ADS

click to open

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Anamnisseis Dipla Sto Tzaki

«Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι, που μένουν ξέμπαρκοι κι αγναντεύουν τη θάλασσα και ο νους τους γυρίζει στα μεγάλα ταξίδια»,
Κ. Ουράνης

...Βρισκόμαστε στα τέλη του φθινοπώρου, στις αρχές του χειμώνα του δύο χιλιάδες εννέα. Το τελευταίο δελτίο καιρού αναφερόταν σε κακοκαιρία, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας θα ήταν οι ισχυρές βροχές και καταιγίδες, που κατά τόπους θα συνοδεύονταν από χαλαζοπτώσεις και θυελλώδεις ανέμους.
Τις απογευματινές ώρες, ισχυρή καταιγίδα επισκέφθηκε την ευρύτερη περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος Σούρπης. Σουρούπωσε. Ο ήλιος είχε χαθεί από ώρα πίσω απ’ τα βουνά της Όθρυος και η οργή της θάλασσας ξεκίνησε να θεριεύει. Ως τις πρώτες αυλές των σπιτιών του οικισμού έφταναν οι αφροί των κυμάτων και, από την τόση αντάρα, τίποτα δεν μπορούσες να διακρίνεις πέρα στο πέλαγος.
Ο Παγασητικός έμοιαζε τώρα με ωκεανό μαύρο κι ατέλειωτο. Κανένα φως δεν φαινόταν απέναντι, στα χωριά του Πηλίου. Δεν ξεχώριζε ούτε ο φάρος ούτε καν οι σκοτεινοί όγκοι των βουνών του Τρίκερι.
Η βροχή άρχισε να πέφτει γοργά και να χτυπάει στην οροφή και στα παντζούρια του σπιτιού. Σηκώθηκα και άναψα το τζάκι. Λίγα λεπτά αργότερα ήταν έτοιμη η προκλητικά νόστιμη κρεμμυδόσουπα. Σέρβιρα για τον εαυτό μου ένα βαθύ μπολ, πρόσθεσα από πάνω τα φρυγανισμένα ψωμάκια με γραβιέρα και είχα ένα ωραιότατο αντίδοτο στο κρύο. Μέσα στο σαλόνι δεν άκουγα παρά μόνο τον θόρυβο του ανέμου και της βροχής. Όσο περνούσε η ώρα, ο άνεμος χτυπούσε και σφυροκοπούσε το σπίτι τόσο απρόβλεπτα, με τόση δύναμη, που νόμιζα πως θα το μετακινούσε. Άκουγα τα σφυρίγματά του να χτυπούν στις γρίλιες των παραθύρων και ένιωθα σαν να ήμουν σε καράβι έτοιμο να σαλπάρει για τις Αλεούτες νήσους του μακρινού Βορρά. Ο άνεμος έφερνε θαλασσινές σταγόνες πάνω στις γρίλιες κι αυτό ήταν το γιατρικό της αγρύπνιας μου μες στο σκοτάδι.
Υπήρχαν και πιο ήρεμα διαστήματα, αλλά κάθε φορά η καταιγίδα επανερχόταν με μεθυσμένη λύσσα και έσπρωχνε εμπρός της, σαν πανικόβλητη αγέλη, τη βροχή, που σάρωνε τα δέντρα και μαστίγωνε τα σπίτια. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει και οι αγροτικοί δρόμοι είχαν μετατραπεί σε ποτάμια.
...Έχοντας ξεκλέψει λίγες ώρες ύπνου, σηκώθηκα όταν το σκοτάδι δεν είχε ακόμη σκορπίσει από τις κοιλάδες και τις πλαγιές των βουνών. Μια άδεια, βουβή σιωπή επικρατούσε στην περιοχή. Τα σημάδια της νυχτερινής καταστροφής, ακόμη κι αν δεν τα έβλεπες, ήξερες πως υπήρχαν γύρω σου, καλυμμένα από τους ίσκιους της νύχτας, και πως σε λίγο θα αποκαλύπτονταν με τα καινούργια πρωινά χρώματα.
Φορώντας ένα βαρύ χειμωνιάτικο πανωφόρι, βγήκα στο μπαλκόνι να γεμίσω τα πνευμόνια μου με την πρωινή δροσιά. Όπως έσκυψα στην κουπαστή για να ρίξω μια ματιά στην αυλή, από το στόμα και τα ρουθούνια μου ένα σύννεφο γκριζόλευκου καπνού ενώθηκε με την πρωινή καταχνιά της θάλασσας.
Ένα πουλί κελαηδούσε κι η φωνή του διαπέρασε τη σιγαλιά της γκρίζας χαραυγής. Το φθινόπωρο ο καιρός αλλάζει συνέχεια. Γκρίζος ουρανός, χλωμά πρασινοκόκκινα φύλλα, καταρρακτώδεις βροχές και έπειτα πάλι ο ήλιος.
Με το πρώτο φως της ημέρας, η φύση γύρω παραμένει για λίγο κρυμμένη από τη βαριά ομίχλη, που γλιστρά αθόρυβα από τη θάλασσα προς τις ακτές και απλώνεται παντού, πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτω από τα πόδια μου, με τυλίγει απ’ όλες τις πλευρές.
Τις επόμενες ώρες, ο ήλιος είχε ήδη σηκωθεί, βγήκε από τα σύννεφα και έδιωχνε την πρωινή ομίχλη. Τα λίγα σύννεφα που υπήρχαν ήταν αραιά και ακίνδυνα και ο ορίζοντας γέμισε ευλογία και φως. Τα πάντα γύρω άστραφταν φρεσκοπλυμένα και δροσερά. Σ’ έναν ορίζοντα διάφανο και καθαρό, η γη μοσχοβολούσε σαν ρούχο που κάποιος έπλυνε και τ’ άπλωσε να στεγνώσει. Ο άνεμος τώρα φυσούσε απαλός κι, όποτε σάλευαν τα δέντρα, άφηναν τη βροχή που είχε πέσει αποβραδίς να αγγίξει ρυθμικά το νοτισμένο χορτάρι. Και το σπίτι μου, στην ακρογιαλιά, φάνταζε τόσο ήσυχο μετά την καταιγίδα.
Ο ήλιος του Βορρά απάλυνε τα χρώματα, δίχως να τα μεθάει με το σκληρό φως του. Είναι αυτή η καθαρότητα του Βορρά που δίνει τις πράσινες αποχρώσεις στη θάλασσα, που βαθαίνει τις κόκκινες σκεπές και ζωγραφίζει κάθε φύλλο δέντρου στον απέραντο ελαιώνα των γύρω λόφων με μια διαφορετική πινελιά. Τώρα δεν κελαηδούσε ένα μόνο πουλί. Κι άλλα πουλιά είχαν ενώσει τις φωνούλες τους με τη δική του, γεμίζοντας τον αέρα με το χορωδιακό τραγούδι τους. Η βροχή ήταν ένα είδος «κάθαρσης» για τη φύση. Της έδινε καινούργια πνοή και δύναμη, μια ευκαιρία να αναζωογονηθεί.
Πήρα την κούπα του καφέ με το καυτό περιεχόμενο και κάθισα σ’ ένα παγκάκι, στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής, δίπλα σ’ έναν κήπο γεμάτο λουλούδια, πνιγμένο σε φρέσκες λιμνούλες και 
μουλιασμένα χορτάρια, που φύτρωναν στη χωμάτινη επιφάνειά του, κάτω από τη σκιά των ελιών με το πυκνό φύλλωμα. Βάλθηκα να αγναντεύω τη θάλασσα και στη συνέχεια τον ορίζοντα, εκεί πέρα, στο σημείο που ενώνονταν ο ουρανός με τη θάλασσα. Ήταν τόσο έντονα γαλάζια και ακύμαντη, που έμοιαζε με γυαλί λιωμένο και απλωμένο σε μια τεράστια έκταση. Το απαλό αεράκι μου χάιδευε το πρόσωπο. Λευκά, ακίνδυνα σύννεφα φαίνονταν διάσπαρτα στον ορίζοντα. Η ορατότητα ήταν τέλεια. Έτσι, ζήλεψα τον ψαρά της βάρκας εκεί στο βάθος, που φαινόταν όλο και καθαρότερα να μαζεύει τα δίχτυα που είχε ρίξει αποβραδίς. Μια απ’ αυτές τις μέρες θα ζητούσα από τον μπάρμπα Θωμά, τον ψαρά, να με πάρει μαζί του ένα βράδυ για ψάρεμα. Να ζήσω ολόκληρη τη διαδικασία, από το άπλωμα των διχτυών μέχρι το μάζεμα τους.
Μ’ είχε πλημμυρίσει μια ευδαιμονία που δεν μπορώ να περιγράψω. Ένιωθα κάτι σαν ίσκιος. Ή κάτι ακόμα πιο απέριττο, πιο ταπεινό. Αφουγκράστηκα τη σιωπή μου, ταξινομώντας μια σειρά από συναισθήματα, κάτι που με βοηθούσε να χαλαρώσω και να ξεχνώ τα προβλήματά μου.
Τα πήγαινε-έλα του νερού στην ακρογιαλιά, ο αδιάκοπος ψιθυριστός θόρυβος του, που πότε-πότε δυνάμωνε κι απασχολούσε διαρκώς τ’ αυτιά και τα μάτια μου, συμπλήρωνε τις εσωτερικές κινήσεις που η ονειροπόληση έσβηνε μέσα μου. Αρκούσαν για να με κάνουν να νιώσω με ευχαρίστηση την ύπαρξη μου, χωρίς να κάνω τον κόπο να σκεφτώ. Η ευτυχία δεν έχει κανένα εξωτερικό σημάδι. Για να τη γνωρίσεις, θα πρέπει να διαβάσεις την καρδιά του ευτυχισμένου ανθρώπου.
Ένιωθα μέσα μου να ζωντανεύει η αίσθηση πως ο κόσμος ήταν μεγαλύτερος από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου, μεγαλύτερος ακόμα κι από τα όρια του μικρού κόλπου που απλωνόταν πέρα από τον δρόμο. Μερικά μίλια μακριά ατένιζα τα βουνά του Πηλίου, που συνέθεταν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, κίνηση και χρώμα. Και σήμερα, που η μέρα ήταν τόσο καθαρή, μπορούσες να ξεχωρίσεις τα βουνά στο ακρωτήρι του Τρίκερι να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και, σιγά σιγά, πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που θα ’ρχόταν. Για την ώρα, θα απολάμβανα μερικές μέρες γαλήνης και μοναξιάς. Θα ξαναθυμόμουν πώς να ικανοποιώ μόνος μου όλες μου τις ανάγκες. Ο μικρός μου σκύλος κι εγώ είχαμε ο ένας τον άλλο για παρέα.
Τι παραπάνω θέλαμε; Σε μια εποχή που τη θέση του στοχασμού έχει πάρει η ταχύτητα.
Ούτε που είχα καταλάβει πως είχε περάσει η ώρα. Με τις ενδοσκοπήσεις να με συνεπαίρνουν, μερικές φορές ξεχνιόμουν και δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι.
Σταμάτησα για λίγο τις σκέψεις μου, άνοιξα και κοίταξα το κινητό μου. Υπήρχαν τις τελευταίες ώρες μερικές κλήσεις και ένα μήνυμα. Το μήνυμα ήταν από έναν συνάδελφο ναυτικό, εδώ και καιρό συνταξιούχο καπετάνιο.
Συνάδελφος, συναγωνιστής της καθημερινής επιβίωσης σ’ ένα δύσκολο επάγγελμα, μια γνωριμία από τα παλιά, έστελνε ένα κάλεσμα ικανό να ταρακουνήσει πανηγυρικά τη μονοτονία της καθημερινότητας 
μου και τη μερική στέρηση της κοινωνικότητας που είχα επιβάλει τελευταία στον εαυτό μου, μετά την πρόσφατη συνταξιοδότησή μου. Με πληροφορούσε ότι βρισκόταν στον Πειραιά για μία-δύο ημέρες και πολύ θα χαιρόταν να βρισκόμασταν, να θυμηθούμε για λίγο τα παλιά, πριν αναχωρήσει και πάλι για τη γενέτειρά του.
Αποστάσεις της μνήμης. Όνειρα της ζωής μου όλης στη θάλασσα. Ένα αίσθημα νοσταλγίας και αναπόλησης, κυρίως για τις καλές στιγμές των γεγονότων, ξεκίνησε μέσα μου. Αισθήματα συγκίνησης με πλημμύρισαν.
Ανάσαινα ασάλευτος, μοναχικός, πνιγμένος στην εσπερινή ομίχλη, ενθυμούμενος χαρές και λύπες μιας άλλης εποχής. Ο καπετάν Παρασκευάς είχε καταγωγή από ένα μικρό χωριό στην ευρύτερη περιοχή του νομού Σερρών. Τον θυμάμαι να νοσταλγεί την παραδοσιακή μονοκατοικία τους, πνιγμένη στα αναρριχώμενα φυτά, στα νυχτολούλουδα και στα γιασεμιά, την αυλή τους, γεμάτη πολύχρωμες τριανταφυλλιές και μενεξέδες, έργο νοικοκυροσύνης της άξιας μητέρας του.
Αναδεύοντας το χθες, ολοζώντανες αναδύονται οι μνήμες από τα κοινά μας ταξίδια στις θάλασσες του κόσμου. Χαμηλών τόνων άνθρωπος ο καπετάν Παρασκευάς, αυτοκυριαρχημένος, προσηνής και ευγενικός, διακριτικός και αδογμάτιστος, γιατί ήταν φιλοσοφημένος.
Δεν μπορώ να ξεχάσω ένα, θα το έλεγα, αινιγματικό, γελαστικό χαμόγελο που σχηματιζόταν στα χείλη του κατά τις συζητήσεις μας. Δεν επεδίωκε την προβολή και, κυρίως, δεν είχε ιδιοτελείς επιδιώξεις. 
Βασικές αρχές του ήταν η συναδελφική δεοντολογία, η αλληλεγγύη και η συνεργασία. Δεν πίεζε, δεν απαιτούσε. Με τον δικό του τρόπο υπεδείκνυε εκείνο που έπρεπε να γίνει.
Ήταν πρόθυμος να δείξει επιείκεια στα πληρώματα και κατανόηση σε περιπτώσεις ελλείψεων και αδυναμίας.
«Η αρετή του Δασκάλου είναι σαν τον άνεμο. Η αρετή του μαθητή είναι σαν το χορτάρι. Όταν ο άνεμος περνά από πάνω του, δεν μπορεί παρά να σαλεύει.»
«Κομφούκιος»
Η θάλασσα δεν αντιπροσώπευε για μας μόνο τη φυγή και την εναλλαγή στον χώρο ή την απελευθέρωση από τα δεσμά της στεριάς. Αντιπροσώπευε την ίδια τη λευτεριά μας. Γιατί, πέρα από το υγρό στοιχείο, τη θάλασσα την αγαπήσαμε για την ελευθερία που μας χάριζε μέσα στον σκληρό βιοποριστικό μας βίο. Πλοηγοί και κωπηλάτες, οι Έλληνες ναυτικοί από τα βάθη των αιώνων, με συγκεντρωμένη γνώση και εμπειρία, είχαν χύσει σ’ αυτήν κάμποσο από το αίμα και τον ιδρώτα τους. Κι όμως, συνεχίζουν το ταξίδι μέσα στο απέραντο γαλάζιο, με φάρο την επιτυχία και την εξωστρέφεια που κληρονόμησαν από την επιχειρηματικότητα των προγόνων τους.
Προσωπικά, μου είναι αδύνατο να καθορίσω με ακρίβεια τη στιγμή που διαισθάνθηκα για πρώτη φορά μέσα μου τη γοητεία της θάλασσας. Βαθιά ριζωμένη στη διάπλασή μου ήταν η παρουσία του ιστορικού παρελθόντος, συνυφασμένου με τη θάλασσα, με το οποίο διαπαιδαγωγηθήκαμε γενιές Ελλήνων. Αν όμως ψάξω στη μνήμη μου, ήταν στην εφηβεία μου, τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ αληθινά τι ακριβώς σήμαινε αυτή η αίσθηση του δεσμού με τη θάλασσα. Ένας δεσμός που δεν μπορούσε να αποκτηθεί με κανέναν άλλο τρόπο, αν δεν έχυνα κι εγώ σ’ αυτήν κάμποσο από το αίμα και τον ιδρώτα
μου.
Τον κάλεσα, λοιπόν, στο ταξίδι της επιστροφής του. Κινούμενος από την Αθήνα με προορισμό τη γενέτειρά του στην Ανατολική Μακεδονία, θα μπορούσε να κάνει μια μικρή παράκαμψη στη διαδρομή του και να τον φιλοξενήσω στην εξοχική κατοικία, όπου βρισκόμουν για λίγες ημέρες μόνος μου, προκειμένου να ασχοληθώ με κάποιες εργασίες συντήρησης. Με μεγάλη του ευχαρίστηση δέχτηκε την πρόσκληση και την επομένη θα ερχόταν να μείνει μαζί μου για μία-δύο ημέρες.
Του εξήγησα το δρομολόγιο. Το αυτοκίνητο, διασχίζοντας ένα τοπίο με πλήθος εναλλαγών, σε μεταφέρει διαμέσου του πετάλου του Μαλιακού, προς τον μικρό, μαγευτικό κόλπο των Νηών, στον Αλμυρό. Τα βουνά καλούν το ένα το άλλο. Οι χαράδρες είναι πιο ζωντανές κι από πρόσωπα. Κάθε μικρή ρυτίδα στις μακρινές πλαγιές των λόφων μοιάζει να ζει μέσα στην πνοή του ανέμου. Κι όλα αυτά είναι τόσο οικεία, τόσο κοντινά. Φτάνοντας στον προορισμό, αντικρίζεις μπροστά σου μια από τις πιο ήρεμες θάλασσες που έχεις γνωρίσει, με τις κορυφογραμμές των κατάφυτων από ελαιόδεντρα λόφων 
να κατηφορίζουν προς την ακτή και τις εξοχικές κατοικίες να είναι διάσπαρτες μέχρι τη θάλασσα.
Εγώ είχα κάνει αυτή τη διαδρομή τόσες φορές, που είχα χάσει πια τον λογαριασμό. Μπορεί να μου είχε γίνει ρουτίνα, αλλά δεν ήταν ποτέ μονότονη. Ένιωθα και τώρα, όπως συνήθως, την ελευθερία της ανοιχτής γης που συνορεύει με τη θάλασσα.
Ο μικρός και ήσυχος θαλάσσιος κολπίσκος των Νηών, στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου, ήταν ιδανικός τόπος για να βρει κανείς την ηρεμία. 
Ο καπετάνιος, σαν Βορειοελλαδίτης, είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο πιο παραδοσιακό φαγητό των βορείων: «Χοιρινό με ξινό λάχανο, πράσα και σέλινο».
Στη Βόρεια Ελλάδα μαγειρεύουν πολύ συχνά ανακατεύοντας τα πράσα με το σέλινο, «κεντανέ με κερεβίζι», που λέει και η παροιμία και φτιάχνουν πρασοσέλινο με ντομάτα ή, πάλι, με αυγολέμονο.
Σκεφτόμουν να του κάνω μια μικρή έκπληξη με το αγαπημένο του φαγητό. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα είχε εξοχική κατοικία η οικογένεια μιας ξαδέρφης της συζύγου μου και περνούσαν αρκετά συχνά εκεί τον χρόνο τους. Την επομένη της κακοκαιρίας, μάλιστα, είχαν έρθει για να διαπιστώσουν αν είχαν προκληθεί ζημιές στην κατοικία τους. Η μητέρα της ξαδέρφης, προκομμένη νοικοκυρά, παρασκεύαζε απλόχερα και με πολύ μεράκι λαχταριστές νοστιμιές. Είχε επιδεξιότητα, φαντασία, εφευρετικότητα, υπομονή και καλαισθησία. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν αεικίνητη και φιλόξενη. Θα της ζητούσα τη συνδρομή.
Βυθισμένος σε μια κατάσταση ειρήνης και πληρότητας, στο ξέφωτο της αυλής, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει προς τη δύση. Ανοιχτά του κόλπου, ο ήχος ενός καϊκιού έφτανε μέχρι την ακτή μονότονος και νυσταγμένος. Παρατήρησα επίσης πως, στα βορειοδυτικά, μπορούσα να ξεχωρίσω ψηλά τα γλαροπούλια να πετούν σε σχηματισμούς, ανήσυχα, νευρικά.
Ο σκύλος αναπαυόταν νωχελικά. Να όμως που ξαφνικά ένιωσα μια μεταβολή στο σώμα του. Πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε με ορμή ως την άκρη της αυλής, τσαλαπατώντας την πράσινη χλόη. Όταν έφτασε στην αυλόπορτα, σταμάτησε στο ρείθρο του δρόμου και κοίταξε μπροστά του, σαν να εξέταζε την περιοχή για κάτι που μόνο εκείνος μπορούσε να αντιληφθεί. Κοιτούσε πέρα από τα ελαιόδεντρα και τους θάμνους του γειτονικού κήπου, εστιάζοντας την προσοχή του στον δρόμο. Ο δρόμος έπαιρνε μια απότομη στροφή προς τ’ αριστερά και ανέβαινε στην πλαγιά, την καλυμμένη με ελαιόδεντρα, από την παραλία προς την κορυφή του λόφου, απ’ όπου οδηγούσε στο χωριό. Μπροστά, στο βάθος, το έδαφος ανέβαινε απότομα, σχηματίζοντας απέραντες βουνοπλαγιές, που οι κορυφές τους διαγράφονταν καθαρά πάνω στα φωτισμένα από το τελευταίο φως του ήλιου σύννεφα.
Από τη θέση μου δεν μπορούσα να διακρίνω παρά μόνο μερικές δεκάδες μέτρα στο βάθος του δρόμου.
Μερικά λεπτά αργότερα, ξεπρόβαλε μπροστά μας ένα αγροτικό αυτοκίνητο, απ’ αυτά για «βαριές» δουλειές. Η θέα του αυτοκινήτου ενθουσίασε τον μικρό μου κοκόνι. Χωρίς κανέναν φόβο, έτρεξε να προϋπαντήσει το όχημα, που διέσχισε μπροστά μας τον μικρό, ανηφορικό χωματόδρομο και, ανάμεσα στις ελιές, σταμάτησε κάτω από μια πελώρια ελιά στο διπλανό οικόπεδο.
Το κοκόνι είναι μια αρχαία ελληνική φυλή σκύλων, που απαντάται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μια αγαπησιάρικη φάτσα, η εικόνα του τυπικού ελληνικού «κοπρίτη».
Ο οδηγός έσβησε τη μηχανή και βγήκε από το αμάξι. Ήταν ένας μεσήλικας άντρας που φορούσε κυνηγετική ενδυμασία. Είχε σπινθηροβόλα, γελαστά μάτια, ροδοκόκκινο πρόσωπο και στρογγυλή μύτη. Το χαμόγελο απλώθηκε στο αδρό και αξύριστο πρόσωπό του όταν είδε όρθιο μπροστά του τον σκύλο μου, να του κουνά χαρούμενα την ουρά και να αποζητά την προσοχή του. Ο νεοφερμένος διένυσε ανάλαφρα τα λίγα μέτρα που μας χώριζαν. Εγώ σηκώθηκα και κατέβηκα να τον συναντήσω, γελώντας δυνατά. Ήμουν ακόμη συνδεδεμένος με το τοπίο. Έτσι ένιωθα καθώς περπατούσα κατά μήκος της αυλόπορτας. Ανταλλάξαμε με εγκαρδιότητα μια χειραψία, ενώ εκείνος συνέχιζε να χαϊδεύει τρυφερά το μουσούδι του παιχνιδιάρη σκύλου.
Ήταν ο συμπαθέστατος γείτονάς μας και καλός φίλος, ο κυρ Γιώργος, υψηλόβαθμο διοικητικό στέλεχος σε δημόσια υπηρεσία. Είχε μεγάλο πάθος με το κυνήγι και, ταυτόχρονα, αγαπούσε ιδιαίτερα τους κυνηγετικούς σκύλους του. Κι εκείνοι του ανταπέδιδαν την αγάπη. Είχε αρχίσει το κυνήγι από την εφηβική του ηλικία και το συνέχιζε μέχρι τα χρόνια της ωριμότητάς του. Μεγάλη του αδυναμία ήταν το κυνήγι του λαγού. Από τα παλιά χρόνια, τότε που κυνηγούσε συστηματικά, γνώριζε όλες τις συνήθειες των λαγών, καθώς και όλα τα λαγοτόπια της περιοχής, μέχρι την παραμικρή τους λεπτομέρεια.
Ήξερε πού έβοσκαν οι λαγοί, πού κρύβονταν την ημέρα, πού «παίζανε» τη νύχτα και από ποια περάσματα συνήθιζαν να περνούν. Όμως, σαν γνήσιος κυνηγός, του άρεσε το παλικαρίσιο κυνήγι. Την ημέρα, με σκυλιά. Και ποτέ δεν σκότωνε λαγό στη λούφα ή στο φύλαγμα, μέσα στη νύχτα.
«Όταν χτυπάς λαγό κοιμισμένο», έλεγε, «είναι…φόνος».
Ο γείτονας είχε στην ιδιοκτησία του ένα μεγάλο περιβόλι με ελαιόδεντρα στην περιοχή και, την εποχή της συγκομιδής, παρέμενε αρκετές ημέρες στο σπίτι που είχαν στην παραλία, τις ελεύθερες ώρες από την εργασία του. Τον είχαμε συνηθίσει να μας καλωσορίζει κάθε φορά που φτάναμε στην εξοχική μας κατοικία τέτοια εποχή… την εποχή του λιομαζώματος.
Τον γνώρισα τα πρώτα χρόνια της άφιξής μας στην περιοχή, ανάμεσα στους πολύ λίγους τότε κατοίκους που είχαν καλοκαιρινές κατοικίες στην παραλία της Σούρπης.
Καλός συνομιλητής, από εκείνους που ένιωθα πως κουβαλούσαν μέσα τους ολόκληρη τη γνώση της τοπικής κοινωνίας.
Τελειώνοντας τις συνηθισμένες κοινωνικές αβρότητες, τον ρώτησα! «Σαββατόβραδο δεν πιστεύω να επιστρέψεις στον Βόλο;» Με κοίταξε διερευνητικά, σαν να ήθελε να καταλάβει τι ακριβώς του έλεγα.
Του εξήγησα πως την επομένη ετοίμαζα κάτι ιδιαίτερο με έναν φίλο, δίπλα στο τζάκι, και πως πολύ θα χαιρόμουν και θα το εκτιμούσα αν παρευρισκόταν κι εκείνος στην παρέα μας. Έδειξε σκεπτικός. Τελικά έγνεψε καταφατικά, χωρίς κανένα σχόλιο. Θυμήθηκα πως στο σπίτι δεν είχα κρασί. Έτσι, αργά το απόγευμα, έκανα μια βόλτα στην πόλη του Αλμυρού. Χάζεψα λίγο τις βιτρίνες και, σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε ξηρούς καρπούς και ζαχαρώδη προϊόντα, μπήκα και ζήτησα τρία μπουκάλια καλό, ντόπιο, λευκό κρασί και ένα μπουκάλι παλιό κονιάκ, που το είχα προσέξει στη βιτρίνα.
Το βράδυ, ο αέρας έπεσε τελείως. Στην ξύλινη προκυμαία, στο βάθος του κόλπου, εκεί όπου έδεναν τα ψαροκάικα, δεν υπήρχε ψυχή. Και η γύρω περιοχή, με τα ελαιόδεντρα της, έμοιαζε νεκρή. Στα δέντρα δεν κουνιόταν φύλλο και ο μονότονος, πνιχτός ήχος της θάλασσας, που ακουγόταν από χαμηλά, αδιάφορος και υπόκωφος, μιλούσε για τη γαλήνη. Μια βάρκα κλυδωνιζόταν απαλά στη βραδινή παλίρροια κι ένα φαναράκι πάνω της τρεμόσβηνε νυσταλέα.
Έστρωσα το τραπέζι με λίγο λαδοτύρι, λίγες ελιές, μια μικρή ντοματοσαλάτα και λίγο φρυγανισμένο ψωμί. Αυτό θα ήταν, από δω και πέρα, το βραδινό μου. Είχα αποφασίσει να κάνω δίαιτα, όχι γιατί είχε πάθει κάτι η υγεία μου, αλλά γιατί είχα διαπιστώσει πως είχαν κάνει την εμφάνισή τους τα πρώτα «γεροντόπαχα».  Τελείωσε η βραδιά μου βλέποντας στην τηλεόραση ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, μ’ ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι…
Την επομένη άναψα το τζάκι από την αυγή, όταν ακόμη ήταν σκοτεινά. Ετοίμασα τον πρωινό μου εσπρέσο και, στο αχνό πρωινό φως, ατένισα το περιβάλλον από το μπαλκόνι μου. Είχε ήδη αρχίσει η παγωνιά. Είναι ωραίο να βλέπεις την πράσινη γη, τις κόκκινες στέγες, τις γέρικες ελιές, τις μεγάλες σαν κυπαρίσσια τούγιες στην αυλή, καλυμμένες από την πρωινή πάχνη. Νιώθεις τη δροσιά της αυγής να κυλά σαν καθάριο νερό στο πρόσωπό σου. Ανασαίνεις απαλά, υπέροχα, και τότε είναι που θυμάσαι τις πρόσχαρες και ανέμελες σκανταλιές της νιότης, το χτυποκάρδι μπροστά στα καινούργια, στα μεγάλα, την ορμή των νεανικών σου χρόνων.
Καθώς ανέτελλε ο ήλιος, παρέσυρε την πρωινή ομίχλη από τα βουνά και ξημέρωσε μια λαμπερή, παγωμένη μέρα. Τον είδα να στέκεται στην εξωτερική είσοδο της αυλής, στην άκρη του δρόμου.
Κατέβηκα να τον προϋπαντήσω. Ξοπίσω μου, γαβγίζοντας, ο μικρός μου σκύλος τριπόδιζε πάνω κάτω, χαρούμενος κι εκείνος. Εμπλεκόταν στα πόδια μας, πισωγύριζε στην αυλή, ξαναγύριζε στην είσοδο και, «γαβ! γαβ!», αλύχταγε προς το αυτοκίνητο του καπετάνιου, σαν να του έλεγε κι εκείνος:
«Καλώς μας ήρθες!»
Ο καπετάν Παρασκευάς βρήκε με ευκολία το σπίτι. Το περιτριγύριζε ένας μακρύς φράχτης, χτισμένος με γκρίζα πέτρα και πλαισιωμένος με σιδερένια κάγκελα. Μ’ έναν τέτοιο φράχτη δύσκολα θα μπορούσε να το χάσει κανείς», μου δήλωσε, κοιτάζοντας με χαρούμενη έκφραση γύρω του.
«Μην ξεχνάς, είμαστε παλιοί θαλασσομάχοι, με χρόνια ταξίδια και θαλασσοδαρμούς στην πλάτη μας. Δεν ήμαστε καθόλου άμαθοι. Πάντα βρίσκαμε τον προορισμό μας», συμπλήρωσε.
Τον παρακολουθούσα να παρατηρεί τον έρημο δρόμο εμπρός μας. Με τον δείκτη έδειξε το άσπρο σπίτι που ορθωνόταν στο τέλος της στενόμακρης αυλής, με τα λευκά παντζούρια.
Καθώς έδειχνε ενδιαφέρον, ρώτησε. «Αυτό είναι το ησυχαστήριο σου;»
«Αυτό είναι», του απάντησα. «Θα βλέπεις τη θάλασσα όλη μέρα από τα παράθυρα. Δεν θα σου λείψει», συνέχισα.
Διασχίζοντας την αυλή, σταμάτησε και κοίταξε γύρω του, σαν να εξέταζε την περιοχή. Οι τούγιες και οι καλλωπιστικοί θάμνοι, πλαισιωμένοι από το βρεγμένο γρασίδι, του φάνηκαν ελκυστικό θέαμα.
Αν και ήταν όμορφα, σκέφτηκα πως θα ωχριούσαν μπροστά στον πλούτο των σχημάτων και των χρωμάτων του δικού του κήπου, στην πατρική του κατοικία.
«Γιατί νιώθω μια αίσθηση πως κάτι λείπει;»
«Για βοήθησε με. Τι μπορεί να είναι;»
«Στη φωτογραφία, η μάντρα! Τη θυμάμαι με αναρριχώμενα φυτά πάνω στα κάγκελα… Τώρα τα βλέπω γυμνά.»
«Έχεις δίκιο. Πριν από τρία χρόνια ήταν γεμάτα μπουκαμβίλιες, θρεμμένες με ιαπωνικά βελτιωτικά λιπάσματα. Εδώ και δύο χειμώνες έπεσε μεγάλη παγωνιά και τις έκαψε όλες. Ούτε μία ούτε δύο. Ήταν δώδεκα. Επέζησαν μόνο δύο, τις οποίες τελικά ξερίζωσα κι αυτές…»
Η μητέρα της ξαδέρφης αναχώρησε για οικογενειακούς λόγους για τον Βόλο. Η συνδρομή που αναζητούσα για τη γαστρονομική βραδιά, με το αυθεντικό παραδοσιακό φαγητό, το «χοιρινό με σέλινο», δεν υπήρχε πλέον. Ο καλός μας κυνηγός, ο γείτονάς μου κυρ Γιώργος, μου έδωσε μια καλή ιδέα.
«Στη Βρύναινα, αυτή την εποχή, είναι εύκολο να βρεις  αγριογούρουνο. Πρώτης ποιότητας κρέας, για τη σχάρα, στο τζάκι, ντόπιο και πεντανόστιμο», με πληροφόρησε. «Ο καιρός είναι σχετικά ήπιος σήμερα, ο δρόμος αρκετά καλός. Άνετα μπορείς να αποφασίσεις μια μικρή εκδρομή μέχρι το χωριό», με προέτρεψε. «Να γνωρίσει κι ο καπετάνιος μας τις ομορφιές των τοπίων μας», συμπλήρωσε.
Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε με κατεύθυνση το χωριό, σίγουρος πως είχα πάρει τη σωστή απόφαση. Η Βρύναινα είναι ένα μικρό ορεινό χωριό της Επαρχίας Αλμυρού, χτισμένο στην ανατολική πλευρά της Όθρυος, «του βουνού των Τιτάνων, που η ιστορία του χάνεται στις απαρχές του κόσμου», σε υψόμετρο περίπου εξακοσίων μέτρων και ανάμεσα στα δύο μοναστήρια, την Άνω και 
την Κάτω Ξενιά.
Στους κυνηγούς, η περιοχή είναι γνωστή για το κυνήγι του αγριογούρουνου, του λαγού, της πέρδικας και της μπεκάτσας. Στη μέση της διαδρομής συναντάς την Ιερά Μονή της Κάτω Ξενιάς, που αξίζει πραγματικά να επισκεφθείς. Ο αύλειος χώρος της απλώνεται σ’ ένα μοναδικού φυσικού κάλλους, δασώδες τοπίο, με αιωνόβιες ιτιές, πλατάνια, καρυδιές και πανύψηλα κυπαρίσσια, που αποτελούν και το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Μονής. Ανάμεσα στα δέντρα, μια αγέλη από φασιανούς και παγόνια περιφέρεται ελεύθερα στον άπλετο περίγυρο, συμπληρώνοντας ένα σκηνικό σπάνιας ομορφιάς.
Αφήνοντας πίσω μας το μοναστήρι, ο δρόμος ανηφόριζε και κατηφόριζε, περνώντας από τον έναν λόφο στον άλλο και ξετυλίγοντας μπροστά μας ατέλειωτους μαιάνδρους. Στη συνέχεια άρχισε να ανεβαίνει, όλο και ψηλότερα, μέσα από το καταπράσινο δάσος. Κι όσο ανεβαίναμε, η ομίχλη άρχισε να έρχεται όλο και πιο κοντά, κρύβοντας επιμελώς τις πλαγιές των βουνών και δημιουργώντας ένα σκηνικό ατμοσφαιρικό όσο και απόκοσμο. Ένα χωριό «βυθισμένο» στο πράσινο.
Το θέαμα του δάσους, πνιγμένου στην ομίχλη, και ο ήλιος που έπαιρνε να ροδίζει πίσω της, ενθουσίασαν τον αγαπητό μου καπετάνιο. Μια παράξενη ενέργεια πλημμύρισε το σώμα του κι άφησε ελεύθερο τον νου του να «ταξιδεύει» ανάμεσα στις μοσχοβολιές του δάσους.
«Ταξίδευε» στο ποτάμι του χρόνου που ρέει αδιάκοπα, ανάμεσα στις παραστάσεις που υπάρχουν και παραμένουν καταχωρημένες στη μνήμη του.
Θυμόταν έναν γάμο που, δυστυχώς, δεν είχε αίσιο τέλος. Η οριστική λύση και η έκδοση του διαζυγίου, παρότι δυσάρεστες, ήταν επιβεβλημένες, τόσο για τον ίδιο όσο και για τα παιδιά τους.
Λόγω του επαγγέλματος του, το σπιτικό του απέμεινε ακυβέρνητο, αλλά δεν ναυάγησε ποτέ. Χάρη στο έμπειρο χέρι της αεικίνητης ηλικιωμένης μητέρας του, που ανέλαβε να διαχειριστεί την κηδεμονία των δύο εγγονιών της, η οικογένεια στάθηκε όρθια. Ενήλικες πλέον και με αξιόλογη κοινωνική αναγνώριση, η κόρη και ο γιος του τού χάριζαν σήμερα μια ξεχωριστή περηφάνια.
«Η φύση όλα θαυμάσια τα βάζει σε μια τάξη», σκεπτόταν μεγαλόφωνα.
Στο χωριό ενημερωθήκαμε πως το κρέας από κυνήγι, όταν πρόκειται να ψηθεί στα κάρβουνα, είναι κάπως περίπλοκο στην παρασκευή του. Χρειάζεται σίτεμα αρκετών ημερών, πολύωρο μαρινάρισμα και διάφορα άλλα γαστρονομικά τερτίπια. Με την προτροπή του χωριανού ταβερνιάρη και κρεοπώλη, του κυρ Θωμά, αποφασίσαμε να εφοδιαστούμε με ντόπιο κατσικίσιο κρέας, που δεν απαιτούσε ιδιαίτερες προετοιμασίες για να ψηθεί στα κάρβουνα.
Ο κυρ Θωμάς είχε σπινθηροβόλα, γελαστά μάτια και ένα μεγάλο, πεταχτό μουστάκι που σχεδόν του έκρυβε τη μύτη. Διατηρούσε το πρώτο μαγαζάκι, το «Στέκι», στην είσοδο του δρόμου, εκεί όπου άρχιζε η ανηφορική πλατεία του χωριού. Ευχαριστημένοι που ακολουθήσαμε τη συμβουλή του ταβερνιάρη, ξεκινήσαμε τον δρόμο της επιστροφής την ώρα που ο ήλιος χανόταν πίσω μας, στα δυτικά της Όθρυος. Οι αχτίδες του ξεγλιστρούσαν ανάμεσα από τα πυκνά δέντρα, καθώς τα αργοσάλευε η ανάλαφρη αύρα του δάσους. Φέρναμε μαζί μας κατσικίσιο κρέας και τυρί, μαύρο χωριάτικο ψωμί, μια μεγάλη μποτίλια ντόπιο κρασί και τα τοπικά βότανα του χωριού: ρίγανη και τσάι του βουνού. Το τσάι του βουνού καλλιεργείται στην ευρύτερη περιοχή. Οι χλοερές, πράσινες λουρίδες της καλλιεργήσιμης γης αναδύονται απλωμένες στις πλαγιές του βουνού, σαν καινούργια μπαλώματα πάνω σ’ ένα παλιό ρούχο.
Στην οικία της ερημικής παραλίας συναντηθήκαμε, εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ, μια συνηθισμένη, πολυθόρυβη ανδρική συντροφιά.
Μολονότι είχε νυχτώσει πια, οι φανοστάτες, τα ηλεκτρικά φώτα στους στύλους της ΔΕΗ, φώτιζαν ολόγυρα τον έρημο δρόμο τέτοια ώρα, ανάμεσα στα φυλλώματα των πυκνών ελαιόδεντρων. Ο καιρός, απρόσμενα, αργά τις βραδινές ώρες το γύρισε σε ψιλή βροχή. Αραιές και ελαφριές ψιχάλες κατέβαιναν από τον μολυβένιο ουρανό στις στέγες, στον δρόμο, στα κλαδιά των δέντρων. 
Τέσσερις άνδρες, γύρω από το τζάκι, ξεχωρίζαμε σαν σκιές στην αντανάκλαση της φωτιάς, με την όψη ανθρώπων που συζητούσαν σαν να είχαν να πουν κάτι σπουδαίο.
Την παρέα αποτελούσαν η αφεντιά μου, ο καπετάνιος, ο κυρ Γιώργος, ο κυνηγός, και ο κυρ Ανέστης, συνταξιούχος πρώην δημόσιος υπάλληλος, εκπαιδευτικός που περνούσε αρκετό χρόνο ακόμη και τον χειμώνα στην περιοχή, ιδιαίτερα την εποχή του λιομαζώματος. Πάντα με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, περιέγραφε με χάρη τη ζωή στη χειμωνιάτικη ερημιά του οικισμού.
«Τον χειμώνα, με τις βροχές και τα χιόνια, είναι δύσκολη η ερημική ζωή. Κάποιες φορές το χιόνι είναι πάρα πολύ, το κρύο ανυπόφορο, ο δρόμος μένει αποκλεισμένος. Μαρτυράει όποιος τολμά να μείνει τέτοιες ημέρες.» Λόγω του κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε στη μικρή κοινωνία μας, είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «ο Καθηγητής».
Ο κυνηγός μας εξηγούσε πως ο φετινός χειμώνας ερχόταν βαρύτερος από τον περσινό. Κι όσο για τις προβλέψεις, αυτές, κατά γενική ομολογία, δεν ήταν καθόλου ρόδινες.
Στο τζάκι τρεμόπαιζαν οι φλόγες και τριζοβολούσαν τα προσανάμματα. Η παραστιά συμμάζευε γύρω της τη βραδινή παρέα μας. Όλα απόψε συνέβαιναν εκεί, ανάμεσα στις μοσχοβολιές των κούτσουρων που καίγονταν. Με τη μασιά στο χέρι σκαλίζαμε τη θράκα και ρίχναμε τα παϊδάκια να ψηθούν. Ο καπετάνιος, με ράθυμη κίνηση, άπλωνε τα χέρια του στις φλόγες. Χαιρόταν τη ζεστασιά του τζακιού όσο τίποτε άλλο, ενώ η τσίκνα του ψητού, που έφτανε στα ρουθούνια του, τον γαργαλούσε, όπως και όλους τους άλλους. Σχεδόν πεινούσε. Ήταν ένα ευχάριστο διάλειμμα από την καθημερινότητά μας, στιγμές ψυχικής ευχαρίστησης και ψυχαγωγίας. Στο τραπέζι τα παϊδάκια είχαν την τιμητική τους, συνοδευόμενα από κατσικίσιο τυρί και γευστικές ελιές Στυλίδας, μέσα στην πλούσια χωριάτικη σαλάτα. Το κερασένιο, σπιτικό κρασί το μερίζαμε στα ποτήρια  και τα ποτήρια υψώνονταν γεμάτα και κατέβαιναν άδεια. Το κρασί μας είχε ζεστάνει, υποδαυλίζοντας ξεχασμένες προσωπικές ιστορίες, και η κουβέντα πήγαινε σύννεφο. Θα παραξενευόταν κανείς πώς ο ερημίτης «Καθηγητής» γνώριζε τόσα γεγονότα της ημέρας, όσα δεν θα μάθαινε κανείς ούτε διαβάζοντας εφημερίδες.
Με την παρέλευση της ώρας και καθώς προχωρούσε η νύχτα, συζητούσαμε για τα νιάτα μας, για τη ζωή που πέρασε τόσο γρήγορα και για τα γεγονότα που έρχονται. Δεν έλειπαν, φυσικά, και τα προαιώνια καλαμπούρια. Μέσα σε όλα τα χάχανα, τα γέλια και τις χαρές, ο καπετάνιος άδειασε το ποτήρι του, σηκώθηκε, έριξε ακόμη ένα κούτσουρο στη φωτιά και, ξαναγεμίζοντας το ποτήρι του, πήρε τον λόγο. Οι ανεξάντλητες ναυτικές ιστορίες του έγιναν πλέον το θέμα της συντροφιάς.
Καλός συζητητής,  κουβαλούσε μέσα του μια περιουσία, ένα πολύτιμο φυλαχτό: τις αναμνήσεις του. Νέος έζησε τα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς και των μεγάλων ταξιδιών στις θάλασσες του κόσμου. Έζησε κι έμαθε πολλά για τα καμώματα και τις συνήθειες των θαλασσινών μας. Κι όλα αυτά είχαν μείνει μέσα του, για να τα νοσταλγεί, να τα μεταφέρει και να τα μοιράζεται απόψε μαζί μας.
«Από πού είσαι, καπετάνιε;» τον ρώτησε ο Καθηγητής μας.
«Απ’ τα μέρη των Σερρών!» απάντησε ο καπετάνιος.
«Κι έγινες θαλασσινός;»
«Ο πατέρας μου ήθελε να συνεχίσω την οικογενειακή μας επιχείρηση, να γίνω ξυλουργός, όπως ήτανε κι ο ίδιος. Εγώ δεν ήθελα! Μ’ άρεσε να γυρίζω τον κόσμο. Κι έτσι έφυγα μακριά από το σπίτι μας.»
«Δεν μετάνιωσες;»
Ο καπετάνιος χαμογέλασε καλοσυνάτα, ταπεινά. «Γιατί να μετανιώσω; Έκανα αυτό που μ’ άρεσε!»
Άναψε το τσιγάρο του και χάιδεψε το κεφάλι του σκύλου, ο οποίος δεν είχε αργήσει να πάρει θάρρος με τους νέους του φίλους. Το όμορφο ζώο άνοιξε τα μάτια του, τεντώθηκε, σάλεψε την ουρά του και κοίταξε τον καπετάνιο μ’ ένα ύφος σαν να του ’λεγε. «Αγαπητέ μου καπετάνιε, εξακολούθησε το ταξίδι σου στον λαβύρινθο των λογισμών σου.»
Ο σκύλος μου, σε μια γωνιά του καναπέ, αναπαυόταν σιωπηλός, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις ιστορίες. Ο καπετάνιος συνέχιζε να σκαλίζει τη μνήμη του δίπλα στο τζάκι κι εμείς χαιρόμασταν όσα αβίαστα μας ιστορούσε.
Σ’ όλους αρέσει το ταξίδι, το απρόσμενο, ο μύθος. Οι ναυτικοί στην αρχαιότητα περίμεναν να συναντήσουν τις Σειρήνες, τις παγίδες της ψυχής, τα δαιμονικά της θάλασσας με τη μορφή πουλιών, θεότητες δεμένες με τον Έρωτα, τον Θάνατο, το Νερό και το Τραγούδι.
Η θάλασσα δίδαξε ήθος. Σε κάθε γωνιά της γης και σε κάθε βαθμίδα πολιτισμού, η επαφή με το υγρό στοιχείο υπήρξε μια ξεχωριστή και δυνατή συγκίνηση. Ο αγώνας για επιβίωση, η δίψα για δόξα, το πάθος για κατάκτηση, η λαχτάρα για μάθηση, η ανάγκη για εξάπλωση και επικοινωνία, η ενδοσκόπηση του μέσα μας κόσμου, η εξωστρέφεια της σάρκας, αλλά και η εσωστρέφεια της ψυχής, όλα αρχίζουν και τελειώνουν στο ακρογιάλι. Η θάλασσα είναι ένας δυνατός μοχλός σε κάθε κίνηση της ανθρώπινης ζωής.»
Συνέχισε την αφήγησή του, δίνοντας μια γνώριμη διάσταση στη ζωή των ναυτικών. Μας διηγήθηκε, με πόνο ψυχής, τη μεγάλη και επίπονη δυσκολία που αντιμετωπίζουν αρκετές οικογένειες των ναυτικών της ποντοπόρου ναυτιλίας, προκειμένου να παραμείνουν άρρηκτα δεμένες μέσα στη διάβα του χρόνου.
.....«Είναι Απρίλιος του χίλια εννιακόσια ενενήντα. Τελειώνοντας την ετήσια επιθεώρηση από τον νηογνώμονα, το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι του Σέτουμπαλ, στην Πορτογαλία, με προορισμό τη βόρεια Βραζιλία. Βρισκόμαστε αρκετά μίλια ανατολικά, αρμενίζοντας με δεκαέξι κόμβους, σε γαλήνια θάλασσα, κάτω από το δροσερό αυγινό φως, διασχίζοντας τα θαλάσσια νερά των Καναρίων Νήσων.
Ο νεόφερτος υποπλοίαρχος της πρωινής βάρδιας είχε φέρει μαζί του από τη μακρινή πατρίδα την οδυνηρή μελαγχολία ενός μοιραίου χωρισμού. Κάθε φυσική ομορφιά που συναντούσαμε μετατρεπόταν γι’ αυτόν σε αληθινό πόνο, καθώς αδυνατούσε να την εναρμονίσει με τη συννεφιασμένη ψυχή του.
Στο πτερό της γέφυρας, μακριά από το υπόλοιπο πλήρωμα, διψώντας για μοναξιά, θέλοντας να μείνει μόνος με τον ουρανό, τον απέραντο ωκεανό και τον πόνο του, ο υποπλοίαρχος είχε ακουμπήσει στο παραπέτο και άφηνε τη σκέψη του να φύγει και να ταξιδεύει χωρίς σκοπό και χωρίς τέλος, μαζί με τα κύματα, μαζί με τους λευκούς αφρούς που άφηνε πίσω της η προπέλα του πλοίου. Συλλογιζόταν όσα είχαν συμβεί στη ζωή του λίγους μήνες νωρίτερα, όταν είχε επιστρέψει στην πατρίδα από το τελευταίο του μπάρκο. Σήμερα γύρευε να βρεθεί μακριά από τον προηγούμενο κύκλο της ζωής του. Έπρεπε να ξεχάσει μια γυναίκα που είχε αφήσει σκληρά πίσω του. Μια γυναίκα που είχε δεθεί με τις καλύτερες μέρες της πρόωρης νιότης του.
Και τώρα πάλι τα ίδια. Έφευγε ξανά μακριά από τη χθεσινή ευτυχία του. Έφευγε όπως φεύγει κανείς από μια θεομηνία, από μια καταστροφή. Ο αέρας της θάλασσας χάιδευε απαλά το μέτωπό του, σαν τρυφερό χάδι, και ο ήχος των κυμάτων τραγουδούσε επίμονα το μονότονο, μελαγχολικό του τραγούδι. Του φάνηκε, για μια στιγμή, πως το τραγούδι αυτό είχε φωλιάσει μέσα στην ψυχή του. Και οι κρυφοί λογισμοί του, ακολουθώντας τον δρόμο της ανατολής, χάνονταν μακριά, στο γαλάζιο χάος, εκεί όπου ο ουρανός συναντά τη θάλασσα.
Ένα θολό δάκρυ πόνου κύλησε στο μάγουλό του.»

Παρεμβαίνοντας στην αφήγηση, ο καθηγητής έδωσε τη δική του ερμηνεία στην ιστορία. «Ο δεσμός του ανδρόγυνου στην οικογένεια μοιάζει με την ηρεμία του νερού που κυλά αβίαστα. Σφυρηλατείται με αγάπη και κατανόηση, όταν, αντί να κοιτάζει ο ένας τον άλλον, κοιτάζουν και οι δύο προς την ίδια κατεύθυνση».
Εγώ αφουγκραζόμουν και καταλάβαινα πως ο καπετάνιος, μέσα από την ιστορία του υποπλοιάρχου, μας μετέφερε, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί, το δικό του οδυνηρό οικογενειακό βίωμα· όσα του έφερε η ζωή και δεν λέγονται εύκολα με λόγια.
«Όλα ξεπερνιούνται».
«Ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός».
Αυτά του έλεγαν όλοι. Εκείνος, όμως, ήξερε πως δεν ήταν αλήθεια στη δική του περίπτωση.  Ο χρόνος που πέρασε λειτούργησε απλώς σαν αναλγητικό και όχι σαν φάρμακο που θα του έφερνε τη λήθη.
Με την παρέμβασή μου θέλησα να δώσω μια πιο ευχάριστη νότα στην ατμόσφαιρα και, με λίγη χαλαρότητα, να αλλάξω θέμα.
«Κάπταιν! Ο καθηγητής, εδώ, πολλές φορές με έχει ρωτήσει για τις εμπειρίες μας από τα ταξίδια στον Αμαζόνιο. Αν μου το επιτρέπεις, νομίζω πως είσαι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο να μας διηγηθείς αυτό το θαύμα της φύσης».
Ο καπετάνιος σήκωσε το ποτήρι του, ήπιε μια μικρή γουλιά και χαμογέλασε. Έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να έψαχνε μέσα στις αναμνήσεις του εκείνη που θα άνοιγε την πόρτα σε έναν άλλο κόσμο.
Έξω, το ψιλόβροχο συνέχιζε να πέφτει 
αθόρυβα. Οι σταγόνες της βροχής, φωτισμένες από τους φανοστάτες, έμοιαζαν να αιωρούνται για λίγο στον αέρα πριν χαθούν πάνω στις στέγες και στο σκοτεινό χώμα. Μέσα στο δωμάτιο, το τζάκι έτριζε και οι φλόγες φώτιζαν τα πρόσωπά μας.
Ο καπετάνιος ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπέζι και έγειρε λίγο προς τα πίσω.

«Ο Αμαζόνιος…» είπε αργά. «Δεν είναι ποτάμι όπως όλα τα άλλα. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος που δεν τον διασχίζεις απλώς, τον αισθάνεσαι. Σε  περιβάλλει, σε καταπίνει και, αν τον αφήσεις, σε αλλάζει».
Σταμάτησε για λίγο. «Όταν πρωτομπήκαμε στα νερά του, είχα την αίσθηση πως αφήναμε πίσω μας τη θάλασσα και μπαίναμε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Έναν ζωντανό λαβύρινθο από νερό, δάσος, ομίχλη και ήχους. Εκεί δεν ξέρεις πού τελειώνει το ποτάμι και πού αρχίζει η ζούγκλα…»
Η φωνή του είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ο καπετάνιος που μιλούσε στην παρέα μας. Ήταν ο ναυτικός που, ύστερα από τόσα χρόνια, είχε ξαναβρεθεί νοερά στη γέφυρα ενός πλοίου, μπροστά σε έναν κόσμο που είχε μείνει ανεξίτηλος στη μνήμη του.
Και εμείς, χωρίς να το καταλάβουμε, σωπάσαμε. Περιμέναμε να ακούσουμε.
Και ο καπετάνιος, με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου στο τζάκι που σιγόκαιγε και με τη συνοδεία του ντόπιου κρασιού που ευφραίνει τις αισθήσεις, άρχισε μια αφήγηση-ποταμό. Όλοι κρεμαστήκαμε από τα χείλη του. Ήταν δύσκολο να μην αιχμαλωτιστείς από τη συναρπαστική αφηγηματική του τεχνική. Οι εικόνες και οι συνειρμοί που δημιουργούσε έθελγαν ασταμάτητα τους ακροατές του να συμμετάσχουν κι εκείνοι στην ταξιδιωτική του περιπέτεια.
«Το πλοίο, συνεχίζοντας τον πλου του και διασχίζοντας τον Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, προσέγγισε τα εθνικά ύδατα της Βραζιλίας και τα ανοικτά του λιμένα Μακάπα (Macapá). Ο λιμένας βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας, κοντά στον Ισημερινό και στις εκβολές του Αμαζονίου. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο Ισημερινός διασχίζει την πόλη. Η Μακάπα είναι γνωστή και για το τοπικό γήπεδο ποδοσφαίρου, το οποίο έχει μια ιδιαιτερότητα: η γραμμή του κέντρου του γηπέδου συμπίπτει σχεδόν με τη γραμμή του Ισημερινού, έτσι ώστε οι δύο ομάδες αγωνίζονται συμβολικά η μία στο βόρειο και η άλλη στο νότιο ημισφαίριο.
Το πλοίο προσέγγισε την πιλοτίνα του λιμένα, απ’ όπου επιβιβάστηκαν δύο πλοηγοί, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να μας οδηγήσουν στον λιμένα φόρτωσης, δυτικά της πόλης Σανταρέμ (Santarém), στον ποταμό Ρίο Τρομπέτας (Rio Trombetas), μέχρι το τερματικό σταθμό φόρτωσης.
Οι πλοηγοί αναλαμβάνουν να οδηγήσουν τα πλοία που καταπλέουν στους λιμένες και στις μεγάλες υδάτινες οδούς του Αμαζονίου. Η πλοήγηση είναι η τέχνη της ασφαλούς κατεύθυνσης ενός πλοίου μέσα σε θαλάσσια στενά, λιμάνια, περιορισμένα ύδατα και άλλες περιοχές όπου η ναυσιπλοΐα είναι δύσκολη και συχνά επικίνδυνη. 
Η συνέχεια της ιστορίας άσκησε τέτοια μεταδοτική μαγεία στην παρέα, ώστε ο καπετάνιος, χωρίς καν να το αντιληφθεί, έγινε το κεντρικό πρόσωπο της νυχτερινής μας συντροφιάς. Η σεμνή και διακριτική παρουσία του, σε συνδυασμό με τη χαμηλόφωνη αφήγησή του, συχνά μελαγχολική στους τόνους της, αλλά έντονα μελωδική και ελεγειακή, απορροφούσε εύλογα την προσοχή όλων μας.
Δεν ήταν μόνο αυτά που έλεγε. Ήταν κυρίως ο τρόπος με τον οποίο τα έλεγε. Κάθε λέξη έμοιαζε να κουβαλά πάνω της κάτι από την υγρασία του ποταμού, τη μυρωδιά της ζούγκλας, τη μοναξιά της γέφυρας και εκείνη την παράξενη αίσθηση που γνωρίζουν καλά οι ναυτικοί: πως, όσο μακριά κι αν ταξιδέψει κανείς, κάποια ταξίδια δεν τελειώνουν ποτέ. Παραμένουν μέσα του, ζωντανά, και περιμένουν μια ήσυχη νύχτα, μια παρέα, ένα ποτήρι κρασί και μια φωτιά στο τζάκι για να ξαναγεννηθούν.
Το ρολόι έδειχνε τέσσερις ώρες πριν ξημερώσει η Κυριακή. Με την καλή συντροφιά, χωρίς να το καταλάβουμε, η ώρα είχε περάσει. Νυσταγμένα φώτα ξεχώριζαν στο βάθος του δρόμου. Βραχνά γαβγίσματα σκύλων προμήνυαν την παρουσία κι άλλων ζωντανών στην ερημιά.
Ο καθηγητής άρχισε να χασμουριέται και πρώτος εκείνος ζήτησε την άδεια, με κάποια λύπη, να αποχωρήσει από την καλή μας συντροφιά. Σηκωθήκαμε από το τραπέζι και τον αποχαιρετήσαμε. Ο κυνηγός δεν χασομέρησε, σηκώθηκε κι εκείνος, μας καλημέρισε και τράβηξε ήσυχα απέναντι, για να μπει στο σπίτι του.
Μείναμε μονάχοι και σκεφτικοί. Πιάσαμε ο καθένας από μια γωνιά κοντά στο τζάκι. Σε λίγο τον ρώτησα. «Θα άκουγα με ενδιαφέρον την άποψη σου για το κλίμα που έχει δημιουργηθεί για τους Έλληνες ναυτικούς στις μέρες μας και για το πώς αντιλαμβάνεσαι το μέλλον τους μέσα στη γενικότερη οικονομική κρίση».
Ανακάθισε, έτριψε τα μάτια του, πέρασε το χέρι του στο αξύριστο σαγόνι του και κούνησε το κεφάλι του μ’ έναν τρόπο που έδειχνε πως το θέμα άγγιζε μια βαθύτερη χορδή μέσα του. Ένιωσα πως τον έπνιγε ένα βαθύ παράπονο. Έβλεπε να παίζεται, με διαφορετικούς όρους, το ίδιο δράμα που είχαμε γνωρίσει στα δύσκολα πρώτα μας χρόνια στη θάλασσα.
Μου απάντησε. «Σήμερα οι ευκαιρίες για τους νέους Έλληνες ναυτικούς δεν είναι αποκλειστικά συνάρτηση του ελληνόκτητου στόλου. Έχουν πολλές μορφές και ανοίγονται σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο. Καλούνται να επιβιώσουν μέσα σε μια μεγαλύτερη ενότητα, την οποία συμβολίζει η παγκοσμιοποίηση. Αυτό, φυσικά, σημαίνει ότι θα πρέπει να αγωνιστούν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου πολλές από τις εργατικές κατακτήσεις του τελευταίου αιώνα δοκιμάζονται ή απεμπολούνται. Είναι όμως και η στιγμή να σκεφθούν πως θα αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες και μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στον σημερινό κόσμο. Η εμπορική ναυτιλία είναι ένα μεγάλο και ιστορικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Οι πολιτικοί κρατούντες, σε συνεργασία με τον εφοπλισμό και τους ανθρώπους της ναυτιλίας, πρέπει να αναζητήσουν λύσεις ενταγμένες σε μια ευρύτερη, αρχετυπική αντίληψη του ελληνισμού. Μια αντίληψη που να μην αντιμετωπίζει τη θάλασσα μόνο ως οικονομικό μέγεθος, αλλά ως κομμάτι της ιστορίας, της παράδοσης και της ίδιας της ταυτότητάς μας».
Σώπασε. Έμεινε για λίγο να κοιτάζει τις φλόγες, σαν να αναζητούσε μέσα τους κάτι από εκείνα που είχε αφήσει πίσω του στα χρόνια της θάλασσας. Ο καπετάνιος φαινόταν ικανοποιημένος που είχε μιλήσει, μα παρέμενε ακόμη λίγο μελαγχολικός. Ύστερα μου ζήτησε να μείνει και να πλαγιάσει 
μέχρι να ξημερώσει, εκεί, δίπλα στο αναμμένο τζάκι.
«Καληνύχτα», του είπα.
«Καλό ξημέρωμα», μου απάντησε.
«Καλό ξημέρωμα», ανταπέδωσα και τον άφησα μόνο του.
Πήγε ίσια και ξάπλωσε στον πέτρινο καναπέ, όπου θα περνούσε την υπόλοιπη νύχτα. Τυλίχτηκε με μια κουβέρτα, έκλεισε τα μάτια του και, σε λίγο, αποκοιμήθηκε κουλουριασμένος, με τη ζεστασιά της φωτιάς να φωτίζει το ήρεμο πρόσωπό του.
Έμεινα για λίγο όρθιος, κοιτάζοντάς τον. Έξω η νύχτα είχε βυθιστεί στη σιωπή. Μόνο το τριζοβόλημα των ξύλων ακουγόταν από το τζάκι και, κάπου μακριά, ένας σκύλος έδινε αραιά το δικό του νυχτερινό σημάδι. Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η Κυριακή. Και μαζί της θα ξανάρχιζε η καθημερινότητα. Μα εκείνη τη νύχτα, μέσα στη μικρή ερημιά της παραλίας, είχαμε ταξιδέψει πολύ μακριά, στις θάλασσες του κόσμου, στα χρόνια της νιότης μας και, κυρίως, μέσα στις βαθύτερες θάλασσες της μνήμης.
Εύθυμος και διαχυτικός, όπως πάντα, μας χαιρέτισε, ευχαριστώντας μας που, χάρη στην όμορφη παρέα μας, είχε περάσει ένα εξαιρετικό Σαββατοκύριακο. Μετά το μεσημέρι της Κυριακής, αναχώρησε για να συνεχίσει το ταξίδι του.
Στον αποχαιρετισμό μας υπήρξε μια συγκίνηση που, με το ζόρι, κρατούσαμε και οι δυο μας κρυφή. Δεν ήταν εύκολο να αποχωριστούμε ύστερα από ένα τόσο γεμάτο διήμερο, όπου οι αναμνήσεις, οι ιστορίες και οι σιωπές είχαν γίνει η δική μας κοινή συντροφιά.
Αργά το απόγευμα με χαιρέτισε και ο γείτονάς μου, που αναχώρησε για τον Βόλο. Βρέθηκα πάλι 
ολομόναχος στην άδεια γειτονιά μας, με το βλέμμα στραμμένο προς την κορυφή του Χλωμού, που ήταν σκεπασμένη από σύννεφα και έσβηνε σιγά σιγά μπροστά στα μάτια μου. Τα μεγάλα, βαριά σύννεφα άρχισαν σε λίγο να σκεπάζουν ολόκληρο το βουνό και μια μαύρη σκιά απλώθηκε πάνω στη θάλασσα. Μέσα από τη βραδινή ομίχλη, τα κύματα που έσκαγαν αθέατα στην ακτή αντηχούσαν επαναλαμβανόμενα, σαν μπάσο μουσικό υπόστρωμα, αρωματίζοντας με την αρμύρα τους τον αέρα. Τα κρωξίματα των θαλασσοπουλιών ακούγονταν λυπητερά, σαν φωνές χαμένων ψυχών.
Το τζάκι ήταν και πάλι έτοιμο για άναμμα. Άναψα ένα σπίρτο και γονάτισα για να βάλω φωτιά στο προσάναμμα. Η φλόγα τρεμούλιασε, το ξερό προσάναμμα λαμπάδιασε τρίζοντας και, καθώς πήραν φωτιά τα κούτσουρα της ελιάς, οι φλόγες τινάχτηκαν ψηλά. Τώρα το σπίτι ήταν και πάλι ζωντανό.
Έχοντας τελειώσει κι αυτή την ευχάριστη μικροδουλειά, δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω. Κάθισα αναπαυτικά και έγειρα πίσω στην πολυθρόνα μου. Ένιωθα μια γλυκιά κούραση, μαλακωμένη από τον περίγυρό μου, λες και το σπίτι είχε ανθρώπινο πρόσωπο και με αγκάλιαζε με αγάπη.
Στο ζεστό, φωτισμένο από το τζάκι σαλόνι, χωμένος βαθιά στην πολυθρόνα μου, αισθάνθηκα να με πλημμυρίζει μια ανεξήγητη ευτυχία. Είχα χρόνια να νιώσω κάτι τέτοιο, από τότε που βγήκα στη σύνταξη και απολάμβανα την οικογενειακή θαλπωρή.  Διάβολε… Τέταρτη μέρα σήμερα που μου λείπει η οικογένειά μου… Αύριο γυρίζω. Καλά μου το είχε πει ο φίλτατος καπετάνιος.
«Φίλε μου, η μοναξιά δεν αντέχεται ούτε στον Παράδεισο». Ευχαριστημένος, χώθηκα ακόμη πιο βαθιά στην πολυθρόνα μου και, ύστερα αποφάσισα να ανοίξω την τηλεόραση, για να απολαύσω την καθημερινή μου μερίδα από απεργίες, φόνους και οικονομικές καταστροφές, με κατακλείδα την πληροφορία πως και την επομένη θα έκανε πολύ κρύο και κατά τόπους θα έβρεχε στη χώρα.
Στη ζεστασιά της φωτιάς τα βλέφαρά μου άρχισαν να βαραίνουν. Προχωρώντας η ώρα και πολεμώντας τη νύστα, σηκώθηκα, ανέβηκα την εσωτερική σκάλα του σπιτιού και μπήκα στο λουτρό.
Τάπωσα την μπανιέρα, άνοιξα τις βρύσες και έριξα απλόχερα στο νερό αρωματικά άλατα, αυτά που είχαν ξεμείνει στην κόρη μου από την καλοκαιρινή περίοδο. Και μόνο η σκέψη της με έκανε να χαμογελάσω.
Το στερνοπούλι, η πριγκιπέσα μου, ήταν ζωηρή και πολύτιμη.
Πέντε λεπτά αργότερα αφοσιωνόμουν στην ευχάριστη πολυτέλεια να είμαι ξαπλωμένος στη γεμάτη 
ζεστό νερό μπανιέρα. Αγκαλιασμένος από τον αφρό και τους υδρατμούς, αφέθηκα να βυθιστώ στις σκέψεις μου.
Ήταν ένα διάλειμμα που με οδηγούσε σε ευχάριστες σκέψεις. Αόριστα ονειροπολήματα. Πώς νιώθει άραγε ο ναυτικός στα εξήντα του; σκέφτηκα.
Όχι και πολύ άσχημα, απάντησα στον εαυτό μου.
Από εδώ και πέρα, η ζωή του συνταξιούχου ναυτικού δεν πρέπει να αποτελεί την έννοια μιας απλής ύπαρξης, κάτι που το θεωρεί κανείς φυσικό και αυτονόητο. Πρέπει να είναι ένα δώρο, μια εμπειρία που οφείλω να γεύομαι μέρα με τη μέρα. Ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος.
Δεν θα αφήσω ούτε λεπτό να πάει χαμένο, υποσχέθηκα στον εαυτό μου. Ένιωθα δυνατός, αισιόδοξος, σαν να ξεκινούσε τώρα η ζωή. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα έφευγα για κάποιο μακρινό λιμάνι.
Θα έριχνα άγκυρα στη θαλπωρή της οικογενειακής αγκαλιάς.

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

Oi Enea Pou Xathikan


Το καράβι. Το AEGEAN WIND. Ετών 26. Μαύρο... Και σκουριασμένο... Φαγωμένο από την αρμύρα.
Τόσα χρόνια μέσα στο νερό. Τι περιμένεις;
Δεν έφταιξε όμως αυτό. Το καράβι γλίτωσε. Ρυμουλκείται τώρα για Κουρασάο. Ολλανδικές Αντίλες.
Θα μπουν μέσα οι νηογνώμονες, οι αξιωματικοί του λιμενικού, οι αρχιμηχανικοί της εταιρείας.
Θα μπουν συνεργεία και θα αρχίσουν να το σουλουπώνουν από τη φωτιά. Θα του ξαναφτιάξουν τα μαυρισμένα σπλάχνα του ακομοδέσιου.
Τους νεκρούς μόνο δε θα μπορέσει κανείς να ξαναφτιάξει.
Ο καπετάνιος και το πλήρωμα θα τρέχουν και δε θα φτάνουν με τόσους μέσα στα πόδια τους. Και να ανακρίσεις και καταθέσεις και χαρτιά και αναφορές. Άνθρωποι χάθηκαν. Εννέα άνθρωποι.
Θα ακολουθήσει δικαστήριο.
Εννιά ζωές ήταν αυτές.
Δεν καθαρίζεις μόνο με ανάκριση.
Θα καθίσουν στο σκαμνί. Ο καπετάνιος πρώτος. Πάντα ο καπετάνιος έχει την πρώτη ευθύνη.
Και μετά και οι υπόλοιποι. Όσους προβλέπει ο νόμος δηλαδή.

Ξεκινώντας από τον αξιωματικό φυλακής. Που συνήθως και καταλήγει στη φυλακή κάθε φορά που θα συμβεί ατύχημα... Τυχαία νομίζεις τον αποκαλούν αξιωματικό φυλακής;
Οι ασφαλιστικές και η εταιρεία στο μεταξύ θα δίνουν άλλο αγώνα. Ποιος θα πληρώσει τα καμένα. Και ποιος θα αποζημιώσει τους νεκρούς. Αποζημιώνεται ένας νεκρός;
Οι μανάδες θα φορέσουν μαύρα. Εννέα νεκροί. Εννέα μανάδες. Και δε θα τα ξαναβγάλουν. Οι μανάδες άπαξ δια παντός τα φοράνε τα μαύρα. Και μετά τα ντύνονται δεύτερο δέρμα.
Θα μαυροντυθούν και οι σύζυγοι. Λιγότερες από 9. Ήταν και παιδιά ανάμεσα στους νεκρούς. Δεν πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους χήρες. Ίσως κανένα κορίτσι. Κανείς δε θα μάθει για τα κορίτσια αυτά. Ποιος νοιάζεται για ένα ερωτευμένο κορίτσι τέτοιες ώρες;
Θα μείνουν πίσω και τα ορφανά. Θα κλάψουν, θα ξανακλάψουν, θα το πάρουν απόφαση. Δε θα ξαναδούν τον πατέρα. Μονάχα τη μάνα τους, μαύρη σκιά, θα βλέπουν από δω και στο εξής.
Θα έρθουν μετά τα τηλεγραφήματα. Με τη βαθιά οδύνη και άλλα δακρύβρεκτα.
Θα έρθει και το φέρετρο. Σφραγισμένο. Τόσες μέρες νεκρός... τι να ανοίξεις και τι να δεις; Σφραγισμένο θα το κατεβάσουν και στο μνήμα.
Θα έρθουν οι συγγενείς. Θα κλάψουν και θα συλλυπηθούν. Με βαθιά οδύνη.
Οι μόνοι που δε θα ξανάρθουν είναι οι εννέα που χάθηκαν. Τρεις λευκοί. Έξι της κίτρινης φυλής. Όταν ζούσαν... Τώρα είναι όλοι ίδιοι. Ντυμένοι στο χρώμα του θανάτου.
Πώς είναι ένας νεκρός από φωτιά;
Και πώς είναι να πεθαίνεις από φωτιά;
Λένε πως πέθαναν από ασφυξία. Δεν κάηκαν. Πνίγηκαν στους καπνούς. Δεν τόλμησαν να τους διαβούν... Έμειναν εκεί και πέθαναν.
Ενοχλούν οι ερωτήσεις τα ευαίσθητα μάτια μας;
Δεν ενοχλούν οι σκηνές που θα παίζουν και θα ξαναπαίζουν στα μάτια των μανάδων; των πατεράδων; των συζύγων; των παιδιών; των αδερφών; των άγνωστων ερωτευμένων κοριτσιών;
Και των φίλων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν φίλους. Έχουν και οι ναυτικοί. Ποιος αποζημιώνει τους φίλους; Και τι θα μπορούσε να τους αποζημιώσει;
Εγώ, και ίσως κι εσύ, δε γνωρίζαμε κανέναν από τους ανθρώπους αυτούς. Τους νεκρούς. Τους συγγενείς τους. Τους φίλους τους.
Έχω όμως φίλους μου στα καράβια. Και φίλες. Έχω και είχα. Και ένα δυο συγγενείς.
Κάποτε είχα και το αγόρι μου. Ήμουν κι εγώ ένα από τα ερωτευμένα κορίτσια.
Κάποτε ήμουν και η ίδια στα καράβια. Και είχα μάνα να με περιμένει. Και πατέρα και αδερφό. Και φίλους.
Δεν ξέρω πόσο βαθιά είναι η οδύνη των άλλων. Των πιο έξω. Ξέρω μονάχα πως όταν χάνεται ένας ναυτικός, τσακίζει η καρδιά όλων των άλλων ναυτικών. Και ένα κομμάτι της πεθαίνει μαζί με εκείνον που έφυγε για πάντα. Κι ας μην τον γνώριζαν. Ας μην είχαν δει ποτέ το πρόσωπό του.
Πόσοι οι πεθαμένοι ναυτικοί; Πόσα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς μας;
Και είναι και όλα εκείνα τα πεθαμένα κομμάτια της καρδιάς των μανάδων. Κι ας μην έχασαν το δικό τους παιδί. Κάθε φορά που χάνεται ένας ναυτικός, κλαίνε όλες οι μανούλες που έχουν παιδιά στα καράβια.
Και οι πατεράδες, και οι σύζυγοι, και τα παιδιά, και τα αδέρφια. Και τα άγνωστα ερωτευμένα κορίτσια. Και οι φίλοι. Όλοι καρδιοχτυπούν. Και όλοι ακούνε να χτυπά και η δική τους πόρτα. Ποιος έχει αύριο σειρά; Να ετοιμάζεται...
Λένε για τους ναυτικούς πως δε φοβούνται το θάνατο. Πώς να τον φοβηθούν; Έχουν μάθει να ζούνε μαζί του. Ξέμαθαν να ζουν με τους δικούς τους και ζούνε αγκαλιασμένοι με το χάρο.
Σταματάει ποτέ ο άνθρωπος να φοβάται το χάρο;
Μηδένα προ του τέλους, φώναξε εκείνος ο αρχαίος βασιλιάς. Και ήταν κι αυτός μέσα στις φλόγες.
Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να ξέρει, την αγωνία του θανάτου μέσα στις φλόγες; Ποιος μπορεί να ξέρει την αγωνία που έζησαν αυτοί οι εννιά άνθρωποι που τώρα ταξιδεύουν στα φέρετρα;
Επαναπατρίζονται οι σοροί... Οι σκέψεις τους; Τα όνειρά τους; Η ζωή τους;
Βράδυ Χριστουγέννων ήταν. Η ώρα που σε όλη τη γη οι άνθρωποι γιορτάζουν. Που μαζεύεται η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και τσουγκρίζουν τα ποτήρια.
Αυτοί απουσίαζαν. Δεν είδαν τα ποτήρια. Δεν άκουσαν τις ευχές. Στη βάρδια, στο καπνιστήριο, στην καμπίνα, έξω στην πρύμη, εκεί έκαναν Χριστούγεννα.
Πώς κάνουν οι ναυτικοί Χριστούγεννα; Πρόλαβα δυο φορές να τα γιορτάσω τέτοια Χριστούγεννα. Δε χρειάζεται να έρθει η φωτιά. Δε χρειάζεται να έρθει ο Χάρος. Τους κουβαλάει η καρδιά σου.
Καίγεσαι και πεθαίνεις τέτοιες μέρες. Και πιο πολύ τις νύχτες. Όταν μείνεις μόνος. Ποιος ναυτικός έπεσε χαρούμενος να κοιμηθεί τη νύχτα των Χριστουγέννων;
Και είναι ο ύπνος λήθαργος βαρύς. Δίχως όνειρα. Ποτισμένος σε δάκρυα και αλκοόλ. Ποιος ναυτικός δεν πίνει ένα ποτηράκι παραπάνω τέτοιες νύχτες;
Κάποιος ίσως να ήπιε και παραπάνω από το παραπάνω. Κι άφησε το τσιγάρο αναμμένο. Να καίει όπως έκαιγαν τα ματόκλαδα και η καρδιά του.
Κι έκαψε το τσιγάρο την κάφτρα. Έκαψε το τραπέζι. Άρχισαν οι φλόγες να χορεύουν. Και οι καπνοί άρχισαν να τρέχουν στους αλουέδες. Τρύπωσαν στις καμπίνες. Ανέβηκαν στις κουκέτες. Τύλιξαν το παλικάρι. Και το πήραν για πάντα μαζί τους...
Έμεινε πίσω η Βραζιλία. Είναι ο παράδεισος των ναυτικών η Βραζιλία. Με τις σάμπες και με τις ρούμπες και τα καυτά κορίτσια. Όλοι οι ναυτικοί ονειρεύονται να πάνε Βραζιλία. Εγώ δεν πρόλαβα. Έτσι κι αλλιώς εγώ ήμουν γυναίκα...
Την ξέρω όμως τη Βραζιλία. Των ναυτικών τη Βραζιλία. Τι νομίζεις κάναμε στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας; Πετάγαμε για Σάο Πάολο και Ρίο ντε Τζανέιρο. Στο Ponta Do Ubu όχι. Τώρα το άκουσα πρώτη φορά. Τώρα το αναζήτησα και στο χάρτη. Τριακόσια τόσα χιλιόμετρα βορειότερα του Ρίο.
Σαν να λέμε Αθήνα - Πάτρα και ακόμη μακρύτερα. Τι σημασία έχει; Βραζιλία είναι και το Ponta Do Ubu. Γεμάτο μουσική, χορό, ποτό και κορίτσια. Προπαντός κορίτσια.
Τα άλλα κορίτσια, στην πατρίδα, δεν τα ξεχνάει ο ναυτικός. Όσα κορίτσια και να γνωρίσει στα λιμάνια. Η σάρκα μόνο κατεβαίνει στο λιμάνι. Η καρδιά βρίσκεται μίλια μακριά. Σε μια κουκίδα του χάρτη που γράφει πατρίδα.
Έτσι μαθαίνει να ζει ο ναυτικός. Αλλού η καρδιά, αλλού η σάρκα. Τώρα θα γυρίσει πίσω η σάρκα. Η καρδιά;
Ύπουλα ανέβηκε ο καπνός στην κουκέτα. Τύλιξε την κοιμισμένη σάρκα. Τρύπωσε στα ρουθούνια. Έφτασε στα πνευμόνια. Γιατί δεν ξύπνησε; Γιατί δεν έτρεξε να σωθεί; Να βρέξει μια πετσέτα, να ορμήσει έξω. Να γλιτώσει...
Κανείς δε θα μάθει. Κι ας τρέχουν πάνω κάτω οι εμπειρογνώμονες. Κι ας παίρνουν καταθέσεις οι ειδικοί. Κανείς δεν μπορεί να μάθει τι σημαίνει η νύχτα των Χριστουγέννων στο καράβι. Μόνο όποιος το έζησε.
Και ξύπνησε την άλλη μέρα και δεν ήξερε πού ταξίδευε όλη νύχτα. Χρόνος νεκρός. Αφήνεις στην κουκέτα τη σάρκα. Αφήνεις και την καρδιά. Δεν αντέχεις μια τέτοια νύχτα να ακολουθήσεις την καρδιά σου. Και χάνεσαι. Σε άλλη διάσταση. Έξω από χώρο και έξω από χρόνο.
Μένουν μόνα τους μια τέτοια νύχτα τα κορίτσια στο λιμάνι. Απόψε ο ναυτικός δε θα θυμηθεί τις τρυφερές τους καμπύλες. Δε θα τσαλακώσει τα σεντόνια του ψάχνοντας τη μυρουδιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Μένουν μόνα τους και τα άλλα κορίτσια. Στην πατρίδα. Μια ζωή μόνα τους. Απόψε περισσότερο. Δεν αντέχει ο ναυτικός απόψε να θυμηθεί τη μοναξιά τους. Είναι Χριστούγεννα...
Τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή της αγάπης. Οι άνθρωποι τα γιορτάζουν αγκαλιά με τους αγαπημένους τους. Όχι οι ναυτικοί. Όχι κι εκείνοι που αγαπούν ναυτικούς.
Ένα μικρό αστέρι λάμπει στον ουρανό. Δεν έχει πια μάγους να το ακολουθήσουν. Έχει τους ναυτικούς που τρέχουν να το συναντήσουν.
Αφήνουν τη σάρκα τους στο βαθύ της λήθαργο. Αφήνουν και τη καρδιά τους. Δεν αντέχουν απόψε την καρδιά τους. Και γίνονται αστέρια.
Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός; Πόσοι είναι οι ναυτικοί που δε γύρισαν ποτέ;

Πηγή: http://kapetanisses.blogspot.gr/...Συγγραφέας - Δανάη!
Περισσότερα ΕΔΩ!

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Mohamed... O Melichios

 Η ανθρώπινη φύση παρουσιάζει μια συναρπαστική αντίφαση! Αν και όλοι οι άνθρωποι είναι μοναδικοί με κάποιο τρόπο, ταυτόχρονα μοιραζόμαστε θεμελιώδη χαρακτηριστικά που μας καθορίζουν ως είδος και μπορούν να περιγραφούν. Θα σας μιλήσω για τον Μωχάμετ (Mohamed), τον Αφρικανό καθαριστή μηχανοστασίου από την Τανζανία.
Τα εξωτερικά φυσικά γνωρίσματα του ήταν, έντονα βαθύ σκούρο το χρώμα του δέρματος, μαύρα στο χρώμα, στρογγυλά και μεγάλα η μορφή των ματιών, μαύρη στο χρώμα και θύσανος η σύσταση της τρίχας στη κεφαλή του. Μεγάλο μέγεθος το ανάστημα και συμπαγής όγκος η κατασκευή του σώματος του, με μακριά ογκώδη και δυνατά άκρα ένας μεγαλόσωμος άντρας με πλατύ στέρνο και δυνατές πλάτες. Στο πρόσωπό του, με τα εντελώς αφρικάνικα χαρακτηριστικά, κυριαρχούσε μια έκφραση σταθερότητας, σοβαρότητας και καλοσύνης. Όλο του το ύφος κι η στάση ήταν ένας παράξενος συνδυασμός αξιοπρέπειας και ταπεινοφροσύνης. Γεροδεμένος. Είχε φυσική μυϊκή δύναμη εξαιρετική. Ήταν φανερό ότι δεν ανήκε στην συνηθισμένη φυλή των Αφρικανών της κεντρικής και ανατολικής Αφρικής όπου στις καυτές, ξηρές περιοχές της, οι κάτοικοι της έχουν ένα ψηλό, λεπτό σώμα, με μακριά και λεπτά άκρα, για να αυξάνει η επιφάνεια του σώματος σχετικά με τον όγκο του, η οποία μεγάλη επιφάνεια βοηθά να απάγει τη θερμότητα του δέρματος όταν ιδρώνει. Και σε εκείνα τα μέρη της Αφρικής η ζέστη δεν είναι απλώς αισθητή νομίζεις στα αλήθεια ότι την βλέπεις. 
«Μοχάμεντ» του έλεγα η σωματοδομή σου αντίκειται στους περιβαλλοντικούς καθοριστικούς παράγοντες, και στο γνωστό γενικό εξελικτικό μας κανόνα. Αυτός ο τύπος κατασκευής του σώματος σου συντηρεί τη θερμότητα στο πυρήνα του, και αποτρέπει τις επικίνδυνες πτώσεις στη θερμοκρασία των εσωτερικών σου οργάνων. Οι βόρειοι και αρκτικοί λαοί, τείνουν να έχουν αυτό το τύπο σωμάτων. Λογικά λοιπόν η σωματοδομή σου δεν με παραπέμπει στους πληθυσμούς που κατοικούν στην Υποσαχάρια Αφρική, μια περιοχή γνωστή και ως «Μαύρη Αφρική». Είσαι στ΄ αλήθεια σίγουρος για το γενεαλογικό σου δένδρο; Την καταγωγή των προγόνων σου;. Υποκειμενική είναι η παρατήρηση μου καθώς η αφρικανική ήπειρος παρουσιάζει τεράστια γενετική και πολιτισμική ποικιλομορφία. και γενετική κληρονομιά και σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι θεωρούνται απόγονοι μεταναστών που ξεκίνησαν από την Αφρική
Με κοιτούσε με προφανή απορία και αμήχανος προσπαθώντας να καταλάβει, σαν να έψαχνε να βρει άκρη στο χάος που του δημιουργούσα, αλλά πάντα με αντιμετώπιζε με ένα χαμόγελο στωικό, αθώο και φωτεινό που απέπνεε μια αίσθηση αποδοχής και αισιοδοξίας και άφηνε να φαίνονται μια σειρά από λευκά δόντια. Ο χαρακτήρας του, σε γενικές γραμμές, άφηνε μια  έντονη εντύπωση και ιδιαίτερο στίγμα, χαρίζοντας του μια ξεχωριστή παρουσία αυθεντικότητας που θυμάται κανείς εύκολα. Μοχάμεντ ο Μειλίχιος τον αποκαλούσα και του άρεσε ο τρόπος και ο τόνος μου όπως τον αποκαλούσα. Είχε βρεθεί απελπισμένος λαθρεπιβάτης σε πλοίο της ναυτιλιακής εταιρείας και αντί να παραδοθεί στις αρχές, κατάφερε να αποδείξει την αξία του στο πλήρωμα και να ενταχθεί σε αυτό, ξεκινώντας από τις πιο δύσκολες εργασίες στο μηχανοστάσιο. 
Ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος αλλά οι λαθρεπιβάτες συνήθως δεν ξέρουν που αληθινά μπορούν να πάνε. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ονειρεύονται και να ελπίζουν ότι δε θα χάσουν τα όνειρα τους. Ο κόσμος φαντάζει τεράστιος και γεμάτος ευκαιρίες, αλλά για έναν λαθρεπιβάτη, οι επιλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Δεν επιλέγουν προορισμό με βάση το πού θα ήθελαν να ζήσουν, αλλά με βάση το ποιο μεταφορικό μέσο (πλοίο, φορτηγό) είναι πιο εύκολα προσβάσιμο. Ο λαθρεπιβάτης κάνει μια απελπισμένη πράξη, όπου παραδίδει τη μοίρα του στην τύχη, ελπίζοντας σε έναν προορισμό που συχνά δεν γνωρίζει πραγματικά. Ακόμα και αν φτάσει, βρίσκεται συχνά σε μια «γκρίζα ζώνη», χωρίς έγγραφα, φοβούμενος την απέλαση, μη μπορώντας να εργαστεί νόμιμα, γεγονός που καθιστά τον νέο του κόσμο εξίσου αφιλόξενο με αυτόν που άφησε.  
 Οι άνθρωποι που δεν είναι φτωχοί είναι τόσο λίγοι, μου εξιστορούσε στις αφηγήσεις του ο σοφός ποιμένας παππούς μου από την μητέρα μου. Και ο παππούς ήταν ένας σοφός κτηνοτρόφος που πέρασε το βουκολικό τρόπο της ζωής στις όμορφες ανατολικές πλαγιές του λακωνικού Πάρνωνα που γι' αυτόν το κοπάδι του δεν ήταν απλά ένα κοπάδι άψυχων ζωντανών αλλά η παρέα του, η συντροφιά του.
Το πλοίο μας, νεόκτιστο και το μηχανοστάσιο του έλαμπε από την καθαριότητα.
Η μηχανή μια M.A.N B&W τελευταίας έκδοσης από τις πρώτες αυτού του τύπου που κυκλοφορήσαν στην αγορά οι λεγόμενες μεγάλης διαδρομής εμβόλου λειτουργίας.
Λόγω των υψηλών πιέσεων λειτουργίας της, από τις αρμόσεις των μπλοκ της μηχανής, ελαιώδη ίχνη μεταφέρονταν στο εξωτερικό της κέλυφος. Στη πρώτη εβδομάδα της επιστασίας μου ξεκίνησα ένα πρωινό εφοδιασμένος με πανιά και στουπί άρχισα να σκουπίζω το εξωτερικό κέλυφος της μηχανής. Ξαφνικά καταφθάνει ορμητικά ασθμαίνοντας ο Μοχάμεντ και με δέος και έκπληξη προσπαθεί να μου αποσπάσει το στουπί από τα χέρια.
«Τσιφ!!»  Φωνάζει ασθμαίνοντας.
«Ντροπή, εάν σε δούνε τι θα πούνε; Ο Μοχάμεντ είναι τεμπέλης και ο Πρώτος μηχανικός καθαρίζει την μηχανή; Μεγάλη ντροπή, σε παρακαλώ αυτή είναι δική μου δουλειά.»
Χρειάστηκε κόπος και επιμονή να τον αντιμετωπίσω και να τον πείσω ότι κανείς ποτέ δεν θα σκεφτεί κάτι διαφορετικό και άσχημο για την αξιοσύνη του.
«Είναι πραγματικά σημαντικό για μένα να ασχολούμαι με την μηχανή Μοχάμεντ» του είπα.
«Είναι το αγαπημένο μου θηλυκό φετίχ και ταυτόχρονα η πρωινή μου γυμναστική για να διατηρώ και εγώ την φόρμα μου. Πιστεύω δεν θα ήθελες να μου στερήσεις αυτή την απόλαυση;»
Αυτό το επιχείρημα λειτούργησε καταλυτικά. Το σκέφτηκε, σταμάτησε να προβάλλει αντίσταση και αποδέχτηκε την επιθυμία μου. Κατά βάθος καθόλου δεν μου φάνηκε απογοητευμένος για το μάταιο των αντιρρήσεων του. Έτσι όμορφα και απλά οριοθετήσαμε τις αρμοδιότητες μας στο πρωινό ξεκίνημα και αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να κυλήσει ομαλά και παραγωγικά η μέρα μας. Οι ρόλοι ήταν ξεκάθαροι και όλα λειτουργούσαν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή.
Πέρασε ο καιρός έκλεισε ο κύκλος του συμβολαίου μου, επέστρεψα στην πατρίδα αφήνοντας και πάλι την αρμοδιότητα του πρωινού καθαρισμού της μηχανής στα στιβαρά χέρια του Μοχάμεντ από όπου την είχα παραλάβει και στην πραγματικότητα του ανήκε. 
Ύστερα από ένα διάστημα τεσσάρων με πέντε περίπου μηνών επανήλθα στην επιστασία μηχανοστασίου στο ίδιο πλοίο. Αφότου ανέλαβα υπηρεσία ζήτησα να μου φωνάξουν τον Μοχάμεντ που συνέχιζε ανελλιπώς να προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Όταν με αντίκρισε δεν τον χαιρέτησα αλλά σε σιωπηρή στάση, με ένα αυστηρό βλέμμα να τον διαπερνά, ως προοίμιο μιας έκρηξης θυμού, επέλεξα με τρόπο χειμαρρώδη, να τον στολίζω στην «γαλλική» διάλεκτο.
Ξαφνιάστηκε. Σήκωσε αμήχανα τα μάτια και τα κάρφωσε πάνω μου. Στο βλέμμα του, που συνάντησε το δικό μου, ζωγραφίστηκε μια θλιμμένη έκπληξη. Ένα κύμα φόβου κι απόγνωσης έσβησε κάθε φωνή, αφήνοντάς τον βυθισμένο στην ταπείνωση. Γιατί του κάνω αυτή την επίθεση; Γιατί αυτή αλλαγή στη συμπεριφορά μου; Γιατί το ψυχρό μου ύφος και η προκλητικότητα μου; Με μια αίσθηση αμηχανίας, δυσκολεύεται να με αναγνωρίσει, δε μπορεί να ‘μουν εγώ αυτός που του μιλούσε νιώθει ότι όσα ειπώθηκαν είναι ξένα προς τον πραγματικό μου χαρακτήρα. Πως είναι δυνατό να διαπράττω ένα παρόμοιο όνειδος και να του απευθύνομαι με τέτοια κακία. Που πήγε εκείνη η απλόχερη φιλία που είχε συνηθίσει να εισπράττει. Ούτε που μπορούσε να φαντασθεί την ερώτηση που ακολούθησε τη προσποιητή έκρηξη μου. Ήτα εντελώς αναπάντεχη.
«Γιατί ανάθεμα-με ρέμπελε του κερατά η μηχανή (το Φροσάκι μου!) είναι λερωμένο και λαδωμένο από άκρη σε άκρη;»
Χαϊδεύοντας αμήχανα το δέρμα του λαιμού του, αισθάνεται ευάλωτος όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε την κατάσταση. Ήταν η στιγμή που κατάλαβε και η σύγχυση έδωσε τη θέση της στην κατανόηση! Με μια κίνηση που δείχνει ανάκτηση αυτοπεποίθησης, ελέγχου και αξιοπρέπειας ίσιωσε στητά το κορμί του, και οι χτύποι της καρδιάς άρχισαν να επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα, καθώς τον κυρίευε ξανά ένα αίσθημα εσωτερικής γαλήνης. Αυθόρμητα και ανέμελα αντήχησε το γέλιο του, η ματιά του έλαμψε, ξαναπήρε αυτό το ήρεμο, πράο και φωτεινό του χρώμα όπως κάποιος που αφήνει πίσω του μια δύσκολη φάση και ξαναβρίσκει τον εαυτό του.
Αντιδρά άμεσα και αυθόρμητα, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί. Η απάντηση του βγαίνει αβίαστα, χωρίς προετοιμασία ή δεύτερες σκέψεις, επειδή είναι η αλήθεια του εκείνες τις στιγμές σε μια προσπάθεια να μαλακώσει τις εντυπώσεις. 
«Τσιφ! Εγώ δεν φταίει. Αλήθεια σου λέω εγώ δεν φταίει!  Αυτό το άλλο Πρώτο μηχανικό δεν καθάριζε καθόλου. Πολύ τεμπέλη, μηχανή λέρωσε! Πολύ τεμπέλη!»
Ένα τραγούδι μια μουσική υπόκρουση, ένα τραγούδι τραγουδισμένο από μια γυναίκα άγνωστη πανέμορφη. Έτσι ήχησαν τα λόγια του τη στιγμή εκείνη. Ήταν η σειρά μου να ακουσθεί το γέλιο μου σε κάθε γωνιά του μηχανοστασίου. Πέρασαν τα χρόνια και όμως ακόμη αντηχεί στην μνήμη μου το πράο ξέσπασμα του.
«Τσιφ! Εγώ δεν φταίει! Αλήθεια σου λέω εγώ δεν φταίει.»
Οι άνθρωποι θα έπρεπε να σκέφτονται την ομορφιά της ζωής για να διατηρούν τη καρδιά τους αγνή και το μυαλό τους καθαρό. Όλοι έχουμε κουραστεί αλλά έχουμε ένα προορισμό και δεν πρόκειται να σταματήσουμε μέχρι να φθάσουμε εκεί. Έκτοτε στην επαγγελματική μου διαδρομή δεν τον ξανασυνάντησα, τον καλό μου το Μοχάμεντ. Δεν ήμαστε παρά ένας κόκκος στάχτης που ο άνεμος μας στέλνει να χαθούμε στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Οι προγονοί μας έχουν όλοι φύγει μόνο η θάλασσα απ' όπου ήρθαμε είναι εδώ.
Προσπάθησα με αυτή τη παράξενη, γραφική και συνάμα απλή ιστορία περιστατικών να αποκρυπτογραφήσω τον κόσμο που απομακρύνεται και ξεθωριάζει, μέσα από την αληθινή και ζωντανή φιγούρα του Μοχάμεντ. Ένα κόσμο που συνεχίζει να ατενίζει στο σύμπαν τα αστέρια με απορία και δέος, Ο κόσμος που έρχεται μας μεταφέρει την αίσθηση από ένα ανακάτεμα, σε ρυθμούς εξοντωτικούς. Αυτός ακριβώς ο νέος κόσμος με όλη την τεχνολογική υπεροχή, μεταφέρει μαζί του και έναν συναισθηματικό καιάδα για ανθρώπους σαν το Μοχάμεντ και ‘μένα. 
Η εποχή της τυραννίας της τεχνολογίας, ο κόσμος του Μάτρίξ αυτή η “sequel” τριλογία του χολιγουντιανού κινηματογραφικού αριστουργήματος ζει ανάμεσά μας. Θαυμάζω τα σημαντικά στάδια ανάπτυξης, στη διάβα της μακροχρόνιας ιστορίας μας, τις εκπληκτικές ικανότητες της τεχνολογίας, που δημιούργησαν άνθρωποι πολυμήχανοι, με κοφτερό μυαλό και αδιαμφισβήτητες ικανότητες. 
Και προσωπικά κουβαλάω μέσα μου αρκετή δόση από το μικρόβιο του “techno freak”. 
Το μυστικό είναι η τεχνολογία να υπηρετεί τον άνθρωπο με δυνατότητες αξιοποίησης του ώστε να νοιώθει ολοκληρωμένος και ασφαλής στη σύγχρονη εποχή, και όχι το αντίστροφο. Ο πολιτισμός και η τεχνολογία θα συνεχίσουν να εξελίσσονται γρήγορα και με απρόβλεπτες κατευθύνσεις, και αυτές οι αλλαγές, στη συνέχεια, θα επηρεάζουν τη φυσική εξέλιξη του ανθρώπινου οικογενειακού δέντρου, στη μεγάλη και σύνθετη κοινωνία που οι άνθρωποι ζουν σήμερα.
Η επιλογή είναι δική μας για το πως θα δράσουμε. Με θέληση και τόλμη να συνδυάσουμε την επιστήμη και τη τεχνολογία με την ιστορία και τη παράδοση. 
Να απορρίψουμε ευνουχισμένους χρήστες τερματικών, στελέχη που έχουν αρετές κισσού, ανίδεα και ανυποψίαστα για τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία, να φαλκιδεύουν τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις του πολιτισμού μας.
Να χειρίζονται την κοινωνία με όρους χρηματιστηρίου και να μας οδηγούν κατά διαόλου που λεν’ και οι θρησκευόμενοι, και όχι στην απογείωση της εποποιίας του ανθρωπίνου πνεύματος, και το ξημέρωμα μια νέας εποχής που να κάνει τα όνειρα μας πραγματικότητα.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Ekeino To Vradi

«Ασίσω οις θέμις εστί, 
θύρας δ’ επίθεστε βεβύλοις.» 

Θα μιλήσω σε όσους είναι θεμιτό, 
κλείστε τις θύρες στους βέβηλους:» 

(Ορφικός Ύμνος στα Ελευσίνια Μυστήρια)

Υπάρχουν γυναίκες που η φύση υπήρξε πολύ γενναιόδωρη μαζί τους και τις προίκισε με απίστευτα όμορφα χαρακτηριστικά! Συνδυάζουν εντυπωσιακά φυσικά χαρίσματα με αξιοσημείωτη επιτυχία, δημιουργώντας την εικόνα ότι «τα έχουν όλα». Πολλές από αυτές τις προσωπικότητες έχουν μείνει στην ιστορία ή πρωταγωνιστούν σήμερα, συνδυάζοντας την ομορφιά με την ευφυΐα και το ταλέντο τους. Αυτές οι γυναίκες συχνά σπάνε τα στερεότυπα, αποδεικνύοντας ότι η εξωτερική εμφάνιση μπορεί να συνυπάρχει με το βάθος, το ταλέντο και τη δύναμη. 
Κάποιες μάλιστα λάμπουν κυριολεκτικά, το σώμα τους γίνεται ποιητικό αντικείμενο, και το γυμνό γυναικείο σώμα τους λειτουργεί ως φορέας ερωτισμού και σε ορισμένα έργα τέχνης παρουσιάζεται σε αρμονία με τη φύση.
Στην εφηβεία της!, του ήταν η απόκρυφη σεξουαλική του φαντασίωση. Ηταν αυτή η ονειροπόληση που τον εγκλώβιζε σε έναν «φαύλο κύκλο επιθυμίας» για κάτι που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί.
Το κορμί αγνό και αθώο, μα ταυτόχρονα άκρως αισθησιακό! Η σφοδρή επιθυμία του είναι πηγή έμπνευσης αλλά και αιτία εσωτερικής σύγκρουσης, γεμάτη «φόβο και ενοχή». 
«Θελκτική» με τη φρεσκάδα μαγιάτικου πρωινού. Η αύρα που εξέπεμπε τον καθήλωνε, δημιουργώντας μια κατάσταση μαγνητισμού και γοητείας.
Η επιθυμία του, που δεν έχει εκδηλωθεί δημοσίως, τον πίεζε για να βγει στην επιφάνεια, καθώς ουδείς μπορεί να φανταστεί πόσο μακριά πηγαίναν οι σκέψεις του κάθε φορά που αφηνόταν στις εκρηκτικές φαντασιώσεις του. Αγωνιζόταν να δαμάσει την επιθυμία του σε μια έντονη εσωτερική μάχη, όπου προσπαθούσε, να χαλιναγωγήσει ένα ισχυρό προσωπικό σεξουαλικό πάθος. Το πάθος του τον κυρίευε. Το απόκρυφο του πάθος που του ζητούσε να σπάσει τα δεσμά της λογικής, οδηγώντας τον σε μονοπάτια που η ψυχρή λογική του σκέψη απέρριπτε.
Σκέψεις απόκρυφες και αισθήματα σκοτεινά και ενοχικά που τον συνοδεύουν σαν τη «σκιά» του και ντρέπεται να τα παραδεχτεί!
Το πάθος του τόσο υποκειμενικό που σημαίνει ότι για αυτή μπορεί να είναι αδιάφορο. Οι φαντασιώσεις του είναι ο καταλύτης που του ξυπνά αυτό το πάθος. Είναι οι στιγμές του ονείρου που αναζητούν να μετατρέπουν την επιθυμία σε ποθητή πραγματικότητα.
Η σκέψη της δεν ήταν πάντα μαζί του, αλλά την ποθούσε όταν αυτή εισέβαλε απρόσκλητη στο μυαλό του, με μια αίσθηση τρυφερότητας και αδιόρατης επαφής, όπως μια σκιά σ' ένα όνειρο. Και τότε ο πόθος, απελευθερωμένος, αφήνεται στην πιο αχαλίνωτη φαντασία σεξουαλικής ηδονής που προκαλείται στη σκέψη του, καθώς νοερά σκαρφαλώνει ηδονικά τους λόφους και κατρακυλά τις κοιλάδες και τις ρεματιές του κορμιού της.
Τα χρόνια μπορεί να πέρασαν από εκείνη την μακρινή εποχή, και παρά τη σταδιακή ωρίμανση και την φυσική φθορά, δεν έπαψε κάποιες στιγμές να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια της αθωότητας! Εκείνες τις αδιόρατες στιγμές ξυπνά το παλιό του πάθος, σαν μια σπίθα που δεν έσβησε ποτέ, έτοιμη να φουντώσει ξανά. Σαν εκείνο το βράδυ του καλοκαιριού.
Στην ερωτική του οπτασία την ξαναθυμάται σαν ποιητική απεικόνιση μιας φευγαλέας, νοσταλγικού ερωτικού οράματος, σε μια ανάπλαση στιγμών, που η μορφή της έρχεται και χάνεται, αφήνοντας μια αίσθηση μοναξιάς όταν το όραμα διαλύεται. Ξαναζωντανεύοντας τη στιγμή ο νους περιγράφει μια έντονη, μνημονική καταγραφή όπου το βλέμμα του ήταν εστιασμένο στον σαρκικό του πόθο και η σωματική της έλξη ήταν κυρίαρχη ως μια «απαγορευμένη επιθυμία.» Την παρατηρούσε με λαγνεία στο ημίφως της εσωτερικής κάμαρας, αυτή να κοιμάται αμέριμνα στο μονό της κρεβάτι και αυτός ξάγρυπνος  στήριζε το κορμί του στη κουπαστή της εσωτερικής πόρτας του δωματίου.
Τα  υγρά του μάτια είχαν καρφωθεί πάνω της με μεγάλη συναισθηματική ένταση. Την κοιτούσε σταθερά και διαπεραστικά με έντονο, εστιασμένο βλέμμα μαγεμένος από την παρουσία της, ρουφώντας κάθε της καμπύλη, κυριολεκτικά προσκυνώντας στον ναό του κορμιού της και μια φλόγα άναψε μέσα του, ένα είδος δόνησης παράγεται στην ψυχή του μέσω των παλμών τους οποίους η ημίγυμνη θέα της προκαλεί στις αισθήσεις του. Για πρώτη φορά δεν την κοιτούσε σαν τη μικρή έφηβη ξαδέρφη, αλλά σαν άντρας, σαν ένας έμπειρος με τις γυναίκες άντρας, με μια σπίθα λαγνείας στα μάτια του αισθανόταν αυτό το ανυπόφορο γαργαλητό που τον οδηγούσε σε νυκτερινή παρεκτροπή, και τον μετέφερε στην έκρηξη σεξουαλικής ευχαρίστησης. Το ανασηκωμένο νυκτερινό λευκό μεσοφόρι της αποκάλυπτε μέχρι επάνω τα χαριτωμένα καλλίγραμμα πόδια της, εύπλαστα τρυφερά, με αβρές καμπύλες. Εκείνη αναδεύτηκε κάποια στιγμή, τεντώνεται τόσο πολύ προς τα πίσω, παρασύροντας το μεσοφόρι της μέχρι επάνω από την μέση της, αποκαλύπτοντας την μικροσκοπική διάφανη κιλότα της, τα άρτια στρογγυλέματα των γοφών και του στήθους, στο στιλπνό της δέρμα, λες και την πλημμύρισε μια αίσθηση της παρουσίας του και θέλησε να συμμετάσχει, επιτρέποντας του να έχει μια χορταστική ματιά στον πόθο του. "Ίσως!!!!'
Βλέποντας έστω και αμυδρά στο χαμηλό φωτισμό, το αρχέγονο μυθικό αιδοίο, την πηγή της ηδονής και της ζωής εκεί εμπρός του, ζωντανό, ηδονικό, γυμνό, τον προκαλεί και τον προσκαλεί.
Είναι αυτό το θαύμα, η ηδονική απόλαυση που αισθάνεται στην θέα του, σα ν’ ανακαλύπτει ξαφνικά έναν ξεχασμένο παράδεισο. Θαρρείς πως ολόκληρο το εφηβικό κορμί της ήταν χτισμένο γύρω από αυτό τον τριχωτό, υγρό, τρυφερό - κόλπο!.
Η εικόνα του ημίγυμνου κορμιού της διεγείρει βασανιστικά το μυαλό του και τον ερεθίζει σεξουαλικά. Η επιρροή που ασκεί πάνω του, φουντώνει την ερωτική του επιθυμία διεγείροντας τις αισθήσεις του, ξεσηκώνει τον ανδρισμό του και κάνει το πέος του να σηκωθεί σε πλήρη στύση, σκληρό και άκαμπτο έτοιμο να εκραγεί. Στεγνός πυρετός τον έτρωγε. Τα μάτια φωτιά. Συνέχισε να την κοιτάζει και άναβε. Κρυφός πόθος και λαχτάρα. Απ’ τα μισάνοιχτα χείλη αφήνει να του ξεφύγει το βογκητό της ηδονής που διατρέχει το σώμα του καθώς βιώνει το ωκεάνιο συναίσθημα. Βρίσκεται σε έκσταση, στην φανταστική του συνουσία, σε έκσταση οργασμού, με την σεξουαλικότητα ακόρεστη και απελευθερωμένη, παίρνει στα χέρια του, ενεργητικά, την σεξουαλική του επιθυμία.
Ένας χείμαρρος από σπέρμα που χόρευε ξεχύθηκε γύρω του όπως η λάβα που ελευθερώνεται από την κορφή του ηφαιστείου.
Έχει, αυτό-ικανοποιηθεί.
Ένας αναστεναγμός!
Η ησυχία τον τρομάζει!

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Kalo Sou Taxidi File Mou!

Η προσωπική γνωριμία που ταυτόχρονα ήταν και επαγγελματική συνεργασία μας με το Στέλιο ξεκίνησε από το Γαλλικό εμπορικό λιμένα στη Μεσόγειο θάλασσα τη Σέτε - «Sète», γνωστή και ως Cette μέχρι το 1928. Στον λιμένα αυτό βρέθηκα για να ναυτολογηθώ σ’ ένα ποντοπόρο πλοίο μεταφοράς γενικών φορτίων (General Cargo).
Η «Σέτε» είναι μια μικρή πόλη στη Νότιο Γαλλία στην Μεσόγειο θάλασσα. Ένα αξιόλογο τουριστικό θέρετρο του γαλλικού νότου, που ο τουρισμός του είναι σημαντικός στην τοπική οικονομία.
Ξεχάστε την Κυανή Ακτή και τα πανάκριβα θέρετρα της Γαλλικής Ριβιέρας. Οι Κάννες, το Σαιν Τροπέ, η Νίκαια είναι κλασικοί προορισμοί του διεθνούς jet set, που ωστόσο απέχουν κατά πολύ από αυτό που θα λέγαμε ταξίδια-ανακαλύψεις και εναλλακτικοί προορισμοί, αναπάντεχα γοητευτικές γωνιές.
Αυτούς ακριβώς τους προορισμούς θα συναντήσετε στη δύση του Γαλλικού Νότου: Στην Προβηγκία και στις παρυφές των Πυρηναίων, εκεί όπου θα ανακαλύψετε τα πολλά διαφορετικά πρόσωπα της Γαλλίας: H Σέτε - «Sète»,  είναι μια κοινότητα στο τμήμα Hérault στην περιφέρεια Occitanie στη νότια Γαλλία. Οι κάτοικοί του ονομάζονται Sétois. Είναι γνωστή και ως η Βενετία του Languedoc και είναι ένα λιμάνι και ταυτόχρονα παραθαλάσσιο θέρετρο στη Μεσόγειο θάλασσα με δική του πολύ ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα, μακραίωνες παραδόσεις, τοπική εκλεκτή κουζίνα και ιδιαίτερη γλωσσική διάλεκτο. Είναι επίσης η πατρίδα καλλιτεχνών όπως ο Paul Valéry, ο Jean Vilar, ο Georges Brassens, ο Gregory Del Piero, ο Hervé Di Rosa, ο Manitas de Plata  και ο Robert Combas.
Η Πόλη είναι χτισμένη πάνω και γύρω από το λόφο του Mont St Clair και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό κομβικό σημείο μιας κλειστή λίμνης αλμυρού νερού που χρησιμοποιείται κυρίως για πεδία αναπαραγωγής στρειδιών και μυδιών. Στην εξωτερική πλευρά του λόφου βρίσκεται η Μεσόγειος θάλασσα και η πόλη έχει ένα δίκτυο καναλιών που συνδέουν την λίμνη  με τη Θάλασσα.
Τα παλαιά και νέα μέρη της πόλης χωρίζονται διακριτικά χωρίς υπερβολικές αλλαγές στη διάβα του χρόνου. Μια λεωφόρος επεκτείνεται κατά μήκος της ακτής του κόλπου, με πολυάριθμα εστιατόρια που προσφέρουν θαλασσινά εδέσματα . Τα όστρακα της περιοχής έχουν παγκόσμια φήμη. Η παράκτια περιοχή και ο κόλπος προστατεύονται από τις δυσμενείς κλιματικές αλλαγές, από τους ορεινούς όγκους, που εμποδίζουν ψυχρές αέριες μάζες, ισχυρούς ανέμους και καιρικά συστήματα από το Βορρά.
Ο κύριος λιμένας χρησιμεύει ως βάση για έναν αλιευτικό στόλο και για σκάφη αναψυχής καθώς συνδυάζει την επαγγελματική αλιεία με την τουριστική χρήση. Επαγγελματικά σκάφη παράκτιας αλιείας που ελλιμενίζονται μόνιμα, και τουριστικά σκάφη, ιστιοφόρα, θαλαμηγοί και μικρά σκάφη ιδιωτικής χρήσης βρίσκουν ασφαλές αγκυροβόλιο και ως λιμένας μεικτής χρήσης, εξυπηρετούσε τόσο την τοπική οικονομία μέσω της αλιείας όσο και τον τουρισμό. Η περιοχή αφθονεί στη καλλιέργεια των λουλουδιών, τους αμπελώνες, τους οπωρώνες, και τα άλση από ελιές και μουριές.
.... Στην εμπορική προβλήτα του λιμένα το πλοίο μας εκφόρτωνε ράθυμα σε καλοκαιρινό ρυθμό με την ηλιοφάνεια να χύνετε πέρα από τους λόφους και ο ουρανός τις ημέρες εκείνες είχε ένα τέλεια κενό φωτεινό μπλε. Φυσούσε μαΐστρος, άγριος και απείθαρχος κάποιες στιγμές με τα γύρω δέντρα να χορεύουν και να κάμπτουν, και όταν κόπαζε και ηρεμούσε άφηνε πίσω του το τοπίο με πλουσιότερα χρώματα και μεθυστικές μυρωδιές. Ήταν εκείνες οι στιγμές που ο άνεμος κόπαζε, το είδος του στιγμιαίου μετασχηματισμού που ο χρόνος μοιάζει να σταματά, οι αισθήσεις οξύνονται και βιώνεις μια έντονη ευγνωμοσύνη για την ύπαρξή σου. Είναι η στιγμή που η πραγματικότητα ξεπερνά τις προσδοκίες σου και νιώθεις πλήρης.
Ύστερα από μια κοπιαστική ημέρα, θεωρήσαμε ευκαιρία να απολαύσουμε τη γαλλική έκδοση της κακαβιάς τη φημισμένη γαλλική μπουγιαμπέσα (bouillabaisse), ένα πιάτο πλούσιο σε αρώματα και γεύση, που σίγουρα προσφέρει θαλπωρή όταν συνοδεύεται και μ' ένα φίνο λευκό γαλλικό κρασί. Το θερινό βράδυ ήταν αρκούντως ζεστό με μια ζέστη που ήταν αισθητή, ίσως και λίγο έντονη, αλλά όχι απαραίτητα δυσάρεστη, και μ’ έναν ουρανό καλυμμένο από λαμπυρίζοντα αστέρια. Καθίσαμε σε ένα από τα πολυάριθμα μπαρ και εστιατόρια που τοποθετούν τα τραπέζια τους έξω στην αμμουδιά για να απολαύσεις το δείπνο στη νυχτερινή ατμόσφαιρα.
Απέναντι μας στην ακροθαλασσιά μερικοί ψαράδες έβγαζαν με προσοχή από τις βάρκες κι άπλωναν πάνω στην άμμο τα δίχτυα τους για να στεγνώσουν. Μια διαδικασία απαραίτητη για τη συντήρηση τους μετά το ψάρεμα. Κινήσεις αρμονικές χιλιάδων χρόνων που γίνονταν σε μια κατάσταση απόλυτης φυσικότητας, και ενός ρυθμού αιώνων, όπου η δράση δεν απαιτεί συνειδητή προσπάθεια ή βία, αλλά ρέει αυτόματα. Κινήσεις που είναι ενσωματωμένες στη συλλογική μνήμη, απαλλαγμένες από το άγχος της σύγχρονης εποχής.
Τη παρέα αποτελούσαν ο Καπετάν Γιάννης με τη σύζυγο του που συνήθως ταξίδευε μαζί του. Ο καπετάνιος, ευγενική παρουσία, καλοσυνάτος, ευπρόσιτος και άνθρωπος χαμηλών τόνων. 
Γραμματικός ο καπετάν Κυριάκος επίσης με την σύζυγο του που είχε έλθει στον Γαλλικό λιμένα, ένας ψηλός άνδρας με μεγάλο ανοιχτό πρόσωπο και ελαφρώς ατημέλητα μαύρα μαλλιά, ένα πηγαίο χιούμορ να τον διακρίνει. Η Στέλλα, η ασυρματίστρια του πλοίου, Κεφαλλονίτισσα γυναίκα, αθώα σαν μικρό παιδί, μια όμορφη διακριτική και χαλαρωτική παρουσία. Ο Στέλιος ο δεύτερος μηχανικός, ο και «Στελάρας» όπως τον αποκαλούσαν χαριτολογώντας, ευφυολόγος, κοινωνικός, θορυβώδης, ολίγον χαοτικός, έκανε πάντα αισθητή την παρουσία του στην ομήγυρη αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να υποδυθεί τον ταπεινό. Είχε πολλά ποιοτικά στοιχεία ο έντονος χαρακτήρας του.
Και ο Παναγιώτης ο τρίτος μηχανικός από τα χωριά της Μάνης της Μεσσηνιακής, με χόμπι του την αστρολογία, προικισμένος με ικανότητα να μαντεύει το ζώδιο του καθενός και με ειδικότητα το ανατολίτικο παζάρι στις συναλλαγές στις αγορές του κόσμου.
Ήταν τόσο άνετα να είσαι μαζί τους στη παρέα. Μεγάλη σύμπτωση δε με το Στέλιο και τον Παναγιώτη ήμασταν ακριβώς συνομήλικοι.
Το κρασί ήταν εξαιρετικό, οι μνήμες έχουν ξεθωριάσει, μα η γεύση του ήταν ένα ευπρόσδεκτο κύμα ενέργειας να ποτίζει το κορμί σου. Έχει μείνει στη θύμηση μου. 
Στη συνέχεια του οδοιπορικού είχαμε ένα ακόμη μακρύ ταξίδι μπροστά μας. Ξεκινούσε από την Ταραγκόνα τον λιμένας φόρτωσης με προορισμό την άπω ανατολή. Πόλη και θαλάσσιος λιμένας στη βορειοανατολική Ισπανία, στη Μεσόγειο, στις εκβολές ποταμού. Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης έχει μια σημαντική συλλογή ρωμαϊκών αγαλμάτων, τα υπολείμματα ενός ρωμαϊκού αμφιθεάτρου, και ένα ρωμαϊκό υδραγωγείο.
Στη διάρκεια της φόρτωσης έγιναν ορισμένες εργασίες συντήρησης του πλοίου. Έμελλε να γίνει η πρώτη μας και μοναδική μου σύγκρουση με τον Στέλιο. Από τις εργασίες του προγράμματος μου παρέδωσε το κλείσιμο εργασίας που ήμουν σίγουρος ότι δεν είχε εκτελεστεί. Είναι ενέργεια που στο επάγγελμα μας είναι μη αποδεκτή. Τον κάλεσα και του ανακοίνωσα ότι δεν αμφισβητώ τις ικανότητες του αλλά τον παρακαλώ αυτό να μην ξανασυμβεί είναι πρώτιστα θέμα ασφάλειας τόσο δική μας όσο και του σκάφους. Η συνεργασία μας πρέπει να στηρίζεται στην ειλικρίνεια και την αμοιβαία υποστήριξη.
«Πρέπει απλώς να αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου, και όταν το κάνεις προσπάθησε αυτό να μην το ξεχνάς. Θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα.»
Στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Μόλις πέρασε την αρχική έκπληξη, τον ένοιωσα ότι ενοχλήθηκε, ότι του καταστρέφω τη καλή του εικόνα και αποχώρησε, ως μέσο διαμαρτυρίας! Σε σύντομο χρόνο επέστρεψε και μου παρέδωσε τη παραίτηση του για λόγους ευθιξίας.
Προσπάθησα να μη χαμογελάσω, την πέταξα στο καλάθι των απορριμμάτων και με μια καθοριστική παρέμβαση και συναινετική προσπάθεια να μπει ένα οριστικό τέλος σε μια δυσάρεστη στιγμή μας, τον έπεισα να μη το κάνει.
«Κλείσε αυτό το παράθυρο της σκέψης σου, το συμβάν έχει λήξει, και τα βραδινά ποτά θα τα πληρώσω εγώ.» Του λέω για να στρέψω τη συζήτηση σε κάτι ευχάριστο να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να απολαύσουμε το παρόν. Κύμα αγαλλίασης διαπέρασε το σώμα του, χαμογελούσε με το γνωστό μελαγχολικό του χαμόγελο, με εκείνο το χαμόγελο, που έχουν όλοι οι ευαίσθητοι, καλοσυνάτοι άνθρωποι, που ίσως έχουν βιώσει πόνο άλλα έχουν καλή καρδιά.
Ευπρόσδεκτα και ανώδυνα δέχτηκε τη πρόταση μου αλλά θα προτιμούσε αν συμφωνούσα να πάμε για χάμπουργκερ. Είχε μεγάλη αδυναμία στο είδος αυτό της διατροφής.
«Ακούγεται σαν μια πολύ ωραία, χαλαρή και ανώδυνη εξέλιξη! Αφού έχεις μεγάλη αδυναμία στα χάμπουργκερ, είναι η τέλεια ευκαιρία να βρούμε ένα καλό «burger house.» Η επιλογή σου δείχνει ότι θέλεις να περάσουμε καλά, χωρίς επισημότητες, εστιάζοντας στην παρέα και το καλό φαγητό. Ας πάμε να το απολαύσουμε λοιπόν.» Του είπα συμφωνώντας με την επιλογή του.
...Σύντομα το πλοίο αναχώρησε με προορισμό την μακρινή Άπω ανατολή, διασχίζοντας τη Μεσόγειο θάλασσα, τη διώρυγα του Σουέζ, και την ερυθρά θάλασσα. Με την έξοδο του πλοίου από την ερυθρά θάλασσα στον ινδικό ωκεανό τέλος Ιουλίου, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το νοτιοδυτικό τροπικό μουσώνα του ωκεανού γνωστός και ως θερινός μουσώνας που πνέει κυρίως από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο. Είναι  από τα πιο ισχυρά και καθοριστικά καιρικά φαινόμενα στον Ινδικό Ωκεανό, που επηρεάζει έντονα τη ναυσιπλοΐα και το κλίμα της νότιας Ασίας. Οι άνεμοι πνέουν από νοτιοδυτικά προς την ασιατική ήπειρο, θερμοί, υγροί και ασταθείς, με πολύ ισχυρές ριπές και συνεχείς, καταρρακτώδεις βροχές. Η βροχή στο πλοίο έπεφτε σαν μυριάδες ασημένιες λεπίδες και τον ουρανό σκοτείνιαζαν τα μουντά σύννεφα που αναδεύονταν σαν να κόχλαζαν. Τα κύματα της θάλασσας και ένας αέρας φονικός σβάρνιζαν το πλοίο και τα αστραπόβροντα δημιουργούσαν εφιαλτική ατμόσφαιρα που σου σμπαράλιαζε τα σωθικά. Σ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες, χαράξαμε πορεία νότια νοτιανατολικά για να αποφύγουμε την ορμή της θάλασσας και την πλευρική διεύθυνση των ανέμων, για δυο με τρεις ημέρες, μέχρι να επανέλθουμε στη κανονική μας πορεία ανατολικά.
Βόρεια του ωκεανού βρίσκονται οι χώρες που κατέκτησε ο Αλέξανδρος ο Μέγας στην ενδεκαετή εκστρατεία του τα προχριστιανικά χρόνια. Και ο Πλάτωνας κατέκτησε το κόσμο, όλο το κόσμο και μάλιστα ειρηνικά, χωρίς να γίνει μέγας.
Μετά από ένα ταξίδι δεκαπέντε ημερών από τον Κόλπο του Άντεν (Aden) με διέλευση μέσω των Στενών Μαλάκα φτάσαμε στο Κόμπε (Kobe), έναν από τους σημαντικότερους διεθνείς εμπορικούς λιμένες της Ιαπωνίας. Το λιμάνι βρίσκεται στον Κόλπο της Οσάκας, στο νοτιοδυτικό νησί Honshu. Πίσω από τη στενή παράκτια περιοχή της πόλης είναι τα δασώδη βουνά που περικυκλώνουν την πόλη με άφθονα φυσικά ρέματα, και καταρράκτες, και τα δέντρα που γεμίζουν λουλούδια την άνοιξη και ακτινοβόλο φύλλωμα το φθινόπωρο.  Βουνά στα οποία υπάρχουν θερμές πηγές, προαστιακές κατοικίες , ξενοδοχεία, πανέμορφοι κήποι να χρωματίζουν τους λόφους, τα θερμά υγρά καλοκαίρια, και τους κρύους χειμώνες, με μόνο περιστασιακές χιονοπτώσεις. Μια φύση επίγειος παράδεισος χρωμάτων και αντιθέσεων σας προσκαλεί να απολαύσετε την εκπληκτική ομορφιά της, να την περπατήσετε και να νιώσετε την απόλυτη ελευθερία στα καταπράσινα τοπία.
Είναι παροιμιώδης, μοναδική, η αγάπη του λαού της Ιαπωνίας στους κήπους και τα λουλούδια. Ένας παραδοσιακός ιαπωνικός κήπος είναι μια πανδαισία χρωμάτων. Το Νοέμβριο τα ανθεστήρια των χρυσάνθεμων είναι η περισσότερο φημισμένη γιορτή των πολυάριθμων ιαπωνικών φεστιβάλ λουλουδιών.
Είμαστε εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1980-1990 και η αγορά της Ιαπωνίας είναι παράδεισος που σου εξασφάλιζε ευκαιρίες για μοναδικές προσφορές σε ηλεκτρονικά είδη και προϊόντα νέας τεχνολογίας, μέχρι οικιακές συσκευές. Στη φημισμένη εμπορική οδό του Κόμπε την ιστορική Kobe Motomachi Shopping Street (Kobe Motomachi Shotengai), έναν από τους πιο φημισμένους και παλιούς εμπορικούς δρόμους του Κόμπε, δεν ήξερες πόσα καταστήματα υπήρχαν κατά μήκος του στεγασμένου αυτού δρόμου. Οι πωλητές στέκονταν ακριβώς έξω από την είσοδο για να προσελκύσουν περαστικούς επιφορτισμένοι με το καθήκον να δελεάζουν οποιονδήποτε να μπει μέσα. «Έχουμε τα καλύτερα προϊόντα κύριε, παρακαλώ περάστε μέσα.» Με σκοπό να κερδίσουν την προσοχή του πελάτη.
Μαγεύτηκε και παρασύρθηκε από την ιδιαίτερη αισθητική και ευγένεια που χαρακτηρίζει τις Ιαπωνέζες πωλήτριες; Πολύ πιθανό. Βρέθηκε να κουβαλά στο πλοίο ιαπωνική τεχνολογία αιχμής. Μια τηλεόραση 35 ιντσών, καθοδικού σωλήνα που λανσάρισε η SONY από τις πρώτες που κυκλοφόρησαν στην αγορά σ' αυτά τα μεγέθη την εποχή εκείνη. Η τιμή της εξωφρενική για τα πορτοφόλια μας.
«Στέλιο γιατί το αγόρασες αυτό το κοντέινερ;.» τον ρώτησα σε μια στιγμή προβληματισμού και απορίας για τι θεώρησα ότι το κόστος ήταν πολύ υψηλό για τα χρήματα που διάθετε και προτίθετο να ξοδέψει.
«Μάστορα ιαπωνική τεχνολογία, σχεδιασμός που εμπνέει, ποιότητα εικόνας, επένδυση για το μέλλον., Σκέφτομαι να ανοίξω μια καφετέρια στη πατρίδα και να την εγκαταστήσω εκεί.»
Δεν ήμουν πρόθυμος να αποδεχτώ επένδυση για το μέλλον, σε μια τεχνολογία που είχε ήδη ωριμάσει. Για μένα το άψυχο αυτό αντικείμενο ήταν σαν μια ομίχλη που έχει σχηματιστεί από την εφήμερη ομορφιά της και έχει μπει μπροστά στα μάτια του.
Ήταν κοινό μυστικό τα όνειρα του για μια νέα επαγγελματική αρχή εκεί πίσω στη πατρίδα που συνήθως επρόκειτο για μεγαλόπνοα σχέδια παρά για χειροπιαστές ενέργειες. Ο ναυτικός νοιώθει σαν ναυαγός που νοσταλγεί το νησί του, όπως ο Οδυσσέας όταν επέστρεφε και έβλεπε το καπνό πάνω από το σπίτι του στην Ιθάκη. Ο άνθρωπος και η θάλασσα έχουν μια περίεργη σχέση, εμποτισμένη με ρομαντισμό , περιέργεια και αγνοία πως ακριβώς λειτουργεί αυτό το σύστημα από το οποίο καταγόμαστε και όμως γνωρίζουμε τόσο λίγα για να το καταλάβουμε.
Στο ταξίδι επιστροφής του πλοίου για Ευρώπη μας φάνηκε πολύ χρήσιμη! Την στήναμε στο διάδρομο του γραφείου του τις βράδυνες ώρες και απολαμβάναμε ιαπωνική τεχνολογία, και υψηλή αισθητική εικόνα, σύσσωμο το πλήρωμα στη μεγάλη οθόνη της.
Ένα πρωινό Σαββάτου βρίσκω το Στέλιο έξω από τις αποθήκες τροφίμων του πλοίου με σύνεργα μαραγκού και αρκετή ξυλεία να κατασκευάζει ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο.
«Τι είναι αυτό Στέλιο:» τον ρωτάω.
«Λέω τώρα από την Ολλανδία να στείλω την τηλεόραση με φορτωτική στην Ελλάδα, και κατασκευάζω μια ασφαλή συσκευασία μη μου τη καταστρέψουν στη μεταφορά.»
Με μια πρώτη ματιά υπολόγισα τον όγκο του προς κατασκευή ξύλινου κιβωτίου, έριξα και ένα πλάγιο βλέμμα στην οροφή στο άνοιγμα που έπρεπε να το πάρει με το γερανό να το μεταφέρει στο κατάστρωμα διαπίστωσα ότι πολύ δύσκολα έως αδύνατο να μπορεί να το περάσει από το άνοιγμα. Του λέω με την ησυχία σου και προσοχή στη λεπτομέρεια αυτή κάνει τη διαφορά, και τον άφησα απερίσπαστο να συνεχίσει την κατασκευή του. Αφού παιδεύτηκε δυο τρεις ημέρες και μετά από αρκετή προσπάθεια η κατασκευή του ολοκληρώθηκε. Έρχεται απογευματινές ώρες στο γραφείο μου, έδειχνε κουρασμένος, συνοδευόμενος από μια αίσθηση ότι το νευρικό του σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση συνεχούς συναγερμού. 
«Το ήξερες από την αρχή.» Μου λέει μ' ένα αίσθημα απογοήτευσης, υπονοώντας το γνώριζα και ότι έκανα πως δεν ήξερα και ίσως με παράπονο «γιατί δεν μίλησες νωρίτερα;» ή «γιατί με άφησες να φτάσω ως εδώ;»
«Τελικά αυτός ο καιρός και η διαβολεμένη υγρασία και η ζέστη που λειτουργεί σαν καταλύτης φέρνει στην επιφάνεια τα χειρότερα ελαττώματα του χαρακτήρα μου.  Μη δίνεις σημασία είναι κάτι προσωρινό. Μόλις αλλάξει ο καιρός, θα μαλακώσει και ο χαρακτήρας μου!» Του λέω γελώντας για να σπάσει η ένταση της στιγμής και να τον βοηθήσω να μην βλέπει το πρόβλημα του ως βουνό και ότι είμαι δίπλα του με ενδιαφέρον και όχι με κριτική διάθεση.
Με κοιτούσε καταπρόσωπο με τα μάτια του ορθάνοιχτα και συννέφιασε σαν σχολιαρόπαιδο που άργησε να ετοιμάσει τα μαθήματα του. Μια σκέψη μου ήρθε, ούτε ξέρω από πού, απλώς μόνο συνειδητοποίησα, το πρόβλημα δεν ήταν το κιβώτιο. Ίσως αυτό ήταν προσωρινή λύση να κρατά το μυαλό του απασχολημένο. Κάποια δύσκολα προβλήματα πίσω στη πατρίδα τον βασάνιζαν και ήθελε να σπάσει τη σιωπή του και να μοιραστεί κομμάτια από τις σκέψεις του. Ήταν αναστατωμένος όταν άρχισε να μου μιλάει για τα προβλήματα του και τους φόβους του. Τον παρακολουθούσα στον γρήγορο λόγο του και την πληθώρα των σκέψεων του που σαν το τρένο με τα πολλά βαγόνια αγκομαχά να περάσει το βουνό. Είχα καταλάβει πως για κάποιους πολύ ιδιαίτερους οικογενειακούς, λόγους είχε αρχίσει και φόρτωνε τον εαυτό του με περίσσιο άγχος, και ξόδευε ενεργητικότητα στην εργασία πέρα από το συνηθισμένο. 
Φτάσαμε στο Ρότερνταμ και η τηλεόραση αναχώρησε για Ελλάδα στην συσκευασία αγοράς, και χάσαμε την βραδινή μας ψυχαγωγία στο διάδρομο .
«Από όπου περνά ο πολιτισμός αφήνει πίσω του σκουπίδια Στέλιο γι’ αυτό μη στενοχωριέσαι για το κιβώτιο που θα καταλήξει σ’ αυτά.»
Επόμενος σταθμός φόρτωσης είναι μια προβλήτα μακριά από κατοικημένες περιοχές σε ένα νορβηγικό φιόρδ, το Sognafjorden. Θα φορτώσουμε πορσελάνη ένα υλικό που χρησιμεύει στη βιομηχανία εξόρυξης υδρογονανθράκων.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Νορβηγίας τα φιόρδ στις βαθιά χαραγμένες ακτές. Τα πιο θεαματικά φιόρδ είναι στη δύση, όπου τα βουνά κατεβαίνουν απότομα στη θάλασσα. Περισσότερα από 150.000 νησιά προστατεύουν την ακτή σαν πύλες στα φιόρδ από τους θυελλώδεις καιρούς του αρκτικού ωκεανού και παρέχουν εσωτερικά κανάλια που είναι εντυπωσιακά ήρεμα.
….. Sognafjorden, μια πολύ μακριά και στενή εγκοπή στην ακτή της νοτιοδυτικής Νορβηγίας, που επεκτείνεται στο εσωτερικό για μία απόσταση 204 χιλιόμετρα. Είναι το μακρύτερο φιόρδ στη Νορβηγία στη μέση ενός τραχιού και θαυμάσιου τοπίου. Τα βουνά κάθετοι τοίχοι ανέρχονται σε ένα ύψος 1.500 μέτρα. Η είσοδος του είναι βόρεια του Μπέργκεν. Στο νορβηγικό βορρά το καλοκαίρι είναι ένας χείμαρρος ψευδαισθήσεων.
Η είσοδος με το πλοίο στο φιόρδ είναι εικόνες που προβάλλονται τέλεια στον ορίζοντα που ορίζεται από καθαρές γεωμετρικές φόρμες που χαρίζουν δυναμισμό. Η ατμόσφαιρα διαυγής και ο Ήλιος είχε σχεδόν λιώσει το χιόνι στις κορυφές. Τα βράδια ένα καταπληκτικό βόρειο σέλας και μένεις με το στόμα ανοικτό πριν να θυμηθείς να το κλείσεις, βλέποντας το νυκτερινό ουρανό να φωτίζεται να βάφεται με τα χρωματιστά φώτα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν μαγεύτηκε από τον έναστρο ουρανό. Πόσοι από εμάς δεν πέρασαν ώρες μετρώντας τα αστέρια γεμάτοι απορία και δέος για το μυστήριο κόσμο εκεί έξω στο σύμπαν. Τα μόνα όρια εδώ είναι τα όρια του οράματος.
Με το Στέλιο είχα πλέον μια προσλαμβάνουσα αίσθηση ότι προσπαθούσε να βάλει μια τάξη σε μερικές πλευρές της ζωής του, και οι προϋποθέσεις όταν ιδανικές δεν είναι, δεν ξέρεις τι μπορεί να σου ξημερώσει. Υπήρχε τελευταία μια αφύσικη υγρασία στη φωνή του που την αλλοίωνε. Σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και με την υγεία του. Αυτό έκανε το φίλο μας συντρίμμια και ναυάγιο περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Τότε ήταν που ανησύχησα. Αμηχανία έμοιαζε θρονιασμένη ανάμεσα μας. Δεν ήξερα πως θα μπορούσα να βοηθήσω. Αντιλαμβανόμουν ότι εμφορείται απ' ένα συναίσθημα που νιώθεις κάποιες φορές υπό την επήρεια εξαντλητικής δουλειάς, και θέλεις να τα παρατήσεις και να φύγεις, να πάρεις μια ανάσα. Να βγάζεις το κεφάλι πάνω από την επιφάνεια του νερού. Έδειχνε σημάδια απαισιοδοξίας.
«Στέλιο βαθιές ανάσες και πίεσε τον εαυτό σου να κάνει υπομονή. Όταν όλα μοιάζουν να είναι ανάποδα , θυμήσου ότι το αεροπλάνο απογειώνεται κόντρα στον άνεμο και όχι με τον άνεμο στην ουρά. Από εσένα εξαρτάται μπορείς να πιστέψεις ότι τελικά θα τα καταφέρεις. Ο απαισιόδοξος είναι έρμαιο της μοίρας και παραδίδεται, η αισιοδοξία είναι εκούσια επιλογή, είναι τρόπος ζωής.»
Αποφασίσαμε ότι έπρεπε να φύγει, για τη πατρίδα. 
Ένα ταχύπλοο τον μετέφερε στο Μπέργκεν. Τις στιγμές πριν την αναχώρηση έδειχνε αρκετά νευρικός και μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο μου έλεγε πως στενοχωριόταν πολύ που με άφηνε πίσω χωρίς δεύτερο μηχανικό. Ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε, γιατί στη ζωή ποτέ δεν μπορείς να προσδιορίσεις επακριβώς τη ροή των γεγονότων.
....Τον συνάντησα κάποιους μήνες αργότερα πίσω στην πατρίδα. Ηταν ευδιάθετος και ιδιαίτερα χαρούμενος που συναντηθήκαμε! Με εντυπωσίασε ευχάριστα και πέρα από κάθε προσδοκία η ζωηρή παρουσία του. Τον ένιωθα πως βρισκόταν σε μια υγιή σωματική ενέργεια και ψυχική διάθεση, απαλλαγμένο από εκείνο το επίμονο σύνδρομο του άγχους που τον είχα συνηθίσει. Ηταν λες και μια θετική αλληλεπίδραση είχε γυρίσει στον εσωτερικό του κόσμο ένας ηλεκτρικός διακόπτης και επανήλθε το ενεργειακό ρεύμα τροφοδοσίας, μετά από μια διακοπή. Ηταν ευχάριστο το συναίσθημα που τον έβλεπα έτσι.
Αμφιταλαντευόταν, εάν έπρεπε να αποφασίσει να παρακολουθήσει το γνωστό επίπονο κύκλο μαθημάτων στο ΚΕΣΕΝ για να αποκτήσει και αυτός επιτέλους το δίπλωμα του πρώτου μηχανικού. 
Τον παρότρυνα και τον ενθάρρυνα με θέρμη να ξεπεράσει όποιους δισταγμούς του ενισχύοντας τη διάθεσή του για προσπάθεια. «Στέλιο η κορυφή χρειάζεται κάτι παραπάνω από θέληση. Χρειάζεται δύναμη, πολλή δύναμη, γιατί έχει θέση μόνο για έναν.»
Δεκαπέντε χρόνια αργότερα πρώτος μηχανικός πλέον, έμαθα πως τον πρόδωσε η καρδιά του. Άφησε την τελευταία του πνοή επάνω σε πλοίο, ταξιδεύοντας στα μακρινά νερά της Άπω Ανατολής. Μόλις που είχε κλείσει την πέμπτη δεκαετία της εφήμερης ζωής του.
Ο σοφός βοσκός παππούς μου, έλεγε.
«Μην σας ξεγελούν οι όμορφες καλοκαιριάτικες μέρες, ούτε οι γαλανοί ασυννέφιαστοι ουρανοί, ούτε τα έντονα πράσινα χρώματα, ούτε τα μονοπάτια του φωτός ανάμεσα στα δένδρα.»
Ήξερε καλά τι κρυβόταν κάτω ακριβώς απ’ τη μαγευτική μεγαλοπρέπεια τους. Οι νεκροί που γίνονταν σκόνη.
...
Καλό σου ταξίδι φίλε μου! Για κατευόδιο, δεν κουνάω το μαντήλι μου. Αυτά είναι για αταξίδευτους στεριανούς.
« …..…Μον’ άνοιξε τα άσπρα πανιά……
Στου βοριά την πνοή το πλοίο σου θ’ αρμενίσει….
Εν’ ακρογιάλι θα φανεί με βράχια γύρω και πυκνά της Περσεφόνης δάση….
Εκεί απ’ τον άπατο ωκεανό ν’ αράξεις το καράβι…………….»

 
Web Informer Button