.....Ένας βαθύς χειμώνας, και μια ξέθωρη άνοιξη, βασανιστικής μοναξιάς ήταν το σχολικό του έτος 1957-1958, με ατέλειωτες δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο επτάχρονος Αλκιβιαδης στο δρόμο του προς το σχολείο! Ήταν μια πολύ δύσκολη σχολική χρονιά, να πηγαίνει καθημερινά στο σχολείο θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή του. Το δημοτικό σχολείο του χωριού αυτή τη σχολική χρονιά παράμεινε και πάλι μονοθέσιο αλλά αποφασίστηκε συγχρόνως να γίνει διτάξιο, μ’ ένα δάσκαλο δυστυχώς. Οι τρεις μεγάλες τάξεις το πρωί, και οι τρεις μικρές το απόγευμα. Από τον οικισμό τα Μπουμπουτσέλια ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός μαθητής που φοιτούσε στις τρεις μικρές τάξεις. Τα παιδιά των Καραστατήρη, των Αρώνη, των Κατσουλώτων, ήταν λίγο μεγαλύτερα όλα τους.

Προετοιμασίες Αναχώρησης!.....
Ο δάσκαλος του δείχνοντας φροντίδα και ανησυχία για την ασφάλεια του μαθητή του, όπου η επιστροφή στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου ήταν επικίνδυνη, τον έδιωχνε νωρίτερα ώστε να μην τον βρει το σκοτάδι στο δρόμο της επιστροφής. Ο Αλκιβιάδης ξεκινούσε το ταξίδι με το σχολικό δισάκι του στον ώμο, βιαστικά να μην τον προφτάσει η νύχτα, στου γυρισμού τη στράτα, στο Μεγάλο Ρέμα.
.... Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής στον οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νότια-ανατολική έξοδο του χωριού, είχε εισέλθει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό απόμακρο οικισμό τους, αφού διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο στο γραφικό κατάλευκο σπίτι του νουνού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη» με τους λευκοβαμμένους τοίχους, με τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και πόρτες προσθέτοντας μια αίσθηση αρχοντιάς, καθαρότητας και ζωντάνιας στην εμφάνιση του σπιτιού, σύμβολο της Μεσογειακής γοητείας και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
.... Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής στον οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νότια-ανατολική έξοδο του χωριού, είχε εισέλθει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό απόμακρο οικισμό τους, αφού διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο στο γραφικό κατάλευκο σπίτι του νουνού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη» με τους λευκοβαμμένους τοίχους, με τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και πόρτες προσθέτοντας μια αίσθηση αρχοντιάς, καθαρότητας και ζωντάνιας στην εμφάνιση του σπιτιού, σύμβολο της Μεσογειακής γοητείας και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος που διέσχιζε την επάνω στράτα στη δυτική πλαγιά του Μεγάλου ρέματος! Το ρολόι του Ήλιου με το απόσκιο του για δείκτη όταν δεν ήταν κρυμμένος πίσω από παχιά μπλαβιά σύννεφα μετακινείται με γοργό ρυθμό από την κάτω στράτα του Μεγάλου Ρέματος προς την επάνω στράτα, ήταν σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί τη στράτα να μαζέψει αν δεν θέλει η αφέγγαρη νύχτα που γινόταν πιο σκοτεινή να τον προλάβει.
Εκεί στην αρχή της στράτας που κατηφορίζει στο μονοπάτι που οδηγεί μέσα στο Μεγάλο Ρέμα κάνει την εμφάνιση της η δωδεκάχρονη κόρη του κουμπάρου τους του Πολυζώη του Μάρκου, μ' ένα λευκό άλογο φορτωμένο με σακιά καρπό. Η νεαρή κοπέλα όταν στάθηκε δίπλα του με το ένα της χέρι κρατούσε το χαλινάρι, με το άλλο κάπου-κάπου χάιδευε το λαιμό του αλόγου. «Περίμενε-με πάω γρήγορα στο χωριό να ξεφορτώσω το ζώο και γυρίζω σύντομα να πάμε παρέα πίσω στον οικισμό. Δεν θα αργήσω η μέρα μεγαλώνει, φέγγει ως αργά» του είχε πει. Το κοριτσόπουλο έμενε, με το γέροντα παππού της από τη μητέρα της, τον γείτονα τους τον Λουκά τον Καραστατήρη. Ο γέροντας, παρέμενε κλινήρης στο πατρικό τους, στο μικρό τους οικισμό και το κοριτσόπουλο τον πρόσεχε και τον περιποιόταν.
.Η ώρα περνούσε, με αδημονία κοίταζε τον ορίζοντα και περίμενε με την ελπίδα ότι η κοπέλα όπου να είναι θα φανεί! Ο Ήλιος με μια τελευταία αναλαμπή δεν άργησε να κρυφτεί πίσω άπω την βουνοκορφή του Κούνου στο ίδιο σημείο όπως κάθε μέρα και την ίδια εκείνη την ώρα, που ο ήλιος λίγο πριν χαθεί γεμίζει το δυτικό ουρανό με πορφυρά, χρυσά, κόκκινα, μοβ, κίτρινα, ρόδινα χρώματα. Αυτό το χρωματικό θαύμα που κάνει τον ήλιο, βασιλιά του κόσμου. Ένα σμήνος από ψαρόνια, πετούσε πάνω από το δυτικό λόφο με κατεύθυνση προς το νοτιά και τα Βάτικα. Το φως της μέρας στο Μεγάλο Ρέμα έσβηνε σιγά-σιγά, όχι μόνο γιατί ήταν απόβραδο αλλά κι από ένα βαρύ γκρίζο σύννεφο που έκανε την εμφάνιση από το βοριά, πάνω από το ρέμα παραπέμποντας σε σκηνικό πριν από έντονη βροχόπτωση. Εκτός από το παράξενο τιτίβισμα των πουλιών δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο εντείνοντας την αίσθηση της μοναξιάς και της απομόνωσης του. «Θα περιμένω ψιθύρισε στον εαυτό του. Θα περιμένω.»
Τα άστρα έλαμψαν ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο πρόσκαιρα όταν το σύννεφο γκρίζο σαν σβησμένα κάρβουνα, πήγαινε μια εδώ και μια εκεί και έκρυβε τα άστρα. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται παντού γύρω, η νύχτα σιγά σιγά διώχνει το μπλε, το άσπρο, το ροζ και το πράσινο και η νύχτα τώρα του μοιάζει πελώρια και έχει απλωθεί και τυλίξει σχεδόν τα πάντα γύρω της. Και η ώρα περνούσε. Που και που ένα θαμπό φως των αστεριών και η κοπέλα που είχε υποσχεθεί ότι θα γύριζε ακόμη να φανεί.
Ο Αλκιβιάδης καθόταν αμίλητος στο πεζούλι στο πλάι του χωματόδρομου. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, τον έπνιγε η αγωνία καθώς αρχίζει να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας και προσπαθεί να καθησυχάσει τον εαυτό του. Για κάμποσο χρόνο δεν ακουγόταν τίποτα. Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να το αποφασίσει όσο το δυνατό γρηγορότερα ότι έπρεπε να περπατήσει το φαράγγι μέσα στη νύχτα για να βρεθεί στον οικισμό τους, μα δεν το αποφάσιζε. Ο χρόνος κυλούσε κι αυτός έμενε πάντα εκεί περιμένοντας. Η αγωνία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του, καθώς το Μεγάλο ρέμα του έμοιαζε τώρα μαύρο κι ατέλειωτο.. Κανένα φως δε φαινόταν απέναντι. Τo βράδυ έπεσε κι ορίζοντα δεν έβλεπε πια. Δεν ξεχώριζε, ούτε καν τους σκούρους όγκους στις πλαγιές. Όψη απογοήτευσης σκίασε το πρόσωπο του. Μια πικρία, μια βουβή στεναχώρια ανάμεικτη με μια προσωπική απογοήτευση, όσο περνούσε η ώρα και περίμενε μήπως και φανεί το άλογο με την γειτονοπούλα του. Προσπάθησε να βρει δυνάμεις να υπερνικήσει τους φόβους να ξεκινήσει τρέχοντας για τον προορισμό του. Το να διαβεί επτάχρονος μάλιστα νύχτα, το Μεγάλο Ρέμα, έπρεπε να το λέει η καρδιά του! Δεν τολμούσε! Της καρδιάς του ο ρυθμός ξέφυγε από το φυσιολογικό, ήρεμο χτύπο. Την ένιωθε να πηγαινοέρχεται σαν λίμνη, που είχε συνεχώς κύματα. Στα ψηλώματα της βουνοπλαγιάς στέκονταν τα γέρικα δέντρα, με τα φυλλώματα τους να θροΐζουν έναν απαλό, συνεχή ήχο σαν ψίθυρο. Υπήρχαν και κάποιες στιγμές όπου ο άνεμος σταματούσε και επικρατούσε απόλυτη σιγή στη φύση χωρίς να κουνιέται ούτε φύλλο και όταν η φύση καταλαγιάζει, η σιωπή της δεν είναι απλώς η απουσία ήχου, αλλά μια έντονη παρουσία που την αντιλαμβάνεται ο Αλκιβιαδης με τις αισθήσεις του, λόγω της έντασης στη μοναξιά του.
.... Ξαφνικά πέρα μακριά στο βάθος απ' τα βόρια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος με την πυκνή βλάστηση, μες στη σιγαλιά τσακάλια ακούστηκαν να σπάνε τη σιωπή της νύχτας. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν σε χορωδία ουρλιάζουν για να οριοθετήσουν την περιοχή τους, και να καλέσουν μέλη της αγέλης τους. Τρεμούλιασε αναποφάσιστος! Η εικόνα αυτή, που αποτελεί δείγμα μιας ζωντανής, άγριας φύσης του προκαλεί φόβο. Οι πνεύμονες του προσπαθούν να γεμίσουν µε αέρα λες και ο αέρας έπρεπε να ανασυρθεί µε κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι. Όπου και να κοιτάζει γύρω του είναι σκοτεινά, κι ερημιά. Το βαθύ σκοτάδι τον φόβισε του προκαλεί ψυχολογικό φόβο, απόστασαν τα μάτια του, θόλωσε η όραση του! Αποκαμωμένος το αποφάσισε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του νονού του. Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα τώρα πια είχαν σκεπάσει τ’ άστρα, που μια αναλαμπή τέλος πάντων θ’ άφηναν για να του δείχνουν το δρόμο του. Το σπίτι δεν ήτανε κοντά κι έπρεπε να διανύσει κάποια απόσταση και ούτε φακό είχε ούτε φανάρι. Περπατούσε περισσότερο με το νου του, δίχως να ξεχωρίζει και πολύ καλά το μονοπάτι μέσα στη νύχτα, γιατί από συνήθεια γνώριζε πως να περπατά στο μονοπάτι αυτό και που έπρεπε να στρίψει. Η γνώση αυτή τον αποτρέπει να νιώσει πανικό για την διαδρομή και να κάνει λάθος επιλογές. Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού ένα φως έφεγγε μπρος του. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του, που τον γέμισε ανακούφιση, ασφάλεια, όταν ένιωσε την ανθρώπινη παρουσία μέσα στο σκοτάδι. Το φως του φαναριού λειτουργεί ως καταφύγιο, τον βοήθησε να ηρεμήσει, να χαλαρώσει και να αφήσει πίσω του το στρες, την κούραση και την πίεση των στιγμών. Η γλυκιά του η νονά η Αλεξάνδρα παρηγοριά του δίνει, και το δακρυσμένο πρόσωπο του στην αγκαλιά της κρύβει. Ο Αλκιβιάδης νιώθει βαριά τα βλέφαρα και πέφτει ν’ αποκοιμηθεί στο απαλό κρεβάτι με τη νονά του φύλακα. Ακόμη μια φορά με μια τρυφερή, φροντιστική κίνηση, έσκυψε τον φίλησε, τον σκέπασε με την έννοια της να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
.... Ξαφνικά πέρα μακριά στο βάθος απ' τα βόρια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος με την πυκνή βλάστηση, μες στη σιγαλιά τσακάλια ακούστηκαν να σπάνε τη σιωπή της νύχτας. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν σε χορωδία ουρλιάζουν για να οριοθετήσουν την περιοχή τους, και να καλέσουν μέλη της αγέλης τους. Τρεμούλιασε αναποφάσιστος! Η εικόνα αυτή, που αποτελεί δείγμα μιας ζωντανής, άγριας φύσης του προκαλεί φόβο. Οι πνεύμονες του προσπαθούν να γεμίσουν µε αέρα λες και ο αέρας έπρεπε να ανασυρθεί µε κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι. Όπου και να κοιτάζει γύρω του είναι σκοτεινά, κι ερημιά. Το βαθύ σκοτάδι τον φόβισε του προκαλεί ψυχολογικό φόβο, απόστασαν τα μάτια του, θόλωσε η όραση του! Αποκαμωμένος το αποφάσισε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του νονού του. Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα τώρα πια είχαν σκεπάσει τ’ άστρα, που μια αναλαμπή τέλος πάντων θ’ άφηναν για να του δείχνουν το δρόμο του. Το σπίτι δεν ήτανε κοντά κι έπρεπε να διανύσει κάποια απόσταση και ούτε φακό είχε ούτε φανάρι. Περπατούσε περισσότερο με το νου του, δίχως να ξεχωρίζει και πολύ καλά το μονοπάτι μέσα στη νύχτα, γιατί από συνήθεια γνώριζε πως να περπατά στο μονοπάτι αυτό και που έπρεπε να στρίψει. Η γνώση αυτή τον αποτρέπει να νιώσει πανικό για την διαδρομή και να κάνει λάθος επιλογές. Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού ένα φως έφεγγε μπρος του. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του, που τον γέμισε ανακούφιση, ασφάλεια, όταν ένιωσε την ανθρώπινη παρουσία μέσα στο σκοτάδι. Το φως του φαναριού λειτουργεί ως καταφύγιο, τον βοήθησε να ηρεμήσει, να χαλαρώσει και να αφήσει πίσω του το στρες, την κούραση και την πίεση των στιγμών. Η γλυκιά του η νονά η Αλεξάνδρα παρηγοριά του δίνει, και το δακρυσμένο πρόσωπο του στην αγκαλιά της κρύβει. Ο Αλκιβιάδης νιώθει βαριά τα βλέφαρα και πέφτει ν’ αποκοιμηθεί στο απαλό κρεβάτι με τη νονά του φύλακα. Ακόμη μια φορά με μια τρυφερή, φροντιστική κίνηση, έσκυψε τον φίλησε, τον σκέπασε με την έννοια της να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
…Η μάνα του! Έσβησε το φανάρι της, στο μισοσκόταδο του σπιτιού, μπήκε στην κάμαρα πατώντας με προσοχή, σε στιγμή ένταση και αγωνίας, αθόρυβη με συναισθηματική φόρτιση, χωρίς να θέλει να διαταράξει τον ύπνο του παιδιού της. Πλησίασε στο λιτό κρεββάτι του κοιμώμενου Αλκιβιάδη, χάιδεψε το μέτωπο και το πρόσωπο του, σε μια έκφραση βαθιάς αγάπης ενώ ένα χαμόγελο έσκαγε στο αυλακωμένο απ' την αγωνία πρόσωπο της. Είναι η στιγμή που τα σύννεφα του φόβου της διαλύονται και το πρόσωπο της φωτίζεται, παρόλο που κουβαλούσε ακόμα τα σημάδια της προηγούμενης δοκιμασίας. Της ήρθε αυθόρμητα, ως αντίδοτο στην αγωνία της.
..... Στον ύπνο του τον βαθύ, του φάνηκε πως ένοιωσε το χέρι της στο μέτωπο του, πως τα μαλάκια του χάιδεψε και στο προσκέφαλο του έγειρε κι μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο μάγουλο απαλά τόνε φίλησε. Τον σταύρωσε τρεις φορές και την Παναγιά παρακάλεσε. «Παναγία Δέσποινα! προφύλαξε τον, σκέπασε τον με το γλυκό σου μάτι.» Και έφυγε σαν άστρο, σαν αχτίδα. «Καληνύχτα γιε μου! Καληνύχτα γλυκό μου αγοράκι. Καληνύχτα.» Ναι! ήταν η μάνα του! Η χρυσή του η μάνα του! Άναψε πάλι το φανάρι της, τρύπησε το σκοτάδι και γύρισε πίσω στον οικισμό απελευθερωμένη από την αγωνία και την λαχτάρα της. Ήρθε το χρώμα στα μάγουλα της, η λάμψη στα μάτια και το χαμόγελο στα χείλη της, και ξανάγινε όμορφη κι ευδιάθετη μετά την κατσιφάρα που είχε τρυπώσει στην καρδιά της.
Προετοιμασίες Αναχώρησης!.....





'







