.....Από την αρχή της άνοιξης του 1958 με την αφύπνιση των ζώων από τη χειμερία νάρκη και την επιστροφή των αποδημητικών πουλιών, ο Αλκιβιάδης σαν μεγαλύτερος από τα παιδιά κάτι είχε υποψιαστεί ότι οι γονείς του ετοιμάζουν κάτι ξεχωριστό, ότι ετοιμάζουν την οικογένεια για ταξίδι χωρίς επιστροφή χωρίς ωστόσο να γνωρίζει λεπτομέρειες. .

Η Ημέρα της Αναχώρησης.....
Σαφείς οι προθέσεις του πατέρα πως κάτι προετοιμάζουν! Τα σημάδια του φευγιού δεν είναι τυχαία και οι ενέργειες του είναι αρκετά ξεκάθαρες, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για τον Αλκιβιαδη ότι σχεδιάζουν κάτι συγκεκριμένο με μια συστηματική, οργανωμένη και προσεκτική διαδικασία υλοποίησης με τη μητερα τους! Οι σχεδιασμοί τους γίνονται αντιληπτοί από τις πράξεις τους.
Μια βιασύνη, όπως γίνεται όταν ετοιμάζεσαι για ταξίδι. Ένα ασταμάτητο πήγαιν' έλα του πατέρα. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Στην καθημερινότητα του ο χρόνος έμοιαζε να λιγοστεύει και το μυαλό του να τρέχει στις λεπτομέρειες. Τα κτηματάκια τους, οι κόποι και ο ιδρώτας του, με τη σκληρή χειρωνακτική του εργασία, επάνω που άρχισαν ν' αποδίδουν καρπούς, για την εξασφάλιση των αναγκαίων ώστε η φαμίλια τους να μη στερείται τα αναγκαία εφέτος την αφοσίωση τη φροντίδα που απαιτείται για να καρποφορήσει η γη τους δεν την έδειξε επαρκώς.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια που ειχαν αποκτήσει αυτά τα κτηματάκια τους. Για να τ' αποκτήσει ο πατέρας χρειάστηκε πολύς κόπος, σκληρή προσωπική δουλειά και ένα μικρό αγροτικό δάνειο, που ακόμη το χρωστούσε στην αγροτική - ληστρική - τράπεζα, από τις πρακτικές ανατοκισμού που διόγκωναν τα χρέος του, καθιστώντας-το δυσβάσταχτο, με αποτέλεσμα να το «χρωστάει ακόμη» παρά τις όποιες καταβολές του. Μα και οι ελάχιστες σοδειές ήταν εποχιακές και τα λίγα ζωντανά που είχαν δεν μπορούσαν να ταΐζουν ολόκληρο το σπιτικό, σε τακτική βάση, περισσότερο απ' ό,τι το έκαναν ήδη. Και μία μικρή επένδυση στο ελαιοτριβείο του οικισμού που εξακολουθούσε να φέρνει κάποια κέρδη κάθε χρόνο τα έσοδα δεν ήταν ικανοποιητικά όσο η φαμίλια μεγάλωνε. Το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκούσε για να καλύψει τις αυξανόμενες ανάγκες της οικογένειας.Και όταν έπαιρνε να βραδιάζει ο πατέρας σε μια σκηνή νοσταλγίας και αποχωρισμού ατένιζε το βίος του από απέναντι. Καθισμένος μπροστά από τον Ναό του Αγίου Παντελεήμονα αγνάντευε από απόσταση το τοπίο για το λόγο ότι τα χωράφια που βρίσκονταν στον απέναντι λόφο τους ανήκαν και η φύση γύρω του, του φαινόταν πολύ θλιμμένη. Οι αιμασιές από τις φραγκοσυκιές κλείνουν τη γη τους από πάνω προς τα κάτω σαν γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε πεζούλα, και από από το λόφο μέχρι τη ρεματιά, του φαίνονταν να είναι τα σύνορα του κόσμου τους. Βιώνει μια βαθιά θλίψη και μελαγχολία, κάνοντας ακόμα και το τοπίο να του φαίνεται σκοτεινό, βουβό, «θλιμμένο» και συμμετέχει στο δράμα του. Το καμίνι για τα ξυλοκάρβουνα ένα έργο υπομονής, που είχε κατασκευάσει ο ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια με μια παραδοσιακή μέθοδο, με υπομονή και κόπο, πέρα εκεί στη γερτή πλαγιά της «Πάνω Λάκας» είχε ήδη διαβεί ο Μάρτης και ούτε που το έστησε για να ενισχύσει το λιγοστό εισόδημα τους.
Φτωχή και άνυδρη η γη τους και λίγη στο μερτικό τους, δεν επαρκούσε για την επιβίωση τους. Η καλλιέργεια της ήταν πράγματι μια πρόκληση, αλλά όχι ακατόρθωτη. Η άνυδρη καλλιέργεια της δεν ήταν απλώς μια λύση ανάγκης, αλλά μια βιώσιμη μέθοδος που αξιοποιούσε τη σοφία των προηγούμενων γενεών. Όμως αδυνατούσε να τους θρέψει και να τους χαρίσει μια ζωή σύμφωνη μ' εκείνη που ο καθείς φτιάχνει στα όνειρα τους. Εκεί στην απομόνωση της επαρχίας, τους έλειπαν τα απαραίτητα που κάνουν την ζωή του ανθρώπου ποιο ανεκτή, εκεί που οι άντρες και οι γυναίκες ζούσαν τη σκληρή πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου, παλεύοντας να ζήσουν τις οικογένειες τους, αυτή η πραγματικότητα αποτελούσε τη βασική αιτία για το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης. Έφευγαν εργάτες στις πολιτείες και στα καράβια, στα φορτηγά και στα πετρελαιοφόρα, να βρουν την τύχη τους. Αυτά σκέφτεται κι ο πατέρας και του αποτυπώνεται η αγωνία και η ανάγκη για αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής μακριά από τον τόπο γέννησης τους και ελπίζει στη βοήθεια του Θεού για καλύτερες μέρες.
.. Καθώς τα πρώτα χρόνια από τον ερχομό τους στο φτωχό οικισμό πέρασαν η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος άρχισαν να το συζητούν και όσο περισσότερο το συζητούσαν, τόσο περισσότερο συμφωνούσαν ότι το χωριουδάκι τους δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που είχαν γεννηθεί στις γύρω περιοχές από παλιά ούτε τα παιδιά τους. Η ιδέα του Κλέαρχου να μεταναστεύσουν στριφογύριζε καιρό στο μυαλό του, όμως όλο και το ανέβαλε, το ανέβαλε, ποιος ξέρει αν από φόβο για το άγνωστο η από αναποφασιστικότητα. Πέρασε άγρυπνες νύχτες να το σκέπτεται, να δώσει κουράγιο στον εαυτό του να μην δειλιάσει όταν ορίσει τη μέρα της αναχώρησης.
Είδε κι απόειδε ο πατέρας πως προκοπή στο χωριό δεν υπήρχε ούτε γι' αυτόν, ούτε για την φαμιλιά τους και πήρε τη μεγάλη απόφαση. «Αργά η γρήγορα όλα φτάνουν σε τούτη τη ζωή.» Σκέφτηκε.
Στο τέλος εξέφρασε την επιθυμία στον αδελφό του, εάν έβρισκε δουλειά στην πολιτεία. Η απασχόλησή του στη χέρσα και άνυδρη γη δεν του άρεσε ήταν μια ταπεινή και κοπιαστική δουλειά, του έτρωγε τα νιάτα χωρίς αντίκρυσμα. Όχι ότι αγαπούσε ιδιαίτερα και με ζήλο τη φιλόπονη ζωή βέβαια, μα δεν έπαυε όμως να είναι άντρας και αρκούσε η σκιά του για να προστατεύει ακόμη την οικογένεια του.
Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τους φόβους του και τις αμφιβολίες του για το αν αυτή η κίνηση ήταν η καλύτερη, μα αυτούς τους φόβους τους περιόριζε η ανέχεια, οι λιγοστοί πόροι, η έλλειψη επιλογών και εργασίας στον τόπο τους. Υπήρχαν και οι φήμες που διαδίδονταν. «Οι Πολιτείες έχουν ευκαιρίες. Εκεί βρίσκεις εύκολα δουλειά. Εκεί που τρως το ψωμί σου με βούτυρο.» Και επήρε την απόφαση να ξενιτευτούν για ένα καλύτερο μέλλον που έμοιαζε δεδομένο. Υπήρχε και ο αδερφός του, πού 'ταν παντρεμένος εκεί, κάπως μια γωνία θα 'βρίσκε να τους βοηθήσει στο ξεκίνημα. Είχε ακούσει βέβαια κι από άλλους συγχωριανούς, πως στην πολιτεία χαμένος δεν έμενε κανείς. Ρώτησε o πατέρας του για περισσότερες λεπτομέρειες, ξαναρώτησε τα ζύγισε, τ' αποφάσισε. Και όταν το απεφάσισε γρήγορα σαν αστραπή έγιναν όλα.. Ξεκίνησαν ετοιμασίες για την αναχώρηση στη Λαμία. Με το όνειρο να γευτούν κι αυτοί τα αγαθά της μεγαλούπολης. Χρήματα βέβαια δεν υπήρχαν, ούτε τα χρήματα του εισιτηρίου. Αλλά αφού το αποφάσισε για όλα υπήρχε λύση. Κάποιοι θα του έδιναν το ποσό που χρειαζόταν αν τους υπέγραφε την παραχώρηση τής όποιας περιουσίας ή του σπιτιού τους στο χωριό.
Πούλησε και την μικρή οικία τους με τον όμορφο φούρνο, κι από κοντά και το κτηματάκι δίπλα στο φούρνο με τις αγκινάρες πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από την μικρή λιμνούλα. Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά και απέραντη ήταν εκείνη που ένιωθε στα στήθια του ο Αλκιβιάδης γι’ αυτό το μικρό περιβόλι, με τα λίγα δέντρα στα σύνορα του. Όλα για ένα κομμάτι ψωμί βέβαια, για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία. Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, που τα παρέλαβε.
Η μέρα αναχώρησης τους έφτασε. Είχε φτάσει η στιγμή! Όλα ήταν έτοιμα. Τελικά με πόνο ψυχής πούλησαν και το τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας τους το κτήμα με τις ελιές, εκεί στο μάτι της ρεματιάς στου Μεϊμέτ-αγά ίδιο με την καρδιά που χτυπούσε στο στήθος τους. Ζούσαν από αυτό.
...... Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι αναγκαστικά αρχίζει με ένα απλό πρώτο βήμα. Είμαστε στο καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ και το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης στην Ελλάδα την περίοδο αυτή είναι στο ζενίθ. Ο ξεριζωμός από την ύπαιθρο από τα γονικά εδάφη, η αστυφιλία, εξακολουθεί να πιέζει την καρδιά κάθε Λάκωνα, αδιάφορο αν κατοικούσε σε πλούσιους κάμπους και δασωμένα βουνά, η σε πτωχή και χέρσα γη.
Και έφευγαν με τα καράβια τα γεμάτα νέους και νέες που είχε σαν αποτέλεσμα την ερήμωση των χωριών και την υπερδιόγκωση των μεγάλων αστικών κέντρων προς αναζήτηση σταθερής και μόνιμης εργασίας καθώς και η υπόσχεση των πόλεων για μια καλύτερη ζωή.
........Σήμερα οι μνήμες των πρώτων παιδικών του χρόνων ξυπνούν, έρχονται σαν κύματα και πλημμυρίζουν τις σκέψεις του. Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει, ξαναγυρίζει πάλι και πάλι o τόπος του μέσα στα όνειρά του και νοσταλγεί μελαγχολικά εκεί που περπάτησε τα πρώτα βήματα του. Ταυτόχρονα μετρά τα πεπραγμένα της ζωής του, που ακολουθούσε το δρόμο της ξενιτιάς και άνοιξε νέους ορίζοντες.
Ο σοφός παππούς του όπως πάντα με το χαμόγελο στα χείλια, συγκαταβατικός και γαλήνιος έλεγε. «Γιε μου τα στάσιμα νερά βρομίζουν».
Η Ημέρα της Αναχώρησης.....





'







