ADS

click to open

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

O Tilemaxos

... .1957!
Μια χρονιά που έμελλε να μείνει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της οικογένειας. Μια χρονιά που, ενώ όλα έδειχναν να κυλούν μέσα στη φυσική ροή της παιδικής ηλικίας και της καθημερινής ζωής, έκρυβε μια δοκιμασία που κανείς δεν περίμενε. Ήταν η χρονιά που ο δεύτερος αδελφός του, ο μικρός τρίχρονος Τηλέμαχος, βρέθηκε αντιμέτωπος με γεγονότα που λίγο έλειψε να αφήσουν ανεξίτηλο σημάδι στη ζωή του. Δεν ήταν μια απλή ανάμνηση της παιδικής ηλικίας. Ήταν μια εμπειρία που έμεινε χαραγμένη μέσα του, μια από εκείνες τις στιγμές που το παιδικό βλέμμα αντικρίζει ξαφνικά την ευθραυστότητα της ζωής.
Η αφήγηση αυτή είναι μια μαρτυρία. 
Η μαρτυρία που έζησε ο ίδιος ο μικρός Τηλέμαχος, όπως ο Αλκιβιάδης τη βίωσε, και όπως την κράτησε μέσα στη μνήμη του μέσα στα χρόνια που πέρασαν. Γιατί υπάρχουν γεγονότα που ο χρόνος δεν τα σβήνει. Απλώς τα σκεπάζει με τη σκόνη των χρόνων, μέχρι κάποια στιγμή να επιστρέψουν ξανά, ζητώντας να ειπωθούν.
…Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το φως της ημέρας έσβηνε αργά, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τον ορίζοντα της Μονεμβασιάς και ένα μεγάλο χάλκινο φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό. Όμως ο μικρός Τηλέμαχος δεν ήταν στην αυλή του σπιτιού. Στην αρχή κανείς δεν ανησύχησε. Όταν όμως έπεσε το σκοτάδι και το παιδί δεν φαινόταν πουθενά, ολόκληρος ο οικισμός κινητοποιήθηκε. Άνθρωποι άφησαν τα σπίτια τους, πήραν φανάρια και ξεχύθηκαν μέσα στη φεγγαρόφωτη νύχτα αναζητώντας τον. Και εκείνος, μακριά από όλους, καθόταν κουλουριασμένος σαν μικρό λαγουδάκι, κρυμμένος μέσα σε μια τρύπα ανάμεσα στα βάτα, σε μια χλοερή γωνιά της απομακρυσμένης ρεματιάς με τα παλιά χαλάσματα. Ο φόβος τον είχε παραλύσει. Είχε νυχτώσει, δεν ήξερε πού βρισκόταν, δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο της επιστροφής και οι φωνές των ανθρώπων που τον αναζητούσαν χάνονταν μέσα στη βλάστηση. Έμενε ασάλευτος, σχεδόν θαμμένος μέσα στην κρυψώνα του, λουφάζοντας σαν μικρό αγρίμι. Ώσπου άκουσε τη φωνή της μητέρας του. Μέσα στη νύχτα η Ιοκάστη καλούσε απελπισμένα το όνομά του. Η φωνή της έφτασε βαθιά μέσα στη ρεματιά, πέρασε ανάμεσα από τα βάτα και τα σκίνα και έφτασε στ’ αυτιά του παιδιού.Τότε ο μικρός Τηλέμαχος άφησε μια μικρή κραυγή.
Η μητέρα τον άκουσε.
Η αγωνία μιας ολόκληρης βραδιάς μετατράπηκε σε μια στιγμή ανείπωτης χαράς. Έτρεξε κοντά του και εκείνος γαντζώθηκε πάνω της, χωρίς να μπορεί να μιλήσει. Είχε τρομάξει τόσο πολύ, που είχε σχεδόν πετρώσει από την ανακούφιση. Η Ιοκάστη τον έσφιξε στο στήθος της και τον έπνιξε στα φιλιά.
«Είμαι εδώ, αγόρι μου… κοντά σου είμαι. Μη φοβάσαι… μη φοβάσαι».
Τα λόγια της έβγαιναν ασταμάτητα, μπερδεμένα από τη χαρά, την αγωνία και την ευγνωμοσύνη. Δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια τι έλεγε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως το παιδί της ήταν πάλι στην αγκαλιά της. Ο μικρός είχε μπει βαθιά στη ρεματιά με την πλούσια βλάστηση και, όταν έπεσε το σκοτάδι, είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Εντοπίστηκε σχεδόν τα μεσάνυχτα, σώος, αν και κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Και τότε η νύχτα ησύχασε. Ο ουρανός είχε πάρει ένα βαθύ σκούρο χρώμα. Τα αστέρια έμοιαζαν καρφιτσωμένα πάνω σε μια διάφανη σφαίρα. Η κορυφή του Κούνου ξεχώριζε φωτεινή μέσα στη σιωπή και το φεγγάρι, μισό πια, ετοιμαζόταν να χαθεί. Η ρεματιά άφηνε σιγά σιγά την κάψα της ημέρας. Το νοτισμένο χώμα ανέδιδε το άρωμά του, τα φύλλα της ιτιάς βάραιναν από τη βραδινή υγρασία και βαθιά μέσα στα βάτα και τα σκίνα τα πουλιά είχαν κουρνιάσει στον ύπνο τους. Οι ελιές στις πλαγιές στέκονταν ακίνητες, ντυμένες με τα ασημένια τους φύλλα, σαν φύλακες της μικρής αυτής περιπέτειας που είχε τελειώσει.
........Καλοκαίρι. Μεσημέρι. Ντάλα ο ήλιος. Ένα αναποφάσιστο αεράκι φυσούσε πότε πότε, όταν ο Αλκιβιάδης, μαζί με τον μικρό τρίχρονο αδελφό του, ξεκίνησαν να κατέβουν για να φέρουν νερό από την πηγή. Το μονοπάτι κατηφόριζε γύρω από τη λιπόσαρκη πλαγιά του λόφου. Κουλουριαζόταν σαν ερπετό πάνω στη γη, στενό και δύσβατο, σαν κορδέλα ή σαν σκοινί που οδηγούσε χαμηλότερα, στο μικρό πλάτωμα όπου ανάβλυζε το γάργαρο, διάφανο νερό της πηγής. Εκεί, κάτω από τη μεγάλη ιτιά και δίπλα στη στέρνα, τα δυο αδέλφια έπαιζαν ανέμελα.
Μια στιγμή απροσεξίας ήταν αρκετή. Άθελά του ο Αλκιβιάδης έσπρωξε τον μικρότερο αδελφό του και ο Τηλέμαχος έπεσε μέσα στο νερό. Για λίγες στιγμές όλα πάγωσαν.
Μόλις είδε τον αδελφό του μέσα στη στέρνα, ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Ένιωσε το αίμα να πυρπολεί τα πόδια του και έναν αόρατο φόβο να ανεβαίνει από μέσα του και να του σφίγγει την καρδιά. Ήταν εκείνος ο τρόμος που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει, όταν ξαφνικά καταλαβαίνει πως κάτι πολύ κακό μπορεί να έχει συμβεί. Η σκέψη πέρασε αμέσως από το μυαλό του. «Κι αν πνιγεί;»
Ήταν μια σκέψη τόσο σκληρή, τόσο οδυνηρή, που δεν άντεχε ούτε να την ολοκληρώσει. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όμως, ο φόβος έδωσε τη θέση του στην ανακούφιση. Η στέρνα δεν ήταν γεμάτη. Η στάθμη του νερού ήταν χαμηλή. Με όση δύναμη είχε, έσκυψε, τράβηξε τον μικρό του αδελφό και κατάφερε να τον ανασύρει ζωντανό. Τον έσφιξε στην αγκαλιά του με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει από την αγωνιώδη προσπάθεια. Και τότε ο τρόμος μεταμορφώθηκε σε μια απέραντη αγάπη.
Σε μια αγκαλιά γεμάτη λατρεία, στοργή και ανακούφιση. Όταν γύρισαν στο σπίτι, η μητέρα τους είδε τον μικρό της γιο μούσκεμα από την κορφή ως τα νύχια. Μα είδε και το πρόσωπο του Αλκιβιάδη.
Είδε τον φόβο του. Είδε την αγωνία του. Κατάλαβε πως μέσα σε εκείνη τη στιγμή είχε τρομάξει όχι μόνο για τον αδελφό του, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό.
Δεν τον μάλωσε. Δεν τον κατηγόρησε. Άνοιξε μόνο τη μεγάλη, ζεστή της αγκαλιά και τους έκλεισε και τους δύο μέσα της. Γιατί εκείνη τη στιγμή χρειαζόντουσαν περισσότερο την αγάπη παρά την επίπληξη.
Από εκείνη την ημέρα η στέρνα έγινε απαγορευμένος τόπος για τα παιδιά. Η μητέρα τους δεν τους άφησε ποτέ ξανά να πλησιάσουν κοντά της.
.....Γλίτωσε τον πνιγμό στη στέρνα και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στη βούτα του ελαιοτριβείου.
Στην ανατολική πλευρά του μικρού οικισμού στεκόταν το παλιό ιπποκίνητο ελαιοτριβείο, ένα ζωντανό απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Ήταν ένας ενιαίος μονώροφος χώρος, με την κτιστή γούρνα διαχωρισμού του λαδιού στο κέντρο και, στη βόρεια πλευρά, τη βαριά ξύλινη βάση του ελαιοπιεστηρίου, του «εργάτη», όπως τον αποκαλούσαν οι παλιοί. Πάνω στην κτιστή βάση βρίσκονταν οι δύο μεγάλες λαδόπετρες που αλέθοντας τις ελιές έλιωναν τον καρπό και τον μεταμόρφωναν σε πολύτιμο χυμό. Δίπλα τους, στο δάπεδο, ήταν η γούρνα περισυλλογής της ελαιοζύμης. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, όπως συνηθιζόταν στα παλιά λιοτρίβια, και στη νοτιοδυτική γωνιά δέσποζε το μεγάλο τζάκι, όπου ζέσταιναν το νερό για το θέρμισμα των ελιών, ώστε να αυξηθεί η απόδοση του λαδιού. Ο Κλέαρχος, μαζί με τον κουμπάρο του Γ. Αρώνη, ήταν οι λιοτριβικάρηδες. Εκείνοι είχαν την ευθύνη της λειτουργίας του ελαιοτριβείου. Το άλογο τραβούσε αργά τον μηχανισμό, οι βαριές πέτρες γύριζαν μονότονα και οι ελιές άρχιζαν να συνθλίβονται, να σπάνε, να αφήνουν το πρώτο τους λάδι. Η μυρωδιά του φρέσκου ελαιόκαρπου γέμιζε τον χώρο. Έπαιρναν την ελαιοζύμη, την έβαζαν στις τσαντίλες και την πίεζαν στην πρέσα. Τότε άρχιζε να τρέχει το πρώτο λάδι, το «αξεθέρμιγο», όπως το έλεγαν. Ήταν το λάδι των απλών χαρών: για μια καψάλα ψωμί, ψημένη στη φωτιά, με λίγο λάδι και αλάτι. Εκείνο το μεσημέρι, δίπλα στο τζάκι, τα ξύλα έτριζαν και σκορπούσαν ζεστασιά. Ο μικρός Τηλέμαχος, μόλις τριών χρόνων, κρατούσε μια φέτα ψημένο ψωμί. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, χωρίς να προσέξει, σκόνταψε.
Και μέσα σε μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έπεσε στη βούτα με το λάδι.
Ο Κλέαρχος, μόλις αντίκρισε το παιδί του μέσα στη μεγάλη λεκάνη, ένιωσε την καρδιά του να σταματά. Ο τρόμος τον ακινητοποίησε για λίγες στιγμές. Ύστερα πετάχτηκε μπροστά και τον άρπαξε.
Το παιδί σώθηκε. Ο πατέρας, κρατώντας τον στην αγκαλιά του, ανάσανε βαθιά. Τα χέρια του έτρεμαν ακόμη. «Αυτό το παιδί… ώρες-ώρες είναι σκέτη απελπισία», μουρμούρισε ξέπνοα.
Ήταν λόγια αγανάκτησης, μα μέσα τους έκρυβαν όλη την αγωνία και την απέραντη αγάπη ενός πατέρα που μόλις είχε νιώσει πως μπορούσε να χάσει το παιδί του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Thimises Paidikes

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."
..Παρυφές της Πάρνηθας. Χειμώνας του 2013.
Οι ψυχρές ριπές ενός καταβατικού ανέμου, από εκείνες τις άγριες «σπιλιάδες» που κατεβαίνουν μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, σάρωναν το οροπέδιο με ορμή. Ο αέρας λυσσομανούσε, παρασέρνοντας σύννεφα που σκέπαζαν πότε πότε τον ουρανό με σκοτεινές, σχεδόν κατάμαυρες κηλίδες. Ο ήλιος, χαμηλώνοντας προς τη δύση, χανόταν πίσω από το Θριάσιο Πεδίο, βάφοντας τον ορίζοντα με βαθιές αποχρώσεις του κόκκινου και του χάλκινου. Ο εκκωφαντικός βόμβος του ανέμου επέβαλλε την παρουσία του. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η φύση υπενθύμιζε στον άνθρωπο πόσο μικρός είναι απέναντι στη δύναμή της.
Τις ίδιες ώρες, όμως, μια άλλη θύελλα ξυπνούσε μέσα του. Βυθιζόταν αργά στην περισυλλογή. Η πραγματικότητα απομακρυνόταν, οι ήχοι γύρω του ξεθώριαζαν και το βλέμμα του έμενε ακίνητο, ενώ ο νους ταξίδευε προς τα πίσω. Στις παιδικές του μνήμες. Στα πρόσωπα, στους τόπους και στα γεγονότα που ο χρόνος δεν είχε κατορθώσει να σβήσει. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στα μολυβένια σύννεφα που ταξίδευαν στον ουρανό, ερχόμενα από άλλους τόπους, σαν να κουβαλούσαν μαζί τους έναν άλλο χρόνο. Εκείνοι οι μακρινοί ίσκιοι τον παρέσυραν σ' ένα ατέρμονο ταξίδι προς την ιδιαίτερη γωνιά της πατρώας γης, εκεί όπου κατοικούσαν ακόμη οι παιδικές του μνήμες. Ήταν από τις στιγμές που η φαντασία άνοιγε τις πύλες της μνήμης και τον οδηγούσε βαθιά στον λαβύρινθο της.
Το τοπίο και οι άνθρωποι ενός άλλου κόσμου ζωντάνευαν μπροστά του με εκπληκτική καθαρότητα. Το μικρό χωριό απλωνόταν νωχελικά πάνω στη χορταριασμένη, λουσμένη στον ήλιο πλαγιά, ανάμεσα σε μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Άκουγε σχεδόν τον αδιάκοπο ψίθυρο του μικρού αλσυλλίου με τις χαρουπιές, στα βορινά του οικισμού, καθώς τα κλαδιά τους λικνίζονταν στην πρωινή αύρα. Το βλέμμα του έφθανε ως το βουνό του Κούνου, που υψωνόταν μεγαλόπρεπο πάνω από την ακτή. Οι χαμηλές πλαγιές του κυμάτιζαν από το πράσινο των δέντρων, ενώ η γυμνή κορυφή του χανόταν μέσα στα σύννεφα.
Σήμερα, άνθρωπος πια της τρίτης ηλικίας, ζώντας καθημερινά την κοινωνική και οικονομική πίεση της μεγαλούπολης, είχε καταλήξει σ' ένα απλό συμπέρασμα: όταν είσαι φτωχός στην πόλη, η ζωή γίνεται σκληρή και ασφυκτική.
Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Υπήρξαν εποχές και τόποι όπου η φτώχεια δεν σήμαινε εξαθλίωση ούτε απώλεια της αξιοπρέπειας. Στα παιδικά του χρόνια, οι φτωχοί χωρικοί ζούσαν λιτά, μα αυτάρκεις. Καλλιεργούσαν τα μικρά τους χωράφια, έβγαζαν τον επιούσιο από τη γη και, όταν χρειάζονταν κάτι παραπάνω, το αναζητούσαν στο κυνήγι και στους καρπούς της φύσης. Δεν είχαν πολλά· είχαν όμως την αίσθηση πως ο τόπος στεκόταν ακόμη στο πλευρό τους.
Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιά. Φθινόπωρο του 1957. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς έμοιαζε με καλοκαίρι που αρνιόταν να τελειώσει. Ο Σεπτέμβρης και ο Οκτώβρης κύλησαν με ασυνήθιστη ζέστη, τόσο που οι μέρες θύμιζαν περισσότερο παρατεταμένο Αύγουστο παρά την εποχή της σποράς. Ο Νοέμβρης, όμως, λες και άκουσε τις σιωπηλές παρακλήσεις των ανθρώπων. Οι πρώτες βροχές έπεσαν ευλογημένες πάνω στη διψασμένη γη. Ήταν θείο δώρο για κάθε ζωντανό πλάσμα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που περίμεναν με αγωνία το νερό να ποτίσει τα χωράφια, να πρασινίσουν οι βοσκές και να γεμίσουν οι στέρνες.
Η ελαιοσυγκομιδή είχε κιόλας αρχίσει. Από τους πρώτους άγουρους καρπούς έβγαινε το αγουρέλαιο, πυκνό, καταπράσινο και μοσχοβολιστό, το πρώτο λάδι της νέας χρονιάς. Σιγά σιγά γέμιζαν τα πήλινα σταμνιά των σπιτιών και μαζί τους γέμιζαν αισιοδοξία και οι καρδιές των ανθρώπων. Οι ελιές είχαν φορτώσει καλά, κι όλα έδειχναν πως η χρονιά θα ήταν γενναιόδωρη, ανταμείβοντας τον μόχθο μιας ολόκληρης χρονιάς.
Ο χρόνος κυλούσε. Το φθινόπωρο έσβηνε σιγά σιγά και τα δέντρα είχαν πια απογυμνωθεί από τα τελευταία τους φύλλα. Ο χειμώνας μπήκε βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες και παγερές ανάσες. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα και προμήνυε μια δύσκολη εποχή για ανθρώπους και ζώα.
Μέρες τώρα κατέφθαναν από τον Βορρά τα αποδημητικά πουλιά. Πιστά στο αρχαίο ένστικτό τους, άφηναν πίσω τις παγωμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης αναζητώντας έναν ηπιότερο χειμώνα στον Νότο. Μα ούτε εδώ τα περίμεναν εύκολες μέρες. Τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και κοκκινολαίμηδες, αφού τσιμπολόγησαν και τις τελευταίες ρόγες των αμπελιών, σκορπίστηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς, οι κουμαριές, τα σκίνα, οι μυρτιές και οι αγριελιές ήταν ακόμη φορτωμένες καρπό, ενώ οι πρόσφατες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους, κάνοντάς τους πολύτιμη τροφή.
Στις ξερολιθιές και στις γυμνές πλαγιές η γη είχε στεγνώσει γρήγορα και δύσκολα έβρισκε κανείς σκουλήκια, την αγαπημένη τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Μονάχα οι σκιερές όχθες της ρεματιάς κρατούσαν ακόμη λίγη υγρασία και έδιναν καταφύγιο στα κουρασμένα πουλιά.
Οι παλιοί του χωριού έλεγαν πως θα ήταν χρονιά πλούσια σε τσίχλες και μπεκάτσες. Οι κυνηγοί το είχαν ήδη καταλάβει. Ετοίμαζαν τα όπλα, τα καλάθια και τα σύνεργα τους, περιμένοντας με ανυπομονησία τις πρώτες καλές εξορμήσεις του χειμώνα.
Ήταν αργά το απόγευμα μιας μουντής χειμωνιάτικης μέρας. Ο ουρανός είχε σκεπαστεί από βαριά, μολυβένια σύννεφα, τόσο πυκνά και φορτωμένα υγρασία, που δεν άφηναν ούτε μια αχτίδα φωτός να τα διαπεράσει. Το τοπίο είχε βυθιστεί σε μια παράξενη ημίφωτη σιωπή, ενώ ο αέρας μύριζε βροχή. Όλα προμήνυαν πως δεν θα αργούσε να ξεσπάσει δυνατή καταιγίδα. Ο τόπος έμοιαζε να κρατά την ανάσα του μπροστά στην επερχόμενη κακοκαιρία. Μα ο πατέρας του δεν έδειχνε να νοιάζεται. Δουλεύοντας μεθοδικά και ακούραστα, συνέχιζε να στήνει τις παγίδες του με την επιμονή και τη σιγουριά ανθρώπου που είχε μάθει να ζει με τα καπρίτσια της φύσης. Ο καιρός μπορούσε να αλλάζει· εκείνος όμως δεν εγκατέλειπε ποτέ τη δουλειά του.Το ρέμα ξεκινούσε από τους δυτικούς λόφους του οικισμού και, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους, κατευθυνόταν προς τα νότια. Περνούσε από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούσαν ένα ξεχωριστό κομμάτι του φυσικού τοπίου. Ύστερα συνέχιζε την πορεία του προς το λίμνασμα των καλαμιώνων, ανάμεσα στην πυκνή παρόχθια βλάστηση, ώσπου συναντούσε το Μεγάλο Ρέμα. 
Το ρέμα αγκάλιαζε τη χέρσα γη και συνέχιζε τη διαδρομή του νοτιοδυτικά στο Μεγάλο Ρέμα για να καταλήξουν τελικά σε έναν μυχό του Μυρτώου Πελάγους. Από τη μικρή λιμνούλα με τα πλατάνια μέχρι τους καλαμιώνες δεν ήταν παρά μερικές εκατοντάδες μέτρα, μα για εκείνον ο τόπος αυτός είχε άλλη αξία. Θυμόταν τον πατέρα του, κάθε φορά που ερχόταν ο χειμώνας, να θεωρεί αυτό το κομμάτι της γης σχεδόν ιερό. Δεν ήταν δικό του κτήμα, δεν του ανήκε με κανένα χαρτί· όμως εκεί έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά, εκεί όπου η φύση τού πρόσφερε ένα μικρό βοήθημα για να τραφεί η φαμίλια του. Και αν κάποιος συγχωριανός ξεπερνούσε τα όρια και καταπατούσε τον τόπο του, η αγανάκτησή του ήταν βαθιά και σιωπηλή. Έμοιαζε με εκείνη του ηγούμενου που βλέπει κάποιον να περνά το κατώφλι του μοναστηριού του χωρίς σεβασμό.
Πολλοί κυνηγοί εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν τρόπους παγίδευσης που σήμερα απαγορεύονται, όπως δίχτυα και θηλιές. Ήταν πρακτικές που ανήκαν σε μια άλλη εποχή, όταν η φτώχεια και η ανάγκη ανάγκαζαν τους ανθρώπους να αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσουν τροφή. Ο πατέρας του, στις παγωμένες νύχτες του Δεκέμβρη, κατασκεύαζε θηλιές από αλογότριχες και περίμενε το πρωινό φως για να δει αν η τύχη τού είχε χαμογελάσει. Η λεία του δεν ήταν για διασκέδαση ή επίδειξη· ήταν ένα βοήθημα για το φτωχικό τραπέζι της οικογένειας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας μέσα στον χειμώνα αποτελούσε για εκείνους μια μικρή ανταμοιβή ύστερα από τον καθημερινό μόχθο. Το κρέας συντηρούνταν σε κιούπια με λάδι, όπως συνήθιζαν παλαιότερα πολλές οικογένειες σε τόπους δύσκολους, φτωχούς και λιτούς, όπου η φύση ήταν ταυτόχρονα πηγή ζωής αλλά και συνεχής δοκιμασία. Σήμερα πολλά από εκείνα τα τοπία έχουν αλλάξει. Η επέκταση των οικισμών, οι δρόμοι, οι τεχνικές παρεμβάσεις στα ρέματα και στους υγροτόπους, η καταστροφή των καλαμιώνων και η υποχώρηση της άγριας βλάστησης έχουν περιορίσει σημαντικά τους φυσικούς χώρους που φιλοξενούσαν την άγρια ζωή. Εκεί όπου κάποτε απλωνόταν ένας ζωντανός κόσμος από νερά, φυτά και πουλιά, πολλές φορές απομένουν μόνο ίχνη της παλιάς φύσης.
Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Ανά διαστήματα η βροχή δυνάμωνε και ύστερα κόπαζε, αφήνοντας τον τόπο βυθισμένο σε μια παράξενη ησυχία. Ξαφνικά ο σκοτεινός ουρανός σκίστηκε από μια αστραπή. Ένα φωτεινό ποτάμι, με εκτυφλωτική λάμψη και αμέτρητες διακλαδώσεις, ξεχύθηκε μέσα στα σύννεφα, φωτίζοντας για μια στιγμή όλο το τοπίο. Η λάμψη ήταν τόσο ξαφνική, που δεν πρόλαβε ούτε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του. Λίγες στιγμές αργότερα ακολούθησε η βαριά, παρατεταμένη βροντή που κύλησε πάνω από τη ρεματιά. Θυμήθηκε τον δάσκαλο στο σχολειό να τους μιλά για τις καταιγίδες. Τους έλεγε πως ο κεραυνός ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά αλλά και επικίνδυνα φαινόμενα της φύσης. Πρώτα έβλεπαν τη λάμψη και μετά άκουγαν τη βροντή, γιατί το φως ταξίδευε πολύ γρηγορότερα από τον ήχο. Τους είχε προειδοποιήσει επίσης πως στην ύπαιθρο, όταν ξεσπά καταιγίδα, δεν πρέπει να στέκονται κάτω από μοναχικά ψηλά δέντρα.
Κοίταξε γύρω του. Ο τόπος ήταν γεμάτος δέντρα. Πολλά δέντρα.
«Άραγε κινδυνεύω εδώ;» σκέφτηκε.
Δεν ήξερε.
Θα άλλαζε κάτι αν δεν ακουμπούσε στον κορμό; Ούτε αυτό μπορούσε να το απαντήσει. Όμως το ένστικτο της αυτοπροστασίας λειτούργησε πριν προλάβει να το σκεφτεί. Με μια αυθόρμητη κίνηση απομακρύνθηκε ένα βήμα από τον τεράστιο πλάτανο, σαν να ήθελε να πάρει λίγη απόσταση από τη δύναμη της φύσης που εκείνη τη στιγμή απλωνόταν γύρω του.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του στο σημείο της αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβηνε αργά γύρω του. Η καταιγίδα είχε απομακρυνθεί προς τον ορίζοντα, μα οι αστραπές συνέχιζαν να φωτίζουν από μακριά τον ουρανό και οι βροντές έφταναν ακόμη εξασθενημένες, σαν βαθύς αντίλαλος από έναν άλλο κόσμο. Η βροχή άρχισε σιγά σιγά να κοπάζει και ο ήχος της μεταμορφώθηκε σε ένα χαμηλό, μονότονο μουρμούρισμα. Η αναμονή όμως βάραινε μέσα του. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει αλλάξει ρυθμό· οι στιγμές αργούσαν να περάσουν και κάθε λεπτό χωρίς σημάδι από τον πατέρα του γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Τα βαριά σύννεφα, παρασυρμένα από τον άνεμο, έτρεχαν χαμηλά προς την ανατολή. Κινούνταν άτακτα πάνω από τον σκοτεινό ορίζοντα, αφήνοντας πίσω τους μια ψυχρή και κλειστή ατμόσφαιρα. Στις όχθες της ρεματιάς δεν υπήρχε σιωπή. Μέσα από την πυκνή βλάστηση ακουγόταν ένας αδιόρατος ψίθυρος, σαν υπόγεια νερά που κυλούσαν κρυφά μέσα στη γη. Ύστερα ο ψίθυρος δυνάμωνε, καθώς οι ριπές του αέρα περνούσαν ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τα ψηλά κλαδιά των δέντρων. Και τότε, μέσα από τη θαμπή υγρασία και τα σκόρπια σύννεφα, ανέτειλε το φεγγάρι. Το φως του περνούσε αδύναμο μέσα από την καταχνιά, μα αρκετό για να αποκαλύψει τις μορφές του τοπίου. Το βλέμμα του στάθηκε απέναντι, στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή της ανηφορικής πλαγιάς. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις απότομες πλευρές τους, τις χαραγμένες από τον άνεμο και τη βροχή, που είχαν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια μέσα στους αιώνες. Έμοιαζαν περισσότερο με έργο τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Στέκονταν εκεί χιλιάδες χρόνια, άγριοι και μοναχικοί, πάνω στην απογυμνωμένη πλαγιά. Οι απρόσιτες κορφές τους προσέφεραν καταφύγιο σε λίγα ζευγάρια κιρκινέζια, που είχαν βρει εκεί έναν ασφαλή τόπο για να φωλιάσουν.
Ήταν ένα τοπίο επιβλητικό και μυστηριώδες, μα όταν λυσσομανούσε η τραμουντάνα γινόταν αφιλόξενο και επικίνδυνο, όπως κάθε τόπος όπου η φύση θυμίζει στον άνθρωπο τη δύναμή της.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα δεμένη με τις πρώτες τους παιδικές αναρριχήσεις, τολμηρές και συχνά επικίνδυνες. Οι βράχοι αυτοί δεν ήταν μόνο ένα φυσικό τοπόσημο· ήταν ένας κόσμος γεμάτος μυστήριο, που η ανθρώπινη φαντασία είχε προικίσει με αμέτρητες ιστορίες και δοξασίες. Ήταν από εκείνες τις αφηγήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά σαν ψίθυροι. Ακόμη κι όταν κανείς δεν πιστεύει κυριολεκτικά στην αλήθεια τους, η γοητεία τους παραμένει, γιατί δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο πως, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη οι δίδυμοι βράχοι γίνονταν ο αγαπημένος τόπος των παιδικών τους εξορμήσεων. Κάτω από τη σκιά τους, ανάμεσα στη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και τη μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τις πλαγιές, έκαναν όνειρα για το μέλλον τους και μοιράζονταν μεταξύ τους τις κρυφές τους επιθυμίες. Σκαρφάλωναν στις απότομες επιφάνειες με την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που έκρυβε κάθε τους βήμα. Από ψηλά το βλέμμα τους ταξίδευε μακριά, εκεί όπου η θάλασσα χανόταν μέσα στον ορίζοντα και ο ουρανός έμοιαζε να συναντά το νερό. Στην κορυφή των βράχων η φαντασία τους δεν γνώριζε όρια. Εκεί μπορούσαν να ονειρευτούν έναν κόσμο πέρα από τα στενά σύνορα του μικρού και φτωχικού οικισμού τους, πέρα από τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, προς άγνωστους τόπους και νέες ζωές.
Η εικόνα των βράχων κάτω από το θαμπό φως της γεμάτης σελήνης που μόλις είχε ξεπροβάλει ήταν μια σκηνή γεμάτη μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τόνιζε τις αδρές γραμμές και τις βαθιές χαρακιές της επιφάνειάς τους, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη πάνω στην τραχιά πέτρα.
Οι πελώριοι βράχοι έμοιαζαν σαν σκοτεινές σιλουέτες μέσα στη νύχτα, φωτισμένες μόνο σε κάποια σημεία, αρκετά όμως για να αποκαλύπτουν την άγρια μορφή τους. Στέκονταν ακίνητοι και αμετακίνητοι, όπως στέκονταν για αιώνες, αδιάφοροι απέναντι στις καταιγίδες, στους ανέμους και στο πέρασμα του χρόνου. Το θέαμα τον συνεπήρε. Για μια στιγμή λησμόνησε την αγωνία της αναμονής και αφέθηκε στη μαγεία του τοπίου.
Μόνο για μια στιγμή.
Η σκέψη του πατέρα του επέστρεψε ξανά και μαζί της η ανησυχία. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται στο μυαλό του διάφορες ασύνδετες σκέψεις. Σκόρπιες εικόνες, χωρίς αρχή και τέλος, περνούσαν ξαφνικά από τη μνήμη του. Ήταν ανεπιθύμητες, απρόσκλητες, σαν να έβγαιναν από κάποιο κρυφό σημείο του νου του και να ζητούσαν την προσοχή του.
Ένιωσε ένα κύμα ανασφάλειας και ανησυχίας να τον κυριεύει. Κάτι δεν ταίριαζε με τη σημερινή βραδιά. Κάτι ήταν διαφορετικό. Η καθυστέρηση του πατέρα του είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον συνηθισμένο χρόνο επιστροφής του από τις παγίδες και, για πρώτη φορά, η σκέψη πως κάτι δεν πήγαινε καλά άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη. Προσπάθησε να διώξει τις μαύρες σκέψεις και αναθάρρησε. Μέσα του γεννήθηκε μια μικρή σπίθα ελπίδας και αποφασιστικότητας. Σήκωσε το βλέμμα και άρχισε να εξερευνά με αγωνία τη ρεματιά, αναζητώντας κάποιο σημάδι, μια κίνηση, μια σκιά που θα του έδινε μια απάντηση.
Κοίταζε μέσα από τα ανοίγματα της πυκνής βλάστησης, αφουγκραζόταν τους ήχους της νύχτας, όμως το τοπίο παρέμενε ακίνητο. Δεν φαινόταν ψυχή ζώσα. Η ρεματιά, που λίγες ώρες πριν ήταν ένας γνώριμος τόπος γεμάτος ζωή, τώρα έμοιαζε βουβή και σκοτεινή. Οι σκιές των δέντρων, το θρόισμα του ανέμου και η αβεβαιότητα της νύχτας μεγάλωναν την αγωνία του. Δεν έψαχνε απλώς· σάρωνε τον χώρο με τα μάτια του, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει μέσα στο σκοτάδι την εξήγηση που φοβόταν. Και τότε άρχισε το μυαλό του να δημιουργεί σενάρια. Σκέψεις ανεπιθύμητες, σχεδόν τρομακτικές, έρχονταν η μία μετά την άλλη.
«Μήπως είχε συμβεί κάτι κακό;»
Ο φόβος του δεν γεννιόταν από κάποιο γεγονός που γνώριζε. Γεννιόταν από την αβεβαιότητα, από τη δύναμη της φαντασίας του και από την αδυναμία του να δώσει απάντηση σε αυτό που συνέβαινε.
Η αβεβαιότητα άρχισε να τον κυριεύει και να επηρεάζει τον τρόπο που έβλεπε γύρω του τον κόσμο. Το θρόισμα των φυλλωσιών, οι σκιές των δέντρων και το αδύναμο φως του φεγγαριού που περνούσε μέσα από τα σύννεφα έδιναν στο τοπίο μια παράξενη, σχεδόν απόκοσμη όψη. Η φαντασία του, ήδη φορτισμένη από την αγωνία της αναμονής, άρχισε να παίρνει τον έλεγχο. Οι δίδυμοι βράχοι απέναντί του δεν έμοιαζαν πια μόνο με πέτρινους όγκους σμιλεμένους από τον χρόνο. Μέσα στο μισοσκόταδο έμοιαζαν να κουβαλούν τις παλιές ιστορίες και τους ψιθύρους που είχε ακούσει από τους μεγαλύτερους. Εκείνες τις αρχέγονες δοξασίες που ήθελαν τους βράχους, τα βουνά και τις σπηλιές να είναι τόποι μυστηρίου, κατοικίες αόρατων δυνάμεων, πνευμάτων και πλασμάτων που ανήκαν σε έναν κόσμο ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό.
Για ένα παιδί μόνο μέσα στη νύχτα, η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους γινόταν μικρή. Πολύ μικρή. Και οι σκιές των βράχων έμοιαζαν σαν να είχαν τη δική τους φωνή.
Αγναντεύοντας τους βράχους ένιωθε πως ερχόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο άγνωστο και μυστηριώδη. Σαν να περνούσαν μπροστά του άυλες σκιές, όλο εκείνο το φανταστικό πλήθος που, σύμφωνα με τις παλιές ιστορίες, έδινε ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Μορφές αλλόκοτες που χάνονταν και ξαναφαίνονταν, μεταμορφωμένες από το παιχνίδι του φωτός σε σκοτεινά σύννεφα μπροστά από το φεγγάρι.
«Μπορεί όμως να είναι μόνο η φαντασία μου», σκέφτηκε. «Ίσως είναι η αντανάκλαση του τοπίου μέσα στο αδύναμο φως της νύχτας που δημιουργεί αυτές τις εικόνες».
Η νύχτα είχε προχωρήσει βαθιά. Οι δίδυμοι βράχοι ξεχώριζαν κάθε φορά που το φεγγάρι ξέφευγε από τα σύννεφα και άφηνε για λίγο το φως του να πέσει πάνω τους. Τους κοιτούσε επίμονα, σχεδόν υπνωτισμένος, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν έβλεπε απλώς πέτρινους όγκους ή αν μέσα στο σκοτάδι υψώνονταν σαν παλιοί πύργοι που έκρυβαν ξεχασμένες ιστορίες και πλάσματα της φαντασίας.
Η ρεματιά γύρω του έμοιαζε ζωντανή. Τα δέντρα αναδεύονταν από τον άνεμο και οι φυλλωσιές ψιθύριζαν ήχους παράξενους, σαν να έβγαιναν από τα βάθη της γης. Κάθε θρόισμα, κάθε μικρός άγνωστος ήχος, μεγάλωνε μέσα στην απόλυτη προσοχή του και έπαιρνε διαστάσεις απειλής.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Κάθε λεπτό περνούσε αργά, βασανιστικά, σαν να είχε χάσει τον φυσικό του ρυθμό. Ένιωθε αιχμάλωτος της αναμονής. Δεν μπορούσε να φύγει, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να περιμένει, προσπαθώντας να βρει τρόπους να κρατήσει το μυαλό του απασχολημένο.
Κράτησε την αναπνοή του για λίγο και ύστερα άφησε έναν βαθύ αναστεναγμό. Πήρε μια μεγάλη ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα του και κοίταξε επίμονα μπροστά, στον σκοτεινό άδειο χώρο της ρεματιάς.
Προσπαθούσε να νικήσει έναν φόβο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μια αόρατη αίσθηση απειλής που μεγάλωνε μέσα του, μέχρι τη στιγμή που η μεγαλύτερη αγωνία του έγινε η ίδια η σκέψη πως, αν συνέβαινε κάτι κακό, ίσως να μην υπήρχε κανείς κοντά του για να τον προστατεύσει.
Ένιωθε κολλημένος, παγιδευμένος ανάμεσα στην επιθυμία να φύγει και στον φόβο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Κάθε επιλογή του φαινόταν δύσκολη, κάθε κίνηση έμοιαζε να απαιτεί περισσότερο θάρρος απ’ όσο πίστευε ότι είχε εκείνη τη στιγμή.
Όσο η νύχτα βάθαινε, το έδαφος έχανε τη ζέστη της ημέρας και ο αέρας άρχισε να κοπάζει. Ο ήχος του ανέμου έσβησε σιγά-σιγά και στη θέση του έμεινε μόνο ένας αδιόρατος ψίθυρος της γης. Η ρεματιά βυθίστηκε σε μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιωπή. Το όραμά του άρχισε να ξεθωριάζει. Εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που πριν έμοιαζε να κατοικεί στους λόφους και στους βράχους απομακρύνθηκε αργά, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Οι ήχοι που λίγο πριν τον τρόμαζαν ακούγονταν τώρα μακρινοί, σαν ένα αχνό βουητό μέλισσας μέσα στη νύχτα.
Τότε άκουσε βήματα.
Σήκωσε απότομα το βλέμμα του και κοίταξε προς τη ρεματιά. Μέσα στο σκοτάδι ένα λευκό φως άστραψε ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν ο φακός του πατέρα του που διέσχιζε τη βλάστηση, περνώντας ανάμεσα στις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές.
Το φως έπεφτε πάνω στα ασημένια βούρλα που γυάλιζαν σαν λεπτές υδάτινες κλωστές δίπλα στον κορμό του μεγάλου πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν όλο και πιο καθαρά. Στη φαντασία του παιδιού δεν ήταν πια απλώς βήματα μέσα στη ρεματιά· έμοιαζαν με βήματα αγγέλου που έτρεχε να αναγγείλει ένα χαρμόσυνο μήνυμα. Κι όμως εκείνος παρέμενε ακίνητος στη θέση του, σαν να μην είχε ακόμη καταλάβει ότι η αγωνία είχε τελειώσει. Απλώς περίμενε.
Στον μανδύα της καταχνιάς και της νυχτερινής δρόσου το περίγραμμα του κορμιού του ήταν ακόμη θαμπό. Όμως τα χαρακτηριστικά του δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Ήταν ο πατέρας του.
Στο αχνό φως του φεγγαριού τον είδε να ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές προς το μέρος του. Αντίκρισε το βλέμμα του, γεμάτο έγνοια και φροντίδα. Στις λιγοστές ρυτίδες του προσώπου του διάβασε την κούραση της ημέρας, αλλά και εκείνη τη ζεστή δύναμη που έκαιγε ήρεμα πίσω από τα καλοσυνάτα μάτια του. Ένα βλέμμα που του θύμιζε τους παλιούς δασκάλους του χωριού, ανθρώπους αυστηρούς μα συνάμα γεμάτους καλοσύνη.
Τότε ένιωσε την ανακούφιση να διαπερνά ολόκληρο το σώμα του. Δεν ήταν μόνο μια σκέψη· ήταν μια φυσική αίσθηση, σαν να κυλούσε μέσα στο αίμα του και να έφτανε μέχρι το τελευταίο κύτταρό του. Η αναπνοή του επανήλθε κανονικά. Το μυαλό και το σώμα του, ύστερα από τόση ώρα έντασης και φόβου, άρχισαν επιτέλους να αφήνονται.
Μισόκλεισε τα μάτια του και ένιωσε το φως του φακού να ακουμπά τα βλέφαρά του σαν ένα απαλό χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» φώναξε.
Η βροχή είχε σταματήσει από νωρίς, όμως από τις φυλλωσιές του μεγάλου πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν, μία-μία, οι τελευταίες σταγόνες γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες, πατέρα», είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του πότε φωτίζονταν και πότε χάνονταν μέσα στο σκοτάδι, καθώς τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ’ όσο περίμενα», του είπε όταν έφτασε κοντά του, λαχανιασμένος, σκουπίζοντας το μέτωπό του. Ύστερα, με μια χειρονομία γεμάτη στοργή, άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά το κεφάλι του παιδιού. «Αγόρι μου, όλα είναι καλά. Πάψε τώρα να ανησυχείς», του είπε.
Εκείνος έτρεμε και τα λόγια του έβγαιναν σπασμένα. Δεν ήταν πια από τον φόβο. Ήταν από την ανακούφιση και τη συγκίνηση για το τέλος μιας αγωνίας που του είχε φανεί ατέλειωτη.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος σου όταν νύχτωσε. Έλα, είναι ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι. Η μητέρα σου θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με γρήγορα βήματα τον δρόμο της επιστροφής προς τον οικισμό. Η μητέρα του σίγουρα θα αγωνιούσε κι εκείνη, περιμένοντας τους να φανούν. Η καθυστέρησή τους είχε ξεπεράσει κάθε συνηθισμένο όριο.
Το νυχτερινό κρύο περνούσε μέσα από τα ρούχα του και τον διαπερνούσε μέχρι το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του που περπατούσε δίπλα του και απορούσε πώς άντεχε με τόσο ελαφριά ενδυμασία μέσα σε αυτή την υγρασία και την παγωνιά.Ίσως τελικά να ήταν πιο δυνατός απ’ όσο νόμιζε. Ένας άνθρωπος σκληραγωγημένος από τους τριάντα χειμώνες που είχε ζήσει.
Όταν επέστρεψαν, βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Μόλις τους είδε, άνοιξε την αγκαλιά της και έκλεισε μέσα της το παιδικό κεφάλι του.
Ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από μέσα της, σαν να απελευθέρωνε όλη την αγωνία που είχε συσσωρευτεί τόσες ώρες. Όταν η γαλήνη επιστρέφει στις αναστατωμένες ψυχές, μοιάζει με το νερό που πέφτει πάνω στην ξερή γη και την κάνει ξανά να βλαστήσει. Στα παιδικά του χρόνια γνώρισε πολλές φορές τη γεύση των πλούσιων γευμάτων που πρόσφερε το κυνήγι. Κι όμως, πίσω από αυτή την αφθονία υπήρχε πάντα μέσα του ένα αίσθημα που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Ένας βαθύς πόνος, μια σιωπηλή θλίψη κάθε φορά που ο πατέρας του επέστρεφε με τα άψυχα θηράματα. Ακόμη και τότε, παιδί, κάτι μέσα του αντιδρούσε. Του φαινόταν πως η αφαίρεση της ζωής δεν ήταν απλώς μια πράξη επιβίωσης, αλλά μια βίαιη διακοπή της φυσικής αρμονίας. Αργότερα, ως ενήλικας, θα το έβλεπε ως μια μορφή σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει και στον σεβασμό του προς τη ζωή. Από τις πιο πολύτιμες αναμνήσεις του όμως παρέμειναν εκείνες οι φορές που ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του στη φύση, όχι για να κυνηγήσουν, αλλά για να του μάθει τα μυστικά της γης. Του έδειχνε πώς να αναγνωρίζει τα μανιτάρια, τις βρούβες, τους βολβούς, τους οβριούς και τα άγρια σπαράγγια. Εκείνες οι στιγμές ήταν τα πραγματικά του μαθήματα. Μαθήματα παρατήρησης, υπομονής και σεβασμού για τον κόσμο που τους περιέβαλλε.
.....................Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη
Σήμερα, όταν ανατρέχει στο παρελθόν, ο αργαλειός της μνήμης του δουλεύει αργά και υπομονετικά, υφαίνοντας το νήμα που τον ενώνει με τις παλιές του στιγμές. Η παιδική του ηλικία δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από μέσα του. Επιστρέφει απρόσκλητη, μέσα από σκόρπιες εικόνες, μυρωδιές και ήχους, παρασύροντάς τον σε εκείνον τον μικρό κόσμο που κάποτε ήταν ολόκληρη η ζωή του. Παρά το πέρασμα των χρόνων και την απόσταση που τον χωρίζει πλέον από την ύπαιθρο, κρατά ζωντανή μέσα του την αίσθηση εκείνου του τόπου, του μικρού οικισμού τους, τα Μπουμπουτσέλια. Ακόμη και σήμερα οι αισθήσεις του αιχμαλωτίζονται από την ομορφιά και την απλότητα εκείνης της γης. Από τα χρώματα της ανατολής που έδιναν ζωή στις πλαγιές, από το απαλό φως του δειλινού που σκέπαζε τον τόπο με ζεστές αποχρώσεις, από το ουράνιο τόξο που εμφανιζόταν κάποιες φορές μετά τη βροχή, όταν η ημέρα μόλις άρχιζε να γλυκοχαράζει. Εκείνος ο κόσμος, φτωχός σε υλικά αγαθά αλλά πλούσιος σε εικόνες και συναισθήματα, παρέμεινε μέσα του σαν ένα κομμάτι χρόνου που αρνείται να χαθεί.
Σηκώθηκε νωρίς. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη με μια ανάλαφρη πάχνη που λαμπύριζε στο πρώτο φως της ημέρας. Ο κόσμος γύρω του μόλις ξυπνούσε. Άκουγε μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν στις πλαγιές και τα πρώτα κελαηδοπούλια που άνοιγαν τη φωνή τους μέσα στη σιωπή του πρωινού. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών που κινούνταν στις πλαγιές, ενώ το απαλό θρόισμα του ανέμου περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά των δέντρων. Ήταν άνοιξη. Το ελαφρύ αεράκι δημιουργούσε μικρά κύματα στις φυλλωσιές, δίνοντας ζωή σε όλο το τοπίο. Του άρεσε ιδιαίτερα αυτή η εποχή, η στιγμή που η φύση ξαναγεννιόταν και κάθε μικρή λεπτομέρεια αποκτούσε τη δική της σημασία.
Μπορούσε να κάθεται ώρες ακίνητος, παρατηρώντας χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν απλώς μια παρακολούθηση του κόσμου γύρω του· ήταν ένας σιωπηλός διάλογος με τη φύση. Ένας τρόπος να χάνεται στις μικρές κινήσεις, στους ήχους και στα χρώματα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι βαθύτερο από την απλή ομορφιά του τοπίου.
Ίσως χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, μάθαινε από τη φύση την υπομονή και την αρμονία της. «Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους.» ( Λάο Τσε, Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.)
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω από τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν αργά πίσω από τα βουνά, σαν να δυσκολευόταν ακόμη να αποχωριστεί τη νωχελική ησυχία της νύχτας. Μια γλυκιά δροσιά παρέμενε στην ατμόσφαιρα, χαρίζοντας στον τόπο εκείνη τη μοναδική φρεσκάδα της άνοιξης.
Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί. Απέναντι, στη διχάλα της μικρής συκιάς, στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη, αντίκρισε μια μορφή που έμοιαζε με ζωντανό πολύχρωμο ψηφιδωτό. Ήταν ένας τσαλαπετεινός.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης, ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργήματα της φύσης. Ο τσαλαπετεινός (Upupa epops) ξεχώριζε από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες άκρες, που άνοιγε και έκλεινε σαν μικρό στέμμα πάνω στο κεφάλι του.
Τον είχε πρωτοδεί λίγο νωρίτερα να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα σκίνων και πουρναριών στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού. Πετούσε νωχελικά, κυματιστά, ανοίγοντας αργά τις φτερούγες του, σχεδόν σαν πεταλούδα, αποκαλύπτοντας τους μοναδικούς σχηματισμούς και τις αποχρώσεις του φτερώματος του. Ο ήλιος τώρα είχε ανέβει ψηλότερα πάνω από τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα και έλουζε το τοπίο με καθαρό φως. Μέσα σε αυτή τη φωτεινή αγκαλιά, τα χρώματα του πουλιού έμοιαζαν να ζωντανεύουν ακόμη περισσότερο. Ο τσαλαπετεινός έμεινε εκεί, με τις κομψές καμπύλες του σώματός του, και άρχισε να τραγουδά. Πανέμορφα πλάσματα, που από τα αρχαία χρόνια γέννησαν μύθους και ιστορίες. Πουλιά που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητα, γιατί κουβαλούν κάτι από το θαύμα της φύσης. Κι εκείνος, λουσμένος στη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης ημέρας, ένιωσε μέσα του μια βαθιά χαρά να φουσκώνει αργά, σαν την παλίρροια που ανεβαίνει σιωπηλά και γεμίζει την ακτή.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
         Ο Τηλέμαχος!
.....

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Koulentia Monemvasias

....Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό) είναι ένα ήρεμο, μικρό και γραφικό χωριό, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης, με θέα που απλώνεται μακριά, μέχρι εκεί όπου ο ορίζοντας συναντά το γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους. Το χωριό είναι σκαρφαλωμένο περίπου στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο, κτισμένο κλιμακωτά στις πλαγιές της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα, εκεί όπου το βουνό κατηφορίζει αργά προς το ακρωτήριο Μαλέας. Βρίσκεται πάνω στην ορεινή διαδρομή που συνδέει τη Μονεμβάσια και τις ακτές του Μυρτώου πελάγους με την Παντάνασσα και τις ακτές του Λακωνικού κόλπου. Ένας τόπος ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα, ανάμεσα στην πέτρα και στο φως, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με τον ρυθμό της φύσης και των εποχών. Εκεί, σ' αυτό το μικρό χωριό, έφτανε κάθε πρωί ο μικρός μαθητής από τα Μπουμπουτσέλια, διασχίζοντας τα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να γνωρίζει ακόμη πως εκείνες οι διαδρομές θα έμεναν χαραγμένες μέσα του για πάντα.
Ορθοπλαγιασμένο σε μια άγονη και φτωχή περιοχή του νότου, το χωριό, σε κάποια άγνωστη ιστορική στιγμή, για λόγους ασφάλειας, προστασίας ή ανάγκης, οδήγησε τους ανθρώπους του να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και να αναζητήσουν καταφύγιο στα βουνά. Εκεί, κρυμμένοι στις πλαγιές, μπορούσαν να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών και από τους κινδύνους που έφερνε η εποχή. Κι όμως, από εκείνον τον φυσικό εξώστη του χωριού, το βλέμμα αγκάλιαζε το Μυρτώο πέλαγος που απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Τα Κουλέντια, κρεμασμένα στο φρύδι του Κούνου, έμοιαζαν άλλοτε σαν να κοιτούν περήφανα τον κόσμο κι άλλοτε σαν να ήταν έτοιμα να κυλήσουν απαλά προς το Μεγάλο Ρέμα, που άνοιγε βαθιά κάτω από τα πόδια τους.
Ο δρόμος, σ’ όλο το μήκος του, στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές, προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο, ήσυχο μικρό χωριό, στη σκιά του Κούνου, με μοναδικό στολίδι την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια δένουν αρμονικά με τη λακωνική γη και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του τοπίου.
Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος όπου ο άνθρωπος αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας και έζησε τα παιδικά του χρόνια ριζώνει βαθιά μέσα του. Λένε πως στα πρώτα χρόνια της ζωής μας αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες απ’ όσες στα υπόλοιπα χρόνια που ακολουθούν. Εκεί όπου πρωτοαντικρίζεις τον ουρανό, εκεί όπου αναπνέεις για πρώτη φορά τον αέρα της γης, χτίζεται η πατρίδα σου και μπαίνουν τα θεμέλια της ύπαρξής σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μέσα του μια αστείρευτη δίψα. Ανασύρει από τα βάθη της μνήμης όμορφες εικόνες και αφουγκράζεται ξανά τόπους, χρώματα και μυρωδιές. Τον αέρα που πρωτοανάσανε, τα μονοπάτια που περπάτησε παιδί, τη ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές, εκεί όπου το θυμάρι μοσχοβολούσε και τα καψαλισμένα αγκάθια μαρτυρούσαν το σκληρό αλλά αγαπημένο τοπίο της παιδικής του ηλικίας.
Σήμερα, ξεκινώντας από τη Μονεμβάσια, προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω του τα Λυρά, συνεχίζει τη διαδρομή μέσα στις ορεινές στροφές, μέχρι το ψηλότερο σημείο του δρόμου. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης αρχίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Το τοπίο δεν περνά απλώς από μπροστά του· μεταφράζεται στο βλέμμα, στο μυαλό, στην ψυχή του. Του γεννά εικόνες, αισθήματα και συγκινήσεις, καθώς ταξιδεύει και ταυτόχρονα νιώθει το βλέμμα του να χάνεται στις βουνοπλαγιές, αναζητώντας ξεχασμένα ίχνη της παιδικής του ζωής.
Μια βαθιά συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται μέσα του και σιγά-σιγά ξεχειλίζει. Όλα γύρω του έχουν μια παράξενη οικειότητα· σαν να τα έχει ξαναζήσει, σαν να τα ξαναβρίσκει ύστερα από μια μεγάλη απουσία. Είναι εικόνες που μοιάζουν να έρχονται από μακριά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τότε που μόλις είχε ανοίξει τα μάτια του στον κόσμο. Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει κάποτε; Μήπως αυτό το τοπίο δεν ήταν πάντα κρυμμένο μέσα του; Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που επιστρέφει ξαφνικά στη μνήμη. Και τότε αισθάνθηκε πως ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του χρόνου. Σαν να απέκτησε πάλι φτερά και να πετούσε πάνω από το χωριό, όπως τα αποδημητικά πουλιά που, χωρίς κανείς να τους δείξει τον δρόμο, βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά τους φωλιά.
Μακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια· ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα την αίσθηση πως στεκόταν πάνω από τον κόσμο και πως ο κόσμος απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Τ’ αγέρι εδώ μουρμουρίζει νοσταλγικά τραγούδια και η σκέψη του, σαν κρυφά φυλαγμένος θησαυρός, γυρίζει στα παλιά. Αγναντεύει από ψηλά τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε ένα γλυκό όνειρο, που όμως είναι αληθινό. Τα βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία· όλα έχουν τη δική τους ιστορία. Και τα σπίτια στέκουν όπως τα θυμάται, με τα κεραμίδια στις στέγες τους, κόκκινα σαν παπαρούνες μέσα στο τοπίο. Από μακριά όλα μοιάζουν αρμονικά ζυγισμένα μεταξύ τους, μικρότερα, σχεδόν σαν να γονατίζουν σε μια σιωπηλή προσευχή. Νιώθει πως όλα έχουν μικρύνει· ακόμα και τα μακρινά βουνά, που μέσα στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα παίρνουν ένα σταχτί γαλάζιο χρώμα, μοιάζουν κι αυτά να έχουν υποκλιθεί στον χρόνο. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που έσπαζαν εδώ κι εκεί οι μικρές χρωματιστές πινελιές από τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και τις κεραμιδόχρωμες στέγες των σκόρπιων σπιτιών.
Όπως το αντίκρισε για πρώτη φορά από μακριά, το χωριό κειτόταν γαλήνιο, βυθισμένο σε μια απέραντη ηρεμία, απλωμένο σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο των λόφων. Κάτω από τον άπλετο γαλάζιο ουρανό, στη σκιά του Κούνου, μέσα στην ομορφιά της φύσης, με τα έντονα χρώματα και τις καθαρές γραμμές του, έμοιαζε με πολύχρωμο τσαλαπετεινό που αμέριμνα τσιμπολογούσε στο μαλακό χώμα. Το πρωί ο ήλιος έμπαινε στο χωριό ύστερα από μια κόκκινη αυγή. Κι αργότερα, στο γιόμα, γύριζε και χάιδευε τις προσόψεις των σπιτιών, πριν γείρει πίσω από τους λόφους.
«Το χωριό μου!» έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα. Και από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και βαθιάς συγκίνησης για τη ζωή, που του επέτρεψε, έστω και αργά, να ξαναγυρίσει και να αντικρίσει τον τόπο όπου πρωτογεννήθηκε.
Θυμάται την εποχή που, αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό τους οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, έμπαινε από τη νοτιοανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους, τα Κουλέντια.
Αυτόν τον χωματόδρομο, αυτά τα μέρη, τα είχε διασχίσει νοερά κάθε μέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Κι ας είχαν περάσει τα χρόνια, όλα του φαίνονταν γνώριμα, τίποτα δεν του προκαλούσε ξενιτιά ή αμηχανία. Αναγνώριζε τα πάντα, σαν να γύριζε ξανά στο σπίτι του. Ήξερε κάθε στροφή, κάθε λακκούβα, κάθε μικρή ανωμαλία του δρόμου, μέχρι να φτάσει στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού της νονάς του, της οικογένειας Καραστατήρη, του Θ. Καραστατήρη — του «Τσαχλαμπούρη». Με τα μπλε παράθυρα και τις μπλε πόρτες του, αριστοτεχνικά φτιαγμένο, το σπίτι στεκόταν όπως το θυμόταν, έτοιμο να τον υποδεχτεί και πάλι. Από εκεί περνούσε στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, προσπερνούσε την παρακείμενη εκκλησία και έφτανε στο παλιό πέτρινο σχολείο.
Στο διάβα του παντού αντίκριζε το λευκό του ασβέστη. Σπίτια που έμοιαζαν να ξεφυτρώνουν σαν λευκά στολίδια πάνω στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς, δεμένα αρμονικά με το τοπίο.
Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, «σαν κάστρο χωρίς τείχη», έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε
Το καλοκαίρι οι πελαργοί έστηναν τη φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δέσποζε η τούρκικη βρύση, μια μεγάλη πέτρινη γούρνα με βρύσες που έδιναν καθαρό, πόσιμο νερό. Τα καλοκαίρια εκείνα τα μικρά διαβολάκια δεν έχαναν ευκαιρία να μπουγελώνονται. Το είχαν κάνει παιχνίδι τους. Γελούσαν, κυνηγιόντουσαν και στο τέλος πολλά από αυτά έβαζαν ολόκληρο το κεφάλι τους μέσα στη γούρνα, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει με δροσερό νερό. Και το γεγονός ότι λίγο πριν μπορεί να είχαν πιει από εκεί οι γάιδαροι ή να είχαν ξεδιψάσει τα πρόβατα, δεν τους ενοχλούσε καθόλου. Εκείνη την εποχή η σχέση με τη φύση ήταν διαφορετική. Τα παιδιά του δημοτικού δεν ένιωθαν αποστροφή· το νερό της γούρνας ήταν κομμάτι της καθημερινής τους ζωής, όπως ήταν η αυλή, ο δρόμος, τα ζώα και το χώμα του χωριού.
Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού!Κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στον δυτικό λόφο, με τους μικρούς λιθόστρωτους δρόμους που οδηγούσαν σ’ αυτό, είχε μια μεγάλη και περιποιημένη αυλή που γέμιζε κάθε πρωί από παιδικές φωνές.
Και γύρω του, στις κακοτράχαλες πλαγιές, η φύση του φθινοπώρου μαστόρευε αθόρυβα τη συνέχεια του χρόνου. Φύτευε αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες και τσουκνίδες, ενώ η δροσερή ανάσα του μαΐστρου, ελαφριά και υγρή, ξεχυνόταν πίσω από τις πλαγιές και περνούσε ανάμεσα από τα χαλκοπράσινα, φρέσκα φύλλα. Πριν ακόμη αρχίσουν τα μαθήματα, στο σχολείο περίμενε τα παιδιά το πρωινό ρόφημα. Η επιστάτρια, από το χάραμα, είχε ανάψει τη φωτιά και είχε βάλει στη φωτιά το μεγάλο καζάνι, γεμάτο πάνω από τη μέση με νερό. Όταν το νερό ζεσταινόταν, έριχνε μέσα αρκετές κουταλιές γάλα σε σκόνη από μια χάρτινη σακούλα με αμερικάνικα γράμματα τυπωμένα επάνω της. Μόλις το γάλα έπαιρνε βράση, έδινε το σύνθημα. Τα παιδιά άρπαζαν τα κύπελλα που ήταν τακτοποιημένα στο ράφι και στέκονταν στη σειρά, περιμένοντας. Η επιστάτρια έπιανε την κουτάλα, τη βουτούσε βαθιά στο καζάνι, ανακάτευε για τελευταία φορά το ζεστό ρόφημα και άρχιζε τη διανομή.
Ήταν μια μικρή καθημερινή στιγμή, αλλά για τα παιδιά εκείνα ήταν μια από τις πρώτες γεύσεις της χαράς που τους πρόσφερε το σχολείο.
Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της «υιοθεσίας» των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τους μαθητές της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης, πρωτάκι τότε, έζησε έντονα τη στιγμή που έφτασε η σειρά του να «υιοθετηθεί». Ήταν μια μικρή τελετή, γεμάτη προσμονή και περιέργεια, σαν να άνοιγε μπροστά του ένας καινούργιος κόσμος. Για λόγους που σήμερα δεν μπορεί πια να εξηγήσει, έγινε μήλον της έριδος ανάμεσα σε ένα κορίτσι και ένα αγόρι της Έκτης. Και οι δύο ήθελαν να τον αναλάβουν, να γίνουν ο μεγάλος του φίλος και ο οδηγός του στις πρώτες του μέρες στο σχολείο. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, στύβει τη μνήμη του, προσπαθώντας να ξαναφέρει εκείνη τη στιγμή στο φως. Όμως η μνήμη, όπως συμβαίνει συχνά, κρατά τις εικόνες αλλά αφήνει τις λεπτομέρειες να ξεθωριάσουν. Δεν θυμάται πια καθαρά ποιος τελικά τον υιοθέτησε. Το κορίτσι ή το αγόρι. Θυμάται όμως το συναίσθημα: εκείνη την πρώτη αίσθηση ότι μέσα στο μεγάλο σχολείο δεν ήταν μόνος, ότι κάποιος μεγαλύτερος θα ήταν δίπλα του για να τον καθοδηγήσει. Υπάρχουν κάποια μέρη που δεν τα θυμάσαι απλώς· τα ξαναζείς. Φέρνουν στο μυαλό εικόνες που γεμίζουν τις αισθήσεις και σε ταξιδεύουν πίσω στο παρελθόν, ντυμένο με την αίγλη εκείνων των χρόνων που πέρασαν. Ίσως τελικά να είναι ο τόπος που διαμορφώνει τους ανθρώπους. Ίσως η αόρατη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στο τοπίο να αφήνει μέσα του ένα αποτύπωμα μοναδικό, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει. Είναι μαρτυρίες μνήμης, κομμάτια της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, για τις συνήθειες και τις παραδόσεις των ανθρώπων του.
Και τώρα, μέσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής, πλέει ξανά στο ποτάμι του χρόνου, επιστρέφοντας στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία μιας φύσης ριζωμένης βαθιά μέσα στον χρόνο. Η τραχιά και άγονη γη, γεμάτη λόγγους και δυσκολίες, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αδιάκοπο αγώνα και αμέτρητο μόχθο από τους πρώτους οικιστές για να μετατραπεί σε τόπο καλλιεργήσιμο και παραγωγικό. Εκείνοι άνοιξαν τη γη, έσπειραν σιτηρά, φύτεψαν αμπέλια και ελιές, μοίρασαν τα βοσκοτόπια και έδεσαν τη ζωή τους με τον τόπο. Ήταν άνθρωποι αυθεντικοί, ακούραστοι ξωμάχοι, που πάλευαν αιώνες με τη σκληρή αλλά ευλογημένη γη τους. Ρωμαλέοι αγρότες και κτηνοτρόφοι, άντρες και γυναίκες, δούλευαν τη μάνα γη με τα χέρια τους, για να βλαστήσει, να καρποφορήσει και να θρέψει τις οικογένειές τους και τα ζωντανά τους.
Χρέος μας είναι να τιμούμε αυτούς τους πρώτους οικιστές, να κρατούμε ζωντανή τη μνήμη τους και να θυμόμαστε την κληρονομιά που μας άφησαν. Η ζωή τους ήταν λιτή και δύσκολη. Δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί· υπήρχαν φτωχοί και φτωχότεροι. Κι όμως, μέσα στις στερήσεις τους είχαν αξιοπρέπεια, αλληλεγγύη και περηφάνια για τον τόπο τους. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο, περπατώντας σε δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Επικοινωνούσαν πρόσωπο με πρόσωπο, κρατούσαν ζωντανές τις παραδόσεις και τα έθιμά τους και ένιωθαν πως το χωριό τους δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας, αλλά κομμάτι της ίδιας τους της ύπαρξης.
Οι πρώτοι οικιστικοί πυρήνες του χωριού χάνονται βαθιά μέσα στον χρόνο. Η παρουσία του καταγράφεται ήδη κατά τη βυζαντινή περίοδο, με την ονομασία «Κουλενδία», σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, το έτος 1301 μ.Χ.
Στο πολύτιμο αυτό έγγραφο, ο αυτοκράτορας παραχωρεί προνόμια στη Μονεμβασιά, ενώ η αναφορά της Κουλενδίας αποτελεί μια από τις παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την ύπαρξη του οικισμού. Το χρυσόβουλο αυτό, ένα σπάνιο τεκμήριο της βυζαντινής ιστορίας της περιοχής, φυλάσσεται σήμερα στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.
Έτσι, ανάμεσα στις πέτρες, στα μονοπάτια και στις πλαγιές του Κούνου δεν περπάτησαν μόνο οι άνθρωποι των νεότερων χρόνων. Πριν από αυτούς πέρασαν γενιές ολόκληρες, άνθρωποι που άφησαν τα ίχνη τους στη γη, στα σπίτια και στις μνήμες του τόπου............................................................... 

Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:

Σημείωση: Ι

... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά

Σημείωση: ΙΙ

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

Σημείωση: ΙΙΙ

Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…

  • Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
  • Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Θύμησες Παιδικές!
    .....

    Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

    Ta Monopatia Pou Odigousan Gia to Sxolio

    .....Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα, στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, που οι γονείς του τού είπαν πως είχε φτάσει η ώρα να μάθει γράμματα. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», έλεγαν οι παλιοί, κι αυτή η λαϊκή σοφία ήταν αρκετή για να σημαδέψει την αρχή μιας καινούριας πορείας. Για τα παιδιά που ζούσαν στους απόμακρους συνοικισμούς, το σχολείο δεν ήταν μια γειτονική αυλή. Ήταν ένας καθημερινός αγώνας. Ένα μικρό ταξίδι προς τη γνώση, που ξεκινούσε πριν ακόμη ανατείλει καλά-καλά ο ήλιος, με την ελπίδα πως τα γράμματα θα τους άνοιγαν έναν δρόμο σε μια καλύτερη ζωή. Τα παιδιά από τα Μπουμπουτσέλια διένυαν κάθε μέρα πέντε ολόκληρα χιλιόμετρα. Μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο, πάνω σε κακοτράχαλα μονοπάτια, ανάμεσα σε ρεματιές, πέτρες και ανηφοριές, ώσπου να φτάσουν στο σχολείο των Κουλεντίων. Για τα παιδικά τους πόδια, εκείνη η διαδρομή έμοιαζε ατέλειωτη. Κι όμως, την περπατούσαν χειμώνα και καλοκαίρι, χωρίς παράπονο, σαν να ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.
    Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να πρασινίζει ύστερα από τις πρώτες βροχές. Ο τόπος ανέπνεε ήρεμα. Οι χωρικοί ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, ενώ τα κοπάδια απλώνονταν νωχελικά στις πλαγιές του βουνού. Μέσα σε εκείνη τη γαλήνη, άρχιζε και το δικό του ταξίδι· όχι μόνο προς το σχολείο, αλλά προς τη γνώση, τη ζωή και την ενηλικίωση. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, μέσα στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, η μάνα πλησίαζε το λιτό ξύλινο κρεβάτι όπου κοιμόταν το μικρό παιδί της. Χάιδευε απαλά το μέτωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε για λίγο το αυλακωμένο από τα βάσανα πρόσωπό της. Ύστερα, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, του ψιθύριζε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω, μην σε πάρει η μέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς.»
    Εκείνος σηκωνόταν αμέσως, ντυνόταν βιαστικά, έπαιρνε το μικρό δεματάκι με το λιτό κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του και, αφού αποχαιρετούσε τον πατέρα του, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού. Η μάνα τον σταύρωνε, τον φιλούσε με όλη τη στοργή που έκρυβε στην ψυχή της και τον ξεπροβόδιζε με την ίδια πάντοτε ευχή: «Άντε, καλό δρόμο, γιε μου. Στην ευχή του Θεού… και να προσέχεις, παιδί μου.»
    Κι εκείνος, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τη «Μπέττυ», την πιστή του σκυλίτσα, να βαδίζει χαρούμενα πλάι του, έπαιρνε τον χωματόδρομο που χανόταν πίσω από τη δυτική πλαγιά του αντικρινού λόφου. Από εκεί άρχιζε το καθημερινό μονοπάτι για τα Κουλέντια, την έδρα του οικισμού· ένα μονοπάτι που κάθε πρωί τον οδηγούσε όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή.
    Ανηφορίζοντας προς τα βορειοδυτικά του οικισμού, περνούσε δίπλα από ένα μικρό δασύλλιο με χαρουπιές, απλωμένες σε πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε αδιάκοπα το πρωινό αεράκι. Ένιωθε τότε μια γλυκιά δροσιά να πλημμυρίζει την ψυχή του, σαν ανάλαφρη πνοή ζωής. Προχωρούσε μεθυσμένος από τις ευωδιές και τους χυμούς της φύσης. Το φθινοπωρινό χώμα ήταν παντού νοτισμένο από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς ο ήλιος αναδυόταν αργά πίσω από τις κορυφογραμμές, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του τραβούσαν την υγρασία από τη γη και τη χλόη. Εκείνη ανασηκωνόταν αργά, σχηματίζοντας διάφανες κουρτίνες αχνού κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, σαν να ξυπνούσε μαζί τους ολόκληρη η φύση. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στεκόταν για λίγο και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στην άλλη πλευρά. Μπροστά του απλωνόταν το Μεγάλο Ρέμα, η πλατιά κοιλάδα που χώριζε τον λόφο του συνοικισμού από τον λόφο του χωριού. Εκεί, στις μικρές πλατωσιές της κοιλάδας, ήταν σκόρπια τα καλλιεργήσιμα χωράφια, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και αμυγδαλιές. Και λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, υψωνόταν ένα πυκνό δάσος από ορεινά κυπαρίσσια, με τους κορμούς και τις φυλλωσιές τους σφιχταγκαλιασμένους, λες και η φύση είχε θελήσει να φυλάξει εκεί ένα δικό της μυστικό. Οι πλαγιές της κοιλάδας κατηφόριζαν γλυκά και αρμονικά προς τα χαμηλά και άνοιγαν διάπλατα στον μακρινό ορίζοντα, εκεί όπου, τις καθαρές μέρες, αχνοφαινόταν μια γαλάζια λουρίδα του Μυρτώου πελάγους.
     Όταν έμπαινε σ' εκείνη τη φωλιά της φύσης, η ψυχή του σπαρταρούσε σαν μικρό πουλί. Τον μεθούσαν οι ευωδιές από το θυμάρι, τις κουμαριές και τις λυγαριές. Κι ύστερα ήταν τα κοπάδια που έβοσκαν τριγύρω. Τα κουδούνια τους αντηχούσαν αδιάκοπα στις πλαγιές, πλημμυρίζοντας τον τόπο με μια μουσική που έμοιαζε να χαρίζει καινούργια ζωή και να κάνει την ανάσα του πιο βαθιά, πιο ελεύθερη. Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύννεφα, το ένα πίσω από το άλλο, που κατέβαιναν και σκέπαζαν ολόκληρη την κοιλάδα. Μα όταν ο ουρανός άνοιγε ξανά, γινόταν διάφανος και ξάστερος, ροδοβαμμένος από το πρώτο φως. Χαμογελούσε ως πέρα, στις βουνοκορφές και στις μακρινές ράχες, ενώ ο ήλιος, χρυσαφένιος όσο δεν έπαιρνε άλλο, άπλωνε πάνω στο Μεγάλο Ρέμα ένα φως γλυκό, σαν μέλι που ξεχυνόταν αργά πάνω στη γη. 
    Στη μέση σχεδόν της διαδρομής, εκεί όπου άρχιζε η ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του Μεγάλου Ρέματος και το μονοπάτι οδηγούσε από τον συνοικισμό στο χωριό, απλωνόταν ένα μικρό πλάτωμα. Στη ρίζα ενός βράχου ανάβλυζε αδιάκοπα γάργαρο, κρυστάλλινο νερό. Πλάι στην πηγή υπήρχαν πάντοτε δυο-τρεις νεροκολοκύθες, κομμένες στα δύο, τα παλιά φλασκιά των χωρικών. Ήταν το κοινό ποτήρι όλων των περαστικών. Από εκεί έπιναν οι γεωργοί, οι βοσκοί, οι διαβάτες, τα παιδιά του σχολείου και κάθε κουρασμένος οδοιπόρος που σταματούσε για μια ανάσα πριν συνεχίσει την ανηφορική πορεία στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Το πλάτωμα εκείνο ήταν ευλογία για τον ταξιδιώτη. Ύστερα από το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους και τα λιθόστρωτα μονοπάτια, πρόσφερε λίγη σκιά, δροσερό νερό και μια πολύτιμη στιγμή ξεκούρασης. Εκεί χαμήλωνε η ανάσα, καταλάγιαζε η κούραση και ξανάπαιρνε δύναμη το σώμα. Έπειτα ο καθένας συνέχιζε τον δρόμο του, λες και η μικρή εκείνη πηγή του είχε χαρίσει λίγη ακόμη ζωή. Στο διάβα τους, οι ταξιδιώτες σταματούσαν για λίγο στην πηγή. Κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης, φουντωτής σκαμνιάς, έπιναν από το γάργαρο νερό και ξαπόσταιναν, μαζεύοντας τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καθισμένοι στη δροσιά του ίσκιου, με το χέρι να χαϊδεύει αφηρημένα το μαλακό, νοτισμένο χώμα, ένιωθαν την κούραση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα τους. Για λίγες στιγμές γίνονταν ένα με τον τόπο. Άκουγαν το κελάρισμα του νερού, το θρόισμα των φύλλων και τα κουδούνια από τα κοπάδια στις απέναντι πλαγιές. Ήταν από εκείνες τις μικρές στάσεις που δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα, αλλά γαληνεύουν και την ψυχή.
    Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης ένιωθε τον νου του να ξαλαφρώνει. Το βλέμμα χανόταν στις πλαγιές, στα βουνά και στη μακρινή λουρίδα της θάλασσας, κι η σιωπή της φύσης γινόταν μια σιωπή γεμάτη φωνές. Θα 'λεγες πως άκουγε τις μυστικές συνομιλίες του ανέμου με τα κυπαρίσσια, των βράχων με τα σύννεφα, της γης με τον ουρανό. Δίπλα του η πηγή κυλούσε αδιάκοπα, χαρίζοντας νερό γλυκό και παγωμένο, σαν να πρόσφερε στον οδοιπόρο όχι μόνο δροσιά αλλά και λίγη δύναμη για τον δρόμο που απέμενε. Ήταν ένας τόπος που καλούσε τον άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να πάρει ανάσα και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο της φουντωτής σκαμνιάς, γεννιούνταν σκέψεις που δύσκολα γεννιούνται μέσα στη βοή της καθημερινότητας. Τα όνειρα ξανάβρισκαν τη χαμένη τους πνοή, οι ελπίδες ζωντάνευαν και οι αγωνίες γίνονταν ελαφρύτερες. Ο καθένας, μικρός ή μεγάλος, έφευγε από το πλάτωμα λίγο πιο δυνατός απ' όσο είχε φτάσει.
    Κι ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε πως κάθε πρωί, περνώντας από εκεί, δεν πήγαινε μονάχα προς το σχολείο. Διέσχιζε ένα μονοπάτι που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στη φύση, στους ανθρώπους της και, σιγά σιγά, στον ίδιο του τον εαυτό.
    Ίσως γι' αυτό, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εκείνο το μικρό πλάτωμα με τη γάργαρη πηγή παρέμενε στη μνήμη του πιο ζωντανό κι από πολλούς μεγάλους δρόμους που περπάτησε αργότερα στη ζωή του.
    Οι στρατοκόποι μπορούσαν να βυθιστούν στις σκέψεις τους και να αρχίσουν έναν σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό τους, έχοντας έντονη την αίσθηση πως η φύση έκρυβε κάτι βαθύτερο από αυτό που φανέρωνε στα μάτια. Να αφεθούν στη γαλήνη του τόπου και να ταξιδέψουν με τον νου πέρα από τα ορατά, εκεί όπου το μυστήριο της ύπαρξης αγγίζει για μια στιγμή τον άνθρωπο.
    Εκεί, ο ίδιος ο τόπος γινόταν ο πρωταγωνιστής. Η άγρια ερημιά του, μακριά από τον θόρυβο και τη βιασύνη των ανθρώπων, κυριαρχούσε στο πνεύμα, μιλούσε αθόρυβα στις αισθήσεις και έδειχνε το μονοπάτι προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Ήταν στιγμές που η γαλήνη πλημμύριζε τις κουρασμένες ψυχές, όπως η πρώτη βροχή ποτίζει τη διψασμένη γη και την κάνει να ξαναβλαστήσει. Και τότε ο άνθρωπος ένιωθε πως, έστω και για μια στιγμή, ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση και στο αδιάκοπο θαύμα της ζωής.
    Μια αρχέγονη, σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθούσε να ζωντανεύει με τη φαντασία του τους ανθρώπους που έζησαν σ' αυτόν τον τόπο, που μόχθησαν και πάλεψαν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Σ' αυτή τη σκληρή, χέρσα γη, κάθε πέτρα έμοιαζε να είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα, των κόπων και των ελπίδων τους. Άθελά του παρασυρόταν στα περασμένα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, βράχια και δέντρα· γινόταν ζωντανή μνήμη. Σαν να μπορούσε, με όλες του τις αισθήσεις, να αφουγκραστεί τον κόσμο μιας άλλης εποχής και να νιώσει την ανάσα των ανθρώπων που είχαν περάσει από εκεί πριν από αυτόν. Εκείνες τις ώρες, αμέτρητες λεπτομέρειες ξεπρόβαλλαν μπροστά του σαν σκόρπιες ψηφίδες μιας μεγάλης τοιχογραφίας. Κάθε εικόνα αποκάλυπτε κι ένα μικρό κομμάτι του παρελθόντος, τόσο ζωντανό και τόσο πυκνό, που έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να χωρέσει ολόκληρη τη θάλασσα μέσα στο βλέμμα του.
    Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνέχιζε το μονοπάτι που, σαν αποκριάτικη κορδέλα, ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του.
    Στα ανατολικά, ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου χάριζε στα σταφύλια τους αρωματικούς χυμούς τους, ενώ στα ώριμα σύκα το μέλι ξεχείλιζε, αφήνοντας στην άκρη τους μια σταγόνα διάφανη σαν ρουμπίνι. Πολύχρωμα ζουζούνια φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του και αγριοπούλια πετάγονταν ξαφνιασμένα από τις ήσυχες φωλιές τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα και οι φασκομηλιές μοσχοβολούσαν, ενώ τα πρώτα φθινοπωρινά κρινάκια ξεπρόβαλλαν δειλά, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές.
    Όταν τελείωνε η σχολική μέρα, το ίδιο μονοπάτι έμοιαζε διαφορετικό. Στον δρόμο της επιστροφής, το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε όψη καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Το φως γινόταν βαθύτερο, σχεδόν διάφανο, και όλα γύρω λαμποκοπούσαν σαν κρύσταλλο. Οι διάσπαρτες ελιές άστραφταν με ασημένιες ανταύγειες, ενώ οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν τη στιλπνή απόχρωση του γρανίτη, αναδεικνύοντας το βαθύ πράσινο των πεύκων που φύτρωναν ανάμεσά τους. Σιγά σιγά το χρυσοπράσινο των φύλλων σκοτείνιαζε και φανέρωνε την αληθινή τους όψη· γεμάτη νεανική δύναμη και ζωή. Ένας ανήσυχος ψίθυρος σηκωνόταν μέσα από τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορφές, βάφοντας τον δυτικό ορίζοντα με το κατακόκκινο αίμα του.
    Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης, συνεχίζει να περιπλανιέται στα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας. Κι εκείνο που του απομένει, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι η αίσθηση πως βαθιά μέσα του εξακολουθεί να είναι εκείνο το μικρό παιδί που ξεκίνησε κάποτε τον δρόμο του στον κόσμο. Στο μακρύ ταξίδι της ζωής δεν κουβάλησε πολλές αποσκευές· μονάχα τη μνήμη. Μια μνήμη γεμάτη εικόνες από έναν τόπο οικείο και πατρικό, που δεν έπαψε ποτέ να κατοικεί μέσα του σαν αιώνιο παρόν. Κουβαλά ακόμη το άρωμα του θυμαριού, τον ψίθυρο των πεύκων, το γάργαρο νερό της πηγής, το Μεγάλο Ρέμα και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σχολείο. Μα μαζί τους κουβαλά και τις σκιές. Γιατί στο κάδρο της μνήμης δεν υπάρχουν μόνο οι φωτεινές εικόνες της παιδικής ηλικίας· υπάρχουν και εκείνες που γεννήθηκαν μέσα στους δύσκολους καιρούς, εικόνες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή και δεν έσβησαν ποτέ.
    Έτσι είναι η μνήμη. Δεν διαλέγει μόνο τα όμορφα. Φυλάσσει με την ίδια επιμονή το φως και το σκοτάδι, τη χαρά και τον πόνο, γιατί και τα δύο έγιναν το χώμα πάνω στο οποίο μεγάλωσε ο άνθρωπος.
    Κάποια καλοκαίρια το τοπίο φάνταζε ανεμοδαρμένο, σαν να το είχε σμιλέψει ο ίδιος ο χρόνος. Κι όμως, η φύση έμοιαζε να μένει αναλλοίωτη, πεισματικά ίδια, σαν να αντιστεκόταν στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα, ανακαλώντας εκείνες τις εικόνες, διαπιστώνει πως πολλές λεπτομέρειες ξεγλιστρούν από τη μνήμη του. Ίσως γιατί ανήκουν σε μια εποχή τόσο μακρινή, όπου η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με τα πόδια, τη φωνή και την ανθρώπινη παρουσία.
    Στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ίχνος από τις μηχανές και τις ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Μονάχα μονοπάτια, μουλαρόδρομοι, άνθρωποι, ζώα και η σιωπή του βουνού, που ένωνε τους οικισμούς πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει οποιοσδήποτε δρόμος.
    Ήταν οι εποχές που, κάτω από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, οι χωρικοί έβγαιναν στα χωράφια πριν ακόμη ξεμυτίσει ο ήλιος. Άρχιζαν τον κοπιαστικό θερισμό, κρατώντας στο ένα χέρι το δρεπάνι και στο άλλο την παλαμαριά, το ξύλινο προστατευτικό που φύλαγε την παλάμη από τις κοφτερές λεπίδες και συγκρατούσε τα στάχυα.
    «Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί. Κι ύστερα ακουγόταν το γνώριμο φραπ-φραπ από τα δρεπάνια που έκοβαν ρυθμικά τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος τις πρωινές ώρες, όσο ακόμη η δροσιά δρόσιζε τη γη! Μα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο. Οι θεριστάδες άφηναν τα δρεπάνια στη γη και τραβούσαν στον ίσκιο κάποιου δέντρου, στην άκρη του χωραφιού. Εκεί άνοιγαν τα ταπεινά τους δισάκια, έτρωγαν το λιτό φαγητό τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντάλλασσαν ιστορίες και χωρατά. Ύστερα πλάγιαζαν για λίγο πάνω στο χώμα, ώσπου να μαλακώσει η κάψα της ημέρας. Και μόλις έπεφτε πάλι η απογευματινή δροσιά, σηκώνονταν αμίλητοι, έπιαναν ξανά τα δρεπάνια και συνέχιζαν τον αγώνα τους με τη γη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.
    Στα ψηλώματα, στους λιβαδότοπους, συναντούσες τα πέτρινα κυκλικά αλώνια, χτισμένα σε διαλεγμένες τοποθεσίες, εκεί όπου οι καλοκαιρινοί νοτιάδες φυσούσαν με δύναμη και βοηθούσαν το λίχνισμα του καρπού. Γύρω από το αλώνι υψώνονταν οι ντραλίκοι, μεγάλες όρθιες πέτρες, τοποθετημένες κυκλικά, που οριοθετούσαν τον χώρο και εμπόδιζαν τα στάχυα να σκορπίζουν στον άνεμο. Καλότυχοι θεωρούνταν όσοι είχαν δίπλα στο αλώνι τους ένα δέντρο με πλατιά, πυκνή φούντα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, εκεί έβρισκαν καταφύγιο από τον καυτό ήλιο. Κάθονταν στον ίσκιο του, έτρωγαν το λιτό τους φαγητό, ξάπλωναν για λίγο πάνω στα άχυρα να ξαποστάσουν και περίμεναν να γείρει ο ήλιος. Ύστερα σηκώνονταν, έπιαναν πάλι τη δουλειά και το αλώνι ξαναγέμιζε φωνές, γέλια και τον μονότονο ήχο του μόχθου.
    «Στριφογυρίζει τ' άλογο στ' αλώνι τριγυρνά, τ' αστάχυα, καλοπάτητα, ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.»
    Η καλλιέργεια του σιταριού και του κριθαριού άρχιζε με τις χειμωνιάτικες σπορές του Δεκέμβρη και αποτελούσε τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του χωριού. Η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η άλεση του καρπού δεν ήταν απλώς αγροτικές εργασίες· ήταν οι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής, δεμένοι με τις εποχές, τον καιρό και την ελπίδα.
    Σήμερα τα παλιά αλώνια στέκουν σιωπηλά, πέτρινες κορνίζες μιας άλλης εποχής. Δεν ακούγονται πια τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, ούτε οι φωνές των αλωνιστάδων. Μονάχα ο άνεμος περνά ανάμεσά τους, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων που μόχθησαν πάνω σ' αυτή τη γη.
    Κι ίσως γι' αυτό επιβιώνει ακόμη στα σοκάκια του χωριού εκείνη η παλιά λαϊκή συμβουλή, που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα:
    «Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι,
    γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει.»
    Ήταν όμως και εποχές που το τοπίο διένυε τα πιο αδυσώπητα καλοκαίρια. Το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο, ένα ολόφλογο καμίνι που έπεφτε πάνω στη σάρκα σαν βροχή από πυρωμένες βελόνες. Ούτε πνοή ανέμου δεν φυσούσε. Τα φύλλα των δέντρων έμεναν ακίνητα, τα λιγοστά νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν ακίνητα, σαν λιωμένο μέταλλο ή σαν λάδι, και στους γύρω λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες στέκονταν ασάλευτα, θαρρείς και είχαν πεθάνει. Τα πουλιά λούφαζαν βαθιά μέσα στις φυλλωσιές, αναζητώντας λίγη σκιά και λίγη δροσιά.
    Οι ξεροπόταμοι είχαν στεγνώσει. Στην επιφάνεια της γης σχηματιζόταν μια λεπτή, σκληρή κρούστα, ενώ τα αγριόχορτα είχαν καεί από τον ήλιο και είχαν απομείνει μονάχα οι ρίζες τους. Η ατμόσφαιρα γινόταν διάφανη και αραιή, ο ουρανός ολοένα και πιο ξέθωρος, κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ξεθώριαζαν και τα χρώματα της γης. Το κοκκινόχωμα έπαιρνε μια τριανταφυλλιά απόχρωση και το γκρίζο χώμα άσπριζε κάτω από το ανελέητο φως. Μέσα στα χαντάκια το χώμα διαλυόταν σε ψιλή σκόνη, ενώ τα μυρμήγκια ξεχύνονταν σε ατέλειωτες πορείες προς τα σιτοχώραφα, λες και προαισθάνονταν πως κάθε σπυρί ήταν πολύτιμο για τον χειμώνα που θα ερχόταν.
    Υπήρχαν όμως και μέρες που το λιοπύρι γινόταν τόσο δυνατό και αβάσταχτο, ώστε πάνω στις πέτρες θαρρούσες πως μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το αδιάκοπο τραγούδι του τζίτζικα, η φωνή της λαύρας, χυνόταν παντού, σπάζοντας τη βαριά σιωπή του τόπου.
    Κι όμως, η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά τον δρόμο της. Όταν η ανομβρία παρατεινόταν, όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην εκκλησία. Ο παπάς, κρατώντας τον Σταυρό και τις εικόνες, έβγαινε μπροστά, και πίσω του σχηματιζόταν η λιτανεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκινούσαν για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο, ενώ ο γαρμπής, λιοβόρι πυρωμένο, σκόρπιζε κύματα καυτής ανάσας και η λαύρα του ανέμου έκαιγε τη διψασμένη γη.
    Όταν έφθαναν στα χωράφια, όλοι γονάτιζαν πάνω στο ξερό χώμα. Έκαναν τον σταυρό τους και ύψωναν τα μάτια στον γαλανό ουρανό, παρακαλώντας τον Θεό να λυπηθεί τον τόπο.
    «Αμήην!» αντηχούσε από τα χείλη μικρών και μεγάλων. Ήθελαν να βουίξουν οι ξεραμένες λαγκαδιές από τη δέηση τους, να φτάσει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου και να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί. Μα η λιτανεία τελείωνε κάτω από έναν ουρανό ανέφελο, σκληρό και πυρωμένο, ενώ ο ήλιος συνέχιζε να καίει σαν αναμμένο μαγκάλι πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν οι παλιές «λιτανείες της ανομβρίας», όταν οι άνθρωποι, πριν εμπιστευθούν τη μοίρα τους στις καιρικές προβλέψεις, την εμπιστεύονταν στην προσευχή.»....
    Τελειώνοντας την πεζοπορία στον ατέλειωτο μαίανδρο των μονοπατιών, αφήνει πίσω του τις στροφές, τις ανηφοριές και τις σιωπηλές συνομιλίες με τη φύση. Μπαίνει πλέον στον κύριο χωματόδρομο και μπροστά στα μάτια του ανοίγεται το χωριό.
    Τα Κουλέντια.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!.....

    Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

    O Tritos Gios! Se Xeskepo Spiti Sas Gennissa

    Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

    Πριν η Ελένη γίνει η ξακουστή Ελένη της Τροίας, ήταν η Ελένη της Σπάρτης. Η γυναίκα με το μοναδικό κάλλος, που η ομορφιά της πέρασε στους αιώνες και έγινε μύθος. Λένε πως οι γυναίκες της Σπάρτης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, μα και για τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Γιατί η γη που τις μεγάλωνε δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια γη αυστηρή, που ζητούσε από τον άνθρωπο αντοχή, υπομονή και καρδιά δυνατή. Η μητέρα του ήταν γνήσια Σπαρτιάτισσα. Μια αυθεντική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Γεννημένη σε μια ακραία και περήφανη περιοχή, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Είναι ένας τόπος δύσκολος και συνάμα μαγευτικός. Κακοτράχαλα βουνά, χαραγμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά και διάσπαρτα δέντρα που επιμένουν μέσα στην άνυδρη γη. Συκιές, αμυγδαλιές και ελιές, που με τον πολύτιμο καρπό τους κρατούν ζωντανή τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Ένας ήλιος ανελέητος και ταυτόχρονα ευεργετικός.
    Τα καλοκαίρια εκεί η γη πυρώνεται. Η πέτρα κρατά τη ζέστη της ημέρας και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Πεζούλες και ξερολιθιές μαρτυρούν τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση. Η Ρειχιά, η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας, οι μικρές αγροικίες στα Καρίκια, στα Πιστάματα, στον Λαδόκαμπο.
    Χωριά και τόποι που δεν χτίστηκαν για να επιβληθούν στο τοπίο, αλλά για να δεθούν μαζί του. Σπίτια που μοιάζουν σαν να φύτρωσαν μέσα από την ίδια την πέτρα, σαν φυσική συνέχεια της γης. Και ανάμεσά τους οι μικρές καλλιέργειες. Πεζούλες που για αιώνες δέχονται το ίδιο βασανιστικό έργο. Το όργωμα, το σκάψιμο, τη σπορά, τον θερισμό. Η γη που τρίζει, που ανασαίνει, που αλλάζει με τον μόχθο των ανθρώπων της.
    Εδώ έζησαν γενιές ανθρώπων που δεν προσπάθησαν να νικήσουν τη φύση, αλλά να συνυπάρξουν μαζί της. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής. Και ανατολικά, το Μυρτώο πέλαγος. Τα νερά του σβήνουν πάνω στα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα των ακτών, ενώ ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας χαράζουν συνεχώς τις πέτρες, όπως ο χρόνος χαράζει τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης.
    Μόνο όποιος έχει περπατήσει αυτά τα χώματα μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος. 
    Είναι ζωντανή μαρτυρία.
    Κρατά στις πέτρες της τις ιστορίες των ανθρώπων της. Κρατά τον μόχθο τους, τα όνειρά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Είναι η γη που έμαθε στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος.
    Να αντέχει.
    Να δημιουργεί.
    Να επιμένει.
    Παράστημα καλοφτιαγμένο και όμορφο. Σκελετός εύρωστος, κορμοστασιά στητή, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους. Μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά, με καθαρά χρώματα και βλέμμα βαθύ, ευθύ, που φανέρωνε άνθρωπο χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Ένα πρόσωπο μοναδικό, με χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης.
    Μια ομορφιά ξεχωριστή.
    Μια ομορφιά που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση, αλλά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το πρόσωπό τους γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά, σαν δώρο Θεού. Το βήμα της σταθερό. Η παρουσία της αγέρωχη, περήφανη. Κι όμως, πίσω από αυτή την ομορφιά υπήρχε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η δύναμη της μάνας.
    «Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
    που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
    τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
    το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα.»
    Όπως οι γυναίκες της αρχαίας Σπάρτης, έτσι κι εκείνη πίστευε πως η ανατροφή των παιδιών δεν ήταν μόνο θέμα αγάπης, αλλά και ευθύνης. Είχε επιλέξει να ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα ζωής. Δεν μεγάλωνε παιδιά που θα έκαναν πάντα ό,τι ήθελαν, αλλά ανθρώπους που θα γνώριζαν τα όρια, την τιμή και την ευθύνη των πράξεών τους. Τα καθοδηγούσε με αυστηρότητα, αλλά πίσω από κάθε αυστηρή της λέξη κρυβόταν η αγάπη. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη χαρακτηριστική νουθεσία της κάθε φορά που τα παιδιά έκαναν κάποια παιδική σκανταλιά: «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
    Δεν ήταν απλή φράση.
    Ήταν ένα μήνυμα.
    Ήθελε να τους θυμίζει πως η ζωή τους πρέπει να είναι καθαρή και αληθινή. Πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να μπορούν να σταθούν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Πως ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν φοβάται το φως.
    «Η ζωή σας να λάμπει… αλλά να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης», τους έλεγε. Να λάμπει, αλλά να παραμένει αληθινή.
    Το αγόρι που ήρθε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι της Ιοκάστης. Πριν από εκείνον είχαν έρθει ο Αλκιβιάδης και ο Τηλέμαχος.
    Και η μάνα τους ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
    Μια νέα γυναίκα, με τρεις γιους πλέον στην αγκαλιά της, αλλά με μια ψυχή ήδη σφυρηλατημένη από τη ζωή.
    Τ’ αστέρια φέγγιζαν ακόμη και η μέρα είχε τραβήξει μονάχα μια αχνή πινελιά φωτός χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. Οι κόκορες είχαν αρχίσει από ώρα το πρωινό τους κάλεσμα. Ένα δροσερό αεράκι, ευχάριστο και απαλό, χάιδευε τα μαλλιά και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών, που είχαν ήδη ξεκινήσει τον καθημερινό αγώνα της εποχής. Στο αλώνι μετέφεραν τα δεμάτια του σταριού. Τα κουβαλούσαν ένα-ένα και τα στοίβαζαν στη μεγάλη θημωνιά, περιμένοντας την ώρα που θα άρχιζε το αλώνισμα. Ήταν ο Αλωνάρης, ο μήνας του Ιουλίου, η εποχή που η γη παρέδιδε τον καρπό της στον άνθρωπο ύστερα από μήνες κόπου, αγωνίας και προσμονής. Το αλώνι βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού, εκεί όπου το χτυπούσαν οι άνεμοι. Ο αέρας ήταν πολύτιμος σύντροφος εκείνες τις ημέρες, γιατί βοηθούσε αργότερα στο λίχνισμα, ξεχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο. Για τους ανθρώπους του μικρού οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό πρωινό. Ένα ακόμη πρωινό από εκείνα που άρχιζαν πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ξυπνούσαν νωρίς, όσο κρατούσε ακόμη η δροσιά της νύχτας, γιατί όλοι γνώριζαν πως λίγες ώρες αργότερα η ζέστη θα γινόταν βαριά και αμείλικτη. Έπρεπε να προλάβουν. Να ετοιμάσουν το αλώνι, να φέρουν τα ζώα, να ξεκινήσουν τη δουλειά πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κι ενώ οι άνθρωποι ετοίμαζαν τον μόχθο της ημέρας, η φύση συνέχιζε το δικό της τραγούδι. Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρών πουλιών τιτίβιζε ασταμάτητα και φτεροκοπούσε ανάμεσα στα κλαδιά, όπου κρέμονταν οι μικροί, στυφοί καρποί τους.
    Ήταν ένα ακόμη πρωινό στον Πάρνωνα.
    Ένα πρωινό γεμάτο φως, εργασία και ζωή.
    Η Ιοκάστη, η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι εκείνη, με την κοιλιά στο στόμα, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την προσπάθεια. Ήταν ήδη στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
    Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες της υπαίθρου δεν γνώριζαν πολυτέλειες και ξεκούραση. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν λόγος να σταματήσει η ζωή. Συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Πολλές φορές οι πόνοι του τοκετού τις έβρισκαν εκεί, ανάμεσα στη γη που καλλιεργούσαν και στον καρπό που με τόσο κόπο είχαν βοηθήσει να γεννηθεί.
    Η αυγή ήρθε γρήγορα. Στην αρχή μια αχνή γραμμή φωτός στον ορίζοντα. Έπειτα ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, και τέλος μια έκρηξη φωτιάς, καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από τη θάλασσα της Μονεμβασιάς και πλημμύρισε τον τόπο με το χρυσό του φως. Από μικρός ακόμη, συχνά απορούσε με τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η μητέρα του.
    Μια δύναμη σιωπηλή, σιδερένια. Μπορούσε να αντέξει την κούραση, την κακουχία, τη στέρηση και την πείνα σχεδόν καλύτερα κι από τον πιο δυνατό άντρα. Δεν παραπονιόταν. Δεν λύγιζε. Προχωρούσε.
    «Πού βρίσκει τόση δύναμη;» αναρωτιόταν. Δεν γνώριζε τότε πως η δύναμη μιας μάνας δεν μετριέται μόνο στο σώμα.
    Βγαίνει από την καρδιά.
    Και από την αγάπη για τα παιδιά της.
    Και τώρα, εκείνο το πρωινό, μέσα στη βοή του αλωνιού και στον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς, η φωνή της έσκισε ξαφνικά τον αέρα.
    Μια φωνή αγωνίας.
    Όλοι σταμάτησαν.
    «Τη μαμή!» φώναξε. «Φωνάξτε τη μαμή!»
    Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή σαστισμένοι.
    Η ώρα είχε φτάσει.
    Η Ιοκάστη ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό της αγραπιδιάς. Με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ακόμη την αξιοπρέπειά της μέσα στον πόνο, γλίστρησε σιγά σιγά και ξάπλωσε στη ρίζα του δέντρου. Οι γυναίκες άφησαν αμέσως το λίχνισμα. Τα χέρια που πριν κρατούσαν τα εργαλεία της δουλειάς τώρα έτρεχαν να βοηθήσουν. Άφησαν πίσω το αλώνι, το στάρι και τον καθημερινό μόχθο. Για λίγο, όλος ο κόσμος σταμάτησε. Γιατί ερχόταν μια νέα ζωή.
    Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου περνούσαν ανάμεσα από το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με χρυσές κηλίδες φωτός το χλωμό, λουσμένο στον κρύο ιδρώτα πρόσωπο της .
    Έφωτιζαν τη μορφή της μητέρας του. Τη γυναίκα εκείνη που λίγες στιγμές πριν κρατούσε ακόμη το ρυθμό της δουλειάς στο αλώνι και τώρα πάλευε με τον μεγαλύτερο πόνο και το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.
    Άρχισαν οι πόνοι.
    Η στιγμή είχε φτάσει.
    Ο πατέρας του, μόλις κατάλαβε πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε γρήγορα για το χωριό, να φέρει τη μαμή που ξεγεννούσε τις γυναίκες όχι μόνο του δικού τους οικισμού, αλλά και των γύρω χωριών. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ανέσεις, ούτε γιατροί κοντά, ούτε δρόμοι εύκολοι. Υπήρχαν μόνο οι πρακτικές μαμές. Γυναίκες με πείρα, με γνώση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, που πολλές φορές έφταναν μέσα στη νύχτα, με κρύο, βροχή ή ζέστη, όπου τις καλούσε η ανάγκη. Και όταν ακόμη κι αυτές δεν προλάβαιναν να φτάσουν, πολλές γυναίκες της υπαίθρου γεννούσαν μόνες τους, βοηθώντας η μία την άλλη με ό,τι μέσα είχαν.Με αγωνία περίμεναν την επιστροφή.
    Και όταν επιτέλους , όλοι μαζί, με μεγάλη προσπάθεια και κόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν την κυρά  στην αυλή του σπιτιού. Εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που είχε δει τους κόπους και τις χαρές τους, θα ερχόταν στον κόσμο ο μικρότερος γιος της οικογένειας.
    Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως έκανε μεγάλη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο. Ήταν ένα από εκείνα τα λακωνικά καλοκαιρινά απογεύματα, όπου ο ήλιος έκαιγε την πέτρα, ο αέρας μύριζε χώμα και στάρι, και μέσα σε αυτή τη σκληρή αλλά ζωντανή φύση γεννιόταν ένα ακόμη παιδί.
    Ο μικρότερος αδελφός του.
    Ήταν Ιούλιος. Στον μικρό οικισμό επικρατούσε ησυχία. Μια βαθιά καλοκαιρινή ησυχία, που μόνο τα τζιτζίκια την έσπαζαν με το ασταμάτητο τραγούδι τους. Το ερωτικό κάλεσμα των αρσενικών, όπως λένε οι άνθρωποι της φύσης, γέμιζε τον τόπο με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του καλοκαιριού, που άλλοτε νανουρίζει κι άλλοτε σχεδόν ξεκουφαίνει. Δίπλα στη μητέρα του είχε σταθεί η γειτόνισσά τους, η κυρά Γιώργαινα η Καραστατήρη. Γυναίκα με πείρα στις γέννες, γνώριζε τα σημάδια, τους πόνους, τις δύσκολες στιγμές. Δίπλα της βοηθούσε και η εξαδέλφη του πατέρα του, η κυρά Καλλιόπη του Σεμπέπου, προσφέροντας κι εκείνη τη δική της συνδρομή. Εκείνα τα χρόνια η γέννα ήταν υπόθεση των γυναικών. Μια γνώση που περνούσε από στόμα σε στόμα, από μάνα σε κόρη, από γενιά σε γενιά.
    Από τον κοντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα έφεραν το εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. Άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν σιωπηλά για την καλή έκβαση του τοκετού. Γιατί η γέννα, όσο φυσική κι αν είναι, παραμένει πάντα μια στιγμή αβεβαιότητας. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφήνει και χώρο στην «εξ ύψους βοήθεια». Στην αυλή του σπιτιού άναψαν τον πέτρινο φούρνο. Έβαλαν τη σιδεριά πάνω στη φωτιά, τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και άρχισαν να ζεσταίνουν νερό.
    Όλα ήταν έτοιμα.
    Το σπίτι, οι γυναίκες, η προσευχή, η φωτιά.
    Κι ολόκληρος ο μικρός οικισμός, σιωπηλός μάρτυρας, περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν στον κόσμο μια νέα ζωή. Η ξαδέλφη τους, η κυρά Καλλιόπη, κατέβηκε στο μπροστινό χαντάκι και διάλεξε μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, με φυσική υφή και λεία επιφάνεια από το πέρασμα του χρόνου. Την έπλυνε προσεκτικά με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι, σαν να ετοίμαζε ένα ιερό μέρος για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Ύστερα πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού, ράντισε την πέτρα και έπλυνε τα χέρια των γυναικών. Ήταν μια πράξη καθαρισμού και φροντίδας, αλλά και μια σιωπηλή προσευχή. Η κυρά Γιώργαινα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
    Η αγωνία την είχε κυριεύσει. Πηγαινοερχόταν νευρικά, έκανε μικρές ασυνείδητες κινήσεις, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει το σώμα της ακίνητο από την ένταση της στιγμής. Μικρά βήματα, μικρά πηδηματάκια από την αγωνία, σαν να ήθελε με την κίνηση να επισπεύσει τον χρόνο. Ήταν «σε αναμμένα κάρβουνα».
    Το μεγάλο της άγχος ήταν ένα:
    Να προλάβουν.
    Να αντέξει η λεχώνα μέχρι να φτάσει η μαμή.
    Γύριζε κάθε τόσο προς τον δρόμο, περιμένοντας να φανεί η γνώριμη μορφή της γυναίκας που τόσες φορές είχε βοηθήσει να έρθουν παιδιά στον κόσμο.
    Κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να δυσκολεύεται, της μιλούσε αυστηρά, όπως μιλούν οι γυναίκες της υπαίθρου όταν η αγάπη τους ντύνεται με αγωνία: «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», της έλεγε.
    Δεν ήταν θυμός.
    Ήταν φόβος.
    Ο φόβος εκείνος που γεννιέται όταν κρατάς στα χέρια σου την ευθύνη μιας ζωής.
    Στο φαρδύ πεζούλι, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον βαθύ ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς, έστρωσαν τη μαντανία. Το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με το μπαμπακερό στημόνι και το μάλλινο υφάδι, στολισμένο με όμορφους γεωμετρικούς σχηματισμούς και υφασμένο διπλής όψεως, απλώθηκε πάνω στην πέτρα και στο χώμα της αυλής σαν ένα μικρό καταφύγιο για τη μεγάλη στιγμή. Επάνω της τοποθέτησαν την καθαρή, πλυμένη πέτρα που είχε ετοιμάσει η κυρά Καλλιόπη. Με προσοχή βοήθησαν τη λεχώνα να καθίσει. Οι γυναίκες γύρω της γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Με τα χέρια τους στήριζαν τη μέση και την κοιλιά της, με λόγια κουράγιου προσπαθούσαν να της δώσουν δύναμη. Ήταν εκεί, γονατιστές δίπλα της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, περιμένοντας τη στιγμή που μια νέα ζωή θα περνούσε από τον κόσμο της μητέρας στον κόσμο όλων.
    Και ύστερα ήρθε εκείνη η στιγμή. Το παιδί έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο. Για μια ανάσα ο χρόνος σταμάτησε. Η αγωνία τόσων ωρών λύθηκε μέσα σε μια κραυγή χαράς.
    Η κυρά Γιώργαινα ανακουφίστηκε. Όμως, σαν να μην μπορούσε να αφήσει αμέσως τον φόβο που την είχε κρατήσει τόση ώρα σφιγμένη, συνέχισε να γκρινιάζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν η μεγάλη συγκίνηση ψάχνει έναν τρόπο να βγει από μέσα τους.
    «Κακούργα, το έβγαλες! Το έβγαλες, κακούργα!» Τα λόγια της ακούγονταν αυστηρά. Μα μέσα στην αγωνία τους έκρυβαν μια απέραντη τρυφερότητα.
    Ήταν τα λόγια μιας γυναίκας που μόλις είχε ξαναδεί τη ζωή να νικά. Δεν άργησε να φανεί στον δρόμο και ο σύζυγός της μαζί με τη μαμή.
    Μα η κυρά είχε ήδη γεννήσει. Το παιδί είχε δει το φως του κόσμου και η πρώτη του κραυγή, εκείνο το γνώριμο «ουά - ουά» του νεογέννητου, γέμισε την αυλή και έφτασε μέχρι τα γύρω σπίτια.
    «Αγόρι!... Αγόρι!» φώναξαν όλες μαζί οι γυναίκες
    «Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό, ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του τη ζωή!»
    Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σχεδόν σαν από θαύμα, είχε γεννηθεί αρτιμελές και ζωηρό το στερνοπαίδι της οικογένειας.
    Ο Ιάσονας. Και αυτό το χρωστούσε η μάνα του στην αγάπη, στην πείρα και στην αμέριστη συμπαράσταση των γυναικών του μικρού οικισμού, που στάθηκαν δίπλα της την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Μια καθαρή, πανέμορφη μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Όχι μια μελωδία από μουσικά όργανα, αλλά από φωνές, χαμόγελα, ευχές και ανακουφισμένες ανάσες. Μια μελωδία ζεστή και πλούσια, γεμάτη τα ζωηρά χρώματα της χαράς, που καθρεφτίζονταν στα πρόσωπα όλων.
    Ήταν όλοι ευτυχισμένοι.
    Όλοι συγκινημένοι.
    Όλοι μοιράζονταν τη χαρά της οικογένειας σαν να ήταν δική τους.
    Και η φύση γύρω τους έμοιαζε να συμμετέχει στη γιορτή. Απέναντι από το χαντάκι, πίσω από την αχυρώνα του γείτονά τους, του μπάρμπα Παναγιώτη, στις αγραπιδιές και στις συκιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν χαρούμενα.Σαν να καλωσόριζαν κι αυτά το νέο μέλος της μικρής κοινωνίας τους.
    Η λεχώνα, μετά τη γέννα, έμεινε στο δωμάτιο μαζί με το μωρό της. Ήταν ένας άγραφος νόμος εκείνων των χρόνων: κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλεί. Η μάνα και το παιδί χρειάζονταν ησυχία, ξεκούραση και προστασία. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα ημέρες. Οι παλιές αντιλήψεις, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες εκείνης της εποχής λειτουργούσαν σαν ένα αόρατο προστατευτικό τείχος γύρω από τη λεχώνα και το νεογέννητο. Φυλαχτά και σύμβολα της βασκανίας συνόδευαν τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού, με την ελπίδα να το προφυλάξουν από κάθε κακό. Ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας, μια σκελίδα σκόρδο, ένα φλουρί, ένα μικρό «μάτι» στο μωρό· όλα αυτά ήταν συνηθισμένα μέχρι το σαράντισμα. Και όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες, η μάνα, κρατώντας μέσα της τη χαρά και την ευγνωμοσύνη για το θησαυρό που της είχε χαρίσει η ζωή, δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας στη Μονεμβασιά.
    Ήταν ταμένος στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα.
    Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η εκκλησία δεν ήταν μόνο ένας τόπος προσευχής. Ήταν ένα ασφαλές λιμάνι, όπου μπορούσε να εμπιστευτεί το παιδί της στις προστατευτικές δυνάμεις της πίστης της.
    Και ύστερα ο χρόνος συνέχισε τον δρόμο του.Το αλώνι σήμερα αποτελεί μνημειακό κατάλοιπο και κομμάτι της παραδοσιακής μνήμης του μικρού οικισμού.
    Μα είναι έρημο.
    Βουβό.
    Δεν ακούγονται πια τα ξεφωνητά του βαλμά, δεν ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων, δεν ανεβαίνει στον αέρα η σκόνη από τα στάχυα και το λίχνισμα.
    Έμεινε μόνο η πέτρα, να θυμάται.
    Η αχρησία και ο χρόνος άρχισαν να φθείρουν το πλακόστρωτο. Σιγά σιγά οι αρμοί ανοίγουν, οι πλάκες αποσαθρώνονται και ίσως κάποτε να μην απομείνουν παρά μόνο λίγα ίχνη, κρυμμένα μέσα στη γη.
    Έτσι αλλάζουν οι καιροί.
    Οι άνθρωποι περνούν.
    Οι φωνές σβήνουν.
    Μα οι τόποι κρατούν μέσα τους τη μνήμη όσων έζησαν επάνω τους.

    Η συνέχεια στο...
    Click to Open
    Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!
    .....

     
    Web Informer Button