ADS

click to open

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

O Varonos

Με συγκίνηση αναφέρομαι σε «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τους καθημερινούς ήρωες της ναυτικής μου ζωής. Αυτές οι «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τη ζωή μου ταξιδεύοντας στους ωκεανούς τους απέραντους και στα λιμάνια τα μακρινά κουνούν πάντα τις χορδές της ψυχής μου. Μια ιστορία, ένα αφιέρωμα από ανθρώπους που γνώρισα, οι οποίοι αφού εκτέλεσαν το καθήκον τους κι εκπλήρωσαν την αποστολή τους στη θάλασσα, στη συνέχεια, αποσύρθηκαν, διακριτικά και με μετριοφροσύνη, στην τοπική κοινωνία τους, την όποια υπηρετήσαν με ακάματο ζήλο. Σήμερα αυτές οι αναμνήσεις μου καταθέτονται χωρίς υπερβολές η ωραιοποιήσεις, με μια ειλικρίνεια και μια αυθεντικότητα, χωρίς περιττά στολίδια.
Έχουν κιόλας περάσει επτά με οκτώ χρόνια από τότε,  μεσοκαλόκαιρο, που βρέθηκα στον λιμένα της Πύλου για ένα μακρύ χρονικό διάστημα σε πλοίο της εταιρείας που κρίθηκε απαραίτητο να εκτελέσει μερικές επείγουσες και αναγκαίες εργασίες επισκευών στο αγκυροβόλιο του ομώνυμου κλειστού κόλπου.
.........."Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο".......
........ Μετά από μια κοπιαστική στη διάρκεια της ημέρας εργασία, με τη δύση του ηλίου επέστρεφα από το πλοίο μαζί με τα συνεργεία παρέα στο ξενοδοχείο με την λαμπερή και ανανεωμένη λάντζα του λιμανιού ο «Άγιος Νικόλαος».
Διαβαίνοντας την έξοδο της προβλήτας του μικρού λιμένος και καθώς περπατούσα στον προαύλιο χώρο των πρώτων εστιατορίων, ξαφνικά ακούω μια βαριά ζεστή αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά μου.  Ασχολούμενος να σκέφτομαι τα προφανή καθημερινά προβλήματα των επισκευών του πλοίου βάδιζα  λίγο αφηρημένα ξαφνιάστηκα επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Σηκώνω τα μάτια να δω ποιος με φώναξε. Μετά την αρχική μου σαστιμάρα και αμηχανία η αναγνώριση έρχεται με λίγη καθυστέρηση, μέσα μου άστραψε ένα χαμόγελο αφύπνισης όταν αντιλαμβάνομαι ξαφνικά ποιος ήταν πίσω από το κάλεσμα.
Ο Βαρόνος!!
Τον ατένιζα να κάθεται στο παραλιακό τραπέζι του εστιατόριου πάνω στο κύμα, διπλά από την έξοδο της προβλήτας αποβίβασης του λιμένα. Παρόλο που Φορούσε ένα ολοκαίνουργιο λινό κουστούμι, το σακάκι το είχε ριγμένο στην πλάτη μιας καρέκλας. Μάλλον ένιωθε την ανάγκη να αποβάλει την επισημότητα του κουστουμιού, αφαιρώντας το σακάκι. Ήταν η πρώτη μου φορά που συνειδητοποίησα ότι παρά τη μοναδικότητα του και την αίγλη του παρελθόντος «ο Βαρόνος» ανήκε και αυτός στα ανώνυμα πρόσωπα του μεγάλου πλήθους. Τα μάτια του εκείνα τα λαμπερά μαύρα μάτια του αυτό το παράθυρο της ψυχής του που τον είχα γνωρίσει σε μια άλλη, πιο ένδοξη εποχή, είχαν χάσει πολύ από την φωτεινότητα τους.
«Δε μου λες, άκουσα καλά ή με γελάνε τα αυτιά μου;» του λέω σαν να «ξύπνησα» ξαφνικά από τη στοχαστική μου διάθεση και μεταφέρθηκα στο «εδώ και τώρα».
«Τι ακριβώς ακούσατε που σας έκανε να αμφιβάλλετε για τα αυτιά σας;» μου λέει. «Για να σε βοηθήσω να το ξεδιαλύνεις δεν σε γελούν τα αυτιά σου, φίλε μου!» συνεχίζει, κάτι που δείχνει ότι, ο «Βαρόνος», παραμένει οξυδερκής και κυρίαρχος του παιχνιδιού, θυμίζοντας μου ότι οι τίτλοι μπορεί να φθείρονται, αλλά η προσωπικότητα όχι.
«Μάλιστα! Τώρα το σκηνικό αποκτά μια εντελώς διαφορετική τροπή! Καλησπέρα.» του λέω.
«Καλησπέρα βρε Λακωνικό «Μανιαούρι.» Η ατάκα του δίνει μια βιωματική τοπική χροιά στην πραγματικότητα της κοινής καταγωγής μας και μιας παλιάς γνώριμης κατάστασης.. «Καλά λένε βουνό με βουνό δεν σμίγει.» υποδηλώνοντας πως θεωρεί μοιραία τη συνάντηση μας, από τότε που είχαμε μοιραστεί ένα κοινό παρελθόν που είχαμε ξεχάσει.
Έγινε μια μικρή παύση που λειτουργούσε ως η «σιωπή» πριν από μια συναισθηματική αντάμωση. Και η αντάμωση μας σήμερα δεν είναι απλώς μια συνάντηση, είναι η στιγμή που οι δρόμοι μας που κάποτε είχαν χωρίσει, τέμνονται ξανά, έχοντας πλέον το βάρος των εμπειριών που μεσολάβησαν και ο καθείς κουβαλούσε στην πλάτη του.
«Να που βρέθηκες και στα δικά μας όμορφα μέρη της Μεσσηνιακής Μάνης παλιέ καλέ μου φίλε.» Ο «Βαρόνος» ήταν ο άντρας με το κουστούμι στην καρέκλα, και εγώ μείωσα την απόσταση που μας χώριζε. Ήμασταν απλώς δύο άνθρωποι που, μετά από χρόνια, έβρισκαν ξανά το χαμένο νήμα της συνέχειας μας, μ' ένα σφίξιμο του χεριού μας και μια αγκαλιά που επιβεβαιώνει ότι παραμένουμε οι «δικοί μας» άνθρωποι συμπυκνώνοντας όλη τη νοσταλγία μας!
«Το σφίξιμο του χεριού δεν ήταν απλώς ένας χαιρετισμός· ήταν η επισφράγιση μιας υπόσχεσης ότι, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, όσες διαδρομές κι αν άλλαξαν, ο ένας αναγνωρίζει πάντα τον άλλον μέσα στο πλήθος. Η αγκαλιά που ακολούθησε έκλεισε τον κύκλο, διαλύοντας το τελευταίο ίχνος του «Βαρώνου» και αφήνοντας στη θέση του μόνο τον παλιό, αληθινό φίλο.
Να σας τον συστήσω. Τον πρωταγωνιστή, μετατρέποντας τον «Βαρόνο» από έναν απλό σημερινό χαρακτήρα σε μια προσωπικότητα που είχε επιβληθεί στον χώρο του. Ο «Βαρόνος» δεν ήταν απλώς ένα πρόσωπο ήταν μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, σ' εκείνες τις παλιές μας όμορφες νεανικές στιγμές μας και αντιπροσώπευε τις φιλοδοξίες και τη μοίρα όλων μας. Την προσπάθεια να διατηρήσουμε ένα «σοβαρό προφίλ» και μια αίγλη, ενώ η ζωή μας φθείρει. Ο «Βαρόνος» ήταν η αλήθεια που κρύβουμε μέσα μας.
Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος, ήταν μια «ιστορία» που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Τα έργα και οι ημέρες του ήταν ένας θρύλος στα καπνιστήρια και τις τραπεζαρίες των πλοίων της εταιρείας μη εξαιρούμενων και των γραφείων στην Ακτή Μιαούλη. Η Ακτή Μιαούλη είναι το «στρατηγείο» των εφοπλιστών και των ναυτιλιακών εταιρειών στον Πειραιά, ένας χώρος όπου ο μύθος, το χρήμα και η ιστορία συχνά διαπλέκονται. Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί από την πιάτσα της Ακτής Μιαούλη λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ίσως είχε αποσυρθεί, αλλά η «αύρα» του παράμενε διαχρονική. Είχα να μάθω νέα του περισσότερο από μια δεκαετία.
«Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!» του λέω.  Ο τροχός που γύρισε και μας έφερε, να κοιταζόμαστε στα μάτια χωρίς τις μάσκες των γραφείων της Ακτής Μιαούλη και τις απαιτήσεις του «θρύλου» που τον ακολουθούσε. 
«Που χάθηκες μεγάλε μου «Βαρόνε»  τον ρωτάω οικειότητα, απόδειξη ότι η απουσία του ήταν αισθητή, ότι η ιστορία του δεν είχε ολοκληρωθεί στο μυαλό μου  μέχρι σήμερα που τον ξανάσυναντησα. Όταν έπαψε να μου σφίγγει το χέρι κάθισα στην άδεια καρέκλα στο πλάι του απολαμβάνοντας το ανάλαφρο δροσερό απογευματινό αεράκι που σάρωνε την επιφάνεια της παραλίας κουβαλώντας την υγρασία της θάλασσας αλλά και τη μυρωδιά από τα τριαντάφυλλα και τις βουκαμβίλιες που φύτρωναν στις αυλές γύρω μας.
«Λοιπόν καλέ μου φίλε! Τι χαμπάρια: Πως τα πάτε με τις εργασίες των επισκευών; Τρελό τρέξιμο  βλέπω πάλι σήμερα; Πότε σαλπάρουμε;» Έκανε μαζεμένες τις ερωτήσεις και τώρα περίμενε απαντήσεις. Αυτή η καταιγίδα των ερωτήσεων από τον «Βαρόνο» ήταν το οριστικό πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν και το μυαλό του να παραμένει συντονισμένο με τους ρυθμούς της δουλειάς και της θάλασσας. Το κατάλαβα ότι το ήξερε πως θα με συναντούσε και με περίμενε. Δεν ρωτάει από περιέργεια, αλλά από μια ανάγκη να νιώσει ότι ανήκει ακόμα σε αυτόν τον κόσμο, έστω και μέσα από τις ιστορίες του φίλου του.
 Καθώς τον κοίταζα να περιμένει την απάντηση, ένιωσα τη σκόνη των γραφείων της Ακτής Μιαούλη να παραμερίζει. Δεν ήταν πια ένας περαστικός, ήταν ο παλιός εκείνος συνεργάτης που ακόμα κι αν δεν ήταν πια καράβι, να ταξιδεύει, είχε πάντα την πυξίδα στο βλέμμα του.
«Φίλε μου θέλω να φύγει αυτή η εβδομάδα γιατί είμαι οριακά με τόση πίεση !Αυτό το «οριακό» αίσθημα, ειδικά όταν τρέχω απαιτητικές επισκευές, είναι εξαντλητικό. Το να νιώθεις πως η εβδομάδα δεν τελειώνει ποτέ είναι το τίμημα του να είσαι υπεύθυνος για ένα έργο που δεν επιδέχεται λάθη. Αυτές οι επισκευές είναι από τις πιο δύσκολες που έχω τρέξει! Άντε να παραδώσουμε να ηρεμήσω λίγο!»
«Από όσο θυμάμαι κάθε φορά τα ίδια συμβαίνουν με τις επισκευές!» Η απάντηση του «Βαρόνου» είναι ένας καθρέφτης. Με αυτή τη φράση, του απομυθοποιεί το άγχος μου. Μου υπενθυμίζει ότι αυτό που σήμερα μου φαίνεται ως ανυπέρβλητο βουνό και «τρελό τρέξιμο», είναι στην πραγματικότητα ένας κύκλος που έχει επαναληφθεί άπειρες φορές. Είναι ο τρόπος του να μου πει. «Έχεις φάει με το κουτάλι τις επισκευές, ξέρεις πώς τελειώνουν αυτές οι ιστορίες». Υπήρχε μια παράδοξη ηρεμία στα λόγια του. Ο «Βαρόνος» δεν προσπαθεί να με καθησυχάσει με κούφια λόγια, αλλά με τη στωικότητα κάποιου που έχει δει πολλά πλοία να μπαίνουν και να βγαίνουν από το λιμάνι. Αυτή η υπενθύμιση του «Βαρόνου» με «ξεκλειδώνει». Νιώθω ότι μετά από αυτή την κουβέντα, το «τρέξιμο» δεν είναι πια ένα βάρος, αλλά μια γνώριμη διαδρομή που απλώς πρέπει να ολοκληρώσω για να έρθει η λύτρωση της παράδοσης.
«Κι εσύ πως τα βολεύεις που είσαι συνταξιούχος σήμερα.» Τον ρώτησα με αφοπλιστική και αντρική ειλικρίνεια που έχουν μόνο οι παλιοί συνάδελφοι. «Σε ρωτώ γιατί πολύ σύντομα θα βρεθώ να βράζω στο ίδιο καζάνι μ’ εσένα.»  Η επισήμανση μου κλείνει οριστικά την απόσταση ανάμεσα στον «Βαρόνο» του καιρού εκείνου και στο σήμερα. Δεν είναι εκείνος πια ο θρύλος των καπνιστηρίων, αλλά αυτές τις στιγμές είμαστε δύο παλιοί συνάδελφοι που σύντομα θα μοιράζονται την ίδια διαδρομή, με διαφορετική ταχύτητα ο καθένας, αυτός ως προπορευόμενος που έχει ήδη φτάσει εκεί που εγώ οδεύω.
Ο Βαρόνος με κοίταξε, και για μια στιγμή, είδα στα μάτια του όχι τη χαμένη λάμψη του παρελθόντος, αλλά μια ήρεμη αποδοχή του παρόντος. «Στο ίδιο καζάνι, φίλε μου», είπε χαμηλόφωνα, «αλλά τουλάχιστον, εκεί δεν θα έχουμε προθεσμίες παράδοσης.» Το αδιάφορο κούνημα των ώμων του ήταν η πιο εύγλωττη απάντηση που θα μπορούσε να μου δώσει. Ηταν κίνηση ενός ανθρώπου που, παρόλο που έχει αποσυρθεί, δεν έχει «αποδεχτεί» την αποστρατεία. Ο «Βαρόνος» δεν είναι συνταξιούχος από επιλογή, αλλά από ανάγκη, λόγω χρόνου, και το γεγονός ότι δεν τον ενθουσίαζε η ιδιότητα του συνταξιούχου πρόσδιδε στον χαρακτήρα του μια τραγική αξιοπρέπεια και αυτό το κούνημα των ώμων του «μιλάει» τόσο πολύ εύγλωττα. Ο «Βαρόνος» παραμένει, στον ψυχισμό του, ο άνθρωπος που κυριαρχούσε στα καπνιστήρια. Το κουστούμι του μπορεί σήμερα να είναι κάπως επαρχιώτικο, αλλά το βλέμμα του παραμένει στραμμένο στα «λιμάνια» και στη «δράση». Η συνταξιοδότηση γι' αυτόν δεν ήταν ανάπαυση, ήταν απώλεια ταυτότητας. Δεν θέλει να με αποθαρρύνει, ούτε να παραπονεθεί, γι' αυτό και δεν μου απαντά. Αφήνει τη σιωπή να γίνει ο καθρέφτης της δικής του πικρίας. Καταλαβαίνει ότι το «καζάνι» στο οποίο θα βρεθώ κι εγώ, δεν είναι ένα μέρος για να ξεκουραστώ, αλλά για να περιμένω το τέλος της ημέρας. Υπήρχε κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να στέκομαι μπροστά σε έναν άνθρωπο που κάποτε ήταν «θρύλος» και τώρα δεν έχει πια πού να διοχετεύσει τη δύναμή του.  Το κούνημα των ώμων του ήταν μια ολόκληρη εξομολόγηση. Δεν χρειαζόταν λόγια για να καταλάβω πως, για εκείνον, η συνταξιοδότηση δεν ήταν η ανταμοιβή μιας ζωής, αλλά η αναγκαστική απόσυρση ενός στρατιώτη που είχε ακόμα το όπλο στα χέρια, αλλά δεν είχε πια μέτωπο να πολεμήσει.
Με πληροφόρησε πως αυτή την εποχή έμενε σε μία ερημική μικρή εξοχική αγροικία που είχε κληρονομήσει σε μικρή απόσταση από την Καλαμάτα και τώρα είχε την δυνατότητα να απολαμβάνει μια παλιά του και αγαπημένη συνήθεια, τις χαλκογραφίες.  Η αποκάλυψη αυτή μου μοιάζει με εξομολόγηση από τη μία τα πολυσύχναστα λιμάνια με τον θόρυβο, την κίνηση, το «τρελό τρέξιμο» τους που ζούσε, και από την άλλη πέρασε στην απόλυτη ηρεμία στη σιωπή της αγροικίας στην Καλαμάτα και τη λεπτομέρεια και στην ηρεμία της χαλκογραφίας. Λένε πως οι ζωγράφοι κι οι ναυτικοί φτιάχνουν τα ίδια σπίτια και η κληρονομιά του φίλου μας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Και οι δύο φτιάχνουν κόσμους, ο ένας με τα χρώματα και ο άλλος με τη ρότα, και οι δύο έχουν ανάγκη τον ορίζοντα μπροστά τους. Ήταν ένα μικρό τούβλινο χαμηλοτάβανο σπίτι με ασπροβαμένους τοίχους, και η εξώπορτα του έβγαζε απευθείας στην θέα της θάλασσας και ήταν το ιδανικό «λιμάνι για έναν άνθρωπο σαν τον «Βαρόνο». Δεν έχει εγκαταλείψει τη θάλασσα, απλώς την έχει φέρει στην πόρτα του, όχι για να τη δαμάσει πια, αλλά για να την ατενίζει. Είναι το σημείο όπου ο πολύβοος λιμένας έγινε το απάγκιο του. 
Με τα μάτια της φαντασίας μου φιλοτέχνησα την σημερινή μελαγχολική εικόνα της ζωής του, ενός μοναχικού ερημίτη σ’ ένα σπίτι πολύχρωμο, σαν σκηνικό σε φωτεινό ηλιόλουστο τοπίο να πηγαίνει χωρίς παρέα ατέλειωτους περιπάτους, γυροφέρνοντας στο μυαλό του αναμνήσεις και αφηρημένες σκέψεις σαν ένα σμάρι από παλιές φωτογραφίες που ένας θεός μονάχα ήξερε που τον ταξίδευαν.
Να  αφηγείται περιστατικά και περιπέτειες μ’ ευλάβεια ποιμένα γονιού που τις άκουγαν για πρώτη φορά τα μικρά του εγγόνια από την κόρη της αδελφής του, περιγραφικός, ευφάνταστος, αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς και του μυαλού τους. Οι περιπέτειες του από τα πολυσύχναστα λιμάνια δεν πάνε χαμένες, αλλά γίνονται παραμύθια για τα εγγόνια, αποκτώντας μια νέα, σχεδόν ιερή αξία. Να τους περιγράφει τις ιστορίες του σαν ιερά κειμήλια μ' έναν απίστευτα ποιητικό τρόπο, και να τα κάνει να γελούν χάρη στην αριστουργηματική αφηγηματική του τέχνη. Η αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία και η θεατρικότητα, με την οποία χειρίζεται τις ιστορίες του απ' όσο γνωρίζω είναι μοναδική. Μέσα από τα εγγόνια, ο θρύλος του συνεχίζεται, οι εμπειρίες του δεν σβήνουν και ο ίδιος βρίσκει μια δεύτερη νεότητα μέσα από τα μάτια τους. 
Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να μελαγχολείς και να θλίβεσαι ότι κατασπατάλησαν το χρόνο τους και χαράμισαν τις ικανότητες τους με δραστηριότητες σε σκοτεινές γωνιές και αδιέξοδα στενοσόκακα. 
«Η ζωή είχε το βλέμμα της γυρισμένο προς τη μια μεριά και αυτός προς την άλλη,» σκέφτηκα φευγαλέα, αλλά που να πάρει ο διάβολος δεν τους βρίσκεις κάθε μέρα αυτούς τους εξαιρετικά διαφορετικούς ανθρώπους.  Η θλίψη για όσα θα μπορούσε να έχει κάνει, υποχώρησε μπροστά σ' αυτό που ήταν: ένας άνθρωπος που είχε το θάρρος να στρέφει το βλέμμα του εκεί που κανείς άλλος δεν κοίταζε. 
Η μνήμη μου με ταξίδεψε δυο δεκαετίες πίσω. Ύστερα από είκοσι χρόνια η ανομοιομορφία της μνήμης είναι συγκλονιστικά αληθινή, όταν πρόκειται να θυμηθείς γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν. Υπάρχουν στιγμές που αναδύονται με μια τρομακτική διαύγεια, κάθε ήχος, κάθε μυρωδιά, κάθε λεπτομέρεια του χώρου,  και άλλες που παραμένουν σαν θολά, δυσδιάκριτα περιγράμματα, κρυμμένα πίσω από την ομίχλη του χρόνου. Με πικρή γεύση είναι θαρραλέο να παραδεχθώ ότι το παρελθόν μας περιέχει εικόνες που θα ήθελα να ξεχάσω. Όταν αποδέχεται κανείς ότι δεν είναι όλα φωτεινά στη ζωή του, τότε μόνο αποκτά την ωριμότητα να την κοιτάξει κατάματα. Ο χρόνος συγκρατεί τα αγκάθια που μας πλήγωσαν, ίσως για να μας υπενθυμίζουν τα όριά μας, αλλά συγχρόνως αφήνει να γλιστρήσουν στη λήθη στιγμές που ίσως ήταν πολύτιμες αλλά δεν είχαν την ένταση του τραύματος για να μείνουν χαραγμένες. Εκείνο τον καιρό πιστεύαμε πως ήμασταν σπουδαίοι κι οι μέρες έδειχναν να είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι σήμερα. Η λεβεντιά και η ειλικρίνεια ήταν το σήμα κατατεθέν μας. Ανθρώπων που σφυρηλατήθηκαν πάνω στη θάλασσα δουλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης, η υποκρισία δεν είχε θέση, γιατί η ίδια η θάλασσα απαιτεί καθαρότητα και αλληλεγγύη. Ήμασταν νέοι, ο χρόνος μας έμοιαζε άπειρος, όπως και οι δυνάμεις μας. Πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να δαμάσουμε τα κύματα, τις αντιξοότητες, τον ίδιο τον κόσμο. Αυτή η σπουδαιότητα που νιώθαμε δεν ήταν αλαζονεία, ήταν η ευλογία της νιότης μας ήταν η ανάγκη και ο τρόπος μας να αναπνέουμε. Είναι φορές που αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα μας αφαίρεσε στην διάβα του ο χρόνος. Όσο μεγαλώνουμε, ο χρόνος συμπιέζεται από τις ευθύνες, τα πρέπει και το βάρος των αναμνήσεων. Οι μέρες μας γίνονται πια μικρές, γιατί τις μετράμε με το ρολόι της λογικής και όχι με το μέτρο της περιπέτειας. Ίσως ο χρόνος να μην μας αφαίρεσε κάτι συγκεκριμένο, ίσως απλά να μας φόρτωσε με τόση ευθύνη που η ελαφρότητα, αναγκαστικά, έπρεπε να ξεπέσει κάπου στην άκρη του δρόμου για να αντέξουμε το βάρος της. Η λεβεντιά όμως εκείνη δεν χάθηκε, απλώς έγινε πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική, κρυμμένη πίσω από την αυλαία των είκοσι χρόνων που μεσολάβησαν.
Το κύμα θρόιζε σε χαμηλούς τόνους θαρρείς και μας άκουγε αφηρημένα τους δυο άνδρες που είχαμε απορροφηθεί στη συζήτηση εκεί στην άκρη της θάλασσας, σκαλίζοντας το παρελθόν μας, και με κάθε καινούργια ιστορία που διηγείται ο Βαρόνος να μεγαλώνει το κέφι μας. Μας αγκάλιασε η νύχτα που άπλωσε τις μαύρες φτερούγες της παντού δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας.  Οι μαύρες φτερούγες της, αντί να είναι απειλητικές, λειτουργούν σαν μια αγκαλιά που μας απομονώνει από τον υπόλοιπο κόσμο, επιτρέποντα μας να είμαστε για λίγο ξανά εκείνοι οι «σπουδαίοι» νέοι που ήσασταν πριν από είκοσι χρόνια και η συζήτηση, είναι μια τελετή συμφιλίωσης με το παρελθόν μας.
 Ο «Βαρόνος», μέσα από την αφήγησή του, δεν ανακαλεί απλώς γεγονότα, ανασταίνει τη νιότη μας. Εκείνη η «ελαφρότητα» για την οποία αναρωτιόμουν αν χάθηκε για πάντα, επιστρέφει μέσα από το γέλιο και τη μοιρασιά μας, έστω και για λίγο, κάτω από το πέπλο της νύχτας. 
Πίσω από το δάκτυλο της στεριάς που χωνόταν στον υδάτινο κόρφο, ξεπρόβαλε το μισοφέγγαρο, κοντράστ στο φωτισμένο μεγάλο φορτηγό πλοίο που βρισκόταν αγκυροβολημένο μέσα στον κόλπο, και μπόλικα αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό.
Το δάκτυλο της στεριάς και ο «υδάτινος κόρφος είναι η αγκαλιά της γης που εισχωρεί στη θάλασσα και μοιάζει με τη συμφιλίωση των δύο κόσμων που συζητάμε, της αέναης κίνησης των πολυσύχναστων λιμένων, και της στεριάς με το αγροτόσπιτο που τον περιμένει. Το πλοίο, ακίνητο τώρα στο αγκυροβόλιο, μοιάζει με φάντασμα των περασμένων ετών, ένα μεγαθήριο που αναπαύεται, ενώ το μισοφέγγαρο μας υπενθυμίζει τον χρόνο που κυλάει, αδιάφορος και αιώνιος. Τα αστέρια μέσα στη νύχτα είναι τα μόνα που μένουν σταθερά, οι «πυξίδες» των ναυτικών, που βλέπουν από ψηλά και τις πικρίες και τις χαρές μας.
Η αλήθεια είναι πως στην πραγματικότητα ο «Βαρόνος» ποτέ δεν έγινε πραγματικός ναυτικός,  δεν κυλούσε στο αίμα του ιδιαίτερα η θάλασσα. Ένα αρκετά μεγάλο διάστημα είχε εγκαταλείψει το ναυτικό επάγγελμα και ασχολήθηκε εκεί στη γενέτειρα του την Καλαμάτα με το εμπόριο ελαιόλαδου. Η επιχείρηση του απλώθηκε πολύ σύντομα με κύριο αντικείμενο τις εξαγωγές σε Ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο πολύ σύντομα για κάποιους ανεξιχνίαστους λόγους, ήλθε και η κατάρρευση της επιχείρησης. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν τουλάχιστον εκατό εκδοχές για τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάληξη της επιχείρησης, με εκατό διαφορετικές αιτιολογήσεις. Η αλήθεια θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε από αυτές.
 Η δική του θέση για αυτά που κυκλοφορούσαν ήταν αφοπλιστική.
«Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις.» Δήλωνε με παρρησία στους συνομιλητές του.
Η πρώιμη γνωριμία μου με τον «Βαρόνο» τον καιρό που ασχολήθηκε περιστασιακά αλλά με μια επιτυχία ανέλπιστη με το λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών στην Κωστάντζα τον μεγαλύτερο λιμένα της Ρουμανίας. Όχι τίποτα σπουδαίο και μεγάλο βέβαια, αλλά ένα μικρό καθημερινό οικονομικό πάρε δώσε, που η οργάνωση και εκτέλεση του ήταν μια ιδιοφυής, σκέψη του φίλου μας. Ουσιαστικά ήταν μια χαμαλίδικη δουλίτσα, περιορισμένων οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων.
Τις εποχές εκείνες η Κωστάντζα ήταν πάντα πόλη εξαιρετικά φιλόξενη για τους Έλληνες ναυτικούς και ιδανικός τόπος για ανθρώπους σαν τον Βαρόνο. Για όποιον είχε ζήσει τα χρόνια εκείνα τις συνθήκες που επικρατούσαν στα οικονομικά όρια του λιμένα της Κωστάντζα εύλογα  θεωρούσε ότι βρισκόταν σε μια περιοχή όπου το λάδωμα ελάμβανε χώρα σε μεγαλύτερη έκταση και επιτυχέστερα από ότι στην υπόλοιπη Ρουμανία. 
Και αυτό που είχα καταλάβει ήταν ότι για κάποιο λόγο όλοι οι συμμετέχοντες εμπιστεύονταν τους Έλληνες ναυτικούς δεν υπήρχε δυσπιστία για τις μη νόμιμες μικρό συναλλαγές της καθημερινότητας που τους απέφερε μερικά οφέλη στις πολύ δύσκολες ημέρες διαβίωσης που περνούσαν .
Κυβερνητικοί υπάλληλοι και εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη  το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο  για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στον απλό Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
Απόψε μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε. Στο τραπέζι το μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών έχει σχεδόν καταναλωθεί προσφέροντας ικανοποιήση στις διατροφικές μας απαιτήσεις σε γεύση και απόλαυση. «Είναι μια ιστορία απ’ αυτές που κολλούνε στη συνείδηση σου και σ΄ ακολουθούν σαν βδέλλα και δεν εννοούν να ξεκολλήσουν από την θύμηση μου.» Άρχισε σαν πρόλογο. την ιστορία του, έκανε μια μικρή παύση ώστε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κι ύστερα ξεκίνησε με ήρεμο ρυθμό να μου διηγιέται την ιστορία του από τα χρόνια εκείνα....
¦(..... Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα και τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση  με προορισμό την Αθήνα. Την τελευταία μας ημέρα η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε στην απόλυτη «έκρηξη» της νιότης. Ηταν οι στιγμές όπου η λογική, και τα «πρέπει» σταμάτησαν να υπάρχουν, και μας είχε μείνει μόνο η ωμή, λαϊκή ανάγκη για ζωή. Μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια σε περιβάλλον που δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και απομόνωσης, όπου ο έξω κόσμος δεν έχει θέση. Όταν είσαι είκοσι χρόνια νεότερος, ο καπνός δεν σε πνίγει, και είναι το σύννεφο μέσα στο οποίο ζεις την ευτυχία σου. Η αγάπη και το σ’ αγαπώ  στο σκοτεινό, υπόγειο σκηνικό και η ανάγκη για τρυφερότητα είναι συγκλονιστική. Μας δείχνει ότι, όσο σκληροτράχηλοι κι αν ήμασταν στη δουλειά, η καρδιά μας αναζητούσε απεγνωσμένα αυτό το σ’ αγαπώ για να επιβεβαιώσει ότι είμαστε ζωντανοί. Σε εκείνο το υπόγειο της Κωστάντζα, η πραγματικότητα της θάλασσας είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη, πιο μεθυστική πραγματικότητα. Εκεί, ανάμεσα στα τσιγάρα και τους ήχους της νύχτας, δεν υπήρχαν πλοία, δεν υπήρχαν προθεσμίες, δεν υπήρχε το άγχος. Υπήρχε μόνο το τώρα, μια αγκαλιά και η υπόσχεση πως ο κόσμος, έστω και για λίγο, ήταν ακριβώς εκεί που τον αναζητούσαμε. Εκείνη την σχεδόν απελπισμένη ευτυχία που νιώθει κανείς όταν είναι νέος και πιστεύει πως η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα ελαφρά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά μας πάρε δώσε, και όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, και μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη εκείνη ώρα. Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι με σεβάστηκαν τον .....«Βαρόνο»..!
Παράλληλα διαπίστωσα ότι είχε χαράξει, και η αραιά ομίχλη που πλανιόταν πάνω από την θάλασσα έκανε τον χειμωνιάτικο πορτοκαλί ήλιο που εμφανίστηκε πέρα στον ορίζοντα να φαντάζει ωχρός, μελαγχολικός, όταν εγώ και οι δυο καλοί μου φίλοι, πακέτο βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με φιλική συνοδεία των αρχών μετανάστευσης της χώρας. Στη σκέψη πολλών συναδέλφων μας πιθανολογώ να φάνταζε ότι υπέστην βαρύ προσωπικό πλήγμα μετά την σύλληψη μας, αλλά εγώ απλώς  έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρξε ένα σχεδόν χιουμοριστικό στοιχείο στην όλη υπόθεση.
Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν έζησα λάθος την ζωή μου. Πιστεύεις ότι είσαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός. ........) μου τελείωσε την αφήγηση του!
«Αυτή η διαπίστωση είναι ίσως το πιο ώριμο και πολύτιμο συμπέρασμα που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος.» Του λέω. «Το ότι πιστεύεις πως είσαι ένα πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός δεν είναι αποτυχία, είναι εξέλιξη. Είναι η στιγμή που το εγώ των είκοσι χρόνων των πολυσύχναστων λιμένων και των υπόγειων της Κωστάντζας συναντά τον εαυτό μας στο σήμερα, με όλες τις ρυτίδες, τις εμπειρίες και τα αγκάθια της μνήμης μας. Και το «λάθος;». Ποιος ορίζει τι είναι «λάθος» στη ζωή μας; Αν είχες ζήσει διαφορετικά, δεν θα ήσουν ο «Βαρόνος» που κάθεται σήμερα στην άκρη της θάλασσας, να φιλοσοφεί μαζί μου, να εκτιμά τη μελαγχολία μιας χαλκογραφίας και να έχει την ενσυναίσθηση να αναγνωρίζει την ομορφιά στην ατέλεια.» συμπλήρωσα.
«Απλά συνεχίζω την ζωή μου, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια καινούργια μέρα  που ξημερώνει μια ευκαιρία για κάτι καινούργιο που αξίζει να το ζήσεις.» μου λέει.
«Μην προσπαθείς να διορθώσεις το παρελθόν, είναι κάτι αδύνατο, στο τέλος, όλοι μας είμαστε μια συλλογή από τις εκδοχές του εαυτού μας που αφήσαμε πίσω.» συμπλήρωσα τη φιλοσοφική του διάθεση.
......Στο τραπέζι κατέφθασε το δεύτερο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών. 
Είχα μάθει από συνάδελφο ναυτικό που είχε επαφή μαζί του, πως κράτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην παρέα του. Ξαναγύρισε με την βοήθεια και της εταιρείας στην Ρουμανία και μετέφερε στην Ελλάδα, όλες τις αποσκευές τους που ειχαν μείνει στο ξενοδοχείο της Κωνστάνζας.... 
Η επιστροφή στην Κωστάντζα για τις αποσκευές, πρόσθετε την τελευταία, απαραίτητη πινελιά στον χαρακτήρα του «Βαρόνου». Δεν ήταν μόνο ο «ποιητής» των πολύβοων λιμανιών ή ο ερημίτης της Καλαμάτας· Ήταν ένας άνθρωπος που τηρούσε τον λόγο του, ένας άνθρωπος της παλιάς κοπής.
 Στον κόσμο των ναυτικών, όπου όλα είναι ρευστά και ο χρόνος μετριέται με εξάντες, το να κρατήσεις μια υπόσχεση, ακόμα κι αν αφορά απλώς πράγματα και αποσκευές, είναι πράξη ηθικής ανωτερότητας. Ο «Βαρόνος ουσιαστικά «έκλεισε» τον κύκλο μας εκείνης της εποχής.  Δεν αφήσαμε τίποτα να αιωρείται στο παρελθόν. Ήταν σαν να ξεκαθαρίσαμε τους λογαριασμούς μας με τη ζωή που ζήσαμε τις εποχές εκείνες, ώστε να μπορούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, να προχωρούμε σήμερα.
Εκείνη η κίνηση του να γυρίσει στην Κωστάντζα και να φέρει πίσω τα υπάρχοντα τους ήταν η δική του σιωπηρή διαβεβαίωση ότι όλα όσα ζήσαμε εκείνο τον καιρό ήταν αληθινά. Δεν ήταν ένα μεθυσμένο όνειρο σε ένα υπόγειο, ήταν μια ιστορία που άξιζε να διασωθεί, ακόμα και με τις αποσκευές της.
Αυτή η κίνηση του Βαρόνου είναι τελικά ο λόγος που σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, μπορώ να μιλώ για εκείνον με τόσο σεβασμό και τόση θέρμη!
 Δεν τον συνάντησα ξανά. Η απουσία επαφής μας, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της προσωπικότητας του, μου προσδίδει μια σχεδόν μυθική διάσταση στη μορφή του. Υπάρχουν άνθρωποι στη διάβα της ζωής μας που, ακόμη και μετά από μια σύντομη γνωριμία, αφήνουν πίσω τους ένα κενό που μοιάζει με την ησυχία μετά από μια καταιγίδα. Το γεγονός ότι σήμερα, αναπολώντας τον, μου δείχνει ότι ο χαρακτήρας του είχε μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Τον φαντάζομαι σε μια εικόνα που ακροβατεί ανάμεσα στην ηρεμία της φύσης και τη θυελλώδη, νοσταλγική ζωή του παρελθόντος. Να ασχολείται με την σχολαστική και υπομονετική τέχνη της χαλκογραφίας, που απαιτεί λεπτομέρεια και σταθερό χέρι, και με τη φροντίδα του μεγάλου κήπου, όπου η ζωή αναπτύσσεται οργανικά κάτω από τον μεσογειακό ήλιο. Να περιποιείται τον κήπο του με την ίδια αφοσίωση που διεκδικούσε την προσοχή των γυναικών στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με μια ανάμνηση που ίσως ακόμα να τον στοιχειώνει. Η ετικέτα του «καλύτερου εραστή», όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, ίσως είναι για εκείνον το τελευταίο του τρόπαιο, μια υπενθύμιση μιας εποχής που η ζωή του ήταν γεμάτη ένταση, σε αντίθεση με τη σημερινή του απομόνωση στην αγροικία. Ίσως η σκέψη μου να επιστρέφει σε εκείνον γιατί ο «Βαρόνος» αντιπροσώπευε στις σκέψεις μου κάτι που σπανίζει. Την αίσθηση της πλήρους ζωής. Έναν άνθρωπο που δεν φοβήθηκε ούτε τις περιπέτειες στα λιμάνια, ούτε την ηρεμία της δημιουργίας στον κήπο του. Αναρωτιέμαι αν τελικά υπέκυψε στην πρόκληση της κοινότητας να συμμετάσχει σ' έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο, να θέσει υποψηφιότητα για το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο ή αν επέλεξε να παραμείνει πιστός στη μοναχική του τέχνη, αφήνοντας την πολιτική για τους νεότερους.

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Len Pos o Xronos Giatreuei Tis Pliges

Cape Town South Africa...
Κέιπ Τάουν.... Άνοιξη του χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι.
Οι δυο νεαροί μας φίλοι αποφάσισαν ότι ήταν η ώρα που έπρεπε να γυρίσουν στο πλοίο αφού είχαν απολαύσει ένα πλούσιο βραδινό γεύμα τελειώνοντας έτσι μια ευχάριστη εξόρμηση κατά τη διάρκεια της βραδιάς στο μοναδικό αυτό κοσμοπολίτικο λιμάνι της Νοτίου Αφρικής.
Το Κέιπ Τάουν είναι μία από τις παγκόσμιες πρωτεύουσες της υψηλής γαστρονομίας. Δεν είναι μόνο ο νυχτερινός ουρανός της Χώρας της Νότιας Αφρικής που είναι γεμάτος άστρα, είναι και τα εστιατόρια της πόλης που τα αστέρια Michelin δίνουν και παίρνουν, τοποθετώντας πόλη του Κέιπ Τάουν στην κορυφή της προτίμησης των καλοφαγάδων του κόσμου!  
Η κορυφαία και φημισμένη αστακό-μακαρονάδα του «Ακρωτηρίου» είναι ένα must για εκείνους που ψάχνουν την απόλυτη γεύση. Το άφθονο φρέσκο ψάρι, ο αστακός, αχινοί, και τα υπόλοιπα θαλασσινά, είναι καθημερινά στη διάθεσή σας. Επιλεγμένα εμφιαλωμένα κρασιά, συμπληρώνουν άριστα το μενού, είτε αυτό περιλαμβάνει ψάρι ή κρέας.
Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα που το ταξί τους άφηνε πίσω τους την μεγάλη και στρογγυλή πλατεία που περιβάλει το Greenways Hotel στην Torquay Avenue, της πόλης του Ακρωτηρίου στη Νότιο Αφρική, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα τελείως απροσδόκητο επεισόδιο με εξελίξεις καταιγιστικές και τελείως απρόσμενες. 
Μια αναπάντεχη απόπειρα ληστείας τους είχε σαν συνέπεια την περιπετειώδη καταδίωξη τους, που παρά ολίγο έλειψε να καταλήξει σε τραγικό μακελειό.   
Όλα ξεκίνησαν στο σταυροδρόμι που δημιουργείται το αρχικό ύψος της Torquay Avenue. Ο οδηγός μιας μεγάλη παλαιάς αμερικάνικης Πλίμουθ τους έκλεισε το δρόμο δημιουργώντας μπλόκο στο ταξί που τους μετέφερε από το εστιατόριο στο πλοίο, με οδηγό του ταξί έναν Λιβανέζο που ήταν και ο  ιδιοκτήτης του. Στο παλιό αυτοκίνητο επέβαινε μια ομάδα από νέγρους που επιχειρούσαν να ακινητοποιήσουν το ταξί και να ληστέψουν τους νεαρούς επιβάτες του.
Για μεγάλη τους τύχη ο οδηγός του ταξί απόλυτα ψύχραιμος και νηφάλιος χωρίς να το καλοσκεφτεί ζύγισε με ψυχραιμία τα δεδομένα, δεν ακινητοποιήθηκε και με φιλότιμες προσπάθειες και συντονισμένες ενέργειες κατάφερε να διαφύγει από τον εγκλωβισμό των επίδοξων ληστών.
Ταυτόχρονα έβγαλε από το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και το εναπόθεσε στην άδεια θέση του συνοδηγού το τεράστιο μάγκνουμ 44 όπλο που κουβαλούσε μαζί του. Ακολούθησε καταδίωξη από τους επίδοξους ληστές μέχρι και την λεωφόρο heerengracht όπου και εγκατέλειψαν την προσπάθεια τους.
Οι δύο μας φίλοι με ορθάνοιχτα μάτια έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και αποσβολωμένοι τον οδηγό του ταξί, που η ψυχραιμία του τους έκανε να μοιάζουν με πανικόβλητες νοικοκυρές.
Μόνο όταν φτάσανε στο πλοίο και ξανάνιωσαν ασφαλείς, κατόρθωσαν να καλύψουν τον πανικό και το χτυποκάρδι τους, ν’ αρθρώσουν λόγο και να περιγράψουν τον ηρωισμό και το θάρρος του ταξιτζή τους.
Υπήρχε μεγάλο ποσοστό εγκληματικότητας στο Κέιπ Τάουν, σε ορισμένες περιοχές της πόλης οι κλεφτές, οι ληστές, οι πόρνες, οι λαθρέμποροι ναρκωτικών και οι κάθε λογής φυγόδικοι αποτελούσαν κράτος εν κρατεί. Το μεγαλύτερο ποσοστό της εγκληματικότητας αφορούσε το μαύρο πληθυσμό της πόλης που αυξάνονταν ραγδαία.
Ήταν η εποχή εκείνη που στη χώρα του απαρτχάιντ το να αφαιρέσεις ζωή νέγρου και μάλιστα επίδοξου ληστή ήταν αμελητέο αδίκημα.
Οι επιβάτες του ταξί  ήταν ο νεαρός μηχανικός του πλοίου ο Αλκιβιάδης παρέα με τον Παυσανία νεαρό δόκιμο μηχανικό με καταγωγή από ναυτική οικογένεια νησιού των Κυκλάδων που τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία αρχικά αναζήτησε την επαγγελματική του τύχη στην στεριά χωρίς αποτέλεσμα ώστε τελικά να ακολουθήσει και αυτός την επαγγελματικη του τύχη στην θάλασσα.
«Τα καλά μας έρχονται με δυσκολία και μετά από αναζήτηση, ενώ τα κακά και χωρίς να τα αναζητήσουμε.» Του  έλεγε ο σοφός παππούς του Αλκιβιάδη.
Έτσι μέσα από αυτή την περιπέτεια και το σοκ, ξεκίνησε να αναπτύσσεται μέσα στα χρόνια μια δυνατή φιλία μεταξύ των δυο ανδρών, μια όμορφη αλλά και δυνατή φιλική σχέση.  Ο ένας θα ανακαλύψει στον άλλο στοιχεία που του λείπουν.. Ο Παυσανίας είναι ένας ευγενικός νεαρός, γοητευτικός άνδρας με την κοσμοπολίτικη αύρα ενός καλλιτέχνη εν αντιθέσει με τον Αλκιβιάδη που σαν τον κότσυφα αγαπά την μοναξιά, συχνά παραδοσιακός, αλλά ευθύς κοινωνικός, πρόθυμος για παρέα και γεμάτος καλές προθέσεις.
Και η φιλία τους μοιάζει με τα παλιά βιβλία, που ο χρόνος έρχεται και τους προσδίδει πολύ μεγαλύτερη αξία.
Ο Παυσανίας στις ημέρες εκείνης της εποχής, είχε κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά, οβάλ λευκό πρόσωπο, μαύρα μάτια ανθρακίτης, χέρια περιποιημένα, συμμετρική περιφέρεια, ίσια πλάτη. Δεν ήταν στεγνός αλλά ούτε παχύς, φαρδύς με στέρνο ανοικτό. Είχε μια ελκυστικά αέρινη αίσθηση η όλη του παρουσία.
Το δίλημμα που βασάνιζε τον καιρό εκείνο τον Παυσανία, αφορούσε μια μικροκαμωμένη ξανθιά κοπέλα ένα πλάσμα γλυκύτατο, ανήσυχο, που αντιμετώπιζε ακόμη και τα σοβαρά πράγματα με μια ελαφρότητα, και είχε πολλά παράπονα από την ερωτική τους σχέση. Σαν γειτόνοι είχαν ζήσει μαζί όλα τους τα χρόνια στο νησί μέχρι την αποφοίτηση απ' το τοπικό λύκειο. 
Μετακομίζοντας ο Παυσανίας στην Αθήνα και σαν φοιτητής στη σχολή Εμπορικού ναυτικού πολλές φορές αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που τον κρατούσε σ’ αυτή τη σχέση. Όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών του η σχέση τους πέρασε από πολλές δοκιμασίες. Την περίοδο της στρατιωτικής του θητείας η κοπέλα ουσιαστικά είχε φύγει από την ζωή του, την είχε δει ελάχιστες φορές και αυτές φευγαλέα.
Ταυτόχρονα μάθαινε ότι κάποιο διάστημα είχε μπει στη ζωή της παλιός συμμαθητής τους.
Πάει καιρός τώρα που η φίλη του μόνη της πια προσπαθεί ορμητικά να ξαναμπεί και πάλι στην ζωή του.
Ταυτόχρονα την ίδια εποχή μια νεαρή ψηλή καστανή γυναικεία φιγούρα, εργαζομένη σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία ανακάλυπτε πως πολύ της άρεσε αυτός ο ευγενικός άνδρας και αναζητούσε μια μόνιμη σχέση μαζί του. Αυτή η νέα του γνωριμία ήταν κάτι σαν τονωτική ένεση στην ιδέα που είχε για τον εαυτό του.
Απόλυτα φυσιολογικό σκέφτεται ο Αλκιβιάδης για τον φίλο του! 
«Να μην το ξεχνάς στις γυναίκες αρέσουν οι ευγενικοί άνδρες!» , έλεγε ο σοφός παππούς του. 
Για τον Παυσανία την εποχή εκείνη ήταν  περίπλοκο να περιγράψει με λόγια την ψυχοσωματική κατάσταση του, καθώς οι αναμνήσεις γλιστρούσαν στο μυαλό του με αφορμή τις δυο γυναίκες.
Είχε την αίσθηση ότι βάδιζε μέσα σ’ ένα τοπίο μετά την βροχή, στην υγρασία, ενός παράξενου δρόμου. Και πως η λύση ήταν εκεί στο τέλος του δρόμου και τον περίμενε.
Το πρόβλημα του είναι ότι ο δρόμος σε κάποιο σημείο του διχαλώνει. Από το ένα μονοπάτι βρίσκεται το ξανθό κορίτσι, το χθες και η σιγουριά του γνώριμου, από το άλλο η  νέα γνωριμία, το αχαρτογράφητο άγνωστο ακόμη μα επιθυμητό..
«Ποιο δρόμο θέλεις να διαλέξεις, η εκλογή βρίσκεται μόνο στα χεριά σου,» του είπε ο Αλκιβιάδης όταν ο Παυσανίας του εκμηστηρεύτηκε το δίλημμα του.
«Ο ποιητής έχει απαντήσει προ πολλού στο ερώτημα αυτό!» συμπλήρωσε.
Δυο δρόμοι χωρίζουν σ’ ένα δάσος κι εγώ αποφάσισα.
Τον λιγότερο ταξιδεμένο πήρα.
Κι αυτή είναι όλη κι όλη η διαφορά.
«Για να υποστηρίξω την όποια απόφαση σου αν βέβαια το χρειάζεσαι, αυτό που έχω να σου πω είναι ότι για μένα προσωπικά δεν χρειάζεται να ξέρω που πάω! Από τη στιγμή που βγήκα στο δρόμο αφήνω το ένστικτο μου και την καρδιά μου να με οδηγεί.» Του λέει ο Αλκιβιάδης.
«Εσύ είσαι σε διλληματική θέση και είναι πολύ αργά για να υποχωρήσεις στις επιθυμίες της ξανθιάς σου μα ίσως και πολύ νωρίς για να δράσεις στη νέα σου γνωριμία.» Συμπλήρωσε.
Προς το παρόν του Παυσανία του ήταν πολύ δύσκολο να αποφασίσει, δεν επιθυμούσε να δοκιμάσει την τύχη του, μέσα από ένα κυκεώνα συναισθημάτων.
Λεν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.
Λένε ειν’ εύκολο το χτες να λησμονήσεις.
Όμως εγώ νιώθω ακόμα σα νάταν χτες.
Τα δάκρυα, τα φιλιά κι όλες τις συγκινήσεις.

.....Να ξέρεις πως αργά η γρήγορα θα υπακούσεις στα αληθινά καλέσματα της καρδίας σου.
Ίσως αύριο ίσως μετά από καιρό, ακόμη δεν ξέρω πότε.
Αναρωτήθηκες ποτέ πόσοι είναι αυτοί που παρόλο που ξέρουν ότι βρίσκονται σε λάθος δρόμο, λάθος περιβάλλον, ακόμη και λάθος σχέση, κάνουν το μεγάλο και τολμηρό βήμα να επανεξετάσουν τον εαυτό τους και τις πραγματικές επιθυμίες τους και να ξεκινήσουν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν, να ξαναδούν τον εαυτό τους σε καθαρό καθρέπτη;
Η αναβλητικότητα είναι φυγή από τις τωρινές στιγμές. Παρά τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες της, ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ειλικρινείς αν πουν ότι δεν είναι αναβλητικοί.
Στην πραγματικότητα δεν αναβάλλεται κάτι όταν δεν το κάνεις, απλούστατα δεν έγινε.
Για μερικούς δε γίνεται τρόπος ζωής, ν’ αναβάλλουν πάντα για μια μέρα που δεν θ’ έρθει ποτέ.
.....Ο Παυσανίας άρχισε να του διηγείται την ιστορία της γνωριμίας με την νεαρή ξανθή κοπέλα αλλά, κατά ένα περίεργο τρόπο, του Αλκιβιάδη του φαινόταν ν’ ήξερε τα κυριότερα σημεία. Ποιος αλήθεια δεν έχει περάσει από το στάδιο αυτό.
«Ποτέ δεν τα πήγαμε τόσο καλά από την αρχή κιόλας αυτής της σχέσης υπήρχαν προβλήματα ανάμικτα με τα αισθήματα.»
«Γιατί συνέχιζες;» τον ρώτησε.
«Έλπιζα πάντα ότι τα πράγματα θα καλυτέρευαν.»
«Συμπεριφέρεσαι πολύ ανόητα αν αποζητάς μια εξήγηση έξω από τον εαυτό σου για το τι πρέπει να αποφασίσεις.»
Και όταν η σχέση τους έδειχνε να ξαναρχίζει, το κύμα του μέλλοντος ήρθε και τουμπάρισε την βάρκα του. Αισθανόταν ελαφρώς και αορίστως ένοχος για το γεγονός, αλλά μόνο ελαφρώς και αορίστως.
 Οι κυκεώνες των αισθημάτων είναι ένα μακρύ ταξίδι που κρατεί αιώνες, ποτέ του δεν φτάνει στο τέλος. Πόσοι και πόσοι ταξιδιώτες δεν έχουν περάσει από τους σταθμούς του. Άλλοτε με σκληρές αποφάσεις άλλοτε με ήπιους τόνους.
Ο φίλος μας το ένοιωθε, έφτανε στο τέλος, ολοκληρώνοντας αυτό το ταξίδι. Δεν εξαίρω το γεγονός ότι ήταν συνετός και συμβιβασμένος με τη μοίρα του και η εξέγερση ήταν πάντα ξένη με τη σκέψη του. Παρόλα αυτά συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την προσπάθεια να κάνει γνωστό το τέλος του ταξιδιού του με την ανήσυχη και με μια ελαφρότητα ερωτική τους σχέση.
Όχι δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Οι δυο τους απλώς ζούσαν ένα ιντερμέτζο καλοτυχίας, ενισχυμένο από μια δόση σεξουαλικής εναρμόνισης.
Δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει πως αυτό το πράγμα θα κρατούσε και πάλι για πολύ.
Αυτή τη φορά δεν έχει πισωγυρίσματα, η σχέση τους είχε γεράσει πριν την ώρα της.
Ήταν δική του απόφαση να φτάσουν στο τέλος.
Τρεις μήνες αργότερα.
Βρίσκονται στην μεγάλη δεξαμενή επισκευών Keppel Verolme BV, στα ναυπηγεία με έδρα το Ρότερνταμ στην Περιοχή του Rozerburg στην ανατολική όχθη του μεγάλου καναλιού, του θαλάσσιου δρόμου που ενώνει τη Βόρειο θάλασσα με την Κεντρική Ευρώπη. Βασικές υπηρεσίες του είναι επισκευή,  συντήρηση, τροποποίηση, ανακαίνιση και κατασκευή πλοίων. Στη δυτική πλευρά του καναλιού είναι η περιοχή του Vlaardingen, με τις απέραντες εκτάσεις από τουλίπες, το χαρακτηριστικό λουλούδι της Ολλανδίας. Ένα μοναδικό θέαμα. Ένα πολύχρωμο χαλί από τουλίπες σκεπάζει τις καλλιέργειες, και συνθέτουν μια πανδαισία χρωμάτων και μας υπενθυμίζουν ότι έφτασε η άνοιξη.
Ο Παυσανίας γύρισε στην καμπίνα του μετά απ' το τέλος της καθημερινής απασχόλησης του στις επισκευές του μηχανοστασίου, και βρήκε την 'Άντζελα να κοιτάζει το επαγγελματικό προσωπικό του ημερολόγιο. Το είχε ανοιγμένο σε μια συγκεκριμένη σελίδα και διάβαζε μια υποσημείωση.
«Πάντως κάτι έχει μείνει να σου θυμίζει τα παλιά.» του είπε η Άντζελα.
Ο Παυσανίας έμεινε για λίγο σιωπηλός, έβγαλε την φόρμα εργασίας του και κοίταξε τον κοπέλα του με θλιμμένο βλέμμα. «Είναι κάποια πράγματα που δεν χρειάζεται να τα ξέρεις» είπε.
 Ένοιωθε κάπως προβληματισμένος με τον τρόπο που συνήθως οι γυναίκες βγάζουν διάφορα αυθαίρετα συμπεράσματα και βυθισμένος στις σκέψεις του, έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στο μπάνιο και ξεκίνησε ένα χαλαρωτικό ντους.
«Ξέρεις καλύτερα να υπάρχει διάλογος μεταξύ μας, και να λέει ο ένας στον άλλο τους λόγους για τους οποίους είναι χαρούμενος η λυπημένος» Συνέχισε η κοπέλα.
«Ε, ναι,» είπε ο Επαμεινώνδας, όμως δεν προχώρησε παραπέρα. Πολύ θα ήθελε να της εξηγήσει πως τώρα βρισκόταν στην αρχή ενός γλυκού ονείρου, με μια γυναίκα που τον ήθελε και τον αγαπούσε.
«Το ξέρεις ότι έχεις ένα ύφος σα δαρμένο σκυλί;» του λέει η Άντζελα.
«Ε, δε νομίζω ότι είναι και τόσο άσχημη η κατάσταση μου, απλώς νοιώθω λίγο απαίσια, με ταλαιπωρεί λίγο ο πονοκέφαλος» της είπε.
«Ακόμη περιμένω να μου πεις γιατί έχεις αυτό το λυπημένο ύφος,» είπε η Άντζελα.
Ήταν βέβαιος πως αρκούσε ακόμη μια ερώτηση για να ξεκινήσουν μια ατελείωτη κουβέντα, η όποια μπορεί και να κρατούσε και ώρες. Προτίμησε να μην το ρισκάρει και δεν απάντησε.
Η Άντζελα. έπιασε τον εαυτό της ν’ ανασηκώνει τους ώμους της για να καμωθεί ότι δεν την πείραζε η σιωπή του. Όμως άνθρωπος ήταν και την ενοχλούσαν όταν κάθε τόσο ανακάλυπτε αναμνήσεις της εφηβικής του ηλικίας. Στριφογύρισε το ρολόι στον καρπό της και κοίταξε την ώρα.
«Αν είναι να με κάνεις να σ’ ερωτευτώ τρελά, τότε φρόντισε να μη φάμε την ώρα μας κλεισμένοι εδώ στην μικρή καμπίνα σου, ετοιμάσου να πάμε στο Ρότερνταμ.»
Ο Παυσανίας έμεινε σκεπτικός για λίγο, του ξέφυγε ένας αναστεναγμός ευχαρίστησης, και μόνο με την σκέψη της τον έκανε να χαμογελάσει.
«Σα να ‘χεις δίκιο, Άντζελα. ίσως είμαι και εγώ τρελά ερωτευμένος μαζί σου, έχω δαγκώσει την λαμαρίνα που λένε.» Αργά και τρυφερά την τράβηξε κοντά του, το πρόσωπο του λουζόταν στο απογευματινό φως, ακτινοβολώντας μια λάμψη. Τα μάτια του αντίκρισαν τα δικά της. Την φίλησε στο στόμα σφαλίζοντας τα μάτια του, απαλά στην αρχή, κι ύστερα παθιασμένα ξεχνώντας τα πάντα.
Το κάθε τι από τα περασμένα έσβησε μέσα στην ομίχλη. Το παρελθόν είχε ξεχαστεί.
Ζωντανή απόδειξη πως η ζωή σπάνια είναι έτσι όπως μας τη λένε.
Η Άντζελα ήταν μια ψηλή και αρκετά όμορφη κοπέλα με ίσια καστανά μαλλιά. Τα ταξίδια ήταν το πάθος της. Κατέφθασε στο πλοίο με την άφιξη στον λιμένα και θα έμενε σε όλη την διάρκεια των επισκευών δυο εβδομάδες περίπου. Ο δεσμός τους είχε επισημοποιηθεί και λογάριαζαν σύντομα να παντρευτούν. Έγινε κλήρωση για τον κουμπάρο, μεταξύ Αλκιβιάδη και της κολλητής της. Ο κλήρος πάντα πέφτει στα κορίτσια.
Απ’ όσο δύναται να γνωρίζει ο Αλκιβιάδης η Άντζελα εξακολουθούσε ν’ αποτελεί μυστήριο σε ότι αφορούσε την προηγούμενη προσωπική της ζωή. Στα είκοσι πέντε χρόνια της τώρα δεν είχε κάποιο σοβαρό ερωτικό δεσμό με κανέναν, η έτσι φαινόταν τουλάχιστον.
Ωστόσο σήμερα έδειχνε φρέσκια και ευτυχισμένη.
Την ιδία ώρα στο καπνιστήριο του πλοίου εξελίσσεται διάλογος μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου μηχανικού.
«Τι λες μωρέ, ανήκουστο», είπε ο πρώτος χαμογελώντας αχνά, προσπαθώντας να αστειευτεί. Ο Τρίτος μηχανικός ο Μανώλης ο κρητικός δικαιολογείτο ως συνήθως για τις συχνές άδειες απουσίας που ζητούσε. Τακτικό το φαινόμενο.
Παραπονιόταν δε για τα προβλήματα που είχε με την τελευταία σχέση του.
«Έχω τσακωθεί τόσες φορές μ’ αυτή την καρακάξα που ούτε παντρεμένοι να ήμασταν.»
«Εσύ μια ζωή αφήνεις τις γυναίκες και σε κάνουν ότι θέλουν,» του είπε ο Πρώτος μηχανικός.
«Μερικές απ’ αυτές σίγουρα με κάνουν ότι θέλουν» απάντησε με νόημα ο νεαρός κρητικός.
«Ναι οι όμορφες,» είπε ο Πρώτος. «Δε σ’ έχω δει ποτέ να κάνεις χατίρια σε άσχημη.»
«Πρώτε μου επιτρέπεις να σου πω κάτι; Δε νομίζω πως θ’ άντεχα να ζω παντρεμένος, δεν τις αντέχω τις εντάσεις.»
«Τότε καημένε μου, ετοιμάσου για ένα δύσκολο ταξίδι» του είπε ο Πρώτος.
«Μπα!» έκανε ο Μανώλης απορημένος. Και μόνο στη σκέψη του μονίμου δεσμού δεν ένοιωθε καλά. Είχε την αίσθηση πως η ζωή του θα γεμίσει ετερόκλητες ευθύνες, μπερδεμένες μεταξύ τους.
Τελειώνοντας οι επισκευές, ο Μανώλης αποχαιρετώντας την τελευταία κατάκτηση του,
δεν θα ξεχνούσε ποτέ την έκφραση της, εκείνη την χαμένη, απελπισμένη έκφραση που είναι εντελώς περιττή κάθε λέξη.
....Της Άντζελας της προκαλούσε θλίψη το γεγονός πως ο χρόνος παραμονής στο Ρότερνταμ τέλειωσε, στενοχωρημένη αποχαιρετούσε τον καλό της και γύρισε στην Ελλάδα ευτυχισμένη.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Το επόμενο χρονικό διάστημα οι εξελίξεις απέδειξαν πως ο χρόνος γιατρεύει όλες τις πληγές.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Transmitter Sta 406MHz

Η αρχή της ιστορίας μας έλαβε χώρα μια καλοκαιρινή ηλιόλουστη ημέρα στην παραλιακή λεωφόρο της πόλης του Σαν Αντόνιο της Χιλής και στον  περίφημο πεζόδρομο που επεκτείνεται κατά μήκος της ακτής και ονομάζεται «el Paseo Bellamar.» (η όμορφη θαλάσσια βόλτα). Ηταν ένα περιστατικό απ' αυτά τα περιστατικά, που χαρακτηρίζονται ως «απροσδόκητα», τονίζοντας την  απροβλεψιμότητα (unpredictability) στην αφύπνιση και συνειδητοποίηση των καταστάσεων για κάποια άτομα της κοινωνίας που αποκτούν την ικανότητα να ανακάμπτουν από δυσκολίες και τραύματα, βρίσκοντας τον προορισμό τους σ'ένα ταξίδι που κρατάει όσο και η ζωή. Η λιακάδα που πλημμύριζε την πόλη προμήνυε ένα μακρύ, ζεστό καλοκαίρι. Το καλοκαίρι αυτό θα αποτελούσε την αφορμή για να θέσει σε κίνηση μια σειρά από δοκιμασίες και να ξεκινήσει το μακρύ απρόοπτο και καθοριστικό ταξίδι της επόμενης μέρας ο Ρενέ.
Σ' έναν κεντρικό δρόμο της μεγάλης πόλης της Χιλής μια τυχαία συνάντηση και μια απλή ερώτηση, με μόνο σκοπό μια συνηθισμένη πληροφορία κατέληξε να είναι καθοριστική στιγμή όπου ένας απρόβλεπτος, εξωτερικός παράγοντας (το πεπρωμένο) που παρεμβαίνει δραστικά στη ζωή ενός προσώπου, αλλάζοντας την πορεία του. Ήταν η έννοια της «Μοίρας» (destiny) που δρα ως ανώτερη δύναμη, ανατρέποντας τα σχέδια των ανθρώπων, παρόμοια με τις ανατροπές που συντελέστηκαν στη ζωή του Ρενέ αλλάζοντας για πάντα την καριέρα του και τον οδήγησαν σε μια περιπέτεια και στο ταξίδι της γνωριμίας του με την Ελλάδα και την ναυτιλία της.
Έτσι λοιπόν απρόσμενα! μια τυχαία συνάντηση του έδειξε έναν δρόμο που ποτέ δεν είχε φανταστεί και που έμελλε να αλλάξει η πορεία της ζωής ενός απλού καθημερινού νεαρού αγοριού από την μακρινή Χιλή να αλλάξει άρδην. Μια απλή ερώτηση εκεί καταμεσής στο παραλιακό δρόμο του μεγάλου λιμανιού ήταν ο καταλυτικός παράγοντας που θα καθόριζε το πεπρωμένο για την υπόλοιπη ζωή του..
Ο Ρενέ ήταν ένας νεαρός αξύριστος άνδρας με μαύρα πυκνά μαλλιά, φορούσε αθλητικά παπούτσια, πολύχρωμο χαβανέζικο πουκάμισο, τσαλακωμένο παντελόνι. Είχε τα χέρια του βαθιά χωμένα στις τσέπες, περπατούσε στη παραλιακή λεωφόρο, το πρόσωπο του χειμωνιάτικη θλίψη, ανέκφραστο, άδειο με μια βαθιά ριζωμένη μελαγχολία που δεν ταίριαζε με την νεανική του ηλικία. 
Ο δρόμος του τον είχε οδηγήσει στην παραλιακή ακτή που υψωνόταν πάνω από τον γαλάζιο ωκεανό. Ατένιζε τον ορίζοντα τη φαινομενική γραμμή που χωρίζει τη θάλασσα από τον ουρανό και είναι στην πραγματικότητα μια θεωρητική γραμμή, η οποία μπορεί να παρατηρηθεί μόνο όταν βρίσκεται στην επιφάνεια της θάλασσας. Η ακτή που υψώνεται πάνω από τη γαλάζια θάλασσα τρεμόπαιζε η αντανάκλαση της μέσα στα νερά της παλίρροιας όταν επέστρεφαν, κάτω από τον καθαρό ουρανό, μέσα στο ζεστό και ζωηρό φως.  Η υγρασία απ' την παρουσία του νερού και ο ζεστός αέρας δεν τον ανακούφιζε καθώς το βλέμμα που βυθίζεται, στην καταγάλανη θάλασσα, και οι σκέψεις του σε μορφή υπαρξιακής αναζήτησης, συνδέεται με την παλίρροια ως σύμβολο που υποδηλώνει την αέναη κίνηση, το «μέσα-έξω» των συναισθημάτων του και η βύθιση του βλέμματος του τον παραπέμπει σε μια κατάσταση εσωστρέφειας και αδιέξοδης σκέψης.
Πήρε βαθιά ανάσα σήκωσε το κεφάλι του να κοιτάξει μακριά, εκεί που η θάλασσα συναντά τον ουρανό κι άφησε τη σκέψεις του να τρέξουν για μερικά λεπτά να ηρεμήσουν στο μυαλό του κοιτάζοντας το άπειρο να σκεφτεί το μέλλον του και τις δυνατότητες του. Να αναζητήσει νέες ευκαιρίες ή λύσεις.
Νιώθει μια μοναξιά να τον είχε τυλίξει σαν σύννεφο βαρύ. «Ήμουν ανόητος... τόσο ανόητος». Μονολογεί και η «ανοησία» που νιώθει του είναι απλά ένα μάθημα που έχει δυσάρεστες συνέπειες.
Θυμάται πως αντέδρασε με οργή! Μια οργή που ξεχείλισε από μέσα του σαν να ήταν ριζωμένη βαθιά στη νεανική του φύση όπως το νερό που τρέχει.
Συντρίμμια άφησε πίσω του εκείνη τη μέρα κι αυτή που χάραξε του έφερε ακόμη περισσότερα. Το κακό δεν σταμάτησε εκεί στην πρώτη μέρα, αλλά συνεχίστηκε και επιδεινώθηκε και του έφερε περισσότερο πόνο, δείχνοντας του ότι δεν υπάρχει άμεση ανακούφιση.
Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ώρες που ενημερώθηκε για την οριστική, αμετάκλητη απόφαση της αθλητικής δικαιοσύνης που δεν επιδέχεται περαιτέρω αμφισβήτησης ή ένδικα μέσα. Έλαβε γνώση της απόφασης, συναισθανόμενος το βάρος της. Τρία χρονιά αφαίρεση αθλητικής ιδιότητος και στέρηση εισόδου σε αθλητικούς χώρους για ενεργό συμμετοχή του σε επεισόδια σε αθλητικούς χώρους και βιαιοπραγίας. Η απόφαση της αθλητικής δικαιοσύνης περιγράφει μια τραγική εξέλιξη στην καριέρα του, όπου οι κόποι, οι θυσίες και τα όνειρα του καταρρέουν, λόγω αναγκαστικής τριετούς απόσυρσης καθώς τώρα καλείται να διαχειριστεί το απότομο τέλος της αθλητικής του καριέρας. Αντί για μια προγραμματισμένη αθλητική καριέρα, ο Ρενέ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη διάψευση των προσδοκιών του, που του δημιουργεί μια αίσθηση ακύρωσης των όσων ονειρευόταν.
Μπορεί να μην το έδειχνε αλλά είχε ένα νευρώδες γερά κτισμένο σώμα, και μέχρι χθες όλοι πίστευαν στο πλούσιο ταλέντο του και ότι θα εξελιχτεί σε σπουδαίο τερματοφύλακα.
Έβγαλε τα χέρια από τις τσέπες και βάλθηκε να τρίβει το μέτωπο του.
Ένα πελώριο γιατί να συμβούν όλα αυτά τον βασανίζει σαν μια «πληγή που αιμορραγεί» και το ερώτημα επανέρχεται αδιάκοπα σε μια κατάσταση μελαγχολίας, εσωτερικής ομίχλης και συναισθηματικής βαριάς ατμόσφαιρας. Και όταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα είναι «συννεφιασμένα», όλα μοιάζουν θολά, μουντά και στερημένα από το φως της χαράς!
Η σκηνή με το επεισόδιο πλημμυρίζουν τις σκέψεις του και δεν μπορεί να τις αποβάλει! Επανέρχονται συνεχώς και κυριαρχούν στο μυαλό του και του προκαλούν αισθήματα ενοχής, ντροπής και μεταμέλειας.. Θυμάται! Ήταν εκείνες οι στιγμές που η λογική πέθανε και η οργή γεννήθηκε. Και όλη του η οργή στρεφόταν προς το πρόσωπο με τα μαύρα εκεί κοντά στη σημαία του κόρνερ. Το επεισόδιο εκτυλίχθηκε λίγο πριν το τέλος του αγώνα, όταν επιτέθηκε βίαια στο διαιτητή, με αποτέλεσμα να αποβληθεί από τον αγώνα και στη συνέχεια να παραπεμφθεί στην αθλητική δικαιοσύνη. Έχει μετανιώσει και έχει καταλάβει πόσο μεγάλο ήταν το λάθος που έκανε. Αυτά σκεφτόταν περίλυπος και δεν ξέρει τι να κάνει. Όπως και να έχει είναι αργά πλέον, και δεν έχει νόημα να αναρωτιέμαι... Θα άλλαζε κάτι; Η απάντηση είναι πως όχι, δεν θα άλλαζε τίποτα απολύτως... Όσο σκληρό και αν είναι αναγνωρίζει ότι είχε φερθεί με τόση απόλυτη αφέλεια όπως και τα ζώα, έδρασε με βάση το ένστικτο και τις ορμές του.
.....Ήταν μια φωνή με μια ιδιόμορφη προφορά, και ο τρόπος που προφέρει τις λέξεις άγνωστος στα δικά του μέρη. Ήταν μια φωνή που τον εβγαλε απο την εσωτερική ομίχλη του τη βαριά συναισθηματική του ατμόσφαιρα και τον προσγείωσε στη πεζή πραγματικότητα.
«Buenos días, amigo!»
«Hola!. sénior »
«Disculpe!.... Μπορείτε να μου πείτε πού θα βρω το ταχυδρομείο;»
«Por favor! Να σας δείξω. Στο εμπορικό κέντρο... στο Mall Arauco San Antonio.».
«Gracias.!».
«De nada.! Περπατήστε μαζί μου..  Senior... και θα σας οδηγήσω.»
«Muchas gracias.! Αν δεν σας γίνομαι βάρος.».
«Está bien.! Senior».
Ο ξένος που ρωτούσε ήταν Έλληνας. Ήταν ο πλοίαρχος του φορτηγού πλοίου το οποίο βρισκόταν ελλιμενισμένο στη βόρεια προβλήτα του Λιμανιού, στις αποθήκες διαμετακομίσεως του εμπορικού Λιμένος.
Από το ταχυδρομείο κατέληξαν στα όμορφα παραλιακά στέκια του λιμένα. Εκεί μπορούσαν να ξοδέψουν ατελείωτες ώρες πίνοντας καφέ και συζητώντας μέχρι να έρθει η στιγμή που θα «γυρίσει» ο καθένας  στην καθημερινότητα του...
Η καθημερινότητα του Ρενέ που αφορούσε τη ζωή, τη ρουτίνα, την εργασία του δυστυχώς είχε αλλάξει προς το χειρότερο και είναι πλέον ρευστή προς μια αβέβαιη κατεύθυνση και οι προβλέψεις δύσκολες. Με την αβεβαιότητα να παραμένει μια πρόκληση καθιστούσε δύσκολη κάθε πρόβλεψη. Ο Ρενέ σε μια διαδικασία βαθιάς ανάσας, ηρεμίας και αποβολής του άγχους, σε μια προσπάθεια να «καθαρίσει» το μυαλό του και να ανακτήσει την ψυχραιμία του, διηγήθηκε όσο πιο σύντομα την ιστορία του. 
«Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα..... και τελείωσαν όλα», εξωτερίκευσε τις σκέψεις και τα αισθήματα του χωρίς περικοκλάδες μ' ένα ξερό χαμόγελο, ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση της ζωής του, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα και η ματιά του πλανήθηκε στο χώρο με έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Ο πλοίαρχος που του έμοιαζε με Σπανιόλος, καταγόταν από ένα μυστηριώδες μακρινό μέρος που λεγόταν Χίος. Με λίγα λόγια, του εξήγησε ότι η Χίος είναι ένα πολύ όμορφο νησί, σε μια άλλη ήπειρο, σε μια άλλη χώρα τη μακρινή Ελλάδα.
Η σκέψη του είχε έρθει από το πουθενά, προσπαθεί να τη διώξει αλλά αυτή επιμένει. Είναι μια σκέψη που έρχεται, ξανάρχεται, τον ενοχλεί, κι όμως αυτή επιμένει. Υποχρεώσεις πίσω του δεν έχει, η εξοντωτική ποινή τον είχε κλονίσει γιατί το ποδόσφαιρο ήταν η ζωή του, κλοτσούσε το τόπι στις αλάνες της πόλης από όταν θυμάται τον εαυτό του. Μια ακραία στιγμή βίας τον αναγκάζει να γυρίσει την πλάτη, να αφήσει πίσω του για πάντα τον κόσμο του που ήταν άρρηκτα δεμένος με αυτό που τόσο αγαπούσε , να αναζητήσει το παρόν και το μέλλον μακριά του . Ρώτησε λοιπόν τον πλοίαρχο εάν έχουν ανάγκη από όχι ιδιαίτερα εξειδικευμένο πλήρωμα στο πλοίο.
Έμεινε μόνος του τις επομενες ημερες αφότου τελικά επήρε τη δική του μεγάλη απόφαση όσο περίπλοκη και αν του φαινόταν. Εκει στη μοναξια του ειχε το βλεμμα του στο κενό, και νιώθει ένα περίεργο μείγμα ανακούφισης και τρόμου. Από τη μία, θέλει να αφήσει πίσω του όσα τον πίεζαν, και απο την αλλη να πάρει την απόφαση να αλλάξει πορεία.
Σκέφτεται «Κάνω το σωστό;» «Κι αν αποτύχω;» Η καρδιά του χτυπάει γρήγορα, κάποιες φορές από ενθουσιασμό, και κάποιες από άγχος. Θέλει να τρέξει μπροστά, αλλά ταυτόχρονα νιώθει την ανάγκη να κλειστεί στον εαυτό του, να προστατευτεί. Δεν ξέρει πού θα τον βγάλει αυτός ο δρόμος, αλλά είναι ώρα να αναπνεύσει βαθιά. Είναι έτοιμος, ακόμα κι αν τρέμουν τα γόνατά του. Όσο πιο σύντομα, εφοδιάστηκε με διαβατήριο. Νιώθει μια ελαφρότητα, σαν να έβγαλε από την πλάτη του ένα σακίδιο γεμάτο πέτρες. Αλλά από την άλλη, ο φόβος του αγνώστου είναι παραλυτικός. Σάλπαρε με το πλοίο, γεμάτος ελπίδες και δίψα για καλύτερες ημέρες και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα, παρασέρνοντας μαζί του τις ελπίδες του.
Άφηνε πίσω του το Σαν Αντόνιο, την γενέτειρα του πόλη στην περιφέρεια Valparaíso της κεντρικής Χιλής, στη περιοχή ενός ευρύ κόλπου του ειρηνικού ωκεανού. Έναν θαλάσσιο λιμένα με την οικονομική δραστηριότητα να συγκεντρώνεται στη στενή επίπεδη περιοχή κοντά στον κόλπο, και οι κατοικημένες περιοχές να βρίσκονται στις απότομες κλίσεις των λόφων που εσωκλειόταν η πόλης. Μια πόλη μικρή σε σημαντική όμως τοποθεσία. Το λιμάνι της είναι το μεγαλύτερο από άποψη εμπορευματικών μεταφορών και το πιο πολυσύχναστο στη δυτική ακτή της Νότιας Αμερικής. Ο πληθυσμός της ήταν μοιρασμένος σ’ αυτούς που έφευγαν, τους ναυτικούς, και σ’ αυτούς που έμεναν. Διάλεξε να φύγει, θα ήταν μεγάλο λάθος σκέφτηκε να μην αρπάξει την ευκαιρία.
Το πλοίο φόρτωσε ξυλεία με προορισμό εκφόρτωσης στο λιμένα της Νάπολη της Ιταλίας στη Μεσόγειο θάλασσα. Η αναχώρηση έγινε μια νύκτα με πανσέληνο, πίσω τους ο κόλπος ασήμιζε λουσμένος από λευκό φως, ήταν ένας γραφικός τόπος και δημοφιλής προορισμός που κατάφερνε να προσελκύσει χιλιάδες επισκέπτες χάρη στο φυσικό του κάλλος. Στην παραλία υπήρχαν ακόμη αρκετοί τουρίστες. ¨Ηταν το τελευταίο κύμα του καλοκαιριού.
Ο Ρενέ φιγούρα μοναχική στεκόταν στο κατάστρωμα της πρύμνης, το πρόσωπο του σκοτεινό, τα μαλλιά ανακατεμένα στο μέτωπο από τον αέρα της θάλασσας, και το βλέμμα του έμεινε να κοιτάζει πέρα τα λευκά και κίτρινα φώτα που μίκραιναν καθώς πλοίο απομακρυνόταν, βρισκόταν ανάμεσα σε δυο κόσμους αυτόν που άφηνε και αυτόν που οι ελπίδες του προσδοκούσαν να αντικρίσουν.
«Μάρτυς μου ο θεός » ψιθύρισε μέσα από τα χείλη του, δεν ήθελα σε κανένα να κάνω κακό, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τα τελευταία φώτα, το πλοίο άλλαζε πορεία νότια και η πολιτεία χανόταν πίσω από τα βράχια της ακτής.
Το χλωμό φως απ’ το φεγγάρι που χαμήλωνε χάιδεψε τον ορίζοντα κατά την είσοδο του πλοίου στα στενά του Μαγγελάνου, έναν πορθμό μήκους 570 χιλιομέτρων που ενώνει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Οι δυο ωκεανοί συναντώνται στο Ακρωτήρι Χορν στη Γη του Πυρός στην Χιλή  δύο στρώματα νερού με διαφορετικό χρωματισμό προσεγγίζουν το ένα το άλλο αλλά δεν αναμειγνύονται λες και υπάρχει κάποιο αόρατο εμπόδιο μεταξύ τους και τα νερά αρνούνται να ενωθούν. Έτσι δημιουργείται ένα μαγικό οπτικό θέαμα που βέβαια εύκολα εξηγείται. Οι δυο θάλασσες έχουν διαφορετική πυκνότητα, θερμοκρασία αλλά και αλατότητα  Είναι κάτι που μπορεί να ακούγεται σαν περιγραφή ενός θαύματος αλλά είναι κάτι που συμβαίνει σε αρκετά σημεία του κόσμου και υπάρχει μια εύκολη επιστημονική εξήγηση. Ανατολικά φάνηκε θαμπό το πρώτο φως της καινούργια μέρας, την επομένη το πλοίο άφηνε πίσω του το θαλάσσιο κανάλι, ταξίδευε στα νερά του Ατλαντικού ωκεανού.
Η νέα περιπέτεια της ζωής του που επρόκειτο να ζήσει ο Ρενέ μόλις είχε αρχίσει. Ο φίλος μας βρίσκεται στο κατώφλι μιας σημαντικής αλλαγής πολλά υποσχόμενης και γεμάτη δυνατότητες που του φέρνει ανάμικτα συναισθήματα. Αναστοχαζόταν για το τι άφησε πίσω του, θάρρος για να αγκαλιάσει το νέο του ξεκίνημα, ενθουσιασμό, προσμονή, ίσως και λίγο φόβο για το άγνωστο και ευχόταν αυτή η αλλαγή να είναι θετική και να του φέρει όμορφες εμπειρίες. 
Ντροπαλός και ευγενικός χαρακτήρας, (αποδείχτηκε πως δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την οργισμένη και ψυχολογικά φορτισμένη κατάσταση που επέδειξε ως τερματοφύλακας στη διάρκεια του αγώνα), η αποδοχή του δεν ήταν απλώς τυπική, αλλά συνοδεύτηκε από ζεστασιά και φιλική διάθεση από το υπόλοιπο πλήρωμα, έγινε μέλος του πληρώματος του πλοίου χωρίς δυσκολία και πολύ γρήγορα ο νεαρός άνδρας προσαρμόστηκε στις συνθήκες της θάλασσας και στις απαιτήσει της ναυτικής ζωής που μια τέτοια προσαρμογή είναι κρίσιμη, ειδικά για νεότερους ναυτικούς που αντιμετωπίζουν ανοιχτές θάλασσες.
Μετά από είκοσι ημέρες ταξίδι στο βάθος αντίκρισαν της ιταλικές ακτές, η παραλία της Νάπολη ήταν μπροστά τους. Ήταν το πρώτο μεγάλο του ταξίδι, η πατρίδα εκεί μακριά στις ακτές του Ειρηνικού άρχισε να τυλίγεται από μια ομίχλη στις σκέψεις του, μόνο ανάμνηση είχε μείνει τίποτα άλλο.
Άλλαξε δυο τρεις εταιρείες όπου εργάστηκε στα πλοία τους, παντού τον εκτιμούσαν για την εργατικότητα του.
Η τύχη λένε κάνει εισόδους κι εξόδους στη ζωή μας γιατί ακόμα κι οι ποιο σωστές κινήσεις κι επιλογές μας δεν αρκούν να είσαι τυχερός χωρίς να περάσεις από σαράντα κύματα για να αισθανθείς πως η ζωή σου χαμογελά, χωρίς να το κάνει αυτό καθόλου συχνά.
Τυχαία και απρογραμμάτιστα του έμελλε να ξεκινήσει να εργάζεται στην Δωρική Ναυτιλιακή εταιρεία, μια νεοϊδρυθείσα εταιρεία από ένα στιβαρό άνδρα, φιλόδοξο μηχανικό του εμπορικού ναυτικού με φλογερό ταμπεραμέντο, βλέμμα οξύ, διεισδυτικό, μια πολύ δυναμική, παθιασμένη και επιβλητική προσωπικότητα.
Στην συνείδηση των συνεργατών του, και στα πληρώματα της εταιρείας δεν έγινε ποτέ το αφεντικό, απλώς ήταν ο συνεργάτης ο συνάδελφος. Ο άνεμος στα καρνάγια και της επισκευαστικές ζώνες της ευρύτερης περιφέρειας του Πειραιά έφερνε τους ψιθύρους και τον απόηχο από τα σχόλια για τον ακέραιο χαρακτήρα του που υποδηλώνε οξυδέρκεια, αυτοπεποίθηση και ικανότητα να «διαβάζει» τους ανθρώπους και τις καταστάσεις. Ο λόγος του ήταν συμβόλαιο εμπιστοσύνης όπως οι αρχαίοι Τρέϊντερς στα εμπορικά σταυροδρόμια της Μεσογείου θάλασσας.
Αυτός ήταν ο κύριος Θεόφιλος Θεραπευτής ο πλοιοκτήτης στη νέα εταιρεία. Ο σοφός βοσκός παππούς μου έλεγε.
«Άπαξ και είσαι ναύτης, ναύτης πεθαίνεις»
Το δεύτερο μπάρκο του στη νέα εταιρεία ήταν καθοριστικό για τον Ρενέ. 
Ο κύριος Θεόφιλος αγόρασε ένα πλοίο μεταφοράς προϊόντων πετρελαίου που βρισκόταν έκτος λειτουργίας μετά από μια προσάραξη στο εξωτερικό αγκυροβόλιο της νήσου Τζαμάικα στην θάλασσα της καραϊβικής. Ισχυρή έκρηξη είχε καταστρέψει μια δεξαμενή φορτίου. Ο τεχνικός διευθυντής της εταιρείας επικεφαλής κλιμακίου από στελέχη της εταιρείας του Ρενέ συμπεριλαμβανόμενου ξεκίνησαν με προορισμό την Τζαμάικα να παραλάβουν το πλοίο.
Οι πρώτες πληροφορίες προερχόμενες από τον τεχνικό διευθυντή μιλούσαν ότι το πλοίο είχε πάρει άδεια απόπλου για τα ναυπηγεία στην απέναντι ακτή στις Ολλανδικές Αντίλλες όπου θα εκτελούσε εργασίες  επισκευών. Ταυτόχρονα πλήρωμα επάνδρωσης του σκάφους από τις Φιλιππίνες θα τους συναντούσαν στην Τζαμάικα.
Στη Τζαμάικα αντίκρισαν το πλοίο σε πολύ χειρότερη κατάσταση από αυτή που έλεγαν οι πληροφορίες.  Ύστερα από μερικές προσωρινές αποκαταστάσεις ώστε το πλοίο να θεωρείται αξιόπλοο πήραν άδεια απόπλου για τις Ολλανδικές Αντίλλες για μόνιμες επισκευές.
Στο δρόμο, ελήφθη η απόφαση να το ταξιδέψουν στον Πειραιά όπου και θα γίνουν όλες οι απαιτούμενες επισκευές αποκατάστασης ώστε το πλοίο εκτός από αξιόπλοο να καταστεί και εμπορικά λειτουργικό. Ακολούθησε συνάθροιση του πληρώματος για να τους ανακοινωθεί η απόφαση από τον πλοίαρχο, ρωτήθηκαν ποιοι είναι διατεθειμένοι να συνδράμουν στο μακρινό ταξίδι, όποιος επιθυμεί να μην ακολουθήσει θα αποζημιωθεί και θα αναχωρήσει για την πατρίδα του από τις Ολλανδικές Αντίλλες. Το πλήρωμα στο σύνολο του συμφώνησε και σε μεγάλο μέρος ήταν ένα τσούρμο από πεπειραμένους ναυτικούς και τεχνίτες.
Ο Ρενέ παρέμεινε σαν συνεργείο επισκευών με αρμοδιότητα τον καθημερινό έλεγχο στα ελάσματα των δεξαμενών, είχε εξελιχτεί σε εξαίρετο τεχνίτη.
Στο γενικό χάρτη χάραξαν την πορεία του σκάφους.
Από Τζαμάικα - Ολλανδικές Αντίλλες - Τρίνινταντ - Βόρειες ακτές Βραζιλίας - Ντακάρ της Αφρικής - Κανάριους νήσους - Γιβραλτάρ – Μεσόγειος θάλασσα – Πειραιεύς.
Είναι ήδη δεύτερη εβδομάδα στη θάλασσα, ταξίδευαν ανοικτά του Τρίνινταντ με πορεία νοτιοανατολικά όταν ξέσπασε η τροπική καταιγίδα, και είχαν βρεθεί στο έλεος των ανέμων. Το σκαρί είχε αντέξει ήταν κτισμένο σε καναδικά ναυπηγεία με το κουφάρι του άριστης ποιότητος χάλυβα 32 χιλιοστών, ικανό να αντεπεξέλθει σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες και θεομηνίες μέχρι να βρει την Ρότα του που θα το έβγαζε στην περιοχή της νηνεμίας.
Η επιθεώρηση στα ελάσματα ήταν συνεχής και επίπονη, πολλές φόρες άνοιγαν οπές στις λαμαρίνες για να αποτρέψουν επέκταση της ζημιάς, άλλοτε συγκολλούσαν πρόσθετα ελάσματα υποστήριξης. Ο Ρενέ έδειξε παράτολμη και ηρωική αξιοσύνη όπου χρειάστηκε να βοηθήσει. Το υπόλοιπο ταξίδι ως τον τελικό προορισμό ήταν γενικά ήρεμο χωρίς αβαρίες και προβλήματα. Η σχέση του με την εταιρεία σφυρηλατήθηκε στέρεα μέσα από την αλμύρα της θάλασσας και η εργοδοσία απέκτησε ένα πιστό και καλό στέλεχος και ο Ρενέ απέκτησε μια εργασιακή στέγη με προοπτική.
Στη συνέχεια βρέθηκε στο Μπιλμπάο της Ισπανίας όπου έμεινε μακρύ χρονικό διάστημα σε μια αγορά μεταχειρισμένου πλοίου μεταφοράς χημικών φορτίων που εκτελούσε τις απαιτούμενες επισκευές στα τοπικά ναυπηγεία της πόλης.
Ήταν γραφτό εκεί να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του, τη γυναίκα που έγινε η μέλλουσα σύζυγος του. 
Όταν την αντίκρισε πρώτη φορά η ανάσα κόπηκε στο στήθος του από την έκπληξη έχοντας την αίσθηση ότι αντίκρισε την ίδια την κοπέλα των ονείρων του. 
Η πρώτη σκέψη του Ρενέ μόλις είδε την κοπέλα που στεκόταν μπροστά του! «Είναι πολύ όμορφη!» Ψέλλισε σαν να μην μπορούσε να εμπιστευτεί τα ίδια του τα μάτια. Κι εκείνη σαν να τον άκουσε, τον κοίταξε και χαμογέλασε αυθόρμητα, ζεστά και τότε η καρδιά του πετάρισε σαν μικρού παιδιού που ένιωσε να ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του. Καθόλου δεν άργησε ν' αρχίσει το ερωτικό τους ταξίδι με ορθάνοιχτα τα πανιά. Ο γάμος έγινε στην Ελλάδα που ζουν μόνιμα με τα δυο αγγελούδια τους.
...........΅Έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε 
Περασμένα μεσάνυχτα...... Σάουθαμπτον Νότιος Αγγλία. Στο Κέντρο έλεγχου και διάσωσης (Rescue Coordination Centers) ο νυχτερινός υπάλληλος της βάρδιας απευθύνθηκε στο συνάδελφο του αλαφιασμένος.  «Θεέ μου… το βλέπεις αυτό;…»,  νευρικά κινήθηκε αποσβολωμένος πιο κοντά στην οθόνη. Κώδικας έκτακτης ανάγκης... «EPIRB»... από ένα πλοίο είχε ενεργοποιηθεί στο νότιο Ατλαντικό ωκεανό. Είναι αδύνατον μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, κάτι δεν λειτουργεί σωστά εδώ και αναζήτησε με απορημένη ερωτηματική ματιά τον προϊστάμενο του.
«Η γνώμη σου σαν πιο ειδικού είναι πιθανό να υπάρχει κάποια εξήγηση;…»
Τις ίδιες στιγμές: Τουλόν Γαλλία, κέντρο έλεγχου και διάσωσης.
Ο υπάλληλος της βάρδιας σηκώνει το τηλέφωνο, από την άλλη άκρη ακούει τον Άγγλο συνάδελφο του να τον πληροφορεί για το επεισόδιο που έχουν ήδη καταγράψει και οι ίδιοι στο κέντρο έλεγχου της Τουλόν  Ο έλεγχος δείχνει ότι έχει ενεργοποιηθεί συσκευή έκτακτης ανάγκης «EPIRB» από πλοίο, κάπου κοντά στις ακτές του Σάο Πάολο της Βραζιλίας αλλά το μεγάλο παράδοξο είναι ότι το πλοίο φαίνεται να κινείται με πορεία βορειοανατολικά στον Ατλαντικό Ωκεανό σε ταχύτητα 950 χιλιόμετρα την ώρα. Από την καταχώρηση του συστήματος, η ταυτοποίηση δείχνει ότι ανήκει σε πλοίο ελληνικών συμφερόντων με έδρα τον Πειραιά.
Αναζητείται έκτακτα ο αντιπρόσωπος της εταιρείας προς ενημέρωση και διασταύρωση των στοιχείων.
«Καλημέρα σας, ο κύριος Μέγιστος της Δωρικής Ναυτιλιακής;.»
«Μάλιστα ποιος τον ζητεί παρακαλώ;»
«Είμαστε από το θάλαμο επιχειρήσεων του κέντρου αναζήτησης και διάσωσης, που εδρεύει στην Τουλόν στη Γαλλία.»
«Σε τι μπορώ να φανώ χρήσιμος;»
«Είσαστε ο πιστοποιημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας βλέπω στο αρχείο της βάσης μας. Θα μας πληροφορήσετε εάν έχετε στην διαχείριση σας το δεξαμενόπλοιο ΑΙΑΝΤΑΣ;»
«Μάλιστα τι συμβαίνει παρακαλώ με κάνετε να ανησυχώ.»
«Μπορείτε να μας ενημερώσετε που βρίσκεται το πλοίο σας.»
«Στον Λιμένα Ρίο Γκράντε, στη Νότιο Βραζιλία, αλλά ακόμη δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει.»
«Πότε είχατε τελευταία επαφή με το πλοίο.»
«Είναι 6-7 ώρες από την τελευταία επαφή, το πλοίο βρίσκεται στο αγκυροβόλιο.»
«Δεν υπάρχει περίπτωση να ταξιδεύει στον Ατλαντικό μεταξύ Βραζιλίας και Βορείου Αφρικής;»
«Όχι αν είναι δυνατόν πως μπορεί να γίνει αυτό;»
«Αυτό λέει η κοινή λογική, αυτό υποθέτουμε και εμείς ότι είναι αδύνατον το πλοίο σας να ταξιδεύει στον ωκεανό με 950 χιλιόμετρα την ώρα. Μπορείτε να μας δώσετε κάποια χρήσιμη πληροφορία;»
Το μυστήριο περίπου λύθηκε. Άνθρωπος του γραφείου αναχώρησε από το Σάο Πάολο για το Παρίσι, στις αποσκευές του έχει μια παρόμοια συσκευή που την μεταφέρει στη Ελλάδα για κάποιο έλεγχο. Τι ακριβώς έχει συμβεί δεν γνωρίζει.
«Ευχαριστούμε για τις πληροφορίες, καλημέρα σας.»
«Εγώ ευχαριστώ, απάντησε ανακουφισμένος.»
Η ώρα είναι ήδη τέσσερις το πρωί.
Συσκευή «EPIRB»
«Είναι ένας φορητός εξοπλισμός έκτακτης ανάγκης, που δίνει έναν άμεσο συναγερμό όταν ενεργοποιείται μέσα στο σκάφος σε περίπτωση κινδύνου.
Κάθε συσκευή έκτακτης ανάγκης «EPIRB», είναι προγραμματισμένη με το μοναδικό κώδικά της, επομένως είναι σημαντικά ζωτικής σημασίας ότι το σκάφος αυτό που εκπέμπει στο κέντρο έλεγχου είναι το σωστό καταχωρημένο στο σύστημα «EPIRB». Το σύστημα εισήχθη το 1982 ως παγκόσμιο σύστημα αναζήτησης και διάσωσης με τη βοήθεια δορυφόρων που καλύπτουν τη γήινη επιφάνεια. Αποτελείται από διαφορετικούς δορυφόρους σε πολική τροχιά, αυτοί οι δορυφόροι καλύπτουν την επιφάνεια ολόκληρης γης και λαμβάνουν το σήμα έκτακτης ανάγκης από τη συσκευή με αποστολή σημάτων στα 406MHz, δίνοντας γρήγορα τη θέση της, για σύντομο χρόνο διάσωσης. Επιπλέον γεωστατικοί δορυφόροι συνδεδεμένοι με κεντρικούς υπολογιστές, είναι εξοπλισμένοι με έναν αναμεταδότη 406MHz, δίνουν μια έγκαιρη προειδοποίηση στις δυνάμεις διάσωσης, για ελαχιστοποίηση του χρόνου όταν μια έκτακτη ανάγκη εμφανίζεται.»
 ..... Ο Ρενέ αναστέναξε με ανακούφιση, η ταλαιπωρία του αεροπορικού ταξιδιού έπαιρνε τέλος. Είχε ξεκινήσει από το Σαλβαντόρ της Βραζιλίας με ενδιάμεσους σταθμούς το Σάο Πάολο και το Παρίσι έφτανε στην Αθήνα. Το αεροπλάνο άρχισε να χαμηλώνει, έκανε ένα κύκλο πάνω από την ανατολική Αττική, η Αθήνα φαινόταν καθαρά από κάτω, προσέγγισε από την πλευρά του Σαρωνικού και προσγειώθηκε στο διάδρομο του αεροδρομίου.
Φθάνοντας σπίτι η μικρή κόρη και ο υιός του τέσσερα και δυο ετών τον αγκάλιασαν τον φίλησαν τρυφερά, και σαν σίφουνες τον προσπέρασαν και χύθηκαν στις αποσκευές του με λαχτάρα.
Τράβηξαν το φερμουάρ από τον ταξιδιωτικό σάκο και αναπήδησαν έκπληκτα.
«Ωραίο που είναι!» ξεφώνισαν ταυτόχρονα χοροπηδώντας ανέμιζαν ψηλά τα χεράκια τους.
Γελούσαν τρελά από την χαρά τους.
Ένα πορτοκαλί φως διασκορπιζόταν στο χώρο ανάβω-σβήνοντας ρυθμικά, από ένα αστραφτερό αντικείμενο με έντονα πορτοκάλι χρώματα.
Ο Ρενέ προσπαθεί να τα προσγειώσει στη χαρά τους.
«Δεν έφερα τίποτα έφυγα ξαφνικά, δεν υπήρχε χρόνος για δώρα, όταν ξημερώσει θα πάμε να αγοράσουμε ότι θέλετε.»
«Ο μπαμπάς μας δεν λέει την αλήθεια» του απάντησαν.
«Αλήθεια σας λέω.»
«Και αυτό εδώ το κουτί με το όμορφο φως που αναβοσβήνει τι είναι;»
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν είναι κανονικό, και υπάρχει κάποιο λάθος.
«Διάβολε…. Λες.»
Η μητέρα τους τον κοίταξε περίεργα, προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Ο Ρενέ πλησίασε το ταξιδιωτικό σάκο που ήταν ανοιγμένος χαμήλωσε το βλέμμα καρφώνοντας τα μάτια του εκεί ανάμεσα στα ρούχα εργασίας στο μηχανισμό που έχει ενεργοποιηθεί και λειτουργεί.
Το πρόσωπο του σκοτείνιασε, σαν το σύννεφο που κρύβει τον ήλιο, μια υπερβολική ανησυχία, το αίσθημα των αναμμένων κάρβουνων τον έζωσε.
«Δεν είναι παιχνίδι» τους είπε.
Ακολούθησε σιωπή.
Κάθισε σκυμμένος πάνω από το σακίδιο προσπαθούσε να απενεργοποιήσει τον μηχανισμό, τα κατάφερε το φως σταμάτησε να αναβοσβήνει.
Το τηλέφωνο του σπιτιού άρχισε να κτυπά.
«Καλώς ήρθες Ρενέ.»
«Ευχαριστώ πολύ, αλλά πρέπει να σας πω ότι έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα.»
«Σίγουρα θα εννοείς τη συσκευή του «EPIRB»».
«Ναι πως το ξέρετε;»
«Είναι μεγάλη ιστορία, μπορείς να τον απενεργοποίησης να μην λειτουργεί;»
«Ήδη το έχω κάνει.»
«Ωραία πολύ ωραία, καλώς ήρθες λοιπόν και πάλι, αύριο τα λεμέ στο γραφείο.»
Γύριζε πίσω στην πατρίδα από μια αποστολή στη νότιο Αμερική. Η εταιρεία είχε αγοράσει ένα σκάφος στο Μοντεβίδεο και είχε βρεθεί σε αποστολή να βοηθήσει στην παραλαβή. Όταν τέλειωσαν οι εργασίες αναχώρησε για Ελλάδα, εκεί λοιπόν στον αερολιμένα του Σάο Πάολο στον εξονυχιστικό έλεγχο οι ελεγκτές άθελα τους ενεργοποίησαν την συσκευή που μετέφερε στις αποσκευές του. 
Και έγινε το θαύμα που συνέλαβαν οι σταθμοί διάσωσης... 
Το χημικών φορτίων πλοίο ΑΙΑΝΤΑΣ.... να διασχίζει τον Νότιο Ατλαντικό ωκεανό με ταχύτητα 950 χιλιόμετρα την ώρα.
Με την απορία ζωγραφισμένη στο προσωπάκι τους τα παιδιά του δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί ο μπαμπάς δεν τους δίνει αυτό το όμορφο χρωματιστό παιγνίδι με το μαγικό φωτάκι.
Το προσπάθησα .... Διαπίστωσα πως το διήγημα είναι δύσκολη γραφή....

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Meta Tin Kataigida

Ήταν στις αρχές του χειμώνα του έτους χίλια εννιακόσια ενενήντα, όταν μας συνέβησαν τα γεγονότα που πρόκειται να εξιστορήσω. Το πλοίο μας είχε αποπλεύσει από το Μπουσάν, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Νότιας Κορέας. Το απέραντο λιμάνι της, το μεγαλύτερο της χώρας και ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, απλωνόταν στο νοτιοανατολικό άκρο της κορεατικής χερσονήσου, εκεί όπου η στεριά παραδίδει τη θέση της στην ανοιχτή θάλασσα. Αφού αποβιβάσαμε τον πλοηγό (pilot), που είχε αναλάβει να οδηγήσει το πλοίο με ασφάλεια έξω από το λιμάνι, βγήκαμε στην ανοιχτή θάλασσα και χαράξαμε πορεία προς τα ανατολικά. Διασχίζαμε το στενό Tsugaru (Tsugaru Strait), ανάμεσα στα ιαπωνικά νησιά Χονσού (Honshu) και Χοκάιντο (Hokkaido), έχοντας βάλει πλώρη προς την έξοδο στον αχανή Ειρηνικό Ωκεανό, όταν τα πρώτα δυσοίωνα σημάδια της επερχόμενης κακοκαιρίας άρχισαν να ζωγραφίζονται στον ουρανό. Το δελτίο καιρού προέβλεπε βροχές στα στενά και σε ολόκληρη τη γύρω θαλάσσια περιοχή. Ο ουρανός έμοιαζε αποφασισμένος να μην διαψεύσει τους μετεωρολόγους και, λίγο αργότερα, άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Κάθε φορά που οι μπόρες δυνάμωναν, η ορατότητα περιοριζόταν σε λίγες μόλις εκατοντάδες μέτρα, μετατρέποντας το ήδη απαιτητικό πέρασμα σε πραγματική δοκιμασία για κάθε ναυτικό. Άλλωστε, ακόμη και με καλές καιρικές συνθήκες, η διέλευση της περιοχής θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη.
Είχε ήδη περάσει ένα εικοσιτετράωρο από τότε που αφήσαμε πίσω μας το ακρωτήριο Έριμο Μισάκι (Erimo Misaki), στις νότιες ακτές του νησιού Χοκάιντο (Hokkaido), και συνεχίζαμε την πορεία μας προς τον ανοιχτό Ειρηνικό. Όλα έδειχναν πως η θάλασσα ετοιμαζόταν να μας δοκιμάσει. Το ακρωτήριο Έριμο Μισάκι (Erimo Misaki), το νοτιοανατολικότερο άκρο του Χοκάιντο, είναι ένας τραχύς, ανεμοδαρμένος τόπος, όπου μια αλυσίδα από μικρές βραχονησίδες ξεπροβάλλει μέσα από τα αφρισμένα νερά του Ειρηνικού. Οι ναυτικοί το γνωρίζουν και το σέβονται. Οι θυελλώδεις άνεμοι, τα μεγάλα κύματα και τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα καθιστούν την περιοχή μία από τις πιο απαιτητικές για τη ναυσιπλοΐα. Από την άνοιξη έως και τις αρχές του καλοκαιριού, η σύγκρουση του θερμού ρεύματος Κουροσίο (Kuroshio) με το ψυχρό ρεύμα Ογιάσιο (Oyashio) γεννά πυκνές νεφώσεις και συχνές ομίχλες, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τη διέλευση των πλοίων.
 Τη νύχτα, καθώς διασχίζαμε την περιοχή, ο χαμηλός ουρανός φωτιζόταν κατά διαστήματα από τις αργές, περιστρεφόμενες δέσμες των φάρων, που σάρωναν τη θάλασσα και τους βράχους, υπενθυμίζοντας αδιάκοπα στους ναυτικούς πως το Έριμο Μισάκι δεν συγχωρεί την απροσεξία.
Τα κύματα, καθώς πλησιάζαμε το ακρωτήριο, κατέφθαναν σε αλλεπάλληλα μέτωπα, ορμώντας με μανία πάνω στους ψηλούς, φαγωμένους από τη θάλασσα και τους αέρηδες βράχους. Μόλις συναντούσαν τη στεριά, υψώνονταν απότομα. Οι κορυφές τους έτρεμαν, φωσφόριζαν με πρασινωπές ανταύγειες και, την αμέσως επόμενη στιγμή, διαλύονταν σ' ένα σύννεφο αφρού, που ο άνεμος άρπαζε και διασκόρπιζε στον αέρα. Ύστερα οι υδάτινες μάζες καμπυλώνονταν, συγκρούονταν η μία με την άλλη και κατέρρεαν με έναν εκκωφαντικό βρυχηθμό, που έμοιαζε να ξεπηδά από τα έγκατα του ωκεανού.
Η βροχή, που μας συνόδευε όλες εκείνες τις ώρες, μεταβλήθηκε σε πραγματικό κατακλυσμό, ενώ τα σχετικά αραιά αστραπόβροντα έδωσαν τη θέση τους σε αδιάκοπες ομοβροντίες. Ο ουρανός είχε πάρει το χρώμα του μολυβιού και το πλοίο σκαμπανέβαζε ασταμάτητα, σχίζοντας με την πλώρη του, σαν τεράστιο μαχαίρι, την αγριεμένη θάλασσα. Τα αφρισμένα κύματα έσκαγαν με ορμή πάνω στο ατσάλινο σκαρί, σάρωναν το κατάστρωμα και έραναν με παγωμένο θαλασσινό αφρό τα φινιστρίνια του accommodation, που από τη γέφυρα έμοιαζε να είναι ένας καθρέφτης βρεγμένος από τη λύσσα της θάλασσας. Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν ήταν ούτε ο άνεμος ούτε τα κύματα. Ήταν το βαρόμετρο. Η βελόνα του κατέβαινε ασταμάτητα και με ανησυχητική ταχύτητα, προμηνύοντας ότι μπαίναμε στην καρδιά ενός βαθύτατου βαρομετρικού χαμηλού. Κανείς μας δεν χρειαζόταν περισσότερες εξηγήσεις· η θάλασσα ετοιμαζόταν να δείξει το πιο άγριο πρόσωπό της. Τις επόμενες ώρες ο καιρός αγρίευε ολοένα περισσότερο. Το κρύο γινόταν διαπεραστικό και η παγωμένη ανάσα του θυελλώδους ανέμου, ανακατεμένη με τη χιονοθύελλα, σου πάγωνε το μεδούλι. Η μία θύελλα διαδεχόταν την άλλη και τα κύματα υψώνονταν ολοένα πιο απειλητικά. Ο άνεμος, ουρλιάζοντας αδιάκοπα, κατέβαινε από τις βορειοδυτικές περιοχές των νήσων Κουρίλων και έσπρωχνε μπροστά του, σαν πανικόβλητη αγέλη, τη βροχή και το χιόνι, που σάρωναν τον ωκεανό και μαστίγωναν τα αφρισμένα κύματα.
Το βαρόμετρο είχε πέσει τόσο χαμηλά, ώστε ο δείκτης του είχε βγει έξω από την κλίμακα μέτρησης. Ήταν μια καταιγίδα αληθινά μανιασμένη, όμοια με ελάχιστες που είχα συναντήσει στα πολλά χρόνια που όργωνα τις θάλασσες. Ο αφρός και η αδιάκοπη εκτίναξη του νερού από τις κορυφές των κυμάτων δημιουργούσαν ένα αδιαπέραστο λευκό πέπλο. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς πού τελείωνε η θάλασσα και πού άρχιζε ο ουρανός. Το πλοίο, άλλοτε βρισκόταν σκαρφαλωμένο στις κορυφές των γιγάντιων κυμάτων, όπου δεχόταν ολόκληρη τη μανία του ανέμου, κι άλλοτε κατρακυλούσε στις βαθιές κοιλάδες που σχηματίζονταν ανάμεσά τους. Εκεί, για λίγες μόνο στιγμές, τα ίδια τα κύματα λειτουργούσαν σαν φυσικό προπέτασμα, προσφέροντας μια πρόσκαιρη προστασία από τη λυσσασμένη ορμή του αέρα. Ήταν ένα γιαπωνέζικο φορτηγό πλοίο, γερό σκαρί, ναυπηγημένο για να ταξιδεύει στους ανοιχτούς ωκεανούς και να αντέχει τις πιο σκληρές δοκιμασίες της θάλασσας. Κι όμως, εκείνη τη νύχτα ένιωθες πως είχε πάψει να είναι κύριος της πορείας του. Ήταν σαν ένα αόρατο γιγάντιο χέρι να το άρπαζε, να το σήκωνε ψηλά στις κορυφές των κυμάτων, να το τίναζε με δύναμη και ύστερα να το άφηνε να κατρακυλήσει στις σκοτεινές χαράδρες του ωκεανού.
Οι συνθήκες που ακολούθησαν ήταν εφιαλτικές. Ο πλοίαρχος μάς εξήγησε ότι η ενημέρωση από τους μετεωρολογικούς σταθμούς είχε φτάσει με καθυστέρηση. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα που είχαμε σχηματίσει από τα δελτία καιρού ήταν ελλιπής και δεν αποτύπωνε το πραγματικό μέγεθος του φαινομένου. Έτσι, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούμε, βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στις παρυφές του κέντρου μιας απρόσμενα ισχυρής καταιγίδας στον Βόρειο Ειρηνικό. Καθώς ο άνεμος είχε πλέον ξεπεράσει τα δέκα μποφόρ και η καταπόνηση του πλοίου γινόταν ολοένα πιο ανησυχητική, αποφάσισε να συγκαλέσει σύσκεψη στην αίθουσα των ναυτικών χαρτών. Εκεί συγκεντρωθήκαμε όλοι οι επικεφαλής των τμημάτων του πλοίου, προκειμένου να εκτιμήσουμε από κοινού την κατάσταση και να εξετάσουμε τις διαθέσιμες επιλογές. Παρότι είχα ήδη ζήσει αρκετές σφοδρές κακοκαιρίες στις βόρειες θάλασσες, δυσκολευόμουν να πιστέψω πως βρισκόμασταν αντιμέτωποι με μια θύελλα έντασης σχεδόν κυκλωνικής, πέρα από τις Κουρίλες Νήσους, στον Βόρειο Ειρηνικό. Ήταν μια θαλάσσια περιοχή τόσο διαβόητη για τις χειμερινές φουρτούνες της, ώστε οι διεθνείς κανονισμοί να προβλέπουν ειδική γραμμή φόρτωσης για τα πλοία που ταξιδεύουν στα νερά αυτά. Εκείνη την ώρα, σχεδόν ασυναίσθητα, ήρθαν στον νου μου οι παράξενες και μυστηριώδεις ιστορίες που διηγούμασταν τις ατέλειωτες νύχτες στα καπνιστήρια των πλοίων. Μέχρι τότε τις άκουγα σαν θρύλους της θάλασσας· εκείνη τη νύχτα, όμως, έμοιαζαν να αποκτούν μια ανησυχητική αληθοφάνεια.
Ο πλοίαρχος μας κοίταξε έναν-έναν με βλέμμα ερευνητικό. Στα μάτια του διέκρινες εκείνο το δυσάρεστο προαίσθημα που γεννιέται όταν η εμπειρία προειδοποιεί πως τα δύσκολα βρίσκονται ακόμη μπροστά. Δεν επιχείρησε να επιβάλει την άποψή του· άφησε το ερώτημα να αιωρηθεί στην αίθουσα.
«Πώς αντιδρούμε;»
Ο υποπλοίαρχος, άνθρωπος συνήθως εύθυμος και γεμάτος ζωντάνια, έμοιαζε αγνώριστος. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό και δυσκολευόταν να αποδεχθεί ότι, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, είχαμε βρεθεί αντιμέτωποι με μια τόσο άγρια καταιγίδα. Έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να εκραγεί από την πίεση. Μου θύμιζε ένα νευρικό τεριέ που τραβούσε αδιάκοπα το λουρί του. Πλησίασε στο γραφείο του ασυρμάτου, πήρε ένα τσιγάρο από το ανοιχτό πακέτο, το χτύπησε δυο φορές στον καρπό του, το έβαλε στα χείλη και το άναψε. Ρούφηξε βαθιά τον πρώτο καπνό και, καθώς τον άφηνε αργά να ξεφύγει από το στόμα του, στένεψε τα μάτια, παρακολουθώντας τον να αιωρείται μπροστά στο πρόσωπό του.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Ήταν σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Ο καθένας είχε βυθιστεί στις σκέψεις του, ζυγίζοντας μέσα του την κατάσταση.
«Χρειάζεται μεγάλο θράσος... και μεγάλη ασέβεια απέναντι στη θάλασσα για να πλησιάσει κανείς το μάτι ενός κυκλώνα», ψιθύρισε τελικά ο υποπλοίαρχος, λες και έδινε φωνή στις σκέψεις όλων μας.
«Σκέτη κόλαση...» μουρμούρισε ο ασυρματιστής, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τον ναυτικό χάρτη και το τελευταίο δελτίο της μετεωρολογικής υπηρεσίας.
Το τελευταίο δελτίο της μετεωρολογικής υπηρεσίας δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας. Η χειμερινή καταιγίδα εκτεινόταν σε μια περιοχή ακτίνας περίπου οκτακοσίων ναυτικών μιλίων, με ανέμους που ξεπερνούσαν τα 90 χιλιόμετρα την ώρα και ριπές που έφθαναν ακόμη και τα 140.
Το πλοίο μας βρισκόταν ήδη σε απόσταση περίπου τριακοσίων ναυτικών μιλίων από το κέντρο του φαινομένου. Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τις χειμερινές καταιγίδες λιγότερο επικίνδυνες από τους τυφώνες ή τους τροπικούς κυκλώνες. Η πραγματικότητα όμως στη θάλασσα είναι διαφορετική. Μια ισχυρή χειμερινή καταιγίδα, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από χιονοθύελλα και πολικές αέριες μάζες, μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να μετατραπεί σε έναν πραγματικό εφιάλτη για κάθε πλοίο.
Τα κύματα είχαν πλέον θεριέψει. Κάθε φορά που το πλοίο έπεφτε με την πλώρη πάνω στον κυματισμό, έδινε την εντύπωση πως το μισό του σκαρί χανόταν μέσα στη σκοτεινή υδάτινη μάζα. Την αμέσως επόμενη στιγμή, τόνοι θαλασσινού νερού σηκώνονταν ορμητικά και έπεφταν με εκκωφαντικό πάταγο πάνω στα παράθυρα της γέφυρας, κάνοντάς τα να τρέμουν κάτω από τη μανία του ωκεανού.
Ο πλοίαρχος μάς κοίταξε έναν-έναν με βλέμμα ερωτηματικό, αναζητώντας τη σιωπηλή επιβεβαίωση της απόφασής του. Η αλλαγή πορείας, με στροφή προς τα νότια και επιστροφή στα ασφαλέστερα νερά, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο από την παγίδα στην οποία είχαμε βρεθεί. Η εξάντληση και η αγωνία των τελευταίων ωρών είχαν χαράξει βαθιές αυλακιές στο χλωμό, αξύριστο πρόσωπό του, κάνοντάς τον να δείχνει μεγαλύτερος από τα σαράντα πέντε χρόνια του.
Η γνωριμία και η συνεργασία μας κρατούσαν από τα χρόνια που υπηρετούσε ακόμη ως υποπλοίαρχος στα πλοία της εταιρείας. Ήταν το πρώτο πλοίο στο οποίο είχε αναλάβει καθήκοντα πλοιάρχου, κι όμως εκείνη τη στιγμή δεν έβλεπες μπροστά σου έναν άνθρωπο που δοκιμαζόταν από το βάρος της ευθύνης. Έβλεπες έναν ναυτικό που γνώριζε ότι, όταν η θάλασσα αποφασίζει να δείξει τη δύναμή της, η επιμονή μετατρέπεται εύκολα σε απερισκεψία. Το σκληρό αυτό επάγγελμα, αλλά και οι ίδιες οι συνθήκες που επικρατούν στους ωκεανούς, δεν αφήνουν περιθώρια για προσωπικές αντιπαραθέσεις ή εγωισμούς. Εκεί έξω, η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η αμοιβαία εμπιστοσύνη δεν είναι αρετές· είναι προϋποθέσεις επιβίωσης. Άλλωστε, πολλοί από εμάς είχαμε συνυπηρετήσει επί χρόνια στα περισσότερα πελάγη της γης, από τη Μεσόγειο μέχρι τους απέραντους θαλάσσιους δρόμους του Ατλαντικού και του Ειρηνικού. Οι δυσκολίες της θάλασσας μας είχαν διδάξει ότι, όταν το πλοίο δοκιμάζεται, όλοι αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας.
Υπήρχε, βέβαια, η πειθαρχία που απαιτούσε η ιεραρχία του πλοίου. Υπήρχε όμως και η ισοτιμία της γνώμης, όταν οι περιστάσεις το επέβαλλαν. Στις δύσκολες συνθήκες της ζωής και της εργασίας στη θάλασσα, η εμπειρία και η κρίση κάθε ανθρώπου μπορούσαν να αποδειχθούν πολύτιμες για την ασφάλεια όλων. Η ζωή των περισσότερων ανθρώπων μοιάζει με μια πολυκατοικία γεμάτη διαμερίσματα. Άλλα επικοινωνούν μεταξύ τους, άλλα παραμένουν κλειστά και απομονωμένα. Η ζωή των ναυτικών είναι διαφορετική. Οι ζωές τους ταξιδεύουν παράλληλα, μέσα στον ίδιο περιορισμένο χώρο, και ο ένας γνωρίζει τον άλλον όχι μόνο από τον χαρακτήρα του, αλλά κυρίως από την αξία, την εμπειρία και την ικανότητά του. Εκεί έξω, στον ωκεανό, ο αμοιβαίος σεβασμός δεν είναι τυπική ευγένεια· είναι όρος επιβίωσης. Η σύντομη εκείνη σύσκεψη φάνηκε να αναπτερώνει το ηθικό του πλοιάρχου. Χαλάρωσε για πρώτη φορά έπειτα από πολλές ώρες, έσκυψε πάνω στον ναυτικό χάρτη και, με σταθερό χέρι, χάραξε τη νέα πορεία που επέβαλλαν οι καιρικές συνθήκες.
Η επόμενη απόφαση ήταν άμεση. Το πλοίο άλλαξε πορεία, οι στροφές της κύριας μηχανής μειώθηκαν και κρατήσαμε την πλώρη κόντρα στον καιρό και στον κυματισμό, ώστε να διατηρήσουμε, έστω και οριακά, την πηδαλιουχία του και να μην παρασυρθούμε από τη μανία της θάλασσας. Με τη μεταβολή της πορείας απομακρυνόμασταν σταδιακά από το κέντρο της θύελλας, αλλά ταυτόχρονα και από τον λιμένα προορισμού μας. Ήταν πλέον βέβαιο πως το ταξίδι θα διαρκούσε πολύ περισσότερο απ' όσο είχαμε αρχικά υπολογίσει.
Με πολύ τύχη, αλλά και με περίσσιο κουράγιο, καταφέραμε να αφήσουμε πίσω μας τη σφοδρή χειμερινή καταιγίδα. Τρεις ημέρες αργότερα, με το πρώτο φως της αυγής, μια μεγάλη αλλαγή έγινε αισθητή σε ολόκληρη την πλάση. Στον ανατολικό ορίζοντα μια χρυσορόδινη αναλαμπή άρχισε να ξεπροβάλλει ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Ο ωκεανός είχε επιτέλους γαληνέψει και μια απαλή αύρα χάιδευε το πρόσωπό μας, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος από την οργή των προηγούμενων ημερών. Λίγο αργότερα, όταν ο πρωινός ήλιος υψώθηκε και πλημμύρισε τον ουρανό με το φως του, ο υποπλοίαρχος στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή της γέφυρας. Άφησε να του ξεφύγει μια βαθιά ανάσα και έμεινε σιωπηλός, κοιτάζοντας τον ορίζοντα. Συλλογιζόταν πόσο τυχεροί είχαμε σταθεί που ξεφύγαμε από την τρομερή καταιγίδα του Βόρειου Ειρηνικού με μικρές μόνο ζημιές και χωρίς καμία απώλεια στις υπερκατασκευές του πλοίου.
Τα μάτια του γυάλιζαν από ανακούφιση. Η ζωή είχε αρχίσει να βρίσκει ξανά τον γνώριμο ρυθμό της και το πλοίο συνέχιζε το ταξίδι του, σαν να μην είχε προηγηθεί εκείνη η άνιση αναμέτρηση με τη μανία του ωκεανού.
Το πλοίο ανέπτυξε και πάλι την κανονική ταχύτητά του και συνέχισε το ταξίδι με προορισμό τον λιμένα φόρτωσης, στο βορειοανατολικό τμήμα της νήσου Βανκούβερ, στη δυτική ακτή του Καναδά.
Είχαμε ακόμη πολλές ημέρες πλου μπροστά μας, ώσπου να φθάσουμε στα θαλάσσια στενά Χουάν ντε Φούκα (Juan de Fuca Strait).
Το στενό Χουάν ντε Φούκα, μήκους περίπου ενενήντα πέντε ναυτικών μιλίων, αποτελεί τη φυσική θαλάσσια πύλη που συνδέει τον Ειρηνικό Ωκεανό με τα εσωτερικά ύδατα της δυτικής ακτής της Βόρειας Αμερικής. Παράλληλα, στο μεγαλύτερο μέρος του, σχηματίζει το θαλάσσιο σύνορο ανάμεσα στον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το στενό Χουάν ντε Φούκα είναι ένα θαλάσσιο πέρασμα μοναδικής ομορφιάς, πλαισιωμένο από ορεινούς όγκους, βαθιές χαράδρες, δάση κωνοφόρων και ερημικούς παραλιακούς δρόμους. Τις νύχτες, κάτω από το απόκοσμο φως της σελήνης, η θαλασσινή αχλή απλώνεται πάνω από τη στεριά σαν πέπλο από μαργαριταρόσκονη, ενώ σμήνη θαλασσοπουλιών διαγράφουν αδιάκοπους κύκλους, βουτώντας με εντυπωσιακή επιδεξιότητα στα νερά. Η περιοχή επηρεάζεται από τις θερμές θαλάσσιες μάζες του βόρειου Ειρηνικού, που έχουν την καταγωγή τους από το μεγάλο ωκεάνιο ρεύμα Κουροσίο (Kuroshio), δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο μικροκλίμα με συχνές ομίχλες και θαλάσσια υγρασία. Το στενό πήρε το όνομά του το 1787 από τον Άγγλο πλοίαρχο και έμπορο γούνας William Barkley, προς τιμήν του Έλληνα πλοηγού Ιωάννη Φωκά — γνωστού στη διεθνή βιβλιογραφία ως Juan de Fuca — ο οποίος συμμετείχε σε ισπανική εξερευνητική αποστολή το 1592, αναζητώντας το θρυλικό Στενό του Ανιάν (Strait of Anian), το μυθικό πέρασμα που, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής, θα συνέδεε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό Ωκεανό.
«Ύστερα από τις τρεις εφιαλτικές ημέρες στον Βόρειο Ειρηνικό, το καταπράσινο περίγραμμα της νήσου Βανκούβερ έμοιαζε στα μάτια μας περισσότερο με υπόσχεση παρά με στεριά. Τα πυκνά δάση της κατέβαιναν σχεδόν ως τη θάλασσα, σαν να προσπαθούσαν να αγκαλιάσουν τον κουρασμένο ταξιδιώτη που ερχόταν από τον ανοιχτό ωκεανό.»
Το νησί του Βανκούβερ βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία της επαρχίας της βρετανικής Κολούμπια του Καναδά. Είναι χωρισμένο από την ηπειρωτική χώρα της βρετανικής Κολούμπια από τα στενά Johnstone, και Charlotte Strait στα βορειοανατολικά, και από τα στενά Georgia στο νοτιοανατολικό σημείο, το οποίο μαζί με το στενό Juan de Fuca κατά μήκος του νοτιοδυτικού σημείου που χωρίζουν τον Καναδά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο σύνολο του το νησί του Βανκούβερ είναι κατάφυτο σαν τροπικό δάσος με αυτοφυή κωνοφόρα μεγάλα δέντρα.
Η προβλήτα φόρτωσης ήταν φωλιασμένη στον βόρειο μυχό ενός μικρού κολπίσκου. Τα σκούρα πετρώματα της ακτής σχημάτιζαν ένα πλατύ μισοφέγγαρο, που κατέληγε, περισσότερο από ένα μίλι μακριά, στους πρόποδες ενός βραχώδους κάβου. Πίσω από τον κόλπο, η στεριά χανόταν μέσα σε πυκνά δάση από πανύψηλα κωνοφόρα, χαρακτηριστικά της βόρειας Βρετανικής Κολομβίας.
Δύο ρυμουλκά λικνίζονταν ήρεμα δεμένα στην προβλήτα. Ολόκληρη η εικόνα απέπνεε μια βαθιά γαλήνη, σαν ζωγραφικός πίνακας ή σαν εικόνα που θα περίμενε κανείς να δει σε καρτ ποστάλ.
Η φεγγαρόλουστη θάλασσα είχε το χρώμα του μολυβιού, σπασμένο μόνο από ασημένιες ανταύγειες. Ο ορίζοντας είχε σχεδόν σβήσει και η θάλασσα έμοιαζε να αγκαλιάζεται αθόρυβα με τον νυχτερινό ουρανό. Τι θαυμάσιο θέαμα!
Ο άκρατος καταναλωτισμός του σύγχρονου κόσμου δεν είχε ακόμη αλλοιώσει τον χαρακτήρα αυτού του απομονωμένου τόπου. Η φύση εξακολουθούσε να κυριαρχεί, επιβάλλοντας τη δική της σιωπή και το δικό της μέτρο.
Ύστερα από τόσες ημέρες στη θάλασσα, στο έλεος των κυμάτων και των αδιάκοπων σκαμπανεβασμάτων, ολόκληρο το πλήρωμα απολάμβανε με την ψυχή του τη συντροφιά στην τραπεζαρία του πλοίου. Ο καμαρότος μας είχε προμηθεύσει ένα εκλεκτό ουίσκι, κι αυτό ήταν αρκετό για να ζεστάνει ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα. Η γαλήνη έλυσε τις γλώσσες. Ο καθένας άρχισε να διηγείται ιστορίες από τη ζωή του και από τα ταξίδια του. Όπως ήταν φυσικό, οι συζητήσεις γρήγορα φούντωσαν, οι αναμνήσεις ζωντάνεψαν και οι σκέψεις αφέθηκαν ελεύθερες.
Δυνατά γέλια αντηχούσαν σε κάθε γωνιά του πλοίου. Ήταν όμορφο να βλέπεις ανθρώπους που, λίγες μόλις ώρες πριν, είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με τη μανία του ωκεανού, να χαλαρώνουν τώρα με ηρεμία, αυτοπεποίθηση και εκείνη τη σιωπηλή οικειότητα που γεννά η κοινή δοκιμασία. Έμοιαζαν να βρίσκονται στο σπίτι τους. Το πλοίο είχε ολοκληρώσει ακόμη ένα δύσκολο ταξίδι και είχε φθάσει με ασφάλεια στον προορισμό του. Εκείνη τη στιγμή επιβεβαιωνόταν, για ακόμη μία φορά, μια αλήθεια που η θάλασσα διδάσκει καλύτερα από κάθε άλλο σχολείο: τα σημαντικότερα επιτεύγματα είναι πάντοτε καρπός συλλογικής προσπάθειας. Μπορεί τα πρώτα βήματα να είναι διστακτικά ή αδέξια, όμως όταν οι άνθρωποι εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και λειτουργούν ως ομάδα, μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τις δυσκολότερες φουρτούνες.
Ο ασυρματιστής παραπονιόταν για τη σωματική του χαλάρωση. «Πρέπει να προσέχω», δήλωσε. «Βρίσκομαι σε επικίνδυνη ηλικία. Η κοιλιά, άμα την αφήσεις, παίρνει τα πάνω της. Λες και τρέφεται από μόνη της». Ένας ουδέτερος παρατηρητής μάλλον δεν θα συμφωνούσε μαζί του. Ο ασυρματιστής ήταν σαράντα ετών, αλλά έδειχνε μικρότερος. Είχε την εμφάνιση ανθρώπου στα τριάντα και μια αθλητική σιλουέτα, παρόλο που σπάνια τον είχα δει να γυμνάζεται. Φαινόταν πως ο μεταβολισμός του εργαζόταν ακόμη για λογαριασμό του.
Λίγο πιο πέρα, ο νεαρός ανθυποπλοίαρχος παρέμενε σιωπηλός, χαμένος στις σκέψεις του. Ίσως έκρυβε καλά μέσα του τη νεανική του ενεργητικότητα, περιμένοντας ασυνείδητα εκείνη τη στιγμή που μια γυναίκα με έντονο αισθησιασμό θα ερχόταν να ταράξει τα ήρεμα νερά της ζωής του.
Ο υποπλοίαρχος έβγαλε ένα πούρο από την τσέπη του, το άναψε και για λίγο έμεινε να παρακολουθεί τα δαχτυλίδια του αρωματικού καπνού που ανέβαιναν αργά προς την οροφή. Σταύρωσε τα πόδια του, βυθίστηκε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει πέρα από τα φινιστρίνια του πλοίου, στη γαλήνια εικόνα που απλωνόταν έξω από το σκάφος. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φαντασία για να συμπληρώσει το σκηνικό. Το είχε ήδη δημιουργήσει μέσα στο μυαλό του. Κάπου, κάποτε, είχε διαβάσει μια παλιά ιστορία της Ανατολής που του είχε αφήσει αυτή την εικόνα, όμως δεν θυμόταν πια ούτε τον τίτλο ούτε τον συγγραφέα. Θυμόταν μόνο την αίσθηση: εκείνη τη μακρινή γοητεία ενός κόσμου διαφορετικού, όπου η σιωπή, η θάλασσα και η προσμονή είχαν τη δική τους γλώσσα.
****«Πέρα από τις θάλασσες υπάρχει ένα θαυμαστό βουνό,
που ονομάζεται Καρπός του Πεύκου.
Περίεργες πέτρες και θαυμαστοί γκρεμοί,
πανάρχαια κυπαρίσσια και γέρικα πεύκα,
λουλούδια που ποτέ δεν μαραίνονται
και καρποί που πάντοτε ωριμάζουν.
Ανάμεσα στα μπαμπού περιφέρονται ελάφια και ελαφίνες,
κρυμμένα μέσα στα σύννεφα και την ομίχλη.
Εκεί υπάρχουν γεύσεις γεμάτες ουσία,
τροφή αντάξια των θεών.
Ανέμελη ζωή!
Κατοικία των ευτυχισμένων αθανάτων.»*****
«Είστε όλοι σας τρελοί για δέσιμο», μουρμούρισε με ένα πλατύ χαμόγελο ο μάγειρας και χώθηκε ξανά στην κουζίνα του για να ετοιμάσει τα απαραίτητα επιδόρπια που θα τιμούσε η εκλεκτή μας ομήγυρη.
*****Το ποίημα αυτό ανήκε σε έναν παλιό ανατολικό μύθο, από εκείνες τις ξεχασμένες ιστορίες όπου η αναζήτηση της αθανασίας, η ομορφιά και η ανθρώπινη επιθυμία μπλέκονταν μεταξύ τους.
Αργότερα έγινε μέρος μιας ρομαντικής ιστορίας που τοποθετείται στα τέλη της πρώτης δυναστείας των Χαν — των λεγόμενων Δυτικών Χαν (206 π.Χ. - 8 μ.Χ.) — κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Τσενγκ (33 π.Χ. - 7 π.Χ.).
Στις μυθιστορηματικές βιογραφίες «Ζάο Φεϊγιαν Βεϊζουάν» και «Ζάο Φεϊγιαν Μπιεζουάν» περιγράφεται η εκπληκτική πορεία δύο φτωχών ορφανών κοριτσιών, της Φεϊγιαν και της Χέντε, οι οποίες, μέσα από μια αλληλουχία έρωτα, ίντριγκας, γοητείας και αυλικών μηχανορραφιών, κατόρθωσαν να φτάσουν η μία στον θρόνο ως Αυτοκράτειρα και η άλλη να γίνει η σημαντικότερη ευνοούμενη του Αυτοκράτορα.

.....................«Ο Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος, γνωστός με το ισπανικό όνομα Χουάν ντε Φούκα ( 1536 – 1602)
Ήταν Έλληνας θαλασσοπόρος, που εξερεύνησε τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής για λογαριασμό του ισπανικού Θρόνου. Το όνομά του δόθηκε σε στενό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και τις ΗΠΑ, το οποίο οδηγεί στο λιμάνι του Βανκούβερ.
Ο Φωκάς ή Βαλεριάνος γεννήθηκε στο χωριό Βαλεριάνο της Κεφαλονιάς και ήταν ο τέταρτος γιος του Εμμανουήλ Φωκά ή Φωκά Βαλεριάνου με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Πιθανότατα το όνομά του ήταν Ιωάννης-Απόστολος.
Νέος ξενιτεύτηκε και εργάσθηκε επί σαράντα χρόνια ως πλοηγός στον στόλο των Δυτικών Ινδιών της Ισπανίας. Σε ένα του ταξίδι στις Φιλιππίνες, τον Νοέμβριο του 1587, το πλοίο στο οποίο επέβαινε, η Αγία Άννα (Santa Anna), το κατέλαβαν Άγγλοι και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος χάνοντας όλες του τις οικονομίες και το φορτίο του πλοίου αξίας 60.000 δουκάτων.
Λίγο καιρό αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και το 1588 πήγε στο Μεξικό, που τότε ονομάζονταν Νέα Ισπανία. Ο ισπανός αντιβασιλέας του Μεξικού, Λουίς ντε Βελασέο (Luis de Velaseo), τού έδωσε μία μικρή καραβέλα με την εντολή να εξερευνήσει τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής και να βρει τα μυθικά Στενά του Ανιάν (ισπ., Estrecho de Anián) που υποτίθεται πως ένωναν τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό.
Το πρώτο του ταξίδι το 1592 έληξε άδοξα, επειδή το πλήρωμά του στασίασε, και έτσι αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ακαπούλκο. Κατά το δεύτερο ταξίδι του ανέβηκε βόρεια και νόμισε πως πραγματικά είχε βρει το πέρασμα προς τον Ατλαντικό μεταξύ του 47ου και 48ου γεωγραφικού παραλλήλου. Επέστρεψε στο Ακαπούλκο περιμένοντας για δύο χρόνια να λάβει την ανταμοιβή του για τις ανακαλύψεις του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το 1593 ή 1594, έφυγε για την Ισπανία ελπίζοντας πως θα τον ανταμείψει ο βασιλιάς της Ισπανίας. Τελικά, δεν βρήκε καμία ανταπόκριση και από τον ισπανικό Θρόνο και, απογοητευμένος, αποφάσισε να αποσυρθεί στην πατρίδα του.
Στην πορεία του προς την Κεφαλονιά, πέρασε και από την Φλωρεντία. Εκεί έτυχε να συναντήσει έναν Άγγλο ονόματι Τζον Ντούγκλας (John Douglass), στον οποίο αφηγήθηκε τις περιπέτειες του. Ο Ντάγκλας τού έδωσε μία συστατική επιστολή και τον έστειλε στον Μάικλ Λοκ (Michael Lok ή Locke), πλούσιο έμπορο και πρόξενο της Αγγλίας, ο οποίος έτυχε να βρίσκεται τότε στην Βενετία. Ο Φωκάς εξιστόρησε τις εξερευνήσεις του και στον Λοκ, ζητώντας από τον τελευταίο να μεσολαβήσει ώστε η Αγγλία να του χορηγήσει δύο πλοία για να συνεχίσει τις εξερευνήσεις του για το πέρασμα ανάμεσα στον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Φωκάς ήλπιζε ακόμα πως οι Άγγλοι θα τον αποζημίωναν για το όσα έχασε όταν τον αιχμαλώτισαν στις Φιλιππίνες.
Ο Λοκ προσπάθησε να έρθει σε επαφή με την βρετανική κυβέρνηση, ζητώντας 100 λίρες για να πάει τον Φωκά στην Αγγλία, αλλά η απάντηση καθυστερούσε και ο Φωκάς έφυγε τελικά για την Κεφαλονιά. Το 1602, ο Λοκ έγραψε μία επιστολή στον Φωκά, αλλά δεν έλαβε ποτέ απάντηση. Έτσι, ο Λοκ υπέθεσε πως ο ηλικιωμένος Φωκάς είχε ήδη πεθάνει.
Η ιστορία του Φωκά, έτσι όπως την μετέφερε στον Λοκ, προδημοσιεύτηκε το 1625 στο βιβλίο του Άγγλου ταξιδιωτικού συγγραφέα Σάμιουελ Πούρτσας (Samuel Purchas, π. 1575–1626). Το 1787, ο Βρετανός πλοίαρχος Τσαρλς Μπάρκλεϋ (Charles Barkley), αναγνωρίζοντας τον πορθμό ανάμεσα στην νήσο Βανκούβερ και την Πολιτεία Ουάσιγκτον των ΗΠΑ ως τα μέρη που εξερεύνησε ο Φωκάς, έδωσε στην περιοχή το όνομα Στενά του Χουάν ντε Φούκα (αγγλ., Strait of Juan de Fuca).»
Πηγη: Wikipedia


Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

H Ellada Tis Meseas Taxis

Ποιος πληρώνει την κρίση;
Μα φυσικά η μεσαία τάξη, ο συνήθης ύποπτος που επάνω της ασελγούν τα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια οι διεφθαρμένοι κρατικοί λειτουργοί όπως ονομάζουμε μια μεγάλη μερίδα δημοσίους υπαλλήλους που εκβιάζουν τον πολίτη για να του παρέχουν τις υπηρεσίες που έχει ήδη πληρώσει με τους φόρους του.
Την ίδια ώρα οι πολιτικοί αντί να ακρωτηριάσουν τα σάπια πλοκάμια του τερατώδους ελληνικού κράτους πέρασαν σε φορολογική αφαίμαξη της μεσαίας τάξης. Αντί να φορολογηθούν οι πολυεθνικές και η εκκλησία στο βαθμό που της αναλογεί, βγαίνει η εκκλησία  και δηλώνει ότι θέλει να δώσει ελεημοσύνη στα νεόπτωχα κορόιδα που σηκώνουν όλο το βάρος της κρίσης.Τα τελευταία χρόνια ένα νέο φάντασμα στοιχειώνει όλες τις προηγμένες οικονομίες, "η προοπτική πολλών ετών μισθολογικού ακρωτηριασμού για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών", γίνεται δε πολύς λόγος για την πτώση της μεσαίας τάξης, εννοώντας την οικονομική της κατάρρευση που παρατηρείται παντού σε όλο τον πλανήτη, με την εξαίρεση ίσως των αναδυόμενων χωρών (BRIC).
Στο πλαίσιο των κοινωνικών και οικονομικών διεργασιών η καταχρέωση των νοικοκυριών που συνέβη στη χώρα μας καθυστερημένα μεν αλλά ορμητικά δε επέτρεψε τη διατήρηση του βιοτικού επιπέδου της μεσαίας τάξης, παρά την ουσιαστική αλλά όχι άμεσα ορατή διάβρωση των εισοδημάτων τους και συνεπώς βοήθησε να περάσουν ανώδυνα τα πρώτα χρόνια της παγκόσμιας κρίσης. Ωστόσο, η διέξοδος αυτή είχε εκ των πραγμάτων ημερομηνία λήξης.
Βιώνουμε πλέον μια κρίση που την νοιώθει όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στο δυτικό ημισφαίριο, που μέχρι σήμερα θεωρούσε σαν δεδομένο ότι ανήκε στην μεσαία τάξη, μπροστά στην αβεβαιότητα της απασχόλησης και την όξυνση των ανισοτήτων.
Η παγκοσμιοποίηση βάρβαρα προκαλεί τον καταποντισμό της μεσαίας τάξης και την εμφάνιση των περιστασιακά εργαζομένων.
Εργαζόμενοι χωρίς καμία εργατική σύμβαση και προστασία, βρίσκονται στον δρόμο από την μια μέρα στην άλλη.
Η εποχή της ανάπτυξης και της σταθερότητας υποχωρεί και το μέλλον αβέβαιο προκαλεί ένα γενικευμένο φόβο.
Η Ελλάδα της μεσαίας τάξης μπορεί να καταθλίβεται ή και να κερδοσκοπεί, αυτή είναι πάντως στο επίκεντρο της κρίσης. Η φτωχή τάξη υποφέρει την ίδια κατάσταση που βρίσκονταν και πριν και η πλούσια δεν ασχολείται, γιατί η κρίση την αγγίζει ελάχιστα, δεν νιώθει να τη συνδέει τίποτε με την καταρρέουσα μεσαία τάξη. Λειτουργεί με τη δική της ταυτότητα απολαμβάνοντας την αύξηση της ισχύος της. Φιλόδοξη βλέπει μπροστά της το δικό της χρυσό Ελντοράντο και εγκαταλείπει στη μοίρα της την καταρρέουσα πλειονότητα. Η ορμητική βελτίωση της δικής της θέσης συναρτάται ευθέως με τη χειροτέρευση των υπολοίπων.
Η Ελλάδα της μεσαίας τάξης, θέλει να της λες ότι θα λύσεις τα προβλήματα της καθημερινότητας χωρίς να την πειράξεις και ότι λεφτά υπάρχουν.
"Ως λαός έχουμε αυτή την αδυναμία: Προτιμούμε να μη λύσουμε ένα πρόβλημα, να μη το κοιτάξουμε στα μάτια, παρά να υποχωρήσουμε στις εμμονές, συμπάθειες ή αντιπάθειές μας, και προσωπικά μικροσυμφέροντά μας."
Η Ελλάδα της μεσαίας τάξης, δεν θέλει να αντιληφθεί ότι η οικονομική κρίση έχει πλέον επιβάλλει όρους και όρια. Όποιος δεν τα λαμβάνει υπόψη του και δεν εννοεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που αφορούν τη μείωση του εισοδήματος του, θα πληρώσει το κόστος ευρισκόμενος σε αδιέξοδα σε πρώτη φάση τουλάχιστον. Δυστυχώς σαν λαός έχουμε τεράστιο έλλειμμα παιδείας σ' αυτόν τον τόπο. Και αυτό το έλλειμμα παιδείας σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυσκολίες, κυρίως, έχουν δραματική επίπτωση για τη βία και για τις αντικοινωνικές συμπεριφορές. Η βία που προέρχεται από μεγάλες κοινωνικές ανισότητες μπορεί να φέρει εγκληματικότητα, μπορεί να προκαλέσει πολλές κοινωνικές αναστατώσεις και τέλος, αν τα πράγματα χειροτερέψουν κι αν ο λαός έχει συνείδηση της αδικίας, μπορεί να οδηγήσει σε επανάσταση. Μια μεγάλη μεσαία αστική τάξη μπορεί να αποτρέψει τέτοιες αναστατώσεις. Ιδανικό θα ήταν όλοι οι πολίτες να είναι πάνω κάτω εξισωμένοι οικονομικά, κάτι που είναι δυνατό να γίνει με αργές διαδικασίες και με την προϋπόθεση ότι η κοινωνία ευημερεί. Με άλλα λόγια, φαντάζει αδύνατο στο ορατό μέλλον να συμβεί αυτό.
«Βέβαια τίποτα δεν αποκλείεται, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά και, όταν ο Γαλιλαίος είπε ότι η Γη κινείται, πολλοί θα γέλασαν χλευαστικά εις βάρος του.»
Μπορεί το σύστημα αξιών που υπηρέτησε μια μερίδα χρυσοκάνθαρων και ψηλά αμειβομένων στελεχών να έφερε όνειρα στην σημερινή νεολαία για γρήγορη ανέλιξη και κοινωνική αναγνώριση που επέρχεται με την ιδέα ότι με το χρήμα αγοράζεις τα πάντα. Αυτό το ίδιο σύστημα στέρησε από τα νέα παιδιά το δικαίωμα να ονειρεύονται, τα ανάγκασε να βλέπουν εφιάλτες. Τα οδήγησε στον εύκολο δρόμο της άρνησης και τα έδιωξε από το δύσκολο δρόμο της άποψης, της πρότασης και της δημιουργίας. Επιτέλους, στα χρόνια που έρχονται πρέπει να νικήσουν οι ενεργοί και δημιουργικοί πολίτες και όχι τα λαμόγια της αρπαχτής. Οι πραγματικοί επιχειρηματίες, με όνειρα και προοπτικές που σχεδιάζουν με προσεκτικά βήματα το μέλλον τους και όχι οι τζάμπα μάγκες των χρηματιστηριακών παιχνιδιών, της ρεμούλας και των κρατικών επιχορηγήσεων.  Το θεμελιωμένο σύστημα είναι σίγουρο θα τους πολεμήσει όσο μπορεί. Πιστεύω και ελπίζω ότι δεν θα καταφέρει να τους νικήσει, ώστε να αξίζουν την εμπιστοσύνη μας  που πρέπει απλόχερα να τους δείξουμε. Όσο νωρίτερα και όσο καλύτερα καταλάβουμε ότι καθένας μας μπορεί να είναι χρήσιμος  και αποδοτικός όταν κάνει αυτό που ξέρει και αυτό που αγαπά, όταν θα πάει για δουλειά και όχι για αγγαρεία, τότε όλα θα είναι καλύτερα και για αυτόν και για όλους. Όταν αυτός που είναι άνεργος θα ψάξει για δουλειά και όχι για «θέση», τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι το αύριο μπορεί να είναι καλύτερο από το χτες και από το σήμερα.
Το σημερινό οικονομικό μοντέλο διακυβέρνησης έχει οικτρά αποτύχει. Κάποιο άλλο μοντέλο περισσότερο ισορροπημένο που θα αμβλύνει τις ανισότητες πρέπει να εφαρμοστεί. Αυτό το άλλο μοντέλο της κοινωνικής αναγέννησης να το επιβάλλει η νέα γενιά. Είναι καιρός να αναλάβει την ηγεσία της κοινωνίας και να την οδηγήσει με φυγή προς τα εμπρός.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικονομική κρίση μπορεί επίσης να επιταχύνει νέες μορφές ενεργειακής ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ταυτόχρονα μια ενδιαφέρουσα και προκλητική κοινωνική αναγέννηση αναδύεται μέσα από περιόδους οικονομικής λιτότητας και συντηρητικών κυβερνήσεων. Και τώρα διανύουμε μια τέτοια περίοδο.
 
Web Informer Button