ADS

click to open

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Teleutaios chronos sta Koylentia...

.......Ένας βαθύς χειμώνας και μια ξέθωρη άνοιξη, γεμάτη μοναξιά και δοκιμασίες, ήταν το σχολικό έτος 1957-1958 για τον επτάχρονο Αλκιβιάδη. Ήταν μια χρονιά με ατέλειωτες δυσκολίες, που έπρεπε καθημερινά να αντιμετωπίζει στον μακρύ δρόμο του προς το σχολείο. Ένα παιδί μόλις επτά χρονών, αναγκασμένο να διασχίζει μόνο του δύσβατα μονοπάτια, εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και στους κινδύνους της ερημιάς, πολλές φορές έφτανε να βάζει ακόμη και τη ζωή του σε δοκιμασία. Το δημοτικό σχολείο του χωριού εκείνη τη χρονιά παρέμεινε και πάλι μονοθέσιο, όμως αποφασίστηκε παράλληλα να λειτουργήσει ως διτάξιο, με έναν μόνο δάσκαλο, δυστυχώς, για όλες τις τάξεις. Οι τρεις μεγαλύτερες τάξεις παρακολουθούσαν το μάθημα το πρωί και οι τρεις μικρότερες το απόγευμα. Από τον μικρό απομακρυσμένο οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός μαθητής που φοιτούσε στις μικρές τάξεις του σχολείου. Τα παιδιά των Καραστατήρηδων, των Αρώνηδων και των Κατσουλωτών ήταν όλα λίγο μεγαλύτερα από εκείνον.
Ο δάσκαλος του δείχνοντας φροντίδα και ανησυχία για την ασφάλεια του μαθητή του, όπου η επιστροφή στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου ήταν επικίνδυνη, τον έδιωχνε νωρίτερα ώστε να μην τον βρει το σκοτάδι στο δρόμο της επιστροφής.  Ο Αλκιβιάδης ξεκινούσε το ταξίδι με το σχολικό δισάκι του στον ώμο, βιαστικά να μην τον προφτάσει η νύχτα, στου γυρισμού τη στράτα, στο Μεγάλο Ρέμα.
Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής προς τον οικισμό τους, τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νοτιοανατολική έξοδο του χωριού και είχε μπει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό, απόμακρο οικισμό τους. Πρώτα διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού του νονού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη», με τους λευκούς τοίχους και τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και τις πόρτες, έμοιαζε να ακτινοβολεί καθαρότητα, αρχοντιά και ζωντάνια. Ήταν ένα μικρό σύμβολο της μεσογειακής γοητείας και της παλιάς αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του τόπου.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν διέσχιζε την επάνω στράτα στη δυτική πλαγιά του Μεγάλου Ρέματος. Το ρολόι του ήλιου, με δείκτη το απόσκιο του, ακολουθούσε αμείλικτα την πορεία του. Όταν δεν κρυβόταν πίσω από τα βαριά, μπλαβιά σύννεφα, μετακινούνταν γρήγορα από την κάτω στράτα του Μεγάλου Ρέματος προς την επάνω. Ήταν το σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί. Έπρεπε να μαζέψει τη στράτα, πριν τον προλάβει η αφέγγαρη νύχτα που άρχιζε σιγά σιγά να απλώνεται πάνω από το ρέμα.
Εκεί, στην αρχή της στράτας που κατηφόριζε προς το μονοπάτι και οδηγούσε μέσα στο Μεγάλο Ρέμα, έκανε την εμφάνισή της η δωδεκάχρονη κόρη του κουμπάρου τους, του Πολυζώη του Μάρκου. Ήταν μαζί με ένα λευκό άλογο φορτωμένο με σακιά καρπό. Όταν στάθηκε δίπλα του, με το ένα της χέρι κρατούσε το χαλινάρι και με το άλλο, πότε πότε, χάιδευε τρυφερά τον λαιμό του ζώου, σαν να το καθησύχαζε.
«Περίμενέ με. Πάω γρήγορα στο χωριό να ξεφορτώσω το ζώο και γυρίζω σύντομα, να πάμε παρέα πίσω στον οικισμό. Δεν θα αργήσω. Η μέρα μεγαλώνει, φέγγει ακόμη ως αργά», του είπε. Το κοριτσόπουλο έμενε με τον γέροντα παππού της από τη μητέρα της, τον γείτονά τους, τον Λουκά τον Καραστατήρη. Ο ηλικιωμένος άντρας παρέμενε κλινήρης στο πατρικό τους, στον μικρό οικισμό, και εκείνη τον φρόντιζε και τον περιποιόταν με την αγάπη και την υπομονή ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει πριν την ώρα του.
Η ώρα περνούσε και εκείνος, με αδημονία, κοίταζε συνεχώς τον ορίζοντα, περιμένοντας με την ελπίδα πως η κοπέλα, από στιγμή σε στιγμή, θα φανεί. Ο ήλιος, με μια τελευταία αναλαμπή, δεν άργησε να κρυφτεί πίσω από τη βουνοκορφή του Κούνου, στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Λίγο πριν χαθεί, άπλωσε στον δυτικό ουρανό όλο το μεγαλείο των χρωμάτων του: πορφυρά, χρυσά, κόκκινα, μοβ, κίτρινα και ρόδινα. Ήταν εκείνο το χρωματικό θαύμα που έκανε τον ήλιο βασιλιά του κόσμου για λίγες ακόμη στιγμές, πριν παραδώσει τη γη στη νύχτα. Ένα σμήνος από ψαρόνια πετούσε πάνω από τον δυτικό λόφο με κατεύθυνση προς τον νότο και τα Βάτικα. Όμως το φως της ημέρας στο Μεγάλο Ρέμα άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Όχι μόνο επειδή ερχόταν το απόβραδο, αλλά κι επειδή από τον βοριά έκανε την εμφάνισή του ένα βαρύ, γκρίζο σύννεφο που απλωνόταν πάνω από το ρέμα, προμηνύοντας μια δυνατή βροχή. Η γαλήνη του τοπίου άρχισε να αλλάζει. Το χρώμα του ουρανού σκοτείνιαζε και μαζί του μεγάλωνε η αίσθηση της μοναξιάς. Εκτός από το παράξενο τιτίβισμα των πουλιών, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, κι αυτή η σιωπή έκανε ακόμη πιο έντονη την αίσθηση της μοναξιάς και της απομόνωσης του.
«Θα περιμένω», ψιθύρισε στον εαυτό του. «Θα περιμένω».
Τα άστρα έλαμψαν για λίγο, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο, όταν το γκρίζο σύννεφο, σαν σβησμένα κάρβουνα, μετακινούνταν αργά στον ουρανό, μια προς τα εδώ και μια προς τα εκεί, κρύβοντας κάθε τόσο το φως τους. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται παντού γύρω του. Η νύχτα σιγά σιγά έδιωχνε το μπλε, το άσπρο, το ροζ και το πράσινο του απογεύματος και τώρα του φαινόταν πελώρια, σαν να είχε απλωθεί και να είχε τυλίξει όλο τον κόσμο γύρω του.
Και η ώρα περνούσε.
Πότε πότε, ένα θαμπό φως από κάποιο αστέρι κατάφερνε να διαπεράσει τα σύννεφα, κι εκείνος συνέχιζε να περιμένει. Περίμενε ακόμη την κοπέλα που του είχε υποσχεθεί πως θα γύριζε.
Ο Αλκιβιάδης καθόταν αμίλητος στο πεζούλι, στην άκρη του χωματόδρομου. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, όμως η αγωνία τον έπνιγε. Άρχισε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, ψάχνοντας μέσα στη σιωπή κάτι που θα μπορούσε να τον καθησυχάσει.
Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να το αποφασίσει. Έπρεπε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να πάρει τον δρόμο μέσα από το σκοτεινό φαράγγι και να φτάσει στον οικισμό τους. Μα δεν τολμούσε. Ο χρόνος κυλούσε κι εκείνος παρέμενε πάντα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας. Η αγωνία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Το Μεγάλο Ρέμα δεν ήταν πια ο γνώριμος τόπος που διέσχιζε κάθε μέρα· τώρα του φαινόταν μαύρο και ατέλειωτο.Κανένα φως δεν φαινόταν απέναντι.
Το βράδυ είχε πέσει πια και ο ορίζοντας είχε χαθεί. Δεν ξεχώριζε ούτε καν τους σκοτεινούς όγκους των πλαγιών. Μια όψη απογοήτευσης σκίασε το πρόσωπό του. Μια πικρία, μια βουβή στεναχώρια, ανακατεμένη με προσωπική απογοήτευση, τον κυρίευε όσο περνούσε η ώρα και περίμενε ακόμη μήπως φανεί το άλογο με τη γειτονοπούλα του. Προσπάθησε να βρει μέσα του τη δύναμη να νικήσει τους φόβους του και να ξεκινήσει τρέχοντας για τον προορισμό του. Μα το να διαβεί, επτάχρονο παιδί, μέσα στη νύχτα το Μεγάλο Ρέμα, ήθελε μεγάλη ψυχή.
Δεν τολμούσε. Ο ρυθμός της καρδιάς του είχε ξεφύγει από τον ήρεμο, φυσιολογικό χτύπο. Την ένιωθε να πηγαινοέρχεται σαν λίμνη που την ταράζουν συνεχώς κύματα.
Στα ψηλώματα της βουνοπλαγιάς στέκονταν τα γέρικα δέντρα, με τα φυλλώματα τους να θροΐζουν έναν απαλό, αδιάκοπο ήχο, σαν ψίθυρο. Κι ύστερα, υπήρχαν στιγμές που ο άνεμος σταματούσε και απλωνόταν στη φύση μια απόλυτη σιγή, χωρίς να σαλεύει ούτε ένα φύλλο. Κι αυτή η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν μια ζωντανή παρουσία, μια δύναμη που την ένιωθε ο Αλκιβιάδης με όλες του τις αισθήσεις, γιατί μέσα στη μοναξιά του κάθε μικρός ήχος, κάθε παύση, κάθε ανάσα της φύσης γινόταν μεγαλύτερη. Ξαφνικά, πέρα μακριά, στο βάθος, από τα βόρεια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος, εκεί όπου απλωνόταν η πυκνή βλάστηση, μέσα στη βαθιά σιγαλιά της νύχτας ακούστηκαν τσακάλια να σπάνε τη σιωπή. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν μια άγρια χορωδία, αντηχούσαν στις πλαγιές. Ούρλιαζαν για να δηλώσουν την περιοχή τους, να καλέσουν τα μέλη της αγέλης τους, να θυμίσουν πως εκεί γύρω υπήρχε ακόμη ένας κόσμος άγριος και ζωντανός.
Ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Έμεινε για λίγο ακίνητος, αναποφάσιστος. Η εικόνα αυτή, η φωνή μιας φύσης ελεύθερης και άγριας, του προκάλεσε φόβο. Οι πνεύμονές του προσπαθούσαν να γεμίσουν με αέρα, σαν ο αέρας να έπρεπε να ανασυρθεί με κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι.
Όπου κι αν κοιτούσε γύρω του, υπήρχε μόνο σκοτάδι και ερημιά. Το βαθύ μαύρο της νύχτας τον φόβιζε· ένας φόβος όχι μόνο για όσα μπορούσαν να κρύβονται γύρω του, αλλά κι ένας ψυχολογικός φόβος, που απλωνόταν μέσα του. Τα μάτια του κουράστηκαν, η όρασή του άρχισε να θολώνει και όλα γύρω του έμοιαζαν πιο μεγάλα, πιο άγνωστα, πιο απειλητικά. Αποκαμωμένος, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι του νονού του.
Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα είχαν πια σκεπάσει τ’ αστέρια, στερώντας του ακόμη κι εκείνες τις μικρές αναλαμπές φωτός που θα μπορούσαν να του δείξουν το μονοπάτι.
Το σπίτι δεν ήταν κοντά. Έπρεπε να διανύσει αρκετή απόσταση και δεν είχε ούτε φακό ούτε φανάρι. Προχωρούσε περισσότερο με τη μνήμη του παρά με τα μάτια του. Μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχώριζε καθαρά το μονοπάτι, όμως το γνώριζε καλά. Το είχε περπατήσει τόσες φορές, ώστε το σώμα του θυμόταν εκεί που το βλέμμα αδυνατούσε να δει: πού να πατήσει, πού να στρίψει, πού να προσέξει.
Αυτή η γνώση του δρόμου, χαραγμένη μέσα του από τις καθημερινές διαδρομές, τον προστάτευσε από τον πανικό. Τον βοήθησε να συνεχίσει, να εμπιστευτεί τη μνήμη του και να μην κάνει λάθος επιλογές μέσα στη νύχτα.
Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού, ένα φως φάνηκε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του. Εκείνο το μικρό, τρεμάμενο φως τού έφερε ξαφνικά ανακούφιση και ασφάλεια. Μέσα στην απέραντη μοναξιά της νύχτας, του αποκάλυπτε πως υπήρχε ακόμη ανθρώπινη παρουσία, μια ζεστή γωνιά που τον περίμενε. Το φως του φαναριού έγινε για εκείνον ένα καταφύγιο. Τον βοήθησε να ηρεμήσει, να αφήσει πίσω του τον φόβο, την κούραση και την αγωνία που είχε συσσωρευτεί μέσα του από εκείνες τις δύσκολες ώρες. Η γλυκιά του νονά, η Αλεξάνδρα, τον πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε παρηγοριά. Το δακρυσμένο πρόσωπό του κρύφτηκε πάνω της, εκεί όπου ο φόβος του παιδιού μπορούσε επιτέλους να σβήσει.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Η εξάντληση τον νίκησε και αποκοιμήθηκε στο απαλό κρεβάτι, με τη νονά του φύλακα δίπλα του. Για άλλη μια φορά, με μια τρυφερή και φροντιστική κίνηση, έσκυψε πάνω του, τον φίλησε και τον σκέπασε προσεκτικά, έχοντας μόνο μία έγνοια: να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
Και μέσα στη γαλήνη του ύπνου του, το παιδί ένιωσε πως είχε ξαναβρεί τον κόσμο που πριν λίγες ώρες είχε χάσει.
Η μάνα του!
Έσβησε το φανάρι της στο μισοσκόταδο του σπιτιού και μπήκε στην κάμαρα πατώντας προσεκτικά, αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως διαταράξει τον ύπνο του παιδιού της. Η ένταση και η αγωνία των προηγούμενων ωρών ήταν ακόμη ζωγραφισμένες στο πρόσωπό της.
Πλησίασε στο λιτό κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Αλκιβιάδης. Έσκυψε και χάιδεψε απαλά το μέτωπό του, ύστερα το πρόσωπό του, σαν να ήθελε με το άγγιγμα της να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά εκεί, ασφαλής κοντά της. Ένα χαμόγελο άρχισε να φωτίζει το αυλακωμένο από την αγωνία πρόσωπό της. Ήταν η στιγμή που τα βαριά σύννεφα του φόβου της διαλύονταν σιγά σιγά, αν και τα σημάδια της δοκιμασίας παρέμεναν ακόμη επάνω της. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση, ένα αντίδοτο στην αγωνία που είχε φωλιάσει στην καρδιά της. Γιατί η μάνα, ακόμη κι όταν το παιδί της κοιμάται ήσυχο, συνεχίζει να αγρυπνά μέσα της. Στον ύπνο του τον βαθύ, του φάνηκε πως ένοιωσε το χέρι της στο μέτωπο του, πως τα μαλάκια του χάιδεψε και στο προσκέφαλο του έγειρε κι μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο μάγουλο απαλά τόνε φίλησε. Τον σταύρωσε τρεις φορές και την Παναγιά παρακάλεσε. «Παναγία Δέσποινα! προφύλαξε τον, σκέπασε τον με το γλυκό σου μάτι.» Και έφυγε σαν άστρο, σαν αχτίδα. «Καληνύχτα γιε μου! Καληνύχτα γλυκό μου αγοράκι. Καληνύχτα.» Ναι! ήταν η μάνα του! Η χρυσή του η μάνα του!  Άναψε πάλι το φανάρι της, τρύπησε το σκοτάδι και γύρισε πίσω στον οικισμό απελευθερωμένη από την αγωνία και την λαχτάρα της. Ήρθε το χρώμα στα μάγουλα της, η λάμψη στα μάτια και το χαμόγελο στα χείλη της, και ξανάγινε όμορφη κι ευδιάθετη μετά την κατσιφάρα που είχε τρυπώσει στην καρδιά της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Προετοιμασίες Αναχώρησης!
.....

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

Enas Skilos Xarismatikos

Bouboutselia (Panagitsa) 1957

.Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το παρελθόν εισβάλλει ορμητικά στο παρόν. Λειτουργεί σαν ένα αόρατο κλειδί που ξεκλειδώνει κλειστές πόρτες της μνήμης και μας θυμίζει πως τίποτε δεν χάνεται πραγματικά· απλώς μεταμορφώνεται σε ανάμνηση που μας συνοδεύει σιωπηλά στο πέρασμα των χρόνων. Είναι οι στιγμές που διαλύουν την ομίχλη της λήθης. Οι αναμνήσεις δεν έρχονται όταν τις καλούμε, αλλά όταν εκείνες το αποφασίσουν. Ξεσπούν ξαφνικά, με ορμή, παρασύροντας εικόνες, πρόσωπα, μυρωδιές και συναισθήματα που πιστεύαμε πως είχαν χαθεί για πάντα. Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως δεν έφυγαν ποτέ· έμειναν καταχωνιασμένα στις πιο βαθιές γωνιές της ψυχής, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να ξαναζωντανέψουν.
Ήταν καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά κι εκείνος ήταν μόλις επτά χρονών.
Οι αναμνήσεις από εκείνο το θλιμμένο καλοκαιρινό απόγευμα δεν του φέρνουν χαρά, αλλά έναν γλυκόπικρο πόνο. Έναν πόνο παράξενα γλυκό, γιατί τον ταξιδεύει στα περασμένα, σε μια στιγμή που χάθηκε για πάντα, μα εξακολουθεί να ζει ολοζώντανη μέσα του. Έτσι είναι οι αληθινές μνήμες· πονάνε, αλλά δεν θα τις αντάλλασσες με καμία λησμονιά.Το τοπίο προβάλλει μπροστά του τόσο οικείο, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα. Στη βορειοανατολική πλευρά της αυλής του σπιτιού τους υψώνονταν δυο αιωνόβιες ελιές, με κορμούς τόσο μεγάλους που ένα παιδί αδυνατούσε να τους αγκαλιάσει. Ήταν δέντρα που έμοιαζαν να κουβαλούν πάνω τους ολόκληρη την ιστορία του τόπου. Στη ρίζα τους ήταν αγριελιές, σημάδι της αρχέγονης καταγωγής τους, πριν τις εξημερώσει ο άνθρωπος και τις μεταμορφώσει σε καρποφόρες ελιές. Ο κορμός της μιας ήταν πραγματικό δημιούργημα του χρόνου. Εξωτερικά εντυπωσίαζε με τα βαθιά του αυλάκια, ενώ στο εσωτερικό του ήταν κούφιος. Το καρδιόξυλο του είχε σαπίσει ύστερα από εκατοντάδες χρόνια ζωής, αφήνοντας μια φυσική κοιλότητα, μια μικρή σπηλιά, σμιλεμένη αργά και υπομονετικά από τον χρόνο. Εκεί, μέσα σ' εκείνη τη φυσική φωλιά, είχε βρει το καταφύγιό του ο άγρυπνος φύλακας του σπιτιού. Ένα θαυμάσιο θηλυκό κυνηγόσκυλο, λευκό με καστανέρυθρες πινελιές στο τρίχωμά του. Ήταν ένα αγγλικό Σέττερ.
Η Μπέττυ.
Ένας σκύλος χαρισματικός
Απ’ όταν θυμάται τον εαυτό του, θυμάται και τη Μπέτη. Μεγάλωναν μαζί, σχεδόν σαν δυο παιδιά της ίδιας οικογένειας. Μαζί της έμαθε να δίνει και να δέχεται αγάπη χωρίς όρους, να χαίρεται τη συντροφιά, να εμπιστεύεται και να δένεται με αφοσίωση. Ανάμεσά τους υπήρχαν όλα εκείνα τα απλά αλλά πολύτιμα συστατικά που γεννούν μια αληθινή φιλία. Όποιος έχει μεγαλώσει με έναν σκύλο γνωρίζει πως δύσκολα συγκρίνεται αυτή η σχέση με οποιαδήποτε άλλη. Είναι ένας δεσμός σιωπηλός, που δεν χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί. Ένα βλέμμα, ένα χάδι, ένα κάλεσμα αρκούν για να ειπωθούν όσα οι άνθρωποι συχνά δυσκολεύονται να πουν μεταξύ τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί ψυχίατροι υποστηρίζουν πως ο σκύλος αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την άδολη παιδική μας φύση, με τον αρχέγονο εαυτό μας και τις βαθύτερες ρίζες της ύπαρξής μας. Κι όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη φύση, τόσο περισσότερο φαίνεται να χρειάζεται την παρουσία των ζώων. Είναι σαν να του θυμίζουν την απλότητα, την πίστη και την αρμονία που ο ίδιος συχνά λησμονεί.
Για τον μικρό Αλκιβιάδη, η Μπέτη ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας σκύλος. Ήταν η πρώτη του φίλη, η σιωπηλή του συντροφιά, ο ακούραστος φύλακας του σπιτιού και των παιδικών του χρόνων. Ήταν ένα κομμάτι της οικογένειας, τόσο φυσικό και αναπόσπαστο όσο οι αιωνόβιες ελιές της αυλής, το χώμα που πατούσε ξυπόλυτος και ο αέρας που κατέβαινε από τις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ο Άργος και η Μπέτη
Το συγκλονιστικότερο ίσως παράδειγμα της αφοσίωσης ενός σκύλου που έχει διασωθεί στη λογοτεχνία βρίσκεται στην Οδύσσεια του Ομήρου. Είναι ο Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια περίμενε τον αφέντη του. Κι όταν εκείνος γύρισε στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, χωρίς να τον αναγνωρίσει κανένας άνθρωπος, ο Άργος ήταν ο μόνος που τον γνώρισε αμέσως.
Δεν είχε πια τη δύναμη να τρέξει κοντά του. Σήκωσε μόνο το κεφάλι, κούνησε αδύναμα την ουρά και, αφού αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά γεμάτη αναγνώριση, άφησε την τελευταία του πνοή. Δεν αναγνώρισε μονάχα ο σκύλος τον κύριό του· αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον. Μια στιγμή που ο Όμηρος ύψωσε σε σύμβολο της πίστης, της μνήμης και της αγάπης που δεν αλλοιώνεται από τον χρόνο.
Ίσως γι' αυτό κάθε άνθρωπος που είχε την τύχη να αγαπηθεί από έναν σκύλο, διαβάζοντας αυτή τη σκηνή, νιώθει πως αναγνωρίζει ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Κάπως έτσι ήταν και η Μπέτη. Όχι ένας απλός σκύλος του σπιτιού, αλλά ένα μέλος της οικογένειας. Μια σιωπηλή παρουσία που μεγάλωσε δίπλα του, φύλαξε τα παιδικά του χρόνια και χάραξε μέσα του την πρώτη αίσθηση της απόλυτης αφοσίωσης.
Η Μπέτη
Η Μπέτη ήταν ένας σκύλος με ξεχωριστό χαρακτήρα. Πανέξυπνη, σε σημείο να τη λες πανούργα, γενναία, ζωηρή, αξιόπιστη και τρυφερή. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ευφυΐα που δεν φαινόταν μόνο στις κινήσεις της, αλλά κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβανόταν τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω της.
Ήταν ένα εξαίρετο κυνηγόσκυλο, πλασμένο για την ύπαιθρο, μα πάνω απ' όλα ήταν ένας ανεκτίμητος σύντροφος για την οικογένειά μας. Άγρυπνη φρουρός του σπιτιού, αντιλαμβανόταν κάθε ξένο βήμα πολύ πριν φανεί στην αυλή. Με το πρώτο ύποπτο πλησίασμα υψωνόταν επιβλητική και το γάβγισμα της προειδοποιούσε πως ο χώρος φυλασσόταν.
Γνήσιο τέκνο της Ιρλανδίας, ένα λευκό και κόκκινο Σέτερ με αδάμαστο ταμπεραμέντο, συνδύαζε τη δύναμη με την ευγένεια. Στο κυνήγι γινόταν ακούραστη και αποφασιστική· στο σπίτι όμως μεταμορφωνόταν σε μια τρυφερή παρουσία, που ζητούσε ένα χάδι, ακολουθούσε τα παιδιά σε κάθε τους παιχνίδι και στεκόταν δίπλα τους με μια αφοσίωση που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Δεν ήταν απλώς ένα κατοικίδιο. Ήταν μέλος της οικογένειας. Ένας σιωπηλός φύλακας, ένας πιστός φίλος, μια παρουσία που γέμιζε το σπίτι ασφάλεια και την παιδική του ηλικία με μια αγάπη ανιδιοτελή, από εκείνες που μόνο ένας σκύλος μπορεί να προσφέρει.
Αυτό το υπέροχο σκυλί γεννούσε στην ψυχή του συναισθήματα βαθιάς γαλήνης και ανείπωτης χαράς. Δεν θυμάται μόνο τη συντροφιά της· θυμάται κυρίως την ασφάλεια που ένιωθε δίπλα της, εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα που μόνο ένας πιστός σκύλος μπορεί να χαρίσει σ' ένα παιδί.
Μαζί μοιράζονταν τη φύση. Περιδιάβαιναν πλάι πλάι τα άγρια χορτάρια της άνοιξης, όταν η γη φορούσε τα γιορτινά της και οι μυρωδιές των λουλουδιών πλημμύριζαν τον αέρα. Πάνω από τα κεφάλια τους τα χελιδόνια έσκιζαν τον γαλανό ουρανό, ενώ μέλισσες, σφήκες και χρυσοπράσινες μύγες βούιζαν ασταμάτητα πάνω από τις παπαρούνες και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα, που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στο μονότονο πράσινο των χωραφιών και λικνίζονταν απαλά στο ανάλαφρο αεράκι. Ανέμελοι και ελεύθεροι έτρεχαν οι δυο τους στους μικρούς διάσπαρτους αγρούς, χαμένους μέσα στο πολύπλοκο ανάγλυφο των λόφων, μακριά από κάθε θόρυβο του κόσμου. Περιπλανιούνταν στο ρουμάνι του Μεγάλου Ρέματος, ανάμεσα στα σκίνα και τις πυκνές πουρναριές με το βαθύ τους πράσινο, στις κουμαριές που μένουν καταπράσινες χειμώνα και καλοκαίρι, ώσπου το φθινόπωρο στολίζονται με τα κατακόκκινα κούμαρα τους, σαν μικρές φλόγες ζωής μέσα στην αγριάδα του τόπου.
Σήμερα, κάθε φορά που η μνήμη του ανασαίνει ξανά εκείνες τις μυρωδιές, εκείνη την απεραντοσύνη του τοπίου και τη σιωπή της λακωνικής γης, όλα μοιάζουν να ξεπροβάλλουν μέσα από μια λεπτή ομίχλη. Σαν σκιές αγαπημένες που δεν ζητούν να επιστρέψουν, αλλά μόνο να τον αγκαλιάσουν για μια στιγμή. Και τότε νιώθει πως εκείνα τα παιδικά χρόνια δεν χάθηκαν ποτέ· εξακολουθούν να ζουν μέσα του, μαζί με τη Μπέτη, κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις ίδιες πλαγιές, εκεί όπου η ψυχή ενός παιδιού έμαθε τι θα πει αγάπη χωρίς λόγια.
Ο χρόνος κυλούσε αθόρυβα. Η νύχτα υποχωρούσε σιγά σιγά και το πρώτο φως της ημέρας απλωνόταν πάνω στους λόφους και στις ρεματιές. Τα άστρα είχαν πια σβήσει και το φεγγάρι είχε χαθεί, παραδίδοντας τον ουρανό στην αυγή. Κάθε πρωί ξεκινούσαν μαζί για το σχολείο. Παιδί και σκύλος. Ακολουθούσαν το στενό μονοπάτι που, φιδογυρίζοντας ανάμεσα στα μικρά πλατώματα της ανατολικής πλαγιάς του οικισμού, κατηφόριζε στο Μεγάλο Ρέμα. Εκεί, στις όχθες του, απλωνόταν μια μικρή επίπεδη αμμουδιά. Τα ορμητικά νερά των χειμωνιάτικων βροχών είχαν ξεπλύνει το χώμα και είχαν φέρει στην επιφάνεια κάτασπρα χαλίκια, που άστραφταν κάθε πρωί κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Από εκεί περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στις ανηφόρες της δυτικής πλαγιάς, με προορισμό το χωριό και το σχολείο.
Η Μπέτη όμως δεν προχωρούσε ποτέ πιο πέρα. Έφθανε πάντοτε ως την άκρη της αμμουδιάς, στεκόταν ακίνητη και καθόταν ήσυχα στα πίσω της πόδια. Δεν χρειαζόταν καμία εντολή. Είχε ορίσει μόνη της το σημείο όπου τελείωνε η συνοδεία της. Από εκεί και πέρα άρχιζε ο δρόμος του μικρού της φίλου.
Έμενε ακίνητη και τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται. Τα μάτια της τον συνόδευαν ώσπου να χαθεί πίσω από τη ράχη της απέναντι πλαγιάς. Μόνο τότε σηκωνόταν αργά, γύριζε την πλάτη και έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής προς την αυλή του σπιτιού.
Είχε χαράξει μέσα της, με μια σχεδόν ανεξήγητη ακρίβεια, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού. Δεν το ξεπερνούσε ποτέ.
Σήμερα, τόσες δεκαετίες αργότερα, εκείνη η εικόνα παραμένει ολοζώντανη μέσα του. Ένα παιδί που ανηφορίζει για το σχολείο και, πίσω του, ένας σκύλος να το ξεπροβοδίζει σιωπηλά, με το βλέμμα γεμάτο εμπιστοσύνη και αγάπη.
Τι ομορφιά…
Τι ανεπιτήδευτη, σχεδόν μαγική, μορφή αφοσίωσης....
«Είχε προσδιορίσει, με τον δικό της αλάνθαστο τρόπο, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού.»
Γιατί δεν επρόκειτο για μια τυχαία στάση. Ήταν μια ιεροτελεστία που επαναλαμβανόταν κάθε πρωί.
Η Μπέτη δεν περιμένει να της πει κάποιος να γυρίσει. Περιμένει μέχρι να χαθεί το παιδί από το οπτικό της πεδίο. Μόνο τότε επιστρέφει.  Είναι σαν να λέει: «Από εδώ και πέρα ο δρόμος είναι δικός σου. Εγώ θα είμαι εδώ όταν γυρίσεις.»
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό συνέβη κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε. Η Μπέτη δεν βρισκόταν στην αυλή. Δεν ήταν εκεί για να τον συνοδέψει στον δρόμο για το σχολείο. Στην αρχή απόρησε. Έπειτα ανησύχησε. Ήταν κάτι αφύσικο, κάτι παράξενα ασυνήθιστο. Η Μπέτη δεν έλειπε ποτέ από το πρωινό τους ξεκίνημα. Ήταν πάντοτε εκεί, πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα του σπιτιού, έτοιμη να τον ακολουθήσει ως το γνώριμο σημείο του αποχαιρετισμού. Η νύχτα που είχε προηγηθεί ήταν σκοτεινή και άγρια. Από το βράδυ ακόμη η καταιγίδα δυνάμωνε ασταμάτητα. Ο άνεμος λυσσομανούσε στις πλαγιές, σφύριζε μέσα από τις χαράδρες και χτυπούσε με ορμή τις στέγες και τα δέντρα του μικρού οικισμού. Κατά τα μεσάνυχτα η μανία του είχε κορυφωθεί. Το πρωί ξημέρωσε βαρύ και μουντό. Ένας ουρανός σκεπασμένος από μολυβένια σύννεφα άφηνε ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο να πέφτει πάνω στη διψασμένη γη. Δεν είχε ακόμη χαράξει καλά καλά και οι γύρω λόφοι ήταν τυλιγμένοι στην καταχνιά. Ο αέρας, υγρός και διαπεραστικά παγωμένος, έβρισκε τρόπο να περνά ακόμη και από τις χαραμάδες των σφαλισμένων παραθύρων, σκορπίζοντας μέσα στο σπίτι μια ανεξήγητη αίσθηση ψύχρας και ανησυχίας.
Κι όμως, περισσότερο από την κακοκαιρία, εκείνο που βάραινε την καρδιά του μικρού Αλκιβιάδη ήταν η απουσία της Μπέτης.
Η αυλή έμοιαζε παράξενα άδεια χωρίς εκείνη.
Μόλις άρχισε να χαράζει, κουκουλωμένος ως τ' αυτιά με το αδιάβροχο του, βγήκε στην αυλή. Το βλέμμα του σάρωσε ανήσυχο τον μικρό οικισμό, ώσπου στάθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε προς το σπίτι του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη. Σμίγοντας τα φρύδια του, προσπαθούσε να διακρίνει τη Μπέτη μέσα στην πρωινή καταχνιά. Μα δεν φαινόταν πουθενά. Έβαλε τα χέρια βαθιά στις τσέπες για να προφυλαχθεί από την παγωνιά και, με την καρδιά του να βαραίνει όλο και περισσότερο, άρχισε να ψάχνει μια εξήγηση για την παράξενη απουσία της. Διέσχισε βιαστικά το στενό μονοπάτι και έφτασε στον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη. Ο σεβάσμιος γέροντας στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Ψηλός και γεροδεμένος ακόμη, παρά τα χρόνια του, με πυκνά λευκά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και με γενειάδα άσπρη, πυκνή και περιποιημένη, έμοιαζε σαν να είχε φυτρώσει κι αυτός μέσα σ' εκείνο το τραχύ τοπίο.
Ο Αλκιβιάδης τον πλησίασε με φανερή αγωνία. «Μπάρμπα Παναγιώτη, μήπως είδες τη Μπέτη;»
Ο γέροντας τον κοίταξε με καλοσύνη, κούνησε αργά το κεφάλι και του αποκρίθηκε: «Όχι, αγόρι μου... Δεν την είδα.»
Όταν άκουσε την αρνητική απάντηση, τον ευχαρίστησε μ' ένα αμυδρό νεύμα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Κούνησε αργά το κεφάλι, σαν να μην ήθελε να πιστέψει αυτό που άκουγε, και, χωρίς άλλη επιλογή, πήρε τον δρόμο για το σχολείο. Εκείνη την ημέρα τίποτα δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Στο σχολείο καθόταν ανήσυχος στο θρανίο του, μα ο νους του δεν βρισκόταν στην τάξη. Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά. Η σχολική μέρα τού φαινόταν ατέλειωτη, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο μεγάλωνε μέσα του η αγωνία. Μια αδιόρατη ανησυχία απλωνόταν στην ψυχή του, περνούσε στο αίμα του, στα νεύρα του, κυρίευε ολόκληρη την ύπαρξή του. Προσπαθούσε να διώξει τις κακές σκέψεις, όμως εκείνες επέστρεφαν ολοένα και πιο επίμονες. Όταν τελείωσαν τα μαθήματα, πήρε σχεδόν τρέχοντας τον δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στο πέρασμα της ρεματιάς, στο Μεγάλο Ρέμα, το βλέμμα του στράφηκε αυθόρμητα στη γνώριμη θέση, εκεί όπου κάθε μεσημέρι τον περίμενε η Μπέτη.
Η θέση ήταν άδεια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.
Για πρώτη φορά πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως είχε συμβεί κάτι κακό στην αγαπημένη του σκυλίτσα. Και αυτή η σκέψη ήταν πιο τρομακτική από οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανταστεί.
Και οι φόβοι του δεν άργησαν να επαληθευτούν.
Όταν έφτασε στο σπίτι, τη βρήκε κουλουριασμένη στο μικρό της καταφύγιο, στη ρίζα της γέρικης ελιάς. Η Μπέτη ήταν βαριά πληγωμένη. Το λευκό και κόκκινο τρίχωμά της ήταν ποτισμένο με αίμα και οι πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ακόμη.
Στάθηκε απέναντί της ακίνητος. Για μια στιγμή δεν μπόρεσε ούτε να κινηθεί ούτε να μιλήσει. Μόνο την κοιτούσε. Η σκέψη πως ίσως ψυχορραγούσε τον πάγωσε.
Έκανε λίγα διστακτικά βήματα και πλησίασε. Όσο την παρατηρούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του ο φόβος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ο σφυγμός του ανέβαινε και ένιωθε το στόμα του να στεγνώνει. Προσπαθούσε να καταπιεί, μα δεν μπορούσε.
Γονάτισε δίπλα της. Με απαλές κινήσεις πήρε το κεφάλι της στα μικρά του χέρια. Η Μπέτη δεν αντέδρασε. Η μουσούδα της ήταν ακόμη ζεστή κάτω από τη μαλακή γούνα και από τα ρουθούνια της έβγαινε ένα αχνό, κοφτό λαχάνιασμα, ανακατεμένο με ένα βαθύ, υπόκωφο βογκητό. Παρατηρούσε με αγωνία το στήθος της. Όταν είδε πως ανασηκωνόταν ακόμη, έστω και ανεπαίσθητα, από τις εύθραυστες αναπνοές της, ένιωσε μια μικρή σπίθα ελπίδας να ανάβει μέσα του.
«Μπέτη μου...» ψιθύρισε, χαϊδεύοντας της τρυφερά τα αυτιά.
«Μπέτη μου...» Εκείνη άνοιξε αργά τα μάτια της.
Ο Αλκιβιάδης ταράχτηκε. Δεν ήταν τα ζωηρά, λαμπερά μάτια που γνώριζε. Ήταν θολά, θαμπωμένα, σαν να κοιτούσαν κάπου πολύ μακριά. Για μια στιγμή νόμισε πως δεν τον αναγνώριζε.
Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. «Εγώ είμαι...» της ψιθύρισε σχεδόν κλαίγοντας.
«Εγώ είμαι, Μπέτη μου...»
Σαν να αναγνώρισε τη φωνή του.
Τα μάτια της μαλάκωσαν για μια στιγμή. Προσπάθησε να κουνήσει την ουρά της και να ανασηκωθεί, μα οι δυνάμεις την εγκατέλειψαν. Το κορμί της έτρεμε και ξανάπεσε στο χώμα.
«Εδώ είμαι, αγάπη μου», της είπε γλυκά, χαϊδεύοντας της για τελευταία φορά το κεφάλι.
Έμεινε δίπλα της, κρατώντας την σιωπηλά. Το μόνο που γύριζε ασταμάτητα μέσα στο παιδικό του μυαλό ήταν ένα ερώτημα.
Τι είχε συμβεί στη Μπέτη!
Ανατολικά της αυλής τους, λίγο πιο πέρα από τις δυο αιωνόβιες ελιές, άρχιζε ένα ρηχό χαντάκι. Αμέσως μετά υψωνόταν ο στάβλος με τον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη και, νοτιότερα, το πέτρινο σπίτι του, χτισμένο με γκρίζα πέτρα και σκεπασμένο με κεραμίδια στο χρώμα του πηλού.
Η πρόσοψή του ήταν σχεδόν αθέατη. Μια θεόρατη πορφυρή μπιγκόνια και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές είχαν σκεπάσει ολόκληρους τους τοίχους, πλέκοντας ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό πέπλο. Δίπλα στο σπίτι απλωνόταν ο περιποιημένος κήπος του. Κάθε καλοκαίρι γέμιζε φράουλες, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια και κάθε λογής ζαρζαβατικά και οπωροφόρα. Σε μια άκρη του κήπου βρισκόταν το μεγάλο κοτέτσι, χτισμένο με ξερολιθιά, όπου ο γέροντας φύλαγε με φροντίδα τις κότες του. Εκείνη τη νύχτα, μέσα στη μανιασμένη κακοκαιρία, μια μεγαλόσωμη κόκκινη αλεπού τρύπωσε στο κοτέτσι.
Όσοι μεγάλωσαν στην ύπαιθρο γνωρίζουν καλά την πονηριά και τη λαιμαργία της αλεπούς. Οι νυχτερινές επιδρομές της στα κοτέτσια ήταν πάντοτε αιφνιδιαστικές και, αν δεν βρισκόταν κάποιος να την αντιμετωπίσει, άφηνε πίσω της πραγματικό αφανισμό. Όμως εκείνη τη νύχτα βρήκε απέναντί της τη Μπέτη. Τα σημάδια στο χώμα μαρτυρούσαν πως είχε δοθεί σκληρή μάχη. Πατημασιές, χώματα ανασκαμμένα, τούφες από τρίχωμα και ίχνη αίματος οδηγούσαν μακριά από το κοτέτσι. Η πληγωμένη αλεπού είχε τραπεί σε φυγή. Η Μπέτη, πιστή στον ρόλο της ως φύλακας του σπιτιού, την καταδίωξε αλύπητα μέσα στη νύχτα. Η καταδίωξη συνεχίστηκε στις πλαγιές και στις ρεματιές, ώσπου έφτασαν σε μια απόμερη γωνιά, κλεισμένη από πυκνές φραγκοσυκιές, σκίνα και αγκαθωτούς θάμνους, σαν φυσικό τείχος. Εκεί γράφτηκε το τέλος της μάχης.
Η αλεπού δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα δόντια της.
Η Μπέτη την αποτελείωσε. Όμως η νίκη της είχε βαρύ τίμημα. Οι βαθιές πληγές που δέχτηκε στη σκληρή εκείνη συμπλοκή έμελλε να αποδειχθούν μοιραίες. Γιατί αυτή ήταν η φύση της. Δεν εγκατέλειπε ποτέ το καθήκον της. Και ό,τι καταδίωκε, το έφτανε μέχρι τέλους.
Το τίμημα εκείνης της σκληρής μάχης ήταν βαρύ. Πριν αφήσει κι εκείνη την τελευταία της πνοή, η ετοιμοθάνατη αλεπού είχε καταφέρει να πληγώσει βαριά τη Μπέτη. Τα βαθιά δαγκώματα και οι ανοιχτές πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ασταμάτητα.
Χρειαζόταν άμεση βοήθεια. Οι πληγές έπρεπε να καθαριστούν, να δεθούν και να περιποιηθούν, ίσως μάλιστα κάποιες να χρειάζονταν και ράμματα. Όμως εκείνα τα χρόνια, σ' εκείνον τον απομονωμένο οικισμό, η ύπαρξη κτηνιάτρου ήταν κάτι σχεδόν αδιανόητο. Οι άνθρωποι έκαναν ό,τι μπορούσαν με τα λιγοστά μέσα που διέθεταν, ελπίζοντας περισσότερο στη δύναμη της φύσης και στην αντοχή του ζώου παρά στην επιστήμη. Οι μέρες περνούσαν και η αιμορραγία σταμάτησε. Οι πληγές άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν και η Μπέτη σώθηκε. Δεν έγινε όμως ποτέ ξανά η ίδια. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Το άλλοτε ζωηρό και ακούραστο κυνηγόσκυλο κουραζόταν εύκολα, έχασε τη σπιρτάδα και τη ζωντάνια του και δεν ξαναβρήκε ποτέ την παλιά του ρώμη. Οι πληγές μπορεί να έκλεισαν, όμως άφησαν μέσα της ένα τραύμα βαθύτερο, αόρατο, που την έκανε από τότε πιο ευάλωτη στις αρρώστιες και στις κακουχίες. Η μεγάλη εκείνη νίκη απέναντι στην αλεπού έσωσε το κοτέτσι του γείτονα, αλλά κόστισε στη Μπέτη ένα κομμάτι από τη ζωή της.
Ήταν ένα μακρόσυρτο, καλοκαιρινό φωτεινό απομεσήμερο. Όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι, κάτω από τη δροσερή σκιά της γέρικης ελιάς. Απέναντί του στεκόταν ο Άγιος Παντελεήμονας, η κατάλευκη, μικρή εκκλησούλα, σαν μια μεγάλη αναποδογυρισμένη φωλιά, στη μέση της πλατιάς αυλής της, τριγυρισμένη από μια συστάδα πεύκων.
Γύρω απλωνόταν μια βαθιά γαλήνη. Ένα ανεπαίσθητο αγέρι πέρασε για λίγο ανάμεσα στα φύλλα της ελιάς και ύστερα κόπασε. Έκοψε ένα τρυφερό κλαδάκι, έτριψε τα καταπράσινα φύλλα στις χούφτες του και εκείνα γέμισαν τα ακροδάχτυλα του με το γνώριμο άρωμά τους· μια ευωδιά από νοτισμένη γη, χλωρά φύλλα και καλοκαίρι.
Τότε την είδε. Η Μπέτη ερχόταν αργά προς το μέρος του. Περπατούσε νωχελικά, σχεδόν κουρασμένα, με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μουσούδα κοντά στο χώμα και την ουρά μαζεμένη. Δεν είχε πια τη ζωηρή κορμοστασιά που άλλοτε πρόδιδε τη δύναμη και τη λεβεντιά της. Έφτασε δίπλα του χωρίς βιασύνη. Κάθισε ήρεμα μπροστά του, τακτοποίησε προσεκτικά την ουρά της γύρω από τα πόδια της και, σαν να αναζητούσε παρηγοριά, ακούμπησε απαλά το σαγόνι της πάνω στα απλωμένα γόνατά του.
Ο Αλκιβιάδης δεν είπε λέξη. Άπλωσε μόνο το χέρι του και χάιδεψε αργά το κεφάλι της. Κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Ήταν σαν να καταλάβαιναν και οι δυο πως εκείνη η σιωπηλή στιγμή άξιζε περισσότερο από κάθε λόγο.
Μέσα του γεννήθηκε μια αδιόρατη ανησυχία. Στην αρχή ήταν μια ανεξήγητη αίσθηση· όσο όμως περνούσαν οι στιγμές, γινόταν ολοένα πιο συγκεκριμένη. Η αναπνοή της Μπέτης έβγαινε πια κοφτή και ακανόνιστη, σαν να πάλευε να κρατηθεί ακόμη λίγο στη ζωή.
Στο χρυσαφένιο φως του απογεύματος το κορμί της έτρεμε ανεπαίσθητα. Το στήθος της μόχθησε να γεμίσει αέρα και τα μάτια της, μεγάλα και βουβά, καρφώθηκαν στα δικά του. Είχαν χάσει τη γνώριμη ζωντάνια τους. Ήταν θολά, κουρασμένα, γεμάτα μια σιωπηλή παράκληση.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα να διατρέχει ολόκληρο το σώμα του. Του φάνηκε πως ο χρόνος σταμάτησε για μια μόνο ανάσα.
Ήταν λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. Έμεινε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος, κρατώντας στα χέρια του το κεφάλι της. Γύρω τους απλώθηκε μια παράξενη σιωπή. Ούτε τα πουλιά ακούγονταν ούτε το αεράκι που πριν λίγο ανακάτευε τα φύλλα της ελιάς.
Τότε κατάλαβε. Χωρίς να μπορεί ακόμη να το εξηγήσει με λόγια, ένιωσε πως ο θάνατος στεκόταν εκεί, αθέατος, ανάμεσά τους.
Έρχεται πάντοτε έτσι.
Αθόρυβα.
Χωρίς βήματα.
Χωρίς φωνή.
Μόνο ένα ανεπαίσθητο πέρασμα του αφήνει πίσω του, κι έπειτα χάνεται, παίρνοντας μαζί του μια ζωή και αφήνοντας στους ανθρώπους τη σιωπή και τη μνήμη.
Η Μπέτη τον κοίταζε ακόμη. Τα μάτια της, θολά πια, έμεναν καρφωμένα στα δικά του, σαν να ήθελαν να του πουν ένα τελευταίο αντίο. Ύστερα η ανάσα της έγινε ακόμη πιο αργή. Το κουρασμένο της στήθος ανασηκώθηκε μία φορά... άλλη μία... και στάθηκε. Όλα έγιναν μέσα σε μια απέραντη σιωπή.
Στη λευκή μουσούδα της απλώθηκε εκείνη η γαλήνη που αφήνει πίσω του ο θάνατος.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε ασάλευτος. Πλημμυρισμένος από θλίψη, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως η πιστή του συντρόφισσα είχε φύγει. Η βουβή αυτή απώλεια ήρθε ξαφνικά να ταράξει τον μικρό του κόσμο. Του φάνηκε πως ακόμη και τα κλαδιά της γέρικης ελιάς έγειραν θλιμμένα από πάνω τους και πως ολόκληρη η φύση σώπασε, σαν να πενθούσε μαζί του.
Σούρουπωνε. Ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τον Κούνο. Τα τελευταία χρυσά χρώματα έσβηναν σιγά σιγά, παραδίδοντας τη θέση τους στην πορφυρή δύση και στις πρώτες γκρίζες σκιές του δειλινού.
Το τοπίο σκοτείνιαζε.
Εκείνος καθόταν ακόμη στο πεζούλι, ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο στο άψυχο κορμί της. Τα βλέφαρά του ανοιγόκλειναν αργά, σαν να προσπαθούσε να διώξει τα μαύρα πέπλα που θόλωναν την όρασή του. Ήταν η μόνη κίνηση που είχε κάνει τόση ώρα.
Έσκυψε το κεφάλι.
Δύο δάκρυα κύλησαν αθόρυβα από τα μάτια του και έπεσαν πάνω στο λευκό τρίχωμα της Μπέτης.
Ήταν το τελευταίο του χάδι.
Η μικρή κατοικία του άγρυπνου φύλακα του σπιτιού ερήμωσε. Από εκείνη την ημέρα δεν έμενε πια μέσα της παρά μόνο η σιωπή. Κι όμως, το κενό που άφησε η Μπέτη δεν ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο από την παρουσία της, από τις αναμνήσεις της, από όλα όσα είχε προσφέρει με την αφοσίωση και την αγάπη της. Ο ήλιος βυθίστηκε αργά πίσω από τη βουνοκορφή, όπως έκανε κάθε απόγευμα. Απαρέγκλιτα. Αθόρυβα.
Έτσι είναι και η ζωή.
Κάθε δύση κρύβει μια μικρή απώλεια και κάθε αυγή μια νέα αρχή.
Μα υπάρχουν υπάρξεις που, ακόμη κι όταν φεύγουν, εξακολουθούν να φωτίζουν τη μνήμη μας.
Η Μπέτη ήταν μία από αυτές....

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τελευταίος Χρόνος στα Κουλέντα!.....

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

To diko Moy... Megalo Rema

..Χίλια εννιακόσια πενήντα επτά. Έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με το διαζύγιο του Κλέαρχου. Έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση και ο Κλέαρχος είναι ελεύθερος να παντρευτεί την Ιοκάστη. Είναι αλήθεια πως ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε πως κι ο ίδιος παρά­στεκε κάτι περισσότερο από πνεύμα την ώρα που ευλογούσε ο παπάς το γάμο των γονιών τους. 
Το ζευγάρι το πάντρεψε η εξαδέλφη του Κλέαρχου η θεία Καλλιόπη, ενώ ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο, με δύο μάρτυρες. 
Παρόντες στην πολύ λιτή τελετή ο παππάς του χωριού οι κουμπάροι, δυο τρεις γείτονες και τα αγόρια τους. Ο βενιαμίν ο Ιάσονας στην αγκαλιά της Ιοκάστης, παρών και ο θείος «Πετράν.» 
Ο θείος Πέτρος είναι ο δέκα επτάχρονος τότε μικρότερος ετεροθαλής αδελφός του Κλέαρχου, ένας νεαρός πολύ χαρωπός, πρόσχαρος άνθρωπος, που πάντα τον θυμάται να έχει καλή, χαρούμενη διάθεση, δεν τον έβλεπες ποτέ κακόκεφο.
….. Μέχρι να τελειώσει το δημοτικό ο Αλκιβιάδης είχε ακόμη το επίθετο της οικογένειας της Ιοκάστης. Με τη χελώνα ταξίδευαν τα απαραίτητα έγγραφα. Χρειάστηκαν δυο χρόνια να φτάσουν στον προορισμό τους.
......Ήταν ένα γλυκό και δροσερό ανοιξιάτικο απομεσήμερο, ύστερα από τη μεσημεριανή βροχή. Βρισκόταν σ' ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής από το καθημερινό σχολειό του. Μια ολόκληρη ώρα περπάτημα για τα παιδικά του πόδια.
Στο πρόσωπό του φυσούσε ένα απαλό βοριαδάκι, που ερχόταν μέσα από τους λόφους και τα πετροβούνια, με τις σταχτιές κορφές και τα καταπράσινα πλατώματα. Πάνω από το κεφάλι του είχε στηθεί ένα υπέροχο ουράνιο τόξο, ενώ μακριά, στον ορίζοντα, μουγκές αστραπές σκιρτούσαν κατά διαστήματα σαν πλοκάμια αράχνης. Η κυματιστή βροχή, που από ώρα έπεφτε απαλά στη ρεματιά και στις πλαγιές, είχε πια κοπάσει.
Ο τόπος μοσχοβολούσε από τ' ανθισμένα κλαδιά των αμυγδαλιών και των αχλαδιών της ρεματιάς. Στο βάθος, προς τη δύση, υψώνονταν τα αχνογάλαζα βουνά, ενώ στα νοτιοανατολικά άστραφτε η θάλασσα. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη μ' ένα ανάλαφρο πέπλο πάχνης. Άκουγε μόνο τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα κελαηδοπούλια να υφαίνουν με το τραγούδι τους τη σιωπή της εξοχής. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών και το αδιάκοπο θρόισμα του ανέμου, που είχε πάρει στο κατόπι τα σύννεφα, σπρώχνοντάς τα προς τα βορειοδυτικά. Το απαλό αεράκι έκανε τα φρεσκοφυτρωμένα αγριόχορτα, πλάι στα μονοπάτια και στους αγρούς, να λικνίζονται νωχελικά, σαν να χαιρετούσαν τον ερχομό της άνοιξης. Η ρεματιά είχε τώρα πάρει ένα χρυσαφένιο χρώμα, ένα γαλαζόχρυσο φως, λουσμένη στην αντανάκλαση του φωτεινού ουρανού. Η άνοιξη διάβαινε σκορπίζοντας την πνοή της στα μυρωδάτα χόρτα και στις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες, ενώ ο χρόνος, νωχελικά, άπλωνε τις στιγμές του και αποκοιμιόταν ανάμεσα στις παπαρούνες. Πιο χαμηλά, οι τρίλιες των μελισσοφάγων, κρυμμένων μέσα στα δέντρα, έδιναν μια μελωδική ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν το απαλό θρόισμα του βοριά. Ήχοι και εικόνες που πραγματικά μάγευαν. Στο φαράγγι είχε μαζευτεί άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη. Η έντονη μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς, ανακατεμένη με την οσμή της βρεγμένης κοπριάς, γέμιζε τα ρουθούνια του.
Κατεβαίνοντας ακόμη χαμηλότερα, ακολουθούσε τις αυλακιές πλάι στην ελικοειδή λωρίδα χορταριού που είχε σχηματιστεί στη μέση του μονοπατιού. Κι από τις δυο πλευρές της ρεματιάς, οι αγκαθωτές, ακόμη κλειστές ροζέτες των γαϊδουράγκαθων υψώνονταν σχεδόν ως το μπόι του.
Ο Αλκιβιάδης έφτασε στο χαλικόστρωτο δρομάκι, πλαισιωμένο από κατακόκκινες παπαρούνες που φύτρωναν ανάμεσα στα χαλίκια. Το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε τώρα πιο καθαρά στ' αυτιά του. Ψηλά, προς τη δύση, τα σύννεφα έμοιαζαν με μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό, ενώ περαστικά πουλιά διέσχιζαν κοπαδιαστά τον γαλανό θόλο και χάνονταν πίσω από τις κορφές των βράχων. Πάνω στις βουνοκορφές, το ελαφρύ αεράκι κυμάτιζε τις φυλλωσιές και ζωντάνευε τα γύρω δέντρα.
Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.
Ο Αλκιβιάδης, λουσμένος στη δροσιά της ανοιξιάτικης μέρας, ένιωθε μια απέραντη ευφορία να φουσκώνει μέσα του σαν παλίρροια. Είχε ήδη φτάσει στις παρυφές του Μεγάλου Ρέματος, στο μέσον της διαδρομής από τα Κουλέντια στα Μπουμπουτσέλια, εκεί όπου μια στροφή της κοίτης σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα. Γύρω της φύτρωναν καλάμια, σφεντάμια και φτέρες, ενώ από πάνω κρέμονταν οι κλαδωσιές μιας μεγάλης φτελιάς. Το ανοιξιάτικο χορτάρι ήταν απαλό και καταπράσινο.
Πεταλούδες φτερούγιζαν ανάλαφρα από λουλούδι σε λουλούδι, κυνηγώντας η μία την άλλη σ' έναν αδιάκοπο χορό. Πάνω στους κορμούς των ελιών τα τζιτζίκια ρουφούσαν τους χυμούς των δέντρων και πλημμύριζαν τον αέρα με το τραγούδι τους. Τα μυρμήγκια ακολουθούσαν ακούραστα τα αόρατα μονοπάτια τους, ενώ χρυσοκάνθαροι, μέλισσες και κάθε λογής μαμούνια βούιζαν ασταμάτητα μέσα στη λαγκαδιά.
Ακόμη και το αλογάκι της Παναγίας, ακίνητο ως πριν από λίγο πάνω σ' ένα χλωρό κλαράκι, παραδινόταν τώρα στο αρχέγονο κάλεσμα της αναπαραγωγής, υπακούοντας στον ίδιο ακατανίκητο νόμο που κυβερνά όλα τα πλάσματα της γης. Τότε, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ο μικρός Αλκιβιάδης ένιωσε πως ολόκληρη η ρεματιά ανέπνεε στον ίδιο ρυθμό. Τα πουλιά στον ουρανό, τα ψάρια στα νερά, τα κοπάδια στα βουνά, τα έντομα μέσα στα αγριόχορτα· όλα υπάκουαν στην ίδια αόρατη δύναμη που τα καλούσε να συνεχίσουν τη ζωή.
Στάθηκε μια στιγμή και αφουγκράστηκε. Όχι… Αυτό που άκουγε δεν ήταν το μουρμουρητό του χειμάρρου.
Έμεινε ακίνητος. Συγκέντρωσε όλες του τις αισθήσεις και κάρφωσε το βλέμμα του στο μονοπάτι. Έμοιαζε σαν όλη του η ψυχή να είχε μεταφερθεί στα μάτια του. Ανοιχτά, ακίνητα, δεν στρέφονταν ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Ήταν καρφωμένα στον μεγάλο νερόλακκο, εκεί όπου ο μικρός χείμαρρος διέσχιζε το μονοπάτι, σαν να ζητούσαν απαντήσεις. 
Κάτι έφτανε ως τ' αυτιά του. Ένας παράξενος, πνιχτός ήχος. Ο θόρυβος του νερού δεν τον άφηνε να ξεχωρίσει καθαρά τι ήταν. Έμοιαζε με βογκητό.
Να… κάτι σύρθηκε στα δεξιά του. Πάγωσε. Για μια στιγμή έμεινε άφωνος, κοιτάζοντας σαν χαμένος. Ύστερα, σιγά σιγά, άρχισε να καταλαβαίνει. Του ήρθε να βάλει τις φωνές. Μέσα στη λιμνούλα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος κειτόταν φαρδύς πλατύς ο μπάρμπα Παναγιώτης, ο γείτονάς τους· ένας εβδομηνταπεντάρης, ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας. Ήταν ξαπλωμένος μέσα στα ρηχά νερά, με τα χέρια και τα πόδια ορθάνοιχτα. Βόγκαγε βαριά. Έμοιαζε με πεθαμένο που είχε πάρει αναβολή από τον θάνατο.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να του μιλήσει. «Μπάρμπα Παναγιώτη…»
Καμιά απάντηση. Μόνο ακατάληπτα μουγκρητά έφταναν στ' αυτιά του, πνιγμένα από το μουρμουρητό του νερού. Το θέαμα τον τρόμαξε. Η βαριά, κοφτή ανάσα του γέροντα αντηχούσε μέσα στη σιωπή της ρεματιάς και έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Ξυπολήθηκε βιαστικά και βούτηξε στα ρηχά νερά. Μόλις πλησίασε τον γέροντα, λίγο έλειψε να σωριαστεί από την αποπνικτική μπόχα του κρασιού που ανέδιδε η ανάσα του. Έσκυψε, τον έπιασε κάτω από τις μασχάλες και προσπάθησε να τον σύρει έξω από το χείμαρρο. Μάταια. Το τεράστιο κορμί του μπάρμπα Παναγιώτη δεν μετακινούνταν σχεδόν καθόλου. Τα βρεγμένα, λασπωμένα ρούχα του είχαν γίνει ασήκωτο φορτίο, λες και το σώμα του ζύγιζε διπλά. Ξαναδοκίμασε με όση δύναμη έκρυβαν τα παιδικά του χέρια. Έσφιξε τα δόντια, τράβηξε, γλίστρησε μέσα στη λάσπη. Τίποτε.
Στο τέλος άφησε τα χέρια του να πέσουν. Έσκυψε το κεφάλι, λαχανιασμένος. Είχε εξαντληθεί.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που άκουγε άνθρωπο να βογκά έτσι. Ένιωθε τους σπασμούς του κορμιού του και άκουγε τη βαριά, κοφτή ανάσα του. Καταλάβαινε πως, αν δεν κατάφερνε να τον βγάλει από το νερό, ο γέροντας ήταν χαμένος.
Από την υπεράνθρωπη προσπάθεια σωριαζόταν κάθε τόσο προς τα πίσω, λαχανιασμένος. Κάθε φορά πίστευε πως είχε φτάσει στα όριά του, πως δεν του είχε απομείνει ούτε ανάσα ούτε δύναμη. Στεκόταν για λίγες στιγμές σκυφτός, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή του. Κοίταζε τον μπάρμπα Παναγιώτη και, χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιανε πάλι την προσπάθεια από την αρχή.
Έσφιξε τα δόντια. Έσφιξε και τα χέρια του. Ξανάσκυψε στο πλευρό του γέροντα και, με όση δύναμη έκρυβε το παιδικό του κορμί, προσπάθησε άλλη μια φορά να τον ανασύρει από το χείμαρρο.
Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Άπλωσε τα χέρια σαν τυφλός και σωριάστηκε στην όχθη. Δεν άντεχε άλλο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, ανήμπορος να συνεχίσει την αγωνιώδη προσπάθεια.
«Δεν μπορώ... Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου...» μουρμούρισε με σβησμένη φωνή. Κι όμως, μέσα στην απόλυτη σιωπή της ρεματιάς, ήταν σαν να άκουσε μια άλλη φωνή να ψιθυρίζει:
«Πρέπει... Πρέπει να τα καταφέρεις.»
Σήκωσε αργά το κεφάλι. Η γαλήνη του τοπίου δεν είχε πια καμιά σημασία. Τα λουλούδια, τα δέντρα, το τραγούδι των πουλιών είχαν χαθεί πίσω από την αγωνία της στιγμής. Μπροστά του υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που χαροπάλευε. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά ως τον λαιμό. Χοντρές στάλες ιδρώτα κυλούσαν από το πρόσωπό του και έπεφταν μία μία στο νερό. Ανακάθισε αποκαμωμένος, αφήνοντας για λίγο τους καταπονημένους μύες του να χαλαρώσουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάρφωσε ξανά το βλέμμα του στον μπάρμπα Παναγιώτη.
Ξαφνικά, ένας ανεπαίσθητος ήχος τον διαπέρασε σαν κύμα ελπίδας. Σήκωσε απότομα το κεφάλι. Έμεινε ακίνητος και αφουγκράστηκε. Ο ήχος ξανακούστηκε. Μονότονος, ρυθμικός, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, πίσω από το πυκνό σύδεντρο.
Η καρδιά του σκίρτησε. Προσπάθησε να θυμηθεί. Εκεί, στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς, απλωνόταν το μεγάλο κτήμα με τις ελιές, που στα σύνορά του υψωνόταν μια σειρά από κυπαρίσσια. Ο ρυθμικός εκείνος ήχος δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από χτυπήματα τσεκουριού. Ο κυρ Λουκάς ο Αρώνης βρισκόταν στο κτήμα του και έκοβε ξύλα για το τζάκι.
Η καρδιά του Αλκιβιάδη αναγάλλιασε. Ύστερα από τόση απόγνωση, η ελπίδα είχε φανεί ξαφνικά, απρόσμενα, σαν δώρο της ίδιας της ρεματιάς. Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από λυγμούς. Έμοιαζε με άνθρωπο που πάλευε με νύχια και με δόντια να κρατήσει τη ζωή, μα ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Ξεκίνησε να τρέχει προς την άκρη του κτήματος με τα χέρια ανοιχτά, σαν να έτρεχε να αγκαλιάσει τον μοναδικό άνθρωπο που μπορούσε να τον σώσει. Τα χείλη του σάλευαν, όμως η φωνή δεν έβγαινε. Η αγωνία είχε σφίξει τον λαιμό του. Έτρεχε χωρίς να σταματά. Η λαχτάρα τον παρέσερνε σαν ορμητικό κύμα. Δυσκολευόταν να αρθρώσει λέξη. Και τότε, σαν να ξεπήδησε από μέσα του μια δύναμη που δεν ήξερε πως υπήρχε, σήκωσε το κεφάλι και μια κραυγή ξέσπασε, σχίζοντας τη σιωπή της ρεματιάς.
«Μπάρμπα Λουκά!... Μπάρμπα Λουκά!... Βοήθεια!... Βοήθεια!...» Η φωνή του αντιλάλησε στους βράχους και χάθηκε μέσα στις πλαγιές.
«Εδώ!... Εδώ!... Ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγεται!... Βοήθεια!...»
Ο κυρ Λουκάς άκουσε την κραυγή. Ευτυχώς. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την ακούσει εκεί, καταμεσής στην ερημιά του Μεγάλου Ρέματος.
Ο Αλκιβιάδης είχε θολώσει από την εξάντληση. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν πια καθαρά τον κόσμο γύρω του. Ο ήλιος έλαμπε αμυδρά πίσω από μια πρασινοκόκκινη θαμπάδα, κι η ρεματιά, τα βράχια και τα δέντρα έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε μια πυκνή ομίχλη. Το νερό του χειμάρρου συνέχιζε να κυλά, όμως εκείνος δεν το άκουγε πια. Ένιωθε μόνο τα δάκρυά του να τρέχουν ασταμάτητα. Ήταν δάκρυα ανακούφισης. Είχε βρεθεί, επιτέλους, βοήθεια.
Ύστερα από επίμονες προσπάθειες, το πρόσωπο του γέροντα άρχισε σιγά σιγά να ζωντανεύει. Άνοιξε τα μάτια του, όμως δεν είχε ακόμη τη δύναμη να σταθεί όρθιος. Ο κυρ Λουκάς τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
«Θηρίο είναι ο μπάρμπα Παναγιώτης. Έλα, βοήθησε με να τον κρατήσουμε από τους ώμους.»
Γονάτισε δίπλα του, πέρασε το ένα του χέρι κάτω από τις μασχάλες του γέροντα και τον ανασήκωσε προσεκτικά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης άφησε ένα βαθύ μουγκρητό. Ύστερα ο κυρ Λουκάς τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό του, για να τον στηρίξει.
«Σήκωσε το χέρι σου… Έτσι… Μπράβο.»
Ο γέροντας μούγκρισε ξανά και, με τη βοήθεια των δυο τους, κατάφερε να ανασηκωθεί. Λίγο λίγο τον έφεραν σε καθιστή θέση. Η ανάσα του εξακολουθούσε να είναι βαριά, όμως είχε επιστρέψει στη ζωή.
Μόλις ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε σωθεί, ένιωσε την αγωνία να εγκαταλείπει το κορμί του. Μια γλυκιά ζεστασιά τον τύλιξε από την κορφή ως τα νύχια. Τα πόδια του λύγισαν από την εξάντληση και, για πρώτη φορά από τότε που τον είχε αντικρίσει μέσα στο νερό, αφέθηκε να καθίσει στην όχθη και να ξαποστάσει.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Μέσα στο ανάλαφρο πορτοκαλί φως του δειλινού, τα κατάλευκα σύννεφα του Απρίλη αργοκυλούσαν στον ουρανό. Πέρα, στα μακρινά βουνά της ανατολής, το σκοτάδι άρχιζε να απλώνεται σιγά σιγά. Παρ' όλη την ομορφιά του, το τοπίο είχε τώρα μια βαθιά μοναξιά· έδινε την αίσθηση ενός έρημου, ανεμόδαρτου κόσμου. Καθώς ο ήλιος χάθηκε πίσω από τις κορφές του Κούνου, ο αέρας δρόσισε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα κουρασμένα μπράτσα του να ανατριχιάζουν. Φόρεσε τα παπούτσια του, τίναξε το λερωμένο πανωφόρι του πάνω στον κορμό της φτελιάς για να φύγει όσο περισσότερο χώμα γινόταν και το φόρεσε ξανά.
Στον αέρα πλανιόταν πάλι η μυρωδιά της βροχής. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστούν πριν πέσουν οι πρώτες στάλες. Κι όμως, δεν του πήγαινε η καρδιά να φύγει χωρίς να συνοδεύσει τον μπάρμπα Παναγιώτη, που ακόμη στεκόταν ταραγμένος και εξαντλημένος από τη μεγάλη περιπέτεια.
Μάζεψαν το ήμερο τετράποδο που έβοσκε το παχύ, καταπράσινο χορτάρι δίπλα στα καλάμια και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο για τον οικισμό. Όταν έφτασαν στα πρώτα σπίτια, το φεγγάρι είχε πια ανατείλει ψηλά και φώτιζε αθόρυβα τη ρεματιά που, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, βυθιζόταν ξανά στη νυχτερινή της γαλήνη.
Την επομένη έμαθαν τι είχε πραγματικά συμβεί. Ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε πάρει μέρος σε μια φιλική κρασοκατάνυξη στο χωριό και, κατά την επιστροφή του στον οικισμό, ταξίδευε καβάλα στον γάιδαρό του. Φτάνοντας στο πέρασμα του χειμάρρου, το συμπαθές αλλά διόλου φιλότιμο ζώο αποφάσισε πως δεν είχε κανέναν λόγο να συνεχίσει να κουβαλά έναν αφέντη σκνίπα στο μεθύσι. Με μια απότομη κίνηση τον ξεφόρτωσε στα νερά και συνέχισε ατάραχο τον δρόμο του, αφήνοντάς τον να βογκά μόνος μέσα στη ρεματιά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός από παλικάρι στις χειρωνακτικές δουλειές, ήταν και γερό ποτήρι. Δεν έλεγε ποτέ όχι στο κρασάκι του Θεού και, όταν οι φίλοι τον καλούσαν σε παρέα, δεν τους χαλούσε ποτέ το χατίρι. Εκείνη την ημέρα, φαίνεται πως βρήκε καλή συντροφιά και ακόμη καλύτερο κρασί. Στην ταβέρνα το κέφι περίσσευε. Τα ποτήρια γέμιζαν και ξαναγέμιζαν, τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν και τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Χαμένοι στη ζεστασιά της παρέας, ξέχασαν την ώρα να περνά. Ένιωθαν άρχοντες ενός παλιού, ξέγνοιαστου καιρού.
Όταν, αργά πια, ο μπάρμπα Παναγιώτης πήρε τον δρόμο της επιστροφής, το κρασί είχε βαρύνει το βήμα και το μυαλό του. Στο πέρασμα του χειμάρρου ο γάιδαρος του τον ξεφόρτωσε, κι εκεί άρχισε η μεγάλη περιπέτεια. Αν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα δεν περνούσε από το Μεγάλο Ρέμα ο μικρός Αλκιβιάδης, ο γέροντας δύσκολα θα έβγαινε ζωντανός. Τα νερά, που κατέβαιναν ασταμάτητα από τις πλαγιές, φούσκωναν ολοένα τη γούρνα και, όσο περνούσε η ώρα, ο χείμαρρος γινόταν όλο και πιο ορμητικός. Ο μπάρμπα Παναγιώτης σώθηκε εκείνη την ημέρα όχι μόνο από τύχη, αλλά και γιατί ένα παιδί δεν προσπέρασε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Θυμόταν ακόμη τα λόγια του γέροντα, μέρες αργότερα, όταν κάθονταν μαζί στη δυτική πλαγιά του χαμηλού λόφου του Αγίου Παντελεήμονα. Ο μπάρμπα Παναγιώτης αγαπούσε πολύ εκείνο το μέρος. Του άρεσε να αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα και να αφήνει το βλέμμα του να χάνεται πίσω από τις κορφές του Κούνου. Εκείνο το δειλινό τον κοιτούσε χαρούμενος και γεμάτος ζωή. Ένιωθε την καρδιά του να ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη του τύχη, που οι δρόμοι τους είχαν συναντηθεί εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα και η περιπέτειά του είχε ευτυχισμένο τέλος.
Τα μάτια του έλαμπαν με μια βαθιά γαλήνη. Χτύπησε τον Αλκιβιάδη στοργικά στην πλάτη. Η φωνή του ήταν χαμηλή και τρυφερή, χωρίς ίχνος αστεϊσμού· είχε τη ζεστασιά και τη συγκίνηση ενός ανθρώπου που γνώριζε πως χρωστούσε τη ζωή του σ' ένα παιδί.
«Η μοίρα του καθενός μας είναι γραμμένη κάπου εδώ γύρω μας. Είμαστε δεμένοι μαζί της, χωρίς να ξέρουμε ούτε το γιατί ούτε το πότε. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η επόμενη στιγμή. Εγώ, όμως, στάθηκα τυχερός. Γιατί εκείνη την ώρα βρέθηκες εσύ μπροστά μου. Στην πιο δύσκολη στροφή της ζωής μου, στάθηκες δίπλα μου.»
Μίλησε αρκετή ώρα ακόμη για εκείνη τη μέρα, για το πώς οι δρόμοι τους συναντήθηκαν απρόσμενα και για το πώς οι ζωές τους, χωρίς να το γνωρίζουν, είχαν δεθεί μεταξύ τους. Για εκείνον ο Αλκιβιάδης δεν ήταν απλώς ένα παιδί που τον βοήθησε· ήταν ο ευεργέτης του.
Και ύστερα, όπως συνήθιζε να λέει, κοίταξε το ηλιοβασίλεμα και αναστέναξε: «Άλλη μια μέρα πάει... Και ποιος ξέρει τι θα μας ξημερώσει αύριο, ε, γιε μου;»
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε. Έσκυψε το κεφάλι και χαμογέλασε ντροπαλά, σχεδόν ταπεινά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τον μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τότε ένιωσε τη ζεστασιά ενός ρυτιδιασμένου χεριού να αγκαλιάζει το λιγνό κορμί του. Μια ζεστασιά απλώθηκε μέσα του, βαθιά στην καρδιά του. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε μόνο περηφάνια για όσα είχε ζήσει και για όσα είχε καταφέρει.
Σήκωσε τα μάτια του και, όσο κρατούσε η σιωπή, άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στο κτήμα με τα λιόδεντρα που απλωνόταν στη δυτική πλαγιά του οικισμού. Έμεινε να κοιτάζει εκεί, μέχρι που η εικόνα άρχισε να χάνεται. Όχι γιατί έπεσε το σκοτάδι, αλλά γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει.
Έμεινε βουβός, ακίνητος, χωρίς να βγάλει λέξη. Ήθελε να πει πολλά, μα το στόμα του δεν μπορούσε να σαλέψει. Κι ύστερα, αθόρυβα, σήκωσε την ανάστροφη παλάμη του και με τον καρπό σκούπισε τα δάκρυα του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ένας Σκύλος Χαρσματικός!
.....

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

O Tilemaxos

... .1957!
Μια χρονιά που έμελλε να μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της οικογένειας. Μια χρονιά που, ενώ όλα έδειχναν να κυλούν μέσα στη φυσική ροή της παιδικής ηλικίας και της καθημερινής ζωής, έκρυβε μια δοκιμασία που κανείς δεν περίμενε. Ήταν η χρονιά που ο δεύτερος αδελφός του, ο μικρός τρίχρονος Τηλέμαχος, βρέθηκε αντιμέτωπος με γεγονότα που λίγο έλειψε να αφήσουν ανεξίτηλο σημάδι στη ζωή του. Δεν ήταν μια απλή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας. Ήταν μια εμπειρία που έμεινε χαραγμένη μέσα του, μια από εκείνες τις στιγμές που το παιδικό βλέμμα αντικρίζει ξαφνικά την ευθραυστότητα της ζωής.
Η αφήγηση αυτή είναι μια μαρτυρία. 
Η μαρτυρία που έζησε ο ίδιος ο μικρός Τηλέμαχος, όπως ο Αλκιβιάδης τη βίωσε, και όπως την κράτησε μέσα στη μνήμη του μέσα στα χρόνια που πέρασαν. Γιατί υπάρχουν γεγονότα που ο χρόνος δεν τα σβήνει. Απλώς τα σκεπάζει με τη σκόνη των χρόνων, μέχρι κάποια στιγμή να επιστρέψουν ξανά, ζητώντας να ειπωθούν.
…Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το φως της ημέρας έσβηνε αργά, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τον ορίζοντα της Μονεμβασιάς και ένα μεγάλο χάλκινο φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό. Όμως ο μικρός Τηλέμαχος δεν ήταν στην αυλή του σπιτιού. Στην αρχή κανείς δεν ανησύχησε. Όταν όμως έπεσε το σκοτάδι και το παιδί δεν φαινόταν πουθενά, ολόκληρος ο οικισμός κινητοποιήθηκε. Άνθρωποι άφησαν τα σπίτια τους, πήραν φανάρια και ξεχύθηκαν μέσα στη φεγγαρόφωτη νύχτα αναζητώντας τον. Και εκείνος, μακριά από όλους, καθόταν κουλουριασμένος σαν μικρό λαγουδάκι, κρυμμένος μέσα σε μια τρύπα ανάμεσα στα βάτα, σε μια χλοερή γωνιά της απομακρυσμένης ρεματιάς με τα παλιά χαλάσματα. Ο φόβος τον είχε παραλύσει. Είχε νυχτώσει, δεν ήξερε πού βρισκόταν, δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής και οι φωνές των ανθρώπων που τον αναζητούσαν χάνονταν μέσα στη βλάστηση. Έμενε ασάλευτος, σχεδόν θαμμένος μέσα στην κρυψώνα του, λουφάζοντας σαν μικρό αγρίμι. Ώσπου άκουσε τη φωνή της μητέρας του. Μέσα στη νύχτα η Ιοκάστη καλούσε απελπισμένα το όνομά του. Η φωνή της έφτασε βαθιά μέσα στη ρεματιά, πέρασε ανάμεσα από τα βάτα και τα σκίνα και έφτασε στ’ αυτιά του παιδιού.Τότε ο μικρός Τηλέμαχος άφησε μια μικρή κραυγή.
Η μητέρα τον άκουσε.
Η αγωνία μιας ολόκληρης βραδιάς μετατράπηκε σε μια στιγμή ανείπωτης χαράς. Έτρεξε κοντά του και εκείνος γαντζώθηκε πάνω της, χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Είχε τρομάξει τόσο πολύ, που είχε σχεδόν πετρώσει από την ανακούφιση. Η Ιοκάστη τον έσφιξε στο στήθος της και τον έπνιξε στα φιλιά.
«Είμαι εδώ, αγόρι μου… κοντά σου είμαι. Μη φοβάσαι… μη φοβάσαι».
Τα λόγια της έβγαιναν ασταμάτητα, μπερδεμένα από τη χαρά, την αγωνία και την ευγνωμοσύνη. Δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια τι έλεγε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως το παιδί της ήταν πάλι στην αγκαλιά της. Ο μικρός είχε μπει βαθιά στη ρεματιά με την πλούσια βλάστηση και, όταν έπεσε το σκοτάδι, είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Εντοπίστηκε σχεδόν τα μεσάνυχτα, σώος, αν και κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Και τότε η νύχτα ησύχασε. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βαθύ σκούρο χρώμα. Τα αστέρια έμοιαζαν καρφιτσωμένα πάνω σε μια διάφανη σφαίρα. Η κορυφή του Κούνου ξεχώριζε φωτεινή μέσα στη σιωπή και το φεγγάρι, μισό πια, ετοιμαζόταν να χαθεί. Η ρεματιά άφηνε σιγά σιγά την κάψα της ημέρας. Το νοτισμένο χώμα ανέδιδε το άρωμά του, τα φύλλα της ιτιάς βάραιναν από τη βραδινή υγρασία και βαθιά μέσα στα βάτα και τα σκίνα τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στον ύπνο τους. Οι ελιές στις πλαγιές στέκονταν ακίνητες, ντυμένες με τα ασημένια τους φύλλα, σαν φύλακες της μικρής αυτής περιπέτειας που είχε τελειώσει.
........Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Ντάλα ο ήλιος. Ένα αναποφάσιστο αεράκι φυσούσε πότε πότε, όταν ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον μικρό τρίχρονο αδελφό του, ξεκίνησαν να κατέβουν για να φέρουν νερό από την πηγή. Το μονοπάτι κατηφόριζε γύρω από τη λιπόσαρκη πλαγιά του λόφου. Κουλουριαζόταν σαν ερπετό πάνω στη γη, στενό και δύσβατο, σαν κορδέλα ή σαν σκοινί που οδηγούσε χαμηλότερα, στο μικρό πλάτωμα όπου ανάβλυζε το γάργαρο, διάφανο νερό της πηγής. Εκεί, κάτω από τη μεγάλη ιτιά και δίπλα στη στέρνα, τα δυο αδέλφια έπαιζαν ανέμελα.
Μια στιγμή απροσεξίας ήταν αρκετή. Άθελά του ο Αλκιβιάδης έσπρωξε τον μικρότερο αδελφό του και ο Τηλέμαχος έπεσε μέσα στο νερό. Για λίγες στιγμές όλα πάγωσαν.
Μόλις είδε τον αδελφό του μέσα στη στέρνα, ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Ένιωσε το αίμα να πυρπολεί τα πόδια του και έναν αόρατο φόβο να ανεβαίνει από μέσα του και να του σφίγγει την καρδιά. Ήταν εκείνος ο τρόμος που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει, όταν ξαφνικά καταλαβαίνει πως κάτι πολύ κακό μπορεί να έχει συμβεί. Η σκέψη πέρασε αμέσως από το μυαλό του. «Κι αν πνιγεί;»
Ήταν μια σκέψη τόσο σκληρή, τόσο οδυνηρή, που δεν άντεχε ούτε να την ολοκληρώσει. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όμως, ο φόβος έδωσε τη θέση του στην ανακούφιση. Η στέρνα δεν ήταν γεμάτη. Η στάθμη του νερού ήταν χαμηλή. Με όση δύναμη είχε, έσκυψε, τράβηξε τον μικρό του αδελφό και κατάφερε να τον ανασύρει ζωντανό. Τον έσφιξε στην αγκαλιά του με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει από την αγωνιώδη προσπάθεια. Και τότε ο τρόμος μεταμορφώθηκε σε μια απέραντη αγάπη.
Σε μια αγκαλιά γεμάτη λατρεία, στοργή και ανακούφιση. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η μητέρα τους είδε τον μικρό της γιο μούσκεμα από την κορφή ως τα νύχια. Μα είδε και το πρόσωπο του Αλκιβιάδη.
Είδε τον φόβο του. Είδε την αγωνία του. Κατάλαβε πως μέσα σε εκείνη τη στιγμή είχε τρομάξει όχι μόνο για τον αδελφό του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.
Δεν τον μάλωσε. Δεν τον κατηγόρησε. Άνοιξε μόνο τη μεγάλη, ζεστή της αγκαλιά και τους έκλεισε και τους δύο μέσα της. Γιατί εκείνη τη στιγμή χρειαζόντουσαν περισσότερο την αγάπη παρά την επίπληξη.
Από εκείνη την ημέρα η στέρνα έγινε απαγορευμένος τόπος για τα παιδιά. Η μητέρα τους δεν τους άφησε ποτέ ξανά να πλησιάσουν κοντά της.
.....Γλίτωσε τον πνιγμό στη στέρνα και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στη βούτα του ελαιοτριβείου.
Στην ανατολική πλευρά του μικρού οικισμού στεκόταν το παλιό ιπποκίνητο ελαιοτριβείο, ένα ζωντανό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Ήταν ένας ενιαίος μονώροφος χώρος, με την κτιστή γούρνα διαχωρισμού του λαδιού στο κέντρο και, στη βόρεια πλευρά, τη βαριά ξύλινη βάση του ελαιοπιεστηρίου, του «εργάτη», όπως τον αποκαλούσαν οι παλιοί. Πάνω στην κτιστή βάση βρίσκονταν οι δύο μεγάλες λαδόπετρες που αλέθοντας τις ελιές έλιωναν τον καρπό και τον μεταμόρφωναν σε πολύτιμο χυμό. Δίπλα τους, στο δάπεδο, ήταν η γούρνα περισυλλογής της ελαιοζύμης. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, όπως συνηθιζόταν στα παλιά λιοτρίβια, και στη νοτιοδυτική γωνιά δέσποζε το μεγάλο τζάκι, όπου ζέσταιναν το νερό για το θέρμισμα των ελιών, ώστε να αυξηθεί η απόδοση του λαδιού. Ο Κλέαρχος, μαζί με τον κουμπάρο του Γ. Αρώνη, ήταν οι λιοτριβικάρηδες. Εκείνοι είχαν την ευθύνη της λειτουργίας του ελαιοτριβείου. Το άλογο τραβούσε αργά τον μηχανισμό, οι βαριές πέτρες γύριζαν μονότονα και οι ελιές άρχιζαν να συνθλίβονται, να σπάνε, να αφήνουν το πρώτο τους λάδι. Η μυρωδιά του φρέσκου ελαιόκαρπου γέμιζε τον χώρο. Έπαιρναν την ελαιοζύμη, την έβαζαν στις τσαντίλες και την πίεζαν στην πρέσα. Τότε άρχιζε να τρέχει το πρώτο λάδι, το «αξεθέρμιγο», όπως το έλεγαν. Ήταν το λάδι των απλών χαρών: για μια καψάλα ψωμί, ψημένη στη φωτιά, με λίγο λάδι και αλάτι. Εκείνο το μεσημέρι, δίπλα στο τζάκι, τα ξύλα έτριζαν και σκορπούσαν ζεστασιά. Ο μικρός Τηλέμαχος, μόλις τριών χρόνων, κρατούσε μια φέτα ψημένο ψωμί. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, χωρίς να προσέξει, σκόνταψε.
Και μέσα σε μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έπεσε στη βούτα με το λάδι.
Ο Κλέαρχος, μόλις αντίκρισε το παιδί του μέσα στη μεγάλη λεκάνη, ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Ο τρόμος τον ακινητοποίησε για λίγες στιγμές. Ύστερα πετάχτηκε μπροστά και τον άρπαξε.
Το παιδί σώθηκε. Ο πατέρας, κρατώντας τον στην αγκαλιά του, ανάσανε βαθιά. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη. «Αυτό το παιδί… ώρες-ώρες είναι σκέτη απελπισία», μουρμούρισε ξέπνοα.
Ήταν λόγια αγανάκτησης, μα μέσα τους έκρυβαν όλη την αγωνία και την απέραντη αγάπη ενός πατέρα που μόλις είχε νιώσει πως μπορούσε να χάσει το παιδί του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Thimises Paidikes

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."
..Παρυφές της Πάρνηθας. Χειμώνας του 2013.
Οι ψυχρές ριπές ενός καταβατικού ανέμου, από εκείνες τις άγριες «σπιλιάδες» που κατεβαίνουν μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, σάρωναν το οροπέδιο με ορμή. Ο αέρας λυσσομανούσε, παρασέρνοντας σύννεφα που σκέπαζαν πότε πότε τον ουρανό με σκοτεινές, σχεδόν κατάμαυρες κηλίδες. Ο ήλιος, χαμηλώνοντας προς τη δύση, χανόταν πίσω από το Θριάσιο Πεδίο, βάφοντας τον ορίζοντα με βαθιές αποχρώσεις του κόκκινου και του χάλκινου. Ο εκκωφαντικός βόμβος του ανέμου επέβαλλε την παρουσία του. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η φύση υπενθύμιζε στον άνθρωπο πόσο μικρός είναι απέναντι στη δύναμή της.
Τις ίδιες ώρες, όμως, μια άλλη θύελλα ξυπνούσε μέσα του. Βυθιζόταν αργά στην περισυλλογή. Η πραγματικότητα απομακρυνόταν, οι ήχοι γύρω του ξεθώριαζαν και το βλέμμα του έμενε ακίνητο, ενώ ο νους ταξίδευε προς τα πίσω. Στις παιδικές του μνήμες. Στα πρόσωπα, στους τόπους και στα γεγονότα που ο χρόνος δεν είχε κατορθώσει να σβήσει. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μολυβένια σύννεφα που ταξίδευαν στον ουρανό, ερχόμενα από άλλους τόπους, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους έναν άλλο χρόνο. Εκείνοι οι μακρινοί ίσκιοι τον παρέσυραν σ' ένα ατέρμονο ταξίδι προς την ιδιαίτερη γωνιά της πατρώας γης, εκεί όπου κατοικούσαν ακόμη οι παιδικές του μνήμες. Ήταν από τις στιγμές που η φαντασία άνοιγε τις πύλες της μνήμης και τον οδηγούσε βαθιά στον λαβύρινθο της.
Το τοπίο και οι άνθρωποι ενός άλλου κόσμου ζωντάνευαν μπροστά του με εκπληκτική καθαρότητα. Το μικρό χωριό απλωνόταν νωχελικά πάνω στη χορταριασμένη, λουσμένη στον ήλιο πλαγιά, ανάμεσα σε μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Άκουγε σχεδόν τον αδιάκοπο ψίθυρο του μικρού αλσυλλίου με τις χαρουπιές, στα βορινά του οικισμού, καθώς τα κλαδιά τους λικνίζονταν στην πρωινή αύρα. Το βλέμμα του έφθανε ως το βουνό του Κούνου, που υψωνόταν μεγαλόπρεπο πάνω από την ακτή. Οι χαμηλές πλαγιές του κυμάτιζαν από το πράσινο των δέντρων, ενώ η γυμνή κορυφή του χανόταν μέσα στα σύννεφα.
Σήμερα, άνθρωπος πια της τρίτης ηλικίας, ζώντας καθημερινά την κοινωνική και οικονομική πίεση της μεγαλούπολης, είχε καταλήξει σ' ένα απλό συμπέρασμα: όταν είσαι φτωχός στην πόλη, η ζωή γίνεται σκληρή και ασφυκτική.
Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Υπήρξαν εποχές και τόποι όπου η φτώχεια δεν σήμαινε εξαθλίωση ούτε απώλεια της αξιοπρέπειας. Στα παιδικά του χρόνια, οι φτωχοί χωρικοί ζούσαν λιτά, μα αυτάρκεις. Καλλιεργούσαν τα μικρά τους χωράφια, έβγαζαν τον επιούσιο από τη γη και, όταν χρειάζονταν κάτι παραπάνω, το αναζητούσαν στο κυνήγι και στους καρπούς της φύσης. Δεν είχαν πολλά· είχαν όμως την αίσθηση πως ο τόπος στεκόταν ακόμη στο πλευρό τους.
Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. Φθινόπωρο του 1957. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έμοιαζε με καλοκαίρι που αρνιόταν να τελειώσει. Ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης κύλησαν με ασυνήθιστη ζέστη, τόσο που οι μέρες θύμιζαν περισσότερο παρατεταμένο Αύγουστο παρά την εποχή της σποράς. Ο Νοέμβρης, όμως, λες και άκουσε τις σιωπηλές παρακλήσεις των ανθρώπων. Οι πρώτες βροχές έπεσαν ευλογημένες πάνω στη διψασμένη γη. Ήταν θείο δώρο για κάθε ζωντανό πλάσμα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που περίμεναν με αγωνία το νερό να ποτίσει τα χωράφια, να πρασινίσουν οι βοσκές και να γεμίσουν οι στέρνες.
Η ελαιοσυγκομιδή είχε κιόλας αρχίσει. Από τους πρώτους άγουρους καρπούς έβγαινε το αγουρέλαιο, πυκνό, καταπράσινο και μοσχοβολιστό, το πρώτο λάδι της νέας χρονιάς. Σιγά σιγά γέμιζαν τα πήλινα σταμνιά των σπιτιών και μαζί τους γέμιζαν αισιοδοξία και οι καρδιές των ανθρώπων. Οι ελιές είχαν φορτώσει καλά, κι όλα έδειχναν πως η χρονιά θα ήταν γενναιόδωρη, ανταμείβοντας τον μόχθο μιας ολόκληρης χρονιάς.
Ο χρόνος κυλούσε. Το φθινόπωρο έσβηνε σιγά σιγά και τα δέντρα είχαν πια απογυμνωθεί από τα τελευταία τους φύλλα. Ο χειμώνας μπήκε βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες και παγερές ανάσες. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα και προμήνυε μια δύσκολη εποχή για ανθρώπους και ζώα.
Μέρες τώρα κατέφθαναν από τον Βορρά τα αποδημητικά πουλιά. Πιστά στο αρχαίο ένστικτό τους, άφηναν πίσω τις παγωμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης αναζητώντας έναν ηπιότερο χειμώνα στον Νότο. Μα ούτε εδώ τα περίμεναν εύκολες μέρες. Τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και κοκκινολαίμηδες, αφού τσιμπολόγησαν και τις τελευταίες ρόγες των αμπελιών, σκορπίστηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς, οι κουμαριές, τα σκίνα, οι μυρτιές και οι αγριελιές ήταν ακόμη φορτωμένες καρπό, ενώ οι πρόσφατες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους, κάνοντάς τους πολύτιμη τροφή.
Στις ξερολιθιές και στις γυμνές πλαγιές η γη είχε στεγνώσει γρήγορα και δύσκολα έβρισκε κανείς σκουλήκια, την αγαπημένη τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Μονάχα οι σκιερές όχθες της ρεματιάς κρατούσαν ακόμη λίγη υγρασία και έδιναν καταφύγιο στα κουρασμένα πουλιά.
Οι παλιοί του χωριού έλεγαν πως θα ήταν χρονιά πλούσια σε τσίχλες και μπεκάτσες. Οι κυνηγοί το είχαν ήδη καταλάβει. Ετοίμαζαν τα όπλα, τα καλάθια και τα σύνεργα τους, περιμένοντας με ανυπομονησία τις πρώτες καλές εξορμήσεις του χειμώνα.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας μουντής χειμωνιάτικης μέρας. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί από βαριά, μολυβένια σύννεφα, τόσο πυκνά και φορτωμένα υγρασία, που δεν άφηναν ούτε μια αχτίδα φωτός να τα διαπεράσει. Το τοπίο είχε βυθιστεί σε μια παράξενη ημίφωτη σιωπή, ενώ ο αέρας μύριζε βροχή. Όλα προμήνυαν πως δεν θα αργούσε να ξεσπάσει δυνατή καταιγίδα. Ο τόπος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του μπροστά στην επερχόμενη κακοκαιρία. Μα ο πατέρας του δεν έδειχνε να νοιάζεται. Δουλεύοντας μεθοδικά και ακούραστα, συνέχιζε να στήνει τις παγίδες του με την επιμονή και τη σιγουριά ανθρώπου που είχε μάθει να ζει με τα καπρίτσια της φύσης. Ο καιρός μπορούσε να αλλάζει· εκείνος όμως δεν εγκατέλειπε ποτέ τη δουλειά του.Το ρέμα ξεκινούσε από τους δυτικούς λόφους του οικισμού και, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους, κατευθυνόταν προς τα νότια. Περνούσε από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούσαν ένα ξεχωριστό κομμάτι του φυσικού τοπίου. Ύστερα συνέχιζε την πορεία του προς το λίμνασμα των καλαμιώνων, ανάμεσα στην πυκνή παρόχθια βλάστηση, ώσπου συναντούσε το Μεγάλο Ρέμα. 
Το ρέμα αγκάλιαζε τη χέρσα γη και συνέχιζε τη διαδρομή του νοτιοδυτικά στο Μεγάλο Ρέμα για να καταλήξουν τελικά σε έναν μυχό του Μυρτώου Πελάγους. Από τη μικρή λιμνούλα με τα πλατάνια μέχρι τους καλαμιώνες δεν ήταν παρά μερικές εκατοντάδες μέτρα, μα για εκείνον ο τόπος αυτός είχε άλλη αξία. Θυμόταν τον πατέρα του, κάθε φορά που ερχόταν ο χειμώνας, να θεωρεί αυτό το κομμάτι της γης σχεδόν ιερό. Δεν ήταν δικό του κτήμα, δεν του ανήκε με κανένα χαρτί· όμως εκεί έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά, εκεί όπου η φύση τού πρόσφερε ένα μικρό βοήθημα για να τραφεί η φαμίλια του. Και αν κάποιος συγχωριανός ξεπερνούσε τα όρια και καταπατούσε τον τόπο του, η αγανάκτησή του ήταν βαθιά και σιωπηλή. Έμοιαζε με εκείνη του ηγούμενου που βλέπει κάποιον να περνά το κατώφλι του μοναστηριού του χωρίς σεβασμό.
Πολλοί κυνηγοί εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν τρόπους παγίδευσης που σήμερα απαγορεύονται, όπως δίχτυα και θηλιές. Ήταν πρακτικές που ανήκαν σε μια άλλη εποχή, όταν η φτώχεια και η ανάγκη ανάγκαζαν τους ανθρώπους να αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσουν τροφή. Ο πατέρας του, στις παγωμένες νύχτες του Δεκέμβρη, κατασκεύαζε θηλιές από αλογότριχες και περίμενε το πρωινό φως για να δει αν η τύχη τού είχε χαμογελάσει. Η λεία του δεν ήταν για διασκέδαση ή επίδειξη· ήταν ένα βοήθημα για το φτωχικό τραπέζι της οικογένειας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας μέσα στον χειμώνα αποτελούσε για εκείνους μια μικρή ανταμοιβή ύστερα από τον καθημερινό μόχθο. Το κρέας συντηρούνταν σε κιούπια με λάδι, όπως συνήθιζαν παλαιότερα πολλές οικογένειες σε τόπους δύσκολους, φτωχούς και λιτούς, όπου η φύση ήταν ταυτόχρονα πηγή ζωής αλλά και συνεχής δοκιμασία. Σήμερα πολλά από εκείνα τα τοπία έχουν αλλάξει. Η επέκταση των οικισμών, οι δρόμοι, οι τεχνικές παρεμβάσεις στα ρέματα και στους υγροτόπους, η καταστροφή των καλαμιώνων και η υποχώρηση της άγριας βλάστησης έχουν περιορίσει σημαντικά τους φυσικούς χώρους που φιλοξενούσαν την άγρια ζωή. Εκεί όπου κάποτε απλωνόταν ένας ζωντανός κόσμος από νερά, φυτά και πουλιά, πολλές φορές απομένουν μόνο ίχνη της παλιάς φύσης.
Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Ανά διαστήματα η βροχή δυνάμωνε και ύστερα κόπαζε, αφήνοντας τον τόπο βυθισμένο σε μια παράξενη ησυχία. Ξαφνικά ο σκοτεινός ουρανός σκίστηκε από μια αστραπή. Ένα φωτεινό ποτάμι, με εκτυφλωτική λάμψη και αμέτρητες διακλαδώσεις, ξεχύθηκε μέσα στα σύννεφα, φωτίζοντας για μια στιγμή όλο το τοπίο. Η λάμψη ήταν τόσο ξαφνική, που δεν πρόλαβε ούτε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Λίγες στιγμές αργότερα ακολούθησε η βαριά, παρατεταμένη βροντή που κύλησε πάνω από τη ρεματιά. Θυμήθηκε τον δάσκαλο στο σχολειό να τους μιλά για τις καταιγίδες. Τους έλεγε πως ο κεραυνός ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά αλλά και επικίνδυνα φαινόμενα της φύσης. Πρώτα έβλεπαν τη λάμψη και μετά άκουγαν τη βροντή, γιατί το φως ταξίδευε πολύ γρηγορότερα από τον ήχο. Τους είχε προειδοποιήσει επίσης πως στην ύπαιθρο, όταν ξεσπά καταιγίδα, δεν πρέπει να στέκονται κάτω από μοναχικά ψηλά δέντρα.
Κοίταξε γύρω του. Ο τόπος ήταν γεμάτος δέντρα. Πολλά δέντρα.
«Άραγε κινδυνεύω εδώ;» σκέφτηκε.
Δεν ήξερε.
Θα άλλαζε κάτι αν δεν ακουμπούσε στον κορμό; Ούτε αυτό μπορούσε να το απαντήσει. Όμως το ένστικτο της αυτοπροστασίας λειτούργησε πριν προλάβει να το σκεφτεί. Με μια αυθόρμητη κίνηση απομακρύνθηκε ένα βήμα από τον τεράστιο πλάτανο, σαν να ήθελε να πάρει λίγη απόσταση από τη δύναμη της φύσης που εκείνη τη στιγμή απλωνόταν γύρω του.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του στο σημείο της αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβηνε αργά γύρω του. Η καταιγίδα είχε απομακρυνθεί προς τον ορίζοντα, μα οι αστραπές συνέχιζαν να φωτίζουν από μακριά τον ουρανό και οι βροντές έφταναν ακόμη εξασθενημένες, σαν βαθύς αντίλαλος από έναν άλλο κόσμο. Η βροχή άρχισε σιγά σιγά να κοπάζει και ο ήχος της μεταμορφώθηκε σε ένα χαμηλό, μονότονο μουρμούρισμα. Η αναμονή όμως βάραινε μέσα του. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει αλλάξει ρυθμό· οι στιγμές αργούσαν να περάσουν και κάθε λεπτό χωρίς σημάδι από τον πατέρα του γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Τα βαριά σύννεφα, παρασυρμένα από τον άνεμο, έτρεχαν χαμηλά προς την ανατολή. Κινούνταν άτακτα πάνω από τον σκοτεινό ορίζοντα, αφήνοντας πίσω τους μια ψυχρή και κλειστή ατμόσφαιρα. Στις όχθες της ρεματιάς δεν υπήρχε σιωπή. Μέσα από την πυκνή βλάστηση ακουγόταν ένας αδιόρατος ψίθυρος, σαν υπόγεια νερά που κυλούσαν κρυφά μέσα στη γη. Ύστερα ο ψίθυρος δυνάμωνε, καθώς οι ριπές του αέρα περνούσαν ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τα ψηλά κλαδιά των δέντρων. Και τότε, μέσα από τη θαμπή υγρασία και τα σκόρπια σύννεφα, ανέτειλε το φεγγάρι. Το φως του περνούσε αδύναμο μέσα από την καταχνιά, μα αρκετό για να αποκαλύψει τις μορφές του τοπίου. Το βλέμμα του στάθηκε απέναντι, στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της ανηφορικής πλαγιάς. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις απότομες πλευρές τους, τις χαραγμένες από τον άνεμο και τη βροχή, που είχαν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια μέσα στους αιώνες. Έμοιαζαν περισσότερο με έργο τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Στέκονταν εκεί χιλιάδες χρόνια, άγριοι και μοναχικοί, πάνω στην απογυμνωμένη πλαγιά. Οι απρόσιτες κορφές τους προσέφεραν καταφύγιο σε λίγα ζευγάρια κιρκινέζια, που είχαν βρει εκεί έναν ασφαλή τόπο για να φωλιάσουν.
Ήταν ένα τοπίο επιβλητικό και μυστηριώδες, μα όταν λυσσομανούσε η τραμουντάνα γινόταν αφιλόξενο και επικίνδυνο, όπως κάθε τόπος όπου η φύση θυμίζει στον άνθρωπο τη δύναμή της.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα δεμένη με τις πρώτες τους παιδικές αναρριχήσεις, τολμηρές και συχνά επικίνδυνες. Οι βράχοι αυτοί δεν ήταν μόνο ένα φυσικό τοπόσημο· ήταν ένας κόσμος γεμάτος μυστήριο, που η ανθρώπινη φαντασία είχε προικίσει με αμέτρητες ιστορίες και δοξασίες. Ήταν από εκείνες τις αφηγήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά σαν ψίθυροι. Ακόμη κι όταν κανείς δεν πιστεύει κυριολεκτικά στην αλήθεια τους, η γοητεία τους παραμένει, γιατί δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο πως, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη οι δίδυμοι βράχοι γίνονταν ο αγαπημένος τόπος των παιδικών τους εξορμήσεων. Κάτω από τη σκιά τους, ανάμεσα στη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και τη μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τις πλαγιές, έκαναν όνειρα για το μέλλον τους και μοιράζονταν μεταξύ τους τις κρυφές τους επιθυμίες. Σκαρφάλωναν στις απότομες επιφάνειες με την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που έκρυβε κάθε τους βήμα. Από ψηλά το βλέμμα τους ταξίδευε μακριά, εκεί όπου η θάλασσα χανόταν μέσα στον ορίζοντα και ο ουρανός έμοιαζε να συναντά το νερό. Στην κορυφή των βράχων η φαντασία τους δεν γνώριζε όρια. Εκεί μπορούσαν να ονειρευτούν έναν κόσμο πέρα από τα στενά σύνορα του μικρού και φτωχικού οικισμού τους, πέρα από τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, προς άγνωστους τόπους και νέες ζωές.
Η εικόνα των βράχων κάτω από το θαμπό φως της γεμάτης σελήνης που μόλις είχε ξεπροβάλει ήταν μια σκηνή γεμάτη μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις αδρές γραμμές και τις βαθιές χαρακιές της επιφάνειάς τους, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη πάνω στην τραχιά πέτρα.
Οι πελώριοι βράχοι έμοιαζαν σαν σκοτεινές σιλουέτες μέσα στη νύχτα, φωτισμένες μόνο σε κάποια σημεία, αρκετά όμως για να αποκαλύπτουν την άγρια μορφή τους. Στέκονταν ακίνητοι και αμετακίνητοι, όπως στέκονταν για αιώνες, αδιάφοροι απέναντι στις καταιγίδες, στους ανέμους και στο πέρασμα του χρόνου. Το θέαμα τον συνεπήρε. Για μια στιγμή λησμόνησε την αγωνία της αναμονής και αφέθηκε στη μαγεία του τοπίου.
Μόνο για μια στιγμή.
Η σκέψη του πατέρα του επέστρεψε ξανά και μαζί της η ανησυχία. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται στο μυαλό του διάφορες ασύνδετες σκέψεις. Σκόρπιες εικόνες, χωρίς αρχή και τέλος, περνούσαν ξαφνικά από τη μνήμη του. Ήταν ανεπιθύμητες, απρόσκλητες, σαν να έβγαιναν από κάποιο κρυφό σημείο του νου του και να ζητούσαν την προσοχή του.
Ένιωσε ένα κύμα ανασφάλειας και ανησυχίας να τον κυριεύει. Κάτι δεν ταίριαζε με τη σημερινή βραδιά. Κάτι ήταν διαφορετικό. Η καθυστέρηση του πατέρα του είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον συνηθισμένο χρόνο επιστροφής του από τις παγίδες και, για πρώτη φορά, η σκέψη πως κάτι δεν πήγαινε καλά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη. Προσπάθησε να διώξει τις μαύρες σκέψεις και αναθάρρησε. Μέσα του γεννήθηκε μια μικρή σπίθα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Σήκωσε το βλέμμα και άρχισε να εξερευνά με αγωνία τη ρεματιά, αναζητώντας κάποιο σημάδι, μια κίνηση, μια σκιά που θα του έδινε μια απάντηση.
Κοίταζε μέσα από τα ανοίγματα της πυκνής βλάστησης, αφουγκραζόταν τους ήχους της νύχτας, όμως το τοπίο παρέμενε ακίνητο. Δεν φαινόταν ψυχή ζώσα. Η ρεματιά, που λίγες ώρες πριν ήταν ένας γνώριμος τόπος γεμάτος ζωή, τώρα έμοιαζε βουβή και σκοτεινή. Οι σκιές των δέντρων, το θρόισμα του ανέμου και η αβεβαιότητα της νύχτας μεγάλωναν την αγωνία του. Δεν έψαχνε απλώς· σάρωνε τον χώρο με τα μάτια του, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει μέσα στο σκοτάδι την εξήγηση που φοβόταν. Και τότε άρχισε το μυαλό του να δημιουργεί σενάρια. Σκέψεις ανεπιθύμητες, σχεδόν τρομακτικές, έρχονταν η μία μετά την άλλη.
«Μήπως είχε συμβεί κάτι κακό;»
Ο φόβος του δεν γεννιόταν από κάποιο γεγονός που γνώριζε. Γεννιόταν από την αβεβαιότητα, από τη δύναμη της φαντασίας του και από την αδυναμία του να δώσει απάντηση σε αυτό που συνέβαινε.
Η αβεβαιότητα άρχισε να τον κυριεύει και να επηρεάζει τον τρόπο που έβλεπε γύρω του τον κόσμο. Το θρόισμα των φυλλωσιών, οι σκιές των δέντρων και το αδύναμο φως του φεγγαριού που περνούσε μέσα από τα σύννεφα έδιναν στο τοπίο μια παράξενη, σχεδόν απόκοσμη όψη. Η φαντασία του, ήδη φορτισμένη από την αγωνία της αναμονής, άρχισε να παίρνει τον έλεγχο. Οι δίδυμοι βράχοι απέναντί του δεν έμοιαζαν πια μόνο με πέτρινους όγκους σμιλεμένους από τον χρόνο. Μέσα στο μισοσκόταδο έμοιαζαν να κουβαλούν τις παλιές ιστορίες και τους ψιθύρους που είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους. Εκείνες τις αρχέγονες δοξασίες που ήθελαν τους βράχους, τα βουνά και τις σπηλιές να είναι τόποι μυστηρίου, κατοικίες αόρατων δυνάμεων, πνευμάτων και πλασμάτων που ανήκαν σε έναν κόσμο ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.
Για ένα παιδί μόνο μέσα στη νύχτα, η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους γινόταν μικρή. Πολύ μικρή. Και οι σκιές των βράχων έμοιαζαν σαν να είχαν τη δική τους φωνή.
Αγναντεύοντας τους βράχους ένιωθε πως ερχόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο άγνωστο και μυστηριώδη. Σαν να περνούσαν μπροστά του άυλες σκιές, όλο εκείνο το φανταστικό πλήθος που, σύμφωνα με τις παλιές ιστορίες, έδινε ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Μορφές αλλόκοτες που χάνονταν και ξαναφαίνονταν, μεταμορφωμένες από το παιχνίδι του φωτός σε σκοτεινά σύννεφα μπροστά από το φεγγάρι.
«Μπορεί όμως να είναι μόνο η φαντασία μου», σκέφτηκε. «Ίσως είναι η αντανάκλαση του τοπίου μέσα στο αδύναμο φως της νύχτας που δημιουργεί αυτές τις εικόνες».
Η νύχτα είχε προχωρήσει βαθιά. Οι δίδυμοι βράχοι ξεχώριζαν κάθε φορά που το φεγγάρι ξέφευγε από τα σύννεφα και άφηνε για λίγο το φως του να πέσει πάνω τους. Τους κοιτούσε επίμονα, σχεδόν υπνωτισμένος, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν έβλεπε απλώς πέτρινους όγκους ή αν μέσα στο σκοτάδι υψώνονταν σαν παλιοί πύργοι που έκρυβαν ξεχασμένες ιστορίες και πλάσματα της φαντασίας.
Η ρεματιά γύρω του έμοιαζε ζωντανή. Τα δέντρα αναδεύονταν από τον άνεμο και οι φυλλωσιές ψιθύριζαν ήχους παράξενους, σαν να έβγαιναν από τα βάθη της γης. Κάθε θρόισμα, κάθε μικρός άγνωστος ήχος, μεγάλωνε μέσα στην απόλυτη προσοχή του και έπαιρνε διαστάσεις απειλής.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Κάθε λεπτό περνούσε αργά, βασανιστικά, σαν να είχε χάσει τον φυσικό του ρυθμό. Ένιωθε αιχμάλωτος της αναμονής. Δεν μπορούσε να φύγει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει, προσπαθώντας να βρει τρόπους να κρατήσει το μυαλό του απασχολημένο.
Κράτησε την αναπνοή του για λίγο και ύστερα άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Πήρε μια μεγάλη ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα του και κοίταξε επίμονα μπροστά, στον σκοτεινό άδειο χώρο της ρεματιάς.
Προσπαθούσε να νικήσει έναν φόβο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μια αόρατη αίσθηση απειλής που μεγάλωνε μέσα του, μέχρι τη στιγμή που η μεγαλύτερη αγωνία του έγινε η ίδια η σκέψη πως, αν συνέβαινε κάτι κακό, ίσως να μην υπήρχε κανείς κοντά του για να τον προστατεύσει.
Ένιωθε κολλημένος, παγιδευμένος ανάμεσα στην επιθυμία να φύγει και στον φόβο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κάθε επιλογή του φαινόταν δύσκολη, κάθε κίνηση έμοιαζε να απαιτεί περισσότερο θάρρος απ’ όσο πίστευε ότι είχε εκείνη τη στιγμή.
Όσο η νύχτα βάθαινε, το έδαφος έχανε τη ζέστη της ημέρας και ο αέρας άρχισε να κοπάζει. Ο ήχος του ανέμου έσβησε σιγά-σιγά και στη θέση του έμεινε μόνο ένας αδιόρατος ψίθυρος της γης. Η ρεματιά βυθίστηκε σε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Το όραμά του άρχισε να ξεθωριάζει. Εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που πριν έμοιαζε να κατοικεί στους λόφους και στους βράχους απομακρύνθηκε αργά, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Οι ήχοι που λίγο πριν τον τρόμαζαν ακούγονταν τώρα μακρινοί, σαν ένα αχνό βουητό μέλισσας μέσα στη νύχτα.
Τότε άκουσε βήματα.
Σήκωσε απότομα το βλέμμα του και κοίταξε προς τη ρεματιά. Μέσα στο σκοτάδι ένα λευκό φως άστραψε ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν ο φακός του πατέρα του που διέσχιζε τη βλάστηση, περνώντας ανάμεσα στις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές.
Το φως έπεφτε πάνω στα ασημένια βούρλα που γυάλιζαν σαν λεπτές υδάτινες κλωστές δίπλα στον κορμό του μεγάλου πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο καθαρά. Στη φαντασία του παιδιού δεν ήταν πια απλώς βήματα μέσα στη ρεματιά· έμοιαζαν με βήματα αγγέλου που έτρεχε να αναγγείλει ένα χαρμόσυνο μήνυμα. Κι όμως εκείνος παρέμενε ακίνητος στη θέση του, σαν να μην είχε ακόμη καταλάβει ότι η αγωνία είχε τελειώσει. Απλώς περίμενε.
Στον μανδύα της καταχνιάς και της νυχτερινής δρόσου το περίγραμμα του κορμιού του ήταν ακόμη θαμπό. Όμως τα χαρακτηριστικά του δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Ήταν ο πατέρας του.
Στο αχνό φως του φεγγαριού τον είδε να ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές προς το μέρος του. Αντίκρισε το βλέμμα του, γεμάτο έγνοια και φροντίδα. Στις λιγοστές ρυτίδες του προσώπου του διάβασε την κούραση της ημέρας, αλλά και εκείνη τη ζεστή δύναμη που έκαιγε ήρεμα πίσω από τα καλοσυνάτα μάτια του. Ένα βλέμμα που του θύμιζε τους παλιούς δασκάλους του χωριού, ανθρώπους αυστηρούς μα συνάμα γεμάτους καλοσύνη.
Τότε ένιωσε την ανακούφιση να διαπερνά ολόκληρο το σώμα του. Δεν ήταν μόνο μια σκέψη· ήταν μια φυσική αίσθηση, σαν να κυλούσε μέσα στο αίμα του και να έφτανε μέχρι το τελευταίο κύτταρό του. Η αναπνοή του επανήλθε κανονικά. Το μυαλό και το σώμα του, ύστερα από τόση ώρα έντασης και φόβου, άρχισαν επιτέλους να αφήνονται.
Μισόκλεισε τα μάτια του και ένιωσε το φως του φακού να ακουμπά τα βλέφαρά του σαν ένα απαλό χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» φώναξε.
Η βροχή είχε σταματήσει από νωρίς, όμως από τις φυλλωσιές του μεγάλου πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν, μία-μία, οι τελευταίες σταγόνες γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες, πατέρα», είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του πότε φωτίζονταν και πότε χάνονταν μέσα στο σκοτάδι, καθώς τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενα», του είπε όταν έφτασε κοντά του, λαχανιασμένος, σκουπίζοντας το μέτωπό του. Ύστερα, με μια χειρονομία γεμάτη στοργή, άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά το κεφάλι του παιδιού. «Αγόρι μου, όλα είναι καλά. Πάψε τώρα να ανησυχείς», του είπε.
Εκείνος έτρεμε και τα λόγια του έβγαιναν σπασμένα. Δεν ήταν πια από τον φόβο. Ήταν από την ανακούφιση και τη συγκίνηση για το τέλος μιας αγωνίας που του είχε φανεί ατέλειωτη.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος σου όταν νύχτωσε. Έλα, είναι ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι. Η μητέρα σου θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με γρήγορα βήματα τον δρόμο της επιστροφής προς τον οικισμό. Η μητέρα του σίγουρα θα αγωνιούσε κι εκείνη, περιμένοντας τους να φανούν. Η καθυστέρησή τους είχε ξεπεράσει κάθε συνηθισμένο όριο.
Το νυχτερινό κρύο περνούσε μέσα από τα ρούχα του και τον διαπερνούσε μέχρι το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του που περπατούσε δίπλα του και απορούσε πώς άντεχε με τόσο ελαφριά ενδυμασία μέσα σε αυτή την υγρασία και την παγωνιά.Ίσως τελικά να ήταν πιο δυνατός απ’ όσο νόμιζε. Ένας άνθρωπος σκληραγωγημένος από τους τριάντα χειμώνες που είχε ζήσει.
Όταν επέστρεψαν, βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Μόλις τους είδε, άνοιξε την αγκαλιά της και έκλεισε μέσα της το παιδικό κεφάλι του.
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από μέσα της, σαν να απελευθέρωνε όλη την αγωνία που είχε συσσωρευτεί τόσες ώρες. Όταν η γαλήνη επιστρέφει στις αναστατωμένες ψυχές, μοιάζει με το νερό που πέφτει πάνω στην ξερή γη και την κάνει ξανά να βλαστήσει. Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε πολλές φορές τη γεύση των πλούσιων γευμάτων που πρόσφερε το κυνήγι. Κι όμως, πίσω από αυτή την αφθονία υπήρχε πάντα μέσα του ένα αίσθημα που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Ένας βαθύς πόνος, μια σιωπηλή θλίψη κάθε φορά που ο πατέρας του επέστρεφε με τα άψυχα θηράματα. Ακόμη και τότε, παιδί, κάτι μέσα του αντιδρούσε. Του φαινόταν πως η αφαίρεση της ζωής δεν ήταν απλώς μια πράξη επιβίωσης, αλλά μια βίαιη διακοπή της φυσικής αρμονίας. Αργότερα, ως ενήλικας, θα το έβλεπε ως μια μορφή σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει και στον σεβασμό του προς τη ζωή. Από τις πιο πολύτιμες αναμνήσεις του όμως παρέμειναν εκείνες οι φορές που ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του στη φύση, όχι για να κυνηγήσουν, αλλά για να του μάθει τα μυστικά της γης. Του έδειχνε πώς να αναγνωρίζει τα μανιτάρια, τις βρούβες, τους βολβούς, τους οβριούς και τα άγρια σπαράγγια. Εκείνες οι στιγμές ήταν τα πραγματικά του μαθήματα. Μαθήματα παρατήρησης, υπομονής και σεβασμού για τον κόσμο που τους περιέβαλλε.
.....................Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη
Σήμερα, όταν ανατρέχει στο παρελθόν, ο αργαλειός της μνήμης του δουλεύει αργά και υπομονετικά, υφαίνοντας το νήμα που τον ενώνει με τις παλιές του στιγμές. Η παιδική του ηλικία δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από μέσα του. Επιστρέφει απρόσκλητη, μέσα από σκόρπιες εικόνες, μυρωδιές και ήχους, παρασύροντάς τον σε εκείνον τον μικρό κόσμο που κάποτε ήταν ολόκληρη η ζωή του. Παρά το πέρασμα των χρόνων και την απόσταση που τον χωρίζει πλέον από την ύπαιθρο, κρατά ζωντανή μέσα του την αίσθηση εκείνου του τόπου, του μικρού οικισμού τους, τα Μπουμπουτσέλια. Ακόμη και σήμερα οι αισθήσεις του αιχμαλωτίζονται από την ομορφιά και την απλότητα εκείνης της γης. Από τα χρώματα της ανατολής που έδιναν ζωή στις πλαγιές, από το απαλό φως του δειλινού που σκέπαζε τον τόπο με ζεστές αποχρώσεις, από το ουράνιο τόξο που εμφανιζόταν κάποιες φορές μετά τη βροχή, όταν η ημέρα μόλις άρχιζε να γλυκοχαράζει. Εκείνος ο κόσμος, φτωχός σε υλικά αγαθά αλλά πλούσιος σε εικόνες και συναισθήματα, παρέμεινε μέσα του σαν ένα κομμάτι χρόνου που αρνείται να χαθεί.
Σηκώθηκε νωρίς. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη με μια ανάλαφρη πάχνη που λαμπύριζε στο πρώτο φως της ημέρας. Ο κόσμος γύρω του μόλις ξυπνούσε. Άκουγε μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν στις πλαγιές και τα πρώτα κελαηδοπούλια που άνοιγαν τη φωνή τους μέσα στη σιωπή του πρωινού. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών που κινούνταν στις πλαγιές, ενώ το απαλό θρόισμα του ανέμου περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων. Ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία.
Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του· ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου.
Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.)
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.
Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
         Ο Τηλέμαχος!
.....

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Koulentia Monemvasias

....Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό) είναι ένα ήρεμο, μικρό και γραφικό χωριό, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης, με θέα που απλώνεται μακριά, μέχρι εκεί όπου ο ορίζοντας συναντά το γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους. Το χωριό είναι σκαρφαλωμένο περίπου στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο, κτισμένο κλιμακωτά στις πλαγιές της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα, εκεί όπου το βουνό κατηφορίζει αργά προς το ακρωτήριο Μαλέας. Βρίσκεται πάνω στην ορεινή διαδρομή που συνδέει τη Μονεμβάσια και τις ακτές του Μυρτώου πελάγους με την Παντάνασσα και τις ακτές του Λακωνικού κόλπου. Ένας τόπος ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, ανάμεσα στην πέτρα και στο φως, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με τον ρυθμό της φύσης και των εποχών. Εκεί, σ' αυτό το μικρό χωριό, έφτανε κάθε πρωί ο μικρός μαθητής από τα Μπουμπουτσέλια, διασχίζοντας τα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να γνωρίζει ακόμη πως εκείνες οι διαδρομές θα έμεναν χαραγμένες μέσα του για πάντα.
Ορθοπλαγιασμένο σε μια άγονη και φτωχή περιοχή του νότου, το χωριό, σε κάποια άγνωστη ιστορική στιγμή, για λόγους ασφάλειας, προστασίας ή ανάγκης, οδήγησε τους ανθρώπους του να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και να αναζητήσουν καταφύγιο στα βουνά. Εκεί, κρυμμένοι στις πλαγιές, μπορούσαν να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών και από τους κινδύνους που έφερνε η εποχή. Κι όμως, από εκείνον τον φυσικό εξώστη του χωριού, το βλέμμα αγκάλιαζε το Μυρτώο πέλαγος που απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Τα Κουλέντια, κρεμασμένα στο φρύδι του Κούνου, έμοιαζαν άλλοτε σαν να κοιτούν περήφανα τον κόσμο κι άλλοτε σαν να ήταν έτοιμα να κυλήσουν απαλά προς το Μεγάλο Ρέμα, που άνοιγε βαθιά κάτω από τα πόδια τους.
Ο δρόμος, σ’ όλο το μήκος του, στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές, προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο, ήσυχο μικρό χωριό, στη σκιά του Κούνου, με μοναδικό στολίδι την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια δένουν αρμονικά με τη λακωνική γη και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του τοπίου.
Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας και έζησε τα παιδικά του χρόνια ριζώνει βαθιά μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες απ’ όσες στα υπόλοιπα χρόνια που ακολουθούν. Εκεί όπου πρωτοαντικρίζεις τον ουρανό, εκεί όπου αναπνέεις για πρώτη φορά τον αέρα της γης, χτίζεται η πατρίδα σου και μπαίνουν τα θεμέλια της ύπαρξής σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μέσα του μια αστείρευτη δίψα. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης όμορφες εικόνες και αφουγκράζεται ξανά τόπους, χρώματα και μυρωδιές. Τον αέρα που πρωτοανάσανε, τα μονοπάτια που περπάτησε παιδί, τη ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, εκεί όπου το θυμάρι μοσχοβολούσε και τα καψαλισμένα αγκάθια μαρτυρούσαν το σκληρό αλλά αγαπημένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας.
Σήμερα, ξεκινώντας από τη Μονεμβάσια, προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω του τα Λυρά, συνεχίζει τη διαδρομή μέσα στις ορεινές στροφές, μέχρι το ψηλότερο σημείο του δρόμου. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Το τοπίο δεν περνά απλώς από μπροστά του· μεταφράζεται στο βλέμμα, στο μυαλό, στην ψυχή του. Του γεννά εικόνες, αισθήματα και συγκινήσεις, καθώς ταξιδεύει και ταυτόχρονα νιώθει το βλέμμα του να χάνεται στις βουνοπλαγιές, αναζητώντας ξεχασμένα ίχνη της παιδικής του ζωής.
Μια βαθιά συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται μέσα του και σιγά-σιγά ξεχειλίζει. Όλα γύρω του έχουν μια παράξενη οικειότητα· σαν να τα έχει ξαναζήσει, σαν να τα ξαναβρίσκει ύστερα από μια μεγάλη απουσία. Είναι εικόνες που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τότε που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του στον κόσμο. Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει κάποτε; Μήπως αυτό το τοπίο δεν ήταν πάντα κρυμμένο μέσα του; Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που επιστρέφει ξαφνικά στη μνήμη. Και τότε αισθάνθηκε πως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του χρόνου. Σαν να απέκτησε πάλι φτερά και να πετούσε πάνω από το χωριό, όπως τα αποδημητικά πουλιά που, χωρίς κανείς να τους δείξει τον δρόμο, βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά τους φωλιά.
Μακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια· ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση πως στεκόταν πάνω από τον κόσμο και πως ο κόσμος απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τ’ αγέρι εδώ μουρμουρίζει νοσταλγικά τραγούδια και η σκέψη του, σαν κρυφά φυλαγμένος θησαυρός, γυρίζει στα παλιά. Αγναντεύει από ψηλά τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε ένα γλυκό όνειρο, που όμως είναι αληθινό. Τα βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία· όλα έχουν τη δική τους ιστορία. Και τα σπίτια στέκουν όπως τα θυμάται, με τα κεραμίδια στις στέγες τους, κόκκινα σαν παπαρούνες μέσα στο τοπίο. Από μακριά όλα μοιάζουν αρμονικά ζυγισμένα μεταξύ τους, μικρότερα, σχεδόν σαν να γονατίζουν σε μια σιωπηλή προσευχή. Νιώθει πως όλα έχουν μικρύνει· ακόμα και τα μακρινά βουνά, που μέσα στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα παίρνουν ένα σταχτί γαλάζιο χρώμα, μοιάζουν κι αυτά να έχουν υποκλιθεί στον χρόνο. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που έσπαζαν εδώ κι εκεί οι μικρές χρωματιστές πινελιές από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και τις κεραμιδόχρωμες στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
Όπως το αντίκρισε για πρώτη φορά από μακριά, το χωριό κειτόταν γαλήνιο, βυθισμένο σε μια απέραντη ηρεμία, απλωμένο σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο των λόφων. Κάτω από τον άπλετο γαλάζιο ουρανό, στη σκιά του Κούνου, μέσα στην ομορφιά της φύσης, με τα έντονα χρώματα και τις καθαρές γραμμές του, έμοιαζε με πολύχρωμο τσαλαπετεινό που αμέριμνα τσιμπολογούσε στο μαλακό χώμα. Το πρωί ο ήλιος έμπαινε στο χωριό ύστερα από μια κόκκινη αυγή. Κι αργότερα, στο γιόμα, γύριζε και χάιδευε τις προσόψεις των σπιτιών, πριν γείρει πίσω από τους λόφους.
«Το χωριό μου!» έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα. Και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης για τη ζωή, που του επέτρεψε, έστω και αργά, να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει τον τόπο όπου πρωτογεννήθηκε.
Θυμάται την εποχή που, αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό τους οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, έμπαινε από τη νοτιοανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους, τα Κουλέντια.
Αυτόν τον χωματόδρομο, αυτά τα μέρη, τα είχε διασχίσει νοερά κάθε μέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι ας είχαν περάσει τα χρόνια, όλα του φαίνονταν γνώριμα, τίποτα δεν του προκαλούσε ξενιτιά ή αμηχανία. Αναγνώριζε τα πάντα, σαν να γύριζε ξανά στο σπίτι του. Ήξερε κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε μικρή ανωμαλία του δρόμου, μέχρι να φτάσει στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού της νονάς του, της οικογένειας Καραστατήρη, του Θ. Καραστατήρη — του «Τσαχλαμπούρη». Με τα μπλε παράθυρα και τις μπλε πόρτες του, αριστοτεχνικά φτιαγμένο, το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόταν, έτοιμο να τον υποδεχτεί και πάλι. Από εκεί περνούσε στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, προσπερνούσε την παρακείμενη εκκλησία και έφτανε στο παλιό πέτρινο σχολείο.
Στο διάβα του παντού αντίκριζε το λευκό του ασβέστη. Σπίτια που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν σαν λευκά στολίδια πάνω στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς, δεμένα αρμονικά με το τοπίο.
Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, «σαν κάστρο χωρίς τείχη», έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε
Το καλοκαίρι οι πελαργοί έστηναν τη φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δέσποζε η τούρκικη βρύση, μια μεγάλη πέτρινη γούρνα με βρύσες που έδιναν καθαρό, πόσιμο νερό. Τα καλοκαίρια εκείνα τα μικρά διαβολάκια δεν έχαναν ευκαιρία να μπουγελώνονται. Το είχαν κάνει παιχνίδι τους. Γελούσαν, κυνηγιόντουσαν και στο τέλος πολλά από αυτά έβαζαν ολόκληρο το κεφάλι τους μέσα στη γούρνα, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει με δροσερό νερό. Και το γεγονός ότι λίγο πριν μπορεί να είχαν πιει από εκεί οι γάιδαροι ή να είχαν ξεδιψάσει τα πρόβατα, δεν τους ενοχλούσε καθόλου. Εκείνη την εποχή η σχέση με τη φύση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά του δημοτικού δεν ένιωθαν αποστροφή· το νερό της γούρνας ήταν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής, όπως ήταν η αυλή, ο δρόμος, τα ζώα και το χώμα του χωριού.
Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού!Κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στον δυτικό λόφο, με τους μικρούς λιθόστρωτους δρόμους που οδηγούσαν σ’ αυτό, είχε μια μεγάλη και περιποιημένη αυλή που γέμιζε κάθε πρωί από παιδικές φωνές.
Και γύρω του, στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση του φθινοπώρου μαστόρευε αθόρυβα τη συνέχεια του χρόνου. Φύτευε αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες και τσουκνίδες, ενώ η δροσερή ανάσα του μαΐστρου, ελαφριά και υγρή, ξεχυνόταν πίσω από τις πλαγιές και περνούσε ανάμεσα από τα χαλκοπράσινα, φρέσκα φύλλα. Πριν ακόμη αρχίσουν τα μαθήματα, στο σχολείο περίμενε τα παιδιά το πρωινό ρόφημα. Η επιστάτρια, από το χάραμα, είχε ανάψει τη φωτιά και είχε βάλει στη φωτιά το μεγάλο καζάνι, γεμάτο πάνω από τη μέση με νερό. Όταν το νερό ζεσταινόταν, έριχνε μέσα αρκετές κουταλιές γάλα σε σκόνη από μια χάρτινη σακούλα με αμερικάνικα γράμματα τυπωμένα επάνω της. Μόλις το γάλα έπαιρνε βράση, έδινε το σύνθημα. Τα παιδιά άρπαζαν τα κύπελλα που ήταν τακτοποιημένα στο ράφι και στέκονταν στη σειρά, περιμένοντας. Η επιστάτρια έπιανε την κουτάλα, τη βουτούσε βαθιά στο καζάνι, ανακάτευε για τελευταία φορά το ζεστό ρόφημα και άρχιζε τη διανομή.
Ήταν μια μικρή καθημερινή στιγμή, αλλά για τα παιδιά εκείνα ήταν μια από τις πρώτες γεύσεις της χαράς που τους πρόσφερε το σχολείο.
Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της «υιοθεσίας» των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τους μαθητές της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης, πρωτάκι τότε, έζησε έντονα τη στιγμή που έφτασε η σειρά του να «υιοθετηθεί». Ήταν μια μικρή τελετή, γεμάτη προσμονή και περιέργεια, σαν να άνοιγε μπροστά του ένας καινούργιος κόσμος. Για λόγους που σήμερα δεν μπορεί πια να εξηγήσει, έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα σε ένα κορίτσι και ένα αγόρι της Έκτης. Και οι δύο ήθελαν να τον αναλάβουν, να γίνουν ο μεγάλος του φίλος και ο οδηγός του στις πρώτες του μέρες στο σχολείο. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, στύβει τη μνήμη του, προσπαθώντας να ξαναφέρει εκείνη τη στιγμή στο φως. Όμως η μνήμη, όπως συμβαίνει συχνά, κρατά τις εικόνες αλλά αφήνει τις λεπτομέρειες να ξεθωριάσουν. Δεν θυμάται πια καθαρά ποιος τελικά τον υιοθέτησε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Θυμάται όμως το συναίσθημα: εκείνη την πρώτη αίσθηση ότι μέσα στο μεγάλο σχολείο δεν ήταν μόνος, ότι κάποιος μεγαλύτερος θα ήταν δίπλα του για να τον καθοδηγήσει. Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν τα θυμάσαι απλώς· τα ξαναζείς. Φέρνουν στο μυαλό εικόνες που γεμίζουν τις αισθήσεις και σε ταξιδεύουν πίσω στο παρελθόν, ντυμένο με την αίγλη εκείνων των χρόνων που πέρασαν. Ίσως τελικά να είναι ο τόπος που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Ίσως η αόρατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τοπίο να αφήνει μέσα του ένα αποτύπωμα μοναδικό, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Είναι μαρτυρίες μνήμης, κομμάτια της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, για τις συνήθειες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.
Και τώρα, μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής, πλέει ξανά στο ποτάμι του χρόνου, επιστρέφοντας στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία μιας φύσης ριζωμένης βαθιά μέσα στον χρόνο. Η τραχιά και άγονη γη, γεμάτη λόγγους και δυσκολίες, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αδιάκοπο αγώνα και αμέτρητο μόχθο από τους πρώτους οικιστές για να μετατραπεί σε τόπο καλλιεργήσιμο και παραγωγικό. Εκείνοι άνοιξαν τη γη, έσπειραν σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια και ελιές, μοίρασαν τα βοσκοτόπια και έδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο. Ήταν άνθρωποι αυθεντικοί, ακούραστοι ξωμάχοι, που πάλευαν αιώνες με τη σκληρή αλλά ευλογημένη γη τους. Ρωμαλέοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, άντρες και γυναίκες, δούλευαν τη μάνα γη με τα χέρια τους, για να βλαστήσει, να καρποφορήσει και να θρέψει τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους.
Χρέος μας είναι να τιμούμε αυτούς τους πρώτους οικιστές, να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους και να θυμόμαστε την κληρονομιά που μας άφησαν. Η ζωή τους ήταν λιτή και δύσκολη. Δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί· υπήρχαν φτωχοί και φτωχότεροι. Κι όμως, μέσα στις στερήσεις τους είχαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και περηφάνια για τον τόπο τους. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο, περπατώντας σε δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Επικοινωνούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κρατούσαν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους και ένιωθαν πως το χωριό τους δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας, αλλά κομμάτι της ίδιας τους της ύπαρξης.
Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες του χωριού χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο. Η παρουσία του καταγράφεται ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την ονομασία «Κουλενδία», σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το έτος 1301 μ.Χ.
Στο πολύτιμο αυτό έγγραφο, ο αυτοκράτορας παραχωρεί προνόμια στη Μονεμβασιά, ενώ η αναφορά της Κουλενδίας αποτελεί μια από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη του οικισμού. Το χρυσόβουλο αυτό, ένα σπάνιο τεκμήριο της βυζαντινής ιστορίας της περιοχής, φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Έτσι, ανάμεσα στις πέτρες, στα μονοπάτια και στις πλαγιές του Κούνου δεν περπάτησαν μόνο οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων. Πριν από αυτούς πέρασαν γενιές ολόκληρες, άνθρωποι που άφησαν τα ίχνη τους στη γη, στα σπίτια και στις μνήμες του τόπου............................................................... 

Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:

Σημείωση: Ι

... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά

Σημείωση: ΙΙ

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

Σημείωση: ΙΙΙ

Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…

  • Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
  • Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Θύμησες Παιδικές!
    .....

     
    Web Informer Button