ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Gioconda Belli

.Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).
Το πρωινό του Σαββάτου βρήκε την Ανδρομάχη τυλιγμένη σε μια μοναδική, διπλή πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, βρισκόταν στην αγκαλιά του Φίλιππου, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά, τα χάδια και την απόλυτη ικανοποίηση μιας νύχτας που είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία. Από την άλλη, κρατούσε το τηλέφωνο στο αυτί της, παίζοντας με άνεση το γνώριμο παιχνίδι των ρόλων και των δικαιολογιών απέναντι στον ανυπόμονο Αλκιβιάδη στην Αθήνα.
«Αγάπη μου, καλημέρα», ακούστηκε η φωνή του στην άλλη άκρη της γραμμής.
Ο Αλκιβιάδης παραπονιόταν, ρωτώντας την αν της συνέβη τίποτα και γιατί δεν απάντησε στο πρώτο του τηλεφώνημα. Την ίδια στιγμή, τα μάτια της Ανδρομάχης ήταν προσηλωμένα αποκλειστικά στον Φίλιππο, ο οποίος γυμνός στο κρεβάτι χάιδευε το ορθωμένο πέος του με το ένα χέρι. Της χαμογελούσε με εκείνο το γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο, ζητώντας της σιωπηλά πως πολύ θα ήθελε να τη γαμήσει κι άλλο, ενώ εκείνη μιλούσε στον Αλκιβιάδη.
«Καλημέρα, κούκλε μου… Συγγνώμη, γλυκέ μου, αλλά ήμουν στο ντους... Ουφ… ουφ… ουφ!…», είπε, καθώς το βλέμμα της βυθιζόταν με ηδονική μέθη στη διέγερση του γυμνού, νεανικού σώματος με το ορθωμένο πέος. Κοιτούσε με έκδηλη απόλαυση τον άντρα μπροστά της, νιώθοντας τη φωτιά του να την παρασύρει ξανά.
«Τι έχεις, αγάπη μου, και βαριαναστενάζεις;» τη ρώτησε ανήσυχος ο Αλκιβιάδης.
«Είμαι ψυχολογικά πολύ ταλαιπωρημένη. Αισθάνομαι χάλια, κούκλε μου γλυκέ. Μ' έπιασαν πάλι αυτοί οι κολικοί του εντέρου και υπέφερα όλο το βράδυ. Δεν έχω κλείσει μάτι. Μου έλειψες, εσύ που μου συμπαραστέκεσαι όταν υποφέρω... Πέρασα μια βραδιά κόλαση!»
«Δεν πήρες κανένα κατάλληλο καταπραϋντικό να σε βοηθήσει να ηρεμήσεις;»
Ο Φίλιππο δεν μπορεί να  πιστέψει τον διάλογο της Ανδρομάχης με τον σύζυγο της. Το, πόσο απολαυστικά σατιρικός και τολμηρός είναι.! Η Ανδρομάχη παίζει ένα απίστευτο διπλό παιχνίδι. ενώ στην πραγματικότητα «ξεσκίζεται» στα σεξουαλικά παιχνίδια και τις ηδονές με τον Φίλιππο, στο τηλέφωνο το γυρίζει στην... «αγιότητα», τους κολικούς, τα φάρμακα και τις δοκιμασίες του Θεού, πετώντας παράλληλα πονηρά υπονοούμενα και διπλή γλώσσα που τρελαίνουν τον Αλκιβιάδη.
«Βέβαια, έπαιρνα ανά τακτά διαστήματα τη γνωστή, σωστή συνταγή με το σωστό γιατρικό και βάλσαμο γι’ αυτή την περίπτωση όλο το βράδυ. Και είχα, δόξα τω Θεω, και την κατάλληλη παρέα που μου παραστεκόταν με περίσσια φροντίδα… κούκλε μου γλυκέ… Αλλά, καταλαβαίνεις, η δράση του με ξεκώλιασε
Αχ, τι να σου λέω πρωινιάτικα, τσούζει ο κώλος μου… Πω πω, τι ταλαιπωρία ήταν αυτή που πέρασα! Μεγάλη ταλαιπωρία, σου λέω, αγάπη μου. Μάλλον φοβάμαι μήπως πήρα μεγαλύτερη δόση από το φάρμακο και είχα αυτές τις παρενέργειες, αγαπούλα μου.
Μαζεύω τώρα όλο μου το κουράγιο να πάρω τα πόδια μου. Ήταν μάλλον θέλημα Θεού η ταλαιπωρία που πέρασα. Ο πόνος δοκιμάζει την αγάπη μας στον Θεό, για να έρθουμε πιο κοντά στην αγκαλιά Του.
Θα κάνω υπομονή στο μικρό αυτό μαρτύριο της δοκιμασίας του!»
«Μου θυμίζεις τον φίλο μας τον ρασοφόρο που μας έλεγε. Ο Θεός ξέρει ποιον δοκιμάζει και γιατί τον δοκιμάζει!», της απάντησε εκείνος, τσιμπώντας το δόλωμα.
«Και δε θα πας στην εκδρομή σήμερα, αγάπη μου; Μια εκδρομή αποφάσισες να πας να ηρεμήσεις στη φύση για λίγο και εσύ... Έκανες τόσες χαρές όταν την προγραμμάτιζες, δεν κρατιόσουν από την ανυπομονησία να ξεκινήσετε, και να έχεις τέτοια ατυχία... Μα τέτοια ατυχία!
Αλήθεια, όταν εμφανίστηκαν οι ενδείξεις και τα συμπτώματα στους κολικούς σου, δεν ζήτησες από τον ρασοφόρο φίλο μας να σου κάνει κανέναν αγιασμό, καμιά προσευχή... μήπως και σε βοηθούσε, έστω και ψυχολογικά τουλάχιστον; Τι κολλητός φίλος είναι, αν δεν συμπαραστέκεται στη σύντροφο του φίλου του;
Καθώς αναχωρούσατε για τη Θεσσαλονίκη, του το τόνισα ιδιαιτέρως: να σε προσέχει σαν τα μάτια του, να σε νοιάζεται, να είναι πάντα δίπλα σου. Ό,τι ανάγκη και επιθυμία έχεις, να σε βοηθήσει και να σε συντρέξει, σαν να ήμουν εγώ δίπλα σου!
Διάβολε, όλο τον καιρό ο ρασοφόρος δεν έλεγε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω σου... Σε πρόσεχε... Πώς είναι να σε κρατάνε σφιχτά σαν κάτι πολύτιμο που δεν θέλουν να χάσουν;
Και τώρα, που έχεις ανάγκη από τρυφερότητα και παρηγοριά, να σου παραχωρήσει τον ώμο του να ακουμπήσεις επάνω του τώρα που υποφέρεις, αυτός σε παράτησε και σηκώθηκε κι έφυγε. Μα τόσο άκαρδος... άσπλαχνος... τέρας αναισθησίας ο ρασοφόρος;»
«Κούκλε μου, γι’ αυτό σε λατρεύω και σ’ έχω κορόνα στο κεφάλι μου! Α, τον καριόλη τον παπά... Συγγνώμη, αγάπη μου, για τη φράση μου... Αλλά αυτός σε άλλα είχε το νου του! Δεν θα το πιστεύεις... Στο ταξίδι χαριεντιζόταν με μια πιτσιρίκα φοιτήτρια. Ακούς εκεί ο σάτυρος... Φωτιά θα πέσει να τον κάψει! Μα μπροστά στα μάτια μας... Πάει, χάλασε ο κόσμος, αγάπη μου... Ξεστρατίζει από τον δρόμο του Θεού... Τι αμαρτία κι αυτή, να έχεις το μυαλό σου στο σεξ!
Και μόλις φθάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τον χάσαμε. Τώρα, βέβαια, τα λέω σε σένα, τον άλλον τον σάτυρο... αλλά εγώ ευχαριστώ τον Θεό για την εγκράτεια μου... Το ξέρω, αγάπη μου, σε βασανίζω με τις νηστείες μου, που απέχω από το σεξ, αλλά ο Κύριος Ημών προηγείται.»
«Άντε πάλι απ’ την αρχή... Μου ψέλνει το ίδιο τροπάριο. Προηγείται ο Κύριος! και οι νηστείες.
Ωχ, πάει... Θα κάνουμε πάλι κανένα τρίμηνο να δούμε το μουνί της», μονολόγησε μέσα από τα δόντια του.
«Καλά λέω εγώ ότι μου την έφαγε η εκκλησία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», συνέχισε να μονολογεί.
«Κρίμα που έχουμε και φίλο τον ρασοφόρο εξομολόγο. Όταν εξομολογείται, δεν της δίνει και καμία συμβουλή ο εξομολόγος, σαν καλός φίλος που είναι; Να την προτρέψει, βρε αδελφέ! Με την ευχή μου... και του Θεού τη χάρη... Άντε και γαμήσου μ’ αυτόν τον φουκαρά, που έχει λωλαθεί στη μαλακία!»
«Γλυκέ μου, κούκλε! Εσύ είσαι η χαρά και η ευτυχία μου. Εσύ είσαι ο πόθος μου και η παρηγοριά μου, εσύ είσαι η λατρεία μου και η επιθυμία μου! Ο μοναδικός εσύ σύντροφος της ζωής μου, το ξέρεις πως σε λατρεύω!
Σε κλείνω όμως τώρα, γιατί είναι ώρα που πρέπει να πάρω πάλι το φάρμακο μου. Μου το σύστησε ένας εμπορικός αντιπρόσωπος που γνωρίσαμε στο σαλόνι του ξενοδοχείου, και δεν ξέρεις πόσο με αναζωογονεί! Χάρις στις δόσεις του νιώθω πάλι ευχάριστα και ευδιάθετη, και βελτιώνει και την απόδοσή μου στις... επιθυμίες μου».
Ο Φίλιππος, χαμογελώντας πονηρά και κοιτώντας την με βλέμμα όλο νόημα, καθότι η διέγερση του την αναζητούσε επειγόντως για τη συνέχεια, την άκουγε να μιλά για «κολικούς εντέρου» και «ταλαιπωρημένα έντερα», ενώ οι ατάκες της για το «γιατρικό» και το «ξεκώλιασμα» έδιναν μια απολαυστικά κωμική και ταυτόχρονα καυτή χροιά στη στιγμή. Η ικανότητα της Ανδρομάχης να ελίσσεται ανάμεσα στην αλήθεια του πάθους της και το βολικό, συντηρητικό αφήγημα του γάμου της αποδείκνυε πόσο απελευθερωμένη και σίγουρη ένιωθε πια για τον εαυτό της.
Καθώς έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε στην άκρη, γύρισε στον Φίλιππο με ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση. Δεν έχασε χρόνο· ανέβηκε σαν αμαζόνα επάνω του και πήρε ολόκληρο το πάθος του, μέσα της.
Ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα μπορούσε να αναζητά τους δικούς του «πνευματικούς φύλακες» και να αναρωτιέται για τις νηστείες της, αλλά εδώ, στη σουίτα της Θεσσαλονίκης, η Μάχη είχε αφήσει πίσω της κάθε τύψη, έτοιμη να απολαύσει τις επόμενες πράξεις του απολαυστικού της τριημέρου.
Τον Αλκιβιάδη τον προβλημάτιζε η απάθεια της Ανδρομάχης, όταν του μετέφερε την είδηση πως ο ρασοφόρος δεν έμεινε μαζί τους στο ξενοδοχείο, αλλά αναχώρησε για το Άγιο Όρος. Του μετέφερε την πληροφορία σαν να ένιωσε μια υποδόρια ανακούφιση.
Λες και η παρουσία του ρασοφόρου αποτελούσε για εκείνη πηγή πίεσης και περιορισμού, οπότε η αναχώρησή του λειτούργησε μάλλον λυτρωτικά παρά οδυνηρά. Ήταν η έλλειψη αντίδρασης της σημάδι ότι η σχέση τους έχει οριστικά τελειώσει, ή μήπως η Ανδρομάχη κρύβει κάτι πολύ πιο βαθύ και απροσπέλαστο από αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια; Όπως ένα one night stand στη Θεσσαλονίκη, που είναι η επιτομή του «εδώ και τώρα». Δεν απαιτεί ιστορία, δεν απαιτεί διάρκεια, δεν απαιτεί προοπτική. Είναι μια επιλογή που εξυπηρετεί την ανάγκη για ικανοποίηση, χωρίς το βάρος της συναισθηματικής διαπλοκής.
Η υπόλοιπη ημέρα του Σαββάτου για την Ανδρομάχη εξελίχθηκε σε έναν αληθινό ερωτικό τυφώνα.
Χωρίς ίχνος υποκριτικής σεμνοτυφίας, χωρίς τα βαριά «πρέπει» και τους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς που έπνιγαν την καθημερινότητά τους πίσω στην πρωτεύουσα, η Ανδρομάχη και ο Φίλιππος αφέθηκαν σε έναν χορό παθιασμένης επαφής. Ήταν ακριβώς όπως η ποίηση της Τζοκόντα Μπέλι, σώματα που μιλούσαν τη γλώσσα της απόλυτης επιθυμίας, δέρμα που καιγόταν, αγγίγματα που δεν ζητούσαν άδεια και μια πρωτόγονη, ακατέργαστη ομορφιά στο «εδώ και τώρα».
Το one night stand δεν ήταν απλώς μια πράξη, ήταν μια δήλωση ανεξαρτησίας. Χωρίς ιστορίες, χωρίς υποσχέσεις για το αύριο, χωρίς το βάρος καμιάς συναισθηματικής διαπλοκής. Μόνο η καθαρή, λυτρωτική χαρά του να ανακαλύπτεις ξανά το κορμί σου, την ηδονή και τη ζωντάνια σου. Η Μάχη είχε αφήσει πίσω της κάθε ανασφάλεια, καίγοντας στις φλόγες αυτού του διημέρου κάθε ίχνος της παλιάς της ταυτότητας.
..........................


0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button