ADS

click to open

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ypotaktiki! Agapi

..Ο Κλέαρχος, στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Λαμία, είχε περιορισμένη συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη. Η συμβολή του απείχε αισθητά από την ευθύνη που, ως πατέρας και σύζυγος, όφειλε να αναλαμβάνει. Σε σύγκριση με την Ιοκάστη, η προσφορά του ήταν πενιχρή· στη καλύτερη περίπτωση, αισθητά μικρότερη από εκείνη που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αντίθετα, η Ιοκάστη υπήρξε η ακούραστη εργάτρια της οικογένειας. Σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ να συλλέγει τον καρπό του μόχθου της ή σαν μυρμήγκι που προνοεί αδιάκοπα για το αύριο, εργαζόταν συχνά σε δύο δουλειές, αναλαμβάνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τις ευθύνες του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Η προσφορά της έμοιαζε με το νερό μιας πηγής που αναβλύζει αδιάκοπα μέσα από μια σχισμή του βράχου. Κυλά αθόρυβα από το βουνό, διασχίζει τις πλαγιές και, χωρίς να ζητά ανταπόδοση, ποτίζει τον διψασμένο αγρό, χαρίζοντας του ζωή και καρποφορία. Έτσι ακριβώς ήταν και η Ιοκάστη· η αθόρυβη δύναμη που συντηρούσε την οικογένεια, η σταθερή πηγή από την οποία όλοι αντλούσαν ασφάλεια, ελπίδα και αντοχή. «Της άξιζε άραγε να μένει σ’ αυτόν τον γάμο;» Το ερώτημα αυτό βασάνιζε τον Αλκιβιάδη, καθώς περνούσε στην εφηβεία και άρχιζε να βλέπει με διαφορετικά μάτια τη σχέση των γονιών του. Τον εκνεύριζε η παθητική στάση της μητέρας του, η εύκολη συγχώρεση που έδειχνε ακόμη και ύστερα από στιγμές έντασης ή βίας και η αδυναμία της να ορθώσει ένα αδιαπραγμάτευτο «ως εδώ». Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας σχέσης στην οποία ο Κλέαρχος, όταν θύμωνε, χρησιμοποιούσε την οργή του ως μέσο επιβολής και χειραγώγησης. Κι όμως, ύστερα από κάθε έκρηξη ακολουθούσαν στιγμές μεταμέλειας, καλοσύνης και συμφιλίωσης. Η Ιοκάστη ανακουφιζόταν, συγχωρούσε και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την οικογενειακή γαλήνη. Ο νεαρός Αλκιβιάδης δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει αυτή την αντίφαση· μόνο αργότερα κατάλαβε πόσο συχνά τέτοιοι κύκλοι δένουν τους ανθρώπους ακόμη πιο σφιχτά, δημιουργώντας έναν δεσμό που δύσκολα σπάει. Συχνά αναρωτιόταν μήπως η πρώτη μεγάλη επιλογή της ζωής της είχε αποκτήσει μέσα της σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Από τη στιγμή που, ανάμεσα σε τόσους νέους των χωριών του Ζάρακα, είχε διαλέξει τον Κλέαρχο, ένιωθε πως όφειλε να υπερασπιστεί την απόφασή της απέναντι σε κάθε δυσκολία. Μεγαλωμένη σε μια εποχή όπου η πατριαρχική αντίληψη θεωρούσε αυτονόητη την ανδρική κυριαρχία και τη γυναικεία αντοχή, είχε μάθει πως ο γάμος διατηρείται με υπομονή, σιωπή και θυσίες, ακόμη κι όταν αυτές κοστίζουν ακριβά. Αυτό ήταν που δυσκολευόταν περισσότερο να κατανοήσει ο Αλκιβιάδης. Πώς μια τόσο δυναμική, εργατική και αξιοπρεπής γυναίκα μπορούσε να παραμένει τόσο βαθιά δεμένη με έναν άνδρα που την πλήγωνε, αλλά που, παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, εξακολουθούσε να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Ίσως η αγάπη, η συνήθεια, η κοινή διαδρομή, τα παιδιά, οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής και η ελπίδα ότι «αύριο θα είναι καλύτερα» να είχαν πλεχτεί τόσο σφιχτά μεταξύ τους, ώστε ούτε η ίδια να μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωνε η αφοσίωση και πού άρχιζε η παραίτηση. Ο Αλκιβιάδης, ακόμη και σήμερα, δεν γνωρίζει αν τότε έκρινε σωστά τα πράγματα. Από μικρός, όμως, είχε την αίσθηση πως η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε πλέξει τη μοίρα της με τη δική του. Μαζί του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, μαζί του είχε ονειρευτεί το αύριο, μαζί του είχε μοιραστεί τις μεγαλύτερες χαρές αλλά και τις πιο σκληρές δοκιμασίες της ζωής. Δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει ούτε να τον διαψεύσει. Παρά τις απογοητεύσεις, τις πίκρες και τις πληγές που της προκάλεσε, παρέμενε πιστή στην επιλογή της, σαν να θεωρούσε ότι η αγάπη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες μέρες αλλά στις δύσκολες. Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκαθαρίσει μέσα του αν αυτή η στάση γεννιόταν από βαθιά αγάπη, από αφοσίωση, από το αίσθημα του καθήκοντος ή από τις αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής που δίδασκε στις γυναίκες πως ο γάμος ήταν υπόθεση ζωής και τιμής. Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί. Ένα μόνο πίστευε: η Ιοκάστη αγάπησε τον Κλέαρχο με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Και αυτή η αγάπη υπήρξε τόσο βαθιά, ώστε πολλές φορές ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της ίδιας της αντοχής της. «Ποιος μπορεί, άραγε, να γνωρίζει τι πραγματικά κρατά δύο ανθρώπους μαζί;» αναρωτιόταν συχνά. ις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος, παίζοντας με πάθος τον ρόλο του εραστή, έκανε τη Νεφέλη να νιώθει πως κάθε συνάντησή τους ήταν ξεχωριστή. Όσο ο σύζυγός της απουσίαζε, οι κλεμμένες ώρες τους έμοιαζαν να αποκτούν μια ένταση που ξεπερνούσε την ίδια την πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που βρισκόταν στο σπίτι της· η προσμονή, ο κίνδυνος της αποκάλυψης και η αίσθηση του απαγορευμένου έκαναν το πάθος τους ακόμη πιο έντονο. Ο χρόνος τους ήταν πάντοτε περιορισμένος. Δεν υπήρχε χώρος για αναβολές ούτε για περιστροφές· ζούσαν την κάθε στιγμή με τη βιασύνη ανθρώπων που γνώριζαν πως ο χρόνος δούλευε εναντίον τους. Σιγά σιγά, όμως, η ισορροπία της σχέσης άρχισε να μεταβάλλεται. Η Νεφέλη επιθυμούσε όλο και πιο συχνές συναντήσεις. Η ανάγκη της για την παρουσία του Κλέαρχου γινόταν ολοένα πιο απαιτητική, σαν να μην της αρκούσαν πια οι λίγες κλεμμένες ώρες που μοιράζονταν. Εκείνος, που στην αρχή απολάμβανε αυτή τη φλόγα, άρχισε να αισθάνεται πως η σχέση έπαυε να είναι μια αυθόρμητη απόδραση από την καθημερινότητα και μετατρεπόταν σε υποχρέωση. Η επιμονή της Νεφέλης τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Για πρώτη φορά ένιωθε ότι δεν ήταν εκείνος που όριζε τον ρυθμό της σχέσης. Η συνεχής αναζήτηση της συντροφιάς του, όσο κολ Το τέλος της παράνομης σχέσης τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Αλκιβιάδης κοιμόταν μαζί με τα δύο μικρότερα αδέλφια του στο μικρό τους δωμάτιο. Δύο σιδερένια κρεβάτια χώριζαν τον λιτό εκείνο χώρο· στο ένα κοιμόταν ο δεκάχρονος Αλκιβιάδης και στο άλλο τα δύο μικρότερα παιδιά. Μέσα στον βαθύ του ύπνο τον ξύπνησε απότομα ένας ασυνήθιστος θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε αποπροσανατολισμένος, προσπαθώντας να καταλάβει αν όσα άκουγε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε. Πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία ακούγονταν υψωμένες φωνές. Η μητέρα του μιλούσε με τρόπο που δεν την είχε ξανακούσει ποτέ. Στη φωνή της υπήρχαν θυμός, πίκρα και μια βαθιά πληγωμένη αξιοπρέπεια. «Πουτάνα!... Δεν ντρέπεται; Τόσοι άντρες υπάρχουν στον κόσμο και βρήκε τον δικό μου;» Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν καταλάβαινε όλες τις λέξεις, καταλάβαινε όμως το νόημα. Κάτι είχε σπάσει οριστικά. Η φωνή του Κλέαρχου ακουγόταν χαμηλή, κομμένη από βαθιές ανάσες, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει μια κατάσταση η οποία είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Από τον τόνο του ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η σύγκρουση δεν είχε μόλις αρχίσει· είχε προηγηθεί μια μακρά, οδυνηρή συζήτηση, της οποίας εκείνος άκουγε μόνο τις τελευταίες, πιο σκληρές λέξεις. Ξαπλωμένος ακίνητος στο σκοτάδι, με τα δύο μικρότερα αδέλφια του να συνεχίζουν να κοιμούνται ανυποψίαστα, ένιωσε για πρώτη φορά πως οι μεγάλοι μπορούσαν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον τόσο βαθιά, ώστε οι πληγές τους να περνούν μέσα από τους τοίχους και να φτάνουν μέχρι τις ψυχές των παιδιών τους. Στην αρχή, μισοκοιμισμένος ακόμη, ο Αλκιβιάδης αναρωτήθηκε τι ακριβώς συνέβαινε. Οι φωνές ακούγονταν μπερδεμένες μέσα στη νυχτερινή σιωπή και το μυαλό του δυσκολευόταν να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα. Όσο όμως περνούσαν τα λεπτά, κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν βαθιά θυμωμένη. Δεν άκουγε μόνο την ένταση της φωνής της· άκουγε την πληγή. Σχεδόν ασυναίσθητα, εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του. Μικρές σκηνές, βλέμματα, συμπεριφορές και περιστατικά που μέχρι τότε έμοιαζαν ασύνδετα, έβρισκαν ξαφνικά τη θέση τους σαν κομμάτια ενός παζλ. Γύρισε αργά στο πλάι, έκλεισε τα μάτια και έκανε πως κοιμόταν. Δεν ήθελε να καταλάβουν οι γονείς του ότι είχε ξυπνήσει. Έμεινε ακίνητος, ακούγοντας τις φωνές να περνούν μέσα από τη λεπτή μεσοτοιχία και να χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη του. Χρόνια αργότερα θα συνειδητοποιούσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει ολόκληρη την αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει απόλυτα όσα διαδραματίζονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους πίσω από μια κλειστή πόρτα. Εκείνος μπορούσε μόνο να αφηγηθεί τα γεγονότα όπως τα είδε, όπως τα άκουσε και, κυρίως, όπως τα επεξεργάστηκε το παιδικό και αργότερα το ώριμο μυαλό του. Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει να είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι συνέβαινε. Τα σημάδια υπήρχαν παντού. Ήταν ολοφάνερα, σχεδόν κραυγαλέα. Η αλήθεια στεκόταν μπροστά στα μάτια της· εκείνο που δυσκολευόταν ήταν να τη δεχτεί. Ίσως, μάλιστα, να είχε προηγηθεί και το αναμενόμενο ψιθύρισμα κάποιου «καλοθελητή» από τον στενό κοινωνικό τους κύκλο. Σε μικρές συνοικίες σαν το Αραπόρεμα, τα μυστικά σπάνια έμεναν για πολύ κρυφά. Κάποιο βλέμμα, κάποια κουβέντα, κάποιο μισόλογο ήταν αρκετό για να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία και να αναγκάσει την Ιοκάστη να αντικρίσει αυτό που, μέχρι τότε, προσπαθούσε να μην πιστέψει. Μέσα στη νύχτα, η Νεφέλη δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Η ερωτική επιθυμία την κρατούσε άυπνη, αναστατώνοντας το σώμα και τον νου της. Υπολογίζοντας πως η Ιοκάστη, εξαντλημένη από τον καθημερινό μόχθο, θα είχε αποκοιμηθεί βαθιά, έδινε διακριτικά σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χώριζε τις δύο κρεβατοκάμαρες. Ήταν το δικό της κάλεσμα προς τον Κλέαρχο, μια σιωπηλή υπενθύμιση πως τον περίμενε. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά, μα ο ύπνος δεν την είχε επισκεφθεί. Το μυαλό της στριφογύριζε ασταμάτητα, βυθισμένο σε σκέψεις που δεν μπορούσε ούτε να διώξει ούτε να βάλει σε τάξη. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα άκουγε ήταν υπερβολές, πως οι φόβοι της γεννιούνταν περισσότερο από την ανασφάλεια παρά από την πραγματικότητα. Δεν ήταν, όμως, αφελής. Εδώ και καιρό έφταναν στ’ αυτιά της ψίθυροι. Στη μικρή εκείνη συνοικία, όπου οι ζωές των ανθρώπων σπάνια έμεναν κρυφές, οι κουβέντες ταξίδευαν γρήγορα από αυλή σε αυλή. Άλλοτε ως υπονοούμενα, άλλοτε ως βεβαιότητες, οι ιστορίες επαναλαμβάνονταν με ολοένα μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Κάποιοι ισχυρίζονταν πως η Νεφέλη φλέρταρε ανοιχτά τον Κλέαρχο. Άλλοι πήγαιναν ακόμη παραπέρα, βεβαιώνοντας πως, όσο έλειπε ο σύζυγός της, οι δυο τους είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας αθώας γνωριμίας. Η Ιοκάστη πάλευε να αντισταθεί στις φήμες. Ήθελε να πιστέψει τον άντρα της, να προστατεύσει την οικογένειά της από το δηλητήριο του κουτσομπολιού. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να διώξει τις υποψίες, τόσο εκείνες επέστρεφαν πιο επίμονες, φωλιάζοντας μέσα της σαν σκιά που αρνιόταν να διαλυθεί. Πάλι του έδωσε ένα ελαφρυντικό. Το συνήθιζε άλλωστε η Ιοκάστη. Να βρίσκει έναν τρόπο να τον δικαιολογεί, να απαλύνει μέσα της τις ευθύνες του και να σκεπάζει, όσο μπορούσε, τις πράξεις του. Κι έπειτα αναρωτιόταν: μπορούσε άραγε να είναι τόσο σοβαρή αυτή η σχέση με τη Νεφέλη; Ήταν, πράγματι, μια όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα, με έναν αυθορμητισμό που τραβούσε τα βλέμματα των ανδρών, παντρεμένων και ανύπαντρων. Όμως η Ιοκάστη δεν στάθηκε μόνο εκεί. Προσπάθησε, σχεδόν παρά τη θέλησή της, να δει και τη δική της πλευρά. Ίσως κι εκείνη να κουβαλούσε τα δικά της αδιέξοδα, τη δική της μοναξιά, τη δική της έλλειψη τρυφερότητας μέσα στον γάμο της. Ίσως η στέρηση, η εγκατάλειψη ή η ανάγκη για συντροφικότητα να την είχαν οδηγήσει σε επιλογές που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα έκανε ποτέ. Αυτές οι σκέψεις δεν απάλυναν τον πόνο της Ιοκάστης. Της επέτρεπαν, όμως, να βλέπει τους ανθρώπους όχι μόνο μέσα από τα λάθη τους, αλλά και μέσα από τις αδυναμίες τους. Με όλα αυτά να στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο μυαλό της, πήρε τελικά τη δυσκολότερη ίσως απόφαση της ζωής της. Όχι επειδή ξέχασε, ούτε επειδή έπαψε να πονά. Αλλά επειδή η καρδιά της εξακολουθούσε να αγαπά τον Κλέαρχο περισσότερο απ' όσο της επέτρεπε η λογική. Έτσι, βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρήσει, με τον δικό της τρόπο, ελπίζοντας πως η συγχώρεση θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας νέας ισορροπίας και όχι η λήθη όσων είχαν συμβεί. Ο Κλέαρχος τής έριξε μια φευγαλέα ματιά. Βλέποντάς τη να μοιάζει βυθισμένη στον ύπνο, σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Με την ευκινησία αιλουροειδούς σηκώθηκε αμέσως, τον παρακολούθησε να κατευθύνεται προς την εξωτερική τουαλέτα και, μέσα σε λίγες στιγμές, πήρε τη δική της απόφαση. Έκλεισε σιγά την πόρτα του δωματίου των παιδιών για να μην ακούσουν τίποτε. Ύστερα στάθηκε στην εξώπορτα και περίμενε. Το νυχτερινό αεράκι περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα της αυλής και η σιωπή της νύχτας έκανε κάθε δευτερόλεπτο να μοιάζει ατελείωτο. Η Ιοκάστη δεν ήταν γυναίκα των τεχνασμάτων. Ήταν αυθόρμητη, ειλικρινής, σχεδόν παιδική στον τρόπο που αγαπούσε. Δεν είχε μάθει να παίζει παιχνίδια ούτε να κρύβεται πίσω από προσποιήσεις. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, όμως διέθετε εκείνη τη βαθιά σοφία που γεννά ο μόχθος και η ζωή. Στα τριάντα δύο της χρόνια παρέμενε μια όμορφη, γεροδεμένη γυναίκα, ερωτευμένη ακόμη με τον άνδρα που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του. Όταν ο Κλέαρχος βγήκε από την τουαλέτα και τη διέκρινε να στέκεται στην πόρτα, πάγωσε. Ήταν σαν να του είχε πέσει κεραυνός. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβε ότι εκείνη γνώριζε ή, τουλάχιστον, υποψιαζόταν πολύ περισσότερα απ' όσα πίστευε. «Δεν κοιμάσαι;» κατάφερε να ψελλίσει. «Προσπάθησα…» απάντησε ήρεμα. «Ανησύχησα όταν σηκώθηκες. Όλα καλά;» «Ν… ναι. Όλα καλά.» Η Ιοκάστη τον κοίταξε επίμονα. «Έχεις κάτι να μου πεις; Σε ξέρω πολύ καλά, Κλέαρχε.» Έπεσε σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος. Δεν έβρισκε λέξεις. Για πρώτη φορά ένιωθε πως δεν είχε απέναντί του μια γυναίκα έτοιμη να τον δικαιολογήσει, αλλά έναν άνθρωπο που περίμενε μόνο την αλήθεια. Σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο, περιμένοντας την αντίδρασή της. Για πρώτη φορά δεν έβρισκε ούτε μια λέξη να τον υπερασπιστεί. «Τι έπαθες και δεν μιλάς;» τον ξαναρώτησε η Ιοκάστη, χωρίς να υψώσει τη φωνή της. Η ηρεμία της τον μπέρδευε περισσότερο από οποιαδήποτε έκρηξη θυμού. Άνοιξε το στόμα του, μα οι λέξεις έβγαιναν κομμένες. «Ξέρεις… εγώ… δεν είναι…» Σταμάτησε. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε όσα πήγαινε να πει. Η Ιοκάστη τον κοίταξε κατάματα. «Εσύ βέβαια… Μαζί δεν μιλάμε, Κλέαρχε; Ή μήπως έχασες ξαφνικά τη λαλιά σου;» Εκείνος κατάπιε με δυσκολία. Ένιωθε πως κάθε δικαιολογία που θα ξεστόμιζε θα γκρεμιζόταν πριν ακόμη ολοκληρωθεί. Για πρώτη φορά δεν φοβόταν τον θυμό της. Φοβόταν τη σιωπηλή απογοήτευσή της. 
Η Ιοκάστη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Δεν ζητάω πολλά. Μόνο να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις την αλήθεια. Ό,τι κι αν είναι, θέλω να το ακούσω από σένα. Όχι από τις γειτόνισσες, ούτε από τα κουτσομπολιά της συνοικίας.» 
Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο. 
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα. 
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει  αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
....Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και επίμονων φημών για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, η γειτονιά άρχισε να βουίζει. Στις μικρές κοινωνίες τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους και, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, έχουν ήδη αλλάξει πρόσωπο πολλές φορές. Λίγες ημέρες αργότερα, ο σύζυγος της Νεφέλης επέστρεψε νωρίτερα απ' όσο όλοι περίμεναν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν γύρισε επειδή τελείωσαν οι υποθέσεις του ή επειδή κάποιο ανήσυχο στόμα φρόντισε να του μεταφέρει όσα ψιθύριζε η γειτονιά. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν εκεί για να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο συζύγους. Εκείνο που έμαθε αργότερα ήταν πως η Νεφέλη παραπονέθηκε στον άνδρα της ότι ο Κλέαρχος την ενοχλούσε, ότι την πολιορκούσε επίμονα και πως εκείνη αναγκαζόταν να αποκρούει τις προσεγγίσεις του. Ήταν αλήθεια; Ήταν ένα ψέμα που γεννήθηκε από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους; Ή μήπως ήταν ένας τρόπος να διασώσει τον γάμο της και την υπόληψή της μέσα σε μια κοινωνία που συγχωρούσε ευκολότερα έναν άπιστο άνδρα παρά μια άπιστη γυναίκα; Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα. Με τα χρόνια κατάλαβε πως οι άνθρωποι, όταν φοβούνται ότι θα χάσουν όσα έχτισαν, είναι ικανοί να αφηγηθούν μια διαφορετική εκδοχή της αλήθειας, όχι πάντοτε από κακία, αλλά πολλές φορές από ανάγκη να επιβιώσουν. Κι έτσι, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, ο μεγάλος έρωτας που φάνηκε πως μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα, μεταμορφώθηκε σε μια ιστορία γεμάτη ψιθύρους, μισόλογα και αλληλοκατηγορίες. Η γειτονιά συνέχισε να κουβεντιάζει, ο καθένας προσθέτοντας το δικό του κομμάτι στην ιστορία, μέχρι που κανείς δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωναν τα γεγονότα και πού άρχιζε ο μύθος. Στις μέρες μας ακούμε συχνά για περιστατικά παρενόχλησης και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας οδηγεί πολύ πίσω, ίσως ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ιξίων υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που φόνευσε συγγενή του. Για το ανοσιούργημά του κανείς δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει, ώσπου ο ίδιος ο Δίας τον λυπήθηκε, τον καθάρισε από το μίασμα, τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον έκανε συνδαιτυμόνα των θεών. Ο Ιξίων, όμως, αντί να δείξει ευγνωμοσύνη στον ευεργέτη του, έστρεψε το βλέμμα του προς την Ήρα και άρχισε να την παρενοχλεί. Η ίδια η θεά, σύμφωνα με τον μύθο, παραπονιέται στον Δία: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Κι όταν έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, εκείνος ζητούσε να πιει από το ίδιο· κι όταν το κρατούσε στα χέρια του, το φιλούσε.» Η ιστορία αυτή δείχνει πως η απρεπής επιμονή, η κατάχρηση της φιλοξενίας και η προσβολή των ορίων του άλλου δεν είναι επινοήσεις της δικής μας εποχής. Απλώς σήμερα τους δίνουμε ονόματα που τότε δεν υπήρχαν. Αναλογιζόταν ο Αλκιβιάδης πως, με τις διαφορές που χωρίζουν τον μύθο από την πραγματική ζωή, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Κλέαρχο. Ο άνθρωπος που είχε γίνει δεκτός με εμπιστοσύνη στη γειτονιά, βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σε μια ιστορία που διέλυσε φιλίες, σπίτια και συνειδήσεις. Οι συνέπειες, βέβαια, δεν είχαν τίποτε το μυθολογικό· ήταν απολύτως ανθρώπινες. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δύο εργάτες. Δούλευαν ασταμάτητα, ξεφορτώνοντας βαριά σακιά από ένα φορτηγό και στοιβάζοντάς τα στο εσωτερικό της αποθήκης. Ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπά τους και η σκόνη από το σιτάρι είχε γεμίσει τον αέρα. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος της Νεφέλης. Καλοντυμένος, με αποφασιστικό βήμα, μπήκε στην αποθήκη χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και στάθηκε απέναντι από τον Κλέαρχο. «Ξέρεις εσύ γιατί ήρθα», του είπε κοφτά. Ο Κλέαρχος άφησε κάτω το σακί που κρατούσε και τον κοίταξε με απορία. «Και γιατί να ξέρω; Τι ακριβώς υποτίθεται ότι ξέρω;» Ο άνδρας πλησίασε ακόμη περισσότερο. «Θα σου πω εγώ. Ζητώ τον λόγο γιατί παρενοχλείς τη γυναίκα μου.» Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Οι δύο εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά τους και κοίταζαν εναλλάξ τους δύο άνδρες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση μπορούσε να ξεφύγει από στιγμή σε στιγμή. Ο Κλέαρχος ένιωσε την ενόχληση να γίνεται θυμός. Κατάλαβε πως η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Ό,τι κι αν έλεγε, ο άλλος είχε έρθει ήδη αποφασισμένος να τον θεωρεί ένοχο. Τα λόγια δεν επρόκειτο να αλλάξουν τη γνώμη του. «Δεν έχω να δώσω εξηγήσεις σε κανέναν», απάντησε κοφτά ο Κλέαρχος. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του, γιατί καταλάβαινε πως ο άλλος δεν είχε έρθει για κουβέντα. «Λοιπόν, άκουσέ με καλά», συνέχισε ψύχραιμα. «Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;» Δυστυχώς, ο άνθρωπος απέναντί του έμοιαζε να γυρεύει καβγά. «Ξέρεις τι λέω εγώ;» «Τι;» «Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε...» Άφησε την απειλή να αιωρηθεί. Στον Κλέαρχο φάνηκε παράξενος ο τρόπος που του μιλούσε. Στο χωριό του, στη Νότια Λακωνία, λίγα μόλις χρόνια πριν, δύσκολα θα τολμούσε κάποιος να του απευθυνθεί έτσι. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε καμία διάθεση να πιαστεί στα χέρια. Ο άλλος, αντίθετα, επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου πετεινού και μια κοφτή, καμπανιστή φωνή, προκαλούσε επίμονα την έκρηξη. «Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου. Αυτό πάει πολύ. Άντε στον διάβολο!» «Πρόσεξε, Κλέαρχε. Πρόσεξε καλά.» Ο Κλέαρχος τον κοίταξε κατάματα. «Κι εγώ θα σου πω κάτι. Άντρας δεν είναι εκείνος που φοβερίζει και μένει στις απειλές.» Για μια στιγμή φάνηκε πως οι δύο άντρες θα πιάνονταν στα χέρια. Οι εργάτες που παρακολουθούσαν τη σκηνή άφησαν αμέσως τη δουλειά τους και μπήκαν ανάμεσά τους, καταφέρνοντας την τελευταία στιγμή να τους χωρίσουν πριν η λογομαχία μετατραπεί σε συμπλοκή. Αργότερα ο Αλκιβιάδης αναρωτιόταν πολλές φορές γιατί ο Κλέαρχος δεν όρμησε επάνω του εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άνθρωπος που άναβε εύκολα. Όμως τέτοιες προσβολές δύσκολα τις άφηνες να περάσουν χωρίς να σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Κι όμως, την ώρα που ο άντρας της Νεφέλης αποχωρούσε, ο Κλέαρχος του φώναξε με μια παράξενη ηρεμία: «Άκου, φίλε μου. Εγώ έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Εσύ κοίτα να μαζέψεις την κυρά σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου.» Η συνέχεια ήταν όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες που, παρά τις βαθιές πληγές τους, δεν καταλήγουν στη ρήξη. Η Ιοκάστη κοίταξε τον Κλέαρχο. Μια ανεπαίσθητη χλομάδα πέρασε από το πρόσωπό της. Εκείνος άνοιξε τα χέρια του σαν φτερά αετού κι εκείνη ακούμπησε αργά στο στήθος του. Με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη, της έσφιξε τα χέρια, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πόση δύναμη αντλούσε από αυτή τη γυναίκα. Ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, του άρεσε να κουλουριάζεται πλάι της, να αναπνέει το άρωμά της και να χαϊδεύει τα απαλά μάγουλά της, σαν να αναζητούσε εκεί τη γαλήνη που δεν έβρισκε πουθενά αλλού. Ο χρόνος, όταν του το επιτρέψουν οι άνθρωποι, μαλακώνει τις γωνίες. Οι ρήξεις, ο θυμός, οι προδοσίες και ο πόνος μπορούν, αργά ή γρήγορα, να καταλαγιάσουν. Μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται. Λίγο αργότερα, οι νέοι γείτονες μάζεψαν αθόρυβα τα λιγοστά τους υπάρχοντα και μετακόμισαν σε μια γειτονιά λίγο πιο πέρα. Έφυγαν χωρίς φωνές, χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο τις φήμες, τα κουτσομπολιά και μια ιστορία που η γειτονιά θα συνέχιζε να διηγείται για πολλά ακόμη χρόνια

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!
.....

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Sto Spiti Dipla sto Rema.

....Για τον Αλκιβιάδη, η αναδρομή στο παρελθόν δεν είναι μια απλή διαδικασία ανάμνησης, αλλά ένα ταξίδι εσωτερικής ανασκόπησης. Μέσα από τα κύματα της νοσταλγίας, το χθες συνομιλεί με το σήμερα, επιτρέποντάς του να δει καθαρά τη διαδρομή που διήνυσε η οικογένειά του στα δύσκολα χρόνια του «Αραπορέματος». Οι μνήμες δεν παραμένουν νεκρά γράμματα στο μυαλό του· ζωντανεύουν ξανά, κουβαλώντας όλο το φορτίο της αγωνίας, της φτώχειας, αλλά και της αστείρευτης ελπίδας εκείνης της εποχής.
 Κοιτάζοντας πίσω, ο Αλκιβιάδης αναγνωρίζει ότι οι κακουχίες, οι αντιξοότητες και το παράδειγμα της αλύγιστης μητέρας του, της Ιοκάστης, υπήρξαν τα υλικά από τα οποία πλάστηκε ο χαρακτήρας του. Οι δυσκολίες δεν τον λύγισαν· λειτούργησαν ως ο καθρέφτης που του έδωσε τη δυνατότητα να καταλάβει ποιος ήταν, από πού ξεκίνησε και ποιος είναι σήμερα.
Ήδη τα πρώτα χρόνια έχουν περάσει από τότε που η οικογένεια του Αλκιβιάδη άφησε πίσω της τις πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα και το φτωχικό χωριό καταγωγής της, για να ριζώσει στη Λαμία. Τα πρώτα χρόνια έμειναν σ’ μια περιοχή από τις παλαιότερες και φτωχότερες γειτονιές της Λαμίας που βρίσκεται σε μια ρεματιά γεμάτη ανηφόρες, καθώς χαρακτηριστικά ήταν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια που υπήρχαν για να προσεγγίζουν οι κάτοικοι τα σπίτια τους. Οι περισσότεροι που κατοικούσαν στην γειτονιά αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό που πήγαιναν στη δουλειά τους με τα πόδια, δεν είχε λεωφορείο η γειτονιά και οι πιο πολλοί ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Τούτη η πινακοθήκη ανθρώπων και χαρακτήρων εκπροσωπούσε την αληθινή ζωή της συνοικίας και  την τεράστια δυσκολία να είσαι φτωχός, όπως η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, που ζούσε εκεί. Πρόσφυγες, εσωτερικοί μετανάστες και μεροκαματιάρηδες πάλευαν σφιχτά δίπλα-δίπλα για ένα αυριανό ξημέρωμα με περισσότερη ελπίδα.
Υπάρχουν μορφές που σημαδεύουν ανεπίστρεπτα την πορεία μας. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ιστορικά πρόσωπα ή ηχηρά ονόματα, αλλά για καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας —αυτούς που φορούν τη φθαρμένη στολή εργασίας, την πρόχειρη ποδιά του νοικοκυριού ή τα απλά καθημερινά ρούχα. Με το ήθος, τη σιωπηλή αφοσίωση και τη στάση ζωής τους, χαράζουν πορείες και εμπνέουν, αυξάνοντας την αγωνιστικότητα απέναντι στα εμπόδια. Σε αυτόν τον κύκλο των ανθρώπων-προτύπων, κομβική θέση κατείχε η μητέρα του η Ιοκάστη σαν σιωπηλός φάρος της Ζωής τους,. Ως αληθινή μαχητής της ζωής, στεκόταν ακλόνητη απέναντι στις συμπληγάδες της φτώχειας και της προσαρμογής στη νέα πόλη. Με αστείρευτο σθένος, δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να λυγίσει, αποτελώντας το ασφαλές καταφύγιο της οικογένειας. Η Ιοκάστη επιζητούσε διαρκώς από τον σύζυγό της, τον Κλέαρχο, πιο ενεργή και ουσιαστική συμμετοχή στα καθημερινά καθήκοντα και στις οικογενειακές ευθύνες. Η σύμπνοια αυτή θεωρούνταν από εκείνη μονόδρομος για να επιτευχθεί η ομαλή προσαρμογή στη Λαμία και να διασφαλιστεί τελικά η ευημερία και το μέλλον των παιδιών τους.
Η μορφή τη υπερέβαινε τα όρια μιας απλής μητρικής φιγούρας, ήταν σύμβολο αγώνα, εσωτερικής δύναμης και ηθικής ακεραιότητας. Στις δύσκολες συνθήκες της λαϊκής συνοικίας του «Αραπορέματος», η παρουσία της λειτούργησε ως ο αόρατος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν η επιβίωση και η συνοχή ολόκληρης της οικογένειας. Κατάφερε το δυσκολότερο έργο: να προσφέρει στα παιδιά της ασφάλεια και ρίζες για να πατούν γερά στη γη, αλλά και φτερά για να τολμήσουν να ονειρευτούν και να διεκδικήσουν ένα καλύτερο αύριο. Η ανθεκτικότητά της δεν εκφραζόταν με μεγαλοστομίες, αλλά με την ίδια της τη στάση ζωής. Κάθε της πράξη αποτελούσε ένα αθόρυβο μάθημα αξιοπρέπειας, διδάσκοντας στα παιδιά της ότι η πρόοδος έρχεται μέσα από την επιμονή και την πίστη στο κοινό καλό. Τέτοιες γυναίκες, με τα καθημερινά τους ρούχα και τις μεγάλες τους καρδιές, δεν περιορίζονται στο να μεγαλώνουν παιδιά. Χτίζουν χαρακτήρες, θεμελιώνουν αξίες και αφήνουν πίσω τους μια ανεκτίμητη κληρονομιά γενναιότητας που αντέχει στον χρόνο.
«Λενε πως  το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. Απ’ εκεί και πάνω, ξεκινάει το ανάστημα.» Η φράση αυτή περικλείει ακριβώς την ουσία της Ιοκάστης. Η χαλκέντερη αυτή γυναίκα, με την αδιάκοπη εργατικότητα και το σπάνιο σθένος της, δεν στεκόταν απλώς στα πόδια της· στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων, ξεπερνώντας τα όρια στο ίδιο της το μπόι μέσα από την ψυχική της μεγαλοπρέπεια. Μέσα στις αντίξοες συνθήκες της Λαμίας της δεκαετίας του 1960, σήκωσε στους ώμους της τα δυσβάστακτα βάρη της οικογένειας, αποδεικνύοντας έμπρακτα τι σημαίνει αφοσίωση και μόχθος. Το αληθινό της ανάστημα δεν μετριόταν με μέτρα, αλλά με τα έργα της. Η αναγνώριση και η αποδοχή από τον περίγυρό της δεν της χαρίστηκαν, κερδήθηκαν μέρα με τη μέρα, μέσα από τον ιδρώτα, την αξιοπρέπεια και τη σιωπηλή δύναμη της ψυχής της. Καθώς κυλούσε ο καιρός και οι απαιτήσεις της ζωής στο  Αραπόρεμα,πλήθαιναν και οι αντοχές της οικογένειας δοκιμάστηκαν εκ των έσω. Απέναντι στον αδιάκοπο, τιτάνιο αγώνα της Ιοκάστης, η στάση του Κλέαρχου εξελίχθηκε σε μια βαθύτερη συναισθηματική και πρακτική απόσυρση. Όταν η καθημερινότητα απαιτούσε αποφάσεις, ο Κλέαρχος έμενε πρακτικά αμέτοχος, αφήνοντας ολόκληρο το βάρος της πορείας στους ώμους της συζύγου του.  Ακόμη και όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες αχτίδες φωτός, οι ευκαιρίες για μια καλύτερη μέρα, ο δισταγμός και η αναβλητικότητά του λειτούργησαν ως τροχοπέδη. Ο φόβος του αγνώστου και η αποστροφή προς τη δυσκολία τον καθήλωσαν, στερώντας του την ευκαιρία να σταθεί ισάξιος δίπλα σε μια γυναίκα που είχε μάθει μόνο να προχωρά μπροστά.
Η Εξέλιξη της πορείας του Κλέαρχου στη Λαμία σκιαγραφούσε μια προσωπικότητα με αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά, διέθετε μια αξιοσημείωτη λειτουργική προσαρμοστικότητα. Κατάφερε γρήγορα να κατανοήσει τους κανόνες του νέου αστικού περιβάλλοντος και να βρει τον τρόπο να επιβιώσει σε αυτό. Είχε τον εγωισμό και την τολμηρότητα να κινηθεί δραστήρια εκεί που τα δικά του, προσωπικά ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο προσκήνιο. Ωστόσο, όταν η εξίσωση μεταφερόταν στο πεδίο της οικογενειακής ευθύνης, η εικόνα άλλαζε δραματικά. Ο Κλέαρχος υστερούσε σημαντικά στο κεφάλαιο της αφοσίωσης. Δεν ήταν «εραστής του κόπου», της  σκληρής και απαιτητικής δουλειάς, ακόμα κι όταν αυτή απέφερε καρπούς για το κοινό καλό. Έτσι, ενώ η Ιοκάστη σήκωνε στις πλάτες της το βάρος του αύριο με ακλόνητη ανθεκτικότητα, ο Κλέαρχος παρέμενε δέσμιος μιας επιλεκτικής δραστηριότητας, υπολειπόμενος των αυτονόητων υποχρεώσεών του ως πατέρας και σύζυγος.
Επιπλέον άρχισε και έδειχνε υπερβολικό ενδιαφέρον για το γυναικείο φύλο. Του άρεσε ο γυναικείος «ποδόγυρος». Σε ποιον δεν αρέσει άλλωστε; Το μάτι του με ευκολία έπεφτε σε κάθε γυναικείο «ποδόγυρο», λες και ήταν πεινασμένος. Λες και είχε να δει γυναίκα από την εποχή που η μάνα του τον βύζαινε. Στα τριάντα του χρόνια τότε δεν είχε την εικόνα του απόλυτου αρσενικού που κατεβαίνει από το ακριβό του αυτοκίνητο, και  πηγαίνει στην πολυτελή του έπαυλη όπου τον περιμένει ένας τόνος γυναίκες! Όχι! Η εμφάνιση του Κλεαρχου ήταν λίγο πιο πάνω από τον μέσο όρο, εποχιακός εργάτης ήταν, η οικογένεια αρχικά έμενε σε μια τρύπα γιατί ο Κλέαρχος δεν είχε μεγάλα όνειρα για κάτι καλύτερο και στον τρίτο τους χρόνο στη Λαμία απέκτησε και κυκλοφορούσε με ένα μηχανάκι ZÜNDAPP KS 50 SUPER. Οι έντονες ερωτικές του εμπειρίες ήδη από τα εφηβικά του χρόνια τον βοηθούσαν να καταλαβαίνει πότε μια γυναίκα είναι διαθέσιμη και ταυτόχρονα δεν φοβόταν να οδηγήσει την κατάσταση μέχρι το σεξ. Ο Αλκιβιαδης σκεφτόταν πως για μια νέα δυναμική και πολύ όμορφη γυναίκα όπως η μητέρα τους η Ιοκάστη, ο Κλέαρχος της άρεσε σαν άνδρας και τον θεωρούσε sexy, τότε ήταν πολύ πιθανό να τον θεωρούν sexy και άλλες γυναίκες, και αυτός να εξερευνούσε τις πιθανότητες να κάνει σεξ και με άλλες γυναίκες! Κάτι που αποδείχτηκε πως ο Κλέαρχος είχε ταλέντο να ανακαλύπτει γυναίκες παθιασμένες για σεξ! Η στάση του Κλέαρχου απέναντι στην ίδια τους την επιβίωση αποκάλυψε το βαθύ ρήγμα της προσωπικότητάς του. Οι περιστασιακές του ασχολίες ως φορτοεκφορτωτής του εξασφάλιζαν απλώς το μεροδούλι-μεροφάι, αφήνοντας πίσω τους μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας. Κάθε φορά που κάποιος τον ρωτούσε για τη δουλειά του, οι γενικόλογες και αόριστες απαντήσεις του πρόδιδαν την ανάγκη να συγκαλύψει την αλήθεια μιας ζωής που στηριζόταν σε δουλειές του ποδαριού.
Η γειτονιά τους.
Φτωχικά σπίτια κατά μήκος του ρέματος, τα περισσότερα αν όχι όλα χτισμένα με λάσπη και τούβλα και µε θέα στο ρέμα. Μια γειτονιά με αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παιδιά έπαιζαν ανέμελα κρυφτό, κυνηγητό, ανεβοκατέβαιναν τα σκαλάκια, με τις φωνές τους να αντηχούν στα γύρω στενά και οι μανάδες να μαζεύονται στα πεζούλια για κουβέντα μετά τη λάτρα του σπιτιού. Χαμηλά σπίτια, με μια τουαλέτα στον εξωτερικό χώρο. Αρκετά μεγάλες οι αυλές τότες, πλακοστρωμένες ή όχι, ήτανε καθεμιά κι ένας παράδεισος. Περιβολάκια και παρτέρια ολόγυρα με λογής-λογής λουλούδια, από γιασεμί και σκυλάκια, μέχρι χρυσάνθεμα, μέχρι γαζίες και ξέχωρα αυτά που είναι φυτεμένα στις γλάστρες. Η ύδρευση ήταν ένα από τα βασικότερα προβλήματα. Τα χρόνια εκείνα οι κάτοικοι της γειτονιάς έπαιρναν το νερό από μια δημοτική  βρύση, από όπου το μετέφεραν με δοχεία. Ο ευπρεπισμός των σπιτιών και η φροντίδα της αυλής ήταν βασικό μέλημα των κατοίκων του φτωχού συνοικισμού. Στα πλινθόκτιστα σπίτια ζούσε ένας ολόκληρος κόσμος με μεγάλες στερήσεις, αναζητώντας συνεχώς τρόπους να ομορφαίνει την δύσκολη καθημερινότητά του. Όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες και τις γιορτές έστηναν γλέντια στις αυλές. Η δύσκολη πρόσβαση λόγω της μορφολογίας του εδάφους με τις ανηφόρες και τις κατηφόρες δεν ενοχλούσε κανέναν.
Το πρωτο τους σπίτι παλιό στενόμακρο με τεράστιο κήπο, Μπροστά από την πόρτα της κύριας κατοικίας υπήρχε μια μεγάλη κληματαριά, για να τους προστατεύει από τον ήλιο και τη βροχή ανάλογα µε την εποχή. Λίγο πέρα από την κύρια κατοικία, υπήρχε κήπος µε τριανταφυλλιές, γαριφαλιές, ντάλιες, ζουμπούλια, γιασεμιά, κυκλάμινα και πανσέδες και  πολλά δένδρα. Ένας καταπράσινος κήπος περιφραγμένος με λυγαριές, σκίνα και βάτα. Ακριβώς δίπλα στον χωμάτινο κακοτράχαλο δρόμο αμέσως μετά τη κοίτη του ρέματος όπου τα νερά του απ' άκρη σ' άκρη, στέρευαν το καλοκαίρι.
Οι χειμωνιάτικες λίμνες που στα παιδικά του μάτια έμοιαζαν τεράστιες, μεταμορφώνονται σε γούρνες χάνοντας το πολύ νερό τους και ο ποταμός αυτό το θηρίο του χειμώνα γίνεται ένα καχεκτικό ρυάκι τα καλοκαίρια. Η οικογένεια μένει σε δυο συνεχόμενα ισόγεια δωμάτια. Ένα οι γονείς και το άλλο τα παιδιά. Το υπόλοιπο σπίτι έχει ακόμη δυο συνεχόμενα στη σειρά ισόγεια δωμάτια με τζάκι όπου έμεναν οι ιδιοκτήτες. Τους χωρίζει μια απλή μεσοτοιχία. Η κουζίνα και  τουαλέτα είναι εξωτερικές και κοινές. Στον κήπο υπάρχουν δυο ακόμη κτίσματα που χρησιμεύουν για αποθήκες. Ανατολικά στο σύνορο του κήπου υπάρχει μια μικρή οικία πρόσφατα ανακαινισμένη. Η ιδιοκτήτης  μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας είχε αποβιώσει πρόσφατα και οι κληρονόμοι ευρισκόμενοι στην Αμερική είχαν παραχωρήσει την διαχείριση στους γείτονες τους που συγχώνευσαν τις αυλές και την μικρή οικία την έχουν ενοικιάσει σε μια έφηβη σπουδάστρια.
Μόλις είχαν περάσει δυο χρόνια από την μετακόμιση της οικογένειας στο οίκημα και οι ιδιοκτήτες της οικίας αναχώρησαν στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση και ταυτόχρονα ενοικίασαν τα δωμάτια τους σ’ ένα ζευγάρι λίγο μεγαλύτεροι από στην ηλικία των γονιών του που ήρθαν στη Λαμία από τα μέρη της Θεσσαλίας. Όταν τους πρωτοείδε, με το πλάι του ματιού του ο Αλκιβιάδης τους έκανε τριανταπεντάρηδες την εποχή εκείνη που αντάλλαξαν γνωριμία με τους γονείς του μέσα από τα ευχάριστα και πλατιά χαμόγελα τους. Ο άνδρας ψηλός, λιγνός, καλοντυμένος κι ευγενής, ήταν όμως στεγνός με λευκή επιδερμίδα και ξανθά μαλλιά. Φορούσε καινούργια ρούχα, το κοστούμι του, από φτηνό γκρίζο ύφασμα, ήταν τόσο καινούργιο, πού διατηρούσε ακόμα την τσάκιση του πανταλονιού και το σακάκι του ερχόταν πολύ φαρδύ με αποτέλεσμα οι ώμοι του να «κρεμάνε». Ο Αλκιβιαδης τον θυμάται ότι συνήθως φορούσε γυαλιά ηλίου, εκινείτο νωχελικά και τόσο αργά που έδειχνε ανίκανος να κάνει οτιδήποτε βιαστικά. Τον φαντάστηκε να καίγεται το σπίτι του και αυτός να κινείται με την ταχύτητα που μεγαλώνει το γρασίδι, για να το σώσει. Η γυναίκα αντιθέτως ήταν μια μπριόζα και, πληθωρική γυναίκα με πλούσιες καμπύλες και μπούστο, κέρδιζε πάντα τις εντυπώσεις. Μια αυθόρμητη παρουσία που με τα πλούσια προσόντα της άφησε κάγκελο τον Κλέαρχο, ο οποίος παριστάνοντας τον αδιάφορο και ντροπαλό στους γύρω του, την κοίταξε με λαγνεία και το βλέμμα του ήταν «γεμάτο», δεν άφηνε περιθώριο για κάτι άλλο, εκφράζοντας το μέγιστο της επιθυμίας του. 
Εκείνη δεν φάνηκε να ενοχλείται, απεναντίας το λάγνο βλέμμα του Κλέαρχου δεν την άφησε εντελώς ανεπηρέαστη. Παρόλο που μπορεί να μην το έδειξε, το πρόσεξε, την επηρέασε, την έκανε να νιώσει κολακεία. Τον κοίταξε του σκάει η γυναίκα ένα απίστευτα χαριτωμένο χαμόγελο, γεμάτο νάζι και τσαχπινιά. Απ' αυτά τα χαμόγελα που λένε «αν δεις καράβι στο βουνό, γυναίκα, το έχει τραβήξει». Η πληθωρική γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά πως να ανάβει φωτιές και να ανεβάζει τη θερμοκρασία στα ύψη με το πληθωρικό κορμί και τα πλούσια προσόντα της και να κερδίζει την εκτίμηση του αρσενικού πληθυσμού.
Ο Κλέαρχος από εκείνη την ημέρα την είχε μέσα στο μυαλό του συνέχεια και δεν μπορούσε να την βγάλει. Ένιωθε κάτι μέσα του να φτερουγίζει. Ένα πρωτόγνωρο ηδονικό αναρρίγισμα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Εκείνη ήξερε ότι του άρεσε. Κάθε φορά που την συναντούσε η φωνή του λιγώνονταν και όλο του το παρουσιαστικό άλλαζε όψη. Προσπαθούσε να δείχνει ευγενικός και εξυπηρετικός μα καταλάβαινε την έξαψη του, τον ήξερε καλά. Ήξερε ότι έριχνε κλεφτές ματιές στο στήθος της, ακόμη πιο κλεφτές ματιές στον πισινό της και πως από το πρόσωπο επικεντρώνοταν με ηδονική λαχτάρα, στα χείλη της.. Του έριχνε ικανοποιημένη, χαμόγελα όλο υπονοούμενα γνωρίζοντας καλά τις σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό του και τα λαγγεμένα μάτια της μαρτυρούσαν και την δική της ηδονή.
Ο Κλέαρχος αυτά έβλεπε και ηδονικές ανατριχίλες δονούσαν το κορμί του. Την φανταζόταν σαν ερωμένη του που τον ερέθιζε περισσότερο από την τρυφερότητα και τους ήσυχους, δακρύβρεχτους οργασμούς της Ιοκάστης του.
Ο Αλκιβιάδης το θυμάται που ένα βράδυ του φθινοπώρου που ο σύζυγός χαιρέτησε την οικογένεια τους γιατί αναχωρούσε για τα χωριό τους. Θα επέστρεφε στη Θεσσαλία όπου είχε κάποιες οικογενειακές υποθέσεις να τελειώσει, πήρε άδεια από την νέα του εργασία και θα έλειπε ίσως τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Και κάπου εκεί άνοιξε η συζήτηση για το αν θα μπορούσαν οι γονείς του μέχρι να επιστρέψει να νοιάζονται και να προσέχουν την σύζυγο του και αν χρειαστεί κάποια βοήθεια να της συμπαρασταθούν. Μεγάλο λάθος του.
Η Νεφέλη, -ήταν το όνομα της- έμεινε στη μοναξιά της που της δημιουργεί ένα συναισθηματικό και σωματικό κενό. Αυτή η απουσία του συζύγου την κάνει πιο ευάλωτη, πιο δεκτική σε εξωτερικά ερεθίσματα. Το τολμηρό βλέμμα του Κλεαρχου ήταν μια διεισδυτική, σχεδόν σωματική επαφή που την χάιδευε υποδηλώνοντας την επιθυμία του, σιωπηλά και έντονα, προκαλώντας της ηλεκτρισμό. Το απολάμβανε να νιώθει τα μάτια του να τη χαϊδεύουν, να τον βλέπει να ανάβει να κοκκινίζει και να ζορίζεται, ξέροντας ότι έφτανε να κουνήσει το μικρό της δαχτυλάκι για να τον έχει δικό της όποτε ήθελε. Είναι παντρεμένη με ένα καλό άνθρωπο αλλά δυστυχώς η ζωή τους έφερε δυσκολίες στο γάμο τους! Ο σύζυγος απουσιάζει τακτικά στις δουλειές του, η γυναίκα νιώθει συναισθηματικά κενά, ανάγκη για επιβεβαίωση έχει μια αίσθηση παραμέλησης. Ο Κλέαρχος ήταν ιδανική περίπτωση εραστή για τη Νεφέλη να λειτουργήσει ως διέξοδος στις σεξουαλικές ανάγκες της, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν αγαπά το σύντροφό της ή ότι δεν θέλει να διατηρήσει το γάμο της.  
Ούτε ο Κλέαρχος αντιστάθηκε στον πειρασμό, δεν είχε εσωτερικούς φραγμούς, και ηθικούς ενδοιασμούς να τα φορέσει στην Ιοκάστη. Δεν είχε κανένα πρόβλημα, και φυσικά δεν έχασε την ευκαιρία να πέσει στο ερωτικό κρεβάτι με τη νέα γειτόνισσα κι όπως ήτανε φυσικό, καθόλου δεν δίστασε να ταράξει τα νερά της σεμνότυφης και συντηρητικής εποχής του, στη φτωχική συνοικία. Μια σειρά από σαθρά τούβλα χωρίζει τις κρεβατοκάμαρες τους και δεν χρειάζεται να ψάχνουν για ερωτική φωλιά φτάνει να απουσιάζουν τα έτερα τους ήμισυ.
....Η Ιοκάστη ως συνήθως απουσίαζε απ' τα χαράματα στη δουλειά της και ο Κλέαρχος που ήταν άνεργος την εποχή εκείνη μόλις είχε γυρίσει απ' την αγορά αναζητώντας μεροκάματο, αλλά επέστρεψε σπίτι άπραγος. Εκεί τον βρήκε η Νεφέλη γυρίζοντας από το συνοικιακό μπακάλικο να καπνίζει αραγμένος στο πλατύσκαλο της εξώπορτας στη κοινή αυλή τους. Η ίδια πάντως ήταν στα καλύτερά της! Όμορφη και θελκτική γυναίκα, φρόντιζε να το επιδεικνύει όσο μπορούσε. Διένυε τα καλύτερά της χρόνια. (ήταν τότε στα τριανταπέντε!)
Ο Κλέαρχος της φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Καλημέρα  γείτονα τι κάνεις; Πως έτσι αραχτός σήμερα;» 
«Καλημέρα Νεφέλη. Περίμενα να ξεκινήσει το εκκοκκιστήριο σήμερα  αλλά το ανέβαλαν για την επόμενη εβδομάδα!» Ο Κλέαρχος δούλευε σαιζόν στους ριζόμυλους.
«Πολύ σκεφτικό σε βλέπω συμβαίνει κάτι;»
«Όχι! απλά δεν έχω ιδιαίτερη διάθεση!»
«Και ποιος σου χάλασε τη διάθεση αν επιτρέπεται;»
«Μα τι να σου λέω Τώρα» 
«Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι σαν συζυγικό καυγαδάκι μου μυρίζει...Με την Ιοκάστη ε;»
«Όχι δεν τσακώθηκα με την Ιοκάστη αλλά έχω πολύ σημαντικότερα προβλήματα μαζί της.» 
Η Νεφέλη κάτι είχε πάρει το αυτί της για το πρόβλημα του Κλεαρχου όταν κρυφάκουσε το ζευγάρι που λογομαχούσαν προχθές (ε, να μη μάθει γιατί λογομαχούσαν;) γιατί η Ιοκάστη δεν του καθόταν να τη γαμήσει. Η κοπέλα είχε βλέπεις προτεραιότητα να ασχοληθεί με τα παιδιά τους και να ξεκουραστεί μετά από μια κοπιαστική μέρα. Τον κοίταξε με κατανόηση και προσπάθησε να δώσει δίκιο και στον μεν και στο δε. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι ο γάμος δεν είναι «παίξε γέλασε», είναι κατάσταση ζόρικη που εξαρχής απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Εκτός από παπά, κουμπάρο και κουφέτα, εκτός από κατσαρόλες και σερβίτσια, πρέπει να έχεις και υπομονή (απεριόριστη) και κατανόηση (κυρίως για τα ακατανόητα) και τόσα άλλα που δεν χρειάζεται να τα αναφέρει, αφού ωραιότατα τα έχουν ταξινομήσει όλα αυτά τα βιβλία – εγχειρίδια του τύπου «πώς να σώσετε τον γάμο σας».
«Γι' αυτό έχεις αυτά τα μούτρα γείτονα;» Γελάει; «Βρε τη ρουφιάνα την Ιοκάστη; Τι του έκανες ρε κούκλα μου του παιδιού και δε μιλιέται; Αχ ρε Ιοκάστη!»
«Νεφέλη παίζεις με τον πόνο μου!»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με καλοσυνάτη ανοχή. «Για συμπαράσταση κερνάω καφέ της παρηγοριάς, βάλε το τσιγάρο και έλα μέσα να τα πούμε! Και γι’ αυτά ακριβώς τα προβλήματα μας αν θέλεις να μιλήσουμε. Τι σε απασχολεί; Φιλικά στα λέω μη με παρεξηγάς. Επειδή σε νοιάζομαι στα λέγω. Εκτός και εάν δεν είμαι καλή παρέα;»
«Είπα εγώ ότι δεν είστε καλή παρέα; Τον καφέ ευχαρίστως, ειδικά από τα χεράκια σου. Έλα που κομμάτι δυσκολεύομαι όμως να σου πω για τα πολύ προσωπικά μου.»
«Τι φοβάσαι την κριτική, ή την παρεξήγηση;»
«Δεν ξέρω πως να εκφράσω τα παράπονά μου»  
«Πες μου τώρα ότι έχεις και παράπονα. Τι σου λείπει δηλαδή; Ωραίος άνδρας είσαι! Τι ωραίος δηλαδή μ' αυτό το γεροδεμένο σου κορμί παίρνεις τα μυαλά στα θηλυκά. Και ωραία γυναίκα για το κρεβάτι έχεις. Τι άλλο είναι αυτό που θέλεις;» 
«Ναι ωραία όλα αυτά άλλα δεν αντέχω άλλο. Να σου πω κάτι μεταξύ μας ; Δεν πάει άλλο με την Ιοκάστη και με αυτό το συνέχεια είμαι κουρασμένη! Σαν άνδρας έχω και άλλες ανάγκες αν με καταλαβαίνεις.»
«Τι θες να πεις δηλαδή; Ότι κουράστηκε η κυρία να της τον χώνεις; Άγιε μου Φανούριε, σχώρα με! Πάλι αμάρτησα και έγινα αθυρόστομη! Δεν το κάνω επίτηδες η ρουφιάνα, μου ξεφεύγουν.»
«Έτσι είναι αποφεύγει το σεξ λες και το χει βαλσαμώσει το μουνί της.»
«Αα είσαι και εσύ, από αυτούς τους στερημένους. Σκέψου και μένα που περνάνε εβδομάδες χωρίς να δω χαρά στα σκέλια μου.» 
Δευτερόλεπτα σιωπής. Η Νεφέλη χαμογελά αμήχανα. Ο Κλέαρχος την κοιτά έντονα στα μάτια.
«Δηλαδή  ο Μπαργαλάτσος του νοικοκύρη σου είναι σαν ένα όπλο που δεν μπορεί να κάνει καλά την δουλειά του;.»  
«Γενικά δεν είναι και πολύ του sex, δεν κάνει πολλά πράγματα στο κρεβάτι, δεν έχει φλόγα. Θα έλεγα ότι με πηδάει που και που επειδή πρέπει, η επειδή απλά του το ζητάω επίμονα.» 
«Δεν το πιστεύω! Τι μου λες! Πως γίνεται κύριε από τα Τρίκαλα να έχεις μια γυναίκα σαν την Νεφέλη, καύλα σκέτη και να μη  βάζεις φωτιά στη σεξουαλική σας καθημερινότητα!  Νεφέλη φωτιές μου άναψες και δεν είμαστε πια παιδιά! Απ' όταν σε είδα σε θέλω τόσο.»
«Κούκλε μου η αλήθεια εδώ που τα λέμε είναι πως ένα δίκιο το 'χει η Ιοκάστη σου, όλη μέρα δουλεύει σαν σκυλί για τον επιούσιο για τα απαραίτητα που χρειάζεται για να ζήσει η οικογένεια σας.... που χρόνος για σένα! Και απ' ότι καταλαβαίνω η Κυρία σου δεν το έχει το σεξουαλικό άθλημα στο φόρτε της,» του λέει αποπνέοντας σεξουαλική έλξη, και ερωτική επιθυμία έχοντας αφεθεί στις σκέψεις της σε ένα συναρπαστικό ταξίδι ευχαρίστησης όπου οι άγριες επιθυμίες της θα ικανοποιούνται με τρόπο που θα αφήσουν άναυδο το γείτονα της. «Αν λοιπόν συμφωνείς και εσύ αφού το βλέπω πόσο με θέλεις εγώ δεν έχω ενδοιασμούς να σε μοιράζομαι σεξουαλικά μαζί της. Ο Κλέαρχος έμεινε κατάπληκτος και ένιωθε τον πούτσο του να θεριεύει και μόνο με τη σκέψη πως θα τσαλαβουτούσε μέσα στο υγρό μουνάκι της. Ήταν σαν να είχε ακούσει τις μύχιες επιθυμίες που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε αντίρρηση τελικά γι’ αυτά που του ζήτησε η νέα γειτόνισά αλλά, δεν είχε συνηθίσει ν’ αποφασίζουν άλλοι γι’ αυτόν. Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν καθαρό, αποφασιστικό αλλά στο βάθος διέκρινε παράκληση. «Πάμε μέσα στη κρεβατοκαμαρα.» Τον παροτρύνει! Έσβησε το φως και όταν εκείνος μπήκε, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι αναζήτησε τα χείλη του. Αφέθηκε στο αγκάλιασμα της, ανταποδίδοντας το φιλί και σιγά-σιγά την έσφιξε πάνω του, την χάιδεψε αναστατώνοντας τα μαλλιά και την παρέσυρε στον καναπέ για να καταλήξουν λίγο αργότερα στο κρεβάτι…
....Ήταν ένα φθινοπωρινό σκηνικό του καιρού. Ηλιοφάνεια με λίγες αραιές νεφώσεις που ταξίδευαν νωχελικά στον ουρανό. Στο σχολείο του Αλκιβιάδη είχε γίνει απολύμανση από την υγειονομική υπηρεσία των σχολικών κτηρίων και οι μαθητές είχαν απομακρυνθεί πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο. Έτσι, βρέθηκε ξαφνικά με αρκετές ώρες ελεύθερες μπροστά του. Η Ιοκάστη, όπως πάντα, βρισκόταν στη δουλειά της. Ο Κλέαρχος, αν δεν είχε καταφέρει να βρει κάποιο μεροκάματο, σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης, θα ήταν μάλλον στο καφενείο, σκυμμένος πάνω από την τράπουλα, όπως συνήθιζε όταν δεν είχε δουλειά. Τα μικρότερα αδέλφια του, όπως γινόταν συχνά, βρίσκονταν στη θεία τους, η οποία έμενε άνεργη εκείνη την εποχή και μπορούσε να τα κρατά όταν οι γονείς έλειπαν.
Η γειτονιά στο «Αραπόρεμα» ζούσε τον καθημερινό της ρυθμό και το ρέμα κυλούσε αδιάφορο δίπλα στα σπίτια, κρατώντας μέσα του τις μικρές και μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων που ζούσαν στις όχθες του. Ο Αλκιβιάδης, φτάνοντας στην είσοδο της αυλής, σταμάτησε ξαφνιασμένος. Στο βάθος του μεγάλου κήπου είδε τρία κοριτσόπουλα να στέκονται σχεδόν ακίνητα, αμίλητα, στριμωγμένα πίσω από τις ξύλινες γρίλιες του κλειστού παραθύρου του σπιτιού όπου έμενε η Νεφέλη. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη προς το εσωτερικό του δωματίου. Δεν μιλούσαν, μόνο αντάλλασσαν πότε-πότε γρήγορες ματιές μεταξύ τους, σαν να είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι που δεν καταλάβαιναν, αλλά τους είχε τραβήξει έντονα την περιέργεια. Ήταν η δωδεκάχρονη εξαδέλφη του, η Μερόπη, η εντεκάχρονη Ιόλη από την απάνω γειτονιά και η δεκάχρονη Μυρσίνη, το γειτονόπουλο που έμενε τρία σπίτια παρακάτω, στην όχθη του ρέματος. Ανάμεσα στο παιχνίδι και στην παιδική περιέργεια, είχαν ξεχάσει για λίγο τον χρόνο. Κάθε τόσο όμως έριχναν ανήσυχες ματιές γύρω τους, μήπως εμφανιστεί κάποιος απρόσμενα και τις αντιληφθεί. Ο μεγάλος κήπος, με τα δέντρα, τις φυλλωσιές και τους φράχτες από λυγαριές και βάτα, λειτουργούσε σαν φυσικό καταφύγιο, κρύβοντας τις μικρές φιγούρες τους από τα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων και από τους περαστικούς του χωμάτινου δρόμου δίπλα στο ρέμα. Με τα κεφάλια σκυφτά, κρατούσαν την ανάσα τους και αφουγκράζονταν τους αμυδρούς ήχους που έφταναν από το κλειστό δωμάτιο. Δεν καταλάβαιναν πραγματικά τι συνέβαινε· μόνο ένιωθαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε κάτι κρυφό, σε έναν κόσμο των μεγάλων που μέχρι τότε τους ήταν άγνωστος. Η παιδική περιέργεια, εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη να ανακαλύψεις όσα σου κρύβουν, τις είχε φέρει ως εκεί. Κοιτάζονταν μεταξύ τους σιωπηλές, με μάτια γεμάτα απορία, σαν να προσπαθούσαν να ενώσουν κομμάτια μιας ιστορίας που δεν μπορούσαν ακόμη να κατανοήσουν. Ο έρωτας, αυτή η βαθιά ανθρώπινη δύναμη που συνοδεύει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα στη ζωή, παρέμενε για εκείνες ένα ακατανόητο μυστήριο. Ένα κομμάτι του κόσμου των ενηλίκων που μόλις άρχιζε να αποκαλύπτεται μπροστά τους, αφήνοντας πίσω του ερωτήματα, εντυπώσεις και μια παράξενη αίσθηση ότι η παιδική ηλικία τους πλησίαζε σιγά-σιγά στο τέλος της. Χωρίς να το γνωρίζουν, εκείνη τη στιγμή δεν παρατηρούσαν απλώς ένα γεγονός· άγγιζαν, με τον αθώο τρόπο της ηλικίας τους, το πέρασμα από τον κόσμο της ανεμελιάς στον κόσμο των σύνθετων ανθρώπινων σχέσεων. Πρώτη τον είδε η ξαδέλφη του, η Μερόπη. Μόλις τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, το κορίτσι τινάχτηκε απότομα, σαν να την είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ύστερα έσκυψε προς τις άλλες δύο φίλες της και κάτι τους ψιθύρισε βιαστικά. Γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Σςςςςς…» Έφερε το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της, ζητώντας του σιωπή. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε απορημένος. Ήταν σχεδόν βέβαιος πως βρισκόταν μόνος του, κι όμως η συμπεριφορά τους τον μπέρδευε. Αμήχανος, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του, μήπως υπήρχε κάποιος άλλος που δεν είχε προσέξει. Δεν καταλάβαινε τι ακριβώς συνέβαινε. Ξαφνικά η Μερόπη πετάχτηκε όρθια από το περβάζι. Μια μικρή αναστάτωση απλώθηκε ανάμεσα στα κορίτσια. Τις έπιασε από τα χέρια και, χωρίς να χάσει χρόνο, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Χωρίς φωνές και χωρίς θόρυβο, σαν μικροί συνωμότες που μόλις είχαν αποκαλυφθεί, ξεκίνησαν όλοι μαζί να τρέχουν. Τα κορίτσια μπροστά, ο Αλκιβιάδης πίσω τους, διέσχισαν αλαφιασμένοι τον μεγάλο κήπο και κρύφτηκαν στην παλιά αποθήκη, στην άκρη της αυλής. Εκεί, ανάμεσα σε παλιά αντικείμενα, μυρωδιές ξύλου και χώματος, σταμάτησαν λαχανιασμένοι. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο κοιτάζονταν μεταξύ τους, με εκείνο το παράξενο μείγμα φόβου, ντροπής και ενθουσιασμού που νιώθουν τα παιδιά όταν, χωρίς να το επιδιώξουν, έχουν βρεθεί μπροστά σε έναν άγνωστο κόσμο των μεγάλων. Στο εσωτερικό του δωματίου, πίσω από τις κλειστές γρίλιες, ο χρόνος είχε χάσει το νόημά του. Ο Κλέαρχος και η Νεφέλη είχαν παραδοθεί στη δύναμη της στιγμής, ενώ από το γραμμόφωνο ακουγόταν χαμηλά το «Diana» του Paul Anka, σαν να προσπαθούσε η μουσική να σκεπάσει τα μυστικά που γεννιούνταν μέσα στο μικρό δωμάτιο. Η Νεφέλη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε δει στον Κλέαρχο μόνο έναν γοητευτικό γείτονα, ανακάλυπτε μια πλευρά του που την αιφνιδίαζε. Εκείνος ένιωθε πως είχε βρει έναν άνθρωπο που τον θαύμαζε και τον επιθυμούσε, μακριά από τις καθημερινές απαιτήσεις, τις στερήσεις και τις εντάσεις του σπιτιού του. Και έξω, στην άλλη πλευρά του παραθύρου, τα κορίτσια προσπαθούσαν να καταλάβουν έναν κόσμο που μόλις άρχιζε να τους αποκαλύπτεται. Τα αυτιά τους άκουγαν ψιθύρους και κινήσεις, τα μάτια τους όμως έπεφταν πάνω στις γρίλιες που άφηναν να περνά το φως, όχι η αλήθεια. Ήταν εκείνη η παράξενη ηλικία όπου η περιέργεια συναντά την αμηχανία, όπου τα παιδιά στέκονται στο κατώφλι της ενηλικίωσης χωρίς ακόμη να γνωρίζουν τι ακριβώς αντικρίζουν. Λίγο αργότερα, στο δωμάτιο επικράτησε ησυχία. Η Νεφέλη έφτιαξε τα μαλλιά της, τακτοποίησε το φόρεμά της, άναψε δύο τσιγάρα και του πρόσφερε το ένα. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές, καθημερινές κινήσεις που έμοιαζαν να σφραγίζουν μια μεγάλη αλλαγή. Έξω η γειτονιά συνέχιζε να ζει όπως πάντα, χωρίς να γνωρίζει πως πίσω από έναν τοίχο είχαν ήδη αρχίσει να γράφονται ιστορίες που θα άφηναν σημάδια. Ο Κλέαρχος δέχτηκε να περάσει το κατώφλι του σπιτιού της Νεφέλης εκείνο το πρωινό, αφού πρώτα εκείνη τον διαβεβαίωσε πως ο σύζυγός της δεν επρόκειτο να επιστρέψει πριν περάσουν αρκετές εβδομάδες. Η Ιοκάστη είχε ήδη φύγει από τα χαράματα για τη δουλειά της στο εκκοκκιστήριο της βαμβακουργίας του Μουζέλη. Εκείνη η απουσία της δεν ήταν μια απλή απουσία. Ήταν η καθημερινή θυσία μιας γυναίκας που πάλευε για την επιβίωση της οικογένειάς της. Η Ιοκάστη είχε μάθει να μετρά τη ζωή με τον μόχθο. Πριν ακόμη βρεθεί στο εκκοκκιστήριο, είχε γνωρίσει τις σκληρές συνθήκες ενός εργοστασίου κεραμοποιίας, δουλεύοντας σε περιβάλλον δύσκολο ακόμη και για άνδρες. Το σώμα της κουβαλούσε την κούραση, αλλά η ψυχή της κρατούσε όρθιο το σπίτι. Η Νεφέλη, από την άλλη πλευρά, μιλούσε στον Κλέαρχο για τα δικά της κενά και τις απογοητεύσεις του γάμου της. Προσπαθούσε να του εξηγήσει πως η μοναξιά, η απόσταση και η αίσθηση παραμέλησης είχαν δημιουργήσει μέσα της ένα κενό που ζητούσε να καλυφθεί. Ο Κλέαρχος άκουγε περισσότερο με τον εγωισμό του παρά με τη λογική του. Τα λόγια της Νεφέλης άγγιζαν ένα σημείο μέσα του που είχε ανάγκη επιβεβαίωσης. Ήθελε να αισθανθεί ξανά δυνατός, επιθυμητός, σημαντικός. Δεν έβλεπε εκείνη τη στιγμή το βάρος των συνεπειών· έβλεπε μόνο την ευκαιρία να αποδείξει στον εαυτό του κάτι που ίσως φοβόταν πως είχε χάσει. Κι έτσι, ενώ η Ιοκάστη πάλευε καθημερινά για το αύριο των παιδιών τους, ο Κλέαρχος επέλεγε έναν δρόμο που θα άφηνε αργότερα βαθύτερα σημάδια απ’ όσα μπορούσε τότε να φανταστεί. ο δωμάτιο είχε χάσει την τάξη του. Αντικείμενα είχαν μετακινηθεί, έπιπλα είχαν παραμεριστεί βιαστικά, σαν να είχε περάσει από μέσα τους μια θύελλα συναισθημάτων που δεν άφησε τίποτα ανέγγιχτο. Η Νεφέλη είχε παραδοθεί στη στιγμή, ενώ ο Κλέαρχος, παρασυρμένος από την ανάγκη του να αισθανθεί ξανά δυνατός και επιθυμητός, άφηνε στην άκρη κάθε σκέψη για τις συνέπειες. Το γραμμόφωνο συνέχιζε να παίζει τον ίδιο δίσκο του Paul Anka, επαναλαμβάνοντας τη μελωδία που είχε γίνει το αθέατο φόντο μιας απαγορευμένης ιστορίας. Για λίγο όλα γύρω τους έμοιαζαν να έχουν σταματήσει. Υπήρχαν μόνο η στιγμή, η ένταση και η ψευδαίσθηση πως ο κόσμος έξω από το δωμάτιο δεν υπήρχε. Κι όμως, ο κόσμος υπήρχε. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στους ήχους της μουσικής και στη σιωπή που ακολουθεί τις μεγάλες εξάρσεις, ο Κλέαρχος ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα. Κάτι στο παράθυρο τράβηξε την προσοχή του. Ήταν μια κίνηση; Μια σκιά; Μια αντανάκλαση; Στην αρχή προσπάθησε να το αγνοήσει. Όμως η αίσθηση επέμενε. Κοίταξε προς τις γρίλιες και για μια στιγμή το πρόσωπό του άλλαξε. Γιατί εκεί, στην άλλη πλευρά του τζαμιού, δεν ήταν μόνο η μουσική που τους συντρόφευε. Υπήρχαν μάτια που κοιτούσαν. Και τότε, για πρώτη φορά μέσα σε εκείνη τη μέθη της στιγμής, πέρασε από το μυαλό του Κλέαρχου η σκέψη πως ίσως το μυστικό τους δεν ήταν πια μόνο δικό τους. Σηκώθηκε αργά και πλησίασε το παράθυρο. Με μια προσεκτική κίνηση άνοιξε ελάχιστα τα παραθυρόφυλλα και κοίταξε έξω μέσα από τις γρίλιες. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν πράγματι κάποιος βρισκόταν εκεί ή αν το παιχνίδι του φωτός και των σκιών τού είχε δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση. Τότε την είδε. Απέναντι, στην είσοδο της μικρής κάμαρας, στεκόταν η νεαρή σπουδάστρια που έμενε στην αυλή. Μόλις είχε επιστρέψει και κοιτούσε γύρω της με απορία. Είχε παρατηρήσει τα παιδιά να τρέχουν αναστατωμένα προς την αποθήκη και προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Για μια στιγμή οι δύο κόσμοι συναντήθηκαν μέσα από μια σιωπηλή ματιά. Ο Κλέαρχος την παρατήρησε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τράβηξε την προσοχή του, αλλά η αίσθηση της νιότης, της ανεμελιάς και της διαφορετικής ζωής που αντιπροσώπευε. Ήταν ένας κόσμος μακριά από τη δική του καθημερινότητα, από τα βάρη, τις στερήσεις και τις ευθύνες που απέφευγε συχνά να αντιμετωπίσει. Η κοπέλα, από την πλευρά της, ένιωσε πως κάτι παράξενο υπήρχε πίσω από εκείνο το παράθυρο. Δεν μπορούσε να ξέρει, δεν μπορούσε να εξηγήσει, μόνο διαισθανόταν πως κάποιο μυστικό κρυβόταν στην ατμόσφαιρα. Ο Κλέαρχος έκλεισε αργά το παραθυρόφυλλο και γύρισε προς τη Νεφέλη. «Ήταν οι σκιές από τα δέντρα», είπε καθησυχαστικά. «Ο αέρας κουνάει τα φύλλα και μπερδεύει το μάτι.» Όμως ο ίδιος ήξερε πως κάτι είχε ήδη αλλάξει μέσα του. Η εικόνα εκείνης της στιγμής είχε μείνει χαραγμένη στη σκέψη του. Όχι επειδή είχε συμβεί κάτι, αλλά επειδή αποκάλυπτε για άλλη μια φορά μια πλευρά του χαρακτήρα του: την αδιάκοπη ανάγκη του να κυνηγά το καινούργιο, το απρόσιτο, την επιβεβαίωση που του έδινε την ψευδαίσθηση πως παρέμενε κυρίαρχος της ζωής του. Και χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, κάθε τέτοια επιλογή τον απομάκρυνε λίγο περισσότερο από εκείνους που πραγματικά τον χρειάζονταν. Τον είδε η Νεφέλη και τον παρατήρησε για λίγο σιωπηλή. «Τι είναι αυτό με σένα;» του ψιθύρισε, προσπαθώντας να καταλάβει τη σκέψη που είχε σκοτεινιάσει για μια στιγμή το πρόσωπό του. Ο Κλέαρχος έκλεισε το γραμμόφωνο και για λίγο έμεινε ακίνητος. Η σιωπή που ακολούθησε έκανε πιο έντονους όλους τους ήχους έξω από το δωμάτιο: τα φύλλα των δέντρων, τα βήματα στην αυλή, την ανάσα μιας γειτονιάς που συνέχιζε να ζει χωρίς να γνωρίζει όλα όσα κρύβονταν πίσω από τους τοίχους.
Στην αποθήκη, η Μερόπη προσπαθούσε ακόμη να συνέλθει από την αναστάτωση της στιγμής. Είχε το πρόσωπό της κατακόκκινο από την ταραχή και την αμηχανία, όχι επειδή καταλάβαινε πραγματικά όσα είχαν συμβεί, αλλά επειδή είχε βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε έναν κόσμο άγνωστο και μπερδεμένο για την ηλικία της. Γύρισε προς τον Αλκιβιάδη και του χαμογέλασε καθησυχαστικά. «Τι έπαθες; Σαν να είδες φάντασμα κάνεις.» Ο Αλκιβιάδης ήταν μόλις δέκα χρονών. Κατέβασε το βλέμμα του. Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει και ένιωθε πως δεν είχε λόγια για να εξηγήσει αυτό που συνέβαινε μέσα του. Ήταν ένα συναίσθημα παράξενο, ένα μπέρδεμα από απορία, ντροπή και αμηχανία. Έσφιξε και ξέσφιξε τα λεπτά δάχτυλά του πάνω στα γόνατά του, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Η Μερόπη άπλωσε το χέρι της και του έπιασε το δικό του, σαν να ήθελε να τον τραβήξει πίσω στην ασφάλεια της παιδικής τους ηλικίας. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Μόνο κοίταξε προς την πόρτα της αποθήκης, εκεί όπου ο κόσμος των μεγάλων φαινόταν ξαφνικά πολύ πιο περίπλοκος απ’ όσο τον είχε φανταστεί. Ο Αλκιβιάδης σάστισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σήκωσε το κεφάλι του κοιτάζοντάς τη με ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να απαντήσει ή απλώς να μείνει σιωπηλός. «Τα συμπαθώ… ή τουλάχιστον προσπαθώ», ψέλλισε. Η Μερόπη χαμογέλασε, βλέποντας την αμηχανία του. «Έλα από δω. Έλα κοντά μου», του είπε χαμηλόφωνα, σαν να ήθελε να τον καθησυχάσει. Για λίγο έμειναν σιωπηλοί. Από την αποθήκη άκουγαν μόνο τον αέρα που περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά του κήπου και το απαλό θρόισμα των φύλλων. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που τα παιδιά νιώθουν πως κάτι αλλάζει γύρω τους, χωρίς ακόμη να μπορούν να το εξηγήσουν. Η Μερόπη κάθισε δίπλα του και πέρασε το χέρι της στους ώμους του με τη φυσικότητα ενός παιδιού που θέλει να δώσει θάρρος σε κάποιον που αγαπά. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Όλοι έτσι νιώθουν καμιά φορά. Σαν να μην ξέρουν τι να πουν.» Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε αχνά. Ένιωθε ακόμη μπερδεμένος, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μια γλώσσα που μόλις άρχιζε να μαθαίνει. Η Μερόπη γύρισε προς τα άλλα κορίτσια και είπε γελώντας: «Είναι πολύ γλυκό το ξαδερφάκι μου. Ακόμα ντρέπεται να μιλήσει.» Και τα κορίτσια γέλασαν σιγανά, όχι κοροϊδευτικά, αλλά με εκείνη την αθώα χαρά των παιδιών που ανακαλύπτουν σιγά-σιγά πως μεγαλώνουν. Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ», είπε χαμηλόφωνα. Η Μερόπη τον κοίταξε με ένα ζεστό χαμόγελο. «Ξέρεις πως σ’ αγαπάμε.» «Κι εγώ σας αγαπώ», απάντησε. Για λίγο σώπασε. Κοίταξε γύρω του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους άκουγε. Ήξερε καλά πως με τη Μερόπη δεν ήταν εύκολο να ζητήσει κανείς να μείνει μακριά από τις μικρές τους περιπέτειες. Η περιέργειά της και η αγάπη της για τις σκανταλιές ήταν κομμάτι του χαρακτήρα της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι της αποθήκης. Η σκέψη του ταξίδευε ακόμη σε όσα είχαν συμβεί εκείνη τη μέρα, σε εικόνες και συναισθήματα που δεν μπορούσε να τακτοποιήσει εύκολα μέσα του. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, κοίταξε τη Μερόπη. Εκείνη είχε σηκώσει ελαφρά τα φρύδια της. Στο βλέμμα της υπήρχε εκείνη η γνώριμη έκφραση: λίγη τρυφερότητα, λίγη διάθεση για πείραγμα και μια σιωπηλή υπόσχεση πως θα ήταν δίπλα του. Μια μπούκλα από τα μαλλιά της είχε πέσει, όπως συνήθως, πάνω από το δεξί της μάτι. Ήταν μια μικρή λεπτομέρεια που ο Αλκιβιάδης θυμόταν πάντα. Τώρα δεν ένιωθε πια μόνο αμηχανία. Ένιωθε πως μπορούσε να εμπιστευτεί κάποιον. Έχωσε τα χέρια του βαθιά στις τσέπες του και ένιωσε τα μάγουλά του να ζεσταίνονται. Κοίταξε τη Μερόπη σαν να της ζητούσε χωρίς λόγια μια εξήγηση, μια συμβουλή, έναν τρόπο να καταλάβει αυτόν τον καινούργιο κόσμο που άρχιζε σιγά-σιγά να ανοίγεται μπροστά του. Και η Μερόπη, όπως πάντα, κατάλαβε. Η Μερόπη ήταν ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός της παρέας. Από μικρή είχε μια έμφυτη εξυπνάδα και μια σπάνια ευκολία στον λόγο. Με τις ιστορίες της, τα πειράγματα της και τον αστείρευτο αυθορμητισμό της είχε καταφέρει να γίνει το κέντρο της μικρής τους ομάδας. Όλοι την ακολουθούσαν, όχι επειδή το επέβαλλε, αλλά επειδή είχε εκείνη τη φυσική ικανότητα να δίνει ζωή σε κάθε παιχνίδι και σε κάθε στιγμή. Ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο της σπουδάστριας τους επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαξε και τα παιδιά κατάλαβαν πως είχαν βρεθεί μπροστά σε έναν κόσμο των μεγάλων, έναν κόσμο γεμάτο μυστικά, επιλογές και αντιφάσεις που ακόμη δεν μπορούσαν να κατανοήσουν. Η Μερόπη συνέχισε να τον κοιτάζει με εκείνο το γνώριμο, σκανταλιάρικο βλέμμα της. «Ξέρεις ποιος είναι μέσα στο δωμάτιο της γειτόνισσας;» τον ρώτησε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε απορημένος. «Δεν ξέρω… αλλά μάλλον εσείς ξέρετε.» Τα μάτια της Μερόπης χαμογέλασαν πριν ακόμη χαμογελάσει το πρόσωπό της. Ήταν φανερό πως κάτι είχε καταλάβει, κάτι που εκείνος ακόμη προσπαθούσε να επεξεργαστεί. Η Μερόπη ήταν ένα κορίτσι με έντονη προσωπικότητα. Μέτριο ανάστημα, ζωηρή έκφραση, καστανά μαλλιά που συχνά έπεφταν ατίθασα στο πρόσωπό της και ένα βλέμμα γεμάτο περιέργεια και διάθεση για περιπέτεια. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που έδιναν κίνηση και χρώμα στη γειτονιά. Η Ιόλη ήταν διαφορετική παρουσία. Ψηλή για την ηλικία της, ήσυχη αλλά εντυπωσιακή, συχνά έδινε την εντύπωση πως μεγάλωνε λίγο πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα παιδιά. Η ζωή αργότερα την πήγε σε άλλους δρόμους και η γειτονιά έμαθε νέα της μόνο από μακριά. Η Μυρσίνη, πιο ήρεμη και λεπτή παρουσία, με τα σκούρα μαλλιά της και το συγκρατημένο χαμόγελό της, συμπλήρωνε την παρέα με τον δικό της τρόπο. Ήταν εκείνη η εποχή που οι μέρες ήταν γεμάτες παιχνίδι. Κρυφτό στις αυλές, κυνηγητό στα στενά, ποδόσφαιρο στις αλάνες, φωνές παιδιών που αντηχούσαν μέχρι το βράδυ. Η γειτονιά, παρά τις δυσκολίες της, ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως όσο μεγάλωνε άρχισε σιγά-σιγά να βλέπει διαφορετικά τα πράγματα γύρω του. Τα κορίτσια της παρέας δεν ήταν πια μόνο σύντροφοι στα παιχνίδια, ήταν πρόσωπα που τον προκαλούσαν να ανακαλύψει έναν νέο τρόπο επικοινωνίας, γεμάτο πειράγματα, γέλια και μια πρωτόγνωρη αμηχανία. Ήταν η ηλικία όπου η παιδική ανεμελιά άρχιζε να υποχωρεί και στη θέση της ερχόταν η πρώτη επίγνωση πως ο άνθρωπος αλλάζει. Χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Αλκιβιάδης περνούσε σιγά-σιγά από τον κόσμο των παιδιών στον κόσμο της εφηβείας. .

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Υποτακτική αγάπη!
.....

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023

Mathitis Sto 3o Dimotiko Sxoleio Lamias

............Οι καλοκαιρινές διακοπές έφτασαν στο τέλος τους. Σεπτέμβρης πια. Φθινόπωρο δεν το λες ακόμη, γιατί η ζέστη του καλοκαιριού κρατούσε καλά, όμως το «Καλή σχολική χρονιά» ήταν ήδη στα χείλη όλων. Σε λίγες ημέρες οι μαθητές θα επέστρεφαν στα θρανία τους. Μια ακόμη σχολική χρονιά ξεκινούσε· μια καινούργια διαδρομή γεμάτη προσμονές, χαμόγελα, μικρές αγωνίες και όνειρα. Οι αυλές θα γέμιζαν πάλι παιδικές φωνές, οι τάξεις θα άνοιγαν τις πόρτες τους και οι μαθητές θα συναντούσαν ξανά τους φίλους και τους δασκάλους τους. Κάθε νέα σχολική χρονιά είναι ένα μικρό ταξίδι. Ένα ταξίδι γνώσης, δημιουργίας και ενηλικίωσης. Στα ίδια θρανία γεννιούνται φιλίες, δοκιμάζονται αντοχές, καλλιεργούνται όνειρα και χαράζονται μνήμες που συχνά μένουν χαραγμένες για μια ολόκληρη ζωή. Ο Αλκιβιάδης, ακόμη και σήμερα, θυμάται εκείνη την πρώτη ημέρα που πέρασε την πόρτα του νέου του σχολείου στη μεγάλη πολιτεία. Ήταν το 3ο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας.
Ένας κόσμος διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε μέχρι τότε. Από το μικρό μονοτάξιο σχολείο του χωριού του, όπου τα παιδιά λίγα και γνωστά μεταξύ τους μοιράζονταν την ίδια αίθουσα και την ίδια αυλή, βρέθηκε σε ένα μεγάλο σχολείο με πολλές τάξεις, πολλούς μαθητές και νέους κανόνες.
Κρατούσε μέσα του ακόμη τις εικόνες του τόπου που άφησε πίσω: τις πλαγιές, τη μικρή λιμνούλα, τα μονοπάτια και τις φωνές των παιδιών του οικισμού. Μα μπροστά του άνοιγε ένας νέος δρόμος.
Ένας δρόμος που περνούσε μέσα από βιβλία, γράμματα, νέες γνωριμίες και νέες εμπειρίες. Και εκεί, ανάμεσα στα θρανία της νέας του τάξης, άρχισε ένα ακόμη κεφάλαιο της ζωής του.
Ο ήλιος, καθώς ανέβαινε ψηλά, χρύσιζε τις γυμνές κορυφές της Όθρυς, ενώ προς τον νότο ο καταπράσινος κάμπος του Σπερχειού απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Σκέψεις μπερδεμένες με ήχους και εικόνες περνούσαν από το μυαλό του. Και αυτός, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, στεκόταν εκείνο το πρωινό των αρχών του φθινοπώρου, με τις πρώτες ελαφριές ψυχρές πνοές του ανέμου να κατεβαίνουν από τα βουνά. Με τη λαχτάρα στα μάτια και έναν κόμπο στην ψυχή ανέβαινε με τα λιγνά του πόδια τον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο της Λαμίας.
Τι ανησυχία Θεέ μου! Τι αγωνία, τι ανασφάλεια ένιωθε εκείνο το πρωινό. Ήταν σαν να άφηνε πίσω του για δεύτερη φορά έναν κόσμο γνώριμο. Την πρώτη φορά ήταν το χωριό του, η γη που τον γέννησε. Τώρα ήταν η ανεμελιά των παιδικών του χρόνων. Αντίο ξενοιασιά.
Μπροστά του άνοιγε μια νέα πραγματικότητα. Η πρώτη σχολική χρονιά στο μεγάλο σχολικό συγκρότημα της πόλης. Η οικογένειά του μόλις είχε αφήσει πίσω της το μικρό φτωχικό χωριό στις νοτιοδυτικές πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα και είχε αναζητήσει μια νέα ζωή στη Λαμία. Κι εκείνος, ένα άγνωστο μαθητούδι της τρίτης τάξης, βρισκόταν ξαφνικά ανάμεσα σε ένα μεγάλο πλήθος παιδιών, σε μια αυλή που δεν γνώριζε, ανάμεσα σε πρόσωπα άγνωστα και φωνές που δεν του ανήκαν ακόμη.
Ένιωθε αμήχανος, μικρός, ξένος.
Μέσα του πάλευαν η περιέργεια για τον νέο κόσμο που ανοιγόταν μπροστά του και ο φόβος μήπως δεν μπορέσει να βρει τη θέση του μέσα σ’ αυτόν. Ήταν η πρώτη του δοκιμασία στη μεγάλη πολιτεία.
Και χωρίς να το γνωρίζει τότε, εκείνη η ημέρα θα γινόταν ένα από τα πρώτα βήματα προς τον άνθρωπο που θα γινόταν αργότερα. Χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο που άλλαξε αμέσως τα μελαγχολικά και σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τα μαλάκωσε. Κι όμως, πίσω από εκείνο το χαμόγελο παρέμενε κρυμμένη μια λεπτή σκιά νοσταλγίας. Ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει, μια πλημμυρίδα αναμνήσεων τον κατέκλυσε. Το μικρό σχολείο του χωριού του ήρθε πάλι στον νου. Η αυλή, οι συμμαθητές του, οι γνώριμες φωνές, εκείνα τα πρόσωπα που άφησε πίσω του και τώρα ανήκαν σε έναν κόσμο που απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Έστρεψε το βλέμμα του προς τον νότο, σαν να μπορούσε μέσα από την απόσταση να ξαναδεί τον τόπο του. Ένιωσε ένα κύμα νοσταλγίας να τον πλημμυρίζει. Ήταν όμορφες αναμνήσεις, ζωντανές ακόμη μέσα του, μα ανήκαν πια στο παρελθόν. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Σήκωσε το κεφάλι και έριξε μια διαπεραστική ματιά ολόγυρα. Ύστερα γύρισε για μια τελευταία φορά το βλέμμα του πίσω, στον δρόμο που είχε ανέβει. Για μια στιγμή δίστασε. Η νευρικότητα και η αμηχανία τον κράτησαν ακίνητο. Ύστερα, σιωπηλά και καρτερικά, ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου. Πέρασε τη μεγάλη σιδερένια αυλόπορτα και μπήκε στο προαύλιο που οδηγούσε στην εσωτερική αυλή του τεράστιου σχολικού κτηρίου. Και τότε η σιωπή που κουβαλούσε μέσα του σκεπάστηκε από έναν ήχο πρωτόγνωρο. Μια βαβούρα ασυνήθιστη για το νεαρό αγόρι.
Από το βάθος της μεγάλης αυλής ξεχύθηκε ένα ατέλειωτο κουβάρι από φωνές. Παιδιά φώναζαν, γελούσαν, έτρεχαν, ζούσαν.
Τόσο ξένοιαστα.
Τόσο αθώα.
Τόσο απλά.
Και εκείνος στεκόταν ανάμεσά τους, κρατώντας ακόμη μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο που είχε αφήσει πίσω. Χαμένος μέσα στο πλήθος, κοίταξε γύρω του και, αναγνωρίζοντας μια παρέα παιδιών από τη νέα του γειτονιά, ένιωσε ένα κύμα ανακούφισης να τον πλημμυρίζει. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η ψυχή του εκείνη τη στιγμή· κάτι που θα άλλαζε τη διάθεσή του, θα έσβηνε τη δυσφορία και την αμηχανία των πρώτων στιγμών. Όλα γύρω του έμοιαζαν θορυβώδη, ζωντανά, γεμάτα κίνηση. Τα παιδιά γελούσαν, φώναζαν, τριγύριζαν από παρέα σε παρέα, σαν να ανήκαν όλα σε έναν κόσμο που είχε ήδη τη δική του τάξη. Και τότε θυμήθηκε, με μια γλυκιά νοσταλγία, τις πρωινές διαδρομές στο χωριό του, το καθημερινό εκείνο μοτίβο που κάποτε του φαινόταν τόσο απλό και τώρα είχε γίνει ανάμνηση. Σιγά σιγά όμως κατάλαβε πως κι αυτός θα αποτελούσε πλέον ένα κομμάτι αυτής της μεγάλης συντροφιάς.
Ο χρόνος έγινε αερικό και πέρασε γρήγορα. Χωρίς να το καταλάβει, αφομοιώθηκε στο νέο του περιβάλλον. Στην αρχή η ιδιόμορφη λακωνική προφορά του ξεχώριζε ανάμεσα στις φωνές των άλλων παιδιών, μα σύντομα έγινε απλώς ένα ακόμη χαρακτηριστικό του. Δημιούργησε νέες φιλίες και ποτέ δεν ένιωσε ξένος ανάμεσα στους συμμαθητές του. Μαζί τους μοιράστηκε τις ίδιες μικρές αγωνίες, τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και τις ίδιες φιλοδοξίες. Στα θρανία του νέου του σχολείου ανακάλυψε πως η γνώση δεν ανήκε σε έναν τόπο, αλλά σε όλους εκείνους που είχαν τη θέληση να την αναζητήσουν. Δεν ήταν βέβαια κάποια ξεχωριστή μεγαλοφυΐα, ούτε μια ιδιαίτερη περίπτωση ανάμεσα στους μαθητές. Ήταν όμως ένα παιδί που «υπηρετούσε» το σχολικό του καθήκον, με τη φυσική υπακοή και την απλότητα που χαρακτήριζαν την ηλικία του.
Ανακαλεί στη μνήμη του εκείνη την πρώτη σχολική χρονιά στο νέο του σχολείο, στην τρίτη τάξη του δημοτικού, την οποία ολοκλήρωσε με άριστα δέκα. Η επίδοση αυτή δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της δικής του προσπάθειας· ήταν συνέχεια ενός πολύτιμου δανείου γνώσης που είχε πάρει από την Ιωάννα.
Η Ιωάννα, μια όμορφη και ευγενική κοπέλα, κατείχε μια ξεχωριστή θέση στην έναρξη της μαθητικής του ζωής. Ήταν η βασίλισσα της έκτης τάξης στο μονοτάξιο σχολείο του χωριού τους, εκεί στα μακρινά Κουλέντια. Όταν εκείνος ήταν ακόμη πρωτάκι, για έναν λόγο που ποτέ δεν κατάλαβε πραγματικά, η Ιωάννα πήρε την πρωτοβουλία να τον «υιοθετήσει», όπως συνηθιζόταν στα μονοτάξια σχολεία της εποχής. Και αυτή την υιοθεσία την έκανε πράξη με έναν τρόπο που σημάδεψε τη ζωή του: αποφάσισε να τον βοηθήσει να γίνει ένα παιδί που θα αγαπούσε τη γνώση.
Της χρωστούσε πολλά.
Οι γονείς του ήταν άνθρωποι αγράμματοι, άνθρωποι του μόχθου, που όμως του έδωσαν την αγάπη και τη δύναμη να προχωρήσει. Η Ιωάννα ήταν εκείνη που του άνοιξε την πρώτη πόρτα προς τον κόσμο των βιβλίων. Με τη δική της καθοδήγηση ένιωσε τη χαρά της μάθησης, την ικανοποίηση της ανακάλυψης, την απόλαυση της γνώσης.
Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που του έδειξε πως το βιβλίο δεν ήταν απλώς ένα σχολικό αντικείμενο, αλλά ένας δρόμος προς κόσμους άγνωστους. Υπήρξε καλός μαθητής. Όχι ιδιαίτερα σχολαστικός, ούτε πάντα απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του, αλλά ένα παιδί ήσυχο, συνεργάσιμο, που δεν δημιουργούσε προβλήματα στους δασκάλους και στους συμμαθητές του. Και μέσα του, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, είχε ήδη φυτευτεί εκείνος ο σπόρος που χρόνια αργότερα θα τον οδηγούσε στην αναζήτηση της γνώσης. Κι επειδή ήθελε να τα έχει καλά και με τους γονείς του, έκανε ό,τι χρειαζόταν. Πήγαινε στο σχολείο, ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του και κατέβαλλε τόση προσπάθεια όση θεωρούσε απαραίτητη, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει έναν αξιοπρεπή βαθμό.
Ο υπόλοιπος χρόνος όμως ανήκε σε εκείνον.
Έπαιζε ποδόσφαιρο με τις ώρες και, όταν γύριζε στο σπίτι, πολλές φορές ξάπλωνε στο κρεβάτι και βυθιζόταν στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Διάβαζε το ένα μετά το άλλο, ταξιδεύοντας μέσα από ιστορίες και πρόσωπα που δεν είχαν καμία σχέση με την καθημερινότητά του.
Δεν ακολουθούσε το συνηθισμένο πρόγραμμα των άλλων μαθητών. Δεν υπήρχαν φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα ή εξαντλητικές ώρες μελέτης. Κι όμως, οι επιδόσεις του στο σχολείο δεν ήταν καθόλου άσχημες.
Κατάφερνε να ισορροπεί με τον δικό του τρόπο. Ανάμεσα στις σχολικές απαιτήσεις και στην ανάγκη του για παιχνίδι, στην παρέα με τους συνομηλίκους του, στην ξεγνοιασιά, στην τεμπελιά και στο γλυκό χασομέρι της παιδικής ηλικίας. Με τα χρόνια κατάλαβε πως τα μυθιστορήματα δεν ήταν απλώς ένας τρόπος να περνά η ώρα. Ήταν ένας προσωπικός χώρος ελευθερίας. Ένας τόπος όπου μπορούσε να χάνεται, να ονειρεύεται και να ανακαλύπτει κόσμους διαφορετικούς από τον δικό του.
Και σήμερα, όταν ανακαλεί στη μνήμη του εκείνα τα παιδιά της τρίτης τάξης στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο της Λαμίας που κράτησαν ξεχωριστή θέση μέσα του, η απάντηση έρχεται αβίαστα.
Την πρώτη του χρονιά στο νέο του σχολείο, δύο συμμαθήτριες και ένας συμμαθητής του ξεχώριζαν τόσο για το ήθος τους όσο και για την ιδιαίτερη επιμέλεια που έδειχναν στην εκπαίδευσή τους. Ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να δοκιμάσει τις δικές του δυνάμεις απέναντί τους, ούτε να τους συναγωνιστεί στις διακρίσεις. Ήξερε πως ο καθένας είχε τον δικό του δρόμο και τον δικό του τρόπο να προχωρά.
Τώρα, τόσα χρόνια μετά, τους αναζητά μέσα στις αίθουσες της μνήμης του. Θέλει να τους φέρει πάλι μπροστά του, να ξαναζωντανέψουν οι μορφές τους, να θυμηθεί τις μικρές τους συνήθειες, τα πρόσωπά τους, τα χαρακτηριστικά τους, τα σουσούμια τους.
Όμως η μνήμη δεν υπακούει πάντα στην επιθυμία. Δεν του επιστρέφει παρά μόνο αχνές εικόνες, θολές μορφές που μοιάζουν χαμένες μέσα σε χαμηλό φωτισμό. Σαν παλιές φωτογραφίες τραβηγμένες με αργή ταχύτητα κλείστρου, όπου οι μορφές έχουν αφήσει πίσω τους ένα αδιόρατο ίχνος κίνησης και τα καρέ έχουν ελαφρά κουνηθεί από το πέρασμα του χρόνου.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την ασάφεια, παραμένει ζωντανή η αίσθηση εκείνων των παιδικών χρόνων.
Η Στέλλα. Ένα λιγνό κορίτσι με μπούκλες στα ξανθοκάστανα μαλλιά της, μελιά μάτια και ένα πρόσωπο με τέλειες, αναλογίες. Τουλάχιστον έτσι το έβλεπε εκείνος. Μια μικρή, κομψή παρουσία που θύμιζε αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής, γεμάτη χάρη και αρμονία. Η φήμη της μεσουρανούσε στη μαθητική τους τάξη. Μάζευε τον κόσμο γύρω της όπως το φως τις πεταλούδες. Στον Αλκιβιάδη φαινόταν σχεδόν αδύνατο να είναι μόνη της, γιατί, όπως έλεγαν οι παλιοί, οι όμορφοι άνθρωποι δύσκολα μένουν απαρατήρητοι. Η Στέλλα ήταν από εκείνα τα παιδιά που ξεχώριζαν με την καλή έννοια. Η διαλεχτή, η επιμελής, η χαρισματική μαθήτρια που έδινε την εντύπωση πως μπορούσε να ανοίξει μόνη της τον δρόμο της στη ζωή. Εκείνο όμως που την έκανε πραγματικά ξεχωριστή ήταν τα μεγάλα φωτεινά μάτια της. Κρατούσαν μια παράξενη λάμψη, ένα ξάστερο ψιχάλισμα ονείρου, σαν να έκρυβαν μέσα τους έναν κόσμο που ακόμα δεν είχε φανερωθεί. Δεν είχε προλάβει ακόμη να μπει στην εφηβεία όταν άρχισαν οι πρώτες διακρίσεις. Κέρδισε βραβεία σε διαγωνισμούς νέων μουσικών, παρακολούθησε μαθήματα στο ωδείο και διδάχθηκε από καταξιωμένους μουσικούς. Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης έμαθε πως η Στέλλα είχε συνεχίσει τις σπουδές της σε μουσικό πανεπιστήμιο στη Γαλλία με υποτροφία. Και κάποτε, τυχαία, αντίκρισε το πρόσωπό της σε εξώφυλλα περιοδικών. Το ίδιο γνώριμο, νοσταλγικό χαμόγελο, σαν παλιά φωτογραφία που αναδύεται ξαφνικά από ένα ξεχασμένο συρτάρι της μνήμης. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να λάμπουν με την ίδια χάρη. Μια μπούκλα ξεχώριζε ανάμεσα στα ανακατεμένα μαλλιά της, ενώ τα λιτά κείμενα μιλούσαν για τη σπουδαία καλλιτεχνική της πορεία. Επιτυχημένη μουσικός, πολυτάλαντη καλλιτέχνιδα, με μια μακρά και αξιοθαύμαστη διαδρομή.
Η Στέλλα ήταν όμορφη όπως πάντα. Μόνο που τώρα είχε ολόκληρη τη ζωή μπροστά της
Η Μαρία. Ένα κοριτσόπουλο με τη λευκή λάμψη του δέρματος, σαν να ήταν πλασμένη για να γίνει το πορτρέτο μιας νεαρής κοπέλας από το χέρι ενός ζωγράφου. Ο Αλκιβιάδης πίστευε πως είχε από νωρίς τα σημάδια μιας ευαίσθητης ψυχής. Από εκείνες τις ψυχές που μπορούν να χωρέσουν μέσα τους τους ανθρώπους γύρω τους. Το πλατύ της χαμόγελο έβγαζε μια αθόρυβη αισιοδοξία και μια θετική ενέργεια που μεταδιδόταν στους άλλους. Είχε το ευλογημένο χάρισμα της δημιουργικότητας και μια φυσική ικανότητα στη μάθηση. Αγαπούσε το γράψιμο, αγαπούσε τα βιβλία, αγαπούσε τους κόσμους που ανοίγονταν μέσα από τις σελίδες τους. Χρόνια αργότερα, όταν συνάντησε το κείμενο της Rosemarie Urquico για το κορίτσι που διαβάζει, ένιωσε πως κάποια από εκείνα τα λόγια περιέγραφαν τη Μαρία. Γιατί ένα παιδί που διαβάζει δεν κουβαλά μόνο γνώσεις· κουβαλά φαντασία, όνειρα και αμέτρητους κόσμους μέσα του. Η Μαρία ξεχώριζε για τους ευγενικούς της τρόπους και την καλοσύνη της. Ήταν ήσυχο, πρόσχαρο και γλυκό κορίτσι. Θυμάται ακόμη τα μεγάλα μελαχρινά της μάτια. Κάποιες φορές είχαν μια παράξενη λάμψη, μια αστραφτερή αναλαμπή που σε έκανε δύσκολο να τα κοιτάξεις και να αποστρέψεις το βλέμμα. Κι όμως, εκείνο που την έκανε περισσότερο ξεχωριστή μέσα στην παρέα ήταν η φροντίδα με την οποία παρουσιαζόταν πάντα. Καθαρή, περιποιημένη, ποτέ ατημέλητη. Συχνά, ακόμη και την ώρα του παιχνιδιού, σταματούσε ξαφνικά και με τις παλάμες της ίσιωνε τα σγουρά μαλλιά της, που έλαμπαν στο φως. Ύστερα κοιτούσε γύρω της με εκείνη τη βαθιά μελαχρινή ματιά και χαμογελούσε. Ένα χαμόγελο γλυκό και ευαίσθητο, που αποκάλυπτε τα λευκά της δόντια και άφηνε στους άλλους μια αίσθηση χαράς.
Ο Δημήτρης.
Ευαίσθητη, εξευγενισμένη και χαρούμενη ψυχή, με μια παρουσία που έσφυζε από υγεία και ζωντάνια.
Παρότι προερχόταν από μεγαλοαστική οικογένεια, είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια αληθινή, αμοιβαία φιλική σχέση με όλους τους συμμαθητές του. Δεν κρατούσε αποστάσεις, δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους από την καταγωγή τους και γι’ αυτό έχαιρε της εκτίμησης και της αγάπης στις καθημερινές τους συντροφιές. Στο γαλήνιο πρόσωπό του τα φωτεινά μελιά μάτια του ξεχώριζαν. Όταν ήταν χαρούμενος έλαμπαν καθαρά, σαν να καθρέφτιζαν όλη την αισιοδοξία της ηλικίας του. Μα όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν μια δυσκολία στεκόταν μπροστά του, η λάμψη τους άλλαζε. Γίνονταν μεγαλύτερα, γεμάτα αγωνία, σαν τον ήλιο που ξαφνικά κρύβεται πίσω από βαριά σύννεφα. Ήταν από εκείνα τα παιδιά που ένιωθαν βαθιά τα πράγματα. Δεν προσπερνούσαν εύκολα τις μικρές απογοητεύσεις· τις κουβαλούσαν για λίγο μέσα τους, μέχρι να ξαναβρούν το χαμόγελό τους.
Ο Αλκιβιάδης σήμερα, χαράζοντας διαδρομή μέσα από το θολό τοπίο των αναμνήσεων, αισθάνεται πως έχει περάσει ακόμη μία πίστα ενηλικίωσης. Καθώς βολτάρει στη ζωή έχοντας συνοδοιπόρο τον χρόνο, καταλαβαίνει πως το χθες έγινε ιστορία, το αύριο παραμένει μυστήριο και το σήμερα είναι ένα δώρο — γι’ αυτό άλλωστε ονομάζεται παρόν. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των παιδικών του χρόνων, η θύμησή τους ξαναβγαίνει μπροστά σαν νοσταλγία που κραδαίνει μια γιρλάντα χαράς. Και αυτός, ενήλικας πια, νιώθει πως βουτά ξανά τα δάχτυλα και την ψυχή του σε τόνους ζάχαρη άχνη, σε εκείνη τη γλυκιά γεύση της παιδικής αθωότητας που δεν ξεθωριάζει ποτέ ολοκληρωτικά. Ναι, έτσι ακριβώς!
Γιατί αυτή η συνειδητοποίηση είναι μια γλυκόπικρη στιγμή. Είναι εκείνο το αθόρυβο «κλικ» μέσα στο μυαλό, όταν αντιλαμβάνεσαι πως η ανεμελιά της νεότητας έχει δώσει τη θέση της στη γνώση, στην εμπειρία και στην ώριμη πραγματικότητα. Και τότε καταλαβαίνεις πως τα παιδικά χρόνια δεν χάθηκαν. Απλώς μετακόμισαν από τον κόσμο που ζούσες στον κόσμο που κουβαλάς μέσα σου.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τα Πρώτα Χρόνια στο Αραπόρεμα!
.....

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Telikos Proorismos "Lamia"

....Λαμία... 
Τις επόμενες ώρες η οικογένεια επιβιβάστηκε στην επιβατική αμαξοστοιχία με προορισμό τη Λαμία. Το τρένο αναχωρούσε από τον Σταθμό Λαρίσης της Αθήνας με τελικό προορισμό το Λειανοκλάδι. Από εκεί συνέχισαν με το τοπικό τρένο ως τη Λαμία. Κουβαλούσαν μαζί τους τα λιγοστά υπάρχοντά τους, μόνο όσα ήταν απολύτως απαραίτητα για το νέο τους ξεκίνημα. Άφηναν πίσω τον τόπο τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι δεν μπορούσε να χωρέσει σε μπόγους και βαλίτσες. Χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποιεί πως οι πιο βαριές αποσκευές εκείνου του ταξιδιού δεν ήταν τα φτωχικά τους πράγματα. Ήταν οι αναμνήσεις τους.
Κουβαλούσαν τις μυρωδιές της γης τους, το θρόισμα των ελαιόδεντρων, το νερό της μικρής λιμνούλας, τις καμπάνες του Αγίου Παντελεήμονα, τις φωνές των παιδικών φίλων, τα μονοπάτια που είχαν περπατήσει ξυπόλυτοι και τα πρόσωπα που αποχαιρέτησαν χωρίς να γνωρίζουν αν θα τα ξανάβλεπαν ποτέ. Αυτές οι αναμνήσεις έγιναν η αθέατη περιουσία τους. Τους συντρόφευαν, τους βάραιναν στις δύσκολες ώρες, μα συγχρόνως τους προστάτευαν, γιατί τους θύμιζαν ποιοι ήταν και από πού ξεκίνησαν. Όπως οι αποσκευές ακολουθούν τον ταξιδιώτη σε κάθε σταθμό, έτσι κι εκείνες ακολούθησαν τη ζωή τους. Δεν ήταν μόνο το παρελθόν τους· ήταν το νήμα που ένωνε την πατρίδα με τη νέα ζωή και διατηρούσε άσβεστη τη συνέχεια της ύπαρξής τους.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα του 1958, όταν έφτασαν στη Λαμία. Η πόλη κοιμόταν, μα για την οικογένειά τους όλα άρχιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι, με τα λιγοστά τους υπάρχοντα στα χέρια και την ψυχή ακόμη δεμένη στον τόπο που είχαν αφήσει πίσω, στάθηκαν για λίγο σιωπηλοί, σαν να προσπαθούσαν να καταλάβουν πού τελείωνε το χθες και πού άρχιζε το αύριο. Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια πραγματικότητα γνώριμη σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες της εποχής. Ήταν άνθρωποι της εσωτερικής μετανάστευσης· άνθρωποι που δεν τους έδιωξε ο πόλεμος, αλλά η φτώχεια, η ανέχεια και η ανάγκη να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή. Ο ξεριζωμός δεν πονά λιγότερο όταν γίνεται χωρίς όπλα. Πονά το ίδιο, γιατί αφήνει πίσω σπίτια, χωράφια, πρόσωπα, συνήθειες και ολόκληρο έναν κόσμο που δύσκολα ξαναβρίσκεται. Ταλαιπωρημένοι από την πορεία των τελευταίων ημερών, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις, κουβαλούσαν και μια άλλη, αθέατη κούραση: την ψυχολογική κόπωση της προσαρμογής. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες είχαν εγκαταλείψει τον μικρό τους οικισμό, είχαν αφήσει τη γη που τους έθρεψε, είχαν ταξιδέψει με καΐκι, με πλοίο και με τρένο, για να βρεθούν τώρα σε μια άγνωστη πόλη, όπου τίποτε δεν τους ήταν οικείο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη την αβεβαιότητα υπήρχε και μια μικρή φλόγα ελπίδας.
Η Ιοκάστη κρατούσε τα παιδιά της κοντά της, σαν να ήθελε με την αγκαλιά της να τα προστατέψει από κάθε φόβο. Ο Κλέαρχος, σιωπηλός όπως συνήθιζε, κοίταζε μπροστά. Είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση και τώρα δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Από εκείνη τη νύχτα και ύστερα, η ζωή τους θα μετριόταν όχι με όσα άφησαν πίσω, αλλά με όσα θα κατάφερναν να χτίσουν από την αρχή.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως εκείνη η άφιξη στη Λαμία δεν ήταν απλώς ένας ακόμη σταθμός του ταξιδιού τους. Ήταν το σύνορο ανάμεσα σε δύο ζωές. Από τη μια βρισκόταν η παιδική του πατρίδα, με τις ξερολιθιές, τα περιβόλια και τις μυρωδιές του θυμαριού. Από την άλλη άρχιζε ένας καινούργιος δρόμος, γεμάτος άγνωστες δοκιμασίες, κόπο, αλλά και ελπίδα.
Ήταν μεσάνυχτα, μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά, όταν έφτασαν στη Λαμία.
Τον πρώτο καιρό βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια καινούργια πραγματικότητα, ίδια μ' εκείνη που γνωρίζουν όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι αφήνουν τον τόπο τους πίσω, είτε από ανάγκη είτε από ξεριζωμό. Ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι, παραζαλισμένοι από τις αλλεπάλληλες αλλαγές και φορτωμένοι με την ψυχική κόπωση που γεννά η είσοδος σ' έναν άγνωστο κόσμο.
Βρίσκονταν ακόμη στο μεταίχμιο δύο ζωών. Το παρελθόν ήταν τόσο κοντά, ώστε σχεδόν το άγγιζαν, ενώ το μέλλον στεκόταν μπροστά τους αβέβαιο και αχαρτογράφητο. Κι όμως, μέσα τους δεν είχε σβήσει η ελπίδα. Όπως συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους που αναζητούν μια δεύτερη αρχή, δεν περίμεναν να αλλάξει από μόνη της η μοίρα τους· ήταν αποφασισμένοι να την αλλάξουν οι ίδιοι με τον μόχθο και την υπομονή τους. Το πρώτο τους μέλημα ήταν να ριζώσουν στον νέο τόπο. Να τον γνωρίσουν, να τον συνηθίσουν, να πάψουν να αισθάνονται ξένοι. Η εξοικείωση με το καινούργιο περιβάλλον ήταν το πρώτο και δυσκολότερο βήμα· πάνω σ' αυτό θα στηριζόταν ολόκληρη η καινούργια τους ζωή.
Έτσι άρχισε η ζωή τους στη Λαμία. Φτωχικά. Με λιτότητα. Με στερήσεις. Με καθημερινό αγώνα για την επιβίωση. Έμειναν αρχικά σε μια φτωχική συνοικία, στα περίχωρα της πόλης, από εκείνες που στερούνταν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις υποδομές. Ξεκίνησαν από το μηδέν, έχοντας λιγοστά υπάρχοντα, μα άφθονη θέληση. Το πρώτο τους σπίτι ήταν ένα μικρό, ταπεινό οίκημα δίπλα σ' ένα ρέμα. Μια απλή ορθογώνια κατασκευή από εμφανή καφετιά τούβλα, με κεραμοσκεπή, δύο μικρές κάμαρες και λιγοστά παράθυρα. Δεν είχε καμιά άνεση, ούτε τίποτε το αξιοζήλευτο. Κι όμως, μέσα σ' εκείνους τους στενούς τοίχους χώρεσε ολόκληρη η οικογένεια — οι κόποι της, οι στερήσεις της, τα όνειρά της και πάνω απ' όλα η ελπίδα πως, όσο δύσκολο κι αν ήταν το ξεκίνημα, κάποτε θα κατάφερναν να χτίσουν μια ζωή καλύτερη από εκείνη που είχαν αφήσει πίσω.
Η συνοικία βρισκόταν στο Αραπόρεμα, μια φτωχική εργατική γειτονιά στις δυτικές παρυφές της Λαμίας, κάτω από τον λόφο του Αγίου Λουκά, πέρα από τους Μύλους Κρόκου-Μουζέλη. Ήταν μια περιοχή χέρσα, που στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε σιγά σιγά να μεταμορφώνεται σε αστικό συνοικισμό. Εκεί κατέφθαναν άνθρωποι από τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τη φτώχεια και την έλλειψη προκοπής. Έχτιζαν, όπως μπορούσε ο καθένας, μικρά χαμηλά σπίτια στην ανατολική όχθη του ρέματος και επιχειρούσαν να ριζώσουν από την αρχή, ξεκινώντας μια καινούργια ζωή. Ήταν γειτονιά λαϊκή. Γειτονιά της φτωχολογιάς. Σπίτια χαμηλά, ασβεστωμένες αυλές, μικρά μπακάλικα, καφενεία και ρεμπέτικες μελωδίες που ακούγονταν τα καλοκαιρινά βράδια από κάποιο ανοιχτό παράθυρο ή από ένα παλιό γραμμόφωνο. Τα απογεύματα οι γιαγιάδες έβγαζαν τις ψάθινες καρεκλίτσες τους στο πεζούλι και περίμεναν τις γειτόνισσες για λίγη κουβέντα και λίγο κουτσομπολιό. Οι άντρες, γυρίζοντας κουρασμένοι από τη δουλειά, ανηφόριζαν προς το καφενείο της γειτονιάς για ένα ουζάκι, έναν ελληνικό καφέ και μια γρήγορη παρτίδα τάβλι, πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ήταν μια φτωχή γειτονιά, μα ανθρώπινη. Εκεί όπου οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι χαρές και οι λύπες μοιράζονταν, κι ένας γείτονας στεκόταν πάντα πρόθυμος να βοηθήσει τον άλλον. Εκεί, μέσα στη στέρηση, γεννιόταν μια αλληλεγγύη που δύσκολα συναντά κανείς στις εύπορες συνοικίες. Σ' αυτή τη μικρή γωνιά της Λαμίας θα άρχιζε να γράφεται το νέο κεφάλαιο της ζωής της οικογένειας του Κλέαρχου και της Ιοκάστης· μια ζωή φτωχική, μα γεμάτη αγώνα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Εκεί, σ' αυτή τη συνοικία, μέσα σ' εκείνο το φιλόξενο περιβάλλον της λαϊκής γειτονιάς, ο Αλκιβιάδης έζησε τα τελευταία χρόνια της παιδικής του ηλικίας, κρατώντας μέσα του τις πιο ζεστές αναμνήσεις. Εκεί άνοιξε και το πρώτο μεγάλο κεφάλαιο της εφηβείας του.
Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα. Υπήρχε η χαρά της καινούργιας αρχής, μα και ο φόβος του αγνώστου, η δυσκολία της προσαρμογής σ' έναν κόσμο διαφορετικό από εκείνον που είχε αφήσει πίσω του. Σιγά σιγά, όμως, ανάμεσα σε αληθινούς ανθρώπους, καλούς γείτονες και καθημερινούς αγώνες, άρχισε να ριζώνει στον νέο τόπο. Ταυτόχρονα έζησε τις πρώτες μεγάλες αλλαγές που μεταμόρφωσαν τη ζωή της οικογένειάς τους. Από το λυχνάρι και τις λάμπες πετρελαίου, που φώτιζαν τα βράδια στο χωριό, γνώρισε το ηλεκτρικό ρεύμα, μια αδιανόητη πολυτέλεια για τους περισσότερους χωριανούς της εποχής, που ούτε καν ήξεραν τι σήμαινε. Η πυροστιά, όπου άλλοτε ακουμπούσαν τα μαγειρικά σκεύη πάνω στη φωτιά του τζακιού, άρχισε να γίνεται παρελθόν. Τη θέση της πήραν το γκάζι, οι ξυλόσομπες και, δειλά δειλά, οι πρώτες ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Μαζί τους δεν άλλαζε μόνο ο τρόπος του μαγειρέματος· άλλαζε ολόκληρος ο ρυθμός της καθημερινής ζωής. Η πρόοδος έμπαινε αθόρυβα στο μικρό τους σπίτι, φέρνοντας μαζί της την αίσθηση πως, ύστερα από τόσες στερήσεις, ο κόσμος μπορούσε επιτέλους να γίνει λίγο πιο φωτεινός.Και μια από τις σημαντικότερες αλλαγές που γνώρισε η ζωή τους ήταν πως το σχολείο βρισκόταν πια λίγα μόλις βήματα από το σπίτι τους. Ο Αλκιβιάδης άφησε πίσω του το μικρό μονοτάξιο σχολείο του ορεινού οικισμού και βρέθηκε σ' ένα κανονικό εξατάξιο δημοτικό. Για πρώτη φορά ένιωσε πως η γνώση δεν ήταν ένα μακρινό όνειρο, αλλά ένας δρόμος ανοιχτός μπροστά του. Μέσα του γεννήθηκε η βεβαιότητα πως, αν πάλευαν όλοι μαζί με επιμονή και αξιοπρέπεια, η ζωή θα τους έδινε την ευκαιρία να προχωρήσουν, να ανοίξουν νέους ορίζοντες και να ξεφύγουν από τη μόνιμη αγωνία και την ανέχεια που τους είχε σημαδέψει στον φτωχικό οικισμό όπου γεννήθηκαν. Κι όμως, όσο μεγάλωναν οι ελπίδες και τα όνειρά του για μια καλύτερη ζωή, τόσο πιο συχνά επέστρεφαν στη μνήμη του οι εικόνες της παιδικής του πατρίδας. Οι πεζούλες, οι ξερολιθιές, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές του θυμαριού και του φασκόμηλου δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούν μέσα του. Οι αναμνήσεις εκείνες είχαν ριζώσει τόσο βαθιά στην ψυχή του, ώστε κάθε φορά που τις ανακαλούσε γίνονταν παρηγοριά, δύναμη και βάλσαμο στις δύσκολες ώρες της ζωής του..
Κατάλαβε από νωρίς πως ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει τόπο, μπορεί να αλλάξει ζωή, μπορεί να αλλάξει ακόμη και μοίρα· δεν αλλάζει όμως ποτέ τις ρίζες του. Εκείνες ταξιδεύουν πάντα μαζί του.
Στα βορειοδυτικά της γειτονιάς απλώνονταν βοσκοτόπια, μεγάλοι χέρσοι λόφοι και μικρά φαράγγια, που του θύμιζαν τον τόπο όπου είχε γεννηθεί. Σε μια ρεματιά υπήρχε και μια τεχνητή λιμνούλα, σχεδόν όμοια με εκείνη των περιβολιών του χωριού του. Της έλειπε μόνο ο αιωνόβιος πλάτανος και οι μοβ περικοκλάδες που αγκάλιαζαν τις όχθες της· στη θέση τους φύτρωναν πυκνοί καλαμιώνες, που θρόιζαν στο παραμικρό φύσημα του αέρα.
Εκεί είχε φτιάξει το δικό του καταφύγιο.
Το έδαφος απλωνόταν γύρω του με απαλούς κυματισμούς, κι όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα, η κάψα του καλοκαιριού έκανε τον αέρα να τρεμοπαίζει. Όταν πλάκωνε η καταχνιά, μια βουβή μουντάδα σκέπαζε τους λόφους, τη χέρσα γη και τον μακρινό ορίζοντα, θυμίζοντάς του τις σιωπηλές μέρες του χωριού. Εκεί ήταν ο μικρός δικός του κόσμος. Τα καλοκαιρινά απογεύματα αποτραβιόταν μόνος, έκλεινε τα μάτια και άφηνε τις αναμνήσεις να τον παρασύρουν πίσω, στα Μπουμπουτσέλια. Ξανάβλεπε το μικρό τους σπίτι ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές, τον Άγιο Παντελεήμονα, το Μεγάλο Ρέμα, τις ξερολιθιές, τις φραγκοσυκιές, τα περιβόλια και τη μικρή λιμνούλα κάτω από τον γέρικο πλάτανο. Όλα ζωντάνευαν μέσα του με τόση καθαρότητα, σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
Με τον καιρό κατάλαβε πως η νοσταλγία δεν ήταν αδυναμία· ήταν ένας αόρατος δεσμός που τον κρατούσε ενωμένο με τις ρίζες του. Όσο μεγάλωνε και όσο άνοιγε μπροστά του ο καινούργιος κόσμος της πόλης, τόσο βαθύτερα ρίζωνε μέσα του ο τόπος που άφησε πίσω. Γιατί υπάρχουν πατρίδες που, ακόμη κι όταν τις αποχωρίζεσαι, συνεχίζουν να κατοικούν μέσα σου. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν κουβαλούσε απλώς τις αναμνήσεις του χωριού· κουβαλούσε το ίδιο το χωριό μέσα στην ψυχή του.
Ονειροπολούσε. Με τον καιρό, άρχισε να νοσταλγεί το χωριό του, συνειδητοποιώντας πως οι ρίζες του ήταν τελικά πιο βαθιές απ' όσο νόμιζε. Θυμόταν με έντονη νοσταλγία και μια αίσθηση απώλειας τις ηλιόλουστες πλαγιές στο Μεγάλο Ρέμα κι αναστέναζε. Το Μεγάλο Ρέμα λειτουργούσε μέσα του ως ένας τόπος μνήμης, συνδεδεμένος με την παιδική του ηλικία. Ζωντάνευε όταν του ‘ρχεται η θύμηση του ποτισμένου χώματος με την ιδιαίτερη μυρουδιά της γης που αναστάτωνε το μέσα του λες και συναντούσε κάτι δικό του. Το μεγάλο ρέμα δεν του ήταν  ξένο· Ήταν κομμάτι της ταυτότητας του, κάτι που του έλειπε και το ξανάβρισκε με την έννοια της νοσταλγίας. Ας ήταν μπορετό να κάθιζε, δέκα λεφτά μονάχα, κάτω απ’ το δροσό της αλαφροΐσκιωτης μουριάς στην καλοκαιρινή την κάψα, να νιώθει μια αίσθηση δροσιάς στο πλάτωμα με το μικρό μποστάνι τους πίσω στο Μεγάλο Ρέμα με την όμορφη, ήρεμη, ασημένια μικρή λιμνούλα με τα καθάρια νερά, που ξεπρόβαλαν πίσω από τον αιωνόβιο πλάτανο στο τέλος μιας διχάλας από το στρατί που φιδοσερνόταν εμπρός του. Τριγύρω πυκνοί θάμνοι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ένα πλήθος από ανθοφόρα φυτά πλαισίωναν το τοπίο με τα πανέμορφα και πολύχρωμα λουλούδια τους, τα υδρόβια φυτά που επέπλεαν, δημιουργούσαν μια πανδαισία χρωμάτων, και ο συνδυασμός των αρωμάτων με τις χιλιάδες ευωδιές να κατακλύζουν τα πνευμόνια του.
Στοιβαγμένες εικόνες στα θολά διαμερίσματα της μνήμης, αβίαστα προβάλλουν εμπρός του.
«Τα σφεντάμια και οι φτέρες είναι ακόμα αδιάφθορα,
Αλλά χωρίς αμφιβολία, όταν αποκτήσουν συνείδηση
Θ’ αρχίσουν κι αυτά να καταριούνται και να βρίζουν.»
Εικόνες της εκείνης της εποχής  μόλις που περπάτησε καλά, και στιγμή δεν καθότανε. Έτρεχε μες στα πεζούλια στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι.
Της  εποχής που πότιζε το μικρό μποστάνι τους, χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, ένα λουρί χωράφι και έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά  με το κοντοβράκι του και με το μακρύ το φτυάρι στα αδύνατα χέρια του, να αλλάζει τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και τις κολοκυθιές τις φορτωμένες πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρουμπέτες, ευτυχισμένος όπως το πουλί απάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού, κάθονταν  στον ίσκιο κάτω από το μεγάλο πλάτανο, που πάνω στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν πουλιά, και τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα πίνοντας το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τ' ήταν ο κόσμος τότε γι' αυτόν παρά ένα περιβόλι απέραντο, καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, με τη φύση να βρίσκεται στ’ αποκορύφωμα της λάμψης της, απ’ του ήλιου τις χρυσές ακτίνες....
Οι τόποι του χωριού του είναι ένα κομμάτι του εαυτού του, και οι μνήμες ομφάλιος λώρος να τον συνδέει με τα μέρη των παιδικών του χρόνων.
Χωριό του στη γειρτή πλαγιά, σημείωμα της άδολης πρώτης αγάπης, κυπαρίσσια κι αγριολούλουδα, θάμνοι που πτερυγίζουν οι μέλισσες και άνεμο-δαρμένοι βράχοι, θεόρατοι με ένα λευκό στις βαθιές ρυτίδες τους που άφησε ο χρόνος στην περιφορά του οργισμένου βοριά. Και πέρα μακριά στο διάφανο σαν ακουαρέλα, μια γραμμή στο χάραγμα, στο βάθος του ορίζοντα εκεί που η θάλασσα τον ουρανό φιλούσε. Στις πλαγιές θυμάρια, φασκομηλιές και ρίγανες, μυρουδιές ευλογημένες κατρακυλούν μες στα σπαρτά σαν σκέψεις ανεκπλήρωτες, όπως ο άνεμος που σμίλευε στις πέτρες τα σχήματα των άγονων περιπλανήσεων του. Και αυτός, «κουτσούβελο» με κοντό παντελονάκι και γρατζουνισμένα γόνατα τρέχει στις αλάνες και τους δρόμους του χωριού, με σφεντόνα και λερωμένα δάκρυα, όταν ο ήλιος στέγνωνε την αλμύρα τους. Τρεχαλητά και φωνές. Κυνηγητά και παιχνίδια. Όλα της φύσης τα χρώματα είναι ζεστά. Δένονται με τους απανωτούς ήχους των ανέμων στους βράχους. Κι όταν ο θόρυβος κοπάσει, και ο ήλιος σαν μεστωμένο πορτοκάλι, βουτάει στου Κούνου την πλάτη  μαζί του χάνονται και τα χρώματα, πέφτει το σούρουπο με ασημένιες σκιές και τα παιδιά πασχίζουν να μαντέψουν από πού θα ξεπροβάλει η σελήνη. Ανέμελη ζωή, με δίχως πάθη, με πολλά οράματα.
Είναι μια ηδονή που δεν ξεχνιέται εύκολα απ' όσους την ένιωσαν. Όλα αυτά μνήμες και γεύσεις, μυρωδιές, ακοές, οράματα και αφές των παιδικών μας χρόνων που μας δυναστεύουν μιαν ολάκερη ζωή. Δεν το γνώρισε ολότελα το καημένο του το χωριό, που του γελούσε πάντα στον ύπνο του και στα όνειρα του.
«Με της σκέψης τα πλάνα φτερά
στο χωριό του τρέχει να φτάσει.
Στης λιμνούλας τ’ ασημένια νερά»......
Νιώθει πως δεν είναι μόνο αυτός που νοσταλγεί τον τόπο. Είναι σαν και ο τόπος να τον περιμένει. Σαν να έμεινε εκεί ένα κομμάτι του παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ.  Όπως το αισθάνεται, δεν είναι απλώς « η ανάμνηση χωριού του». Είναι ολόκληρη η ιδέα της ξενιτιάς! Ο μικρός Αλκιβιαδης που φεύγει από έναν τόπο, αλλά ο τόπος δεν φεύγει ποτέ από τον Αλκιβιάδη.  Δεν ταξίδεψε μόνο από τα Μπουμπουτσέλια στον Πειραιά, στη Λαμία και στον κόσμο. Ταξίδεψε έχοντας πάντα μέσα του εκείνο το παιδί με το κοντό παντελονάκι που έτρεχε στις αλάνες, κάτω από τον ήλιο, δίπλα στο νερό της μικρής λιμνούλας.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Μαθητής στο Τρίτο Δημοτικό Σχολείο Λαμίας!
.....

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

Afixis Sto Limani Tou Pirea

.....Άφιξη στον Πειραιά.
Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει. Ήταν Ιούλιος, τότε που ο ήλιος ανατέλλει πολύ νωρίς, κι ακόμη πριν φανεί ολόκληρος πάνω από τον ορίζοντα, οι πρώτες απαλές ακτίνες του άρχισαν να χρυσώνουν τις κορυφές του Υμηττού. Η νύχτα υποχωρούσε αργά, σαν να μην ήθελε ακόμη να παραδώσει τη θέση της στη μέρα. Ο ουρανός άλλαζε χρώματα κάθε στιγμή· από το βαθύ γαλάζιο περνούσε στο λιλά, ύστερα στο ρόδινο και τέλος στο χρυσαφένιο. Η θάλασσα του Σαρωνικού, ήρεμη σαν γυαλί, κρατούσε επάνω της όλες αυτές τις αποχρώσεις και τις επέστρεφε στον ουρανό, σαν να συνομιλούσαν μεταξύ τους.
Το μεγάλο ποστάλι είχε ήδη αφήσει πίσω του το ανοιχτό πέλαγος και, με σταθερή πορεία, έμπαινε αργά στον κόλπο του Πειραιά. Γύρω τους άρχισαν να πληθαίνουν τα καΐκια, οι ψαρόβαρκες και τα μικρά φορτηγά πλεούμενα που ξυπνούσαν μαζί με το λιμάνι. Από μακριά ξεχώριζαν οι πρώτοι γερανοί, οι καμινάδες των εργοστασίων και οι αμέτρητοι ιστοί των πλοίων που υψώνονταν σαν δάσος από κατάρτια. Ο Αλκιβιάδης στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή. Τα μάτια του δεν προλάβαιναν να χωρέσουν όσα αντίκριζαν. Δεν είχε ξαναδεί τόσα πολλά καράβια συγκεντρωμένα στον ίδιο τόπο. Άλλα έμπαιναν στο λιμάνι, άλλα έβγαιναν για το μεγάλο ταξίδι, άλλα περίμεναν αγκυροβολημένα τη σειρά τους. Σφυρίγματα ατμόπλοιων, φωνές ναυτικών, ήχοι από μηχανές και αλυσίδες άγκυρας έσμιγαν σ' έναν πρωτόγνωρο κόσμο που έμοιαζε να ζει και να ανασαίνει στον ρυθμό της θάλασσας.
Το πλοίο έκοψε ταχύτητα. Οι μηχανές δούλεψαν πιο ήρεμα και το σκαρί άρχισε να γλιστρά σχεδόν αθόρυβα μέσα στον μεγάλο λιμένα. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τότε πως το ταξίδι από το μικρό τους χωριό είχε πραγματικά τελειώσει. Μπροστά του απλωνόταν ένας άλλος κόσμος, αχανής, άγνωστος, γεμάτος θόρυβο, ανθρώπους και υποσχέσεις. Κι όμως, μέσα σ' εκείνη τη μεγάλη πολιτεία, στην καρδιά του εξακολουθούσαν να ακούγονται καθαρά το θρόισμα των ελιών στο Μεγάλο Ρέμα, το κουδούνισμα της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα, το κελάηδισμα των πουλιών πάνω από τα Μπουμπουτσέλια και η φωνή της μάνας του, που του έλεγε κάθε φορά που φοβόταν: «Μη φοβάσαι... Προχώρα. Ο Θεός είναι μπροστά μας.» Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει. 
Η  υπόλοιπη οικογένεια είχε κουρνιάσει στις στενές κουκέτες του πλοίου, προσπαθώντας να βολευτεί όσο καλύτερα μπορούσε. Ύστερα από το πρώτο τους θαλασσινό ταξίδι, ο ύπνος είχε έρθει βαρύς και βαθύς. Κάποια στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος γλίστρησε αθόρυβα έξω από το ακομοδέσιο. Πέρασε την εξωτερική πόρτα και στάθηκε στο κατάστρωμα, εκεί όπου τον υποδέχτηκε η δροσερή ανάσα της θάλασσας. Το σκοτάδι υποχωρούσε αργά. Το φως άπλωνε τις πρώτες του λωρίδες στον ορίζοντα, καθαρίζοντας σιγά σιγά τα πάντα γύρω του. Οι αποβάθρες, τα μεγάλα πλοία, οι γερανοί, οι αποθήκες και τα αμέτρητα κτίρια της προκυμαίας άρχισαν να ξεχωρίζουν μέσα στο πρωινό φως που δυνάμωνε ολοένα. Τα ηλεκτρικά φώτα παρέμεναν ακόμη αναμμένα. Ψηλά στις στέγες των κτιρίων, οι πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές και οι διαφημίσεις έλαμπαν μέσα στην αυγή, σαν να δίσταζαν να παραδώσουν τη θέση τους στον ήλιο. Για τον μικρό Τηλέμαχο ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Τα μάτια του άνοιγαν διάπλατα. Όλα του φαίνονταν ατέλειωτα: τα καράβια, οι γερανοί, οι καπνοδόχοι, οι σειρές από σπίτια, οι καπνοί που υψώνονταν στον ουρανό. Ένας καινούργιος κόσμος απλωνόταν μπροστά του, τόσο διαφορετικός από τα ήσυχα Μπουμπουτσέλια και τα στενά μονοπάτια του τόπου όπου είχε γεννηθεί.
Ο μικρός αδελφός του στάθηκε ξαφνικά ακίνητος, σαν να τον κάρφωσε στη θέση του η εικόνα που άνοιγε μπροστά του. Αποσβολωμένος, με το στόμα μισάνοιχτο και τα μάτια ορθάνοιχτα, κοιτούσε τη στεριά χωρίς να μιλά. Στο πρόσωπό του διαγράφονταν μαζί η απορία, ο φόβος και το δέος του παιδιού που αντικρίζει έναν κόσμο ασύλληπτα μεγαλύτερο από εκείνον που γνώριζε ως τότε. Είχε καρφώσει το βλέμμα του στον Πειραιά, προσπαθώντας να χωρέσει μέσα στον μικρό του νου όσα αντίκριζαν τα μάτια του. Οι αποβάθρες, οι γερανοί, οι καμινάδες των πλοίων, οι αμέτρητες πολυκατοικίες, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα, όλα ενώνονταν σ' ένα πολύβουο, αχανές τοπίο που δεν έμοιαζε με τίποτε απ' όσα είχε ζήσει μέχρι τότε. Οι αισθήσεις του ρουφούσαν λαίμαργα κάθε εικόνα.  Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε να κινείται αδιάκοπα, σαν ένας ζωντανός οργανισμός που δεν κοιμόταν ποτέ. Ο Τηλέμαχος δεν έλεγε λέξη. Μόνο κοιτούσε. Και μέσα στα μεγάλα του μάτια καθρεφτιζόταν ο καινούργιος κόσμος που μόλις άνοιγε μπροστά του.
Οι λέξεις κύλησαν αβίαστα από τα χείλη του, σαν να ξεπηδούσαν μόνες τους από την ψυχή του, γεμάτες θαυμασμό και παιδική αθωότητα.
«Μαμά! Μαμά, έλα... έλα να δεις! Πω-πω!... Κοίτα σπίτια! Κοίτα πλοία!... Κοίτα, κοίτα, μαμά!... Να... να και αυτοκίνητα!»
Πώς να περιγράψει κανείς όσα ένιωθε εκείνη τη στιγμή ο μικρός Τηλέμαχος; Μέσα σε λίγες ώρες είχε βρεθεί από τον μικρό, απομονωμένο οικισμό τους σ' έναν κόσμο που έμοιαζε ατέλειωτος. Τα μάτια του δεν ήξεραν πού να σταθούν. Ως χθες γνώριζαν το γαλάζιο του ουρανού, τις πλαγιές του τόπου τους, τα χωράφια, τις ελιές, τη σιωπή του χωριού και τους αργούς ρυθμούς της ζωής. Τώρα αντίκριζαν μιαν άλλη πολιτεία. Ένα λιμάνι γεμάτο κίνηση, θορύβους, καπνούς, σειρήνες, ανθρώπους που έτρεχαν βιαστικοί προς κάθε κατεύθυνση. Η καρδιά του αναζητούσε ακόμη την ασφάλεια του χωριού, μα το βλέμμα του μαγευόταν από το πρωτόγνωρο θέαμα. Ο Πειραιάς έμοιαζε με ζωντανό πλάσμα· ένα πελώριο θηρίο που ανέπνεε αδιάκοπα. Μηχανές βούιζαν, βαπόρια έδεναν και λύνονταν από τις προβλήτες, γερανοί υψώνονταν στον ουρανό, καΐκια πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα μεγάλα πλοία, ενώ η παραλία, λουσμένη στο πρωινό φως, έσφυζε από ζωή. Κι εκείνος στεκόταν ακουμπισμένος στην κουπαστή, τόσο μικρός μπροστά σ' αυτή την απέραντη πολιτεία, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Δεν μιλούσε πια. Μονάχα κοιτούσε. Κι όσο περισσότερο κοιτούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του η απορία, το δέος και η λαχτάρα να γνωρίσει τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά του.
Καθώς η ώρα περνούσε, το φως του ήλιου πλημμύριζε τα πάντα. Ο ουρανός φόρεσε το βαθύ, εκτυφλωτικό γαλάζιο του καλοκαιριού, κι οι αχτίνες του φώτιζαν αλύπητα κάθε γωνιά της μεγάλης πολιτείας, σαν να μην άφηναν τίποτε κρυφό μέσα στον καινούργιο κόσμο που απλωνόταν μπροστά στα φτωχά, ανήξερα χωριατόπουλα. Η Ιοκάστη έμεινε για λίγο ακίνητη. Η πρώτη της ματιά στον Πειραιά ήταν γεμάτη έκπληξη, θαυμασμό και μια ανεπαίσθητη δυσπιστία. Για μια στιγμή νόμισε πως τα μάτια της την γελούσαν. Ήταν αδύνατον να χωρέσει ο νους της μια τόσο μεγάλη πολιτεία. Οι δρόμοι έσφυζαν από κόσμο, τα τραμ και τα αυτοκίνητα περνούσαν αδιάκοπα, οι καπνοδόχοι υψώνονταν στον ουρανό, τα πλοία γέμιζαν το λιμάνι και οι φωνές των ανθρώπων ανακατεύονταν με τα σφυρίγματα και τον βόμβο των μηχανών. Σιγά σιγά συνήλθε από την πρώτη έκπληξη. Γύρισε το βλέμμα της προς τον μικρό Τηλέμαχο. Χωρίς να πει λέξη, πήρε τα μικρά του χέρια μέσα στα δικά της, του χαμογέλασε και τον τράβηξε απαλά στην αγκαλιά της. Ο μικρός κούρνιασε επάνω της χωρίς αντίσταση. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και ένιωσε πως όλος εκείνος ο άγνωστος κόσμος, όσο μεγάλος κι αν ήταν, δεν μπορούσε να τον φοβίσει όσο υπήρχε εκείνη. Η αγκαλιά της ήταν γι' αυτόν ό,τι είναι η στεριά για τον ναυτικό ύστερα από μεγάλη φουρτούνα· ένα απάνεμο λιμάνι, όπου η καρδιά γαληνεύει και η ανάσα ξαναβρίσκει τον φυσικό της ρυθμό. Το χαμόγελο που απλώθηκε στο πρόσωπο της μητέρας τους θύμισε στον Αλκιβιάδη τα μικρά κυματάκια που σβήνουν απαλά στην αμμουδιά όταν το πέλαγος γαληνεύει. Ήταν ένα χαμόγελο ήρεμο, τρυφερό, γεμάτο καλοσύνη. Έτσι τη θυμόταν πάντα.
Η μάνα τους ήταν το απάνεμο λιμάνι της οικογένειας. Σ' εκείνη ακουμπούσαν κάθε ελπίδα, κάθε βάσανο, κάθε χαρά και κάθε καημό τους. Ήταν σαν τριαντάφυλλο που μοσχοβολούσε γλυκά, χωρίς ποτέ να ζητά τίποτε για τον εαυτό του. Πάντα στεκόταν δίπλα τους αθόρυβα και διακριτικά, με μια αγάπη ακούραστη, γεμάτη έγνοια, φροντίδα, δύναμη και προσμονή. Ήταν η γλυκιά τους, η τρανή τους μάνα. Τώρα στεκόταν σιωπηλή και αγνάντευε τον καινούργιο κόσμο που άνοιγε μπροστά τους. Αναρωτιόταν αν αυτό το μεγάλο ταξίδι θα γινόταν η αρχή μιας καλύτερης ζωής. Ήθελε να πιστέψει πως μια καινούργια αυγή είχε ξημερώσει για την οικογένειά της· πως τα παιδιά της θα κατάφερναν να πραγματοποιήσουν όσα εκείνη είχε ονειρευτεί στα νιάτα της και δεν της χάρισε η ζωή. Κι όμως, πίσω από την ελπίδα, η αμφιβολία δεν έπαυε να τη συντροφεύει. Άραγε είχαν πάρει τη σωστή απόφαση εγκαταλείποντας τον τόπο τους; Άξιζε να αφήσουν πίσω τους το χώμα που τους γέννησε, για να κυνηγήσουν μια καλύτερη μοίρα; Τι τους περίμενε στην άγνωστη πολιτεία; Θα έβρισκαν δουλειά; Θα ρίζωναν; Θα δικαιώνονταν οι κόποι και οι θυσίες τους;
Ένα ατέλειωτο πλήθος από «κι αν...», «ίσως...» και «μακάρι...» περνούσε από το μυαλό της. Προσπαθούσε να βάλει τάξη στις σκέψεις της, μα εκείνες σκορπούσαν σαν τα κύματα που τα παρασέρνει ο άνεμος. Έμεινε για λίγο με τα μάτια μισόκλειστα, αφήνοντας τη φαντασία της να ταξιδεύει πιο μακριά κι από το ίδιο το πλοίο.
Τόσο πολύ είχε βυθιστεί στις σκέψεις της, ώστε δεν κατάλαβε πότε οι μηχανές σώπασαν, πότε έπεσαν οι κάβοι στην προβλήτα και πότε άρχισε η αποβίβαση των επιβατών. Μόνο όταν άκουσε τις φωνές των ναυτών και το βιαστικό βήμα του κόσμου επάνω στο κατάστρωμα γύρισε στην πραγματικότητα. Το ταξίδι είχε τελειώσει. Ένα άλλο, πολύ μεγαλύτερο, μόλις άρχιζε.
..........Στην αυγή της εφηβείας του, ο Αλκιβιάδης άρχισε να περιδιαβαίνει τον αθέατο κόσμο της μνήμης του. Εκεί ανακάλυπτε τοπία ανέγγιχτα από τον χρόνο, ξαναδιάβαζε, σαν σε παλιό τετράδιο, ιστορίες που είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα μέσα του και ένιωθε πως όλα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη θέση τους, δεμένα μεταξύ τους με μια παράξενη, γαλήνια αρμονία.
Κι όμως, ανάμεσα σ' αυτές τις καθαρές εικόνες υπήρχε μια γκρίζα κηλίδα. Μια ομίχλη βαθιά σκέπαζε το πρώτο εκείνο θαλασσινό ταξίδι, το καράβι που τους είχε μεταφέρει από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά. Όσο κι αν προσπαθούσε να ανασύρει τη μορφή του από τη μνήμη του, εκείνη έμενε θαμπή, σαν να την είχε σβήσει ο χρόνος με το αλάτι της θάλασσας. Λίγα χρόνια αργότερα, έφηβος πια, έκανε δύο ή τρία καλοκαιρινά ταξίδια στην ίδια διαδρομή. Τότε η θάλασσα άρχισε να του αποκαλύπτει τα μυστικά της. Τα ταξίδια εκείνα ήταν μαγευτικά. Το πλοίο παρέπλεε αδιάκοπα τις ακτές της ανατολικής Πελοποννήσου, εκεί όπου οι νότιες απολήξεις του Πάρνωνα κατεβαίνουν ως το Μυρτώο Πέλαγος και τα αρώματα του βουνού σμίγουν με τη θαλασσινή αύρα. Οι βραχώδεις ακτές, οι μικροί όρμοι, τα ακρωτήρια και οι ερημικές παραλίες περνούσαν μπροστά στα μάτια του σαν μια αργόσυρτη ζωγραφική παράσταση, που άλλαζε διαρκώς χωρίς ποτέ να χάνει τη γοητεία της. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννήθηκε μέσα του ο μεγάλος έρωτας για τη θάλασσα. Η άγρια ομορφιά αυτής της γωνιάς της Λακωνίας δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του. Η ορεινή περιοχή του Ζάρακα, με τα πέντε χωριά της, απλώνεται ανάμεσα στα βουνά και στο Μυρτώο Πέλαγος, εκεί όπου η πέτρα και η θάλασσα μοιάζουν να συνομιλούν αιώνες τώρα. Πιο αγαπημένο του απ' όλα ήταν το παράκτιο Κυπαρίσσι. Με φυσιογνωμία στεριανή και νησιώτικη μαζί, χτισμένο αμφιθεατρικά πάνω στις πλαγιές, αγναντεύει την ανατολή του ήλιου, ενώ το δειλινό βυθίζεται νωρίς στη σκιά των κορυφών του Ζάρακα, που κρύβουν τις τελευταίες αχτίνες της δύσης. Από τη θάλασσα το χωριό μοιάζει να κάθεται πάνω σ' έναν πέτρινο θρόνο, στραμμένο αγέρωχα προς το Μυρτώο Πέλαγος. Θυμόταν ακόμη τον Γέρακα. Έναν από τους πιο ξεχωριστούς τόπους της Λακωνίας. Το μικρό λιμάνι ξεπροβάλλει ξαφνικά μέσα από έναν στενό θαλάσσιο δίαυλο, προστατευμένο από απόκρημνες πλαγιές. Ένα σπάνιο ελληνικό φιόρδ αποκαλύπτεται μπροστά στον ταξιδιώτη, τόσο αρμονικό ώστε  χρόνια αργότερα έμαθε πως ο Παυσανίας είχε αποκαλέσει τον Γέρακα «ευλίμενον χωρίον». Τότε όμως, παιδί ακόμη, ήξερε μόνο πως έβλεπε έναν τόπο που έμοιαζε βγαλμένος από παραμύθι.. Κάθε πέρασμα από αυτά τα νερά του αποκάλυπτε και μια καινούργια όψη του τόπου. Οι απότομοι βράχοι, οι πτυχώσεις του εδάφους, οι βαθιοί όρμοι και οι γυμνές πλαγιές μαρτυρούσαν πως η φύση είχε εργαστεί αργά και υπομονετικά επί αμέτρητους αιώνες, χαρίζοντας στον Ζάρακα ένα τοπίο μοναδικό, όπου η γεωλογική ιστορία διαβάζεται ακόμη επάνω στην πέτρα..
Η γαλήνη του τοπίου και η λιτή ομορφιά του οικισμού συνέθεταν ένα σκηνικό που δύσκολα ξεχνούσε κανείς. Ο ακύμαντος κόλπος του Γέρακα, ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια της Μεσογείου, ετοιμαζόταν να υποδεχθεί το σούρουπο. Το πλοίο έμπαινε αργά με την πλώρη στον στενό όρμο και φουντάριζε αρόδο, πολύ κοντά στα βράχια και στα αβαθή. Η αποβίβαση των επιβατών και των εμπορευμάτων γινόταν με καΐκια, που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα από το πλοίο στη στεριά. Κι όταν ερχόταν η ώρα της αναχώρησης, το πλοίο έβγαινε με ανάποδα, γιατί μέσα στον στενό όρμο δεν υπήρχε χώρος για να στρέψει. Λίγο αργότερα, καθώς το καράβι ξανάβγαινε στο ανοιχτό Μυρτώο Πέλαγος, πρόβαλλε στον ορίζοντα ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία, το «πέτρινο καράβι» του Ρίτσου, στεκόταν ακίνητη ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα, σαν να ταξίδευε αιώνες τώρα χωρίς ποτέ να σαλπάρει. Δεν υπήρχε πέρασμα από το Μυρτώο που να μην του τραβήξει το βλέμμα. Ιδιαίτερα την ώρα που ο ήλιος βασίλευε πίσω από τις κορυφογραμμές της Λακωνίας και το κάστρο άναβε με χρώματα χρυσοκόκκινα και πορφυρά. Τότε η πέτρα ζωντάνευε, η θάλασσα γινόταν καθρέφτης του ουρανού και ολόκληρο το τοπίο αποκτούσε εκείνη τη σιωπηλή μεγαλοπρέπεια που μόνο η φύση μπορεί να χαρίσει.
.........................Ανασκαλεύοντας τη μνήμη του, ο Αλκιβιάδης νιώθει μια βαθιά, σχεδόν ανεξήγητη βεβαιότητα πως ολόκληρο εκείνο το ταξίδι της μετανάστευσης το έζησε ακουμπισμένος στις κουπαστές του θρυλικού επιβατηγού της ελληνικής ακτοπλοΐας, της «Μυρτιδιώτισσας».
Δεν γνωρίζει αν η μνήμη του διατηρεί πιστά την αλήθεια ή αν, με το πέρασμα των χρόνων, ενώθηκαν μέσα της διαφορετικά ταξίδια. Εκείνο όμως που δεν έσβησε ποτέ είναι η μορφή του πλοίου. Η σιλουέτα του έμεινε χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη χιλιάδων ταξιδιωτών.
Η «Μυρτιδιώτισσα» υπήρξε το καράβι της άγονης γραμμής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, εμπορεύματα, χαρές και λύπες, ελπίδες και αποχωρισμούς. Για τους κατοίκους των νοτιοανατολικών ακτών της Πελοποννήσου και των Κυθήρων δεν ήταν απλώς ένα πλοίο· ήταν ο σύνδεσμος τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν φοβήθηκε τις φουρτούνες του Κάβο Μαλέα, γιατί οι ναυτικοί συνήθιζαν να λένε πως στο τιμόνι της στεκόταν η ίδια η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα.
Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί στη Σκωτία το 1929 με το όνομα Lochness, για την παραδοσιακή ακτοπλοϊκή εταιρεία MacBrayne. Στην Ελλάδα ήρθε το 1958 από τον Σ. Μπιλίνη και έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία στη λεγόμενη «μαύρη γραμμή» — Πειραιάς, ανατολικά παράλια Πελοποννήσου και Κύθηρα — υπηρετώντας την ελληνική ακτοπλοΐα έως το 1973, όταν οδηγήθηκε για διάλυση στο Πέραμα.
Αν πράγματι ήταν εκείνο το πλοίο που μετέφερε τότε τη μικρή οικογένεια από τη Μονεμβασιά στον Πειραιά, τότε δεν τους ταξίδεψε μόνο σ' ένα άλλο λιμάνι. Τους πέρασε από μια ζωή σε μιαν άλλη.
Η διαφημιστική αφίσα της εποχής ξεκινούσε με υπερηφάνεια την ανακοίνωσή της για το «νεοαγορασθέν πολυτελέστατον ατμόπλοιον Μυρτιδιώτισσα», παρουσιάζοντας τα τεχνικά του χαρακτηριστικά, τους άνετους χώρους και τη διαρρύθμιση των ενδιαίτημάτων του, πριν δημοσιεύσει το πρόγραμμα των δρομολογίων του.
Έλεγαν πως το πεπρωμένο του ήταν να ταξιδεύει σε θαλασσινούς δρόμους ξεχωριστούς. Από τα ανεμοδαρμένα νησιά των Εβρίδων, όπου πρωτογνώρισε τη θάλασσα ως Lochness, βρέθηκε να αρμενίζει στις κακοτράχαλες ακτές της Λακωνίας. Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ πέρασε στους κλειστούς όρμους του Κυπαρισσιού, του Γέρακα, του Πόρτο Κάγιο και του Σολοτερίου, εκεί όπου οι απόκρημνες ακτές και τα μικρά λιμάνια περίμεναν υπομονετικά το εβδομαδιαίο πέρασμά του.
Το καλοκαίρι του 1958 η Μυρτιδιώτισσα πραγματοποίησε το παρθενικό της δρομολόγιο στην άγονη γραμμή της ανατολικής Πελοποννήσου. Για τους κατοίκους των απομονωμένων αυτών τόπων δεν ήταν απλώς ένα ακόμη πλοίο. Ήταν ο σύνδεσμος τους με τον έξω κόσμο· μια όαση επικοινωνίας, ελπίδας και ζωής. Μετέφερε ανθρώπους, οικογένειες, προμήθειες, γράμματα, όνειρα, αποχωρισμούς και επιστροφές. Κουβαλούσε στις κουβέρτες του ανθρώπους περήφανους, σμιλεμένους από τον άνεμο, την πέτρα και τη θάλασσα. Κι αν η μνήμη δεν τον απατούσε, ήταν πάνω σ' αυτό το καράβι που ξεκίνησε και η δική τους οικογένεια το μεγάλο ταξίδι του ξενιτεμού. Ένα ταξίδι που δεν θα τους οδηγούσε μόνο στον Πειραιά, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
«Από την ομίχλη των σκωτσέζικων φιόρδ στις σφηκοφωλιές των όρμων της Λακωνίας· στο Κυπαρίσσι, στον Γέρακα, στο Πόρτο Κάγιο, στο Σολοτέρι. Μικροί, στενοί και δύσκολοι όρμοι, που μόνο έμπειροι καπετάνιοι πλησίαζαν με σιγουριά.»

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τελικός Προορισμός Λαμία!
.....

 
Web Informer Button