ADS

click to open

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Koulentia Monemvasias

....Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό) είναι ένα ήρεμο, μικρό και γραφικό χωριό, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης, με θέα που απλώνεται μακριά, μέχρι εκεί όπου ο ορίζοντας συναντά το γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους. Το χωριό είναι σκαρφαλωμένο περίπου στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο, κτισμένο κλιμακωτά στις πλαγιές της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα, εκεί όπου το βουνό κατηφορίζει αργά προς το ακρωτήριο Μαλέας. Βρίσκεται πάνω στην ορεινή διαδρομή που συνδέει τη Μονεμβάσια και τις ακτές του Μυρτώου πελάγους με την Παντάνασσα και τις ακτές του Λακωνικού κόλπου. Ένας τόπος ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, ανάμεσα στην πέτρα και στο φως, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με τον ρυθμό της φύσης και των εποχών. Εκεί, σ' αυτό το μικρό χωριό, έφτανε κάθε πρωί ο μικρός μαθητής από τα Μπουμπουτσέλια, διασχίζοντας τα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να γνωρίζει ακόμη πως εκείνες οι διαδρομές θα έμεναν χαραγμένες μέσα του για πάντα.
Ορθοπλαγιασμένο σε μια άγονη και φτωχή περιοχή του νότου, το χωριό, σε κάποια άγνωστη ιστορική στιγμή, για λόγους ασφάλειας, προστασίας ή ανάγκης, οδήγησε τους ανθρώπους του να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και να αναζητήσουν καταφύγιο στα βουνά. Εκεί, κρυμμένοι στις πλαγιές, μπορούσαν να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών και από τους κινδύνους που έφερνε η εποχή. Κι όμως, από εκείνον τον φυσικό εξώστη του χωριού, το βλέμμα αγκάλιαζε το Μυρτώο πέλαγος που απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Τα Κουλέντια, κρεμασμένα στο φρύδι του Κούνου, έμοιαζαν άλλοτε σαν να κοιτούν περήφανα τον κόσμο κι άλλοτε σαν να ήταν έτοιμα να κυλήσουν απαλά προς το Μεγάλο Ρέμα, που άνοιγε βαθιά κάτω από τα πόδια τους.
Ο δρόμος, σ’ όλο το μήκος του, στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές, προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο, ήσυχο μικρό χωριό, στη σκιά του Κούνου, με μοναδικό στολίδι την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια δένουν αρμονικά με τη λακωνική γη και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του τοπίου.
Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας και έζησε τα παιδικά του χρόνια ριζώνει βαθιά μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες απ’ όσες στα υπόλοιπα χρόνια που ακολουθούν. Εκεί όπου πρωτοαντικρίζεις τον ουρανό, εκεί όπου αναπνέεις για πρώτη φορά τον αέρα της γης, χτίζεται η πατρίδα σου και μπαίνουν τα θεμέλια της ύπαρξής σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μέσα του μια αστείρευτη δίψα. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης όμορφες εικόνες και αφουγκράζεται ξανά τόπους, χρώματα και μυρωδιές. Τον αέρα που πρωτοανάσανε, τα μονοπάτια που περπάτησε παιδί, τη ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, εκεί όπου το θυμάρι μοσχοβολούσε και τα καψαλισμένα αγκάθια μαρτυρούσαν το σκληρό αλλά αγαπημένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας.
Σήμερα, ξεκινώντας από τη Μονεμβάσια, προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω του τα Λυρά, συνεχίζει τη διαδρομή μέσα στις ορεινές στροφές, μέχρι το ψηλότερο σημείο του δρόμου. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Το τοπίο δεν περνά απλώς από μπροστά του· μεταφράζεται στο βλέμμα, στο μυαλό, στην ψυχή του. Του γεννά εικόνες, αισθήματα και συγκινήσεις, καθώς ταξιδεύει και ταυτόχρονα νιώθει το βλέμμα του να χάνεται στις βουνοπλαγιές, αναζητώντας ξεχασμένα ίχνη της παιδικής του ζωής.
Μια βαθιά συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται μέσα του και σιγά-σιγά ξεχειλίζει. Όλα γύρω του έχουν μια παράξενη οικειότητα· σαν να τα έχει ξαναζήσει, σαν να τα ξαναβρίσκει ύστερα από μια μεγάλη απουσία. Είναι εικόνες που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τότε που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του στον κόσμο. Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει κάποτε; Μήπως αυτό το τοπίο δεν ήταν πάντα κρυμμένο μέσα του; Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που επιστρέφει ξαφνικά στη μνήμη. Και τότε αισθάνθηκε πως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του χρόνου. Σαν να απέκτησε πάλι φτερά και να πετούσε πάνω από το χωριό, όπως τα αποδημητικά πουλιά που, χωρίς κανείς να τους δείξει τον δρόμο, βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά τους φωλιά.
Μακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια· ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση πως στεκόταν πάνω από τον κόσμο και πως ο κόσμος απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τ’ αγέρι εδώ μουρμουρίζει νοσταλγικά τραγούδια και η σκέψη του, σαν κρυφά φυλαγμένος θησαυρός, γυρίζει στα παλιά. Αγναντεύει από ψηλά τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε ένα γλυκό όνειρο, που όμως είναι αληθινό. Τα βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία· όλα έχουν τη δική τους ιστορία. Και τα σπίτια στέκουν όπως τα θυμάται, με τα κεραμίδια στις στέγες τους, κόκκινα σαν παπαρούνες μέσα στο τοπίο. Από μακριά όλα μοιάζουν αρμονικά ζυγισμένα μεταξύ τους, μικρότερα, σχεδόν σαν να γονατίζουν σε μια σιωπηλή προσευχή. Νιώθει πως όλα έχουν μικρύνει· ακόμα και τα μακρινά βουνά, που μέσα στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα παίρνουν ένα σταχτί γαλάζιο χρώμα, μοιάζουν κι αυτά να έχουν υποκλιθεί στον χρόνο. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που έσπαζαν εδώ κι εκεί οι μικρές χρωματιστές πινελιές από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και τις κεραμιδόχρωμες στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
Όπως το αντίκρισε για πρώτη φορά από μακριά, το χωριό κειτόταν γαλήνιο, βυθισμένο σε μια απέραντη ηρεμία, απλωμένο σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο των λόφων. Κάτω από τον άπλετο γαλάζιο ουρανό, στη σκιά του Κούνου, μέσα στην ομορφιά της φύσης, με τα έντονα χρώματα και τις καθαρές γραμμές του, έμοιαζε με πολύχρωμο τσαλαπετεινό που αμέριμνα τσιμπολογούσε στο μαλακό χώμα. Το πρωί ο ήλιος έμπαινε στο χωριό ύστερα από μια κόκκινη αυγή. Κι αργότερα, στο γιόμα, γύριζε και χάιδευε τις προσόψεις των σπιτιών, πριν γείρει πίσω από τους λόφους.
«Το χωριό μου!» έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα. Και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης για τη ζωή, που του επέτρεψε, έστω και αργά, να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει τον τόπο όπου πρωτογεννήθηκε.
Θυμάται την εποχή που, αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό τους οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, έμπαινε από τη νοτιοανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους, τα Κουλέντια.
Αυτόν τον χωματόδρομο, αυτά τα μέρη, τα είχε διασχίσει νοερά κάθε μέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι ας είχαν περάσει τα χρόνια, όλα του φαίνονταν γνώριμα, τίποτα δεν του προκαλούσε ξενιτιά ή αμηχανία. Αναγνώριζε τα πάντα, σαν να γύριζε ξανά στο σπίτι του. Ήξερε κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε μικρή ανωμαλία του δρόμου, μέχρι να φτάσει στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού της νονάς του, της οικογένειας Καραστατήρη, του Θ. Καραστατήρη — του «Τσαχλαμπούρη». Με τα μπλε παράθυρα και τις μπλε πόρτες του, αριστοτεχνικά φτιαγμένο, το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόταν, έτοιμο να τον υποδεχτεί και πάλι. Από εκεί περνούσε στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, προσπερνούσε την παρακείμενη εκκλησία και έφτανε στο παλιό πέτρινο σχολείο.
Στο διάβα του παντού αντίκριζε το λευκό του ασβέστη. Σπίτια που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν σαν λευκά στολίδια πάνω στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς, δεμένα αρμονικά με το τοπίο.
Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, «σαν κάστρο χωρίς τείχη», έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε
Το καλοκαίρι οι πελαργοί έστηναν τη φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δέσποζε η τούρκικη βρύση, μια μεγάλη πέτρινη γούρνα με βρύσες που έδιναν καθαρό, πόσιμο νερό. Τα καλοκαίρια εκείνα τα μικρά διαβολάκια δεν έχαναν ευκαιρία να μπουγελώνονται. Το είχαν κάνει παιχνίδι τους. Γελούσαν, κυνηγιόντουσαν και στο τέλος πολλά από αυτά έβαζαν ολόκληρο το κεφάλι τους μέσα στη γούρνα, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει με δροσερό νερό. Και το γεγονός ότι λίγο πριν μπορεί να είχαν πιει από εκεί οι γάιδαροι ή να είχαν ξεδιψάσει τα πρόβατα, δεν τους ενοχλούσε καθόλου. Εκείνη την εποχή η σχέση με τη φύση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά του δημοτικού δεν ένιωθαν αποστροφή· το νερό της γούρνας ήταν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής, όπως ήταν η αυλή, ο δρόμος, τα ζώα και το χώμα του χωριού.
Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού!Κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στον δυτικό λόφο, με τους μικρούς λιθόστρωτους δρόμους που οδηγούσαν σ’ αυτό, είχε μια μεγάλη και περιποιημένη αυλή που γέμιζε κάθε πρωί από παιδικές φωνές.
Και γύρω του, στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση του φθινοπώρου μαστόρευε αθόρυβα τη συνέχεια του χρόνου. Φύτευε αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες και τσουκνίδες, ενώ η δροσερή ανάσα του μαΐστρου, ελαφριά και υγρή, ξεχυνόταν πίσω από τις πλαγιές και περνούσε ανάμεσα από τα χαλκοπράσινα, φρέσκα φύλλα. Πριν ακόμη αρχίσουν τα μαθήματα, στο σχολείο περίμενε τα παιδιά το πρωινό ρόφημα. Η επιστάτρια, από το χάραμα, είχε ανάψει τη φωτιά και είχε βάλει στη φωτιά το μεγάλο καζάνι, γεμάτο πάνω από τη μέση με νερό. Όταν το νερό ζεσταινόταν, έριχνε μέσα αρκετές κουταλιές γάλα σε σκόνη από μια χάρτινη σακούλα με αμερικάνικα γράμματα τυπωμένα επάνω της. Μόλις το γάλα έπαιρνε βράση, έδινε το σύνθημα. Τα παιδιά άρπαζαν τα κύπελλα που ήταν τακτοποιημένα στο ράφι και στέκονταν στη σειρά, περιμένοντας. Η επιστάτρια έπιανε την κουτάλα, τη βουτούσε βαθιά στο καζάνι, ανακάτευε για τελευταία φορά το ζεστό ρόφημα και άρχιζε τη διανομή.
Ήταν μια μικρή καθημερινή στιγμή, αλλά για τα παιδιά εκείνα ήταν μια από τις πρώτες γεύσεις της χαράς που τους πρόσφερε το σχολείο.
Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της «υιοθεσίας» των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τους μαθητές της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης, πρωτάκι τότε, έζησε έντονα τη στιγμή που έφτασε η σειρά του να «υιοθετηθεί». Ήταν μια μικρή τελετή, γεμάτη προσμονή και περιέργεια, σαν να άνοιγε μπροστά του ένας καινούργιος κόσμος. Για λόγους που σήμερα δεν μπορεί πια να εξηγήσει, έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα σε ένα κορίτσι και ένα αγόρι της Έκτης. Και οι δύο ήθελαν να τον αναλάβουν, να γίνουν ο μεγάλος του φίλος και ο οδηγός του στις πρώτες του μέρες στο σχολείο. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, στύβει τη μνήμη του, προσπαθώντας να ξαναφέρει εκείνη τη στιγμή στο φως. Όμως η μνήμη, όπως συμβαίνει συχνά, κρατά τις εικόνες αλλά αφήνει τις λεπτομέρειες να ξεθωριάσουν. Δεν θυμάται πια καθαρά ποιος τελικά τον υιοθέτησε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Θυμάται όμως το συναίσθημα: εκείνη την πρώτη αίσθηση ότι μέσα στο μεγάλο σχολείο δεν ήταν μόνος, ότι κάποιος μεγαλύτερος θα ήταν δίπλα του για να τον καθοδηγήσει. Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν τα θυμάσαι απλώς· τα ξαναζείς. Φέρνουν στο μυαλό εικόνες που γεμίζουν τις αισθήσεις και σε ταξιδεύουν πίσω στο παρελθόν, ντυμένο με την αίγλη εκείνων των χρόνων που πέρασαν. Ίσως τελικά να είναι ο τόπος που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Ίσως η αόρατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τοπίο να αφήνει μέσα του ένα αποτύπωμα μοναδικό, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Είναι μαρτυρίες μνήμης, κομμάτια της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, για τις συνήθειες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.
Και τώρα, μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής, πλέει ξανά στο ποτάμι του χρόνου, επιστρέφοντας στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία μιας φύσης ριζωμένης βαθιά μέσα στον χρόνο. Η τραχιά και άγονη γη, γεμάτη λόγγους και δυσκολίες, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αδιάκοπο αγώνα και αμέτρητο μόχθο από τους πρώτους οικιστές για να μετατραπεί σε τόπο καλλιεργήσιμο και παραγωγικό. Εκείνοι άνοιξαν τη γη, έσπειραν σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια και ελιές, μοίρασαν τα βοσκοτόπια και έδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο. Ήταν άνθρωποι αυθεντικοί, ακούραστοι ξωμάχοι, που πάλευαν αιώνες με τη σκληρή αλλά ευλογημένη γη τους. Ρωμαλέοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, άντρες και γυναίκες, δούλευαν τη μάνα γη με τα χέρια τους, για να βλαστήσει, να καρποφορήσει και να θρέψει τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους.
Χρέος μας είναι να τιμούμε αυτούς τους πρώτους οικιστές, να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους και να θυμόμαστε την κληρονομιά που μας άφησαν. Η ζωή τους ήταν λιτή και δύσκολη. Δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί· υπήρχαν φτωχοί και φτωχότεροι. Κι όμως, μέσα στις στερήσεις τους είχαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και περηφάνια για τον τόπο τους. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο, περπατώντας σε δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Επικοινωνούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κρατούσαν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους και ένιωθαν πως το χωριό τους δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας, αλλά κομμάτι της ίδιας τους της ύπαρξης.
Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες του χωριού χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο. Η παρουσία του καταγράφεται ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την ονομασία «Κουλενδία», σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το έτος 1301 μ.Χ.
Στο πολύτιμο αυτό έγγραφο, ο αυτοκράτορας παραχωρεί προνόμια στη Μονεμβασιά, ενώ η αναφορά της Κουλενδίας αποτελεί μια από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη του οικισμού. Το χρυσόβουλο αυτό, ένα σπάνιο τεκμήριο της βυζαντινής ιστορίας της περιοχής, φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Έτσι, ανάμεσα στις πέτρες, στα μονοπάτια και στις πλαγιές του Κούνου δεν περπάτησαν μόνο οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων. Πριν από αυτούς πέρασαν γενιές ολόκληρες, άνθρωποι που άφησαν τα ίχνη τους στη γη, στα σπίτια και στις μνήμες του τόπου............................................................... 

Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:

Σημείωση: Ι

... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά

Σημείωση: ΙΙ

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

Σημείωση: ΙΙΙ

Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…

  • Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
  • Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Θύμησες Παιδικές!
    .....

    Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

    Ta Monopatia Pou Odigousan Gia to Sxolio

    .....Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα, στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, που οι γονείς του τού είπαν πως είχε φτάσει η ώρα να μάθει γράμματα. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», έλεγαν οι παλιοί, κι αυτή η λαϊκή σοφία ήταν αρκετή για να σημαδέψει την αρχή μιας καινούριας πορείας. Για τα παιδιά που ζούσαν στους απόμακρους συνοικισμούς, το σχολείο δεν ήταν μια γειτονική αυλή. Ήταν ένας καθημερινός αγώνας. Ένα μικρό ταξίδι προς τη γνώση, που ξεκινούσε πριν ακόμη ανατείλει καλά-καλά ο ήλιος, με την ελπίδα πως τα γράμματα θα τους άνοιγαν έναν δρόμο σε μια καλύτερη ζωή. Τα παιδιά από τα Μπουμπουτσέλια διένυαν κάθε μέρα πέντε ολόκληρα χιλιόμετρα. Μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο, πάνω σε κακοτράχαλα μονοπάτια, ανάμεσα σε ρεματιές, πέτρες και ανηφοριές, ώσπου να φτάσουν στο σχολείο των Κουλεντίων. Για τα παιδικά τους πόδια, εκείνη η διαδρομή έμοιαζε ατέλειωτη. Κι όμως, την περπατούσαν χειμώνα και καλοκαίρι, χωρίς παράπονο, σαν να ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.
    Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να πρασινίζει ύστερα από τις πρώτες βροχές. Ο τόπος ανέπνεε ήρεμα. Οι χωρικοί ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, ενώ τα κοπάδια απλώνονταν νωχελικά στις πλαγιές του βουνού. Μέσα σε εκείνη τη γαλήνη, άρχιζε και το δικό του ταξίδι· όχι μόνο προς το σχολείο, αλλά προς τη γνώση, τη ζωή και την ενηλικίωση. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, μέσα στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, η μάνα πλησίαζε το λιτό ξύλινο κρεβάτι όπου κοιμόταν το μικρό παιδί της. Χάιδευε απαλά το μέτωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε για λίγο το αυλακωμένο από τα βάσανα πρόσωπό της. Ύστερα, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, του ψιθύριζε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω, μην σε πάρει η μέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς.»
    Εκείνος σηκωνόταν αμέσως, ντυνόταν βιαστικά, έπαιρνε το μικρό δεματάκι με το λιτό κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του και, αφού αποχαιρετούσε τον πατέρα του, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού. Η μάνα τον σταύρωνε, τον φιλούσε με όλη τη στοργή που έκρυβε στην ψυχή της και τον ξεπροβόδιζε με την ίδια πάντοτε ευχή: «Άντε, καλό δρόμο, γιε μου. Στην ευχή του Θεού… και να προσέχεις, παιδί μου.»
    Κι εκείνος, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τη «Μπέττυ», την πιστή του σκυλίτσα, να βαδίζει χαρούμενα πλάι του, έπαιρνε τον χωματόδρομο που χανόταν πίσω από τη δυτική πλαγιά του αντικρινού λόφου. Από εκεί άρχιζε το καθημερινό μονοπάτι για τα Κουλέντια, την έδρα του οικισμού· ένα μονοπάτι που κάθε πρωί τον οδηγούσε όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή.
    Ανηφορίζοντας προς τα βορειοδυτικά του οικισμού, περνούσε δίπλα από ένα μικρό δασύλλιο με χαρουπιές, απλωμένες σε πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε αδιάκοπα το πρωινό αεράκι. Ένιωθε τότε μια γλυκιά δροσιά να πλημμυρίζει την ψυχή του, σαν ανάλαφρη πνοή ζωής. Προχωρούσε μεθυσμένος από τις ευωδιές και τους χυμούς της φύσης. Το φθινοπωρινό χώμα ήταν παντού νοτισμένο από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς ο ήλιος αναδυόταν αργά πίσω από τις κορυφογραμμές, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του τραβούσαν την υγρασία από τη γη και τη χλόη. Εκείνη ανασηκωνόταν αργά, σχηματίζοντας διάφανες κουρτίνες αχνού κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, σαν να ξυπνούσε μαζί τους ολόκληρη η φύση. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στεκόταν για λίγο και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στην άλλη πλευρά. Μπροστά του απλωνόταν το Μεγάλο Ρέμα, η πλατιά κοιλάδα που χώριζε τον λόφο του συνοικισμού από τον λόφο του χωριού. Εκεί, στις μικρές πλατωσιές της κοιλάδας, ήταν σκόρπια τα καλλιεργήσιμα χωράφια, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και αμυγδαλιές. Και λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, υψωνόταν ένα πυκνό δάσος από ορεινά κυπαρίσσια, με τους κορμούς και τις φυλλωσιές τους σφιχταγκαλιασμένους, λες και η φύση είχε θελήσει να φυλάξει εκεί ένα δικό της μυστικό. Οι πλαγιές της κοιλάδας κατηφόριζαν γλυκά και αρμονικά προς τα χαμηλά και άνοιγαν διάπλατα στον μακρινό ορίζοντα, εκεί όπου, τις καθαρές μέρες, αχνοφαινόταν μια γαλάζια λουρίδα του Μυρτώου πελάγους.
     Όταν έμπαινε σ' εκείνη τη φωλιά της φύσης, η ψυχή του σπαρταρούσε σαν μικρό πουλί. Τον μεθούσαν οι ευωδιές από το θυμάρι, τις κουμαριές και τις λυγαριές. Κι ύστερα ήταν τα κοπάδια που έβοσκαν τριγύρω. Τα κουδούνια τους αντηχούσαν αδιάκοπα στις πλαγιές, πλημμυρίζοντας τον τόπο με μια μουσική που έμοιαζε να χαρίζει καινούργια ζωή και να κάνει την ανάσα του πιο βαθιά, πιο ελεύθερη. Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύννεφα, το ένα πίσω από το άλλο, που κατέβαιναν και σκέπαζαν ολόκληρη την κοιλάδα. Μα όταν ο ουρανός άνοιγε ξανά, γινόταν διάφανος και ξάστερος, ροδοβαμμένος από το πρώτο φως. Χαμογελούσε ως πέρα, στις βουνοκορφές και στις μακρινές ράχες, ενώ ο ήλιος, χρυσαφένιος όσο δεν έπαιρνε άλλο, άπλωνε πάνω στο Μεγάλο Ρέμα ένα φως γλυκό, σαν μέλι που ξεχυνόταν αργά πάνω στη γη. 
    Στη μέση σχεδόν της διαδρομής, εκεί όπου άρχιζε η ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του Μεγάλου Ρέματος και το μονοπάτι οδηγούσε από τον συνοικισμό στο χωριό, απλωνόταν ένα μικρό πλάτωμα. Στη ρίζα ενός βράχου ανάβλυζε αδιάκοπα γάργαρο, κρυστάλλινο νερό. Πλάι στην πηγή υπήρχαν πάντοτε δυο-τρεις νεροκολοκύθες, κομμένες στα δύο, τα παλιά φλασκιά των χωρικών. Ήταν το κοινό ποτήρι όλων των περαστικών. Από εκεί έπιναν οι γεωργοί, οι βοσκοί, οι διαβάτες, τα παιδιά του σχολείου και κάθε κουρασμένος οδοιπόρος που σταματούσε για μια ανάσα πριν συνεχίσει την ανηφορική πορεία στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Το πλάτωμα εκείνο ήταν ευλογία για τον ταξιδιώτη. Ύστερα από το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους και τα λιθόστρωτα μονοπάτια, πρόσφερε λίγη σκιά, δροσερό νερό και μια πολύτιμη στιγμή ξεκούρασης. Εκεί χαμήλωνε η ανάσα, καταλάγιαζε η κούραση και ξανάπαιρνε δύναμη το σώμα. Έπειτα ο καθένας συνέχιζε τον δρόμο του, λες και η μικρή εκείνη πηγή του είχε χαρίσει λίγη ακόμη ζωή. Στο διάβα τους, οι ταξιδιώτες σταματούσαν για λίγο στην πηγή. Κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης, φουντωτής σκαμνιάς, έπιναν από το γάργαρο νερό και ξαπόσταιναν, μαζεύοντας τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καθισμένοι στη δροσιά του ίσκιου, με το χέρι να χαϊδεύει αφηρημένα το μαλακό, νοτισμένο χώμα, ένιωθαν την κούραση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα τους. Για λίγες στιγμές γίνονταν ένα με τον τόπο. Άκουγαν το κελάρισμα του νερού, το θρόισμα των φύλλων και τα κουδούνια από τα κοπάδια στις απέναντι πλαγιές. Ήταν από εκείνες τις μικρές στάσεις που δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα, αλλά γαληνεύουν και την ψυχή.
    Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης ένιωθε τον νου του να ξαλαφρώνει. Το βλέμμα χανόταν στις πλαγιές, στα βουνά και στη μακρινή λουρίδα της θάλασσας, κι η σιωπή της φύσης γινόταν μια σιωπή γεμάτη φωνές. Θα 'λεγες πως άκουγε τις μυστικές συνομιλίες του ανέμου με τα κυπαρίσσια, των βράχων με τα σύννεφα, της γης με τον ουρανό. Δίπλα του η πηγή κυλούσε αδιάκοπα, χαρίζοντας νερό γλυκό και παγωμένο, σαν να πρόσφερε στον οδοιπόρο όχι μόνο δροσιά αλλά και λίγη δύναμη για τον δρόμο που απέμενε. Ήταν ένας τόπος που καλούσε τον άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να πάρει ανάσα και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο της φουντωτής σκαμνιάς, γεννιούνταν σκέψεις που δύσκολα γεννιούνται μέσα στη βοή της καθημερινότητας. Τα όνειρα ξανάβρισκαν τη χαμένη τους πνοή, οι ελπίδες ζωντάνευαν και οι αγωνίες γίνονταν ελαφρύτερες. Ο καθένας, μικρός ή μεγάλος, έφευγε από το πλάτωμα λίγο πιο δυνατός απ' όσο είχε φτάσει.
    Κι ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε πως κάθε πρωί, περνώντας από εκεί, δεν πήγαινε μονάχα προς το σχολείο. Διέσχιζε ένα μονοπάτι που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στη φύση, στους ανθρώπους της και, σιγά σιγά, στον ίδιο του τον εαυτό.
    Ίσως γι' αυτό, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εκείνο το μικρό πλάτωμα με τη γάργαρη πηγή παρέμενε στη μνήμη του πιο ζωντανό κι από πολλούς μεγάλους δρόμους που περπάτησε αργότερα στη ζωή του.
    Οι στρατοκόποι μπορούσαν να βυθιστούν στις σκέψεις τους και να αρχίσουν έναν σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό τους, έχοντας έντονη την αίσθηση πως η φύση έκρυβε κάτι βαθύτερο από αυτό που φανέρωνε στα μάτια. Να αφεθούν στη γαλήνη του τόπου και να ταξιδέψουν με τον νου πέρα από τα ορατά, εκεί όπου το μυστήριο της ύπαρξης αγγίζει για μια στιγμή τον άνθρωπο.
    Εκεί, ο ίδιος ο τόπος γινόταν ο πρωταγωνιστής. Η άγρια ερημιά του, μακριά από τον θόρυβο και τη βιασύνη των ανθρώπων, κυριαρχούσε στο πνεύμα, μιλούσε αθόρυβα στις αισθήσεις και έδειχνε το μονοπάτι προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Ήταν στιγμές που η γαλήνη πλημμύριζε τις κουρασμένες ψυχές, όπως η πρώτη βροχή ποτίζει τη διψασμένη γη και την κάνει να ξαναβλαστήσει. Και τότε ο άνθρωπος ένιωθε πως, έστω και για μια στιγμή, ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση και στο αδιάκοπο θαύμα της ζωής.
    Μια αρχέγονη, σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθούσε να ζωντανεύει με τη φαντασία του τους ανθρώπους που έζησαν σ' αυτόν τον τόπο, που μόχθησαν και πάλεψαν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Σ' αυτή τη σκληρή, χέρσα γη, κάθε πέτρα έμοιαζε να είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα, των κόπων και των ελπίδων τους. Άθελά του παρασυρόταν στα περασμένα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, βράχια και δέντρα· γινόταν ζωντανή μνήμη. Σαν να μπορούσε, με όλες του τις αισθήσεις, να αφουγκραστεί τον κόσμο μιας άλλης εποχής και να νιώσει την ανάσα των ανθρώπων που είχαν περάσει από εκεί πριν από αυτόν. Εκείνες τις ώρες, αμέτρητες λεπτομέρειες ξεπρόβαλλαν μπροστά του σαν σκόρπιες ψηφίδες μιας μεγάλης τοιχογραφίας. Κάθε εικόνα αποκάλυπτε κι ένα μικρό κομμάτι του παρελθόντος, τόσο ζωντανό και τόσο πυκνό, που έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να χωρέσει ολόκληρη τη θάλασσα μέσα στο βλέμμα του.
    Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνέχιζε το μονοπάτι που, σαν αποκριάτικη κορδέλα, ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του.
    Στα ανατολικά, ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου χάριζε στα σταφύλια τους αρωματικούς χυμούς τους, ενώ στα ώριμα σύκα το μέλι ξεχείλιζε, αφήνοντας στην άκρη τους μια σταγόνα διάφανη σαν ρουμπίνι. Πολύχρωμα ζουζούνια φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του και αγριοπούλια πετάγονταν ξαφνιασμένα από τις ήσυχες φωλιές τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα και οι φασκομηλιές μοσχοβολούσαν, ενώ τα πρώτα φθινοπωρινά κρινάκια ξεπρόβαλλαν δειλά, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές.
    Όταν τελείωνε η σχολική μέρα, το ίδιο μονοπάτι έμοιαζε διαφορετικό. Στον δρόμο της επιστροφής, το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε όψη καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Το φως γινόταν βαθύτερο, σχεδόν διάφανο, και όλα γύρω λαμποκοπούσαν σαν κρύσταλλο. Οι διάσπαρτες ελιές άστραφταν με ασημένιες ανταύγειες, ενώ οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν τη στιλπνή απόχρωση του γρανίτη, αναδεικνύοντας το βαθύ πράσινο των πεύκων που φύτρωναν ανάμεσά τους. Σιγά σιγά το χρυσοπράσινο των φύλλων σκοτείνιαζε και φανέρωνε την αληθινή τους όψη· γεμάτη νεανική δύναμη και ζωή. Ένας ανήσυχος ψίθυρος σηκωνόταν μέσα από τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορφές, βάφοντας τον δυτικό ορίζοντα με το κατακόκκινο αίμα του.
    Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης, συνεχίζει να περιπλανιέται στα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας. Κι εκείνο που του απομένει, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι η αίσθηση πως βαθιά μέσα του εξακολουθεί να είναι εκείνο το μικρό παιδί που ξεκίνησε κάποτε τον δρόμο του στον κόσμο. Στο μακρύ ταξίδι της ζωής δεν κουβάλησε πολλές αποσκευές· μονάχα τη μνήμη. Μια μνήμη γεμάτη εικόνες από έναν τόπο οικείο και πατρικό, που δεν έπαψε ποτέ να κατοικεί μέσα του σαν αιώνιο παρόν. Κουβαλά ακόμη το άρωμα του θυμαριού, τον ψίθυρο των πεύκων, το γάργαρο νερό της πηγής, το Μεγάλο Ρέμα και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σχολείο. Μα μαζί τους κουβαλά και τις σκιές. Γιατί στο κάδρο της μνήμης δεν υπάρχουν μόνο οι φωτεινές εικόνες της παιδικής ηλικίας· υπάρχουν και εκείνες που γεννήθηκαν μέσα στους δύσκολους καιρούς, εικόνες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή και δεν έσβησαν ποτέ.
    Έτσι είναι η μνήμη. Δεν διαλέγει μόνο τα όμορφα. Φυλάσσει με την ίδια επιμονή το φως και το σκοτάδι, τη χαρά και τον πόνο, γιατί και τα δύο έγιναν το χώμα πάνω στο οποίο μεγάλωσε ο άνθρωπος.
    Κάποια καλοκαίρια το τοπίο φάνταζε ανεμοδαρμένο, σαν να το είχε σμιλέψει ο ίδιος ο χρόνος. Κι όμως, η φύση έμοιαζε να μένει αναλλοίωτη, πεισματικά ίδια, σαν να αντιστεκόταν στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα, ανακαλώντας εκείνες τις εικόνες, διαπιστώνει πως πολλές λεπτομέρειες ξεγλιστρούν από τη μνήμη του. Ίσως γιατί ανήκουν σε μια εποχή τόσο μακρινή, όπου η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με τα πόδια, τη φωνή και την ανθρώπινη παρουσία.
    Στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ίχνος από τις μηχανές και τις ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Μονάχα μονοπάτια, μουλαρόδρομοι, άνθρωποι, ζώα και η σιωπή του βουνού, που ένωνε τους οικισμούς πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει οποιοσδήποτε δρόμος.
    Ήταν οι εποχές που, κάτω από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, οι χωρικοί έβγαιναν στα χωράφια πριν ακόμη ξεμυτίσει ο ήλιος. Άρχιζαν τον κοπιαστικό θερισμό, κρατώντας στο ένα χέρι το δρεπάνι και στο άλλο την παλαμαριά, το ξύλινο προστατευτικό που φύλαγε την παλάμη από τις κοφτερές λεπίδες και συγκρατούσε τα στάχυα.
    «Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί. Κι ύστερα ακουγόταν το γνώριμο φραπ-φραπ από τα δρεπάνια που έκοβαν ρυθμικά τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος τις πρωινές ώρες, όσο ακόμη η δροσιά δρόσιζε τη γη! Μα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο. Οι θεριστάδες άφηναν τα δρεπάνια στη γη και τραβούσαν στον ίσκιο κάποιου δέντρου, στην άκρη του χωραφιού. Εκεί άνοιγαν τα ταπεινά τους δισάκια, έτρωγαν το λιτό φαγητό τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντάλλασσαν ιστορίες και χωρατά. Ύστερα πλάγιαζαν για λίγο πάνω στο χώμα, ώσπου να μαλακώσει η κάψα της ημέρας. Και μόλις έπεφτε πάλι η απογευματινή δροσιά, σηκώνονταν αμίλητοι, έπιαναν ξανά τα δρεπάνια και συνέχιζαν τον αγώνα τους με τη γη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.
    Στα ψηλώματα, στους λιβαδότοπους, συναντούσες τα πέτρινα κυκλικά αλώνια, χτισμένα σε διαλεγμένες τοποθεσίες, εκεί όπου οι καλοκαιρινοί νοτιάδες φυσούσαν με δύναμη και βοηθούσαν το λίχνισμα του καρπού. Γύρω από το αλώνι υψώνονταν οι ντραλίκοι, μεγάλες όρθιες πέτρες, τοποθετημένες κυκλικά, που οριοθετούσαν τον χώρο και εμπόδιζαν τα στάχυα να σκορπίζουν στον άνεμο. Καλότυχοι θεωρούνταν όσοι είχαν δίπλα στο αλώνι τους ένα δέντρο με πλατιά, πυκνή φούντα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, εκεί έβρισκαν καταφύγιο από τον καυτό ήλιο. Κάθονταν στον ίσκιο του, έτρωγαν το λιτό τους φαγητό, ξάπλωναν για λίγο πάνω στα άχυρα να ξαποστάσουν και περίμεναν να γείρει ο ήλιος. Ύστερα σηκώνονταν, έπιαναν πάλι τη δουλειά και το αλώνι ξαναγέμιζε φωνές, γέλια και τον μονότονο ήχο του μόχθου.
    «Στριφογυρίζει τ' άλογο στ' αλώνι τριγυρνά, τ' αστάχυα, καλοπάτητα, ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.»
    Η καλλιέργεια του σιταριού και του κριθαριού άρχιζε με τις χειμωνιάτικες σπορές του Δεκέμβρη και αποτελούσε τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του χωριού. Η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η άλεση του καρπού δεν ήταν απλώς αγροτικές εργασίες· ήταν οι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής, δεμένοι με τις εποχές, τον καιρό και την ελπίδα.
    Σήμερα τα παλιά αλώνια στέκουν σιωπηλά, πέτρινες κορνίζες μιας άλλης εποχής. Δεν ακούγονται πια τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, ούτε οι φωνές των αλωνιστάδων. Μονάχα ο άνεμος περνά ανάμεσά τους, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων που μόχθησαν πάνω σ' αυτή τη γη.
    Κι ίσως γι' αυτό επιβιώνει ακόμη στα σοκάκια του χωριού εκείνη η παλιά λαϊκή συμβουλή, που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα:
    «Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι,
    γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει.»
    Ήταν όμως και εποχές που το τοπίο διένυε τα πιο αδυσώπητα καλοκαίρια. Το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο, ένα ολόφλογο καμίνι που έπεφτε πάνω στη σάρκα σαν βροχή από πυρωμένες βελόνες. Ούτε πνοή ανέμου δεν φυσούσε. Τα φύλλα των δέντρων έμεναν ακίνητα, τα λιγοστά νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν ακίνητα, σαν λιωμένο μέταλλο ή σαν λάδι, και στους γύρω λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες στέκονταν ασάλευτα, θαρρείς και είχαν πεθάνει. Τα πουλιά λούφαζαν βαθιά μέσα στις φυλλωσιές, αναζητώντας λίγη σκιά και λίγη δροσιά.
    Οι ξεροπόταμοι είχαν στεγνώσει. Στην επιφάνεια της γης σχηματιζόταν μια λεπτή, σκληρή κρούστα, ενώ τα αγριόχορτα είχαν καεί από τον ήλιο και είχαν απομείνει μονάχα οι ρίζες τους. Η ατμόσφαιρα γινόταν διάφανη και αραιή, ο ουρανός ολοένα και πιο ξέθωρος, κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ξεθώριαζαν και τα χρώματα της γης. Το κοκκινόχωμα έπαιρνε μια τριανταφυλλιά απόχρωση και το γκρίζο χώμα άσπριζε κάτω από το ανελέητο φως. Μέσα στα χαντάκια το χώμα διαλυόταν σε ψιλή σκόνη, ενώ τα μυρμήγκια ξεχύνονταν σε ατέλειωτες πορείες προς τα σιτοχώραφα, λες και προαισθάνονταν πως κάθε σπυρί ήταν πολύτιμο για τον χειμώνα που θα ερχόταν.
    Υπήρχαν όμως και μέρες που το λιοπύρι γινόταν τόσο δυνατό και αβάσταχτο, ώστε πάνω στις πέτρες θαρρούσες πως μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το αδιάκοπο τραγούδι του τζίτζικα, η φωνή της λαύρας, χυνόταν παντού, σπάζοντας τη βαριά σιωπή του τόπου.
    Κι όμως, η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά τον δρόμο της. Όταν η ανομβρία παρατεινόταν, όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην εκκλησία. Ο παπάς, κρατώντας τον Σταυρό και τις εικόνες, έβγαινε μπροστά, και πίσω του σχηματιζόταν η λιτανεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκινούσαν για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο, ενώ ο γαρμπής, λιοβόρι πυρωμένο, σκόρπιζε κύματα καυτής ανάσας και η λαύρα του ανέμου έκαιγε τη διψασμένη γη.
    Όταν έφθαναν στα χωράφια, όλοι γονάτιζαν πάνω στο ξερό χώμα. Έκαναν τον σταυρό τους και ύψωναν τα μάτια στον γαλανό ουρανό, παρακαλώντας τον Θεό να λυπηθεί τον τόπο.
    «Αμήην!» αντηχούσε από τα χείλη μικρών και μεγάλων. Ήθελαν να βουίξουν οι ξεραμένες λαγκαδιές από τη δέηση τους, να φτάσει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου και να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί. Μα η λιτανεία τελείωνε κάτω από έναν ουρανό ανέφελο, σκληρό και πυρωμένο, ενώ ο ήλιος συνέχιζε να καίει σαν αναμμένο μαγκάλι πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν οι παλιές «λιτανείες της ανομβρίας», όταν οι άνθρωποι, πριν εμπιστευθούν τη μοίρα τους στις καιρικές προβλέψεις, την εμπιστεύονταν στην προσευχή.»....
    Τελειώνοντας την πεζοπορία στον ατέλειωτο μαίανδρο των μονοπατιών, αφήνει πίσω του τις στροφές, τις ανηφοριές και τις σιωπηλές συνομιλίες με τη φύση. Μπαίνει πλέον στον κύριο χωματόδρομο και μπροστά στα μάτια του ανοίγεται το χωριό.
    Τα Κουλέντια.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!.....

    Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

    O Tritos Gios! Se Xeskepo Spiti Sas Gennissa

    Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

    Πριν η Ελένη γίνει η ξακουστή Ελένη της Τροίας, ήταν η Ελένη της Σπάρτης. Η γυναίκα με το μοναδικό κάλλος, που η ομορφιά της πέρασε στους αιώνες και έγινε μύθος. Λένε πως οι γυναίκες της Σπάρτης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, μα και για τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Γιατί η γη που τις μεγάλωνε δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια γη αυστηρή, που ζητούσε από τον άνθρωπο αντοχή, υπομονή και καρδιά δυνατή. Η μητέρα του ήταν γνήσια Σπαρτιάτισσα. Μια αυθεντική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Γεννημένη σε μια ακραία και περήφανη περιοχή, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Είναι ένας τόπος δύσκολος και συνάμα μαγευτικός. Κακοτράχαλα βουνά, χαραγμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά και διάσπαρτα δέντρα που επιμένουν μέσα στην άνυδρη γη. Συκιές, αμυγδαλιές και ελιές, που με τον πολύτιμο καρπό τους κρατούν ζωντανή τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Ένας ήλιος ανελέητος και ταυτόχρονα ευεργετικός.
    Τα καλοκαίρια εκεί η γη πυρώνεται. Η πέτρα κρατά τη ζέστη της ημέρας και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Πεζούλες και ξερολιθιές μαρτυρούν τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση. Η Ρειχιά, η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας, οι μικρές αγροικίες στα Καρίκια, στα Πιστάματα, στον Λαδόκαμπο.
    Χωριά και τόποι που δεν χτίστηκαν για να επιβληθούν στο τοπίο, αλλά για να δεθούν μαζί του. Σπίτια που μοιάζουν σαν να φύτρωσαν μέσα από την ίδια την πέτρα, σαν φυσική συνέχεια της γης. Και ανάμεσά τους οι μικρές καλλιέργειες. Πεζούλες που για αιώνες δέχονται το ίδιο βασανιστικό έργο. Το όργωμα, το σκάψιμο, τη σπορά, τον θερισμό. Η γη που τρίζει, που ανασαίνει, που αλλάζει με τον μόχθο των ανθρώπων της.
    Εδώ έζησαν γενιές ανθρώπων που δεν προσπάθησαν να νικήσουν τη φύση, αλλά να συνυπάρξουν μαζί της. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής. Και ανατολικά, το Μυρτώο πέλαγος. Τα νερά του σβήνουν πάνω στα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα των ακτών, ενώ ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας χαράζουν συνεχώς τις πέτρες, όπως ο χρόνος χαράζει τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης.
    Μόνο όποιος έχει περπατήσει αυτά τα χώματα μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος. 
    Είναι ζωντανή μαρτυρία.
    Κρατά στις πέτρες της τις ιστορίες των ανθρώπων της. Κρατά τον μόχθο τους, τα όνειρά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Είναι η γη που έμαθε στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος.
    Να αντέχει.
    Να δημιουργεί.
    Να επιμένει.
    Παράστημα καλοφτιαγμένο και όμορφο. Σκελετός εύρωστος, κορμοστασιά στητή, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους. Μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά, με καθαρά χρώματα και βλέμμα βαθύ, ευθύ, που φανέρωνε άνθρωπο χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Ένα πρόσωπο μοναδικό, με χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης.
    Μια ομορφιά ξεχωριστή.
    Μια ομορφιά που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση, αλλά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το πρόσωπό τους γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά, σαν δώρο Θεού. Το βήμα της σταθερό. Η παρουσία της αγέρωχη, περήφανη. Κι όμως, πίσω από αυτή την ομορφιά υπήρχε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η δύναμη της μάνας.
    «Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
    που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
    τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
    το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα.»
    Όπως οι γυναίκες της αρχαίας Σπάρτης, έτσι κι εκείνη πίστευε πως η ανατροφή των παιδιών δεν ήταν μόνο θέμα αγάπης, αλλά και ευθύνης. Είχε επιλέξει να ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα ζωής. Δεν μεγάλωνε παιδιά που θα έκαναν πάντα ό,τι ήθελαν, αλλά ανθρώπους που θα γνώριζαν τα όρια, την τιμή και την ευθύνη των πράξεών τους. Τα καθοδηγούσε με αυστηρότητα, αλλά πίσω από κάθε αυστηρή της λέξη κρυβόταν η αγάπη. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη χαρακτηριστική νουθεσία της κάθε φορά που τα παιδιά έκαναν κάποια παιδική σκανταλιά: «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
    Δεν ήταν απλή φράση.
    Ήταν ένα μήνυμα.
    Ήθελε να τους θυμίζει πως η ζωή τους πρέπει να είναι καθαρή και αληθινή. Πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να μπορούν να σταθούν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Πως ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν φοβάται το φως.
    «Η ζωή σας να λάμπει… αλλά να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης», τους έλεγε. Να λάμπει, αλλά να παραμένει αληθινή.
    Το αγόρι που ήρθε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι της Ιοκάστης. Πριν από εκείνον είχαν έρθει ο Αλκιβιάδης και ο Τηλέμαχος.
    Και η μάνα τους ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
    Μια νέα γυναίκα, με τρεις γιους πλέον στην αγκαλιά της, αλλά με μια ψυχή ήδη σφυρηλατημένη από τη ζωή.
    Τ’ αστέρια φέγγιζαν ακόμη και η μέρα είχε τραβήξει μονάχα μια αχνή πινελιά φωτός χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. Οι κόκορες είχαν αρχίσει από ώρα το πρωινό τους κάλεσμα. Ένα δροσερό αεράκι, ευχάριστο και απαλό, χάιδευε τα μαλλιά και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών, που είχαν ήδη ξεκινήσει τον καθημερινό αγώνα της εποχής. Στο αλώνι μετέφεραν τα δεμάτια του σταριού. Τα κουβαλούσαν ένα-ένα και τα στοίβαζαν στη μεγάλη θημωνιά, περιμένοντας την ώρα που θα άρχιζε το αλώνισμα. Ήταν ο Αλωνάρης, ο μήνας του Ιουλίου, η εποχή που η γη παρέδιδε τον καρπό της στον άνθρωπο ύστερα από μήνες κόπου, αγωνίας και προσμονής. Το αλώνι βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού, εκεί όπου το χτυπούσαν οι άνεμοι. Ο αέρας ήταν πολύτιμος σύντροφος εκείνες τις ημέρες, γιατί βοηθούσε αργότερα στο λίχνισμα, ξεχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο. Για τους ανθρώπους του μικρού οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό πρωινό. Ένα ακόμη πρωινό από εκείνα που άρχιζαν πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ξυπνούσαν νωρίς, όσο κρατούσε ακόμη η δροσιά της νύχτας, γιατί όλοι γνώριζαν πως λίγες ώρες αργότερα η ζέστη θα γινόταν βαριά και αμείλικτη. Έπρεπε να προλάβουν. Να ετοιμάσουν το αλώνι, να φέρουν τα ζώα, να ξεκινήσουν τη δουλειά πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κι ενώ οι άνθρωποι ετοίμαζαν τον μόχθο της ημέρας, η φύση συνέχιζε το δικό της τραγούδι. Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρών πουλιών τιτίβιζε ασταμάτητα και φτεροκοπούσε ανάμεσα στα κλαδιά, όπου κρέμονταν οι μικροί, στυφοί καρποί τους.
    Ήταν ένα ακόμη πρωινό στον Πάρνωνα.
    Ένα πρωινό γεμάτο φως, εργασία και ζωή.
    Η Ιοκάστη, η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι εκείνη, με την κοιλιά στο στόμα, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την προσπάθεια. Ήταν ήδη στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
    Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες της υπαίθρου δεν γνώριζαν πολυτέλειες και ξεκούραση. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν λόγος να σταματήσει η ζωή. Συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Πολλές φορές οι πόνοι του τοκετού τις έβρισκαν εκεί, ανάμεσα στη γη που καλλιεργούσαν και στον καρπό που με τόσο κόπο είχαν βοηθήσει να γεννηθεί.
    Η αυγή ήρθε γρήγορα. Στην αρχή μια αχνή γραμμή φωτός στον ορίζοντα. Έπειτα ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, και τέλος μια έκρηξη φωτιάς, καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από τη θάλασσα της Μονεμβασιάς και πλημμύρισε τον τόπο με το χρυσό του φως. Από μικρός ακόμη, συχνά απορούσε με τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η μητέρα του.
    Μια δύναμη σιωπηλή, σιδερένια. Μπορούσε να αντέξει την κούραση, την κακουχία, τη στέρηση και την πείνα σχεδόν καλύτερα κι από τον πιο δυνατό άντρα. Δεν παραπονιόταν. Δεν λύγιζε. Προχωρούσε.
    «Πού βρίσκει τόση δύναμη;» αναρωτιόταν. Δεν γνώριζε τότε πως η δύναμη μιας μάνας δεν μετριέται μόνο στο σώμα.
    Βγαίνει από την καρδιά.
    Και από την αγάπη για τα παιδιά της.
    Και τώρα, εκείνο το πρωινό, μέσα στη βοή του αλωνιού και στον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς, η φωνή της έσκισε ξαφνικά τον αέρα.
    Μια φωνή αγωνίας.
    Όλοι σταμάτησαν.
    «Τη μαμή!» φώναξε. «Φωνάξτε τη μαμή!»
    Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή σαστισμένοι.
    Η ώρα είχε φτάσει.
    Η Ιοκάστη ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό της αγραπιδιάς. Με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ακόμη την αξιοπρέπειά της μέσα στον πόνο, γλίστρησε σιγά σιγά και ξάπλωσε στη ρίζα του δέντρου. Οι γυναίκες άφησαν αμέσως το λίχνισμα. Τα χέρια που πριν κρατούσαν τα εργαλεία της δουλειάς τώρα έτρεχαν να βοηθήσουν. Άφησαν πίσω το αλώνι, το στάρι και τον καθημερινό μόχθο. Για λίγο, όλος ο κόσμος σταμάτησε. Γιατί ερχόταν μια νέα ζωή.
    Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου περνούσαν ανάμεσα από το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με χρυσές κηλίδες φωτός το χλωμό, λουσμένο στον κρύο ιδρώτα πρόσωπο της .
    Έφωτιζαν τη μορφή της μητέρας του. Τη γυναίκα εκείνη που λίγες στιγμές πριν κρατούσε ακόμη το ρυθμό της δουλειάς στο αλώνι και τώρα πάλευε με τον μεγαλύτερο πόνο και το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.
    Άρχισαν οι πόνοι.
    Η στιγμή είχε φτάσει.
    Ο πατέρας του, μόλις κατάλαβε πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε γρήγορα για το χωριό, να φέρει τη μαμή που ξεγεννούσε τις γυναίκες όχι μόνο του δικού τους οικισμού, αλλά και των γύρω χωριών. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ανέσεις, ούτε γιατροί κοντά, ούτε δρόμοι εύκολοι. Υπήρχαν μόνο οι πρακτικές μαμές. Γυναίκες με πείρα, με γνώση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, που πολλές φορές έφταναν μέσα στη νύχτα, με κρύο, βροχή ή ζέστη, όπου τις καλούσε η ανάγκη. Και όταν ακόμη κι αυτές δεν προλάβαιναν να φτάσουν, πολλές γυναίκες της υπαίθρου γεννούσαν μόνες τους, βοηθώντας η μία την άλλη με ό,τι μέσα είχαν.Με αγωνία περίμεναν την επιστροφή.
    Και όταν επιτέλους , όλοι μαζί, με μεγάλη προσπάθεια και κόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν την κυρά  στην αυλή του σπιτιού. Εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που είχε δει τους κόπους και τις χαρές τους, θα ερχόταν στον κόσμο ο μικρότερος γιος της οικογένειας.
    Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως έκανε μεγάλη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο. Ήταν ένα από εκείνα τα λακωνικά καλοκαιρινά απογεύματα, όπου ο ήλιος έκαιγε την πέτρα, ο αέρας μύριζε χώμα και στάρι, και μέσα σε αυτή τη σκληρή αλλά ζωντανή φύση γεννιόταν ένα ακόμη παιδί.
    Ο μικρότερος αδελφός του.
    Ήταν Ιούλιος. Στον μικρό οικισμό επικρατούσε ησυχία. Μια βαθιά καλοκαιρινή ησυχία, που μόνο τα τζιτζίκια την έσπαζαν με το ασταμάτητο τραγούδι τους. Το ερωτικό κάλεσμα των αρσενικών, όπως λένε οι άνθρωποι της φύσης, γέμιζε τον τόπο με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του καλοκαιριού, που άλλοτε νανουρίζει κι άλλοτε σχεδόν ξεκουφαίνει. Δίπλα στη μητέρα του είχε σταθεί η γειτόνισσά τους, η κυρά Γιώργαινα η Καραστατήρη. Γυναίκα με πείρα στις γέννες, γνώριζε τα σημάδια, τους πόνους, τις δύσκολες στιγμές. Δίπλα της βοηθούσε και η εξαδέλφη του πατέρα του, η κυρά Καλλιόπη του Σεμπέπου, προσφέροντας κι εκείνη τη δική της συνδρομή. Εκείνα τα χρόνια η γέννα ήταν υπόθεση των γυναικών. Μια γνώση που περνούσε από στόμα σε στόμα, από μάνα σε κόρη, από γενιά σε γενιά.
    Από τον κοντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα έφεραν το εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. Άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν σιωπηλά για την καλή έκβαση του τοκετού. Γιατί η γέννα, όσο φυσική κι αν είναι, παραμένει πάντα μια στιγμή αβεβαιότητας. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφήνει και χώρο στην «εξ ύψους βοήθεια». Στην αυλή του σπιτιού άναψαν τον πέτρινο φούρνο. Έβαλαν τη σιδεριά πάνω στη φωτιά, τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και άρχισαν να ζεσταίνουν νερό.
    Όλα ήταν έτοιμα.
    Το σπίτι, οι γυναίκες, η προσευχή, η φωτιά.
    Κι ολόκληρος ο μικρός οικισμός, σιωπηλός μάρτυρας, περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν στον κόσμο μια νέα ζωή. Η ξαδέλφη τους, η κυρά Καλλιόπη, κατέβηκε στο μπροστινό χαντάκι και διάλεξε μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, με φυσική υφή και λεία επιφάνεια από το πέρασμα του χρόνου. Την έπλυνε προσεκτικά με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι, σαν να ετοίμαζε ένα ιερό μέρος για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Ύστερα πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού, ράντισε την πέτρα και έπλυνε τα χέρια των γυναικών. Ήταν μια πράξη καθαρισμού και φροντίδας, αλλά και μια σιωπηλή προσευχή. Η κυρά Γιώργαινα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
    Η αγωνία την είχε κυριεύσει. Πηγαινοερχόταν νευρικά, έκανε μικρές ασυνείδητες κινήσεις, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει το σώμα της ακίνητο από την ένταση της στιγμής. Μικρά βήματα, μικρά πηδηματάκια από την αγωνία, σαν να ήθελε με την κίνηση να επισπεύσει τον χρόνο. Ήταν «σε αναμμένα κάρβουνα».
    Το μεγάλο της άγχος ήταν ένα:
    Να προλάβουν.
    Να αντέξει η λεχώνα μέχρι να φτάσει η μαμή.
    Γύριζε κάθε τόσο προς τον δρόμο, περιμένοντας να φανεί η γνώριμη μορφή της γυναίκας που τόσες φορές είχε βοηθήσει να έρθουν παιδιά στον κόσμο.
    Κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να δυσκολεύεται, της μιλούσε αυστηρά, όπως μιλούν οι γυναίκες της υπαίθρου όταν η αγάπη τους ντύνεται με αγωνία: «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», της έλεγε.
    Δεν ήταν θυμός.
    Ήταν φόβος.
    Ο φόβος εκείνος που γεννιέται όταν κρατάς στα χέρια σου την ευθύνη μιας ζωής.
    Στο φαρδύ πεζούλι, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον βαθύ ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς, έστρωσαν τη μαντανία. Το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με το μπαμπακερό στημόνι και το μάλλινο υφάδι, στολισμένο με όμορφους γεωμετρικούς σχηματισμούς και υφασμένο διπλής όψεως, απλώθηκε πάνω στην πέτρα και στο χώμα της αυλής σαν ένα μικρό καταφύγιο για τη μεγάλη στιγμή. Επάνω της τοποθέτησαν την καθαρή, πλυμένη πέτρα που είχε ετοιμάσει η κυρά Καλλιόπη. Με προσοχή βοήθησαν τη λεχώνα να καθίσει. Οι γυναίκες γύρω της γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Με τα χέρια τους στήριζαν τη μέση και την κοιλιά της, με λόγια κουράγιου προσπαθούσαν να της δώσουν δύναμη. Ήταν εκεί, γονατιστές δίπλα της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, περιμένοντας τη στιγμή που μια νέα ζωή θα περνούσε από τον κόσμο της μητέρας στον κόσμο όλων.
    Και ύστερα ήρθε εκείνη η στιγμή. Το παιδί έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο. Για μια ανάσα ο χρόνος σταμάτησε. Η αγωνία τόσων ωρών λύθηκε μέσα σε μια κραυγή χαράς.
    Η κυρά Γιώργαινα ανακουφίστηκε. Όμως, σαν να μην μπορούσε να αφήσει αμέσως τον φόβο που την είχε κρατήσει τόση ώρα σφιγμένη, συνέχισε να γκρινιάζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν η μεγάλη συγκίνηση ψάχνει έναν τρόπο να βγει από μέσα τους.
    «Κακούργα, το έβγαλες! Το έβγαλες, κακούργα!» Τα λόγια της ακούγονταν αυστηρά. Μα μέσα στην αγωνία τους έκρυβαν μια απέραντη τρυφερότητα.
    Ήταν τα λόγια μιας γυναίκας που μόλις είχε ξαναδεί τη ζωή να νικά. Δεν άργησε να φανεί στον δρόμο και ο σύζυγός της μαζί με τη μαμή.
    Μα η κυρά είχε ήδη γεννήσει. Το παιδί είχε δει το φως του κόσμου και η πρώτη του κραυγή, εκείνο το γνώριμο «ουά - ουά» του νεογέννητου, γέμισε την αυλή και έφτασε μέχρι τα γύρω σπίτια.
    «Αγόρι!... Αγόρι!» φώναξαν όλες μαζί οι γυναίκες
    «Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό, ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του τη ζωή!»
    Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σχεδόν σαν από θαύμα, είχε γεννηθεί αρτιμελές και ζωηρό το στερνοπαίδι της οικογένειας.
    Ο Ιάσονας. Και αυτό το χρωστούσε η μάνα του στην αγάπη, στην πείρα και στην αμέριστη συμπαράσταση των γυναικών του μικρού οικισμού, που στάθηκαν δίπλα της την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Μια καθαρή, πανέμορφη μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Όχι μια μελωδία από μουσικά όργανα, αλλά από φωνές, χαμόγελα, ευχές και ανακουφισμένες ανάσες. Μια μελωδία ζεστή και πλούσια, γεμάτη τα ζωηρά χρώματα της χαράς, που καθρεφτίζονταν στα πρόσωπα όλων.
    Ήταν όλοι ευτυχισμένοι.
    Όλοι συγκινημένοι.
    Όλοι μοιράζονταν τη χαρά της οικογένειας σαν να ήταν δική τους.
    Και η φύση γύρω τους έμοιαζε να συμμετέχει στη γιορτή. Απέναντι από το χαντάκι, πίσω από την αχυρώνα του γείτονά τους, του μπάρμπα Παναγιώτη, στις αγραπιδιές και στις συκιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν χαρούμενα.Σαν να καλωσόριζαν κι αυτά το νέο μέλος της μικρής κοινωνίας τους.
    Η λεχώνα, μετά τη γέννα, έμεινε στο δωμάτιο μαζί με το μωρό της. Ήταν ένας άγραφος νόμος εκείνων των χρόνων: κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλεί. Η μάνα και το παιδί χρειάζονταν ησυχία, ξεκούραση και προστασία. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα ημέρες. Οι παλιές αντιλήψεις, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες εκείνης της εποχής λειτουργούσαν σαν ένα αόρατο προστατευτικό τείχος γύρω από τη λεχώνα και το νεογέννητο. Φυλαχτά και σύμβολα της βασκανίας συνόδευαν τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού, με την ελπίδα να το προφυλάξουν από κάθε κακό. Ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας, μια σκελίδα σκόρδο, ένα φλουρί, ένα μικρό «μάτι» στο μωρό· όλα αυτά ήταν συνηθισμένα μέχρι το σαράντισμα. Και όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες, η μάνα, κρατώντας μέσα της τη χαρά και την ευγνωμοσύνη για το θησαυρό που της είχε χαρίσει η ζωή, δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας στη Μονεμβασιά.
    Ήταν ταμένος στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα.
    Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η εκκλησία δεν ήταν μόνο ένας τόπος προσευχής. Ήταν ένα ασφαλές λιμάνι, όπου μπορούσε να εμπιστευτεί το παιδί της στις προστατευτικές δυνάμεις της πίστης της.
    Και ύστερα ο χρόνος συνέχισε τον δρόμο του.Το αλώνι σήμερα αποτελεί μνημειακό κατάλοιπο και κομμάτι της παραδοσιακής μνήμης του μικρού οικισμού.
    Μα είναι έρημο.
    Βουβό.
    Δεν ακούγονται πια τα ξεφωνητά του βαλμά, δεν ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων, δεν ανεβαίνει στον αέρα η σκόνη από τα στάχυα και το λίχνισμα.
    Έμεινε μόνο η πέτρα, να θυμάται.
    Η αχρησία και ο χρόνος άρχισαν να φθείρουν το πλακόστρωτο. Σιγά σιγά οι αρμοί ανοίγουν, οι πλάκες αποσαθρώνονται και ίσως κάποτε να μην απομείνουν παρά μόνο λίγα ίχνη, κρυμμένα μέσα στη γη.
    Έτσι αλλάζουν οι καιροί.
    Οι άνθρωποι περνούν.
    Οι φωνές σβήνουν.
    Μα οι τόποι κρατούν μέσα τους τη μνήμη όσων έζησαν επάνω τους.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!
    .....

    Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

    O Deyteros Gios Kai To Alogo

    ......Ήταν Φλεβάρης του 1954. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από τη γέννηση του Αλκιβιάδη, όταν η Ιοκάστη έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της.
    Ένα ακόμη αγόρι.
    Τον Τηλέμαχο.
    Η γέννησή του γέμισε ξανά το μικρό σπίτι στα Μπουμπουτσέλια με χαρά, παιδικά κλάματα και καινούριες ελπίδες. Η οικογένεια μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωναν και τα όνειρα των γονιών.
    Κάθε νέο παιδί φέρνει μαζί του μια νέα αρχή.
    Μα φέρνει και μεγαλύτερες ευθύνες.
    Το ψωμί έπρεπε πια να μοιράζεται σε περισσότερα στόματα, οι ανάγκες πλήθαιναν και οι κόποι του Κλέαρχου και της Ιοκάστης γίνονταν ακόμη βαρύτεροι. Όμως ούτε η φτώχεια ούτε οι στερήσεις μπορούσαν να θαμπώσουν τη χαρά τους. Για τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς τα παιδιά δεν ήταν βάρος· ήταν ευλογία, παρηγοριά και η πιο μεγάλη τους ελπίδα για το αύριο. Ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πόσο είχε αλλάξει η ζωή του, περιεργαζόταν με απορία τον νεογέννητο αδελφό του. Τον πλησίαζε διστακτικά, άγγιζε τα μικροσκοπικά του χεράκια και τον κοιτούσε με εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Η οικογένεια είχε πια αποκτήσει δύο γιους. Δύο μικρές ζωές που έδιναν νόημα σε κάθε θυσία και σε κάθε όνειρο των γονιών τους.
    ο ευτυχές γεγονός συνέβη αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ.
    Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ανάμεσα στην Τρίτη και στο ξημέρωμα της Τετάρτης, στα μέσα του Φλεβάρη του 1954. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε δείξει από νωρίς τα δόντια του. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του μήνα είχε ενσκήψει δριμύ ψύχος. Ασταμάτητες βροχές, παγωμένοι βοριάδες και ξαφνικές καταιγίδες σάρωναν τον Πάρνωνα, ενώ ο άνεμος σφύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στις ξερολιθιές και στα γυμνά δέντρα του μικρού οικισμού. Μέσα σ' εκείνη τη νύχτα της παγωνιάς και της κακοκαιρίας, όταν η φύση έμοιαζε να δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων, ένα ακόμη παιδί ερχόταν στον κόσμο.
    Ο δεύτερος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
    Ο Τηλέμαχος.
    Κι έτσι, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, γεννήθηκε άλλη μια άνοιξη για το μικρό τους σπίτι.
    Τα φυλλοβόλα δέντρα στις γυμνές χωμάτινες πλαγιές του οικισμού είχαν απογυμνωθεί. Τα σαπισμένα φύλλα, ποτισμένα από τις ασταμάτητες βροχές, στρώνονταν σαν φαιό χαλί πάνω στο μαλακωμένο χώμα, ενώ ο παγωμένος αγέρας τα παρέσερνε πότε εδώ και πότε εκεί με έναν μονότονο ψίθυρο. Το μικρό αγροτόσπιτο του Κλέαρχου και της Ιοκάστης, στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στεκόταν μόνο του μέσα στη νύχτα. Το είχε κυκλώσει ένα πηχτό, αδιαπέραστο σκοτάδι. Ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια φώτιζαν τον ουρανό· μονάχα ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και στις πέτρες του λόφου, λες και κάτι αθέατο περιδιάβαινε τον τόπο. Τέτοιες νύχτες ο κόσμος αλλάζει όψη. Οι γνώριμες μορφές χάνονται μέσα στις σκιές, οι ήχοι αποκτούν άλλη δύναμη και η φαντασία ταξιδεύει εκεί όπου το φως της ημέρας δεν την αφήνει να φτάσει. Ό,τι μένει καλά κρυμμένο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου βρίσκει τότε τον δρόμο να αναδυθεί, καθώς η νύχτα απλώνει σιωπηλά το πέπλο της πάνω στη γη.
    Ο Κλέαρχος στεκόταν μπροστά στο τζάκι κρατώντας ένα μακρύ ξύλο. Βυθισμένος στις σκέψεις του, σκάλιζε αργά τη φωτιά, σπρώχνοντας προς το κέντρο τα πυρωμένα ξύλα και τα λιγοστά αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω από τις φλόγες. Κάθε τόσο μια σπίθα πεταγόταν ψηλά και χανόταν μέσα στην καπνισμένη καμινάδα. Ανά τακτά διαστήματα γύριζε το κεφάλι προς την ορθάνοιχτη ξύλινη εξώπορτα. Ο παγωμένος αέρας εισχωρούσε στο σπίτι, κουβαλώντας τον μονότονο συριγμό του βοριά και το ψιθύρισμα της βροχής. Στεκόταν ακίνητος για λίγες στιγμές, με την ανάσα κομμένη, προσπαθώντας να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο της νύχτας έναν διαφορετικό ήχο· το ποδοβολητό ενός ζώου, ανθρώπινες φωνές ή το τρίξιμο μιας ρόδας πάνω στη λάσπη.
    Περίμενε. Και όσο περνούσε η ώρα, η προσμονή βάραινε την ψυχή του περισσότερο κι από τον χειμωνιάτικο ουρανό. Η φωτιά φούντωσε ξαφνικά και οι φλόγες της πέταξαν φωτεινές μαχαιριές στους ασβεστωμένους τοίχους της μικρής κάμαρας. Έξω από την ανοιχτή πόρτα σχηματίστηκε ένα τρεμουλιαστό τετράγωνο φως, που έσπρωχνε για λίγο το σκοτάδι και την παγωνιά της νύχτας, ενώ οι σκιές χόρευαν πάνω στους τοίχους στον αργό ρυθμό της φωτιάς.
    Την εξώπορτα την είχαν αφήσει ορθάνοιχτη, όπως συνήθιζαν στα χωριά, τόσο στις χαρές όσο και στις λύπες. Ήταν σαν να καλούσαν όλο τον κόσμο να μπει στο σπίτι και να μοιραστεί ό,τι έφερνε η μοίρα.
    Πάνω από τη στέγη ο βοριάς σφύριζε περνώντας ανάμεσα στα κεραμίδια, ενώ από τις χαραμάδες άρχισε να τρυπώνει ένα ψιλό, παγωμένο ανεμοβρόχι. Ο Κλέαρχος ανασήκωσε για λίγο το βλέμμα. Ήξερε να «διαβάζει» τον καιρό όπως διάβαζε το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Το χρώμα του ουρανού, το τρέξιμο των σύννεφων, το πέταγμα των πουλιών, το βουητό του ανέμου στις ρεματιές και στις βουνοκορφές ήταν γι' αυτόν σημάδια πιο σίγουρα κι από κάθε πρόβλεψη.
    «Χιονιάς έρχεται», έλεγαν οι χωρικοί όταν φυσούσε δυνατός βοριάς και η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα, ακόμη κι αν στο χωριό τους το χιόνι ήταν σπάνιο και συνήθως έπεφτε χιονόνερο. Κι όταν τον χειμώνα αστραποβολούσε από τον βορρά, το ήξεραν όλοι πως θα ακολουθούσαν μέρες δύσκολες. Οι δουλειές στα χωράφια και στους μπαξέδες σταματούσαν, τα ζώα έμεναν στους στάβλους και οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια τους, περιμένοντας να κοπάσει η κακοκαιρία.
    Εκείνο το βράδυ ο Κλέαρχος δεν έμοιαζε με τον εαυτό του. Η συνηθισμένη του ψυχραιμία είχε δώσει τη θέση της σε μια σιωπηλή αγωνία που τον έτρωγε από μέσα. Περίμενε, όπως περιμένει ο βαριά άρρωστος τον γιατρό που θα του φέρει την ελπίδα.
    Ξαφνικά, μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι, φάνηκαν δυο σκιές να ανηφορίζουν προς το σπίτι. Ο Κλέαρχος έσκυψε χωρίς να μιλήσει, έριξε ακόμη λίγα ξύλα στο τζάκι και οι φλόγες φούντωσαν. Η μικρή κάμαρα πλημμύρισε ζεστό φως. Οι δυο γυναίκες πλησίαζαν βιαστικά. Ανέβαιναν το μονοπάτι σχεδόν τρέχοντας, με την ανάσα κομμένη και τα στήθη τους να ανεβοκατεβαίνουν από την κούραση. Το κρύο είχε κοκκινίσει τα πρόσωπά τους και η παγωνιά της νύχτας είχε ποτίσει τα ρούχα τους.
    Ήταν η μαμή του χωριού και μαζί της η μεσόκοπη γειτόνισσά τους. Μόλις πέρασαν το κατώφλι, ο Κλέαρχος τις υποδέχθηκε με ένα βουβό νεύμα. Εκείνες μπήκαν γρήγορα στην κάμαρα και έκλεισαν ερμητικά πίσω τους την ξύλινη πόρτα, κρατώντας έξω τον άνεμο και τη νύχτα.
    Για πρώτη φορά ύστερα από πολλή ώρα ο Κλέαρχος ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει. Ήταν σαν να διαλύθηκε ξαφνικά η πυκνή ομίχλη που βάραινε τον νου του. Η αγωνία δεν είχε ακόμη τελειώσει, όμως δεν ήταν πια μόνος απέναντί της. Με το που έκλεισε η ξύλινη πόρτα, η παγωμένη ανάσα του βοριά έμεινε έξω. Η νύχτα αποκλείστηκε από το μικρό σπίτι σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης.
    Δυο μικρές κάμαρες όλες κι όλες· αυτό ήταν το φτωχικό τους. Οι δυο γυναίκες στάθηκαν για λίγο μπροστά στο τζάκι. Άπλωσαν τα παγωμένα τους χέρια προς τις φλόγες, αφήνοντας τη ζεστασιά να διαπεράσει σιγά σιγά τα μουσκεμένα τους ρούχα και να διώξει τη νυχτερινή υγρασία από τα κόκαλά τους. Ύστερα άφησαν τη φωτιά και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας.
    Εκεί, πάνω σ' ένα ξύλινο κρεβάτι σκεπασμένο με μια λευκή φλοκάτη, ήταν ξαπλωμένη η Ιοκάστη. Μια μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε τους ώμους της. Βρισκόταν ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, ώσπου αντιλήφθηκε την παρουσία τους και άνοιξε αργά τα μάτια.Την ίδια στιγμή ένα κύμα πόνου διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Ξεκίνησε βαθιά, από τα σωθικά της, απλώθηκε αργά σαν κύκλος στο νερό και χάθηκε, αφήνοντας πίσω του μια σύντομη ανάσα ανακούφισης. Ύστερα ήρθε κι άλλο. Πιο δυνατό. Πιο βαθύ. Ένιωθε πως μέσα της πάλλονταν μια νέα ζωή που ζητούσε επίμονα τον δρόμο προς το φως. Ανάμεσα στις συσπάσεις άπλωνε ασυναίσθητα το χέρι πάνω στην κοιλιά της, σαν να ήθελε να προστατέψει εκείνο το μικρό, εύθραυστο πλάσμα που σε λίγο θα άφηνε για πάντα το ασφαλές καταφύγιό του. Ο φόβος και η χαρά, ο πόνος και η προσμονή είχαν γίνει ένα. Καθώς οι ωδίνες δυνάμωναν και έρχονταν ολοένα συχνότερα, ένιωθε πως το σώμα της δεν της ανήκε πια· υπάκουε μόνο στον αρχέγονο νόμο της γέννησης. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
    Η μαμή έπιασε αμέσως δουλειά. Με γοργές, σίγουρες κινήσεις έλεγξε ένα προς ένα όλα όσα θα χρειάζονταν για τη γέννα. Τίποτε δεν άφηνε στην τύχη· η πείρα πολλών χρόνων οδηγούσε τα χέρια της.
    Το μικρό σπίτι είχε καθαριστεί από νωρίς. Παντού μύριζε ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Όλα ήταν νοικοκυρεμένα, σαν να περίμεναν έναν ξεχωριστό επισκέπτη. Με ευλάβεια κατέβασαν από το εικονοστάσι την εικόνα της Παναγίας. Τη φίλησαν σταυροκοπούμενες και προσευχήθηκαν να πάνε όλα κατ' ευχήν. Άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα του και έριξαν λίγο λιβάνι στη φωτιά. Το άρωμά του γέμισε την κάμαρα, ανακατεύτηκε με τη μυρωδιά των ξύλων που έκαιγαν και χάρισε στο φτωχικό μια γαλήνη σχεδόν εκκλησιαστική. Η προσμονή βάραινε τις καρδιές όλων. Ήξεραν πως η γέννα είναι έργο του Θεού και της μάνας μαζί. Σ' εκείνες τις ώρες δεν χωρούσαν βιασύνες· μόνο υπομονή, πίστη και η ελπίδα πως, με τη βοήθεια της Παναγίας, το νέο παιδί θα ερχόταν γερό στον κόσμο.
    Για την Ιοκάστη ο χρόνος γύρω της είχε σχεδόν μειώνει ακίνητος. Έξω όλα έμοιαζαν να έχουν βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή. Μα μέσα της συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Εκεί είχε στηθεί ένα αθέατο πανηγύρι ζωής. Κάθε κύμα του πόνου τής θύμιζε πως η ώρα πλησίαζε. Κάθε ανάσα γινόταν βαθύτερη. Κάθε χτύπος της καρδιάς δυνατότερος, σαν να συντονιζόταν με τον παλμό της νέας ζωής που ετοιμαζόταν να αντικρίσει το φως. Ένιωθε πως ολόκληρη η πλάση κρατούσε την ανάσα της μαζί της.
    Σε λίγο θα κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο παιδί της. Έναν ακόμη γιο. Ένα ακόμη θαύμα.
    Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, ακούστηκαν ξαφνικά αλυχτήματα στην αυλή, ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου, πνιχτές φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, βαριά βήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας.
    Ήταν από εκείνες τις ώρες που η νύχτα μοιάζει πιο πυκνή λίγο πριν αρχίσει να ξημερώνει. Η ξύλινη πόρτα άνοιξε απότομα. Ένας άντρας τυλιγμένος στο βρεγμένο πανωφόρι του πέρασε το κατώφλι, αφήνοντας πίσω του τον βοριά να μουγκρίζει και τη βροχή να στάζει από τους ώμους του. Τινάχτηκε ελαφρά, σαν να άφηνε έξω μαζί με το νερό και την αγριάδα της νύχτας.
    Ήταν ο απρόβλεπτος, ιδιόρρυθμος φίλος της οικογένειας. Άνθρωπος με τραχύ χιούμορ και καρδιά πλατιά, που ήξερε να σκορπά το γέλιο ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Μπήκε στην κάμαρα με την ορμή του χειμωνιάτικου ανέμου, μα μαζί του έφερε κι έναν αέρα ανακούφισης· σαν να έδιωχνε μονομιάς το βάρος της αγωνίας που τόσες ώρες σκέπαζε το μικρό σπίτι. Στάθηκε για λίγο ακίνητος μπροστά στο τζάκι. Η ζωηρή φλόγα φώτισε το βρεγμένο πρόσωπό του και τα μάτια του γέμισαν από τη θαλπωρή του σπιτιού. Έκλεισε για μια στιγμή τα βλέφαρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε, σαν να ένιωσε κι εκείνος πως μέσα σε εκείνη τη φτωχική κάμαρα είχε μόλις γεννηθεί κάτι μεγαλύτερο από έναν άνθρωπο: είχε γεννηθεί η ίδια η ελπίδα.
    Ο Κλέαρχος δεν έκανε καμία ερώτηση. Δεν χρειαζόταν. Η απάντηση βρισκόταν ήδη μπροστά του. Τον υποδέχθηκε μ' ένα ζεστό χαμόγελο, χωρίς να σχολιάσει ούτε την απρόσμενη άφιξη ούτε το περασμένο της ώρας. Άναψε το φανάρι, πήρε τα γκέμια από το άλογο και βγήκε στην αυλή για να το τακτοποιήσει στον μικρό αχυρώνα, δίπλα στο σπίτι.
    Είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα. Η νύχτα παρέμενε βαριά και παγωμένη, μα μέσα στο φτωχικό η ζωή είχε νικήσει το σκοτάδι. Ο νυχτερινός επισκέπτης ήταν ο Πολυζώης, μακρινός ξάδελφος του Κλέαρχου· ένας άνθρωπος δεμένος με την οικογένεια περισσότερο με τους δεσμούς της καρδιάς παρά του αίματος.
    Ο Πολυζώης ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που σε κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή. Σε τραβούσε κοντά του με την ανοιχτή καρδιά και τον εύθυμο χαρακτήρα του. Σε γοήτευαν τα φερσίματα του, η καλοσύνη του και εκείνο το μοναδικό χιούμορ που στόλιζε ακόμη και την πιο απλή κουβέντα του.
    Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες χωρίς προσπάθεια, τον θαύμαζες και περίμενες τη συντροφιά του. Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που, μόλις έμπαιναν σ’ έναν χώρο, άλλαζαν αμέσως την ατμόσφαιρα. Είχε διασχίσει μέσα στη νύχτα την απόσταση από τον οικισμό στην ανατολική πλευρά του λόφου, για να μοιραστεί τη χαρά τους. Άλλωστε δεν είχε έρθει μόνο ως συγγενής και φίλος· σε λίγο καιρό θα γινόταν ο νονός του παιδιού. Η μαμή, με βαθιά συγκίνηση, πήρε απαλά το νεογέννητο αγόρι και το ακούμπησε στην αγκαλιά της μητέρας του. Χάιδεψε τρυφερά το μικρό του κεφάλι και χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν… όλα έχουν την ώρα τους και τον τρόπο τους», είπε με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν δει πολλά στη ζωή τους. Ένα κύμα χαράς πλημμύρισε τη μικρή κάμαρα. Τα βαριά σύννεφα που τόσες ώρες σκέπαζαν τις σκέψεις του Κλέαρχου διαλύθηκαν. Ένιωσε το βάρος να φεύγει από τους ώμους του και μια ξεχασμένη δύναμη να επιστρέφει μέσα του. Εκείνη τη νύχτα, στο φτωχικό σπιτάκι του Αγίου Παντελεήμονα, δεν είχε γεννηθεί μόνο ένα παιδί. Είχε γεννηθεί ξανά και η ελπίδα.
    Στην κάμαρα έπεσε για λίγο σιωπή. Μόνο το κλάμα του νεογέννητου αντηχούσε μέσα στον μικρό χώρο, σκεπάζοντας ακόμη και το ήρεμο τριζοβόλημα της φωτιάς στο τζάκι. Ο Πολυζώης, αφού συνήλθε από τη συγκίνηση που τον είχε κυριεύσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά, με τη γνώριμη ζωηράδα του, αναφώνησε χαρούμενα: «Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι!»
    Σαν να ήθελε να μοιραστεί με όλους τη χαρά που είχε σκορπίσει η νύχτα αυτή σε ολόκληρο τον κόσμο του.
    Ύστερα γύρισε προς τη μαμή και τη ρώτησε: «Πες μου, τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;»
    Και πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, πρόσθεσε με το γνωστό του ενθουσιασμό: «Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
    Η μαμή χαμογέλασε. «Τελείωσαν όλα καλά. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να κάνεις τώρα.» Μάλλον όμως κατάλαβε πως η απάντησή της ήταν λίγο απότομη και θέλησε αμέσως να διορθώσει τον τόνο της. Τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη διάθεση και του είπε: «Θα ήθελες στ’ αλήθεια να βοηθήσεις;»
    Ο Πολυζώης δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. «Σου το είπα. Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
    Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και, κοιτάζοντας τον Πολυζώη με εκείνη τη ζεστασιά που έχουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η χαρά πρέπει να μοιράζεται, του είπε:
    «Αφού θέλεις τόσο πολύ να βοηθήσεις, πες μας την ιστορία της Άρτεμης. Πες μας για το άλογό σου. Να ακούσουμε κι εμείς κάτι όμορφο αυτή τη νύχτα».
    Και ήταν σαν να άλλαξε ολόκληρη η ατμόσφαιρα μέσα στη μικρή κάμαρα. Λίγες στιγμές πριν, όλοι κρατούσαν ακόμη μέσα τους την αγωνία της γέννας, τον φόβο της νύχτας, το βάρος των δύσκολων καιρών που είχαν περάσει. Τώρα όμως, η φωτιά στο τζάκι έμοιαζε πιο δυνατή, οι σκιές στους τοίχους χόρευαν πιο χαρούμενα και το κλάμα του νεογέννητου ακουγόταν σαν το πρώτο τραγούδι μιας καινούργιας εποχής. Ο Πολυζώης χαμογέλασε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν μαζί τους φως. Η παρουσία του δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Έφτανε η φωνή του, ένα αστείο του, μια ιστορία του, για να διώξει τη βαριά σκιά που άφηναν πίσω τους οι δύσκολοι καιροί.
    Και εκείνο το βράδυ, στο μικρό φτωχικό σπίτι του Αγίου Παντελεήμονα, δύο γεννήσεις είχαν φέρει χαμόγελα.
    Στην αγκαλιά της μάνας είχε έρθει ένας γιος.
    Στον στάβλο, λίγες ώρες πριν, είχε έρθει στον κόσμο ένα μαύρο πουλάρι με το λευκό σημάδι στο μέτωπο.
    Και οι δύο έμοιαζαν σαν μηνύματα ελπίδας. Σαν να ήθελε η ζωή να τους θυμίσει πως, ακόμη και μετά τις πιο σκοτεινές νύχτες, πάντα υπάρχει μια αυγή που περιμένει.
    Ο οικισμός τους τα Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα)
    Ο οικισμός αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα. Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα διάσπαρτα σπίτια των Καραστατήρη και προχωρώντας με τα πόδια προς την κορφή του χωριού, συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικία του Πολυζώη. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
    Για τον Πολυζώη η ενασχόληση με τα άλογα δεν ήταν ένα απλό χόμπι. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν μια σχέση που είχε μέσα της αγάπη, σεβασμό και βαθιά γνώση. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα, καταλάβαινε πολλά. Ήξερε την ηλικία τους, τον χαρακτήρα τους, τις ιδιοτροπίες τους, ακόμη και τη διάθεσή τους. Ένα άλογο για εκείνον δεν ήταν βάρος ούτε εργαλείο μόνο για τη δουλειά. Ήταν ζωντανή ύπαρξη, σύντροφος του ανθρώπου στις χαρές, στις δυσκολίες και στη μοναξιά της υπαίθρου. Ήταν άλλες εποχές τότε. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ακόμη στην περιοχή και οι μετακινήσεις, οι μεταφορές και οι αγροτικές εργασίες γίνονταν με τα ζώα. Τα μουλάρια, τα άλογα, τα κάρα και οι άμαξες ήταν η δύναμη του τόπου. Ήταν η συνέχεια των χεριών του ανθρώπου. Ο Πολυζώης είχε τρία άλογα. Δύο από αυτά τα χρησιμοποιούσε στις αγροτικές του εργασίες. Η Άρτεμις όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν η μεγάλη του αδυναμία, η ξεχωριστή του αγάπη ανάμεσα σε όλα τα άλογα που είχε αποκτήσει στη ζωή του.
    Η Άρτεμις ήταν μια πανέμορφη αραβική φοράδα. Είχε υπάρξει άλογο αγώνων και είχε χαρίσει πολλές χαρές στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, μέχρι τη στιγμή που ένας πρόωρος τραυματισμός την ανάγκασε να αποσυρθεί. Όμως η αξία της δεν είχε χαθεί. Η ομορφιά της, η περηφάνια της και η αρχοντιά της παρέμεναν. Τον τελευταίο καιρό είχε ζευγαρώσει με έναν αραβικό επιβήτορα και εκείνη την παγωμένη νύχτα του χειμώνα, λίγες ώρες πριν από τη γέννηση του δεύτερου γιου του Κλέαρχου, έφερε στον κόσμο, εύκολα και χωρίς επιπλοκές, μέσα στη ζεστασιά του αχερώνα, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
    Ο Πολυζώης το θεώρησε καλό σημάδι. Στο μυαλό του ανθρώπου της υπαίθρου η ζωή είχε τους δικούς της συμβολισμούς. Τα δυνατά και όμορφα αρσενικά άλογα θεωρούνταν σημάδι δύναμης, προκοπής και καλής τύχης. Κι εκείνο το πουλάρι είχε γεννηθεί σε μια παράξενη στιγμή. Όχι μέσα στους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, όπως συνήθως συνέβαινε, όταν η φύση ήταν γενναιόδωρη και η τροφή άφθονη, αλλά μέσα στη βαριά καρδιά του χειμώνα. Για τον Πολυζώη αυτό δεν ήταν τυχαίο.
    Όταν θα ερχόταν η ώρα του απογαλακτισμού και του αποχωρισμού από τη μάνα του, το κραταιό και όμορφο νιόβγαλτο πουλάρι θα είχε έναν ξεχωριστό προορισμό. Θα το πρόσφερε στην οικογένεια του Κλέαρχου, και ιδιαίτερα στο νεογέννητο αγόρι.
    «Η θεά Τύχη το έφερε έτσι», τους είπε χαμογελώντας. «Γεννήθηκαν την ίδια νύχτα. Ας μεγαλώσουν μαζί». Και με την ευχή του, τους παρέδωσε το δώρο του. Ένα δώρο που δεν ήταν απλώς ένα άλογο.
    Ήταν μια υπόσχεση συντροφιάς, δύναμης και συνέχειας. Και η μητέρα του μικρού αγοριού το δέχτηκε με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη με την οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον γιο της. Γιατί και τα δύο ήταν πλάσματα που η ζωή της εμπιστεύτηκε να προστατεύσει.
    Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο. Το κατάμαυρο τρίχωμά του γυάλιζε στον ήλιο και στο μέτωπό του ξεχώριζε εκείνο το λευκό αστέρι, σαν σημάδι που η ίδια η φύση είχε αφήσει επάνω του. Είχε εκπληκτική αντοχή, εξαιρετική αντίληψη και μια περηφάνια που φαινόταν σε κάθε του κίνηση. Ο Πολυζώης, όταν το αντίκριζε, θυμόταν πάντα την Άρτεμη, τη μάνα του, και πίστευε πως κάποια από την αρχοντιά της είχε περάσει και στο παιδί της.
    Κεραυνός. Αυτό ήταν το όνομα που του έδωσαν. Και δεν μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό όνομα για ένα τέτοιο άτι. Ήταν γρήγορο, δυνατό, ατίθασο. Ένα άλογο που δεν δεχόταν εύκολα διαταγές και συχνά έκανε του κεφαλιού του. Ήθελε χρόνο, υπομονή και γνώση για να μάθει να εμπιστεύεται τον άνθρωπο. Και η Ιοκάστη είχε όλα αυτά. Με την ίδια υπομονή και αφοσίωση που μεγάλωνε τον μικρό της γιο, φρόντιζε και τον Κεραυνό. Τον καθάριζε, τον περιποιόταν, του μιλούσε ήρεμα και τον πλησίαζε χωρίς φόβο. Δεν προσπάθησε ποτέ να τον νικήσει με τη δύναμη. Κατάλαβε πως η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· κερδίζεται. Και σιγά σιγά το περήφανο άλογο άρχισε να αλλάζει. Η ανυπότακτη φύση του μαλάκωσε. Εκεί που άλλοτε αντιδρούσε, τώρα περίμενε τη φωνή της. Εκεί που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν, τώρα πλησίαζε μόνο όταν άκουγε τα βήματά της. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μια ξεχωριστή φιλία. Ο Κεραυνός εμπιστευόταν την Ιοκάστη περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ήταν η μόνη που του επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του χωρίς ανησυχία, η μόνη που μπορούσε να τον οδηγήσει χωρίς χαλινάρι φόβου, μόνο με τη δύναμη της σχέσης τους. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έδινε εκείνο το περήφανο άλογο: πως ακόμη και οι πιο ελεύθερες ψυχές δεν χρειάζονται δεσμά για να ακολουθήσουν κάποιον. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο που να τις καταλαβαίνει. Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται πραγματικά. Μέσα του καίει πάντα η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την περήφανη και ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρεί την εμπιστοσύνη του μόνο σε εκείνους που επιλέγει το ίδιο. Δεν υποτάσσεται· απλώς παραχωρεί τον εαυτό του. Και το κάνει μόνο σε ανθρώπους που μπορούν να κοιτάξουν την ψυχή του μέσα από τα μάτια του.
    Η Ιοκάστη, από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να καταλαβαίνει τα άλογα. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να ηρεμήσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. Τα αρσενικά άλογα, ιδιαίτερα τα περήφανα και δυνατά, συχνά παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στον χειρισμό τους. Σε στιγμές έντασης, οι αντιδράσεις τους δεν είναι πάντα εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη. Όμως η Ιοκάστη δεν προσπάθησε ποτέ να νικήσει τον Κεραυνό. Προσπάθησε να τον καταλάβει. Γιατί τα άλογα δεν αγαπούν το αφεντικό τους από υποχρέωση ή από τυφλή υποταγή. Η εμπιστοσύνη τους κερδίζεται. Χρειάζεται χρόνος, υπομονή και σεβασμός. Και όταν ένας άνθρωπος καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός αλόγου, δεν αποκτά απλώς ένα ζώο για συντροφιά ή εργασία· αποκτά έναν αληθινό φίλο. Αυτή ακριβώς ήταν η σχέση της Ιοκάστης με τον Κεραυνό. Μια σχέση αγνή και ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, αμοιβαία κατανόηση και σιωπηλή επικοινωνία. Το μαύρο άτι υπάκουε στις προσταγές της όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ανέβαινε στη ράχη του και το οδηγούσε μόνο με το σώμα της, με μια μικρή κίνηση, ένα νεύμα, ένα άγγιγμα. Δεν της χρειάζονταν χαλινάρια ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους είχαν τον δικό τους τρόπο να συνομιλούν. Με τα μάτια, με τις κινήσεις, με την ανάσα τους. Και όταν ξεκινούσαν, άνθρωπος και άλογο γίνονταν ένα. Κάλπαζαν σαν τον άνεμο, ελεύθεροι πάνω στη γη του Πάρνωνα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον ήχο των βημάτων και τη σκόνη του δρόμου.
    Τον τελευταίο χρόνο, πριν η οικογένεια αφήσει το χωριό και κατέβει στο αστικό κέντρο, είχε δημιουργηθεί και ανάμεσα στον μικρό Αλκιβιάδη και τον Κεραυνό ένας ξεχωριστός δεσμός. Ήταν μόλις επτά χρονών όταν τόλμησε να ανέβει στη ράχη του. Και η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνο το περήφανο, ατίθασο άλογο, που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν άνθρωπο, θα άφηνε ένα μικρό παιδί να το οδηγήσει; Μα ο Κεραυνός γνώριζε. Όπως είχε επιλέξει τη μητέρα του, έτσι είχε επιλέξει και εκείνον.
    Όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό, ο Κεραυνός επέστρεψε στον Πολυζώη. Δεν ήταν εύκολο για κανέναν. Όμως κάποια πράγματα, όσο κι αν αλλάζουν οι δρόμοι της ζωής, παραμένουν για πάντα χαραγμένα μέσα στην ψυχή.
    Τα χρόνια πέρασαν.
    Η μητέρα του, η Ιοκάστη, αραιά και πού επέστρεφε στα πάτρια χώματα. Κάθε συνάντησή της με τον Κεραυνό ήταν μια μικρή γιορτή. Εκείνος την αναγνώριζε πριν ακόμη τη δει. Κι εκείνη ένιωθε πως για λίγες στιγμές ξαναγύριζε η παλιά της ζωή. Όσο όμως ο χρόνος περνούσε και το άλογο γερνούσε, απέφευγε αυτές τις συναντήσεις. Την πονούσαν. Ήταν δύσκολο να βλέπει τον αέρα της νιότης της να βαραίνει από τα χρόνια. Ώσπου έμαθε πως ο Κεραυνός είχε πλέον προβλήματα υγείας. Και τότε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αφήσει άλλο τον φόβο της απώλειας να την κρατά μακριά.
    Έπρεπε να τον ξαναδεί. Ο Κεραυνός βρισκόταν ακόμη στον παλιό αχερώνα.
    Όμως η εικόνα που αντίκρισε δεν θύμιζε σε τίποτα το περήφανο άτι των περασμένων χρόνων. Το μαύρο του τρίχωμα είχε χάσει τη λάμψη του. Η δυνατή του κορμοστασιά είχε λυγίσει από τα χρόνια. Η εκπληκτική του αντοχή είχε φύγει και η όρασή του είχε αδυνατίσει.
    Μα η ψυχή του ήταν ακόμη εκεί. Μόλις ένιωσε την παρουσία της, σήκωσε το κεφάλι του. Την οσμίστηκε και, με όση δύναμη του είχε απομείνει, χλιμίντρησε χαρούμενα. Ήταν το ίδιο χλιμίντρημα που γνώριζε τόσα χρόνια. Μόνο που τώρα ερχόταν από ένα σώμα κουρασμένο.Τα σκούρα, συννεφιασμένα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η Ιοκάστη πλησίασε αργά, τον χάιδεψε απαλά και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο λιπόσαρκο μέτωπό του. Για μια στιγμή δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε απόσταση.
    Υπήρχαν μόνο οι δυο τους.
    Η αμαζόνα των νεανικών χρόνων και το περήφανο άτι που κάποτε κάλπαζε σαν τον άνεμο. Η Ιοκάστη δεν μπόρεσε να κρατήσει τη θλίψη της.
    Δάκρυσε. 
    Όχι μόνο για τον γερασμένο Κεραυνό. Δάκρυσε για όλα όσα πέρασαν και δεν θα επέστρεφαν ποτέ

    Η συνέχεια στο...

    Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

    O Prototokos Gios.. H Simfiliossi

    ..... Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, η Ελλάδα βγήκε βαθιά λαβωμένη. Ο τόπος κουβαλούσε ακόμη τις πληγές της αδελφοκτόνας σύγκρουσης. Ο φόβος, η καχυποψία και ο διχασμός συνέχιζαν να βαραίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ πολλοί γνώρισαν τις φυλακές, τις εξορίες ή τον ξεριζωμό. Οι συνέπειες του πολέμου δεν έσβησαν με την υπογραφή της ειρήνης· παρέμειναν για χρόνια χαραγμένες στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Κλέαρχος, όπως χιλιάδες νέοι της γενιάς του, υπηρέτησε μετά τη λήξη του πολέμου τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό. Επέστρεψε αποφασισμένος να αφήσει πίσω του όσα τον είχαν σημαδέψει και να χτίσει μαζί με την Ιοκάστη μια ζωή που να στηρίζεται στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και στην ελπίδα. Η επόμενη μέρα, ύστερα από τη μεγάλη οικογενειακή θύελλα, απαιτούσε ψυχραιμία, υπομονή και σιωπή. Δεν ήταν ώρα για νέες συγκρούσεις ούτε για πικρές κουβέντες. Ήταν η ώρα να καταλαγιάσουν τα πάθη, να επουλωθούν οι πληγές και να βρουν όλοι το κουράγιο να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον χωρίς θυμό. Έτσι είναι η ζωή. Ύστερα από κάθε ανεμοστρόβιλο μετράς τις απώλειες, μαζεύεις τα συντρίμμια και ξαναρχίζεις. Ο χρόνος γίνεται ο πιο πιστός σύμμαχος του ανθρώπου. Δεν σβήνει όσα συνέβησαν, μα απαλύνει τις αιχμές τους και αφήνει χώρο στη συγχώρεση να ριζώσει αργά, σαν δέντρο που μεγαλώνει αθόρυβα.
    Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ζωή άρχισε να ξαναγεννιέται.
    Ήρθε η άνοιξη.
    Οι αμυγδαλιές άνθισαν ξανά στις πλαγιές του Πάρνωνα, τα θυμάρια μοσχοβόλησαν, οι πρώτες παπαρούνες κοκκίνισαν τις πεζούλες, κι από τα νότια γύρισαν τα χελιδόνια, σαν αγγελιοφόροι μιας καινούργιας αρχής. Η φύση έμοιαζε να ψιθυρίζει εκείνο που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ακόμη να πουν.
    «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να έρθει.» Και πράγματι, η Άνοιξη ερχόταν. Όχι μόνο στα βουνά και στα χωράφια.
    Ερχόταν και στις καρδιές. Έφερνε μαζί της το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να χαρίσει στη μικρή οικογένεια του Κλέαρχου και της Ιοκάστης: τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Του Αλκιβιάδη. Του Θεού-Δώρο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα γινόταν ο πρώτος κρίκος της συμφιλίωσης. Το παιδί που θα ένωνε σιγά σιγά όσα ο πόλεμος είχε χωρίσει.
    Ήταν άνοιξη. Η νιότη του χρόνου· κι όπως η άνοιξη είναι η νιότη της φύσης, έτσι και η γέννηση ενός παιδιού είναι η άνοιξη της ζωής. Ένα γαλάζιο πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα — μήνα σημαδιακού, μήνα αναγέννησης — όταν τα γοργόφτερα χελιδόνια είχαν ήδη επιστρέψει στις παλιές τους φωλιές, η Ιοκάστη ένιωσε πως είχε φτάσει η μεγάλη ώρα.
    Ήταν παράξενα ήρεμη.
    Σαν να είχε αφήσει πίσω της κάθε φόβο, κάθε πίκρα, κάθε δοκιμασία που της είχε επιφυλάξει η ζωή. Μέσα στη γαλήνη εκείνου του ανοιξιάτικου πρωινού έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.
    Τον Αλκιβιάδη.
    Το Θεού-Δώρο της.
    Και μαζί με το πρώτο του κλάμα ήταν σαν να γεννήθηκε ξανά και η ελπίδα.
    Το μικρό εκείνο βρέφος δεν έφερε μόνο χαρά στο φτωχικό τους σπίτι. Έφερε μαζί του την αθόρυβη προσδοκία πως θα έσβηνε σιγά σιγά το μαύρο των περασμένων χρόνων· πως θα άνοιγαν ξανά οι δρόμοι που είχαν κλείσει ανάμεσα στους ανθρώπους, πως οι πληγές θα άρχιζαν κάποτε να επουλώνονται και οι καρδιές να μαλακώνουν. Η Ιοκάστη κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν δάκρυα θλίψης. Ήταν δάκρυα λύτρωσης.
    Πόσο γρήγορα είχε κυλήσει ο χρόνος…
    Σαν να ήταν χθες που, με μια μικρή βαλίτσα και μια μεγάλη απόφαση στην καρδιά, άφηνε πίσω της το πατρικό της σπίτι, για να ακολουθήσει τον δρόμο που της έδειχνε η αγάπη. Και τώρα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον πρωτότοκο γιο της, ένιωθε πως η ζωή, ύστερα από τόσες θύελλες, της χάριζε επιτέλους μια γαλήνια αυγή. Οι γειτόνισσες και οι γείτονες του μικρού οικισμού είχαν μαζευτεί από νωρίς στο ταπεινό τους σπίτι. Στα φτωχικά εκείνα χρόνια, η γέννηση ενός παιδιού δεν ήταν υπόθεση μόνο της οικογένειας· ήταν χαρά ολόκληρης της γειτονιάς. Όλοι περίμεναν με την ίδια αγωνία, σαν να ερχόταν στον κόσμο δικό τους παιδί. Ξαφνικά ακούστηκε αναστάτωση μέσα από τη μικρή κάμαρα. Ένα βιαστικό ποδοβολητό, ψίθυροι που έγιναν φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, ο γυναικόκοσμος όρμησε συγκινημένος προς την πόρτα.
    «Γεννήθηκε!... Γεννήθηκε!...» Η χαρμόσυνη κραυγή ξεχύθηκε σαν κύμα και γέμισε το μικρό σπίτι. Έτρεμε από συγκίνηση η φωνή της μαμής καθώς σήκωνε το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Τα πρόσωπα φωτίστηκαν, τα μάτια βούρκωσαν και τα χαμόγελα άνθισαν αυθόρμητα. Για μια στιγμή, ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
    Το φτωχικό σπίτι, που τόσες φορές είχε γνωρίσει τη σιωπή, τον μόχθο και τη στενοχώρια, πλημμύρισε τώρα από γέλια, ευχές και δοξολογίες. Κι έξω, πάνω από τις κεραμιδοσκεπές των Μπουμπουτσελιών, τα χελιδόνια γύριζαν χαρούμενα στον ανοιξιάτικο ουρανό, σαν να έφερναν κι εκείνα το δικό τους μήνυμα πως η ζωή, όσο κι αν δοκιμάζεται, βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξαναρχίζει.
    «Αγόρι!... Αγόρι, ανιψιέ!... Αρσενικό!... Να σας ζήσει! Να το χαρείτε!»
    Πρώτη ξεπρόβαλε από τη μικρή κάμαρα η κυρά Γιώργαινα, η γυναίκα του Γιώργη του Καραστατήρη, το αγαπημένο «Κιαπέ» της γειτονιάς και θεία του Κλέαρχου. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, λες και ήθελε να μοιραστεί το ευχάριστο νέο με ολόκληρο τον κόσμο.
    «Δόξα τω Θεώ! Αγόρι είναι! Θεόσταλτο παιδί! Δώρο του Θεού!»
    Η φωνή της αντήχησε από σπίτι σε σπίτι και απλώθηκε σε όλον τον μικρό οικισμό. Μέσα σε λίγες στιγμές, τα Μπουμπουτσέλια γέμισαν ευχές, χαμόγελα και συγκίνηση. Οι καμπάνες δεν χτύπησαν, όμως οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούσαν σαν πανηγυρικές καμπάνες εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό.
    Ήταν ένα φωτεινό πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα. Ο ήλιος πλημμύριζε τις πλαγιές του Πάρνωνα, τα χελιδόνια έσκιζαν τον καταγάλανο ουρανό και η άνοιξη μοσχοβολούσε σε κάθε γωνιά του μικρού οικισμού. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
    Ο Αλκιβιάδης.
    Η αφεντιά του.
    Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το πρώτο φως της ημέρας άπλωνε τις χρυσαφένιες ανταύγειές του πάνω στις πλαγιές του Πάρνωνα, ενώ ο ήλιος, στην καρδιά πλέον του καλοκαιριού, ανέβαινε αργά στον ουρανό. Ήταν μια λαμπρή, ηλιόλουστη μέρα.
    Η Ιοκάστη φορούσε ένα λευκό φόρεμα, λιτό, σχεδόν νυφικό, και στα πλούσια καστανά μαλλιά της είχε στερεώσει λίγα φρεσκοκομμένα αγριολούλουδα. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο.
    Ήταν όμορφη.
    Μα η ομορφιά της δεν γεννιόταν από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Πήγαζε από την ψυχή της. Ήταν εκείνη η σπάνια ομορφιά που κάνει έναν άνθρωπο να φωτίζει τον τόπο γύρω του χωρίς να το επιδιώκει. Θύμιζε τη μυθική Ψυχή, που, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, μάγευε τους ανθρώπους όχι μόνο με την απαράμιλλη μορφή της αλλά και με την καθαρότητα της ύπαρξής της.
    Ο ήλιος τη βρήκε να βαδίζει στον ίδιο δρόμο από τον οποίο, λίγους μήνες πριν, είχε φύγει με την καρδιά βαριά, μα με το κεφάλι ψηλά.
    Τώρα επέστρεφε.
    Όχι για να απολογηθεί.
    Ούτε για να δικαιωθεί.
    Επέστρεφε γιατί η καρδιά της δεν είχε γνωρίσει ποτέ το μίσος.
    Όπως ο ήλιος σκορπά το φως του αδιάκριτα σε όλους, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, έτσι κι εκείνη άνοιγε την αγκαλιά της χωρίς υστεροβουλία, χωρίς πικρία, χωρίς να περιμένει επαίνους ή δικαιολογίες. Είχε αφήσει πίσω της την αδικία, όχι επειδή την είχε ξεχάσει, αλλά επειδή είχε επιλέξει να μην αφήσει την ψυχή της να γίνει αιχμάλωτος της.
    Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά το τεσσάρων μηνών παιδί της.
    Τον Αλκιβιάδη.
    Ήταν μια περήφανη μάνα. Περπατούσε με σταθερό βήμα, μα έμοιαζε να πετά. Στο πρόσωπό της άνθιζε ένα γαλήνιο χαμόγελο, εκείνο το χαμόγελο που χαρίζει μόνο η αγάπη όταν έχει νικήσει τον φόβο. Πόσο διαχρονική είναι η εικόνα μιας μάνας που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά...
    Πόσο απλή.
    Και συνάμα πόσο ιερή.
    Οι γυναίκες της γειτονιάς την καμάρωναν πίσω από τα παράθυρά τους. Τα ήρεμα καστανά μάτια της ήταν χαμηλωμένα, όχι από συστολή, αλλά από σεμνότητα. Με αρχοντιά και λεβεντιά κατηφόριζε προς το πατρικό της σπίτι.
    Κοίταζε μόνο μπροστά.
    Τα χθεσινά τα είχε παραδώσει στον χρόνο.
    Δεν αναζητούσε νικητές και ηττημένους.
    Αναζητούσε μόνο τους ανθρώπους της.
    Δίπλα της βάδιζε ο Κλέαρχος. Τον αγκάλιασε τρυφερά, όπως αγκαλιάζει κανείς τον σύντροφο της ζωής του ύστερα από μεγάλη φουρτούνα. Δεν είχαν πλούτη να επιδείξουν ούτε αξιώματα. Είχαν μόνο ο ένας τον άλλον και το παιδί τους.
    Κι αυτό ήταν αρκετό.
    Όταν η οικογένειά της αντίκρισε το νέο ζευγάρι και το μικρό βρέφος στην αγκαλιά της Ιοκάστης, κάτι έσπασε μέσα στις καρδιές τους.
    Οι πίκρες δεν έσβησαν μονομιάς.
    Οι πληγές δεν έκλεισαν μέσα σε μια στιγμή.
    Όμως μπροστά σε μια νέα ζωή, ακόμη και οι πιο σκληρές καρδιές βρίσκουν τη δύναμη να μαλακώσουν.
    Κι έτσι, χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς θριάμβους και χωρίς απολογίες, άνοιξε ξανά η πόρτα του πατρικού σπιτιού.
    Η άτακτη κόρη είχε επιστρέψει.
    Όχι ως η κόρη που κάποτε έφυγε.
    Αλλά ως μητέρα.
    Και μαζί της είχε φέρει το πολυτιμότερο δώρο.
    Τη συμφιλίωση.
    Ο παππούς και η γιαγιά καμάρωναν το πρώτο τους εγγόνι. Το μικρό αγόρι είχε γεμίσει το σπίτι τους με παιδικές φωνούλες, κατσαρά γέλια και την ευωδιά μιας καινούργιας ζωής. Ήταν σαν να είχε ξαναζωντανέψει το σπιτικό τους. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Η επίσκεψη, που όλοι υπολόγιζαν πως θα κρατούσε λίγες μόνο ημέρες, παρατάθηκε σχεδόν αβίαστα. Κανείς δεν βιαζόταν να αποχωριστεί κανέναν. Η οικογένεια ξανάβρισκε τον χαμένο της ρυθμό και κάθε μέρα που περνούσε έσβηνε λίγο ακόμη από τις σκιές του παρελθόντος. Όταν όμως ήρθε η ώρα του γυρισμού, η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Ο καθένας τη ζούσε διαφορετικά, όλοι όμως είχαν την ίδια γαλήνη στην καρδιά.
    Ο πιο ευτυχισμένος απ' όλους ήταν ο παππούς. Είχε ήδη αρχίσει να πλάθει όνειρα για τον εγγονό του. Τον έβλεπε να μεγαλώνει, να τρέχει στις πλαγιές του Πάρνωνα, να γίνεται λεβέντης, τίμιος άνθρωπος και άξιος συνεχιστής της γενιάς τους. Στα μάτια του το μικρό παιδί δεν ήταν μόνο το πρώτο του εγγόνι· ήταν η απόδειξη πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
    Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν περιορίστηκε στις ευχές. Με τη διακριτική γενναιοδωρία των ανθρώπων της υπαίθρου, πρόσφερε στον Κλέαρχο κι στην Ιοκάστη ένα γαϊδουράκι, πολύτιμο βοήθημα για τις μετακινήσεις και τις αγροτικές τους δουλειές, μια κατσίκα, για να μη στερηθεί ποτέ γάλα ο μικρός Αλκιβιάδης, και λίγα χρήματα, όσα μπορούσε να διαθέσει, για να τακτοποιήσει ο Κλέαρχος τις τελευταίες εκκρεμότητες του πρώτου του γάμου.
    Δεν ήταν πλούσιος. Έδινε όμως ό,τι είχε.
    Και πολλές φορές η αξία ενός δώρου δεν μετριέται από το μέγεθός του, αλλά από την αγάπη με την οποία προσφέρεται. Ο Κλέαρχος κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο πεθερός του δεν του χάριζε μόνο λίγα υπάρχοντα. 
    Του εμπιστευόταν την κόρη του.
    Τον εγγονό του.
    Και, μαζί μ' αυτά, του άνοιγε οριστικά την πόρτα της οικογένειας.
    Σε εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που η φτώχεια και η πείνα όριζαν την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ένα γαϊδουράκι δεν ήταν απλώς ένα ζώο. Ήταν πολύτιμος σύντροφος της οικογένειας, εργάτης ακούραστος και, για τους φτωχούς αγρότες, το μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών.
    Στην αγροτική Ελλάδα της εποχής, ακόμη και το ζώο που είχε κάποιος μαρτυρούσε, ως έναν βαθμό, την οικονομική του κατάσταση. Οι προύχοντες και οι εύποροι καβαλούσαν άλογα. Όσοι είχαν καλύτερη οικονομική επιφάνεια χρησιμοποιούσαν μουλάρια, ανθεκτικά και δυνατά στα δύσβατα μονοπάτια. Ο απλός κόσμος, οι ξωμάχοι και οι φτωχοί χωρικοί, είχαν συνήθως ένα γαϊδουράκι — πιστό, υπομονετικό και ακούραστο.
    Το ταπεινό αυτό ζώο έγινε σύμβολο της ελληνικής υπαίθρου. Μετέφερε ανθρώπους, ξύλα, νερό, σιτάρι, ελιές, λάδι και ό,τι άλλο χρειαζόταν μια οικογένεια για να ζήσει. Περπάτησε αμέτρητες φορές τα κακοτράχαλα μονοπάτια των βουνών, εκεί όπου κανένα κάρο και κανένα άλλο μέσο δεν μπορούσε να φτάσει.
    Αργότερα, όταν άρχισαν να ανοίγονται δρόμοι, να κυκλοφορούν τα πρώτα αγροτικά οχήματα και να εκμηχανίζεται η γεωργία, ο ρόλος του γαϊδουριού περιορίστηκε ολοένα και περισσότερο. Ένα ζώο που επί αιώνες είχε στηρίξει τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου πέρασε σιγά σιγά στο περιθώριο.
    Γι' αυτό και το δώρο του παππού προς τον Κλέαρχο δεν ήταν μια απλή προσφορά.
    Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο ζωής.
    Ήταν μια μικρή περιουσία.
    Ήταν μια έμπρακτη ευχή να μπορέσει η νέα οικογένεια να σταθεί στα πόδια της.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Ο Δευτερότοκος υιός.. Και ο Κεραυνός
    .....

     
    Web Informer Button