
Με συγκίνηση αναφέρομαι σε «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τους καθημερινούς ήρωες της ναυτικής μου ζωής. Αυτές οι «ξεπλυμένες αναμνήσεις» από τη ζωή μου ταξιδεύοντας στους ωκεανούς τους απέραντους και στα λιμάνια τα μακρινά κουνούν πάντα τις χορδές της ψυχής μου. Μια ιστορία, ένα αφιέρωμα από ανθρώπους που γνώρισα, οι οποίοι αφού εκτέλεσαν το καθήκον τους κι εκπλήρωσαν την αποστολή τους στη θάλασσα, στη συνέχεια, αποσύρθηκαν, διακριτικά και με μετριοφροσύνη, στην τοπική κοινωνία τους, την όποια υπηρετήσαν με ακάματο ζήλο. Σήμερα αυτές οι αναμνήσεις μου καταθέτονται χωρίς υπερβολές η ωραιοποιήσεις, με μια ειλικρίνεια και μια αυθεντικότητα, χωρίς περιττά στολίδια.
Έχουν κιόλας περάσει επτά με οκτώ χρόνια από τότε, μεσοκαλόκαιρο, που βρέθηκα στον λιμένα της Πύλου για ένα μακρύ χρονικό διάστημα σε πλοίο της εταιρείας που κρίθηκε απαραίτητο να εκτελέσει μερικές επείγουσες και αναγκαίες εργασίες επισκευών στο αγκυροβόλιο του ομώνυμου κλειστού κόλπου.
.........."Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο".......
........ Μετά από μια κοπιαστική στη διάρκεια της ημέρας εργασία, με τη δύση του ηλίου επέστρεφα από το πλοίο μαζί με τα συνεργεία παρέα στο ξενοδοχείο με την λαμπερή και ανανεωμένη λάντζα του λιμανιού ο «Άγιος Νικόλαος».
.........."Η Πύλος βρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση ενώ το λιμάνι της είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ασφαλέστερα λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4800μ και πλάτος 3600μ. [Το Λιμάνι] Το βάθος της θάλασσας φτάνει τα 50μ. Στα δυτικά, μπροστά από το λιμάνι υπάρχει η νήσος Σφακτηρία. Στα νότια του νησιού βρίσκεται η νησίδα Πύλος ή Τσιχλι-μπαμπά ή Φανάρι. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως το Βασίλειο του Νέστορα που, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρύθηκε απ' τον μυθικό Πύλο".......
........ Μετά από μια κοπιαστική στη διάρκεια της ημέρας εργασία, με τη δύση του ηλίου επέστρεφα από το πλοίο μαζί με τα συνεργεία παρέα στο ξενοδοχείο με την λαμπερή και ανανεωμένη λάντζα του λιμανιού ο «Άγιος Νικόλαος».
Διαβαίνοντας την έξοδο της προβλήτας του μικρού λιμένος και καθώς περπατούσα στον προαύλιο χώρο των πρώτων εστιατορίων, ξαφνικά ακούω μια βαριά ζεστή αντρική φωνή να φωνάζει το όνομά μου. Ασχολούμενος να σκέφτομαι τα προφανή καθημερινά προβλήματα των επισκευών του πλοίου βάδιζα λίγο αφηρημένα ξαφνιάστηκα επιστρέφοντας στην πραγματικότητα. Σηκώνω τα μάτια να δω ποιος με φώναξε. Μετά την αρχική μου σαστιμάρα και αμηχανία η αναγνώριση έρχεται με λίγη καθυστέρηση, μέσα μου άστραψε ένα χαμόγελο αφύπνισης όταν αντιλαμβάνομαι ξαφνικά ποιος ήταν πίσω από το κάλεσμα.
Ο Βαρόνος!!
Τον ατένιζα να κάθεται στο παραλιακό τραπέζι του εστιατόριου πάνω στο κύμα, διπλά από την έξοδο της προβλήτας αποβίβασης του λιμένα. Παρόλο που Φορούσε ένα ολοκαίνουργιο λινό κουστούμι, το σακάκι το είχε ριγμένο στην πλάτη μιας καρέκλας. Μάλλον ένιωθε την ανάγκη να αποβάλει την επισημότητα του κουστουμιού, αφαιρώντας το σακάκι. Ήταν η πρώτη μου φορά που συνειδητοποίησα ότι παρά τη μοναδικότητα του και την αίγλη του παρελθόντος «ο Βαρόνος» ανήκε και αυτός στα ανώνυμα πρόσωπα του μεγάλου πλήθους. Τα μάτια του εκείνα τα λαμπερά μαύρα μάτια του αυτό το παράθυρο της ψυχής του που τον είχα γνωρίσει σε μια άλλη, πιο ένδοξη εποχή, είχαν χάσει πολύ από την φωτεινότητα τους.
«Δε μου λες, άκουσα καλά ή με γελάνε τα αυτιά μου;» του λέω σαν να «ξύπνησα» ξαφνικά από τη στοχαστική μου διάθεση και μεταφέρθηκα στο «εδώ και τώρα».
«Τι ακριβώς ακούσατε που σας έκανε να αμφιβάλλετε για τα αυτιά σας;» μου λέει. «Για να σε βοηθήσω να το ξεδιαλύνεις δεν σε γελούν τα αυτιά σου, φίλε μου!» συνεχίζει, κάτι που δείχνει ότι, ο «Βαρόνος», παραμένει οξυδερκής και κυρίαρχος του παιχνιδιού, θυμίζοντας μου ότι οι τίτλοι μπορεί να φθείρονται, αλλά η προσωπικότητα όχι.
«Μάλιστα! Τώρα το σκηνικό αποκτά μια εντελώς διαφορετική τροπή! Καλησπέρα.» του λέω.
«Καλησπέρα βρε Λακωνικό «Μανιαούρι.» Η ατάκα του δίνει μια βιωματική τοπική χροιά στην πραγματικότητα της κοινής καταγωγής μας και μιας παλιάς γνώριμης κατάστασης.. «Καλά λένε βουνό με βουνό δεν σμίγει.» υποδηλώνοντας πως θεωρεί μοιραία τη συνάντηση μας, από τότε που είχαμε μοιραστεί ένα κοινό παρελθόν που είχαμε ξεχάσει.
Έγινε μια μικρή παύση που λειτουργούσε ως η «σιωπή» πριν από μια συναισθηματική αντάμωση. Και η αντάμωση μας σήμερα δεν είναι απλώς μια συνάντηση, είναι η στιγμή που οι δρόμοι μας που κάποτε είχαν χωρίσει, τέμνονται ξανά, έχοντας πλέον το βάρος των εμπειριών που μεσολάβησαν και ο καθείς κουβαλούσε στην πλάτη του.
«Να που βρέθηκες και στα δικά μας όμορφα μέρη της Μεσσηνιακής Μάνης παλιέ καλέ μου φίλε.» Ο «Βαρόνος» ήταν ο άντρας με το κουστούμι στην καρέκλα, και εγώ μείωσα την απόσταση που μας χώριζε. Ήμασταν απλώς δύο άνθρωποι που, μετά από χρόνια, έβρισκαν ξανά το χαμένο νήμα της συνέχειας μας, μ' ένα σφίξιμο του χεριού μας και μια αγκαλιά που επιβεβαιώνει ότι παραμένουμε οι «δικοί μας» άνθρωποι συμπυκνώνοντας όλη τη νοσταλγία μας!
«Το σφίξιμο του χεριού δεν ήταν απλώς ένας χαιρετισμός· ήταν η επισφράγιση μιας υπόσχεσης ότι, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, όσες διαδρομές κι αν άλλαξαν, ο ένας αναγνωρίζει πάντα τον άλλον μέσα στο πλήθος. Η αγκαλιά που ακολούθησε έκλεισε τον κύκλο, διαλύοντας το τελευταίο ίχνος του «Βαρώνου» και αφήνοντας στη θέση του μόνο τον παλιό, αληθινό φίλο.
Να σας τον συστήσω. Τον πρωταγωνιστή, μετατρέποντας τον «Βαρόνο» από έναν απλό σημερινό χαρακτήρα σε μια προσωπικότητα που είχε επιβληθεί στον χώρο του. Ο «Βαρόνος» δεν ήταν απλώς ένα πρόσωπο ήταν μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους, σ' εκείνες τις παλιές μας όμορφες νεανικές στιγμές μας και αντιπροσώπευε τις φιλοδοξίες και τη μοίρα όλων μας. Την προσπάθεια να διατηρήσουμε ένα «σοβαρό προφίλ» και μια αίγλη, ενώ η ζωή μας φθείρει. Ο «Βαρόνος» ήταν η αλήθεια που κρύβουμε μέσα μας.
Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος, ήταν μια «ιστορία» που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Τα έργα και οι ημέρες του ήταν ένας θρύλος στα καπνιστήρια και τις τραπεζαρίες των πλοίων της εταιρείας μη εξαιρούμενων και των γραφείων στην Ακτή Μιαούλη. Η Ακτή Μιαούλη είναι το «στρατηγείο» των εφοπλιστών και των ναυτιλιακών εταιρειών στον Πειραιά, ένας χώρος όπου ο μύθος, το χρήμα και η ιστορία συχνά διαπλέκονται. Τα τελευταία χρόνια είχε χαθεί από την πιάτσα της Ακτής Μιαούλη λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Ίσως είχε αποσυρθεί, αλλά η «αύρα» του παράμενε διαχρονική. Είχα να μάθω νέα του περισσότερο από μια δεκαετία.
«Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!» του λέω. Ο τροχός που γύρισε και μας έφερε, να κοιταζόμαστε στα μάτια χωρίς τις μάσκες των γραφείων της Ακτής Μιαούλη και τις απαιτήσεις του «θρύλου» που τον ακολουθούσε.
«Που χάθηκες μεγάλε μου «Βαρόνε» τον ρωτάω οικειότητα, απόδειξη ότι η απουσία του ήταν αισθητή, ότι η ιστορία του δεν είχε ολοκληρωθεί στο μυαλό μου μέχρι σήμερα που τον ξανάσυναντησα. Όταν έπαψε να μου σφίγγει το χέρι κάθισα στην άδεια καρέκλα στο πλάι του απολαμβάνοντας το ανάλαφρο δροσερό απογευματινό αεράκι που σάρωνε την επιφάνεια της παραλίας κουβαλώντας την υγρασία της θάλασσας αλλά και τη μυρωδιά από τα τριαντάφυλλα και τις βουκαμβίλιες που φύτρωναν στις αυλές γύρω μας.
«Λοιπόν καλέ μου φίλε! Τι χαμπάρια: Πως τα πάτε με τις εργασίες των επισκευών; Τρελό τρέξιμο βλέπω πάλι σήμερα; Πότε σαλπάρουμε;» Έκανε μαζεμένες τις ερωτήσεις και τώρα περίμενε απαντήσεις. Αυτή η καταιγίδα των ερωτήσεων από τον «Βαρόνο» ήταν το οριστικό πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν και το μυαλό του να παραμένει συντονισμένο με τους ρυθμούς της δουλειάς και της θάλασσας. Το κατάλαβα ότι το ήξερε πως θα με συναντούσε και με περίμενε. Δεν ρωτάει από περιέργεια, αλλά από μια ανάγκη να νιώσει ότι ανήκει ακόμα σε αυτόν τον κόσμο, έστω και μέσα από τις ιστορίες του φίλου του.
Καθώς τον κοίταζα να περιμένει την απάντηση, ένιωσα τη σκόνη των γραφείων της Ακτής Μιαούλη να παραμερίζει. Δεν ήταν πια ένας περαστικός, ήταν ο παλιός εκείνος συνεργάτης που ακόμα κι αν δεν ήταν πια καράβι, να ταξιδεύει, είχε πάντα την πυξίδα στο βλέμμα του.
«Φίλε μου θέλω να φύγει αυτή η εβδομάδα γιατί είμαι οριακά με τόση πίεση !Αυτό το «οριακό» αίσθημα, ειδικά όταν τρέχω απαιτητικές επισκευές, είναι εξαντλητικό. Το να νιώθεις πως η εβδομάδα δεν τελειώνει ποτέ είναι το τίμημα του να είσαι υπεύθυνος για ένα έργο που δεν επιδέχεται λάθη. Αυτές οι επισκευές είναι από τις πιο δύσκολες που έχω τρέξει! Άντε να παραδώσουμε να ηρεμήσω λίγο!»«Από όσο θυμάμαι κάθε φορά τα ίδια συμβαίνουν με τις επισκευές!» Η απάντηση του «Βαρόνου» είναι ένας καθρέφτης. Με αυτή τη φράση, του απομυθοποιεί το άγχος μου. Μου υπενθυμίζει ότι αυτό που σήμερα μου φαίνεται ως ανυπέρβλητο βουνό και «τρελό τρέξιμο», είναι στην πραγματικότητα ένας κύκλος που έχει επαναληφθεί άπειρες φορές. Είναι ο τρόπος του να μου πει. «Έχεις φάει με το κουτάλι τις επισκευές, ξέρεις πώς τελειώνουν αυτές οι ιστορίες». Υπήρχε μια παράδοξη ηρεμία στα λόγια του. Ο «Βαρόνος» δεν προσπαθεί να με καθησυχάσει με κούφια λόγια, αλλά με τη στωικότητα κάποιου που έχει δει πολλά πλοία να μπαίνουν και να βγαίνουν από το λιμάνι. Αυτή η υπενθύμιση του «Βαρόνου» με «ξεκλειδώνει». Νιώθω ότι μετά από αυτή την κουβέντα, το «τρέξιμο» δεν είναι πια ένα βάρος, αλλά μια γνώριμη διαδρομή που απλώς πρέπει να ολοκληρώσω για να έρθει η λύτρωση της παράδοσης.
«Κι εσύ πως τα βολεύεις που είσαι συνταξιούχος σήμερα.» Τον ρώτησα με αφοπλιστική και αντρική ειλικρίνεια που έχουν μόνο οι παλιοί συνάδελφοι. «Σε ρωτώ γιατί πολύ σύντομα θα βρεθώ να βράζω στο ίδιο καζάνι μ’ εσένα.» Η επισήμανση μου κλείνει οριστικά την απόσταση ανάμεσα στον «Βαρόνο» του καιρού εκείνου και στο σήμερα. Δεν είναι εκείνος πια ο θρύλος των καπνιστηρίων, αλλά αυτές τις στιγμές είμαστε δύο παλιοί συνάδελφοι που σύντομα θα μοιράζονται την ίδια διαδρομή, με διαφορετική ταχύτητα ο καθένας, αυτός ως προπορευόμενος που έχει ήδη φτάσει εκεί που εγώ οδεύω.
Ο Βαρόνος με κοίταξε, και για μια στιγμή, είδα στα μάτια του όχι τη χαμένη λάμψη του παρελθόντος, αλλά μια ήρεμη αποδοχή του παρόντος. «Στο ίδιο καζάνι, φίλε μου», είπε χαμηλόφωνα, «αλλά τουλάχιστον, εκεί δεν θα έχουμε προθεσμίες παράδοσης.» Το αδιάφορο κούνημα των ώμων του ήταν η πιο εύγλωττη απάντηση που θα μπορούσε να μου δώσει. Ηταν κίνηση ενός ανθρώπου που, παρόλο που έχει αποσυρθεί, δεν έχει «αποδεχτεί» την αποστρατεία. Ο «Βαρόνος» δεν είναι συνταξιούχος από επιλογή, αλλά από ανάγκη, λόγω χρόνου, και το γεγονός ότι δεν τον ενθουσίαζε η ιδιότητα του συνταξιούχου πρόσδιδε στον χαρακτήρα του μια τραγική αξιοπρέπεια και αυτό το κούνημα των ώμων του «μιλάει» τόσο πολύ εύγλωττα. Ο «Βαρόνος» παραμένει, στον ψυχισμό του, ο άνθρωπος που κυριαρχούσε στα καπνιστήρια. Το κουστούμι του μπορεί σήμερα να είναι κάπως επαρχιώτικο, αλλά το βλέμμα του παραμένει στραμμένο στα «λιμάνια» και στη «δράση». Η συνταξιοδότηση γι' αυτόν δεν ήταν ανάπαυση, ήταν απώλεια ταυτότητας. Δεν θέλει να με αποθαρρύνει, ούτε να παραπονεθεί, γι' αυτό και δεν μου απαντά. Αφήνει τη σιωπή να γίνει ο καθρέφτης της δικής του πικρίας. Καταλαβαίνει ότι το «καζάνι» στο οποίο θα βρεθώ κι εγώ, δεν είναι ένα μέρος για να ξεκουραστώ, αλλά για να περιμένω το τέλος της ημέρας. Υπήρχε κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να στέκομαι μπροστά σε έναν άνθρωπο που κάποτε ήταν «θρύλος» και τώρα δεν έχει πια πού να διοχετεύσει τη δύναμή του. Το κούνημα των ώμων του ήταν μια ολόκληρη εξομολόγηση. Δεν χρειαζόταν λόγια για να καταλάβω πως, για εκείνον, η συνταξιοδότηση δεν ήταν η ανταμοιβή μιας ζωής, αλλά η αναγκαστική απόσυρση ενός στρατιώτη που είχε ακόμα το όπλο στα χέρια, αλλά δεν είχε πια μέτωπο να πολεμήσει.
Με πληροφόρησε πως αυτή την εποχή έμενε σε μία ερημική μικρή εξοχική αγροικία που είχε κληρονομήσει σε μικρή απόσταση από την Καλαμάτα και τώρα είχε την δυνατότητα να απολαμβάνει μια παλιά του και αγαπημένη συνήθεια, τις χαλκογραφίες. Η αποκάλυψη αυτή μου μοιάζει με εξομολόγηση από τη μία τα πολυσύχναστα λιμάνια με τον θόρυβο, την κίνηση, το «τρελό τρέξιμο» τους που ζούσε, και από την άλλη πέρασε στην απόλυτη ηρεμία στη σιωπή της αγροικίας στην Καλαμάτα και τη λεπτομέρεια και στην ηρεμία της χαλκογραφίας. Λένε πως οι ζωγράφοι κι οι ναυτικοί φτιάχνουν τα ίδια σπίτια και η κληρονομιά του φίλου μας δεν αποτελούσε εξαίρεση. Και οι δύο φτιάχνουν κόσμους, ο ένας με τα χρώματα και ο άλλος με τη ρότα, και οι δύο έχουν ανάγκη τον ορίζοντα μπροστά τους. Ήταν ένα μικρό τούβλινο χαμηλοτάβανο σπίτι με ασπροβαμένους τοίχους, και η εξώπορτα του έβγαζε απευθείας στην θέα της θάλασσας και ήταν το ιδανικό «λιμάνι για έναν άνθρωπο σαν τον «Βαρόνο». Δεν έχει εγκαταλείψει τη θάλασσα, απλώς την έχει φέρει στην πόρτα του, όχι για να τη δαμάσει πια, αλλά για να την ατενίζει. Είναι το σημείο όπου ο πολύβοος λιμένας έγινε το απάγκιο του.
Με τα μάτια της φαντασίας μου φιλοτέχνησα την σημερινή μελαγχολική εικόνα της ζωής του, ενός μοναχικού ερημίτη σ’ ένα σπίτι πολύχρωμο, σαν σκηνικό σε φωτεινό ηλιόλουστο τοπίο να πηγαίνει χωρίς παρέα ατέλειωτους περιπάτους, γυροφέρνοντας στο μυαλό του αναμνήσεις και αφηρημένες σκέψεις σαν ένα σμάρι από παλιές φωτογραφίες που ένας θεός μονάχα ήξερε που τον ταξίδευαν.
Να αφηγείται περιστατικά και περιπέτειες μ’ ευλάβεια ποιμένα γονιού που τις άκουγαν για πρώτη φορά τα μικρά του εγγόνια από την κόρη της αδελφής του, περιγραφικός, ευφάνταστος, αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό τις ευαίσθητες χορδές της καρδιάς και του μυαλού τους. Οι περιπέτειες του από τα πολυσύχναστα λιμάνια δεν πάνε χαμένες, αλλά γίνονται παραμύθια για τα εγγόνια, αποκτώντας μια νέα, σχεδόν ιερή αξία. Να τους περιγράφει τις ιστορίες του σαν ιερά κειμήλια μ' έναν απίστευτα ποιητικό τρόπο, και να τα κάνει να γελούν χάρη στην αριστουργηματική αφηγηματική του τέχνη. Η αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία και η θεατρικότητα, με την οποία χειρίζεται τις ιστορίες του απ' όσο γνωρίζω είναι μοναδική. Μέσα από τα εγγόνια, ο θρύλος του συνεχίζεται, οι εμπειρίες του δεν σβήνουν και ο ίδιος βρίσκει μια δεύτερη νεότητα μέσα από τα μάτια τους.
Μερικοί άνθρωποι σε κάνουν να μελαγχολείς και να θλίβεσαι ότι κατασπατάλησαν το χρόνο τους και χαράμισαν τις ικανότητες τους με δραστηριότητες σε σκοτεινές γωνιές και αδιέξοδα στενοσόκακα.
«Η ζωή είχε το βλέμμα της γυρισμένο προς τη μια μεριά και αυτός προς την άλλη,» σκέφτηκα φευγαλέα, αλλά που να πάρει ο διάβολος δεν τους βρίσκεις κάθε μέρα αυτούς τους εξαιρετικά διαφορετικούς ανθρώπους. Η θλίψη για όσα θα μπορούσε να έχει κάνει, υποχώρησε μπροστά σ' αυτό που ήταν: ένας άνθρωπος που είχε το θάρρος να στρέφει το βλέμμα του εκεί που κανείς άλλος δεν κοίταζε.
Η μνήμη μου με ταξίδεψε δυο δεκαετίες πίσω. Ύστερα από είκοσι χρόνια η ανομοιομορφία της μνήμης είναι συγκλονιστικά αληθινή, όταν πρόκειται να θυμηθείς γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν. Υπάρχουν στιγμές που αναδύονται με μια τρομακτική διαύγεια, κάθε ήχος, κάθε μυρωδιά, κάθε λεπτομέρεια του χώρου, και άλλες που παραμένουν σαν θολά, δυσδιάκριτα περιγράμματα, κρυμμένα πίσω από την ομίχλη του χρόνου. Με πικρή γεύση είναι θαρραλέο να παραδεχθώ ότι το παρελθόν μας περιέχει εικόνες που θα ήθελα να ξεχάσω. Όταν αποδέχεται κανείς ότι δεν είναι όλα φωτεινά στη ζωή του, τότε μόνο αποκτά την ωριμότητα να την κοιτάξει κατάματα. Ο χρόνος συγκρατεί τα αγκάθια που μας πλήγωσαν, ίσως για να μας υπενθυμίζουν τα όριά μας, αλλά συγχρόνως αφήνει να γλιστρήσουν στη λήθη στιγμές που ίσως ήταν πολύτιμες αλλά δεν είχαν την ένταση του τραύματος για να μείνουν χαραγμένες. Εκείνο τον καιρό πιστεύαμε πως ήμασταν σπουδαίοι κι οι μέρες έδειχναν να είναι πολύ μεγαλύτερες από ότι σήμερα. Η λεβεντιά και η ειλικρίνεια ήταν το σήμα κατατεθέν μας. Ανθρώπων που σφυρηλατήθηκαν πάνω στη θάλασσα δουλεύοντας με τα στοιχεία της φύσης, η υποκρισία δεν είχε θέση, γιατί η ίδια η θάλασσα απαιτεί καθαρότητα και αλληλεγγύη. Ήμασταν νέοι, ο χρόνος μας έμοιαζε άπειρος, όπως και οι δυνάμεις μας. Πιστεύαμε ότι μπορούσαμε να δαμάσουμε τα κύματα, τις αντιξοότητες, τον ίδιο τον κόσμο. Αυτή η σπουδαιότητα που νιώθαμε δεν ήταν αλαζονεία, ήταν η ευλογία της νιότης μας ήταν η ανάγκη και ο τρόπος μας να αναπνέουμε. Είναι φορές που αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που περισσότερο από όλα μας αφαίρεσε στην διάβα του ο χρόνος. Όσο μεγαλώνουμε, ο χρόνος συμπιέζεται από τις ευθύνες, τα πρέπει και το βάρος των αναμνήσεων. Οι μέρες μας γίνονται πια μικρές, γιατί τις μετράμε με το ρολόι της λογικής και όχι με το μέτρο της περιπέτειας. Ίσως ο χρόνος να μην μας αφαίρεσε κάτι συγκεκριμένο, ίσως απλά να μας φόρτωσε με τόση ευθύνη που η ελαφρότητα, αναγκαστικά, έπρεπε να ξεπέσει κάπου στην άκρη του δρόμου για να αντέξουμε το βάρος της. Η λεβεντιά όμως εκείνη δεν χάθηκε, απλώς έγινε πιο σιωπηλή, πιο εσωτερική, κρυμμένη πίσω από την αυλαία των είκοσι χρόνων που μεσολάβησαν.
Το κύμα θρόιζε σε χαμηλούς τόνους θαρρείς και μας άκουγε αφηρημένα τους δυο άνδρες που είχαμε απορροφηθεί στη συζήτηση εκεί στην άκρη της θάλασσας, σκαλίζοντας το παρελθόν μας, και με κάθε καινούργια ιστορία που διηγείται ο Βαρόνος να μεγαλώνει το κέφι μας. Μας αγκάλιασε η νύχτα που άπλωσε τις μαύρες φτερούγες της παντού δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας. Οι μαύρες φτερούγες της, αντί να είναι απειλητικές, λειτουργούν σαν μια αγκαλιά που μας απομονώνει από τον υπόλοιπο κόσμο, επιτρέποντα μας να είμαστε για λίγο ξανά εκείνοι οι «σπουδαίοι» νέοι που ήσασταν πριν από είκοσι χρόνια και η συζήτηση, είναι μια τελετή συμφιλίωσης με το παρελθόν μας.
Ο «Βαρόνος», μέσα από την αφήγησή του, δεν ανακαλεί απλώς γεγονότα, ανασταίνει τη νιότη μας. Εκείνη η «ελαφρότητα» για την οποία αναρωτιόμουν αν χάθηκε για πάντα, επιστρέφει μέσα από το γέλιο και τη μοιρασιά μας, έστω και για λίγο, κάτω από το πέπλο της νύχτας.
Πίσω από το δάκτυλο της στεριάς που χωνόταν στον υδάτινο κόρφο, ξεπρόβαλε το μισοφέγγαρο, κοντράστ στο φωτισμένο μεγάλο φορτηγό πλοίο που βρισκόταν αγκυροβολημένο μέσα στον κόλπο, και μπόλικα αστέρια εμφανίστηκαν στον ουρανό.
Το δάκτυλο της στεριάς και ο «υδάτινος κόρφος είναι η αγκαλιά της γης που εισχωρεί στη θάλασσα και μοιάζει με τη συμφιλίωση των δύο κόσμων που συζητάμε, της αέναης κίνησης των πολυσύχναστων λιμένων, και της στεριάς με το αγροτόσπιτο που τον περιμένει. Το πλοίο, ακίνητο τώρα στο αγκυροβόλιο, μοιάζει με φάντασμα των περασμένων ετών, ένα μεγαθήριο που αναπαύεται, ενώ το μισοφέγγαρο μας υπενθυμίζει τον χρόνο που κυλάει, αδιάφορος και αιώνιος. Τα αστέρια μέσα στη νύχτα είναι τα μόνα που μένουν σταθερά, οι «πυξίδες» των ναυτικών, που βλέπουν από ψηλά και τις πικρίες και τις χαρές μας.
Η αλήθεια είναι πως στην πραγματικότητα ο «Βαρόνος» ποτέ δεν έγινε πραγματικός ναυτικός, δεν κυλούσε στο αίμα του ιδιαίτερα η θάλασσα. Ένα αρκετά μεγάλο διάστημα είχε εγκαταλείψει το ναυτικό επάγγελμα και ασχολήθηκε εκεί στη γενέτειρα του την Καλαμάτα με το εμπόριο ελαιόλαδου. Η επιχείρηση του απλώθηκε πολύ σύντομα με κύριο αντικείμενο τις εξαγωγές σε Ευρωπαϊκές χώρες. Το ίδιο πολύ σύντομα για κάποιους ανεξιχνίαστους λόγους, ήλθε και η κατάρρευση της επιχείρησης. Την εποχή εκείνη κυκλοφορούσαν τουλάχιστον εκατό εκδοχές για τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάληξη της επιχείρησης, με εκατό διαφορετικές αιτιολογήσεις. Η αλήθεια θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε από αυτές.
Η δική του θέση για αυτά που κυκλοφορούσαν ήταν αφοπλιστική.
«Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις.» Δήλωνε με παρρησία στους συνομιλητές του.
«Υπάρχει στην αγορά κορεσμός υπερτιμημένων λαδιών πρώτης ποιότητας. Μια αγορά που θα πρέπει να σας επισημάνω ότι βρίσκεται ήδη σε συνεχή ύφεση. Για να ξεκινήσεις λοιπόν ένα καινούργιο προϊόν λαδιού με επιτυχία απαιτείται μια πολύ επιθετική προώθηση του προϊόντος και έμπειρο δυναμικό πωλήσεων. Εγώ απλά απέτυχα δεν είχα αυτές τις προϋποθέσεις.» Δήλωνε με παρρησία στους συνομιλητές του.
Η πρώιμη γνωριμία μου με τον «Βαρόνο» τον καιρό που ασχολήθηκε περιστασιακά αλλά με μια επιτυχία ανέλπιστη με το λαθρεμπόριο τσιγάρων και ποτών στην Κωστάντζα τον μεγαλύτερο λιμένα της Ρουμανίας. Όχι τίποτα σπουδαίο και μεγάλο βέβαια, αλλά ένα μικρό καθημερινό οικονομικό πάρε δώσε, που η οργάνωση και εκτέλεση του ήταν μια ιδιοφυής, σκέψη του φίλου μας. Ουσιαστικά ήταν μια χαμαλίδικη δουλίτσα, περιορισμένων οικονομικών μεγεθών και δυνατοτήτων.
Τις εποχές εκείνες η Κωστάντζα ήταν πάντα πόλη εξαιρετικά φιλόξενη για τους Έλληνες ναυτικούς και ιδανικός τόπος για ανθρώπους σαν τον Βαρόνο. Για όποιον είχε ζήσει τα χρόνια εκείνα τις συνθήκες που επικρατούσαν στα οικονομικά όρια του λιμένα της Κωστάντζα εύλογα θεωρούσε ότι βρισκόταν σε μια περιοχή όπου το λάδωμα ελάμβανε χώρα σε μεγαλύτερη έκταση και επιτυχέστερα από ότι στην υπόλοιπη Ρουμανία.
Και αυτό που είχα καταλάβει ήταν ότι για κάποιο λόγο όλοι οι συμμετέχοντες εμπιστεύονταν τους Έλληνες ναυτικούς δεν υπήρχε δυσπιστία για τις μη νόμιμες μικρό συναλλαγές της καθημερινότητας που τους απέφερε μερικά οφέλη στις πολύ δύσκολες ημέρες διαβίωσης που περνούσαν .
Κυβερνητικοί υπάλληλοι και εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στον απλό Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
Απόψε μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε. Στο τραπέζι το μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών έχει σχεδόν καταναλωθεί προσφέροντας ικανοποιήση στις διατροφικές μας απαιτήσεις σε γεύση και απόλαυση. «Είναι μια ιστορία απ’ αυτές που κολλούνε στη συνείδηση σου και σ΄ ακολουθούν σαν βδέλλα και δεν εννοούν να ξεκολλήσουν από την θύμηση μου.» Άρχισε σαν πρόλογο. την ιστορία του, έκανε μια μικρή παύση ώστε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κι ύστερα ξεκίνησε με ήρεμο ρυθμό να μου διηγιέται την ιστορία του από τα χρόνια εκείνα....
¦(..... Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα και τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση με προορισμό την Αθήνα. Την τελευταία μας ημέρα η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε στην απόλυτη «έκρηξη» της νιότης. Ηταν οι στιγμές όπου η λογική, και τα «πρέπει» σταμάτησαν να υπάρχουν, και μας είχε μείνει μόνο η ωμή, λαϊκή ανάγκη για ζωή. Μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια σε περιβάλλον που δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και απομόνωσης, όπου ο έξω κόσμος δεν έχει θέση. Όταν είσαι είκοσι χρόνια νεότερος, ο καπνός δεν σε πνίγει, και είναι το σύννεφο μέσα στο οποίο ζεις την ευτυχία σου. Η αγάπη και το σ’ αγαπώ στο σκοτεινό, υπόγειο σκηνικό και η ανάγκη για τρυφερότητα είναι συγκλονιστική. Μας δείχνει ότι, όσο σκληροτράχηλοι κι αν ήμασταν στη δουλειά, η καρδιά μας αναζητούσε απεγνωσμένα αυτό το σ’ αγαπώ για να επιβεβαιώσει ότι είμαστε ζωντανοί. Σε εκείνο το υπόγειο της Κωστάντζα, η πραγματικότητα της θάλασσας είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη, πιο μεθυστική πραγματικότητα. Εκεί, ανάμεσα στα τσιγάρα και τους ήχους της νύχτας, δεν υπήρχαν πλοία, δεν υπήρχαν προθεσμίες, δεν υπήρχε το άγχος. Υπήρχε μόνο το τώρα, μια αγκαλιά και η υπόσχεση πως ο κόσμος, έστω και για λίγο, ήταν ακριβώς εκεί που τον αναζητούσαμε. Εκείνη την σχεδόν απελπισμένη ευτυχία που νιώθει κανείς όταν είναι νέος και πιστεύει πως η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα ελαφρά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά μας πάρε δώσε, και όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, και μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη εκείνη ώρα. Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι με σεβάστηκαν τον .....«Βαρόνο»..!
Κυβερνητικοί υπάλληλοι και εργαζόμενοι στην ελεύθερη ζώνη εμπορίου του λιμένος σε συνεργασία με τους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς του λιμένα κάλυπταν τις εμπορικές δραστηριότητες του Βαρόνου στις παρυφές τις παραοικονομίας. Με έξυπνο τρόπο όλη η δραστηριότητα ήταν ένα μέρος από μια καλοστημένη κομπίνα, που είχε να κάνει με την αγοραπωλησία των τσιγάρων και των ποτών της ελεύθερης ζώνης.
Από κάθε άποψη το εμπορικό αλισβερίσι του φίλου μας ήταν ικανοποιητικά προσοδοφόρο για το μέγεθος της συναλλαγής. Αυτό επέτρεπε στον απλό Τρίτο μηχανικό του πλοίου να απολαμβάνει με περίσσια άνεση τα άδυτα της κρυφής νυκτερινής ζωής που εξελίσσεται στον περίγυρο του λιμένα με ανέσεις βαρόνου εξ’ ου και η προσωνυμία "Βαρόνος".
Απόψε μου αφηγήθηκε το τέλος αυτής της ιστορίας του χωρίς να του το ζητήσω, μου παρουσίασε την εικόνα των γεγονότων λιτά και απέριττα, όπως ακριβώς τα είχε ζήσει. Στο βλέμμα του υπήρχε και πάλι η ίδια πειρακτική έκφραση όπως και τότε που ήμασταν ανέμελοι νέοι.Ήταν φανερό πως είχε εξαιρετική διάθεση απόψε. Στο τραπέζι το μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών έχει σχεδόν καταναλωθεί προσφέροντας ικανοποιήση στις διατροφικές μας απαιτήσεις σε γεύση και απόλαυση. «Είναι μια ιστορία απ’ αυτές που κολλούνε στη συνείδηση σου και σ΄ ακολουθούν σαν βδέλλα και δεν εννοούν να ξεκολλήσουν από την θύμηση μου.» Άρχισε σαν πρόλογο. την ιστορία του, έκανε μια μικρή παύση ώστε να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη, κι ύστερα ξεκίνησε με ήρεμο ρυθμό να μου διηγιέται την ιστορία του από τα χρόνια εκείνα....
¦(..... Η σύμβαση εργασίας με την εταιρεία μας είχε λήξει για μένα και τον έτερο τρίτο μηχανικό του πλοίου καθώς επίσης και για τον ανθυποπλοίαρχο. Όλων μας η καταγωγή κατά μια περίεργη σύμπτωση ήταν από την Μεσσηνία. Το σχέδιο αναχώρησης από το πλοίο περιελάμβανε διανυκτέρευση στην Κωστάντζα, την επομένη άφιξη στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου, και επιβίβαση στην πρωινή πτήση με προορισμό την Αθήνα. Την τελευταία μας ημέρα η νύκτα στην Κωστάντζα μας βρήκε στην απόλυτη «έκρηξη» της νιότης. Ηταν οι στιγμές όπου η λογική, και τα «πρέπει» σταμάτησαν να υπάρχουν, και μας είχε μείνει μόνο η ωμή, λαϊκή ανάγκη για ζωή. Μας βρήκε πελάτες στοιβαγμένους σ’ ένα υπόγειο μαγαζί με κλειστά παντζούρια σε περιβάλλον που δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και απομόνωσης, όπου ο έξω κόσμος δεν έχει θέση. Όταν είσαι είκοσι χρόνια νεότερος, ο καπνός δεν σε πνίγει, και είναι το σύννεφο μέσα στο οποίο ζεις την ευτυχία σου. Η αγάπη και το σ’ αγαπώ στο σκοτεινό, υπόγειο σκηνικό και η ανάγκη για τρυφερότητα είναι συγκλονιστική. Μας δείχνει ότι, όσο σκληροτράχηλοι κι αν ήμασταν στη δουλειά, η καρδιά μας αναζητούσε απεγνωσμένα αυτό το σ’ αγαπώ για να επιβεβαιώσει ότι είμαστε ζωντανοί. Σε εκείνο το υπόγειο της Κωστάντζα, η πραγματικότητα της θάλασσας είχε δώσει τη θέση της σε μια άλλη, πιο μεθυστική πραγματικότητα. Εκεί, ανάμεσα στα τσιγάρα και τους ήχους της νύχτας, δεν υπήρχαν πλοία, δεν υπήρχαν προθεσμίες, δεν υπήρχε το άγχος. Υπήρχε μόνο το τώρα, μια αγκαλιά και η υπόσχεση πως ο κόσμος, έστω και για λίγο, ήταν ακριβώς εκεί που τον αναζητούσαμε. Εκείνη την σχεδόν απελπισμένη ευτυχία που νιώθει κανείς όταν είναι νέος και πιστεύει πως η νύχτα δεν θα τελειώσει ποτέ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα που έγινε η έφοδος της αστυνομίας, η αναταραχή και ο σάλος που επακολουθήσαν μου είναι δύσκολο να τον περιγράψω. Όσοι βρίσκονταν μέσα σ’ αυτό το καπηλειό συνελήφθησαν σχεδόν όλοι, εκτός από δυο τρεις που κατάφεραν να ξεφύγουν από τις πίσω εξόδους. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου ότι θα μπορούσε να μας συμβεί αυτό, και ήταν απόλυτα φυσιολογικό να ένοιωθα ελαφρά σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Κατά εξαιρετικά ευτυχή συγκυρία ο επικεφαλής της επιχείρησης ήταν πρόσωπο γνωστό από τα εμπορικά μας πάρε δώσε, και όπως καταλαβαίνεις βοήθησε σ’ αυτό η πρότερη γνωριμία μας, και μου ‘δωσε αυτοπεποίθηση τη δύσκολη εκείνη ώρα. Ξεμπλέξαμε σχετικά ανώδυνα με τις αρχές και τα τυπικά της ανάκρισης, κανένας δεν ρώτησε ποιος και γιατί ούτε χαρτιά μας ζήτησαν. Ευγενικά φερόμενοι με σεβάστηκαν τον .....«Βαρόνο»..!
Παράλληλα διαπίστωσα ότι είχε χαράξει, και η αραιά ομίχλη που πλανιόταν πάνω από την θάλασσα έκανε τον χειμωνιάτικο πορτοκαλί ήλιο που εμφανίστηκε πέρα στον ορίζοντα να φαντάζει ωχρός, μελαγχολικός, όταν εγώ και οι δυο καλοί μου φίλοι, πακέτο βρεθήκαμε στο αεροδρόμιο του Βουκουρεστίου με φιλική συνοδεία των αρχών μετανάστευσης της χώρας. Στη σκέψη πολλών συναδέλφων μας πιθανολογώ να φάνταζε ότι υπέστην βαρύ προσωπικό πλήγμα μετά την σύλληψη μας, αλλά εγώ απλώς έμεινα με την αίσθηση ότι υπήρξε ένα σχεδόν χιουμοριστικό στοιχείο στην όλη υπόθεση.
Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν έζησα λάθος την ζωή μου. Πιστεύεις ότι είσαι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός. ........) μου τελείωσε την αφήγηση του!
«Αυτή η διαπίστωση είναι ίσως το πιο ώριμο και πολύτιμο συμπέρασμα που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος.» Του λέω. «Το ότι πιστεύεις πως είσαι ένα πρόσωπο και με τον καιρό διαπιστώνεις πως είσαι πολύ διαφορετικός δεν είναι αποτυχία, είναι εξέλιξη. Είναι η στιγμή που το εγώ των είκοσι χρόνων των πολυσύχναστων λιμένων και των υπόγειων της Κωστάντζας συναντά τον εαυτό μας στο σήμερα, με όλες τις ρυτίδες, τις εμπειρίες και τα αγκάθια της μνήμης μας. Και το «λάθος;». Ποιος ορίζει τι είναι «λάθος» στη ζωή μας; Αν είχες ζήσει διαφορετικά, δεν θα ήσουν ο «Βαρόνος» που κάθεται σήμερα στην άκρη της θάλασσας, να φιλοσοφεί μαζί μου, να εκτιμά τη μελαγχολία μιας χαλκογραφίας και να έχει την ενσυναίσθηση να αναγνωρίζει την ομορφιά στην ατέλεια.» συμπλήρωσα.
«Απλά συνεχίζω την ζωή μου, κάθε μέρα που ξημερώνει είναι και μια καινούργια μέρα που ξημερώνει μια ευκαιρία για κάτι καινούργιο που αξίζει να το ζήσεις.» μου λέει.
«Μην προσπαθείς να διορθώσεις το παρελθόν, είναι κάτι αδύνατο, στο τέλος, όλοι μας είμαστε μια συλλογή από τις εκδοχές του εαυτού μας που αφήσαμε πίσω.» συμπλήρωσα τη φιλοσοφική του διάθεση.
......Στο τραπέζι κατέφθασε το δεύτερο μπουκάλι του ερυθρού ξηρού οίνου με το σύνθετο διαυγές ερυθρό χρώμα, τις πλούσιες και ελκυστικές ανταύγειες και τα αρώματα ώριμων κόκκινων φρούτων, με νότες μπαχαρικών.
Είχα μάθει από συνάδελφο ναυτικό που είχε επαφή μαζί του, πως κράτησε την υπόσχεση που είχε δώσει στην παρέα του. Ξαναγύρισε με την βοήθεια και της εταιρείας στην Ρουμανία και μετέφερε στην Ελλάδα, όλες τις αποσκευές τους που ειχαν μείνει στο ξενοδοχείο της Κωνστάνζας....
Η επιστροφή στην Κωστάντζα για τις αποσκευές, πρόσθετε την τελευταία, απαραίτητη πινελιά στον χαρακτήρα του «Βαρόνου». Δεν ήταν μόνο ο «ποιητής» των πολύβοων λιμανιών ή ο ερημίτης της Καλαμάτας· Ήταν ένας άνθρωπος που τηρούσε τον λόγο του, ένας άνθρωπος της παλιάς κοπής.
Στον κόσμο των ναυτικών, όπου όλα είναι ρευστά και ο χρόνος μετριέται με εξάντες, το να κρατήσεις μια υπόσχεση, ακόμα κι αν αφορά απλώς πράγματα και αποσκευές, είναι πράξη ηθικής ανωτερότητας. Ο «Βαρόνος ουσιαστικά «έκλεισε» τον κύκλο μας εκείνης της εποχής. Δεν αφήσαμε τίποτα να αιωρείται στο παρελθόν. Ήταν σαν να ξεκαθαρίσαμε τους λογαριασμούς μας με τη ζωή που ζήσαμε τις εποχές εκείνες, ώστε να μπορούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, να προχωρούμε σήμερα.
Εκείνη η κίνηση του να γυρίσει στην Κωστάντζα και να φέρει πίσω τα υπάρχοντα τους ήταν η δική του σιωπηρή διαβεβαίωση ότι όλα όσα ζήσαμε εκείνο τον καιρό ήταν αληθινά. Δεν ήταν ένα μεθυσμένο όνειρο σε ένα υπόγειο, ήταν μια ιστορία που άξιζε να διασωθεί, ακόμα και με τις αποσκευές της.
Αυτή η κίνηση του Βαρόνου είναι τελικά ο λόγος που σήμερα, σαράντα χρόνια μετά, μπορώ να μιλώ για εκείνον με τόσο σεβασμό και τόση θέρμη!
Δεν τον συνάντησα ξανά. Η απουσία επαφής μας, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της προσωπικότητας του, μου προσδίδει μια σχεδόν μυθική διάσταση στη μορφή του. Υπάρχουν άνθρωποι στη διάβα της ζωής μας που, ακόμη και μετά από μια σύντομη γνωριμία, αφήνουν πίσω τους ένα κενό που μοιάζει με την ησυχία μετά από μια καταιγίδα. Το γεγονός ότι σήμερα, αναπολώντας τον, μου δείχνει ότι ο χαρακτήρας του είχε μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Τον φαντάζομαι σε μια εικόνα που ακροβατεί ανάμεσα στην ηρεμία της φύσης και τη θυελλώδη, νοσταλγική ζωή του παρελθόντος. Να ασχολείται με την σχολαστική και υπομονετική τέχνη της χαλκογραφίας, που απαιτεί λεπτομέρεια και σταθερό χέρι, και με τη φροντίδα του μεγάλου κήπου, όπου η ζωή αναπτύσσεται οργανικά κάτω από τον μεσογειακό ήλιο. Να περιποιείται τον κήπο του με την ίδια αφοσίωση που διεκδικούσε την προσοχή των γυναικών στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με μια ανάμνηση που ίσως ακόμα να τον στοιχειώνει. Η ετικέτα του «καλύτερου εραστή», όπως ψιθύριζαν οι κακές γλώσσες, ίσως είναι για εκείνον το τελευταίο του τρόπαιο, μια υπενθύμιση μιας εποχής που η ζωή του ήταν γεμάτη ένταση, σε αντίθεση με τη σημερινή του απομόνωση στην αγροικία. Ίσως η σκέψη μου να επιστρέφει σε εκείνον γιατί ο «Βαρόνος» αντιπροσώπευε στις σκέψεις μου κάτι που σπανίζει. Την αίσθηση της πλήρους ζωής. Έναν άνθρωπο που δεν φοβήθηκε ούτε τις περιπέτειες στα λιμάνια, ούτε την ηρεμία της δημιουργίας στον κήπο του. Αναρωτιέμαι αν τελικά υπέκυψε στην πρόκληση της κοινότητας να συμμετάσχει σ' έναν ενεργό κοινωνικό ρόλο, να θέσει υποψηφιότητα για το τοπικό κοινοτικό συμβούλιο ή αν επέλεξε να παραμείνει πιστός στη μοναχική του τέχνη, αφήνοντας την πολιτική για τους νεότερους.





'


