που ψάχνεις;»
Η Ανδρομάχη γύρισε αργά προς τη Ναυσικά. Το χαμόγελό της, που πριν ήταν απευθυνόμενο στον ιερέα, είχε πλέον μεταμορφωθεί σε κάτι πιο οικείο, σχεδόν παιχνιδιάρικο, αλλά με μια υποβόσκουσα σοβαρότητα που δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης.
«Εραστής;» επανέλαβε η Ανδρομάχη, αφήνοντας μια ελαφριά, μελωδική νότα γέλιου να ξεφύγει, η οποία έκανε την Ναυσικά να νιώσει ακόμα πιο παράταιρη μέσα στην κατάσταση.
Της Ανδρομάχης το χαμόγελό της ήταν γεμάτο με μια παράξενη ικανοποίηση. «Και τι περίμενες, Ναυσικά; Να βρω έναν ακόμα «αποτυχημένο» από τη συλλογή σου; Να βρω κάποιον που θα με κοιτάζει με την ίδια αδιαφορία που με κοιτάζει ο Αλκιβιάδης;»
«Ο »παπάς», Ναυσικά, είναι απλώς ένας άνθρωπος που έπρεπε να μάθει πώς να ξεφορτώνεται το βάρος του ουρανού για να αναπνεύσει για λίγο στη γη», είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν συνωμοτικά.
«Και πίστεψε με, η δίψα του για εκείνο που απαγορεύεται είναι πολύ πιο δυνατή από οποιαδήποτε προσευχή του. Δεν είναι απλώς ο εραστής που έψαχνα, είναι το παιχνίδι που κατέληξε να με έχει ανάγκη».
Ανδρομάχη δεν ήταν πια η Ανδρομάχη που ήξερε. Σήμερα η φιλενάδα της ήταν σαν μια δεκαεφτάχρονη σε σχολική εκδρομή που απολάμβανε το παιχνίδι της φωτιάς, χωρίς να την ενδιαφέρουν οι συνέπειες.
Η Ναυσικά ενώ πίστευε ότι η Ανδρομάχη με τον Αλκιβιάδη είναι ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, ξαφνικά ανακαλύπτει ότι η καλύτερή της φίλη έχει ξεκινήσει μια εξωσυζυγική σχέση εδώ και μερικούς μήνες και μάλιστα με κάποιον πολύ γνωστό του Αλκιβιάδη. Η Ναυσικά δεν είναι πλέον απλώς μάρτυρας μιας «απαγορευμένης» σχέσης της φιλενάδας της με τον ιερέα, αλλά ένας άνθρωπος που κρατά στα χέρια του ένα μυστικό που μπορεί να διαλύσει ζωές.
Η γνώση ότι ο «τρίτος» είναι κάποιος πολύ γνωστός του Αλκιβιάδη προσδίδει στην απιστία της Ανδρομάχης μια πιο σκοτεινή χροιά, δεν πρόκειται μόνο για μια εξωσυζυγική περιπέτεια, αλλά για μια προδοσία σε πολλαπλά επίπεδα. Γι αυτό η φίλη της δεν της το εκμυστηρεύτηκε στο τηλέφωνο αλλά είχε αφήσει επίτηδες αδιευκρίνιστη την ερωτική σχέση της στην τελευταία τους συνομιλία. Η αποκάλυψη αυτή, ότι η Ανδρομάχη τη χειρίστηκε αφήνοντας επίτηδες κενά στις προηγούμενες συνομιλίες τους για να την προετοιμάσει, για να έχει έναν σύμμαχο, η Ναυσικά, αντί να νιώθει προδομένη νιώθει συνένοχη.
Η επιλογή της να γίνει υποστηρικτική και να ακούσει τις «λεπτομέρειες» δείχνει ότι η φιλία τους είναι πιο ισχυρή από τις ηθικές αρχές της και, κατά βάθος, η ίδια γοητεύεται από τον κίνδυνο που ζει η Ανδρομάχη. Τελικά η Ναυσικά επ' αυτού δεν χρειάστηκε περαιτέρω εξηγήσεις. Η συνειδητοποίηση αυτή την χτύπησε σαν κεραυνός, αλλά ταυτόχρονα το σκηνικό ξεκαθάρισε μέσα της. Δεν ήταν πια απλώς μια «εξωσυζυγική σχέση» της φιλενάδας της, ήταν μια οριακή στιγμή υπέρβασης.
Καθώς περπατούσαν προς το υπόλοιπο γκρουπ, το βλέμμα της Ναυσικάς στην Ανδρομάχη άλλαξε. Δεν έβλεπε πια μια γυναίκα που «απατά» το σύζυγο της, αλλά μια γυναίκα που, που μετά από χρόνια συμβατικής ζωής, είχε σπάσει τα δεσμά της, ακόμη κι αν το κόστος ήταν η ίδια η ηθική της υπόσταση.
Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός άντρας στη ζωή της μέχρι τώρα, έδινε σε αυτή την κίνηση μια σχεδόν επαναστατική διάσταση. Η Ανδρομάχη δεν έκανε απλώς ένα παράπτωμα· επαναπροσδιόριζε την ίδια της την ταυτότητα, αφήνοντας πίσω της την ασφάλεια του «κοριτσιού του Αλκιβιάδη».
Η Ναυσικά, ως μοναδική κοινωνός αυτής της αλλαγής, ένιωσε το βάρος της εμπιστοσύνης. Αντιλήφθηκε ότι η Ανδρομάχη δεν ζητούσε συγχώρεση, αλλά επιβεβαίωση. Χρειαζόταν κάποιον να δει αυτή την «πρώτη φορά» της, όχι ως απιστία, αλλά ως μια πράξη προσωπικής απελευθέρωσης, όσο κι αν αυτό ακουγόταν παράδοξο. Η Ναυσικά την κοίταξε και κατάλαβε. Το βλέμμα της Ανδρομάχης δεν ήταν πια το βλέμμα μιας γυναίκας που κρύβεται, αλλά το βλέμμα κάποιου που μόλις είχε διασχίσει τον Ρουβίκωνα. Η αθωότητα της είχε χαθεί, αλλά στη θέση της είχε γεννηθεί μια επικίνδυνη, λαμπερή δύναμη. Η Ναυσικά ένιωσε ένα δέος για την ευκολία με την οποία η φίλη είχε ανακαλύψει τον εαυτό της στην αγκαλιά ενός άλλου.» Ήταν σίγουρα πολύ δύσκολη η απόφαση να καταλήξει με τον ιερέα στο κρεβάτι της αμαρτίας, όμως από τη στιγμή που το έκανε και πέρασε ένα όριο πλέον δεν τη βλέπει να έχει τύψεις.
Η Ανδρομάχη δεν βρίσκεται πλέον σε μια κατάσταση «απώλειας ελέγχου», αλλά σε μια κατάσταση συνειδητής επιλογής. Απεναντίας καταλαβαίνει ότι η Ανδρομάχη, δεν βρίσκεται σε μια απλή «στραβοτιμονιά» της ζωής τη;, αλλά σε μια ολική επαναφορά της θερμής θηλυκότητας της. Της φαντάζει εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο ιερέας, ένας άνθρωπος της πνευματικότητας, αποδείχθηκε για τη φιλενάδα της το κατάλληλο πρόσωπο για να καλύψει αυτό το σεξουαλικό της κενό που αναζητούσε. Προφανώς, η εξωσυζυγική της σχέση με τον ιερέα βασιζόταν σ' έναν συνδυασμό πνευματικής διέγερσης και ερωτικού πάθους που ο Αλκιβιάδης αδυνατούσε να της προσφέρει. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων συχνά δημιουργεί ένα «εκρηκτικό» μείγμα που επισκιάζει τη ρουτίνα ενός γάμου. Αυτός ο συνδυασμός ήταν ακριβώς που καθιστούσε τον ιερέα τόσο επικίνδυνο και ακαταμάχητο για την Ανδρομάχη. Δεν είναι ένας απλός εραστής, ήταν ένας «κυρίαρχος» που έπαιζε σε δύο ταμπλό. Το πνευματικό, όπου διαθέτει τη γνώση και τη ρητορική για να τη γοητεύσει εγκεφαλικά, και το σαρκικό, όπου η καταπιεσμένη ορμή του ράσου μετατρέπεται σε μια έκρηξη αχαλίνωτου σεξουαλικού πάθους.
Για μια γυναίκα σαν την Ανδρομάχη, που διψούσε για επιβεβαίωση, αυτή η διπλή ιδιότητα του ιερέα λειτουργούσε σαν μαγνήτης. Δεν ήταν μια απλή κατάκτηση, ήταν η μούσα του ιερέα. Η «Καύλα του», η ωμή, πρωτόγονη δύναμη που λείπει από τη συμβατική της ζωή με τον Αλκιβιάδη. Η Ανδρομάχη δεν είχε βρει απλώς έναν εραστή είχε βρει έναν άνδρα που μπορούσε να την ικανοποιήσει ολοκληρωτικά, στα άκρα της πνευματικής και σωματικής της ύπαρξης. Η Ανδρομάχη δεν έμοιαζε πια με τη φίλη της που ζούσε στη σκιά ενός γάμου, αλλά με μια γυναίκα που είχε πάρει τη ζωή της στα χέρια της και την απολαμβάνει με πάθος με το «ρασοφόρο γαμιά της», όπως τον αποκαλούσε πλέον μέσα της η Ναυσικά.
«Άλλη μια παντρεμένη γυναίκα που έχει δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση. Το κέρατο πάει σύννεφο στην ενορία μας!» Σκέφτηκε η Ναυσικά. Η σκέψη της Ναυσικάς αποτυπώνει με κυνισμό την ωμή πραγματικότητα που μόλις αντίκρισε. Η εικόνα της «ενορίας» που υποτίθεται πως είναι το προπύργιο της ηθικής, να μετατρέπεται σε ένα σκηνικό όπου το «κέρατο πάει σύννεφο», προσδίδει στην όλη ιστορία μια διάσταση μαύρης κωμωδίας. Η Ναυσικά συνειδητοποιεί ότι η Ανδρομάχη δεν είναι η μόνη, αλλά ίσως ένα κομμάτι ενός ευρύτερου, «αόρατου» δικτύου παθών που κρύβεται πίσω από τα ράσα και τις κλειστές πόρτες.
«Γίναμε πολύ πολιτισμένοι ξαφνικά; Δεν είμαι σίγουρη αν όλα αυτά γίνονταν πάντα κι απλώς δεν το είχα προσέξει ή αν τελευταία έχουμε παραχαλαρώσει στο σεξουαλικό θέμα. Εντάξει, το καταλαβαίνω, έχει ορμές η φιλενάδα μου όμως που σταματάνε οι δικές της ανάγκες και προτεραιότητες κι να αρχίζει να σκέφτεται και λίγο το μαλάκα που κάθεται στο σπίτι και την περιμένει; Ο Αλκιβιάδης νάτος εκεί, να χαμογελάει ανυποψίαστος, και η Ανδρομάχη εδώ δίπλα της να μετράει τις ώρες μέχρι την επόμενη σεξουαλική επαφή της με τον ιερέα, σαν να μην συμβαίνει τίποτα.Και να ‘ταν το μόνο περιστατικό, κάθε τρεις και λίγο ακούω για φιλικά ζευγάρια που χωρίζουν γιατί ανακαλύπτουν απιστίες του συντρόφου τους και για άλλα που δε χωρίζουν ακόμη γιατί δεν το έχουν επιβεβαιώσει προς το παρόν. Η Ναυσικά παρατηρεί κάτι που όλοι υποψιάζονται αλλά κανείς δεν ομολογεί. Το να «κυκλοφορείς το κέρατο» έχει πάψει να είναι ντροπή. Έχει γίνει, για κάποιους, ένα είδος status symbol, μια απόδειξη ότι «ζεις» και δεν συμβιβάζεσαι με τα στενά όρια της οικογενειακής εστίας. Αυτό που την ενοχλεί περισσότερο είναι ο «πολιτισμός» που επικαλούνται. Μια ανούσια ευγένεια που καλύπτει την εξαπάτηση. Όσο το ζευγάρι διατηρεί τις προσχήματα στις δημόσιες εμφανίσεις, όλα θεωρούνται «αποδεκτά»
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:
the-two-friends-in-creative-discussion.





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου