..Παρυφές της Πάρνηθας. Χειμώνας του 2013.
Οι ψυχρές ριπές ενός καταβατικού ανέμου, από εκείνες τις άγριες «σπιλιάδες» που κατεβαίνουν μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, σάρωναν το οροπέδιο με ορμή. Ο αέρας λυσσομανούσε, παρασέρνοντας σύννεφα που σκέπαζαν πότε πότε τον ουρανό με σκοτεινές, σχεδόν κατάμαυρες κηλίδες. Ο ήλιος, χαμηλώνοντας προς τη δύση, χανόταν πίσω από το Θριάσιο Πεδίο, βάφοντας τον ορίζοντα με βαθιές αποχρώσεις του κόκκινου και του χάλκινου. Ο εκκωφαντικός βόμβος του ανέμου επέβαλλε την παρουσία του. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η φύση υπενθύμιζε στον άνθρωπο πόσο μικρός είναι απέναντι στη δύναμή της.
Τις ίδιες ώρες, όμως, μια άλλη θύελλα ξυπνούσε μέσα του. Βυθιζόταν αργά στην περισυλλογή. Η πραγματικότητα απομακρυνόταν, οι ήχοι γύρω του ξεθώριαζαν και το βλέμμα του έμενε ακίνητο, ενώ ο νους ταξίδευε προς τα πίσω. Στις παιδικές του μνήμες. Στα πρόσωπα, στους τόπους και στα γεγονότα που ο χρόνος δεν είχε κατορθώσει να σβήσει. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μολυβένια σύννεφα που ταξίδευαν στον ουρανό, ερχόμενα από άλλους τόπους, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους έναν άλλο χρόνο. Εκείνοι οι μακρινοί ίσκιοι τον παρέσυραν σ' ένα ατέρμονο ταξίδι προς την ιδιαίτερη γωνιά της πατρώας γης, εκεί όπου κατοικούσαν ακόμη οι παιδικές του μνήμες. Ήταν από τις στιγμές που η φαντασία άνοιγε τις πύλες της μνήμης και τον οδηγούσε βαθιά στον λαβύρινθο της.
Το τοπίο και οι άνθρωποι ενός άλλου κόσμου ζωντάνευαν μπροστά του με εκπληκτική καθαρότητα. Το μικρό χωριό απλωνόταν νωχελικά πάνω στη χορταριασμένη, λουσμένη στον ήλιο πλαγιά, ανάμεσα σε μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Άκουγε σχεδόν τον αδιάκοπο ψίθυρο του μικρού αλσυλλίου με τις χαρουπιές, στα βορινά του οικισμού, καθώς τα κλαδιά τους λικνίζονταν στην πρωινή αύρα. Το βλέμμα του έφθανε ως το βουνό του Κούνου, που υψωνόταν μεγαλόπρεπο πάνω από την ακτή. Οι χαμηλές πλαγιές του κυμάτιζαν από το πράσινο των δέντρων, ενώ η γυμνή κορυφή του χανόταν μέσα στα σύννεφα.
Σήμερα, άνθρωπος πια της τρίτης ηλικίας, ζώντας καθημερινά την κοινωνική και οικονομική πίεση της μεγαλούπολης, είχε καταλήξει σ' ένα απλό συμπέρασμα: όταν είσαι φτωχός στην πόλη, η ζωή γίνεται σκληρή και ασφυκτική.
Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Υπήρξαν εποχές και τόποι όπου η φτώχεια δεν σήμαινε εξαθλίωση ούτε απώλεια της αξιοπρέπειας. Στα παιδικά του χρόνια, οι φτωχοί χωρικοί ζούσαν λιτά, μα αυτάρκεις. Καλλιεργούσαν τα μικρά τους χωράφια, έβγαζαν τον επιούσιο από τη γη και, όταν χρειάζονταν κάτι παραπάνω, το αναζητούσαν στο κυνήγι και στους καρπούς της φύσης. Δεν είχαν πολλά· είχαν όμως την αίσθηση πως ο τόπος στεκόταν ακόμη στο πλευρό τους.
Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. Φθινόπωρο του 1957. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έμοιαζε με καλοκαίρι που αρνιόταν να τελειώσει. Ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης κύλησαν με ασυνήθιστη ζέστη, τόσο που οι μέρες θύμιζαν περισσότερο παρατεταμένο Αύγουστο παρά την εποχή της σποράς. Ο Νοέμβρης, όμως, λες και άκουσε τις σιωπηλές παρακλήσεις των ανθρώπων. Οι πρώτες βροχές έπεσαν ευλογημένες πάνω στη διψασμένη γη. Ήταν θείο δώρο για κάθε ζωντανό πλάσμα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που περίμεναν με αγωνία το νερό να ποτίσει τα χωράφια, να πρασινίσουν οι βοσκές και να γεμίσουν οι στέρνες.
Η ελαιοσυγκομιδή είχε κιόλας αρχίσει. Από τους πρώτους άγουρους καρπούς έβγαινε το αγουρέλαιο, πυκνό, καταπράσινο και μοσχοβολιστό, το πρώτο λάδι της νέας χρονιάς. Σιγά σιγά γέμιζαν τα πήλινα σταμνιά των σπιτιών και μαζί τους γέμιζαν αισιοδοξία και οι καρδιές των ανθρώπων. Οι ελιές είχαν φορτώσει καλά, κι όλα έδειχναν πως η χρονιά θα ήταν γενναιόδωρη, ανταμείβοντας τον μόχθο μιας ολόκληρης χρονιάς.
Ο χρόνος κυλούσε. Το φθινόπωρο έσβηνε σιγά σιγά και τα δέντρα είχαν πια απογυμνωθεί από τα τελευταία τους φύλλα. Ο χειμώνας μπήκε βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες και παγερές ανάσες. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα και προμήνυε μια δύσκολη εποχή για ανθρώπους και ζώα.
Μέρες τώρα κατέφθαναν από τον Βορρά τα αποδημητικά πουλιά. Πιστά στο αρχαίο ένστικτό τους, άφηναν πίσω τις παγωμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης αναζητώντας έναν ηπιότερο χειμώνα στον Νότο. Μα ούτε εδώ τα περίμεναν εύκολες μέρες. Τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και κοκκινολαίμηδες, αφού τσιμπολόγησαν και τις τελευταίες ρόγες των αμπελιών, σκορπίστηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς, οι κουμαριές, τα σκίνα, οι μυρτιές και οι αγριελιές ήταν ακόμη φορτωμένες καρπό, ενώ οι πρόσφατες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους, κάνοντάς τους πολύτιμη τροφή.
Στις ξερολιθιές και στις γυμνές πλαγιές η γη είχε στεγνώσει γρήγορα και δύσκολα έβρισκε κανείς σκουλήκια, την αγαπημένη τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Μονάχα οι σκιερές όχθες της ρεματιάς κρατούσαν ακόμη λίγη υγρασία και έδιναν καταφύγιο στα κουρασμένα πουλιά.
Οι παλιοί του χωριού έλεγαν πως θα ήταν χρονιά πλούσια σε τσίχλες και μπεκάτσες. Οι κυνηγοί το είχαν ήδη καταλάβει. Ετοίμαζαν τα όπλα, τα καλάθια και τα σύνεργα τους, περιμένοντας με ανυπομονησία τις πρώτες καλές εξορμήσεις του χειμώνα.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας μουντής χειμωνιάτικης μέρας. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί από βαριά, μολυβένια σύννεφα, τόσο πυκνά και φορτωμένα υγρασία, που δεν άφηναν ούτε μια αχτίδα φωτός να τα διαπεράσει. Το τοπίο είχε βυθιστεί σε μια παράξενη ημίφωτη σιωπή, ενώ ο αέρας μύριζε βροχή. Όλα προμήνυαν πως δεν θα αργούσε να ξεσπάσει δυνατή καταιγίδα. Ο τόπος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του μπροστά στην επερχόμενη κακοκαιρία. Μα ο πατέρας του δεν έδειχνε να νοιάζεται. Δουλεύοντας μεθοδικά και ακούραστα, συνέχιζε να στήνει τις παγίδες του με την επιμονή και τη σιγουριά ανθρώπου που είχε μάθει να ζει με τα καπρίτσια της φύσης. Ο καιρός μπορούσε να αλλάζει· εκείνος όμως δεν εγκατέλειπε ποτέ τη δουλειά του.Το ρέμα ξεκινούσε από τους δυτικούς λόφους του οικισμού και, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους, κατευθυνόταν προς τα νότια. Περνούσε από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούσαν ένα ξεχωριστό κομμάτι του φυσικού τοπίου. Ύστερα συνέχιζε την πορεία του προς το λίμνασμα των καλαμιώνων, ανάμεσα στην πυκνή παρόχθια βλάστηση, ώσπου συναντούσε το Μεγάλο Ρέμα.
Το ρέμα αγκάλιαζε τη χέρσα γη και συνέχιζε τη διαδρομή του νοτιοδυτικά στο Μεγάλο Ρέμα για να καταλήξουν τελικά σε έναν μυχό του Μυρτώου Πελάγους. Από τη μικρή λιμνούλα με τα πλατάνια μέχρι τους καλαμιώνες δεν ήταν παρά μερικές εκατοντάδες μέτρα, μα για εκείνον ο τόπος αυτός είχε άλλη αξία. Θυμόταν τον πατέρα του, κάθε φορά που ερχόταν ο χειμώνας, να θεωρεί αυτό το κομμάτι της γης σχεδόν ιερό. Δεν ήταν δικό του κτήμα, δεν του ανήκε με κανένα χαρτί· όμως εκεί έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά, εκεί όπου η φύση τού πρόσφερε ένα μικρό βοήθημα για να τραφεί η φαμίλια του. Και αν κάποιος συγχωριανός ξεπερνούσε τα όρια και καταπατούσε τον τόπο του, η αγανάκτησή του ήταν βαθιά και σιωπηλή. Έμοιαζε με εκείνη του ηγούμενου που βλέπει κάποιον να περνά το κατώφλι του μοναστηριού του χωρίς σεβασμό.
Πολλοί κυνηγοί εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν τρόπους παγίδευσης που σήμερα απαγορεύονται, όπως δίχτυα και θηλιές. Ήταν πρακτικές που ανήκαν σε μια άλλη εποχή, όταν η φτώχεια και η ανάγκη ανάγκαζαν τους ανθρώπους να αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσουν τροφή. Ο πατέρας του, στις παγωμένες νύχτες του Δεκέμβρη, κατασκεύαζε θηλιές από αλογότριχες και περίμενε το πρωινό φως για να δει αν η τύχη τού είχε χαμογελάσει. Η λεία του δεν ήταν για διασκέδαση ή επίδειξη· ήταν ένα βοήθημα για το φτωχικό τραπέζι της οικογένειας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας μέσα στον χειμώνα αποτελούσε για εκείνους μια μικρή ανταμοιβή ύστερα από τον καθημερινό μόχθο. Το κρέας συντηρούνταν σε κιούπια με λάδι, όπως συνήθιζαν παλαιότερα πολλές οικογένειες σε τόπους δύσκολους, φτωχούς και λιτούς, όπου η φύση ήταν ταυτόχρονα πηγή ζωής αλλά και συνεχής δοκιμασία. Σήμερα πολλά από εκείνα τα τοπία έχουν αλλάξει. Η επέκταση των οικισμών, οι δρόμοι, οι τεχνικές παρεμβάσεις στα ρέματα και στους υγροτόπους, η καταστροφή των καλαμιώνων και η υποχώρηση της άγριας βλάστησης έχουν περιορίσει σημαντικά τους φυσικούς χώρους που φιλοξενούσαν την άγρια ζωή. Εκεί όπου κάποτε απλωνόταν ένας ζωντανός κόσμος από νερά, φυτά και πουλιά, πολλές φορές απομένουν μόνο ίχνη της παλιάς φύσης.
Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Ανά διαστήματα η βροχή δυνάμωνε και ύστερα κόπαζε, αφήνοντας τον τόπο βυθισμένο σε μια παράξενη ησυχία. Ξαφνικά ο σκοτεινός ουρανός σκίστηκε από μια αστραπή. Ένα φωτεινό ποτάμι, με εκτυφλωτική λάμψη και αμέτρητες διακλαδώσεις, ξεχύθηκε μέσα στα σύννεφα, φωτίζοντας για μια στιγμή όλο το τοπίο. Η λάμψη ήταν τόσο ξαφνική, που δεν πρόλαβε ούτε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Λίγες στιγμές αργότερα ακολούθησε η βαριά, παρατεταμένη βροντή που κύλησε πάνω από τη ρεματιά. Θυμήθηκε τον δάσκαλο στο σχολειό να τους μιλά για τις καταιγίδες. Τους έλεγε πως ο κεραυνός ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά αλλά και επικίνδυνα φαινόμενα της φύσης. Πρώτα έβλεπαν τη λάμψη και μετά άκουγαν τη βροντή, γιατί το φως ταξίδευε πολύ γρηγορότερα από τον ήχο. Τους είχε προειδοποιήσει επίσης πως στην ύπαιθρο, όταν ξεσπά καταιγίδα, δεν πρέπει να στέκονται κάτω από μοναχικά ψηλά δέντρα.
Κοίταξε γύρω του. Ο τόπος ήταν γεμάτος δέντρα. Πολλά δέντρα.
«Άραγε κινδυνεύω εδώ;» σκέφτηκε.
Δεν ήξερε.
Θα άλλαζε κάτι αν δεν ακουμπούσε στον κορμό; Ούτε αυτό μπορούσε να το απαντήσει. Όμως το ένστικτο της αυτοπροστασίας λειτούργησε πριν προλάβει να το σκεφτεί. Με μια αυθόρμητη κίνηση απομακρύνθηκε ένα βήμα από τον τεράστιο πλάτανο, σαν να ήθελε να πάρει λίγη απόσταση από τη δύναμη της φύσης που εκείνη τη στιγμή απλωνόταν γύρω του.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του στο σημείο της αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβηνε αργά γύρω του. Η καταιγίδα είχε απομακρυνθεί προς τον ορίζοντα, μα οι αστραπές συνέχιζαν να φωτίζουν από μακριά τον ουρανό και οι βροντές έφταναν ακόμη εξασθενημένες, σαν βαθύς αντίλαλος από έναν άλλο κόσμο. Η βροχή άρχισε σιγά σιγά να κοπάζει και ο ήχος της μεταμορφώθηκε σε ένα χαμηλό, μονότονο μουρμούρισμα. Η αναμονή όμως βάραινε μέσα του. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει αλλάξει ρυθμό· οι στιγμές αργούσαν να περάσουν και κάθε λεπτό χωρίς σημάδι από τον πατέρα του γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Τα βαριά σύννεφα, παρασυρμένα από τον άνεμο, έτρεχαν χαμηλά προς την ανατολή. Κινούνταν άτακτα πάνω από τον σκοτεινό ορίζοντα, αφήνοντας πίσω τους μια ψυχρή και κλειστή ατμόσφαιρα. Στις όχθες της ρεματιάς δεν υπήρχε σιωπή. Μέσα από την πυκνή βλάστηση ακουγόταν ένας αδιόρατος ψίθυρος, σαν υπόγεια νερά που κυλούσαν κρυφά μέσα στη γη. Ύστερα ο ψίθυρος δυνάμωνε, καθώς οι ριπές του αέρα περνούσαν ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τα ψηλά κλαδιά των δέντρων. Και τότε, μέσα από τη θαμπή υγρασία και τα σκόρπια σύννεφα, ανέτειλε το φεγγάρι. Το φως του περνούσε αδύναμο μέσα από την καταχνιά, μα αρκετό για να αποκαλύψει τις μορφές του τοπίου. Το βλέμμα του στάθηκε απέναντι, στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της ανηφορικής πλαγιάς. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις απότομες πλευρές τους, τις χαραγμένες από τον άνεμο και τη βροχή, που είχαν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια μέσα στους αιώνες. Έμοιαζαν περισσότερο με έργο τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Στέκονταν εκεί χιλιάδες χρόνια, άγριοι και μοναχικοί, πάνω στην απογυμνωμένη πλαγιά. Οι απρόσιτες κορφές τους προσέφεραν καταφύγιο σε λίγα ζευγάρια κιρκινέζια, που είχαν βρει εκεί έναν ασφαλή τόπο για να φωλιάσουν.
Ήταν ένα τοπίο επιβλητικό και μυστηριώδες, μα όταν λυσσομανούσε η τραμουντάνα γινόταν αφιλόξενο και επικίνδυνο, όπως κάθε τόπος όπου η φύση θυμίζει στον άνθρωπο τη δύναμή της.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα δεμένη με τις πρώτες τους παιδικές αναρριχήσεις, τολμηρές και συχνά επικίνδυνες. Οι βράχοι αυτοί δεν ήταν μόνο ένα φυσικό τοπόσημο· ήταν ένας κόσμος γεμάτος μυστήριο, που η ανθρώπινη φαντασία είχε προικίσει με αμέτρητες ιστορίες και δοξασίες. Ήταν από εκείνες τις αφηγήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά σαν ψίθυροι. Ακόμη κι όταν κανείς δεν πιστεύει κυριολεκτικά στην αλήθεια τους, η γοητεία τους παραμένει, γιατί δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο πως, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη οι δίδυμοι βράχοι γίνονταν ο αγαπημένος τόπος των παιδικών τους εξορμήσεων. Κάτω από τη σκιά τους, ανάμεσα στη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και τη μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τις πλαγιές, έκαναν όνειρα για το μέλλον τους και μοιράζονταν μεταξύ τους τις κρυφές τους επιθυμίες. Σκαρφάλωναν στις απότομες επιφάνειες με την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που έκρυβε κάθε τους βήμα. Από ψηλά το βλέμμα τους ταξίδευε μακριά, εκεί όπου η θάλασσα χανόταν μέσα στον ορίζοντα και ο ουρανός έμοιαζε να συναντά το νερό. Στην κορυφή των βράχων η φαντασία τους δεν γνώριζε όρια. Εκεί μπορούσαν να ονειρευτούν έναν κόσμο πέρα από τα στενά σύνορα του μικρού και φτωχικού οικισμού τους, πέρα από τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, προς άγνωστους τόπους και νέες ζωές.
Η εικόνα των βράχων κάτω από το θαμπό φως της γεμάτης σελήνης που μόλις είχε ξεπροβάλει ήταν μια σκηνή γεμάτη μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις αδρές γραμμές και τις βαθιές χαρακιές της επιφάνειάς τους, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη πάνω στην τραχιά πέτρα.
Οι πελώριοι βράχοι έμοιαζαν σαν σκοτεινές σιλουέτες μέσα στη νύχτα, φωτισμένες μόνο σε κάποια σημεία, αρκετά όμως για να αποκαλύπτουν την άγρια μορφή τους. Στέκονταν ακίνητοι και αμετακίνητοι, όπως στέκονταν για αιώνες, αδιάφοροι απέναντι στις καταιγίδες, στους ανέμους και στο πέρασμα του χρόνου. Το θέαμα τον συνεπήρε. Για μια στιγμή λησμόνησε την αγωνία της αναμονής και αφέθηκε στη μαγεία του τοπίου.
Μόνο για μια στιγμή.
Η σκέψη του πατέρα του επέστρεψε ξανά και μαζί της η ανησυχία. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται στο μυαλό του διάφορες ασύνδετες σκέψεις. Σκόρπιες εικόνες, χωρίς αρχή και τέλος, περνούσαν ξαφνικά από τη μνήμη του. Ήταν ανεπιθύμητες, απρόσκλητες, σαν να έβγαιναν από κάποιο κρυφό σημείο του νου του και να ζητούσαν την προσοχή του.
Ένιωσε ένα κύμα ανασφάλειας και ανησυχίας να τον κυριεύει. Κάτι δεν ταίριαζε με τη σημερινή βραδιά. Κάτι ήταν διαφορετικό. Η καθυστέρηση του πατέρα του είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον συνηθισμένο χρόνο επιστροφής του από τις παγίδες και, για πρώτη φορά, η σκέψη πως κάτι δεν πήγαινε καλά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη. Προσπάθησε να διώξει τις μαύρες σκέψεις και αναθάρρησε. Μέσα του γεννήθηκε μια μικρή σπίθα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Σήκωσε το βλέμμα και άρχισε να εξερευνά με αγωνία τη ρεματιά, αναζητώντας κάποιο σημάδι, μια κίνηση, μια σκιά που θα του έδινε μια απάντηση.
Κοίταζε μέσα από τα ανοίγματα της πυκνής βλάστησης, αφουγκραζόταν τους ήχους της νύχτας, όμως το τοπίο παρέμενε ακίνητο. Δεν φαινόταν ψυχή ζώσα. Η ρεματιά, που λίγες ώρες πριν ήταν ένας γνώριμος τόπος γεμάτος ζωή, τώρα έμοιαζε βουβή και σκοτεινή. Οι σκιές των δέντρων, το θρόισμα του ανέμου και η αβεβαιότητα της νύχτας μεγάλωναν την αγωνία του. Δεν έψαχνε απλώς· σάρωνε τον χώρο με τα μάτια του, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει μέσα στο σκοτάδι την εξήγηση που φοβόταν. Και τότε άρχισε το μυαλό του να δημιουργεί σενάρια. Σκέψεις ανεπιθύμητες, σχεδόν τρομακτικές, έρχονταν η μία μετά την άλλη.
«Μήπως είχε συμβεί κάτι κακό;»
Ο φόβος του δεν γεννιόταν από κάποιο γεγονός που γνώριζε. Γεννιόταν από την αβεβαιότητα, από τη δύναμη της φαντασίας του και από την αδυναμία του να δώσει απάντηση σε αυτό που συνέβαινε.
Η αβεβαιότητα άρχισε να τον κυριεύει και να επηρεάζει τον τρόπο που έβλεπε γύρω του τον κόσμο. Το θρόισμα των φυλλωσιών, οι σκιές των δέντρων και το αδύναμο φως του φεγγαριού που περνούσε μέσα από τα σύννεφα έδιναν στο τοπίο μια παράξενη, σχεδόν απόκοσμη όψη. Η φαντασία του, ήδη φορτισμένη από την αγωνία της αναμονής, άρχισε να παίρνει τον έλεγχο. Οι δίδυμοι βράχοι απέναντί του δεν έμοιαζαν πια μόνο με πέτρινους όγκους σμιλεμένους από τον χρόνο. Μέσα στο μισοσκόταδο έμοιαζαν να κουβαλούν τις παλιές ιστορίες και τους ψιθύρους που είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους. Εκείνες τις αρχέγονες δοξασίες που ήθελαν τους βράχους, τα βουνά και τις σπηλιές να είναι τόποι μυστηρίου, κατοικίες αόρατων δυνάμεων, πνευμάτων και πλασμάτων που ανήκαν σε έναν κόσμο ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.
Για ένα παιδί μόνο μέσα στη νύχτα, η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους γινόταν μικρή. Πολύ μικρή. Και οι σκιές των βράχων έμοιαζαν σαν να είχαν τη δική τους φωνή.
Αγναντεύοντας τους βράχους ένιωθε πως ερχόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο άγνωστο και μυστηριώδη. Σαν να περνούσαν μπροστά του άυλες σκιές, όλο εκείνο το φανταστικό πλήθος που, σύμφωνα με τις παλιές ιστορίες, έδινε ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Μορφές αλλόκοτες που χάνονταν και ξαναφαίνονταν, μεταμορφωμένες από το παιχνίδι του φωτός σε σκοτεινά σύννεφα μπροστά από το φεγγάρι.
«Μπορεί όμως να είναι μόνο η φαντασία μου», σκέφτηκε. «Ίσως είναι η αντανάκλαση του τοπίου μέσα στο αδύναμο φως της νύχτας που δημιουργεί αυτές τις εικόνες».
Η νύχτα είχε προχωρήσει βαθιά. Οι δίδυμοι βράχοι ξεχώριζαν κάθε φορά που το φεγγάρι ξέφευγε από τα σύννεφα και άφηνε για λίγο το φως του να πέσει πάνω τους. Τους κοιτούσε επίμονα, σχεδόν υπνωτισμένος, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν έβλεπε απλώς πέτρινους όγκους ή αν μέσα στο σκοτάδι υψώνονταν σαν παλιοί πύργοι που έκρυβαν ξεχασμένες ιστορίες και πλάσματα της φαντασίας.
Η ρεματιά γύρω του έμοιαζε ζωντανή. Τα δέντρα αναδεύονταν από τον άνεμο και οι φυλλωσιές ψιθύριζαν ήχους παράξενους, σαν να έβγαιναν από τα βάθη της γης. Κάθε θρόισμα, κάθε μικρός άγνωστος ήχος, μεγάλωνε μέσα στην απόλυτη προσοχή του και έπαιρνε διαστάσεις απειλής.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Κάθε λεπτό περνούσε αργά, βασανιστικά, σαν να είχε χάσει τον φυσικό του ρυθμό. Ένιωθε αιχμάλωτος της αναμονής. Δεν μπορούσε να φύγει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει, προσπαθώντας να βρει τρόπους να κρατήσει το μυαλό του απασχολημένο.
Κράτησε την αναπνοή του για λίγο και ύστερα άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Πήρε μια μεγάλη ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα του και κοίταξε επίμονα μπροστά, στον σκοτεινό άδειο χώρο της ρεματιάς.
Προσπαθούσε να νικήσει έναν φόβο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μια αόρατη αίσθηση απειλής που μεγάλωνε μέσα του, μέχρι τη στιγμή που η μεγαλύτερη αγωνία του έγινε η ίδια η σκέψη πως, αν συνέβαινε κάτι κακό, ίσως να μην υπήρχε κανείς κοντά του για να τον προστατεύσει.
Ένιωθε κολλημένος, παγιδευμένος ανάμεσα στην επιθυμία να φύγει και στον φόβο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κάθε επιλογή του φαινόταν δύσκολη, κάθε κίνηση έμοιαζε να απαιτεί περισσότερο θάρρος απ’ όσο πίστευε ότι είχε εκείνη τη στιγμή.
Όσο η νύχτα βάθαινε, το έδαφος έχανε τη ζέστη της ημέρας και ο αέρας άρχισε να κοπάζει. Ο ήχος του ανέμου έσβησε σιγά-σιγά και στη θέση του έμεινε μόνο ένας αδιόρατος ψίθυρος της γης. Η ρεματιά βυθίστηκε σε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Το όραμά του άρχισε να ξεθωριάζει. Εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που πριν έμοιαζε να κατοικεί στους λόφους και στους βράχους απομακρύνθηκε αργά, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Οι ήχοι που λίγο πριν τον τρόμαζαν ακούγονταν τώρα μακρινοί, σαν ένα αχνό βουητό μέλισσας μέσα στη νύχτα.
Τότε άκουσε βήματα.
Σήκωσε απότομα το βλέμμα του και κοίταξε προς τη ρεματιά. Μέσα στο σκοτάδι ένα λευκό φως άστραψε ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν ο φακός του πατέρα του που διέσχιζε τη βλάστηση, περνώντας ανάμεσα στις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές.
Το φως έπεφτε πάνω στα ασημένια βούρλα που γυάλιζαν σαν λεπτές υδάτινες κλωστές δίπλα στον κορμό του μεγάλου πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο καθαρά. Στη φαντασία του παιδιού δεν ήταν πια απλώς βήματα μέσα στη ρεματιά· έμοιαζαν με βήματα αγγέλου που έτρεχε να αναγγείλει ένα χαρμόσυνο μήνυμα. Κι όμως εκείνος παρέμενε ακίνητος στη θέση του, σαν να μην είχε ακόμη καταλάβει ότι η αγωνία είχε τελειώσει. Απλώς περίμενε.
Στον μανδύα της καταχνιάς και της νυχτερινής δρόσου το περίγραμμα του κορμιού του ήταν ακόμη θαμπό. Όμως τα χαρακτηριστικά του δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Ήταν ο πατέρας του.
Στο αχνό φως του φεγγαριού τον είδε να ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές προς το μέρος του. Αντίκρισε το βλέμμα του, γεμάτο έγνοια και φροντίδα. Στις λιγοστές ρυτίδες του προσώπου του διάβασε την κούραση της ημέρας, αλλά και εκείνη τη ζεστή δύναμη που έκαιγε ήρεμα πίσω από τα καλοσυνάτα μάτια του. Ένα βλέμμα που του θύμιζε τους παλιούς δασκάλους του χωριού, ανθρώπους αυστηρούς μα συνάμα γεμάτους καλοσύνη.
Τότε ένιωσε την ανακούφιση να διαπερνά ολόκληρο το σώμα του. Δεν ήταν μόνο μια σκέψη· ήταν μια φυσική αίσθηση, σαν να κυλούσε μέσα στο αίμα του και να έφτανε μέχρι το τελευταίο κύτταρό του. Η αναπνοή του επανήλθε κανονικά. Το μυαλό και το σώμα του, ύστερα από τόση ώρα έντασης και φόβου, άρχισαν επιτέλους να αφήνονται.
Μισόκλεισε τα μάτια του και ένιωσε το φως του φακού να ακουμπά τα βλέφαρά του σαν ένα απαλό χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» φώναξε.
Η βροχή είχε σταματήσει από νωρίς, όμως από τις φυλλωσιές του μεγάλου πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν, μία-μία, οι τελευταίες σταγόνες γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες, πατέρα», είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του πότε φωτίζονταν και πότε χάνονταν μέσα στο σκοτάδι, καθώς τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενα», του είπε όταν έφτασε κοντά του, λαχανιασμένος, σκουπίζοντας το μέτωπό του. Ύστερα, με μια χειρονομία γεμάτη στοργή, άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά το κεφάλι του παιδιού. «Αγόρι μου, όλα είναι καλά. Πάψε τώρα να ανησυχείς», του είπε.
Εκείνος έτρεμε και τα λόγια του έβγαιναν σπασμένα. Δεν ήταν πια από τον φόβο. Ήταν από την ανακούφιση και τη συγκίνηση για το τέλος μιας αγωνίας που του είχε φανεί ατέλειωτη.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος σου όταν νύχτωσε. Έλα, είναι ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι. Η μητέρα σου θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με γρήγορα βήματα τον δρόμο της επιστροφής προς τον οικισμό. Η μητέρα του σίγουρα θα αγωνιούσε κι εκείνη, περιμένοντας τους να φανούν. Η καθυστέρησή τους είχε ξεπεράσει κάθε συνηθισμένο όριο.
Το νυχτερινό κρύο περνούσε μέσα από τα ρούχα του και τον διαπερνούσε μέχρι το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του που περπατούσε δίπλα του και απορούσε πώς άντεχε με τόσο ελαφριά ενδυμασία μέσα σε αυτή την υγρασία και την παγωνιά.Ίσως τελικά να ήταν πιο δυνατός απ’ όσο νόμιζε. Ένας άνθρωπος σκληραγωγημένος από τους τριάντα χειμώνες που είχε ζήσει.
Όταν επέστρεψαν, βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Μόλις τους είδε, άνοιξε την αγκαλιά της και έκλεισε μέσα της το παιδικό κεφάλι του.
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από μέσα της, σαν να απελευθέρωνε όλη την αγωνία που είχε συσσωρευτεί τόσες ώρες. Όταν η γαλήνη επιστρέφει στις αναστατωμένες ψυχές, μοιάζει με το νερό που πέφτει πάνω στην ξερή γη και την κάνει ξανά να βλαστήσει. Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε πολλές φορές τη γεύση των πλούσιων γευμάτων που πρόσφερε το κυνήγι. Κι όμως, πίσω από αυτή την αφθονία υπήρχε πάντα μέσα του ένα αίσθημα που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Ένας βαθύς πόνος, μια σιωπηλή θλίψη κάθε φορά που ο πατέρας του επέστρεφε με τα άψυχα θηράματα. Ακόμη και τότε, παιδί, κάτι μέσα του αντιδρούσε. Του φαινόταν πως η αφαίρεση της ζωής δεν ήταν απλώς μια πράξη επιβίωσης, αλλά μια βίαιη διακοπή της φυσικής αρμονίας. Αργότερα, ως ενήλικας, θα το έβλεπε ως μια μορφή σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει και στον σεβασμό του προς τη ζωή. Από τις πιο πολύτιμες αναμνήσεις του όμως παρέμειναν εκείνες οι φορές που ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του στη φύση, όχι για να κυνηγήσουν, αλλά για να του μάθει τα μυστικά της γης. Του έδειχνε πώς να αναγνωρίζει τα μανιτάρια, τις βρούβες, τους βολβούς, τους οβριούς και τα άγρια σπαράγγια. Εκείνες οι στιγμές ήταν τα πραγματικά του μαθήματα. Μαθήματα παρατήρησης, υπομονής και σεβασμού για τον κόσμο που τους περιέβαλλε.
.....................Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη
Σήμερα, όταν ανατρέχει στο παρελθόν, ο αργαλειός της μνήμης του δουλεύει αργά και υπομονετικά, υφαίνοντας το νήμα που τον ενώνει με τις παλιές του στιγμές. Η παιδική του ηλικία δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από μέσα του. Επιστρέφει απρόσκλητη, μέσα από σκόρπιες εικόνες, μυρωδιές και ήχους, παρασύροντάς τον σε εκείνον τον μικρό κόσμο που κάποτε ήταν ολόκληρη η ζωή του. Παρά το πέρασμα των χρόνων και την απόσταση που τον χωρίζει πλέον από την ύπαιθρο, κρατά ζωντανή μέσα του την αίσθηση εκείνου του τόπου, του μικρού οικισμού τους, τα Μπουμπουτσέλια. Ακόμη και σήμερα οι αισθήσεις του αιχμαλωτίζονται από την ομορφιά και την απλότητα εκείνης της γης. Από τα χρώματα της ανατολής που έδιναν ζωή στις πλαγιές, από το απαλό φως του δειλινού που σκέπαζε τον τόπο με ζεστές αποχρώσεις, από το ουράνιο τόξο που εμφανιζόταν κάποιες φορές μετά τη βροχή, όταν η ημέρα μόλις άρχιζε να γλυκοχαράζει. Εκείνος ο κόσμος, φτωχός σε υλικά αγαθά αλλά πλούσιος σε εικόνες και συναισθήματα, παρέμεινε μέσα του σαν ένα κομμάτι χρόνου που αρνείται να χαθεί.
Σηκώθηκε νωρίς. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη με μια ανάλαφρη πάχνη που λαμπύριζε στο πρώτο φως της ημέρας. Ο κόσμος γύρω του μόλις ξυπνούσε. Άκουγε μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν στις πλαγιές και τα πρώτα κελαηδοπούλια που άνοιγαν τη φωνή τους μέσα στη σιωπή του πρωινού. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών που κινούνταν στις πλαγιές, ενώ το απαλό θρόισμα του ανέμου περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων. Ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία.
Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του· ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου.
Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.)
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.
Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.