ADS

click to open

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Telikos Proorismos "Lamia"

....Λαμία... 
Τις επόμενες ώρες η οικογένεια επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία με προορισμό τη Λαμία. Το τρένο αναχωρούσε από τον Σταθμό Λαρίσης της Αθήνας με τελικό προορισμό το Λειανοκλάδι. Από εκεί συνέχισαν με το τοπικό τρένο ως τη Λαμία. Κουβαλούσαν μαζί τους τα λιγοστά υπάρχοντά τους, μόνο όσα ήταν απολύτως απαραίτητα για το νέο τους ξεκίνημα. Άφηναν πίσω τον τόπο τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι δεν μπορούσε να χωρέσει σε μπόγους και βαλίτσες. Χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποιεί πως οι πιο βαριές αποσκευές εκείνου του ταξιδιού δεν ήταν τα φτωχικά τους πράγματα. Ήταν οι αναμνήσεις τους.
Κουβαλούσαν τις μυρωδιές της γης τους, το θρόισμα των ελαιόδεντρων, το νερό της μικρής λιμνούλας, τις καμπάνες του Αγίου Παντελεήμονα, τις φωνές των παιδικών φίλων, τα μονοπάτια που είχαν περπατήσει ξυπόλυτοι και τα πρόσωπα που αποχαιρέτησαν χωρίς να γνωρίζουν αν θα τα ξανάβλεπαν ποτέ. Αυτές οι αναμνήσεις έγιναν η αθέατη περιουσία τους. Τους συντρόφευαν, τους βάραιναν στις δύσκολες ώρες, μα συγχρόνως τους προστάτευαν, γιατί τους θύμιζαν ποιοι ήταν και από πού ξεκίνησαν. Όπως οι αποσκευές ακολουθούν τον ταξιδιώτη σε κάθε σταθμό, έτσι κι εκείνες ακολούθησαν τη ζωή τους. Δεν ήταν μόνο το παρελθόν τους· ήταν το νήμα που ένωνε την πατρίδα με τη νέα ζωή και διατηρούσε άσβεστη τη συνέχεια της ύπαρξής τους.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα του 1958, όταν έφτασαν στη Λαμία. Η πόλη κοιμόταν, μα για την οικογένειά τους όλα άρχιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι, με τα λιγοστά τους υπάρχοντα στα χέρια και την ψυχή ακόμη δεμένη στον τόπο που είχαν αφήσει πίσω, στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί, σαν να προσπαθούσαν να καταλάβουν πού τελείωνε το χθες και πού άρχιζε το αύριο. Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα γνώριμη σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες της εποχής. Ήταν άνθρωποι της εσωτερικής μετανάστευσης· άνθρωποι που δεν τους έδιωξε ο πόλεμος, αλλά η φτώχεια, η ανέχεια και η ανάγκη να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή. Ο ξεριζωμός δεν πονά λιγότερο όταν γίνεται χωρίς όπλα. Πονά το ίδιο, γιατί αφήνει πίσω σπίτια, χωράφια, πρόσωπα, συνήθειες και ολόκληρο έναν κόσμο που δύσκολα ξαναβρίσκεται. Ταλαιπωρημένοι από την πορεία των τελευταίων ημερών, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις, κουβαλούσαν και μια άλλη, αθέατη κούραση: την ψυχολογική κόπωση της προσαρμογής. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες είχαν εγκαταλείψει τον μικρό τους οικισμό, είχαν αφήσει τη γη που τους έθρεψε, είχαν ταξιδέψει με καΐκι, με πλοίο και με τρένο, για να βρεθούν τώρα σε μια άγνωστη πόλη, όπου τίποτε δεν τους ήταν οικείο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη την αβεβαιότητα υπήρχε και μια μικρή φλόγα ελπίδας.
Η Ιοκάστη κρατούσε τα παιδιά της κοντά της, σαν να ήθελε με την αγκαλιά της να τα προστατέψει από κάθε φόβο. Ο Κλέαρχος, σιωπηλός όπως συνήθιζε, κοίταζε μπροστά. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση και τώρα δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Από εκείνη τη νύχτα και ύστερα, η ζωή τους θα μετριόταν όχι με όσα άφησαν πίσω, αλλά με όσα θα κατάφερναν να χτίσουν από την αρχή.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως εκείνη η άφιξη στη Λαμία δεν ήταν απλώς ένας ακόμη σταθμός του ταξιδιού τους. Ήταν το σύνορο ανάμεσα σε δύο ζωές. Από τη μια βρισκόταν η παιδική του πατρίδα, με τις ξερολιθιές, τα περιβόλια και τις μυρωδιές του θυμαριού. Από την άλλη άρχιζε ένας καινούργιος δρόμος, γεμάτος άγνωστες δοκιμασίες, κόπο, αλλά και ελπίδα.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, όταν έφτασαν στη Λαμία.
Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια καινούργια πραγματικότητα, ίδια μ' εκείνη που γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι αφήνουν τον τόπο τους πίσω, είτε από ανάγκη είτε από ξεριζωμό. Ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες αλλαγές και φορτωμένοι με την ψυχική κόπωση που γεννά η είσοδος σ' έναν άγνωστο κόσμο.
Βρίσκονταν ακόμη στο μεταίχμιο δύο ζωών. Το παρελθόν ήταν τόσο κοντά, ώστε σχεδόν το άγγιζαν, ενώ το μέλλον στεκόταν μπροστά τους αβέβαιο και αχαρτογράφητο. Κι όμως, μέσα τους δεν είχε σβήσει η ελπίδα. Όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που αναζητούν μια δεύτερη αρχή, δεν περίμεναν να αλλάξει από μόνη της η μοίρα τους· ήταν αποφασισμένοι να την αλλάξουν οι ίδιοι με τον μόχθο και την υπομονή τους. Το πρώτο τους μέλημα ήταν να ριζώσουν στον νέο τόπο. Να τον γνωρίσουν, να τον συνηθίσουν, να πάψουν να αισθάνονται ξένοι. Η εξοικείωση με το καινούργιο περιβάλλον ήταν το πρώτο και δυσκολότερο βήμα· πάνω σ' αυτό θα στηριζόταν ολόκληρη η καινούργια τους ζωή.
Έτσι άρχισε η ζωή τους στη Λαμία. Φτωχικά. Με λιτότητα. Με στερήσεις. Με καθημερινό αγώνα για την επιβίωση. Έμειναν αρχικά σε μια φτωχική συνοικία, στα περίχωρα της πόλης, από εκείνες που στερούνταν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις υποδομές. Ξεκίνησαν από το μηδέν, έχοντας λιγοστά υπάρχοντα, μα άφθονη θέληση. Το πρώτο τους σπίτι ήταν ένα μικρό, ταπεινό οίκημα δίπλα σ' ένα ρέμα. Μια απλή ορθογώνια κατασκευή από εμφανή καφετιά τούβλα, με κεραμοσκεπή, δύο μικρές κάμαρες και λιγοστά παράθυρα. Δεν είχε καμιά άνεση, ούτε τίποτε το αξιοζήλευτο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνους τους στενούς τοίχους χώρεσε ολόκληρη η οικογένεια — οι κόποι της, οι στερήσεις της, τα όνειρά της και πάνω απ' όλα η ελπίδα πως, όσο δύσκολο κι αν ήταν το ξεκίνημα, κάποτε θα κατάφερναν να χτίσουν μια ζωή καλύτερη από εκείνη που είχαν αφήσει πίσω.
Η συνοικία βρισκόταν στο Αραπόρεμα, μια φτωχική εργατική γειτονιά στις δυτικές παρυφές της Λαμίας, κάτω από τον λόφο του Αγίου Λουκά, πέρα από τους Μύλους Κρόκου-Μουζέλη. Ήταν μια περιοχή χέρσα, που στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε σιγά σιγά να μεταμορφώνεται σε αστικό συνοικισμό. Εκεί κατέφθαναν άνθρωποι από τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και την έλλειψη προκοπής. Έχτιζαν, όπως μπορούσε ο καθένας, μικρά χαμηλά σπίτια στην ανατολική όχθη του ρέματος και επιχειρούσαν να ριζώσουν από την αρχή, ξεκινώντας μια καινούργια ζωή. Ήταν γειτονιά λαϊκή. Γειτονιά της φτωχολογιάς. Σπίτια χαμηλά, ασβεστωμένες αυλές, μικρά μπακάλικα, καφενεία και ρεμπέτικες μελωδίες που ακούγονταν τα καλοκαιρινά βράδια από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ή από ένα παλιό γραμμόφωνο. Τα απογεύματα οι γιαγιάδες έβγαζαν τις ψάθινες καρεκλίτσες τους στο πεζούλι και περίμεναν τις γειτόνισσες για λίγη κουβέντα και λίγο κουτσομπολιό. Οι άντρες, γυρίζοντας κουρασμένοι από τη δουλειά, ανηφόριζαν προς το καφενείο της γειτονιάς για ένα ουζάκι, έναν ελληνικό καφέ και μια γρήγορη παρτίδα τάβλι, πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ήταν μια φτωχή γειτονιά, μα ανθρώπινη. Εκεί όπου οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι χαρές και οι λύπες μοιράζονταν, κι ένας γείτονας στεκόταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τον άλλον. Εκεί, μέσα στη στέρηση, γεννιόταν μια αλληλεγγύη που δύσκολα συναντά κανείς στις εύπορες συνοικίες. Σ' αυτή τη μικρή γωνιά της Λαμίας θα άρχιζε να γράφεται το νέο κεφάλαιο της ζωής της οικογένειας του Κλέαρχου και της Ιοκάστης· μια ζωή φτωχική, μα γεμάτη αγώνα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Εκεί, σ' αυτή τη συνοικία, μέσα σ' εκείνο το φιλόξενο περιβάλλον της λαϊκής γειτονιάς, ο Αλκιβιάδης έζησε τα τελευταία χρόνια της παιδικής του ηλικίας, κρατώντας μέσα του τις πιο ζεστές αναμνήσεις. Εκεί άνοιξε και το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της εφηβείας του.
Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Υπήρχε η χαρά της καινούργιας αρχής, μα και ο φόβος του αγνώστου, η δυσκολία της προσαρμογής σ' έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που είχε αφήσει πίσω του. Σιγά σιγά, όμως, ανάμεσα σε αληθινούς ανθρώπους, καλούς γείτονες και καθημερινούς αγώνες, άρχισε να ριζώνει στον νέο τόπο. Ταυτόχρονα έζησε τις πρώτες μεγάλες αλλαγές που μεταμόρφωσαν τη ζωή της οικογένειάς τους. Από το λυχνάρι και τις λάμπες πετρελαίου, που φώτιζαν τα βράδια στο χωριό, γνώρισε το ηλεκτρικό ρεύμα, μια αδιανόητη πολυτέλεια για τους περισσότερους χωριανούς της εποχής, που ούτε καν ήξεραν τι σήμαινε. Η πυροστιά, όπου άλλοτε ακουμπούσαν τα μαγειρικά σκεύη πάνω στη φωτιά του τζακιού, άρχισε να γίνεται παρελθόν. Τη θέση της πήραν το γκάζι, οι ξυλόσομπες και, δειλά δειλά, οι πρώτες ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Μαζί τους δεν άλλαζε μόνο ο τρόπος του μαγειρέματος· άλλαζε ολόκληρος ο ρυθμός της καθημερινής ζωής. Η πρόοδος έμπαινε αθόρυβα στο μικρό τους σπίτι, φέρνοντας μαζί της την αίσθηση πως, ύστερα από τόσες στερήσεις, ο κόσμος μπορούσε επιτέλους να γίνει λίγο πιο φωτεινός.Και μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που γνώρισε η ζωή τους ήταν πως το σχολείο βρισκόταν πια λίγα μόλις βήματα από το σπίτι τους. Ο Αλκιβιάδης άφησε πίσω του το μικρό μονοτάξιο σχολείο του ορεινού οικισμού και βρέθηκε σ' ένα κανονικό εξατάξιο δημοτικό. Για πρώτη φορά ένιωσε πως η γνώση δεν ήταν ένα μακρινό όνειρο, αλλά ένας δρόμος ανοιχτός μπροστά του. Μέσα του γεννήθηκε η βεβαιότητα πως, αν πάλευαν όλοι μαζί με επιμονή και αξιοπρέπεια, η ζωή θα τους έδινε την ευκαιρία να προχωρήσουν, να ανοίξουν νέους ορίζοντες και να ξεφύγουν από τη μόνιμη αγωνία και την ανέχεια που τους είχε σημαδέψει στον φτωχικό οικισμό όπου γεννήθηκαν. Κι όμως, όσο μεγάλωναν οι ελπίδες και τα όνειρά του για μια καλύτερη ζωή, τόσο πιο συχνά επέστρεφαν στη μνήμη του οι εικόνες της παιδικής του πατρίδας. Οι πεζούλες, οι ξερολιθιές, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές του θυμαριού και του φασκόμηλου δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούν μέσα του. Οι αναμνήσεις εκείνες είχαν ριζώσει τόσο βαθιά στην ψυχή του, ώστε κάθε φορά που τις ανακαλούσε γίνονταν παρηγοριά, δύναμη και βάλσαμο στις δύσκολες ώρες της ζωής του..
Κατάλαβε από νωρίς πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τόπο, μπορεί να αλλάξει ζωή, μπορεί να αλλάξει ακόμη και μοίρα· δεν αλλάζει όμως ποτέ τις ρίζες του. Εκείνες ταξιδεύουν πάντα μαζί του.
Στα βορειοδυτικά της γειτονιάς απλώνονταν βοσκοτόπια, μεγάλοι χέρσοι λόφοι και μικρά φαράγγια, που του θύμιζαν τον τόπο όπου είχε γεννηθεί. Σε μια ρεματιά υπήρχε και μια τεχνητή λιμνούλα, σχεδόν όμοια με εκείνη των περιβολιών του χωριού του. Της έλειπε μόνο ο αιωνόβιος πλάτανος και οι μοβ περικοκλάδες που αγκάλιαζαν τις όχθες της· στη θέση τους φύτρωναν πυκνοί καλαμιώνες, που θρόιζαν στο παραμικρό φύσημα του αέρα.
Εκεί είχε φτιάξει το δικό του καταφύγιο.
Το έδαφος απλωνόταν γύρω του με απαλούς κυματισμούς, κι όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα, η κάψα του καλοκαιριού έκανε τον αέρα να τρεμοπαίζει. Όταν πλάκωνε η καταχνιά, μια βουβή μουντάδα σκέπαζε τους λόφους, τη χέρσα γη και τον μακρινό ορίζοντα, θυμίζοντάς του τις σιωπηλές μέρες του χωριού. Εκεί ήταν ο μικρός δικός του κόσμος. Τα καλοκαιρινά απογεύματα αποτραβιόταν μόνος, έκλεινε τα μάτια και άφηνε τις αναμνήσεις να τον παρασύρουν πίσω, στα Μπουμπουτσέλια. Ξανάβλεπε το μικρό τους σπίτι ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές, τον Άγιο Παντελεήμονα, το Μεγάλο Ρέμα, τις ξερολιθιές, τις φραγκοσυκιές, τα περιβόλια και τη μικρή λιμνούλα κάτω από τον γέρικο πλάτανο. Όλα ζωντάνευαν μέσα του με τόση καθαρότητα, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
Με τον καιρό κατάλαβε πως η νοσταλγία δεν ήταν αδυναμία· ήταν ένας αόρατος δεσμός που τον κρατούσε ενωμένο με τις ρίζες του. Όσο μεγάλωνε και όσο άνοιγε μπροστά του ο καινούργιος κόσμος της πόλης, τόσο βαθύτερα ρίζωνε μέσα του ο τόπος που άφησε πίσω. Γιατί υπάρχουν πατρίδες που, ακόμη κι όταν τις αποχωρίζεσαι, συνεχίζουν να κατοικούν μέσα σου. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν κουβαλούσε απλώς τις αναμνήσεις του χωριού· κουβαλούσε το ίδιο το χωριό μέσα στην ψυχή του.
Ονειροπολούσε. Με τον καιρό, άρχισε να νοσταλγεί το χωριό του, συνειδητοποιώντας πως οι ρίζες του ήταν τελικά πιο βαθιές απ' όσο νόμιζε. Θυμόταν με έντονη νοσταλγία και μια αίσθηση απώλειας τις ηλιόλουστες πλαγιές στο Μεγάλο Ρέμα κι αναστέναζε. Το Μεγάλο Ρέμα λειτουργούσε μέσα του ως ένας τόπος μνήμης, συνδεδεμένος με την παιδική του ηλικία. Ζωντάνευε όταν του ‘ρχεται η θύμηση του ποτισμένου χώματος με την ιδιαίτερη μυρουδιά της γης που αναστάτωνε το μέσα του λες και συναντούσε κάτι δικό του. Το μεγάλο ρέμα δεν του ήταν  ξένο· Ήταν κομμάτι της ταυτότητας του, κάτι που του έλειπε και το ξανάβρισκε με την έννοια της νοσταλγίας. Ας ήταν μπορετό να κάθιζε, δέκα λεφτά μονάχα, κάτω απ’ το δροσό της αλαφροΐσκιωτης μουριάς στην καλοκαιρινή την κάψα, να νιώθει μια αίσθηση δροσιάς στο πλάτωμα με το μικρό μποστάνι τους πίσω στο Μεγάλο Ρέμα με την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με τα καθάρια νερά, που ξεπρόβαλαν πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τριγύρω πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν το τοπίο με τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια τους, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια του.
Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρός του.
«Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν.»
Εικόνες της εκείνης της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν καθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους, χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, ένα λουρί χωράφι και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες....
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της άδολης πρώτης αγάπης, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και άνεμο-δαρμένοι βράχοι, θεόρατοι με ένα λευκό στις βαθιές ρυτίδες τους που άφησε ο χρόνος στην περιφορά του οργισμένου βοριά. Και πέρα μακριά στο διάφανο σαν ακουαρέλα, μια γραμμή στο χάραγμα, στο βάθος του ορίζοντα εκεί που η θάλασσα τον ουρανό φιλούσε. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλευε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του. Και αυτός, «κουτσούβελο» με κοντό παντελονάκι και γρατζουνισμένα γόνατα τρέχει στις αλάνες και τους δρόμους του χωριού, με σφεντόνα και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα τους. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια. Όλα της φύσης τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους. Κι όταν ο θόρυβος κοπάσει, και ο ήλιος σαν μεστωμένο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη  μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, με πολλά οράματα.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκερη ζωή. Δεν το γνώρισε ολότελα το καημένο του το χωριό, που του γελούσε πάντα στον ύπνο του και στα όνειρα του.
«Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό του τρέχει να φτάσει.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά»......
Νιώθει πως δεν είναι μόνο αυτός που νοσταλγεί τον τόπο. Είναι σαν και ο τόπος να τον περιμένει. Σαν να έμεινε εκεί ένα κομμάτι του παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ.  Όπως το αισθάνεται, δεν είναι απλώς « η ανάμνηση χωριού του». Είναι ολόκληρη η ιδέα της ξενιτιάς! Ο μικρός Αλκιβιαδης που φεύγει από έναν τόπο, αλλά ο τόπος δεν φεύγει ποτέ από τον Αλκιβιάδη.  Δεν ταξίδεψε μόνο από τα Μπουμπουτσέλια στον Πειραιά, στη Λαμία και στον κόσμο. Ταξίδεψε έχοντας πάντα μέσα του εκείνο το παιδί με το κοντό παντελονάκι που έτρεχε στις αλάνες, κάτω από τον ήλιο, δίπλα στο νερό της μικρής λιμνούλας.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Μαθητής στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας!
.....

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Afixis Sto Limani Tou Pirea

.....Άφιξη στον Πειραιά.
Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει. Ήταν Ιούλιος, τότε που ο ήλιος ανατέλλει πολύ νωρίς, κι ακόμη πριν φανεί ολόκληρος πάνω από τον ορίζοντα, οι πρώτες απαλές ακτίνες του άρχισαν να χρυσώνουν τις κορυφές του Υμηττού. Η νύχτα υποχωρούσε αργά, σαν να μην ήθελε ακόμη να παραδώσει τη θέση της στη μέρα. Ο ουρανός άλλαζε χρώματα κάθε στιγμή· από το βαθύ γαλάζιο περνούσε στο λιλά, ύστερα στο ρόδινο και τέλος στο χρυσαφένιο. Η θάλασσα του Σαρωνικού, ήρεμη σαν γυαλί, κρατούσε επάνω της όλες αυτές τις αποχρώσεις και τις επέστρεφε στον ουρανό, σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους.
Το μεγάλο ποστάλι είχε ήδη αφήσει πίσω του το ανοιχτό πέλαγος και, με σταθερή πορεία, έμπαινε αργά στον κόλπο του Πειραιά. Γύρω τους άρχισαν να πληθαίνουν τα καΐκια, οι ψαρόβαρκες και τα μικρά φορτηγά πλεούμενα που ξυπνούσαν μαζί με το λιμάνι. Από μακριά ξεχώριζαν οι πρώτοι γερανοί, οι καμινάδες των εργοστασίων και οι αμέτρητοι ιστοί των πλοίων που υψώνονταν σαν δάσος από κατάρτια. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή. Τα μάτια του δεν προλάβαιναν να χωρέσουν όσα αντίκριζαν. Δεν είχε ξαναδεί τόσα πολλά καράβια συγκεντρωμένα στον ίδιο τόπο. Άλλα έμπαιναν στο λιμάνι, άλλα έβγαιναν για το μεγάλο ταξίδι, άλλα περίμεναν αγκυροβολημένα τη σειρά τους. Σφυρίγματα ατμόπλοιων, φωνές ναυτικών, ήχοι από μηχανές και αλυσίδες άγκυρας έσμιγαν σ' έναν πρωτόγνωρο κόσμο που έμοιαζε να ζει και να ανασαίνει στον ρυθμό της θάλασσας.
Το πλοίο έκοψε ταχύτητα. Οι μηχανές δούλεψαν πιο ήρεμα και το σκαρί άρχισε να γλιστρά σχεδόν αθόρυβα μέσα στον μεγάλο λιμένα. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τότε πως το ταξίδι από το μικρό τους χωριό είχε πραγματικά τελειώσει. Μπροστά του απλωνόταν ένας άλλος κόσμος, αχανής, άγνωστος, γεμάτος θόρυβο, ανθρώπους και υποσχέσεις. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη τη μεγάλη πολιτεία, στην καρδιά του εξακολουθούσαν να ακούγονται καθαρά το θρόισμα των ελιών στο Μεγάλο Ρέμα, το κουδούνισμα της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα, το κελάηδισμα των πουλιών πάνω από τα Μπουμπουτσέλια και η φωνή της μάνας του, που του έλεγε κάθε φορά που φοβόταν: «Μη φοβάσαι... Προχώρα. Ο Θεός είναι μπροστά μας.» Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει. 
Η  υπόλοιπη οικογένεια είχε κουρνιάσει στις στενές κουκέτες του πλοίου, προσπαθώντας να βολευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Ύστερα από το πρώτο τους θαλασσινό ταξίδι, ο ύπνος είχε έρθει βαρύς και βαθύς. Κάποια στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος γλίστρησε αθόρυβα έξω από το ακομοδέσιο. Πέρασε την εξωτερική πόρτα και στάθηκε στο κατάστρωμα, εκεί όπου τον υποδέχτηκε η δροσερή ανάσα της θάλασσας. Το σκοτάδι υποχωρούσε αργά. Το φως άπλωνε τις πρώτες του λωρίδες στον ορίζοντα, καθαρίζοντας σιγά σιγά τα πάντα γύρω του. Οι αποβάθρες, τα μεγάλα πλοία, οι γερανοί, οι αποθήκες και τα αμέτρητα κτίρια της προκυμαίας άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στο πρωινό φως που δυνάμωνε ολοένα. Τα ηλεκτρικά φώτα παρέμεναν ακόμη αναμμένα. Ψηλά στις στέγες των κτιρίων, οι πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές και οι διαφημίσεις έλαμπαν μέσα στην αυγή, σαν να δίσταζαν να παραδώσουν τη θέση τους στον ήλιο. Για τον μικρό Τηλέμαχο ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Τα μάτια του άνοιγαν διάπλατα. Όλα του φαίνονταν ατέλειωτα: τα καράβια, οι γερανοί, οι καπνοδόχοι, οι σειρές από σπίτια, οι καπνοί που υψώνονταν στον ουρανό. Ένας καινούργιος κόσμος απλωνόταν μπροστά του, τόσο διαφορετικός από τα ήσυχα Μπουμπουτσέλια και τα στενά μονοπάτια του τόπου όπου είχε γεννηθεί.
Ο μικρός αδελφός του στάθηκε ξαφνικά ακίνητος, σαν να τον κάρφωσε στη θέση του η εικόνα που άνοιγε μπροστά του. Αποσβολωμένος, με το στόμα μισάνοιχτο και τα μάτια ορθάνοιχτα, κοιτούσε τη στεριά χωρίς να μιλά. Στο πρόσωπό του διαγράφονταν μαζί η απορία, ο φόβος και το δέος του παιδιού που αντικρίζει έναν κόσμο ασύλληπτα μεγαλύτερο από εκείνον που γνώριζε ως τότε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον Πειραιά, προσπαθώντας να χωρέσει μέσα στον μικρό του νου όσα αντίκριζαν τα μάτια του. Οι αποβάθρες, οι γερανοί, οι καμινάδες των πλοίων, οι αμέτρητες πολυκατοικίες, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα, όλα ενώνονταν σ' ένα πολύβουο, αχανές τοπίο που δεν έμοιαζε με τίποτε απ' όσα είχε ζήσει μέχρι τότε. Οι αισθήσεις του ρουφούσαν λαίμαργα κάθε εικόνα.  Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να κινείται αδιάκοπα, σαν ένας ζωντανός οργανισμός που δεν κοιμόταν ποτέ. Ο Τηλέμαχος δεν έλεγε λέξη. Μόνο κοιτούσε. Και μέσα στα μεγάλα του μάτια καθρεφτιζόταν ο καινούργιος κόσμος που μόλις άνοιγε μπροστά του.
Οι λέξεις κύλησαν αβίαστα από τα χείλη του, σαν να ξεπηδούσαν μόνες τους από την ψυχή του, γεμάτες θαυμασμό και παιδική αθωότητα.
«Μαμά! Μαμά, έλα... έλα να δεις! Πω-πω!... Κοίτα σπίτια! Κοίτα πλοία!... Κοίτα, κοίτα, μαμά!... Να... να και αυτοκίνητα!»
Πώς να περιγράψει κανείς όσα ένιωθε εκείνη τη στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος; Μέσα σε λίγες ώρες είχε βρεθεί από τον μικρό, απομονωμένο οικισμό τους σ' έναν κόσμο που έμοιαζε ατέλειωτος. Τα μάτια του δεν ήξεραν πού να σταθούν. Ως χθες γνώριζαν το γαλάζιο του ουρανού, τις πλαγιές του τόπου τους, τα χωράφια, τις ελιές, τη σιωπή του χωριού και τους αργούς ρυθμούς της ζωής. Τώρα αντίκριζαν μιαν άλλη πολιτεία. Ένα λιμάνι γεμάτο κίνηση, θορύβους, καπνούς, σειρήνες, ανθρώπους που έτρεχαν βιαστικοί προς κάθε κατεύθυνση. Η καρδιά του αναζητούσε ακόμη την ασφάλεια του χωριού, μα το βλέμμα του μαγευόταν από το πρωτόγνωρο θέαμα. Ο Πειραιάς έμοιαζε με ζωντανό πλάσμα· ένα πελώριο θηρίο που ανέπνεε αδιάκοπα. Μηχανές βούιζαν, βαπόρια έδεναν και λύνονταν από τις προβλήτες, γερανοί υψώνονταν στον ουρανό, καΐκια πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μεγάλα πλοία, ενώ η παραλία, λουσμένη στο πρωινό φως, έσφυζε από ζωή. Κι εκείνος στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή, τόσο μικρός μπροστά σ' αυτή την απέραντη πολιτεία, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Δεν μιλούσε πια. Μονάχα κοιτούσε. Κι όσο περισσότερο κοιτούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του η απορία, το δέος και η λαχτάρα να γνωρίσει τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά του.
Καθώς η ώρα περνούσε, το φως του ήλιου πλημμύριζε τα πάντα. Ο ουρανός φόρεσε το βαθύ, εκτυφλωτικό γαλάζιο του καλοκαιριού, κι οι αχτίνες του φώτιζαν αλύπητα κάθε γωνιά της μεγάλης πολιτείας, σαν να μην άφηναν τίποτε κρυφό μέσα στον καινούργιο κόσμο που απλωνόταν μπροστά στα φτωχά, ανήξερα χωριατόπουλα. Η Ιοκάστη έμεινε για λίγο ακίνητη. Η πρώτη της ματιά στον Πειραιά ήταν γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και μια ανεπαίσθητη δυσπιστία. Για μια στιγμή νόμισε πως τα μάτια της την γελούσαν. Ήταν αδύνατον να χωρέσει ο νους της μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο, τα τραμ και τα αυτοκίνητα περνούσαν αδιάκοπα, οι καπνοδόχοι υψώνονταν στον ουρανό, τα πλοία γέμιζαν το λιμάνι και οι φωνές των ανθρώπων ανακατεύονταν με τα σφυρίγματα και τον βόμβο των μηχανών. Σιγά σιγά συνήλθε από την πρώτη έκπληξη. Γύρισε το βλέμμα της προς τον μικρό Τηλέμαχο. Χωρίς να πει λέξη, πήρε τα μικρά του χέρια μέσα στα δικά της, του χαμογέλασε και τον τράβηξε απαλά στην αγκαλιά της. Ο μικρός κούρνιασε επάνω της χωρίς αντίσταση. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και ένιωσε πως όλος εκείνος ο άγνωστος κόσμος, όσο μεγάλος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να τον φοβίσει όσο υπήρχε εκείνη. Η αγκαλιά της ήταν γι' αυτόν ό,τι είναι η στεριά για τον ναυτικό ύστερα από μεγάλη φουρτούνα· ένα απάνεμο λιμάνι, όπου η καρδιά γαληνεύει και η ανάσα ξαναβρίσκει τον φυσικό της ρυθμό. Το χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο της μητέρας τους θύμισε στον Αλκιβιάδη τα μικρά κυματάκια που σβήνουν απαλά στην αμμουδιά όταν το πέλαγος γαληνεύει. Ήταν ένα χαμόγελο ήρεμο, τρυφερό, γεμάτο καλοσύνη. Έτσι τη θυμόταν πάντα.
Η μάνα τους ήταν το απάνεμο λιμάνι της οικογένειας. Σ' εκείνη ακουμπούσαν κάθε ελπίδα, κάθε βάσανο, κάθε χαρά και κάθε καημό τους. Ήταν σαν τριαντάφυλλο που μοσχοβολούσε γλυκά, χωρίς ποτέ να ζητά τίποτε για τον εαυτό του. Πάντα στεκόταν δίπλα τους αθόρυβα και διακριτικά, με μια αγάπη ακούραστη, γεμάτη έγνοια, φροντίδα, δύναμη και προσμονή. Ήταν η γλυκιά τους, η τρανή τους μάνα. Τώρα στεκόταν σιωπηλή και αγνάντευε τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά τους. Αναρωτιόταν αν αυτό το μεγάλο ταξίδι θα γινόταν η αρχή μιας καλύτερης ζωής. Ήθελε να πιστέψει πως μια καινούργια αυγή είχε ξημερώσει για την οικογένειά της· πως τα παιδιά της θα κατάφερναν να πραγματοποιήσουν όσα εκείνη είχε ονειρευτεί στα νιάτα της και δεν της χάρισε η ζωή. Κι όμως, πίσω από την ελπίδα, η αμφιβολία δεν έπαυε να τη συντροφεύει. Άραγε είχαν πάρει τη σωστή απόφαση εγκαταλείποντας τον τόπο τους; Άξιζε να αφήσουν πίσω τους το χώμα που τους γέννησε, για να κυνηγήσουν μια καλύτερη μοίρα; Τι τους περίμενε στην άγνωστη πολιτεία; Θα έβρισκαν δουλειά; Θα ρίζωναν; Θα δικαιώνονταν οι κόποι και οι θυσίες τους;
Ένα ατέλειωτο πλήθος από «κι αν...», «ίσως...» και «μακάρι...» περνούσε από το μυαλό της. Προσπαθούσε να βάλει τάξη στις σκέψεις της, μα εκείνες σκορπούσαν σαν τα κύματα που τα παρασέρνει ο άνεμος. Έμεινε για λίγο με τα μάτια μισόκλειστα, αφήνοντας τη φαντασία της να ταξιδεύει πιο μακριά κι από το ίδιο το πλοίο.
Τόσο πολύ είχε βυθιστεί στις σκέψεις της, ώστε δεν κατάλαβε πότε οι μηχανές σώπασαν, πότε έπεσαν οι κάβοι στην προβλήτα και πότε άρχισε η αποβίβαση των επιβατών. Μόνο όταν άκουσε τις φωνές των ναυτών και το βιαστικό βήμα του κόσμου επάνω στο κατάστρωμα γύρισε στην πραγματικότητα. Το ταξίδι είχε τελειώσει. Ένα άλλο, πολύ μεγαλύτερο, μόλις άρχιζε.
..........Στην αυγή της εφηβείας του, ο Αλκιβιάδης άρχισε να περιδιαβαίνει τον αθέατο κόσμο της μνήμης του. Εκεί ανακάλυπτε τοπία ανέγγιχτα από τον χρόνο, ξαναδιάβαζε, σαν σε παλιό τετράδιο, ιστορίες που είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα του και ένιωθε πως όλα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη θέση τους, δεμένα μεταξύ τους με μια παράξενη, γαλήνια αρμονία.
Κι όμως, ανάμεσα σ' αυτές τις καθαρές εικόνες υπήρχε μια γκρίζα κηλίδα. Μια ομίχλη βαθιά σκέπαζε το πρώτο εκείνο θαλασσινό ταξίδι, το καράβι που τους είχε μεταφέρει από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά. Όσο κι αν προσπαθούσε να ανασύρει τη μορφή του από τη μνήμη του, εκείνη έμενε θαμπή, σαν να την είχε σβήσει ο χρόνος με το αλάτι της θάλασσας. Λίγα χρόνια αργότερα, έφηβος πια, έκανε δύο ή τρία καλοκαιρινά ταξίδια στην ίδια διαδρομή. Τότε η θάλασσα άρχισε να του αποκαλύπτει τα μυστικά της. Τα ταξίδια εκείνα ήταν μαγευτικά. Το πλοίο παρέπλεε αδιάκοπα τις ακτές της ανατολικής Πελοποννήσου, εκεί όπου οι νότιες απολήξεις του Πάρνωνα κατεβαίνουν ως το Μυρτώο Πέλαγος και τα αρώματα του βουνού σμίγουν με τη θαλασσινή αύρα. Οι βραχώδεις ακτές, οι μικροί όρμοι, τα ακρωτήρια και οι ερημικές παραλίες περνούσαν μπροστά στα μάτια του σαν μια αργόσυρτη ζωγραφική παράσταση, που άλλαζε διαρκώς χωρίς ποτέ να χάνει τη γοητεία της. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννήθηκε μέσα του ο μεγάλος έρωτας για τη θάλασσα. Η άγρια ομορφιά αυτής της γωνιάς της Λακωνίας δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του. Η ορεινή περιοχή του Ζάρακα, με τα πέντε χωριά της, απλώνεται ανάμεσα στα βουνά και στο Μυρτώο Πέλαγος, εκεί όπου η πέτρα και η θάλασσα μοιάζουν να συνομιλούν αιώνες τώρα. Πιο αγαπημένο του απ' όλα ήταν το παράκτιο Κυπαρίσσι. Με φυσιογνωμία στεριανή και νησιώτικη μαζί, χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω στις πλαγιές, αγναντεύει την ανατολή του ήλιου, ενώ το δειλινό βυθίζεται νωρίς στη σκιά των κορυφών του Ζάρακα, που κρύβουν τις τελευταίες αχτίνες της δύσης. Από τη θάλασσα το χωριό μοιάζει να κάθεται πάνω σ' έναν πέτρινο θρόνο, στραμμένο αγέρωχα προς το Μυρτώο Πέλαγος. Θυμόταν ακόμη τον Γέρακα. Έναν από τους πιο ξεχωριστούς τόπους της Λακωνίας. Το μικρό λιμάνι ξεπροβάλλει ξαφνικά μέσα από έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, προστατευμένο από απόκρημνες πλαγιές. Ένα σπάνιο ελληνικό φιόρδ αποκαλύπτεται μπροστά στον ταξιδιώτη, τόσο αρμονικό ώστε  χρόνια αργότερα έμαθε πως ο Παυσανίας είχε αποκαλέσει τον Γέρακα «ευλίμενον χωρίον». Τότε όμως, παιδί ακόμη, ήξερε μόνο πως έβλεπε έναν τόπο που έμοιαζε βγαλμένος από παραμύθι.. Κάθε πέρασμα από αυτά τα νερά του αποκάλυπτε και μια καινούργια όψη του τόπου. Οι απότομοι βράχοι, οι πτυχώσεις του εδάφους, οι βαθιοί όρμοι και οι γυμνές πλαγιές μαρτυρούσαν πως η φύση είχε εργαστεί αργά και υπομονετικά επί αμέτρητους αιώνες, χαρίζοντας στον Ζάρακα ένα τοπίο μοναδικό, όπου η γεωλογική ιστορία διαβάζεται ακόμη επάνω στην πέτρα..
Η γαλήνη του τοπίου και η λιτή ομορφιά του οικισμού συνέθεταν ένα σκηνικό που δύσκολα ξεχνούσε κανείς. Ο ακύμαντος κόλπος του Γέρακα, ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, ετοιμαζόταν να υποδεχθεί το σούρουπο. Το πλοίο έμπαινε αργά με την πλώρη στον στενό όρμο και φουντάριζε αρόδο, πολύ κοντά στα βράχια και στα αβαθή. Η αποβίβαση των επιβατών και των εμπορευμάτων γινόταν με καΐκια, που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα από το πλοίο στη στεριά. Κι όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης, το πλοίο έβγαινε με ανάποδα, γιατί μέσα στον στενό όρμο δεν υπήρχε χώρος για να στρέψει. Λίγο αργότερα, καθώς το καράβι ξανάβγαινε στο ανοιχτό Μυρτώο Πέλαγος, πρόβαλλε στον ορίζοντα ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία, το «πέτρινο καράβι» του Ρίτσου, στεκόταν ακίνητη ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα, σαν να ταξίδευε αιώνες τώρα χωρίς ποτέ να σαλπάρει. Δεν υπήρχε πέρασμα από το Μυρτώο που να μην του τραβήξει το βλέμμα. Ιδιαίτερα την ώρα που ο ήλιος βασίλευε πίσω από τις κορυφογραμμές της Λακωνίας και το κάστρο άναβε με χρώματα χρυσοκόκκινα και πορφυρά. Τότε η πέτρα ζωντάνευε, η θάλασσα γινόταν καθρέφτης του ουρανού και ολόκληρο το τοπίο αποκτούσε εκείνη τη σιωπηλή μεγαλοπρέπεια που μόνο η φύση μπορεί να χαρίσει.
.........................Ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης νιώθει μια βαθιά, σχεδόν ανεξήγητη βεβαιότητα πως ολόκληρο εκείνο το ταξίδι της μετανάστευσης το έζησε ακουμπισμένος στις κουπαστές του θρυλικού επιβατηγού της ελληνικής ακτοπλοΐας, της «Μυρτιδιώτισσας».
Δεν γνωρίζει αν η μνήμη του διατηρεί πιστά την αλήθεια ή αν, με το πέρασμα των χρόνων, ενώθηκαν μέσα της διαφορετικά ταξίδια. Εκείνο όμως που δεν έσβησε ποτέ είναι η μορφή του πλοίου. Η σιλουέτα του έμεινε χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη χιλιάδων ταξιδιωτών.
Η «Μυρτιδιώτισσα» υπήρξε το καράβι της άγονης γραμμής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, εμπορεύματα, χαρές και λύπες, ελπίδες και αποχωρισμούς. Για τους κατοίκους των νοτιοανατολικών ακτών της Πελοποννήσου και των Κυθήρων δεν ήταν απλώς ένα πλοίο· ήταν ο σύνδεσμος τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν φοβήθηκε τις φουρτούνες του Κάβο Μαλέα, γιατί οι ναυτικοί συνήθιζαν να λένε πως στο τιμόνι της στεκόταν η ίδια η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα.
Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί στη Σκωτία το 1929 με το όνομα Lochness, για την παραδοσιακή ακτοπλοϊκή εταιρεία MacBrayne. Στην Ελλάδα ήρθε το 1958 από τον Σ. Μπιλίνη και έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στη λεγόμενη «μαύρη γραμμή» — Πειραιάς, ανατολικά παράλια Πελοποννήσου και Κύθηρα — υπηρετώντας την ελληνική ακτοπλοΐα έως το 1973, όταν οδηγήθηκε για διάλυση στο Πέραμα.
Αν πράγματι ήταν εκείνο το πλοίο που μετέφερε τότε τη μικρή οικογένεια από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά, τότε δεν τους ταξίδεψε μόνο σ' ένα άλλο λιμάνι. Τους πέρασε από μια ζωή σε μιαν άλλη.
Η διαφημιστική αφίσα της εποχής ξεκινούσε με υπερηφάνεια την ανακοίνωσή της για το «νεοαγορασθέν πολυτελέστατον ατμόπλοιον Μυρτιδιώτισσα», παρουσιάζοντας τα τεχνικά του χαρακτηριστικά, τους άνετους χώρους και τη διαρρύθμιση των ενδιαίτημάτων του, πριν δημοσιεύσει το πρόγραμμα των δρομολογίων του.
Έλεγαν πως το πεπρωμένο του ήταν να ταξιδεύει σε θαλασσινούς δρόμους ξεχωριστούς. Από τα ανεμοδαρμένα νησιά των Εβρίδων, όπου πρωτογνώρισε τη θάλασσα ως Lochness, βρέθηκε να αρμενίζει στις κακοτράχαλες ακτές της Λακωνίας. Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ πέρασε στους κλειστούς όρμους του Κυπαρισσιού, του Γέρακα, του Πόρτο Κάγιο και του Σολοτερίου, εκεί όπου οι απόκρημνες ακτές και τα μικρά λιμάνια περίμεναν υπομονετικά το εβδομαδιαίο πέρασμά του.
Το καλοκαίρι του 1958 η Μυρτιδιώτισσα πραγματοποίησε το παρθενικό της δρομολόγιο στην άγονη γραμμή της ανατολικής Πελοποννήσου. Για τους κατοίκους των απομονωμένων αυτών τόπων δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πλοίο. Ήταν ο σύνδεσμος τους με τον έξω κόσμο· μια όαση επικοινωνίας, ελπίδας και ζωής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, προμήθειες, γράμματα, όνειρα, αποχωρισμούς και επιστροφές. Κουβαλούσε στις κουβέρτες του ανθρώπους περήφανους, σμιλεμένους από τον άνεμο, την πέτρα και τη θάλασσα. Κι αν η μνήμη δεν τον απατούσε, ήταν πάνω σ' αυτό το καράβι που ξεκίνησε και η δική τους οικογένεια το μεγάλο ταξίδι του ξενιτεμού. Ένα ταξίδι που δεν θα τους οδηγούσε μόνο στον Πειραιά, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
«Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ στις σφηκοφωλιές των όρμων της Λακωνίας· στο Κυπαρίσσι, στον Γέρακα, στο Πόρτο Κάγιο, στο Σολοτέρι. Μικροί, στενοί και δύσκολοι όρμοι, που μόνο έμπειροι καπετάνιοι πλησίαζαν με σιγουριά.»

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τελικός Προορισμός Λαμία!
.....

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Tria Kofta Ki Ena Paratetameno Sfirigma Toy Apoxeretismou

..... Το απομεσήμερο έφτασαν στη Μονεμβασιά. Λίγα μόλις μέτρα μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα, με τις γαλαζοπράσινες αποχρώσεις της να λαμπυρίζουν κάτω από το φως του δειλινού. Στα δεξιά, πάνω από τη Φοινίκη, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βυθιστεί στα νερά του Λακωνικού κόλπου, σκορπίζοντας στον ουρανό πορφυρές και χρυσοκόκκινες ανταύγειες. Μπροστά τους ορθώνονταν τα μεσαιωνικά τείχη της Μονεμβασιάς. Πίσω τους, σαν να φύλαγαν ένα πολύτιμο μυστικό αιώνων, κρυβόταν η καστροπολιτεία με τα πέτρινα σπίτια, τα στενά καλντερίμια, τα αρχοντικά και τις βυζαντινές εκκλησίες της.
Ο πελώριος Βράχος υψωνόταν αγέρωχος πάνω από τη θάλασσα. Η άγρια πέτρα συνομιλούσε με το απέραντο γαλάζιο, κι έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει εκεί, αφήνοντας ανέγγιχτη την ανάσα των περασμένων αιώνων. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε και κοίταζε μαγεμένος. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αντικρίσει τη θάλασσα τόσο κοντά. Τόσο μεγάλη. Τόσο απέραντη. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, στεκόταν μπροστά στο πρώτο μεγάλο θαλασσινό κατώφλι της ζωής του. Ήταν κοντά στο ηλιοβασίλεμα, στα τέλη του Ιούλη, και η ζέστη ήταν διαβολεμένη. Εκεί όμως, στην ακροθαλασσιά, όπου άρχιζε η τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού, το δροσερό θαλασσινό αγέρι δρόσιζε τον τόπο και κρατούσε τη θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς περίμεναν να επιβιβαστούν στο μικρό επιβατικό καΐκι που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι. Εκείνο στεκόταν φουνταρισμένο αρόδο, στον ανοιχτό κόρφο του λιμανιού, και φάνταζε στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη σαν ένα πελώριο ασπρόμαυρο κάστρο. Πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, λικνιζόταν απαλά πάνω στη θάλασσα, που ήταν γεμάτη μικρές ρυτίδες από το απογευματινό αεράκι.
Κατάμαυρο ήταν το σκαρί του. Ολόλευκη η γέφυρα. Και στην πλώρη, γραμμένο με λευκή λαδομπογιά, ξεχώριζε το όνομά του μαζί με το νηολόγιο του.
Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλο πλοίο. Του φαινόταν πως δεν ήταν φτιαγμένο από σίδερο, αλλά από όνειρα. Σαν να είχε έρθει από κάποιον άλλον κόσμο για να παραλάβει ανθρώπους και ζωές και να τους μεταφέρει σε μια καινούργια μοίρα. Στο άκρο της τσιμεντένιας προβλήτας της μικρής μαρίνας του λιμανιού είχε πλαγιοδετήσει η «Αρτεμισία», ένα παραδοσιακό ξύλινο επιβατικό καΐκι, καλοδιατηρημένο και καλοτάξιδο, που μόλις είχε βγει από τον ταρσανά του Γυθείου, ολόφρεσκο βαμμένο. Ήταν γερό σκαρί, φροντισμένο με μεράκι, με ξύλινα καθίσματα για τους επιβάτες και όλα όσα χρειάζονταν για τα σύντομα θαλασσινά περάσματα. Τα πλευρά του, φρεσκοβαμμένα, λουστραρισμένα και κατάλευκα, λαμποκοπούσαν κάτω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, ενώ το ξύλο μοσχοβολούσε ακόμη μπογιά και θάλασσα. Ο καπετάνιος, ήρεμος και ατάραχος μέσα στο απογευματινό μελτέμι, καλωσόριζε τους επιβάτες και τους καθοδηγούσε, έναν-έναν, να πάρουν με ασφάλεια τις θέσεις τους. Οι κινήσεις του είχαν εκείνη τη σιγουριά που αποκτά μόνο όποιος έχει περάσει τη ζωή του πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν λίγο πριν ο ήλιος βουλιάξει στα νερά του Λακωνικού κόλπου και χαθεί πίσω από τον ορίζοντα, όταν ο καπετάνιος του καϊκιού, με την ήρεμη και σίγουρη φωνή του, έγνεψε στον άνθρωπο της προβλήτας. Εκείνος έλυσε τους κάβους. Ο καπετάνιος έβαλε εμπρός τη μηχανή και κράτησε σταθερά την τιμονιέρα στα χέρια του. Η Αρτεμισία ανασηκώθηκε ελαφρά και λικνίστηκε, καθώς έβαλε όπισθεν για να απομακρυνθεί από την προβλήτα. Με μια επιδέξια μανούβρα έστρεψε την πλώρη προς τα ανατολικά και πήρε πορεία για το μεγάλο καράβι που περίμενε φουνταρισμένο στ’ ανοιχτά. Θα μπορούσε να οδηγήσει το καΐκι ακόμη και με κλειστά μάτια. Είχε κάνει αυτό το πέρασμα αμέτρητες φορές, τόσες ώστε είχε πάψει να τις μετρά. Κι όμως, ποτέ δεν του έγινε συνήθεια. Κάθε απόπλους είχε τη δική του ψυχή, το δικό του χρώμα, τη δική του ανάσα. Κρατώντας το τιμόνι, ένιωθε πάντοτε την ίδια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας που του χάριζαν η θάλασσα και ο ανοιχτός ουρανός. Και καθώς το καΐκι γλιστρούσε πάνω στο νερό, αφουγκραζόταν τον γνώριμο, καθησυχαστικό βόμβο της μηχανής, σαν να άκουγε έναν παλιό φίλο να του μιλά.
Η «Αρτεμισία» ταρακουνήθηκε ελαφρά καθώς άφηνε την προβλήτα του μικρού λιμανιού και γλιστρούσε προς τα βαθιά νερά.Ο καιρός ήταν μαλακός, καλοκαιρινός, με έναν ήπιο πουνέντε να χαϊδεύει τη θάλασσα. Μα εκεί, κοντά στην προβλήτα, το καΐκι άρχισε να μποτζάρει από τ’ αντιμάμαλο, που γεννιόταν καθώς το κύμα χτυπούσε στο τσιμέντο και γύριζε πίσω αφρισμένο. Ο καπετάνιος κρατούσε σταθερά το τιμόνι. Με μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις έφερνε την «Αρτεμισία» πότε δεξιά και πότε αριστερά, σχεδιάζοντας οχτάρια πάνω στο νερό ώσπου να βγει από τα ανακατεμένα απόνερα και να πατήσει την ήρεμη θάλασσα. Σαν να μην υπήρχε η παραμικρή δυσκολία, σιγοτραγουδούσε κιόλας. Το απαλό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους. Ήταν ζεστό, παρόλο που το σούρουπο είχε κιόλας αρχίσει ν' απλώνεται. Λευκά, ακίνδυνα σύννεφα σκόρπιζαν εδώ κι εκεί στον ορίζοντα, ενώ τα νερά που έσκιζε η «Αρτεμισία» ήταν καταγάλανα και γαλήνια. Όταν η «Αρτεμισία» έβαλε πλώρη για τ’ ανοιχτό πέλαγος και άρχισε ν' απομακρύνεται από την ακτή, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως μαζί με το καΐκι απομακρυνόταν κι ένα κομμάτι από την ίδια του τη ζωή. Πίσω του έμενε ο μικρός, φτωχός οικισμός τους. Έμενε το πετρόκτιστο, ασβεστωμένο σχολείο στα Κουλέντια. Έμενε η μικρή καταπράσινη λιμνούλα στου Μεϊμέτ Αγά, με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που πότιζε τα περιβόλια του οικισμού. Έμεναν οι ελιές, οι ξερολιθιές, τα μονοπάτια, οι άνθρωποι του.
Δεν ήξερε αν θα τα ξανάβλεπε ποτέ.
Κι αυτή η σκέψη, χωρίς ακόμη να μπορεί να τη διατυπώσει με λόγια, βάρυνε την παιδική του καρδιά περισσότερο κι από τη σιωπή της θάλασσας. Πριν γνωρίσει την απεραντοσύνη της θάλασσας, ο Αλκιβιάδης είχε γνωρίσει τη μικρή τεχνητή λιμνούλα στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου, αιωνόβιου πλατάνου. Ένα πυκνό στεφάνι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ανθοφόρους θάμνους αγκάλιαζε τη μικρή ασημένια λίμνη με τα κρυστάλλινα νερά της. Ξεπρόβαλε γαλήνια πίσω από τον πελώριο πλάτανο, στο τέλος μιας διχάλας του μονοπατιού που φιδόσερνε ανάμεσα στα περιβόλια.
Στην ήρεμη επιφάνειά της επέπλεαν υδρόβια φυτά, ενώ γύρω της άνθιζαν πολύχρωμα αγριολούλουδα, συνθέτοντας μια πανδαισία χρωμάτων. Ο αέρας ήταν πλημμυρισμένος από χιλιάδες ευωδιές· θυμάρι, δυόσμο, άγρια μέντα, ανθισμένους θάμνους και νοτισμένο χώμα. Ανέπνεες βαθιά και νόμιζες πως η ίδια η φύση γέμιζε τα πνευμόνια σου με τη μυρωδιά της ζωής. Εκεί γνώρισε το πρώτο νερό που αγάπησε. Εκεί έμαθε να στέκεται σιωπηλός και να κοιτάζει το είδωλό του να τρεμοπαίζει στην ατάραχη επιφάνειά του. Δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως, λίγα χρόνια αργότερα, η μοίρα θα τον οδηγούσε μπροστά σε μιαν άλλη υδάτινη απεραντοσύνη, εκεί όπου ο ορίζοντας χανόταν μέσα στη θάλασσα.
Το μακρινό ταξίδι του ξενιτεμού μόλις είχε αρχίσει. Πρώτος του σταθμός ήταν το ασπρογάλαζο καΐκι, η «Αρτεμισία», που τους απομάκρυνε σιγά σιγά από τη στεριά. Ήταν το πρώτο βήμα μιας πορείας χωρίς γυρισμό.
Η φαμίλια άφηνε πίσω της τον τόπο όπου γεννήθηκε, μόχθησε και ονειρεύτηκε. Πάνω απ’ όλους, όμως, η Ιοκάστη ήταν εκείνη που είχε πάρει μέσα της τη μεγάλη απόφαση. Γύρισε την πλάτη της σε ό,τι αγαπούσε, σε ό,τι της ήταν γνώριμο και οικείο. Όχι γιατί το αρνήθηκε, αλλά γιατί η αγάπη της για τα παιδιά της ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη της για τον τόπο της. Το τίμημα ήταν βαρύ. Μα μπροστά στην ελπίδα να τους χαρίσει μια ζωή πιο ανθρώπινη, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες στερήσεις, κάθε πόνος έμοιαζε μικρότερος.
Δεν εγκατέλειπε την πατρίδα της. Την κουβαλούσε μέσα στην καρδιά της, μαζί με τις προσευχές, τις μνήμες και την ελπίδα πως μια μέρα τα παιδιά της θα δικαίωναν αυτή τη μεγάλη θυσία.
Ο Τηλέμαχος, ο τετράχρονος αδελφός του, άκουσε τον υπόκωφο παφλασμό των κυμάτων καθώς χτυπούσαν στον καθρέφτη του καϊκιού και το λίκνιζαν απαλά. Ήταν η πρώτη του επαφή με τη θάλασσα και τρόμαξε. Έμεινε ακίνητος. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε από τον φόβο και τα μικρά του χέρια άρχισαν να τρέμουν. Ασυναίσθητα άρπαξε το παντελόνι του συνεπιβάτη που στεκόταν μπροστά του και το κράτησε σφιχτά, σαν να ήταν το μοναδικό του στήριγμα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Ο άγνωστος κύριος γύρισε, τον κοίταξε με καλοσύνη, ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του και του μίλησε με ήρεμη, καθησυχαστική φωνή. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε. Άφησε δειλά το παντελόνι, σήκωσε για λίγο το βλέμμα και το χαμήλωσε πάλι. Ένιωθε μικρός, ανήμπορος και χαμένος μέσα σ' έναν κόσμο που δεν γνώριζε. Κάθισε καταγής στο κατάστρωμα, αγκάλιασε τα γόνατά του, ακούμπησε επάνω τους το πηγούνι του και ξέσπασε σ' ένα σιγανό, πνιγμένο κλάμα. Η μητέρα του έσπευσε κοντά του. Τον σήκωσε απαλά και, βλέποντας το πρόσωπό του λουσμένο στα δάκρυα, παρέδωσε το δίχρονο παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά της στον άνδρα της. Έβγαλε τη ζακέτα της, τύλιξε μ' αυτήν τον μικρό και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Ο Τηλέμαχος κουλουριάστηκε επάνω της και γράπωσε σφιχτά τα δάχτυλά της. «Ψυχή μου…» του ψιθύριζε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. «Εδώ είμαι εγώ. Δεν θα σ' αφήσω ποτέ.»
Τον κράτησε πάνω στο στήθος της όπως τότε που ήταν ακόμη μωρό, λικνίζοντας τον ανεπαίσθητα, ώσπου το κλάμα του άρχισε να σβήνει. «Εδώ είναι η μανούλα σου», του είπε γλυκά και ακούμπησε ένα φιλί στο μέτωπό του. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε βαθιά. Σιγά σιγά η ανάσα του γαλήνεψε. Σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο πρόσωπό της. Εκεί όπου πριν λίγο κατοικούσε ο φόβος, τώρα άρχισε να φωλιάζει η ανακούφιση. Τα μάτια του έλαμψαν ξανά. Γιατί, όσο βρισκόταν στην αγκαλιά της μητέρας του, ένιωθε πως κανένα κύμα δεν μπορούσε να τον βλάψει.
Η «Αρτεμισία» προχωρούσε με τη μισή της ταχύτητα, σκαμπανεβάζοντας ακόμη από το πάλεμα της με την παλίρροια. Ύστερα από λίγο έφτασε στο έμπα του λιμανιού, εκεί όπου, λίγο πιο πέρα, ορθωνόταν αγκυροβολημένο το μεγάλο ποστάλι. Ο καπετάνιος έκοψε κι άλλο ταχύτητα. Με μια προσεκτική στερνή μανούβρα έστριψε το τιμόνι για να καβατζάρει και να φέρει το καΐκι στην υπήνεμη πλευρά του πλοίου, εκεί όπου το κύμα έσπαζε πιο ήμερα. Μόλις μπήκαν στην απανεμιά, η «Αρτεμισία» γαλήνεψε. Το ελαφρύ λίκνισμα παρέμενε, μα η θάλασσα δεν είχε πια την αγριάδα του ανοιχτού πελάγους.
«Στις θέσεις σας, παρακαλώ!» φώναξε ο καπετάνιος με στεντόρεια αλλά καθησυχαστική φωνή. «Ένας-ένας στη σκάλα. Πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά.» Ένα σωρό δειλά πρόσωπα στράφηκαν προς το μέρος του. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή. Ύστερα οι επιβάτες, σαν να πήραν όλοι μαζί θάρρος από τη σιγουριά της φωνής του, έσπευσαν να υπακούσουν.
Τρία κοφτά κι ένα παρατεταμένο σφύριγμα έσκισαν τον απογευματινό αέρα. Ήταν ο χαιρετισμός και μαζί ο αποχαιρετισμός του καραβιού. Οι προπέλες άρχισαν να αναδεύουν τα νερά του λιμανιού. Ψηλά, στο κατάστρωμα, στη γέφυρα και στην προκυμαία, μαντίλια υψώθηκαν και ανέμισαν στον αέρα.Το καράβι σφύριζε την αναχώρησή του και, παίρνοντας αργά φόρα, χυνόταν ελεύθερο προς το ανοιχτό πέλαγος. Μαζί του αποκρίνονταν και τα μικρά καΐκια του λιμανιού, σφυρίζοντας κι εκείνα το δικό τους αντίο στους ταξιδιώτες. Ήταν ο αποχαιρετισμός για όσους έφευγαν. Για εκείνους που άφηναν πίσω τον τόπο τους και ξεκινούσαν για άλλες πολιτείες, για μια καινούργια ζωή, γεμάτη ελπίδες αλλά και άγνωστες δοκιμασίες. Καθώς το πλοίο αύξανε σιγά σιγά ταχύτητα, οι επιβάτες εξακολουθούσαν να κουνάνε τα μαντίλια τους με όση δύναμη είχαν ακόμη στα χέρια τους, σαν να μπορούσαν έτσι να κρατήσουν ζωντανό τον τελευταίο δεσμό με τα αγαπημένα πρόσωπα που ολοένα μίκραιναν στην ακτή
Και όταν πια οι μορφές χάθηκαν μέσα στην απόσταση, τα μαντίλια δεν έπαψαν αμέσως να ανεμίζουν. Έμεναν υψωμένα για λίγες ακόμη στιγμές, σαν να αρνούνταν να παραδεχθούν πως ο αποχωρισμός είχε γίνει πια πραγματικότητα.
Ο ήλιος τραβούσε δυτικά, πίσω από τα ψηλώματα, και οι τελευταίες του αχτίδες πορφυροβάφανε τα νερά, που έμοιαζαν με στρωμένο γυαλί. Οι ίσκιοι έπεφταν βιαστικοί πάνω στα κύματα της λακωνικής ακτής. Μπροστά απλωνόταν το Μυρτώο Πέλαγος, κι εκεί το πλοίο χάραζε τη δική του πορεία στον ανοιχτό ορίζοντα. Πίσω τους έμενε η Παλιά Μονεμβασιά, γαντζωμένη στον μεγάλο Βράχο, μικραίνοντας ολοένα μέσα στο σούρουπο. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Ένα-ένα τα πρώτα αστέρια άναβαν στο στερέωμα.
Ο επτάχρονος Αλκιβιάδης στεκόταν ακίνητος στο κατάστρωμα και κοίταζε τη στεριά που χανόταν. Δεν το γνώριζε ακόμη. Εκείνο το βράδυ αποχαιρετούσε για πρώτη φορά την πατρίδα του∙ χρόνια αργότερα, όμως, η θάλασσα θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα του.
Το σούρουπο παρέδωσε αθόρυβα τη σκυτάλη στη νύχτα, που μοσχοβολούσε την υγρή ανάσα της θάλασσας. Το φεγγάρι, ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδυόταν αργά στον μακρινό ορίζοντα, έτοιμο κι αυτό να αρχίσει το δικό του ταξίδι στον ουρανό, πάνω από πέλαγα και ωκεανούς, πάνω από θάλασσες άγνωστες και μακρινές. Ο Αλκιβιάδης, ακουμπισμένος στην κουπαστή του ποσταλιού, παρακολουθούσε σιωπηλός τη στεριά που τον γέννησε να χάνεται σιγά σιγά μέσα στα αφρισμένα απόνερα της προπέλας. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε πως η πατρίδα μπορεί να μικραίνει μπροστά στα μάτια σου, ώσπου να γίνει μια αχνή σκιά στον ορίζοντα, κι όμως να μεγαλώνει ολοένα μέσα στην καρδιά σου. Οι τελευταίες ανταύγειες της δύσης έσβηναν πίσω από τις βουνοκορφές. Το σούρουπο σκέπαζε το Μυρτώο Πέλαγος, ενώ πέρα από την κορυφή της Κουλοχέρας βυθίζονταν στο σκοτάδι τα χωριά του Ζάρακα. Ένας μεγαλόπρεπος γλάρος βούτηξε στα ήρεμα νερά, κι οι ομόκεντροι κύκλοι που άφησε πίσω του άνοιγαν ολοένα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας. Μπροστά τους πρόβαλε η βραχονησίδα Παραπόλα. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια μικρή σκοτεινή κουκκίδα στο βάθος του αστροφώτιστου ορίζοντα. Όσο όμως το καράβι πλησίαζε, η άμορφη σκιά αποκτούσε σχήμα και όγκο, σαν να αναδυόταν αργά μέσα από τη θάλασσα για να τους καλωσορίσει στο πρώτο βήμα της μεγάλης τους ξενιτιάς.
Και πίσω, πολύ μακριά πια, μια άλλη σκοτεινή κουκκίδα, καταμεσής του Μυρτώου Πελάγους, ξεχώριζε ακόμη. Ήταν ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία απομακρυνόταν ολοένα, σαν πέτρινο καράβι αγκυροβολημένο αιώνες τώρα ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα.
«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
Κι όλο ασάλευτη μένεις να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη.»
Έτσι ύμνησε ο Γιάννης Ρίτσος τον γενέθλιο τόπο του. Εκείνον τον μοναχικό βράχο, την αρχαία Άκρα Μινώα, που, σύμφωνα με την παράδοση και τις ιστορικές μαρτυρίες, αποκόπηκε από την Πελοπόννησο ύστερα από ισχυρό σεισμό τον 4ο αιώνα μ.Χ., παίρνοντας τη μορφή που διατηρεί ως σήμερα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνώριζε τότε ούτε την ιστορία του βράχου ούτε τους στίχους του ποιητή. Εκείνο που ήξερε ήταν πως, όσο το καράβι απομακρυνόταν, τόσο εκείνος ένιωθε πως άφηνε πίσω του ολόκληρη τη ζωή του.
Είχε πια σχεδόν νυχτώσει.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Άφιξη στο Λιμάνη του Πειραιά!
.....

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

H Mera Ths Anachorisis

...1958.. Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια...
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει.Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
1958 Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια
Τις τελευταίες ημέρες η Ιοκάστη ήταν βυθισμένη σε σκέψεις ακαθόριστες, σπασμένες σε μικρές εικόνες και συναισθήματα που έρχονταν και έφευγαν σαν σκιές. Σκεφτόταν τα μελλούμενα που τους περίμεναν. Άλλοτε την κυρίευε ο φόβος για το άγνωστο, άλλοτε όμως μια βαθύτερη δύναμη μέσα της την έκανε να κοιτάζει μπροστά. Στο μυαλό της περνούσαν φευγαλέες εικόνες από μια άλλη ζωή, από έναν κόσμο πιο ανοιχτό, όπου θα μπορούσαν ίσως να παρουσιαστούν ευκαιρίες που στον μικρό τους τόπο έμοιαζαν απρόσιτες. Ήταν σαν να ήθελε να ανοίξει διάπλατα τα παράθυρα του σπιτιού τους και να αφήσει να μπει μέσα ο αέρας ενός καινούργιου κόσμου. Τα συναισθήματά της μπερδεύονταν. Η λύπη για όσα άφηναν πίσω τους, ο φόβος για όσα δεν γνώριζαν, αλλά και η ελπίδα πως αυτή η μεγάλη αλλαγή θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας καλύτερης ζωής.
Τα παιδιά της ήταν η μεγαλύτερη δύναμή της. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να τολμήσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες του τόπου τους. Η ζωή ήταν σκληρή, το γνώριζε καλά. Όμως το να βλέπει κανείς μόνο εμπόδια, ήταν για εκείνη μια μορφή παραίτησης. Και η Ιοκάστη δεν ήταν άνθρωπος που παραδινόταν εύκολα. Ήξερε πως η αλλαγή δεν υπόσχεται πάντοτε ευτυχία. Ήξερε πως ο νέος δρόμος θα είχε δυσκολίες, πως τίποτα δεν χαρίζεται και πως κάθε ελπίδα απαιτεί κόπο, θυσίες και προσωπικό αγώνα.
Όμως προτιμούσε τον δύσκολο δρόμο της προσπάθειας από τη σιγουριά μιας ζωής χωρίς προοπτική.
Κοίταζε τη ζωή κατάματα.
Και μέσα της γεννιόταν η αποφασιστικότητα να δώσει στα παιδιά της κάτι που η ίδια δεν είχε γνωρίσει αρκετά: την ευκαιρία να ονειρευτούν, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να χτίσουν το δικό τους μέλλον. Έτσι, ενώ η καρδιά της πονούσε για τον τόπο που άφηναν, η ψυχή της προχωρούσε ήδη προς τον νέο ορίζοντα. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη για την οικογένεια δεν φαίνεται μόνο από το πόσο μένεις. Φαίνεται και από το πόσο γενναία αποφασίζεις να φύγεις.
Η τελευταία νύχτα στα Μπουμπουτσέλια.
Το τελευταίο βράδυ στάθηκε όρθια μπροστά στο παράθυρο τους, με τα σκούρα μελιά μάτια της καρφωμένα στο σκοτάδι. Κοίταζε ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα της ό,τι θα άφηνε πίσω της την επόμενη μέρα. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω της και την έκανε να μοιάζει σχεδόν άυλη. Τα αστέρια έλαμπαν με το ψυχρό τους φως και η ημισέληνος άπλωνε μια ασημένια γαλήνη πάνω στον μικρό τους κόσμο. Εκείνη όμως δεν έβλεπε μόνο τον ουρανό. Έβλεπε τον δρόμο που άνοιγε μπροστά τους.
Σε ξένα μέρη πηγαίνουμε… σαν πρόσφυγες.
Τι άραγε μας περιμένει;
Τι μέρες είναι να ξημερώσουν;
«Μανούλα, τι κοιτάζεις;» ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη.
«Τίποτα, αγάπη μου… Απλώς κάτι σκέφτομαι.»
Η φωνή της ήταν αλλιώτικη. Κάπως βραχνή, σαν να είχε κουραστεί από τις σκέψεις και τις αγωνίες των τελευταίων ημερών. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, συννεφιασμένο, ακίνητο.
Για λίγο τα μάτια της ξαναχάθηκαν εκεί έξω, στην απεραντοσύνη του ουρανού, σαν κάτι βαθύ μέσα της να πάλευε να βρει απάντηση.
Ύστερα γύρισε προς τα παιδιά της.
Το πρόσωπό της μαλάκωσε. Χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της.
Τα παιδιά πλησίασαν κοντά της. Τα φίλησε στα μάγουλα και τα κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της, σαν να ήθελε να τους αφήσει μέσα στην καρδιά της μια τελευταία εικόνα από το σπίτι τους.
Άρχισε να τους μιλά για τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τα βουνά τους, πέρα από τη θάλασσα. Για τις ευκαιρίες που περίμεναν εκεί έξω. Για ανθρώπους που δημιουργούν, που αγωνίζονται, που φτιάχνουν καινούργιους δρόμους. Τους είπε πως η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν. Πως κάθε στιγμή είναι μια επιλογή, μια απόφαση, μια μάχη. Και πως όποιος τολμά να ονειρευτεί μπορεί ίσως να αλλάξει τη μοίρα του. Ύστερα τους μίλησε για την αναχώρηση.Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Τους κοίταζε με εκείνη τη σιωπηλή στοργή που μόνο η μάνα γνωρίζει.
Και τα δικά τους μάτια βούρκωσαν.
Σύρθηκαν μέσα στα απλωμένα της χέρια και κουλουριάστηκαν πάνω της. Εκείνη τα έσφιξε όσο πιο κοντά μπορούσε.
«Μανούλα, μην κλαις…» είπε ο Αλκιβιάδης με μια παράξενη, συρτή παιδική φωνή.
Και σαν να ήθελε εκείνος να γίνει για μια στιγμή ο μεγάλος, της ψιθύρισε:
«Μη φοβάσαι… εμείς είμαστε εδώ.»
Η Ιοκάστη δεν μίλησε ξανά. Τους κράτησε στην αγκαλιά της σιωπηλή, συνεχίζοντας να τους χαϊδεύει απαλά, μέχρι που σιγά σιγά τα δάκρυά της αραίωσαν και τη θέση τους πήραν βαθιοί αναστεναγμοί.
Κρατώντας σφιχτά τα παιδιά της, ό,τι πιο γλυκό και ιερό είχε στη ζωή της, ένιωθε πως όλα γύρω της ήταν πίκρα και καημός. Όμως μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή γεννιόταν κάτι άλλο. Μια σιωπή βαθιά, βαριά, σαν την πίσσα που απλώνεται και σκεπάζει το χώμα· μια σιωπή γεμάτη νόημα, ελπίδα, δύναμη και αυθεντικότητα.
Ήταν η στιγμή που ονειρευόταν για χάρη τους μια καλύτερη τύχη. Να σηκωθούν κάποτε και να πετάξουν ψηλά, σαν τους νεοσσούς αετούς που, αφού μεγάλωσαν, άνοιξαν τα φτερά τους και αναζήτησαν τον δικό τους ουρανό.
Και τότε, μέσα στην κουρασμένη φαντασία της, όλα άλλαξαν μορφή. Η νύχτα άρχισε να γίνεται μέρα. Το σκοτάδι παραχώρησε τη θέση του στο φως. Κι όλα γύρω της έμοιαζαν ξαφνικά σαν μια κοιλάδα που ξαναγεννιέται την άνοιξη. Τότε ένας τελευταίος βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από το στήθος της και έσπασε τη σιωπή. Και ακούστηκε ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι νοσταλγίας και ξενιτιάς. Ένα τραγούδι χωρίς μουσική, χωρίς όργανα, μόνο με τη γυμνή ανθρώπινη φωνή. Λίγες νότες, μα με αμέτρητες παραλλαγές πόνου και ελπίδας.
Για χρόνια ο Αλκιβιάδης θα το θυμόταν.Στο μυαλό του θα αντηχούσε σαν το τραγούδι της οικογένειάς τους. Έκλεινε τα μάτια του και άκουγε ξανά τη ζεστή, γλυκιά φωνή της μητέρας του. Και μέσα στις σκέψεις του επέστρεφαν πάντα τα σκούρα μελιά μάτια της, που έλαμπαν σαν αστέρια.
Η ημέρα του φευγιού από τα Μπουμπουτσέλια
Τη μέρα του φευγιού, από τα χαράματα ακόμη, ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε και βγήκε έξω. Κατέβηκε στο διάσελο, εκεί που βρισκόταν η στέρνα των περιβολιών, πέρασε στο περιβόλι τους και έκανε έναν τελευταίο γύρο στις πεζούλες. Αποχαιρέτησε βιαστικά το νερό, το χώμα, τον αγέρα του τόπου του. Έσκυψε και μάζεψε λίγα μυριστικά αγριόχορτα, κι οι παλάμες του γέμισαν αρώματα από θρούμπι, φασκόμηλο και θυμάρι. Ήταν σαν να προσπαθούσε, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, να πάρει μαζί του ένα κομμάτι από τη γη που τον είχε μεγαλώσει. Ύστερα ανέβηκε στο ψήλωμα, στ’ αλώνι, και στάθηκε εκεί ψηλά κοιτάζοντας ολόγυρα τον τόπο τους. Ήθελε να τον χορτάσει με τα μάτια του, να τον φυλάξει μέσα του, να τον πάρει μαζί του στο άγνωστο ταξίδι που άνοιγε μπροστά του. Αυστηρό και σοβαρό το τοπίο, με τα σκούρα δέντρα και τα χρωματιστά λουλούδια που έλαμπαν στο πρωινό φως του ήλιου.
Μακριά, κατά το νότο, πέρα από τα Φούτια, η παραλία της Καστέλας με το μικρό αμμουδερό νησάκι λαμποκοπούσε τριανταφυλλένια, ενώ οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έβαφαν τη φύση με χρώματα ζεστά και ήρεμα. Και πέρα δυτικά, στο Μεγάλο Ρέμα, απλώνονταν οι ελιές, οι συκιές, λίγα αμπέλια εδώ κι εκεί. Στα απάνεμα γούπατα, ανάμεσα στα μικρά βουνά, στέκονταν οι πλατωσιές γυρισμένες προς τον νότο, με ξινόδεντρα, μουριές και μικρά μποστάνια. Ώρα πολλή στεκόταν εκεί ψηλά και χαιρόταν τους απαλούς κυματισμούς της γης, τις ζώνες που σχημάτιζαν οι βαθύσκιωτες συκιές, οι ασημόφυλλες ελιές, οι ηλιοκαμένες αμυγδαλιές, οι σκουροπράσινες σκαμνιές και οι χαρουπιές που απλώνονταν μπροστά του.
Ήταν ο τελευταίος του αποχαιρετισμός.
Όχι ακόμη ένας αποχαιρετισμός που καταλάβαινε με το μυαλό του· αλλά εκείνος ο βαθύτερος, ο σιωπηλός, που γράφεται μέσα στην ψυχή και μένει για πάντα.Και πέρα, κατά τον νότο, στραφτάλιζε η θάλασσα, απέραντη και έρημη, απλωνόταν μέχρι τα Κύθηρα και την Κρήτη. Έμοιαζε ετούτο το τοπίο του χωριού του λιγόλογο, λυτρωμένο από περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο. Δεν είχε τη χλιδή, είχε όμως τη δική του περηφάνια. Ήταν ένας τόπος σκληρός, μα αληθινός. Ένας τόπος που δεν υποσχόταν εύκολη ζωή, μα χάριζε στον άνθρωπο ρίζες. Από το περιβόλι τους έφτανε ως εκεί το άρωμα από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές, σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός της γης που τον είχε μεγαλώσει.
Στεκόταν ώρα πολλή και κοιτούσε. Ήθελε να φυλάξει μέσα του κάθε εικόνα, κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά. Να πάρει μαζί του όχι μόνο την ανάμνηση, αλλά τον ίδιο τον τόπο. Το χώμα που πάτησε τα πρώτα του βήματα, τα μονοπάτια που περπάτησε, τη ρεματιά που τον φόβισε και τον γοήτεψε, τις ελιές που στέκονταν χρόνια ακίνητες σαν φύλακες της ζωής τους. Τα μάτια του γέμιζαν τον τόπο για τελευταία φορά.
«Το χωριό μου!» μουρμούρισε. Και η καρδιά του αναπετάρισε.
Ήταν μια παράξενη στιγμή. Δεν ήξερε ακόμη τι σημαίνει να αφήνεις πίσω σου έναν κόσμο ολόκληρο. Δεν γνώριζε πως ο άνθρωπος μπορεί να ταξιδέψει μακριά και όμως ένα κομμάτι του να μένει για πάντα εκεί όπου έζησε τα πρώτα του χρόνια. Εκείνο το πρωινό δεν αποχαιρετούσε απλώς ένα χωριό.
Αποχαιρετούσε την παιδική του ηλικία. Κατέβηκε από το αλώνι και πήρε το μονοπάτι του Αγίου Παντελεήμονα. Ήταν Κυριακή, μα ο παπάς λειτουργούσε αυτή τη βδομάδα στα Λυρά και η εκκλησία ήταν έρημη. Στάθηκε για λίγο. Κι ευθύς, μόλις πήρε το μάτι του την παρέα, η καρδιά του σκίρτησε. Οι σκέψεις του κόπηκαν απότομα. Μπροστά του ήταν τα παιδιά του οικισμού. Τα κορίτσια του Πολυζώη του Μάρκου, τα αγόρια και τα κορίτσια του Καραστατήρη, του Κατσουλώτου, των Αρώνη. Όλα εκείνα τα πρόσωπα που ανήκαν στον μικρό κόσμο του, στις καθημερινές του χαρές, στα παιχνίδια και στις γνώριμες διαδρομές του. Μόλις τον αντίκρισαν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν. Η αραιωμένη παρέα πύκνωσε αμέσως και όλα μαζί τα παιδιά τον καλημέρισαν με τις γάργαρες φωνές τους. Ήταν σαν να ήθελε ο τόπος, πριν τον αφήσει να φύγει, να του χαρίσει μια τελευταία ζεστή ανάμνηση. Την ίδια στιγμή ο Παναγιώτης του Πολυζώη Αρώνη ανέβηκε και χτύπησε την καμπάνα του Αγίου. Ο ήχος της απλώθηκε στον αέρα. Ήταν χαρούμενος, παιχνιδιάρικος, γεμάτος ζωή. Δεν ήταν απλώς ο ήχος μιας καμπάνας· ήταν η φωνή του μικρού τους κόσμου, που εκείνο το πρωινό αποχαιρετούσε χωρίς να το ξέρει ένα παιδί που θα έφευγε για πάντα. Και για μια στιγμή, πριν συνεχίσει τον δρόμο του, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως όλα ήταν ακόμη στη θέση τους.
Ο ήλιος είχε ψηλώσει πια και ο ουρανός ήταν κατακάθαρος. Στριμώχτηκε στις αγκαλιές τους και κοίταξε δυστυχισμένος το Μυρτώο πέλαγος. Ένιωθε το σώμα του να πλέει σε μια απέραντη θάλασσα και ο νους του, ακολουθώντας τον ρυθμό των κυμάτων, γινόταν κι αυτός κύμα· παραδινόταν χωρίς αντίσταση στον χορευτικό παλμό της θάλασσας. Κάτι σάλευε βαθιά μέσα του. Ήταν ανάμεικτα όλα: επιθυμίες, φόβοι, ελπίδες, προσδοκίες. Κάπου μέσα στην ψυχή του περίμενε τη λύτρωση, μια καινούργια αρχή που ακόμη δεν μπορούσε να φανταστεί. Άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του, σαν να ήθελε να τους χωρέσει όλους μέσα της. Τους αγκάλιασε έναν έναν, σταυρωτά, τους φίλησε και τους αποχαιρέτησε με λόγια γεμάτα ζεστασιά και ευγνωμοσύνη.
«Καλή τύχη, ό,τι κι αν κάνεις», του ευχήθηκαν.
Και τα λόγια αυτά έμειναν μέσα του σαν φυλαχτό. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν αποχαιρετούσε μόνο ανθρώπους· αποχαιρετούσε τα παιδικά του χρόνια, τις φωνές, τα μονοπάτια, τις μυρωδιές της γης και όλα όσα μέχρι τότε ονόμαζε ζωή. Το μονοπάτι από το σπιτάκι τους στον οικισμό μέχρι τη δημόσια χωματόστρατα ανηφόριζε προς τα επάνω, στηριγμένο σε τοιχία ξερολιθιάς. Κατσιασμένοι πρίνοι, πικραμυγδαλιές και γκορτσιές ορθώνονταν άτακτα στις άκρες του στενού, ελικοειδούς δρόμου, σπαρμένου με λιθάρια.
Ο Αλκιβιάδης περπατούσε αργά, σαν τα πόδια του να αρνούνταν να τον υπακούσουν. Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε πίσω το βλέμμα του να κοιτάξει το σπιτάκι τους, χωμένο ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές και τη μυγδαλιά στη νότια πλευρά της αυλής, πάνω από το χαμηλό τοίχος της ξερολιθιάς. Πιο κάτω το χαντάκι με τις φραγκοσυκιές, το φυσικό σύνορο που τους χώριζε από την ιδιοκτησία του μπάρμπα Παναγιώτη.
Του φαινόταν σαν φωλιά. Μια αληθινή φωλιά.
Κάθε φορά που έφευγε από τον οικισμό για το σχολείο στο χωριό, το κοίταζε έτσι· με τρυφερότητα και μια ανεξήγητη μελαγχολία. Μα σήμερα ήταν αλλιώτικα. Σήμερα δεν έφευγε για λίγες ώρες. Σήμερα έφευγε για πάντα.
Ένιωθε σαν ένα πουλί που αποδημεί, αφήνοντας πίσω του ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Άφηνε πίσω τη δύναμη που του έδινε η πατρική γη, τη σιωπή του τόπου του, την απομόνωση που ήταν μαζί και μοναξιά και ασφάλεια. Και καθώς ανηφόριζε προς τη δημοσιά, περνώντας ανάμεσα από ρείκια και χαμηλά πουρνάρια, του φαινόταν πως δεν ήταν απλώς ένα παιδί που πήγαινε σ’ έναν καινούργιο τόπο. Ήταν ένας μικρός προσκυνητής που άφηνε πίσω τον παλιό του κόσμο και πορευόταν προς το άγνωστο· σ’ έναν μακρινό τόπο δοκιμασίας, ελπίδας και αλλαγής.
Και ενώ δούλευαν στο μυαλό του αυτά τα ονειροπολήματα, έκανε στροφή προς τα πίσω να δει τη μητέρα του. Εκείνη είχε μείνει ακίνητη και κοιτούσε προς το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού του, που υψωνόταν περήφανο κόντρα στην ανατολική πλευρά του ουρανού. Για λίγες στιγμές στάθηκε κι εκείνη ακίνητη. Θαύμασε το χρώμα του ουρανού, αναλογίστηκε τον καθημερινό μόχθο τους για την επιβίωση και έκανε τον σταυρό της.
«Καλέ μου Θεέ, βοήθησε μας», προσευχήθηκε σιωπηλά.
Ο Αλκιβιάδης αναρίγησε. Αγαπούσε το χωριό του. Ήταν ένας ξεχωριστός τόπος γι’ αυτόν. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί γνώρισε τα πρώτα σκιρτήματα της ζωής. Εκεί βρισκόταν όλη η ευτυχία που είχε γευτεί μέχρι τότε στον κόσμο. Μα τώρα — τώρα ήταν ανάγκη να φύγουν.
Και μπροστά στην ανάγκη σκύβουν το κεφάλι ακόμη και οι θεοί, όπως τους είχε πει κάποτε ο δάσκαλός του μέσα στην τάξη. «Ανάγκη και θεοί πείθονται».
Μια φράση που τότε ίσως δεν μπορούσε να καταλάβει πλήρως ένα παιδί επτά χρονών, μα εκείνη τη στιγμή, καθώς άφηνε πίσω του το χωριό του, το Μεγάλο Ρέμα, το σπίτι τους και όλον εκείνον τον μικρό κόσμο που τον είχε μεγαλώσει, άρχισε να τη νιώθει βαθιά μέσα του. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν επιλέγει ο ίδιος τον δρόμο του. Είναι ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του από την ανάγκη, από τη μοίρα, από την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Και εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού του 1958, ο μικρός Αλκιβιάδης, κρατώντας μέσα του τη μυρωδιά της γης του, το άρωμα από το θυμάρι και το φασκόμηλο, τον ήχο της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα και το απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους, ξεκινούσε για έναν άγνωστο κόσμο.
Έφευγε από τον τόπο του.
Μα ο τόπος του δεν έφευγε ποτέ από μέσα του.
Βουβοί οι χωρικοί στέκονταν και τους κοιτούσαν. Έβλεπαν έναν άντρα να προχωρά μπροστά, τον πατέρα τους, με τον μπόγο στον ώμο του και το βήμα βαρύ, μα αποφασισμένο. Πίσω του ακολουθούσε μια νεαρή γυναίκα, η μητέρα τους, με δυο μικρά αγόρια στο πλευρό της και το μικρότερο παιδί στην αγκαλιά της.
Δεν μιλούσε κανείς.
Μόνο τα βήματα της οικογένειας ακούγονταν πάνω στον δρόμο της αναχώρησης.
Προχωρούσαν προς εκεί όπου άρχιζε ο πλατύς ανηφορικός δρόμος που οδηγούσε στην πολιτεία της Μονεμβασιάς. Ένας δρόμος γνωστός και άγνωστος μαζί· γνωστός γιατί τον είχαν περπατήσει πολλές φορές, άγνωστος γιατί αυτή τη φορά δεν οδηγούσε σε μια καθημερινή διαδρομή, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
Πίσω τους έμενε ο τόπος τους.
Μπροστά τους άνοιγε ο κόσμος.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τρια Κοφτά Σφυρίγματα Ένα Παρατεταμένο!
.....

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Etimasies Anachorisis

......Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του.
Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει. Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
Το χωριό που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος του, άρχιζε σιγά σιγά να μικραίνει μπροστά στην ανάγκη της ζωής. Όμως μέσα του δεν θα μίκραινε ποτέ. Θα έμενε για πάντα εκεί, όπως ήταν τότε: με το καθαρό του φως, τις δύσκολες στράτες, τους ανθρώπους του μόχθου και την αγάπη που, χωρίς να το γνωρίζουν, του είχαν χαρίσει. Και ίσως αυτός να είναι ο τρόπος που οι τόποι συνεχίζουν να υπάρχουν.
Όχι στις πέτρες και στα σπίτια μόνο, αλλά στους ανθρώπους που τους κουβαλούν μέσα τους. Από τις πρώτες ημέρες της άνοιξης του 1958, όταν η φύση άρχισε ξανά να ξυπνά από τον βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο της, όταν τα ζώα εγκατέλειπαν τις κρυψώνες τους και τα αποδημητικά πουλιά επέστρεφαν από τα μακρινά τους ταξίδια, ο Αλκιβιάδης άρχισε να διαισθάνεται πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι τους. Ήταν μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά και ίσως γι’ αυτό παρατηρούσε περισσότερα. Δεν γνώριζε ακόμη την αλήθεια, ούτε κανείς του είχε μιλήσει καθαρά, όμως μέσα του είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια αόριστη υποψία. Κάτι ετοίμαζαν οι γονείς του. Κάτι σημαντικό. Κάτι που δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες προετοιμασίες της καθημερινής ζωής. Δεν ήξερε λεπτομέρειες, δεν μπορούσε να φανταστεί την έκταση της αλλαγής που ερχόταν, αλλά ένιωθε πως η οικογένεια ετοιμαζόταν για ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ο πατέρας του δεν έκρυβε πλέον τις προθέσεις του. Οι κινήσεις του, οι συζητήσεις του, οι προσεκτικές ενέργειες που έκανε μαζί με τη μητέρα του, ήταν σημάδια που δύσκολα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα. Για ένα παιδί, ακόμη και οι σιωπές των μεγάλων έχουν φωνή. Ο Αλκιβιάδης παρατηρούσε. Έβλεπε τα πράγματα που άλλαζαν θέση, τις προετοιμασίες που γίνονταν με τάξη και προσοχή, τον τρόπο που οι γονείς του συνεργάζονταν ήρεμα, σαν άνθρωποι που είχαν ήδη πάρει μια μεγάλη απόφαση και τώρα ακολουθούσαν βήμα προς βήμα τον δρόμο της πραγματοποίησής της.
Ήταν μια διαδικασία συστηματική και οργανωμένη, γεμάτη προνοητικότητα. Ο πατέρας του σχεδίαζε, η μητέρα του συμπαραστεκόταν, και μαζί προετοίμαζαν την αλλαγή που θα μετέφερε ολόκληρη την οικογένεια μακριά από τον τόπο που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους. Και ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες, ένιωθε πως κάτι τελείωνε. Η παιδική του ζωή στα Κουλέντια, με τις στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις γνώριμες φωνές του χωριού, άρχιζε σιγά σιγά να περνά στην περιοχή της ανάμνησης. Οι σχεδιασμοί τους δεν αποκαλύπτονταν από λόγια, αλλά από τις ίδιες τους τις πράξεις.Υπήρχε μια βιασύνη, εκείνη η γνώριμη ανησυχία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους όταν ετοιμάζονται για ένα μεγάλο ταξίδι. Ο πατέρας μπαινόβγαινε συνεχώς, ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα που φανέρωνε πως ο νους του βρισκόταν ήδη αλλού. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Στην καθημερινότητά του ο χρόνος έμοιαζε ξαφνικά να έχει λιγοστέψει. Κάθε ώρα είχε γίνει πολύτιμη και το μυαλό του έτρεχε στις αμέτρητες λεπτομέρειες που έπρεπε να τακτοποιηθούν πριν από την αναχώρηση. Κι όμως, πίσω από αυτή τη βιασύνη υπήρχε ένας βαρύς αποχωρισμός.Τα μικρά κτήματά τους, οι ελιές, τα χωράφια, όλα εκείνα που είχαν ποτιστεί με τον ιδρώτα του και είχαν κερδηθεί με σκληρή χειρωνακτική εργασία, άρχιζαν τώρα να δίνουν τους πρώτους καρπούς. Ήταν η ανταμοιβή χρόνων μόχθου, η ελπίδα πως η οικογένειά του θα μπορούσε να ζήσει με περισσότερη ασφάλεια και να μην στερείται τα απαραίτητα. Η γη, όμως, απαιτούσε ακόμη τη φροντίδα του. Ήθελε την παρουσία του, την καθημερινή επίβλεψη, την αφοσίωση που χρειάζεται κάθε καρποφόρο δέντρο και κάθε σπόρος για να μεγαλώσει. Και αυτή τη χρονιά, παρά την αγάπη του γι’ αυτήν, δεν μπόρεσε να της δώσει όσα της χρωστούσε. Η σκέψη του είχε ήδη ταξιδέψει αλλού. Ήταν σαν να είχε αρχίσει να ξεριζώνει ένα κομμάτι του εαυτού του από τη γη που τον μεγάλωσε, όχι επειδή έπαψε να την αγαπά, αλλά επειδή η ζωή τον καλούσε να αναζητήσει έναν διαφορετικό δρόμο για τη φαμίλια του.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είχαν αποκτήσει αυτά τα μικρά κτήματα. Για να τα αποκτήσει ο πατέρας χρειάστηκε πολύς κόπος, ατέλειωτη προσωπική εργασία και ένα μικρό αγροτικό δάνειο, που ακόμη δεν είχε καταφέρει να αποπληρώσει. Οι πρακτικές της εποχής, με τους συνεχείς ανατοκισμούς και τις επιβαρύνσεις, είχαν διογκώσει το χρέος, μετατρέποντάς το από μια προσωρινή βοήθεια σε ένα δυσβάσταχτο βάρος που τον ακολουθούσε ακόμη, παρά τις προσπάθειες και τις καταβολές που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Η γη, όσο κι αν την αγάπησε και όσο κι αν την πότισε με τον ιδρώτα του, δεν μπορούσε πάντα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικογένειας. Οι σοδειές ήταν μικρές και εξαρτημένες από τις εποχές. Τα λίγα ζωντανά που είχαν δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν σταθερά την τροφή για ολόκληρο το σπιτικό. Έδιναν όσα μπορούσαν, αλλά όχι περισσότερα απ’ όσα ήδη πρόσφεραν.
Ακόμη και η μικρή συμμετοχή του στο ελαιοτριβείο του οικισμού, μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα επιπλέον εισόδημα, εξακολουθούσε να αποφέρει κάθε χρόνο κάποια κέρδη. Όμως κι αυτά δεν ήταν αρκετά. Όσο η φαμίλια μεγάλωνε, μεγάλωναν μαζί και οι ανάγκες της. Το εισόδημα δεν επαρκούσε πλέον για να καλύψει τις απαιτήσεις μιας οικογένειας που προχωρούσε μπροστά.
Και ο πατέρας βρέθηκε μπροστά στο δύσκολο δίλημμα: να παραμείνει δεμένος με τη γη που είχε αποκτήσει με τόσο κόπο ή να αναζητήσει αλλού έναν δρόμο που θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του.
Η απόφαση δεν ήταν εύκολη.
Δεν εγκατέλειπε απλώς χωράφια και περιουσία. Άφηνε πίσω του δέκα χρόνια μόχθου, ελπίδων και ονείρων, χαραγμένα πάνω στο χώμα εκείνων των μικρών κτημάτων.
Και όταν έπαιρνε να βραδιάζει, ο πατέρας, σε μια σιωπηλή στιγμή νοσταλγίας και αποχωρισμού, ατένιζε από απέναντι το βιός του.
Καθισμένος μπροστά στον Ναό του Αγίου Παντελεήμονα, άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί μακριά, πάνω στο τοπίο που είχε γίνει κομμάτι της ζωής του. Από εκεί ψηλά μπορούσε να βλέπει τα χωράφια τους στον απέναντι λόφο, τη γη που είχε αποκτήσει με κόπο, τα σημάδια του μόχθου του και τα μέρη όπου είχε αφήσει χρόνια από τη ζωή του. Εκείνη τη στιγμή όμως η φύση γύρω του δεν του φαινόταν όπως παλιά.
Του φαινόταν θλιμμένη.
Οι αιμασιές από τις φραγκοσυκιές, που έκλειναν τη γη τους από πάνω μέχρι κάτω, έμοιαζαν στα μάτια του σαν γκρίζοι πέτρινοι τοίχοι που σέρνονταν από πεζούλα σε πεζούλα, από τον λόφο μέχρι τη ρεματιά. Σαν να ήταν τα σύνορα ενός μικρού κόσμου που σε λίγο θα άφηνε πίσω του. Η βαθιά του θλίψη είχε αλλάξει τον τρόπο που έβλεπε τα πάντα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, πέτρες και φυτά. Ήταν η μνήμη του, οι κόποι του, οι ελπίδες του. Η σιωπή του τόπου έμοιαζε να συμμετέχει στον δικό του πόνο, σαν να καταλάβαινε πως ένας δεσμός χρόνων ετοιμαζόταν να κοπεί. Πέρα, στη γερτή πλαγιά της «Πάνω Λάκας», στεκόταν το καμίνι για τα ξυλοκάρβουνα. Ένα έργο υπομονής που είχε φτιάξει ο ίδιος, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ακολουθώντας την παλιά παραδοσιακή μέθοδο. Πόσος κόπος, πόση υπομονή και πόσα ξημερώματα είχαν περάσει μέχρι να το δημιουργήσει.
Είχε φτάσει ήδη ο Μάρτης και το καμίνι έμενε ακόμη άκαυτο. Δεν πρόλαβε ούτε αυτό να το στήσει για να ενισχύσει το λιγοστό εισόδημα της οικογένειας. Και ίσως αυτό να ήταν που τον πονούσε περισσότερο: όχι μόνο ότι άφηνε πίσω του τη γη, αλλά ότι άφηνε πίσω του και πράγματα που είχαν μόλις αρχίσει να παίρνουν μορφή, σχέδια που περίμεναν ακόμη τη δικαίωσή τους.
Φτωχή και άνυδρη η γη τους, λίγη στο μερτικό που τους αναλογούσε, δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους.
Η καλλιέργειά της ήταν πράγματι μια μεγάλη πρόκληση, όχι όμως κάτι ακατόρθωτο. Οι άνθρωποι του τόπου γνώριζαν καλά τα μυστικά της άνυδρης γης. Η σοφία των προηγούμενων γενεών είχε διδάξει τρόπους να αξιοποιούν κάθε κομμάτι χώματος, κάθε σταγόνα υγρασίας, κάθε δυνατότητα που τους πρόσφερε η φύση. Δεν ήταν απλώς μια λύση ανάγκης· ήταν ένας τρόπος ζωής, μια σχέση ανθρώπου και γης που είχε δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες. Όμως, όσο κι αν την αγαπούσαν και όσο κι αν πάλευαν μαζί της, αυτή η γη δεν μπορούσε να τους δώσει όσα ονειρεύονταν. Δεν μπορούσε να χαρίσει στα παιδιά τους εκείνη τη ζωή που κάθε γονιός επιθυμεί να προσφέρει στην οικογένειά του.
Εκεί, στην απομόνωση της επαρχίας, έλειπαν πολλά από εκείνα τα απλά αλλά απαραίτητα πράγματα που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου πιο εύκολη και πιο ανθρώπινη. Οι άντρες και οι γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου πάλευαν καθημερινά με τον μόχθο, τη φτώχεια και τις αβεβαιότητες της φύσης, προσπαθώντας να κρατήσουν όρθιες τις οικογένειές τους. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα έγινε μία από τις βασικές αιτίες του μεγάλου κύματος μετανάστευσης που σημάδεψε την Ελλάδα εκείνων των χρόνων. Άνθρωποι έφευγαν για τις πολιτείες, για τα εργοστάσια, για τα καράβια. Άλλοι γίνονταν εργάτες σε ξένους τόπους, άλλοι ταξίδευαν στις θάλασσες με φορτηγά πλοία και πετρελαιοφόρα, αναζητώντας μια ευκαιρία που ο τόπος τους δεν μπορούσε πλέον να τους προσφέρει.
Αυτά συλλογιζόταν κι ο πατέρας.
Δεν άφηνε πίσω του μόνο χωράφια και σπίτια. Άφηνε έναν ολόκληρο κόσμο που αγαπούσε, έναν κόσμο χτισμένο με ιδρώτα και υπομονή. Μα η αγάπη για τον τόπο του συγκρουόταν μέσα του με την αγωνία για το μέλλον των παιδιών του. Και μέσα σε αυτή τη δύσκολη απόφαση, κρατούσε την ελπίδα του στον Θεό. Προσευχόταν σιωπηλά για καλύτερες μέρες, για μια νέα αρχή, για έναν δρόμο που θα οδηγούσε την οικογένειά του σε μια ζωή πιο ασφαλή και πιο φωτεινή.
Καθώς περνούσαν τα πρώτα χρόνια από τον ερχομό τους στον φτωχό οικισμό, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος άρχισαν όλο και πιο συχνά να συζητούν για το μέλλον τους. Και όσο περισσότερο μιλούσαν γι’ αυτό, τόσο πιο καθαρά καταλάβαιναν πως το μικρό τους χωριουδάκι δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που είχαν γεννηθεί και ριζώσει σ’ αυτά τα χώματα από παλιά, ούτε τα παιδιά που μεγάλωναν μέσα σε αυτό. Η γη ήταν φιλόξενη μόνο σε όσους μπορούσαν να συμβιβαστούν με τη στέρηση. Δεν αρκούσε όμως για τα όνειρα μιας οικογένειας που μεγάλωνε και ζητούσε μια καλύτερη προοπτική.
Η ιδέα του Κλέαρχου να μεταναστεύσουν είχε εγκατασταθεί εδώ και καιρό στο μυαλό του. Όμως συνεχώς την ανέβαλε. Μια μέρα περνούσε στην άλλη, μια σκέψη διαδεχόταν την προηγούμενη, και η απόφαση παρέμενε μετέωρη. Ίσως ήταν ο φόβος για το άγνωστο. Ίσως η δυσκολία να αφήσει πίσω του έναν τόπο που είχε γίνει κομμάτι της ύπαρξής του. Ίσως πάλι εκείνη η ανθρώπινη αδυναμία που πολλές φορές μας κρατά δεμένους με όσα γνωρίζουμε, ακόμη κι όταν αυτά δεν μας αρκούν.
Πέρασε πολλές άγρυπνες νύχτες συλλογιζόμενος.
Στο σκοτάδι, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνταν, εκείνος πάλευε μόνος με τις σκέψεις του. Ζύγιζε όσα άφηνε πίσω του και όσα ίσως κέρδιζε μπροστά του. Σκεφτόταν τα παιδιά του, τη γυναίκα του, το χρέος του ως πατέρα. Έπρεπε πρώτα να δώσει θάρρος στον ίδιο του τον εαυτό. Να πείσει την καρδιά του να μην δειλιάσει όταν θα ερχόταν η ώρα να ορίσει τη μέρα της αναχώρησης. Γιατί η απόφαση να φύγει δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι σε έναν άλλο τόπο. Ήταν ένας αποχωρισμός από μια ολόκληρη ζωή.
Είδε κι απόειδε ο πατέρας.
Κατάλαβε πως προκοπή σ’ εκείνο το χωριό δεν υπήρχε ούτε για τον ίδιο ούτε για τη φαμίλια του, και πήρε τη μεγάλη απόφαση. «Αργά ή γρήγορα, όλα φτάνουν σε τούτη τη ζωή», συλλογίστηκε.
Ήξερε πως κάποια στιγμή ο άνθρωπος πρέπει να πάρει τον δρόμο που του ανοίγει η ανάγκη, όσο δύσκολος κι αν είναι. Η παραμονή στον τόπο του δεν ήταν πια ζήτημα αγάπης· ήταν ζήτημα επιβίωσης.
Στο τέλος μίλησε στον αδελφό του και του εξέφρασε την επιθυμία του: αν μπορούσε να του βρει κάποια δουλειά στην πολιτεία, θα ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του εκεί. Η ζωή στη χέρσα και άνυδρη γη είχε αρχίσει να τον βαραίνει. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τη γη του, ούτε γιατί δεν γνώριζε την αξία του μόχθου. Την είχε ποτίσει με τον ιδρώτα του και ήξερε καλά τι σημαίνει να παλεύεις με το χώμα και τον καιρό. Όμως ένιωθε πως εκείνη η ζωή τού έπαιρνε σιγά σιγά τα χρόνια της νιότης του χωρίς να του δίνει την ανταμοιβή που περίμενε. Δεν ήταν άνθρωπος που ονειρευόταν μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Δεν είχε μάθει να ζητά πολλά. Ήθελε όμως να μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στην οικογένειά του, να προσφέρει στα παιδιά του περισσότερα από όσα μπορούσε να τους δώσει εκείνος ο φτωχός τόπος.
Γιατί, όσο κι αν κουραζόταν, όσο κι αν αμφέβαλλε για τις δυνάμεις του, παρέμενε άντρας μιας άλλης εποχής. Και τότε αρκούσε η παρουσία του, η σκιά του, για να αισθάνονται οι δικοί του πως είχαν έναν άνθρωπο μπροστά τους που θα προσπαθούσε να τους προστατεύσει.
Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τους φόβους του και τις αμφιβολίες του.
Αναρωτήθηκε πολλές φορές αν αυτή η κίνηση ήταν πράγματι η σωστή. Αν άξιζε να αφήσει πίσω του τον τόπο που τον γέννησε, τη γη που είχε δουλέψει με τα χέρια του, τα σπίτια, τους ανθρώπους και τις μνήμες μιας ολόκληρης ζωής. Όμως κάθε φορά που ο φόβος ερχόταν να τον κρατήσει πίσω, μπροστά του ορθωνόταν η πραγματικότητα. Η ανέχεια, οι λιγοστοί πόροι, η έλλειψη επιλογών και η απουσία εργασίας στον τόπο τους έδιναν την απάντηση. Δεν ήταν πια μόνο ένα όνειρο για κάτι καλύτερο· ήταν μια ανάγκη που απαιτούσε λύση. Και τότε ήρθαν και οι φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. «Οι Πολιτείες έχουν ευκαιρίες. Εκεί βρίσκεις εύκολα δουλειά. Εκεί το ψωμί σου το τρως με βούτυρο», έλεγαν όσοι είχαν ακούσει ή όσοι είχαν ήδη φύγει. Τα λόγια αυτά μεγάλωναν μέσα του την ελπίδα.
Υπήρχε ακόμη και ο αδελφός του, που ήταν παντρεμένος εκεί. Ίσως μπορούσε να τους προσφέρει μια πρώτη βοήθεια, μια γωνιά να σταθούν, ένα χέρι συμπαράστασης στα δύσκολα πρώτα βήματα.
Είχε ακούσει βέβαια και από άλλους συγχωριανούς πως στην πολιτεία χαμένος δεν έμενε κανείς. Όποιος είχε θέληση για δουλειά, έβρισκε τον δρόμο του. Ρώτησε ο πατέρας, ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες, ξαναρώτησε. Άκουσε, ζύγισε, συλλογίστηκε. Και όταν πια πήρε την απόφασή του, όλα έγιναν γρήγορα, σχεδόν σαν αστραπή. Η σκέψη που για μήνες και χρόνια πάλευε μέσα του, μέσα σε λίγες μέρες έγινε πράξη. Ο δρόμος της ξενιτιάς είχε ανοίξει μπροστά τους.
Άρχισαν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση στη Λαμία, με το όνειρο να γνωρίσουν κι αυτοί τα αγαθά της μεγαλούπολης. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν ούτε για τα εισιτήρια. Όταν υπάρχει ανάγκη, ο άνθρωπος βρίσκει δρόμο. Κάποιοι δέχτηκαν να του δώσουν τα χρήματα που χρειάζονταν, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της περιουσίας και του σπιτιού τους. Πούλησε το μικρό τους σπίτι με τον όμορφο φούρνο. Μαζί και το κτηματάκι δίπλα στον φούρνο με τις αγκινάρες. Πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από τη λιμνούλα.
Έναν τόπο που ο Αλκιβιάδης αγαπούσε βαθιά. Ένα μικρό περιβόλι με λίγα δέντρα στα σύνορά του, έναν κόσμο ολόκληρο στα παιδικά του μάτια. Όλα για ένα κομμάτι ψωμί. Για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία. Χαλάλι να γίνονταν σε εκείνον τον φίλο, τον αδερφικό, που τα παρέλαβε.
Και ήρθε η μέρα της αναχώρησης.
Η στιγμή που όλοι γνώριζαν πως κάποτε θα ερχόταν.
Με πόνο ψυχής πούλησαν και το τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας τους: το κτήμα με τις ελιές, εκεί στο μάτι της ρεματιάς, στου Μεϊμέτ-αγά. Το κτήμα που ήταν σαν καρδιά που χτυπούσε στο στήθος τους.
Γιατί από εκεί ζούσαν.
Το πρώτο βήμα
Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι, όσο δύσκολο κι αν είναι, αρχίζει πάντοτε με ένα απλό πρώτο βήμα.
Ήταν καλοκαίρι του 1958.
Η εσωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ένας ολόκληρος κόσμος της υπαίθρου ξεριζωνόταν από τα πατρογονικά του χώματα. Η αστυφιλία άπλωνε αργά αλλά σταθερά τη δύναμή της και πίεζε την καρδιά κάθε Λάκωνα, αδιάφορο αν κατοικούσε σε εύφορους κάμπους, σε δασωμένα βουνά ή σε φτωχές και άνυδρες γωνιές της γης.
Άνθρωποι έφευγαν.
Άλλοι με τα καράβια, άλλοι με τα τρένα, άλλοι με όποιον τρόπο μπορούσαν, αναζητώντας εργασία και μια ζωή που να τους προσφέρει περισσότερη ασφάλεια.
Νέοι άντρες και νέες γυναίκες άφηναν πίσω τους τα χωριά τους, με αποτέλεσμα η ύπαιθρος να αδειάζει σιγά σιγά και τα μεγάλα αστικά κέντρα να διογκώνονται. Οι πόλεις υπόσχονταν σταθερή εργασία, καλύτερες συνθήκες και ένα μέλλον που στον τόπο τους έμοιαζε δύσκολο να υπάρξει.
Ήταν η εποχή που πολλοί άνθρωποι πήραν στους ώμους τους την ίδια απόφαση που πήρε και η οικογένεια του Αλκιβιάδη.
Να αφήσουν πίσω τους τη γη που τους γέννησε.
Να αποχωριστούν τα γνώριμα μονοπάτια, τις αυλές, τα χωράφια, τα δέντρα και τις μνήμες, για να κυνηγήσουν μια ελπίδα.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι μνήμες των πρώτων παιδικών του χρόνων ξυπνούν μέσα του σαν κύματα που έρχονται από μακριά και πλημμυρίζουν τη σκέψη του.
Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει.
Ο τόπος εκείνος επιστρέφει ξανά και ξανά στα όνειρά του. Οι πλαγιές, το Μεγάλο Ρέμα, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές της άνοιξης, όλα ζωντανεύουν μέσα του με μια γλυκιά μελαγχολία.
Εκεί περπάτησε τα πρώτα του βήματα.
Εκεί γνώρισε τον κόσμο.
Εκεί έμαθε τη χαρά, τον φόβο, τη μοναξιά, την αγάπη και τον αποχωρισμό.
Και τώρα, κοιτάζοντας πίσω, μετρά τα πεπραγμένα της ζωής του. Μιας ζωής που ακολούθησε τον δρόμο της ξενιτιάς, αλλά συγχρόνως άνοιξε νέους ορίζοντες, νέους τόπους και νέες εμπειρίες.
Ο δρόμος που τότε φάνταζε σαν απώλεια, έγινε τελικά και δρόμος δημιουργίας.
Και μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις επιστρέφει η φωνή του σοφού παππού του.
Εκείνου που πάντα, με το ήρεμο βλέμμα και το χαμόγελο στα χείλη, έβλεπε τη ζωή με περισσότερη γαλήνη.
«Γιε μου, τα στάσιμα νερά βρομίζουν».
Λόγια απλά, μα γεμάτα σοφία.
Γιατί γνώριζε πως ο άνθρωπος, όσο κι αν αγαπά τις ρίζες του, δεν είναι φτιαγμένος μόνο για να μένει ακίνητος. Χρειάζεται κάποτε να κινήσει τα νερά της ζωής του, να αναζητήσει νέους δρόμους, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στο άγνωστο.
Και έτσι άρχισε κι εκείνο το μεγάλο ταξίδι.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Η Ημέρα της Αναχώρησης
.....

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Teleutaios chronos sta Koylentia...

.......Ένας βαθύς χειμώνας και μια ξέθωρη άνοιξη, γεμάτη μοναξιά και δοκιμασίες, ήταν το σχολικό έτος 1957-1958 για τον επτάχρονο Αλκιβιάδη. Ήταν μια χρονιά με ατέλειωτες δυσκολίες, που έπρεπε καθημερινά να αντιμετωπίζει στον μακρύ δρόμο του προς το σχολείο. Ένα παιδί μόλις επτά χρονών, αναγκασμένο να διασχίζει μόνο του δύσβατα μονοπάτια, εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και στους κινδύνους της ερημιάς, πολλές φορές έφτανε να βάζει ακόμη και τη ζωή του σε δοκιμασία. Το δημοτικό σχολείο του χωριού εκείνη τη χρονιά παρέμεινε και πάλι μονοθέσιο, όμως αποφασίστηκε παράλληλα να λειτουργήσει ως διτάξιο, με έναν μόνο δάσκαλο, δυστυχώς, για όλες τις τάξεις. Οι τρεις μεγαλύτερες τάξεις παρακολουθούσαν το μάθημα το πρωί και οι τρεις μικρότερες το απόγευμα. Από τον μικρό απομακρυσμένο οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός μαθητής που φοιτούσε στις μικρές τάξεις του σχολείου. Τα παιδιά των Καραστατήρηδων, των Αρώνηδων και των Κατσουλωτών ήταν όλα λίγο μεγαλύτερα από εκείνον.
Ο δάσκαλος του δείχνοντας φροντίδα και ανησυχία για την ασφάλεια του μαθητή του, όπου η επιστροφή στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου ήταν επικίνδυνη, τον έδιωχνε νωρίτερα ώστε να μην τον βρει το σκοτάδι στο δρόμο της επιστροφής.  Ο Αλκιβιάδης ξεκινούσε το ταξίδι με το σχολικό δισάκι του στον ώμο, βιαστικά να μην τον προφτάσει η νύχτα, στου γυρισμού τη στράτα, στο Μεγάλο Ρέμα.
Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής προς τον οικισμό τους, τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νοτιοανατολική έξοδο του χωριού και είχε μπει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό, απόμακρο οικισμό τους. Πρώτα διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού του νονού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη», με τους λευκούς τοίχους και τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και τις πόρτες, έμοιαζε να ακτινοβολεί καθαρότητα, αρχοντιά και ζωντάνια. Ήταν ένα μικρό σύμβολο της μεσογειακής γοητείας και της παλιάς αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του τόπου.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν διέσχιζε την επάνω στράτα στη δυτική πλαγιά του Μεγάλου Ρέματος. Το ρολόι του ήλιου, με δείκτη το απόσκιο του, ακολουθούσε αμείλικτα την πορεία του. Όταν δεν κρυβόταν πίσω από τα βαριά, μπλαβιά σύννεφα, μετακινούνταν γρήγορα από την κάτω στράτα του Μεγάλου Ρέματος προς την επάνω. Ήταν το σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί. Έπρεπε να μαζέψει τη στράτα, πριν τον προλάβει η αφέγγαρη νύχτα που άρχιζε σιγά σιγά να απλώνεται πάνω από το ρέμα.
Εκεί, στην αρχή της στράτας που κατηφόριζε προς το μονοπάτι και οδηγούσε μέσα στο Μεγάλο Ρέμα, έκανε την εμφάνισή της η δωδεκάχρονη κόρη του κουμπάρου τους, του Πολυζώη του Μάρκου. Ήταν μαζί με ένα λευκό άλογο φορτωμένο με σακιά καρπό. Όταν στάθηκε δίπλα του, με το ένα της χέρι κρατούσε το χαλινάρι και με το άλλο, πότε πότε, χάιδευε τρυφερά τον λαιμό του ζώου, σαν να το καθησύχαζε.
«Περίμενέ με. Πάω γρήγορα στο χωριό να ξεφορτώσω το ζώο και γυρίζω σύντομα, να πάμε παρέα πίσω στον οικισμό. Δεν θα αργήσω. Η μέρα μεγαλώνει, φέγγει ακόμη ως αργά», του είπε. Το κοριτσόπουλο έμενε με τον γέροντα παππού της από τη μητέρα της, τον γείτονά τους, τον Λουκά τον Καραστατήρη. Ο ηλικιωμένος άντρας παρέμενε κλινήρης στο πατρικό τους, στον μικρό οικισμό, και εκείνη τον φρόντιζε και τον περιποιόταν με την αγάπη και την υπομονή ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει πριν την ώρα του.
Η ώρα περνούσε και εκείνος, με αδημονία, κοίταζε συνεχώς τον ορίζοντα, περιμένοντας με την ελπίδα πως η κοπέλα, από στιγμή σε στιγμή, θα φανεί. Ο ήλιος, με μια τελευταία αναλαμπή, δεν άργησε να κρυφτεί πίσω από τη βουνοκορφή του Κούνου, στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Λίγο πριν χαθεί, άπλωσε στον δυτικό ουρανό όλο το μεγαλείο των χρωμάτων του: πορφυρά, χρυσά, κόκκινα, μοβ, κίτρινα και ρόδινα. Ήταν εκείνο το χρωματικό θαύμα που έκανε τον ήλιο βασιλιά του κόσμου για λίγες ακόμη στιγμές, πριν παραδώσει τη γη στη νύχτα. Ένα σμήνος από ψαρόνια πετούσε πάνω από τον δυτικό λόφο με κατεύθυνση προς τον νότο και τα Βάτικα. Όμως το φως της ημέρας στο Μεγάλο Ρέμα άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Όχι μόνο επειδή ερχόταν το απόβραδο, αλλά κι επειδή από τον βοριά έκανε την εμφάνισή του ένα βαρύ, γκρίζο σύννεφο που απλωνόταν πάνω από το ρέμα, προμηνύοντας μια δυνατή βροχή. Η γαλήνη του τοπίου άρχισε να αλλάζει. Το χρώμα του ουρανού σκοτείνιαζε και μαζί του μεγάλωνε η αίσθηση της μοναξιάς. Εκτός από το παράξενο τιτίβισμα των πουλιών, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, κι αυτή η σιωπή έκανε ακόμη πιο έντονη την αίσθηση της μοναξιάς και της απομόνωσης του.
«Θα περιμένω», ψιθύρισε στον εαυτό του. «Θα περιμένω».
Τα άστρα έλαμψαν για λίγο, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο, όταν το γκρίζο σύννεφο, σαν σβησμένα κάρβουνα, μετακινούνταν αργά στον ουρανό, μια προς τα εδώ και μια προς τα εκεί, κρύβοντας κάθε τόσο το φως τους. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται παντού γύρω του. Η νύχτα σιγά σιγά έδιωχνε το μπλε, το άσπρο, το ροζ και το πράσινο του απογεύματος και τώρα του φαινόταν πελώρια, σαν να είχε απλωθεί και να είχε τυλίξει όλο τον κόσμο γύρω του.
Και η ώρα περνούσε.
Πότε πότε, ένα θαμπό φως από κάποιο αστέρι κατάφερνε να διαπεράσει τα σύννεφα, κι εκείνος συνέχιζε να περιμένει. Περίμενε ακόμη την κοπέλα που του είχε υποσχεθεί πως θα γύριζε.
Ο Αλκιβιάδης καθόταν αμίλητος στο πεζούλι, στην άκρη του χωματόδρομου. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, όμως η αγωνία τον έπνιγε. Άρχισε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, ψάχνοντας μέσα στη σιωπή κάτι που θα μπορούσε να τον καθησυχάσει.
Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να το αποφασίσει. Έπρεπε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να πάρει τον δρόμο μέσα από το σκοτεινό φαράγγι και να φτάσει στον οικισμό τους. Μα δεν τολμούσε. Ο χρόνος κυλούσε κι εκείνος παρέμενε πάντα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας. Η αγωνία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Το Μεγάλο Ρέμα δεν ήταν πια ο γνώριμος τόπος που διέσχιζε κάθε μέρα· τώρα του φαινόταν μαύρο και ατέλειωτο.Κανένα φως δεν φαινόταν απέναντι.
Το βράδυ είχε πέσει πια και ο ορίζοντας είχε χαθεί. Δεν ξεχώριζε ούτε καν τους σκοτεινούς όγκους των πλαγιών. Μια όψη απογοήτευσης σκίασε το πρόσωπό του. Μια πικρία, μια βουβή στεναχώρια, ανακατεμένη με προσωπική απογοήτευση, τον κυρίευε όσο περνούσε η ώρα και περίμενε ακόμη μήπως φανεί το άλογο με τη γειτονοπούλα του. Προσπάθησε να βρει μέσα του τη δύναμη να νικήσει τους φόβους του και να ξεκινήσει τρέχοντας για τον προορισμό του. Μα το να διαβεί, επτάχρονο παιδί, μέσα στη νύχτα το Μεγάλο Ρέμα, ήθελε μεγάλη ψυχή.
Δεν τολμούσε. Ο ρυθμός της καρδιάς του είχε ξεφύγει από τον ήρεμο, φυσιολογικό χτύπο. Την ένιωθε να πηγαινοέρχεται σαν λίμνη που την ταράζουν συνεχώς κύματα.
Στα ψηλώματα της βουνοπλαγιάς στέκονταν τα γέρικα δέντρα, με τα φυλλώματα τους να θροΐζουν έναν απαλό, αδιάκοπο ήχο, σαν ψίθυρο. Κι ύστερα, υπήρχαν στιγμές που ο άνεμος σταματούσε και απλωνόταν στη φύση μια απόλυτη σιγή, χωρίς να σαλεύει ούτε ένα φύλλο. Κι αυτή η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν μια ζωντανή παρουσία, μια δύναμη που την ένιωθε ο Αλκιβιάδης με όλες του τις αισθήσεις, γιατί μέσα στη μοναξιά του κάθε μικρός ήχος, κάθε παύση, κάθε ανάσα της φύσης γινόταν μεγαλύτερη. Ξαφνικά, πέρα μακριά, στο βάθος, από τα βόρεια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος, εκεί όπου απλωνόταν η πυκνή βλάστηση, μέσα στη βαθιά σιγαλιά της νύχτας ακούστηκαν τσακάλια να σπάνε τη σιωπή. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν μια άγρια χορωδία, αντηχούσαν στις πλαγιές. Ούρλιαζαν για να δηλώσουν την περιοχή τους, να καλέσουν τα μέλη της αγέλης τους, να θυμίσουν πως εκεί γύρω υπήρχε ακόμη ένας κόσμος άγριος και ζωντανός.
Ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Έμεινε για λίγο ακίνητος, αναποφάσιστος. Η εικόνα αυτή, η φωνή μιας φύσης ελεύθερης και άγριας, του προκάλεσε φόβο. Οι πνεύμονές του προσπαθούσαν να γεμίσουν με αέρα, σαν ο αέρας να έπρεπε να ανασυρθεί με κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι.
Όπου κι αν κοιτούσε γύρω του, υπήρχε μόνο σκοτάδι και ερημιά. Το βαθύ μαύρο της νύχτας τον φόβιζε· ένας φόβος όχι μόνο για όσα μπορούσαν να κρύβονται γύρω του, αλλά κι ένας ψυχολογικός φόβος, που απλωνόταν μέσα του. Τα μάτια του κουράστηκαν, η όρασή του άρχισε να θολώνει και όλα γύρω του έμοιαζαν πιο μεγάλα, πιο άγνωστα, πιο απειλητικά. Αποκαμωμένος, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι του νονού του.
Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα είχαν πια σκεπάσει τ’ αστέρια, στερώντας του ακόμη κι εκείνες τις μικρές αναλαμπές φωτός που θα μπορούσαν να του δείξουν το μονοπάτι.
Το σπίτι δεν ήταν κοντά. Έπρεπε να διανύσει αρκετή απόσταση και δεν είχε ούτε φακό ούτε φανάρι. Προχωρούσε περισσότερο με τη μνήμη του παρά με τα μάτια του. Μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχώριζε καθαρά το μονοπάτι, όμως το γνώριζε καλά. Το είχε περπατήσει τόσες φορές, ώστε το σώμα του θυμόταν εκεί που το βλέμμα αδυνατούσε να δει: πού να πατήσει, πού να στρίψει, πού να προσέξει.
Αυτή η γνώση του δρόμου, χαραγμένη μέσα του από τις καθημερινές διαδρομές, τον προστάτευσε από τον πανικό. Τον βοήθησε να συνεχίσει, να εμπιστευτεί τη μνήμη του και να μην κάνει λάθος επιλογές μέσα στη νύχτα.
Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού, ένα φως φάνηκε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του. Εκείνο το μικρό, τρεμάμενο φως τού έφερε ξαφνικά ανακούφιση και ασφάλεια. Μέσα στην απέραντη μοναξιά της νύχτας, του αποκάλυπτε πως υπήρχε ακόμη ανθρώπινη παρουσία, μια ζεστή γωνιά που τον περίμενε. Το φως του φαναριού έγινε για εκείνον ένα καταφύγιο. Τον βοήθησε να ηρεμήσει, να αφήσει πίσω του τον φόβο, την κούραση και την αγωνία που είχε συσσωρευτεί μέσα του από εκείνες τις δύσκολες ώρες. Η γλυκιά του νονά, η Αλεξάνδρα, τον πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε παρηγοριά. Το δακρυσμένο πρόσωπό του κρύφτηκε πάνω της, εκεί όπου ο φόβος του παιδιού μπορούσε επιτέλους να σβήσει.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Η εξάντληση τον νίκησε και αποκοιμήθηκε στο απαλό κρεβάτι, με τη νονά του φύλακα δίπλα του. Για άλλη μια φορά, με μια τρυφερή και φροντιστική κίνηση, έσκυψε πάνω του, τον φίλησε και τον σκέπασε προσεκτικά, έχοντας μόνο μία έγνοια: να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
Και μέσα στη γαλήνη του ύπνου του, το παιδί ένιωσε πως είχε ξαναβρεί τον κόσμο που πριν λίγες ώρες είχε χάσει.
Η μάνα του!
Έσβησε το φανάρι της στο μισοσκόταδο του σπιτιού και μπήκε στην κάμαρα πατώντας προσεκτικά, αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως διαταράξει τον ύπνο του παιδιού της. Η ένταση και η αγωνία των προηγούμενων ωρών ήταν ακόμη ζωγραφισμένες στο πρόσωπό της.
Πλησίασε στο λιτό κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Αλκιβιάδης. Έσκυψε και χάιδεψε απαλά το μέτωπό του, ύστερα το πρόσωπό του, σαν να ήθελε με το άγγιγμα της να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά εκεί, ασφαλής κοντά της. Ένα χαμόγελο άρχισε να φωτίζει το αυλακωμένο από την αγωνία πρόσωπό της. Ήταν η στιγμή που τα βαριά σύννεφα του φόβου της διαλύονταν σιγά σιγά, αν και τα σημάδια της δοκιμασίας παρέμεναν ακόμη επάνω της. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση, ένα αντίδοτο στην αγωνία που είχε φωλιάσει στην καρδιά της. Γιατί η μάνα, ακόμη κι όταν το παιδί της κοιμάται ήσυχο, συνεχίζει να αγρυπνά μέσα της. Στον ύπνο του τον βαθύ, του φάνηκε πως ένοιωσε το χέρι της στο μέτωπο του, πως τα μαλάκια του χάιδεψε και στο προσκέφαλο του έγειρε κι μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο μάγουλο απαλά τόνε φίλησε. Τον σταύρωσε τρεις φορές και την Παναγιά παρακάλεσε. «Παναγία Δέσποινα! προφύλαξε τον, σκέπασε τον με το γλυκό σου μάτι.» Και έφυγε σαν άστρο, σαν αχτίδα. «Καληνύχτα γιε μου! Καληνύχτα γλυκό μου αγοράκι. Καληνύχτα.» Ναι! ήταν η μάνα του! Η χρυσή του η μάνα του!  Άναψε πάλι το φανάρι της, τρύπησε το σκοτάδι και γύρισε πίσω στον οικισμό απελευθερωμένη από την αγωνία και την λαχτάρα της. Ήρθε το χρώμα στα μάγουλα της, η λάμψη στα μάτια και το χαμόγελο στα χείλη της, και ξανάγινε όμορφη κι ευδιάθετη μετά την κατσιφάρα που είχε τρυπώσει στην καρδιά της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Προετοιμασίες Αναχώρησης!
.....

 
Web Informer Button