ADS

click to open

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Efivikes Foyskodendries

.....Χίλια εννιακόσια εξήντα έξι! Είναι τέλος του Μάρτη  ή πρώτες ήμερες του Απρίλη και παραμονές του Πάσχα όταν η θεία του η Ερμιόνη τον προσκάλεσε να πάνε μαζί στο χωριό για τη Γιορτή του Πάσχα. Ηταν προτροπή της Ιοκάστης στην αδελφή της, να πάρει μαζί και μεγάλο τον ανιψιό της, να αποδράσει από τα καθημερινά του, γιατί τώρα τελευταία της διαμαρτυρόταν οι είχε επιθυμήσει να δει τον παππού και τη γιαγιά του. Και είναι αλήθεια πως ο Αλκιβιάδης ένιωθε ανεκτίμητη την αξία του δεσμού του με τη γιαγιά και τον παππού του (τους γονείς της μητέρας του). Μαζί τους ένιωθε η σχέση αυτή  ότι του προσφέρει μια αίσθηση συνέχειας και γνώσης στις ρίζες του. 
Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας το έκτο εν ζωή. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπητό μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Η αγαπημένη του θεία και ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόνο έξη-επτά χρόνια διαφορά. Στο εσωτερικό του κόσμο από πάντα θυμάται πως ήταν ριζωμένο το συναίσθημα ότι είναι η μεγαλύτερη και αξιολάτρευτη αδελφή του. Η πάντα αισθησιακή και ιδιαίτερη φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την εμφάνιση της χαριτωμένης και  όμορφης θείας του! Της αδελφής της Ιοκάστης, η οποία τώρα ήταν μια είκοσι-δυάχρονη γυναίκα. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και όμορφη παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα. 
Εν αντιθέσει με την αδελφή της, την Ιοκάστη, μια γυναίκα στιβαρή, ανθεκτική στη σκληρή δουλειά, ικανή για να αντεπεξέλθει στις πιέσεις της καθημερινότητας και τα οικογενειακά της βάρη.. Ο Αλκιβιαδης πολύ μικρός θυμάται τα πρώτα χρόνια η Ιοκάστη νεαρή γυναίκα ακόμη όταν τα καλοκαίρια πηγαίναν για μπάνια στην Αγία Μαρίνα. Δεν είχε μαγιό και έμπαινε με το ελαφρύ καλοκαιρινό φουστάνι στη θάλασσα. Όταν έβγαινε περπατώντας στο νερό το φόρεμα κολλούσε πάνω στο γεροδεμένο σώμα της και η όλη παρουσία της να εκπέμπει έναν σαγηνευτικό ζωικό ερωτισμό. Η κίνηση, το λίκνισμα του σώματος της Ιοκάστης σε συνάρτηση με το περιβάλλον δημιουργούν μια αισθησιακή παρουσία, αυτή την πηγαία θέρμη που εξέπεμπαν οι φυσικές καμπύλες του  κορμιού της.
..Όταν είσαι δέκα έξι χρονών η ηλικία ευνοεί νέα ξεκινήματα, νέες ευκαιρίες να αποκτήσεις νέους φίλους και να γίνεις ιδιαίτερα δημοφιλής..Ο Αλκιβιάδης  πάντως ήταν έτοιμος! Δεν έχασε την ευκαιρία. Είναι πλέον και επίσημα δέκα έξι χρονών. Παρέα με την Ερμιόνη μια Τετάρτη πρωί βρίσκονται στον λιμένα του Πειραιά και στο κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» με το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί και την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα: Το καράβι που έκανε τη λεγόμενη  «μαύρη» γραμμή. Δρομολόγιο από Πειραιά προς Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Καψάλι, Αντικύθηρα.. Λιμάνια δεν υπήρχαν βέβαια και η αποβίβαση δεμάτων και επιβατών γινόταν με βάρκες. Η πρόσβαση από τη στεριά ήταν πολύ δύσκολη εκείνα τα χρόνια.
Ήταν σούρουπο, με ένα εντυπωσιακό σκηνικό όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ο ουρανός είχε πάρει κόκκινο χρώμα ανάμεσα στα σύννεφα, όταν ο ήλιος έδυε πάνω από το λακωνικό κόλπο εκεί όπου η πλαγιά του βουνού στο Γέρακα έμπαινε στη θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα στο κόλπο του Γέρακα είναι κατά γενική ομολογία, μία από τις πιο ωραίες εικόνες της φύσης που συναντάς στην Ελλάδα. Ο Γέρακας είναι ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο είναι χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σε ένα Φυσικό Φιόρδ: Πρόκειται για έναν στενό όρμο που εισχωρεί στην ξηρά, δημιουργώντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι. Τα φυτά της λιμνοθάλασσας έχουν κοκκινωπή απόχρωση, δίνοντας ένα ιδιαίτερο οπτικό αποτέλεσμα. Το οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας είναι σημαντικό καταφύγιο για αποδημητικά πτηνά και ερωδιούς, ενταγμένο στο δίκτυο NATURA 2000.
Θα 'ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάσανε από τον Γέρακα στη Ρειχιά και στο πατρικό σπίτι, του παππού του. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυπληθείς  συγγενείς που ήρθαν να πουν το καλωσόρισες. Ο Αλκιβιάδης όπως το συνήθιζε από τις πρώτες ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, με χιούμορ, που γεμίζει τον χώρο με την παρουσία του. ένιωθε οικειότητα, άνεση όταν περνούσε το χρόνο μαζί του, απολαμβάνοντας την διάθεση του για διηγήσεις. Του έλεγε ιστορίες πολλές με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο και του πρόσφερε απλόχερα αγάπη και συμβουλές. Ένας παππούς που κατάφερνε πάντα να του εξάπτει τη φαντασία μετατρέποντας σε παραμύθι την οικογενειακή τους ιστορία. Μια βόλτα στα μάντρα με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια του με τις παραδοσιακές κυψέλες τα κοφινέλια, μια επίσκεψη στην τούρλα τους το μεγαλιθικό κτίσμα όπου λημέριαζαν το καλοκαίρι τα κοπάδια τους, γινόντουσαν λεκτικές εικόνες, και παραδείγματα που «ζωγράφιζαν» αυτό που του περιέγραφε, κάνοντας τον λόγο του να μοιάζει με παράσταση. Μετέτρεπε σε παραμύθι ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβάσια. Ο παππους του έτρεχε με τη φαντασία του πίσω από τα νιάτα του, χαζεύοντας τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής. Ο «Ψεύτης παππούς» που τον πήγαινε όσο πιο μακριά γινόταν στη δική του φαντασία. Ένιωθε πολύ τυχερός που έχει έναν τέτοιο παππού με τόσες γνώσεις και εμπειρίες της καθημερινής ζωής.
Ο παππους τον ρώτησε με το σχολείο πως τα πάει. Του εξομολογήθηκε ότι δεν είναι ιδιαίτερα επιμελής, γιατί προτιμά να λειτουργεί αυθόρμητα και όχι με πρόγραμμα, αλλά προσπαθεί να ευχαριστεί τους δασκάλους του και το αποτέλεσμα είναι πάντα καλό. Χωρίς έπαρση και προβολή του εκμυστηρεύτηκε πως σύμφωνα με τον δάσκαλο του, είναι κάλος μαθητής, αγαπά τη μάθηση και έχει έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του και αυτό τον κάνει να ψάχνει και να εξερευνά, να αναζητά νέες πηγές και να διαβάζει επιπλέον υλικό για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται και ανακαλεί τις μνήμες του με τον παππού του, όλα εκείνα τα ξεχωριστά που του άρεσαν, όλα εκείνα τα ιδιαίτερα που ήθελε για πάντα να κρατήσει, τις υπέροχες στιγμές του με τον παππού του. Και φυσικά πάντα υπάρχει ο παππούς στη σκέψη του και στις αναμνήσεις του.
....Δεν είχαν  ακόμη ούτε μια εβδομάδα καλά καλά στο χωριό όταν τον έπιασαν οι φουσκοδεντριές. Μία τυχαία εξέλιξη στο τέλος της πρώτης εβδομάδας του εξάπτει τους πρώιμους νεανικούς πόθους που νιώθουν οι πάσης φύσεως ξαναμμένοι. Ήταν άνοιξη η φύση τριγύρω του οργίαζε από τη βλάστηση και τα κλαριά των δέντρων είχαν φουσκώσει από ζωή, έτοιμα να πετάξουν τους πρώτους καρπούς. Ο Αλκιβιάδης έχοντας «απασφαλίσει» σαν έφηβος αναζητούσε μια γνωριμία μία τυχαία συνάντηση με ερωτική διάθεση. Που αν ευοδωθεί, σημαίνει περιπέτεια, ανατροπή, και το αναπάντεχο συμβάν να  πάρει μια απρόσμενη τροπή, σπάζοντας τη ρουτίνα και την μονοτονία του χρόνου που του κυλούσε αδιάφορα μέχρι χθες.
Ηταν Κυριακή των Βαΐων ξημέρωμα! «Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά. «Μμ», μούγκρισε και ενστικτωδώς κοίταξε το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι του. Το ρολόι είχε τεράστιους φωσφορίζοντες δείκτες, αλλά μες στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος του ήταν αδύνατο να διαβάσει την ώρα. Η εικόνα από τους δείκτες του ρολογιού που προβαλλόταν στον αμφιβληστροειδή του και το μέρος του μυαλού του που την επεξεργαζόταν είχε αποσυντονιστεί, σαν μια γιαγιά που προσπαθεί μάταια να περάσει στη βελόνα της την κλωστή. Ο εγκέφαλος του χρειάστηκε χρόνο για να μεταβεί από τον ύπνο στην εγρήγορση. Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο και το φυσικό φως και η κίνηση βοήθησαν τον εγκέφαλο του να αντιληφθεί ότι η μέρα ξεκίνησε. Στα ανατολικά, στη Κουλοχέρα φέγγιζε για τα καλά και τα κοκόρια, είχαν σωπάσει να λαλούν εδώ και κάμποση ώρα που τα άκουγε να λαλούν με όλη τους την ψυχή λες και θελαν να πάρουν εκδίκηση από κάποιον. Της είχε υποσχεθεί της θείας Ερμιόνης να πάνε μαζί στην εκκλησία. Από το πρωί πιστοί σε όλο το χωριό προσέρχονταν στο ναό για να εκκλησιαστούν.
Είχε αναγιγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή, η οποία αποτέλεσε μέρος της ευχαριστίας για τη Θεία Κοινωνία, ο ιερέας εκφώνησε στο τέλος της ακολουθίας, την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας και άρχισε να γίνεται η διανομή του αντίδωρου όταν οι πρώτοι πιστοί ξεκίνησαν για τον εξωτερικό περίβολο του ναού. Στη συνέχεια παρέες-παρέες ξεχύθηκαν περπατώντας με προορισμό την κεντρική πλατεία του χωριού. Η κεντρική πλατεία αποτελούσε το σημείο συνάντησης, την «καρδιά» του χωριού, όπου συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι, στα δυο καφενεία και πραγματοποιούνταν κοινωνικές συναθροίσεις. Η διαδρομή από τον περίβολό της εκκλησιάς προς την πλατεία γινόταν μέσα από έναν πλακόστρωτο στενό δρόμο.
Τότε είδε το κορίτσι! Κοντοστάθηκε και την κοίταζε! Ακολουθώντας το δρόμο της συνέχισε να την κοιτάζει και είχε ολοκληρωτικά μαγευτεί. Τη λογάριασε χονδρικά, δέκα πέντε, με δέκα έξι χρονών. Επιτέλους, κάποια στιγμή γύρισε και τον είδε. Κοιτάχτηκαν στο ίδιο ύψος. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω, αλλά τώρα εκεί στο έμπα της πλατείας του χωριού μόνο ένα πρόσωπο είχε σημασία. Εκείνη. Δεν ήταν απλό όνειρο. Ήταν εκεί, μπροστά του, ολοζώντανη. Θυμάται κάθε λεπτομέρεια απ’ το πρόσωπο της, κάθε φακίδα, κάθε κίτρινο ίχνος στη γαλάζια ίριδα της.. Φορούσε ένα φουστάνι απ’ αυτά με τις τιράντες. Η ίδια κοιτά μπροστά της ανέκφραστη. Αστραφτερή διασχίζει το πλακόστρωτο προκαλώντας τις διακριτικές ματιές του. Έμεινε να κουνάει τα μάτια του πέρα-δώθε, σαν εκκρεμές, για λίγα δευτερόλεπτα, μπορεί μόνο για ένα ή δύο, δεν ξέρει. Αλλά θυμάται, σαν να ‘τανε ταινία, να βλέπει το προφίλ της με τη λεπτή μύτη τη σχεδόν διάφανη εκείνη τη στιγμή στο φως του Ήλιου που είχε ανέβει στο στερέωμα. Του ήλιου που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες ν’ ανάβουν με ζωηρά κόκκινα και πορτοκάλια χρώματα. Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι με δέρμα στο χρώμα του ώριμου σιταριού, με ζουμερές καμπύλες και μ' ένα προσωπάκι ζωγραφιά, η αιτία πού προερχόταν ένα μούδιασμα στα πόδια και η καρδιά του να χτυπά λίγο πιο γρήγορα. Ένα απαλό ρίγος αξεδιάλυτα δεμένο με μια ύπουλη σεξουαλική επιθυμία. Όταν την είδε πρώτη φορά κάτι σκίρτησε μέσα του, του ερέθισε το μυαλό σαν να τον κτύπησε η φθινοπωρινή τραμουντάνα του Μυρτώου πελάγους. Δεν ήθελε μονάχα να την κοιτά. Kάτι παραπάνω επιθυμούσε. Όλα ήταν μια ερωτική επιθυμία που πλανιόταν μέσα του, κι όπως η φωτιά έχει ανάγκη από οξυγόνο, έτσι και η επιθυμία είχε ανάγκη από ανταπόκριση. Οι επιθυμίες πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Και είναι η εποχή που η καύλα, αφόρητη κόλαση, τον ακολουθεί. Σε κάθε υποψία γυμνού δέρματος που διακρίνεται ανάμεσα απ’ τα ρούχα, στο παραμικρό φύσημα του αέρα που αναστατώνει τα μαλλιά ή τη φούστα μιας περαστικής, μια ιδιαίτερη βραχνάδα στη φωνή, ένα τυχαίο άγγιγμα στο μετρό ή στον κινηματογράφο, είναι αρκετά για να τινάξουν σπινθήρες μες στο μυαλό του και να πυροδοτήσουν εκρήξεις στο σώμα του. Πόσο μάλλον ένα φιλί ή η λεπτή μυρωδιά ενός ιδρωμένου κορμιού, που τον παρασέρνει σε μια ενστικτώδη ανάγκη για σεξουαλική δραστηριότητα και σωματική ηδονή. Σήμερα νιώθει, την ανάγκη αυτή τη θηλυκή οπτασία να την αγγίξει, να τη μυρίσει να τη φιλήσει και να την κάνει να νιώσει όμορφα στην αγκαλιά του. Τις επόμενες ημέρες το προσπάθησε ακολουθώντας τις χαρακτηριστικές συμβουλές του σοφού παππού του! «Γιε μου,» του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα «καύσιμα» που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα και αν χρειαστεί χρόνος.»
Μάταια δεν υπήρξε αποτέλεσμα, συνάντησε τοίχο απροσπέλαστο, βρήκε πόρτες κλειστές και οι προσπάθειες του έπεφταν στο κενό. Η Ερμιόνη φοβήθηκε με αυτή την επιμονή του και την αδρεναλίνη του στα ύψη. «Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους» του είπε.
«Εύκολα είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι; Εσύ πες μου δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;» της πέταξε αυτός. 
Η Ερμιόνη, σοβαρεύτηκε. Του έβγαλε κήρυγμα και του ‘δώσε μερικές συμβουλές για τις παρορμήσεις του που αν τις υποτάξει θα ‘χουν γλιτώσει από τυχόν άσχημα προβλήματα .
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;», του είπε, έχοντας τώρα πάρει ένα ύφος σαν να ικέτευε. «Σου ζητάω απλώς να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Συγκρατήσου για να μην μας δημιουργήσεις προβλήματα.» Συμπλήρωσε.
«Ερμιόνη μου γλυκιά μη με μαλώνεις, είπα να δοκιμάσω, κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; αν το δούμε στατιστικά είναι πολύ πιθανό να πετύχει. Εντάξει, δώσε μου ένα καλό λόγο γιατί με αρνείται πεισματικά και σου υπόσχομαι δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω.»
Όσο και να το ήθελε δεν μπορούσε να έκανε και κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβικη του απόρριψη ο εγωισμός του δέχτηκε πλήγμα και αυτό τον πληγώνει αλλά δεν θα πέσει στα πατώματα κιόλας όταν η κοπελιά του έριξε άκυρο! Όλα στη ζωή είναι ένα τυχερό παιχνίδι. Έτσι και στον έρωτα, οι πιθανότητες να κερδίσει ή να χάσει ήταν 50-50! Ρίσκαρε αλλά δε χαλάστηκε ιδιαίτερα που έφαγε χυλόπιτα γιατί το έχει υπολογίσει σαν ενδεχόμενο!
«Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα  ξεχάσεις εντελώς τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν πρέπει να είσαι βιαστικός!» Του είπε η Ερμιόνη.
«Θα το θυμάμαι αυτό», είπε αυτός.
Οι διακοπές για τις γιορτές του Πάσχα τελείωσαν. Το λεωφορείο για Μολάους γεμάτο από κόσμο. Συνωστισμός. Απίστευτο στρίμωγμα. 
..Να-τη πάλι!  «Θεέ και Κύριε!, ο οποίος με προίκισες με επιθυμίες εισάκουσε την προσευχή μου.»
«Είπες κάτι;» Τον ρωτάει η Ερμιόνη όταν τον άκουσε να μουρμουρίζει!
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής μπας και με εισακούσει ο «αποπάνω!»»
«Με δουλεύεις;»
Το μελαχρινό κοριτσόπουλο καταφθάνει αργοπορημένο και η καρδιά του σφίχτηκε όταν έφτασε κοντά τους. 
«Είναι με τη μητέρα της» τον πληροφορεί η Ερμιόνη.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Αα! Καλά λένε πως η διαδρομή της ομορφιάς, περνάει από τη μία γενιά στην άλλη»
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό.» Του λέει.
Κάθεται στο τέλος του συνωστισμού και μπαίνει μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να στριμωχτεί κοντά της, Το λεωφορείο ήταν πια φίσκα. Υπήρχαν τόσοι επιβάτες σ’ αυτό το μικρό χώρο και όλοι στεκόντουσαν πολύ πιο κοντά από όσο θα θέλανε υπό φυσιολογικές συνθήκες. Ένας ψηλός, επιβάτης χρειάστηκε να γείρει λιγάκι μπροστά για να μπορέσουν οι πόρτες να κλείσουν πίσω του. «Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή ενός άλλου επιβάτη. Κανείς δε σάλεψε. Οι θύρες έκλεισαν, το πίσω μέρος ήταν πλέον πίτα στον κόσμο, οπότε οι άλλοι επιβάτες τον στραβοκοίταξαν καθώς προσπαθούσε να τρυπώσει σε ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω στη μητέρα της και στην κοπέλα όταν η μητέρα της λέει στη κοπέλα να προχωρήσει μπροστά που είναι μια θεία της και ταξιδεύει μαζί τους.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής! 
Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 600 μέτρων στο οροπέδιο του Πάρνωνα και η σύνδεσή της με τους Μολάους, πραγματοποιείται μέσω επαρχιακού δρόμου που διασχίζει το ορεινό ανάγλυφο, του όρους Κουρκουλοτσούγκαρο με συνεχόμενες στροφές, πολλές από τις οποίες είναι κλειστές «φουρκέτες». Καθώς το όχημα ξεκίνησε, κουνηθήκανε όλοι μαζί, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, παραπατώντας ελάχιστα και τεντώνοντας τα χέρια τους για να στηριχτούν κάπου και να ανακτήσουν την ισορροπία τους. Εκείνος τινάχτηκε προς τα εμπρός και η μητέρα της μπροστά του τσίτωσε την πλάτη της για να σταθεροποιηθεί. Ένιωσε το σώμα της να κολλάει φευγαλέα πάνω στο δικό του.
Βρέθηκαν λοιπόν να έχει επαφή με τους γλουτούς της κυρίας εντελώς φυσιολογικά, χωρίς να φανεί ότι το έκανε από πρόθεση και η ενέργεια του να θεωρηθεί ανεπιθύμητο άγγιγμα και ως τρόπος σεξουαλικής παρενόχλησης. Η μητέρα της γύρω στα τριάντα-πέντε με σαράντα, ήταν γυναίκα με καμπύλες, όμορφη, περιποιημένη, καλοχτενισμένη και σκερτσόζα, έτσι όπως ήταν στριμωγμένη, με το χέρι απλωμένο για να κρατιέται από τη χειρολαβή, όλα της τα ρούχα έμοιαζαν επάνω της ελαφρώς μικρότερα απ’ ό,τι θα έπρεπε. Στην πρώτη απότομη στροφή του οχήματος η γυναίκα έχασε για μια στιγμή την ισορροπία της και στην προσπάθεια της να βρει στήριγμα, να ισορροπήσει, «κόλλησε» και πάλι πάνω του άθελά της. Του ζήτησε συγγνώμη, ο Αλκιβιάδης έδειξε κατανόηση χαμογελώντας, «είναι όμορφο πλάσμα η μαμά», σκέφτηκε κι ένιωσε ένα ρίγος από τη σωματική επαφή τους. Στάθηκε για λίγο αμήχανος μα δεν ένιωσε άβολα, απ' το αναπάντεχο της επαφής τους. Τουναντίον ήταν ευχάριστα ευπρόσδεκτη. Έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε μια φευγαλέα σκηνή. Άραγε το λεωφορείο θα τρανταχτεί ξανά μπροστά όπως παίρνει τις απότομες στροφές του ορεινού δρόμου; Πράγματι, έτσι έγινε. Η μητέρα της «κόλλησε» και πάλι πάνω του κι έμεινε εκεί. Τότε αυτός νιώθοντας τολμηρός έσφιξε τους μηρούς του. Δεν ήταν η ιδέα του, την ένιωσε πως τρίφτηκε απαλά επάνω του που τον έκανε να ξεχάσει την έφηβη κόρη της και το απίστευτο στρίμωγμα. Στο τέλος κατάφερε να κολλήσει ακριβώς εκεί που σίγουρα θα του δημιουργούσε πρόβλημα. Έγινε «επακούμβηση» όπως θα έλεγε και ο ξάδερφος του ο Μπότης που μόλις πρόσφατα υπηρετούσε τη θητεία του σε ακταιωρό. Θυμάται τον ξάδερφο του, που ο νους του ήταν συνεχώς στα κορίτσια, μάλιστα όπως ομολογούσε επιδιδόταν στο προσφιλές, εκείνον τον καιρό το ερωτικό «κολλητήρι». Ο Αλκιβιαδης το θεωρούσε ακατανόητο κάτι τέτοιο αλλά και αδύνατο να το κάνει, γιατί ποτέ δε θα ερεθιζόταν δημόσια με τέτοιο χυδαίο, όπως πίστευε, τρόπο… Όπως πίστευε!.
«Καλά, είναι δυνατόν να δέχεται μια γυναίκα να κολλάς πίσω της;» του έλεγε του μεγαλύτερου ξαδέλφου..
«Πίστεψε με, οι περισσότερες τα θέλουν, δεν τις πειράζει, και εσύ έχεις κάνει τη δουλειά σου, για τη δική του σεξουαλική ευχαρίστηση.»
Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον, σίγουρα πολύ καλύτερο από την ιδρωτίλα που μυρίζει συνήθως κανείς στο λεωφορείο τέτοια εποχή. Την αισθάνθηκε να τσιτώνει. Μια ευτραφής μεγάλη γυναίκα δίπλα τους, σκουντώντας την στην πλάτη με τον αγκώνα της όπως έκανε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, για να της δώσει περισσότερο χώρο, την ανάγκασε και στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά του ή μπορεί απλώς να απολάμβανε και αυτή την εγγύτητα των σωμάτων τους σκέφτηκε ικανοποιημένος. Το λεωφορείο τραντάχτηκε ξανά και για τον Αλκιβιάδη αρχίζει το ευχάριστο μαρτύριο. Το φούσκωμα που ένοιωθε χαμηλά δεν έλεγε να πέσει και σε κάθε κίνηση του οχήματος την ακουμπούσε. Τώρα το σώμα της ήταν κολλημένο πάνω στο δικό του, οπότε, παίρνοντας θάρρος από τη φαινομενικά τυχαία επαφή τους, έγειρε μια ιδέα προς τα εμπρός, έτσι ώστε το φούσκωμα του παντελονιού του να έρθει σε συνεχή επαφή με τους γλουτούς της. Ένιωσε ξαφνικά ένα τσίμπημα φόβου και σκέφτηκε μήπως το είχε παρατραβήξει. Φοβήθηκε ότι θα τον έπαιρνε χαμπάρι κανένας επιβάτης αλλά το όλο σκηνικό τον είχε εξιτάρει και ένοιωθε περίεργα. Δεν θυμάται αν άλλη φορά να ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τόσο ξέφρενα.Τι θα έκανε έτσι και του μιλούσε; Τη σκέψη του διέκοψε ένα άγγιγμα. Η γυναίκα αλλάζοντας χέρι στις χειρολαβές πιάστηκε να κρατηθεί με τη δική του. Το χέρι της τον ξάφνιασε. Σαν καμουφλαρισμένο χάδι. Για το επόμενο λεπτό δεν έγινε τίποτα και κάπως ηρέμησε όταν αισθάνθηκε τη γυναίκα αντί να προσπαθήσει να αποφύγει την επαφή, κολλάει το κορμί της σχεδόν πάνω του, ένιωθε τώρα την κάθε της εισπνοή και εκπνοή πάνω στις ωμοπλάτες του και τις μύτες των παπουτσιών του στο πίσω μέρος των τακουνιών της. Ήταν σίγουρος πλέον και δεν υπήρχε αμφιβολία πως και εκείνη καταλάβαινε, παρά την ουδέτερη στάση της, γι’ αυτό που ένιωθε να σαλεύει πάνω στα οπίσθια της. Στη συνέχεια, η γυναίκα είχε αρχίσει να στρέφει το πρόσωπό της προς το μέρος του, προσπαθώντας να τον κοιτάξει στα μάτια κι αυτός δε λέει τίποτα, κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο και το πρόσωπό του σοβαρό, λες και η πίεση του σώματός του πάνω στο δικό της δεν είχε τίποτα άσεμνο. Τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω εξακολουθεί να τον κοιτάει, χαμογελάει πονηρά τον κοιτά στα μάτια και του πιάνει την κουβέντα! «Εγγονός του Μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ; Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως από ότι βλέπω πρέπει να μοιάζεις του πάτερα σου και όχι της μητέρας σου.»
«Μάλλον έχεις δίκιο, έτσι μου λένε όλοι.» Της απάντησε.
«Της μητέρας σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει ν' είναι δυναμική γυναίκα ε;» Του λέει ερωτηματικά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική.» Της απαντά χωρίς περαιτέρω σχόλια.
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ' αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;» Τη ρωτάει, φοβούμενος ακόμη ότι ίσως της δημιουργεί θέμα με το επιπλέον στρίμωγμα που επιδιώκει.
«Όχι αγόρι μου, όλα καλά! Μην ανησυχείς!» του λέει και συνεχίζει να του χαμογελά όλο σκέρτσο.
Αναρωτιέται «Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» και συνέχισε να τρίβεται επάνω της με περισσότερο θάρρος και μέσα στις απορίες του η κυρία κάνει κάτι κινήσεις, δήθεν να αποκτήσει χώρο και κολλάει και αυτή ακόμη πιο έντονα πάνω του και τον κάνει να νοιώθει παράξενα. Και τρομερά ανήσυχος, ενώ το κούνημα του λεωφορείου επιβάρυνε την κατάσταση καθώς με το κορμί της επάνω του απολαμβάνει την επαφή τους και νοιώθει το καυλί του να θέλει να κόψει το ύφασμα και να πεταχτεί προς τα έξω έτοιμο να εκραγεί! Ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. Τι γίνεται αν;
Η Γυναίκα του δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν της είναι ανεπιθύμητη η σωματική επαφή τους, βρίσκεται σε ήρεμη κατάσταση και συνεχίζει κανονικά, να τον ρώτα πληροφορίες για την μητέρα του και ταυτόχρονα να τον πιέζει τώρα και εκείνη που τον αισθάνεται ότι είναι τόσο «σκληρός» και έδειξε να αποδέχεται τη σωματική επαφή τους σαν μια φυσική ευχαρίστηση! Του άρεσε! Στην εφηβεία του νιώθει ερωτική διέγερση και την ανάγκη για σεξουαλική επαφή. Ήταν ένα συναίσθημα αυθόρμητο. Πήγαζε από μέσα από τα ενδόμυχα του, πέρα από τον ελέγχο της λογικής του, γι' αυτό και η λογική του σκέψη δεν μπορούσε εύκολα να αλλοιώσει τη δύναμη του συναισθήματος στην περίοδο της εφηβείας του. Να είσαι φρόνιμος και συνετός δεν του είπε η Ερμιόνη...  Δηλαδή πόσο συνετός; και πόσο πιο φρόνιμος ρε Ερμιόνη. Με «κράμπες» κατάντησε στους όρχεις, έτσι ψυχρός ατάραχος και απαθής που προσπαθούσε να μείνει πλημυρισμένος από μια ατελείωτη θέρμη. Εκείνες τις ώρες αισθάνεται πως η κυρία «έχει τα πιο όμορφα οπίσθια του κόσμου».  
... Η κοπελιά με τη μητέρα της αναχώρησαν για Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του μαζί της θα πήγαινε μέχρι και την Αθήνα έτσι κολλημένος όρθιος πίσω της. Αναχώρησαν για Μονεμβάσια και η Ερμιόνη με τον Αλκιβιάδη. Επιβίβαση στο πλοίο Μυρτιδιώτισσα και επιστροφή. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης. Θεία του δηλαδή και αυτή. Μια εικοσάχρονη.... ένα ανερχόμενο μοντέλο που ζούσε στη Νέα Υόρκη. Δεν υπήρχαν λόγια να την περιγράψει. Μιλούσε η εικόνα της. Φορώντας μια σούπερ μίνι ριγέ κόκκινη φούστα. Φόκους στα ατελείωτα και καλλίγραμμα πόδια της έκαναν οι επιβάτες. Τους άφησε με το στόμα ανοιχτό με την εμφάνιση της.
«Σόι πάει το βασίλειο. Όμορφο το σόι της μητέρας μου» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. Τελικά ήταν ένα ενδιαφέρον δέκα-πενθήμερο από πολλές απόψεις.

Click to Open
Καλοκαίρι 1966!
.....

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Ta Prota Chronia Stin Efivia

....Μία ακόμη σχολική χρονιά τελειώνει, η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο και ήταν μια ξεχωριστή χρονιά και καθοριστική για την μετέπειτα ζωή του. Πολλές φορές κάποια τυχαία ή και ασήμαντα γεγονότα μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικής σημασίας για ολόκληρη τη μετέπειτα ζωή μας. Ένα περιστατικό, ένα επεισόδιο, μια συνάντηση, μια γνωριμία συχνά  διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πορεία μιας ζωής. Ως ένα τυχαίο και ασήμαντο γεγονός μπορεί να χαρακτηρισθεί και η απόφαση του Αλκιβιάδη ένα απλό, καθημερινό παιδί να αρχίσει να ονειρεύεται να ταξιδέψει στη θάλασσα, να ονειρεύεται να γίνει ένας Αργοναύτης, να γνωρίσει μέρη μακρινά που βλέπει μόνο μέσα από τα βιβλία του.. 
......Έξω οι δρόμοι λουζόταν στον ανοιξιάτικο ήλιο, όταν μετά το σχολείο σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς με το παραπάνω. Αυτό του στοίχισε άφθονους μώλωπες, και ένα εγκάρσιο σκίσιμο σαν από ξυράφι στην κνήμη βαθύ μέχρι το κόκκαλο και κάτι αφόρητους πόνους. Στο τέλος της αλάνας δυο ατροφικά δέντρα, έριχναν παραπετάσματα από μικρές σκιές και έτρεξε βιαστικά στον ίσκιο τους τον πόνο του να καταπραΰνει και να τον ανακουφίσει. Καθισμένος εκεί στον ίσκιο τα ξαφνιασμένα μάτια του σαν μια κινηματογραφική ταινία είδε το νεαρό άνδρα να ξεπροβάλει από τον κήπο παρακείμενης οικίας με ναυτική στολή στα ολόλευκα ντυμένο. Τον παρακολουθούσε έτσι ακίνητος και σκεφτικός όπως καθόταν αθέατος, πίσω από τη σκιά των δέντρων στον απογευματινό Ήλιο και στη δύναμη της εικόνας ένιωσε κάτι περίεργο να διαπερνά το κορμί του. Μυστήριο λαμπερό τον συνεπήρε, «τρελό όνειρο» που έβγαινε από την ψυχή του, μπορούσε να το δει καθαρά. Με τα μάτια της φαντασίας του απεικόνισε νοερά τον εαυτό του, να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου. Ένοιωσε ζωντανά τη περιπλάνηση στην καταχνιά της σκέψης του, λες και δεν πατούσε στη γη, λες και έπλεε με καράβι στα γαλανά νερά της απέραντης θάλασσας, έγινε για λίγο ναυτικός. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη θάλασσα και κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας το γλεντούσε η ψυχή μου. Όταν έφτανε κοντά της άπλωνε το βλέμμα παγανιά να κυνηγήσει τις ομορφιές της όλες, και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη παρασύροντας τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Είτανε για αυτόν το ξεκίνημα και συγχρόνως το θεμέλιο για το ριζικό του! Κι η θάλασσα τον καρτερούσε υπομονετικά να τον δεχτεί με στοργή στην αγκαλιά της.
Τελειώνοντας το δημοτικό γράφτηκε στο οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικό γυμνάσιο που ήταν μικτό. Αώο το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικό γυμνάσιο.
....Λένε πως ο χρόνος είναι αδιάκοπος και όπως το νερό στο ποτάμι δεν σταματά ποτέ, έτσι και ο χρόνος κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση, από το παρελθόν στο μέλλον, χωρίς να μπορούμε να τον αναστρέψουμε, και όπως δεν μπορείς να αγγίξεις το ίδιο νερό δύο φορές σε ένα ποτάμι, έτσι και οι στιγμές που περνούν δεν επιστρέφουν ποτέ. Και είμαστε «παρασυρμένοι» από το ρεύμα του. Μπορούμε να μάθουμε να κολυμπάμε, αλλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη ροή του χρόνου. Το ποτάμι του χρόνου μας φέρνει αλλαγές, μας ωριμάζει, αλλά ταυτόχρονα «διαβρώνει» τα πάντα και πολλά είναι και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στη διάβα του . 
Ο Μπόρχες αναφέρει: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι», υπονοώντας ότι ο χρόνος δεν είναι κάτι ξένο, αλλά η ίδια η ουσία της ύπαρξής μας.
....Θα ήταν ήδη ο Αλκιβιάδης στα δεκατέσσερα του χρόνια που αλλάξαν και πάλι σπίτι.  Νοικιάσανε ένα μεγαλύτερο σπίτι μόλις τρία κάθετα σοκάκια κατά το μήκος της κοίτης του ρέματος βορειοδυτικά της ίδιας παραδοσιακής γειτονιάς.Τα παιδιά μεγάλωσαν και οι γονείς αποφάσισαν ότι χρειάζονταν κάτι μεγαλύτερο. Τσιμεντένια σκαλοπάτια έκαναν ποιο εύκολη την πρόσβαση των πεζών στα σπίτια τους, εκει που οι στενοί δρόμοι ακολουθούσαν τη φυσική έντονη κλίση του εδάφους και οι οποίοι αποτελούσαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του παραδοσιακού οικισμού της πόλης με το έντονο ανάγλυφο του με τα σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πίσω απ' το άλλο στις πλαγιές του λόφου. Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, σ' ένα τεράστιο χωμάτινο επίπεδο πλάτωμα. Δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια έστεκαν λιτά αλλά επιβλητικά, τα σπίτια σαν αετοφωλιές προσφέροντας πανοραμική θέα, συνήθως τα περισσότερα δίπατα με μικρές η μεγάλες αυλές. Το σπίτι που νοικιάσανε ήταν δίπατο (ισόγειο και έναν όροφο) στην αριστερή πλευρά και στο μέσον της κλίμακας από τα σκαλοπάτια, ιδιοκτησία μιας κοντούλας στρουμπουλής γυναίκας. Πρέπει να ήταν γύρω στα σαρανταπέντε της χρόνια χήρα και έμενε στο ισόγειο με το γιο της, ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Χαμηλά στην όχθη του ρέματος υπήρχε μια παρόχθια δασική συστάδα, ένα μικρο δάσος με πανύψηλες λευκές λεύκες που σταθεροποιούσαν την όχθη του ρέματος και το ριζικό τους σύστημα, απέτρεπε τη διάβρωση στα πλατώματα με τα σπίτια και ταν μια πολύ όμορφη οικολογικά ζωτική εικόνα. Τα δέντρα τακτοποιημένα το ένα δίπλα στο άλλο, λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τα πουλιά, με μια συνεχή οχλοβοή από τα σπουργίτια και τις δεκαοχτούρες στα κλαδιά τους. Η οχλοβοή που έκαναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους τους. Πίσω από της λεύκες σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα ήταν απλωμένα στις γωνίες του πλατώματος τα πρώτα σπίτια. Στη δεξιά πλευρά του ήταν ακροβολισμένα τρία σπίτια όπου διέμεναν αντίστοιχα τρεις οικογένειες με δεσμούς αίματος. Ηταν σύνηθες στις οικογένειες της γειτονιάς τα πατρικά σπίτια να χωρίζονται ή να χτίζονται νέα σπίτια στο ίδιο οικόπεδο για να στεγάσουν τα παιδιά και τις δικές τους οικογένειες. Από τα πρώτα χρόνια οι γονείς του Αλκιβιάδη είχαν αποκτήσει κοινωνική επαφή, οικειότητα και φιλία μ' αυτές τις οικογένειες. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια έμενε μια χήρα με τους δυο γιους της, νεαροί άνδρες σε ηλικία παντρειάς. Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να περιγράψει αυτό που συνέβαινε στις γειτονιές κατά μήκος του ρέματος με τη μεγάλη πυκνότητα γυναικών που είτε είχαν χάσει τους συζύγους τους, (χήρες,) είτε ήταν ζωντοχήρες (γυναίκες που βρίσκονταν σε διάσταση, είχαν εγκαταλειφθεί ή οι άντρες τους έλειπαν για μεγάλο διάστημα). Η χαμηλότερη προσδόκιμη ηλικία των ανδρών σε σύγκριση με τις γυναίκες ήταν ένα διαπιστωμένο δημογραφικό φαινόμενο. Το χάσμα αυτό αποτελούσε σημαντική κοινωνική παράμετρο, στη δομή του πληθυσμού της γειτονιάς τους, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελείτο από χήρες ηλικιωμένες γυναίκες. Μετά από τους πολέμους, και από άλλους διάφορους παράγοντες, πολλές γυναίκες έμεναν μόνες, αναλαμβάνοντας το βάρος της οικογένειας και της επιβίωσης. Οι γυναίκες αυτές, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στη φτωχική γειτονιά τους.
Στην ουσία, οι ζωντοχήρες την εποχή εκείνη βρίσκονταν σε μια γκρίζα ζώνη στην κλειστή, πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς τους, καθώς η απουσία του «προστάτη» άνδρα καθιστούσε τη θέση τους επισφαλή και την ηθική τους «ανοιχτή» σε σχόλια. Ισορροπούσαν ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσουν την κοινωνική τους υπόληψη και στην ανάγκη επιβίωσης, αποτελώντας συχνά πρότυπα ανθεκτικότητας, παρά το στίγμα που τις συνόδευε.
Στο δεύτερη και τη μεγαλύτερη οικία, μια ευρύχωρη νεόδμητη οικοδομή κατασκευασμένη με τσιμέντο  και τούβλα την κλασική και διαδεδομένη μέθοδο δόμησης πλέον στην Ελλάδα έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας που είχε τρεις κόρες ηλικίας από τέσσερα έως δώδεκα χρονών την εποχή που μετακόμισε  η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα περιοχή της ίδιας γειτονιάς. Στην τρίτη οικία, μια  πετρόκτιστη μονοκατοικία όχι ιδιαίτερα ευρύχωρη έμενε η μικρότερη κόρη της με δυο παιδιά μικρά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Η οικία που έμενε χήρα μητέρα τους, μαζί με τους δυο, μικρότερους από τα κορίτσια γιους της, ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία με πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη σταθερότητα. Μια παλιά οικία σαν αυτές που συνήθως συναντώνται ειδικά σε ορεινές περιοχές ή σε παραδοσιακούς οικισμούς. Ο μεγάλος της ο γιος είχε νοητική υστέρηση, ήταν άτομο με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές λειτουργίες, αλλά με καλή σωματική υγεία σε συνδυασμό με μεγάλη μυϊκή δύναμη. Παρά τους περιορισμούς στη γνωστική λειτουργία, είχε καλή καθημερινότητα, συνεργάσιμος με «αγαθιάρικη διάθεση» και εκδηλωτικός με τα συναισθήματά του. Δούλευε συνήθως βοηθός στις οικοδομικές εργασίες. Το ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογενείας του Αλκιβιάδη, ήταν ένα από τα συχνά τα πιο άμεσα και καθημερινά, θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Ο Μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένα ψηλός ωραίος μελαχρινός άνδρας, που όταν απολύθηκε από το στρατό έφερε και μια νύφη στο σπίτι από την Αθήνα. Η σχέση δεν κράτησε πολύ! Τέσσερα άτομα στο μικρό ξύλινο σπίτι ήταν υπερβολικά πολλά. Σε «κακεντρεχείς» συζητήσεις και φήμες, που αφορούσαν τοξικές σχέσεις γινόταν αναφορά, όπου η μητέρα του μπορεί να ζήλευε και να ανταγωνιζόταν την υποψήφια  νύφη της.
Κατά το μήκος στα τσιμεντένια σκαλοπάτια που ξεκινούσαν από έναν μικρο πεζόδρομο παράλληλο της όχθης του ρέματος μεχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις-τεσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά, δεξιά και αριστερά. Η οικία που ξεχώριζε ήταν μια μεγάλη υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά από τα σκαλοπάτια και μπροστά από την οικία που είχε ενοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ηταν κτισμένη εμπρός τους με θέα το ρέμα εκεί που το ρέμα έκανε ένα μεγάλο τόξο και είχε δημιουργηθεί ένα υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα, και πολύ πλούσια βλάστηση. Μπροστά αυτής της οικίας επεκτεινόταν μεγάλο επικλινές οικόπεδο, με σύνορο από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μεχρι τις αποθήκες που ήταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας.  Η κατοικία και το οικόπεδο ήταν ιδιοκτησία ενός εμπόρου, που είχε το κατάστημα του στο κέντρο της πόλης. Αυτός ήταν γύρω στο πενήντα του χρόνια, η σύζυγος μια σαραντάρα, σεμνή και χαμηλών τόνων γυναίκα και και το ζευγάρι είχε δυο κόρες που φοιτούσαν στο γυμνάσιο. Η μεγάλη το τελείωνε τη χρονιά εκείνη. Δύο νεαρά όμορφα χαμογελαστά μελαχρινά κορίτσια.
Η Ιοκάστη είχε αγαστή φιλία και με τις δυο κόρες της χήρας. Η μεγάλη η Πανδώρα ήταν στην ηλικία της Ιοκάστης. Η μικρότερη η Περσεφόνη ήταν δυο με τρία χρόνια μικρότερη.
Η Πανδώρα, ούτε Αρσακειάς, ούτε Ουρσουλίνα. Ήταν μια χαριτωμένη μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή με καλές αναλογίες, συμπαθής, με χλωμό λευκόχρωμο πρόσωπο βιολετί μάτια που ασκούσαν αδιόρατη γοητεία και πεταχτό περπάτημα. Η Πανδώρα ήταν αθεράπευτα ρομαντική και αμετακίνητη στις απόψεις της και κάπως αφελής. Εάν της έδινες αφορμή να μιλήσει, άρχιζε και ξεχνούσε να τελειώσει, αλλά αν βρισκόταν με κάποιον που δεν τον συμπαθούσε, δηλαδή με τους αρκετούς ανθρώπους του κόσμου της συνοικίας. σχεδόν δεν άνοιγε το στόμα της! Παντρεμένη μ' έναν κοντό και ξερακιανό τριανταπεντάρη, με τα μαλλιά του πάντα ανακατωμένα, και που συνήθως έμενε βδομάδες αξύριστος. Δούλευε εργάτης στις οικοδομές.
Η Περσεφόνη. Ήταν μετρίου αναστήματος κοπέλα, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, συμπαθητική, και ντελικάτη. Τα καστανά μαλλιά της έκαναν μικρές μπούκλες. Τα ανοιχτά καστανά υγρά μάτια της είχαν μια γλυκύτητα, μάτια που φανέρωναν ότι το άτομο διαθέτει καλούς τρόπους και υπομονή. Παντρεμένη μ' έναν ψηλό άνδρα, καστανό, με όμορφη κατατομή, ψηλό μέτωπο, ντυμένος συνήθως κατά τα κιτς πρότυπα της εποχής. Όταν τον γνώρισε η Περσεφόνη υπηρετούσε στρατιώτης στην κοντινή μονάδα στρατού. Δούλευε υδραυλικός, ανακατωνόταν και με το εμπόριο, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος.
Η Ιοκάστη με την Περσεφόνη από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν κόλλησαν από την πρώτη στιγμή, με μια πολύ όμορφη και άμεση σύνδεση, έγιναν φίλες. Ταίριαζαν οι προσωπικότητές τους χωρίς προσπάθεια, ένιωθαν λες και γνωρίζονταν χρόνια ολόκληρα, και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να νιώσουν οικεία μεταξύ τους. Είχαν αυτά τ' αναγκαία συστατικά για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης οικειότητας και συμπάθειας, δέθηκαν μεταξύ τους. «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει. Και ο φίλος σου είναι ο άνθρωπος που ξέρει τα πάντα για σένα και παρόλα αυτά, ακόμα σε συμπαθεί. Η Ιοκάστη δεν είχε βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης: Δεν μπορούσε να διαβάσει ή να γράψει κείμενα. Η μόνη της επαφή με τη γραφή ήταν η ικανότητα της να γράφει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με κόπο, ένα φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο, σε μεγαλύτερες γενιές και ιδιαίτερα με καταγωγή από αγροτικές περιοχές.  Η Περσεφόνη έχοντας ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες, όπως το να διαβάζει και να γράφει με επάρκεια.Όταν γνωρίστηκαν η Περσεφόνη της μετέδωσε της Ιοκάστης το προσωπικό της πάθος. Αυτό της απλής γυναίκας και νοικοκυράς που δεν εργαζόταν με αμειβόμενη εργασία εκτός σπιτιού, αλλά εκτελούσε την απλήρωτη οικιακή εργασία με την αφοσίωση στην οικογένεια της. Το παθος που της εδινε χαρά και παρηγοριά αι διέξοδο στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς ήταν τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής, «Ντόμινο» και «Ρομάντζο», που ξεχώριζαν, κυρίως, για τα φωτορομάντζα τους. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε βδομάδα, καθόταν ύστερα στο προσήλιο, στην αυλή της, και τα ξεκοκάλιζε. Κρατούσε δε όλα τα τεύχη του περιοδικού σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της και πολλές φορές έπαιρνε και διάβαζε και κάποιο τεύχος παλιό.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από το φανταχτερά εξώφυλλα, ζήτησε να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους. Μια φορά κι έναν καιρό, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κι έπειτα, δειλά – δειλά, αγάπη ερωτική.Μόλις της διάβασε, λοιπόν, τα φωτορομάντζα κι έφτασαν στο... «συνεχίζεται στο επόμενο», «κόλλησε» στην περιέργεια να παρακολουθήσει την εξέλιξη των ιστοριών, κι έτσι κάθε Σάββατο, που η Περσεφόνη έπαιρνε και διάβαζε το νέο τεύχος των «Ντόμινο»-«Ρομάντζο» στη συνέχεια τα διάβαζε στην Ιοκάστη. Πολλές φόρες της τα έδινε για να της τα διαβάσει ο γιος της ο Αλκιβιάδης.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες προκλήσεις το περιεχόμενο, σε μια εποχή ρομαντισμού. Όνειρα σε συνέχειες, όπως σήμερα τα σήριαλ στην τηλεόραση, παλιά τα φωτορομάντζα στα περιοδικά, πονεμένες ιστορίες και δάκρυζαν οι ευαίσθητες ψυχές. Οι σαπουνόπερες, μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί. Για την Ιοκάστη οι στιγμές αυτές λειτουργούσαν ως αντίβαρο στη σκληρή καθημερινότητα της, προσφέροντας πνευματική και ψυχική ανάταση. «Χμμμ! η ανάγκη να πιστεύεις για ένα παραμύθι ήταν που τα έθρεψε και θρέφει και σήμερα τα παντός είδους λαϊκά αναγνώσματα».
Εκεί στη γειτονιά τους του έβρισκαν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες που τα πουλιά σπρωγμένα από τον χιονιά κατεβαίνουν κατά χιλιάδες πετούν χαμηλά και ορμούν όλα μαζί προς τον κάμπο, σχηματίζοντας μεγάλα σμήνη.  Ημέρες που τις περνούσαν μέσα στο σπίτι ακούγοντας τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι η στη σόμπα. Αυτό θυμάται. Τη φωτιά. Μια περίοδος που όλα κυλούσαν πιο αργά, σαν οι επιθυμίες να πάγωναν στο χιονιά. Βρίσκονται στο νέο τους σπίτι πιο ευρύχωρο που είναι σε θέση να καλύψει απόλυτα τις οικογενειακές τους ανάγκες.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μία παράδοση. Ο Λυκούργος ο σύζυγος της Πανδώρας πρότεινε και οργάνωσε δραστήριες οικογενειακές συναντήσεις, μεταξύ των οικογενειών τους.
Του άρεσε το κρασάκι και τα μεζεδάκια για να συνοδεύουν το κρασί. Ήταν μεν κοντός και γεροδεμένος, αλλά ήταν σχετικά λιπόσαρκος και νευρώδης και δικαίως χαρακτηριζόταν στη γειτονιά και μερακλής. Στην οικογένεια του μπορεί και να τους έλειπαν μερικά από τα απαραίτητα όμως ήταν πάντα χαρούμενοι και γλεντούσαν την απλή και φτωχική ζωή, όπως αυτοί μόνο ήξεραν, οι άνθρωποι δεν έπαιρναν τη ζωή μοιρολατρικά.
«Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι με φίλους και μ΄ένα ποτήρι κρασί στο χέρι να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα.» Ένιωθε ότι μπορούσε να μοιραστεί και με άλλους τα βάσανα και τις αγωνίες της ζωής.
Οικογενειακές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης πότε στο σπίτι της Πανδώρας που διέθετε ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι ποτέ στο δικό τους με τη ξυλόσομπα. Σαν αποτέλεσμα, είχανε δεθεί πολύ σαν οικογένειες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης... Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της συνήθως απουσίαζε με αποτέλεσμα να μην συμμετέχει ούτε η Πηνελόπη.
Είναι αυτές οι στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης που και η Ιοκάστη νιώθει ότι μπορεί να ξεκλέψει και λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Ξεχνά τη κούραση, την απογοήτευση. Τα δικά της χαμένα όνειρα. Τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής που αντιμετωπίζει χωρίς την αρμόζουσα βοήθεια απ τον σύντροφο της. Δεν είναι κακός αλλά δεν είναι και ο ενεργητικός οικογενειάρχης.
Το να είσαι εργαζόμενη μητέρα συνεπάγεται άγχος, κούραση, ευθύνες και καθόλου μα καθόλου χρόνο. Η καθημερινότητα φαντάζει τόσο δύσκολη... Γιατί η μητέρα είναι ο στυλοβάτης του σπιτιού τους. Η Ιοκάστη είναι ηρωίδα! Θέλει τα παιδιά της να μπορούν να είναι χαρούμενα. Εν αντιθέσει με τον Κλέαρχο που όπως είπαμε είναι αρκετά φυγόπονος και τα έχει φορτώσει σχεδόν όλα πάνω της. Η Ιοκάστη είναι μια γυναίκα που τον ηρεμεί, τον χαλαρώνει με την οποία νιώθει μεγάλη ευχαρίστηση, όταν ξέρει πως η σύντροφός του διακρίνεται για τον δυναμισμό και την αυτάρκεια της.
Ο Λυκούργος εργάζεται κι αυτός πολύ σκληρά, δίνει καθημερινά σκληρή μάχη για το μεροκάματο: Οικοδομή, κασμάς, φτυάρι, τενεκές. Σκληρή και κουραστική δουλειά. Σηκωνόταν από τ' αξημέρωτα. Βογκά και πασχίζει να τα φέρει βόλτα με το μεροκάματο.. Για ζωή με αξιοπρέπεια παλεύει, για το τραπέζι της φαμίλιας παλεύει..
Στα τριάντα πέντε του χρόνια νοιώθει κουρασμένος, νοιώθει να μην έχει ενέργεια και διάθεση μετά από τη σκληρή δουλειά για να έχει όρεξη για ερωτικά παιχνίδια. Δ εν αισθάνεται πλέον την απαραίτητη διέγερση για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του για σεξ με τον σύντροφό του. γρήγορα άρχισε να παραμελεί και δεν ανταποκρίνεται στα συζυγικά του καθήκοντα απέναντι στις σεξουαλικές επιθυμίες της γυναίκας του. Η Πανδώρα φαινότανε πως της άρεσαν τα ερωτικά παιγνίδια και ο Λυκούργος δεν μπορούσε να την καλύψει. «Δεν τη φρόντιζε όσο πρέπει.» Ένοιωθε ότι δεν την πρόσεχε όπως παλιά, με συνέπεια, να εμφανιστεί η σεξουαλική πλήξη στην Πανδώρα. Και όπως ήταν επόμενο του παραπονιόταν ότι την παραμελεί, δεν ενδιαφέρεται για αυτή και άλλα πολλά. Συχνά πυκνά μάλιστα του έλεγε ότι θα καταλήξει να βρει κάποιον να την ικανοποιεί και καλά θα έκανε να τη φροντίζει πιο συχνά. Από την πλευρά του, παρότι ακόμη του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, δεν ένιωθε την ανάγκη να κάνει έρωτα μαζί της και όταν το έκανε, η Πανωραία παραπονιόταν στην Ιοκάστη πως το σεξ με τον άνδρα της ήταν σκέτη αγγαρεία.
Αυτή είναι μια απλή νοικοκυρά, και μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο και φροντίδα στον εαυτό της. Δέκα πέντε χρόνια παντρεμένη συνήθισε τόσο που είχε ξεχάσει λίγο τον νεανικό εαυτό της. Η αλήθεια ήταν ότι τελευταία είχε αρχίσει να σκέφτεται να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει κάποιες από τις φαντασιώσεις της τώρα που έχει ακόμα την ευκαιρία στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ψάχνει, κάποιον να την κυνηγά λίγο και να της δίνει σημασία χωρίς να σημαίνει ότι την ερωτεύτηκε. Αρκεί να μπορεί άνετα να κάνει μόνο σεξ. Απλά να τον συναντά όταν έχει την ανάγκη να κάνει σεξ.
Η Πηνελόπη ζει στο δικό της κόσμο των φωτορομάντζων και νοιώθει τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια τους. Αναμφίβολα ήταν μια γυναίκα πάντοτε μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Ο ποδοσφαιρόφιλος σύζυγος της, ένας τύπος έξω καρδιά με μια επηρμένη βλάχο-αυθάδεια συμμετείχε σπάνια στις οικογενειακές συνάξεις. Κι όταν συμμετείχε και το εκλεκτό κρασί έρεε άφθονο, ήταν φορές που κολλούσε πάνω στην Ιοκάστη τα μάτια του, θαυμάζοντας τις καμπύλες της και με δυσκολία συγκρατιόταν να μην εκδηλωθεί.  Έβλεπες πώς ο θαυμασμός και η συμπάθεια που ένοιωθε για την Ιοκάστη, δεν άργησε να μετατραπεί σ’ ερωτική επιθυμία.  Η Ιοκάστη ξεχώριζε ήταν η πιο όμορφη. Φιλήδονα όμορφη. Μελιά προς καστανά μάτια κι ένα κορμί με πλούσια τα ελέη! Πιο όμορφη από ποτέ απ έπνεε έντονο ερωτισμό, μέσα σ' ένα κρεμεζί φόρεμα, με τα καστανά μαλλιά της ατίθασα, τον δυναμισμό της, και την όρεξη της που είχε για ζωή.
Η Ιοκάστη τον απέκρουε ευγενικά, με καλοσύνη και συμπάθεια. Προς τιμή του την σεβόταν απόλυτα δεν την παρενόχλησε σεξουαλικά ανεπίτρεπτα ποτέ. Και η Πανδώρα μπορεί να φαίνεται πολύ φιλική με τη μητέρα αλλά πίσω από την πλάτη της αμόλαγε φαντασιόπληκτες τορπίλες και σεξουαλικές κακίες μαγειρεμένες.
Χύμα τα τσουχτερά και όλο υπονοούμενα σεξιστικά σχόλια, με αφορμή τους όμορφους γλουτούς της Ιοκάστης. Ο σεξισμός κατά των εργαζομένων γυναικών σε ανδροκρατούμενο περιβάλλον, στο πρόσωπο της μητέρας του ζει και βασιλεύει στα κουτσομπολιά της.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της  Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις  άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να  μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
. Η Πανδώρα έχει αφεθεί σε ένα φαντασιακό παιχνίδι ηδονής. Έχει έναν ολόκληρο φαντασιακό σεξουαλικό κόσμο μες το κεφάλι της, που απλώνεται και αγκαλιάζει όλο της το είναι. Η σχέση της με την Ιοκάστη είναι μια σχέση ιδιαίτερη. Την θαυμάζει για το χαρακτήρα της, για την λεβέντικη κορμοστασιά της. Ταυτόχρονα τη ζηλεύει και θα ήθελε να της μοιάζει να ήταν σαν τη μητέρα του. «Σκέφτεται ο Αλκιβιαδης σήμερα.» Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
.Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο ο Αλκιβιαδης γράφτηκε στο οικονομικο Γυμνάσιο Λαμίας. Η Λαμία την εποχή εκείνη του 1960 είχε δυο γυμνάσια αμιγώς αρρένων που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο ένα θηλέων και το οικονομικο που ήταν μικτό. Από το τους αποφοιτήσαντες την τάξη του στο δημοτικό μόνο μια συμμαθήτρια του φοίτησε και αυτή στο οικονομικο γυμνάσιο. Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο πλέον το καλοκαίρι του 1965 το δεκαπεντάχρονο «Αλκιβιάδη» ο πατέρας του ο «Κλέαρχος» τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για εργασία. Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα ήταν δημοφιλές τουριστικό θέρετρο και υπήρχαν ευκαιρίες για εργασία. Εκεί ξεκίνησε την καριέρα στα τουριστικά επαγγέλματα πλένοντας τα ποτήρια στο μπαρ γνωστού ξενοδοχείου. Πολύ σύντομα έγινε βοηθός σερβιτόρου μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής σαιζόν. Στα Καμένα Βούρλα ο Αλκιβιάδης πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες! Όταν η δουλειά της ημέρας είχε τελειώσει, πολλά βράδια έπαιρνε το ποδήλατο του δυο κουβέρτες και πήγαινε και κοιμόταν μέσα στο πευκόδασος επάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου! Του άρεσε ιδιαίτερα αυτός ο τρόπος ζωής. Ηταν μια εφηβικη εμπειρία! Εκεί στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, εκεί όπου βασιζόταν αποκλειστικά και μόνο στον εαυτό του ένιωθε την πραγματική και κρυμμένη δύναμή του με τα σκούρα μελιά του μάτια να κοιτάζουν μέσα από τα δέντρα την απέραντη μοναξιά του διαστήματος,. 
Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς ίσχυε ήδη η νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964  στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ήταν σε δύο τριετείς κύκλους (το Γυμνάσιο και το Λύκειο), και το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με την ταυτόχρονη κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ, και η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και μάθησης. Κύριοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι ήταν να γίνει η εκπαίδευση προσιτή σε όλες τις κοινωνικές τάξεις (δωρεάν παιδεία) και να διευθετηθεί ταυτόχρονα, με την ανάπτυξη ενός δεύτερου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Και πολύ απλά από το γυμνάσιο που είχε τελειώσει ο Αλκιβιαδης για εισαγωγή στο Λύκειο απαιτούντο πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Ο Αλκιβιάδης είχε την ατυχία να του συμβεί ένα απρόσμενο συμβάν και έχασε το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα βούρλα για τη Λαμία την ήμερα των εξετάσεων και δεν έλαβε μέρος. Στο μυαλό του είχε καθίσει και η ιδέα ότι οι σπουδές στο Λύκειο κατά βάση προετοίμαζαν τους μαθητές για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στη συνέχεια για ηγετικές θέσεις στη κοινωνία και προσωπικά για να ολοκληρώσει αυτό το κύκλο ένιωθε ότι δεν έχει το οικονομικό υπόβαθρο να υποστηρίξει αυτό το κύκλο σπουδών. Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Ναυτικό φυλλάδιο λόγω ηλικίας απαιτείτο γονική συναίνεση. Από τον «Κλέαρχο» ήταν πολύ εύκολο να τη πάρει μα αυτός επιθυμούσε τη συναίνεση να του τη δώσει η «Ιοκάστη.» Αρχικά ήταν ανένδοτη, έκαμψε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να πάει στρατιώτης δεν θα φύγει. Ενδόμυχα πίστευε ότι θα του περάσει και έδωσε τη συγκατάθεση της. Το πρόβλημα της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερησία η σχολή και τα δίδακτρα ασήκωτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Σαν εναλλακτική αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και έπιασε δουλειά σ΄ ένα κατάστημα χονδρεμπορικής με δημητριακά προϊόντα τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Το κατάστημα ήταν  στη περιοχή της λαχαναγοράς και ταυτόχρονα έκανε μερικές έχτρα εργασίες βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών για έχτρα χαρτζιλίκι. Ήταν και η εποχή που απόκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος και ταυτόχρονα η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτικε τις πολύ συχνές απουσίες του. Βλέπεις μάθαινε γαλλικό μπιλιάρδο το παλικάρι το έβρισκε πολύ πιο ενδιαφέρον.
....Ο Αλκιβιάδης με τη Μυρσίνη απ' όταν η οικογένεια του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, βλέπονταν αραιά και που και τα λέγανε σε μια σχέση που περιελάμβανε «όλα μαζί» φιλική, κοινωνική και λανθάνουσα ερωτική. Υπήρξε μια περίοδος που τα λέγανε πιο συχνά, τότε μάλιστα υπήρχε ένα έντονο φλερτ μεταξύ τους. Κι όπως έλεγε ο σοφός παππούς του «όπου υπάρχει φλερτ δεν υπάρχει αθωότητα»  Εκεί στα χρόνια της εφηβεία τους έγιναν αρκετές απόπειρες να αποκτήσουν μία επιτυχημένη και ολοκληρωμένη σεξουαλική συνεύρεση και πάντα  ξαφνικά και αναπάντεχα, σαν από μηχανής Θεός παρέμβαινε καθοριστικά η Ιοκάστη. Η παρέμβαση της ήταν καταλυτική για την εξέλιξη και τους ανάγκαζε σε ημιτελείς επαφές που έπαιρναν αναβολή για επόμενη ολοκλήρωση και που τελικά ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν τελεσίδικα. Ήταν κάτι το απίστευτο αυτό που συνέβαινε με αυτούς. Λες κάποιες ασυνήθιστες υπερφυσικές ικανότητες της Ιοκάστης  λειτουργούσαν ως μηχανισμός και την προειδοποιούσαν. Της έστελναν σημάδια για να δείξουν ότι δύο άνθρωποι είναι ασύμβατοι, και να ματαιώσει τις προσπάθειας τους. «Πρόσεχε τον μην μπλέξει.» Σαν να 'θελαν να της πουν οι δυνάμεις, ότι η προσπάθεια τους είναι μάταιη. «Δεν ταιριάζουν, δεν υπάρχει μέλλον. Να το ξεχάσουν.» Και το ξέχασαν. Με τον καιρό οι συναισθηματικοί τους δεσμοί κόπηκαν και η σχέση μπήκε στο αρχείο του παρελθόντος.

Click to Open
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!
.....

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

......Οταν ξεκινησε η νέα σχολικη χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους  κυλούσε φυσιολογικά, χωρίς ακραίες ανατροπές ή εξαιρετικά γεγονότα, ακολουθώντας τον ίδιο ρυθμό, τις χαρές, τις λύπες, τις καθημερινές συνήθειες που ακολουθεί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο.  Ο χρόνος δεν είχε παγώσει ούτε έτρεχε απεγνωσμένα, αλλά είχε μια ομαλή ροή. Κάποια μικρά, καθημερινά γεγονότα που συνέβησαν στο μικρο κλειστό κύκλο της γειτονιάς, αν και η γειτονιά τα θεωρούσε ασήμαντα, ο Αλκιβιαδης πίστευε ότι αυτά ήταν που στην πραγματικότητα διαμόρφωναν την ιστορία, τον χαρακτήρα και τις κοινωνικές σχέσεις της γειτονιάς τους. Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι που τελικά προσδίδουν σε κάθε γειτονιά τη μοναδικότητά της. 
Η νεαρή σπουδάστρια δεν εμφανίστηκε τη νέα σχολική περίοδο για  αδιευκρίνιστους λόγους, η μικρή κάμαρα έμεινε άδεια. Χάθηκε η επαφή με την οικογένεια τους, έκτοτε ο Αλκιβιάδης ποτέ του δεν έμαθε αν ίσως υπήρξε κάποια επαφή, είδηση ή πληροφορία για τη συγκεκριμένη νεαρή κοπέλα.
Η Ιόλη την τελευταία της χρονιά στο δημοτικό δεν εμφανίστηκε στο σχολείο τους. Η Μερόπη που κρατούσε επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένεια της Ιόλης μετά της καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σε ένα κεφαλοχώρι στο κάμπο του Σπερχειού. Ο Αλκιβιαδης αργότερα έμαθε ότι η Ιόλη τελειώνοντας το δημοτικό πολύ σύντομα παντρεύτηκε! Παντρεύτηκε σε πολύ μικρή ηλικία ακόμη, ούτε την εφηβική της ηλικία δεν γεύτηκε ελεύθερη.
Η Μερόπη που είχε τελειώσει το δημοτικό, μεγάλωσε απότομα, σοβάρεψε, έχασε εκείνη την σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά της, πιο ώριμη και υπεύθυνη έπιασε εργασία σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων.
Και η οικογένεια του Αλκιβιάδη μετακόμισε και αυτή, ενοικίασαν ένα σπίτι λίγο ψηλότερα από το ρέμα, μια μικρή αυτόνομη μονοκατοικία με πολύ μεγάλη αυλή που ένα μέρος της ο Κλέαρχος ενθυμούμενος τις συνήθειες του χωριού τους, ένα τετράγωνο της το μετέτρεψε σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Μετακομίζοντας ο Αλκιβιαδης δεν έχασε επαφή με τη Μερόπη ούτε με την Μυρσίνη, απλώς οι επαφές τους αραίωσαν.
Ο Κλέαρχος περίμενε για άλλη μια φορά να ξεκινήσει η σαιζόν στο εργοστάσιο με τους ριζόμυλους του Μουζέλη. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί και αυτή στο ελαιουργικό εργοστάσιο του συγκροτήματος, εκεί που έβγαζαν το βαμβακέλαιο.
Η Ιοκάστη μετά την δουλειά έπρεπε να πλένει ως αργά το βράδυ σε μια σκάφη, γιατί ήταν τρία παιδιά, τι να προλάβει; Η εικόνα της μητέρας του να «παλεύει» με τη σκάφη ως αργά αποτύπωνε την αυταπάρνηση, την κούραση αλλά και την ανάγκη για καθαριότητα παρά τις αντίξοες συνθήκες. Η Ιοκάστη αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικιακής οικονομίας και φροντίδας της οικογένειας τους, στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας, τη δεκαετία του 1960. 
Μάνα, μητέρα, μαμά, όπως και να την φώναζαν, ήταν ιερή λέξη, που ακουγόταν σαν μελωδία. Η μάνα τους ήταν το σύμβολο της ανιδιοτελούς αγάπης, της θυσίας και της φροντίδας. Ήταν το πρόσωπο που εβρίσκετο πάντα εκεί, έτοιμο να στηρίξει, να καθοδηγήσει και να προσφέρει ζεστασιά, φροντίζοντας ακούραστα για τα πάντα. Αγαπούσε χωρίς όρους και ανταλλάγματα και ήταν το καταφύγιο τους σε κάθε δυσκολία.
Είναι αργά, η ώρα είναι προχωρημένη! Δίνες αστεριών στο νυχτερινό ουρανό του φθινοπώρου. Ο φθινοπωρινός νυχτερινός ουρανός προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες για παρατήρηση στον μικρο Αλκιβιάδη, με τους χαρακτηριστικούς αστερισμούς και φαινόμενα που «στροβιλίζονται» γύρω από τον Πολικό Αστέρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Μεγάλη Άρκτος βρίσκεται χαμηλά στον βορρά, ενώ η Κασσιόπη, με το χαρακτηριστικό σχήμα «W», κυριαρχεί ψηλότερα. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της καθαρής νύχτας, ήταν ένα φωτεινό κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο που κυριαρχούσε στον ουρανό, προσθέτοντας μια ατμοσφαιρική και ρομαντική νότα. Το ανάγλυφο των λόφων, από το στρατόπεδο απέναντι δεν φαινόταν πλέον με λεπτομέρειες, αλλά ως συμπαγείς, σκοτεινές σιλουέτες που επιβάλλονται στο τοπίο. Μπροστά τους προς την ανατολή μία φεγγαρόλουστη πόλη, ενώ η σκούρες σιλουέτες από τις ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς βρίσκονταν σε πρώτο πλάνο. Η μητέρα του έχει βάλει το καζάνι να βράζει με φύλλα από την λεμονιά και την πορτοκάλια ώστε τα ρούχα να μοσχοβολάνε με το σπιτικό σαπούνι και έχει ξεκινήσει τη μπουγάδα της οικογένειας στη ξύλινη σκάφη που την τοποθέτησε πάνω στον ξύλινο πάγκο της αυλής εκεί που ο Κλέαρχος συσκεύαζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της να της κάνει παρέα έχοντας για θρόνο μια ταπεινή καρεκλίτσα και συνεχώς διάβαζε. «Τα σχολικά του.» Διάβαζε το βιβλίο του στο λιγοστό κιτρινωπό φως μιας λάμπας πετρελαίου. Χαμένος στις φαντασιώσεις του, διάβαζε προσηλωμένος το θέμα γιατί είχε πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Το σώμα του ήταν παρόν, αλλά το μυαλό του ταξίδευε και η φαντασία του παίρνοντας αφορμή από το θέμα έφτιαχνε δικές του εικόνες, ευχάριστες, μακρινές από την πραγματικότητα. Προσηλωμένος ξαφνιάστηκε και διακόπηκε η συγκέντρωσή του με την αντίδραση της μητέρας του που με απότομο τρόπο, απροσδόκητα, του άρπαξε το βιβλίο που «διάβαζε» από τα χέρια του. Το εσωτερικό περιεχόμενο του βιβλίου έπεσε στο δάπεδο.
«Τι είναι αυτό;» 
Ο Αλκιβιάδης ανήμπορος να αρθρωσει λόγο κοιτάζει τη μητέρα του με αμηχανία και με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας. ...(Η εικόνα του, του θυμίζει τον Αλκιβιάδη, έναν άντρα που φημιζόταν για τη ρητορική του δεινότητα και την αυτοπεποίθησή του, να είναι ανήμπορος να μιλήσει και να κοιτάζει τη μητέρα του τη Δεινομαχίδη, μια ισχυρή προσωπικότητα)....... 
Με αμηχανία έρχεται αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορεί να διαχειριστεί με λόγια. 
Γκαούρ -Ταρζάν ήταν το κρυφό ανάγνωσμα στο εσωτερικό του σχολικού βιβλίου που κάθε τεύχος περιλάμβανε συναρπαστικές ιστορίες περιπέτειας με τους θρυλικούς ήρωες Γκαούρ και Ταρζάν, συνδυάζοντας δράση, μυστήριο και φαντασία. Στο μύχιο, βαθύ και άγουρο παρελθόν του, όπου τα συναισθήματα και τα γεγονότα ήταν πρωτόλεια και καθοριστικά και οι πρώτες ηδονές να μυρμηγκιάζουν το κορμί του. Γκαούρ ήταν μελαχρινός γίγας, γενναίος, με ελληνικό φιλότιμο και λεβεντιά, κάτι που ο Άγγλος ξανθός, λίγο αφελής Ταρζάν δεν μπορούσε να συγκριθεί. Η ωραία Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικάνα κοπέλα του Γκαούρ με το χυμώδες σώμα και το υπέροχο μπικίνι της. Αλλά ακόμα έφτιαχνε ιστορίες με τη Τζέιν, την ξανθιά καλλονή του Ταρζάν, Αγγλίδα, πανούργα και κρυφά ερωτευμένη με τον καλό Γκαούρ. Τι συνδυασμός! Τζέιν, ξανθή, σκύλα και επικίνδυνη! Ταταμπού, μελαχρινή, γλυκιά  και καλή! Και οι δυο θεές όλο χυμούς αντίζηλες και ερωμένες! Ποιο πιτσιρίκι δεν θα άρπαζε φωτιά.
Ήταν δώδεκα χρονών τότε τελείωνε σε λίγο το δημοτικό. Το ανάγνωσμα του ξυπνούσε μια διάχυτη, ευχάριστη και διεγερτική αίσθηση που έτρεχε στο δέρμα του, και διαπερνούσε το σώμα του σαν ρίγος.
Η Ιοκάστη μια φόρα την εβδομάδα καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου τους. Της παραπονέθηκε ότι ενώ ήταν καλός μαθητής τελευταία έδειχνε αδιάφορος στα σχολικά του. Είχαν συμφωνήσει ότι θα γίνει επιμελής, και συνεπής στις σχολικές του υποχρεώσεις. Διάβαζε βέβαια αλλά αυτά που άρεσαν σ' εκείνον και τελικά η μητέρα του τον συνέλαβε αδιάβαστο και του έδειξε την δυσαρέσκεια και την απογοήτευση της.
Με την πρόθεση να του δείξει ότι «πρέπει να το πάρει στα σοβαρά» τον τιμώρησε τον ελεύθερο χρόνο του θα πηγαίνει μαζί της τα Σαββατοκύριακα στη νέα της εργασία για να καταλάβει πως βγαίνει το ψωμί και να στρώσει τον πισινό του να μάθει γράμματα εάν αναζητεί μια καλύτερη ζωή.
Αχ καλή μητέρα πόσο θα θελε να καταλάβει ότι πραγματικά καλός μαθητής είναι μόνο αυτός που είναι καλά και στην υπόλοιπη ζωή του.
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε σκληρά ... Εργαζόταν περιστασιακά ως καθαρίστρια σε κάποια σπίτια πολλές ώρες για να βγάλει επιπλέον χρήματα.. Ένας εργοδότης της στην περιστασιακή αυτή εργασία της ήταν ένας τριαντάρης εργένης Έλληνας γεννημένος στον Καναδά με την όμορφη ελληνική κατατομή.
Πρώτη φορά τον είδε να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος, ψηλό μέτωπο, σκέφτηκε, να ο αγαπημένος του ήρωας ο Γκαούρ σε πιο ανοιχτόχρωμη έκδοση. Τα ωραία χαρακτηριστικά του, το βαθιά μελαγχολικό του βλέμμα, με το ωραίο μελανό των ματιών του, που μέσα τους σπινθηροβολούσαν και ο γοητευτικός τόνος της φωνής του σε μαγνήτιζε άθελά του. Μια γοητευτική παρουσία που γύρισε στην πατρίδα των γονιών του και ασχολήθηκε με την γεωργία δυναμικά. Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μα πήρε απόφαση ζωής να γίνει γεωργός. Ήταν κάτοχος ενός αμερικανικού τζιπ, ενός μεγάλου τρακτέρ και μιας πλατφόρμας που έσερνε το τρακτέρ και είχε στην κατοχή του ένα πλήθος γεωργικά μηχανήματα, πολύτιμα εργαλεία στην επιχείρηση του..
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Η Ταταμπού σε καστανή ανοιχτή χροιά. Γεροδεμένη, μια γνήσια Σπαρτιάτισσα. Και η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως καλλιγύναικα. Την εποχή του Ομήρου θα 'ταν η Περίβοια, η κόρη του Ευρυμέδοντα. Λέγεται ότι ήταν η πιο όμορφη μέσα στις γυναίκες.
Η Ιοκάστη λοιπόν εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και πολλές φορές όταν την χρειαζόταν επικουρικά στα κτήματα του. Τακτοποιούσε το σπίτι και τις κτιριακές εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Τελευταία εκτός από την συντήρηση των οικημάτων και κυρίως τις εποχές που δεν υπήρχε εποχικό προσωπικό, η απουσίαζε και ο εργοδότης τότε αναλάμβανε και τις καλλιέργειες. Ενεργοποιούσε τα συστήματα ύδρευσης τις πότιζε και γενικά τις πρόσεχε. Την ικανοποιούσε βαθιά αυτή η ασχολία, τσαλαβουτούσε στα νερά χαρούμενη και αμέριμνη σαν παιδούλα. Ο εργοδότης είχε αντιληφθεί ότι αυτές οι ασχολίες την γέμιζαν ικανοποίηση. Έβλεπε ότι η Ιοκάστη είχε γνώσεις, εμπειρίες και αίσθημα ευθύνης απέναντι στη δουλειά και στη φύση και συχνά ζητούσε την βοήθεια της.
Το μαγιάτικο λοιπόν πρωινό ήταν ένα γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Το Τζιπ περίμενε την Ιοκάστη στο πλάτωμα της γειτονιάς για να την μεταφέρει στις εγκαταστάσεις του κτήματος .
Η Ιοκάστη τους σύστησε. Του χαμογέλασε πλατιά. «Όμορφη μέρα κοίτα να την απολαύσεις νεαρέ μου». Του είπε με φιλικό τόνο στη φωνή του.
Ξεκινήσανε . «Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει μια δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου». Δήλωσε η μητέρα του με έμφαση.
Ο Λέανδρος (το όνομα του) την κοίταξε ερωτηματικά…
Η Ιοκάστη του εξήγησε για το επεισόδιο και την τιμωρία του.
Ένα πλατύ χαμόγελο στόλισε το πρόσωπό του δείχνοντας και τα λευκά όμορφα δόντια  του.
«Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες . Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες αγόρι μου;» Τον ρώτησε.
«Μάλλον έτσι θα ‘ναι».  απάντησε
«Λιγομίλητος… Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» Ξαναρώτησε.
«Μπα απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός.» Τον ενημέρωσε η Ιοκάστη.
Το κτήμα είναι τετρακόσια στρέμματα επίπεδης γης καλλιεργήσιμης. Κάμπος. Αυτή η πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας.  Ευλογημένη Μητέρα γη.
Στα βόρεια στέκεται ένα πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκια, μπροστά σε ένα δίπατο σπίτι με αετώματα που διατηρεί την ομορφιά του παρελθόντος, και διπλά του δυο τεράστιες αποθήκες. Μπροστά από τις αποθήκες σε κάποια απόσταση είναι το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό ανάμεσα σε δυο υπέρ αιωνόβια σκιερά πλατάνια. Τριγύρω από το σπίτι μπαξές με λεμονόδεντρα. Μια σκηνή από την ονειρική Εδέμ. Μια εικόνα παραδείσου όλες τις εποχές του χρόνου.
Ανατολικά ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας.
Δυτικά αρδευτικό κανάλι εξοργιστικά καταπράσινο χαμένο ανάμεσα σε μια απέραντη διπλό-σειρά τεραστίων κυπαρισσιών στην όχθη του.
Το κυπαρίσσι είναι χωρίς αμφιβολία ένα πανέμορφο δέντρο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την παράδοσή μας.
«Ο Κυπάρισσος από την Κέα μια μέρα, από λάθος του, σκότωσε ένα ιερό ελάφι. Από τη θλίψη του παρακάλεσε τον Απόλλωνα να διατηρήσει τη μνήμη της λύπης του αθάνατη. Ο Απόλλωνας τον άκουσε και τον μετέτρεψε σε κυπαρίσσι. Το δέντρο αφιερώθηκε στον Πλούτωνα, τον θεό των νεκρών, και είναι έμβλημα πένθους.»
Το κυρίως κτήμα απέραντο συνήθως χρησιμοποιείτο για βαμβακοκαλλιέργειες...
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη. «Νιώθουν σαν να γνωρίζονται από χρόνια», κι ας μην έχουν περάσει πάρα μόνο λίγες ημέρες από τότε που πρώτο-ειδώθηκαν.
Το βλέπει στα μάτια τους. Τα μάτια έχουν πάντα τον πρώτο ρόλο. Από την πρώτη τους κιόλας συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να υποψιάζονται τίποτα, τα σώματά τους έχουν ήδη ανταλλάξει πάρα πολλές και σημαντικές πληροφορίες.  Ήταν κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες και την επαφή του με τον Λέανδρο ένοιωσε και αυτός πώς υπάρχει χημεία μεταξύ τους. Κάτι σαν δάσκαλου μαθητή;.  Αισθάνεται ότι θα 'ταν ο άνθρωπος να υποστηρίζει τα όνειρα του τις φιλοδοξίες του ακόμα κι αν δεν τα καταλαβαίνει. Κάποια στιγμή που ο Αλκιβιάδης εκθείαζε το εξαιρετικά όμορφο σπίτι ο Λέανδρος τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε να προσθέσει στο σπίτι. Του είπε ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο. Από την επαφή και τη συζήτηση τους ο Αλκιβιάδης το είχε καταλάβει ότι ο Λέανδρος είχε μια αγάπη σ' αυτό το άθλημα. Αυτός τον κοίταξε έκπληκτος και τον αγκάλιασε πατρικά με στοργή. Αυτή η επαφή εκείνης της υπέροχης μέρας ήταν το έναυσμα για τον Αλκιβιάδη να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο και σκάκι. Η γλυκιά του μανούλα του επέβαλλε τη γλυκύτερη τιμωρία και μάλλον το ήξερε εκ των προτέρων. Πως να μην την λάτρευε.
......... Ήδη είναι  μεσημέρι. Ο Λέανδρος κάτω από τη σκιά του μεγάλου πλάτανου παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο παροχής του νερού άρδευσης. Ο καύσωνας, αν και εξασθενημένος, καλά κρατούσε! Η Ιοκάστη κάτω από το βλέμμα ενός οργισμένου ήλιου, τον προσέγγισε λουσμένη στον ιδρώτα να τον ρωτήσει εάν έχει προτίμηση να μαγειρέψει κάτι ιδιαίτερο γιατί απομένουν αρκετές εργασίες και θα τους πάρει αργά στο τέλος της ημέρας να τις τελειώσουν. Αυτός απορροφήθηκε να κοιτάζει την όμορφη σιλουέτα της Ιοκάστης, και ξεχάστηκε για λίγο με τον κρουνό που επισκεύαζε μ' αποτέλεσμα ένας πίδακας αρτεσιανό νερό διέφυγε ξαφνικά από τον ενδιάμεσο κρουνό κατά βρέχοντας τόσο τον Λέανδρο όσο και την Ιοκάστη.
Της Ιοκάστης το λεπτό λινό φόρεμα, καλά εφαρμοσμένο επάνω της αντί να κρύβει, αναδείχνει τις απαλές καμπύλες του κορμιού της. Το είχε μαζεμένο ψηλά από την δεξιά πλευρά και αγκιστρωμένο πάνω από τις γάμπες της που γυάλιζαν αφήνοντας τα όμορφα πόδια της στη θέα μέχρι ψηλά. Το βρεγμένο φόρεμα κόλλησε κατάσαρκα πάνω της τονίζοντας το όρθιο γεροδεμένο κορμί της. Το πλούσιο στήθος διαγράφηκε σαν από καλούπι στητό κι ελαστικό, ως τους μελαχρινούς κύκλους με τις ορθωμένες θηλές, και η βρεγμένη κιλότα της τονίζει ηδονικά τους πανέμορφους γλουτούς της. Ένα όμορφο μαντήλι πειθαρχούσε τα σγουρά κι ατίθασα πλούσια μαλλιά της.... και τα αμυγδαλωτά της μάτια υγρά σ’ ένα πρόσωπο γεμάτο υγεία με χρώμα ροδαλό, σαν παλιό μηλόξιδο. Η Ιοκάστη ήταν πάντα όμορφη, με το σταρένιο δέρμα στο στιβαρό, μα αρμονικό κορμί της. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισο του έμεινε γυμνός από τη μέση και επάνω ένας όμορφος γεροδεμένος άνδρας με ευρύ στέρνο και φαρδιές πλάτες. Ήταν ακουμπισμένος στο πλάι του αρτεσιανού συγκροτήματος, ξυπόλυτος και γυμνός από τη μέση και πάνω, με το τζιν του χαμηλά, φαίνεται το λάστιχο του εσωρούχου και οι γραμμωμένοι κοιλιακοί του. Τα σκούρα καστανά μαλλιά του ήταν ανακατεμένα σε ένα πολύ σέξι στιλ και τα σμαραγδένια μάτια του άστραφταν με μια πονηρή λάμψη. Ακτινοβολούσε σεξουαλική ενέργεια. 
Ένα στιγμιαίο χαρούμενο και απελευθερωτικό γέλιο ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη τους. Κι ήταν τόσο γοητευτικό το γέλιο τους! Ένας γάργαρος καταρράχτης από κρύσταλλα, που γέμιζε τον ίσκιο των δέντρων με ήχους επουράνιας γλυκύτητας.
Περνώντας η πρώτη αντίδραση και κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο ξαφνικά σοβάρεψαν. Εάν παρατηρήσει κανείς τα βλέμματα τους είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να καταλάβει ότι κάτι πολύ έντονα τους συμβαίνει. Τα μάτια τους, είναι ο καθρέφτης της ψυχής και των συναισθημάτων τους εκείνες τις στιγμές. Ποτέ της δεν φανταζόταν μέχρι σήμερα ότι θα μπορούσε να της συμβεί κάτι τέτοιο μ' έναν άλλο άνδρα.
Ο σοφός παππούς του έλεγε. «Oι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει ερωτικό πάθος, γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν.»
......... Ο Αλκιβιάδης μετά από εξήντα χρόνια από τις ημέρες εκείνες, έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, που του την εμφύσησε κυρίως η μητέρα του, που η πορεία της ζωής της ήταν δύσκολη και επίπονα κουραστική, μια πορεία που περιόριζε τα όνειρα της και την έκανε να ζει υπό δύσκολες συνθήκες το παρόν και με περισσή αγωνία για το μέλλον. Ένιωθε πως έπρεπε να είναι καλά, να φροντίζει εκτός από τους γιους της και τον ίδιο της τον εαυτό, αφού το μητρικό της φίλτρο της έλεγε πως χρειαζόταν να είναι και αυτή καλά για να είναι σίγουρη πως και τα παιδιά της θα ήταν ευτυχισμένα
....... Με τόλμη λοιπόν σήμερα προσεγγίζει περιοχές αχαρτογράφητες με τρόπο βέβηλο, και βλάσφημη ομορφιά, για το φανέρωμα της δύναμης του ερωτικού πόθου που ασφυκτιά μέσα στις παραδοχές του κοινωνικού στάτους και υπερβαίνει συνειδητά τα όριά του, προσπαθώντας να δώσει έναν πιο ελεύθερο προσωπικό κόσμο της μητέρας του που ανάγεται στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας υπερβαίνοντας τα όρια της καθημερινής τους αλήθειας. Έναν κόσμο όπως πιθανόν τον ονειρευόταν η κοκκινομάλλα με τα βιολετιά μάτια φίλη της, και πολύ-πολύ δύσκολα αν όχι τελείως αρνητικά η μητέρα του. Είναι γι αυτόν σήμερα ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή που έρωτας, ενοχές, τύψεις, φιλία, όλα δοκιμάζονται μέσα στο χρόνο.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε κείνο που είσαι μέσα στη φαντασία σου. Γιατί, στον φανταστικό μας κόσμο, υπάρχουν γνωστά συναισθήματα. Τι είναι λοιπόν αυτά τα συναισθήματα που λίγο πολύ όλοι φοβόμαστε να εκφράσουμε; H μυθοπλασία μπορεί και να καταφέρει να πει στον κόσμο για την αλήθεια των συναισθημάτων μας. Για την ελευθερία,για την αίσθηση ότι μπορείς να πετάξεις μακριά από ηθικές αναστολές, θρησκευτικούς συντηρητισμούς, σεξουαλικά κρατήματα.
Στην Ιοκάστη, υποσχέθηκε ότι θα στρώσει τον πισινό του κάτω να μάθει γράμματα. Όπως συνεχώς τον παρότρυνε μ' ένα σωρό ενθαρρυντικά λόγια για την χρησιμότητα τους. Στο Λέανδρο υποσχέθηκε ότι δεν θα ασχοληθεί πλέον στο μέλλον με την πυγμαχία, που ήταν το χόμπι του. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο άθλημα. Δεν το ενέκρινε. Θα προσπαθήσει να μάθει καλό σκάκι και γαλλικό μπιλιάρδο όπως τον προέτρεψε. Σ' όλα αυτά απλώς τα μισό-κατάφερε.. Δεν δικαιολογείται ούτε κλαίγεται σήμερα. Νομίζει ότι η μισή αλήθεια είναι ότι προσπαθησε δεν παραιτήθηκε. Απλώς δεν επέμενε και δεν προσπάθησε τόσο όσο θα έπρεπε. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχε βάλει ορόσημα και ιδιαιτερους στοχους στη ζωή του. Ούτε ιδιαίτερες προκλήσεις και δοκιμασίες, που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τον εαυτό του. Να ζυγίσει τις δυνάμεις του και να προχωρήσει τη ζωή του. Όπως πολύ αργότερα ενήλικας έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτρια του στο δημοτικό σχολείο με τα φωτεινά μελένια μάτια τη Στέλλα πως πρόσφατα είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία μετά από μια υποτροφία σπουδών που είχε κερδίσει στη διακονία της μουσικής, αποδεικνύοντας πως αγωνίστηκε σκληρά να πραγματοποιήσει το όνειρο της. 
....Ο ήλιος πλέον είχε χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού η ατμόσφαιρα άλλαζε χρώματα και τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στα δέντρα όταν τους άφησε εκεί στο πλάτωμα της γειτονιάς. Μετά από μια απίστευτα όμορφη Κυριακή για όλους, επέστρεψαν στην γειτονιά τους. Χαμογελαστά πρόσωπα.  Από την πρώτη στιγμή, ήταν ξεκάθαρο ότι υπήρξε χημεία μεταξύ τους καθώς την έκανε να νιώθει πολύ ιδιαίτερη, που όμως δεν είχε κανένα νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε και τoν τιμούσε.

Click to Open
Τα Πρώτα Χρόνια της Εφηβίας!
.....

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

.......... Στο Νότιο-ανατολικό σύνορο κατά μήκος του ρέματος ήταν μια μεγάλη πέτρινη οικοδομή, με κεραμοσκεπή, μια παραδοσιακή οικία με ημιυπόγειο χώρο  χρησίμευε  ως αποθήκη και κελάρι. Η οικία ήταν περιτριγυρισμένη από έναν μεγάλο κήπο με πράσινο και δέντρα. Ο ιδιοκτήτης της οικίας ήταν ένας πενηνταπεντάρης στην ηλικία άνδρας, εργένης, ράπτης το επάγγελμα, και στην οικία του είχε διαμορφωμένο χώρο όπου λειτουργούσε το ραφείο του (ραφτάδικο).Σε αυτό το σπίτι βασίλευε συνήθως μια ατμόσφαιρα απόλυτης μοναξιάς και απομόνωσης. Λες και ήταν βυθισμένο σε μια συνεχή, βαριά σιωπή. Ο ράπτης κατά κανόνα ασχολείτο με επιδιορθώσεις ρούχων με περιορισμένη πελατεία, η οποία βασιζόταν κυρίως σε γείτονες και πελάτες της περιοχής για μικρομετατροπές. Ήταν χαρακτήρας ερμητικά κλειστός σαν όστρακο, είχε μια δυσκολία στην επικοινωνία και ελάχιστα ήταν γνωστά για την προσωπική του ζωή. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμάται αν τον είχε εντοπίσει ποτέ σε κοινωνικές ή ερωτικές περιστάσεις με γυναίκα. Τα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς έλεγαν πως τον ειχαν δει στα στενά της πλατείας Λαού στα πορνεία που ικανοποιούσε τις γενετήσιες ανάγκες του. Την ησυχία και την γαλήνη τακτικά του την χαλούσαν τα παιδιά της γειτονιάς και ήταν και κάποιες φορές που τον έφερναν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, εξαιτίας της φασαρίας, της αναστάτωσης και της οχλοβοής που προκαλούσαν, διότι ακριβώς στο δυτικό σύνορο του κήπου του, υπήρχε ευρύχωρη χωμάτινη αλάνα και εκεί τα παιδιά ξεφάντωναν παίζοντας ποδόσφαιρο, στέλνοντας πολλές φορές το τόπι στη αυλή του. Άντε να πείσεις τα παιδιά της αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μένει σε περιοχές με αλάνες και παιδικές χαρές ξέρει.
Βόρειο δυτικά πάλι κατά μήκος του ρέματος μετά από δυο ακόμη σπίτια με κήπους που τα διαχωρίζουν στενά σοκάκια όρθιο στέκονταν ένα τρίτο σπίτι λίγο ψηλότερα από την κοίτη του ρέματος μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια όπως όλα τα σπίτια χαμηλά στο ρέμα. Είχε επίσης πολύ μεγάλο κήπο, ολόκληρο περιβόλι, γεμάτο τζανεριές, κόκκινες με τραγανό καρπό. Όταν ήταν άγουρα τα έτρωγαν και ξίνιζαν το μούτρο τους. Είχε επίσης λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές. Ήταν ιδιοκτησία μιας ευγενικής και όμορφης χήρας με λίγα παραπανίσια κιλά, της Ασπασίας. Την εποχή εκείνη η Ασπασία πρέπει να ήταν στα πενήντα της χρόνια περίπου. Τον σύζυγο τον είχε χάσει πρόσφατα από ατύχημα σε οικοδομή. Ο γιος της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και ερχόταν στη μητέρα κάποιες φόρες στις γιορτές. Είχε και κάποιο εισόδημα από τα αδέλφια της που ειχαν προκόψει στην Αμερική και ζούσε με αξιοπρέπεια. Το εισόδημα της ήταν αρκετό για να καλύψει τις βασικές της ανάγκες, επιτρέποντας της να διατηρεί την αυτοεκτίμηση της στη γειτονιά. Η χήρα από τον πρωτο χρόνο της άφιξης της οικογένειας τους στη γειτονιά τον μικρό Αλκιβιάδη τον συμπάθησε ιδιαίτερα! Δεν άργησε να δημιουργηθεί ένας συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος προέκυψε μέσα από μια αμοιβαία υποστήριξη σε μια δύσκολη περίοδο, όπου η Ασπασία, λόγω ιδιαίτερης συμπάθειας, του αναθέτει εργασίες (θελήματα) στον μικρό Αλκιβιάδη. Το καλοκαίρι της πήγαινε νερό με το σταμνί! Το σταμνί ήταν απαραίτητο στοιχείο σε κάθε νοικοκυριό της γειτονιάς, καθώς δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στη συνοικία, και έπρεπε να μεταφέρεται από μια κεντρική βρύση του οικισμού. Φρόντιζε, περιποιόταν και σκάλιζε τον κήπο της με δημιουργική διάθεση, με τον ζήλο και τον ενθουσιασμό ενός προσκυνητή που βαδίζει σε ιερά χώματα. Το χειμώνα έκοβε τα ξύλα για το τζάκι και καθάριζε το χιόνι στην αυλή της. Αυτές τις δουλειές τις θεωρούσε αποκλειστικά δικές του. Η χήρα το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθεια του πάντα με τρυφερό χαμόγελο. Το σπίτι της μοσχοβολούσε, έψηνε τακτικά φρέσκο ψωμί, έφτιαχνε γλυκά και νόστιμα φαγητά. Και πάντα κάτι θα είχε να τον φιλέψει.  Το έθιμο του ποδαρικού την πρωτοχρονιά που σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με την τύχη, ήταν που «χρωμάτιζε» τις γιορτινές αυτές μέρες την επαφή του με την ευγενική αυτή γυναίκα και αποτελούσε μια όαση χαράς. Ήταν ιδιαίτερα προσεκτική ποιος θα της κάνει ποδαρικό στο σπίτι της, πίστευε ότι σαν παιδί είχε αθώα καρδιά, τον θεωρούσε καλότυχο και γουρλή. Έτσι από την παραμονή τον είχε επιφορτίσει να τελεί  ευλαβικά το έθιμο να της κάνει ποδαρικό για το καλό του χρόνου.
Ακόμη στη συνέχεια μετά από δυο σπίτια με κήπους, βόρειο δυτικότερα έστεκε ένα σπίτι ψηλό δίπατο, έμοιαζε με αρχοντικό. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα με δυο παιδιά. Αγόρια. Ο μεγάλος είχε μείνει  μόνιμος στο στρατό, ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο τότε, ανέμενε να πάει φαντάρος σύντομα. Εκείνη έκανε ότι μπορούσε να τα ζήσει. Ήταν μια πενηντάρα στεγνή γυναίκα. Πότε καθαρίστρια, πότε μαμή. Κάτω από το σπίτι στην αυλή δυο τεράστιες καρυδιές λες και αιώνες πολλούς ζούσαν εκεί και έκρυβαν στη σιωπή της την ιστορία της γειτονιάς. Ψηλές, με κορμούς θεόρατους, λες και ήταν από τους χρόνους του άρχοντα Παλαιολόγου και στη βάση τους είχε πηγάδι με τουλούμπα νερού.
Πάνω από τα σπίτια αυτά ήταν μια πολύ μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα έστεκε σαν αετό φωλιά το σπίτι της Ιόλης με τη μεγάλη αυλή του με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές. Εκεί στα τέλη του Φλεβάρη αρχές Μάρτη κιτρίνιζε το πλάι της αυλής από τα κίτρινα κρινάκια και το λεπτό άρωμα τους. Η Ιόλη στα ένδεκα της χρόνια ήταν πολύ ψηλό με γεροδεμένο κορμό κοριτσόπουλο, έδειχνε μεγαλύτερη σε εμφάνιση. Αντίθετα με την Ιόλη η μητέρα της ήταν  μετρίου αναστήματος λεπτοκαμωμένη, περιποιημένη και φιλάρεσκη, ξεχώριζε για την εμφάνιση και το ύφος της. Μια φατσούλα σπιρτόζα με καστανόξανθα σγουρά μαλλιά. Το περιβάλλον της ζωηρής μαμάς της, έχει να λέει πάντως ότι είναι σέξι και κοκέτα.  Μια γυναίκα που μπορείς να την πάρεις στα χέρια σου, να την σηκώσεις στην αγκαλιά σου, να την στριφογυρίσεις και όταν πέσετε στο κρεβάτι θα ταιριάξετε καλύτερα στα σεξουαλικά παιγνίδια.
«Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι.» Του έλεγε ο σοφός παππούς του.
Ήταν  τριάντα χρονών, παντρεύτηκε στα δέκα οκτώ της χρόνια λόγω ότι ήταν έγκυος στην Ιόλη και δυστυχώς έχει πλέον παγιδευτεί σε έναν γάμο χωρίς να την ικανοποιεί το σεξ. Δεδομένου ότι δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει δικό της πολύ ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό της. Ακόμα και όταν γυρίζει ο σύζυγος από τα ταξίδια του ασχολείται πολύ ελάχιστα μαζί της με αποτέλεσμα η ερωτική της διάθεση να μην καλύπτεται όσο θα ήθελε..
Ο πατέρας της Ιόλης ένας σαραντάρης με πλούσιο κατσαρό μαλλί,μετρίου αναστήματος, και αυτός και ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως ήταν λίγο βιολογικά παράξενο, παράξενο που η κόρη βγήκε τόσο ψηλή.
Συνήθως εργαζόταν στις περιοχές της βορείου Ελλάδας και απουσίαζε πολύ συχνά και μεγάλα διαστήματα από την οικογενειακή τους εστία, λόγω εργασίας και σαν γονέας που λείπει συχνά γινόταν συναισθηματικά μη διαθέσιμος στην Ιόλη, και σεξουαλικά μη διαθέσιμος στη μητέρα της.
Σύντομα, τη σεξουαλική ευχαρίστηση που στερείται η μητέρα της Ιόλης από την απουσία του πατέρα της θα αναλάβει να καλύψει ο νεότερος από τους γιους της μαμής. 
Η ιστορία τους ξεκινά μόλις είχε φύγει και πάλι ο πατέρας της Ιόλη για ένα από τα ταξίδια του και η μητέρα της αποφάσισε μια μικρή ανακαίνιση στο σπιτικό τους. Όχι ιδιαίτερα πράγματα ένα φρεσκάρισμα. Η Ιόλη θα έμενε μεχρι αργά το βράδυ στης Μερόπης, ένα τετράγωνο χώριζε τα σπίτια τους, τα κορίτσια ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο , γεμάτο, χιούμορ, κέφι, και έξυπνες ατάκες έκαναν τις απαραίτητες πρόβες, 
Όταν στη μητέρα της παρουσιάστηκε μια δυσκολία να μετακομίσει ένα έπιπλο σκέφτηκε να ζητήσει από την γειτόνισσα την μαμή που έμενε ποιο κάτω στο ρέμα αν μπορούσε να την βοηθήσει. Η μαμή της είπε ότι αν δεν την πείραζε να της έστελνε στο σπίτι της για βοήθεια ο εικοσάχρονος γιος της που σύντομα θα παρουσιαζόταν για την στρατιωτική του θητεία και ήταν αργόσχολος αυτή την εποχή. Η μητέρα της Ιόλης την βρήκε ενδιαφέρουσα την πρόταση και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν έφτασε ο νεαρός και του άνοιξε την πόρτα, έπαθε πλάκα όπως τον είδε να στέκεται εκεί, είχε πολύ καιρό να τον δει και για μια στιγμή αιφνιδιάστηκε που είδε πόσο όμορφο παλικάρι είχε γίνει ο εικοσάχρονος νεαρός γιος της μαμής. Στη θέα του όμορφου νεαρού άνδρα μια καταιγίδα έντονων σεξουαλικών σκέψεων την πλημμυρίζουν. Μια σεξουαλική διέγερση που τη βιώνει ως μια πλημμύρα σκέψεων που αποζητούν ικανοποίηση. Ο σύζυγος στα βουνά της Ροδόπης σκέφτεται, η Ιόλη με το θεατρικό της στη φίλη της θα το πάει μεχρι αργά το βράδυ αποφασίζει λοιπόν μέσα από την βοήθεια του νεαρού στην εργασία να παίξει και λίγο ερωτικά με το παλικάρι!
Τον ρώτησε εάν βιάζεται, αν έχει κάτι άλλο να κάνει και τον καθυστερεί.
«Όχι! Ήρθα να βοηθήσω και μετά θα πω στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.»
«Αν δεν βιάζεσαι κάτσε τότε! Έχεις φάει;»
«Ναι μόλις τελείωσα το μεσημεριανό, απ' το τραπέζι έρχομαι.»
«Ωραία να σου φτιάξω πρώτα ένα καφέ! Πως τον πίνεις.»
«Μέτριο, προς το γλυκό!»
«Κούκλε μου έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο!»
«Ναι! Εκτός και εάν θέλεις επιπλέον βοήθεια είμαι διαθέσιμος να μείνω να σε βοηθήσω.»
«Αν θέλω λέει!» (Καύλες είναι αυτές αγόρι μου που έχω και πρέπει να ικανοποιούνται. Αυτό θέλω) σκέφτηκε η μητέρα της Ιόλης. 
«Λοιπόν πιες τον καφέ σου με την ησυχία, πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι ποιο πρόχειρο για τις δουλειές και γυρίζω.»
Όλα τα σημάδια ήταν ολοφάνερα έβγαζαν μάτι, ότι η γυναίκα ήθελε απλά σεξ από εκείνον άλλο που ο νεαρός δεν έπαιρνε ακόμη χαμπάρι. Τον αφήνει εκεί στο σαλονάκι να πίνει τον καφέ του και πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα. Εμφανίστηκε σε λίγο μ' ένα λινό κοντό φλοράλ τιραντέ φόρεμα με βολάν στο στήθος, μεγάλο ντεκολτέ που τόνιζε τα βυζιά της και άφηνε ακάλυπτα το όμορφα πόδια της, για να φαίνεται αέρινη και αυθόρμητη. Ένα αέρινο φουστανάκι το οποίο πολύ λίγα άφηνε στην φαντασία του νεαρού. Έβαλε και μια μικροσκοπική κιλότα που μόλις καλύπτει το αιδοίο της, ένοιωθε όντως αέρινη. Στη διάρκεια των εργασιών δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τσακώσει με την άκρη του ματιού της, το νεαρό, να «παίρνει μάτι» κάτω από το ανάλαφρο φόρεμα κάθε φορά που έσκυβε για κάποια εργασία και του πρόσφερε σέξι πλάνα αφειδώς. Το ματάκι του ταξίδευε κάτω από το φουστάνι της, το οποίο… «κατά λάθος», είχε σηκωθεί πολλές φορές μέχρι πάνω, κάνοντας το νεανικό του πέος να πάλλεται.Ήταν πλέον και η ίδια σε μια τέτοια κατάσταση, που άρχισε να υγραίνει.
Έτσι, ήρθε η στιγμή που πήρε τη μεγάλη απόφαση να ξελογιάσει ερωτικά τον νεαρό άντρα, να ξεπεράσει τη μονογαμική της σχέση και να πάρει ηδονή από άλλον άνδρα.
Με τη βοήθεια του μετέφερε στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού την ξύλινη σκάφη που χρησημοποιούσε για να πλένει τα ρούχα τους, τη γέμισε χλιαρό νερό και του ζήτησε να την βοηθήσει να πλυθεί γιατί νοιώθει άσχημα μετά από τόση δουλειά και ιδρώτα. Η ίδια, τον ρώτησε εάν έχει κανένα πρόβλημα να μείνει γυμνή μπροστά του και να κάνει το  μπάνιο της.  Πόσο ποιο ξεκάθαρα να του πει δηλαδή ότι μόνο το σεξ ζητάει από εκείνον!
Γδύθηκε και μπήκε στη σκάφη γυμνή, ο νεαρός την κοιτούσε με τα μελαγχολικά του μάτια χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση δεν αισθανόταν και πολύ άνετα. Τον λυπήθηκε λίγο για να είναι ειλικρινής. Του ζήτησε εάν έχει την καλοσύνη να της τρίψει την πλάτη. Είναι έμπειρη το ξέρει η επαφή με το γυμνό δέρμα ενισχύει την αίσθηση δεσίματος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Δίχως αντίρρηση ο νεαρός μας άρχισε να τρίβει την πλάτη της με το σφουγγάρι στην αρχή. Αργότερα πέταξε το σφουγγάρι και τα χέρια του ταξίδευαν στη γυμνή πλάτη της κι αυτή αναστέναξε. Της ξέφυγε ένα τρεμάμενο βογκητό, η τριβή της κίνησης θέριεψε μέσα της. Τα χείλη της γλιστρούν πάνω στα δικά του και η γλώσσα της στο στόμα να του δίνει ένα παθιασμένο φιλί. Με τα χέρια της του κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού. «Θέλεις να σταματήσω;» Του λέει. Αυτός δεν μίλησε καθόλου. Είχε αφεθεί στα χάδια της και δεν θα ήθελε να τελειώσουν. Ήταν πρωτόγνωρο το συναίσθημα!
Της είπε ότι δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που ονειρευόταν τα βράδια του, έγινε πραγματικότητα. Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο της. Τον ρώτησε αν λέει αλήθεια ότι πραγματικά είχε φαντασιώσεις με εκείνη και του είπε ότι αισθανόταν ιδιαίτερα κολακευμένη από αυτό που μόλις είχε πει και πως της άρεσε ιδιαίτερα που ένας άντρα και μάλιστα νεαρός να αυνανίζεται για χάρη της.
Βγαίνει από τη σκάφη, σκουπίζεται, τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στο κρεβάτι. Εκεί αφέθηκε στα χάδια της με μια τρυφερότητα και ένα πάθος ταυτόχρονα. Στη συνέχεια είχαν επανωτά σμιξίματα και οργασμούς που δεν ήθελαν να σταματήσουν ποτέ. Την επισκέπτεται από τότε τακτικά, με πολύ προσοχή βέβαια, μην καταλάβει κανένας κάτι.
.......Και όμως η Ιόλη εκείνη τη σκηνή με τη μητέρα της γυμνή μέσα στη σκάφη και το νεαρό άνδρα να της χαιδευει το γυμνό κορμί της, την είδε ανέλπιστα ολοζώντανη. Κυριολεκτικά αιφνιδιάστηκε όταν, χωρίς να το περιμένει κανείς γύρισε σπίτι να πάρει κάτι σημειώσεις και είδε τη μάνα της και το νεαρό, «με τα δάχτυλα τους στο μέλι» να επιδίδονται σε παθιασμένα φιλιά και χάδια σε στιγμές έντονης ερωτικής έκφρασης.. Αφού ολοκλήρωσε την παρατήρηση, απομακρύνθηκε αθόρυβα πριν γίνει αντιληπτή! Ξεπερνώντας μια αρχική άρνηση της πραγματικότητας, που της προκάλεσε το  απρόσμενο περιστατικό, ήλθε μια συναισθηματική εκτόνωση.  Περνώντας οι ημέρες η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα έχοντας περάσει από τη φάση της άρνησης σε μια φάση ρεαλιστικής, αλλά ένοχης αποδοχής. Σε μια στάση ανοχής, δικαιολογεί την απιστία της μητέρα της και κατανοεί τα κίνητρά της, γιατί θεωρεί ότι ο γάμος των γονιών της ήταν ήδη προβληματικός.
Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητερας της στην αγκαλια του εραστη, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει.
Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιραζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή.
Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει  χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει.
«Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική!
«Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη.
Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. 
«H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. 
Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται  με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε  ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους.
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα.
Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. «Αφέθηκε» σε στιγμές συναισθηματικής εξάρτησης, όταν αισθάνθηκε το ζεστό σπέρμα του να εκτοξεύεται μέσα στα τοιχώματα του κόλπου της και να τα χτυπά με δύναμη. Η αίσθηση του καυτού αντρικού υγρού την έκανε πια να αμοληθεί ξέφρενα στο πέλαγος της ηδονής και να αδειάσει και αυτή όλη της την καύλα που είχε μαζεμένη. Μετά, αφέθηκε από κάτω του ξεθεωμένη, πλακωμένη απ’ το βαρύ αντρικό κορμί που αγκομαχούσε, εκστατική και απόλυτα ικανοποιημένη. Η Ιοκάστη καθώς παντρεύτηκε τον Κλέαρχο στη σχέση τους θυμόταν πάντα ένα πράγμα. Η γυναίκα γεννήθηκε για να γαμιέται κι ο άντρας για να γαμάει. Γι αυτό και αυτή δε άφηνε ποτέ την ευκαιρία να πάει χαμένη όταν είχε διάθεση. Ο Κλέαρχος ήταν σπάνιας απόδοσης αρσενικό στο κρεβάτι και σκεφτόταν πως ήταν τυχερή που τον είχε. Τώρα μικρό το κακό αν καμιά φορά γαμούσε και καμιά άλλη γυναίκα, την ανδρική απιστία μάλλον τη θεωρούσε «φυσική ανάγκη» ή «αναγκαίο κακό» που συνδέεται με παλιές αντιλήψεις ότι ο άνδρας είναι ο «κυνηγός» και η απιστία του είναι κάτι φυσικό, ασήμαντο, συγχωρητέο.
......... Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.


Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

 
Web Informer Button