... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
Οι δυο γυναίκες είχαν επενδύσει χρόνο και φροντίδα στη φιλία τους. Η τακτική τους συντροφιά είχε γίνει ένα μικρό, πολύτιμο καταφύγιο μέσα στην καθημερινότητα και, όπως έλεγαν μεταξύ σοβαρού και αστείου, έκανε καλό και στην υγεία τους.
«Κοριτσάκι μου…»
«Κοριτσάκι μου και κουκλίτσα μου!»
Έτσι μιλούσαν η μία στην άλλη. Με υποκοριστικά, γλυκόλογα και εκείνη την τρυφερή οικειότητα που μόνο οι πραγματικά στενές φίλες μπορούν να έχουν χωρίς να ακούγεται υπερβολική. Καμάρωναν η μία για την άλλη, νοιάζονταν, μοιράζονταν τις πίκρες τους και γιόρταζαν μαζί τις χαρές τους. Όταν κάποια πονούσε, μπορούσαν να ξημερωθούν στο τηλέφωνο. Όταν η μία είχε ανάγκη την άλλη, η απόσταση γινόταν λεπτομέρεια· θα έκαναν τα πάντα για να βρεθούν δίπλα της. Πήγαιναν αγκαζέ στα μαγαζιά, έπιναν καφέδες τον έναν μετά τον άλλον, έλεγαν τα δικά τους, συνόδευαν η μία την άλλη στον γιατρό όταν υπήρχε κάποια ανησυχία, αντάλλασσαν μυστικά και μικρές εξομολογήσεις.
Κάποιες φορές, βέβαια, τσακώνονταν. Και τότε ακολουθούσε η γνωστή διαδικασία: λίγη σιωπή, λίγα μούτρα, ένα τηλεφώνημα, μια αγκαλιά, ένα φιλί και…«Άντε, καλά! Ξέχασε το.»
«Το ξέχασα ήδη.»
«Ούτε γάτα ούτε ζημιά!»
Και ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ξανάρχιζαν τα κουτσομπολιά. Γιατί, ως γνωστόν, τα κουτσομπολιά έχουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταδίδονται μεταξύ φίλων σχεδόν σαν τα συμπτώματα της γρίπης. Η Ελπινίκη, μάλιστα, διέθετε ένα ιδιαίτερο χάρισμα, μια αστείρευτη, σχεδόν σκανδαλοθηρική περιέργεια για τις ανθρώπινες ιστορίες. Δεν ήταν κακοπροαίρετη, απλώς αγαπούσε τις λεπτομέρειες, τις αντιφάσεις, τα μυστικά και κυρίως εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν πίσω από κλειστές πόρτες και ευγενικά χαμόγελα. Έτσι, αφού πρώτα άφησε την κουβέντα να κυλήσει χαλαρά, τη γλύκανε με λίγη τρυφερότητα και μια στάλα πονηριάς, κατάφερε να την οδηγήσει εκεί ακριβώς όπου ήθελε.
Στο καυτό θέμα του αποτυχημένου γάμου της Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της Εριφύλης.
Η Ελπινίκη έκανε πως ενδιαφερόταν δήθεν αδιάφορα. «Παρεμπιπτόντως, κοριτσάκι μου…»
Η Εριφύλη την κοίταξε από το πλάι. Ήξερε αυτό το «παρεμπιπτόντως». Ήταν το προοίμιο κάθε κουβέντας που η Ελπινίκη έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.
«Τι θέλεις να μάθεις;» τη ρώτησε, χαμογελώντας.
Η Ελπινίκη έκανε την ανήξερη. «Εγώ; Τίποτα. Απλώς… για την Αλεξάνδρα λέγαμε τις προάλλες, δεν θυμάσαι;»
«Θυμάμαι.»
«Και τελικά… τι έγινε με εκείνον τον γάμο;»
Η Εριφύλη αναστέναξε.
«Α, μάλιστα. Εκεί το πήγαινες τόση ώρα.»
«Ε, φιλενάδα μου! Εσύ ξέρεις την ιστορία από πρώτο χέρι. Εγώ τι να κάνω; Να κάθομαι να φαντάζομαι;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ, Ελπινίκη μου, αν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ικανή να το συμπληρώσεις μόνη σου.»
«Ε, λοιπόν; Θα μου πεις;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι.
«Θα σου πω. Αλλά να ξέρεις… η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.»
Η Ελπινίκη τακτοποιήθηκε στη θέση της, έτοιμη να ακούσει. «Αυτό ακριβώς μου αρέσει. Όταν μια ιστορία αρχίζει με το δεν είναι τόσο απλή…»
Η Εριφύλη γέλασε. «Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και εσύ με αγαπάς έτσι.»
«Ακριβώς έτσι.»
Και η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, πήρε τον δρόμο της προς την ιστορία της Αλεξάνδρας.
Η Αλεξάνδρα βρισκόταν τότε στην πιο ζωντανή περίοδο της νιότης της. Μόλις είκοσι δύο ετών, με όλη τη ζωή μπροστά της, βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε έναν γάμο που αντί να εξελιχθεί σε μια ευτυχισμένη ένωση, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο και, τελικά, σε οριστική ακύρωση. Η Αλεξάνδρα και η Εριφύλη ήταν συνομήλικες και γειτόνισσες. Η φιλία τους είχε αρχίσει από τα χρόνια της νιότης και είχε μείνει δυνατή μέσα στον χρόνο. Και οι δύο, μάλιστα, χαμογελούσαν με εκείνη την παλιά λαϊκή δοξασία που έλεγε πως οι γυναίκες, τάχα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνες που γεννήθηκαν γριές και εκείνες που, επειδή αγαπούν τη ζωή και τον έρωτα, μένουν πάντα νέες. Η Αλεξάνδρα ανήκε, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν μια γυναίκα τρυφερή, αγαπησιάρα, γεμάτη ζωντάνια , και η περιπέτεια του γάμου της είχε αφήσει μέσα της ένα τραύμα που δεν φαινόταν εύκολα πίσω από το χαμόγελό της.
Ο γάμος είχε γίνει με προξενιό. Κάποιοι στενοί συγγενείς της, που ζούσαν στη μακρινή Αυστραλία, της είχαν γνωρίσει έναν άνδρα τον οποίο θεωρούσαν κατάλληλο για εκείνη. Η Αλεξάνδρα, νέα και άπειρη, εμπιστεύτηκε την κρίση τους. Η πρώτη νύχτα του γάμου, όμως, αποδείχθηκε μια σκληρή αποκάλυψη.
Ο άνδρας που της είχαν προξενέψει αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στη σεξουαλική του ζωή, τόσο σοβαρές ώστε το ζευγάρι να μην μπορέσει να αποκτήσει ποτέ την οικειότητα που εκείνη περίμενε από έναν γάμο. Οι «κακές γλώσσες» της οικογένειας, φυσικά, δεν άργησαν να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και να μετατρέψουν ένα βαθιά προσωπικό ζήτημα σε αντικείμενο σχολίων και ψιθύρων.
Για την Αλεξάνδρα, όμως, το θέμα δεν ήταν τα κουτσομπολιά. Ήταν η διάψευση μιας ολόκληρης προσδοκίας. Ο γάμος της έμεινε ουσιαστικά χωρίς την ουσιαστική συζυγική ζωή που περίμενε. Το «εις σάρκα μίαν» έμεινε γι’ αυτούς περισσότερο μια φράση παρά μια βιωμένη πραγματικότητα. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο η σιωπή και η αμηχανία ανάμεσα τους μεγάλωναν. Έτσι, η κοινή τους ζωή κατέληξε να μοιάζει περισσότερο με μια επιβεβλημένη συμβίωση παρά με γάμο. Τελικά, ύστερα από συζήτηση και με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, η ένωση λύθηκε και ο γάμος ακυρώθηκε ως μη γενόμενος.
«Καταλαβαίνεις το τραυματικό σοκ της κοπέλας», είπε η Εριφύλη στην Ελπινίκη. «Και φυσικά, αντίστοιχο ήταν και το σούσουρο στη γειτονιά. Γιατί, ως γνωστόν, μια γειτονιά μπορεί να ξέρει για τη ζωή σου πράγματα που ούτε εσύ δεν έχεις προλάβει να μάθεις.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Αυτό το τελευταίο, το πιστεύω απόλυτα.»
«Για να πνίξει, όμως, τον πόνο της η Αλεξάνδρα, δεν χρειάστηκε ούτε τάματα ούτε προσευχές ούτε παρακλήσεις. Βρήκε πολύ σύντομα έναν άνθρωπο που της ξύπνησε ξανά τη διάθεση για ζωή.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε αμέσως τα φρύδια. «Α, εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Τον Μιλτιάδη.»
«Ποιον Μιλτιάδη;»
«Τον Μιλτιάδη της γειτονιάς μας, ένα νεαρός άνδρας τότε, μικρο-παντρεμένος..»
Η Ελπινίκη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα έγειρε προς το μέρος της.
«Περίμενε… παντρεμένος;»
«Ακριβώς.»
Το βλέμμα της Ελπινίκης άλλαξε αμέσως. Η περιέργεια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πίσω από μια δήθεν αδιάφορη έκφραση, έγινε ολοφάνερη.
«Και;»
«Και τι;»
«Μη μου κάνεις την ανήξερη. Τι έγινε με τον Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε.Ήξερε πολύ καλά πως είχε πατήσει το κουμπί της αδυναμίας της φίλης της.
Η Ελπινίκη, όταν άκουγε μια πιπεράτη ιστορία της γειτονιάς, αποκτούσε μια σχεδόν ακατανίκητη ανάγκη να μάθει όλες τις λεπτομέρειες. Όχι από κακεντρέχεια· περισσότερο από εκείνη την ανθρώπινη περιέργεια που θέλει να καταλάβει πώς οι ζωές των άλλων μπορούν, μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, να πάρουν δρόμους που κανείς δεν είχε προβλέψει.
«Λοιπόν;» επέμεινε. «Τώρα θα μου τα πεις όλα.»
«Όλα;»
«Όλα όσα ξέρεις.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εντάξει. Αλλά να ξέρεις πως η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν τελειώνει εκεί όπου νομίζεις.»
Η Ελπινίκη ανακάθισε στη θέση της. «Τότε, κοριτσάκι μου, συνέχισε. Γιατί τώρα μου κέντρισες για τα καλά την περιέργεια.»
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που εκδόθηκε το διαζύγιο, όταν η Αλεξάνδρα αποφάσισε να ασχοληθεί με το σπίτι που της είχαν παραχωρήσει οι γονείς της. Ήταν μια μικρή, κομψή μονοκατοικία με μεγάλο κήπο, ακριβώς δίπλα στο πατρικό της. Το εσωτερικό ήταν κατοικήσιμο, όμως εξωτερικά το σπίτι είχε μείνει ημιτελές. Τα μπαλκόνια περίμεναν ακόμη την τελική τους επένδυση και, όσο περνούσε ο καιρός, η εικόνα του σπιτιού της θύμιζε περισσότερο εργοτάξιο παρά όμορφη κατοικία.
Η Αλεξάνδρα αποφάσισε λοιπόν να τελειώσει τις εργασίες. Και ποιον να προτιμήσει από τον κοντινό της γείτονα, τον Μιλτιάδη; Ο Μιλτιάδης ήταν οικοδόμος-τεχνίτης και αναλάμβανε εργασίες επένδυσης εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών με μάρμαρα και πλακίδια.
«Μαρμαράδες δεν τους λένε, Ελπινίκη μου;» ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας.
«Έτσι τους λένε. Συνέχισε.»
Η συμφωνία ήταν απλή. Ο Μιλτιάδης θα αναλάμβανε την αποπεράτωση των εξωτερικών μπαλκονιών και, σύμφωνα με τον υπολογισμό του, η δουλειά θα απαιτούσε περίπου μία εβδομάδα.
Η Αλεξάνδρα συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που, από την αρχή, τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχε υπολογίσει. Τη δεύτερη ημέρα των εργασιών είχε περάσει η ώρα και ο Μιλτιάδης δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.Ύστερα κοίταξε τα μισοτελειωμένα μπαλκόνια. Και μετά ξανακοίταξε το ρολόι. Η υπομονή της άρχισε να εξαντλείται. «Μα είναι δυνατόν;» μονολόγησε. Τα μπαλκόνια έμοιαζαν ακόμη σαν γιαπί. Υλικά, εργαλεία και μισοτελειωμένες επιφάνειες τής θύμιζαν διαρκώς πως η δουλειά είχε αρχίσει, αλλά κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς θα τελείωνε.
Είχε ακούσει, άλλωστε, αρκετές ιστορίες για τεχνίτες οικοδομών που, σύμφωνα με τα παράπονα των ιδιοκτητών, είχαν τη δική τους αντίληψη για το τι σήμαινε «θα έρθω αύριο» ή «σε μία εβδομάδα θα έχει τελειώσει».Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να γίνει μία ακόμη ιδιοκτήτρια που θα περίμενε μάταια.
Και καθώς περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός της μεγάλωνε. «Μου είπε ότι θα ερχόταν πρωί-πρωί! Τώρα πού είναι;» Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Μιλτιάδη. Χτύπησε αρκετές φορές. Καμία απάντηση. Η Αλεξάνδρα άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και σταύρωσε τα χέρια.
«Ωραία… Μάλιστα.»
Δεν ήξερε ακόμη ότι η καθυστέρηση του Μιλτιάδη, όσο εκνευριστική κι αν της φαινόταν εκείνη τη στιγμή, θα γινόταν η αφορμή για μια γνωριμία που θα άλλαζε εντελώς την πορεία των επόμενων ημερών. Και η Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε αμίλητη, κατάλαβε πως η ιστορία μόλις άρχιζε να αποκτά ενδιαφέρον.Ο Μιλτιάδης έφτασε τελικά στο σπίτι της Αλεξάνδρας, αρκετά καθυστερημένος. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε. Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές ώσπου να ανοίξει η πόρτα. Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε μπροστά του φορώντας μια ανάλαφρη ρόμπα μπάνιου, χαλαρά δεμένη, με την εμφάνισή της να αποκαλύπτει περισσότερο απ’ όσο ίσως σκόπευε. Ήταν ελαφρώς ιδρωμένη από τις δουλειές του σπιτιού, όμως, ακόμη κι έτσι, παρέμενε κοκέτα και περιποιημένη. Είχε αλλάξει και το χτένισμά της, δίνοντάς του μια πιο σύγχρονη, παιχνιδιάρικη γραμμή, ενώ το βλέμμα της είχε εκείνη τη μικρή, αδιόρατη πονηριά που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο γοητευτική.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό της και ύστερα, σχεδόν παρά τη θέλησή του, κατέβηκε στο εντυπωσιακό ντεκολτέ που άφηνε η ρόμπα. Του φάνηκε σαν ένα ξαφνικό ηλιοβασίλεμα μέσα σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη μέρα. Ήταν εκείνο το είδος θέας που σε κάνει να σταματάς για μια στιγμή, όπως όταν αντικρίζεις απρόσμενα ένα τοπίο που σε καθηλώνει. Ο Μιλτιάδης προσπάθησε αμέσως να επαναφέρει το βλέμμα του.
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη για την καθυστέρηση. Δεν υπολόγιζα ότι θα αργούσα τόσο. Έπρεπε εκτάκτως να πάω εγώ τον μικρό στο νηπιαγωγείο και, όπως καταλαβαίνεις, με κράτησαν εκεί περισσότερο απ’ όσο περίμενα.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. «Σε κράτησαν;»
«Ναι. Με φώναξαν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων για κάτι ενημερώσεις που αφορούσαν τον μικρό μας…» είπε, χαμογελώντας αμήχανα. «Έχει μια τάση να μας κάνει γνωστούς στο νηπιαγωγείο.»
Η Αλεξάνδρα προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Άτακτος ο μικρός, λοιπόν;»
«Ε, λίγο ζωηρός. Πολύ ζωηρός, για την ακρίβεια.»
«Κατάλαβα.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Έλα μέσα. Αλλά να ξέρεις, Μιλτιάδη, η δουλειά δεν περιμένει. Έχουμε ήδη καθυστερήσει.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο.»
Πέρασε το κατώφλι.
Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε αναλάβει, η Αλεξάνδρα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο την είχε κοιτάξει.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. Η μέρα μόλις άρχιζε.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και έκανε μια καθησυχαστική κίνηση με το χέρι. «Σε καταλαβαίνω, Μιλτιάδη. Σε συμμερίζομαι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογείσαι.»
Ύστερα χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Κι εγώ, όμως, πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη που σε άφησα να περιμένεις τόση ώρα στην εξώπορτα. Συγύριζα το σπίτι, είχα βάλει την ηλεκτρική σκούπα και δεν άκουσα το κουδούνι με την πρώτη.»
«Μην ανησυχείς. Συμβαίνουν αυτά.»
Ο Μιλτιάδης άρχισε να βγάζει τα εργαλεία του και να τακτοποιεί τα υλικά του. Η Αλεξάνδρα, ακόμη με τη ρόμπα του μπάνιου, πήγε στην κουζίνα και του έφερε έναν καφέ.
Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε τη νεανική της φρεσκάδα της Αλεξάνδρας. Το πρόσωπό της, το δέρμα της, η κομψότητά της όλα πάνω της έδιναν την αίσθηση μιας γυναίκας που, παρά όσα είχε περάσει με τον αποτυχημένο γάμο της , παρέμενε γεμάτη ζωντάνια.
Η Αλεξάνδρα ακούμπησε τον καφέ δίπλα στα εργαλεία του. Καθώς έσκυψε, η χαλαρά δεμένη ζώνη της ρόμπας λύθηκε λίγο περισσότερο. Το άνοιγμα έγινε μεγαλύτερο και για μια στιγμή η Αλεξάνδρα βρέθηκε εκτεθειμένη περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει.
Ο Μιλτιάδης πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Η ξαφνική εικόνα τον είχε αιφνιδιάσει και η μέχρι τότε επαγγελματική του ψυχραιμία πήγε περίπατο. Η Αλεξάνδρα αντιλήφθηκε αμέσως τι είχε συμβεί. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε. Κι εκείνη η μικρή σιωπή είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
Ο Μιλτιάδης, παρασυρμένος από την έλξη της στιγμής, ψιθύρισε. «Άστη τη ρόμπα, ρε Αλεξάνδρα… Άστη λίγο. Να θαυμάσω τη γυναίκα που έχω μπροστά μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε στα μάτια. «Δηλαδή… σου αρέσω σαν γυναίκα;»
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Δεν βιάστηκε να κλείσει τη ρόμπα της, ούτε να απομακρυνθεί. Έκλεισε μόνο τα μάτια, σαν να άφηνε τον εαυτό της να ακούσει πρώτα αυτό που της έλεγε η εσωτερική της φωνή.
Ο Μιλτιάδης έχασε για λίγο τα λόγια του. «Τι είναι αυτά που λες, ρε κούκλα μου; Αν μου αρέσεις;» είπε τελικά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Πώς να μη με τρελαίνεις με τέτοια παρουσία; Από την πρώτη στιγμή που σου άνοιξα την πόρτα, προσπαθώ να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά με τραβάς σαν μαγνήτης. Και ξέρεις κάτι; Είναι επικίνδυνο να βρίσκομαι τόσο κοντά σου.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε τα μάτια της. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια μόνο αμηχανία. Υπήρχε και μια δόση περιέργειας, ίσως ακόμη και πρόκλησης.
Ο Μιλτιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα ήθελες…» σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις, «…να γίνω ο άντρας σου για λίγο σήμερα;»
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε μόνο. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ο Μιλτιάδης κατάλαβε πως η ερώτησή του είχε αλλάξει οριστικά τη σχέση ανάμεσά τους.
Η Αλεξάνδρα, από την άλλη, ένιωσε κάτι που είχε καιρό να αισθανθεί: όχι απλώς ότι κάποιος την επιθυμούσε, αλλά ότι κάποιος την έβλεπε ξανά ως ποθητή γυναίκα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Η απόσταση ανάμεσά τους είχε πια χαθεί και οι δυο τους είχαν αφεθεί στη δύναμη της στιγμής. Το βλέμμα της Αλεξάνδρας στάθηκε για λίγο πάνω στον Μιλτιάδη, με μια περιέργεια που δεν προσπάθησε να κρύψει. Ύστερα ένα χαμόγελο, μισό αμήχανο και μισό γεμάτο ικανοποίηση, φώτισε το πρόσωπό της.
«Αα… απ’ ό,τι βλέπω, έχεις πλούσια τα ελέη του Θεού!» είπε πειραχτικά, βρίσκοντας έναν τρόπο να εκφράσει τον θαυμασμό της χωρίς να χάσει το χιούμορ της. Ο Μιλτιάδης γέλασε χαμηλόφωνα. Η αυτοπεποίθησή του είχε ήδη επιστρέψει.
«Θέλεις να πάμε μέσα, στο κρεβάτι;» τη ρώτησε απλά.
Η Αλεξάνδρα, αναψοκοκκινισμένη, έγνεψε καταφατικά. Ύστερα από όσα είχε ζήσει στον αποτυχημένο γάμο της, ένιωθε σαν να ξυπνούσε μέσα της μια πλευρά που για καιρό είχε μείνει σιωπηλή. Δεν σκεφτόταν πια εξηγήσεις, συνέπειες ή το αύριο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο η ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα, να αφεθεί στη ζεστασιά μιας αμοιβαίας έλξης. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Μιλτιάδη καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε. Εκείνη ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό. Βρέθηκαν στο κρεβάτι, κοντά ο ένας στον άλλον, αφήνοντας τη σιωπή και την ένταση της στιγμής να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Ο Μιλτιάδης την κοίταξε για λίγο σαν να προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς είχε βρεθεί εκεί. Η γυναίκα που μέχρι τότε ήταν απλώς η όμορφη γειτόνισσα είχε γίνει ξαφνικά μια απρόσμενη πραγματικότητα μέσα στη ζωή του. Και μέσα του πέρασε μια σκέψη σχεδόν ειρωνική. η μοναξιά της, η απογοήτευση από τον γάμο της και η ανάγκη της να ξαναβρεί τον εαυτό της ήταν εκείνα που τον είχαν οδηγήσει, χωρίς να το καταλάβει, ακριβώς στο κρεβάτι της.
Κανείς από τους δυο δεν μιλούσε. Για λίγο, όμως, δεν χρειαζόταν. Ενώ συνέχιζαν να φιλιούνται ο Μιλτιάδης δεν άφηνε στιγμή τα χείλη της και τη γλώσσα της. Η Αλεξάνδρα ένιωθε υπέροχα μέσα στην αγκαλιά του. Της πιάνει τα πόδια και τα περνάει πάνω από τη μέση του ενώ της χώνει το πουτσοκέφαλο μέσα στο μουνί της. Τα μουνόχειλα ήταν στενά και στην αρχή ο πούτσος του έμπαινε με δυσκολία, μάλλον είχε καιρό να γαμηθεί.
«Αχχχχ,» αναφώνησε ηδονικά η Αλεξάνδρα.
«Μωρό μου! Βλέπω σου αρέσει πολύ γι' αυτό απόλαυσε τη συνέχεια.» της λέει με νόημα ο Μιλτιάδης.
Της πιάνει τη μέση και τη γαμάει αργά και αισθησιακά. Νιώθει με λεπτομέρεια κάθε του κίνηση μέσα της.
«Σου αρέσει, μωρό μου όπως σε γαμάω;»
«Αχχ! Ναι συνέχισε. Μη σταματάς»
Με τα χέρια της του χούφτωνε τον κώλο και που και του έπαιζε με τα αρχίδια του ενώ ούρλιαζε από ηδονή. Φαινόταν πεινασμένη η Αλεξάνδρα για έναν αληθινό γαμιά. Και ο Μιλτιάδης ήταν ο τυχερός!
Την γαμούσε ιεραποστολικά για δέκα λεπτά και μετά σηκώθηκε πάνω!
«Που πας;»
«Θέλω τώρα εγώ να είμαι από κάτω σου!» της λέει.
Η Αλεξάνδρα δίχως να φέρει αντίρρηση σηκώθηκε ανεμίζοντας λίγο τα μαλλιά της, τον καβάλησε!
Αυτή τη φορά δεν μιλούσαν ακουγόταν μόνο το κλαπ-κλαπ-κλαπ από τον πούτσο και τα αρχίδια του που κοπάναγαν το μουνί της ενώ η Αλεξάνδρα μούγκριζε από ηδονή. Μετά από άλλα δέκα λεπτά ένιωσε πια ότι ήταν έτοιμος να χύσει! Τον έβγαλε έξω και τον έπαιξε για λίγο!
«Χύνω!» φώναξε και σχεδόν αμέσως εκσπερμάτωσε πάνω τους.
«Κανείς ποτέ δεν με γάμησε τόσο τέλεια!» του είπε λαχανιασμένα
Κάθισαν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι, κολλητά ο ένας στον άλλον, κάνοντας τα αστεία τους και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Η αμηχανία της πρώτης στιγμής είχε πια χαθεί και στη θέση της είχε μείνει μια παράξενη οικειότητα.
Για την Αλεξάνδρα, η εμπειρία αυτή ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Ήταν σαν να αποκτούσε, ύστερα από χρόνια απογοήτευσης, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι μπορούσε να σημαίνει η ερωτική συντροφικότητα. Δεν ήταν πια οι αδέξιες αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων ούτε η ψυχρότητα ενός γάμου που είχε τελειώσει πριν καλά-καλά αρχίσει. Ήταν η αίσθηση ότι μπορούσε ακόμη να νιώσει επιθυμητή, ζωντανή και ελεύθερη.
Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ο Μιλτιάδης σηκώθηκε, φόρεσε τα ρούχα του και πήρε τα εργαλεία του. Το μπαλκόνι τον περίμενε και η δουλειά, όσο κι αν είχε αλλάξει η ατμόσφαιρα της ημέρας, παρέμενε δουλειά. Πέρασαν έτσι μερικές ακόμη ώρες. Κάποια στιγμή το ρολόι έδειξε έξι το απόγευμα και ο Μιλτιάδης άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Στην πόρτα στάθηκε για λίγο και την κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, πονηρό χαμόγελο.
«Να υποθέσω ότι σου άρεσε η… επαφή μας;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε προσποιούμενη την αγανακτισμένη. «Με κοροϊδεύεις τώρα;»
Γέλασαν και οι δυο. Πριν φύγει, συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν, όταν θα μπορούσαν να βολέψουν και οι δύο τον χρόνο τους. Η Αλεξάνδρα, όμως, δεν τον άφησε να φύγει χωρίς την απαραίτητη υπενθύμιση. «Και σε κανέναν τίποτα, έτσι;»
Ο Μιλτιάδης της έκλεισε το μάτι. «Συμφωνία.» Και έφυγε.
Καθώς κατηφόριζε τον δρόμο, σκέφτηκε με μια εσωτερική ικανοποίηση. Η δουλειά μου εδώ τελείωσε… για σήμερα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε στην πόρτα και τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Ύστερα δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της και μουρμούρισε μόνη της: «Πω, πω… Αλεξάνδρα, τι ήταν κι αυτό; Μας άρεσε, ε; Κι ας μην είναι δα και κανένας… Απολλώνιος!» Χαμογέλασε στον εαυτό της.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό, που δεν την απασχολούσε αν ο άντρας απέναντι της ήταν εντυπωσιακός στα μάτια των άλλων.
Της αρκούσε που, στα δικά της, είχε αφήσει κάτι που της έλειπε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί: την αίσθηση ότι ήταν ξανά ζωντανή.
«Ενδιαφέρουσα ιστορία μού ακούγεται!» είπε η Ελπινίκη, με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως ήθελε να μάθει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Η Εριφύλη χαμογέλασε.
«Το σεξ, για να διατηρείται σε καλό επίπεδο, θέλει προσπάθεια και φαντασία, Ελπινίκη μου. Έχω ακούσει πως η κοπέλα έχει… αχόρταγη διάθεση. Κάτι σαν εκείνες τις γυναίκες που, ύστερα από μεγάλη περίοδο μοναξιάς, αποφασίζουν να ξαναζήσουν με όλη τους την ένταση. Τον καημένο τον μαρμαρά τον είχε να μην προλαβαίνει να πάρει ανάσα!»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Είναι δηλαδή καλός εραστής ο Μιλτιάδης;»
«Η ερώτησή σου, καλός;, Ελπινίκη μου, μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Μπορεί να μιλάς για την εμφάνισή του, για το αν είναι ελκυστικός, για τον χαρακτήρα του, για τη συμπεριφορά του…»
«Άσε τις φιλοσοφίες και πες μου!»
«Λοιπόν, από εμφάνιση καλός είναι. Όχι κανένας ιδιαίτερα ωραίος άνδρας, αλλά ένας ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, με καλοφτιαγμένο σώμα. Τώρα, για τα υπόλοιπα προσόντα… τι να σου πω; Μπορείς να ρωτήσεις την Αλεξάνδρα. Εκείνη ηξερε καλύτερα!»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με έκπληξη και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.«Ένα-ένα μας τα λέει το κορίτσι μας! Και που τον γνώριζες εσύ τόσο καλά τον κύριο Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη σήκωσε τους ώμους. «Είναι δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερος μου. Από μικρά παιδιά γνωριζόμασταν στη γειτονιά. Και, όπως συμβαίνει καμιά φορά στα παιδικά παιχνίδια, εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο εγώ ήθελα.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε για μια στιγμή πιο σοβαρά. «Και εσύ;»
«Εγώ δεν ήθελα τέτοιες επαφές τότε. Ήμουν παιδί και δεν μου άρεσε να παραβιάζει κάποιος τα όρια μου. Όταν κάποιος άπλωνε χέρι χωρίς να το θέλω, αντιδρούσα, θύμωνα και τον σταματούσα. Τόσο απλά.»
Η Ελπινίκη έγνεψε καταφατικά. «Και καλά έκανες. Άλλο το παιχνίδι των παιδιών κι άλλο να μη σέβεσαι το όχι του άλλου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις λοιπόν; Από μικρή ήξερα τι μου άρεσε και τι όχι. Το θέμα είναι πως, μεγαλώνοντας, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο… περίπλοκα.»
«Ε, αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω τόση ώρα!» είπε η Ελπινίκη γελώντας. «Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η ιστορία της Αλεξάνδρας έχει πολύ περισσότερα κεφάλαια απ’ όσα μου είπες στην αρχή.»
«Και μόλις ανοίξαμε το πρώτο…» απάντησε η Εριφύλη, αφήνοντας ένα πονηρό χαμόγελο να φανεί στα χείλη της.
«Ρε Εριφύλη, τώρα που το σκέφτομαι με τον μάστορα, μου έβαλες ιδέες στο μυαλό!» είπε η Ελπινίκη, και το βλέμμα της γυάλισε πονηρά.
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος της. «Δηλαδή χρειάζεσαι μάστορα για να περιποιηθεί τα απεριποίητα παρτέρια στην αυλή σου;»
«Ακριβώς! Αν είναι καλός μάστορας, να τον φωνάξω κι εγώ να με εξυπηρετήσει… με το αζημίωτο, φυσικά! Έχουν μείνει παρατημένα τόσο καιρό, που χρειάζονται ένα γερό φρεσκάρισμα. Αρμοί στα μάρμαρα, σοβατεπιά, στεγανοποιήσεις, αδιαβροχοποίηση στις στέγες… ολόκληρο συνεργείο θέλω!»
Η Εριφύλη την κοίταξε δήθεν σοβαρά. «Δε μου λες, κορίτσι μου… για όλα αυτά χρειάζεσαι τον μάστορα ή μήπως θέλεις να αναλάβει και καμιά άλλη… πιο προσωπική επισκευή, που έχει μείνει καιρό χωρίς συντήρηση;»
Η Ελπινίκη δεν έχασε στιγμή. «Εγώ θέλω έναν μάστορα υπεύθυνο, με εχεμύθεια πάνω απ’ όλα. Νεαρό κατά προτίμηση, για να αντέχει τον φόρτο εργασίας, με σχετική εμπειρία και τα κατάλληλα εργαλεία. Να καλύπτει τις ανάγκες μου όπου και όταν τον χρειάζομαι. Και, φυσικά, να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες εξαιρετικής ποιότητας, με αξιοπιστία, ανθεκτικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μου και, ει δυνατόν, να ξεπερνά τις προσδοκίες μου!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Κατάλαβα! Δεν θέλεις μάστορα, κορίτσι μου. Θέλεις σύμβαση μακράς διάρκειας με παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών!»
«Γιατί όχι;» απάντησε η Ελπινίκη ατάραχη. «Και να του επισημάνω, μάλιστα, ότι υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της συνεργασίας, εφόσον μείνουμε αμφότερες οι πλευρές απόλυτα ικανοποιημένες.»
«Εγώ, πάντως, για ολοκληρωμένες υπηρεσίες, λέω πως τον θέλεις τον μάστορα, Ελπινίκη μου! Και μάλιστα εύρωστο, στιβαρό, νταβραντισμένο και με… αξιόπιστο εξοπλισμό!»
«Τώρα μάλιστα! Άρχισες να μιλάς τη γλώσσα μου!»
«Σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον νταβραντισμένο κόκορα και το κοτέτσι με τις εκατόν ογδόντα κότες!»
«Δεν το έχω ακούσει!»
«Θα στο πω άλλη ώρα. Έχει πολύ γέλιο.»
Η Ελπινίκη γέλασε και ύστερα, με ύφος δήθεν ερευνητικό, συνέχισε:
«Να σε ρωτήσω όμως κάτι. Αυτό που λένε ότι οι μάστορες έχουν κάτι ιδιαίτερα… τεχνικές ικανότητες, ισχύει ή είναι κι αυτό ένας από τους μύθους του επαγγέλματος;»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια.«Τι να σου πω! Γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι μύθοι, προκαταλήψεις και ψευδείς αλήθειες. Fake news, όπως λένε και στα Λιόσια!»
«Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεις τίποτα;»
«Εγώ; Ποτέ! Είμαι σοβαρή γυναίκα.»
«Α, μάλιστα…» είπε η Ελπινίκη, κρύβοντας δύσκολα το γέλιο της. «Και τότε γιατί χαμογελάς έτσι;»
«Επειδή σε ξέρω. Και ξέρω πολύ καλά πού θέλεις να καταλήξει αυτή η… τεχνική συζήτηση!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.





'




