ADS

click to open

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

.......Όταν ξεκίνησε η νέα σχολική χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους κυλούσε αθόρυβα, χωρίς μεγάλες ανατροπές και θεαματικά γεγονότα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη με τον ίδιο γνώριμο ρυθμό, κουβαλώντας μικρές χαρές, μικρές λύπες και τις συνήθεις έγνοιες που συντροφεύουν τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Κι όμως, ο Αλκιβιάδης, χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως η ιστορία μιας γειτονιάς δεν γράφεται από τα σπουδαία περιστατικά, αλλά από εκείνες τις ασήμαντες, σχεδόν ανεπαίσθητες αλλαγές που περνούν απαρατήρητες την ώρα που συμβαίνουν. Είναι αυτές που σμιλεύουν τους ανθρώπους, τις σχέσεις τους και, τελικά, τη μνήμη ενός τόπου. Η νεαρή σπουδάστρια δεν επέστρεψε τη νέα σχολική περίοδο. Η μικρή κάμαρα που νοίκιαζε έμεινε άδεια, ενώ η επαφή με την οικογένεια της χάθηκε οριστικά. Ο Αλκιβιάδης δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε, ούτε αν κάποιος από τους δικούς του κράτησε κάποια επικοινωνία μαζί της. Έμεινε μόνο μια αχνή ανάμνηση, σαν πρόσωπο που πέρασε για λίγο από τη ζωή τους και χάθηκε μέσα στον χρόνο. Η Ιόλη δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνη στο σχολείο. Η Μερόπη, που διατηρούσε ακόμη επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένειά της, αμέσως μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σ' ένα κεφαλοχώρι στον κάμπο του Σπερχειού. Αργότερα ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε πως, μόλις τελείωσε το δημοτικό, η Ιόλη παντρεύτηκε. Ήταν ακόμη παιδί. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει την εφηβεία ως περίοδο ελευθερίας, ονείρων και αναζητήσεων· η ζωή την κάλεσε πρόωρα να φορέσει τα βάρη της ενηλικίωσης.
Η Μερόπη, πάλι, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Αφού τελείωσε το δημοτικό, άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες. Ψήλωσε, σοβάρεψε και έχασε εκείνη τη σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά που τη χαρακτήριζε. Στο βλέμμα της είχε εγκατασταθεί μια πρόωρη ωριμότητα. Έπιασε δουλειά σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων, αφήνοντας κι εκείνη πίσω της, σχεδόν απότομα, τα ανέμελα χρόνια της παιδικής ηλικίας.
Το νέο τους σπίτι ήταν μια μικρή, αυτόνομη μονοκατοικία με μεγάλη αυλή. Ο Κλέαρχος, νοσταλγώντας τις συνήθειες του χωριού τους, δεν άργησε να μεταμορφώσει ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι της σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, φασολιές και κάθε λογής εποχικά λαχανικά φύτρωναν χρόνο με τον χρόνο, λες και ένα μικρό κομμάτι της λακωνικής γης είχε μεταφερθεί στη νέα τους γειτονιά.
Με τη μετακόμιση, ο Αλκιβιάδης δεν έχασε την επαφή του ούτε με τη Μερόπη ούτε με τη Μυρσίνη. Οι δρόμοι τους όμως δεν διασταυρώνονταν πια τόσο συχνά. Οι επισκέψεις αραίωσαν, τα παιχνίδια έγιναν λιγότερα και οι συναντήσεις περιορίστηκαν στις Κυριακές ή στις μεγάλες γιορτές. Χωρίς να το καταλάβουν, η παιδική τους συντροφιά άρχισε σιγά σιγά να σκορπίζει. Ο Κλέαρχος περίμενε, για μία ακόμη χρονιά, να ξεκινήσει η εποχική λειτουργία του εργοστασίου με τους ρυζόμυλους του Μουζέλη, όπου εργαζόταν κάθε σαιζόν. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί κι εκείνη στο ελαιουργικό εργοστάσιο του ίδιου συγκροτήματος, στο τμήμα όπου επεξεργάζονταν τον βαμβακόσπορο για την παραγωγή βαμβακέλαιου.
Η καθημερινότητα της οικογένειας απέκτησε ξανά τον γνώριμο ρυθμό της. Οι γονείς εργάζονταν ασταμάτητα για να μη λείψει τίποτε από το σπίτι, ενώ τα παιδιά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, άφηναν πίσω τους την ανέμελη παιδική ηλικία και έκαναν τα πρώτα, διστακτικά βήματα προς την εφηβεία. Η Ιοκάστη, μόλις τελείωνε τη βάρδια της στο εργοστάσιο, γύριζε βιαστικά στο σπίτι. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση. Την περίμενε η σκάφη στην αυλή, γεμάτη ρούχα. Ήταν τρία παιδιά· τι να πρωτοπρολάβει; Έπλενε ως αργά το βράδυ, με τα χέρια της βουτηγμένα στο σαπουνόνερο, τρίβοντας ασταμάτητα, ενώ η νύχτα κατέβαινε σιγά σιγά πάνω στη γειτονιά. Τα δάχτυλά της κοκκίνιζαν από το κρύο τον χειμώνα και ζάρωναν από το νερό, όμως εκείνη συνέχιζε ακούραστα, σαν να μην είχε γνωρίσει ποτέ την έννοια της κούρασης.
Αυτή είναι η εικόνα που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του Αλκιβιάδη. Η μάνα του σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, να δίνει καθημερινά μια αθόρυβη μάχη, χωρίς παράπονο και χωρίς να ζητά αναγνώριση. Εκεί, μέσα στις πιο απλές κινήσεις της καθημερινότητας, έκρυβε όλη την αξιοπρέπεια και τη δύναμη μιας γυναίκας της δεκαετίας του 1960, που κρατούσε όρθιο το σπίτι της.
Μάνα, μητέρα, μαμά… Όπως κι αν την αποκαλούσαν, η λέξη ηχούσε μέσα του σαν προσευχή. Δεν ήταν μόνο εκείνη που τον έφερε στη ζωή. Ήταν το χέρι που τον σήκωνε όταν έπεφτε, η αγκαλιά που χώραγε κάθε του φόβο, η φωνή που τον γαλήνευε, το βλέμμα που τον περίμενε πάντα να γυρίσει στο σπίτι.
Μεγαλώνοντας κατάλαβε πως οι μεγάλες μορφές της ζωής δεν φορούν πάντοτε στέμματα ούτε γράφονται στα βιβλία της ιστορίας. Καμιά φορά στέκονται σκυμμένες πάνω από μια ξύλινη σκάφη, με τα μανίκια σηκωμένα, πλένοντας τα ρούχα των παιδιών τους αργά μέσα στη νύχτα.
Ήταν ήδη αργά. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το φθινοπωρινό στερέωμα έμοιαζε να στροβιλίζεται αργά γύρω από τον ακίνητο Πολικό Αστέρα. Ο μικρός Αλκιβιάδης συνήθιζε να σηκώνει το βλέμμα του ψηλά και να χάνεται μέσα στις αμέτρητες κουκκίδες του ουρανού. Χρόνια αργότερα θα μάθαινε τα ονόματά τους· τότε όμως του αρκούσε να τις θαυμάζει. Η Μεγάλη Άρκτος χαμήλωνε προς τον βορρά, ενώ ψηλότερα η Κασσιόπη άπλωνε το γνώριμο σχήμα της, σαν ένα φωτεινό γράμμα «W». Ένα κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο κυριαρχούσε στον ουρανό, λούζοντας τη γειτονιά μ' ένα απαλό, γαλήνιο φως. Οι απέναντι λόφοι, προς το στρατόπεδο, είχαν πια χάσει τις λεπτομέρειές τους και στέκονταν σαν συμπαγείς σκοτεινές σιλουέτες. Πιο πέρα, προς την ανατολή, η πόλη λαμποκοπούσε φεγγαρόλουστη, ενώ στο πρώτο πλάνο οι ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς υψώνονταν ακίνητες, σαν σιωπηλοί φρουροί της νύχτας.
Στην αυλή, η Ιοκάστη είχε ανάψει το καζάνι. Το νερό έβραζε αργά, μαζί με φύλλα λεμονιάς και πορτοκαλιάς, για να μοσχοβολούν τα ρούχα όταν θα πλένονταν με το σπιτικό σαπούνι. Η ευωδιά από τα εσπεριδοειδή ανακατευόταν με τον ατμό που ανέβαινε προς τον ουρανό, δίνοντας στη νύχτα μια μυρωδιά που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Η ξύλινη σκάφη ήταν ακουμπισμένη πάνω στον χοντρό πάγκο της αυλής, εκείνον ακριβώς που ο Κλέαρχος χρησιμοποιούσε τα βράδια του χειμώνα για να γεμίζει και να συσκευάζει τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Το ίδιο ξύλο που φιλοξενούσε το κυνήγι, φιλοξενούσε τώρα τη μπουγάδα της οικογένειας. Έτσι ήταν το σπίτι τους· τίποτε δεν περίσσευε και τίποτε δεν έμενε ανεκμετάλλευτο. Κάθε αντικείμενο υπηρετούσε τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους.
Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της για να της κάνει παρέα. Θρόνος του ήταν ένα μικρό ξύλινο σκαμνάκι. Στα γόνατά του είχε ανοιγμένο το σχολικό του βιβλίο και διάβαζε, φωτισμένος από το λιγοστό κιτρινωπό φως της λάμπας πετρελαίου. Το σώμα του βρισκόταν στην αυλή, δίπλα στη μητέρα του που έτριβε ακούραστα τα ρούχα μέσα στη σκάφη. Το μυαλό του όμως είχε ταξιδέψει πολύ μακριά. Οι γραμμές του βιβλίου γίνονταν εικόνες, οι εικόνες περιπέτειες, κι εκείνος, παρασυρμένος από τη ζωηρή φαντασία του, ζούσε μέσα στην ιστορία περισσότερο απ' όσο τη διάβαζε.
Δεν κατάλαβε πότε η Ιοκάστη σταμάτησε να πλένει.
Ένα απότομο τράβηγμα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
Η μητέρα του άρπαξε ξαφνικά το βιβλίο από τα χέρια του. Από τις σελίδες του γλίστρησε ένα διπλωμένο χαρτί, που έπεσε στο χώμα της αυλής.
Η Ιοκάστη τον κοίταξε αυστηρά.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε άφωνος. Τα χείλη του άνοιξαν σαν να ήθελαν να πουν κάτι, μα καμία λέξη δεν βγήκε.
«Τι είναι αυτό;» επανέλαβε ήρεμα, κρατώντας ακόμη το βιβλίο στα χέρια της.
Ο Αλκιβιάδης κατάπιε δύσκολα. Έσκυψε να μαζέψει τις σελίδες που είχαν σκορπίσει στο πάτωμα, κερδίζοντας λίγες ακόμη στιγμές σιωπής. Δεν φοβόταν τόσο την τιμωρία, όσο μήπως απογοητεύσει εκείνη τη γυναίκα που ήταν ολόκληρος ο κόσμος του.
Με αμηχανία βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί με λόγια.
Το βλέμμα του καρφώθηκε στη μητέρα του, σαν το σπινθηροβόλο βλέμμα μιας αγελάδας που αιφνιδιάστηκε και δεν ξέρει προς τα που να στραφεί. Η εικόνα αυτή θύμιζε στον ώριμο πια Αλκιβιάδη μια παράξενη ειρωνεία της ιστορίας: τον ομώνυμο Αλκιβιάδη, τον περίφημο Αθηναίο για τη ρητορική του δεινότητα και την ακατάβλητη αυτοπεποίθησή του, να στέκει ξαφνικά άφωνος μπροστά στη μητέρα του, τη Δεινομάχη. Κι εκείνος, ο μικρός Αλκιβιάδης, δεν διέφερε καθόλου εκείνη τη στιγμή· όλη η ευφράδεια που πίστευε πως διέθετε είχε χαθεί. Οι λέξεις τον εγκατέλειψαν και έμεινε να την κοιτάζει βουβός.
Η αιτία της ταραχής του βρισκόταν τώρα απλωμένη στο χώμα της αυλής.
Δεν ήταν το σχολικό του βιβλίο που τόσο επιμελώς κρατούσε ανοιχτό, αλλά το κρυφό του ανάγνωσμα. Ο «Γκαούρ – Ταρζάν».Το λεπτό εκείνο περιοδικό, κρυμμένο επιδέξια μέσα στις σελίδες του σχολικού βιβλίου, ήταν ο αληθινός κόσμος του. Κάθε τεύχος ξεχείλιζε από συναρπαστικές περιπέτειες με τους θρυλικούς ήρωες, γεμάτες δράση, μυστήριο, εξωτικά τοπία και φαντασία. Εκεί ταξίδευε ο νους του κάθε φορά που υποτίθεται πως διάβαζε το μάθημά του.
Η Ιοκάστη δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό.
Ο μικρός κατάλαβε πως είχε συλληφθεί επ' αυτοφώρω.
Κι όμως, μέσα του, όσο κι αν ντρεπόταν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε κάνει κάτι πραγματικά κακό. Δεν έκλεβε, δεν έλεγε ψέματα από κακία· απλώς είχε παραδοθεί στην ακατανίκητη γοητεία της περιπέτειας. Οι ζούγκλες του Ταρζάν, τα άγρια τοπία, οι γενναίοι ήρωες και οι αμέτρητοι κίνδυνοι τον τραβούσαν πολύ περισσότερο από τους κανόνες της γραμματικής και της αριθμητικής. Ήταν το πρώτο του μεγάλο μάθημα πως η φαντασία, όσο πολύτιμη κι αν είναι, έχει κι αυτή την ώρα της.
Στο μύχιο, άγουρο παρελθόν του, εκεί όπου οι πρώτες συγκινήσεις χαράσσονται ανεξίτηλα στην ψυχή ενός παιδιού, ο μικρός Αλκιβιάδης ζούσε με πάθος τις περιπέτειες των αγαπημένων του ηρώων. Κάθε καινούργιο τεύχος του «Γκαούρ – Ταρζάν» ήταν για εκείνον ένα ταξίδι σε κόσμους μακρινούς, όπου η φαντασία δεν γνώριζε σύνορα.
Ο Γκαούρ, ο μελαχρινός γίγας, γενναίος, λεβέντης και δίκαιος, του φάνταζε ανώτερος από όλους. Στο παιδικό του μυαλό προσωποποιούσε το ελληνικό φιλότιμο, τη δύναμη και την ακεραιότητα. Ο ξανθός Ταρζάν, όσο γενναίος κι αν ήταν, έμοιαζε περισσότερο αφελής και απλοϊκός μπροστά στην επιβλητική μορφή του Γκαούρ. Και ύστερα ήταν οι δύο γυναικείες μορφές που γοήτευαν τη νεανική του φαντασία. Η Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικανή σύντροφος του Γκαούρ, με την εξωτική ομορφιά, το λαμπερό χαμόγελο και την ήρεμη καλοσύνη της. Και η Τζέιν, η ξανθιά Αγγλίδα του Ταρζάν, δυναμική, έξυπνη και μυστηριώδης.
Η παιδική του φαντασία, που δεν γνώριζε ακόμη τα όρια της πραγματικότητας, έπλαθε δικές της ιστορίες. Έφερνε τους τέσσερις ήρωες κοντά, άλλαζε τις μοίρες τους, επινοούσε περιπέτειες, αντιζηλίες και απρόσμενες συμμαχίες. Η Ταταμπού γινόταν το σύμβολο της καλοσύνης και της γλυκύτητας, ενώ η Τζέιν αποκτούσε έναν χαρακτήρα πιο τολμηρό και απρόβλεπτο, σαν ηρωίδα μυθιστορήματος. Ποιο αγόρι εκείνης της ηλικίας δεν θα παραδινόταν σε τέτοιες ονειροπολήσεις; Δεν ήταν ακόμη έρωτας· ήταν η πρώτη αφύπνιση της φαντασίας, εκείνη η αδιόρατη στιγμή όπου οι ήρωες των περιοδικών παύουν να είναι απλώς εικόνες πάνω στο χαρτί και γίνονται πρόσωπα που κατοικούν μέσα στη μνήμη. Εκεί, σ' εκείνα τα κιτρινισμένα φύλλα των περιοδικών, άρχιζαν δειλά να ξυπνούν οι πρώτες αισθητικές συγκινήσεις, που αργότερα θα μεταμορφώνονταν σε συναισθήματα της εφηβείας και της νιότης.
Ήταν δώδεκα χρονών· σε λίγο θα τελείωνε το δημοτικό. Βρισκόταν σ' εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αδιόρατη ηλικία όπου η παιδικότητα απομακρύνεται σιωπηλά και η εφηβεία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει φανερωθεί ολοκληρωτικά. Οι ιστορίες του Γκαούρ και του Ταρζάν δεν του χάριζαν μόνο περιπέτεια. Ξυπνούσαν μέσα του έναν άγνωστο μέχρι τότε κόσμο. Μια διάχυτη, γλυκιά διέγερση έτρεχε κάτω από το δέρμα του σαν ανεπαίσθητο ρίγος. Οι ήρωες, οι εξωτικές ζούγκλες, οι κίνδυνοι και κυρίως οι γυναικείες μορφές που ζωντάνευαν στις σελίδες του περιοδικού, άναβαν τη φαντασία του και γέμιζαν τον νου του με εικόνες που ούτε ο ίδιος μπορούσε ακόμη να εξηγήσει.
Η Ιοκάστη, όμως, ζούσε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μια φορά την εβδομάδα πήγαινε και καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου. Εκείνος της είχε εκφράσει την ανησυχία του. 
«Είναι έξυπνο παιδί», της είχε πει. «Μπορεί να προχωρήσει. Τον τελευταίο καιρό όμως δείχνει αφηρημένος. Σαν να βρίσκεται αλλού όταν κάνει μάθημα.» Τα λόγια του καρφώθηκαν μέσα της. Δεν είχε τη δυνατότητα να του αγοράσει πολλά πράγματα, είχε όμως ένα όνειρο: να μάθει γράμματα το παιδί της. Να αποκτήσει όσα εκείνη δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει.
Έτσι είχαν συμφωνήσει. Ο Αλκιβιάδης θα γινόταν πιο επιμελής και πιο συνεπής στα μαθήματά του.
Δεν έλεγε ψέματα. Διάβαζε. Διάβαζε μάλιστα με πάθος. Μόνο που διάβαζε εκείνα που αγαπούσε ο ίδιος. Κι εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, δίπλα στη σκάφη της μπουγάδας, η Ιοκάστη τον συνέλαβε όχι να τεμπελιάζει, αλλά να έχει κρύψει μέσα στο σχολικό του βιβλίο το αγαπημένο του ανάγνωσμα. Το βλέμμα της γέμισε απογοήτευση περισσότερο παρά θυμό. Δεν την πονούσε το περιοδικό· την πονούσε η σκέψη πως ίσως το παιδί της άφηνε να του ξεγλιστρήσει η μοναδική ευκαιρία που του πρόσφερε η ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε να αντιμιλήσει. Ένιωθε πως είχε αδικήσει τη μητέρα του. Κι όμως, βαθιά μέσα του ήξερε πως εκείνες οι πολύχρωμες σελίδες δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν το πρώτο παράθυρο που άνοιγε η φαντασία του προς έναν κόσμο μεγαλύτερο από τη φτωχική αυλή τους.
Η Ιοκάστη δεν θύμωσε επειδή ο γιος της διάβαζε μια ιστορία περιπέτειας. Θύμωσε γιατί μέσα στα μάτια της είδε ξαφνικά έναν δρόμο που φοβόταν. Έναν δρόμο γεμάτο χαμένες ευκαιρίες, όπως τόσους ανθρώπους είχε δει γύρω της να μένουν πίσω επειδή δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα.
Δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο Αλκιβιάδης δεν είχε εγκαταλείψει τα βιβλία του· απλώς είχε ανοίξει ένα δεύτερο βιβλίο, αυτό της φαντασίας. Εκείνο που δεν γράφεται σε τετράδια, αλλά χαράζεται βαθύτερα στη μνήμη.
«Μάνα», θα ήθελε ίσως να της πει πολλά χρόνια αργότερα, «δεν ήμουν αδιάβαστος. Απλώς διάβαζα και τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Εκείνη όμως τότε δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Ήταν μια μάνα κουρασμένη, που κουβαλούσε στους ώμους της όχι μόνο τρία παιδιά, αλλά και το βάρος μιας ολόκληρης εποχής. Η αγάπη της είχε τη μορφή της αυστηρότητας, γιατί έτσι είχε μάθει να προστατεύει.
Και ίσως αυτό ήταν το παράδοξο της Ιοκάστης: προσπαθώντας να του δείξει τον δρόμο προς το μέλλον, δεν κατάλαβε πως ήδη του είχε χαρίσει το πιο πολύτιμο εφόδιο, την πείνα για ιστορίες, για ανθρώπους, για γνώση. Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης θα καταλάβαινε πως εκείνο το άρπαγμα του βιβλίου από τα χέρια του δεν ήταν απόρριψη. Ήταν αγωνία. Ήταν η αγάπη μιας μάνας που δεν ήξερε άλλον τρόπο να πει: «Φοβάμαι μήπως η ζωή σε πληγώσει περισσότερο απ’ όσο πλήγωσε εμένα».
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε ασταμάτητα. Η εργασία στο εργοστάσιο δεν αρκούσε πάντα για τις ανάγκες μιας οικογένειας με τρία παιδιά. Έτσι, όταν παρουσιαζόταν η ευκαιρία, αναλάμβανε περιστασιακές δουλειές σε σπίτια, καθαρίζοντας για πολλές ώρες, μέχρι αργά το απόγευμα ή και το βράδυ. Δεν το έβλεπε σαν βάρος. Το θεωρούσε χρέος της. Κάθε δραχμή που κέρδιζε είχε μέσα της κόπο, ιδρώτα και αγωνία, αλλά και την κρυφή ελπίδα πως τα παιδιά της θα είχαν μια ζωή λίγο καλύτερη από τη δική της.
Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόταν περιστασιακά ήταν ένας τριαντάρης εργένης, Έλληνας γεννημένος στον Καναδά. Είχε μεγαλώσει μακριά από την Ελλάδα, σε μια άλλη κοινωνία, αλλά διατηρούσε έντονα τα ελληνικά χαρακτηριστικά στην εμφάνισή του. Η όμορφη ελληνική κατατομή του, το ήρεμο παρουσιαστικό του και ο διαφορετικός τρόπος που αντιλαμβανόταν τον κόσμο τον ξεχώριζαν από τους ανθρώπους της μικρής τους κοινωνίας. Για την Ιοκάστη ήταν ένας άνθρωπος από έναν μακρινό κόσμο, σχεδόν από μια άλλη πραγματικότητα. Εκείνη γνώριζε τη σκληρή πλευρά της ζωής, το μεροκάματο, την ευθύνη και την αγωνία της επιβίωσης. Εκείνος κουβαλούσε την εμπειρία ενός τόπου όπου οι άνθρωποι είχαν άλλες ευκαιρίες και άλλους ορίζοντες. Παρόλα αυτά, όταν περνούσε το κατώφλι του σπιτιού του για τη δουλειά της, παρέμενε η ίδια Ιοκάστη. Μια γυναίκα περήφανη, που δεν ζητούσε λύπηση, μόνο σεβασμό. Τα χέρια της μπορεί να μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας, αλλά το βλέμμα της κρατούσε ακόμη εκείνη τη δύναμη που την έκανε να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες.
Πρώτη φορά τον είδε ο Αλκιβιάδης να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ο αέρας είχε ήδη εκείνη τη ζεστασιά που προμήνυε τον ερχομό των μεγάλων ημερών, και μέσα σε αυτό το φωτεινό σκηνικό παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος που στον μικρό Αλκιβιάδη φάνηκε σχεδόν σαν να είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες των αγαπημένων του αναγνωσμάτων.
Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος. Ψηλό μέτωπο, δυνατά χαρακτηριστικά και μια παρουσία που αμέσως τραβούσε το βλέμμα. «Να ο Γκαούρ», σκέφτηκε αυθόρμητα, μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν ο μελαχρινός γίγαντας των ιστοριών του, αλλά μια πιο ανοιχτόχρωμη, πραγματική εκδοχή του ήρωα που θαύμαζε. Το πρόσωπό του είχε μια παράξενη γοητεία. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του συνδυάζονταν με ένα βαθιά μελαγχολικό βλέμμα. Τα μαύρα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να κρύβουν μέσα τους αναμνήσεις από έναν άλλο κόσμο, μακριά από τον τόπο όπου τώρα είχε επιλέξει να ριζώσει. Και όταν μιλούσε, ο ήρεμος και γοητευτικός τόνος της φωνής του δημιουργούσε την αίσθηση ότι κάθε λέξη του είχε βάρος.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επιστρέψει στη γη των γονιών του, όχι ως επισκέπτης, αλλά ως δημιουργός. Γεννημένος και μεγαλωμένος στον Καναδά, κουβαλούσε την εμπειρία μιας άλλης κοινωνίας, όμως επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί δυναμικά με τη γεωργία.
Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός, θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο γραφείου και τεχνικής καριέρας. Όμως κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση ζωής: να αφήσει την ασφάλεια του επαγγέλματος και να δώσει τη γνώση του στη γη. Η επιστροφή του δεν ήταν μια ρομαντική φυγή προς το παρελθόν, αλλά μια οργανωμένη προσπάθεια. Διέθετε ένα αμερικανικό τζιπ, ένα μεγάλο τρακτέρ, μια πλατφόρμα μεταφοράς και πλήθος γεωργικών μηχανημάτων. Για τα δεδομένα της εποχής, ο εξοπλισμός αυτός φάνταζε σχεδόν εξωπραγματικός στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη.
Μέσα στον κόσμο της αυλής τους, όπου η μητέρα του πάλευε καθημερινά με τη σκάφη, το μεροκάματο και τις ανάγκες μιας οικογένειας, εκείνος ο άνθρωπος έμοιαζε να φέρνει μαζί του έναν άλλο ορίζοντα. Έναν κόσμο όπου η γνώση, η τόλμη και η επιλογή μπορούσαν να αλλάξουν τη μοίρα ενός ανθρώπου.
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Στη φαντασία του μικρού Αλκιβιάδη, η Ταταμπού των παιδικών του αναγνωσμάτων έπαιρνε σάρκα και οστά σε μια άλλη μορφή: σε μια γυναίκα της καθημερινής ζωής, καστανή με ανοιχτή απόχρωση στα μαλλιά, γεροδεμένη, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που χαρακτήριζε τις γυναίκες της υπαίθρου.
Μια γνήσια Σπαρτιάτισσα.
Και δεν ήταν τυχαίο που η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως «καλλιγύναικα», τόπος ξακουστός για τις γυναίκες του. Στους παλιούς μύθους η Περίβοια, κόρη του Ευρυμέδοντα, αναφέρεται ως μία από τις ομορφότερες γυναίκες της εποχής της. Όμως η ομορφιά δεν βρισκόταν μόνο στα χαρακτηριστικά του προσώπου· βρισκόταν στη δύναμη, στην αντοχή και στην αξιοπρέπεια.
Η Ιοκάστη εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και αρκετές φορές, όταν υπήρχε ανάγκη, βοηθούσε επικουρικά στα κτήματα. Φρόντιζε το σπίτι και τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, τακτοποιούσε τους χώρους και διατηρούσε την τάξη σε έναν κόσμο που απαιτούσε συνεχή φροντίδα.
Τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα στις εποχές που δεν υπήρχε διαθέσιμο εποχικό προσωπικό ή όταν ο εργοδότης απουσίαζε, αναλάμβανε και μέρος των εργασιών στα κτήματα. Έλεγχε τα συστήματα ύδρευσης, φρόντιζε το πότισμα των καλλιεργειών και παρακολουθούσε τη γη σαν να ήταν ένα κομμάτι από το ίδιο της το σπίτι. Και αυτή η ενασχόληση την γέμιζε.
Εκεί, ανάμεσα στα φυτά και στα νερά, ξεχνούσε για λίγο την κούραση της καθημερινότητας. Τσαλαβουτούσε στα αυλάκια χαρούμενη και αμέριμνη σαν μικρό παιδί, με μια χαρά απλή και καθαρή, σαν εκείνη που αισθάνεται κάποιος όταν ξαναβρίσκει μια ξεχασμένη πλευρά του εαυτού του.
Ο εργοδότης της είχε παρατηρήσει αυτή τη σχέση που είχε με τη γη. Κατάλαβε ότι δεν έκανε απλώς μια εργασία για το μεροκάματο. Είχε γνώση, εμπειρία, υπευθυνότητα και έναν βαθύ σεβασμό απέναντι στη φύση και στη δημιουργία.
Γι' αυτό και συχνά ζητούσε τη βοήθειά της.
Δεν έβλεπε πλέον μόνο μια γυναίκα που καθάριζε και βοηθούσε στις ανάγκες της επιχείρησης. Έβλεπε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, κάποιον που μπορούσε να αναλάβει ευθύνη και να φροντίσει τη γη όπως θα τη φρόντιζε ο ίδιος.
Το μαγιάτικο εκείνο πρωινό είχε μια γλυκιά ηρεμία. Η αυγή είχε μόλις σκορπίσει το φως της και όλα προμήνυαν μια όμορφη μέρα. Ο αέρας μύριζε άνοιξη και η φύση έμοιαζε να έχει ξυπνήσει χαρούμενη.
Στο πλάτωμα της γειτονιάς περίμενε το τζιπ. Ήταν έτοιμο να μεταφέρει την Ιοκάστη στις εγκαταστάσεις του κτήματος.
Η Ιοκάστη τούς σύστησε.
«Λέανδρος», είπε, «ο γιος μου ο Αλκιβιάδης».
Του χαμογέλασε πλατιά.
«Όμορφη μέρα σήμερα. Κοίτα να την απολαύσεις, νεαρέ μου», του είπε με εκείνη τη ζεστή, φιλική φωνή που έκανε τον άλλον να αισθάνεται αμέσως οικεία.
Ξεκίνησαν. Το τζιπ απομακρύνθηκε αργά από τη γειτονιά, αφήνοντας πίσω του τα σπίτια και τα γνώριμα μονοπάτια.
«Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου», είπε η μητέρα του με έμφαση. Ο Λέανδρος γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά.
Η Ιοκάστη, χαμογελώντας, του εξήγησε το περιστατικό με το βιβλίο και την τιμωρία που του είχε επιβάλει. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του Λέανδρου, αποκαλύπτοντας τα λευκά, γερά δόντια του. «Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες», είπε γελώντας. «Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες, αγόρι μου;»
Ο Αλκιβιάδης, λίγο αμήχανος, απάντησε: «Μάλλον έτσι θα ’ναι».
Ο Λέανδρος τον παρατήρησε για λίγο. «Λιγομίλητος... Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» ρώτησε πειρακτικά.
«Μπα», απάντησε η Ιοκάστη. «Απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός».
Και το τζιπ συνέχισε τον δρόμο του, αφήνοντας πίσω το πρωινό της γειτονιάς και οδηγώντας τους προς μια ακόμη μέρα από εκείνες που, χωρίς να το γνωρίζουν τότε, θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη.
Το κτήμα απλωνόταν σε τετρακόσια στρέμματα επίπεδης, εύφορης γης.
Κάμπος. Μια πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας, όπου η γη δεν ήταν απλώς χώμα, αλλά σύντροφος και τροφός. Η ευλογημένη Μητέρα Γη που, με την υπομονή των εποχών, δίνει στον άνθρωπο τον καρπό του μόχθου του.
Στη βόρεια πλευρά του κτήματος βρισκόταν ένα μεγάλο πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκι. Μπροστά του υψωνόταν το δίπατο σπίτι με τα αετώματα του, ένα κτίσμα που διατηρούσε ακόμη την αρχοντιά και την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Δίπλα του στέκονταν δύο τεράστιες αποθήκες, απαραίτητες για τις ανάγκες μιας μεγάλης γεωργικής επιχείρησης.
Λίγο πιο πέρα, μπροστά από τις αποθήκες, ήταν το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό. Ανάμεσα σε δύο υπεραιωνόβια πλατάνια, που άπλωναν τους μεγάλους ίσκιους τους, έμοιαζε σαν μικρή όαση δροσιάς μέσα στον κάμπο.
Γύρω από το σπίτι υπήρχε ο μπαξές με τα λεμονόδεντρα. Την άνοιξη ο αέρας γέμιζε από το άρωμα των ανθών και το καλοκαίρι οι καρποί έδιναν χρώμα και ζωή στο τοπίο. Ήταν μια εικόνα που θύμιζε την ονειρική Εδέμ. Ένας μικρός παράδεισος που άλλαζε πρόσωπο μαζί με τις εποχές, αλλά ποτέ δεν έχανε τη γοητεία του. Ανατολικά απλωνόταν ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας. Εκεί η φύση είχε τη δική της τάξη και αρμονία, σαν να είχε σχεδιαστεί από χέρι έμπειρου κηπουρού.
Στα δυτικά περνούσε το αρδευτικό κανάλι. Τα νερά του, κρυμμένα μέσα σε μια εκρηκτική πρασινάδα, κυλούσαν ανάμεσα σε μια απέραντη διπλή σειρά τεράστιων κυπαρισσιών που στέκονταν στις όχθες του σαν αιώνιοι φρουροί. Το κυπαρίσσι ήταν ένα δέντρο βαθιά δεμένο με την ελληνική παράδοση. Όμορφο, επιβλητικό και γεμάτο συμβολισμούς.
Στην αρχαία μυθολογία, ο Κυπάρισσος από την Κέα, μετά τον άδικο χαμό ενός ιερού ελαφιού που αγαπούσε, βυθίστηκε σε τέτοια θλίψη ώστε παρακάλεσε τον Απόλλωνα να κρατήσει αιώνια τη μνήμη του πόνου του. Ο θεός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε σε κυπαρίσσι. Από τότε το δέντρο συνδέθηκε με τη μνήμη, το πένθος και τον κόσμο των νεκρών, αφιερωμένο στον Πλούτωνα.
Και ίσως γι’ αυτό τα κυπαρίσσια έχουν αυτή τη μοναδική παρουσία. Δεν είναι μόνο όμορφα δέντρα. Είναι σαν να κουβαλούν μέσα τους τη σιωπή των αιώνων.
Το κυρίως κτήμα απλωνόταν απέραντο μπροστά τους. Η μεγαλύτερη έκτασή του ήταν αφιερωμένη στις βαμβακοκαλλιέργειες. Το καλοκαίρι ο κάμπος μεταμορφωνόταν σε μια λευκή θάλασσα, όταν τα βαμβακόφυτα άνοιγαν τα άνθη τους και η γη έμοιαζε να έχει σκεπαστεί από χιόνι.
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη έμοιαζαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια, κι ας είχαν περάσει μόνο λίγες ημέρες από την πρώτη τους γνωριμία.
Ο Αλκιβιάδης το παρατηρούσε.Το έβλεπε στα μάτια τους.
Τα μάτια έχουν πάντοτε τον πρώτο λόγο. Πριν ακόμη μιλήσουν οι άνθρωποι, πριν ανταλλάξουν σκέψεις και λόγια, έχουν ήδη επικοινωνήσει με έναν τρόπο αθόρυβο και βαθύτερο. Από την πρώτη τους συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται, είχαν ήδη ανταλλάξει πλήθος μικρών σημάτων: εμπιστοσύνη, εκτίμηση, συμπάθεια. Κανείς δεν το είχε πει με λόγια, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες κοντά στον Λέανδρο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε κι ο ίδιος αυτή τη διαφορετική σχέση που γεννιόταν. Ήταν κάτι σαν σχέση δασκάλου και μαθητή. Ένιωθε πως απέναντί του βρισκόταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να στηρίξει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, ακόμη κι αν κάποτε δεν τα καταλάβαινε πλήρως.
Κάποια στιγμή, καθώς ο μικρός θαύμαζε το όμορφο σπίτι, ο Λέανδρος τον ρώτησε: «Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σ’ αυτό το σπίτι, τι θα ήθελες να είναι;»
Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε λίγο. «Ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο», απάντησε.
Ο Λέανδρος τον κοίταξε έκπληκτος. Από τις συζητήσεις τους είχε καταλάβει πως ο μικρός είχε αντιληφθεί τη δική του αγάπη για το άθλημα. Το χαμόγελό του άνοιξε και τον αγκάλιασε πατρικά, με μια αυθόρμητη στοργή που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Εκείνη η υπέροχη μέρα έγινε η αρχή για κάτι καινούριο. Ήταν το έναυσμα που τον έκανε να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο, αλλά και σκάκι. Δύο παιχνίδια που δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά σχολεία σκέψης, υπομονής και στρατηγικής. Και τότε κατάλαβε κάτι που πολλά χρόνια αργότερα θα αναγνώριζε: Η γλυκιά του μανούλα τού είχε επιβάλει τη γλυκύτερη τιμωρία. 
Ίσως το γνώριζε από πριν. Ίσως μέσα στην αυστηρότητά της έκρυβε μια μεγάλη σοφία.
Γιατί πώς να μην την αγαπούσε;
Πώς να μην τη λάτρευε;
Ήδη είχε φτάσει το μεσημέρι. Ο ήλιος στεκόταν ψηλά και έκαιγε τον κάμπο. Ο καύσωνας, αν και είχε κάπως υποχωρήσει, εξακολουθούσε να κρατά γερά την κυριαρχία του. Η γη ανέδιδε εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά της ζέστης, ενώ οι σκιές λιγόστευαν κάτω από το αλύπητο φως. Ο Λέανδρος είχε καταφύγει κάτω από τη βαθιά σκιά του μεγάλου πλάτανου και παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο άρδευσης. Τα χέρια του ήταν λερωμένα από τη δουλειά, μα η προσοχή του παρέμενε συγκεντρωμένη στο πρόβλημα που προσπαθούσε να λύσει.
Η Ιοκάστη πλησίασε από την πλευρά του σπιτιού. Ήταν λουσμένη στον ιδρώτα από την εργασία της. Ο ήλιος είχε ζωγραφίσει μικρές σταγόνες στο πρόσωπό της και τα ρούχα της μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας.
«Λέανδρε», του είπε, «θέλεις να μαγειρέψω κάτι συγκεκριμένο; Έχουμε ακόμη αρκετές δουλειές και βλέπω πως θα μας πάρει αργά μέχρι να τελειώσουμε».
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του. Για μια στιγμή ξεχάστηκε.
Δεν ήταν μόνο η παρουσία της. Ήταν η εικόνα της μέσα σε εκείνο το τοπίο: ο άνθρωπος της καθημερινής προσπάθειας, της φροντίδας, της γης. Μια γυναίκα που δεν στεκόταν απλώς δίπλα στη ζωή, αλλά συμμετείχε σε αυτήν με όλο της το είναι. Η σκέψη του απομακρύνθηκε για λίγο από τον κρουνό που επισκεύαζε. Και τότε συνέβη το απρόοπτο.
Ένας ξαφνικός πίδακας αρτεσιανού νερού πετάχτηκε από το άνοιγμα του ενδιάμεσου κρουνού και τους κατάβρεξε και τους δύο.
Για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι, ξαφνιασμένοι. Ύστερα κοιτάχτηκαν.
Και μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο, ένα απλό ατύχημα μετατράπηκε σε μια μικρή στιγμή χαράς. Το νερό που προοριζόταν να ποτίσει τη γη είχε δροσίσει δύο ανθρώπους που πάλευαν μαζί μέσα στην ίδια καθημερινότητα.
Το λεπτό λινό φόρεμα της Ιοκάστης, βρεγμένο από τον ξαφνικό πίδακα του νερού, είχε κολλήσει επάνω της και αποκάλυπτε περισσότερο την παρουσία της παρά την έκρυβε. Η ζέστη της ημέρας, ο κόπος της δουλειάς και η δροσιά του νερού είχαν δημιουργήσει μια εικόνα απρόσμενη, σχεδόν έξω από τον καθημερινό χρόνο. Στεκόταν μπροστά του με τα μαλλιά της ανακατεμένα κάτω από το μαντήλι της, το πρόσωπό της φωτισμένο από το μεσημεριάτικο φως, με εκείνη τη φυσική ομορφιά που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Η Ιοκάστη ήταν πάντα μια γυναίκα με δυνατή παρουσία· σταρένιο δέρμα, γερό κορμί δουλεμένο από τη ζωή και μια ήρεμη αξιοπρέπεια που την ακολουθούσε παντού. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισό του και έμεινε κάτω από τη σκιά του πλάτανου, ένας άντρας της γης και της προσπάθειας. Η δουλειά είχε χαράξει το σώμα του, αλλά περισσότερο από όλα τον χαρακτήριζε εκείνη η σιγουριά του ανθρώπου που είχε μάθει να παλεύει μόνος του.
Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν. Και τότε, πριν προλάβουν να σκεφτούν οτιδήποτε, ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε και από τους δύο. Ήταν ένα γέλιο καθαρό, απελευθερωτικό, σαν να έσπασε για λίγο η σοβαρότητα της καθημερινότητας. Ένας ήχος που γέμισε τον ίσκιο των δέντρων και ανακατεύτηκε με το τρεχούμενο νερό του αρτεσιανού.
Ύστερα όμως η χαρά υποχώρησε και ήρθε η σιωπή. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά διαφορετικά. Υπήρχαν στιγμές που οι άνθρωποι δεν χρειάζονται λέξεις. Τα μάτια αποκαλύπτουν πράγματα που η λογική προσπαθεί να κρύψει. Μια αμηχανία, μια έλξη, μια εσωτερική αναστάτωση που κανείς από τους δύο δεν περίμενε. Η Ιοκάστη δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο συναίσθημα. Είχε μάθει να ζει με το καθήκον, την οικογένεια, τις ευθύνες. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, ένιωσε για λίγο πως υπήρχε μέσα της ένα κομμάτι που παρέμενε ζωντανό και ζητούσε να ακουστεί.
Ο Αλκιβιάδης, εξήντα χρόνια μετά από εκείνες τις ημέρες, θυμήθηκε τα λόγια του παππού του! «Οι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει πάθος. Γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν» Και έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, μιας ηθικής που του εμφύσησε κυρίως η μητέρα του,  προσπαθούσε να κατανοήσει τους ανθρώπους και τις επιλογές τους μέσα στο πλαίσιο της εποχής τους.
Η Ιοκάστη είχε διανύσει μια δύσκολη και επίπονα κουραστική πορεία ζωής. Μια διαδρομή που πολλές φορές περιόρισε τα όνειρά της, την ανάγκασε να υποτάξει τις προσωπικές της επιθυμίες στις ανάγκες της οικογένειας και να κοιτάζει το παρόν με αγωνία, αλλά και το μέλλον με διαρκή ανησυχία.
Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις στερήσεις, υπήρχε μέσα της μια βαθιά ανάγκη να παραμένει όρθια. Το μητρικό της ένστικτο τής έλεγε πως χρωστούσε στους γιους της όχι μόνο την προστασία και τη φροντίδα, αλλά και ένα παράδειγμα ζωής. Έπρεπε να αντέξει, να συνεχίσει, να κρατήσει ενωμένο το μικρό τους σύμπαν.
Ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας πλέον από την απόσταση των χρόνων, καταλάβαινε πως η μητέρα του δεν ήταν μόνο η γυναίκα της αυστηρής ηθικής και των αρχών. Ήταν ένας άνθρωπος με επιθυμίες, αδυναμίες, ανάγκες και όνειρα που ίσως ποτέ δεν ειπώθηκαν δυνατά. Η ίδια η ζωή, με τις στερήσεις και τις ευθύνες της, την είχε μάθει να βάζει το καθήκον πάνω από τον εαυτό της. Και ίσως αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα που του άφησε: πως οι άνθρωποι δεν χωρίζονται εύκολα σε σωστούς και λάθος, σε δυνατούς και αδύναμους. Κουβαλούν μέσα τους αντιθέσεις, παλεύουν ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν και σε αυτό που πιστεύουν πως πρέπει να κάνουν.
Και ο Αλκιβιάδης, μετά από τόσα χρόνια, δεν προσπαθούσε πια να κρίνει την Ιοκάστη. Προσπαθούσε να την καταλάβει. Με τόλμη λοιπόν, σήμερα, επιχειρεί να προσεγγίσει περιοχές αχαρτογράφητες. Περιοχές που κάποτε θα θεωρούνταν σχεδόν βέβηλες, όχι από έλλειψη σεβασμού, αλλά από την ανάγκη να αναζητήσει πίσω από την εικόνα της μητέρας του τον άνθρωπο.
Με μια παράξενη, σχεδόν βλάσφημη ομορφιά, προσπαθεί να φανερώσει τη δύναμη του ερωτικού πόθου — εκείνου του πόθου που πολλές φορές ασφυκτιά μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις, στις ηθικές επιταγές και στους ρόλους που επιβάλλει η εποχή. Ενός πόθου που δεν ακυρώνει την αγάπη, την οικογένεια ή το καθήκον, αλλά αποκαλύπτει τη σύνθετη φύση της ανθρώπινης ψυχής. Δεν γράφει πια μόνο για τη μητέρα του όπως την γνώρισε. Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν παράλληλο, ελεύθερο προσωπικό κόσμο της Ιοκάστης, έναν κόσμο που ίσως δεν έζησε ποτέ, αλλά που θα μπορούσε να είχε υπάρξει στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας. Έναν κόσμο που ίσως να ταίριαζε περισσότερο στη φίλη της, εκείνη την κοκκινομάλλα γυναίκα με τα βιολετιά μάτια, που έμοιαζε να κουβαλά μέσα της μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, πιο απελευθερωμένη, πιο τολμηρή, πιο κοντά στις κρυφές επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης.
Για την Ιοκάστη, όμως, έναν άνθρωπο μεγαλωμένο μέσα σε άλλες αξίες, σε στερήσεις, ευθύνες και θυσίες, ένας τέτοιος κόσμος ίσως να ήταν απαγορευμένος. Ίσως να παρέμενε μόνο ως μια μακρινή σκιά, μια σκέψη που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Κι έτσι, για τον Αλκιβιάδη του σήμερα, όλη αυτή η αναζήτηση γίνεται ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή όπου ο έρωτας, οι ενοχές, οι τύψεις, η φιλία και η πίστη δοκιμάζονταν καθημερινά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Μια εποχή όπου οι άνθρωποι αγαπούσαν βαθιά, αλλά συχνά μάθαιναν να σωπαίνουν ακόμη βαθύτερα.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε εκείνο που είσαι βαθιά μέσα στη φαντασία σου, εκεί όπου δεν υπάρχουν φόβοι, απαγορεύσεις και προκαθορισμένοι ρόλοι. Γιατί στον φανταστικό μας κόσμο δεν κατοικούν ξένα συναισθήματα. Είναι τα ίδια συναισθήματα που γνωρίζουμε όλοι, εκείνα που γεννιούνται μέσα μας και πολλές φορές φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ή να εκφράσουμε. Τι είναι άραγε αυτά τα αισθήματα που κρύβουμε τόσο προσεκτικά; Είναι η επιθυμία για ελευθερία; Είναι η ανάγκη να αγαπήσουμε χωρίς φόβο; Είναι η βαθύτερη λαχτάρα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας πέρα από τις εικόνες που οι άλλοι δημιούργησαν για εμάς;
Η μυθοπλασία έχει αυτή τη μοναδική δύναμη. Μπορεί να ψιθυρίσει στον κόσμο αλήθειες που η καθημερινότητα δυσκολεύεται να προφέρει. Μπορεί να μιλήσει για την εσωτερική μας ζωή, για τις κρυφές μας επιθυμίες, για τις αντιφάσεις της ψυχής μας. Εκεί, στον χώρο της φαντασίας, ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι πετά μακριά από τα αόρατα δεσμά των κοινωνικών προσδοκιών, από τις ηθικές αναστολές, από τους φόβους που κληρονομήθηκαν μέσα στους αιώνες.
Όχι για να αρνηθεί τις αξίες του, αλλά για να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του. Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά να έχεις το θάρρος να γνωρίσεις όσα υπάρχουν μέσα σου.
Στην Ιοκάστη είχε υποσχεθεί πως θα στρώσει τον πισινό του κάτω και θα μάθει γράμματα. Ήταν άλλωστε αυτό που του ζητούσε συνεχώς, όχι με αυστηρότητα μόνο, αλλά με εκείνα τα αμέτρητα ενθαρρυντικά λόγια που χρησιμοποιούσε για να του δείξει πως η γνώση μπορούσε να γίνει το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή.
Στον Λέανδρο είχε υποσχεθεί πως δεν θα ξανασχοληθεί με την πυγμαχία, το άθλημα που τόσο αγαπούσε. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο και δεν το ενέκρινε. Προσπάθησε να ακολουθήσει τη συμβουλή του· να μάθει σκάκι, να γνωρίσει τον κόσμο του γαλλικού μπιλιάρδου, να καλλιεργήσει άλλες πλευρές του εαυτού του.
Σε όλα αυτά, όμως, κατάφερε μόνο τα μισά.
Σήμερα δεν ψάχνει δικαιολογίες ούτε παραπονιέται για όσα δεν έγιναν. Η αλήθεια, όπως την βλέπει τώρα με την απόσταση των χρόνων, είναι κάπου στη μέση. Προσπάθησε. Δεν εγκατέλειψε. Όμως δεν επέμεινε όσο θα έπρεπε. Δεν έδωσε στον εαυτό του εκείνη τη σκληρή δοκιμασία που ίσως χρειαζόταν για να ανακαλύψει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Ίσως γιατί ποτέ δεν έβαλε πραγματικά ορόσημα στη ζωή του. Δεν χάραξε καθαρούς στόχους, δεν δημιούργησε μεγάλες προκλήσεις που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τις δυνάμεις του, να ζυγίσει τις αντοχές του και να προχωρήσει με αποφασιστικότητα.
Και χρόνια αργότερα, όταν έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτριά του στο δημοτικό, τη Στέλλα με τα φωτεινά μελένια μάτια, ένιωσε έναν παράξενο θαυμασμό. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία, έχοντας κερδίσει μια υποτροφία μουσικών σπουδών και είχε αφιερώσει τον εαυτό της στο όνειρό της.
Εκείνη δεν είχε απλώς ονειρευτεί. Είχε αγωνιστεί.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγάλη διαφορά. Όχι το ταλέντο, όχι οι ευκαιρίες, αλλά η επιμονή. Η δύναμη να συνεχίζεις όταν το όνειρο παύει να είναι μια όμορφη σκέψη και γίνεται καθημερινή δοκιμασία.
Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού. Η ατμόσφαιρα άλλαζε αργά χρώματα, παίρνοντας εκείνες τις βαθιές αποχρώσεις του δειλινού, ενώ τα πουλιά είχαν ήδη κουρνιάσει στα δέντρα αναζητώντας την ησυχία της νύχτας.
Τους άφησε στο πλάτωμα της γειτονιάς τους, εκεί όπου όλα ήταν γνώριμα και οικεία. Μια απίστευτα όμορφη Κυριακή είχε τελειώσει. Μια μέρα απλή, μα γεμάτη μικρές στιγμές που αργότερα θα έμεναν μέσα στη μνήμη σαν πολύτιμα θραύσματα ενός παρελθόντος που δεν επιστρέφει. Τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά. Στα μάτια όλων υπήρχε η ικανοποίηση μιας ημέρας που είχε αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από μια απλή ανάμνηση.
Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό πως ανάμεσα στην Ιοκάστη και τον Λέανδρο υπήρχε μια ιδιαίτερη επικοινωνία. Μια αμοιβαία έλξη χαρακτήρων, μια αίσθηση ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς πολλά λόγια. Ο Λέανδρος την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, να θυμάται ίσως μια πλευρά του εαυτού της που η καθημερινότητα, οι ευθύνες και οι στερήσεις είχαν αφήσει στο περιθώριο.
Όμως η Ιοκάστη γνώριζε καλά τα όρια της ζωής της. Δεν είχε νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Δεν ήταν μια γυναίκα που ξεχνούσε ποια ήταν, ούτε εκείνη που θα αρνιόταν όσα είχε χτίσει με κόπο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε. Τον τιμούσε. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μοιραστεί τις δυσκολίες, τις χαρές, τις αγωνίες και τα χρόνια της ζωής της. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη αλήθεια της ανθρώπινης καρδιάς: ότι μπορεί κάποιος να αισθανθεί μια ξαφνική συγκίνηση, μια βαθιά ανθρώπινη σύνδεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να αγαπά εκείνον που επέλεξε να έχει δίπλα του.

Η συνέχεια στο...

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

..........Οι γείτονές μας στο ρέμα Στο νοτιοανατολικό σύνορο της γειτονιάς, κατά μήκος του ρέματος, υψωνόταν μια μεγάλη πέτρινη κατοικία με κεραμοσκεπή. Ήταν ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, με ημιυπόγειο που χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι, χαμένο μέσα σ' έναν μεγάλο κήπο με δέντρα και πυκνό πράσινο. Ιδιοκτήτης του ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα πέντε, εργένης και ράφτης στο επάγγελμα. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού είχε διαμορφώσει το μικρό του ραφείο, όπου περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη μέρα σκυμμένος πάνω από τη ραπτομηχανή, κάνοντας κυρίως επιδιορθώσεις ρούχων για τους λιγοστούς πελάτες της γειτονιάς. Το σπίτι εκείνο έμοιαζε να κατοικείται περισσότερο από τη σιωπή παρά από άνθρωπο. Σπάνια ακουγόταν φωνή, ακόμη πιο σπάνια γέλιο. Ο ίδιος ήταν κλειστός χαρακτήρας, λιγομίλητος, σχεδόν απρόσιτος. Για την προσωπική του ζωή ελάχιστα γνώριζε κανείς. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμόταν να τον είχε δει ποτέ να συναναστρέφεται γυναίκα ή να συμμετέχει στις μικρές κοινωνικές συναθροίσεις της γειτονιάς. Τα μεγαλύτερα παιδιά, βέβαια, διηγούνταν διάφορες ιστορίες· έλεγαν πως τον είχαν δει να τριγυρίζει στα στενά της πλατείας Λαού, εκεί όπου βρίσκονταν τα πορνεία της εποχής. Αν ήταν αλήθεια ή απλώς μια από τις υπερβολές της γειτονιάς, κανείς δεν μπορούσε να το βεβαιώσει. 
Τη γαλήνη του σπιτιού του τη διέκοπταν συχνά τα παιδιά της αλάνας. Ακριβώς δίπλα, στο δυτικό όριο του κήπου του, απλωνόταν μια μεγάλη χωμάτινη έκταση, το βασίλειο των παιδικών παιχνιδιών. Εκεί, από το πρωί ως το σούρουπο, αντηχούσαν φωνές, γέλια, καβγάδες, πανηγυρισμοί και η γνώριμη βοή του ποδοσφαίρου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μπάλα περνούσε τον φράχτη και κατέληγε στην αυλή του ράφτη, αναγκάζοντας κάποιον μικρό τολμηρό να σκαρφαλώσει ή να χτυπήσει διστακτικά την πόρτα του. Άντε να πείσεις τα παιδιά μιας αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μεγάλωσε δίπλα σε μια τέτοια γειτονιά ξέρει πως οι φωνές τους δεν ήταν απλώς θόρυβος· ήταν ο ίδιος ο παλμός της ζωής. .....Βορειοδυτικά, πάλι κατά μήκος του ρέματος, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με μεγάλους κήπους που χωρίζονταν μεταξύ τους από στενά σοκάκια, στεκόταν ένα τρίτο σπίτι, χτισμένο λίγο ψηλότερα από την κοίτη. Ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια, όπως σχεδόν όλα τα σπίτια της συνοικίας εκείνα τα χρόνια. Ο κήπος της ήταν ολόκληρο περιβόλι. Τζανεριές φορτωμένες με κατακόκκινους, τραγανούς καρπούς, λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές σκίαζαν την αυλή. Τα παιδιά της γειτονιάς δεν περίμεναν ποτέ να ωριμάσουν τα τζάνερα· τα έκοβαν άγουρα, τα έτρωγαν λαίμαργα και ύστερα ξίνιζαν τα πρόσωπά τους, σκορπίζοντας γέλια στην αλάνα. 
Το σπίτι ανήκε στην Ασπασία, μια ευγενική και καλοσυνάτη χήρα γύρω στα πενήντα. Είχε χάσει τον άνδρα της λίγα χρόνια νωρίτερα σε εργατικό δυστύχημα σε οικοδομή. Ο μοναχογιός της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και την επισκεπτόταν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Τα αδέλφια της, που είχαν προκόψει στην Αμερική, τη βοηθούσαν οικονομικά, κι έτσι ζούσε με αξιοπρέπεια, χωρίς στερήσεις αλλά και χωρίς πολυτέλειες. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο που εγκαταστάθηκε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη γειτονιά, η Ασπασία έδειξε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό αγόρι. Ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός αμοιβαίας στοργής, τόσο φυσικός, σαν να υπήρχε από πάντα. Το καλοκαίρι εκείνος της κουβαλούσε νερό με το σταμνί από τη δημόσια βρύση της συνοικίας. Δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στα σπίτια, κι ένα γεμάτο σταμνί ήταν καθημερινή ανάγκη. Εκείνη τον περίμενε πάντα με χαμόγελο. 
Τον χειμώνα ο Αλκιβιάδης έκοβε τα ξύλα για το τζάκι, καθάριζε το χιόνι από την αυλή και φρόντιζε τον κήπο της, όχι γιατί του το ζητούσε, αλλά γιατί ένιωθε πως αυτές οι δουλειές του ανήκαν. Η Ασπασία το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθειά του με μια τρυφερότητα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το σπίτι της μοσχοβολούσε πάντοτε. Άλλοτε από φρεσκοψημένο ψωμί, άλλοτε από γλυκά του κουταλιού, πίτες ή φαγητά που σιγόβραζαν στην κατσαρόλα. Και ποτέ δεν τον άφηνε να φύγει χωρίς να τον φιλέψει. Ιδιαίτερη θέση στις αναμνήσεις του κατείχε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό. Η Ασπασία πίστευε βαθιά στη δύναμη του εθίμου και κάθε παραμονή τον παρακαλούσε να είναι εκείνος που θα περνούσε πρώτος το κατώφλι του σπιτιού της με τον καινούργιο χρόνο. Πίστευε πως τα παιδιά κουβαλούν αθώα καρδιά και καλή τύχη. Για εκείνη ο Αλκιβιάδης ήταν το γούρι του σπιτιού της, κι εκείνος εκτελούσε το μικρό αυτό τελετουργικό με τη σοβαρότητα και την ευλάβεια που μόνο ένα παιδί μπορεί να δείξει. 
....Ακόμη πιο βορειοδυτικά, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με κήπους, στεκόταν ένα ψηλό διώροφο σπίτι που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα της γειτονιάς. Έμοιαζε σχεδόν με αρχοντικό, επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα γυναίκα με τους δυο γιους της. Ο μεγαλύτερος είχε ακολουθήσει τον δρόμο του στρατού και είχε μείνει μόνιμα στις τάξεις του. Ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο, όπως λεγόταν τότε, και περίμενε σύντομα να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία. Η μάνα τους πάλευε μόνη της να κρατήσει το σπίτι όρθιο. Ήταν μια στεγνή, αδύνατη γυναίκα γύρω στα πενήντα, από εκείνες τις γυναίκες της εποχής που δεν περίμεναν βοήθεια από κανέναν. Άλλοτε δούλευε ως καθαρίστρια, άλλοτε βοηθούσε γυναίκες στις γέννες ως μαμή. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια. 
Στην αυλή του σπιτιού της υψώνονταν δυο τεράστιες καρυδιές. Ήταν τόσο μεγάλες και τόσο παλιές, που έδιναν την εντύπωση πως βρίσκονταν εκεί πολύ πριν κατοικηθούν τα σπίτια γύρω τους. Οι θεόρατοι κορμοί τους, γεμάτοι σημάδια του χρόνου, έμοιαζαν σαν να φύλαγαν μέσα τους τις ιστορίες όλων όσοι πέρασαν από τη γειτονιά. Ίσως να ήταν εκεί από τα χρόνια των παλιών αρχόντων, από εποχές που κανείς πια δεν θυμόταν. Κάτω από τη σκιά τους υπήρχε το πηγάδι με την τουλούμπα του νερού, ένα σημείο καθημερινής ζωής για τους ανθρώπους του σπιτιού αλλά και μια μικρή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το νερό, η αυλή, το δέντρο και η γειτονιά ήταν δεμένα μεταξύ τους. Οι καρυδιές αυτές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν σιωπηλοί παρατηρητές. Είχαν ακούσει παιδικά γέλια, οικογενειακές κουβέντες, στεναγμούς, χαρές και λύπες. Είχαν γίνει μέρος της μνήμης του τόπου. 
Πάνω από τα σπίτια αυτά απλωνόταν μια μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα, σαν αετοφωλιά, στεκόταν το σπίτι της Ιόλης. Είχε μια μεγάλη αυλή, με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές που την στόλιζαν κάθε εποχή με τον δικό τους τρόπο. Εκεί, προς τα τέλη του Φλεβάρη και τις αρχές του Μάρτη, η άκρη της αυλής γέμιζε κίτρινα κρινάκια. Το χρώμα τους ξεχώριζε μέσα στο ακόμα χειμωνιάτικο τοπίο και το λεπτό τους άρωμα έδινε μια ξεχωριστή γλυκύτητα στον χώρο. Η Ιόλη, μόλις έντεκα χρονών τότε, ήταν ένα κορίτσι που ξεχώριζε αμέσως. Ήταν πολύ ψηλή για την ηλικία της, με γερό κορμί και μια παρουσία που έκανε πολλούς να τη θεωρούν μεγαλύτερη απ’ όσο πραγματικά ήταν. Ίσως γι’ αυτό τραβούσε τα βλέμματα στη γειτονιά. Η μητέρα της, αντίθετα, ήταν μικροκαμωμένη και λεπτοκαμωμένη γυναίκα. Περιποιημένη, φιλάρεσκη και πάντα προσεγμένη στην εμφάνισή της, είχε μια ζωντάνια που δεν περνούσε απαρατήρητη. Με τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά της και το σπιρτόζικο πρόσωπό της, έδινε την εντύπωση μιας γυναίκας με έντονη προσωπικότητα, γεμάτης αυτοπεποίθηση και φρεσκάδα. Στη γειτονιά ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όλοι πρόσεχαν. Όχι μόνο για την εμφάνισή της, αλλά και για τον τρόπο που μιλούσε, κινούνταν και συμμετείχε στη ζωή των ανθρώπων γύρω της. «Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι», συνήθιζε να λέει ο σοφός παππούς του, εκφράζοντας με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής. 
Η μητέρα της Ιόλης ήταν τότε μόλις τριάντα χρονών. Είχε παντρευτεί στα δεκαοκτώ της, όταν βρέθηκε έγκυος στην Ιόλη, και η ζωή της πήρε γρήγορα τον δρόμο που επέβαλαν οι κοινωνικές συνήθειες και οι αντιλήψεις της εποχής. 
Με τα χρόνια είχε βρεθεί μέσα σε έναν γάμο που δεν της πρόσφερε όλα όσα ίσως περίμενε από τη συντροφικότητα. Ο άνδρας της έλειπε συχνά λόγω των ταξιδιών του και η καθημερινότητά της περνούσε κυρίως μέσα στο σπίτι, αφήνοντάς της πολύ χρόνο να σκέφτεται, να ονειρεύεται αλλά και να αισθάνεται τις ελλείψεις της. Ήταν μια γυναίκα με ζωντάνια, με ανάγκη για επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή. Κι ίσως αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική της ζωηράδα και στη μοναχική της καθημερινότητα να ήταν αυτό που έκανε πολλούς στη γειτονιά να την προσέχουν και να μιλούν γι’ αυτήν. Ο πατέρας της Ιόλης ήταν ένας σαραντάρης άνδρας, με πλούσια κατσαρά μαλλιά και μέτριο ανάστημα. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης πολλές φορές απορούσε πώς γινόταν η κόρη του να έχει πάρει τόσο πολύ ύψος, αφού η σωματική της διάπλαση διέφερε τόσο έντονα από εκείνη των γονιών της. 
Η δουλειά του τον έφερνε συχνά μακριά από το σπίτι. Ταξίδευε και εργαζόταν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογενειακή εστία. Η συνεχής απουσία του δεν επηρέαζε μόνο την καθημερινή λειτουργία της οικογένειας, αλλά δημιουργούσε και μια συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα μέλη της. Η Ιόλη μεγάλωνε με έναν πατέρα που αγαπούσε, αλλά που πολλές φορές ήταν περισσότερο μια ανάμνηση παρά μια καθημερινή παρουσία. Η μητέρα της, από την άλλη, κουβαλούσε τη σιωπή και τη μοναξιά μιας γυναίκας που είχε μάθει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής. 
Στις μικρές κοινωνίες της εποχής εκείνης, οι απουσίες, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες και τα προσωπικά αδιέξοδα των ανθρώπων συχνά γίνονταν αντικείμενο σχολίων, ψιθύρων και ιστοριών που μεγάλωναν από στόμα σε στόμα. Και κάπως έτσι η γειτονιά γινόταν ένας καθρέφτης, όπου φανερώνονταν όχι μόνο οι χαρές αλλά και οι κρυφές δυσκολίες των ανθρώπων της. Η ιστορία τους ξεκινά λίγο μετά την αναχώρηση του πατέρα της Ιόλης για ακόμη ένα από τα μεγάλα του ταξίδια. Η απουσία του ήταν πλέον κάτι συνηθισμένο στην οικογένεια, ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους που όλοι είχαν μάθει να αποδέχονται. Η μητέρα της Ιόλης αποφάσισε τότε να κάνει μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι. Όχι κάτι μεγάλο· περισσότερο ένα φρεσκάρισμα, λίγα μερεμέτια, λίγο χρώμα στους τοίχους και μια προσπάθεια να αλλάξει κάπως η εικόνα του σπιτικού τους. 
Η Ιόλη εκείνες τις ημέρες θα έμενε μέχρι αργά το βράδυ στη Μερόπη. Τα σπίτια τους τα χώριζε μόλις ένα τετράγωνο και τα κορίτσια περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο, γεμάτο χιούμορ, κέφι και έξυπνες ατάκες. Οι πρόβες τους είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια. Γελούσαν, διόρθωναν τα λόγια τους, άλλαζαν τον τρόπο που έλεγαν τις ατάκες και ξανάπαιζαν τις ίδιες σκηνές μέχρι να τις πετύχουν όπως ήθελαν. Ήταν εκείνη η ηλικία που η φαντασία, το παιχνίδι και η δημιουργία έμοιαζαν να γεμίζουν ολόκληρο τον κόσμο τους. Η γειτονιά, οι αυλές και τα σπίτια γύρω τους αποτελούσαν το σκηνικό μιας παιδικής ζωής που κυλούσε απλά, μέσα σε μικρές χαρές και καθημερινές περιπέτειες. 
Όταν η μητέρα της Ιόλης αντιμετώπισε μια δυσκολία με ένα βαρύ έπιπλο που έπρεπε να μετακινηθεί, σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από τη γειτόνισσα, τη μαμή που έμενε πιο κάτω στο ρέμα. Η μαμή τής είπε πως, αν δεν είχε αντίρρηση, θα μπορούσε να της στείλει τον μικρότερο γιο της. Ήταν είκοσι χρονών, λίγο πριν παρουσιαστεί στον στρατό, και αυτή την περίοδο δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Η πρόταση της φάνηκε χρήσιμη και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν λίγο αργότερα χτύπησε η πόρτα και την άνοιξε, για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Είχε καιρό να δει τον νεαρό. Στη μνήμη της τον είχε ακόμη σαν το παιδί της γειτονιάς, όμως μπροστά της στεκόταν πλέον ένας νέος άνδρας. Η αλλαγή αυτή την αιφνιδίασε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση του νεαρού που της έκανε εντύπωση, αλλά κυρίως το γεγονός πως, μέσα στη σιωπηλή καθημερινότητά της, ένιωσε ξαφνικά να ξυπνούν σκέψεις και συναισθήματα που για καιρό είχε αφήσει στην άκρη. Ο άνδρας της έλειπε για μεγάλα διαστήματα στα βουνά της Ροδόπης, η Ιόλη βρισκόταν απασχολημένη με τις πρόβες του θεατρικού της στης Μερόπης, και το σπίτι εκείνο το απόγευμα έμοιαζε πιο ήσυχο από ποτέ. Κοιτάζοντας τον νεαρό να προσπαθεί να τη βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εσωτερική αναστάτωση. Ήταν η στιγμή που η μοναξιά, η ανάγκη για συντροφικότητα και η ανθρώπινη επιθυμία συναντήθηκαν μέσα της και την έβαλαν σε μια δύσκολη προσωπική δοκιμασία. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε πως δεν ήταν μόνο μητέρα και σύζυγος· ήταν και γυναίκα. Τον ρώτησε αν βιαζόταν, αν είχε κάποια άλλη δουλειά ή αν θα τον καθυστερούσε. «Όχι! Ήρθα να βοηθήσω. Μετά θα πήγαινα στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.» «Αφού δεν βιάζεσαι, κάτσε τότε. Έχεις φάει;» «Ναι, μόλις τελείωσα το μεσημεριανό. Από το τραπέζι έρχομαι.» «Ωραία. Να σου φτιάξω πρώτα έναν καφέ. Πώς τον πίνεις;» «Μέτριο, προς το γλυκό.» Χαμογέλασε. «Κοίτα να δεις. Έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο;» «Ναι. Εκτός κι αν θέλεις κι άλλη βοήθεια. Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη.» «Αν θέλω λέει!» του απάντησε γελώντας. Τα λόγια της ακούστηκαν απλά, καθημερινά, όμως μέσα της κάτι είχε αλλάξει. Η παρουσία του νεαρού άνδρα είχε αναστατώσει τη συνηθισμένη ησυχία του σπιτιού και είχε ξυπνήσει μέσα της συναισθήματα που για καιρό παρέμεναν κρυμμένα κάτω από τις υποχρεώσεις και τη μοναξιά. «Λοιπόν, πιες τον καφέ σου με την ησυχία σου. Πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι πιο πρόχειρο για τις δουλειές και επιστρέφω.» Και καθώς απομακρυνόταν, ένιωθε πως εκείνο το απόγευμα ίσως να μην ήταν απλώς μια ακόμη συνηθισμένη μέρα στη γειτονιά. Όλα τα σημάδια, για έναν πιο έμπειρο παρατηρητή, ίσως να ήταν φανερά. Η γυναίκα δεν αναζητούσε απλώς μια βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού· η παρουσία του νεαρού είχε αναστατώσει κάτι βαθύτερο μέσα της. Εκείνος όμως, νέος ακόμη και άπειρος στα παιχνίδια των ενηλίκων, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τι συνέβαινε. Τον άφησε για λίγο μόνο στο σαλονάκι να τελειώσει τον καφέ του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν επέστρεψε, είχε αλλάξει ρούχα και φορούσε κάτι πιο άνετο για τις δουλειές του σπιτιού. Η εμφάνισή της ήταν διαφορετική από πριν· πιο ανάλαφρη, πιο προσεγμένη, σαν να ήθελε ασυναίσθητα να θυμίσει όχι μόνο στον νεαρό αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό πως παρέμενε μια γυναίκα με παρουσία και γοητεία. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τα βλέμματα να συναντιούνται. Μικρές παύσεις, αμήχανες σιωπές και χαμόγελα που έλεγαν περισσότερα από τα λόγια. Εκείνη καταλάβαινε πως είχε δημιουργηθεί μια αδιόρατη ένταση ανάμεσά τους. Ο νεαρός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια ηλικία που ανακάλυπτε τον κόσμο των ενηλίκων, χωρίς ακόμη να γνωρίζει τα όρια και τις συνέπειες των επιλογών τους. Για τη γυναίκα εκείνη, η παρουσία του δεν ήταν μόνο θέμα έλξης. Ήταν η ξαφνική υπενθύμιση μιας πλευράς του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στη ρουτίνα, στις απουσίες του συζύγου της και στις καθημερινές ευθύνες. Και κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα της ένας δύσκολος πειρασμός: η επιθυμία να ξεφύγει για λίγο από τον ρόλο που κουβαλούσε τόσα χρόνια και να αισθανθεί ξανά απλώς γυναίκα. Με τη βοήθειά του μετέφερε τη βαριά ξύλινη σκάφη στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού. Ήταν ένα από εκείνα τα αντικείμενα της καθημερινότητας που κουβαλούσαν πάνω τους τη μνήμη μιας άλλης εποχής, τότε που οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια και ο κόπος έμενε χαραγμένος στο σώμα. Όταν τελείωσαν τις εργασίες, εκείνη ένιωθε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Του ζήτησε να τη βοηθήσει λίγο ακόμη, περισσότερο σαν να αναζητούσε μια ανθρώπινη παρουσία παρά μια πρακτική βοήθεια. Εκείνος ένιωσε αμήχανα. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να αντιδράσει, γιατί για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε κάτι διαφορετικό από μια απλή γειτονική εξυπηρέτηση. Η γυναίκα, αντίθετα, γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε μέσα της. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε πως κάποιος την πρόσεχε, πως δεν ήταν μόνο η σύζυγος που περίμενε, η μητέρα που φρόντιζε, η γυναίκα των καθημερινών υποχρεώσεων. Ένιωθε ξανά επιθυμητή. Ο νεαρός παρέμενε σιωπηλός. Στο βλέμμα του υπήρχε αμηχανία, έκπληξη αλλά και μια πρωτόγνωρη έλξη που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Εκείνη κατάλαβε τη σιωπή του. Δεν ήταν άρνηση, αλλά ούτε και βεβαιότητα. Ήταν η στιγμή που και οι δύο βρέθηκαν μπροστά σε ένα όριο: εκείνη, ανάμεσα στην ανάγκη και στις επιλογές της· εκείνος, ανάμεσα στην περιέργεια της νιότης και στην επίγνωση ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτα άλλο παρά μόνο η σιωπή του σπιτιού και ο ήχος της ανάσας τους. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, περισσότερο από οποιαδήποτε κίνηση, φάνηκε η πραγματική ένταση της στιγμής. Της είπε πως δυσκολευόταν να πιστέψει ότι κάτι που για καιρό υπήρχε μόνο στη φαντασία του είχε ξαφνικά γίνει πραγματικότητα. Τα λόγια του την ξάφνιασαν, αλλά ταυτόχρονα την κολάκευσαν. Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε πως κάποιος την έβλεπε όχι μόνο ως σύζυγο και μητέρα, αλλά ως γυναίκα. Ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. Τον ρώτησε αν τα εννοούσε πραγματικά ή αν ήταν απλώς λόγια της στιγμής. Εκείνος της απάντησε με ειλικρίνεια, κι εκείνη ένιωσε μια παράξενη ικανοποίηση από την αποκάλυψη αυτή. Ήταν σαν να ανακάλυπτε μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει κρυμμένη για χρόνια. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά τους. Η σχέση τους δεν ήταν πια μια τυχαία στιγμή, αλλά ένα μυστικό που έπρεπε να προστατευτεί. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο προσεκτικές, πιο διακριτικές, καθώς και οι δύο γνώριζαν πως η γειτονιά ήταν ένας μικρός κόσμος όπου τίποτα δεν έμενε για πάντα κρυφό. Για εκείνη ήταν μια επιστροφή σε μια ξεχασμένη αίσθηση ζωντάνιας. Για εκείνον ήταν η πρώτη μεγάλη εμπειρία που τον έφερνε αντιμέτωπο με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, των επιθυμιών και των επιλογών. Και έτσι, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού στη γειτονιά, άρχισε να ξετυλίγεται μια ιστορία που κανείς γύρω τους δεν γνώριζε ολόκληρη
...Και όμως, εκείνη τη στιγμή η Ιόλη αντίκρισε μια πλευρά της μητέρας της που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Επιστρέφοντας απρόσμενα στο σπίτι για να πάρει κάποιες σημειώσεις, βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που την αιφνιδίασε και την έκανε να σταματήσει απότομα. Για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να επεξεργαστεί αυτό που έβλεπε. Η μητέρα της, ο άνθρωπος που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον κόσμο της οικογένειας, παρουσιαζόταν ξαφνικά ως μια γυναίκα με δικά της συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση· μια προσπάθεια του μυαλού της να απομακρύνει μια πραγματικότητα που την αναστάτωνε. Χωρίς να γίνει αντιληπτή, απομακρύνθηκε σιωπηλά. Δεν ήξερε τότε αν αυτό που ένιωθε ήταν θυμός, απογοήτευση ή απλώς σύγχυση. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσε μόνη της, γιατί αφορούσε δύο ανθρώπους που αγαπούσε και μια οικογένεια που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε. Με τον χρόνο, όμως, η πρώτη ένταση υποχώρησε. Η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Δεν δικαιολογούσε απαραίτητα την επιλογή της μητέρας της, αλλά μπορούσε πλέον να κατανοήσει ότι πίσω από μια πράξη υπάρχει συχνά μια ολόκληρη ιστορία από μοναξιά, ανικανοποίητες ανάγκες και σιωπηλές πληγές. Σιγά σιγά πέρασε από την άρνηση στην αποδοχή μιας δύσκολης αλήθειας: οι γονείς της δεν ήταν μόνο οι ρόλοι που είχε γνωρίσει. Ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, λάθη, επιθυμίες και αντιφάσεις. Και αυτή η ανακάλυψη, όσο επώδυνη κι αν ήταν, την ανάγκασε να δει τον κόσμο των ενηλίκων με μια νέα, πιο σύνθετη ματιά. Η αποκάλυψη αυτή άνοιξε μέσα στην Ιόλη έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Δεν ήταν μόνο το γεγονός που είχε δει· ήταν κυρίως η αλλαγή στον τρόπο που άρχισε να βλέπει τη μητέρα της. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως πίσω από τον ρόλο της μητέρας υπήρχε μια γυναίκα με δικές της ανάγκες, επιθυμίες, απογοητεύσεις και αδυναμίες. Η σκέψη αυτή την μπέρδευε. Από τη μια ένιωθε ότι είχε παραβιαστεί ένας χώρος που θεωρούσε ιερό, ο κόσμος της οικογένειας. Από την άλλη, αντιλαμβανόταν πως ο γάμος των γονιών της δεν ήταν τόσο απλός όσο φαινόταν από τα μάτια ενός παιδιού. Υπήρχαν σιωπές, αποστάσεις και ανεκπλήρωτες ανάγκες που εκείνη δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει πλήρως. Με αμηχανία αποφάσισε κάποια στιγμή να μιλήσει στη Μερόπη. Ήταν δύσκολο να βρει τις λέξεις. Δεν ήθελε να προδώσει τη μητέρα της, ούτε ήθελε να κουβαλά μόνη της ένα μυστικό που την πίεζε. «Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω», της είπε τελικά. «Έμαθα κάτι για τη μητέρα μου και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου». Η Μερόπη την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Κατάλαβε πως η Ιόλη δεν χρειαζόταν εύκολες απαντήσεις, αλλά έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της. Εκείνη η περίοδος ήταν για την Ιόλη ένα πέρασμα σε μια πιο δύσκολη γνώση της ζωής: ότι οι μεγάλοι άνθρωποι δεν είναι πάντα όπως τους φανταζόμαστε, ότι οι σχέσεις τους έχουν αντιφάσεις και ότι πολλές φορές τα παιδιά βλέπουν μόνο την επιφάνεια μιας ιστορίας που είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητέρας της στην αγκαλιά του εραστή, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει. Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιράζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή. Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει. «Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική! «Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη. Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. «H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. 
 ..... Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα. Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. 
Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.
.......Ο Αλκιβιάδης, τώρα πια στα ύστερα χρόνια του, είχε πάψει να αναζητά τον ένοχο και τον αθώο. Οι άνθρωποι, είχε καταλάβει, δεν χωρίζονται εύκολα σε αυτούς που πληγώνουν και σε αυτούς που πληγώνονται. Πολλές φορές είναι και τα δύο μαζί. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί μια στιγμή να γίνει η αιτία του πόνου και την άλλη στιγμή να είναι το καταφύγιο εκείνου που πληγώνει.   Θυμόταν τον Κλέαρχο και την Ιοκάστη σαν δύο ανθρώπους δεμένους από μια αόρατη κλωστή, που είχε δοκιμαστεί πολλές φορές αλλά ποτέ δεν είχε κοπεί. Δεν ήξερε αν αυτή η κλωστή ήταν η αγάπη, η συνήθεια, ο φόβος της μοναξιάς ή όλα μαζί. Ίσως τελικά οι μεγάλες σχέσεις να μη στηρίζονται ποτέ σε ένα μόνο συναίσθημα.
Η Ιοκάστη δεν ήταν μια γυναίκα που απλώς υπέμενε. Ήταν μια γυναίκα της εποχής της, μεγαλωμένη μέσα σε έναν κόσμο όπου πολλές φορές η οικογενειακή ενότητα θεωρούνταν υπέρτερη από την προσωπική δικαίωση. Είχε μάθει πως η ζωή δεν χαρίζεται και πως ο άνθρωπος πολλές φορές επιλέγει όχι το τέλειο, αλλά αυτό που μπορεί να αντέξει.
Δεν έκλεινε τα μάτια της επειδή δεν έβλεπε. Τα έκλεινε ίσως επειδή έβλεπε πάρα πολλά.
Έβλεπε τον άνδρα της με τις αδυναμίες του, αλλά έβλεπε και εκείνον τον ίδιο άνθρωπο που κάποτε την είχε κάνει να νιώσει μοναδική. Τον Κλέαρχο που είχε μοιραστεί μαζί της φτώχεια, αγωνίες, χαρές, παιδιά, καθημερινές μάχες. Εκείνον που, παρά τα λάθη του, παρέμενε ο άνθρωπος με τον οποίο είχε χτίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Για την Ιοκάστη η αγάπη δεν ήταν μια λογιστική πράξη όπου οι απώλειες και τα κέρδη μπαίνουν σε δύο στήλες. Ήταν περισσότερο σαν ένα παλιό σπίτι. Μπορεί να είχε ρωγμές στους τοίχους, μπορεί κάποια παράθυρα να μην έκλειναν καλά, αλλά μέσα του υπήρχαν οι αναμνήσεις, οι φωνές των παιδιών, οι μυρωδιές της κουζίνας, τα πρωινά και τα βράδια μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Αλκιβιάδης, μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως η μητέρα του δεν συγχωρούσε επειδή θεωρούσε σωστό αυτό που συνέβαινε. Συγχωρούσε γιατί η ίδια είχε αποφασίσει ότι δεν θα άφηνε ένα λάθος να καταστρέψει όλα όσα είχαν χτίσει μαζί.
Και ίσως αυτή ήταν η δική της δύναμη.
Όχι η αδυναμία της.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υποταγή και στην επιλογή. Και μόνο εκείνη γνώριζε πραγματικά σε ποια πλευρά βρισκόταν.
Ο Αλκιβιάδης πολλές φορές αναρωτήθηκε αν η Ιοκάστη ήταν ευτυχισμένη. Μετά από χρόνια κατάλαβε πως ίσως η ερώτηση ήταν λάθος. Η ευτυχία δεν είναι πάντα μια μόνιμη κατάσταση. Είναι μικρές στιγμές μέσα σε μια δύσκολη διαδρομή. Ένα βλέμμα. Ένα άγγιγμα. Ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Ένα παιδί που επιστρέφει σπίτι. Ένας άνθρωπος που, παρά όλα όσα έγιναν, κάθεται ακόμη δίπλα σου.
Και εκεί ίσως βρισκόταν το μυστικό της Ιοκάστης.
Δεν αγαπούσε τον Κλέαρχο επειδή ήταν τέλειος.
Τον αγαπούσε επειδή ήταν ο δικός της άνθρωπος.
«Χρειάστηκε μια ζωή ολόκληρη για να καταλάβει πως η μάνα του δεν συγχωρούσε επειδή ξεχνούσε. Συγχωρούσε επειδή θυμόταν περισσότερα από όσα θυμόταν αυτός.»

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

Ypotaktiki! Agapi

..Ο Κλέαρχος, στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Λαμία, είχε περιορισμένη συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη. Η συμβολή του απείχε αισθητά από την ευθύνη που, ως πατέρας και σύζυγος, όφειλε να αναλαμβάνει. Σε σύγκριση με την Ιοκάστη, η προσφορά του ήταν πενιχρή· στη καλύτερη περίπτωση, αισθητά μικρότερη από εκείνη που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Αντίθετα, η Ιοκάστη υπήρξε η ακούραστη εργάτρια της οικογένειας. Σαν μέλισσα που δεν σταματά ποτέ να συλλέγει τον καρπό του μόχθου της ή σαν μυρμήγκι που προνοεί αδιάκοπα για το αύριο, εργαζόταν συχνά σε δύο δουλειές, αναλαμβάνοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τις ευθύνες του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών. Η προσφορά της έμοιαζε με το νερό μιας πηγής που αναβλύζει αδιάκοπα μέσα από μια σχισμή του βράχου. Κυλά αθόρυβα από το βουνό, διασχίζει τις πλαγιές και, χωρίς να ζητά ανταπόδοση, ποτίζει τον διψασμένο αγρό, χαρίζοντας του ζωή και καρποφορία. Έτσι ακριβώς ήταν και η Ιοκάστη· η αθόρυβη δύναμη που συντηρούσε την οικογένεια, η σταθερή πηγή από την οποία όλοι αντλούσαν ασφάλεια, ελπίδα και αντοχή. «Της άξιζε άραγε να μένει σ’ αυτόν τον γάμο;» Το ερώτημα αυτό βασάνιζε τον Αλκιβιάδη, καθώς περνούσε στην εφηβεία και άρχιζε να βλέπει με διαφορετικά μάτια τη σχέση των γονιών του. Τον εκνεύριζε η παθητική στάση της μητέρας του, η εύκολη συγχώρεση που έδειχνε ακόμη και ύστερα από στιγμές έντασης ή βίας και η αδυναμία της να ορθώσει ένα αδιαπραγμάτευτο «ως εδώ». Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας σχέσης στην οποία ο Κλέαρχος, όταν θύμωνε, χρησιμοποιούσε την οργή του ως μέσο επιβολής και χειραγώγησης. Κι όμως, ύστερα από κάθε έκρηξη ακολουθούσαν στιγμές μεταμέλειας, καλοσύνης και συμφιλίωσης. Η Ιοκάστη ανακουφιζόταν, συγχωρούσε και προσπαθούσε να αποκαταστήσει την οικογενειακή γαλήνη. Ο νεαρός Αλκιβιάδης δεν μπορούσε ακόμη να εξηγήσει αυτή την αντίφαση· μόνο αργότερα κατάλαβε πόσο συχνά τέτοιοι κύκλοι δένουν τους ανθρώπους ακόμη πιο σφιχτά, δημιουργώντας έναν δεσμό που δύσκολα σπάει. Συχνά αναρωτιόταν μήπως η πρώτη μεγάλη επιλογή της ζωής της είχε αποκτήσει μέσα της σχεδόν ιερό χαρακτήρα. Από τη στιγμή που, ανάμεσα σε τόσους νέους των χωριών του Ζάρακα, είχε διαλέξει τον Κλέαρχο, ένιωθε πως όφειλε να υπερασπιστεί την απόφασή της απέναντι σε κάθε δυσκολία. Μεγαλωμένη σε μια εποχή όπου η πατριαρχική αντίληψη θεωρούσε αυτονόητη την ανδρική κυριαρχία και τη γυναικεία αντοχή, είχε μάθει πως ο γάμος διατηρείται με υπομονή, σιωπή και θυσίες, ακόμη κι όταν αυτές κοστίζουν ακριβά. Αυτό ήταν που δυσκολευόταν περισσότερο να κατανοήσει ο Αλκιβιάδης. Πώς μια τόσο δυναμική, εργατική και αξιοπρεπής γυναίκα μπορούσε να παραμένει τόσο βαθιά δεμένη με έναν άνδρα που την πλήγωνε, αλλά που, παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, εξακολουθούσε να κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Ίσως η αγάπη, η συνήθεια, η κοινή διαδρομή, τα παιδιά, οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής και η ελπίδα ότι «αύριο θα είναι καλύτερα» να είχαν πλεχτεί τόσο σφιχτά μεταξύ τους, ώστε ούτε η ίδια να μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωνε η αφοσίωση και πού άρχιζε η παραίτηση. Ο Αλκιβιάδης, ακόμη και σήμερα, δεν γνωρίζει αν τότε έκρινε σωστά τα πράγματα. Από μικρός, όμως, είχε την αίσθηση πως η Ιοκάστη δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς τον Κλέαρχο. Είχε πλέξει τη μοίρα της με τη δική του. Μαζί του είχε αποφασίσει να δημιουργήσει οικογένεια, μαζί του είχε ονειρευτεί το αύριο, μαζί του είχε μοιραστεί τις μεγαλύτερες χαρές αλλά και τις πιο σκληρές δοκιμασίες της ζωής. Δεν ήθελε να τον εγκαταλείψει ούτε να τον διαψεύσει. Παρά τις απογοητεύσεις, τις πίκρες και τις πληγές που της προκάλεσε, παρέμενε πιστή στην επιλογή της, σαν να θεωρούσε ότι η αγάπη δεν δοκιμάζεται στις εύκολες μέρες αλλά στις δύσκολες. Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε ποτέ να ξεκαθαρίσει μέσα του αν αυτή η στάση γεννιόταν από βαθιά αγάπη, από αφοσίωση, από το αίσθημα του καθήκοντος ή από τις αντιλήψεις μιας ολόκληρης εποχής που δίδασκε στις γυναίκες πως ο γάμος ήταν υπόθεση ζωής και τιμής. Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί. Ένα μόνο πίστευε: η Ιοκάστη αγάπησε τον Κλέαρχο με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Και αυτή η αγάπη υπήρξε τόσο βαθιά, ώστε πολλές φορές ξεπέρασε ακόμη και τα όρια της ίδιας της αντοχής της. «Ποιος μπορεί, άραγε, να γνωρίζει τι πραγματικά κρατά δύο ανθρώπους μαζί;» αναρωτιόταν συχνά. ις ημέρες εκείνες ο Κλέαρχος, παίζοντας με πάθος τον ρόλο του εραστή, έκανε τη Νεφέλη να νιώθει πως κάθε συνάντησή τους ήταν ξεχωριστή. Όσο ο σύζυγός της απουσίαζε, οι κλεμμένες ώρες τους έμοιαζαν να αποκτούν μια ένταση που ξεπερνούσε την ίδια την πραγματικότητα. Η ατμόσφαιρα άλλαζε κάθε φορά που βρισκόταν στο σπίτι της· η προσμονή, ο κίνδυνος της αποκάλυψης και η αίσθηση του απαγορευμένου έκαναν το πάθος τους ακόμη πιο έντονο. Ο χρόνος τους ήταν πάντοτε περιορισμένος. Δεν υπήρχε χώρος για αναβολές ούτε για περιστροφές· ζούσαν την κάθε στιγμή με τη βιασύνη ανθρώπων που γνώριζαν πως ο χρόνος δούλευε εναντίον τους. Σιγά σιγά, όμως, η ισορροπία της σχέσης άρχισε να μεταβάλλεται. Η Νεφέλη επιθυμούσε όλο και πιο συχνές συναντήσεις. Η ανάγκη της για την παρουσία του Κλέαρχου γινόταν ολοένα πιο απαιτητική, σαν να μην της αρκούσαν πια οι λίγες κλεμμένες ώρες που μοιράζονταν. Εκείνος, που στην αρχή απολάμβανε αυτή τη φλόγα, άρχισε να αισθάνεται πως η σχέση έπαυε να είναι μια αυθόρμητη απόδραση από την καθημερινότητα και μετατρεπόταν σε υποχρέωση. Η επιμονή της Νεφέλης τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Για πρώτη φορά ένιωθε ότι δεν ήταν εκείνος που όριζε τον ρυθμό της σχέσης. Η συνεχής αναζήτηση της συντροφιάς του, όσο κολ Το τέλος της παράνομης σχέσης τους γράφτηκε ένα μοιραίο βράδυ. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Αλκιβιάδης κοιμόταν μαζί με τα δύο μικρότερα αδέλφια του στο μικρό τους δωμάτιο. Δύο σιδερένια κρεβάτια χώριζαν τον λιτό εκείνο χώρο· στο ένα κοιμόταν ο δεκάχρονος Αλκιβιάδης και στο άλλο τα δύο μικρότερα παιδιά. Μέσα στον βαθύ του ύπνο τον ξύπνησε απότομα ένας ασυνήθιστος θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε αποπροσανατολισμένος, προσπαθώντας να καταλάβει αν όσα άκουγε ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε. Πίσω από τη λεπτή μεσοτοιχία ακούγονταν υψωμένες φωνές. Η μητέρα του μιλούσε με τρόπο που δεν την είχε ξανακούσει ποτέ. Στη φωνή της υπήρχαν θυμός, πίκρα και μια βαθιά πληγωμένη αξιοπρέπεια. «Πουτάνα!... Δεν ντρέπεται; Τόσοι άντρες υπάρχουν στον κόσμο και βρήκε τον δικό μου;» Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Δεν καταλάβαινε όλες τις λέξεις, καταλάβαινε όμως το νόημα. Κάτι είχε σπάσει οριστικά. Η φωνή του Κλέαρχου ακουγόταν χαμηλή, κομμένη από βαθιές ανάσες, σαν άνθρωπος που προσπαθούσε μάταια να συγκρατήσει μια κατάσταση η οποία είχε ήδη ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Από τον τόνο του ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως η σύγκρουση δεν είχε μόλις αρχίσει· είχε προηγηθεί μια μακρά, οδυνηρή συζήτηση, της οποίας εκείνος άκουγε μόνο τις τελευταίες, πιο σκληρές λέξεις. Ξαπλωμένος ακίνητος στο σκοτάδι, με τα δύο μικρότερα αδέλφια του να συνεχίζουν να κοιμούνται ανυποψίαστα, ένιωσε για πρώτη φορά πως οι μεγάλοι μπορούσαν να πληγώνουν ο ένας τον άλλον τόσο βαθιά, ώστε οι πληγές τους να περνούν μέσα από τους τοίχους και να φτάνουν μέχρι τις ψυχές των παιδιών τους. Στην αρχή, μισοκοιμισμένος ακόμη, ο Αλκιβιάδης αναρωτήθηκε τι ακριβώς συνέβαινε. Οι φωνές ακούγονταν μπερδεμένες μέσα στη νυχτερινή σιωπή και το μυαλό του δυσκολευόταν να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα. Όσο όμως περνούσαν τα λεπτά, κατάλαβε πως η μητέρα του ήταν βαθιά θυμωμένη. Δεν άκουγε μόνο την ένταση της φωνής της· άκουγε την πληγή. Σχεδόν ασυναίσθητα, εικόνες άρχισαν να περνούν από το μυαλό του. Μικρές σκηνές, βλέμματα, συμπεριφορές και περιστατικά που μέχρι τότε έμοιαζαν ασύνδετα, έβρισκαν ξαφνικά τη θέση τους σαν κομμάτια ενός παζλ. Γύρισε αργά στο πλάι, έκλεισε τα μάτια και έκανε πως κοιμόταν. Δεν ήθελε να καταλάβουν οι γονείς του ότι είχε ξυπνήσει. Έμεινε ακίνητος, ακούγοντας τις φωνές να περνούν μέσα από τη λεπτή μεσοτοιχία και να χαράζονται ανεξίτηλα στη μνήμη του. Χρόνια αργότερα θα συνειδητοποιούσε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει ολόκληρη την αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει απόλυτα όσα διαδραματίζονται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους πίσω από μια κλειστή πόρτα. Εκείνος μπορούσε μόνο να αφηγηθεί τα γεγονότα όπως τα είδε, όπως τα άκουσε και, κυρίως, όπως τα επεξεργάστηκε το παιδικό και αργότερα το ώριμο μυαλό του. Πολύ σύντομα η Ιοκάστη πρέπει να είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι συνέβαινε. Τα σημάδια υπήρχαν παντού. Ήταν ολοφάνερα, σχεδόν κραυγαλέα. Η αλήθεια στεκόταν μπροστά στα μάτια της· εκείνο που δυσκολευόταν ήταν να τη δεχτεί. Ίσως, μάλιστα, να είχε προηγηθεί και το αναμενόμενο ψιθύρισμα κάποιου «καλοθελητή» από τον στενό κοινωνικό τους κύκλο. Σε μικρές συνοικίες σαν το Αραπόρεμα, τα μυστικά σπάνια έμεναν για πολύ κρυφά. Κάποιο βλέμμα, κάποια κουβέντα, κάποιο μισόλογο ήταν αρκετό για να ταράξει την εύθραυστη ισορροπία και να αναγκάσει την Ιοκάστη να αντικρίσει αυτό που, μέχρι τότε, προσπαθούσε να μην πιστέψει. Μέσα στη νύχτα, η Νεφέλη δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Η ερωτική επιθυμία την κρατούσε άυπνη, αναστατώνοντας το σώμα και τον νου της. Υπολογίζοντας πως η Ιοκάστη, εξαντλημένη από τον καθημερινό μόχθο, θα είχε αποκοιμηθεί βαθιά, έδινε διακριτικά σήματα μέσα από τον κοινό τοίχο που χώριζε τις δύο κρεβατοκάμαρες. Ήταν το δικό της κάλεσμα προς τον Κλέαρχο, μια σιωπηλή υπενθύμιση πως τον περίμενε. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά, μα ο ύπνος δεν την είχε επισκεφθεί. Το μυαλό της στριφογύριζε ασταμάτητα, βυθισμένο σε σκέψεις που δεν μπορούσε ούτε να διώξει ούτε να βάλει σε τάξη. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως όλα όσα άκουγε ήταν υπερβολές, πως οι φόβοι της γεννιούνταν περισσότερο από την ανασφάλεια παρά από την πραγματικότητα. Δεν ήταν, όμως, αφελής. Εδώ και καιρό έφταναν στ’ αυτιά της ψίθυροι. Στη μικρή εκείνη συνοικία, όπου οι ζωές των ανθρώπων σπάνια έμεναν κρυφές, οι κουβέντες ταξίδευαν γρήγορα από αυλή σε αυλή. Άλλοτε ως υπονοούμενα, άλλοτε ως βεβαιότητες, οι ιστορίες επαναλαμβάνονταν με ολοένα μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Κάποιοι ισχυρίζονταν πως η Νεφέλη φλέρταρε ανοιχτά τον Κλέαρχο. Άλλοι πήγαιναν ακόμη παραπέρα, βεβαιώνοντας πως, όσο έλειπε ο σύζυγός της, οι δυο τους είχαν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας αθώας γνωριμίας. Η Ιοκάστη πάλευε να αντισταθεί στις φήμες. Ήθελε να πιστέψει τον άντρα της, να προστατεύσει την οικογένειά της από το δηλητήριο του κουτσομπολιού. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούσε να διώξει τις υποψίες, τόσο εκείνες επέστρεφαν πιο επίμονες, φωλιάζοντας μέσα της σαν σκιά που αρνιόταν να διαλυθεί. Πάλι του έδωσε ένα ελαφρυντικό. Το συνήθιζε άλλωστε η Ιοκάστη. Να βρίσκει έναν τρόπο να τον δικαιολογεί, να απαλύνει μέσα της τις ευθύνες του και να σκεπάζει, όσο μπορούσε, τις πράξεις του. Κι έπειτα αναρωτιόταν: μπορούσε άραγε να είναι τόσο σοβαρή αυτή η σχέση με τη Νεφέλη; Ήταν, πράγματι, μια όμορφη και εντυπωσιακή γυναίκα, με έναν αυθορμητισμό που τραβούσε τα βλέμματα των ανδρών, παντρεμένων και ανύπαντρων. Όμως η Ιοκάστη δεν στάθηκε μόνο εκεί. Προσπάθησε, σχεδόν παρά τη θέλησή της, να δει και τη δική της πλευρά. Ίσως κι εκείνη να κουβαλούσε τα δικά της αδιέξοδα, τη δική της μοναξιά, τη δική της έλλειψη τρυφερότητας μέσα στον γάμο της. Ίσως η στέρηση, η εγκατάλειψη ή η ανάγκη για συντροφικότητα να την είχαν οδηγήσει σε επιλογές που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα έκανε ποτέ. Αυτές οι σκέψεις δεν απάλυναν τον πόνο της Ιοκάστης. Της επέτρεπαν, όμως, να βλέπει τους ανθρώπους όχι μόνο μέσα από τα λάθη τους, αλλά και μέσα από τις αδυναμίες τους. Με όλα αυτά να στριφογυρίζουν αδιάκοπα στο μυαλό της, πήρε τελικά τη δυσκολότερη ίσως απόφαση της ζωής της. Όχι επειδή ξέχασε, ούτε επειδή έπαψε να πονά. Αλλά επειδή η καρδιά της εξακολουθούσε να αγαπά τον Κλέαρχο περισσότερο απ' όσο της επέτρεπε η λογική. Έτσι, βρήκε τη δύναμη να τον συγχωρήσει, με τον δικό της τρόπο, ελπίζοντας πως η συγχώρεση θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας νέας ισορροπίας και όχι η λήθη όσων είχαν συμβεί. Ο Κλέαρχος τής έριξε μια φευγαλέα ματιά. Βλέποντάς τη να μοιάζει βυθισμένη στον ύπνο, σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι και βγήκε από το δωμάτιο. Η Ιοκάστη, όμως, δεν κοιμόταν. Με την ευκινησία αιλουροειδούς σηκώθηκε αμέσως, τον παρακολούθησε να κατευθύνεται προς την εξωτερική τουαλέτα και, μέσα σε λίγες στιγμές, πήρε τη δική της απόφαση. Έκλεισε σιγά την πόρτα του δωματίου των παιδιών για να μην ακούσουν τίποτε. Ύστερα στάθηκε στην εξώπορτα και περίμενε. Το νυχτερινό αεράκι περνούσε ανάμεσα από τα δέντρα της αυλής και η σιωπή της νύχτας έκανε κάθε δευτερόλεπτο να μοιάζει ατελείωτο. Η Ιοκάστη δεν ήταν γυναίκα των τεχνασμάτων. Ήταν αυθόρμητη, ειλικρινής, σχεδόν παιδική στον τρόπο που αγαπούσε. Δεν είχε μάθει να παίζει παιχνίδια ούτε να κρύβεται πίσω από προσποιήσεις. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, όμως διέθετε εκείνη τη βαθιά σοφία που γεννά ο μόχθος και η ζωή. Στα τριάντα δύο της χρόνια παρέμενε μια όμορφη, γεροδεμένη γυναίκα, ερωτευμένη ακόμη με τον άνδρα που είχε διαλέξει να πορευτεί μαζί του. Όταν ο Κλέαρχος βγήκε από την τουαλέτα και τη διέκρινε να στέκεται στην πόρτα, πάγωσε. Ήταν σαν να του είχε πέσει κεραυνός. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβε ότι εκείνη γνώριζε ή, τουλάχιστον, υποψιαζόταν πολύ περισσότερα απ' όσα πίστευε. «Δεν κοιμάσαι;» κατάφερε να ψελλίσει. «Προσπάθησα…» απάντησε ήρεμα. «Ανησύχησα όταν σηκώθηκες. Όλα καλά;» «Ν… ναι. Όλα καλά.» Η Ιοκάστη τον κοίταξε επίμονα. «Έχεις κάτι να μου πεις; Σε ξέρω πολύ καλά, Κλέαρχε.» Έπεσε σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος. Δεν έβρισκε λέξεις. Για πρώτη φορά ένιωθε πως δεν είχε απέναντί του μια γυναίκα έτοιμη να τον δικαιολογήσει, αλλά έναν άνθρωπο που περίμενε μόνο την αλήθεια. Σιωπή. Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο, περιμένοντας την αντίδρασή της. Για πρώτη φορά δεν έβρισκε ούτε μια λέξη να τον υπερασπιστεί. «Τι έπαθες και δεν μιλάς;» τον ξαναρώτησε η Ιοκάστη, χωρίς να υψώσει τη φωνή της. Η ηρεμία της τον μπέρδευε περισσότερο από οποιαδήποτε έκρηξη θυμού. Άνοιξε το στόμα του, μα οι λέξεις έβγαιναν κομμένες. «Ξέρεις… εγώ… δεν είναι…» Σταμάτησε. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε όσα πήγαινε να πει. Η Ιοκάστη τον κοίταξε κατάματα. «Εσύ βέβαια… Μαζί δεν μιλάμε, Κλέαρχε; Ή μήπως έχασες ξαφνικά τη λαλιά σου;» Εκείνος κατάπιε με δυσκολία. Ένιωθε πως κάθε δικαιολογία που θα ξεστόμιζε θα γκρεμιζόταν πριν ακόμη ολοκληρωθεί. Για πρώτη φορά δεν φοβόταν τον θυμό της. Φοβόταν τη σιωπηλή απογοήτευσή της. 
Η Ιοκάστη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Δεν ζητάω πολλά. Μόνο να με κοιτάξεις στα μάτια και να μου πεις την αλήθεια. Ό,τι κι αν είναι, θέλω να το ακούσω από σένα. Όχι από τις γειτόνισσες, ούτε από τα κουτσομπολιά της συνοικίας.» 
Η αυλή βυθίστηκε ξανά στη σιωπή.
Δύσκολη ώρα και ο κόμπος στο λαιμό. Ένιωθε ότι τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Ζύγωσε κοντά της σιγά-σιγά, σαν να αποκάλυπτε ένα παράνομο μυστικό, ταραγμένος και στάθηκε απέναντί της. Κοιταχτήκανε, σαν να αναγνωρίζανε ο ένας στην όψη του άλλου για πρώτη φορά. Οι θολές αναλαμπές που μισοκαιγόταν στα μάτια της τώρα, άναψαν και γίνανε πυρκαγιά. Τον άρπαξε από το σβέρκο τον κόλλησε επάνω της και άρχισε να τον φιλάει παθιασμένα. Πρώτα άγγιξε τα δόντια του, μετά αισθάνθηκε το σάλιο του. Τον τράβηξε από το χέρι και ανήμπορος να αντιδράσει τον παρέσυρε σαν αιχμάλωτο στην κρεβατοκάμαρα στο κρεβάτι. Του συμπεριφέρεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτε, σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα. Ξαναφιληθήκανε. Κι αυτή τη φορά το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο και πεινασμένο και σκληρό κι οι μύες στην πλάτη της κινούνταν με έναν ζωώδη τρόπο. 
Το φιλί του τώρα ήταν μανιασμένο, συναρπαστικό και την έκανε να νιώσει μια δόση τρέλας ν' απλώνεται ανάμεσά τους σαν πυρακτωμένο σίδερο. Έψαξε και βρήκε το θηρίο του όρθιο, είχε αρχίσει να φουσκώσει και να σκληρύνει υπερβολικά. Ενθουσιάστηκε! Ο κόλπος της ήταν πολύ υγρός και ανοιχτόχρωμος, ζεστός και φιλόξενος, αλλά κυρίως η κλειτορίδα της στεκόταν όρθια και σκληρή. Σε μια παθιασμένη ερωτική στιγμή, όπου οι αισθήσεις της κυριαρχούν! Τον φιλούσε με ένταση και πάθος, και με μια αίσθηση κυριαρχίας. Δεν είναι φιλιά απαλά, αλλά φιλιά που διεκδικούν. «Καμία πουτάνα δεν θα μου τον πάρει!» Σε μια έκφραση απελευθέρωσης που ξεσπά με άγριο τρόπο, τα καταπιεσμένα συναισθήματα της που ειχαν συσσωρευτεί μέσα της. Ήταν τόσο καυλωμένη που ήταν όλη σαν ένα πυροτέχνημα! Αναστέναζε και βογκούσε από καύλα και ηδονή ,λες και ήταν μόνοι τους μέσα σε μια ερημιά και όχι στον κοιτώνα τους.. Πριν καλά καλά τον πάρει όλο μέσα της, ήρθε ο πρώτος της οργασμός. Ο Κλέαρχος είχε μείνει άφωνος, γιατί σίγουρα ήταν κάτι που δεν το περίμενε. Τη νιώθει πως είχε χάσει τον έλεγχο εντελώς. Μοιάζει με λέαινα που συμπεριφέρεται σαν αρσενικό λιοντάρι αν πρόκειται για την κυριαρχία της. .
Ήταν η κλιμάκωση, το «κρεσέντο» στις φωνές της Ιοκάστης που ξύπνησαν τον Αλκιβιάδη από τον βαθύ του ύπνο. Επάνω στην κορύφωση της σεξουαλικής επαφής τους και του οργασμού της, σε μια έντονη απελευθέρωση συναισθημάτων, ξεσπάει. Η ένταση στη φωνή της είχε αλλάξει, λες και είχε σκληρύνει, έμοιαζε πολύ αποφασιστική.
«Αρκετά! Ως εδώ ξετσίπωτη πουτάνα! Απ' αύριο ετοίμασε τα μπογαλάκια σου και ψάξε να βρεις αλλού σπίτι. Να εξαφανιστείς! Να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Θα σε ξεσκίσω»….
Και όταν η Ιοκάστη λέει κάτι το εννοεί, οι προθέσεις είναι ξεκάθαρες, και τα λόγια της αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές της σκέψεις και συναισθήματα. 
Του Κλέαρχου του φαίνεται όλο αυτό που συμβαίνει σαν ψέμα αλλά ταυτόχρονα τον ανακούφιζε αυτή η έκρηξη της Ιοκάστης και την ευγνωμονούσε μ' όλη του την καρδιά. Όταν η έντονη σεξουαλική τους ορμή είχε υποχωρήσει επιτρέποντας στο σώμα του να «ηρεμήσει» τον τυραννούσε ακόμη μια αβεβαιότητα μέσα του. Της φίλησε τα χέρια δεν τολμούσε τώρα να την φιλήσει στο πρόσωπο, ....
«Ήξερες;»
«Ναι. Μην συνεχίζεις.»
Έψαξε μέσα στα μάτια του, όπως το έκανε παλιά, όταν τον ήθελε.
Τότε είναι που η Ιοκάστη λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τον φίλησε με θέρμη, με δύναμη, το φιλί της δεν ήταν τρυφερό ή διερευνητικό, αλλά διεκδικητικό με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία. Και πολλή, πολλή ώρα, τόσο, που όταν απομάκρυνε τα χείλη της απ' τα δικά του, ένας ασίγαστος πόθος είχε και πάλι φωλιάσει μέσα της. Σηκώνεται ανοίγει με προσοχή την πόρτα του δωματίου των παιδιών τους. Σιγουρεύεται ότι κοιμούνται, και την ξανακλείνει με προσοχή. Δεν έχει  αναστολές ένιωθε το μουνί της γεμάτο υγρά, και χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα στην αγκαλιά και πάλι του Κλέαρχου. Το κορμί της έβραζε και ζητάει ξανά την αντρική επαφή του. Ο Κλέαρχος της χαμογέλασε. Μ΄ ένα χαμόγελο με υπονοούμενα, που δείχνει σιγουριά γνωρίζοντας ότι πλέον αυτός ως άντρας είναι κυρίαρχος στο κρεβάτι, και έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Η σκέψη του πως η Νεφέλη είναι ακριβώς δίπλα τους και τους ακούει του απογειώνει την σεξουαλική ορμή του για να συνεχίσουν το παθιασμένο σεξ με την Ιοκάστη
«Μη βιάζεσαι…», της είπε. «Έχουμε ώρα ακόμα. Να πάρω ανάσα! ».
....Σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, κουτσομπολιού και επίμονων φημών για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ, η γειτονιά άρχισε να βουίζει. Στις μικρές κοινωνίες τα νέα ταξιδεύουν πιο γρήγορα από τους ανθρώπους και, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, έχουν ήδη αλλάξει πρόσωπο πολλές φορές. Λίγες ημέρες αργότερα, ο σύζυγος της Νεφέλης επέστρεψε νωρίτερα απ' όσο όλοι περίμεναν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν γύρισε επειδή τελείωσαν οι υποθέσεις του ή επειδή κάποιο ανήσυχο στόμα φρόντισε να του μεταφέρει όσα ψιθύριζε η γειτονιά. Ο Αλκιβιάδης δεν ήταν εκεί για να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε ανάμεσα στους δύο συζύγους. Εκείνο που έμαθε αργότερα ήταν πως η Νεφέλη παραπονέθηκε στον άνδρα της ότι ο Κλέαρχος την ενοχλούσε, ότι την πολιορκούσε επίμονα και πως εκείνη αναγκαζόταν να αποκρούει τις προσεγγίσεις του. Ήταν αλήθεια; Ήταν ένα ψέμα που γεννήθηκε από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σχέση τους; Ή μήπως ήταν ένας τρόπος να διασώσει τον γάμο της και την υπόληψή της μέσα σε μια κοινωνία που συγχωρούσε ευκολότερα έναν άπιστο άνδρα παρά μια άπιστη γυναίκα; Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα. Με τα χρόνια κατάλαβε πως οι άνθρωποι, όταν φοβούνται ότι θα χάσουν όσα έχτισαν, είναι ικανοί να αφηγηθούν μια διαφορετική εκδοχή της αλήθειας, όχι πάντοτε από κακία, αλλά πολλές φορές από ανάγκη να επιβιώσουν. Κι έτσι, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, ο μεγάλος έρωτας που φάνηκε πως μπορούσε να ανατρέψει τα πάντα, μεταμορφώθηκε σε μια ιστορία γεμάτη ψιθύρους, μισόλογα και αλληλοκατηγορίες. Η γειτονιά συνέχισε να κουβεντιάζει, ο καθένας προσθέτοντας το δικό του κομμάτι στην ιστορία, μέχρι που κανείς δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει πού τελείωναν τα γεγονότα και πού άρχιζε ο μύθος. Στις μέρες μας ακούμε συχνά για περιστατικά παρενόχλησης και πολλοί πιστεύουν πως πρόκειται για ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής. Η ελληνική μυθολογία, όμως, μας οδηγεί πολύ πίσω, ίσως ακόμη και στη μυκηναϊκή εποχή, με πρωταγωνιστή τον Λαπίθη Ιξίωνα, βασιλιά της Λάρισας. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ιξίων υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που φόνευσε συγγενή του. Για το ανοσιούργημά του κανείς δεν δεχόταν να τον εξαγνίσει, ώσπου ο ίδιος ο Δίας τον λυπήθηκε, τον καθάρισε από το μίασμα, τον ανέβασε στον Όλυμπο και τον έκανε συνδαιτυμόνα των θεών. Ο Ιξίων, όμως, αντί να δείξει ευγνωμοσύνη στον ευεργέτη του, έστρεψε το βλέμμα του προς την Ήρα και άρχισε να την παρενοχλεί. Η ίδια η θεά, σύμφωνα με τον μύθο, παραπονιέται στον Δία: «Μου ρίχνεται εδώ και πολύ καιρό. Στην αρχή παραξενευόμουν που είχε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Αναστέναζε και δάκρυζε κρυφά. Κι όταν έδινα το ποτήρι μου πίσω στον Γανυμήδη, εκείνος ζητούσε να πιει από το ίδιο· κι όταν το κρατούσε στα χέρια του, το φιλούσε.» Η ιστορία αυτή δείχνει πως η απρεπής επιμονή, η κατάχρηση της φιλοξενίας και η προσβολή των ορίων του άλλου δεν είναι επινοήσεις της δικής μας εποχής. Απλώς σήμερα τους δίνουμε ονόματα που τότε δεν υπήρχαν. Αναλογιζόταν ο Αλκιβιάδης πως, με τις διαφορές που χωρίζουν τον μύθο από την πραγματική ζωή, κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Κλέαρχο. Ο άνθρωπος που είχε γίνει δεκτός με εμπιστοσύνη στη γειτονιά, βρέθηκε τελικά μπλεγμένος σε μια ιστορία που διέλυσε φιλίες, σπίτια και συνειδήσεις. Οι συνέπειες, βέβαια, δεν είχαν τίποτε το μυθολογικό· ήταν απολύτως ανθρώπινες. Ήταν λίγο πριν από το μεσημέρι όταν σημειώθηκε το περιστατικό. Ο Κλέαρχος βρισκόταν σε μια μεγάλη αποθήκη σιτηρών μαζί με άλλους δύο εργάτες. Δούλευαν ασταμάτητα, ξεφορτώνοντας βαριά σακιά από ένα φορτηγό και στοιβάζοντάς τα στο εσωτερικό της αποθήκης. Ο ιδρώτας έτρεχε από τα πρόσωπά τους και η σκόνη από το σιτάρι είχε γεμίσει τον αέρα. Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε ο σύζυγος της Νεφέλης. Καλοντυμένος, με αποφασιστικό βήμα, μπήκε στην αποθήκη χωρίς να χαιρετήσει κανέναν και στάθηκε απέναντι από τον Κλέαρχο. «Ξέρεις εσύ γιατί ήρθα», του είπε κοφτά. Ο Κλέαρχος άφησε κάτω το σακί που κρατούσε και τον κοίταξε με απορία. «Και γιατί να ξέρω; Τι ακριβώς υποτίθεται ότι ξέρω;» Ο άνδρας πλησίασε ακόμη περισσότερο. «Θα σου πω εγώ. Ζητώ τον λόγο γιατί παρενοχλείς τη γυναίκα μου.» Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Οι δύο εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά τους και κοίταζαν εναλλάξ τους δύο άνδρες, αντιλαμβανόμενοι πως η κατάσταση μπορούσε να ξεφύγει από στιγμή σε στιγμή. Ο Κλέαρχος ένιωσε την ενόχληση να γίνεται θυμός. Κατάλαβε πως η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Ό,τι κι αν έλεγε, ο άλλος είχε έρθει ήδη αποφασισμένος να τον θεωρεί ένοχο. Τα λόγια δεν επρόκειτο να αλλάξουν τη γνώμη του. «Δεν έχω να δώσω εξηγήσεις σε κανέναν», απάντησε κοφτά ο Κλέαρχος. Προσπαθούσε να συγκρατήσει την οργή του, γιατί καταλάβαινε πως ο άλλος δεν είχε έρθει για κουβέντα. «Λοιπόν, άκουσέ με καλά», συνέχισε ψύχραιμα. «Η Νεφέλη είναι γυναίκα σου. Καλά κάνει και είναι. Εμένα τι με νοιάζει;» Δυστυχώς, ο άνθρωπος απέναντί του έμοιαζε να γυρεύει καβγά. «Ξέρεις τι λέω εγώ;» «Τι;» «Αν μάθω ξανά πως την παρενοχλείς, θα σε...» Άφησε την απειλή να αιωρηθεί. Στον Κλέαρχο φάνηκε παράξενος ο τρόπος που του μιλούσε. Στο χωριό του, στη Νότια Λακωνία, λίγα μόλις χρόνια πριν, δύσκολα θα τολμούσε κάποιος να του απευθυνθεί έτσι. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν είχε καμία διάθεση να πιαστεί στα χέρια. Ο άλλος, αντίθετα, επέμενε. Με ύφος ενοχλημένου πετεινού και μια κοφτή, καμπανιστή φωνή, προκαλούσε επίμονα την έκρηξη. «Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου. Αυτό πάει πολύ. Άντε στον διάβολο!» «Πρόσεξε, Κλέαρχε. Πρόσεξε καλά.» Ο Κλέαρχος τον κοίταξε κατάματα. «Κι εγώ θα σου πω κάτι. Άντρας δεν είναι εκείνος που φοβερίζει και μένει στις απειλές.» Για μια στιγμή φάνηκε πως οι δύο άντρες θα πιάνονταν στα χέρια. Οι εργάτες που παρακολουθούσαν τη σκηνή άφησαν αμέσως τη δουλειά τους και μπήκαν ανάμεσά τους, καταφέρνοντας την τελευταία στιγμή να τους χωρίσουν πριν η λογομαχία μετατραπεί σε συμπλοκή. Αργότερα ο Αλκιβιάδης αναρωτιόταν πολλές φορές γιατί ο Κλέαρχος δεν όρμησε επάνω του εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άνθρωπος που άναβε εύκολα. Όμως τέτοιες προσβολές δύσκολα τις άφηνες να περάσουν χωρίς να σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Κι όμως, την ώρα που ο άντρας της Νεφέλης αποχωρούσε, ο Κλέαρχος του φώναξε με μια παράξενη ηρεμία: «Άκου, φίλε μου. Εγώ έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. Εσύ κοίτα να μαζέψεις την κυρά σου. Αυτή είναι η συμβουλή μου.» Η συνέχεια ήταν όπως συμβαίνει συχνά στις ιστορίες που, παρά τις βαθιές πληγές τους, δεν καταλήγουν στη ρήξη. Η Ιοκάστη κοίταξε τον Κλέαρχο. Μια ανεπαίσθητη χλομάδα πέρασε από το πρόσωπό της. Εκείνος άνοιξε τα χέρια του σαν φτερά αετού κι εκείνη ακούμπησε αργά στο στήθος του. Με μάτια που γυάλιζαν από ευγνωμοσύνη, της έσφιξε τα χέρια, περνώντας τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πόση δύναμη αντλούσε από αυτή τη γυναίκα. Ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, του άρεσε να κουλουριάζεται πλάι της, να αναπνέει το άρωμά της και να χαϊδεύει τα απαλά μάγουλά της, σαν να αναζητούσε εκεί τη γαλήνη που δεν έβρισκε πουθενά αλλού. Ο χρόνος, όταν του το επιτρέψουν οι άνθρωποι, μαλακώνει τις γωνίες. Οι ρήξεις, ο θυμός, οι προδοσίες και ο πόνος μπορούν, αργά ή γρήγορα, να καταλαγιάσουν. Μόνο ο θάνατος δεν διορθώνεται. Λίγο αργότερα, οι νέοι γείτονες μάζεψαν αθόρυβα τα λιγοστά τους υπάρχοντα και μετακόμισαν σε μια γειτονιά λίγο πιο πέρα. Έφυγαν χωρίς φωνές, χωρίς εξηγήσεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο τις φήμες, τα κουτσομπολιά και μια ιστορία που η γειτονιά θα συνέχιζε να διηγείται για πολλά ακόμη χρόνια

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Οι Γείτονες τους στο Ρέμα!
.....

 
Web Informer Button