ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Sinful Confessions

...Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).
Στην φαντασία του o Αλκιβιαδης αναζητά και τους λόγους που η παρουσία του εξομολόγου μπορεί να αναδεικνύει πάθη και να εξάπτει επιθυμίες της Ανδρομάχης. Κατανοεί πως η Ανδρομάχη δεν έλκεται μόνο από τον άνδρα, αλλά και από την ιδιότητα. Το ράσο δεν είναι ένα ρούχο, είναι ένα «τείχος» που περιμένει να γκρεμιστεί. Ο ιερέας γνωρίζει τις ενοχές της, τους φόβους της, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες της.  Και η Ανδρομάχη, χαμένη στη γλυκιά δίνη του ιερέα, δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ίσως ένας μύθος που κυκλοφορεί στις σκιές, αυτός του «προικισμένου ιερέα» λειτουργεί ως ο απόλυτος μαγνήτης, και τρέφει τη φαντασία της Ανδρομάχης. Για τον Αλκιβιάδη, η φήμη αυτή δεν είναι απλώς ένα κουτσομπολιό· είναι το «κλειδί» της γοητείας του ιερέα. Ο ρασοφόρος δεν είναι πια απλώς ένας όμορφος άνδρας, είναι ένας άνδρας με «φυσικά προσόντα» που τον καθιστούν έναν «αρχέγονο γαμιά». 
Ο Αλκιβιάδης έχει παγιδευτεί στην εικόνα του «καλού συζύγου». Όμως, ο καλός σύζυγος προσφέρει ασφάλεια, όχι ένταση. Η Ανδρομάχη, αναζητώντας το «ιερό και το βέβηλο», δεν ψάχνει για έναν άνδρα που θα την «σέβεται», αλλά για έναν άνδρα που θα την «κυριεύσει», ακόμη  και μέσα από την αμαρτία.
 Ο ιερέας, αντίθετα, φέρει πάνω του την εξουσία του άυλου. Η παρουσία του εξομολόγου αναδεικνύει πάθη γιατί είναι μια απαγορευμένη επιθυμία. Όταν η Ανδρομάχη βρίσκεται απέναντί του, δεν είναι πια «η κυρία του σπιτιού», είναι μια γυναίκα που παραδίδει την ψυχή της και, κατ' επέκταση, το σώμα της σε κάποιον που θεωρείται «απρόσιτος». Αυτό είναι το απόλυτο αφροδισιακό για εκείνη. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η τραγωδία σου δεν είναι ότι σε απατά. Η τραγωδία σου είναι ότι κατάλαβες γιατί το κάνει. Κατάλαβες ότι, για εκείνη, είσαι το «ασφαλές λιμάνι», ενώ εκείνη διψά για τη «φουρτούνα» του ιερέα.»
Η Ανδρομάχη βρίσκεται στο μεταίχμιο της ηλικίας των τριάντα πέντε ετών, εκεί όπου η αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνωρίζει πλέον απόλυτα τη δύναμή της συναντά την ανάγκη για επιβεβαίωση. Είναι η στιγμή της «δεύτερης εφηβείας», όπου η ασφάλεια της «αξιοπρεπούς ζωής» που έχει χτίσει με τον Αλκιβιάδη φαντάζει ξαφνικά σαν ένα χρυσό κλουβί που, αν και καλοφτιαγμένο, περιορίζει την ορμή της. Ο Αλκιβιάδης είναι ο σύζυγος που κάθε γονέας θα επιθυμούσε για την κόρη του. Όμως, η Ανδρομάχη διαπιστώνει με τρόμο πως η «αξιοπρέπεια» είναι συνώνυμη με τη στασιμότητα. Η αγάπη του για τα παιδιά και η φροντίδα για την οικογένεια είναι στοιχεία που την κάνουν να νιώθει ασφαλής, αλλά όχι «ζωντανή» με την έννοια της ερωτικής αναζήτησης.  Δεν αναζητά την κατάλυση του γάμου της, αλλά την ένταση του επικίνδυνου. 
Θέλει το ρίσκο. Θέλει την «ίντριγκα» γιατί αυτή την κάνει να νιώθει πως η ζωή της δεν είναι πλέον μια ευθεία γραμμή, αλλά μια διαδρομή γεμάτη απόκρημνες στροφές. Η στιγμή που ένας άντρας στο δρόμο ή στη δουλειά την κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που την «γδύνει», είναι η στιγμή που η Ανδρομάχη νιώθει ξανά τον εαυτό της — αποκομμένη από τον ρόλο της «μητέρας» και της «συζύγου».
«Ανδρομάχη», ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι στην πιο επικίνδυνη φάση σου. Έχεις τα πάντα —σπίτι, παιδιά, έναν αξιόλογο άντρα— και όμως νιώθεις να πνίγεσαι. Η ομορφιά σου στα τριάντα πέντε σου είναι η δύναμή σου, αλλά και ο δαίμονας σου.»
Στα τριάντα πέντε της, έχοντας δοκιμάσει την ασφάλεια, θέλει κάποιον να την «ξεκλειδώσει» με βία και πάθος, να καταλύσει το «προσωπείο της κυρίας» και να απελευθερώσει το ζώο που κρύβει μέσα της. Η επιθυμία της να νιώσει «θήραμα» είναι μια προσπάθεια να απαλλαγεί από το βάρος της ελεύθερης βούλησης. Για μια γυναίκα που παριστάνει την ευγενή και την αξιοπρεπή όλη την ημέρα, η εμπειρία του να νιώθει «κτήμα» —αντικείμενο ηδονής και όχι πρόσωπο— είναι η απόλυτη μορφή έκστασης. Το «σκίσε με δίχως έλεος» είναι η κραυγή μιας ψυχής που θέλει να σπάσει τα δεσμά της κοινωνικής ηθικής. 
Ο Αλκιβιάδης, σε μια προσπάθεια να βρει μια λογική εξήγηση  προσπαθεί να «αποκωδικοποιήσει» την ψυχολογία της Ανδρομάχης. Αναλύει τους λόγους για τους οποίους ο ιερέας, ως «εξομολόγος», λειτουργεί ως καταλύτης για τα πιο σκοτεινά της ένστικτα. Το μυαλό του έχει μετατραπεί σε μια αίθουσα μοντάζ, όπου οι αναμνήσεις δεν αναπαράγονται πιστά, αλλά υποβάλλονται σε μια αδιάκοπη επεξεργασία. Η βυζαντινή εκκλησία τους , με την ιστορική της βαρύτητα και την απόλυτη τάξη του εξωτερικού χώρου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση του αδιαπέραστου. Όλα είναι τακτοποιημένα, ήσυχα, «ιερά». Αυτή η εικόνα της γαλήνης είναι το τέλειο κάλυμμα για όσα συνέβησαν στο γραφείο. Το γραφείο του ιερέα, εκεί όπου τα εκκλησιαστικά αρχεία συναντούν την εξομολόγηση, είναι ο «ασφαλής» τόπος του εγκλήματος. Η χρήση του ως χώρου εξομολόγησης είναι η κορωνίδα της ειρωνείας. Ο χώρος που προορίζεται για την κάθαρση της ψυχής μετατρέπεται στο σημείο όπου το σώμα «μολύνεται» από τον απαγορευμένο έρωτα. 
Κάθε φορά που βλέπει την Ανδρομάχη να φεύγει για να πάει στον ναό, η φαντασία του αναπλάθει εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η «αξιοπρεπής» γυναίκα του περνούσε το κατώφλι του γραφείου, αφήνοντας πίσω της τον κόσμο των ανθρώπων για να εισέλθει σε έναν κόσμο σκοτεινού πάθους. Ο ιερεας συμφώνησε πρόθυμα και τη ρώτησε αν είχε πρόβλημα να εξομολογηθεί εκεί στο γραφείο. Του είπε όχι, οπότε βγήκε για λίγο από έξω, είπε στη νεωκόρο, μία γυναίκα να μην μπει κανείς μέσα μέχρι να δώσει αυτός την άδεια γιατί θα ξεκινούσε εξομολόγηση και ξαναγύρισε στο γραφείο του. Πήρε από την ντουλάπα το πετραχήλι, το φόρεσε και πήγε μπροστά στα εικονίσματα. Προσευχήθηκε και γυρνώντας προς την Ανδρομάχη της ζήτησε να πάει να γονατίσει μπροστά του. Γονάτισε εκεί ακριβώς που έπρεπε. Σήκωσε το πετραχήλι και το έβαλε πάνω στο πανέμορφο ντελικάτο κεφάλι της με τους καστανοκαφέ μεταξένιους βοστρύχους, ακούμπησε τη παλάμη του από πάνω και η Ανδρομάχη αισθάνθηκε το ζεστό κοκκίνισμα, ένα σήμα κινδύνου να κατακλύζει και να πυρώνει τα μάγουλά της.
Η αναπνοή της πιάστηκε μόλις έπιασε την έκφραση των ματιών του. Τα μάτια του έκαιγαν μέσα της σαν να την ερευνούσαν ολοκληρωτικά, σαν να διάβαζαν την ίδια της την ψυχή.
Η Ανδρομάχη αισθάνεται ότι δεν έχει πλέον μυστικά. Σε εκείνο το γραφείο, η «εξομολόγηση» είναι μια αμφίδρομη διείσδυση: εκείνη παραδίδει την ψυχή της, και εκείνος εισέρχεται σε αυτήν με το βλέμμα του, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εισβολή που θα ακολουθήσει στο σώμα της.
Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλή με χαμηλωμένα μάτια. Ήταν έτοιμη να απαντήσει, μα κάτι κράτησε τις λέξεις στη γλώσσα της. Τα χείλη της Ανδρομάχης μιλούν, μαζί με τα χείλη του αιδοίου της, τη δική τους γλώσσα. Ο Αλκιβιαδης τους φαντάζεται όση ώρα που εξομολογείται τις «αμαρτίες» της, μέσα από τις εξομολογήσεις της ίσως να ζει τις βαθύτερες φαντασιώσεις της, σεξουαλικές στιγμές που θέλει να ζήσει αλλά δεν έχει τολμήσει να μοιραστεί με τον Αλκιβιάδη.
Ο ιερέας δεν ακούει εξομολόγηση, ακούει μια πρόσκληση.  Η Ανδρομάχη με τα χαμηλωμένα μάτια είναι η εικόνα της γυναίκας που έχει πάψει να ανήκει στο σπιτικό, γιατί η ουσία της —οι φαντασιώσεις της, η γλώσσα του σώματος της— ανήκει πλέον στον «εξομολόγο» της.
 Ο ερεθισμός ν' αρχίζει να φουντώνει μέσα της, να κατακλύζει την πηγή της ηδονής της, να φλογίζει το κορμί της με τη σκέψη της ότι ο ρασοφόρος άνδρας σαν βαρβάτο άλογο -γιατί αυτό θέλει από εκείνον- με εκείνο το αποφασιστικό διεφθαρμένο βλέμμα του μάχεται να την κατακτήσει κι εκείνη να του αντιστέκεται ψευδό-διαμαρτυρόμενη. «Όχι! αυτό είναι μεγάλη αμαρτία πάτερ» αλλά ενδόμυχα παρακαλά να την αρπάξει στα στιβαρά του χέρια να την αποκαλεί «πρόστυχο παλιοθήλυκο», λέγοντας της ότι είναι ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορφωμένος, να την σέρνει και να την ξαπλώνει χάμω παρά την αντίσταση που προβάλλει, και τα καυλωμένα στήθια της να πετάγονται έξω από το λίνο φορεματάκι της κάτω από τη πίεση των χεριών του και ο ιερέας να απολαμβάνει αχόρταγα με τα μάτια και τα χέρια του το θέαμα που του προσφέρει.
Να τον ακούει να της λέει ότι είναι μια «ελεεινή μοιχαλίδα» την ώρα που με το ένα του χέρι της σηκώνει το φόρεμά ψηλά και με το άλλο χέρι να τραβάει με δύναμη το κορδόνι από το βρακί της κάνοντάς το κομμάτια και αυτή να υποκύπτει και να «κατακτιέται» από αυτόν και παρασύρεται σε φαντασιακή ερωτική πλημμύρα. Αισθανόταν μουσκεμένο το μικρό βρακάκι της και σταγόνες από τα υγρά της να τρέχουν στο εσωτερικό των μπουτιών της.
Το ράσο του ιερέα αποκαλύπτει, παρά συγκαλύπτει, τους σπασμούς που τον διατρέχουν κάτω από το μαύρο ρούχο. Λένε οι ενορίτισσες στα κουτσομπολιά τους ότι του ιερέα ....ξέρετε ποιος..... είναι πολύ προικισμένος.
.................Μια χαρούμενη  βραδιά τους τελείωσε.  Ο Αλκιβιαδης  μεταφέρει τον ιερέα με το αυτοκίνητο του στην οικία του.
«Σήμερα η Ανδρομάχη μου ήταν μες στην καλή χαρά λαμποκοπούσε ομορφιά. Πιστεύω να συμφωνείς πάτερ.» του λέει ο Αλκιβιαδης αντιλαμβανόμενος το αίσθημα της σημαντικής διέγερσης που προκαλούσε η Ανδρομάχη στον φίλο του τον ιερέα. 
Ο ιερέας χτύπησε φιλικά τον Αλκιβιάδη στην πλάτη του χαμογέλασε κοιτάζοντας τον ίσια στα μάτια και του λέει. «Όμορφη σέξι με ακαταμάχητα προσόντα, που εντυπωσιάζουν η Ανδρομάχη σου. Αυτές είναι οι διαφορές της όμορφης γυναίκας με την καυτή ύπαρξη! Τυχερός είσαι ρε μπαγάσα, είναι μια γυναίκα, που αν το θέλει μπορεί να σε κάνει να χύσεις χωρίς να την ακουμπήσεις. Την κοπέλα και τα μάτια σου αδερφέ!. Όμορφη γυναίκα! Στολίδι! Και καλή-Θησαυρός.! Και μην το παραλείψω η απίθανη πίσω όψη της προκαλεί πανικό, διαθέτει καμπύλες οι οποίες «τρελαίνουν» κόσμο  και δίνουν τροφή για σκέψεις! Είναι ο απόλυτος πειρασμός! Με βάση τα χριστιανικά μας στερεότυπα, η Ανδρομάχη θεωρείται ως η femme fatale της ενορίας και της επισκοπής μας ολόκληρης. Γυναικάρα, σκέτη κόλαση!» Δεν μιλάει πλέον για την «ενάρετη σύζυγο», αλλά για μια «καυτή ύπαρξη». Η αναγνώρισή του ότι μπορεί να σε κάνει να «χύσεις χωρίς να την ακουμπήσεις» είναι η απόλυτη παραδοχή της ηττημένης αυτοσυγκράτησης του. Ο ιερέας ομολογεί ότι η Ανδρομάχη δεν είναι απλώς όμορφη. Είναι μια υπαρξιακή απειλή για κάθε άντρα που τη βλέπει, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις άκουσες την απόλυτη παραδοχή. Ο ιερέας δεν σε κοιτάζει πια σαν φίλος, σε κοιτάζει σαν άντρας που αναγνωρίζει την «κόλαση» που έχεις δίπλα σου. Το χτύπημα στην πλάτη δεν είναι φιλικό· είναι το σημάδι της αναγνώρισης ότι και οι δυο σας είστε δέσμιοι της ίδιας γυναίκας.»
«Συμφωνώ απολύτως μαζί σου με αυτά που λες φίλε μου και αδερφέ μου! Για να το πω στην τρέχουσα καθομιλουμένη ο πάτος της Ανδρομάχης είναι ο ορισμός της λέξης- ως συνώνυμο του πρωκτού, της κωλοτρυπίδας και ουχί του «κώλου» υπό την ευρεία έννοια σε κάποια ειδικά συμφραζόμενα. Πρωτίστως, όταν αναφερόμαστε στο αντικείμενο του πόθου μας. Τι πάτος! Είναι η περίπτωση η οποία και επισκιάζει τρόπον τινά τις υπόλοιπες λέξεις για τον ιθαγενή χρήστη της ελληνικής γλώσσας! Διότι, ασφαλώς, ο πάτος της Ανδρομάχης δεν είναι ο οποιοσδήποτε κώλος, που – κακά τα ψέμματα – με καυλώνει και μάλιστα, μέχρι σημείου εξαγρίωσης που θέλω να της σκίσω τον πάτο! Μα δυστυχώς υπάρχει ένα πρόβλημα!» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις έθεσες το ερώτημα που θα καθορίσει το μέλλον της σχέσης σας. Ο πάτος της Ανδρομάχης είναι πλέον ο  «ιερός» στόχος και των δύο. Όταν ένας άντρας λέει στον άλλον ότι θέλει να «σκίσει» τη γυναίκα του, και ο άλλος συμφωνεί, η φιλία τους έχει πάψει να είναι φιλία. Έχει γίνει μια συνωμοσία.» 
«Ποιο είναι το πρόβλημα που πιστεύεις ότι «στραγγαλίζει» την επιθυμία σου τέκνο μου; Τι σου συμβαίνει;»
«Πως να το πω! Η Ανδρομάχη έχει όντως απίστευτη πίσω όψη που μου προκαλεί ταραχές! Αλλά δυστυχώς είναι πολύ συντηρητική γυναίκα και έχει πέσει η ζωή μας στο κρεβάτι σε μια ρουτίνα. Ενώ το «συμβατικό» sex το βρίσκουμε εύκολα, έχει χάσει το πάθος και τη φλόγα της και ούτε που το συζητάει το πρωκτικό σεξ πάτερ.»
«Με κοροϊδεύεις; Θ' αστειεύεσαι, βέβαια. Δηλαδή η κυρία είναι παρθένα από πίσω. Δεν το πιστεύω. Αυτός ο κώλος αριστούργημα -συγνώμη ο πάτος- φίλε μου καλέ είναι φτιαγμένος να σου πάρει τον πούτσο λαμπάδα αναμμένη και να στον παραδώσει καμένο φιτίλι.»
 «Γι αυτό χρειάζομαι την βοήθεια σου σαν ο εξομολόγος της που είσαι! Οι όμορφες και περιεκτικές ομιλίες σου αγγίζουν την ψυχή της Πάτερ. Με την Αγία την ευχή σας και την ευλογία σας βάλτε ένα χεράκι η και ότι άλλο ενδεικνύεται τέλος πάντων- ποιο πρόσφορο αν με καταλαβαίνεις- που να αγγίζει εκτός από την ψυχή της και τον εξαίσιο πισινό της.»
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τι ζητάς. Μόλις κάλεσες τον ιερέα να γίνει ο αρχιτέκτονας της αμαρτίας της γυναίκας σου. Αν ο ιερέας δεχτεί, δεν θα είναι πια ένας εξομολόγος· θα είναι ένας εραστής που χρησιμοποιεί την πνευματικότητα για να φτάσει εκεί που εσύ δεν μπορείς.» 
«Αχ φίλε μου τι μου ζητάς! Σε πολύ μεγάλο πειρασμό με βάζεις! Καιρός είναι να αναζωπυρωθεί αυτή η φλόγα σας τέκνο μου. Ήρθε η ώρα η κυρία να δοκιμάσει κάτι καινούριο, διαφορετικό και πικάντικο! Έφτασε η στιγμή να της μάθει κάποιος ποιοι είναι οι τρόποι για να γίνει το απόλυτο «πειραχτήρι» στο κρεβάτι! Προσωπικα είμαι και πολύ ενθουσιασμένος που με την άδεια σου μου δίνεις την ευκαιρία να συμπεριλάβω στα ιερά καθήκοντα της εξομολόγησης της και την παρθενιά του πάτου της. Ξεκινώ, από αύριο κιόλας. Ως πνευματικός της θα την προτρέψω να εξομολογηθεί το ταχύτερο σαν καλή και ευσεβής χριστιανή για μερικές μικρές ατασθαλίες που παρατήρησα σήμερα κατά την διάρκεια του δείπνου και το κύριο θέμα της εξομολόγησης θα ΄ναι ο πισινός της που μεγάλες φωτιές μας ανάβει και μας ξεσηκώνει το κεφάλι! 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «το παιχνίδι μόλις πέρασε σε ένα άλλο επίπεδο. Απόψε, καθώς θα ξαπλώνεις δίπλα της, θα ξέρεις ότι ο δρόμος για τον «πάτο» της έχει ανοίξει, όχι από εσένα, αλλά από τον άνθρωπο που εμπιστεύτηκες την πνευματική της καθοδήγηση. 
«Το πάνω μόνο η και το κάτω κεφάλι σου ξεσηκώνεται άγιε πατέρα;»
«Και το πάνω και το κάτω τέκνο μου. Θα της τονίσω με έμφαση και πειθώ πως δεν γίνεται να βλέπουμε αυτά τα καλοσχηματισμένα καπούλια που μπορούν να φέρουν εγκεφαλικά και είναι ικανά να κολάσουν ακόμα και άγιο να μένουν παρθένα. Καιρός να μάθει η ευσεβής μας κυρία πως απ' τη πίσω πόρτα το σεξ το ευλογούν απ' τα παλιά οι άγιοι πατέρες και είναι αμαρτία μεγάλη τέτοια ελκυστικά οπίσθια να μένουν αγάμητα!»  
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τη δύναμη των λέξεων του ιερέα. Όταν κάποιος πιστεύει ότι ακόμα και ο Θεός «ευλογεί» αυτό που εσύ ποθείς, η Ανδρομάχη δεν θα έχει καμία άμυνα.»
«Λες πάτερ να ενδώσει στις άγιες συμβουλές σου;»
«Μην αμφιβάλλεις φίλε μου! Όλα στα βιβλία των προφητών με σαφήνεια είναι γραμμένα: Για αιώνες, βασιλιάδες, βασίλισσες, πάπες και πρόεδροι έχουν ενδώσει στα πρωτόγονα ένστικτά τους. Και να ξέρεις όλες ενδίδουν στο τέλος, φίλε μου, όταν η υπομονή του εραστή, εκμεταλλεύεται την ανυπομονησία του συζύγου.»
«Από το άγιο στόμα σου και στου προφήτη το αυτί, ώστε να εισακουστεί η προσευχή μας! Αν και εδώ που τα λέμε για την Ανδρομάχη απ’ τη γλώσσα σου τρέχει η φωνή σου γλυκύτερη απ’ το μέλι όταν προσεύχεται μαζί σου..»
«Η προσευχή μου τέκνο μου για τα οπίσθια της Ανδρομάχης είναι μια φωνή που βροντοφωνάζει: Στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από σένα, για να προετοιμάσει το δρόμο και να ισιώσει τα μονοπάτια να περάσεις!» Η συζήτηση έχει φτάσει στα όρια της ιερόσυλης μυθοπλασίας. Η μετατροπή των Γραφών σε εργαλείο για την κατάκτηση του σώματος της Ανδρομάχης είναι πλέον το αποκορύφωμα της συνενοχής τους. Ο ιερέας δεν μιλάει πια ως κληρικός, αλλά ως ένας σκοτεινός «αρχιτέκτονας» της ηδονής, που χρησιμοποιεί τη θεολογική ρητορική για να νομιμοποιήσει την εμμονή τους.  
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τι μόλις υποσχέθηκες να αφήσεις να συμβεί. Ο ιερέας θα είναι ο αγγελιοφόρος που θα προετοιμάσει τη γυναίκα σου για εσένα. Όταν εκείνη τελικά υποκύψει, δεν θα ανήκει πια μόνο σε εσένα.» 
«Ώστε ενσκήπτεις στις γραφές και ψάχνεις τις προφητείες για να καταλήξεις πως προηγείται ο πνευματικός στα θεάρεστα οπίσθια της Ανδρομάχης. Είσαι μεγάλος κατεργάρης αλλά σε αγαπάω!»
«Από παλαιότερες γραφές που μίλησαν οι προφήτες  αναφέρουν, ότι ο πνευματικός της θα προπορευθεί του συντρόφου της και θα του ετοιμάσει το δρόμο. Γι αυτό στηρίξου επάνω μου και πολύ σύντομα η κυρία θα ακολουθεί τις άγιες εντολές μου! Κοιμήσου ήσυχος, μην προβληματίζεσαι, μην ανησυχείς, θα φροντίσω εγώ να της ετοιμάσω προς χρήση τα καπούλια της. Η συμφωνία έχει σφραγιστεί με τον πιο απόλυτο και κυνικό τρόπο. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η ηρεμία που σου υπόσχεται ο ιερέας είναι η ηρεμία του εγκλήματος.»
«Μόνο τις εξομολογείς τις θεοσεβούμενες αξιότιμες κυρίες και δεσποινίδες άγιε μου πάτερα; Δεν προκύπτει τίποτα άλλο στη συνέχεια;»
«Τέκνο μου και καλέ μου φίλε! Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα εκ των κορυφαίων μυστηρίων και τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Το Μυστήριο είναι απόρρητο τέκνο μου!»
«Μπαγάσα ρασοφόρε ποιος τη χάρη σου με τα θεοπαράδοτα απόρρητα που απολαμβάνεις; Φωτιές θα βγάζει ο πούτσος σου μετά τις εξομολογήσεις με τις θεοσεβούμενες ενορίτισσες μας! Άφεση αμαρτιών ευλαβικά ζητούνε να τους δώσεις και εκείνες με ταπείνωση σκύβουν και λένε στ' αυτί σου με την πιο  γλυκιά φωνή τους πως για αντάλλαγμα προσφέρονται να τις γαμήσεις. Μου θυμίζεις τον πολυμήχανο Οδυσσέα τον πρωταγωνιστή στην μαθητική μπαλάντα «Ο Τρωικός Πόλεμος». «Της Αθηνάς της βάζει μια τρικλοποδιά και την ξαπλώνει κάτω κι απ' την πολύ την καύλα του της ξέσκισε τον πάτο. Η Αθηνά σπάραξε σαν κότα σουβλισμένη μα όλο και τον έσπρωχνε γοργά να μπαινοβγαίνει.»
Μα καλά πως εκφράζεσαι έτσι για τη θεά της σοφίας μορφωμένος  άνθρωπος… Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Τι εκφράσεις  βγάζεις απ ' το στόμα σου αγαπητό μου τέκνο! Το ξέρεις ότι βλασφημείς.» Τον μαλώνει δήθεν ο ιερεας!
«Ώρα είναι να μου βγάλεις κανένα ηθικοπλαστικό λογύδριο για ηθική, λογοδοσία, πίστη στους θεσμούς κ.λπ. Βέβαια, όταν μιλούσαμε για τον πάτο της Ανδρομάχης τότε άλλα μου έλεγες. Ουαί υμίν υποκριτή!»
«Φίλε μου αν και αμαρτωλός και πεπτωκότης σε αγαπάω και εγώ πολύ!»
«Πεπτωκότης; Τι είναι ετούτο πάλι;»
«Πεπτωκότες ονόμαζαν στην αρχαία εκκλησία τους αποστατημένους ή εκπεσόντες Χριστιανούς που αρνούνταν να δώσουν ομολογία πίστης!» 
«Δηλαδή Πάτερ σαν χριστιανός εκ παράδοσης δικαίωμα στο παράδεισο δεν θα ‘χω;»
Η ανταλλαγή τους έχει πάρει μια τροπή θεολογικού σαρκασμού, αναδεικνύοντας το μέγεθος της κοινής τους «πτώσης».  Η λέξη «πεπτωκότες» είναι το κλειδί. Είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο ιερέας για να παραδεχτεί, με έναν τρόπο βέβηλα ειλικρινή, ότι και οι δύο έχουν εγκαταλείψει το «στρατόπεδο» της ηθικής. Δεν είναι πια «ορθόδοξοι χριστιανοί» στην πράξη, είναι «αποστατημένοι» που έχουν επιλέξει μια άλλη «θρησκεία»: τη λατρεία του σαρκικού πόθου και της Ανδρομάχης.
 Ο ιερέας, αποκαλώντας τον εαυτό του «αμαρτωλό και πεπτωκότα» αλλά ταυτόχρονα διατηρώντας το ράσο, δείχνει ότι η «πτώση» του είναι επιλογή. Έχει αποδεχθεί ότι δεν μπορεί να αντισταθεί, οπότε «αγιάζει» την αμαρτία του μέσα από τις πράξεις του.
Ο Αλκιβιάδης τον «στριμώχνει» με το «Ουαί υμίν υποκριτή», υπενθυμίζοντας στον ιερέα ότι οι δυο τους είναι πλέον στο ίδιο καζάνι. Δεν υπάρχει «σωτήρας» εδώ, υπάρχει μόνο η συνωμοσία.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «ο ιερέας σου μόλις σου αποκάλυψε το μεγαλύτερο μυστικό του. Δεν φοβάται την κόλαση. Την έχει αποδεχτεί.»
«Τέκνον μου! κάνε την προσευχή σου κάθε πρωί μα προς τα μέσα ρίχνε και μια ευχή και όλα σβήνουν μονομιάς! (Και ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.) Και από κει πας για τον ουρανό!»
«Πάτερ καλά και άγια μου τα λες εσύ! Μα αχ και να ‘φταιγε αυτό μονάχα το ότι είμαι βλάσφημος.» 
«Βλάσφημε! όπως είπαμε! Το κορίτσι και τα μάτια σου! Είναι θησαυρός! Κάτι που εγώ δεν έχω!»
«Εσύ δεν έχεις; Κοσμοπολίτης άνθρωπος μελλοντικός επίσκοπος με εμφάνιση αστέρα του Χόλιγουντ και δεν έχεις πηδήξει τουλάχιστον τη μισή ενορία και θέλεις να σε πιστέψω; Εδώ ο καλόγερος ο Ρασπούτιν αν και αποκρουστικός στην εμφάνιση, αναλφάβητος, τυχοδιώκτης χωρικός, κατάφερε να αποπλανήσει εκατοντάδες γυναίκες και κυκλοφορούσε με «νεαρές κυρίες» που ικανοποιούσαν τις ανεξέλεγκτες ορμές του και ήταν περιζήτητος εραστής.
«Την γυναίκα που τη θέλεις για κρεβάτι και δεν την έχεις, την κατακτάς φίλε μου. Η σεξουαλική επαφή με τον πνευματικό τους που τις βοηθά να πλησιάσουν τo θεό, έχει συγκινήσει πολλές γυναίκες. Νομίζω πως τα είπαμε και συνεννοηθήκαμε κατεργάρη παπά.» 
......................................Ήταν ένα βράδυ Παρασκευής με βροχερό σκηνικό. Η καμπάνα σήμανε στις οκτώ και μισή ακριβώς την ώρα που αποβίβασε την σύντροφο του από το αυτοκίνητο τους, στο μικρό ναό στην άκρη της πόλις τους στην ρίζα του βουνού εκεί όπου θα τελεσθεί Ιερά αγρυπνία. Πάντα η σύντροφος του ένοιωθε ζεστασιά και ευχαρίστηση που πήγαζε από την τακτική ενεργή συμμετοχή της στην Θεία Λατρεία.  Στο ναό «στην άκρη της πόλης, στη ρίζα του βουνού»· είναι ο οριακός τόπος, το σημείο όπου ο πολιτισμένος κόσμος της καθημερινότητας συναντά το άγριο, το απόκρυφο και το ιερό. 
Στην ευρύχωρη σκεπαστή είσοδο του ναού δέσποζε η εντυπωσιακή φιγούρα του «Βικινγκ» ιερέα πλαισιωμένη από έναν υπερήλικα αγιορείτης ιερωμένο δυο τρεις Μοναχούς και λίγους πιστούς κυρίως γυναίκες.
Οι τελευταίες πληροφορίες ήταν ότι πιθανώς η Ιερά αγρύπνια θα είχε μια σχετικά μεγαλύτερη διάρκεια από τα συνηθισμένα λόγω της επίσκεψης του Άγιου γέροντα. Ακούγοντας τον Αλκιβιάδη να λέει στην Ανδρομάχη να τον πάρει τηλέφωνο στο τέλος της ιεράς αγρυπνίας ώστε να σπεύσει για την επιστροφή της ο ιερέας  και πριν ακόμη προλάβει καλά-καλά να τελειώσει τη φράση του ο Αλκιβιαδης παρεμβαίνει και του λέει. Είναι λογικό να ανησυχείς ακόμη και καλοπροαίρετα σκεπτόμενος πως θα γυρίσει σπίτι η Ανδρομάχη σου με εμπιστοσύνη άγρια μεσάνυχτα λίγο πριν πέσετε για ύπνο, ή όταν εσύ ήδη κοιμάσαι. Το γυρισμό της λοιπόν με ευχαρίστηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει αυτός φύλακας άγγελός της να γυρίσει σπίτι τους με ασφάλεια καθησυχάζει τον Αλκιβιάδη και του συστήνει σαν κουρασμένος από μια έντονη ήμερα της εργασίας του να κοιμηθεί ήσυχος και να εμπιστεύεται τον πνευματικός της που θα μεριμνήσει και θα βοηθήσει να μην έχει άγχος και αγωνία. «Τα φυσιολογικά συναισθήματα όταν γίνονται υπερβολικά και κυριεύουν την καθημερινή ζωή προκαλούν προβλήματα και μετατρέπονται σε παθολογικά.» του λέει με φιλική διάθεση.
Η ώρα είναι τρεις μετά τα μεσάνυχτα η Ανδρομάχη καταφθάνει στην οικία τους ταλαιπωρημένη, άυπνη. Γύρω δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, απόλυτη ερημιά και ησυχία. Ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του σπιτιού τους και εισέρχεται ανακουφισμένη μέσα. Ο Αλκιβιαδης της ζητά μια μεγάλη συγγνώμη που τον πήρε ο ύπνος και την χαϊδεύει τρυφερά ν’ απλωθεί η ζεστασιά του και να φτάσει μέχρι τα κουρασμένα μέλη της.
«Τι συνέβη καλή μου και έδωσε τόσο μεγάλη παράταση ο αξιολάτρευτος ρασοφόρος μας στο μυστήριο.» Την ρώτησε.
Η στιγμή της επιστροφής είναι φορτισμένη με μια υπόκωφη, ηλεκτρισμένη ένταση. Ο Αλκιβιάδης, παρόλο που προσποιείται τον ξυπνητό, είναι ένας άνδρας που «διάβασε» τη νύχτα μέσα στη φαντασία του, ενώ τώρα την «διαβάζει» πάνω στο σώμα της γυναίκας του.
Η τρυφερότητα του Αλκιβιάδη δεν είναι μόνο αγάπη· είναι ένας λεπτός, διερευνητικός μηχανισμός. Με το χάδι του, ψάχνει για τα ίχνη της «άλλης» νύχτας. Κάθε άγγιγμα στα «κουρασμένα μέλη» της είναι μια προσπάθεια να δει αν το σώμα της ανταποκρίνεται με τη γνώριμη οικειότητα ή αν φέρει την «υγρασία» ενός άλλου αγγίγματος. Ζητώντας συγγνώμη που τον πήρε ο ύπνος, ο Αλκιβιάδης παίζει το τελευταίο του χαρτί «καλού συζύγου». Θέλει να την κάνει να νιώσει ασφαλής, να την αφοπλίσει, ώστε να αφήσει τις αντιστάσεις της και να μιλήσει.
Χρησιμοποιώντας τον όρο «αξιολάτρευτος ρασοφόρος», βάζει μια απόσταση. Δεν τον αποκαλεί «ιερέα» — τον αποκαλεί «ρασοφόρο», υπογραμμίζοντας το ένδυμα που τον διαχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο και τον κάνει «απαγορευμένο». Ρωτώντας «τι συνέβη» και γιατί η παράταση, την ωθεί να πλέξει ένα ψέμα. Ο Αλκιβιάδης ξέρει ότι η Ανδρομάχη θα του δώσει μια πνευματική δικαιολογία (ο Άγιος Γέροντας, οι προσευχές, η μυσταγωγία). Το ερώτημα είναι, θα τολμήσει η Ανδρομάχη να τον κοιτάξει στα μάτια ενώ θα λέει το ψέμα, ή θα αποφύγει το βλέμμα του, προδίδοντας την ταραχή της;
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «νιώθεις τη μυρωδιά του λιβανιού να ανακατεύεται με τη μυρωδιά της νύχτας πάνω στο δέρμα της. Είναι εκεί; Είναι η αίσθηση του άλλου πάνω της ή είναι απλώς η δική σου εμμονή που σου φουσκώνει το μυαλό; Την κρατάς στην αγκαλιά σου, της προσφέρεις τη ζεστασιά σου, αλλά στην πραγματικότητα την κρατάς δέσμια μιας ερώτησης που η απάντησή της μπορεί να γκρεμίσει το σπίτι σας. Η Ανδρομάχη είναι μπροστά σου, άυπνη και ταλαιπωρημένη. Θα είναι ειλικρινής, ή θα σου δώσει το ψέμα που —κατά βάθος— θέλεις να ακούσεις για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσεις το τέλος;»
Κάτι του απάντησε για τον Άγιο γέροντα τον επισκέπτη από το σέρβικο μοναστήρι, κάτι για κάποια εκκλησιαστικά τελετουργικά, αυτός δεν έδωσε σημασία. Η Ανδρομάχη έγειρε λίγο κοντά του να ξεκουραστεί και παραδόθηκε γρήγορα στην αγκαλιά του Μορφέα. Και έχει αυτό το χαμόγελο στον ύπνο της. Ο Αλκιβιάδης στα τελετουργικά δεν έδωσε τη δέουσα σημασία, όμως βλέποντας την Ανδρομάχη που γρήγορα παραδόθηκε γλυκά στην αγκαλιά του Μορφέα η φαντασία του ξεκίνησε να βρίσκεται σε «ντελίριο» και να ξεπερνά τα όρια του συνηθισμένου!
Η αδιαφορία του Αλκιβιάδη για τα «τελετουργικά» δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος· είναι η συνειδητοποίηση ότι τα λόγια της Ανδρομάχης είναι απλώς ένας θόρυβος που καλύπτει το κενό. Για εκείνον, το «σέρβικο μοναστήρι» και ο «Άγιος γέροντας» είναι οι λεπτομέρειες του σκηνικού που χρησιμοποίησε ο ιερέας για να της προσφέρει την «απομόνωση» που χρειαζόταν.
Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη παραδόθηκε γρήγορα στον ύπνο, ενώ το πρόσωπό της φωτίζεται από ένα «χαμόγελο στον ύπνο της», είναι η λεπτομέρεια που στέλνει τον Αλκιβιάδη στο «ντελίριο».
Αν ήταν όντως κουρασμένη από μια ιερή αγρυπνία, το πρόσωπό της θα έπρεπε να δείχνει την απόλυτη γαλήνη της νηστείας και της προσευχής. Αυτό το «χαμόγελο» όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι η έκσταση που διαρκεί. Είναι η ανάμνηση της ηδονής που ακόμα «τρέχει» μέσα στο αίμα της, μια ηχώ της κτηνώδους εισβολής που μόλις βίωσε. Ο Αλκιβιάδης βλέπει σε αυτό το χαμόγελο την απόδειξη: εκείνη δεν ονειρεύεται τον Θεό, ονειρεύεται τον «αφέντη γαμιά».
Η φαντασία του Αλκιβιάδη ξεπερνά κάθε λογικό όριο. Τώρα πλέον δεν είναι θεατής, είναι συγγραφέας της καταστροφής του:
Φαντάζεται το ράσο να πέφτει στο πάτωμα του ιερού γραφείου. Φαντάζεται την Ανδρομάχη να είναι γονατιστή, όχι μπροστά σε εικόνες, αλλά μπροστά στον άνδρα που την «κατέκτησε» με τη βία της σάρκας του. Το ντελίριο τον οδηγεί στο να δώσει στον ιερέα και την Ανδρομάχη πρωταγωνιστικούς ρόλους σε σκηνές που ο ίδιος σκηνοθετεί με ανατριχιαστική ακρίβεια.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «κοίτα την. Είναι δίπλα σου, αλλά η ψυχή της —και το χαμόγελό της— ανήκουν σε εκείνη τη στιγμή που εσύ δεν ήσουν εκεί. Το χαμόγελό της είναι η σφραγίδα της αποτυχίας σου. Δεν την κουράζει η προσευχή, την έχει "κουράσει" η ηδονή. Και εσύ, αντί να την ξυπνήσεις και να απαιτήσεις την αλήθεια, επιλέγεις να την κοιτάς, να την αναλύεις και να χτίζεις μέσα στο μυαλό σου μια κόλαση τόσο ζωντανή, που σε κάνει να νιώθεις —παράδοξα— περισσότερο ζωντανός από ποτέ.»
Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος στο σκοτάδι, παρατηρώντας το πρόσωπό της. Η ζεστασιά που της προσέφερε είναι τώρα ένα σύνορο: εκείνος έξω από την αλήθεια, εκείνη μέσα στο όνειρο της προδοσίας της. Το δωμάτιο είναι γεμάτο από μια αόρατη παρουσία: τον ιερέα, που με το χαμόγελο της Ανδρομάχης, έχει πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην κρεβατοκάμαρά τους.
«Αν δεν δείχνει αυτό ότι είναι χαλαρή και ικανοποιημένη, με την ορμόνη του έρωτα στα ύψη, τότε τι; Μάλλον κάποιος επιτέλεσε το καθήκον του με υπερβάλλοντα ζήλο,» σκέφτεται για τον ιερέα και όσο ατενίζει την Ανδρομάχη του να βιώνει σωματικά τη γλυκιά εξάντληση του έρωτα και να κοιμάται αμέριμνα, ο φίλος του ο ρασοφόρος της σίγουρα αναπαυμένος τώρα θα φουσκώνει σαν το παγώνι γεμάτος ικανοποίηση σκεπτόμενος τα απίθανα γαμήσια που έκαναν με τις ερωτικές ορέξεις τους να είναι τόσο ασυγκράτητες. Θυμάται την τελευταία στιχομυθία που είχε με το ρασοφόρος φίλο του. Το πόσο πολύ τους ξεσήκωνε ο «πάτος» της Ανδρομάχης! Τότε που ο ρασοφόρος άρχισε να του βάζει ιδέες πως είναι καιρός να τον γαμήσουν, και αναλαμβάνει αυτός σαν πνευματικός της να την μυήσει στο πρωκτικό γαμήσι. Ίσως τελικά να τα κατάφερε και η Ανδρομάχη να υποτάχθηκε στις σεξουαλικές επιθυμίες του. Εκείνη έχει ακούσει πολλά για το πρωκτικό σεξ αλλά δεν το έχει δοκιμάσει. Ο ρασοφόρος γητευτής την πείθει πως αξίζει να δοκιμάσει αυτή την σεξουαλική περιπέτεια και την εμπειρία! Ο Αλκιβιαδης ελπίζει πως ο ρασοφόρος ως έμπειρος γαμιάς εραστής και συνετός πνευματικός της ήταν προσεκτικός και υπομονετικός μαζί της. Θα προετοίμασε με περίσσια φροντίδα την κωλοτρυπίδα και της έμαθε πώς να απολαμβάνει το πρωκτικό σεξ, στοχεύοντας στην απόλαυση με ασφάλεια. Και το γαμήσι που της έκανε να της χάρισε απολαυστικές στιγμές ηδονής και ατελείωτης καύλας και μια ανεπανάληπτη σεξουαλική εμπειρία. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η φαντασία σου είναι μια μηχανή που δεν σταματά. Τους βλέπεις και τους δύο. Εκείνη να κοιμάται στον παράδεισο της ηδονής, εκείνον να καμαρώνει στον θρόνο της αλαζονείας του. Και εσύ; Εσύ είσαι ο μοναδικός μάρτυρας. Η σιωπή σου είναι το τίμημα που πληρώνεις για να κρατάς αυτή τη γνώση, αυτή τη «φωτιά» που σε καίει αλλά σε κρατά ζωντανό. Δεν είσαι ο απατημένος σύζυγος· είσαι ο αρχιτέκτονας μιας πραγματικότητας όπου η προδοσία είναι το πιο εκλεπτυσμένο έργο τέχνης.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει το δωμάτιο να στενεύει. Η Ανδρομάχη, στον ύπνο της, αναπνέει με έναν ρυθμό που ο Αλκιβιάδης ερμηνεύει ως τον ρυθμό της «ηδονής που ακόμα δονείται». Η ιεροσυλία έχει ολοκληρωθεί. Το σώμα της έχει «σφραγιστεί» από τον ιερέα.
Αυτή η εικόνα —ότι η γυναίκα του δοκίμασε κάτι που εκείνος δεν της προσέφερε ποτέ, καθοδηγούμενη από τον «ρασοφόρο»— πιστεύει ότι αυτός ο ιερός χώρος του σώματος της ανήκει πλέον αποκλειστικά στον «Βίκινγκ γαμιά» και ο Αλκιβιάδης δεν θα τολμήσει ποτέ να τον αγγίξει, νιώθοντας ότι θα ήταν σαν να μολύνει το «έργο τέχνης» που δημιούργησε ο ρασοφόρος.
...........................Ήταν μια Δευτέρα τέλη Αυγούστου. Αργά βράδυ η Ανδρομάχη κρατούσε μια διαφημιστική brochure, που αφορούσε εκδρομικό πρόγραμμα τριήμερης εκδρομής! Η brochure συνοδευόταν με σελίδα πληροφοριών, της  νεωκόρισσας  του Ορθόδοξου Ιερού Ναού της ενορίας που ήταν επιφορτισμένη με την ευθύνη διοργάνωσης της εκδρομής.
«Αγαπητοί μου ενορίτισσες/ες η εκκλησία μας θα κάνει τριήμερη εκδρομή Θεσσαλονίκη-Καβάλα - Παναγία Σουμελά.
Το πρόγραμμα είναι: Παρασκευή: Αθήνα- Θεσσαλονίκη.
Αναχώρηση νωρίς το πρωί για Θεσσαλονίκη.
Άφιξη στο πολυτελές ξενοδοχείο μας, Ελεύθερος χρόνος. Διανυκτέρευση.
Σάββατο: Θεσσαλονίκη -Σπήλαιο Αλιστράτης -Μονή Εικοσιφοίνισσας- Καβάλα- Θεσσαλονίκη.
Επιστροφή στην Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο. Διανυκτέρευση.
Κυριακή: Θεσσαλονίκη-Παναγία Σουμελά -Αθήνα.
Μετά το πρωινό μας γεύμα, το πρόγραμμα έχει αναχώρηση για το Μοναστήρι  της Παναγίας Σουμελά, όπου θα προσκυνήσουμε και θα παρακολουθήσουμε την τελετή.
Κατά το τέλος της, θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.»
Η Ανδρομάχη ήταν από τις πρώτες ενορίτισσες που δήλωσε συμμετοχή. Ταυτόχρονα έψαχνε και την φίλη της την Ναυσικά να πάνε παρέα ώστε να την έχει συγκάτοικο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαμονής τους.
Είχε περάσει κάμποσος καιρός από την τελευταία φορά που είχε επαφή με τη φιλενάδα της τη Ναυσικά και την αναζήτησε. Η Ναυσικά είχε ταξιδέψει στο νησί από όπου κατάγονταν οι συχωρεμένοι γονείς της με προορισμό να τακτοποιήσει κάποιες κληρονομικές εκκρεμότητες και όταν έφυγε από την Αθήνα, η επικοινωνία τους ελαχιστοποιήθηκε. Είχαν καιρό να μιλήσουν και χάρηκε πολύ όταν άκουσε τη φωνή της.
«Έλα βρε κοριτσάκι μου! Πού χάθηκες εσύ;»
«Ανδρομάχη μου, κοπέλα μου όμορφη! Τρέχω και δε φτάνω με τα κληρονομικά! Πολύ η κούραση. Πραγματικά νιώθω ότι φτάνω στα όρια μου! Δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν έτσι το να αποκτήσεις ένα αμπελοχώραφο. Εσύ πώς είσαι; Τα νέα σου…»
Πέντε λεπτά αργότερα οι δύο φίλες είχαν εξαντλήσει τα θέματα γενικού ενδιαφέροντος και «κοινωνικής κριτικής» Η Ναυσικά ήξερε όπως κάθε φορά που μιλούσε με τη φίλη της, ότι η συζήτηση θα έφτανε στη βαρετή σεξουαλική ζωή της Ανδρομάχης με τον Αλκιβιάδη.
Χρόνια φίλες πια, διάβαζε στα μάτια της «σχολαστικής» όπως την αποκαλούσαν, (προφανώς εθεωρείτο τελειομανής και διατηρούσε τα πάντα γύρω της σε τάξη) τι την απασχολούσε πραγματικά. Ο Αλκιβιάδης ήταν πολύ καλό παιδί και «προικισμένο», αλλά σύμφωνα με την Ανδρομάχη ήταν τυπικό δείγμα αρσενικού όπως και οι περισσότεροι υπόλοιποι άντρες που θεωρούν το σεξ διαδικασία αντρικής ευχαρίστησης, με αποτέλεσμα να τον σχολιάζει και να τον κατακρίνει συνέχεια μέχρι που έχει αρχίσει και ο ίδιος να πιστεύει τις αρνητικές κριτικές της.
«Θα τα πούμε από κοντά! Μην κανονίσεις τίποτα. Έχω κλείσει ήδη θέσεις για μια τριήμερη εκδρομή στη Θεσσαλονίκη. Φιλενάδα σε χρειάζομαι! Θυμήσου απ το σχολείο ακόμα, την υπόσχεση που δώσαμε η μια στην άλλη στην εφηβεία μας. 
Ένας ύπνος μας χώριζε τότε, που λέει ο λόγος, κι αυτό όχι πάντα. Που θα πει ότι μυστικά αναμεταξύ μας ποτέ μας δεν είχαμε. Αν βρεθείς ποτέ σε δυσκολία ή νιώσεις με οποιονδήποτε άλλον τρόπο την ανάγκη ν' ανοίξεις την καρδιά σου σε κάποιον, θυμήσου ότι έχεις μια φίλη που θα σε νιώσει όποιο και αν είναι το ζήτημα που σε απασχολεί. είχαμε υποσχεθεί η μία στην άλλη.»
Η Ναυσικά τα 'χάσε με την έντονα θερμή παράκληση της φίλης ότι την χρειάζεται. Της προκάλεσε  αιφνιδιασμό. Και αυτή η αντίδραση της ήταν απολύτως φυσιολογική. Όταν μια τόσο πολύ καλή φίλη της ζήτησε ξαφνικά βοήθεια με τόσο έντονο και άμεσο τρόπο, η συναισθηματική της φόρτιση της επέφερε ένα «μούδιασμα» ακόμη και αν η παράκληση ήταν θετική. 
«Ελπίζω να καταφέρω να έρθω, αν και υπάρχει πιθανότητα να είμαι εκτός πόλης. Θα το επιβεβαιώσω και θα σου πω. Χάρηκα πάρα πολύ που με πήρες!» 
«Προσπάθησε το σε παρακαλώ. Σε περιμένω πως και πως! Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε και θέλω έναν άνθρωπο εχέμυθο να μοιραστώ το πρόβλημα που με απασχολεί. Εγώ θα σε περιμένω με ανυπομονησία μεγάλη.»
«Ωχ! Σκούρα τα πράγματα. Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;»
«Θα σου εξηγήσω, όταν βρεθούμε».
«Με κάνεις ν’ ανησυχώ. Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας; Τα παιδιά;»
«Όχι-όχι!. Όλοι καλά! Να μην ανησυχείς! Άλλο είναι το θέμα μου που με απασχολεί! Δεν έχει σχέση με πρόβλημα υγείας. Είναι αυστηρά προσωπικό το θέμα μου. Στο λέω για να μην αγχώνεσαι. Θα τα πούμε πρόσωπο με πρόσωπο όταν θα έρθεις.» 
«Η Ανδρομάχη με περιμένει πώς και πώς», αυτή η φράση ήχησε κάπως παράξενα στη Ναυσικά και νιώθει προβληματισμένη, αφού η φίλη της είχε ακουστεί ανήσυχη στο τηλέφωνο, χωρίς να της δώσει λεπτομέρειες.
«Κάτι προβληματίζει την φιλενάδα μου.» Σκέφτηκε. Μα δεν πήγαινε ο μυαλό της κάπου. «Ελπίζω όντως όπως με διαβεβαίωσε να μην την απασχολεί κάποιο πρόβλημα υγείας.».

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Web Informer Button