ADS

click to open

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Danae

...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
.........«Σε ευχαριστώ, Νικηφόρε... Το εκτιμώ πραγματικά που αναλαμβάνεις τον κόπο,» του ψιθύρισε η Φαίδρα.
Η φωνή της τον άγγιξε σαν ζεστή, πυκνή σοκολάτα, διαπερνώντας τον με ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης βρέθηκαν στην παλάμη του, βαριά από την ευθύνη της αποστολής. Λίγο αργότερα, οι γυναίκες έφυγαν με προορισμό το ορεινό χωριό, συνδυάζοντας την υποχρέωση με την επίσκεψη στην ηλικιωμένη μητέρα της Φαίδρας και τη συμμετοχή τους στον απογευματινό εσπερινό.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος πίσω, με τα κλειδιά να κρυώνουν στην τσέπη του και το σπίτι να βυθίζεται σε μια προσμονή που μύριζε βροχή και αδιευκρίνιστο κίνδυνο.
Στέκοντας μόνος στην αυλή, παρακολούθησε το αυτοκίνητο να χάνεται στον χωματόδρομο αφήνοντας πίσω του μια αχλή από σκόνη. Με την αποχώρηση των γυναικών, το τοπίο βυθίστηκε σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή, γεμάτη μόνο από τους ήχους της φύσης και του κόλπου. Τα κλειδιά στην παλάμη του κρατούσαν ακόμα τη θερμοκρασία της Φαίδρας.
Πλησίασε το θηριώδες δίτροχο στη σκιά της βεράντας, το ατσάλινο αποτύπωμα του απόντος συζύγου. Καθώς πέρασε το πόδι του πάνω από τη σέλα και γύρισε τη μίζα, το βαθύ, βραχνό μούγκρισμα του κινητήρα έσπασε την ησυχία, δονώντας το σώμα του και δίνοντας το σύνθημα για μια νύχτα χωρίς επιστροφή.
Προτιμώντας τη θορυβώδη και τα πειράγματα της παρέας της στην καφετέρια του χωριού, η Δανάη είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τις μεγαλύτερες στην εκκλησία. Τα θρησκευτικά τελετουργικά ποτέ δεν την άγγιζαν πέρα από τα τυπικά της παράδοσης.
Όταν όμως η ώρα έφτασε, πέταξε μια γρήγορη δικαιολογία στις φίλες της για ένα επείγον «ραντεβού στο σπίτι» και μια δήθεν αγγαρεία, να υποδεχτεί τον Νικηφόρο και να τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τη μηχανή του πατέρα της στην αποθήκη. Κανείς στην παρέα δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Εκείνη όμως ήξερε ακριβώς τι παιχνίδι άρχιζε να παίζεται.
....Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος με τη μηχανή και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής. 
Ένα μωρό super-sexy. Ο θησαυρός της άγουρης της νιότης, στα δεκαεννέα της χρόνια, ψηλή, καστανό-μελαχρινή και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα.«Αχ! τα νιάτα!» θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε. 
Τα μάτια της, ιριδίζοντα, αστραφτερά, πλαισιωμένα από μακριές, γυριστές βλεφαρίδες που δεν σταματούσαν να γελούν, ήταν σκέτη πρόκληση. Ένα κολασμένο πλάσμα, φτιαγμένο για να γκρεμίζει βεβαιότητες, να διαλύει οικογένειες και να σε στέλνει στην κόλαση με εισιτήριο διαρκείας.
Καθώς την αντίκρισε, ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος, με το πρόσωπό του να προδίδει την απόλυτη έκπληξη και μια βαθιά, ηδονική ζάλη.
Κάτω από το απογευματινό φως, η Δανάη έδειχνε ασύλληπτα γοητευτική. Τα γκρίζα της μάτια, γεμάτα πράσινες και γαλάζιες ανταύγειες σαν πολύτιμα οπάλια, άλλαζαν χρώμα και διάθεση, αιχμαλωτίζοντάς τον ολοσχερώς.
Με εκείνο το ναζιάρικο μουτράκι, τη σκανταλιάρικη μύτη και το κορμί ψηλής θεάς δεκαεννιά χρονών, η Δανάη ήταν ένας ακατανίκητος πειρασμός. Ο Νικηφόρος πάγωσε, μαγνητισμένος από τα οπάλια μάτια της που έπαιζαν με το φως του δειλινού. Κάθε λογική υποχρέωση, μηχανές, αποθήκες, χωριό, κατέρρευσε μπροστά στην πρωτόγονη ορμή του πόθου.
«Είσαι η πιο επικίνδυνη φωτιά αυτού του τόπου, μικρή...,» ψιθύρισε βραχνά, αφήνοντας τα χειριστήρια να  γλιστρήσουν από τα δάχτυλα του. 
Η Δανάη τον κοίταξε με θριαμβευτικό, αρπακτικό βλέμμα. Η προσμονή την έκαιγε· ήθελε να ορμήσει πάνω του, να τον αρπάξει από τον λαιμό και να τον σύρει στα σκοτεινά ενδότερα της αποθήκης. Γιατί μέσα της, σαν μόνιμος, εξοντωτικός ρυθμός, χτυπούσαν οι μνήμες από τις κρυφές νυχτερινές κραυγές της Νεφέλης, εκείνες οι αχαλίνωτες στιγμές ηδονής που είχε ακούσει από τον διπλανό τοίχο και τώρα απαίτησε να ζήσει στο πετσί της.
Τη χθεσινή νύχτα, οι ώρες είχαν κυλήσει βασανιστικά για τη Δανάη. Στο σκοτάδι του δωματίου της, το μυαλό της είχε γίνει θέατρο ακολασίας, αναπαριστώντας λεπτό προς λεπτό πώς ο Νικηφόρος κατέκτησε τη Νεφέλη, αφήνοντάς την να ουρλιάζει από ηδονή. Εκείνη, μόνη και παγωμένη στα σκεπάσματα, ξεχείλιζε από μια ακόρεστη δίψα να γευτεί την ίδια φωτιά, με το στήθος της να σπαρταρά από προσμονή.
Το αγόρι της, παρά την εξωτερική του ομορφιά, αποδεικνυόταν ανίκανο να αγγίξει τα βαθύτερα, άγρια ένστικτά της, ήταν πολύ μαλακός, πολύ προβλέψιμος. Η Δανάη λαχταρούσε έναν άντρα άγριο, έτοιμο να την υποτάξει και να την ξεσκίσει στο κρεβάτι. Και ο Νικηφόρος στεκόταν τώρα μπροστά της σαν η απόλυτη, ζωντανή απάντηση στις πιο βρόμικες φαντασιώσεις της.
Οι σκέψεις της για το τι επρόκειτο να κάνει με τον Νικηφόρο έκαναν το σώμα της να φλέγεται. Μπροστά στην προσδοκία αυτής της συνεύρεσης, το αγόρι της φάνταζε μια θλιβερή, ανώριμη ανάμνηση, ανίκανο να τιθασεύσει το πυρακτωμένο κορμί της.
Αποφασισμένη να πάρει τα ηνία, η Δανάη ξεπρόβαλε από τη γωνία με αέρα αρπακτικού, τα καστανά της μαλλιά να ανεμίζουν και τις φακίδες της να πολλαπλασιάζουν τη σκανδαλιάρικη γοητεία της. Με τις γυναίκες να βρίσκονται ήδη καθ' οδόν στην εκκλησία, το σκηνικό ήταν έτοιμο.
«Κάποιος έπρεπε να σε καθοδηγήσει στα διαδικαστικά της μηχανής, δεν νομίζεις; του είπε με πονηρό υπονοούμενο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, καταλαβαίνοντας αμέσως πως το «ραντεβού» που επινόησε δεν είχε καμία σχέση με σίδερα και αποθήκες.
«Για λέγε, Δανάη... Πού προτείνεις να την αφήσουμε για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα την ενοχλήσει κανείς;»
Ακίνητη, με το πηγούνι ψηλά, η Δανάη άφησε το βλέμμα της να κατέβει αργά και προκλητικά στο σώμα του, προδίδοντας την απόλυτη γνώση της επίδρασης που είχε πάνω του.
«Εκεί που δεν θα μας βλέπει ψυχή...», πέρασε από το μυαλό της, θυμίζοντας τις μυημένες συμβουλές της φίλης της για τα μυστικά καταφύγια της αποθήκης και το απαραίτητο κλείδωμα από μέσα.
«Μην κατεβαίνεις από τη μηχανή, κύριε Νικηφόρε...» είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά. Έχω μια τελευταία εξυπηρέτηση να σου ζητήσω, κι ελπίζω να μην αρνηθείς.
Η φωνή της ακούστηκε γλυκιά, σχεδόν αθώα, αλλά τα μάτια της πρόδιδαν όλο το πονηρό παιχνίδι που είχε στήσει στο μυαλό της. 
Ο Νικηφόρος έμεινε πάνω στη σέλα της βαριάς μηχανής, με το μοτέρ να σιγομουγκρίζει, και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψεύτικη συγκατάβαση των λόγων της και στη γυμνή, προκλητική πραγματικότητα του κορμιού της τον τρέλαινε. Το ύφασμα του t-shirt της είχε κολλήσει πάνω στις ορθωμένες θηλές της, μια αδιαμφισβήτητη υπογραφή της καύλας της που τον καλούσε ανοιχτά σε μάχη.
Το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο της αυλής και ξεκινά να σχεδιάζει με σκοπό να του στείλει ορατά σήματα, που να του αρέσουν. Να του στείλει σήματα από αυτά που πυροδοτούν το ανθρώπινο σώμα στο αρχικό στάδιο την επιθυμία. Σκύβει ότι τάχα μου κάτι της έπεσε, ψάχνει και κάνει πως δεν το βρίσκει. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι ενωμένα και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. 
Ψάχνοντας στριφογυρίζει στη θέση της με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ακόμη καβάλα στη μηχανή ακριβώς πίσω της χαμηλά στην είσοδο της αυλής και σε κάποια σχετική απόσταση..
«Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρρρροοό μου!!!!» Μονολόγησε ο Νικηφόρος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα.
Το βλέμμα του είχε καρφωθεί αμετάκλητα εκεί. Η εικόνα του τρυφερού, νεανικού της κορμιού λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ στον ήδη τεντωμένο από την επιθυμία άντρα, διαλύοντας κάθε ψήγμα λογικής. Το σώμα του είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης από ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ορμονών.
Ο σκληραγωγημένος ναυτικός, ο άνθρωπος που είχε δαμάσει αγριεμένες θάλασσες και είχε μάθει να κρατάει πάντα τα ηνία, λύγισε μέσα σε ένα μόλις δευτερόλεπτο μπροστά στη σαγηνευτική ορμή ενός δεκαεννιάχρονου κοριτσιού.
Δεν ήταν πια απλή σαρκική επιθυμία. Μια υπόγεια, εκρηκτική χημεία τον είχε παραλύσει, σαρώνοντας και την τελευταία ηθική δικλείδα. Η παρουσία της Δανάης ξυπνούσε μέσα του τα πιο άγρια, χρόνια θαμμένα ένστικτα.
«Είσαι ο μεγαλύτερος μπελάς που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς... της ψιθύρισε με βραχνή φωνή, αφήνοντας τελικά το τιμόνι της μηχανής.
Η Δανάη χαμογέλασε με τη σιγουριά του νικητή.
Ο Νικηφόρος, στα τριάντα τρία του χρόνια, στην απόλυτη ακμή της αρσενικής του δύναμης σαν αγριόγατος έτοιμος για οίστρο, συνειδητοποίησε πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Μπροστά σε αυτό το κορίτσι, οι κοινωνικές συμβάσεις και η λογική κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος, αφήνοντας χώρο μόνο στην πρωτόγονη, αμείλικτη φλόγα του πάθους.
Χωρίς ίχνος ενοχής ή δισταγμού, ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα. Στα τριάντα τρία του, με την αρσενική του ακμή στο απόγειο, ένιωθε έτοιμος να κατασπαράξει οτιδήποτε στεκόταν ανάμεσα σε εκείνον και την επιθυμία του.
Τα οπάλια μάτια της Δανάης φώναζαν ακόρεστη πείνα. Ένα πονηρό, θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα κόκκινα χείλη της, καθώς τον πλησίαζε.
Ο Νικηφόρος φλεγόταν από στεγνό πυρετό. Το κορίτσι αυτό, με τις ρώγες της να τρεμοπαίζουν κάτω από τα ρούχα καθώς κατέβαινε το πλατύσκαλο, εξέπεμπε μια ακατανίκητη, σαρκική φλόγα. Βίωνε κι εκείνη τον ίδιο ασύδοτο οίστρο, τη φλογερή αντάρα που δεν άφηνε ούτε χώρο ούτε χρόνο για ύπνο.
Μια παροδική, ηλεκτρισμένη σιωπή πλανήθηκε ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος, αν και έμπειρος και ικανός να προσφέρει απόλαυση, στερούνταν εκείνης της σκοτεινής, διεφθαρμένης σπίθας που η Δανάη λαχταρούσε απεγνωσμένα. Κοιτάζοντάς την, κατάλαβε πως η αθωότητα ήταν απλώς ένα προσωπείο πίσω από το οποίο κρυβόταν ένα αρπακτικό.
Βλέποντας τον να διστάζει, η Δανάη έκανε το αποφασιστικό βήμα, στήθηκε μπροστά στη μηχανή και τον προκάλεσε ανοιχτά.
«Αν φοβάσαι να με ακολουθήσεις μόνος σου, μπορείς απλά να πεις όχι... Αν και θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να μάθω τι σε τρομάζει περισσότερο: εγώ ή ο φόβος της αποκάλυψης;»
Η πρόκληση χτύπησε ευθέως τον αντρικό του εγωισμό. Ο Νικηφόρος, με το βλέμμα σκοτεινό από την πρόκληση, άρπαξε τα χέρια της και τα πίεσε πάνω στο φουσκωμένο του στήθος, να νιώσει πώς χτυπούσε η καρδιά του.
«Να σε φοβηθώ εσένα;» της ψιθύρισε. «Φοβάμαι μόνο μη διαλύσει η μηχανή από το βάρος της φωτιάς σου...»
Η Δανάη, ανυποχώρητη, του έδωσε τη χαριστική βολή με την ανάσα της στον λαιμό του.
«Τότε αποδείξ' το, θείο..»
Ο Νικηφόρος λύγισε οριστικά. Το βρυχηθμό της μηχανής διαδέχθηκε η απόλυτη απόφαση. Με ένα αυστηρό, υποσχόμενο βλέμμα, της έδωσε το σύνθημα.
«Ανέβα.Και να ξέρεις,, μη με περιορίσεις εμένα....τρελαίνομαι.»  Χαμογέλασε, έχοντας νωπή στη μνήμη του την εικόνα της στο πλατύσκαλο να σκύβει τόσο αποκαλυπτικά.
«Μου φαίνεται πως η δεσποινίδα δεν είναι και πολύ φρόνιμη..». της είπε με ψεύτικη αυστηρότητα.
«Γιατί, καλέ; Τι έκανα πάλι;» ρώτησε εκείνη με ψεύτικη αθωότητα.
«Λάθος μου... Ήθελα να πω πως δεν είσαι και πολύ συνετή»
«Λάθος σου, ε;» τον πείραξε η Δανάη, αφήνοντας τα οπάλια μάτια της να λάμψουν από πονηριά. 
«Εγώ μια χαρά ξέρω τι κάνω, θείο Νικηφόρε. Απλώς μερικές φορές τα πράγματα πέφτουν... και κάποιος πρέπει να σκύψει να τα πιάσει.»
Η ανάμνηση εκείνης της αργής, λυγισμένης κίνησης στο πλατύσκαλο χτύπησε τον Νικηφόρο σαν ηλεκτροσόκ, υπενθυμίζοντάς του ακριβώς τι τον περίμενε.
Το αίμα χτυπούσε μανιασμένα στους κροτάφους του Νικηφόρου. Η πρόκληση είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
«Πρόσεχε πώς παίζεις με το σχοινί, μικρή... » της είπε με φωνή βραχνή και απειλητική.«Γιατί αν σπάσει, θα καούμε και οι δύο, κι εγώ δεν έχω μάθει να φρενάρω.»
Εκείνη, χωρίς την παραμικρή διάθεση υποχώρησης, βυθίστηκε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το κορμί της να τον αγγίξει.
«Αυτό ακριβώς θέλω...», ομολόγησε σιωπηλά η Δανάη.
Μια βαριά, ηλεκτρισμένη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Χωρίς πια δεύτερες σκέψεις, ο Νικηφόρος έκανε το βήμα προς το μέρος της, έρμαιο μιας πρωτόγονης ορμής που δεν χωρούσε ούτε σχέδια ούτε αναβολές.
Μέσα του, το ηφαίστειο ήταν έτοιμο να εκραγεί. Την ονειρευόταν γυμνή, παραδομένη, να ουρλιάζει κάτω από το κορμί του. Κι όμως, απ' έξω, ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, με τα δάχτυλα σφιγμένα πέτρινα πάνω στις χειρολαβές.
Η αιφνίδια, παγωμένη σιωπή του αποσταθεροποίησε τη Δανάη. Η σιγουριά που ένιωθε κλονίστηκε για ένα δευτερόλεπτο, καθώς ένιωσε το παιχνίδι να της ξεγλιστρά.
«Τι έπαθες, θείο;» του είπε με τρεμάμενη φωνή, κάνοντας ένα αργό, διστακτικό βήμα για να ανέβει στη σέλα. «Ξαφνικά χάθηκες...»
Ακίνητος σαν άγαλμα, ο Νικηφόρος συνέχισε να τη μετρά με το βλέμμα, αφήνοντας τη σιωπή να γίνει το πιο σκληρό του όπλο. Ήξερε πως την τρέλαινε.
«Για υπολογιστή μιλάς ή μήπως έχεις αλλού το μυαλό σου;» της πέταξε με ειρωνικό χαμόγελο.«Μου φαίνεται πως είσαι βαριά ερωτευμένη, μικρή...»
Η Δανάη τσίμπησε αμέσως, στήνοντας το δικό της παιχνίδι.
«Μα τι ωραία κοπλιμέντα μου κάνεις!» είπε, φτιάχνοντας τα μαλλιά της με μια ναζιάρικα προκλητική κίνηση που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. «Τη μία απρόσεχτη, την άλλη ξεχασιάρα... Για λέγε, τι άλλο θα υποθέσεις;»
Ένα χαμηλό, λάγνο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της, κομψό και ταυτόχρονα προκλητικό. Το απογευματινό φως φώτιζε τα φωτεινά μάτια της, τα προσχήματα είχαν πια καεί ολοσχερώς.
Ο Νικηφόρος ζύγισε τη κατάσταση. Το «Κύριε Νικηφόρε» δεν ήταν παρά το κλειδί μιας παγίδας που η ίδια του είχε στήσει, παίζοντας με την ηλικία και την πείρα του.
Ήξερε πια την αλήθεια. Ο υπολογιστής ήταν απλώς στάχτη στα μάτια. Το μόνο που μετρούσε τώρα ήταν η φωτιά που ετοίμαζε να καταπιεί κάθε τους ενδοιασμό.
Ένα σαρδόνιο, επικίνδυνο χαμόγελο χάραξε τα χείλη του. «Ο υπολογιστής σου έλειψε, ε;» της είπε με φωνή βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, σταυρώνοντας τα χέρια. «Ή μήπως άφησες πίσω κάτι άλλο που σε καίει;»
Η Δανάη δεν κρύφτηκε πια. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. «Τι να κάνουμε, κύριε Νικηφόρε... η μάθηση θέλει θυσίες, είπε με ψεύτικη αθωότητα. «Αρκεί να βρω τον κατάλληλο καθηγητή για την πρακτική...»
«Θείο...», σκέφτηκε, με την ανάσα της να καίει τον αέρα, «στα μαθήματα σου δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από το άριστα».
Η ιδέα να την κουβαλήσει πίσω του στη μηχανή τον τρόμαζε, όχι για την οδήγηση, αλλά για το κορμί της που θα τον τύλιγε στενά. Ωστόσο, οι άμυνες του είχαν καταρρεύσει σαν τα γκρεμισμένα τείχη από το παλιό λιοτρίβι.
Καθώς η Δανάη ανέβηκε στη σέλα και τα πόδια της αγκάλιασαν σφιχτά τα πλευρά του, ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια του.
«Σου ορκίζομαι, Δανάη... της ψιθύρισε βραχνά, με τα χέρια του έτοιμα να εκραγούν πάνω στα χειριστήρια. «Στον δρόμο για πάνω, οι φωνές σου θα ακούγονται ως το απέναντι νησί. Κράτα γερά!
Η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας το απογευματινό δειλινό, εκτινασσόμενη στον χωματόδρομο με προορισμό τη σιωπή του εξοχικού.
«Λοιπόν! Είπαμε, Νικηφόρο με λένε! Και, δεν θέλω να μου χρωστάς. Χαρά μου να σε εξυπηρετήσω! Άλλωστε, ποιος δεν θα ήθελε να πάει μια βόλτα με τη μηχανή με ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα, και θα το αρνηθώ εγώ;
«Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πάρω αυτό! Πώς να το ερμηνεύσω...»
«Να το πάρεις σαν κομπλιμέντο! Που διαμαρτύρεσαι πως κάνω άσχημα σχόλια! Είσαι ό,τι πιο δροσερό υπάρχει στο χωριό σας.»
«Ευχαριστώ! Μπάρμπα-Νικηφόρε! Χαίρομαι, και με κάνεις να νιώθω πολύ όμορφα μαζί σου!»
«Κι εγώ χαίρομαι. Από την κουβέντα μας νιώθω ότι είσαι πολύ καλή παρέα.»
«Δεν ξέρω πώς να το εκλάβω αυτό... της απάντησε εκείνος, πιασμένος στα δίχτυα της.»
«Εννοώ πως είσαι κύριος, όχι κανένα παιδαρέλι...»
Η λέξη «κύριος» λειτούργησε σαν σπίθα. Ο Νικηφόρος την προκάλεσε να κοιτάξει πιο βαθιά, πέρα από το προσωπείο, αποκαλύπτοντας τον αγριόγατο που έκρυβε μέσα του.
«Για πρόσεξε καλύτερα, μικρή μου. Μην τύχει και ανακαλύψεις κάτω από το κουστούμι του «κυρίου» τίποτα αγριόγατους που δεν εξημερώνονται με καλούς τρόπους.»
«Αυτό ακριβώς περιμένω, θείο... ε, Νικηφόρο!» Του πέταξε με θράσος εκείνη.  «Τα λόγια τα βαρέθηκα.»
Με ένα ξαφνικό ξέσπασμα γέλιου, ο Νικηφόρος έβαλε τέλος στα «κυριλίκια».
«Τέλος τα «κύριε» και τα σχετικά, Δανάη. Νικηφόρος σκέτο, ή μπάρμπα ή όπως αλλιώς τραβάει η ψυχή σου...»
«Ε... όχι και μπάρμπα! Δεν είσαι και τόσο μεγάλος πια, αν και...» Η Δανάη έκανε μια μικρή, μελετημένη παύση και μετά πέταξε το καρφί της.
«Αν και, κρίνοντας από κάποιες φωνές χθες το βράδυ στην παραλία, σε μερικά πράγματα μάλλον είσαι μεγάλος!»
Ο Νικηφόρος πάτησε απότομα φρένο στο γέλιο του, σαν κάποιος να του είχε κόψει με μαχαίρι. Το πείραγμα της Δανάης έσκασε στο μυαλό του με τη δύναμη κεραυνού, ξεγυμνώνοντας τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο η Νεφέλη που είχε χάσει τον έλεγχο χθες το βράδυ, υπήρχε και ένα ζευγάρι μάτια και αυτιά κολλημένα στο σκοτάδι, να καταγράφουν κάθε κραυγή, κάθε ηχηρή απόδειξη της αρσενικής του δύναμης.
Τα μάτια του στένεψαν, χάνοντας για μια στιγμή την παιχνιδιάρικη λάμψη τους, καθώς την κοίταξε με ένα μείγμα έκπληξης και ξαφνιασμένου θαυμασμού. Η μικρή όχι μόνο ήξερε, αλλά του το πετούσε στη μούτρα με μια θρασύτητα που του έκοβε τα πόδια.
Κοιτάζοντας την τώρα, ο έμπειρος ναυτικός ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το θρασύ αυτό κορίτσι δεν έπαιζε απλώς παιχνίδια· κρατούσε τα χαρτιά στα χέρια της.
«Ώστε ήσουν στα κλεφτά, ε;» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή και απειλητική.  «Και τι έβγαλες για συμπέρασμα; Ότι οι μεγαλύτεροι ξέρουν καλύτερα;»
Εκείνη δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. «Αν θες να σε λέω Νικηφόρο, απόδειξε μου ότι τα έργα σου ξεπερνούν τη φήμη της παραλίας...»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Το γκάζι άνοιξε βίαια, η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας τον αέρα και οι δυο τους χάθηκαν στο βάθος του χωματόδρομου, έτοιμοι να περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή.
Με ένα χαμόγελο θριάμβου, η Δανάη γλίστρησε πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του, αφήνοντας το κορμί της να γίνει ένα με το δικό του.
Καθώς το κοπάδι με τα πρόβατα τους έκλεισε τον δρόμο, ο Νικηφόρος τράβηξε το τιμόνι προς έναν τραχύ, χωμάτινο μουλαρόδρομο.
«Κρατήσου γερά, μικρή...» της φώναξε πάνω από τον θόρυβο της μηχανής. «Έχει νεροφαγώματα. Σε θέλω ασφαλή όταν γυρίσουμε...»
Εκείνη, αντί για κουβέντα, κόλλησε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του, αφήνοντας την πλάτη της να πιέζει το φουσκωμένο του στήθος, ενώ τα χείλη της άγγιξαν τον λαιμό του πίσω από το αυτί, κάνοντάς τον να χάσει κάθε αίσθηση του δρόμου.
«Μην ανησυχείς για μένα, Νικηφόρε...» του φώναξε μέσα στον αέρα, με τα χείλη της να αγγίζουν σχεδόν το αυτί του.  
«Κοίτα μόνο να μην ξεχάσεις που στρίβεις...»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σφιχτά. Κάθε λακκούβα, κάθε τίναγμα της μηχανής στα νεροφαγώματα του χωματόδρομου έκανε το κορμί της να πιέζεται βίαια πάνω στο δικό του. Η τριβή αυτή ήταν ένα βασανιστήριο αργό και απολαυστικό, μια σιωπηλή υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν όταν τα σώματά τους θα έμεναν εντελώς ελεύθερα μακριά από τα βλέμματα όλων.
Στην αρχή, ο Νικηφόρος ζύγιζε προσεκτικά το γκάζι της εντούρο, νιώθοντας τα άλογά της να αφηνιάζουν στο ανώμαλο έδαφος. Σύντομα όμως, το βάρος της οδήγησης έγινε δευτερεύον.
Η Δανάη δεν προσπαθούσε καν να κρύψει τις προθέσεις της. Με κάθε λακκούβα, το κορμί της λικνιζόταν και τριβόταν πάνω στην πλάτη του, μετατρέποντας τη διαδρομή σε αισθησιακό μαρτύριο. Τα χέρια της τον έσφιγγαν ασφυκτικά, ενώ η ζεστή επαφή από τα μάγουλα και την ανάσα της στον λαιμό του τον έκαναν να παραλύσει απόδρασης.
Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τους μυς του. Η μικρή έπαιζε χαρτιά φωτιάς, και ο Νικηφόρος ήξερε πως το τέλος αυτής της διαδρομής δεν θα είχε επιστροφή.
«Θες ντε και καλά να με ρίξεις στα χαντάκια, ε; της φώναξε μέσα στον θόρυβο της εξάτμισης.»
Εκείνη, ακουμπώντας τα χείλη της στον καυτό του σβέρκο, τον προκάλεσε. «Σε δοκιμάζω, Νικηφόρε... να δω αν τα ηνία είναι γερά ή αν θα λυγίσεις πριν φτάσουμε.»
Η εσωτερική του πάλη ήταν βασανιστική. Οι αναστολές, η διαφορά ηλικίας, η φωνή της λογικής, όλα κατέρρεαν μπροστά στον ανάρμοστο, σκοτεινό πόθο του. Και τότε, τα γρήγορα, πεταχτά της φιλιά στον λαιμό ήρθαν σαν σπίθες σε ξερό χόρτο. Ο Νικηφόρος έχασε κάθε έλεγχο. Οι άμυνες έγιναν στάχτη, και ο δρόμος προς το εξοχικό μετατράπηκε σε μια πορεία χωρίς γυρισμό.
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το ξανασκεφτεί. Με μια βίαιη κίνηση, άρπαξε το γκάζι και τίναξε τη μηχανή μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή το χέρι της γλίστρησε χαμηλότερα, ψηλαφώντας το φουσκωμένο του παντελόνι και σφίγγοντας το σκληρό του πέος.
Ο Νικηφόρος έχασε τον κόσμο. Η αμηχανία διαλύθηκε σε μια έκρηξη αντρικής κυριαρχίας. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε τον καρπό της με δύναμη, ακινητοποιώντας το χέρι της πάνω του.
«Έι... τι πας να κάνεις; της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, ενώ τα μάτια του φλόγιζαν.»
Ο Νικηφόρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του, εντελώς εμβρόντητος από το θράσος της. Τα νερά του είχαν χαθεί οριστικά.
«Τι κάνω;» του ψιθύρισε εκείνη με χάρη.
«Τι κάνεις;.. Με έχεις κάψει, βρε παλιοκόριτσο! Δεν το καταλαβαίνεις;»
Η λαβή του στον καρπό της ήταν βαριά αλλά όχι απειλητική, ήταν η απεγνωσμένη άμυνα ενός άντρα που παραδεχόταν την ήττα του. Η μηχανή κυλούσε σχεδόν αυτόνομα στον χωματόδρομο, ενώ η Δανάη, ακίνητη μέσα στην παγίδα του χεριού του, του πρόσφερε το πιο θριαμβευτικό, λαμπερό της χαμόγελο.
«Σκοπός μου είναι να ξεχάσεις και τ' όνομά σου, Νικηφόρε..». του ψιθύρισε με χάδι και φωτιά. «Εσύ δεν έλεγες πως δεν ξέρεις από φρένα;»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Άφησε τον καρπό της, άρπαξε το τιμόνι και σαν τρελός τίναξε τη μηχανή μπροστά, γκρεμίζοντας τα μέτρα μέχρι την έρημη αυλή του εξοχικού.
«Και τώρα που φτάσαμε στην ερημιά και καις, τι περνάει από το μυαλό σου;» τον πείραξε εκείνη.
«Σταμάτα, ρε κορίτσι μου, τι λες τώρα;... Μη μου βάζεις τέτοιες ιδέες! Δεν είναι σωστό...» ψέλλισε εκείνος, παίζοντας το χαρτί της ηθικής ενώ η ψυχή του είχε ήδη παραδοθεί.
Η Δανάη, νιώθοντας πια τη νίκη της ολοκληρωτική, έκλεισε σφιχτά την παλάμη της πάνω στον καυτό καβάλο του.
«Αν σε προκαλέσω κι άλλο, δηλαδή, τι θα κάνεις; Θα με αποπλανήσεις;»
«Μα τι λες, κορίτσι μου... ψέλλισε εκείνος, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. «Νομίζεις πως θέλει πολύ; Ένα βήμα ακόμα θέλω για να σε καταβροχθίσω!»
Εκείνη, με ένα προκλητικό, πονηρό σκέρτσο, τον αποτελείωσε. «Γιατί, τι έχω και το σκέφτεσαι; Μήπως φοβάσαι μη σε κολλήσω τίποτα;»
Για μια στιγμή άφησε τον εαυτό του να το σκεφτεί, καθώς φαντάστηκε την πρωτόγονη ικανοποίηση που θα ένιωθε αν τη διεκδικούσε, αν τη σήκωνε στα μπράτσα του και τη μετέφερε με μια ζωώδη επιθυμία, έτοιμος να τη ρίξει στο ζεστό από τον ήλιο χορτάρι και να την ικανοποιήσει, χάνοντας μαζί της τον έλεγχο.
Τα σαγόνια του Νικηφόρου κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο. Τα τελευταία του τείχη έγιναν στάχτη κάτω από την παλάμη της που έκαιγε τον καβάλο του.
«Αν σου πω την αλήθεια, θα καείς μαζί μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, καθώς η μηχανή άρχισε να κυλά αργά. Μακάρι να ήταν αρρώστια να υπήρχε γιατρικό. Αυτό όμως είναι φωτιά που με έχει κάνει ήδη στάχτη...
Το μυαλό του θόλωσε. Ένας πρωτόγονος, ζωώδης παλμός τον κυρίευσε: η εικόνα να την αρπάζει στα χέρια, να τη ξαπλώνει στο ζεστό χορτάρι και να ξεσπάει πάνω της όλη η καταπιεσμένη του λαχτάρα.
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του, ανήσυχος από τον δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις του...  Δεν ήταν θηρευτής της βίας, αλλά η φαντασίωση είχε γίνει πια σάρκα και οστά.
Η Δανάη δεν του άφησε περιθώρια για άλλες αναλύσεις . Τον τύλιξε με τα πόδια της, φέρνοντάς τον σε μεθυστική επαφή.
«Δείξε μου αντάξιος σου, θείο...» του ψιθύρισε.
Οι αντιστάσεις κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος. Η επαφή του κορμιού της, η τριβή, η φωτιά που έκαιγε τα σωθικά του διέγραψαν κάθε ηθικό φραγμό. Ο Νικηφόρος το κατάλαβε οριστικά. Στους μεγάλους πειρασμούς δεν αντιστέκεσαι. Υποκύπτεις, για να λυτρωθείς.
Τα όρια είχαν καταρρεύσει. Χωρίς στερεότυπα και δισταγμούς, η Δανάη έλυσε με γρήγορες κινήσεις τη ζώνη του και κατέβασε το φερμουάρ, λαχταρώντας να αντικρίσει αυτό που ένιωθε ήδη η παλάμη της.
Καθώς το χέρι της γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο του και τύλιξε τη φωτιά του, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έναν πρωτόγονο ενθουσιασμό.
«Ακόμα δεν έχω αρχίσει καν, αγορίνα μου... τού ψιθύρισε, ανεβοκατεβάζοντας τα δάχτυλά της στο σκληρό του κορμί.»
Και καθώς το θέαμα απλώθηκε μπροστά της, ένα αυθόρμητο, λαχταριστό αναφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ουάου... Εντυπωσιακό!»
Το χέρι της μέσα από το παντελόνι του έκοψε κάθε σκέψη. Ο Νικηφόρος λύγισε, η ανάσα του έγινε κοφτή.
«Ο φίλος μου λέει πως ξέρω να φροντίζω καλά τον πούτσο του πριν με γαμήσει..». του ψιθύρισε προκλητικά εκείνη.
Η ζήλια φούντωσε για ένα δευτερόλεπτο, πριν καταπνιγεί κάτω από το κύμα της ηδονής.
«Θα σε κάνω να χύσεις στη χούφτα μου, αγορίνα μου...»
«Θεέ μου, μη... ψέλλισε ο Νικηφόρος, παλεύοντας απεγνωσμένα με τα τελευταία του αποθέματα ψυχραιμίας, ξέροντας πως το τέλος αυτής της μάχης πλησίαζε απειλητικά.
Τα πόδια τους πάτησαν επιτέλους το χώμα της έρημης αυλής. Ο Νικηφόρος, νιώθοντας τη φωτιά να τον καίει συθέμελα, άφησε μια βαριά ανάσα να του ξεφύγει.
«Να πάρει...» ψιθύρισε, με τα μάτια του να φλόγιζαν. «Θα το κάνω. Ακόμα κι αν ξέρω πως μετά θα γίνω στάχτη.»
Η οριστική πτώση ήρθε αθόρυβα αλλά σαρωτικά. Τα λόγια της λειτουργούσαν σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη, ξυπνώντας τον θηριώδη, ακόρεστο εαυτό του. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε ποτέ μπροστά στη φωτιά· την αποζητούσε, την έκανε οξυγόνο του. Τώρα πια, η λογική ήταν ένα κουρέλι που πετιόταν στην άκρη της αυλής.
Ο Νικηφόρος δεν άφησε άλλα περιθώρια. Με μια κίνηση καταλυτική, έγειρε πάνω της, πιάνοντας το πρόσωπό της στις παλάμες του. Τα μάτια του φλόγιζαν.
«Σκόνη θα γίνουμε, μικρή μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σαν υπόσχεση και κατάρα μαζί. «Μα μέχρι να καούμε, θα ζήσεις κάθε σταγόνα αυτής της φωτιάς.»
Το φιλί τους ήταν μια έκρηξη που γκρέμισε και τα τελευταία σύνορα. Κι όμως, ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, με το κορμί της να λυγίζει κάτω από το βάρος του, η Δανάη δεν έχασε το θάρρος της:
«Για να δω... τι θα κάνεις τώρα;» τον ρώτησε μαργιόλικα, έχοντας πετύχει ακριβώς αυτό που επεδίωκε.
Μια ξαφνική, σχεδόν κωμική φιλοσοφική διάθεση έπιασε τον Νικηφόρο, που ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί την ηθική του θέση.
«Ρε Δανάη, έχω εγώ δικαίωμα πρόσβασης εδώ πέρα; Παντρεμένος άνθρωπος είμαι, πρέπει να φυλάγομαι από τους πειρασμούς σου... Είναι άδικο να με κοιτάζεις έτσι κι εγώ να κάνω τον Κινέζο για να τιμήσω το στεφάνι μου!»
Εκείνη, με το σαρακατσαναίικο, μελωμένο της ιδίωμα και τα πονηρά της τσαχπίνικα, του έδωσε την πληρωμένη απάντηση χωρίς δισταγμό.
«Ε, δεν χρειάζεται να το πατήσεις το στεφάνι... απλώς το πηδάς!»
Τα λόγια της έσταζαν πάντα μια ακαταμάχητη, ξετσίπωτη λαγνεία, στολισμένα με πιπεράτες παροιμίες που τον άφηναν άφωνο και του άναβαν ακόμα περισσότερο τα αίματα. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρρευση της σοβαροφάνειας, στο γέλιο που λυτρώνει τον Νικηφόρο και στην παράδοσή του στο πνεύμα της.
Μια έκρηξη γέλιου πήγε να ξεφύγει από τα χείλη του Νικηφόρου. Η αφοπλιστική της ατάκα διέλυσε και την τελευταία ρανίδα δήθεν σοβαρότητας.
«Ρε συ, είσαι απίστευτη...» της είπε, κοιτάζοντάς την με μάτια γεμάτα λατρεία, ενώ τα τείχη του κατέρρεαν ολοσχερώς. «Που τα μαθαίνεις αυτά, ρε μικρό διαβολάκι; Μεγάλο σχολείο σε περνάω...»
Ένα πονηρό, ατίθασο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της Δανάης, καθώς το κορμί της έτριβε με νέα ορμή το δικό του.
«Στα βουνά, θείο μου... ε, Νικηφόρε, »του είπε με ένα σκανδαλιάρικο χαχανητό. «Εκεί μάθαμε πως, όταν η φωτιά πιάνει, δεν κάθεσαι να την κοιτάς. Της δίνεις χώρο να θεριέψει. Τέλος οι φιλοσοφίες τώρα· η ώρα της εξέτασης έφτασε!»
Τα όρια είχαν οριστικά καεί. Ο Νικηφόρος άφησε τον «κυνηγό» να βγει στην επιφάνεια με όλη του την αγριάδα. Τα χέρια του άρπαξαν τα ρούχα της, σηκώνοντας και φέρνοντας το κορμί της ακόμα πιο κοντά του, αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του.
Την κοίταξε με ένα πονηρό, προκλητικό μειδίαμα, όπου η απόλυτη παράδοση στον πειρασμό πάλευε για μια τελευταία στιγμή με τον σκεπτικισμό του «στεφανιού».
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το βάλει στα σκαριά. 
«Είναι μάταιο να αντιστέκεσαι Νικηφόρε...» ψέλλισε ο Νικηφόρος.
Ένα βραχνό, βαθύ μουγκρητό ξέφυγε από μέσα του κι αμέσως τα χέρια του την περικύκλωσαν. Στην αρχή, η σκέψη μιας απόκρουσης πέρασε από το μυαλό του, μα αμέσως διαψεύστηκε· την έσφιξε με δύναμη, κολλώντας το κορμί της πάνω στο καυτό του στέρνο. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της σαν σπίθα πριν της ψιθύρισε με λάγνο χαμόγελο:
«Ποιος είμαι εγώ, άλλωστε, να χαλάσω μια τέτοια περιπέτεια;»
Η λαχτάρα της φούντωσε σαν πυρκαγιά.
«Αφού θες παιχνίδια, ας παίξουμε...» της ψιθύρισε και εκείνη, τριβόταν πάνω του με μια ορμή που της έκοβε την ανάσα.
Η επαφή ήταν αποθεωτική. Με κλειστά μάτια και τρεμάμενα δάχτυλα χωμένα στα μαλλιά του, η Δανάη παραδόθηκε ολοσχερώς. Ο Νικηφόρος, παρότι πάσχιζε ακόμα να χαλιναγωγήσει τα «πρέπει» του, ένιωσε το κορμί του να λιώνει. Δεν μπορούσε να τα σβήσει όλα, όχι ακόμα, αλλά μπορούσε να βουτήξει σε αυτή την κόλαση και να τη γευτεί μέχρι το μεδούλι.
Η ανταπόκρισή του ήρθε σαν έκρηξη. Ο Νικηφόρος την άρπαξε από τα μαλλιά, τραβώντας της ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ οι θηλές της, τεντωμένες και σκληρές πίσω από το υφασμα, έκαιγαν το στέρνο του.
«Σου φαίνεται διασκεδαστικό να παίζεις μ’ έναν παντρεμένο; τη ρώτησε με φωνή βραχνή από τη δίψα.»
Εκείνη δεν δείλιασε ούτε δευτερόλεπτο. Τα μάτια της άστραψαν. «Αν ήξερες πόσο σέξι και απειλητικός είσαι, γλυκέ μου...»
Εκείνος δεν άντεξε άλλο. Το βλέμμα του σκοτείνιασε:
«Ήρεμα, γλύκα μου... Με κοιτάζεις έτσι και το μόνο που θέλω είναι να σε ρίξω χάμω, να σου πετάξω τα μάτια έξω...»
Το κορμί της καίγονταν από μια ακατανίκητη δίψα. Τον άρπαξε από το κεφάλι, ενώνοντας τα χείλη τους σε μια έκρηξη υγρής, ασυγκράτητης φωτιάς.
Το φιλί τους έπαψε να είναι παιχνίδι· έγινε σύγκρουση, πάλη, καταστροφή. Ο Νικηφόρος ένιωσε τα τείχη του να γκρεμίζονται συθέμελα. Τα χέρια του την έσφιξαν στην πλάτη της με τόση δύναμη, που τα κορμιά τους έγιναν ένα κομμάτι σάρκας.
«Με πας γυρεύοντας... μικρό μου θηρίο,» της ψιθύρισε στο στόμα, με φωνή βραχνή από την παράκρουση.
Η αναπνοή της είχε χαθεί σε έναν βρόχο ηδονής. Με τα δάχτυλα να τρέμουν από τη δίψα, άρπαξε το πουκάμισό του και το σκίσε βίαια, ξεφορτώνεται τα κουμπιά για να βυθίσει τα χέρια της στο καυτό, ιδρωμένο του δέρμα.
«Τότε κάν’ το... αποτελείωσε με, Νικηφόρε! του ούρλιαξε στο στόμα με τα μάτια φλεγόμενα από παράκρουση. «Μη με λυπάσαι ούτε στιγμή!»
Τα φρένα είχαν σπάσει για τα καλά. Ο Νικηφόρος την άρπαξε μεμιάς από τη μέση, τη σήκωσε ψηλά και την απέθεσε βίαια στο στρώμα. Σαν αγριεμένος λύκος που πέφτει πάνω στη λεία του, χώθηκε πάνω της, σβήνοντας κάθε ίχνος παλιού εαυτού.
«Και κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρεις περίφημα... του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα. «Ήρθε η ώρα να μου πετάξεις τα μάτια έξω, διάολε!»
Ο Νικηφόρος έδιωξε κάθε σκέψη, αφήνοντας χώρο μόνο στο ένστικτο. Τα χείλη του γλίστρησαν από το πάνω στο κάτω χείλι της, κλειδώνοντας ξανά τα στόματά τους σε έναν αέναο, ασυγκράτητο χορό. Τα φιλιά διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς ανάσα, πλεγμένα με κοφτά αγγίγματα και σπρωξίματα.
Η ηδονή τον χτυπούσε κύματα στις φλέβες. Η δίψα του είχε γίνει φλόγα· ήθελε να σκίσει τα ρούχα της, να γευτεί κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της, να χαράξει με τα χείλη του τα κρυφά μονοπάτια του κορμιού της.
Εκείνη, τυλίγοντας σφιχτά τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, άντεξε την επίθεση των αισθήσεων που έρχονταν από παντού. Και κατέφθαναν σαρωτικές.
Αν δεν υπήρχαν τα υφάσματα ανάμεσά τους, η αυλή του ερημικού εξοχικού θα είχε ήδη γίνει μάρτυρας ενός ολοκληρωτικού, άγριου σμιξίματος.
Ο Νικηφόρος τη φιλούσε επίμονα, παρατείνοντας τον χρόνο όχι από ανάγκη, αλλά από έναν βαθύ, μουδιασμένο φόβο για το τι θα σήμαινε η επόμενη κίνηση. Όταν τα χείλη τους επιτέλους χώρισαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια, δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος από τους δύο είχε ζαλιστεί περισσότερο από τον σεισμό που προκάλεσαν.
Κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τα προσχήματα και να βάλει φρένο στον κατήφορο, την άρπαξε από τα μάγουλα, στενεύοντας το βλέμμα του:
«Για στάσου... Πες μου την αλήθεια. Δεν είσαι παρθένα, έτσι;»
Η Δανάη τον κοίταξε με μια απορία που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, ώριμο χαμόγελο.
«Όχι, βέβαια... Μα ποτέ πριν δεν είχα νιώσει αυτή τη φωτιά, αυτή την παράκρουση. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς σκιές.»
Ο Νικηφόρος δεν χρειάστηκε άλλη απόδειξη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, πήρε φωτιά και ξαναγύρισε στην κυριαρχία του:
«Τότε έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μικρή μου...»
Το νέο φιλί τους ήταν μια καταιγίδα. Τα χείλη άνοιξαν με βουλιμία, οι ανάσες μπερδεύτηκαν και το κορμί της Δανάης κύρτωσε ξανά κάτω από το βάρος του.
«Σε θέλω,» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, στα πρόθυρα της έκρηξης.
«Αργείς...» του αποκρίθηκε με ένα λαχανιασμένο, θριαμβευτικό ψίθυρο.
Τον άρπαξε από το χέρι, τραβώντας τον αποφασιστικά μέσα στο σπίτι.
«Πάμε μέσα... θα είμαστε πιο άνετα. Έχουμε τουλάχιστον τρεις ώρες προτού γυρίσουν από το μοναστήρι.»
Το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα ήταν πως ο Νικηφόρος, ο «κυνηγός», της είχε παραδώσει τα ηνία χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν το ύφασμα, μέχρι που το φόρεμα ανέβηκε. Το χέρι του γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο, βυθιζόμενο στην καυτή, υγρή της δίοδο. Εκείνη, λυγίζοντας τη μέση και τεντώνοντας το κορμί της προς τα πίσω, τον κάλεσε πιο βαθιά, εντελώς παραδομένη στη δίνη της παράκρουσης.
«Σ’ αρέσει να το φαντάζεσαι;» της ψιθύρισε στο αυτί, νιώθοντας την υγρή της ζεστασιά.  «Κοίτα πως είσαι... Αν βάλω τρία δάχτυλα, θα με δεχτείς χωρίς αντίσταση.»
Ένα βραχνό γέλιο χάθηκε στον λαιμό της, καθώς τα δάχτυλά του άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της σε αργούς, μαρτυρικά νωχελικούς κύκλους.
«Σε παρακαλώ...»  κατάφερε να ψελλίσει εκείνη, αποκομμένη από κάθε λογικό συναίσθημα, με το κορμί του να την πιέζει ασφυκτικά.
Εκείνος, με τα χείλη κολλημένα στον ώμο της, χάιδευε το δέρμα της σαν να ’θελε να το πιει στάλα-στάλα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Γυμνοί αγκαλιά πάνω στο στρώμα, με τη Δανάη να αναπαύεται στο φαρδύ του στέρνο και τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της. Τα χείλη του γλίστρησαν στα στήθη της, κάνοντας τις σφιχτές, τεντωμένες ρώγες της να φλέγονται.
Το παιχνίδι τους έγινε μαρτύριο. Τα φίλια του ακουμπούσαν παντού, χαϊδεύοντας και φεύγοντας, μέχρι που η δίψα της έφτασε στο κόκκινο. Όταν τελικά βυθίστηκε στο κέντρο της, κάνοντάς την να λιώνει από τους χυμούς της, ο Νικηφόρος απολάμβανε να την φέρνει στα πρόθυρα του σπασμού και να αποσύρεται, γλιστρώντας πιο χαμηλά, αφήνοντας τα χείλη του να εξερευνούν κάθε ευαίσθητη γωνιά της.
«'Ελα γαμιά μου! Μη το σκέφτεσαι άλλο! Βάλε μου τον πούτσο σου μέσα στο μουνάκι μου! Θέλω γαμήσι σε παρακαλώ. Στην πραγματικότητα θέλω να με σκίσεις στο γαμήσι. Πάρε με! Μην σταματήσεις για τίποτα τώρα, έτοιμη είμαι…σκίσε με!  Άρχισε τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο. Βρήκε έναν ρυθμό που της άρεσε. Το καταλάβαινε από τις εκφράσεις του προσώπου της. Όσο τη γαμούσε τον κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζε και αυτός. Δεν μιλούσαν, απλά απολάμβαναν τη στιγμή.
Το δωμάτιο σείστηκε από τους πνιχτούς ήχους του πάθους. Τα δόντια του Νικηφόρου βυθίστηκαν προκλητικά στον λαιμό της, ενώ η Δανάη γαντζώθηκε στους ώμους του σαν να κρεμόταν από γκρεμό.
Η μετάβαση από τη χάρη στην αγριάδα ήταν κεραυνoβόλα, ορμητικός σαν ταύρος, την παρέσυρε σε έναν ανεμοστρόβιλο ηδονής, μέχρι που η τελική έκρηξη τους διέλυσε.
Λίγο αργότερα, με τις ανάσες τους βαριές και συγχρονισμένες, ξάπλωσαν στο πλάι. Ο Νικηφόρος την τύλιξε σφιχτά στην αγκαλιά του, με κτητικότητα και τρυφερότητα μαζί, αφήνοντας το άρωμα του ιδρώτα και της βανίλιας να σφραγίσει τη στιγμή τους.
Μέσα στο ημίφως, το βλέμμα του Νικηφόρου είχε μαλακώσει, αποβάλλοντας την άγρια δίψα της προηγούμενης στιγμής. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να κυλούν απαλά στην πλάτη της, καθώς οι μωβ σκιές του δειλινού άρχισαν να πλημμυρίζουν το δωμάτιο.
Η ηρεμία αυτή, ωστόσο, έκρυβε μια υπόγεια ένταση. Το ρολόι κυλούσε, και ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως το παραμύθι είχε ημερομηνία λήξης.
Ο έξω κόσμος, το χωριό, η Φαίδρα, η Νεφέλη, τα αδιάκριτα βλέμματα, άρχισαν σιγά-σιγά να τρυπώνουν ξανά στο μυαλό του Νικηφόρου, θυμίζοντάς του πως η απομόνωση είχε ημερομηνία λήξης.
«Αν συνεχίσουμε έτσι, η σχολή σου θα σε διαγράψει, μικρό μου θηρίο, και εγώ θα χρειαστώ καρδιολόγο...» της ψιθύρισε στα μαλλιά.
Εκείνη, όμως, δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Ένα πονηρό, ζεστό χαχανητό δόνησε το στήθος του.
«Ας με διώξουν...» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον κατάματα, με τα μάτια της να φλογίζονται. «Το πτυχίο μου το πήρα κιόλας σήμερα. Με άριστα μάλιστα!»
Ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να χαμογελάσει, νικημένος από τη φλόγα της.
Με ένα χαμόγελο ικανοποίησης που φαινόταν ακόμα στην άκρη των χειλιών της, η Δανάη άφησε το κεφάλι της να βυθιστεί στο φαρδύ του στέρνο, ακούγοντας τον παλμό του να χτυπάει μανιασμένα.
«Απόλυτη επιτυχία, θείο μου...» ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα, παραδομένη στη γλυκιά νωθρότητα της κούρασης.
Την ίδια ώρα, έξω από το παράθυρο, οι σκιές του δειλινού πύκνωναν, κλείνοντας προστατευτικά γύρω από το μικρό τους καταφύγιο.
Στη διαδρομή της επιστροφής προς το χωριό, η Δανάη ήταν κολλημένη πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Τα χάδια και τα κοφτά φιλιά της στην πλάτη και τον λαιμό του λειτουργούσαν σαν ζωντανή απόδειξη μιας κορύφωσης που δεν είχε ακόμη ξεθυμάνει. Εκείνος, νιώθοντας την αντρική του ματαιοδοξία και το πάθος του να δικαιώνονται, χαμογελούσε μέσα στο κράνος του.
Μόλις έσβησαν τη μηχανή στην αποθήκη, η πρόσκληση ήρθε αβίαστα, γεμάτη απόλυτη βεβαιότητα και πάλι.
«Το ξέρεις καλά πως το θέλω... » της ομολόγησε εκείνος .
Εκείνη, με μια φωνή που έσταζε πόθο και διαβρωτική οικειότητα, του έδωσε την χαριστική βολή.
«Τότε μη χάνουμε χρόνο. Εδώ και τώρα, στα όρθια...»
Η πρότασή της έπεσε μέσα στη σιωπή της αποθήκης σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη. Ο Νικηφόρος δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο· το κορμί του είχε ήδη πάρει φωτιά.
Πριν προλάβει να αρθρώσει ολόκληρη την ένσταση, μια τελευταία, αδύναμη σκιά της λογικής, η Δανάη τον είχε ήδη αρπάξει σφιχτά, τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
«Το ξέρεις πως δεν πρέπει..». ψέλλισε εκείνος, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της.
«Γιατί δεν πρέπει;» τον προκάλεσε εκείνη, κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του, έτοιμη να γκρεμίσει και τα τελευταία τείχη.
«Το παρατραβάμε, σου λέω...»
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει πως παίζουμε με τη φωτιά.»
«Ας καούμε τότε!» του πέταξε εκείνη κατάμουτρα, με μια αγνή, θcτική σιγουριά που τον τσάκιζε. «Θέλω να ξανασμίξουμε, εδώ, τώρα.»
Η παλάμη της έσφιξε με ορμή το σώμα του πάνω από το ύφασμα, κάνοντάς τον να χάσει κάθε λογική. Ο Νικηφόρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο· ένα βραχνό, λυτρωτικό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του.
«Εσύ κι εγώ... και ορμάει μαζί μας κι αυτός εδώ.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από έναν πρωτόγνωρο, πραγματικό φόβο.
«Άσε με να τον νιώσω... του ψιθύρισε εκείνη, τρελή από την καύλα, με τα χέρια της να γλιστρούν αδίστακτα.
«Θα μας πάρουν χαμπάρι, στο ορκίζομαι...» προσπάθησε να αμυνθεί.
Μα η Δανάη, τυλίγοντας τη γλώσσα της στον λαιμό και το αυτί του, τον διέλυσε ολοσχερώς.
«Τον πιάνω... είναι σαν πάσσαλος, θεέ μου!» του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα.
«Σου λέω, μην..». άρχισε να τρέμει εκείνος, πριν του κλείσει το στόμα με ένα ασυγκράτητο φιλί.
«Σταμάτα, Δανάη, στο ορκίζομαι... Δεν είμαι πέτρα, θα γίνει κακό! Θυμήσου ποιοι έρχονται,» της ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα από τον πανικό και τον πόθο.
Εκείνη, αγνοώντας κάθε προειδοποίηση, τον άρπαξε βίαια, καρφώνοντας το κορμί της στον τοίχο της αποθήκης.
«Θέλω να με τελειώσεις, τώρα...» ούρλιαξε μέσα του.
Ο Νικηφόρος, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, την έσπρωξε μακριά του. Η απότομη άρνηση πάγωσε τον αέρα.
«Τέλος, δεν γίνεται...» της είπε κοφτά.
Ένα βλέμμα οργής και απογοήτευσης έσβησε τη φωτιά από τα μάτια της. Τα χέρια της έπεσαν βαριά στο πλάι, και η φωνή της έχασε κάθε ίχνος ερωτισμού:
«Γιατί, γαμώτο... γιατί τα χαλάς όλα;»
Η απογοήτευσή της έπεσε σαν παγερό νερό στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, αλλά η καρδιά του Νικηφόρου συνέχισε να χτυπάει μανιασμένα στα πλευρά του. Ο πανικός της αποκάλυψης, ο φόβος για τα μάτια του χωριού που επίμονα και ίσως κακοπροαίρετα παραμόνευαν, λειτούργησε σαν μαχαιριά που έκοψε τον πυρετό.
Δεν καταλαβαίνεις...» της ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του. Αν μας ανακάλυπταν εδώ, δεν θα γλυτώσουμε με μια απλή επίπληξη. Θα καιγόμασταν ολοσχερώς.
Με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά πάνω από το στήθος της που ανάσαινε βαριά, η Δανάη τον στόλισε με ένα βλέμμα γεμάτο φωτιά και περιφρόνηση. Ο θυμός της συναντιόταν με τη δίψα που είχε μείνει μετέωρη.
«Σοβαρά τώρα; του πέταξε με πικρία στα δόντια, στρέφοντας επιδεικτικά το κεφάλι αλλού. Τελειώσαμε; Θα ξαναφορέσουμε τις μάσκες μας και θα το παίξουμε καλοί και άγιοι για το χωριό;
Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, ο Νικηφόρος έπιασε τους ώμους της και την ανάγκασε να γυρίσει, να τον κοιτάξει στα μάτια. Η άρνησή του δεν ήταν παρά μια ασπίδα χάρτινη· η φωτιά έκαιγε ακόμα από κάτω.
«Δεν είναι θέμα φόβου, είναι θέμα επιβίωσης...» της ψιθύρισε, με τη φωνή του να βαραίνει σαν καταιγίδα. «Μα αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Απλώς μαζεύουμε δυνάμεις. Όταν έρθει η ώρα, πίστεψέ με, τίποτα δεν θα μας σταματήσει.»
Ο χώρος ήταν ακόμα ποτισμένος από το μεθυστικό άρωμα του ιδρώτα, της βανίλιας και της ανεκπλήρωτης φωτιάς. Η μηχανή στη γωνία φαινόταν σαν σιωπηλός μάρτυρας της ορμής τους, που τώρα είχε παγώσει απότομα.
Η Δανάη, τσιτωμένη από την οργή και το ανικανοποίητο πάθος, τον κοιτούσε με βλέμμα που έσκιζε.
«Σοβαρά τώρα;» του πέταξε κατάμουτρα, με τη φωνή της να τρέμει από θυμό. «Με αφήνεις μετέωρη εξαιτίας μιας φανταστικής απειλής;»
Ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στα μαλλιά του, νιώθοντας τα δίχτυα να σφίγγουν γύρω του. Το σώμα του φώναζε το ίδιο πράγμα με το δικό της, αλλά η σκιά του χωριού ήταν βαριά σαν μόλυβδος.
«Άκουσέ με... Αν σκάσουν τώρα η Φαίδρα και η Νεφέλη από το μοναστήρι, τελειώσαμε οριστικά. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.»
Εκείνη όμως είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική. Έκανε ένα βήμα πάνω του, με τα μάτια της να στάζουν φωτιά και απόγνωση.
«Στο μουνί μου η Φαίδρα και η Νεφέλη!» ούρλιαξε ψιθυριστά, σχεδόν κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του. «Εγώ σε θέλω εδώ, τώρα, και δεν με νοιάζει τίποτα άλλο στον κόσμο!»
Ένας ήχος από χαλίκια που έτριζαν κάτω από τους τροχούς και τα δυνατά φώτα ενός αυτοκινήτου να σαρώνουν τους τοίχους της αποθήκης έκοψαν τον αέρα στη μέση.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Η Δανάη γύρισε απότομα το βλέμμα της στην πόρτα, έτοιμη να εκραγεί από την οργή.
Η φωτιά έσβησε απότομα κάτω από τη σκιά της πραγματικότητας. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε επειδή δεν τη ποθούσε· ο φόβος της αποκάλυψης, ο τρόμος μήπως γκρεμίσουν τα πάντα και πληγώσουν οικογένειες, λειτουργούσε σαν αόρατη λεπίδα που έκοβε το πάθος στη μέση. Υπήρχαν όρια που δεν μπορούσε να αγνοήσει, όσο κι αν η ψυχή του φώναζε το αντίθετο.
....Τελικά η Δανάη αποφάσισε με δυο εξαδέλφες της να πάνε σε μια μουσική εκδήλωση! Τις στιγμές εκείνες που ετοιμάζονταν προς αναχώρηση βρήκε ευκαιρία να ξεμοναχιάσει το Νικηφόρο, να του δώσει ένα πεταχτό ρουφηχτό φιλί και καπάκι μια γεμάτη γονατιά στα σκέλια με στόχο τα γεννητικά του όργανα.
«Καυλιάρη μου εσύ σε πόνεσα;» 
«Τι με πόνεσες βρε μωρό μου! στο χέρι μου τα 'δωσες.»
«Με συγχωρείς άλλα είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου και δεν ηρεμώ όσο το σκέφτομαι ότι απόψε θα γαμήσεις πάλι τη μιλφάρα!.» Εννοεί τη Νεφέλη βέβαια. 
Ο Νικηφόρος διπλώθηκε στα δύο, βγάζοντας έναν βραχνό, πνιχτό γογγυσμό που κόπηκε απότομα στον λαιμό του.  Καθώς ο οξύς πόνος άρχισε να καταλαγιάζει, αφήνοντας πίσω του έναν μουδιασμένο παλμό, η αντρική του περηφάνια προσπαθούσε απεγνωσμένα να σωθεί από τα συντρίμμια.
«Στα χέρια σου μου τα παρέδωσες... ψιθύρισε με στραπατσαρισμένη φωνή, σφίγγοντας τα δόντια του για να μη λυγίσει. «Είσαι με τα καλά σου; Ήθελες να με αποτελειώσεις πριν καν προλάβουμε να βγούμε από την αποθήκη;»
Όρθια από πάνω του, η Δανάη έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί. Το παιχνιδιάρικο νεύμα της είχε δώσει τη θέση του σε μια άγρια, καυστική ζήλια που έσταζε από κάθε της λέξη.
«Η κωλόγρια...» του πέταξε με αποστροφή, αδυνατώντας να χωνέψει την ιδέα πως αυτός ο άντρας θα μοιραζόταν αργότερα τη ζωή και τον χώρο του με κάποια άλλη.
Ο Νικηφόρος σήκωσε το βλέμμα του, βαρύς από τη συνειδητοποίηση. Τα σύνορα ανάμεσα στο παράνομο πάθος και στην απόλυτη κτητικότητα είχαν μόλις καταρρεύσει.
Ένα σαρδόνιο, προκλητικό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη του.
«Γιατί, σε τρώει η ζήλια;» της πέταξε μες στα δόντια, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του.
Εκείνη όμως δεν αστειευόταν. Το βλέμμα της ήταν κοφτερό σαν λεπίδα.
«Δεν ζηλεύω, απαιτώ,» του ξεκαθάρισε, πριν τον πετσοκόψει με τις μνήμες της προηγούμενης νύχτας. «Να θυμάσαι τι άκουσα χθες στην παραλία. Η Νεφέλη δεν ξεχνιέται εύκολα... ούτε όμως και το πως της φέρθηκες. Οπότε, άνοιξε τα μάτια σου καλά, γιατί μπορεί η υπομονή μου να τελειώσει.»
«Μη γίνεσαι έτσι, μικρή μου...» της ψιθύρισε προσπαθώντας να μαλακώσει τον τόνο.
«Έλα μαζί μας στη ντισκοτέκ,» τον προκάλεσε εκείνη με ένα δηλητηριώδες χαμόγελο. «Άσε τη Νεφέλη να χαρεί την αποψινή νύχτα όπως της αξίζει, αφού ούτως ή άλλως ρόλοι και υποσχέσεις γίνονται στάχτη.»
«Το μυαλό σου έχει κολλήσει σε έναν αέναο κύκλο, σαν κολλημένη βελόνα του πικ απ Δανάη..». της απάντησε εκείνος, νιώθοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια του να τρέμει.
Εκείνη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Το βλέμμα της τον έκαιγε, διαπερνώντας τις άμυνες που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ορθώσει.
«Σαν πικάπ, στα λέω...» τον κατηγόρησε με μια φωνή που έσταζε ειρωνεία και δηλητήριο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, οι προκλήσεις, και η τριπλή φωτιά, δούλευε σαν σαράκι μέσα του, ξυπνώντας ένστικτα που ούτε ο ίδιος ήθελε να παραδεχτεί.
Με μια απότομη κίνηση, η Δανάη έκοψε τη κουβέντα στη μέση. Η οργή της μεταμορφώθηκε σε μια παγωμένη, υποσχόμενη ηδονή.
Γυρίζοντας την πλάτη, άρπαξε την τσάντα της και τράβηξε για την έξοδο, καθώς οι φωνές από τις εξαδέλφες της άρχισαν να πλησιάζουν στην αυλή. Πριν χαθεί στο φως της ημέρας, τον κοίταξε για τελευταία φορά.
«Τράβα σε εκείνη απόψε...» του πέταξε μες στα δόντια. «Μα ο λογαριασμός μας δεν έχει κλείσει.»
Θέλοντας να απομακρύνει τη συζήτηση από το επικίνδυνο πεδίο τους, ο Νικηφόρος έστρεψε αλλού την κουβέντα.
«Με τη Φαίδρα τα πάτε καλά; Μου φαίνεται πως υπάρχει μια μόνιμη κόντρα ανάμεσά σας.»
Η Δανάη αναστέναξε με περιφρόνηση.
«Είναι γοητευτική, ναι, αλλά ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Με τη μάνα μου μπορούμε να πιαστούμε στα χέρια για το τίποτα. Ξέρεις τι φταίει; Η αγαμησιά, σου λέω! Όταν μια γυναίκα μένει στεγνή και απότιστη, βγάζει φαρμακερή χολή σε όλους. Θέλει έναν άντρα γερό να τη στρώσει, να τη βάλει στη θέση της! Να την πασσαλώσει.
Ένα ειρωνικό, λάγνο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Νικηφόρου, παρά την ένταση που μόλις είχε προηγηθεί.
«Δηλαδή αυτή είναι η ρίζα του κακού;» ρώτησε, κουνώντας απελπιστικά το κεφάλι του.
Η Δανάη του πέταξε ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου. Οπότε, να έχεις το νου σου απόψε. Μη αφήσεις καμία παραπονεμένη στο χωριό, γιατί ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα γλιτώσεις από τα νύχια μας!»
Η σιλουέτα της χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας όμως πίσω της έναν ηλεκτρισμό που έκαιγε ακόμα τον αέρα. Η Δανάη απομακρύνθηκε λικνιζόμενη με υπολογισμένη χάρη, κάθε της βήμα και ένα ράπισμα στον εγωισμό του.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει, πιστεύοντας πως κρατούσε τα ηνία, αγνοώντας πως είχε ήδη πιαστεί χειροπόδαρα στον ιστό της. Η παγίδα είχε κλείσει, και η νύχτα υποσχόταν να είναι αμείλικτη.
Μόνος στην αυλή πια, ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στις τσέπες του, με τα νεύρα του τεντωμένα σαν χορδή. Το άρωμά της φάνηκε να ποτίζει τον αέρα, άρρηκτα δεμένο με το χνάρι της οργής και της ηδονής που του άφησε.
Ο έμπειρος ναυτικός, ο σκληρόπετσος άντρας που νόμιζε πως τιθασεύει τα πάντα, είχε γονατίσει από μια δεκαοκτάχρονη. Και το πιο πικρό; Πως ο ίδιος είχε στρώσει το χαλί για να πέσει στην παγίδα της, γουστάροντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ορμονικής ήττας.
Η σιωπή της νύχτας έπεσε σαν βαρύ κάλυμμα πάνω από το χωριό, αλλά ήταν μια σιωπή που έκρυβε καταιγίδα. Ο Νικηφόρος, παλεύοντας να ηρεμήσει τους μαινόμενους παλμούς του και να εξαφανίσει τα ίχνη της φωτιάς από πάνω του, δεν ήξερε ακόμα πως το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο. Η νύχτα υποσχόταν εκπλήξεις που θα σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Ο κλοιός έσφιγγε απειλητικά. Από τη μία η Φαίδρα, με το βλέμμα της να διαπερνά τα πάντα σαν ξυράφι· από την άλλη η Νεφέλη, να πλησιάζει με εκείνο το επικίνδυνο, υποσχόμενο χαμόγελο. Ο Νικηφόρος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ακριβώς τη στιγμή που η απουσία της Δανάης άφηνε τον αέρα ηλεκτρισμένο και έτοιμο να εκραγεί.
Μόνος με τη Νεφέλη πια, ο Νικηφόρος προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η καχύποπτη ματιά της δεν άργησε να πέσει πάνω του.
«Τσακωθήκατε με τη μικρή;» τον ρώτησε κοφτά.
«Κουβέντα κάναμε...»  απάντησε εκείνος, κρύβοντας την ταραχή του πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Μα η σκέψη του ούτως ή άλλως είχε καρφωθεί αλλού. Αν η Νεφέλη ήξερε τι «δυναμίτης» κρυβόταν πίσω από τη νεαρή ηλικία της Δανάης και πώς τον είχε αφήσει λειψό, τα πόδια της θα τρέμανε εξίσου.
Η Νεφέλη τον ζύγισε με βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες. Τα σταυρωμένα χέρια της ανέδιδαν μια προκλητική αμυντικότητα, γεμάτη υποψίες.
«Πολύ «συμβουλευτικός» έχεις γίνει τελευταία, Νικηφόρε...» του πέταξε με υπονοούμενο. «Και φοβάμαι πως το παιχνίδι σας θα αφήσει καμμένα ερείπια.»
Εκείνος προσπάθησε να γελάσει την κατάσταση, κρύβοντας τον πυρετό που τον έκαιγε από μέσα.
«Σοβαρεύσου, σου λέω... Εμείς οι μεγαλύτεροι απλώς βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.»
Η Νεφέλη έκλεισε την απόσταση με μια κίνηση γεμάτη υποσχέσεις, τυλίγοντας τον με το άρωμά της. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω του, διαβάζοντας κάθε ίχνος της ταραχής του.
«Στους νέους, λες;» ψιθύρισε με φωνή που ακουγόταν σαν χάδι και πρόκληση μαζί. «Εγώ βλέπω έναν άντρα πιασμένο στην παγίδα του, που μάλλον περνάει υπέροχα μέσα στα δίχτυα του.»



Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Summer vacation is over.

..Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).......Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του Φθινοπώρου.  Στην εποχή κατά την οποία ο γαλανός ουρανός, οι ηλιόλουστες μέρες και οι δροσερές νύχτες προσθέτουν σταδιακά εκατοντάδες κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες πινελιές στους δασοσκέπαστους λόφους. Έχουν περάσει τρεις γεμάτες εβδομάδες που τελείωσαν οι διακοπές του καλοκαιριού για τις οικογένειες τους.  Η «θερινή ραστώνη» η δύναμη που τα ισοπεδώνει όλα, ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο κάτω από έναν ήλιο που στέκει αγέρωχος εκεί ψηλά και δίνει ώθηση στα ενδόμυχα όνειρα και τις επιθυμίες μας, να ζούμε πιο έντονα, να σκεφτόμαστε θετικά πράγματα, να χαράσσουμε το μέλλον μας και ο,τι μπορεί να συμβεί να μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Στις μέρες μας όπου το άγχος και οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας είναι αυξημένοι, οι διακοπές και οι μικρές αποδράσεις μπορούν να μας δώσουν μια ανάσα ξεκούρασης, η όποια έχει πολύ ευεργετικές επιπτώσεις και στην μετέπειτα ζωή μας. Απελευθερωνόμαστε, ηρεμούμε για να ξεφύγουμε από πίεση, άγχος και απαιτήσεις και θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα. Αυτές λοιπόν οι ανέμελες στιγμές που έζησαν οι οικογένειες τους έχουν μείνει εκεί στις ακρογιαλιές του πανέμορφου κόλπου. στη θάλασσα όπου το νερό ξέπλενε τις αισθήσεις τους και το αλάτι επούλωνε τις πληγές τους. Οι διακοπές φαντάζουν πλέον ανάμνηση και το κάθε μέλος της ευρύτερης οικογένειας βρίσκεται σήμερα και πάλι ενεργό στα εργασιακά και οικογενειακά τους καθήκοντα. Για πολλούς, είναι η επιστροφή στη δουλειά ή το σχολείο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, κάτι που δίνει μια αίσθηση ανανέωσης και οργανωτικότητας. Είναι η στιγμή που βάζουμε νέους στόχους και οργανώνουμε τις υποχρεώσεις μας, με μια αίσθηση φρεσκάδας και νέας ενέργειας. Ο Σεπτέμβριος είναι ένας μήνας γεμάτος μεταβατικές στιγμές και αντιθέσεις, που τον καθιστούν μοναδικό και ίσως τον καλύτερο μήνα του χρόνου. Από τη μία πλευρά, το καλοκαίρι αποχαιρετά, με τη ζέστη να υποχωρεί σιγά σιγά, και από την άλλη, το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του, με την ατμόσφαιρα να γίνεται πιο δροσερή και γλυκιά. Αυτός ο μήνας φέρνει μαζί του και την εποχική μετάβαση στη φύση. Τα φύλλα των δέντρων αρχίζουν να αλλάζουν χρώμα, με τα ζωντανά πράσινα να δίνουν τη θέση τους σε χρυσοκίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις. Η φύση προετοιμάζεται για τον ερχομό του χειμώνα, και αυτή η αλλαγή δημιουργεί μια μοναδική αίσθηση γαλήνης και ομορφιάς.
.....Η Εριφύλη πέρα από τις οικογενειακές καθημερινές υποχρεώσεις της σαν μητέρα δυο μικρών παιδιών που μεριμνά για την σωστή ανατροφή τους και την άρτια σχολική εκπαίδευση τους, με προσμονή και έντονο ενδιαφέρον ανέμενε την έναρξη των μαθημάτων στο Εργαστήρι Βυζαντινής Αγιογραφίας όπου έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και βυζαντινής αγιογραφίας. Συνέχισε να πηγαίνει τους μικρούς γιους της  κολυμβητήριο το χειμώνα – ή για την ακρίβεια, και το χειμώνα! Δεν το θεωρούσε καθόλου κακή ιδέα διότι πιστεύει πως η κολύμβηση όπως και κάθε σωματική άσκηση δυναμώνει το ανοσοποιητικό τους σύστημα και το κολύμπι είναι μια πολύ υγιεινή άσκηση για όλο το σώμα, που γυμνάζει χωρίς να επιβαρύνει, δεν προκαλεί τραυματισμούς και δυναμώνει τους πνεύμονες. 
Ταυτόχρονα ξεκίνησε και πάλι το γυμναστήριο που είχε διακόψει τους καλοκαιρινούς μήνες και απλώς αφιέρωνε λίγο χρόνο στον εαυτό της κάνοντας γυμναστική στην ύπαιθρο. Πηγαίνει στο ίδιο γυμναστήριο εδώ και τρία χρόνια, όμως τη νέα σαιζόν, ο καινούργιος γυμναστής είναι πολύ όμορφος με όλα αυτά τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός σέξι γυμναστή (κοιλιακοί, μούσκουλα, αρρενωπότητα).  Εκεί, ο γυμναστής έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του για εκείνη και μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και στο τέλος της ζήτησε να πάνε για ποτό. Καθόλου δεν το εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη απεναντίας της θύμισε τον γείτονα της τον ταξιτζή,(Αυτόν τον Λιγούρη που το μάτι του διαθέτει ραντάρ, το οποίο πιάνει ό,τι σε θηλυκό κινείται εντός του οπτικού του πεδίου. Αυτός πιστεύει ότι όλες γυναίκες γράφουν «γάμησε με» στο κούτελο και στο δικό του έχει πάρει ανεξίτηλο μαρκαδόρο και έχει γράψει «θέλω να σε πηδήξω.») οπότε είπε ευγενικά όχι και αποχώρησε. Ωστόσο, στα μαθήματα συνέχισε να ασχολείται κυρίως μαζί της και να προσπαθει κάθε φορά να την ακουμπήσει για να τη διορθώσει. Μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όρια της για να νιώθει άνετη και ελεύθερη, να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να νιώθει την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει την κουβέντα σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και αν πρέπει να της δείξει μια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία της φιλενάδας της, της Ελπινίκης γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη τύπο, η Εριφύλη αντέδρασε. «Γιατί αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους δραστηριοποίησης γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες, το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας…»
....Η Άλκηστις αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τα πτυχιακά της μαθήματα. Για να πάρει πτυχίο χρωστά ένα μάθημα και τη πτυχιακή της εργασία και είναι απλά θέμα χρόνου να περάσει τον πρώτο από τους δυο σκοπέλους. Τον δεύτερο όσο και καλή διάθεση και αν έχει απαιτεί διάβασμα, και δε θέλει να πάει και άλλο μακριά η βαλίτσα του πτυχίου της. Ταυτόχρονα απασχολείται part time στη ρεσεψιόν πολυτελούς ξενοδοχείου στην πολιτεία καταγωγής και διαμονής της. Με την Εριφύλη έχουν σχεδόν καθημερινή επαφή μέσα από τα sosial media. Όταν ο χρόνος της το επιτρέπει  η Άλκηστις κατεβαίνει στην Αθήνα στην ξαδέλφη της...............

Κυριακή 6 Απριλίου 2025

2006 (MLC)

.. Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).......Δεν πρόλαβαν να γυρίσουν στην Αθήνα και ο Νικηφόρος στη βδομάδα επάνω βρέθηκε στο αεροδρόμιο με προορισμό το Άμστερνταμ. Μπαρκάριζε σε ένα μεγάλο τελευταίας τεχνολογίας δεξαμενόπλοιο που ξεφόρτωνε στο Ρότερνταμ. Είναι πικρή του ναυτικού η μοίρα το λέει και το τραγούδι.
«Βάρα λοστρόμε την μπουρού
κι εσύ μηχανικέ ντουγρού
φουλαριστά οι μηχανές, πάλι να τρέχουν
Κι αν κλαίνε αγάπες στη στεριά
σφίχτε λεβέντες την καρδιά
οι ναυτικοί στον χωρισμό πρέπει ν' αντέχουν
Είναι πικρή του ναυτικού η μοίρα
να καταπίνει την αλμύρα
απ' το κύμα κι απ' το δάκρυ
στης θάλασσας την κάθε άκρη.»
Κάθε μπάρκο και μια περιπέτεια, κάθε λιμάνι και μια διαφορετική εμπειρία, τρικυμισμένες ή γαλήνιες θάλασσες, τόποι διαφορετικοί, άλλες φορές μαγευτικοί άλλες απωθητικοί. Eνα ταξίδι της ζωής, η καθημερινότητα του ναυτικού, πολλές οι χαρές, αρκετές και οι πίκρες και πάντα ο νους και η καρδιά να ταξιδεύει πιο γρήγορα από τις μηχανές το πλοίου στην οικογένεια πίσω στην πατρίδα, σε πρόσωπα αγαπημένα, σε παιδιά που τα αναζητεί και τον αναζητούν.
Βρισκόμαστε στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας που κυκλοφόρησε το Skype μια επαναστατική και πρωτοποριακή και δημοφιλής εφαρμογή τηλεφωνικών κλήσεων εκείνη την εποχή μέσω Διαδικτύου στον κόσμο. Το Skype, το οποίο κυκλοφόρησε το 2003, υποσχόταν στους χρήστες του μια άνευ προηγουμένου ιδιωτικότητα, με κλήσεις «πολύ ασφαλείς με κρυπτογράφηση end-to-end» κάτι που θεωρητικά καθιστούσε αδύνατο για τους hacker ή τους κατασκόπους να διαβάσουν τις συνομιλίες και να ακούσουν κλήσεις από το Διαδίκτυο. Οι κλήσεις του Skype είχαν εξαιρετική ποιότητα ήχου και ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς.
Το ναυτικό επάγγελμα είναι από τα ποιο δύσκολα και σκληρά επαγγέλματα που υπάρχουν στον κόσμο. Οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει ο ναυτικός, η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος και η απομόνωση μέσα στο καράβι μακριά από τους δικούς του ανθρώπους είναι μόνο κάποιες από τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει. Η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός που θα πρέπει να δείχνουμε σε αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι εργάζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες με σκοπό να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειες τους , είναι το λιγότερο.
Ένα αντιθέσει με ότι πιστεύουν πολλοί άνθρωποι στην στεριά, ο ναυτικός του εικοστού πρώτου αιώνα δεν βγαίνει στα λιμάνια. Βλέποντας αξιοθέατα και γλεντώντας. Η μονοτονία του να εργάζεσαι και να ζεις στο ίδιο περιβάλλον για πολλούς μήνες τον χρόνο είναι τεράστια και μεγάλο πρόβλημα για την ψυχολογία ενός ναυτικού. Ένα ίσως από τα δυσκολότερα κομμάτια στο επάγγελμα του ναυτικού είναι ότι αποχωρίζονται την οικογένεια του και τους φίλους του. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα να αποχωρίζεσαι την οικογένεια σου για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Πραγματικά ένα τεράστιο ψυχολογικό βάρος που δεν αντιμετωπίζεται με τίποτα.
Σήμερα λοιπόν οι ναυτικοί έχουν κερδίσει το δικαίωμα υποχρεωτικής πρόσβασης στο διαδίκτυο ενώ βρίσκονται στη θάλασσα, στο πλαίσιο της επικαιροποίησης της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας  που συμφωνήθηκε το 2006 (MLC) και οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, κυρίως λόγω τις έλευσης του Ίντερνετ στα καράβια αλλά και την μεγάλη μείωση του κόστους της τηλεφωνικής επικοινωνίας.
Η ανοιχτή και τακτική επικοινωνία είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση ισχυρών οικογενειακών δεσμών. Με τη σύγχρονη τεχνολογία, οι ναυτικοί μπορούν να παραμένουν σε επαφή με τις οικογένειές τους μέσω τηλεφωνικών κλήσεων, βιντεοκλήσεων και μηνυμάτων μέσω των social media. Οι συχνές συζητήσεις βοηθούν στη διατήρηση της συναισθηματικής σύνδεσης και εξασφαλίζουν ότι όλοι είναι ενήμεροι για τις καθημερινές δραστηριότητες και τα σημαντικά γεγονότα ώστε να μπορούν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να απολαύσουν μια πλήρη και ισορροπημένη ζωή.
Το έμαθε και ο Αδαμάντιος ότι το πλοίο διέθετε ιντερνετική σύνδεση και του έστειλε μήνυμα του Νικηφόρου. Ο Νικηφόρος ξαφνιάστηκε λίγο καθώς δεν το περίμενε από τον Αδαμάντιο να εκδηλώσει τέτοιο έντονο ενδιαφέρον για επαφές τους. Ένα χαμόγελο γέμισε το πρόσωπο του. Ενδιάμεσα σχόλια τον σύντομο χρόνο και τις λίγες στιγμές που είχαν βρεθεί μόνοι κάποιες από αυτές ο Νικηφόρος έμενε με μια αίσθηση πως ο Αδαμάντιος αναζητούσε πολύ διακριτικά μια καινούργια επαφή....

Σημείωση: Οι ναυτικοί κέρδισαν το δικαίωμα στην υποχρεωτική κοινωνική συνδεσιμότητα για τα πληρώματα - συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στο Διαδίκτυο - με ενημερώσεις της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας του 2006 (MLC).

Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Thanatos Pikros

 
.. 
*****Ποιος θρόισε το σάβανο; Όχι, δε λέει αλήθεια.
Κανείς εδώ δεν τραγουδάει, κανείς εδώ δεν κλαίει,
κανείς σπιρούνια δε χτυπά και την οχιά δε σκιάζει:
μόνο τα μάτια ολάνοιχτα θέλω εδώ πέρα να ’χω,
να βλέπω τούτο το κορμί που αναπαμό δε θά ’βρει.

Τους άντρες θέλω εδώ να ιδώ με τη φωνή την άγρια,
που τιθασεύουν άλογα, ποτάμια κυβερνάνε,
που σύγκορμα τραντάζονται καθώς τραγούδια λένε
με ήλιο και πετροχάλικα στο φλογερό τους στόμα.

Εδώ να ’ρθούνε να τους δω. Μπροστά σ’ αυτήν την πέτρα.
Μπροστά σε τούτο το κορμί με τα σπασμένα γκέμια.
Εδώ να ’ρθούνε να μου ειπούν [ποιος δρόμος*] ποια στράτα τώρα μένει
για τούτον τον παλικαρά που ο θάνατος ορίζει.

Θέλω ένα θρήνο να μου ειπούν να μοιάζει σαν ποτάμι
με καταχνιές ανάλαφρες και δασωμένες όχτες,
μακριά να πάρει το κορμί του Ιγνάθιο ώσπου να σβήσει
χωρίς ν’ ακούει το ανάσασμα το καυτερό του ταύρου.

Να σβήσει εκεί στου φεγγαριού την ασημένια αρένα,
που [όντας*] σαν παιδί καμώνεται βουβάλι πονεμένο,
να σβήσει μέσα στη νυχτιά χωρίς ψαριών τραγούδι,
στ’ άσπρα τα θάμνα του καπνού που η παγωνιά πετρώνει.

Δε θέλω να του βάλουνε στην όψη του μαντίλια,
για να του γίνει ο θάνατος πικρός σταυραδερφός του.
Πήγαινε, Ιγνάθιο. Μην ακούς την πυρωμένη ανάσα.
Κοιμήσου, πέτα, ησύχασε. Και η θάλασσα πεθαίνει.…….****Λόρκα
......................

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

Mparmpa Theodorakis Frintzilas

...Θεόδωρος Φριντζήλας ή Στραβοθοδωράκης, ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά μέλος της οικογένειας Φριντζήλα, με μέλη στη Κρεμαστή, τα Πελετά, τα Πιστάματα και τη Ρηχιά.  Διακρίθηκε για το ποιητικό του τάλαντο, ως ο πασίγνωστος τυφλός ποιητής από τη Ρηχιά. 
........................... 
Ένας Λεβεντάνθρωπος.... Μποέμ ..............
Ξάδελφος του παππού.........................
Θείος της μητέρας μου.......

1955 -1956.... Ήμουν πεντάχρονος που σαν μέσα από μια συννεφιά μνήμης ενθυμούμαι το μπάρμπα Θοδωράκη που έμενε σε ένα κατώι, όπου τα έβγαζε πέρα με ελάχιστα. Σηκωνόταν κατά το μεσημεράκι, ζητούσε να τον πάρω από το χέρι και να τον οδηγήσω σεργιάνι μέχρι την ντάπια του οικισμού Μπελεσέικα. Αυτή τη βόλτα την εκτελούσε, με τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Όταν είχε ήλιο, καθόταν στο βράχο και μασουλούσε το ψωμί του καπνίζοντας και ένα τσιγάρο. Όταν έβρεχε ή έκανε κρύο, έμενε στο κατώι βούλιαζε σ’ ένα φθαρμένο καναπέ και άκουγε στη διαπασών μουσική. Με το που έπαιρνε να νυχτώνει και απέξω το σκοτάδι ήταν απόλυτο στο κατώι επικρατούσε βαθιά σιωπή. Το μυαλό του τότε ήταν καθαρό σαν τον χειμωνιάτικο νυχτερινό ουρανό, με το φεγγάρι και τον πολικό αστέρα στη θέση τους να τρεμοσβήνουν ζωηρά. Ο μπάρμπα Θοδωράκης μέσα στην ησυχία της νύχτας αναζητεί τα θέματα των στιχουργημάτων του βασισμένα στην καθημερινή ζωή και τις τοπικές παραδόσεις στα Ζαρακιτοχώρια. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, σκεφτόταν τον τελευταίο του στίχο και προσπαθούσε να θυμηθεί πως είχε ταιριάξει τις λέξεις και πότε τις είχε χρησιμοποιήσει ξανά. Μπορεί να τις είχε ξανασκεφτεί και άλλες φορές στη ζωή του, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτε το συγκεκριμένο. Σχολίαζε με καυστικό τρόπο τις πολιτικές εξελίξεις, περίβαλλε με αγάπη τα γνωστά του πρόσωπα που αναφέρονται στα ποιήματά του, παραθέτει τις σκέψεις του χωρίς να ηθικολογεί. Είχε τόσα πράγματα να σκεφτεί, τόσες ιστορίες να πει. Αυτό που του έλειπε ήταν η σωστή διέξοδος, απ’ όπου θα ξεχύνονταν οι σκέψεις και οι ιδέες, σαν λάβα που μετά θα έπηζε σε μια σταθερή ροή πρωτότυπων έργων, που όμοια τους ο κόσμος δεν είχε δει ποτέ.  Οραματιζόταν πως τα μάτια των ανθρώπων θα άνοιγαν διάπλατα από την έκπληξη στο σπάνιο ταλέντο. Μια φωτογραφία του μ’ ένα χαμόγελο, θα έμπαινε στις λογοτεχνικές σελίδες των περιοδικών! Ο μπάρμπα Θοδωράκης σκεφτόταν μερικά ποιήματα που είχαν αρχή. Μερικά άλλα είχαν τέλος. Κανένα όμως δεν είχε αρχή και τέλος και ασταμάτητα, δούλευε καθετί που του περνούσε από το μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι σκεφτόταν υπερβολικά πολλά. Δεν μπορούσε με τίποτε ν’ αποφασίσει, όταν σκεφτόταν τη ρίμα του στο σύνολό της, τι ήταν απαραίτητο και τι όχι. Την επόμενη μέρα, σχεδόν τα είχε ξεχάσει! 

Ω! Βλάχα Μούσα της Ρηχιάς
Κόρη του Θοδωράκη
Κατέβα και βοήθα με
Να πω ένα τραγουδάκι
…………………………
Έτσι άρχιζε ένα ποιηματάκι κάποιος φιλόδοξος σατιρικός ποιητής στα μαθητικά του χρόνια, και ο οποίος εγκατέλειψε, για ευνόητους λόγους, την ποίηση πολύ σύντομα. Ο ποιητής(;) αναφέρεται στο Μπάρμπα Θοδωράκη τον Φριντζήλα. Ο μπάρμπα Θοδωράκης ήταν ένας γέρος αγράμματος, τυφλος, εξ ου και Στραβοθοδωράκης, με άσπρα γένια που είχε το χάρισμα να φτιάχνει στίχους με μεγάλη ευκολία. Πολλοί από αυτούς τους στίχους γινόταν και τραγούδια. Δεν πιστεύω ότι οι στίχοι του να έχουν διασωθεί. Είχε μεγάλη απήχηση στον παιδόκοσμο. Όταν το παιδομάνι έβλεπε τον Μπάρμπα Θοδωράκη έτρεχε πίσω του.
«Μπάρμπα Θοδωράκη πες μου ένα ποίημα»
«Πως σε λένε;»
«Μπότη»
«Ο Μπότης το καλό παιδί και τ’άξιο παλληκάρι…..κλπ»
«Πες μου και μένα ένα.»
«Πως σε λένε?»
«Γιάννη»
«Ο Γιάννης το καλό παιδί κλπ. κλπ.»
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είχε πάντα ένα τετράστιχο για όλους. Το έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή, ή τα είχε σε μια τράπεζα δεδομένων και τραβούσε ένα κατά την ζήτηση; Πως σε λένε Γιώργο. Πάρε Γιώργο. Εσένα; Νίκο. Πάρε Νίκο. Εσένα; Χρήστο. Πάρε Χρήστο.
Περάστε κόσμε, πάρε παιδόκοσμε.
Ανήκε ο μπάρμπα Θοδωράκης στους Entertainers της Παλιάς Ρηχιάς; Στους ενήλικες προφανώς όχι. Ο παιδόκοσμος όμως;
Ο μπάρμπα Θοδωράκης είναι ένας θρύλος, και όπως όλους τους θρύλους να τον τιμούμε και να τον σεβόμαστε..

.........................................
Ο Θεοδωράκης Φριντζήλας γεννήθηκε το 1880 στο Μπρακάκι, στην περιοχή Καρίκια του χωριού Ρηχιάς.
Πέθανε στις 22 του Ιούλη το 1961, 82 χρόνων.
................................................
Γιώργη, τι να τα κάνεις τα λεφτά - με τους πολλούς τους τόκους
άμα δεν έχεις άνθρωπο καλό - με τους καλούς τους τρόπους.
Γιώργη, να μην κοιτάξεις χρήματα - παρά καλή γυναίκα
γιατί ποτέ τα χρήματα - δεν βγαίνουν στο σεργιάνι.
Πάρε γυναίκα όμορφη - να βγαίνεις στο σεργιάνι
να σκάζουν οι ρουφιάνοι.
.................................
Αυτό το αχ να μούφευγε - απ’της καρδιάς τα φύλλα
όλο τον κόσμο θάκαιγα - δίχως φωτιά και ξύλα.
Καημένη Κουλοχέρα μου - πόχεις την τρύπια πέτρα
τρούπια είν’κι η καρδούλα μου - σαν τη δική σου πέτρα.
..........................................
Α, ρε φίλε δεν ξέρω - αν κοιμάσαι ή ονειριάζεσαι
κείνος πούχει καλό μυαλό - και άλλο δεφτέρι βγάζει.
.................
Ναι,φίλε μου ετούτο το μυαλό - βγαζει βελόνες άφθονες
χιλιάδες εκατομμύρια - να ράψεις τα κασμίρια σου
κι όλα σου τα στολίδια.
................
Κλαίω με μαύρα δάκρυα - της γης το χώμα βρέχω
και δεν εβρέθηκε άνθρωπος - να με ρωτήσει τι έχω.
Όταν πεθάνω μη με κλαις - γιατί ΄μαι πεθαμένος,
κλάψε με τώρα πούμαι ζωντανός - κι είμαι τυφλός και καταφρονημένος.
..........................
Δεν το πιστεύω στο ντουνιά - κανένας να με φτάσει
στα τραγουδάκια τα πολλά - και ούτε να με περάσει.
Τα ποιήματα .....
Από το βιβλίο ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Θ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
θοδωράκης φριτζήλας - Ο ΤΥΦΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
................
Σημείωση I: Τα ανίψια του (Η μητέρα μου.... και οι Θείες μου)... Μου δηλώσαν ότι δεν ήταν παντελώς τυφλός! Απλώς από νεαρή ηλικία είχε αρχίσει να έχει εκτεταμένα μειωμένη όραση η οποία με την πάροδο του χρόνου επιδεινώθηκε. Προς επιβεβαίωση τους παραθέτω το δίστιχο...
Ανέβαινε το 1956 σε ηλικία 76 χρονών στις «Βόγιες» και βλέποντας τον πρόεδρο του Χάρακα, το Δαμιανό να επιβλέπει το έργο επαναχάραξης του νέου δρόμου του λέει:
                              Γεια σου Δαμιανέ - με τη βόγια την καινούρια
                            που θα σε συγχωράνε - άνθρωποι και γαιδούρια.

Σημείωση II: Το 1825 πέρασε από το Ζάρακα ο Ιμπραήμ ο οποίος ως γνωστό δεν άφησε πίσω του τίποτε όρθιο.  Αμέσως μετά την επανάσταση η Ρηχιά ήταν ακατοίκητη και οι διάφορες εκτάσεις που ονομάζονταν μετόχια ανήκαν σε κατοίκους της Κρεμαστής. Αμέσως μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ άρχισαν να εγκαθίσταται στην περιοχή της Ρηχιάς  διάφορες οικογένειες όπως οι Πετρουτσάς στα Νήπια από τις Σπέτσες, οι Φριντζήλας στα Καρίκια επίσης από τις Σπέτσες. Οι Κόκκορης στη Ρηχιά πιθανώς από τους Γοράνους Σπάρτης. Οι Δρίβας ήταν κάτοικοι Κρεμαστής πολύ παλαιότερα.

Σημείωση III: Το Μετόχι Καρίκια άνηκε στους Φριτζηλαίους αλλά μέσω προικώων απέκτησαν γη εκεί και οι Μπελεσαίοι οι οποίοι ήταν μάλλον από τα μέρη της Κορίνθου..

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2024

Stoumpos (Petra-Kotrona)

..Είναι κάποιες ενδιαφέρουσες πληροφορίες που αφορούν τη δομή του οικογενειακού μας δένδρου που περιλαμβάνει γενιές (γονείς, παππούδες, προπάππους) και πλάγιες γραμμές (αδέλφια, θείοι, ξαδέλφια), απεικονίζοντας τις βιολογικές ή θετές σχέσεις, που πολλές φορές βρίσκονται ανάμεσα μας ή δίπλα μας, ως πηγές άντλησης πληροφοριών, και εμείς δεν γνωρίζουμε πως ακριβώς να τις ανακαλύψουμε και να ενημερωθούμε.
Πατημένα στο Φθινόπωρο των εξήντα μου χρόνων, με γκρίζο-λευκό μαλλί πλαισιωμένο με γκριζόμαυρες κηλίδες από δω κι από εκεί, ελαφριές ρυτίδες σαν χαρακιές, σκύβω να δέσω τα κορδόνια μου κι αναστενάζει η μέση μου αλλά αρνούμαι να υποταχθώ στον γρήγορο, αγωνιώδη ρυθμό της ζωής μας. Διανύοντας λοιπόν μια περίοδο ωριμότητας, αναστοχασμού και απολογισμού που συνδέεται με τη μετάβαση σε μια πιο ήρεμη φάση, όπου η εμπειρία δίνει τη θέση της στη σοφία, παρόμοια με την αλλαγή των εποχών. Έτσι ξαφνικά από μια στιγμιαία, φωτεινή αναλαμπή μολύνθηκα από το μικρόβιο να αναζητήσω τις μακρινές ρίζες της οικογένειάς μου. Σε μια αναζήτηση του γενεαλογικού μας δέντρου που άρχισε να μου φαντάζει, συναρπαστική εμπειρία, κτίζοντας το οικογενειακό μας δέντρο σε μια λευκή σελίδα του τετραδίου ανοιχτή μπροστά μου, ώστε να νιώσω πως πατάω πιο στέρεα σ’ αυτό τον τρίτο πλανήτη από τον ήλιο. 
Στο ξεκίνημα της αναζήτησης ζητώντας κάποια επικουρική βοήθειά έγινα Φίλος της ομάδας του χωριού μου ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ στο Facebook για άντληση πληροφοριών από τους συγχωριανούς του τόπου καταγωγής μου. Ταυτόχρονα σ' αυτή τη καταπληκτική ομάδα, μέσα από τις επαφές μου με τους φίλους, φίλες βιώνω χαρές και λύπες ανακαλύπτοντας το μοναδικό δώρο της Φιλίας! Η καρδιά μου γεμίζει με συναισθήματα που μοιάζουν με κύματα. Αυτές οι φιλίες τις περισσότερες φορές μας ανεβάζουν ψηλά, αλλά καμιά φορά μας πετάνε άτσαλα στην όχθη όταν μαθαίνεις δυσάρεστα νέα τους!
 Από πλευράς γενεαλογικού δένδρου μητέρας η αναζήτηση ήταν απλή και εύκολη να φιλοτεχνήσω το γενεαλογικό της δέντρο και ένα σύντομο ιστορικό της οικογένειας της. Η μικρότερη αδελφή της μητέρας μου η θεία η Κατερίνα είναι ένα ανεξάντλητο και πολύτιμο βιβλίο σε αυτό το αντικείμενο. Την επισκέπτομαι κατά περιόδους στη Μαγούλα Αττικής, φτιάχνει μυρωδάτο καφέ με εσάνς κανέλας και τα λέμε. Μερικές φόρες ερχόταν στην παρέα μας και ο ξάδελφος της ο συγχωρεμένος ο Μίμης ο Φριντζήλας ο πατέρας της Μάρθας και τότε ο καφές συνοδευόταν με τσίπουρο και οι πληροφορίες γίνονταν ποταμός.. Για τους Φριντζηλαίους της ομάδας του χωριού τον Μίμη τον είχε βαπτίσει η μητέρα μου. Ήταν η μεγαλύτερη στα αδέλφια και ξαδέλφια.
Για τους γονείς του πατέρα μου που τους έχασε στην παιδική του ηλικία ελάχιστα ήξερα. Ο πατέρας μου δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ για τους αποβιώσαντες γονείς του. Γενικά δεν ήταν ομιλητικός, και ότι και να του συνέβαινε, ποτέ δεν μιλούσε εύκολα για τα συναισθήματά του λες και ήταν μολυσματικά μικρόβια σε στόμα ασθενούς. Γυρίζοντας το χρόνο πίσω δεν θυμόμουν να είχα ρωτήσει και πολλά τον πατέρα μου για τον παππού και τη γιαγιά μου που δεν γνώρισα γιατί ειχαν αποβιώσει όταν ο πατέρας μου ήταν ακόμη μικρο παιδί. Θυμάμαι μια φορά μικρός, που του ζήτησα να μου μιλήσει για την γιαγιά μου: 
«Πώς ήταν η γιαγιά;» τον ρώτησα! Ο πατέρας μου αναστέναξε, κοίταξε αλλού και σκέφτηκε για λίγο πριν απαντήσει. «Είχε πολύ λευκή επιδερμίδα», μου είπε κομπιάζοντας στην κάθε λέξη λες και προσπαθούσε να στύψει το μυαλό του και να θυμηθεί αν είχε παιδικές αναμνήσεις! Μετά από μια μικρή παύση συνέχισε την ολοκλήρωση της σκέψης του με προσεκτικά τα λόγια του! «Ήταν ευγενικό και καλόβολο άτομο και είχε ωραίο περπάτημα». Περίεργος τρόπος για να περιγράφεις έναν άνθρωπο αλλά με τον καιρό κατάλαβα ότι πάντα του ήταν τόσο δύσκολο να μιλήσει για τη μητέρα του. Ηταν μόλις έξι χρονών όταν την έχασε.
Γνωρίζοντας σταδιακά φίλους της ομάδας του χωριού μου «ΚΟΥΛΕΝΤΙΑ ΛΑΚΩΝΙΑΣ» στο Facebook άρχισα αναμοχλεύοντας υποδόρια τις επαφές μου και τις σχέσεις με μερικούς φίλους της ομάδας. Έγινα στενός κορσές του Παναγιώτη Κοντάκου, αυτός με ανέχθηκε με περίσσια υπομονή μου έδωσε τα τηλέφωνα για ενορίες και ληξιαρχεία και με έφερε σε επαφή ηλεκτρονικά με την αξιότιμη μητέρα του και από ότι έχω νιώσει μέσα από τα σχόλια των φίλων της ομάδας είναι και μια αξιολάτρευτη δεσποσύνη η Μητέρα του η κυρία Ελένη. Σε αυτούς τους ανθρώπους τους σαν την κυρία Ελένη τους εύχεσαι να ζήσουν άλλον ένα αιώνα γεμάτο υγεία Ξεκίνησα να ξετυλίγω το κουβάρι για τις ρίζες μου  στα ληξιαρχεία Μολάων, Σπάρτης, και ενορίες Λυρών, Κουλέντια κλπ.
Σκαλίζω με υπομονή να βρω πληροφορίες από τα Γενικά Αρχεία Κράτους, και τους παλαιούς εκλογικούς καταλόγους της περιοχής μας. Γνωρίζω και έρχομαι σε επαφή με «Nikos-Eleni Pavlakis/» από τη Νεάπολη στα Βάτικα Λακωνίας τον οποίο ευχαριστώ από καρδιάς για τις ανεκτίμητες πληροφορίες που αφορούν τις οικογένειες Καραστατήρη και ιδιαίτερα την γιαγιά μου από πατέρα. Μου μετέφερε γνώσεις και δεδομένα εξαιρετικής αξίας! Σημαντικά ιστορικά στοιχεία για τη Ζαφείρω Καραστατήρη του Ιωάννη Καραστατήρη. Συνεχίζοντας την αναζήτηση η διαδικασία με οδηγεί στην αποκάλυψη άγνωστων στοιχείων και γνώσεων. Ανακάλυψα πληροφορίες που υπήρχαν, αλλά μου ήταν άγνωστες. Κάνοντας κάθε καινούργια ανακάλυψη, ένιωθα όπως ο Κολόμβος που ανακάλυψε την Αμερική. Η έρευνα μου για ιστορικά γεγονότα της οικογένειας με οδήγησαν στις εκδόσεις «Λακωνικαί σπουδαί» όπου υπάρχουν πληροφορίες με τους «Στούμπος». Να μη το πλατειάζω κατέληξα σε μια νοητή διαδρομή από τοποθεσίες καταγωγής των προγόνων μου από πλευράς του πατρός μου. Λιασίνοβα (Προσήλιο)-Ξηροκάμπι-Κουμουστά-Ελίκα-Άγιος Μάμμας-Κουλέντια-Μπουμπουτσέλια. Καθώς ένωσα τις σκόρπιες, άτακτες τελείες της αναζήτησης που με αφορούσαν προσωπικά, αναστοχάζομαι τη ζωή των προγόνων μου, τις επιτυχίες τους, τις αποτυχίες και τα ερείπια που άφησαν πίσω τους, κτίζοντας ένα ανάγλυφο, ολοζώντανο πορτραίτο της προσωπικότητάς τους. Έφτιαξα το γενεαλογικό μας δέντρο έχοντας ερωτηματικά πολλά για την αρχική ρίζα του επωνύμου της οικογενείας μου.
......Ανιψιά από ξαδέλφη της συζύγου μου, από το Βόλο, αναπληρώτρια δασκάλα το επάγγελμα μετατέθηκε πρόσφατα Αθήνα. Ανατολική Αττική. Ενοίκια και τα λοιπά έξοδα που περιέχονται σ ένα διαμέρισμα φτάνουν και δεν φτάνουν να τα καλύψει ο μισθός της. Την φιλοξενούμε! Μένει με την κόρη μας. Χώρος «δόξα το Θεό.»
Καθόμαστε απογευματάκι παρέα απολαμβάνοντας τον καφέ μας εγώ η κόρη μου και η ανιψιά. Κάποια στιγμή μου λέει το κορίτσι «Θείε διάβασα την ανάρτηση «το Μεγάλο Ρέμα. Τι ωραία που γράφεις».
«Στη θεία σου να τα πεις που μου λέει τι μαλακίες γράφεις πάλι!» της λέω γελώντας ευχαριστημένος.
Και αρχίζω να τους εξηγώ πως το μικρόβιο να γράφω ιστορίες μας ξεκίνησε αναζητώντας τις ρίζες μου και εν τάχη τους εξιστορώ το οικογενειακό μας δέντρο. Εκείνη την ώρα να σου και ο μεγάλος μου ο γιος. Κάθεται στη παρέα μας. Εγώ εξηγώ το γένος του πάτερα και πως τελικά το επώνυμο σύμφωνα με φήμες προήλθε από το ότι κάποιος πρόγονος μας χρησιμοποιούσε τακτικά τη λέξη Στούμπος και είχε σαν αποτέλεσμα να του έμεινε σαν επώνυμο.
Χωρίς να χάσει χρόνο παίρνει το λόγο ο γιος.
«Τι παραμύθια λες στα κορίτσια ρε πάτερα.»
Και αρχίζει να μας λέει την ιστορία που ξέρει. 
Ένας άνδρας από τα μέρη της Δυτικής Μάνης έκανε φόνο και  κυνηγημένος έφυγε προς τα ανατολικά της Μάνης στα χωριά του Ταΰγετου πάνω από το Γύθειο! Εκεί ρίζωσε έγινε ποιμένας απέκτησε μαντριά και αιγοπρόβατα και παντρεύτηκε. Ήταν σκληροτράχηλος άνδρας, μεγαλόσωμος, γεροδεμένος και σλαβικής καταγωγής από το σλάβικο χωριό την εποχή εκείνη της Μάνης τη Λιασίνοβα. Στον καινούργιο του τόπο που ρίζωσε λόγω του μεγάλου όγκου της σωματοδομής του τον αποκαλούσαν με το σλαβικό προσωνύμιο «Στούμπο», που σημαίνει ακατέργαστη μεγάλη πέτρα (κοτρόνα). Το οποίο προσωνύμιο έμεινε και επωνυμία. Κάποιος απόγονος πιθανόν παιδί του ήταν υπερβολικά γεροδεμένος, ρωμαλέος. Είχε σηκώσει στους ώμους του ένα γαϊδούρι φορτωμένο και το μετέφερε εκατό μέτρα με το φορτίο του. Η μετέπειτα καταγωγή μας από παππού είναι από την περιοχή της Ελίκας δήμου Νεαπολέως Βοιών Λακωνίας.
Κόκκαλο εγώ. «Και εσύ πως τα ξέρεις όλα αυτά;»
«Πως τα ξέρω. Μου τα διηγήθηκε ο παππούς όταν ήμουν μικρός.»
Γύρισα τον κόσμο ανάποδα να μάθω τις ρίζες μας, κάτι που πριν τριάντα και χρόνια τις γνώριζε ποιο τεκμηριωμένα ο γιος μου από μια απλή αφήγηση του παππού του.
Η κόρη μου με κοιτούσε με κατανόηση. «Μπαμπά μου μη στεναχωριέσαι έτσι συνήθως συμβαίνει! Μέχρι τα εξήντα όλοι τρέχουν να προφτάσουν τη ζωή! Που χρόνος για αναζητήσεις.»
Τελικά ανακάλυψα ότι οι οικογενειακές μας ρίζες συμπίπτουν με τα γενετικά δεδομένα και τη θεωρία του Γερμανού Γιάκομπ Φίλιπ Φαλμεράιερ ότι, μετά από τις σλαβικές επιδρομές κατά τον Μεσαίωνα, ο ντόπιος ελληνικός πληθυσμός ουσιαστικά εξαφανίσθηκε και αντικαταστάθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν σε μικρές ομάδες (δηλαδή, οικογένειες και φυλές) και η δημογραφική τους επίδραση ήταν ασθενής και διάχυτη, στις δυτικές πλαγιές του Ταΰγετου από όπου και οι οικογενειακές ρίζες του πατέρα μου. Οι οικογενειακές μας ρίζες από την μητέρα μου, από τα χωριά του Νότιου Πάρνωνα μαρτυρούν αρβανίτικο αίμα Οι Αρβανίτες του Ζάρακα στη Λακωνία αποτελούσαν μια σημαντική πληθυσμιακή ομάδα που κατοίκησε την περιοχή, ιδίως γύρω από τον Λαμπόκαμπο, από τα τέλη του 14ου αιώνα, έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Εγκαταστάθηκαν ως καλλιεργητές και πολεμιστές, διατηρώντας την αρβανίτικη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική οργάνωση σε οικογενειακές γειτονιές, με έντονη παρουσία έως τις δεκαετίες του 1960-1970. 
....Εγώ δε συζητούσα εύκολα με τον πατέρα μου για τα παλιά για την οικογένεια του. Απλά γνώριζα ότι ήταν ορφανός και από τους δυο γονείς από μικρή παιδική ηλικία. Ο πατέρας εμένα πότε δεν μου μίλησε για την οικογενειακή ιστορία του. Ήμουν έφηβος πια που μια φορά τον ρώτησα για το πρωτο του γάμο. Είχε παντρευτεί στην εφηβεία του, αλλά ο γάμος του δεν μακροημέρευσε! 
«Πες μου κάτι για τον προηγούμενο γάμο σου.» τον προέτρεψα. Ανόρεχτα, σε μια κατάσταση μηχανικής και αδιάφορης επιθυμίας να μιλήσει, θαρρείς από ανάγκη κάτι να μου πει παρά από εσωτερική επιθυμία, μου λέει. «Μετά την κατοχή πεινούσα και έψαχνα να βρω ένα πιάτο φαγητό. Κάπου χτύπησα λάθος πόρτα με στρίμωξαν και με ανάγκασαν και παντρεύτηκα μια μεγάλη γυναίκα στα δέκα οκτώ μου χρόνια. Ούτε εβδομάδα δεν κράτησε ο γάμος. Με την πρώτη ευκαιρία την κοπάνησα!»

Click to Open

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2024

Ta Neanika Toy Xronia

....Τα πρώτα χρόνια στη Λαμία μαθητής ακόμη του δημοτικού σχολείου τελειώνοντας η σχολική χρονιά τα καλοκαίρια ο «Αλκιβιάδης» εργαζόταν περιστασιακά σε διάφορες δουλειές του ποδαριού. Αρχικά το πρώτο καλοκαίρι δεκάχρονος σ΄ ένα καφενείο ήταν ο μικρός που μετέφερε τους καφέδες στους πελάτες. Το επόμενο καλοκαίρι έκανε το βοηθό σε πλανόδιο πωλητή πάγου για τα ψυγεία της εποχής! To επάγγελμα του παγοπώλη την δεκαετία του εξήντα είχε ξεχωριστή θέση κυρίως τους καυτούς μήνες του καλοκαιριού! Θυμάται που σηκώνονταν με το αφεντικό του απ' τα βαθιά χαράματα για να προλάβουν τις παραγγελίες τους και να ικανοποιήσουν την απαιτητική πελατεία τους. Το μεροκάματο ήταν σκληρό με το μεταφορικό τους μέσον ένα τρίκυκλο μηχανάκι με καρότσα μετάφεραν τις κολόνες του πάγου από τα παγοποιείο της πόλης στους πελάτες και φυσικά έπρεπε να κινείτε γρήγορα, να είναι σβέλτος στη δουλειά του να κόβει τον πάγο και να τον μεταφέρει στα σπίτια ή στα μαγαζιά, ανάλογα. Περιστασιακά βοηθούσε έμπορο υποδημάτων την εποχή που γινόταν το παζάρι. Επίσης εκεί στις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη τους έπαιρνε η «Ιοκάστη» η μητέρα τους αυτόν και τα μικρά αδέλφια του στις βαμβακοφυτείες του Λαμιακού κάμπου και μάζευαν βαμβάκι τότε που η συγκομιδή του βαμβακιού γινόταν με τον παραδοσιακό χειρωνακτικό τρόπο, πριν οι βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές αντικαταστήσουν τους ανθρώπους και κατακλύσουν τον κάμπο. Η εργασία συγκομιδής ήταν επίπονος, απαιτείτο περισσότερος χρόνος αλλά και περισσότερα εργατικά χέρια. Η συγκομιδή του βαμβακιού ξεκινούσε το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και συνήθως μέχρι το τέλος του Οκτωβρίου και άρχιζε από το πρωί ως και τη δύση του ηλίου! Χρόνια ευτυχισμένα; Χρόνια δυστυχισμένα; Πως να τα πεις; Δούλευαν από το πρωί μέχρι το βασίλεμα του Ήλιου και χαιρόταν τις πέντε-δέκα δεκάρες που έφερναν το βράδυ στο σπίτι και συνέχιζε η Ιοκάστη τις σπιτικές εργασίες μέχρι αργά.
Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο πλέον το καλοκαίρι του 1965 το δεκαπεντάχρονο «Αλκιβιάδη» ο πατέρας του ο «Κλέαρχος» τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για εργασία. Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα ήταν δημοφιλές τουριστικό θέρετρο και υπήρχαν ευκαιρίες για εργασία. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα στα τουριστικά επαγγέλματα πλένοντας τα ποτήρια στο μπαρ γνωστού ξενοδοχείου. Πολύ σύντομα έγινε βοηθός σερβιτόρου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής σαιζόν. Στα Καμένα Βούρλα ο Αλκιβιάδης πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες! Όταν η δουλειά της ημέρας είχε τελειώσει, πολλά βράδια έπαιρνε το ποδήλατο του δυο κουβέρτες και πήγαινε και κοιμόταν μέσα στο πευκόδασος επάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου! Του άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο τρόπος ζωής. Ηταν μια εφηβικη εμπειρία! Εκεί στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, εκεί όπου βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του ένιωθε την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του με τα σκούρα μελιά του μάτια να κοιτάζουν μέσα από τα δέντρα την απέραντη μοναξιά του διαστήματος,. 
Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ίσχυε ήδη η νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ήταν σε δύο τριετείς κύκλους (το Γυμνάσιο και το Λύκειο), και το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ, και η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Κύριοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι ήταν να γίνει η εκπαίδευση προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (δωρεάν παιδεία) και να διευθετηθεί ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη ενός δεύτερου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και πολύ απλά από το γυμνάσιο που είχε τελειώσει ο «Αλκιβιαδης» για εισαγωγή στο Λύκειο απαιτούντο πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Ο «Αλκιβιάδης» είχε την ατυχία να του συμβεί ένα απρόσμενο συμβάν και έχασε το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα βούρλα για τη Λαμία την ήμερα των εξετάσεων και δεν έλαβε μέρος. Στο μυαλό του είχε καθίσει και η ιδέα ότι οι σπουδές στο Λύκειο κατά βάση προετοίμαζαν τους μαθητές για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη συνέχεια για ηγετικές θέσεις στη κοινωνία και προσωπικά για να ολοκληρώσει αυτό το κύκλο ένιωθε ότι δεν έχει το οικονομικό υπόβαθρο να υποστηρίξει αυτό το κύκλο σπουδών. Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Ναυτικό φυλλάδιο λόγω ηλικίας απαιτείτο γονική συναίνεση. Από τον «Κλέαρχο» ήταν πολύ εύκολο να τη πάρει μα αυτός επιθυμούσε τη συναίνεση να του τη δώσει η «Ιοκάστη.» Αρχικά ήταν ανένδοτη, έκαμψε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να πάει στρατιώτης δεν θα φύγει. Ενδόμυχα πίστευε ότι θα του περάσει και έδωσε τη συγκατάθεση της. Το πρόβλημα της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερησία η σχολή και τα δίδακτρα ασήκωτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Σαν εναλλακτική αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και έπιασε δουλειά σ΄ ένα κατάστημα χονδρεμπορικής με δημητριακά προϊόντα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Το κατάστημα ήταν  στη περιοχή της λαχαναγοράς και ταυτόχρονα έκανε μερικές έχτρα εργασίες βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών για έχτρα χαρτζιλίκι. Ήταν και η εποχή που απόκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος και ταυτόχρονα η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την «Ιοκάστη» και της εκμυστηρεύτικε τις πολύ συχνές απουσίες του. Βλέπεις μάθαινε γαλλικό μπιλιάρδο το παλικάρι το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον.
Το  καλοκαίρι του 1966 δέκα εξάχρονος προσελήφθη εποχικός εργάτης στη ΔΕΗ. Την εποχή εκείνη επέκτειναν το δίκτυο της επιχείρησης στα γύρω χωριά της Υπάτης και αναζητούσαν προσωπικό να σκάβει για να τοποθετηθούν οι κολόνες του νέου δικτύου. Κοπιαστική η διαδικασία εγκατάστασης του νέου δικτύου, ειδικά αυτό της Υπάτης διάσχιζε βουνά και λαγκάδια. Πριν το σκάψιμο των λάκκων μέσα στους οποίους θα «εμφύτευαν» τις κολόνες, είχε προηγηθεί τεχνική μελέτη και σήμανση τοποθέτησης τους. Όλες οι κολόνες που τοποθετήθηκαν στη περιοχή προς επέκταση του δικτύου προς τα χωριά είχαν ύψος από 10 μέχρι 15 μέτρα και η θεμελίωση τους γύρω στα δυο μέτρα για λόγους αντοχής και τήρησης των κανόνων ασφαλείας. Θεόρατα ξύλα. Τα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν γερανοί, που να σηκώναν και «φύτευαν» τις κολώνες. Η διαδικασία που ακολουθούσαν οι εργάτες της ΔΕΗ ήταν η εξής: Πρώτα άνοιγε ο λάκκος με προσοχή ώστε μη χαλάσει η συνοχή της γης γύρω του.  Ο Εργάτης χειριζόταν έναν ατσάλινο σφυρήλατο λοστό 225 εκατοστών μήκος περίπου τη γνωστή παραμίνα. Σφυρηλατημένο ατσάλι για αντοχή με στιλβωμένα, λοξά νύχια για ακρίβεια στο σκάψιμο.
Ο «Αλκιβιάδης», δέκα εξάχρονος ήταν όχι απλώς ο νεότερος της εργατικής ομάδας αλλά σχεδόν οι περισσότεροι τον θεωρούσαν παιδί τους. Είχε συμφωνήσει με τον εργοδηγό ότι δεν θέλει διάλειμμα στην εργασία του απλά όταν τελειώσει το λάκκο του να είναι ελεύθερος. Ο εργοδηγός γελώντας συγκαταβατικά συμφώνησε μαζί του. Δυστυχώς για τον «Αλκιβιάδη» σε ελάχιστα σημεία το έδαφος ήταν ευκολόχρηστο στους περισσότερους λάκκους ήταν σκέτος γρανίτης. ''Όσο πιο στενός ήταν ο λάκκος, τόσο καλύτερα. Μετά έβαζαν στην μια πλευρά του λάκκου ένα έλασμα, το λεγόμενο ως «γκόμενα» στην αργκό των εργατών και παράλληλα πλησίαζαν την κολόνα από την απέναντι πλευρά. Στη συνέχεια άρχιζαν να σηκώνουν την κολόνα από τη μια άκρη της, για να μπορεί να γλιστράει το κάτω μέρος της, μέχρι να σηκωθεί όρθια. Για τη δική τους ασφάλεια και για να υπάρχει καλύτερος έλεγχος σε όλη τη διαδικασία, η κολόνα ήταν δεμένη με σκοινιά δεξιά και αριστερά. 'Όταν κατάφερναν να τοποθετήσουν την κολόνα κατακόρυφα μέσα στο λάκκο, ρίχνανε μέσα χώμα και τραβούσαν τη λαμαρίνα, που πλέον δεν χρειαζόταν. Η διαδικασία τελείωνε με καλό πάκτωμα του χώματος με ειδικούς τετράγωνους κόπανους.
Θυμάται εκείνες τις  μέρες με καύσωνα στο οροπέδιο της Υπάτης, με τον λίβα να καίει τα σπαρτά, με το θερμόμετρο να χτυπάει σαρανταπεντάρια, και να προσπαθούν ντάλα μεσημέρι να στήσουν τις κολόνες και τις περισσότερες φορές η υψηλή θερμοκρασία και η πίσσα από τις κολόνες να καταστρέφει το δέρμα τους με εγκαύματα.  Φτώχεια καταραμένη που οι εργάτες, ποτέ δεν σκέφτηκαν μέτρα προστασίας, ποτέ δεν διανοήθηκαν να κάτσουν στη σκιά να περάσει το καμίνι. Η ανάγκη για επιβίωση, ήταν πάνω από όλα. Και τότε, στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα, ήταν όλα χειροκίνητα. Όλες οι δουλειές γινόταν με το χέρι, με την πλάτη.
Πέρασε ο Ιούνιος και τέλος Ιουλίου αρχές Αυγούστου είχε στηθεί το δίκτυο, τέλειωσε το σκάψιμο παροπλίστηκε η παραμίνα και έμειναν αναμνήσεις οι κάλοι, οι φουσκάλες και το σκίσιμο στο δέρμα του «Αλκιβιάδη» κάτι που  αποτελεί συχνό φαινόμενο για όσους ασχολούνται με βαριές χειρονακτικές εργασίες χωρίς να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Στη συνέχεια άρχισε η σύνδεση δικτύου στα σπίτια. Ηλεκτρολόγος της εταιρείας εκτιμώντας τον ακάματο ζήλο του τον πρότεινε στη διοίκηση να τον πάρει βοηθό του και να του ανανεώσουν τη σύμβαση όταν τελείωση το τρίμηνο του. Δεν είχε περάσει ούτε εβδομάδα στα νέα του καθήκοντα που η θεία του «Ερμιόνη» τον κάλεσε να πάνε στο χωριό στη Ρειχιά. Και όταν τον «Αλκιβιάδη» τον καλεί η «Ερμιόνη» σαν άλλος Μωυσής ανοίγει πέρασμα στη θάλασσα και ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της. Με το πρώτο λεωφορείο της γραμμής ο Αλκιβιάδης αναχώρησε για Αθήνα και από εκεί με την θεία «Ερμιόνη» για Μονεμβάσια. Μάλιστα, η «Ερμιόνη» του είχε προτείνει από το Πάσχα το καλοκαίρι να πάμε μαζί οι δύο τους δυο εβδομάδες διακοπές στο χωριό! Δεν το έκρυβε ότι τον ξεσήκωσε η ιδέα αυτή, σκεφτόταν πόσο έντονα περάσαν το τελευταίο Πάσχα. Ίσως μια καινούργια καλοκαιρινή γνωριμία και αυτός να αφεθεί σε αυτή τη φαντασιακή τρέλα του και του αρέσει πολύ. Ένα ταξίδι διακοπών που θα ρουφάει ήλιο, θάλασσα ένταση και φυσικά την ανατροπή.
Γυρίζοντας ο «Αλκιβιάδης» από τις καλοκαιρινές διακοπές παράλληλα με τη φοίτηση στη σχόλη του αναζήτησε μία εργασία παρεμφερή στο τεχνικό κλάδο αλλά την εποχή εκείνη το μαθητευόμενο οι εργοδότες το προσλάμβαναν άμισθο για να μάθει τη τέχνη. Αναγκάστηκε να ασχοληθεί με οικοδομικές εργασίες που ήταν πιο προσοδοφόρες οικονομικά. Στη λέσχη που σύχναζε για μπιλιάρδο γνώρισε ένα νεαρό εργολάβο που είχε αναλάβει την εργολαβία της επένδυσης πλακιδίων στις εγκαταστάσεις του μεγάλου επίγειου δορυφορικού σταθμού στις Θερμοπύλες και στα νεοαναγειρόμενα σφαγεία Λαμίας. Αναζητούσε εργάτη για να παρασκευάζει τις λάσπες στους δυο μαστόρους του, προσφέρθηκε τον προσέλαβε στην μικρή του ομάδα που την απάρτιζαν τρία-τέσσερα άτομα όλα πολύ νεαρής ηλικίας και έτσι περίπου κύλησε η εφηβεία του μεχρι την ενηλικίωση του. Με το καιρό έγινε ένας καλός μάστορας σε επενδύσεις πλακιδίων το χειμώνα και σερβιτόρος-μπάρμαν τα καλοκαίρια στα Καμένα Βούρλα. Επίσης ο εργολάβος εκτός από ένας πολύ καλός παίκτης στο γαλλικό μπιλιάρδο ήταν και άριστος σκακιστής, και δεν άργησε να γαλουχήσει και τον Αλκιβιάδη ώστε να εντρυφήσει και αυτός στα μαγικά μυστικά του σπουδαίου αυτού παιχνιδιού.
Η «Ιοκάστη» μερίμνησε με μια καθηγήτρια αγγλικών να κάνει ο «Αλκιβιάδης» ατομικά μαθήματα στο σπίτι της καθηγήτριας και έτσι κουτσό-έμαθε πέντε-δέκα υποφερτές αράδες από δαύτα γιατί με τα αρχαία και τις ξένες γλώσσες δεν το είχε και στο άνετα το άθλημα. Τουναντίον διάβαζε ότι βρισκόταν στα χέρια του. Η υπεύθυνη της δημοτικής βιβλιοθήκης Λαμίας του είχε το ελεύθερο ότι ώρα ήθελε όποιο βιβλίο ήθελε του το παραχωρούσε ελεύθερα! Και από τα πρώτα βιβλία της βιβλιοθήκης ήταν και «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου  (1849-1923).  Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του, εβραϊκής καταγωγής, Αυστριακού στοχαστή Μαξιμίλιαν Ζίντφελντ… που τον σημάδεψε σα χαρακτήρα. Το διάβασε όταν ήταν δέκα πέντε χρονών και τον συνεπήρε τόσο πολύ που το ξαναδιάβασε και πάλι δεύτερη φορά.
Απλώς τελείωσε τη νυκτερινή σχόλη εργοδηγών μηχανολόγων. Τελευταία χρονιά η σχολή  του επέστρεψε το χρηματικό ποσό που είχε καταβάλλει στα δίδακτρα σαν ο μαθητής που ξεχώρισε με την απόδοσή του. Βρισκόταν στα Καμένα Βούρλα δούλευε στο μπαρ-μπουφέ μεγάλου ξενοδοχείου που του έφερε ο ταχυδρόμος την επιταγή με τα χρήματα. Την εποχή εκείνη στα Καμένα Βούρλα έκαναν εμφανίσεις περιοδεύοντες θίασοι τραγουδοποιών. Για ένα μεγάλο διάστημα ήταν και ο Γιάννης Σπάρτακος, ο «μικρός βασιλιάς» της τζαζ ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες, πιανίστας και μαέστρος με τέσσερα πέντε κοριτσόπουλα στη πίστα. Λογικό ήταν να μη χρειαζόταν ο «Αλκιβιαδης» και ιδιαίτερο κόπο να καταναλώσει το αντίτιμο της υποτροφίας του.
Υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του ως υπαξιωματικός στο τεχνικό κλάδο στα τεθωρακισμένα. Με την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, σκεπτόταν τον επαγγελματικό προσανατολισμό του και την επιλογή του σωστού επαγγέλματος που θα ταίριαζε στον χαρακτήρα του, τα ενδιαφέροντά του, και σα νέος θα είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί στο μέλλον σ' έναν ενήλικα που θα αντλεί ικανοποίηση από την εργασία του! Απόφοιτος της Μέσης σχολής Εργοδηγών μηχανολόγων έκανε αίτηση πρόσληψης στον ΟΤΕ και Την Ολυμπιακή Αεροπορία για τα  τεχνικά τμήματα. Αναμένοντας της έκβαση των αιτήσεων δούλευε εργάτης στις οικοδομές. Την εποχή του 1972-3 στην Αθήνα γινόταν οργασμός ανοικοδόμησης. Η αναμενόμενη πρόσληψη καθυστερούσε, και τότε θυμήθηκε το ναυτικό του φυλλάδιο το καταχωνιασμένο από την «Ιοκάστη» σε κάποιο συρτάρι. Το ξέθαψε κατέβηκε Πειραιά και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε στο Περσικό κόλπο μπαρκαρισμένος σ' ένα γκαζάδικο. Ταυτόχρονα η Ολυμπιακή του πρότεινε πρόσληψη άλλα δεν την αποδέχτηκε. Έμεινε εννέα μήνες στη θάλασσα. Γυρίζοντας στην Ελλάδα έλαβε την απόφαση να φοιτήσει ως είχε δικαίωμα ένα έτος στη ναυτική ακαδημία μηχανικών εμπορικού ναυτικού ώστε το επιλεχθέν επάγγελμα να του διασφαλίζει τις επιδιωκόμενες προοπτικές εξέλιξης του, και να μην αποτελεί μια παρωχημένη επιλογή που ενδεχομένως θα τον οδηγούσε σε μια αδιέξοδη κατάσταση στασιμότητας. Τον κέρδισε η θάλασσα όπως την ατένιζε στα θολά παιδικά του όνειρα από τις ακτές της Αγίας Μαρίνας Φθιώτιδας παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Κι’ η θάλασσα τον δέχτηκε στην αγκαλιά της προς μεγάλη απογοήτευση της Κύπριας φιλολόγου του που αλλιώς τη φανταζόταν τη σταδιοδρομία του. (Όχι πάντως μηχανικό. Κάτι για ρεπόρτερ του έλεγε. Δημοσιογράφος εννοείς; τη ρωτούσε.)
Για κάποιους ανθρώπους τα γράμματα γίνονται πολυτέλεια όταν το μόνο που τους έχει απομείνει είναι η περηφάνια της φτώχειας τους. Και άντε και πώς να το ανακοινώσει στην «Ιοκάστη» που τον έβλεπε να παίρνει τα γράμματα και καμάρωνε. Έβλεπε στο γιο της τα διψασμένα για γνώση μάτια της.
Μπορεί να φαίνεται ανόητο αλλά κάποτε μέσα του σαν φευγαλέο σύννεφο είχε ένα όνειρο πολύ κοινό, να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά υπήρχε έλλειψης στόχων, για την ακρίβεια με την πιο πλατιά έννοια του όρου απλώς να αποκτήσει ευρύτερες γνώσεις. Κάπου κάπου το όνειρο αυτό γυρνούσε και του κτυπούσε τη πόρτα μα με τον καιρό ένιωσε ότι ήταν πλέον ένα όνειρο παραγκωνισμένο στο χώρο της φαντασίας του.
«Ίσως κάποια μέρα.» Σκεφτόταν.
«Ίσως.»
Μα εκείνη η μέρα δεν ήρθε, δεν του παρουσιάστηκε ποτέ. Τώρα που έχει τα τριπλάσια χρόνια, κυνηγάει την παιδική ηλικία που δεν είχε, και γι' αυτό του αρέσουν οι παιδικές περιπέτειες. 
Υ.Γ: Και στα είκοσι οκτώ του χρόνια έκοψε και το τσιγάρο άπαξ και δια παντός.

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

The happy night of the Tibetans,

μαγικό τραγούδι και ρυθμός .... χαμογελαστά πρόσωπα. Φιλικά πρόσωπα! Αγαπητά πανέμορφα κορίτσια! Η ανοιχτή ψυχή των χορευτών είναι πλήρης αρμονία. Και αυτή η αρμονία μεταδίδεται σε όλους εμάς που παρακολουθούμε αυτό το βίντεο.
Ευχαριστώ όλους για το βίντεο.

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Malaga... Playa de la Malagueta.. Ki Ena Mpoykali Sangria

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Ξαδέρφη αυτό το υπέροχο και απρόβλεπτο ταξίδι που λέγεται ζωή είναι γεμάτο συγκινήσεις και εναλλαγές! Γιατί η επιθυμία δεν ακολουθεί πάντα πρωτόκολλο. Δεν έχει ωράριο, ούτε ζητά άδεια για να εμφανιστεί. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα και η φαντασία μιλούν με μια δική τους γλώσσα και η λογική προσπαθεί απλώς να μεταφράσει.
Και τότε δεν αρκεί να πεις στον εαυτό σου αυτό είναι σωστό ή αυτό είναι λάθος. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα κάνεις όταν βρεθείς απέναντι σε αυτό που αισθάνεσαι. Γιατί το σεξ και η επιθυμία αποκαλύπτουν πολλές φορές πλευρές του εαυτού μας που καταφέρνουμε να κρατάμε κρυμμένες στους υπόλοιπους τομείς της ζωής μας. Υπήρχε, υπάρχει και μάλλον θα υπάρχει πάντα το απαγορευμένο. Το απαγορευμένο μήλο. Η έλξη για εκείνο που ξέρουμε πως δεν μας ανήκει. Η περιέργεια για το κι αν….
Και πόσες ιστορίες, βγαλμένες από την ίδια τη ζωή, δεν έχουν ειπωθεί γι’ αυτό;
 Ακριβώς σαν την ιστορία που σου διηγήθηκε η καλή σου φίλη η Ελπινίκη. Την ιστορία της κυρίας Μελισσάνθης, της συζύγου ενός υποπλοιάρχου σε γκαζάδικο που έκανε ταξίδια από τη Μεσόγειο μέχρι τη Βραζιλία. Μια ερωτική ιστορία βασισμένη, όπως έλεγαν, σε αληθινά γεγονότα. Είχε συμβεί μερικά χρόνια νωρίτερα και η Ελπινίκη την είχε ακούσει με εκείνη τη γερή δόση κουτσομπολιού που, όταν ξεκινήσει, σπάνια μένει για πολύ καιρό στο ίδιο στόμα. Την είχε ακούσει από ανθρώπους των γραφείων της μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας όπου εργαζόταν ο σύζυγός της. Και, όπως ήταν σχεδόν αναμενόμενο, η ιστορία ταξίδεψε αυθημερόν από την Ελπινίκη στην Εριφύλη. Γιατί, τελικά, υπάρχουν ιστορίες που δεν χρειάζονται κανένα εισιτήριο για να ταξιδέψουν. Αρκεί να βρεθεί κάποιος που ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον…
Η Μελισσάνθη ήταν μια όμορφη και ιδιαίτερα γοητευτική γυναίκα, που εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία του νησιού της. Εκείνη την περίοδο είχε πάρει άδεια άνευ αποδοχών, μέσω μιας ειδικής μορφής μακροχρόνιας αναστολής της εργασιακής της σχέσης.
Στα τριάντα πέντε της, πρόσεχε πολύ τον εαυτό της. Γυμναζόταν συστηματικά, ακολουθούσε έναν ισορροπημένο τρόπο ζωής και θεωρούσε τη φροντίδα του σώματος και της υγείας της αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς της. Ήταν γύρω στο ένα εβδομήντα, λεπτή, μελαχρινή, με σγουρά μαλλιά και μεγάλα μαύρα μάτια. Είχε έντονη παρουσία, πλούσιες καμπύλες και μακριά, καλοσχηματισμένα πόδια. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που, χωρίς να το επιδιώκουν ιδιαίτερα, τραβούσαν τα βλέμματα.
Κι εκείνη, όπως τόσες άλλες γυναίκες της ναυτικής κοινωνίας, ήταν παντρεμένη με ναυτικό, Κυκλαδίτη στην καταγωγή.
Εκείνη την εποχή ο σύζυγός της είχε μπαρκάρει ως υποπλοίαρχος σε ένα δεξαμενόπλοιο, το οποίο εκτελούσε ταξίδια από λιμένες της Βόρειας Αφρικής στη Βραζιλία, μεταφέροντας αργό πετρέλαιο — crude oil. 
Η Μελισσάνθη αποφάσισε να τον επισκεφθεί. Πήρε το αεροπλάνο με προορισμό τη Μάλαγα της Ισπανίας και από εκεί συνέχισε οδικώς για το Αλχεθίρας (Algeciras), το λιμάνι όπου θα περνούσε το πλοίο. Επιβιβάστηκε ως φιλοξενούμενη επιβάτης, με σκοπό να μείνει μαζί με τον σύζυγό της μερικές ημέρες, πριν συνεχίσει εκείνος το ταξίδι του.
Ο υποπλοίαρχος ήταν τότε περίπου σαράντα πέντε ετών. Έμπειρος ναυτικός, μαθημένος στις δυσκολίες της θάλασσας και στις απαιτήσεις των μεγάλων δεξαμενόπλοιων. Το πρόσωπό του είχε εκείνη τη χαρακτηριστική τραχύτητα που χαράζουν πάνω στον χρόνο ο ήλιος, το αλάτι, ο αέρας και η κούραση των μακρινών ταξιδιών. Δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος, αλλά η ζωή πάνω στο πλοίο είχε αρχίσει να αφήνει τα σημάδια της.
Ως αξιωματικός υπεύθυνος για τις διαδικασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης των υγρών και επικίνδυνων φορτίων, ερχόταν καθημερινά αντιμέτωπος με ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες εργασίας. Οι πιέσεις ήταν μεγάλες, οι ευθύνες πολλές και η ανάγκη για διαρκή διαθεσιμότητα σχεδόν αυτονόητη. Η εργασία δεν τελείωνε πάντοτε όταν τελείωνε η βάρδια. Υπήρχαν πρόσθετες ώρες, απρόβλεπτες καταστάσεις, έλεγχοι, συντονισμοί και αποφάσεις που απαιτούσαν εμπειρία και απόλυτη προσήλωση.
Η συσσωρευμένη κόπωση, όπως ήταν φυσικό, επηρέαζε σταδιακά και την προσωπική του ζωή. Στον ελεύθερο χρόνο του αισθανόταν συχνά εξαντλημένος. Το σώμα ζητούσε ξεκούραση, το μυαλό ησυχία και η διάθεση για ερωτική επαφή δεν ήταν πάντοτε ανάλογη με τις προσδοκίες της γυναίκας του. Και η Μελισσάνθη, από την άλλη πλευρά, είχε φτάσει στο πλοίο με εντελώς διαφορετική διάθεση.
Περίμενε αυτές τις λίγες ημέρες σαν μια μικρή γιορτή μέσα στη μακρά απουσία του συζύγου της. Ήθελε να τον χαρεί, να μιλήσουν, να ξαναβρούν τη μεταξύ τους οικειότητα και, φυσικά, να ζήσουν ως ζευγάρι εκείνες τις στιγμές που η απόσταση της θάλασσας τους στερούσε για μήνες. Όμως η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Ο υποπλοίαρχος, κουρασμένος και απορροφημένος από τις υποχρεώσεις του, δεν έδειχνε την ίδια διάθεση. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσε τη γυναίκα του ούτε ότι ήθελε να την απομακρύνει. Απλώς η εξάντληση είχε καταλάβει μεγάλο μέρος του χώρου που άλλοτε καταλάμβανε η επιθυμία. Για τη Μελισσάνθη, όμως, η εξήγηση δεν ήταν εύκολο να λειτουργήσει ως παρηγοριά. Η απογοήτευση άρχισε να μεγαλώνει. Είχε κάνει ολόκληρο το ταξίδι μέχρι την Ισπανία για να βρεθεί κοντά στον άνθρωπό της και, τελικά, όταν ήρθε η ώρα να ξεμπαρκάρει, έφευγε έχοντας την αίσθηση ότι είχε πάρει μαζί της περισσότερη προσμονή απ’ όση μπόρεσε να εκπληρώσει. Οι επιστροφές των ανθρώπων της θάλασσας έχουν συχνά τις δικές τους μικρές ειρωνείες. Η Μελισσάνθη είχε πάει στο πλοίο περιμένοντας να ξαναζήσει για λίγο τον γάμο της και έφευγε με την αίσθηση πως είχε περάσει από τη ζωή του συζύγου της περισσότερο ως επισκέπτρια παρά ως γυναίκα του. Και τότε, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες ιστορίες, άρχισαν να κυκλοφορούν και οι φήμες.
Κάποιοι έλεγαν ότι ο υποπλοίαρχος είχε προσβληθεί σε προηγούμενο ταξίδι από χλαμύδια, (Chlamydia trachomatis) ύστερα από μια περιστασιακή ερωτική περιπέτεια στη Βραζιλία και ότι μόλις είχε ολοκληρώσει τη θεραπεία του. Σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός μαζί της τις πρώτες ημέρες και προτιμούσε να επικαλείται τον φόρτο εργασίας του, αποφεύγοντας τη στενότερη επαφή. Άλλοι πάλι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν απλώς ναυτικό κουτσομπολιό. Και, όπως συμβαίνει με κάθε καλό κουτσομπολιό, κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει εύκολα πού τελείωνε η αλήθεια και πού άρχιζε η φαντασία.
Στην επιστροφή στο Αλχεθίρας, όταν ήρθε η ώρα της αποβίβασης, η Μελισσάνθη κατέβηκε από το πλοίο μαζί με έναν ακόμη ναυτικό. Ήταν ένας εικοσιπεντάχρονος μηχανικός, με καταγωγή από νησί του Αργοσαρωνικού. Και κανείς από τους δύο δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι η κοινή τους έξοδος από τον καταπέλτη του πλοίου θα αποτελούσε την αρχή μιας ιστορίας που, λίγο αργότερα, θα ταξίδευε από στόμα σε στόμα και τελικά, μέσα από τα γνωστά κανάλια της ναυτικής κοινωνίας, θα έφτανε μέχρι την Ελπινίκη και από εκεί στην Εριφύλη.
Ξεκίνησαν αργά το απόγευμα από το Αλχεθίρας, με το σούρουπο να τους ακολουθεί κατά μήκος της Costa del Sol Occidental. Ο ουρανός ήταν πλημμυρισμένος από ιριδίζοντα ρόδινα, γαλαζοπράσινα και πορφυρά χρώματα, μπλεγμένα αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι όπως μόνο η Φύση ξέρει να τα συνταιριάζει. Έφτασαν στη Μάλαγα την ώρα που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τον ορίζοντα μενεξεδένιο. Το φως της ημέρας ξεθώριαζε γρήγορα, παραχωρώντας τη θέση του σ’ ένα ήσυχο, μεσογειακό σούρουπο. Η βραδιά ήταν διαυγής και δροσερή, ενώ τα φώτα της πόλης άρχισαν να λαμπυρίζουν και να τρεμοπαίζουν, καλωσορίζοντας τους καθώς έφταναν στο ξενοδοχείο.
Τα νέα που τους περίμεναν στη Μάλαγα είχαν δύο όψεις,  ευχάριστη και δυσάρεστη, ανάλογα με το ποιος τα έβλεπε και από ποια πλευρά.
Εξαιτίας μιας παρατεταμένης απεργίας των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας, οι πτήσεις του τελευταίου εικοσιτετραώρου είχαν ακυρωθεί. Η αναστάτωση είχε προκαλέσει μεγάλη πληρότητα στα ξενοδοχεία της πόλης και ο πράκτορας, εμφανώς πιεσμένος, τους εξήγησε πως με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τους εξασφαλίσει ένα οικογενειακό δωμάτιο, διαμορφωμένο ουσιαστικά σαν μικρή οικογενειακή σουίτα. Διέθετε δύο ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες, προσφέροντας έτσι την απαραίτητη ιδιωτικότητα, ενώ υπήρχε και ένα σχετικά μεγάλο σαλόνι με επιπλέον καναπέ-κρεβάτι.
«Κάτω από αυτές τις πιεστικές και επείγουσες συνθήκες, αυτό είναι ό,τι καλύτερο κατάφερα να βρω», τους είπε ο πράκτορας, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την επιλογή του. «Μπορεί να μην είναι ακριβώς το ιδανικό, αλλά είναι το καλύτερο δυνατό κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και, από όσο γνωρίζω, θα χρειαστεί να μείνετε τουλάχιστον δύο ακόμη νύχτες μέχρι να αποκατασταθούν οι πτήσεις.»
Η Μελισσάνθη και ο νεαρός μηχανικός κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Η κατάσταση είχε ασφαλώς μια μικρή αμηχανία.
Υπήρχαν όμως και πρακτικές λύσεις. Έπρεπε να τη διαχειριστούν με ψυχραιμία και διπλωματία. Άλλωστε, δεν είχαν πολλές επιλογές. Με μερικά τυπικά «ναι μεν, αλλά» περισσότερο για την τιμή των όπλων, συμφώνησαν τελικά και οι δύο πως η συγκεκριμένη λύση κάλυπτε τις ανάγκες τους.
Κανείς δεν είχε διάθεση να διαπληκτιστεί με τον πράκτορα για μια κατάσταση που δεν είχε δημιουργήσει ο ίδιος. Εξάλλου, επρόκειτο για μια συμβίωση περιορισμένης διάρκειας. Θα απαιτούσε ευελιξία, προσαρμοστικότητα, διακριτικότητα και έναν ορισμένο βαθμό συμβιβασμού και από τους δύο. Μόνο που πίσω από αυτή τη λογική υπήρχε κάτι που κανείς τους δεν έσπευδε να ομολογήσει. Η απρόσμενη συνύπαρξη είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί έναν διαφορετικό χώρο στις σκέψεις τους.
Η Μελισσάνθη, απογοητευμένη από την πρόσφατη εμπειρία της στο πλοίο, κουβαλούσε μαζί της μια συσσωρευμένη ανάγκη για τρυφερότητα, οικειότητα και ανθρώπινη επαφή. Ο νεαρός μηχανικός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια εντελώς διαφορετική φάση της ζωής του και δεν μπορούσε να αγνοήσει ότι η γυναίκα απέναντί του ήταν ελκυστική. Και τώρα η ζωή τούς είχε τοποθετήσει, σχεδόν ειρωνικά, κάτω από την ίδια στέγη.
Δεν υπήρχε λόγος να προεξοφλήσουν τίποτε. Ούτε να δημιουργήσουν προσδοκίες. Αν κάτι επρόκειτο να συμβεί, θα έπρεπε να προκύψει φυσικά, μέσα από την αμοιβαία συναίνεση, τον σεβασμό και τη σαφή επικοινωνία. Αν πάλι δεν συνέβαινε τίποτε, θα συνέχιζαν κανονικά το ταξίδι τους όταν θα άνοιγε ξανά ο αεροπορικός διάδρομος. Ωστόσο, η αλλαγή περιβάλλοντος, η απρόσμενη διαμονή στην ίδια σουίτα και η αίσθηση ότι για τρεις νύχτες η κανονική τους ζωή είχε μπει προσωρινά σε παρένθεση δημιουργούσαν μια παράξενη ατμόσφαιρα.
Μερικές φορές η ζωή δεν χρειάζεται να οργανώσει τίποτε. Αρκεί να μετακινήσει λίγο τα δεδομένα.
Και τότε οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως μέσα τους υπήρχαν σκέψεις που δεν είχαν ποτέ εξετάσει σοβαρά. Το ξενοδοχείο βρισκόταν πολύ κοντά στον λιμένα. Από τα μεγάλα μπαλκόνια του απλωνόταν μπροστά τους η ατελείωτη Μεσόγειος. Ο νεαρός μηχανικός τη βοήθησε να μεταφέρουν τις αποσκευές τους στη σουίτα. Η Μελισσάνθη μπήκε τελευταία, έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε τα παπούτσια της και φόρεσε τις παντόφλες του ξενοδοχείου. Τακτοποίησε προσεκτικά το πανωφόρι και την τσάντα της στον καλόγερο και ύστερα κάθισε στον καναπέ του σαλονιού. Τα δωμάτια ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, κλιματιζόμενα, με δύο μονά κρεβάτια, τηλεόραση, ψυγείο, δωρεάν Wi-Fi και θέα προς το λιμάνι. Το ξενοδοχείο διέθετε επίσης εικοσιτετράωρο room service.
Ο νεαρός περιεργάστηκε τον χώρο με το βλέμμα του. «Τελικά, μια χαρά είναι εδώ. Και τα κρεβάτια είναι πραγματικά άνετα. Τουλάχιστον στον ύπνο δεν θα έχουμε πρόβλημα.»
Η Μελισσάνθη κοίταξε το ρολόι της. «Είμαι αρκετά κουρασμένη. Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Θα μπορούσαν βέβαια τα πράγματα να είναι και χειρότερα.»
«Σε νιώθω απόλυτα. Το να φεύγεις και να αφήνεις τον άνθρωπό σου πίσω δεν είναι εύκολο. Σημασία έχει να μη σε παίρνει από κάτω.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Εγώ, πάντως, με όλη αυτή την αναστάτωση άρχισα ήδη να πεινάω. Εσύ;»
«Κι εγώ το ίδιο. Με τόση διαδρομή, το στομάχι μου γουργουρίζει σαν να έχω να φάω από χθες. Αλλά δεν κάνουμε πρώτα ένα ντους;»
«Εννοείται. Αυτή τη στιγμή είναι ό,τι πιο αναγκαίο, μετά από δύο ώρες μέσα στο ταξί.»
Ο νεαρός πήγε πρώτος στο μπάνιο. Όταν βγήκε, ήταν ήδη ντυμένος και έτοιμος για έξοδο. «Μπες εσύ τώρα και κάνε το ντους σου με την ησυχία σου. Εγώ θα περιμένω στο μπαλκόνι.»
Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε, σχεδόν αυθόρμητα. «Αφού είμαστε μόνοι μας απόψε, χωρίς υποχρεώσεις και χωρίς πρόγραμμα, τι λες να βγούμε; Να φάμε κάτι, να πιούμε ένα ποτό, να γνωρίσουμε λίγο τη Μάλαγα;»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. «Γιατί όχι;»
Ο νεαρός φάνηκε ειλικρινά χαρούμενος. «Ωραία. Όταν είσαστε έτοιμη, φώναξε με και παίρνουμε ταξί.»
Προχώρησε προς το μπαλκόνι και η Μελισσάνθη τον σταμάτησε με μια παιχνιδιάρικη απορία στο βλέμμα.
«Μια στιγμή…»
«Συμβαίνει κάτι;»
Εκείνη κοίταξε δήθεν εξεταστικά γύρω της.
«Κοιτάζω αν είμαστε πολλές.»
Ο νεαρός έβαλε τα γέλια.
«Για τον πληθυντικό εννοείς;»
«Μπορεί.»
Γέλασαν και οι δύο.
Η Μελισσάνθη έκλεισε πίσω της την πόρτα του μπάνιου και, καθώς έμεινε μόνη, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά καθαρά την παράξενη τροπή που είχε πάρει η ημέρα. Τυχαία γεγονότα την είχαν φέρει απροσδόκητα και σχεδόν αναπόφευκτα να συγκατοικεί προσωρινά με έναν νεαρό άνδρα σε μια ξενοδοχειακή σουίτα, σε μια ξένη πόλη. Δεν ήταν κάτι που είχε επιλέξει. Όμως είχε αποφασίσει να μη σταθεί απέναντι στην κατάσταση με φόβο ή καχυποψία.
«Εντάξει», σκέφτηκε. «Μου έτυχε. Θα το ζήσω όπως έρχεται.»
Το κλειδί βρισκόταν στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τα πράγματα. Αντί να αναζητά συνεχώς τι θα μπορούσε να πάει στραβά, προτίμησε να αφήσει στην άκρη τις αρνητικές σκέψεις και να δει τη νέα εμπειρία σαν μια μικρή παρένθεση από την καθημερινότητά της.
Μπήκε στο ντους. Το ζεστό νερό έπεσε στους ώμους της και, σχεδόν αμέσως, ένιωσε το σώμα και το μυαλό της να ξυπνούν. Η κούραση υποχωρούσε σιγά σιγά και τη θέση της έπαιρνε μια ευχάριστη αίσθηση ανανέωσης.
Χωρίς βιασύνη, ακολούθησε τη μικρή προσωπική της ρουτίνα περιποίησης. Έβαλε τις κρέμες της, φρόντισε τα μαλλιά και το πρόσωπό της και στάθηκε για λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Δεν είχε λόγο να βιαστεί. Απόψε δεν υπήρχε πρόγραμμα. Μόνο μια άγνωστη πόλη, μια όμορφη βραδιά και ένας καινούργιος άνθρωπος στην παρέα της.
Όταν τελικά βγήκε από το μπάνιο, φόρεσε ένα κομψό, εφαρμοστό casual φόρεμα, διάλεξε προσεκτικά τα παπούτσια της και έβαλε το αγαπημένο της άρωμα.
Στο μεταξύ, ο νεαρός μηχανικός περίμενε στο μπαλκόνι. Όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να αισθάνεται εκείνη την ευχάριστη ανυπομονησία που γεννιέται όταν περιμένεις κάτι που θέλεις να πάει καλά. Δεν ήξερε πώς θα εξελισσόταν η βραδιά. Το μυαλό του έφτιαχνε σενάρια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσε να τα κρατήσει σε απόσταση.
Η πόρτα άνοιξε. Η Μελισσάνθη εμφανίστηκε στο μπαλκόνι. «Δεν άργησα, ελπίζω;»
Ο νεαρός γύρισε και την κοίταξε.«Καθόλου.» Το φόρεμα της ήταν κομψό και εφαρμοστό, χωρίς υπερβολή. Η παρουσία της, όμως, είχε αλλάξει. Έμοιαζε πιο ξεκούραστη, πιο φωτεινή και κυρίως πιο άνετη με τον εαυτό της.
«Πάμε;» ρώτησε εκείνη.
«Πάμε.»
Το ταξί, ύστερα από μια σύντομη διαδρομή, τους άφησε στην Playa de la Malagueta, σε μια από τις πιο ζωντανές περιοχές της Μάλαγα.
Η νύχτα είχε πλέον πέσει. Τα φώτα της πόλης αντανακλούσαν πάνω στο νερό, ενώ τα κατάρτια των σκαφών σχημάτιζαν ένα πυκνό δάσος από λεπτές σκοτεινές γραμμές μπροστά στο φως της πανσελήνου.
Ο νεαρός μηχανικός κοίταξε γύρω του εντυπωσιασμένος. «Αυτό το τοπίο μοιάζει σαν να το ζωγράφισε ο Πικάσο. Ξέρεις ότι η Μάλαγα είναι η πόλη του Πικάσο;» είπε στη Μελισσάνθη.
Εκείνη χαμογέλασε. «Το ξέρω. Αλλά απόψε μάλλον θα προτιμήσω να τη γνωρίσω από την πλευρά του φαγητού.»
Ο αέρας ήταν γεμάτος μυρωδιές από σκόρδο, ελαιόλαδο, θαλασσινά, παέγια και τάπας. Ανάμεσα στα κτίρια, στα μεγάλα δέντρα και στους φοίνικες, η παραλία απλωνόταν φωτισμένη, με τη λευκή άμμο να χάνεται κάτω από το απαλό άγγιγμα των κυμάτων. Ήταν ένα σκηνικό σχεδόν σαν καρτ ποστάλ.
Ο νεαρός την άγγιξε διακριτικά στον αγκώνα για να την καθοδηγήσει ανάμεσα στους πεζούς και να περάσουν την ξύλινη πόρτα ενός μικρού ισπανικού εστιατορίου.
Η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Ήταν όμως μια απλή, ευγενική χειρονομία. Τίποτε περισσότερο. Τουλάχιστον έτσι είπε στον εαυτό της. Εκείνος τράβηξε ευγενικά την καρέκλα της και η Μελισσάνθη κάθισε. Το τραπέζι τους βρισκόταν σε μια ήσυχη γωνιά, μακριά από τον θόρυβο της εισόδου. Το εστιατόριο συνδύαζε τη ζεστασιά ενός οικογενειακού μαγαζιού με τη θέα προς τη θάλασσα. Χάλκινα μαγειρικά σκεύη κρέμονταν στον έναν τοίχο, ενώ στον απέναντι υπήρχαν ξεθωριασμένα σχέδια και παλιές ζωγραφιές. Για τις επόμενες δύο ώρες μιλούσαν, έτρωγαν και έπιναν.
Η συζήτηση πήγαινε από τη ναυτική ζωή στη Μάλαγα, από τα ταξίδια στις οικογένειές τους, από τις προσωπικές τους συνήθειες σε μικρές ιστορίες της ζωής.
Και χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να αισθάνονται όλο και πιο άνετα ο ένας με τον άλλον.
«Επιδόρπιο;» ρώτησε ο νεαρός, την ώρα που η Μελισσάνθη περνούσε απαλά την πετσέτα από τα χείλη της.
«Θ’ αστειεύεσαι! Κοντεύω να σκάσω.»
«Απ’ ό,τι βλέπω, χρειάζεσαι λίγη εξάσκηση στα πλούσια γεύματα. Δεν απορώ που είσαι τόσο λεπτή.»
«Ε, όχι και λεπτή!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
Παρά την προσποιητή διαφωνία της, όμως, το κομπλιμέντο την είχε ευχαριστήσει. «Τα γονίδιά μου φταίνε», συμπλήρωσε γελώντας. «Πάντως, αδύνατη δεν υπήρξα ποτέ.»
«Και καλά κάνεις.»
Απόλαυσαν το δείπνο τους, δοκιμάζοντας διαφορετικά πιάτα και συνδυάζοντας τα με κρασί τη τοπική και σαγκρία.
Όταν το μπουκάλι είχε σχεδόν τελειώσει, ο νεαρός σήκωσε το ποτήρι του. «Εντάξει λοιπόν. Να απολαύσουμε και το υπόλοιπο και μετά να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο, αν συμφωνείς.»
«Συμφωνώ. Απόψε νιώθω όμορφα. Χαλαρά και ευχάριστα.»
«Χαίρομαι πολύ που το ακούω. Είναι σημαντικό να δίνουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας. Να χαλαρώνουμε και να γεμίζουμε ξανά τις μπαταρίες μας.»
«Σε ευχαριστώ. Η παρέα σου μου δημιουργεί μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Νιώθω όμορφα μαζί σου.»
Εκείνος χαμογέλασε. «Χαίρομαι που με βρίσκεις καλή παρέα.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο πιο επίμονα. «Με παρασύρεις σαν βιβλίο που το ξεφυλλίζουν σελίδα-σελίδα. Και κάθε σελίδα μου φέρνει κάτι καινούργιο.»
Ο νεαρός χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει αμέσως. Η βραδιά είχε ήδη αποκτήσει τη δική της μικρή ιστορία.
Και κανείς από τους δύο δεν βιαζόταν να φτάσει στην τελευταία σελίδα. Επιστρέφοντας από το εστιατόριο στο ξενοδοχείο, ανάμεσά τους είχε πλέον διαμορφωθεί μια έντονη ερωτική ατμόσφαιρα. Η επιθυμία ήταν αμοιβαία και, χωρίς να έχει ειπωθεί κάτι ξεκάθαρο, είχε γίνει σχεδόν αδύνατο να αγνοηθεί. Δεν ήταν ένας βίαιος παρασυρμός. Ήταν περισσότερο μια γλυκιά αιχμαλωσία· μια αργή, σχεδόν βασανιστικά ευχάριστη προσμονή για το επόμενο βήμα. Είχαν περάσει από τη γνωριμία στο φλερτ, από το φλερτ στην οικειότητα, και τώρα βρίσκονταν εκεί όπου η σιωπή άρχιζε να αποκτά περισσότερο νόημα από τα λόγια.
Το μόνο ερώτημα ήταν ποιος θα έκανε την πρώτη κίνηση. Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και, παρόλο που γνωρίζονταν μόλις λίγες ώρες, έμοιαζαν σαν να είχαν γνωριστεί πολύ παλαιότερα. Η επικοινωνία τους είχε γίνει άνετη, ζεστή, παιχνιδιάρικη. Γελούσαν πολύ. Μιλούσαν για τη δουλειά τους, για τη ζωή των ναυτικών, για ταξίδια και ανθρώπους που είχαν γνωρίσει, για όσα τους άρεσαν και όσα τους ενοχλούσαν.
Και, όπως ήταν σχεδόν αναπόφευκτο, η συζήτηση κάποια στιγμή πέρασε και στα ερωτικά. Η Μελισσάνθη ήταν αραγμένη στον μικρό καναπέ και ο νεαρός μηχανικός καθόταν απέναντί της. Κάθε τόσο τα βλέμματα τους συναντιούνταν και κανείς δεν τα απέστρεφε αμέσως.
Εκείνη το αντιλήφθηκε πρώτη. Και χαμογέλασε. Όχι ακριβώς προκλητικά. Περισσότερο σαν γυναίκα που είχε καταλάβει πως ο άνθρωπος απέναντί της δεν έκρυβε πλέον ιδιαίτερα καλά αυτό που ένιωθε.
Η ίδια δεν ήταν λιγότερο επηρεασμένη. «Με έχει πιάσει ένας φοβερός πονοκέφαλος στον αυχένα», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό το άτιμο πιάσιμο που ξεκινάει από τον αυχένα και ανεβαίνει μέχρι το κεφάλι.»
Ο νεαρός χαμογέλασε. Ήταν ίσως η ευκαιρία που περίμενε. «Ένα καλό μασάζ μπορεί να βοηθήσει πολύ. Να σε χαλαρώσει και να σου πάρει λίγο από την ένταση.»
Σηκώθηκε και στάθηκε πίσω της. «Αν θέλεις…»
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε αμέσως. Έκανε μόνο ένα μικρό νεύμα.
Εκείνος ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά του στους κροτάφους της και άρχισε να της κάνει ένα ήρεμο μασάζ. Οι κινήσεις του κατέβηκαν αργά προς τον αυχένα, χωρίς βιασύνη, σαν να ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί ότι εκείνη ένιωθε άνετα.
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ξέρεις πόση ώρα το ήθελα αυτό;» είπε χαμηλόφωνα. «Τόσες φορές το φαντάστηκα, που κάποια στιγμή άρχισα να πιστεύω πως δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα.»
«Εγώ να δεις.» Η φωνή του είχε χάσει το παιχνιδιάρικο ύφος της. «Το περίμενα τόσο, που μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μια αιωνιότητα.»
Η Μελισσάνθη άνοιξε τα μάτια και γύρισε λίγο το κεφάλι της. «Το λες σοβαρά ή με πειράζεις;»
«Απολύτως σοβαρά.»
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Για λίγες στιγμές δεν μίλησε κανείς. Η ατμόσφαιρα είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για υπονοούμενα. Και οι δύο γνώριζαν τι συνέβαινε.
«Θέλω μόνο να είσαι σίγουρη», είπε εκείνος. «Δεν θέλω να κάνουμε τίποτα επειδή απλώς μας παρέσυρε η στιγμή. Αν προχωρήσουμε, θέλω να είναι επειδή το θέλουμε και οι δύο.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε ήρεμα.
«Αυτό ακριβώς θέλω κι εγώ. Να υπάρχει εμπιστοσύνη και σεβασμός. Τα υπόλοιπα βρίσκονται.»
«Θέλω να νιώθεις ασφαλής μαζί μου.»
«Ήδη νιώθω.»
Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.«Αυτό σημαίνει ότι έχω την άδειά σου να συνεχίσω;»
«Σημαίνει ότι περιμένω να δω τι θα κάνεις.»
Γέλασαν και οι δύο. Για μια στιγμή η ένταση έσπασε. Ύστερα επέστρεψε, ακόμη πιο δυνατή.
Ο νεαρός συνέχισε απαλά το μασάζ στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη είχε χαλαρώσει και άφηνε την ένταση της ημέρας να υποχωρεί. Ταυτόχρονα, όμως, αισθανόταν ότι κάτω από αυτή την ηρεμία υπήρχε κάτι άλλο που μεγάλωνε.
Κάτι που δεν είχε σχέση πλέον με τον πονοκέφαλο.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε εκείνος.
«Ρώτα.»
«Όταν μου μίλησες για τον άντρα σου στο πλοίο… μου φάνηκε πως υπάρχει κάποια ένταση μεταξύ σας. Έπεσε έξω η εντύπωσή μου;»
Η Μελισσάνθη αναστέναξε. «Όχι ακριβώς. Το πρόβλημα είναι πως έχω την τάση να αναλύω υπερβολικά τα πράγματα. Εκείνος κουράζεται. Μου λέει πως οι συνήθειες μου έχουν αποκτήσει έναν επαναλαμβανόμενο, τελειομανή χαρακτήρα και ότι πολλές φορές προσπαθώ να ελέγχω τα πάντα.»
«Και αυτό επηρεάζει και τη σχέση σας;»
«Ίσως. Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το ερμηνεύσω. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν όλες οι σχέσεις, όσο περνούν τα χρόνια, αποκτούν μια διαφορετική μορφή. Συνηθίζεις τον άλλον, ξέρεις τις αντιδράσεις του, ξέρεις τι θα πει πριν το πει…»
«Δεν συμφωνώ.»
«Γιατί;»
«Επειδή δεν είσαι καθόλου μεγάλη για να πιστεύεις πως τελείωσαν οι εκπλήξεις.»
Η Μελισσάνθη χαμογέλασε. «Και τι είμαι;»
«Μια νέα και πολύ ελκυστική γυναίκα που μόλις βρέθηκε, χωρίς να το έχει προγραμματίσει, σε μια κατάσταση που δεν περίμενε.»
Τα δάχτυλά του συνέχισαν να κινούνται απαλά στον αυχένα της. Η Μελισσάνθη έκλεισε ξανά τα μάτια.
Αυτή τη φορά όμως δεν ήθελε να χαλαρώσει. Ήθελε να παραμείνει ξύπνια μέσα στη στιγμή.
Γιατί ήξερε πια πως η βραδιά στη Μάλαγα είχε ξεφύγει από το αρχικό της σχέδιο. Και πως το επόμενο κεφάλαιο του μικρού τους ταξιδιού δεν θα γραφόταν με λόγια.
«Εσύ! Για πες τώρα… τι λέει η κοπέλα σου για το επάγγελμά σου;»
«Δεν υπάρχει κάτι αυτή την εποχή. Μόνος μου είμαι.»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Σοβαρά μιλάς; Τόσο ωραίος άντρας και είσαι μόνος; Σίγουρα θα έχεις γνωρίσει πολλές γυναίκες στα ταξίδια σου. Άλλωστε, βλέπεις… οι διαθέσιμοι άντρες όλο και λιγοστεύουν, αν με καταλαβαίνεις.»
«Κάποιες γνωριμίες που είχα δεν ευδοκίμησαν. Έψαξαν για άλλα λιμάνια!»
Η Μελισσάνθη γέλασε. «Μάλιστα… Και η προσωπική σου ζωή τελευταία;»
Ο νεαρός ανασήκωσε τους ώμους. «Πικρή η αλήθεια, αλλά θα στην πω. Νιώθω εντελώς άδειος. Την παλεύω όπως μπορώ!»
«Αα… κρίμα. Καλά, κι εγώ είχα καιρό να νιώσω ξανά τόσο έντονα αυτή την πλευρά της ζωής. Και στο πλοίο, μην νομίζεις… Είχαμε κι εκεί τις δυσκολίες μας. Με τη συνεχή επαγρύπνηση για τα φορτία και τις ευθύνες, πού χρόνος για…» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί, χωρίς να την ολοκληρώσει.
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγο και χαμογέλασε.
«Με τέτοια μελαχρινή ομορφιά και τέτοια θηλυκότητα, μην προσπαθείς να με πείσεις ότι δεν έχεις θαυμαστές. Σίγουρα θα είσαι πολύ επιθυμητή. Νομίζω πως κάθε γυναίκα έχει, κάποια στιγμή, έναν θαυμαστή που, παρότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένη, εξακολουθεί να την πλησιάζει διακριτικά.»
Έγειρε λίγο προς το μέρος της και πρόσθεσε παιχνιδιάρικα. «Σίγουρα προτάσεις δεν σου έχουν κάνει; Άσε τον ναυτικό και… παντρέψου εμένα!»
Η Μελισσάνθη ξέσπασε σε γέλια.
«Χυλόπιτα έχεις ρίξει;»
«Ναι, έχει χρειαστεί.»
«Και… εμμονικός θαυμαστής;»
«Τώρα όχι. Αλλά έχει υπάρξει.»
«Και τι έκανες;»
«Του μίλησα στα ίσα. Ήρεμα και χωρίς να τον προσβάλω. Του εξήγησα ότι δεν έχω διάθεση για κάτι περισσότερο και, τελικά, κατάφερα να τον απομακρύνω.»
«Μάλιστα…»
Η Μελισσάνθη σταμάτησε για λίγο. Ήταν φανερό πως κάτι άλλο ήθελε να ρωτήσει, αλλά δίσταζε. «Το θέμα είναι ότι απλώς δεν έχω συνηθίσει να…» Σταμάτησε απότομα. Έπειτα, σαν να της ήρθε ξαφνικά μια σκέψη, τον κοίταξε ευθεία. «Αυτό με τα αφροδίσια που κυκλοφορούσε στο πλοίο… ισχύει;»
Ο νεαρός πάγωσε για μια στιγμή. Δεν περίμενε με τίποτα την ερώτηση. Έμεινε άφωνος, κοιτάζοντάς την σαν να προσπαθούσε να καταλάβει από που ακριβώς είχε προκύψει.
Η Μελισσάνθη, βλέποντας τη σιωπή του, κατάλαβε ότι είχε πετύχει διάνα σε κάτι που την απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί.
«Τον… τον παλιομαλάκα! Τον γαμημένο! Αυτό μου έλειπε τώρα, να με έχει κολλήσει καμιά αρρώστια!»
Ο νεαρός σήκωσε τα χέρια ψηλά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα γέλια του. «Ώπα! Αγρίεψαν τα πράγματα… Το θέμα έχει βαρύτητα και απαιτεί εις βάθος ανάλυση!»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε με μισό χαμόγελο και μισή αγωνία. Εκείνος κατάλαβε πως το χιούμορ ήταν ο καλύτερος τρόπος να απομακρύνει την ένταση. «Όσο για τα αφροδίσια, δεν ισχύει τίποτα απ’ όσα άκουσες. Σαν γραμματικός σε γκαζάδικο και υπεύθυνος για τη φόρτωση και την εκφόρτωση, δεν έχεις και πολλές ευκαιρίες να τριγυρνάς στα λιμάνια. Το ξέρεις κι εσύ.» Το είπε ήρεμα, σχεδόν καθησυχαστικά. «Οπότε, μην αγχώνεσαι.»
Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. «Χμ… Ας το πιστέψω!»
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε και πήρε μια μικρή ανάσα. «Ναι. Όλα καλά.»
Και η κουβέντα, που για λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει μια απρόσμενα ευαίσθητη χορδή, ξαναβρήκε σιγά-σιγά τον ανάλαφρο ρυθμό της.
Ο νεαρός μηχανικός συνέχισε το μασάζ με απαλές, επιδέξιες κινήσεις, κατεβαίνοντας αργά από τους ώμους προς την πλάτη της. Κάποια στιγμή, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που δεν έκρυβε την πρόθεσή του, έλυσε το κούμπωμα του δαντελένιου σουτιέν της.  Η κίνηση αυτή ήταν μικρή, σχεδόν ανεπαίσθητη, κι όμως έμοιαζε σαν να άνοιγε έναν δρόμο που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε κλειστός.  Έναν δρόμο προς την απόλαυση, αλλά και προς κάτι πολύ βαθύτερο που η Μελισσάνθη προσπαθούσε τόση ώρα να κρατήσει υπό έλεγχο. Εκείνος συνέχισε αργά, αφήνοντάς την να τον καθοδηγεί με τις αντιδράσεις της. Δεν υπήρχε βιασύνη. Μόνο η σταδιακή αφύπνιση των αισθήσεων, η αυξανόμενη ένταση και η αίσθηση πως κάθε προηγούμενο όριο είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο σαφές. 
Η Μελισσάνθη έκλεισε τα μάτια. Το σώμα της είχε ξυπνήσει πριν ακόμη προλάβει η σκέψη της να αποφασίσει τι ακριβώς ήθελε. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε να υποχωρούν οι άμυνες που είχε χτίσει γύρω από τον εαυτό της. Δεν ήταν μόνο η σωματική επιθυμία. Ήταν η ανάγκη να νιώσει γυναίκα, επιθυμητή, ζωντανή. 
Για λίγες στιγμές έμειναν σιωπηλοί. Ακούγονταν μόνο οι ανάσες τους. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τον βρήκε να την κοιτάζει. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια η παιχνιδιάρικη διάθεση της προηγούμενης ώρας. Υπήρχε μια ένταση που και οι δυο αναγνώριζαν. 
Εκείνος την αγκάλιασε. Τα χείλη τους συναντήθηκαν.
 Η Μελισσάνθη ακούμπησε πίσω στον τοίχο, ξαφνιασμένη περισσότερο από τον εαυτό της παρά από εκείνον. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της να τον απομακρύνει. Τα χέρια της, όμως, δεν υπάκουσαν στη σκέψη της. Αντίθετα, βρέθηκαν πάνω του. Τ ο φιλί έγινε βαθύτερο και η αμηχανία της άρχισε να υποχωρεί. Η αντίσταση που είχε εμφανιστεί στην πρώτη στιγμή μετατράπηκε σιγά-σιγά σε συνειδητή ανταπόκριση. Τώρα πια δεν υπήρχε παρεξήγηση. Ήξεραν και οι δύο πού οδηγούσε εκείνη η στιγμή. Η Μελισσάνθη τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Στο βλέμμα της υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος δισταγμός, όχι φόβος, αλλά η επίγνωση ότι από εκεί και πέρα τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μια αθώα γνωριμία στη Μάλαγα.
«Ωραία… τι κάνουμε τώρα;» ψιθύρισε εκείνος, χαμογελώντας.
Η Μελισσάνθη πήρε μια βαθιά ανάσα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν απάντησε. Ύστερα, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο, του έπιασε το χέρι. «Πάμε στο κρεβάτι», είπε. Και αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε αμηχανία ούτε υπεκφυγή στη φωνή της. Η Μελισσάνθη τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Τα χέρια του έκλεισαν γύρω από τη μέση της και τα σώματά τους ήρθαν κοντά, σαν να είχαν πάψει πια να υπάρχουν οι αποστάσεις που μέχρι πριν από λίγο τους κρατούσαν επιφυλακτικούς. Η ανυπομονησία είχε πάρει τη θέση της αμηχανίας.
Εκείνος την αγκάλιασε και την ανασήκωσε με ευκολία. Εκείνη τυλίχτηκε πάνω του, παραδομένη στη στιγμή, και για λίγες στιγμές έμειναν έτσι, γελώντας σχεδόν αθόρυβα ανάμεσα στα φιλιά τους, σαν να τους είχε ξαφνιάσει και τους ίδιους η ταχύτητα με την οποία είχαν φτάσει μέχρι εκεί. Τα στήθη της πιέστηκαν στο στέρνο του. Ο ερεθισμός του ήταν τόσο έντονος και εντυπωσιακός που η Μελισσάνθη ένιωσε ένα ρίγος ωμής γυναικείας δύναμης. «Σε θέλω τώρα. Τώρα», τον ικέτεψε. «Σε θέλω τώρα», του ψιθύρισε. «Τώρα.»
Το βλέμμα του σκοτείνιασε από την ένταση.  Τα ρούχα τους έπαψαν να έχουν σημασία. Έπεσαν βιαστικά στην άκρη, καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μηδενιζόταν. «Θεέ μου… τι όμορφη που είσαι», της είπε χαμηλόφωνα .
Η Μελισσάνθη δεν απάντησε. Τον κοίταξε μόνο, με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πλέον χώρο για παρερμηνείες. Εκείνος την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη αφέθηκε στα χέρια του, ενώ τα φιλιά του έγιναν πιο τρυφερά, σαν να ήθελε ξαφνικά να ισορροπήσει την ένταση με κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό. 
Για μια στιγμή σταμάτησε. Την κοίταξε στα μάτια. «Είσαι σίγουρη;»
Η Μελισσάνθη κράτησε το βλέμμα του. «Ναι», απάντησε αποφασιστικά. «Είμαι.» Και αυτή η μία λέξη ήταν αρκετή. 
Δεν χρειάζονταν πλέον άλλες εξηγήσεις, ούτε υποσχέσεις για το αύριο. Εκείνη τη νύχτα στη Μάλαγα, δύο άνθρωποι που είχαν συναντηθεί σχεδόν τυχαία είχαν φτάσει στο τελευταίο όριο της μεταξύ τους έλξης.  Κι από εκεί και πέρα, οι λέξεις περίσσευαν.  Την ξάπλωσε ανάσκελα κι έπεσε από πάνω της. «Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι σε θέλω», της είπε με κομμένη ανάσα. Χάιδεψε τα στήθη και την κοιλιά της με τα χέρια και τη γλώσσα του, έπειτα κατέβηκε χαμηλότερα για να της ανοίξει τα πόδια. Η Μελισσάνθη ήταν ήδη έτοιμη, ζεστή, υγρή και πρόθυμη. 
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι...»  ήταν τα λόγια της όταν τον ένιωσε να ξαπλώνει ανάμεσα στα πόδια της, να μπαίνει μέσα της κι αυτή να τον τυλίγει σαν να ήταν φτιαγμένος για κείνη και μόνο. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, το δικό της καλωσόρισμα φλογερό. Ένιωσε το πέος του να γλιστράει απαλά μέσα στο αιδοίο της της που ήταν μουσκεμένο από τα χάδια του. .
 Η Μελισσάνθη κλείνει τα βλέφαρα, απολαμβάνοντας την πληρότητα, την υπέροχη αίσθηση της κυριαρχίας του, καμπυλώνοντας ενστικτωδώς τη λεκάνη της προς τα επάνω για να τον συναντήσει, να ενωθεί μαζί του, βογκώντας δυνατά. Τραβιέται πίσω και με αργές κινήσεις την ξαναγεμίζει. Τα δάχτυλά της χώνονται μέσα στα ανακατωμένα μαλλιά του, και τον νιώθει που κουνιέται, αργά αργά, μέσα έξω. «Πιο γρήγορα αγορίνα μου... Πιο γρήγορα. Σε παρακαλώ...» Την κοιτάζει Θριαμβευτικά και τη φιλάει με πάθος. «Έτσι, μωρό μου... Θέλω να σ' ακούω». Μετά περνάει το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της αρπάζοντας με το άλλο τον γοφό της και μπαίνει πιο δυνατά μέσα της, κάνοντάς τη να ξεφωνίσει ξανά. Και αρχίζει ο εξαντλητικός ρυθμός. Η ανάσα του γίνεται όλο και πιο τραχιά, σαν τη δική της. Νιώθει βαθιά μέσα της το γνωστό σκίρτημα. Πάλι! Είναι ολόκληρη μια αίσθηση που, κουρσεύει το κορμί της. «Ελα, μωρό μου...» μουγκρίζει μέσα από τα σφιγμένα δόντια του, ακριβώς τη στιγμή, που και η Μελισσάνθη αφήνεται και φτάνουν μαζί στην κορύφωση. 
Κοιταζόντουσαν στα μάτια. Μερικές στιγμές τα λόγια περιττεύουν και οι ηθικές ισορροπίες είναι αδύνατον να κρατηθούν..! Ό,τι συνέβηκε ήταν απίστευτο. Η επόμενη μέρα και νύχτα που θα ακολουθούσαν θα 'ταν ένα όνειρο, μια φαντασία, χαρίζοντας τους ατέλειωτες στιγμές ηδονής. Η συνέχεια ήταν φοβερά φιλήδονη. Κι οι δυο είχαν παραδοθεί κατά διαστήματα ανελέητα στις ορέξεις τους . Η συνέχεια εκείνης της νύχτας ήταν γεμάτη πάθος. Κι οι δυο, παρασυρμένοι από την αμοιβαία έλξη και την απροσδόκητη ελευθερία που τους είχε χαρίσει η Μάλαγα, αφέθηκαν στη στιγμή χωρίς πολλές σκέψεις για το αύριο.
Για τη Μελισσάνθη, όμως, εκείνη η γνωριμία έμελλε να μείνει σαν μια παράξενη παρένθεση στη ζωή της. Ο νεαρός μηχανικός δεν έμαθε ποτέ τίποτε περισσότερο για εκείνη. Δεν γνώριζε την οικογένειά της, την καθημερινότητά της, ούτε τι συνέβη μετά την επιστροφή της στο νησί. Κι εκείνη δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία να τη γνωρίσει πραγματικά.
Χάθηκε από τη ζωή του σχεδόν τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Δεν προσπάθησε να την αναζητήσει. Δεν την πήρε τηλέφωνο, δεν έψαξε να βρει τα ίχνη της, δεν επιχείρησε να ξανανοίξει εκείνη την πόρτα. Ίσως επειδή κατάλαβε πως κάποια πράγματα είναι όμορφα ακριβώς επειδή μένουν εκεί όπου γεννήθηκαν: σε μια συγκεκριμένη νύχτα, σε μια ξένη πόλη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που συναντήθηκαν τυχαία και ύστερα συνέχισαν τον δρόμο τους. Ίσως, πάλι, να ήθελε να γίνει έτσι.
Και η Μελισσάνθη, χρόνια αργότερα, όταν θυμόταν τη Μάλαγα, δεν ήταν τόσο το πρόσωπό του που ερχόταν πρώτο στη μνήμη της, όσο εκείνη η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που είχε νιώσει για λίγο, σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο σε μια ζωή που δεν θα γνώριζε ποτέ

Η συνέχεια στην ...
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..2)
.....
 
Web Informer Button