ADS

click to open

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Ta Prota Chronia Stin Efivia

.1961–1962. Μία ακόμη σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της· η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο. Ήταν μια χρονιά ξεχωριστή, ίσως η πιο καθοριστική της μέχρι τότε ζωής του, αν και τότε δεν μπορούσε ακόμη να το αντιληφθεί. Συχνά η ζωή αλλάζει πορεία όχι εξαιτίας των μεγάλων γεγονότων, αλλά από αφορμές που, τη στιγμή που συμβαίνουν, μοιάζουν εντελώς ασήμαντες. Ένα τυχαίο περιστατικό, μια σύντομη συνάντηση, μια γνωριμία, μια κουβέντα που ειπώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορούν αργότερα να αποδειχθούν οι αόρατοι μοχλοί που αλλάζουν ολόκληρη την πορεία ενός ανθρώπου.
Έτσι και για τον Αλκιβιάδη.
Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι μια φαινομενικά ασήμαντη εμπειρία θα φώλιαζε τόσο βαθιά μέσα του, ώστε να γεννήσει ένα όνειρο που θα τον συνόδευε για χρόνια. Ένα απλό παιδί της γειτονιάς άρχισε να ονειρεύεται τη θάλασσα. Να ονειρεύεται πως κάποτε θα γινόταν κι εκείνος ένας σύγχρονος Αργοναύτης, ταξιδευτής των ωκεανών, αναζητώντας τόπους μακρινούς, άγνωστους, που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Χωρίς να το γνωρίζει, το πρώτο σπέρμα αυτού του ονείρου είχε ήδη πέσει μέσα του.
Έξω, οι δρόμοι λούζονταν από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Σχολώντας από το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Το πλήρωσε ακριβά. Γέμισε μώλωπες, ενώ στην κνήμη του άνοιξε ένα βαθύ, εγκάρσιο σκίσιμο, σαν να την είχε χαράξει ξυράφι, τόσο βαθύ που έφτανε σχεδόν ως το κόκαλο. Με αφόρητους πόνους έτρεξε προς το τέλος της αλάνας, εκεί όπου δυο μικρόσωμα, καχεκτικά δέντρα έριχναν λίγη σκιά πάνω στο ξερό χώμα. Κάθισε λαχανιασμένος, προσπαθώντας να καταπραΰνει τον πόνο και να ξαναβρεί την ανάσα του. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή εκείνου του ανοιξιάτικου απογεύματος, συνέβη κάτι που έμελλε να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη του.
Τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν έναν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλλει από τον κήπο μιας παρακείμενης κατοικίας. Φορούσε ολόλευκη ναυτική στολή. Το λευκό της άστραφτε κάτω από το φως του ήλιου και έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, κρυμμένος πίσω από τη λιγοστή σκιά των δέντρων. Τον παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποσπάσει το βλέμμα του. Κάτι ανεξήγητο διαπέρασε ολόκληρο το κορμί του. Ήταν σαν μια αόρατη δύναμη να άγγιξε την ψυχή του και να άνοιξε μπροστά του έναν κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Ένα λαμπερό μυστήριο τον τύλιξε. Ένα τρελό όνειρο γεννήθηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Με τα μάτια της φαντασίας του είδε τον εαυτό του να ταξιδεύει στα πέρατα της γης, να διασχίζει ωκεανούς, να γνωρίζει λιμάνια και πολιτείες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο μέσα στα βιβλία του. Για λίγες στιγμές έπαψε να πατά στη γη. Ένιωσε πως αρμένιζε πάνω στα γαλανά νερά μιας απέραντης θάλασσας. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα είχε γεννηθεί μέσα του ο ναυτικός που θα γινόταν αργότερα.
Αγαπούσε τη θάλασσα με μια αγάπη που δύσκολα μπορούσε να εξηγήσει. Κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας, γέμιζε η ψυχή του χαρά. Μόλις έφτανε κοντά της, άπλωνε το βλέμμα του παγανιά να κυνηγήσει όλες τις ομορφιές της. Ακολουθούσε με τα μάτια τον μακρινό ορίζοντα και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη, παρασύροντάς τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκεί, μπροστά στην απέραντη γαλάζια της αγκαλιά, άρχιζε να θεμελιώνεται το ίδιο του το πεπρωμένο. Η θάλασσα τον περίμενε υπομονετικά, σαν να γνώριζε ότι κάποτε θα τον δεχόταν στοργικά στους κόλπους της και θα τον έκανε δικό της άνθρωπο.
Αργότερα, όταν ωρίμασε, κατάλαβε πως η ζωή μοιάζει περισσότερο με ποτάμι παρά με δρόμο. Κυλά αδιάκοπα προς μία μόνο κατεύθυνση, από το παρελθόν προς το μέλλον, χωρίς ποτέ να γυρίζει πίσω. Όπως δεν μπορεί κανείς να αγγίξει δύο φορές το ίδιο νερό, έτσι και καμιά στιγμή δεν επιστρέφει. Ο άνθρωπος μπορεί να μάθει να κολυμπά μέσα στο ρεύμα του χρόνου, ποτέ όμως να το ανακόψει. Το ποτάμι του χρόνου μας ωριμάζει, μας μεταμορφώνει, σμιλεύει τον χαρακτήρα μας, μα συγχρόνως διαβρώνει πρόσωπα, τόπους και αναμνήσεις. Κι όμως, μέσα σ' αυτή την αδιάκοπη ροή, υπάρχουν στιγμές που στέκονται σαν βράχοι· στιγμές φαινομενικά ασήμαντες, που καθορίζουν ολόκληρη τη ζωή μας. Ίσως γι' αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες έγραψε: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι». Γιατί ο χρόνος δεν είναι κάτι έξω από εμάς· είναι η ίδια η ύπαρξή μας που κυλά ασταμάτητα, ώσπου να συναντήσει τη δική της θάλασσα.
... Τελειώνοντας το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Στη Λαμία της δεκαετίας του 1960 λειτουργούσαν δύο Γυμνάσια Αρρένων, που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο, ένα Γυμνάσιο Θηλέων και το Οικονομικό Γυμνάσιο, το μοναδικό μικτό σχολείο της πόλης. Από τους μαθητές του Τρίτου Δημοτικού, μόνο ο Αλκιβιάδης και μία ακόμη συμμαθήτριά του επέλεξαν να συνεχίσουν εκεί τις σπουδές τους. Η επιλογή τους ξένισε αρκετούς. Οι περισσότεροι θεωρούσαν φυσικό δρόμο τα κλασικά γυμνάσια· το Οικονομικό φαινόταν διαφορετικό, πιο πρακτικό, πιο κοντά στην αγορά εργασίας. Εκείνη την εποχή, το Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας αποτελούσε ένα σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα για ολόκληρη την περιοχή. Μαζί με τη γενική μέση εκπαίδευση, παρείχε γνώσεις λογιστικής, εμπορικών μαθημάτων και οικονομικής οργάνωσης, προετοιμάζοντας τους μαθητές για επαγγέλματα που συνδέονταν με το εμπόριο, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. 
Ο Αλκιβιάδης, βέβαια, δεν γνώριζε ακόμη αν αυτή η επιλογή θα καθόριζε τη ζωή του. Άλλωστε, η καρδιά του ταξίδευε ήδη αλλού. Από τότε που είχε αντικρίσει εκείνον τον νεαρό ναυτικό με την κατάλευκη στολή, ένα καινούργιο όνειρο είχε ριζώσει μέσα του. Τα εμπορικά βιβλία και οι λογιστικές πράξεις μπορεί να γέμιζαν τις σχολικές αίθουσες, όμως εκείνος, κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα προς τον ουρανό ή άκουγε τη λέξη «λιμάνι», έβλεπε μπροστά του θάλασσες, καράβια και μακρινούς ορίζοντες. Κανείς δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πως το πραγματικό σχολείο της ζωής του δεν θα ήταν οι σχολικές αίθουσες, αλλά οι μηχανές των πλοίων, οι ωκεανοί και τα λιμάνια του κόσμου.
Θα ήταν ήδη δεκατεσσάρων χρονών ο Αλκιβιάδης όταν άλλαξαν και πάλι σπίτι. Νοίκιασαν ένα μεγαλύτερο, μόλις τρία κάθετα σοκάκια βορειοδυτικά από το προηγούμενο, ακολουθώντας την κοίτη του ίδιου ρέματος, μέσα στην ίδια παλιά συνοικία που τόσο αγαπούσαν. Τα παιδιά μεγάλωναν και οι γονείς τους κατάλαβαν πως ο μικρός χώρος δεν τους χωρούσε πια. Η νέα γειτονιά δεν διέφερε πολύ από την παλιά. Διατηρούσε την ίδια παραδοσιακή όψη, τον ίδιο χαρακτήρα. Στενά δρομάκια, σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πάνω από το άλλο στις πλαγιές του λόφου, αυλές γεμάτες βασιλικούς, γεράνια και γιασεμιά, κι ανάμεσά τους πέτρινα ή τσιμεντένια σκαλοπάτια που διευκόλυναν την πρόσβαση εκεί όπου η φυσική κλίση του εδάφους ήταν απότομη.
Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, ώσπου κατέληγαν σ' ένα μεγάλο χωμάτινο πλάτωμα. Δεξιά κι αριστερά υψώνονταν τα σπίτια, λιτά αλλά επιβλητικά, σαν μικρές αετοφωλιές, τα περισσότερα διώροφα, άλλα με μικρές κι άλλα με μεγάλες αυλές. Από τα μπαλκόνια τους άνοιγε μπροστά τους ολόκληρη η πόλη, απλωμένη σαν ζωγραφιά, ενώ στο βάθος ο Σπερχειός και ο θεσσαλικός κάμπος χάνονταν μέσα στην αχλή των εποχών.
Το νέο σπίτι δεν ήταν απλώς μεγαλύτερο. Ήταν σαν να άνοιγε μπροστά τους έναν καινούργιο ορίζοντα. Οι τοίχοι του χωρούσαν πλέον τις φωνές τριών παιδιών που άφηναν πίσω τους την παιδικότητα και προχωρούσαν, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνουν, προς την εφηβεία.
Το σπίτι που νοίκιασαν ήταν διώροφο, με ισόγειο και έναν όροφο, χτισμένο στην αριστερή πλευρά, περίπου στο μέσον της μεγάλης πέτρινης κλίμακας. Ανήκε σε μια κοντούλα, στρουμπουλή γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε, που είχε μείνει χήρα και κατοικούσε στο ισόγειο μαζί με τον δωδεκάχρονο γιο της.
Χαμηλά, στην όχθη του ρέματος, απλωνόταν μια παρόχθια δενδροστοιχία, ένα μικρό δάσος από πανύψηλες λεύκες. Με τους γερούς κορμούς και το βαθύ ριζικό τους σύστημα συγκρατούσαν το χώμα, προστατεύοντας τις όχθες από τη διάβρωση και τα πλατώματα όπου ήταν σκαρφαλωμένα τα σπίτια της γειτονιάς. Ήταν μια εικόνα ζωής, ένα μικρό οικοσύστημα μέσα στην πόλη. Οι λεύκες στέκονταν η μια πλάι στην άλλη, ψηλές και ευθυτενείς, σαν σιωπηλοί φρουροί του ρέματος. Στα πυκνά τους κλαδιά έβρισκαν καταφύγιο δεκάδες σπουργίτια και δεκαοχτούρες. Από τα χαράματα ως το σούρουπο ο αέρας γέμιζε από τα κελαηδήματα και τα φτερουγίσματά τους. Η φασαρία που ξεσήκωναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μικρό τους μέγεθος, χαρίζοντας στη γειτονιά μια αδιάκοπη μουσική υπόκρουση.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα, όταν φυσούσε το ελαφρύ αεράκι από τον Σπερχειό, οι κορφές των λευκών λεύκων κυμάτιζαν σαν πράσινη θάλασσα. Το θρόισμα των φύλλων τους γινόταν ένα γνώριμο νανούρισμα για τους ανθρώπους της γειτονιάς και, χωρίς να το καταλαβαίνουν, συνόδευε τις πιο απλές στιγμές της καθημερινής τους ζωής.
Πίσω από τις λεύκες, σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα, ήταν απλωμένα τα πρώτα σπίτια της γειτονιάς. Στη δεξιά του πλευρά υψώνονταν τρία σπίτια, όπου κατοικούσαν ισάριθμες οικογένειες δεμένες μεταξύ τους με στενούς συγγενικούς δεσμούς. Ήταν συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια, στις γειτονιές της επαρχίας, το πατρικό σπίτι να χωρίζεται ή να χτίζονται νέα σπίτια μέσα στο ίδιο οικόπεδο, ώστε να στεγάσουν τα παιδιά όταν δημιουργούσαν τις δικές τους οικογένειες. Έτσι γενιές ολόκληρες μεγάλωναν σχεδόν κάτω από την ίδια αυλή, μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τις ίδιες λύπες και τις ίδιες καθημερινές έγνοιες. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εγκατάστασής τους στη γειτονιά, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη είχαν αναπτύξει σχέσεις οικειότητας και αμοιβαίας εκτίμησης με τις οικογένειες αυτές. Οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι επισκέψεις ήταν αυθόρμητες και η βοήθεια δεδομένη όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια κατοικούσε μια χήρα γυναίκα μαζί με τους δύο γιους της, δυο νέους που είχαν ήδη φτάσει σε ηλικία γάμου. Η ζωή τους, όπως και των περισσότερων ανθρώπων της γειτονιάς, κυλούσε ήσυχα, χωρίς να γνωρίζουν πως πολύ σύντομα οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν ουσιαστικά με εκείνους της οικογένειας του Αλκιβιάδη.
Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να εξηγήσει αυτό που θυμόταν από τις γειτονιές που απλώνονταν κατά μήκος του ρέματος. Του φαινόταν πως σχεδόν κάθε δεύτερο σπίτι έκρυβε μια γυναίκα που πάλευε μόνη με τη ζωή. Άλλες είχαν χάσει τον άντρα τους και είχαν ντυθεί πρόωρα στα μαύρα· άλλες ήταν οι λεγόμενες «ζωντοχήρες», γυναίκες που ζούσαν ουσιαστικά μόνες, επειδή οι άντρες τους είχαν φύγει, τις είχαν εγκαταλείψει ή έλειπαν για χρόνια στα ξένα ή στη θάλασσα. Δεν ήταν μόνο προσωπικές ιστορίες· ήταν η εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Οι πόλεμοι, η φτώχεια, η μετανάστευση και η σκληρή εργασία είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στην κοινωνία. Πολλοί άνδρες χάνονταν νωρίς, ενώ άλλοι αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αφήνοντας πίσω γυναίκες που σήκωναν μόνες το βάρος του σπιτιού και της ανατροφής των παιδιών.
Έτσι, στις φτωχικές συνοικίες της Λαμίας, οι γυναικείες μορφές κυριαρχούσαν στη γειτονιά. Ήταν οι γυναίκες που άναβαν τις σόμπες, κουβαλούσαν νερό, έπλεναν στη σκάφη, μεγάλωναν παιδιά, παρηγορούσαν αρρώστους και κρατούσαν όρθιο το σπιτικό με πείσμα και αξιοπρέπεια. Για τον μικρό Αλκιβιάδη αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απλώς γειτόνισσες· ήταν οι αθόρυβες ηρωίδες της καθημερινότητας, οι πραγματικοί στύλοι πάνω στους οποίους στηριζόταν η ζωή της γειτονιάς.
Στην πραγματικότητα, οι ζωντοχήρες της εποχής ζούσαν μέσα σε μια γκρίζα κοινωνική ζώνη. Στην κλειστή και βαθιά πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς, η απουσία του άνδρα –του «νοικοκύρη», όπως συνήθιζαν να λένε– έκανε τη θέση τους εύθραυστη. Κάθε τους κίνηση μπορούσε να γίνει αντικείμενο σχολιασμού, κάθε συναναστροφή να παρεξηγηθεί και κάθε χαμόγελο να αποκτήσει νόημα που ίσως ποτέ δεν είχε. Ζούσαν ισορροπώντας ανάμεσα στην ανάγκη να διαφυλάξουν την υπόληψή τους και στην ανάγκη να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Έπρεπε να δείχνουν δυνατές, αξιοπρεπείς και συνετές, γνωρίζοντας πως η κοινωνία ήταν πολύ αυστηρότερη απέναντι στις ίδιες απ' ό,τι στους άνδρες. Κι όμως, πίσω από αυτή τη διαρκή δοκιμασία, κρύβονταν γυναίκες με αξιοθαύμαστη αντοχή. Χωρίς να το επιδιώκουν, έγιναν σύμβολα καρτερίας και δύναμης. Κουβάλησαν μόνες τους το βάρος της οικογένειας, της εργασίας και της καθημερινότητας, αφήνοντας ένα αποτύπωμα πολύ μεγαλύτερο απ' όσο τους αναγνώριζε η κοινωνία της εποχής.
Στη δεύτερη και μεγαλύτερη κατοικία του πλατώματος έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας. Ήταν μια ευρύχωρη, νεόδμητη οικοδομή, κατασκευασμένη από τσιμέντο και τούβλα, με τον καινούργιο τρόπο δόμησης που είχε αρχίσει πλέον να επικρατεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τα παλιά υλικά έδιναν σταδιακά τη θέση τους στις νέες κατασκευές, καθώς οι άνθρωποι αναζητούσαν πιο άνετα και πιο λειτουργικά σπίτια. Η οικογένεια είχε τρεις κόρες, ηλικίας από τεσσάρων έως δώδεκα ετών την εποχή που μετακόμισε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα γειτονιά. Οι παιδικές φωνές τους έδιναν ζωή στο σπίτι και αποτελούσαν ένα ακόμη κομμάτι της καθημερινής κίνησης του μικρού αυτού κόσμου γύρω από το ρέμα.
Στην τρίτη κατοικία, μια πέτρινη μονοκατοικία, μικρότερη και λιγότερο ευρύχωρη, κατοικούσε η μικρότερη κόρη της χήρας μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Το παλιότερο όμως σπίτι ήταν εκείνο όπου έμενε η ίδια η χήρα μητέρα τους μαζί με τους δύο μικρότερους γιους της. Ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία, στηριγμένη πάνω σε πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη αντοχή. Ένα σπίτι άλλης εποχής, από εκείνα που συναντούσε κανείς κυρίως σε ορεινές περιοχές και παραδοσιακούς οικισμούς.
Οι τρεις κατοικίες, η μία δίπλα στην άλλη, έμοιαζαν σαν μια μικρή οικογενειακή πολιτεία. Μέσα τους αποτυπωνόταν η πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας: από το παλιό ξύλινο σπίτι των γονιών, στο πέτρινο σπίτι της επόμενης γενιάς και τέλος στη νέα τσιμεντένια κατοικία των παιδιών που προσπαθούσαν να χτίσουν ένα διαφορετικό μέλλον.
Ο μεγαλύτερος γιος της χήρας ήταν ένας άνθρωπος με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές δυνατότητες, αλλά με καλή σωματική υγεία και αξιοσημείωτη δύναμη. Παρά τις δυσκολίες του, είχε καταφέρει να ενταχθεί στην καθημερινότητα της γειτονιάς. Ήταν συνεργάσιμος, με μια αθώα και καλοπροαίρετη διάθεση, και εξέφραζε χωρίς δυσκολία τα συναισθήματά του. Εργαζόταν συνήθως ως βοηθός σε οικοδομικές εργασίες, όπου η σωματική του δύναμη ήταν πολύτιμη. Οι άνθρωποι της γειτονιάς τον γνώριζαν καλά και, παρά τις αδυναμίες του, τον αποδέχονταν ως ένα οικείο πρόσωπο της καθημερινότητάς τους. Το γεγονός ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα, στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογένειας του Αλκιβιάδη αποτελούσε ένα από τα συχνά θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Όχι απαραίτητα από κακία, αλλά επειδή στις μικρές κοινωνίες οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονταν εύκολα μέρος των καθημερινών συζητήσεων. Ο μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος, μελαχρινός νέος, από εκείνους που τραβούσαν εύκολα την προσοχή. Όταν απολύθηκε από τον στρατό, επέστρεψε στο πατρικό σπίτι έχοντας μαζί του και μια γυναίκα από την Αθήνα, τη μέλλουσα σύζυγό του. Η συμβίωση όμως δεν κράτησε πολύ. Το μικρό ξύλινο σπίτι, που ήδη φιλοξενούσε τη μητέρα και τους δύο γιους της, αποδείχθηκε ανεπαρκής χώρος για τέσσερις ανθρώπους με διαφορετικές ανάγκες και χαρακτήρες. Όπως συχνά συμβαίνει στις κλειστές κοινωνίες, σύντομα άρχισαν οι ψίθυροι και οι υποθέσεις. Κάποιοι απέδιδαν την αποτυχία της σχέσης σε ασυμφωνίες χαρακτήρων, άλλοι μιλούσαν για δύσκολες οικογενειακές ισορροπίες και για μια πιθανή αντιπαλότητα ανάμεσα στη μητέρα και τη νέα γυναίκα που μπήκε στο σπίτι. Η αλήθεια, όμως, όπως συμβαίνει συνήθως, παρέμεινε κρυμμένη πίσω από τις πόρτες εκείνου του παλιού ξύλινου σπιτιού.
Κατά μήκος των τσιμεντένιων σκαλοπατιών που ξεκινούσαν από τον μικρό πεζόδρομο, παράλληλα με την όχθη του ρέματος, και ανηφόριζαν μέχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις ή τέσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά. Δεξιά και αριστερά, τα σπίτια ήταν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους και δημιουργώντας τη χαρακτηριστική εικόνα της παλιάς γειτονιάς.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε μια μεγάλη, υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά των σκαλοπατιών, ακριβώς απέναντι από το σπίτι που είχε νοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ήταν χτισμένη σε προνομιακή θέση, με θέα προς το ρέμα, εκεί όπου η κοίτη του έκανε μια μεγάλη καμπή και ο χρόνος, το νερό και η φύση είχαν δημιουργήσει ένα μικρό υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα και πλούσια βλάστηση. Μπροστά από το σπίτι απλωνόταν ένα μεγάλο επικλινές οικόπεδο, που έφτανε από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μέχρι τις αποθήκες οι οποίες βρίσκονταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας. Ήταν ένας χώρος που έδινε την αίσθηση κτήματος μέσα στη γειτονιά, ένα σημείο που δέσποζε πάνω από τα υπόλοιπα σπίτια. Η κατοικία και το οικόπεδο ανήκαν σε έναν έμπορο της πόλης, ο οποίος διατηρούσε το κατάστημά του στο κέντρο. Ήταν περίπου πενήντα ετών, ένας άνθρωπος της αγοράς, συνηθισμένος στον καθημερινό αγώνα της δουλειάς. Η σύζυγός του, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ήταν σεμνή και χαμηλών τόνων, χωρίς να επιζητά την προσοχή. Το ζευγάρι είχε δύο κόρες που φοιτούσαν στο εξατάξιο γυμνάσιο της εποχής. Η μεγαλύτερη μάλιστα ολοκλήρωνε εκείνη τη χρονιά τις σπουδές της. Ήταν δύο όμορφα, χαμογελαστά, μελαχρινά κορίτσια, που έδιναν ζωή στο μεγάλο πέτρινο σπίτι και αποτελούσαν μέρος της καθημερινής εικόνας της γειτονιάς.
Η Ιοκάστη είχε αναπτύξει μια ζεστή και ειλικρινή φιλία και με τις δύο κόρες της χήρας. Η μεγαλύτερη, η Πανδώρα, ήταν περίπου συνομήλικη της, ενώ η μικρότερη, η Περσεφόνη, δύο με τρία χρόνια νεότερη. Η Πανδώρα δεν ήταν ούτε Αρσακειάς ούτε Ουρσουλίνα. Δεν ανήκε σε εκείνο το πρότυπο της μορφωμένης και αυστηρά πειθαρχημένης γυναίκας που πρόβαλλε η εποχή. Ήταν μια χαριτωμένη, μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή αλλά με αρμονικές αναλογίες, με ένα συμπαθητικό πρόσωπο χλωμό και λευκό, και δυο βιολετί μάτια που ασκούσαν μια αδιόρατη γοητεία. Το ζωηρό, πεταχτό περπάτημα της ταίριαζε με τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της. Ήταν αθεράπευτα ρομαντική, σταθερή στις απόψεις της και πολλές φορές αφελής με τον γλυκό τρόπο των ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο περισσότερο με την καρδιά παρά με τη λογική. Αν της έδινες αφορμή να μιλήσει, μπορούσε να ξεχάσει τον χρόνο και να συνεχίσει ακούραστα, ξεδιπλώνοντας σκέψεις, ιστορίες και όνειρα.
Αν όμως βρισκόταν απέναντι σε ανθρώπους που δεν συμπαθούσε –και στη μικρή κοινωνία της συνοικίας υπήρχαν αρκετοί που δεν ανήκαν στον δικό της κύκλο– γινόταν ξαφνικά σιωπηλή. Έκλεινε τον εαυτό της και δύσκολα άνοιγε συζήτηση. Η Πανδώρα είχε παντρευτεί έναν άνδρα αρκετά διαφορετικό από εκείνη. Ήταν ένας κοντός και λεπτός τριανταπεντάρης, με τα μαλλιά του συνήθως ατημέλητα και συχνά με αρκετές ημέρες αξύριστος. Εργαζόταν ως εργάτης στις οικοδομές, όπως πολλοί άνδρες της εποχής που πάλευαν καθημερινά με τη σκληρή χειρωνακτική εργασία για το μεροκάματο.
Η Περσεφόνη ήταν διαφορετικός χαρακτήρας από τη μεγαλύτερη αδελφή της. Μετρίου αναστήματος, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, είχε μια ήρεμη και ντελικάτη παρουσία. Ήταν συμπαθητική γυναίκα, χωρίς έντονα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά με μια φυσική ευγένεια που κέρδιζε εύκολα τη συμπάθεια των ανθρώπων. Τα καστανά μαλλιά της σχημάτιζαν μικρές απαλές μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της, ενώ τα ανοιχτοκάστανα, υγρά μάτια της εξέπεμπαν μια γλυκύτητα και μια πραότητα που πρόδιδαν άνθρωπο με καλούς τρόπους, υπομονή και εσωτερική ισορροπία. Η Περσεφόνη είχε παντρευτεί έναν ψηλό, καστανό άνδρα με όμορφη κατατομή και ψηλό μέτωπο. Ήταν ένας άνθρωπος που ακολουθούσε αρκετά τα πρότυπα εμφάνισης της εποχής, με το ντύσιμό του συχνά επηρεασμένο από τις πιο έντονες, ακόμη και υπερβολικές, μόδες εκείνων των χρόνων. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην κοντινή μονάδα. Αργότερα εργάστηκε ως υδραυλικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και με το εμπόριο, αναζητώντας πάντα ευκαιρίες για ένα καλύτερο εισόδημα. Ήταν άνθρωπος με έντονα ενδιαφέροντα και μεγάλο πάθος για το ποδόσφαιρο, όπως πολλοί άνδρες της εποχής, για τους οποίους η ομάδα τους αποτελούσε κομμάτι της καθημερινής τους ζωής.
Η Ιοκάστη και η Περσεφόνη, από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν, συνδέθηκαν σχεδόν αμέσως. Υπήρξε από την αρχή μια όμορφη και αυθόρμητη επικοινωνία ανάμεσά τους. Οι χαρακτήρες τους ταίριαζαν χωρίς προσπάθεια και σύντομα ένιωσαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να δημιουργηθεί εκείνη η ιδιαίτερη οικειότητα που δεν γεννιέται από τη συχνή παρουσία μόνο, αλλά από την αμοιβαία κατανόηση. Είχαν τα απαραίτητα στοιχεία μιας αληθινής φιλίας: εμπιστοσύνη, συμπάθεια, σεβασμό και τη δυνατότητα να μοιράζονται μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινής τους ζωής. Όπως λέει και η παλιά σοφή σκέψη: «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει». Και ίσως ο πιο ουσιαστικός ορισμός της φιλίας να είναι πως φίλος είναι εκείνος που γνωρίζει τις αδυναμίες σου, γνωρίζει την ιστορία σου, και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να σε αγαπά και να σε εκτιμά. Η Ιοκάστη δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ουσιαστική σχολική μόρφωση. Οι γνώσεις γραφής και ανάγνωσης που διέθετε ήταν περιορισμένες. Μπορούσε να γράψει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με προσπάθεια, όμως δεν μπορούσε να διαβάσει ή να συντάξει ένα κείμενο. Ήταν μια πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένη για πολλές γυναίκες των παλαιότερων γενεών, ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονταν από αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες ζωής, η φτώχεια και οι οικογενειακές ανάγκες συχνά στερούσαν από τα παιδιά τη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης εκπαίδευσης.
Η Ιοκάστη όμως είχε αποκτήσει μια άλλη μορφή γνώσης. Ήξερε να διαχειρίζεται ένα σπίτι, να μεγαλώνει παιδιά, να εργάζεται σκληρά, να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες. Ήταν η γνώση που δεν γράφεται σε βιβλία, αλλά χαράζεται πάνω στη ζωή.
Η Περσεφόνη, έχοντας ολοκληρώσει τη βασική της εκπαίδευση, είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες της εποχής: μπορούσε να διαβάζει και να γράφει με άνεση, κάτι που της επέτρεπε να έχει μια διαφορετική σχέση με τον γραπτό λόγο. Όταν γνωρίστηκαν με την Ιοκάστη, της μετέδωσε σιγά σιγά ένα προσωπικό της πάθος, μια μικρή αλλά πολύτιμη χαρά μέσα στην καθημερινότητα. Ήταν το πάθος μιας απλής γυναίκας και νοικοκυράς, η οποία δεν είχε εξωτερική αμειβόμενη εργασία, αλλά αφιέρωνε τον χρόνο και την ενέργειά της στην οικογένεια και στο σπίτι.
Μέσα στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς, μέσα στις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις και στις δυσκολίες της καθημερινότητας, τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής έγιναν για εκείνη μια μικρή διέξοδος, ένας κόσμος ονείρου και φαντασίας. Ιδιαίτερα το «Ντόμινο» και το «Ρομάντζο», με τα δημοφιλή φωτορομάντζα τους, είχαν γίνει η αγαπημένη της συντροφιά. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε εβδομάδα. Ύστερα, καθόταν στο προσήλιο της αυλής της, εκεί όπου ο ήλιος μαλάκωνε τις ώρες της ημέρας, και βυθιζόταν στις ιστορίες τους. Δεν τα διάβαζε απλώς· τα ζούσε με τη φαντασία της.
Κρατούσε όλα τα τεύχη προσεκτικά φυλαγμένα σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της. Και πολλές φορές, όταν το επέτρεπε ο χρόνος ή όταν αναζητούσε ξανά εκείνη τη γνώριμη αίσθηση, έβγαζε κάποιο παλιότερο τεύχος και το ξαναδιάβαζε, σαν να επισκεπτόταν έναν αγαπημένο τόπο που γνώριζε καλά.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από τα φανταχτερά εξώφυλλα των περιοδικών και τις εικόνες που έμοιαζαν να ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν διαφορετικό κόσμο, ζήτησε από την Περσεφόνη να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους.
Και κάπως έτσι, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ξεκινούσε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Δυο άνθρωποι που η ζωή έφερνε κοντά, μέσα από συμπτώσεις, δυσκολίες και δοκιμασίες. Και ύστερα ερχόταν εκείνο το συναίσθημα που πάντα συγκινούσε τους ανθρώπους. Η αγάπη, ο έρωτας, η προσμονή, η ελπίδα.
Όταν η Περσεφόνη έφτασε στο τέλος της ιστορίας και η τελευταία φράση έγραφε το γνωστό «συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος», η Ιοκάστη ένιωσε εκείνη τη γλυκιά αγωνία της αναμονής. Είχε ήδη δεθεί με τους ήρωες, ήθελε να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας, να δει αν οι δυσκολίες θα ξεπερνιούνταν και αν στο τέλος η αγάπη θα νικούσε.
Έτσι, κάθε Σάββατο, όταν η Περσεφόνη αγόραζε το νέο τεύχος του «Ντόμινο» ή του «Ρομάντζου», οι δύο γυναίκες συνέχιζαν το μικρό τους τελετουργικό. Η Περσεφόνη διάβαζε τις νέες συνέχειες στην Ιοκάστη, και μαζί ταξίδευαν για λίγο μακριά από τις έγνοιες της καθημερινής ζωής.
Πολλές φορές, όταν η Περσεφόνη δεν μπορούσε ή όταν υπήρχε κάποια δυσκολία, τα περιοδικά περνούσαν στα χέρια του Αλκιβιάδη. Εκείνος, μικρό παιδί ακόμη, διάβαζε τις ιστορίες στη μητέρα του, χωρίς τότε να γνωρίζει ότι αυτές οι μικρές στιγμές, κάτω από το φως του σπιτιού τους, θα έμεναν χαραγμένες βαθιά στη μνήμη του.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες δοκιμασίες. Αυτό ήταν το περιεχόμενο εκείνων των ιστοριών, σε μια εποχή όπου ο ρομαντισμός είχε ακόμη τη δική του θέση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όνειρα σε συνέχειες. Όπως αργότερα έγιναν τα τηλεοπτικά σήριαλ, έτσι παλιότερα ήταν τα φωτορομάντζα των περιοδικών. Ιστορίες γεμάτες πάθη, χωρισμούς, παρεξηγήσεις, δοκιμασίες και τελικά την προσμονή της λύτρωσης. Πονεμένες ιστορίες που έκαναν τις ευαίσθητες ψυχές να συγκινούνται και πολλές φορές να δακρύζουν. Ήταν οι σαπουνόπερες μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί, αλλά πάντα με την ελπίδα ότι κάπου στο τέλος η αγάπη θα επικρατούσε και η δικαιοσύνη των συναισθημάτων θα αποκαθιστούσε την τάξη στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη, αυτές οι στιγμές λειτουργούσαν σαν ένα αντίβαρο στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητάς της. Ανάμεσα στις δουλειές του σπιτιού, στις στερήσεις και στις ατελείωτες υποχρεώσεις, τα περιοδικά αυτά της πρόσφεραν λίγη πνευματική ανάσα, μια μικρή απόδραση, έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να ονειρευτεί. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η διαχρονική δύναμη όλων των λαϊκών αναγνωσμάτων: στην ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύει κανείς σε μια ιστορία, σε ένα θαύμα, σε ένα παραμύθι που μπορεί, έστω και για λίγο, να κάνει τη ζωή πιο φωτεινή.
Γιατί η ανάγκη να ονειρευόμαστε είναι παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτή είναι που γέννησε και συνεχίζει να τρέφει κάθε μορφή αφήγησης, από τα παλιά φωτορομάντζα μέχρι τα σύγχρονα μυθιστορήματα και τις τηλεοπτικές ιστορίες.
Εκεί, στη γειτονιά τους, έρχονταν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες εκείνες που ο χειμώνας κατέβαινε βαρύς από τα βουνά και τα πουλιά, διωγμένα από το κρύο, εγκατέλειπαν τα ψηλώματα. Χιλιάδες μαζί κατηφόριζαν προς τον κάμπο, πετούσαν χαμηλά πάνω από τις στέγες και σχημάτιζαν μεγάλα σμήνη στον γκρίζο ουρανό, αναζητώντας καταφύγιο και τροφή. Ήταν οι μέρες που η ζωή περιοριζόταν μέσα στο σπίτι. Οι ώρες περνούσαν αργά, με τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι ή στη σόμπα, να σκορπάει ζεστασιά και να συγκεντρώνει γύρω της την οικογένεια.
Αυτό θυμόταν περισσότερο από όλα ο Αλκιβιάδης: τη φωτιά. Τον ήχο της, τη μυρωδιά του ξύλου που καιγόταν, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ασφάλειας που δημιουργούσε μέσα στο σπίτι, όταν έξω ο χιονιάς κάλυπτε τα πάντα. Ήταν μια εποχή όπου ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Σαν οι επιθυμίες, τα όνειρα και οι ανησυχίες να έπρεπε κι αυτά να περιμένουν μέχρι να περάσει η βαριά ανάσα του χειμώνα.
Βρίσκονταν πλέον στο νέο τους σπίτι, πιο ευρύχωρο και πιο άνετο, ένα σπίτι που μπορούσε να καλύψει καλύτερα τις ανάγκες μιας οικογένειας που μεγάλωνε. Ένας νέος χώρος ζωής, όπου οι παλιές συνήθειες, οι οικογενειακές στιγμές και οι μνήμες συνέχιζαν να χτίζουν σιγά σιγά την ιστορία τους.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μια παράδοση στη γειτονιά τους. Ο Λυκούργος, ο σύζυγος της Πανδώρας, ήταν εκείνος που το πρότεινε και το οργάνωσε. Ήθελε να φέρει πιο κοντά τις οικογένειες, να δημιουργήσει μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις μέσα στις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που οι άνθρωποι είχαν περισσότερο ανάγκη τη ζεστασιά της παρέας. Του άρεσε το κρασάκι και τα μικρά μεζεδάκια που το συνόδευαν. Ήξερε πως η χαρά δεν βρίσκεται πάντα στα μεγάλα πράγματα, αλλά στις απλές στιγμές που μοιράζεσαι με ανθρώπους αγαπημένους.
Ήταν κοντός και γεροδεμένος, σχετικά λιπόσαρκος, αλλά με νεύρο και ζωντάνια. Στη γειτονιά τον χαρακτήριζαν δικαίως μερακλή. Ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή και να βρίσκει αφορμές για χαμόγελο ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες.
Στην οικογένειά του μπορεί να έλειπαν αρκετά από τα υλικά αγαθά, όμως δεν έλειπε η διάθεση για χαρά, η συντροφικότητα και το γλέντι. Δεν αντιμετώπιζαν τη φτωχική τους ζωή με μοιρολατρία. Αντίθετα, έβρισκαν τρόπους να τη γεμίζουν με μικρές απολαύσεις, όπως μόνο οι άνθρωποι που έχουν μάθει να εκτιμούν τα απλά πράγματα μπορούν. «Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι, με φίλους, μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, και να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα», έλεγε. Και ίσως αυτό ακριβώς ήταν το βαθύτερο νόημα αυτών των συναντήσεων. Δεν ήταν μόνο το κρασί και οι μεζέδες. Ήταν η ανάγκη των ανθρώπων να μοιράζονται το βάρος της ζωής, να μιλούν για τις χαρές και τις αγωνίες τους, να αισθάνονται ότι κανείς δεν πορεύεται μόνος του.
Οι οικογενειακές αυτές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης άλλοτε γίνονταν στο σπίτι της Πανδώρας, που διέθετε ένα ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι, και άλλοτε στο δικό τους σπίτι, γύρω από τη ζεστασιά της ξυλόσομπας.
Με τον καιρό, αυτές οι συναντήσεις δημιούργησαν έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στις οικογένειες. Δεν ήταν απλώς επισκέψεις και φιλοφρονήσεις της γειτονιάς· ήταν μια μορφή συντροφικότητας, ένας τρόπος να μοιράζονται τις χαρές, τις δυσκολίες και τις μικρές καθημερινές τους ιστορίες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης. Ο σύζυγός της, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, συνήθως απουσίαζε, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί ούτε εκείνη στις συγκεντρώσεις.
Για την Ιοκάστη, όμως, αυτές οι ώρες είχαν ιδιαίτερη σημασία. Ήταν από τις λίγες στιγμές που μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Για λίγο ξεχνούσε την κούραση της καθημερινότητας, τις απογοητεύσεις, τα όνειρα που είχαν μείνει πίσω και τις δυσκολίες μιας ζωής που πολλές φορές κουβαλούσε σχεδόν μόνη της. Δεν ήταν μόνο η σωματική κούραση από τις ατελείωτες δουλειές. Ήταν και εκείνη η βαθύτερη κόπωση ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι οι ευθύνες της οικογένειας βαραίνουν κυρίως στους δικούς του ώμους.
Ο Κλέαρχος δεν ήταν κακός άνθρωπος. Τον αγαπούσε και τον σεβόταν. Όμως δεν ήταν ο δυναμικός οικογενειάρχης που θα αναλάμβανε πρωτοβουλίες, θα έβλεπε μπροστά και θα μοιραζόταν ισότιμα το βάρος της καθημερινής ζωής. Ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του, με τις αρετές και τις αδυναμίες του. Και η Ιοκάστη, μέσα από αυτές τις μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις, έβρισκε μια ανάσα· έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να αφήσει στην άκρη τις υποχρεώσεις και να θυμηθεί πως, πέρα από μητέρα και σύζυγος, ήταν και η ίδια ένας άνθρωπος με ανάγκες, συναισθήματα και όνειρα.
Η καθημερινότητα φάνταζε πολλές φορές δυσβάσταχτη. Οι απαιτήσεις ήταν αμέτρητες και οι ώρες της ημέρας δεν έφταναν ποτέ για όλα όσα έπρεπε να γίνουν. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα, υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε σταθερά όρθιο το σπίτι τους: η Ιοκάστη.
Ήταν ο στυλοβάτης της οικογένειας. Όχι με μεγάλα λόγια και εντυπωσιακές κινήσεις, αλλά με τη σιωπηλή δύναμη της καθημερινής προσφοράς. Με το ξύπνημα νωρίς το πρωί, με τη φροντίδα των παιδιών, με τις ατελείωτες δουλειές, με την αγωνία να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά της.
Η μεγαλύτερη επιθυμία της ήταν να βλέπει τα παιδιά της χαρούμενα. Να τους δώσει περισσότερα από όσα είχε η ίδια στερηθεί. Να τους ανοίξει δρόμους που εκείνη δεν μπόρεσε να ακολουθήσει.
Η Ιοκάστη ήταν μια ηρωίδα χωρίς τίτλο. Από εκείνες τις γυναίκες που δεν γράφονται στα βιβλία της ιστορίας, αλλά πάνω στις οποίες στηρίζονται ολόκληρες οικογένειες. Ο Κλέαρχος, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος με διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν ήταν κακός ούτε αδιάφορος για την οικογένειά του, αλλά συχνά άφηνε το μεγαλύτερο βάρος των ευθυνών στους ώμους της συντρόφου του. Η Ιοκάστη ήταν εκείνη που έπαιρνε τις πρωτοβουλίες, που αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και που κρατούσε την καθημερινότητα σε λειτουργία. Κι όμως, η σχέση τους είχε τη δική της ισορροπία. Η Ιοκάστη ήταν ο άνθρωπος που τον ηρεμούσε, που του πρόσφερε ασφάλεια και γαλήνη. Ο Κλέαρχος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση γνωρίζοντας πως δίπλα του είχε μια γυναίκα δυναμική, αυτάρκη και ικανή να αντιμετωπίσει όσα η ζωή τους έφερνε. Ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί πλήρως, στηριζόταν στη δύναμή της. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν κρατούν απλώς μια οικογένεια ενωμένη· γίνονται οι ίδιοι το θεμέλιο της.
Ο Λυκούργος εργαζόταν κι αυτός σκληρά. Κάθε μέρα έδινε τη δική του μάχη για το μεροκάματο. Η οικοδομή ήταν ένας κόσμος σκληρός: κασμάς, φτυάρι, τενεκές, βάρη, σκόνη και ιδρώτας. Από τα αξημέρωτα σηκωνόταν και έφευγε, με το σώμα του να κουβαλά καθημερινά την κούραση της δουλειάς.
Βογκούσε και πάλευε να τα φέρει βόλτα. Όχι για πλούτη και ανέσεις, αλλά για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Για το τραπέζι της φαμίλιας του. Για να μη λείψουν τα βασικά από το σπίτι του.
Όμως ο χρόνος και η σκληρή εργασία άφηναν το σημάδι τους. Στα τριάντα πέντε του χρόνια ένιωθε ήδη κουρασμένος. Το σώμα του πολλές φορές δεν ακολουθούσε τις επιθυμίες του. Μετά από μια ολόκληρη ημέρα βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, η ενέργεια και η διάθεσή του είχαν μειωθεί.
Η Πανδώρα, όμως, ήταν μια γυναίκα με έντονο ταμπεραμέντο. Της άρεσε η τρυφερότητα, το παιχνίδι, η ερωτική επικοινωνία μέσα στον γάμο τους. Είχε ανάγκη να νιώθει επιθυμητή και αγαπημένη. Και σταδιακά άρχισε να αισθάνεται πως κάτι είχε αλλάξει.
Δεν ήταν ότι ο Λυκούργος δεν την αγαπούσε. Την αγαπούσε με τον τρόπο που ήξερε. Όμως η κούραση, οι έγνοιες και η καθημερινή πάλη για επιβίωση είχαν αρχίσει να δημιουργούν μια απόσταση ανάμεσά τους. Η Πανδώρα ένιωθε πως δεν την πρόσεχε όπως παλιά. Ότι δεν της έδινε την προσοχή και τη φροντίδα που είχε ανάγκη. Τα παράπονά της πλήθαιναν.
«Δεν με προσέχεις πια», του έλεγε. «Δεν ενδιαφέρεσαι για μένα όπως παλιά».
Και πολλές φορές, όταν οι σκέψεις και τα παράπονά της γίνονταν βαριά, τα μοιραζόταν με την Ιοκάστη. Ίσως γιατί την εμπιστευόταν, ίσως γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που μπορούσε να καταλάβει τις δυσκολίες της συζυγικής ζωής. Η Πανδώρα, σε αντίθεση με πολλές άλλες γυναίκες της γειτονιάς, είχε περισσότερο χρόνο να φροντίσει τον εαυτό της. Ήταν νοικοκυρά και, παρότι η καθημερινότητά της είχε κι αυτή τις δυσκολίες της, δεν είχε το ίδιο αδιάκοπο βάρος εργασίας που κουβαλούσαν άλλες γυναίκες, όπως η Ιοκάστη.
Ήταν δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη. Μέσα στη συνήθεια της οικογενειακής ζωής, των υποχρεώσεων και της καθημερινής επανάληψης, είχε κάπως ξεχάσει εκείνη τη νεαρή γυναίκα που υπήρξε κάποτε. Εκείνη που χαιρόταν με την προσοχή, που ήθελε να νιώθει όμορφη, επιθυμητή και ξεχωριστή.
Τελευταία άρχισε να επιστρέφει σε σκέψεις που για χρόνια είχε αφήσει στην άκρη. Στα τριάντα πέντε της ένιωθε πως βρισκόταν ακόμη σε μια ηλικία όπου μπορούσε να αναζητήσει ξανά πλευρές του εαυτού της που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες. Δεν αναζητούσε απαραίτητα μια μεγάλη ανατροπή ούτε μια άλλη ζωή. Ίσως περισσότερο αναζητούσε εκείνη τη μικρή επιβεβαίωση που κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται ζωντανός. Ήθελε κάποιος να την προσέξει, να της δείξει ενδιαφέρον, να την κάνει να αισθανθεί πως εξακολουθεί να έχει γοητεία και παρουσία. Όχι απαραίτητα γιατί ζητούσε έναν μεγάλο έρωτα, αλλά γιατί μέσα της υπήρχε η ανάγκη να θυμηθεί πως, πέρα από σύζυγος και νοικοκυρά, ήταν ακόμη μια γυναίκα με επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα.
Η Πηνελόπη ζούσε στον δικό της κόσμο, έναν κόσμο φτιαγμένο από τις ιστορίες των φωτορομάντζων. Εκεί έβρισκε τη δική της παρηγοριά, τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια. Οι ιστορίες αυτές δεν ήταν απλώς ένα ανάγνωσμα για εκείνη· ήταν ένα μικρό παράθυρο σε μια ζωή διαφορετική, γεμάτη συναίσθημα, περιπέτεια και ρομαντισμό. Στην πραγματική ζωή παρέμενε πάντοτε μια γυναίκα μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Δεν προκαλούσε εντάσεις και απέφευγε τις συγκρούσεις.
Ο σύζυγός της, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος εξωστρεφής, «έξω καρδιά», με την αυθόρμητη και κάποιες φορές υπερβολική συμπεριφορά που χαρακτήριζε αρκετούς άνδρες της εποχής. Η μεγάλη του αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό συχνά απουσίαζε από τις οικογενειακές συναθροίσεις. Όταν όμως τύχαινε να παρευρίσκεται και το κρασί έρρεε άφθονο, η διάθεσή του γινόταν πιο εκδηλωτική. Υπήρχαν στιγμές που το βλέμμα του σταματούσε στην Ιοκάστη. Ο θαυμασμός του για την παρουσία της ήταν φανερός και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ίσως ο ίδιος, η συμπάθεια άρχισε να μετατρέπεται σε έλξη. Η Ιοκάστη ξεχώριζε. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της· ήταν η ζωντάνια της, η δύναμη του χαρακτήρα της, η ενέργεια που εξέπεμπε. Τα μελιά προς καστανά μάτια της, το γεροδεμένο και αρμονικό κορμί της, ο δυναμισμός και η χαρά που έβγαζε για τη ζωή την έκαναν να τραβά τα βλέμματα. Εκείνο το βράδυ, με το κρεμεζί φόρεμά της, τα καστανά μαλλιά της ελεύθερα και ατίθασα, είχε μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η Ιοκάστη, όμως, ήξερε να διαχειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. Τον απέκρουε ευγενικά, χωρίς προσβολές και χωρίς ψυχρότητα. Με καλοσύνη, αλλά και με σαφή όρια. Και προς τιμή του, εκείνος σεβάστηκε τη στάση της. Δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια ούτε την παρενόχλησε. Η κοινωνία όμως γύρω τους ήταν διαφορετική. Τα βλέμματα, τα υπονοούμενα και τα σχόλια συχνά αποκάλυπταν μια άλλη πλευρά της εποχής. Η Πανδώρα, παρότι μπροστά στην Ιοκάστη έδειχνε φιλική και εγκάρδια, κάποιες φορές άφηνε πίσω της λόγια γεμάτα υπαινιγμούς. Σχόλια που γεννιούνταν από σύγκριση, ίσως από ζήλια, ίσως από τις δικές της ανικανοποίητες επιθυμίες.
Τα υπονοούμενα για την εμφάνιση της Ιοκάστης, για το σώμα της, για την παρουσία της, ήταν ένα δείγμα του καθημερινού σεξισμού που αντιμετώπιζαν πολλές γυναίκες εκείνης της εποχής. Ιδιαίτερα οι γυναίκες που εργάζονταν και κινούνταν σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούσαν ανδρικές αντιλήψεις.
Στο πρόσωπο της Ιοκάστης φαίνεται καθαρά αυτή η αντίφαση: μια γυναίκα που θαυμάζεται για τη δύναμη και την ομορφιά της, αλλά ταυτόχρονα γίνεται αντικείμενο σχολιασμού και κρίσης από την ίδια την κοινωνία που την περιβάλλει.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της  Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις  άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να  μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
Η Πανδώρα είχε αφεθεί σ’ έναν δικό της φαντασιακό κόσμο, έναν κόσμο επιθυμιών και ονείρων που ζούσε βαθιά μέσα της. Δεν ήταν απλώς κάποιες περαστικές σκέψεις ή μια στιγμιαία περιέργεια. Ήταν ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, που είχε δημιουργήσει μέσα στα χρόνια και που πολλές φορές ερχόταν να καλύψει όσα η καθημερινότητα δεν της είχε προσφέρει. Μέσα στη φαντασία της υπήρχαν πρόσωπα, ιστορίες, συναισθήματα και εικόνες μιας ζωής διαφορετικής. Ένας κόσμος όπου η γυναίκα μπορούσε να αισθάνεται επιθυμητή, ξεχωριστή, ζωντανή. Ένας κόσμος που δεν υπάκουε πάντα στους περιορισμούς της πραγματικής ζωής. Κι όμως, η σχέση της με την Ιοκάστη ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο. Την θαύμαζε. Θαύμαζε τη δύναμή της, την αυτοπεποίθησή της, τη λεβέντικη κορμοστασιά της, τον τρόπο που στεκόταν απέναντι στη ζωή. Η Ιοκάστη είχε κάτι που η Πανδώρα ένιωθε πως της έλειπε: μια εσωτερική σιγουριά, μια φυσική παρουσία που δεν ζητούσε επιβεβαίωση από κανέναν.
Ήθελε να της μοιάσει. Ίσως, κάπου βαθιά μέσα της, να ήθελε να γίνει σαν εκείνη. Όμως ο θαυμασμός πολλές φορές μπλέκεται με τη σύγκριση. Και η σύγκριση γεννά αντιφατικά συναισθήματα. Εκεί που η Πανδώρα ένιωθε θαυμασμό για την Ιοκάστη, ταυτόχρονα ένιωθε και μια μικρή ζήλια για όλα εκείνα που έβλεπε πάνω της και θα ήθελε να έχει η ίδια.
«Ίσως αυτό να ήταν που δυσκολευόταν τότε να καταλάβει», σκεφτόταν ο Αλκιβιάδης πολλά χρόνια αργότερα. «Η Πανδώρα δεν ζητούσε πραγματικά να γίνει κάποια άλλη. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις, στη συνήθεια και στον χρόνο».
Και ίσως γι’ αυτό η Ιοκάστη την γοήτευε τόσο. Γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που, παρά τις δυσκολίες της ζωής, δεν είχε χάσει ποτέ την αίσθηση της παρουσίας της.
Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
Τελειώνοντας λοιπόν το δημοτικό σχολείο, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας.
Έτσι, σχεδόν μόνος από τους παλιούς συμμαθητές του, ο Αλκιβιάδης πέρασε σε ένα νέο κεφάλαιο της ζωής του. Άφηνε πίσω του τη γνώριμη γειτονιά, τις αλάνες, τα παιχνίδια και τις παιδικές του αναμνήσεις και έμπαινε στην εφηβεία, σε έναν κόσμο με νέες απαιτήσεις, νέες γνωριμίες και νέες αναζητήσεις.
Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο, το καλοκαίρι του 1965, ο δεκαπεντάχρονος Αλκιβιάδης βρέθηκε μπροστά στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία της εφηβείας του. Ο πατέρας του, ο Κλέαρχος, τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για να εργαστεί.
Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα αποτελούσαν ένα από τα δημοφιλέστερα τουριστικά θέρετρα της χώρας και προσέφεραν πολλές ευκαιρίες εποχικής εργασίας. Εκεί ο Αλκιβιάδης έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο του τουρισμού. Ξεκίνησε πλένοντας ποτήρια στο μπαρ ενός γνωστού ξενοδοχείου, όμως πολύ σύντομα, με εργατικότητα και υπευθυνότητα, έγινε βοηθός σερβιτόρου, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου. Στα Καμένα Βούρλα πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες.
Όταν τελείωνε η εργασία της ημέρας και η κίνηση του ξενοδοχείου σταματούσε, ο δεκαπεντάχρονος έφηβος δεν αναζητούσε πάντα την παρέα των άλλων. Έπαιρνε το ποδήλατό του, δύο κουβέρτες και κατευθυνόταν προς το πευκόδασος πάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου, όπου περνούσε πολλές νύχτες κοιμώμενος κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Του άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Ήταν μια καθαρά εφηβική εμπειρία, μια πρώτη γνωριμία με την ανεξαρτησία και τη σιωπή. Εκεί, μέσα στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού και τις γνώριμες φωνές της γειτονιάς, ένιωθε πως στηριζόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Και μέσα σε αυτή τη μοναχική δοκιμασία ανακάλυπτε μια δύναμη που μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι έκρυβε μέσα του.
Με τα σκούρα μελένια μάτια του κοιτούσε ανάμεσα από τα δέντρα τον απέραντο ουρανό, τη θάλασσα και τη σιωπή του κόσμου. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννιόταν μέσα του εκείνη η βαθιά ανάγκη για περιπλάνηση, για αναζήτηση και για ταξίδι.
Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς είχε ήδη εφαρμοστεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εκπαίδευση χωριζόταν πλέον σε δύο τριετείς κύκλους, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, ενώ καθιερώθηκε το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα καταργήθηκαν οι εισαγωγικές εξετάσεις στα ΑΕΙ, καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και τέθηκαν ως βασικοί στόχοι η διεύρυνση της πρόσβασης όλων των κοινωνικών τάξεων στην εκπαίδευση, η δωρεάν παιδεία και η ανάπτυξη ενός παράλληλου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για τον Αλκιβιάδη, όμως, αυτές οι μεγάλες αλλαγές της εποχής δεν ήταν απλώς πολιτικές και εκπαιδευτικές αποφάσεις. Ήταν μια πραγματικότητα που επηρέαζε άμεσα τη δική του ζωή. Από το Γυμνάσιο που είχε τελειώσει, για να συνεχίσει στο Λύκειο απαιτούνταν πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Και τότε η τύχη, ή ίσως εκείνο το παράξενο παιχνίδι των συμπτώσεων που πολλές φορές καθορίζει την πορεία μιας ζωής, παρενέβη.
Την ημέρα των εξετάσεων ένα απρόσμενο περιστατικό τον έκανε να χάσει το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα Βούρλα προς τη Λαμία. Δεν κατάφερε να φτάσει έγκαιρα και δεν έλαβε μέρος στις εξετάσεις. Ήταν ένα γεγονός μικρό στην επιφάνεια, αλλά μεγάλο μέσα του. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει η σκέψη πως το Λύκειο αποτελούσε έναν δρόμο που οδηγούσε κυρίως προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και αργότερα σε θέσεις ευθύνης μέσα στην κοινωνία. Ένας δρόμος που απαιτούσε χρόνο, στήριξη και οικονομικές δυνατότητες. Και ο Αλκιβιάδης γνώριζε καλά την πραγματικότητα της οικογένειάς του. Δεν υπήρχε το οικονομικό υπόβαθρο που θα του επέτρεπε εύκολα να ακολουθήσει έναν τόσο μακρύ κύκλο σπουδών. Η ζωή του είχε ήδη αρχίσει να του δείχνει πως τα όνειρα δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν· χρειάζονται και τις κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσουν να ανθίσουν. Έτσι, ένα χαμένο λεωφορείο και μια χαμένη εξέταση έγιναν ένας ακόμη σταθμός στη διαδρομή του. Μια διαδρομή που σιγά σιγά τον απομάκρυνε από τον κόσμο των βιβλίων και τον έφερνε πιο κοντά στον κόσμο της εργασίας, της θάλασσας και της προσωπικής αναζήτησης.
Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Το ναυτικό φυλλάδιο, λόγω της ηλικίας του, απαιτούσε γονική συναίνεση. Από τον Κλέαρχο θα ήταν πολύ εύκολο να την εξασφαλίσει, όμως εκείνος επιθυμούσε η συγκατάθεση να έρθει από την Ιοκάστη. Ήθελε τη δική της αποδοχή, σαν να είχε μεγαλύτερη σημασία η δική της γνώμη.
Στην αρχή η Ιοκάστη ήταν ανένδοτη. Δεν μπορούσε εύκολα να δεχτεί ότι το παιδί της ήθελε να φύγει στη θάλασσα, σε έναν άγνωστο και δύσκολο κόσμο. Μαλάκωσε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία δεν θα έφευγε. Βαθιά μέσα της πίστευε πως ίσως ήταν ένας νεανικός ενθουσιασμός που σύντομα θα περνούσε, κι έτσι τελικά έδωσε τη συγκατάθεσή της. Το πρόβλημα όμως της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερήσια σχολή και τα δίδακτρα ήταν δυσβάσταχτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Έτσι, ως εναλλακτική λύση, αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και παράλληλα να εργαστεί. Βρήκε δουλειά σε ένα κατάστημα χονδρεμπορικής δημητριακών προϊόντων στην περιοχή της λαχαναγοράς. Ταυτόχρονα έκανε και μερικές επιπλέον εργασίες, βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών, για να εξασφαλίζει κάποιο πρόσθετο χαρτζιλίκι. Ήταν όμως και η εποχή που απέκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος. Την ίδια περίοδο, η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτηκε τις συχνές απουσίες του. Βλέπετε, ο νεαρός Αλκιβιάδης είχε ανακαλύψει τότε ένα άλλο πάθος. Το γαλλικό μπιλιάρδο του φαινόταν πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαθήματα. Και, όπως θα παραδεχόταν πολλά χρόνια αργότερα, εκείνο το παλικάρι της εποχής δεν είχε ακόμη μάθει πως τα όνειρα χρειάζονται, εκτός από φαντασία, και πειθαρχία για να πραγματοποιηθούν. 
Ο Αλκιβιάδης, από τότε που η οικογένειά του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, συναντούσε τη Μυρσίνη αραιά και πού. Όταν τύχαινε να βρεθούν, αντάλλασσαν νέα, έκαναν παρέα και συνέχιζαν μια σχέση που περιείχε «όλα μαζί»: φιλία, κοινωνική οικειότητα και μια λανθάνουσα ερωτική έλξη που ποτέ δεν είχε ξεκαθαριστεί απόλυτα. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος που οι συναντήσεις τους έγιναν πιο συχνές. Τότε ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο φλερτ. Όπως έλεγε ο σοφός παππούς του: «Όπου υπάρχει φλερτ, δεν υπάρχει αθωότητα».
Στα χρόνια της εφηβείας τους έγιναν αρκετές προσπάθειες να οδηγηθούν σε μια ολοκληρωμένη ερωτική συνεύρεση. Κάθε φορά, όμως, κάτι απρόβλεπτο συνέβαινε και, σαν από μηχανής Θεός, η Ιοκάστη εμφανιζόταν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η παρουσία της λειτουργούσε καταλυτικά. Οι προσπάθειές τους διακόπτονταν, οι στιγμές έμεναν ανολοκλήρωτες και η υπόσχεση μιας επόμενης ευκαιρίας μεταφερόταν συνεχώς στο μέλλον, ένα μέλλον που τελικά δεν ήρθε ποτέ.
Ήταν μια κατάσταση παράξενη και δύσκολη να εξηγηθεί. Σαν η Ιοκάστη να διέθετε κάποια ανεξήγητη διαίσθηση, σαν να μπορούσε να αντιλαμβάνεται πράγματα πριν ακόμη συμβούν. Σαν κάποια αόρατη δύναμη να τη χρησιμοποιούσε ως προειδοποιητικό σημάδι, ως ένα «καμπανάκι» κινδύνου που έμπαινε ανάμεσά τους και ανέκοπτε την πορεία τους. Ίσως, μέσα στη φαντασία του Αλκιβιάδη σήμερα, να έμοιαζε σαν οι ίδιες οι δυνάμεις της ζωής να του ψιθύριζαν:
«Πρόσεχε. Μην μπλέξεις. Δεν ταιριάζουν οι δρόμοι τους. Δεν υπάρχει μέλλον εδώ. Άφησέ το να περάσει». Και πράγματι, πέρασε.
Με τον χρόνο οι συναισθηματικοί δεσμοί χαλάρωσαν, οι αναμνήσεις ξεθώριασαν και η σχέση τους πήρε τη θέση της στο αρχείο του παρελθόντος, εκεί όπου φυλάσσονται οι άνθρωποι και οι στιγμές που κάποτε έμοιαζαν σημαντικοί, αλλά τελικά ανήκαν μόνο σε μια άλλη εποχή της ζωής.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!.....

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Prothalamos Tis Efivias

.......Όταν ξεκίνησε η νέα σχολική χρονιά, ο χρόνος στη γειτονιά και στο σπιτικό τους κυλούσε αθόρυβα, χωρίς μεγάλες ανατροπές και θεαματικά γεγονότα. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη με τον ίδιο γνώριμο ρυθμό, κουβαλώντας μικρές χαρές, μικρές λύπες και τις συνήθεις έγνοιες που συντροφεύουν τη ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Κι όμως, ο Αλκιβιάδης, χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινε πως η ιστορία μιας γειτονιάς δεν γράφεται από τα σπουδαία περιστατικά, αλλά από εκείνες τις ασήμαντες, σχεδόν ανεπαίσθητες αλλαγές που περνούν απαρατήρητες την ώρα που συμβαίνουν. Είναι αυτές που σμιλεύουν τους ανθρώπους, τις σχέσεις τους και, τελικά, τη μνήμη ενός τόπου. Η νεαρή σπουδάστρια δεν επέστρεψε τη νέα σχολική περίοδο. Η μικρή κάμαρα που νοίκιαζε έμεινε άδεια, ενώ η επαφή με την οικογένεια της χάθηκε οριστικά. Ο Αλκιβιάδης δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε, ούτε αν κάποιος από τους δικούς του κράτησε κάποια επικοινωνία μαζί της. Έμεινε μόνο μια αχνή ανάμνηση, σαν πρόσωπο που πέρασε για λίγο από τη ζωή τους και χάθηκε μέσα στον χρόνο. Η Ιόλη δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνη στο σχολείο. Η Μερόπη, που διατηρούσε ακόμη επαφή μαζί της, τους πληροφόρησε πως η οικογένειά της, αμέσως μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, είχε μετακομίσει σ' ένα κεφαλοχώρι στον κάμπο του Σπερχειού. Αργότερα ο Αλκιβιάδης πληροφορήθηκε πως, μόλις τελείωσε το δημοτικό, η Ιόλη παντρεύτηκε. Ήταν ακόμη παιδί. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει την εφηβεία ως περίοδο ελευθερίας, ονείρων και αναζητήσεων· η ζωή την κάλεσε πρόωρα να φορέσει τα βάρη της ενηλικίωσης.
Η Μερόπη, πάλι, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Αφού τελείωσε το δημοτικό, άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες. Ψήλωσε, σοβάρεψε και έχασε εκείνη τη σκερτσόζικη παιδική ανεμελιά που τη χαρακτήριζε. Στο βλέμμα της είχε εγκατασταθεί μια πρόωρη ωριμότητα. Έπιασε δουλειά σε μια βιοτεχνία ενδυμάτων, αφήνοντας κι εκείνη πίσω της, σχεδόν απότομα, τα ανέμελα χρόνια της παιδικής ηλικίας.
Το νέο τους σπίτι ήταν μια μικρή, αυτόνομη μονοκατοικία με μεγάλη αυλή. Ο Κλέαρχος, νοσταλγώντας τις συνήθειες του χωριού τους, δεν άργησε να μεταμορφώσει ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι της σε καταπράσινο λαχανόκηπο. Ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, φασολιές και κάθε λογής εποχικά λαχανικά φύτρωναν χρόνο με τον χρόνο, λες και ένα μικρό κομμάτι της λακωνικής γης είχε μεταφερθεί στη νέα τους γειτονιά.
Με τη μετακόμιση, ο Αλκιβιάδης δεν έχασε την επαφή του ούτε με τη Μερόπη ούτε με τη Μυρσίνη. Οι δρόμοι τους όμως δεν διασταυρώνονταν πια τόσο συχνά. Οι επισκέψεις αραίωσαν, τα παιχνίδια έγιναν λιγότερα και οι συναντήσεις περιορίστηκαν στις Κυριακές ή στις μεγάλες γιορτές. Χωρίς να το καταλάβουν, η παιδική τους συντροφιά άρχισε σιγά σιγά να σκορπίζει. Ο Κλέαρχος περίμενε, για μία ακόμη χρονιά, να ξεκινήσει η εποχική λειτουργία του εργοστασίου με τους ρυζόμυλους του Μουζέλη, όπου εργαζόταν κάθε σαιζόν. Η Ιοκάστη είχε προσληφθεί κι εκείνη στο ελαιουργικό εργοστάσιο του ίδιου συγκροτήματος, στο τμήμα όπου επεξεργάζονταν τον βαμβακόσπορο για την παραγωγή βαμβακέλαιου.
Η καθημερινότητα της οικογένειας απέκτησε ξανά τον γνώριμο ρυθμό της. Οι γονείς εργάζονταν ασταμάτητα για να μη λείψει τίποτε από το σπίτι, ενώ τα παιδιά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, άφηναν πίσω τους την ανέμελη παιδική ηλικία και έκαναν τα πρώτα, διστακτικά βήματα προς την εφηβεία. Η Ιοκάστη, μόλις τελείωνε τη βάρδια της στο εργοστάσιο, γύριζε βιαστικά στο σπίτι. Δεν υπήρχε χρόνος για ξεκούραση. Την περίμενε η σκάφη στην αυλή, γεμάτη ρούχα. Ήταν τρία παιδιά· τι να πρωτοπρολάβει; Έπλενε ως αργά το βράδυ, με τα χέρια της βουτηγμένα στο σαπουνόνερο, τρίβοντας ασταμάτητα, ενώ η νύχτα κατέβαινε σιγά σιγά πάνω στη γειτονιά. Τα δάχτυλά της κοκκίνιζαν από το κρύο τον χειμώνα και ζάρωναν από το νερό, όμως εκείνη συνέχιζε ακούραστα, σαν να μην είχε γνωρίσει ποτέ την έννοια της κούρασης.
Αυτή είναι η εικόνα που έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του Αλκιβιάδη. Η μάνα του σκυμμένη πάνω από τη σκάφη, να δίνει καθημερινά μια αθόρυβη μάχη, χωρίς παράπονο και χωρίς να ζητά αναγνώριση. Εκεί, μέσα στις πιο απλές κινήσεις της καθημερινότητας, έκρυβε όλη την αξιοπρέπεια και τη δύναμη μιας γυναίκας της δεκαετίας του 1960, που κρατούσε όρθιο το σπίτι της.
Μάνα, μητέρα, μαμά… Όπως κι αν την αποκαλούσαν, η λέξη ηχούσε μέσα του σαν προσευχή. Δεν ήταν μόνο εκείνη που τον έφερε στη ζωή. Ήταν το χέρι που τον σήκωνε όταν έπεφτε, η αγκαλιά που χώραγε κάθε του φόβο, η φωνή που τον γαλήνευε, το βλέμμα που τον περίμενε πάντα να γυρίσει στο σπίτι.
Μεγαλώνοντας κατάλαβε πως οι μεγάλες μορφές της ζωής δεν φορούν πάντοτε στέμματα ούτε γράφονται στα βιβλία της ιστορίας. Καμιά φορά στέκονται σκυμμένες πάνω από μια ξύλινη σκάφη, με τα μανίκια σηκωμένα, πλένοντας τα ρούχα των παιδιών τους αργά μέσα στη νύχτα.
Ήταν ήδη αργά. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το φθινοπωρινό στερέωμα έμοιαζε να στροβιλίζεται αργά γύρω από τον ακίνητο Πολικό Αστέρα. Ο μικρός Αλκιβιάδης συνήθιζε να σηκώνει το βλέμμα του ψηλά και να χάνεται μέσα στις αμέτρητες κουκκίδες του ουρανού. Χρόνια αργότερα θα μάθαινε τα ονόματά τους· τότε όμως του αρκούσε να τις θαυμάζει. Η Μεγάλη Άρκτος χαμήλωνε προς τον βορρά, ενώ ψηλότερα η Κασσιόπη άπλωνε το γνώριμο σχήμα της, σαν ένα φωτεινό γράμμα «W». Ένα κιτρινοπορτοκαλί μισοφέγγαρο κυριαρχούσε στον ουρανό, λούζοντας τη γειτονιά μ' ένα απαλό, γαλήνιο φως. Οι απέναντι λόφοι, προς το στρατόπεδο, είχαν πια χάσει τις λεπτομέρειές τους και στέκονταν σαν συμπαγείς σκοτεινές σιλουέτες. Πιο πέρα, προς την ανατολή, η πόλη λαμποκοπούσε φεγγαρόλουστη, ενώ στο πρώτο πλάνο οι ασημοπράσινες λεύκες της ρεματιάς υψώνονταν ακίνητες, σαν σιωπηλοί φρουροί της νύχτας.
Στην αυλή, η Ιοκάστη είχε ανάψει το καζάνι. Το νερό έβραζε αργά, μαζί με φύλλα λεμονιάς και πορτοκαλιάς, για να μοσχοβολούν τα ρούχα όταν θα πλένονταν με το σπιτικό σαπούνι. Η ευωδιά από τα εσπεριδοειδή ανακατευόταν με τον ατμό που ανέβαινε προς τον ουρανό, δίνοντας στη νύχτα μια μυρωδιά που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Η ξύλινη σκάφη ήταν ακουμπισμένη πάνω στον χοντρό πάγκο της αυλής, εκείνον ακριβώς που ο Κλέαρχος χρησιμοποιούσε τα βράδια του χειμώνα για να γεμίζει και να συσκευάζει τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Το ίδιο ξύλο που φιλοξενούσε το κυνήγι, φιλοξενούσε τώρα τη μπουγάδα της οικογένειας. Έτσι ήταν το σπίτι τους· τίποτε δεν περίσσευε και τίποτε δεν έμενε ανεκμετάλλευτο. Κάθε αντικείμενο υπηρετούσε τη ζωή με περισσότερους από έναν τρόπους.
Ο Αλκιβιάδης κάθισε δίπλα της για να της κάνει παρέα. Θρόνος του ήταν ένα μικρό ξύλινο σκαμνάκι. Στα γόνατά του είχε ανοιγμένο το σχολικό του βιβλίο και διάβαζε, φωτισμένος από το λιγοστό κιτρινωπό φως της λάμπας πετρελαίου. Το σώμα του βρισκόταν στην αυλή, δίπλα στη μητέρα του που έτριβε ακούραστα τα ρούχα μέσα στη σκάφη. Το μυαλό του όμως είχε ταξιδέψει πολύ μακριά. Οι γραμμές του βιβλίου γίνονταν εικόνες, οι εικόνες περιπέτειες, κι εκείνος, παρασυρμένος από τη ζωηρή φαντασία του, ζούσε μέσα στην ιστορία περισσότερο απ' όσο τη διάβαζε.
Δεν κατάλαβε πότε η Ιοκάστη σταμάτησε να πλένει.
Ένα απότομο τράβηγμα τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
Η μητέρα του άρπαξε ξαφνικά το βιβλίο από τα χέρια του. Από τις σελίδες του γλίστρησε ένα διπλωμένο χαρτί, που έπεσε στο χώμα της αυλής.
Η Ιοκάστη τον κοίταξε αυστηρά.
«Τι είναι αυτό;»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε άφωνος. Τα χείλη του άνοιξαν σαν να ήθελαν να πουν κάτι, μα καμία λέξη δεν βγήκε.
«Τι είναι αυτό;» επανέλαβε ήρεμα, κρατώντας ακόμη το βιβλίο στα χέρια της.
Ο Αλκιβιάδης κατάπιε δύσκολα. Έσκυψε να μαζέψει τις σελίδες που είχαν σκορπίσει στο πάτωμα, κερδίζοντας λίγες ακόμη στιγμές σιωπής. Δεν φοβόταν τόσο την τιμωρία, όσο μήπως απογοητεύσει εκείνη τη γυναίκα που ήταν ολόκληρος ο κόσμος του.
Με αμηχανία βρέθηκε αντιμέτωπος με μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διαχειριστεί με λόγια.
Το βλέμμα του καρφώθηκε στη μητέρα του, σαν το σπινθηροβόλο βλέμμα μιας αγελάδας που αιφνιδιάστηκε και δεν ξέρει προς τα που να στραφεί. Η εικόνα αυτή θύμιζε στον ώριμο πια Αλκιβιάδη μια παράξενη ειρωνεία της ιστορίας: τον ομώνυμο Αλκιβιάδη, τον περίφημο Αθηναίο για τη ρητορική του δεινότητα και την ακατάβλητη αυτοπεποίθησή του, να στέκει ξαφνικά άφωνος μπροστά στη μητέρα του, τη Δεινομάχη. Κι εκείνος, ο μικρός Αλκιβιάδης, δεν διέφερε καθόλου εκείνη τη στιγμή· όλη η ευφράδεια που πίστευε πως διέθετε είχε χαθεί. Οι λέξεις τον εγκατέλειψαν και έμεινε να την κοιτάζει βουβός.
Η αιτία της ταραχής του βρισκόταν τώρα απλωμένη στο χώμα της αυλής.
Δεν ήταν το σχολικό του βιβλίο που τόσο επιμελώς κρατούσε ανοιχτό, αλλά το κρυφό του ανάγνωσμα. Ο «Γκαούρ – Ταρζάν».Το λεπτό εκείνο περιοδικό, κρυμμένο επιδέξια μέσα στις σελίδες του σχολικού βιβλίου, ήταν ο αληθινός κόσμος του. Κάθε τεύχος ξεχείλιζε από συναρπαστικές περιπέτειες με τους θρυλικούς ήρωες, γεμάτες δράση, μυστήριο, εξωτικά τοπία και φαντασία. Εκεί ταξίδευε ο νους του κάθε φορά που υποτίθεται πως διάβαζε το μάθημά του.
Η Ιοκάστη δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό.
Ο μικρός κατάλαβε πως είχε συλληφθεί επ' αυτοφώρω.
Κι όμως, μέσα του, όσο κι αν ντρεπόταν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε κάνει κάτι πραγματικά κακό. Δεν έκλεβε, δεν έλεγε ψέματα από κακία· απλώς είχε παραδοθεί στην ακατανίκητη γοητεία της περιπέτειας. Οι ζούγκλες του Ταρζάν, τα άγρια τοπία, οι γενναίοι ήρωες και οι αμέτρητοι κίνδυνοι τον τραβούσαν πολύ περισσότερο από τους κανόνες της γραμματικής και της αριθμητικής. Ήταν το πρώτο του μεγάλο μάθημα πως η φαντασία, όσο πολύτιμη κι αν είναι, έχει κι αυτή την ώρα της.
Στο μύχιο, άγουρο παρελθόν του, εκεί όπου οι πρώτες συγκινήσεις χαράσσονται ανεξίτηλα στην ψυχή ενός παιδιού, ο μικρός Αλκιβιάδης ζούσε με πάθος τις περιπέτειες των αγαπημένων του ηρώων. Κάθε καινούργιο τεύχος του «Γκαούρ – Ταρζάν» ήταν για εκείνον ένα ταξίδι σε κόσμους μακρινούς, όπου η φαντασία δεν γνώριζε σύνορα.
Ο Γκαούρ, ο μελαχρινός γίγας, γενναίος, λεβέντης και δίκαιος, του φάνταζε ανώτερος από όλους. Στο παιδικό του μυαλό προσωποποιούσε το ελληνικό φιλότιμο, τη δύναμη και την ακεραιότητα. Ο ξανθός Ταρζάν, όσο γενναίος κι αν ήταν, έμοιαζε περισσότερο αφελής και απλοϊκός μπροστά στην επιβλητική μορφή του Γκαούρ. Και ύστερα ήταν οι δύο γυναικείες μορφές που γοήτευαν τη νεανική του φαντασία. Η Ταταμπού, η μελαχρινή Ελληνοαφρικανή σύντροφος του Γκαούρ, με την εξωτική ομορφιά, το λαμπερό χαμόγελο και την ήρεμη καλοσύνη της. Και η Τζέιν, η ξανθιά Αγγλίδα του Ταρζάν, δυναμική, έξυπνη και μυστηριώδης.
Η παιδική του φαντασία, που δεν γνώριζε ακόμη τα όρια της πραγματικότητας, έπλαθε δικές της ιστορίες. Έφερνε τους τέσσερις ήρωες κοντά, άλλαζε τις μοίρες τους, επινοούσε περιπέτειες, αντιζηλίες και απρόσμενες συμμαχίες. Η Ταταμπού γινόταν το σύμβολο της καλοσύνης και της γλυκύτητας, ενώ η Τζέιν αποκτούσε έναν χαρακτήρα πιο τολμηρό και απρόβλεπτο, σαν ηρωίδα μυθιστορήματος. Ποιο αγόρι εκείνης της ηλικίας δεν θα παραδινόταν σε τέτοιες ονειροπολήσεις; Δεν ήταν ακόμη έρωτας· ήταν η πρώτη αφύπνιση της φαντασίας, εκείνη η αδιόρατη στιγμή όπου οι ήρωες των περιοδικών παύουν να είναι απλώς εικόνες πάνω στο χαρτί και γίνονται πρόσωπα που κατοικούν μέσα στη μνήμη. Εκεί, σ' εκείνα τα κιτρινισμένα φύλλα των περιοδικών, άρχιζαν δειλά να ξυπνούν οι πρώτες αισθητικές συγκινήσεις, που αργότερα θα μεταμορφώνονταν σε συναισθήματα της εφηβείας και της νιότης.
Ήταν δώδεκα χρονών· σε λίγο θα τελείωνε το δημοτικό. Βρισκόταν σ' εκείνη τη λεπτή, σχεδόν αδιόρατη ηλικία όπου η παιδικότητα απομακρύνεται σιωπηλά και η εφηβεία πλησιάζει χωρίς ακόμη να έχει φανερωθεί ολοκληρωτικά. Οι ιστορίες του Γκαούρ και του Ταρζάν δεν του χάριζαν μόνο περιπέτεια. Ξυπνούσαν μέσα του έναν άγνωστο μέχρι τότε κόσμο. Μια διάχυτη, γλυκιά διέγερση έτρεχε κάτω από το δέρμα του σαν ανεπαίσθητο ρίγος. Οι ήρωες, οι εξωτικές ζούγκλες, οι κίνδυνοι και κυρίως οι γυναικείες μορφές που ζωντάνευαν στις σελίδες του περιοδικού, άναβαν τη φαντασία του και γέμιζαν τον νου του με εικόνες που ούτε ο ίδιος μπορούσε ακόμη να εξηγήσει.
Η Ιοκάστη, όμως, ζούσε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Μια φορά την εβδομάδα πήγαινε και καθάριζε το σπίτι του διευθυντή του σχολείου. Εκείνος της είχε εκφράσει την ανησυχία του. 
«Είναι έξυπνο παιδί», της είχε πει. «Μπορεί να προχωρήσει. Τον τελευταίο καιρό όμως δείχνει αφηρημένος. Σαν να βρίσκεται αλλού όταν κάνει μάθημα.» Τα λόγια του καρφώθηκαν μέσα της. Δεν είχε τη δυνατότητα να του αγοράσει πολλά πράγματα, είχε όμως ένα όνειρο: να μάθει γράμματα το παιδί της. Να αποκτήσει όσα εκείνη δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει.
Έτσι είχαν συμφωνήσει. Ο Αλκιβιάδης θα γινόταν πιο επιμελής και πιο συνεπής στα μαθήματά του.
Δεν έλεγε ψέματα. Διάβαζε. Διάβαζε μάλιστα με πάθος. Μόνο που διάβαζε εκείνα που αγαπούσε ο ίδιος. Κι εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ, δίπλα στη σκάφη της μπουγάδας, η Ιοκάστη τον συνέλαβε όχι να τεμπελιάζει, αλλά να έχει κρύψει μέσα στο σχολικό του βιβλίο το αγαπημένο του ανάγνωσμα. Το βλέμμα της γέμισε απογοήτευση περισσότερο παρά θυμό. Δεν την πονούσε το περιοδικό· την πονούσε η σκέψη πως ίσως το παιδί της άφηνε να του ξεγλιστρήσει η μοναδική ευκαιρία που του πρόσφερε η ζωή.
Ο Αλκιβιάδης δεν τόλμησε να αντιμιλήσει. Ένιωθε πως είχε αδικήσει τη μητέρα του. Κι όμως, βαθιά μέσα του ήξερε πως εκείνες οι πολύχρωμες σελίδες δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν το πρώτο παράθυρο που άνοιγε η φαντασία του προς έναν κόσμο μεγαλύτερο από τη φτωχική αυλή τους.
Η Ιοκάστη δεν θύμωσε επειδή ο γιος της διάβαζε μια ιστορία περιπέτειας. Θύμωσε γιατί μέσα στα μάτια της είδε ξαφνικά έναν δρόμο που φοβόταν. Έναν δρόμο γεμάτο χαμένες ευκαιρίες, όπως τόσους ανθρώπους είχε δει γύρω της να μένουν πίσω επειδή δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να μάθουν γράμματα.
Δεν κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο Αλκιβιάδης δεν είχε εγκαταλείψει τα βιβλία του· απλώς είχε ανοίξει ένα δεύτερο βιβλίο, αυτό της φαντασίας. Εκείνο που δεν γράφεται σε τετράδια, αλλά χαράζεται βαθύτερα στη μνήμη.
«Μάνα», θα ήθελε ίσως να της πει πολλά χρόνια αργότερα, «δεν ήμουν αδιάβαστος. Απλώς διάβαζα και τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τις σελίδες των σχολικών βιβλίων». Εκείνη όμως τότε δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Ήταν μια μάνα κουρασμένη, που κουβαλούσε στους ώμους της όχι μόνο τρία παιδιά, αλλά και το βάρος μιας ολόκληρης εποχής. Η αγάπη της είχε τη μορφή της αυστηρότητας, γιατί έτσι είχε μάθει να προστατεύει.
Και ίσως αυτό ήταν το παράδοξο της Ιοκάστης: προσπαθώντας να του δείξει τον δρόμο προς το μέλλον, δεν κατάλαβε πως ήδη του είχε χαρίσει το πιο πολύτιμο εφόδιο, την πείνα για ιστορίες, για ανθρώπους, για γνώση. Χρόνια αργότερα ο Αλκιβιάδης θα καταλάβαινε πως εκείνο το άρπαγμα του βιβλίου από τα χέρια του δεν ήταν απόρριψη. Ήταν αγωνία. Ήταν η αγάπη μιας μάνας που δεν ήξερε άλλον τρόπο να πει: «Φοβάμαι μήπως η ζωή σε πληγώσει περισσότερο απ’ όσο πλήγωσε εμένα».
Εκείνη την εποχή η Ιοκάστη δούλευε ασταμάτητα. Η εργασία στο εργοστάσιο δεν αρκούσε πάντα για τις ανάγκες μιας οικογένειας με τρία παιδιά. Έτσι, όταν παρουσιαζόταν η ευκαιρία, αναλάμβανε περιστασιακές δουλειές σε σπίτια, καθαρίζοντας για πολλές ώρες, μέχρι αργά το απόγευμα ή και το βράδυ. Δεν το έβλεπε σαν βάρος. Το θεωρούσε χρέος της. Κάθε δραχμή που κέρδιζε είχε μέσα της κόπο, ιδρώτα και αγωνία, αλλά και την κρυφή ελπίδα πως τα παιδιά της θα είχαν μια ζωή λίγο καλύτερη από τη δική της.
Ένας από τους ανθρώπους για τους οποίους εργαζόταν περιστασιακά ήταν ένας τριαντάρης εργένης, Έλληνας γεννημένος στον Καναδά. Είχε μεγαλώσει μακριά από την Ελλάδα, σε μια άλλη κοινωνία, αλλά διατηρούσε έντονα τα ελληνικά χαρακτηριστικά στην εμφάνισή του. Η όμορφη ελληνική κατατομή του, το ήρεμο παρουσιαστικό του και ο διαφορετικός τρόπος που αντιλαμβανόταν τον κόσμο τον ξεχώριζαν από τους ανθρώπους της μικρής τους κοινωνίας. Για την Ιοκάστη ήταν ένας άνθρωπος από έναν μακρινό κόσμο, σχεδόν από μια άλλη πραγματικότητα. Εκείνη γνώριζε τη σκληρή πλευρά της ζωής, το μεροκάματο, την ευθύνη και την αγωνία της επιβίωσης. Εκείνος κουβαλούσε την εμπειρία ενός τόπου όπου οι άνθρωποι είχαν άλλες ευκαιρίες και άλλους ορίζοντες. Παρόλα αυτά, όταν περνούσε το κατώφλι του σπιτιού του για τη δουλειά της, παρέμενε η ίδια Ιοκάστη. Μια γυναίκα περήφανη, που δεν ζητούσε λύπηση, μόνο σεβασμό. Τα χέρια της μπορεί να μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας, αλλά το βλέμμα της κρατούσε ακόμη εκείνη τη δύναμη που την έκανε να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες.
Πρώτη φορά τον είδε ο Αλκιβιάδης να εμφανίζεται μπροστά του εκείνο το μαγιάτικο πρωινό που μύριζε καλοκαίρι. Ο αέρας είχε ήδη εκείνη τη ζεστασιά που προμήνυε τον ερχομό των μεγάλων ημερών, και μέσα σε αυτό το φωτεινό σκηνικό παρουσιάστηκε ένας άνθρωπος που στον μικρό Αλκιβιάδη φάνηκε σχεδόν σαν να είχε ξεπηδήσει από τις σελίδες των αγαπημένων του αναγνωσμάτων.
Ψηλός, καστανός, με κατατομή αρχαίου ελληνικού αγάλματος. Ψηλό μέτωπο, δυνατά χαρακτηριστικά και μια παρουσία που αμέσως τραβούσε το βλέμμα. «Να ο Γκαούρ», σκέφτηκε αυθόρμητα, μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν ο μελαχρινός γίγαντας των ιστοριών του, αλλά μια πιο ανοιχτόχρωμη, πραγματική εκδοχή του ήρωα που θαύμαζε. Το πρόσωπό του είχε μια παράξενη γοητεία. Τα όμορφα χαρακτηριστικά του συνδυάζονταν με ένα βαθιά μελαγχολικό βλέμμα. Τα μαύρα μάτια του, φωτεινά και ανήσυχα, έμοιαζαν να κρύβουν μέσα τους αναμνήσεις από έναν άλλο κόσμο, μακριά από τον τόπο όπου τώρα είχε επιλέξει να ριζώσει. Και όταν μιλούσε, ο ήρεμος και γοητευτικός τόνος της φωνής του δημιουργούσε την αίσθηση ότι κάθε λέξη του είχε βάρος.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε επιστρέψει στη γη των γονιών του, όχι ως επισκέπτης, αλλά ως δημιουργός. Γεννημένος και μεγαλωμένος στον Καναδά, κουβαλούσε την εμπειρία μιας άλλης κοινωνίας, όμως επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει στην Ελλάδα και να ασχοληθεί δυναμικά με τη γεωργία.
Είχε σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός, θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο γραφείου και τεχνικής καριέρας. Όμως κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση ζωής: να αφήσει την ασφάλεια του επαγγέλματος και να δώσει τη γνώση του στη γη. Η επιστροφή του δεν ήταν μια ρομαντική φυγή προς το παρελθόν, αλλά μια οργανωμένη προσπάθεια. Διέθετε ένα αμερικανικό τζιπ, ένα μεγάλο τρακτέρ, μια πλατφόρμα μεταφοράς και πλήθος γεωργικών μηχανημάτων. Για τα δεδομένα της εποχής, ο εξοπλισμός αυτός φάνταζε σχεδόν εξωπραγματικός στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη.
Μέσα στον κόσμο της αυλής τους, όπου η μητέρα του πάλευε καθημερινά με τη σκάφη, το μεροκάματο και τις ανάγκες μιας οικογένειας, εκείνος ο άνθρωπος έμοιαζε να φέρνει μαζί του έναν άλλο ορίζοντα. Έναν κόσμο όπου η γνώση, η τόλμη και η επιλογή μπορούσαν να αλλάξουν τη μοίρα ενός ανθρώπου.
Κοντράστ η Ιοκάστη στα τριάντα τρία της χρόνια πλέον. Στη φαντασία του μικρού Αλκιβιάδη, η Ταταμπού των παιδικών του αναγνωσμάτων έπαιρνε σάρκα και οστά σε μια άλλη μορφή: σε μια γυναίκα της καθημερινής ζωής, καστανή με ανοιχτή απόχρωση στα μαλλιά, γεροδεμένη, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που χαρακτήριζε τις γυναίκες της υπαίθρου.
Μια γνήσια Σπαρτιάτισσα.
Και δεν ήταν τυχαίο που η Σπάρτη αναφέρεται από τον Όμηρο ως «καλλιγύναικα», τόπος ξακουστός για τις γυναίκες του. Στους παλιούς μύθους η Περίβοια, κόρη του Ευρυμέδοντα, αναφέρεται ως μία από τις ομορφότερες γυναίκες της εποχής της. Όμως η ομορφιά δεν βρισκόταν μόνο στα χαρακτηριστικά του προσώπου· βρισκόταν στη δύναμη, στην αντοχή και στην αξιοπρέπεια.
Η Ιοκάστη εργαζόταν περιστασιακά στη δούλεψη του. Συνήθως τις Κυριακές και αρκετές φορές, όταν υπήρχε ανάγκη, βοηθούσε επικουρικά στα κτήματα. Φρόντιζε το σπίτι και τις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, τακτοποιούσε τους χώρους και διατηρούσε την τάξη σε έναν κόσμο που απαιτούσε συνεχή φροντίδα.
Τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα στις εποχές που δεν υπήρχε διαθέσιμο εποχικό προσωπικό ή όταν ο εργοδότης απουσίαζε, αναλάμβανε και μέρος των εργασιών στα κτήματα. Έλεγχε τα συστήματα ύδρευσης, φρόντιζε το πότισμα των καλλιεργειών και παρακολουθούσε τη γη σαν να ήταν ένα κομμάτι από το ίδιο της το σπίτι. Και αυτή η ενασχόληση την γέμιζε.
Εκεί, ανάμεσα στα φυτά και στα νερά, ξεχνούσε για λίγο την κούραση της καθημερινότητας. Τσαλαβουτούσε στα αυλάκια χαρούμενη και αμέριμνη σαν μικρό παιδί, με μια χαρά απλή και καθαρή, σαν εκείνη που αισθάνεται κάποιος όταν ξαναβρίσκει μια ξεχασμένη πλευρά του εαυτού του.
Ο εργοδότης της είχε παρατηρήσει αυτή τη σχέση που είχε με τη γη. Κατάλαβε ότι δεν έκανε απλώς μια εργασία για το μεροκάματο. Είχε γνώση, εμπειρία, υπευθυνότητα και έναν βαθύ σεβασμό απέναντι στη φύση και στη δημιουργία.
Γι' αυτό και συχνά ζητούσε τη βοήθειά της.
Δεν έβλεπε πλέον μόνο μια γυναίκα που καθάριζε και βοηθούσε στις ανάγκες της επιχείρησης. Έβλεπε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης, κάποιον που μπορούσε να αναλάβει ευθύνη και να φροντίσει τη γη όπως θα τη φρόντιζε ο ίδιος.
Το μαγιάτικο εκείνο πρωινό είχε μια γλυκιά ηρεμία. Η αυγή είχε μόλις σκορπίσει το φως της και όλα προμήνυαν μια όμορφη μέρα. Ο αέρας μύριζε άνοιξη και η φύση έμοιαζε να έχει ξυπνήσει χαρούμενη.
Στο πλάτωμα της γειτονιάς περίμενε το τζιπ. Ήταν έτοιμο να μεταφέρει την Ιοκάστη στις εγκαταστάσεις του κτήματος.
Η Ιοκάστη τούς σύστησε.
«Λέανδρος», είπε, «ο γιος μου ο Αλκιβιάδης».
Του χαμογέλασε πλατιά.
«Όμορφη μέρα σήμερα. Κοίτα να την απολαύσεις, νεαρέ μου», του είπε με εκείνη τη ζεστή, φιλική φωνή που έκανε τον άλλον να αισθάνεται αμέσως οικεία.
Ξεκίνησαν. Το τζιπ απομακρύνθηκε αργά από τη γειτονιά, αφήνοντας πίσω του τα σπίτια και τα γνώριμα μονοπάτια.
«Μάλλον το κυριακάτικο πρωινό προμηνύει δύσκολη μέρα για τον λεβέντη μου», είπε η μητέρα του με έμφαση. Ο Λέανδρος γύρισε και την κοίταξε ερωτηματικά.
Η Ιοκάστη, χαμογελώντας, του εξήγησε το περιστατικό με το βιβλίο και την τιμωρία που του είχε επιβάλει. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του Λέανδρου, αποκαλύπτοντας τα λευκά, γερά δόντια του. «Έχουν δίκιο λοιπόν αυτά που λένε για τις Σπαρτιάτισσες», είπε γελώντας. «Τίμιες και αυστηρές! Εσύ τι λες, αγόρι μου;»
Ο Αλκιβιάδης, λίγο αμήχανος, απάντησε: «Μάλλον έτσι θα ’ναι».
Ο Λέανδρος τον παρατήρησε για λίγο. «Λιγομίλητος... Λακεδαιμόνιος μου φαίνεται;» ρώτησε πειρακτικά.
«Μπα», απάντησε η Ιοκάστη. «Απλώς είναι λιγάκι ντροπαλός».
Και το τζιπ συνέχισε τον δρόμο του, αφήνοντας πίσω το πρωινό της γειτονιάς και οδηγώντας τους προς μια ακόμη μέρα από εκείνες που, χωρίς να το γνωρίζουν τότε, θα έμεναν χαραγμένες στη μνήμη.
Το κτήμα απλωνόταν σε τετρακόσια στρέμματα επίπεδης, εύφορης γης.
Κάμπος. Μια πράσινη θάλασσα ανθρώπινης καλλιέργειας, όπου η γη δεν ήταν απλώς χώμα, αλλά σύντροφος και τροφός. Η ευλογημένη Μητέρα Γη που, με την υπομονή των εποχών, δίνει στον άνθρωπο τον καρπό του μόχθου του.
Στη βόρεια πλευρά του κτήματος βρισκόταν ένα μεγάλο πάρκινγκ στρωμένο με χαλίκι. Μπροστά του υψωνόταν το δίπατο σπίτι με τα αετώματα του, ένα κτίσμα που διατηρούσε ακόμη την αρχοντιά και την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Δίπλα του στέκονταν δύο τεράστιες αποθήκες, απαραίτητες για τις ανάγκες μιας μεγάλης γεωργικής επιχείρησης.
Λίγο πιο πέρα, μπροστά από τις αποθήκες, ήταν το πηγάδι με το αρτεσιανό νερό. Ανάμεσα σε δύο υπεραιωνόβια πλατάνια, που άπλωναν τους μεγάλους ίσκιους τους, έμοιαζε σαν μικρή όαση δροσιάς μέσα στον κάμπο.
Γύρω από το σπίτι υπήρχε ο μπαξές με τα λεμονόδεντρα. Την άνοιξη ο αέρας γέμιζε από το άρωμα των ανθών και το καλοκαίρι οι καρποί έδιναν χρώμα και ζωή στο τοπίο. Ήταν μια εικόνα που θύμιζε την ονειρική Εδέμ. Ένας μικρός παράδεισος που άλλαζε πρόσωπο μαζί με τις εποχές, αλλά ποτέ δεν έχανε τη γοητεία του. Ανατολικά απλωνόταν ένα μικρό δάσος από βυσσινιές και ένας αμπελώνας. Εκεί η φύση είχε τη δική της τάξη και αρμονία, σαν να είχε σχεδιαστεί από χέρι έμπειρου κηπουρού.
Στα δυτικά περνούσε το αρδευτικό κανάλι. Τα νερά του, κρυμμένα μέσα σε μια εκρηκτική πρασινάδα, κυλούσαν ανάμεσα σε μια απέραντη διπλή σειρά τεράστιων κυπαρισσιών που στέκονταν στις όχθες του σαν αιώνιοι φρουροί. Το κυπαρίσσι ήταν ένα δέντρο βαθιά δεμένο με την ελληνική παράδοση. Όμορφο, επιβλητικό και γεμάτο συμβολισμούς.
Στην αρχαία μυθολογία, ο Κυπάρισσος από την Κέα, μετά τον άδικο χαμό ενός ιερού ελαφιού που αγαπούσε, βυθίστηκε σε τέτοια θλίψη ώστε παρακάλεσε τον Απόλλωνα να κρατήσει αιώνια τη μνήμη του πόνου του. Ο θεός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε σε κυπαρίσσι. Από τότε το δέντρο συνδέθηκε με τη μνήμη, το πένθος και τον κόσμο των νεκρών, αφιερωμένο στον Πλούτωνα.
Και ίσως γι’ αυτό τα κυπαρίσσια έχουν αυτή τη μοναδική παρουσία. Δεν είναι μόνο όμορφα δέντρα. Είναι σαν να κουβαλούν μέσα τους τη σιωπή των αιώνων.
Το κυρίως κτήμα απλωνόταν απέραντο μπροστά τους. Η μεγαλύτερη έκτασή του ήταν αφιερωμένη στις βαμβακοκαλλιέργειες. Το καλοκαίρι ο κάμπος μεταμορφωνόταν σε μια λευκή θάλασσα, όταν τα βαμβακόφυτα άνοιγαν τα άνθη τους και η γη έμοιαζε να έχει σκεπαστεί από χιόνι.
Ο Λέανδρος και η Ιοκάστη έμοιαζαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια, κι ας είχαν περάσει μόνο λίγες ημέρες από την πρώτη τους γνωριμία.
Ο Αλκιβιάδης το παρατηρούσε.Το έβλεπε στα μάτια τους.
Τα μάτια έχουν πάντοτε τον πρώτο λόγο. Πριν ακόμη μιλήσουν οι άνθρωποι, πριν ανταλλάξουν σκέψεις και λόγια, έχουν ήδη επικοινωνήσει με έναν τρόπο αθόρυβο και βαθύτερο. Από την πρώτη τους συνάντηση, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται, είχαν ήδη ανταλλάξει πλήθος μικρών σημάτων: εμπιστοσύνη, εκτίμηση, συμπάθεια. Κανείς δεν το είχε πει με λόγια, αλλά υπήρχε στον αέρα.
Μετά από ώρες κοντά στον Λέανδρο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε κι ο ίδιος αυτή τη διαφορετική σχέση που γεννιόταν. Ήταν κάτι σαν σχέση δασκάλου και μαθητή. Ένιωθε πως απέναντί του βρισκόταν ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να στηρίξει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του, ακόμη κι αν κάποτε δεν τα καταλάβαινε πλήρως.
Κάποια στιγμή, καθώς ο μικρός θαύμαζε το όμορφο σπίτι, ο Λέανδρος τον ρώτησε: «Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σ’ αυτό το σπίτι, τι θα ήθελες να είναι;»
Ο Αλκιβιάδης σκέφτηκε λίγο. «Ένα γαλλικό μπιλιάρδο στο μεγάλο ισόγειο», απάντησε.
Ο Λέανδρος τον κοίταξε έκπληκτος. Από τις συζητήσεις τους είχε καταλάβει πως ο μικρός είχε αντιληφθεί τη δική του αγάπη για το άθλημα. Το χαμόγελό του άνοιξε και τον αγκάλιασε πατρικά, με μια αυθόρμητη στοργή που ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε ποτέ.
Εκείνη η υπέροχη μέρα έγινε η αρχή για κάτι καινούριο. Ήταν το έναυσμα που τον έκανε να προσπαθήσει να μάθει μπιλιάρδο, αλλά και σκάκι. Δύο παιχνίδια που δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά σχολεία σκέψης, υπομονής και στρατηγικής. Και τότε κατάλαβε κάτι που πολλά χρόνια αργότερα θα αναγνώριζε: Η γλυκιά του μανούλα τού είχε επιβάλει τη γλυκύτερη τιμωρία. 
Ίσως το γνώριζε από πριν. Ίσως μέσα στην αυστηρότητά της έκρυβε μια μεγάλη σοφία.
Γιατί πώς να μην την αγαπούσε;
Πώς να μην τη λάτρευε;
Ήδη είχε φτάσει το μεσημέρι. Ο ήλιος στεκόταν ψηλά και έκαιγε τον κάμπο. Ο καύσωνας, αν και είχε κάπως υποχωρήσει, εξακολουθούσε να κρατά γερά την κυριαρχία του. Η γη ανέδιδε εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά της ζέστης, ενώ οι σκιές λιγόστευαν κάτω από το αλύπητο φως. Ο Λέανδρος είχε καταφύγει κάτω από τη βαθιά σκιά του μεγάλου πλάτανου και παιδευόταν με την επισκευή ενός ενδιάμεσου κρουνού στο αρτεσιανό δίκτυο άρδευσης. Τα χέρια του ήταν λερωμένα από τη δουλειά, μα η προσοχή του παρέμενε συγκεντρωμένη στο πρόβλημα που προσπαθούσε να λύσει.
Η Ιοκάστη πλησίασε από την πλευρά του σπιτιού. Ήταν λουσμένη στον ιδρώτα από την εργασία της. Ο ήλιος είχε ζωγραφίσει μικρές σταγόνες στο πρόσωπό της και τα ρούχα της μαρτυρούσαν τον κόπο της ημέρας.
«Λέανδρε», του είπε, «θέλεις να μαγειρέψω κάτι συγκεκριμένο; Έχουμε ακόμη αρκετές δουλειές και βλέπω πως θα μας πάρει αργά μέχρι να τελειώσουμε».
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του. Για μια στιγμή ξεχάστηκε.
Δεν ήταν μόνο η παρουσία της. Ήταν η εικόνα της μέσα σε εκείνο το τοπίο: ο άνθρωπος της καθημερινής προσπάθειας, της φροντίδας, της γης. Μια γυναίκα που δεν στεκόταν απλώς δίπλα στη ζωή, αλλά συμμετείχε σε αυτήν με όλο της το είναι. Η σκέψη του απομακρύνθηκε για λίγο από τον κρουνό που επισκεύαζε. Και τότε συνέβη το απρόοπτο.
Ένας ξαφνικός πίδακας αρτεσιανού νερού πετάχτηκε από το άνοιγμα του ενδιάμεσου κρουνού και τους κατάβρεξε και τους δύο.
Για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι, ξαφνιασμένοι. Ύστερα κοιτάχτηκαν.
Και μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω από τον αιωνόβιο πλάτανο, ένα απλό ατύχημα μετατράπηκε σε μια μικρή στιγμή χαράς. Το νερό που προοριζόταν να ποτίσει τη γη είχε δροσίσει δύο ανθρώπους που πάλευαν μαζί μέσα στην ίδια καθημερινότητα.
Το λεπτό λινό φόρεμα της Ιοκάστης, βρεγμένο από τον ξαφνικό πίδακα του νερού, είχε κολλήσει επάνω της και αποκάλυπτε περισσότερο την παρουσία της παρά την έκρυβε. Η ζέστη της ημέρας, ο κόπος της δουλειάς και η δροσιά του νερού είχαν δημιουργήσει μια εικόνα απρόσμενη, σχεδόν έξω από τον καθημερινό χρόνο. Στεκόταν μπροστά του με τα μαλλιά της ανακατεμένα κάτω από το μαντήλι της, το πρόσωπό της φωτισμένο από το μεσημεριάτικο φως, με εκείνη τη φυσική ομορφιά που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Η Ιοκάστη ήταν πάντα μια γυναίκα με δυνατή παρουσία· σταρένιο δέρμα, γερό κορμί δουλεμένο από τη ζωή και μια ήρεμη αξιοπρέπεια που την ακολουθούσε παντού. Ο Λέανδρος έβγαλε το βρεγμένο πουκάμισό του και έμεινε κάτω από τη σκιά του πλάτανου, ένας άντρας της γης και της προσπάθειας. Η δουλειά είχε χαράξει το σώμα του, αλλά περισσότερο από όλα τον χαρακτήριζε εκείνη η σιγουριά του ανθρώπου που είχε μάθει να παλεύει μόνος του.
Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν. Και τότε, πριν προλάβουν να σκεφτούν οτιδήποτε, ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε και από τους δύο. Ήταν ένα γέλιο καθαρό, απελευθερωτικό, σαν να έσπασε για λίγο η σοβαρότητα της καθημερινότητας. Ένας ήχος που γέμισε τον ίσκιο των δέντρων και ανακατεύτηκε με το τρεχούμενο νερό του αρτεσιανού.
Ύστερα όμως η χαρά υποχώρησε και ήρθε η σιωπή. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά διαφορετικά. Υπήρχαν στιγμές που οι άνθρωποι δεν χρειάζονται λέξεις. Τα μάτια αποκαλύπτουν πράγματα που η λογική προσπαθεί να κρύψει. Μια αμηχανία, μια έλξη, μια εσωτερική αναστάτωση που κανείς από τους δύο δεν περίμενε. Η Ιοκάστη δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε ένα τέτοιο συναίσθημα. Είχε μάθει να ζει με το καθήκον, την οικογένεια, τις ευθύνες. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, ένιωσε για λίγο πως υπήρχε μέσα της ένα κομμάτι που παρέμενε ζωντανό και ζητούσε να ακουστεί.
Ο Αλκιβιάδης, εξήντα χρόνια μετά από εκείνες τις ημέρες, θυμήθηκε τα λόγια του παππού του! «Οι ποιητές τα καταφέρνουν καλύτερα να μας κάνουν να νιώσουμε τι σημαίνει πάθος. Γιατί έχουν τις λέξεις να το πουν, χωρίς να προσπαθούν να το εξηγήσουν» Και έχοντας εσωτερικεύσει τις επιταγές μιας χριστιανικού τύπου ηθικής, μιας ηθικής που του εμφύσησε κυρίως η μητέρα του,  προσπαθούσε να κατανοήσει τους ανθρώπους και τις επιλογές τους μέσα στο πλαίσιο της εποχής τους.
Η Ιοκάστη είχε διανύσει μια δύσκολη και επίπονα κουραστική πορεία ζωής. Μια διαδρομή που πολλές φορές περιόρισε τα όνειρά της, την ανάγκασε να υποτάξει τις προσωπικές της επιθυμίες στις ανάγκες της οικογένειας και να κοιτάζει το παρόν με αγωνία, αλλά και το μέλλον με διαρκή ανησυχία.
Κι όμως, μέσα σε όλες αυτές τις στερήσεις, υπήρχε μέσα της μια βαθιά ανάγκη να παραμένει όρθια. Το μητρικό της ένστικτο τής έλεγε πως χρωστούσε στους γιους της όχι μόνο την προστασία και τη φροντίδα, αλλά και ένα παράδειγμα ζωής. Έπρεπε να αντέξει, να συνεχίσει, να κρατήσει ενωμένο το μικρό τους σύμπαν.
Ο Αλκιβιάδης, κοιτάζοντας πλέον από την απόσταση των χρόνων, καταλάβαινε πως η μητέρα του δεν ήταν μόνο η γυναίκα της αυστηρής ηθικής και των αρχών. Ήταν ένας άνθρωπος με επιθυμίες, αδυναμίες, ανάγκες και όνειρα που ίσως ποτέ δεν ειπώθηκαν δυνατά. Η ίδια η ζωή, με τις στερήσεις και τις ευθύνες της, την είχε μάθει να βάζει το καθήκον πάνω από τον εαυτό της. Και ίσως αυτό ήταν το μεγάλο μάθημα που του άφησε: πως οι άνθρωποι δεν χωρίζονται εύκολα σε σωστούς και λάθος, σε δυνατούς και αδύναμους. Κουβαλούν μέσα τους αντιθέσεις, παλεύουν ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούν και σε αυτό που πιστεύουν πως πρέπει να κάνουν.
Και ο Αλκιβιάδης, μετά από τόσα χρόνια, δεν προσπαθούσε πια να κρίνει την Ιοκάστη. Προσπαθούσε να την καταλάβει. Με τόλμη λοιπόν, σήμερα, επιχειρεί να προσεγγίσει περιοχές αχαρτογράφητες. Περιοχές που κάποτε θα θεωρούνταν σχεδόν βέβηλες, όχι από έλλειψη σεβασμού, αλλά από την ανάγκη να αναζητήσει πίσω από την εικόνα της μητέρας του τον άνθρωπο.
Με μια παράξενη, σχεδόν βλάσφημη ομορφιά, προσπαθεί να φανερώσει τη δύναμη του ερωτικού πόθου — εκείνου του πόθου που πολλές φορές ασφυκτιά μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις, στις ηθικές επιταγές και στους ρόλους που επιβάλλει η εποχή. Ενός πόθου που δεν ακυρώνει την αγάπη, την οικογένεια ή το καθήκον, αλλά αποκαλύπτει τη σύνθετη φύση της ανθρώπινης ψυχής. Δεν γράφει πια μόνο για τη μητέρα του όπως την γνώρισε. Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν παράλληλο, ελεύθερο προσωπικό κόσμο της Ιοκάστης, έναν κόσμο που ίσως δεν έζησε ποτέ, αλλά που θα μπορούσε να είχε υπάρξει στη σφαίρα του ονείρου και της μυθοπλαστικής φαντασίας. Έναν κόσμο που ίσως να ταίριαζε περισσότερο στη φίλη της, εκείνη την κοκκινομάλλα γυναίκα με τα βιολετιά μάτια, που έμοιαζε να κουβαλά μέσα της μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή, πιο απελευθερωμένη, πιο τολμηρή, πιο κοντά στις κρυφές επιθυμίες της ανθρώπινης φύσης.
Για την Ιοκάστη, όμως, έναν άνθρωπο μεγαλωμένο μέσα σε άλλες αξίες, σε στερήσεις, ευθύνες και θυσίες, ένας τέτοιος κόσμος ίσως να ήταν απαγορευμένος. Ίσως να παρέμενε μόνο ως μια μακρινή σκιά, μια σκέψη που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Κι έτσι, για τον Αλκιβιάδη του σήμερα, όλη αυτή η αναζήτηση γίνεται ένα νοσταλγικό φλας-μπακ σε μια εποχή όπου ο έρωτας, οι ενοχές, οι τύψεις, η φιλία και η πίστη δοκιμάζονταν καθημερινά μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Μια εποχή όπου οι άνθρωποι αγαπούσαν βαθιά, αλλά συχνά μάθαιναν να σωπαίνουν ακόμη βαθύτερα.
Ζήσε τη χαρά του πνεύματος και τη σοφία των αισθήσεων. Ζήσε εκείνο που είσαι βαθιά μέσα στη φαντασία σου, εκεί όπου δεν υπάρχουν φόβοι, απαγορεύσεις και προκαθορισμένοι ρόλοι. Γιατί στον φανταστικό μας κόσμο δεν κατοικούν ξένα συναισθήματα. Είναι τα ίδια συναισθήματα που γνωρίζουμε όλοι, εκείνα που γεννιούνται μέσα μας και πολλές φορές φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ή να εκφράσουμε. Τι είναι άραγε αυτά τα αισθήματα που κρύβουμε τόσο προσεκτικά; Είναι η επιθυμία για ελευθερία; Είναι η ανάγκη να αγαπήσουμε χωρίς φόβο; Είναι η βαθύτερη λαχτάρα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας πέρα από τις εικόνες που οι άλλοι δημιούργησαν για εμάς;
Η μυθοπλασία έχει αυτή τη μοναδική δύναμη. Μπορεί να ψιθυρίσει στον κόσμο αλήθειες που η καθημερινότητα δυσκολεύεται να προφέρει. Μπορεί να μιλήσει για την εσωτερική μας ζωή, για τις κρυφές μας επιθυμίες, για τις αντιφάσεις της ψυχής μας. Εκεί, στον χώρο της φαντασίας, ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί ότι πετά μακριά από τα αόρατα δεσμά των κοινωνικών προσδοκιών, από τις ηθικές αναστολές, από τους φόβους που κληρονομήθηκαν μέσα στους αιώνες.
Όχι για να αρνηθεί τις αξίες του, αλλά για να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του. Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι να κάνεις ό,τι θέλεις, αλλά να έχεις το θάρρος να γνωρίσεις όσα υπάρχουν μέσα σου.
Στην Ιοκάστη είχε υποσχεθεί πως θα στρώσει τον πισινό του κάτω και θα μάθει γράμματα. Ήταν άλλωστε αυτό που του ζητούσε συνεχώς, όχι με αυστηρότητα μόνο, αλλά με εκείνα τα αμέτρητα ενθαρρυντικά λόγια που χρησιμοποιούσε για να του δείξει πως η γνώση μπορούσε να γίνει το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή.
Στον Λέανδρο είχε υποσχεθεί πως δεν θα ξανασχοληθεί με την πυγμαχία, το άθλημα που τόσο αγαπούσε. Ο Λέανδρος το θεωρούσε παρεξηγημένο και δεν το ενέκρινε. Προσπάθησε να ακολουθήσει τη συμβουλή του· να μάθει σκάκι, να γνωρίσει τον κόσμο του γαλλικού μπιλιάρδου, να καλλιεργήσει άλλες πλευρές του εαυτού του.
Σε όλα αυτά, όμως, κατάφερε μόνο τα μισά.
Σήμερα δεν ψάχνει δικαιολογίες ούτε παραπονιέται για όσα δεν έγιναν. Η αλήθεια, όπως την βλέπει τώρα με την απόσταση των χρόνων, είναι κάπου στη μέση. Προσπάθησε. Δεν εγκατέλειψε. Όμως δεν επέμεινε όσο θα έπρεπε. Δεν έδωσε στον εαυτό του εκείνη τη σκληρή δοκιμασία που ίσως χρειαζόταν για να ανακαλύψει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Ίσως γιατί ποτέ δεν έβαλε πραγματικά ορόσημα στη ζωή του. Δεν χάραξε καθαρούς στόχους, δεν δημιούργησε μεγάλες προκλήσεις που θα τον ανάγκαζαν να μετρήσει τις δυνάμεις του, να ζυγίσει τις αντοχές του και να προχωρήσει με αποφασιστικότητα.
Και χρόνια αργότερα, όταν έμαθε για τη μικρή χαριτωμένη συμμαθήτριά του στο δημοτικό, τη Στέλλα με τα φωτεινά μελένια μάτια, ένιωσε έναν παράξενο θαυμασμό. Είχε επιστρέψει στην Ελλάδα από τη Γαλλία, έχοντας κερδίσει μια υποτροφία μουσικών σπουδών και είχε αφιερώσει τον εαυτό της στο όνειρό της.
Εκείνη δεν είχε απλώς ονειρευτεί. Είχε αγωνιστεί.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγάλη διαφορά. Όχι το ταλέντο, όχι οι ευκαιρίες, αλλά η επιμονή. Η δύναμη να συνεχίζεις όταν το όνειρο παύει να είναι μια όμορφη σκέψη και γίνεται καθημερινή δοκιμασία.
Ο ήλιος είχε πλέον χαθεί πίσω από τις ψηλές κορυφές του Παρνασσού. Η ατμόσφαιρα άλλαζε αργά χρώματα, παίρνοντας εκείνες τις βαθιές αποχρώσεις του δειλινού, ενώ τα πουλιά είχαν ήδη κουρνιάσει στα δέντρα αναζητώντας την ησυχία της νύχτας.
Τους άφησε στο πλάτωμα της γειτονιάς τους, εκεί όπου όλα ήταν γνώριμα και οικεία. Μια απίστευτα όμορφη Κυριακή είχε τελειώσει. Μια μέρα απλή, μα γεμάτη μικρές στιγμές που αργότερα θα έμεναν μέσα στη μνήμη σαν πολύτιμα θραύσματα ενός παρελθόντος που δεν επιστρέφει. Τα πρόσωπα ήταν χαμογελαστά. Στα μάτια όλων υπήρχε η ικανοποίηση μιας ημέρας που είχε αφήσει πίσω της κάτι περισσότερο από μια απλή ανάμνηση.
Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερό πως ανάμεσα στην Ιοκάστη και τον Λέανδρο υπήρχε μια ιδιαίτερη επικοινωνία. Μια αμοιβαία έλξη χαρακτήρων, μια αίσθηση ότι καταλάβαινε ο ένας τον άλλον χωρίς πολλά λόγια. Ο Λέανδρος την έκανε να νιώθει ξεχωριστή, να θυμάται ίσως μια πλευρά του εαυτού της που η καθημερινότητα, οι ευθύνες και οι στερήσεις είχαν αφήσει στο περιθώριο.
Όμως η Ιοκάστη γνώριζε καλά τα όρια της ζωής της. Δεν είχε νόημα να περιμένει κάτι περισσότερο. Δεν ήταν μια γυναίκα που ξεχνούσε ποια ήταν, ούτε εκείνη που θα αρνιόταν όσα είχε χτίσει με κόπο. Τον Κλέαρχο τον αγαπούσε. Τον τιμούσε. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μοιραστεί τις δυσκολίες, τις χαρές, τις αγωνίες και τα χρόνια της ζωής της. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο δύσκολη αλήθεια της ανθρώπινης καρδιάς: ότι μπορεί κάποιος να αισθανθεί μια ξαφνική συγκίνηση, μια βαθιά ανθρώπινη σύνδεση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να αγαπά εκείνον που επέλεξε να έχει δίπλα του.

Η συνέχεια στο...

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Oi Geitones Sto Rema

..........Οι γείτονές μας στο ρέμα Στο νοτιοανατολικό σύνορο της γειτονιάς, κατά μήκος του ρέματος, υψωνόταν μια μεγάλη πέτρινη κατοικία με κεραμοσκεπή. Ήταν ένα παλιό παραδοσιακό σπίτι, με ημιυπόγειο που χρησίμευε ως αποθήκη και κελάρι, χαμένο μέσα σ' έναν μεγάλο κήπο με δέντρα και πυκνό πράσινο. Ιδιοκτήτης του ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα πέντε, εργένης και ράφτης στο επάγγελμα. Στο μπροστινό μέρος του σπιτιού είχε διαμορφώσει το μικρό του ραφείο, όπου περνούσε σχεδόν ολόκληρη τη μέρα σκυμμένος πάνω από τη ραπτομηχανή, κάνοντας κυρίως επιδιορθώσεις ρούχων για τους λιγοστούς πελάτες της γειτονιάς. Το σπίτι εκείνο έμοιαζε να κατοικείται περισσότερο από τη σιωπή παρά από άνθρωπο. Σπάνια ακουγόταν φωνή, ακόμη πιο σπάνια γέλιο. Ο ίδιος ήταν κλειστός χαρακτήρας, λιγομίλητος, σχεδόν απρόσιτος. Για την προσωπική του ζωή ελάχιστα γνώριζε κανείς. Ο Αλκιβιάδης δεν θυμόταν να τον είχε δει ποτέ να συναναστρέφεται γυναίκα ή να συμμετέχει στις μικρές κοινωνικές συναθροίσεις της γειτονιάς. Τα μεγαλύτερα παιδιά, βέβαια, διηγούνταν διάφορες ιστορίες· έλεγαν πως τον είχαν δει να τριγυρίζει στα στενά της πλατείας Λαού, εκεί όπου βρίσκονταν τα πορνεία της εποχής. Αν ήταν αλήθεια ή απλώς μια από τις υπερβολές της γειτονιάς, κανείς δεν μπορούσε να το βεβαιώσει. 
Τη γαλήνη του σπιτιού του τη διέκοπταν συχνά τα παιδιά της αλάνας. Ακριβώς δίπλα, στο δυτικό όριο του κήπου του, απλωνόταν μια μεγάλη χωμάτινη έκταση, το βασίλειο των παιδικών παιχνιδιών. Εκεί, από το πρωί ως το σούρουπο, αντηχούσαν φωνές, γέλια, καβγάδες, πανηγυρισμοί και η γνώριμη βοή του ποδοσφαίρου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μπάλα περνούσε τον φράχτη και κατέληγε στην αυλή του ράφτη, αναγκάζοντας κάποιον μικρό τολμηρό να σκαρφαλώσει ή να χτυπήσει διστακτικά την πόρτα του. Άντε να πείσεις τα παιδιά μιας αλάνας να κάνουν ησυχία. Όποιος μεγάλωσε δίπλα σε μια τέτοια γειτονιά ξέρει πως οι φωνές τους δεν ήταν απλώς θόρυβος· ήταν ο ίδιος ο παλμός της ζωής. .....Βορειοδυτικά, πάλι κατά μήκος του ρέματος, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με μεγάλους κήπους που χωρίζονταν μεταξύ τους από στενά σοκάκια, στεκόταν ένα τρίτο σπίτι, χτισμένο λίγο ψηλότερα από την κοίτη. Ήταν μια όμορφη μονοκατοικία με αποθήκες και εξωτερικά ουρητήρια, όπως σχεδόν όλα τα σπίτια της συνοικίας εκείνα τα χρόνια. Ο κήπος της ήταν ολόκληρο περιβόλι. Τζανεριές φορτωμένες με κατακόκκινους, τραγανούς καρπούς, λεμονιές, αχλαδιές και κερασιές σκίαζαν την αυλή. Τα παιδιά της γειτονιάς δεν περίμεναν ποτέ να ωριμάσουν τα τζάνερα· τα έκοβαν άγουρα, τα έτρωγαν λαίμαργα και ύστερα ξίνιζαν τα πρόσωπά τους, σκορπίζοντας γέλια στην αλάνα. 
Το σπίτι ανήκε στην Ασπασία, μια ευγενική και καλοσυνάτη χήρα γύρω στα πενήντα. Είχε χάσει τον άνδρα της λίγα χρόνια νωρίτερα σε εργατικό δυστύχημα σε οικοδομή. Ο μοναχογιός της είχε παντρευτεί στην Αθήνα και την επισκεπτόταν μόνο στις μεγάλες γιορτές. Τα αδέλφια της, που είχαν προκόψει στην Αμερική, τη βοηθούσαν οικονομικά, κι έτσι ζούσε με αξιοπρέπεια, χωρίς στερήσεις αλλά και χωρίς πολυτέλειες. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο που εγκαταστάθηκε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη γειτονιά, η Ασπασία έδειξε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό αγόρι. Ανάμεσά τους δημιουργήθηκε ένας δεσμός αμοιβαίας στοργής, τόσο φυσικός, σαν να υπήρχε από πάντα. Το καλοκαίρι εκείνος της κουβαλούσε νερό με το σταμνί από τη δημόσια βρύση της συνοικίας. Δεν υπήρχε ακόμη τρεχούμενο νερό στα σπίτια, κι ένα γεμάτο σταμνί ήταν καθημερινή ανάγκη. Εκείνη τον περίμενε πάντα με χαμόγελο. 
Τον χειμώνα ο Αλκιβιάδης έκοβε τα ξύλα για το τζάκι, καθάριζε το χιόνι από την αυλή και φρόντιζε τον κήπο της, όχι γιατί του το ζητούσε, αλλά γιατί ένιωθε πως αυτές οι δουλειές του ανήκαν. Η Ασπασία το είχε καταλάβει και δεχόταν τη βοήθειά του με μια τρυφερότητα που δεν χρειαζόταν λόγια. Το σπίτι της μοσχοβολούσε πάντοτε. Άλλοτε από φρεσκοψημένο ψωμί, άλλοτε από γλυκά του κουταλιού, πίτες ή φαγητά που σιγόβραζαν στην κατσαρόλα. Και ποτέ δεν τον άφηνε να φύγει χωρίς να τον φιλέψει. Ιδιαίτερη θέση στις αναμνήσεις του κατείχε το πρωτοχρονιάτικο ποδαρικό. Η Ασπασία πίστευε βαθιά στη δύναμη του εθίμου και κάθε παραμονή τον παρακαλούσε να είναι εκείνος που θα περνούσε πρώτος το κατώφλι του σπιτιού της με τον καινούργιο χρόνο. Πίστευε πως τα παιδιά κουβαλούν αθώα καρδιά και καλή τύχη. Για εκείνη ο Αλκιβιάδης ήταν το γούρι του σπιτιού της, κι εκείνος εκτελούσε το μικρό αυτό τελετουργικό με τη σοβαρότητα και την ευλάβεια που μόνο ένα παιδί μπορεί να δείξει. 
....Ακόμη πιο βορειοδυτικά, ύστερα από δυο ακόμη σπίτια με κήπους, στεκόταν ένα ψηλό διώροφο σπίτι που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα της γειτονιάς. Έμοιαζε σχεδόν με αρχοντικό, επιβλητικό μέσα στην απλότητά του. Εκεί έμενε επίσης μια χήρα γυναίκα με τους δυο γιους της. Ο μεγαλύτερος είχε ακολουθήσει τον δρόμο του στρατού και είχε μείνει μόνιμα στις τάξεις του. Ο μικρότερος είχε τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο, όπως λεγόταν τότε, και περίμενε σύντομα να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία. Η μάνα τους πάλευε μόνη της να κρατήσει το σπίτι όρθιο. Ήταν μια στεγνή, αδύνατη γυναίκα γύρω στα πενήντα, από εκείνες τις γυναίκες της εποχής που δεν περίμεναν βοήθεια από κανέναν. Άλλοτε δούλευε ως καθαρίστρια, άλλοτε βοηθούσε γυναίκες στις γέννες ως μαμή. Έκανε ό,τι μπορούσε για να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια. 
Στην αυλή του σπιτιού της υψώνονταν δυο τεράστιες καρυδιές. Ήταν τόσο μεγάλες και τόσο παλιές, που έδιναν την εντύπωση πως βρίσκονταν εκεί πολύ πριν κατοικηθούν τα σπίτια γύρω τους. Οι θεόρατοι κορμοί τους, γεμάτοι σημάδια του χρόνου, έμοιαζαν σαν να φύλαγαν μέσα τους τις ιστορίες όλων όσοι πέρασαν από τη γειτονιά. Ίσως να ήταν εκεί από τα χρόνια των παλιών αρχόντων, από εποχές που κανείς πια δεν θυμόταν. Κάτω από τη σκιά τους υπήρχε το πηγάδι με την τουλούμπα του νερού, ένα σημείο καθημερινής ζωής για τους ανθρώπους του σπιτιού αλλά και μια μικρή υπενθύμιση μιας εποχής όπου το νερό, η αυλή, το δέντρο και η γειτονιά ήταν δεμένα μεταξύ τους. Οι καρυδιές αυτές δεν ήταν απλώς δέντρα. Ήταν σιωπηλοί παρατηρητές. Είχαν ακούσει παιδικά γέλια, οικογενειακές κουβέντες, στεναγμούς, χαρές και λύπες. Είχαν γίνει μέρος της μνήμης του τόπου. 
Πάνω από τα σπίτια αυτά απλωνόταν μια μεγάλη ανηφόρα και στο πλάτωμα, σαν αετοφωλιά, στεκόταν το σπίτι της Ιόλης. Είχε μια μεγάλη αυλή, με μια τεράστια συκιά και δυο όμορφες αμυγδαλιές που την στόλιζαν κάθε εποχή με τον δικό τους τρόπο. Εκεί, προς τα τέλη του Φλεβάρη και τις αρχές του Μάρτη, η άκρη της αυλής γέμιζε κίτρινα κρινάκια. Το χρώμα τους ξεχώριζε μέσα στο ακόμα χειμωνιάτικο τοπίο και το λεπτό τους άρωμα έδινε μια ξεχωριστή γλυκύτητα στον χώρο. Η Ιόλη, μόλις έντεκα χρονών τότε, ήταν ένα κορίτσι που ξεχώριζε αμέσως. Ήταν πολύ ψηλή για την ηλικία της, με γερό κορμί και μια παρουσία που έκανε πολλούς να τη θεωρούν μεγαλύτερη απ’ όσο πραγματικά ήταν. Ίσως γι’ αυτό τραβούσε τα βλέμματα στη γειτονιά. Η μητέρα της, αντίθετα, ήταν μικροκαμωμένη και λεπτοκαμωμένη γυναίκα. Περιποιημένη, φιλάρεσκη και πάντα προσεγμένη στην εμφάνισή της, είχε μια ζωντάνια που δεν περνούσε απαρατήρητη. Με τα καστανόξανθα σγουρά μαλλιά της και το σπιρτόζικο πρόσωπό της, έδινε την εντύπωση μιας γυναίκας με έντονη προσωπικότητα, γεμάτης αυτοπεποίθηση και φρεσκάδα. Στη γειτονιά ήταν από εκείνες τις γυναίκες που όλοι πρόσεχαν. Όχι μόνο για την εμφάνισή της, αλλά και για τον τρόπο που μιλούσε, κινούνταν και συμμετείχε στη ζωή των ανθρώπων γύρω της. «Οι ψηλές είναι για την παρέλαση και οι κοντές για το κρεβάτι», συνήθιζε να λέει ο σοφός παππούς του, εκφράζοντας με τον δικό του τρόπο τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής. 
Η μητέρα της Ιόλης ήταν τότε μόλις τριάντα χρονών. Είχε παντρευτεί στα δεκαοκτώ της, όταν βρέθηκε έγκυος στην Ιόλη, και η ζωή της πήρε γρήγορα τον δρόμο που επέβαλαν οι κοινωνικές συνήθειες και οι αντιλήψεις της εποχής. 
Με τα χρόνια είχε βρεθεί μέσα σε έναν γάμο που δεν της πρόσφερε όλα όσα ίσως περίμενε από τη συντροφικότητα. Ο άνδρας της έλειπε συχνά λόγω των ταξιδιών του και η καθημερινότητά της περνούσε κυρίως μέσα στο σπίτι, αφήνοντάς της πολύ χρόνο να σκέφτεται, να ονειρεύεται αλλά και να αισθάνεται τις ελλείψεις της. Ήταν μια γυναίκα με ζωντάνια, με ανάγκη για επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή. Κι ίσως αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική της ζωηράδα και στη μοναχική της καθημερινότητα να ήταν αυτό που έκανε πολλούς στη γειτονιά να την προσέχουν και να μιλούν γι’ αυτήν. Ο πατέρας της Ιόλης ήταν ένας σαραντάρης άνδρας, με πλούσια κατσαρά μαλλιά και μέτριο ανάστημα. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης πολλές φορές απορούσε πώς γινόταν η κόρη του να έχει πάρει τόσο πολύ ύψος, αφού η σωματική της διάπλαση διέφερε τόσο έντονα από εκείνη των γονιών της. 
Η δουλειά του τον έφερνε συχνά μακριά από το σπίτι. Ταξίδευε και εργαζόταν κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, με αποτέλεσμα να απουσιάζει μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογενειακή εστία. Η συνεχής απουσία του δεν επηρέαζε μόνο την καθημερινή λειτουργία της οικογένειας, αλλά δημιουργούσε και μια συναισθηματική απόσταση ανάμεσα στα μέλη της. Η Ιόλη μεγάλωνε με έναν πατέρα που αγαπούσε, αλλά που πολλές φορές ήταν περισσότερο μια ανάμνηση παρά μια καθημερινή παρουσία. Η μητέρα της, από την άλλη, κουβαλούσε τη σιωπή και τη μοναξιά μιας γυναίκας που είχε μάθει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής. 
Στις μικρές κοινωνίες της εποχής εκείνης, οι απουσίες, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες και τα προσωπικά αδιέξοδα των ανθρώπων συχνά γίνονταν αντικείμενο σχολίων, ψιθύρων και ιστοριών που μεγάλωναν από στόμα σε στόμα. Και κάπως έτσι η γειτονιά γινόταν ένας καθρέφτης, όπου φανερώνονταν όχι μόνο οι χαρές αλλά και οι κρυφές δυσκολίες των ανθρώπων της. Η ιστορία τους ξεκινά λίγο μετά την αναχώρηση του πατέρα της Ιόλης για ακόμη ένα από τα μεγάλα του ταξίδια. Η απουσία του ήταν πλέον κάτι συνηθισμένο στην οικογένεια, ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους που όλοι είχαν μάθει να αποδέχονται. Η μητέρα της Ιόλης αποφάσισε τότε να κάνει μια μικρή ανακαίνιση στο σπίτι. Όχι κάτι μεγάλο· περισσότερο ένα φρεσκάρισμα, λίγα μερεμέτια, λίγο χρώμα στους τοίχους και μια προσπάθεια να αλλάξει κάπως η εικόνα του σπιτικού τους. 
Η Ιόλη εκείνες τις ημέρες θα έμενε μέχρι αργά το βράδυ στη Μερόπη. Τα σπίτια τους τα χώριζε μόλις ένα τετράγωνο και τα κορίτσια περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί. Ετοίμαζαν ένα θεατρικό μονόπρακτο για το σχολείο, γεμάτο χιούμορ, κέφι και έξυπνες ατάκες. Οι πρόβες τους είχαν γίνει καθημερινή συνήθεια. Γελούσαν, διόρθωναν τα λόγια τους, άλλαζαν τον τρόπο που έλεγαν τις ατάκες και ξανάπαιζαν τις ίδιες σκηνές μέχρι να τις πετύχουν όπως ήθελαν. Ήταν εκείνη η ηλικία που η φαντασία, το παιχνίδι και η δημιουργία έμοιαζαν να γεμίζουν ολόκληρο τον κόσμο τους. Η γειτονιά, οι αυλές και τα σπίτια γύρω τους αποτελούσαν το σκηνικό μιας παιδικής ζωής που κυλούσε απλά, μέσα σε μικρές χαρές και καθημερινές περιπέτειες. 
Όταν η μητέρα της Ιόλης αντιμετώπισε μια δυσκολία με ένα βαρύ έπιπλο που έπρεπε να μετακινηθεί, σκέφτηκε να ζητήσει βοήθεια από τη γειτόνισσα, τη μαμή που έμενε πιο κάτω στο ρέμα. Η μαμή τής είπε πως, αν δεν είχε αντίρρηση, θα μπορούσε να της στείλει τον μικρότερο γιο της. Ήταν είκοσι χρονών, λίγο πριν παρουσιαστεί στον στρατό, και αυτή την περίοδο δεν είχε ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Η πρόταση της φάνηκε χρήσιμη και την ευχαρίστησε προκαταβολικά. Όταν λίγο αργότερα χτύπησε η πόρτα και την άνοιξε, για μια στιγμή ξαφνιάστηκε. Είχε καιρό να δει τον νεαρό. Στη μνήμη της τον είχε ακόμη σαν το παιδί της γειτονιάς, όμως μπροστά της στεκόταν πλέον ένας νέος άνδρας. Η αλλαγή αυτή την αιφνιδίασε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση του νεαρού που της έκανε εντύπωση, αλλά κυρίως το γεγονός πως, μέσα στη σιωπηλή καθημερινότητά της, ένιωσε ξαφνικά να ξυπνούν σκέψεις και συναισθήματα που για καιρό είχε αφήσει στην άκρη. Ο άνδρας της έλειπε για μεγάλα διαστήματα στα βουνά της Ροδόπης, η Ιόλη βρισκόταν απασχολημένη με τις πρόβες του θεατρικού της στης Μερόπης, και το σπίτι εκείνο το απόγευμα έμοιαζε πιο ήσυχο από ποτέ. Κοιτάζοντας τον νεαρό να προσπαθεί να τη βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εσωτερική αναστάτωση. Ήταν η στιγμή που η μοναξιά, η ανάγκη για συντροφικότητα και η ανθρώπινη επιθυμία συναντήθηκαν μέσα της και την έβαλαν σε μια δύσκολη προσωπική δοκιμασία. Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσε πως δεν ήταν μόνο μητέρα και σύζυγος· ήταν και γυναίκα. Τον ρώτησε αν βιαζόταν, αν είχε κάποια άλλη δουλειά ή αν θα τον καθυστερούσε. «Όχι! Ήρθα να βοηθήσω. Μετά θα πήγαινα στη λέσχη για μπιλιάρδο να περάσει η ώρα μου.» «Αφού δεν βιάζεσαι, κάτσε τότε. Έχεις φάει;» «Ναι, μόλις τελείωσα το μεσημεριανό. Από το τραπέζι έρχομαι.» «Ωραία. Να σου φτιάξω πρώτα έναν καφέ. Πώς τον πίνεις;» «Μέτριο, προς το γλυκό.» Χαμογέλασε. «Κοίτα να δεις. Έχουμε τα ίδια γούστα. Ώστε στη λέσχη για μπιλιάρδο;» «Ναι. Εκτός κι αν θέλεις κι άλλη βοήθεια. Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη.» «Αν θέλω λέει!» του απάντησε γελώντας. Τα λόγια της ακούστηκαν απλά, καθημερινά, όμως μέσα της κάτι είχε αλλάξει. Η παρουσία του νεαρού άνδρα είχε αναστατώσει τη συνηθισμένη ησυχία του σπιτιού και είχε ξυπνήσει μέσα της συναισθήματα που για καιρό παρέμεναν κρυμμένα κάτω από τις υποχρεώσεις και τη μοναξιά. «Λοιπόν, πιες τον καφέ σου με την ησυχία σου. Πάω στην κρεβατοκάμαρα να βάλω κάτι πιο πρόχειρο για τις δουλειές και επιστρέφω.» Και καθώς απομακρυνόταν, ένιωθε πως εκείνο το απόγευμα ίσως να μην ήταν απλώς μια ακόμη συνηθισμένη μέρα στη γειτονιά. Όλα τα σημάδια, για έναν πιο έμπειρο παρατηρητή, ίσως να ήταν φανερά. Η γυναίκα δεν αναζητούσε απλώς μια βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού· η παρουσία του νεαρού είχε αναστατώσει κάτι βαθύτερο μέσα της. Εκείνος όμως, νέος ακόμη και άπειρος στα παιχνίδια των ενηλίκων, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τι συνέβαινε. Τον άφησε για λίγο μόνο στο σαλονάκι να τελειώσει τον καφέ του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Όταν επέστρεψε, είχε αλλάξει ρούχα και φορούσε κάτι πιο άνετο για τις δουλειές του σπιτιού. Η εμφάνισή της ήταν διαφορετική από πριν· πιο ανάλαφρη, πιο προσεγμένη, σαν να ήθελε ασυναίσθητα να θυμίσει όχι μόνο στον νεαρό αλλά και στον ίδιο της τον εαυτό πως παρέμενε μια γυναίκα με παρουσία και γοητεία. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τα βλέμματα να συναντιούνται. Μικρές παύσεις, αμήχανες σιωπές και χαμόγελα που έλεγαν περισσότερα από τα λόγια. Εκείνη καταλάβαινε πως είχε δημιουργηθεί μια αδιόρατη ένταση ανάμεσά τους. Ο νεαρός, από την άλλη, βρισκόταν σε μια ηλικία που ανακάλυπτε τον κόσμο των ενηλίκων, χωρίς ακόμη να γνωρίζει τα όρια και τις συνέπειες των επιλογών τους. Για τη γυναίκα εκείνη, η παρουσία του δεν ήταν μόνο θέμα έλξης. Ήταν η ξαφνική υπενθύμιση μιας πλευράς του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στη ρουτίνα, στις απουσίες του συζύγου της και στις καθημερινές ευθύνες. Και κάπου εκεί γεννήθηκε μέσα της ένας δύσκολος πειρασμός: η επιθυμία να ξεφύγει για λίγο από τον ρόλο που κουβαλούσε τόσα χρόνια και να αισθανθεί ξανά απλώς γυναίκα. Με τη βοήθειά του μετέφερε τη βαριά ξύλινη σκάφη στον εσωτερικό διάδρομο του σπιτιού. Ήταν ένα από εκείνα τα αντικείμενα της καθημερινότητας που κουβαλούσαν πάνω τους τη μνήμη μιας άλλης εποχής, τότε που οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια και ο κόπος έμενε χαραγμένος στο σώμα. Όταν τελείωσαν τις εργασίες, εκείνη ένιωθε κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Του ζήτησε να τη βοηθήσει λίγο ακόμη, περισσότερο σαν να αναζητούσε μια ανθρώπινη παρουσία παρά μια πρακτική βοήθεια. Εκείνος ένιωσε αμήχανα. Δεν ήταν σίγουρος πώς έπρεπε να αντιδράσει, γιατί για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν πως ανάμεσά τους υπήρχε κάτι διαφορετικό από μια απλή γειτονική εξυπηρέτηση. Η γυναίκα, αντίθετα, γνώριζε πολύ καλά τι συνέβαινε μέσα της. Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό ένιωθε πως κάποιος την πρόσεχε, πως δεν ήταν μόνο η σύζυγος που περίμενε, η μητέρα που φρόντιζε, η γυναίκα των καθημερινών υποχρεώσεων. Ένιωθε ξανά επιθυμητή. Ο νεαρός παρέμενε σιωπηλός. Στο βλέμμα του υπήρχε αμηχανία, έκπληξη αλλά και μια πρωτόγνωρη έλξη που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Εκείνη κατάλαβε τη σιωπή του. Δεν ήταν άρνηση, αλλά ούτε και βεβαιότητα. Ήταν η στιγμή που και οι δύο βρέθηκαν μπροστά σε ένα όριο: εκείνη, ανάμεσα στην ανάγκη και στις επιλογές της· εκείνος, ανάμεσα στην περιέργεια της νιότης και στην επίγνωση ότι κάθε πράξη έχει συνέπειες. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτα άλλο παρά μόνο η σιωπή του σπιτιού και ο ήχος της ανάσας τους. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, περισσότερο από οποιαδήποτε κίνηση, φάνηκε η πραγματική ένταση της στιγμής. Της είπε πως δυσκολευόταν να πιστέψει ότι κάτι που για καιρό υπήρχε μόνο στη φαντασία του είχε ξαφνικά γίνει πραγματικότητα. Τα λόγια του την ξάφνιασαν, αλλά ταυτόχρονα την κολάκευσαν. Για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε πως κάποιος την έβλεπε όχι μόνο ως σύζυγο και μητέρα, αλλά ως γυναίκα. Ένα χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. Τον ρώτησε αν τα εννοούσε πραγματικά ή αν ήταν απλώς λόγια της στιγμής. Εκείνος της απάντησε με ειλικρίνεια, κι εκείνη ένιωσε μια παράξενη ικανοποίηση από την αποκάλυψη αυτή. Ήταν σαν να ανακάλυπτε μια πλευρά του εαυτού της που είχε μείνει κρυμμένη για χρόνια. Από εκείνη τη μέρα κάτι άλλαξε ανάμεσά τους. Η σχέση τους δεν ήταν πια μια τυχαία στιγμή, αλλά ένα μυστικό που έπρεπε να προστατευτεί. Οι συναντήσεις τους έγιναν πιο προσεκτικές, πιο διακριτικές, καθώς και οι δύο γνώριζαν πως η γειτονιά ήταν ένας μικρός κόσμος όπου τίποτα δεν έμενε για πάντα κρυφό. Για εκείνη ήταν μια επιστροφή σε μια ξεχασμένη αίσθηση ζωντάνιας. Για εκείνον ήταν η πρώτη μεγάλη εμπειρία που τον έφερνε αντιμέτωπο με την πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, των επιθυμιών και των επιλογών. Και έτσι, πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός σπιτιού στη γειτονιά, άρχισε να ξετυλίγεται μια ιστορία που κανείς γύρω τους δεν γνώριζε ολόκληρη
...Και όμως, εκείνη τη στιγμή η Ιόλη αντίκρισε μια πλευρά της μητέρας της που ποτέ δεν είχε φανταστεί. Επιστρέφοντας απρόσμενα στο σπίτι για να πάρει κάποιες σημειώσεις, βρέθηκε μπροστά σε μια εικόνα που την αιφνιδίασε και την έκανε να σταματήσει απότομα. Για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να επεξεργαστεί αυτό που έβλεπε. Η μητέρα της, ο άνθρωπος που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στον κόσμο της οικογένειας, παρουσιαζόταν ξαφνικά ως μια γυναίκα με δικά της συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες. Η πρώτη της αντίδραση ήταν η άρνηση· μια προσπάθεια του μυαλού της να απομακρύνει μια πραγματικότητα που την αναστάτωνε. Χωρίς να γίνει αντιληπτή, απομακρύνθηκε σιωπηλά. Δεν ήξερε τότε αν αυτό που ένιωθε ήταν θυμός, απογοήτευση ή απλώς σύγχυση. Ήταν ένα βάρος που κουβαλούσε μόνη της, γιατί αφορούσε δύο ανθρώπους που αγαπούσε και μια οικογένεια που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε. Με τον χρόνο, όμως, η πρώτη ένταση υποχώρησε. Η Ιόλη άρχισε να βλέπει την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Δεν δικαιολογούσε απαραίτητα την επιλογή της μητέρας της, αλλά μπορούσε πλέον να κατανοήσει ότι πίσω από μια πράξη υπάρχει συχνά μια ολόκληρη ιστορία από μοναξιά, ανικανοποίητες ανάγκες και σιωπηλές πληγές. Σιγά σιγά πέρασε από την άρνηση στην αποδοχή μιας δύσκολης αλήθειας: οι γονείς της δεν ήταν μόνο οι ρόλοι που είχε γνωρίσει. Ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, λάθη, επιθυμίες και αντιφάσεις. Και αυτή η ανακάλυψη, όσο επώδυνη κι αν ήταν, την ανάγκασε να δει τον κόσμο των ενηλίκων με μια νέα, πιο σύνθετη ματιά. Η αποκάλυψη αυτή άνοιξε μέσα στην Ιόλη έναν κόσμο που μέχρι τότε δεν γνώριζε. Δεν ήταν μόνο το γεγονός που είχε δει· ήταν κυρίως η αλλαγή στον τρόπο που άρχισε να βλέπει τη μητέρα της. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως πίσω από τον ρόλο της μητέρας υπήρχε μια γυναίκα με δικές της ανάγκες, επιθυμίες, απογοητεύσεις και αδυναμίες. Η σκέψη αυτή την μπέρδευε. Από τη μια ένιωθε ότι είχε παραβιαστεί ένας χώρος που θεωρούσε ιερό, ο κόσμος της οικογένειας. Από την άλλη, αντιλαμβανόταν πως ο γάμος των γονιών της δεν ήταν τόσο απλός όσο φαινόταν από τα μάτια ενός παιδιού. Υπήρχαν σιωπές, αποστάσεις και ανεκπλήρωτες ανάγκες που εκείνη δεν μπορούσε ακόμη να κατανοήσει πλήρως. Με αμηχανία αποφάσισε κάποια στιγμή να μιλήσει στη Μερόπη. Ήταν δύσκολο να βρει τις λέξεις. Δεν ήθελε να προδώσει τη μητέρα της, ούτε ήθελε να κουβαλά μόνη της ένα μυστικό που την πίεζε. «Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω», της είπε τελικά. «Έμαθα κάτι για τη μητέρα μου και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου». Η Μερόπη την άκουσε χωρίς να τη διακόψει. Κατάλαβε πως η Ιόλη δεν χρειαζόταν εύκολες απαντήσεις, αλλά έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά της. Εκείνη η περίοδος ήταν για την Ιόλη ένα πέρασμα σε μια πιο δύσκολη γνώση της ζωής: ότι οι μεγάλοι άνθρωποι δεν είναι πάντα όπως τους φανταζόμαστε, ότι οι σχέσεις τους έχουν αντιφάσεις και ότι πολλές φορές τα παιδιά βλέπουν μόνο την επιφάνεια μιας ιστορίας που είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ξύπνησαν μέσα της τα πρώτα νεανικά ερωτικά σκιρτήματα, τα οποία συνοδεύονταν από μια αυθόρμητη εμφάνιση των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων στην πρώιμη νεότητα της. Η Ιόλη νιώθει μια σεξουαλική έλξη για τον εραστή της μητέρας της ως μια μορφή του «συμπλέγματος της Ηλέκτρας». Υποσυνείδητα θελει να αναλάβει τον ρόλο της μητέρας της στην αγκαλιά του εραστή, να τη φιλά παθιασμένα, και να της ψιθυρίσει στο αυτί της πόσο τη θελει. Με αμηχανία εκμυστηρεύεται και μοιράζεται το πολύ προσωπικό στην Μερόπη ότι εδώ και λίγο καιρό έχει καταλάβει ότι η μητέρα της απατάει τον πατέρα της με έναν πολύ νεότερο άνδρα. Τι να κάνει; Πώς μπορεί να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση. Δεν ένιωθε απαραίτητα ιδιαίτερα άσχημα στο πρόβλημα, και η στάση της αυτή κρύβει μια βαθύτερη επιθυμία της, που ήταν πως πολύ θα ήθελε να σμίξει και εκείνη με το νεαρό άνδρα κάποια στιγμή. Η παμπόνηρη και αθυρόστομη ξαδερφούλα του Αλκιβιάδη η Μερόπη λες και διάβασε τις σκέψεις της Ιόλης, της βρήκε τη λύση στο ερώτημα πως να διαχειριστεί αυτή τη δύσκολη υπόθεση, που την προσγειώνει. «Τι να κάνεις;. Μην είσαι αφελής, κάνε συμφωνία με την μαμά σου μόλις αποκτήσεις περίοδο και ωρίμανση να σου τον δώσει εσένα τον νεαρό. Που και που της τον δανείζεις και αυτής για τη χάρη που θα σου κάνει». Της λέει χαμογελώντας. «Τη βρίσκω πολύ δίκαιη συμφωνία» συμπλήρωσε με μια παιχνιδιάρικη διάθεση για να την πειράξει. «Η περίοδος μου έχει ξεκινήσει ήδη» λέει κάπως προβληματισμένη η Ιόλη και βγάζει έναν αναστεναγμό, σημάδι ότι εκφράζει αμφιβολίες, για την πρόταση της Μερόπης, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αρνητική! «Τι έπαθες Ιόλη μου και σε βλέπω έτσι αλαφιασμένη;!» Της λέει η Μερόπη. Η Ιόλη έδειχνε αιφνιδιασμένη, διστακτική, σαν να μην απορρίπτει άμεσα την πρόταση, αντίθετα, αφήνει περιθώρια πιθανής αποδοχής, δείχνοντας ότι η πρόταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον, παρά το απρόσμενα δύσκολο να υλοποιηθεί. «H αλόγα η αψηλιά και άχαρη, δεν είναι ιδέα μου...τη γαργαλάει το μουνάκι της... γουστάρει και τον νεαρό να της ηρεμήσει το γαργαλητό..... ψάχνεται από τώρα για επιβήτορα!» Αυτά βέβαια η Μερόπη δεν τα εξέφρασε ανοιχτά, (φόρα παρτίδα) στην Ιόλη, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό της. Σήμερα ο Αλκιβιάδης αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα εκείνης της προ εφηβικής τους ηλικίας τους ... σκέπτεται με ψύχραιμη και ουδέτερη στάση ότι η Ιόλη και η Μερόπη από τα ένδεκα τους χρόνια είχαν προχωρημένες σκέψεις και ανησυχίες για τις σεξουαλικές επιθυμίες και την ανακάλυψη της ηδονής. Η σεξουαλική τους ωρίμανση είχε ήδη ενεργοποιηθεί, και η ενεργοποίηση τους αυτή συνοδευόταν από την αναζήτηση της σεξουαλικής ικανοποίησης τους
Έχουν περάσει μερικές εβδομάδες ήδη, που ειχαν εσπευσμένα μετακομίσει από το σπίτι και από την γειτονιά τους η Νεφέλη με τον σύζυγο της. Λένε πως οι μετακομίσεις συχνά κλείνουν έναν κύκλο και ανοίγουν έναν νέο, τόσο για αυτούς που φεύγουν όσο και για αυτούς που μένουν πίσω. 
 ..... Η συζυγική σχέση του Κλεαρχου με την Ιοκάστη στη συνέχεια κυλούσε σε «ήρεμα νερά» χωρίς αναταράξεις και προβλήματα. Μπορεί να μην υπήρχε λήθη, αλλά τη διαχείριση της σχέσης τους την τακτοποίησαν και πάλι το ίδιο εκείνο βράδυ. Τακτοποίησαν τις διαφορές τους αυτόματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στρατηγικές που συνήθιζαν, ακόμα κι αν αυτές δεν επίλυαν το ουσιαστικό πρόβλημα. Η Ιοκάστη νιώθει ανήμπορη να λειτουργήσει αυτόνομα, να αισθανθεί ευτυχισμένη χωρίς την συνεχή επιβεβαίωση και την παρουσία του Κλεαρχου. 
Στο βόρειο μέρος της αυλής του σπιτιού που έμεναν ξεκινούσαν τσιμεντένια σκαλοπάτια που κατέληγαν σ’ ένα ανηφορικό σοκάκι και από εκεί στον εξωτερικό  δρόμο. Τα σκαλοπάτια κατέληγαν σε έναν διαδρομο απέναντι από την κυρία είσοδο στην αυλή τους. Στο διαδρομο διπλά στα σκαλοπάτια ο Κλέαρχος είχε στήσει έναν ξύλινο πάγκο και επάνω του είχε τοποθετήσει την Μηχανή Ρελιάσματος που γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια. Ο Κλέαρχος ήταν ένας μανιώδης κυνηγός και ένας πραγματικός φυσιολάτρης. Από την νεαρή του ηλικία, εδώ και χρόνια γέμιζε τα κυνηγετικά του φυσίγγια στο χέρι, με άριστη ποιότητα υλικών. Το να φτιάξει κανείς ένα καλό φυσίγγιο δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο.
Είναι περασμένο μεσημέρι το σκηνικό γύρω είναι ένας μουντός βροχερός καιρός αλλά με υψηλή θερμοκρασία και ο Κλέαρχος παλεύει στο πάγκο του με τα φυσίγγια του, όταν μέσα από το σοκάκι στο τελευταίο πλατύσκαλο εμφανίζεται η Νιόβη ντυμένη με φούστα midi και κοντό ανοιξιάτικο σακάκι. Η Νιόβη ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το στενό πουκάμισο της, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο λευκό ύφασμα. Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν λιγοστές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων στην πόλη, αλλά μεχρι πρόσφατα πριν έλθει στην πόλη στο χωριό ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν τα  βράδια, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.
Νωπές είναι οι μνήμες της από το επεισόδιο με τον γείτονα της τον Κλέαρχο να είναι στο απέναντι υπνοδωμάτιο της γειτόνισσας τους Νεφέλης  και τα τρία μικρά κοριτσόπουλα να προσπαθούν να πάρουν μάτι μέσα από τις γρίλιες του παράθυρου τον Κλέαρχο ξαπλωμένο ανάσκελα και Νεφέλη πάνω στο καυλί του! Κατάλαβε πως η Νεφέλη και ο Κλέαρχος ψωνίστηκαν όταν ο σύζυγος της Νεφέλης απουσίαζε στην πατρίδα τους και η γυναίκα του Κλεαρχου η Ιοκάστη δούλευε, στον κάμπο. Η Νιόβη
αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Κλείστηκε στην κάμαρα της και, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της μεχρι να έρθει σε οργασμό. 
 ...Η Νιόβη από εκεί απ' το πλατύσκαλο αντιλαμβάνεται τον Κλέαρχο στον πάγκο του, συγκεντρωμένο με αφοσίωση στη δημιουργική χειρωνακτική δραστηριότητα του, με πάθος και αφοσίωση στην εργασία του, αγνοώντας το περιβάλλον του. Κοντοστέκεται στο μεγάλο πλατύσκαλο αφήνει σκόπιμα έναν φάκελο παρουσίασης με σημειώσεις να πέσει από τα χέρια της στο τσιμέντο σε μια κλασική τεχνική να κεντρίσει την προσοχή του Κλέαρχου και να του μεταφέρει κρυφά μια πληροφορία. Ο ξαφνικός ήχος του φακέλου στο δάπεδο λειτουργεί ως ερέθισμα και διακόπτει την αποξένωση του Κλεαρχου από το περιβάλλον, τον ενεργοποιεί και η προσοχή του στρέφεται στο κορίτσι!  Η Νιόβη ρίχνει μια ματιά στον Κλέαρχο, το βλέμμα της είναι παιχνιδιάρικο, με νάζι και πονηριά (Αχ συγνώμη που σε έκανα να ανησυχήσεις, δεν το ήθελα). Είναι ένα βλέμμα που «μιλάει» και δείχνει διάθεση για φλερτ, χωρίς να είναι απαραίτητα σοβαρό. Δεν ήθελε να δείξει ότι το ήθελε, αλλά το βλέμμα της «πρόδιδε» την επιθυμία της.
Στη συνέχεια με μια άμεση, ενεργητική αντίδραση για να διορθώσει δήθεν την κατάσταση, σκύβει να πάρει το φάκελο αδέξια, οι σημειώσεις σκόρπισαν. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι σε διάσταση και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Προσπαθεί με ηρεμία και αργές κινήσεις να ανακτήσει τον έλεγχο του φακέλου και να μαζέψει τις σημειώσεις. Μαζεύοντας τα χαρτιά της, στριφογυρίζει στη θέση της ώστε ο Κλέαρχος που βρίσκεται τώρα ακριβώς πίσω της χαμηλά στην αυλή και σε κάποια σχετικά μικρή απόσταση να να έχει θέα τους γυμνασμένους γλουτούς της και στην υπερυψωμένη περιοχή του όρους της Αφροδίτης μέσα από τι μικρό κιλοτάκι της.
Ο Κλέαρχος την κοιτούσε με ελαφρώς ανοιχτό στόμα χαλαρά χείλη, ενισχύοντας την αίσθηση στο ενδιαφέρον που του προκαλεί το κορίτσι. «Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρό μου τι καύλα είσαι εσύ!» Μονολόγησε ο Κλέαρχος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα βλέμματα τους συναντούνται και  αναμετράει ο ένας τον άλλο. Τα μαύρα μάτια του ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα δυο του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον περιορίσει. Η Νιόβη σηκώθηκε όρθια του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Κλέαρχο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και χόρευαν οι ρώγες της. Το κορίτσι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό ερωτικά σκιρτήματα που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί τα βράδια. Η Νιόβη, ένιωθε μια ευχάριστη περιέργεια για το ενδιαφέρον που της έδειχνε ο άνδρας. Άκουσε τη φωνή της μητέρας της να ψιθυρίζει στο μυαλό της.«Εε, λοιπόν, αυτός είναι ένας άντρας που δε θα είχα πρόβλημα να του κατεβάσω το παντελόνι.» Η ανάρμοστη σκέψη την έκανε να νιώσει ντροπή κι έδιωξε τα μη λογοκριμένα σχόλια της μητέρας της απ’ το μυαλό της. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει.
...Η βροχή είχε σταματήσει όταν έφτασε και ο Αλκιβιάδης στο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα. Τους είδε. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Το δεξί του χέρι χάιδευε τρυφερά τους μηρούς της. Ήταν σίγουρος στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με του φαγητού που έβραζε και δοκίμαζε εάν είναι έτοιμο.  Ο Κλέαρχος όπως είχε τον τρόπο του στην κρεβατοκάμαρα έτσι είχε τον τρόπο του και στην κουζίνα.  Μαγείρευε για την οικογένεια αρκετές φορές γιατί η Ιοκάστη δουλεύει πολλές ώρες.. Ναι δεν μαγείρευε κάτι ιδιαίτερα πέρα από τα συνηθισμένα και τα κατάφερνε πολύ καλά..
Η Νιόβη, πρέπει πριν μπει ο Αλκιβιάδης μέσα να είχε αφεθεί στο χάδι του. Να ένιωθε το χέρι του αργά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, να είχε κλείσει τα μάτια και το εσώρουχό της να είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τα παλιά. Ελαφρό-λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι. Κάθισε σεμνότερα.
Ο Αλκιβιάδης τους κοιτούσε. Αυτή ήταν δεκαοχτώ χρονών περίπου κι ο Κλέαρχος τριάντα δυο, τόσο νέα! Φαινόταν κοριτσάκι μπροστά του. Η ζωή της ανήκε.
Ο Κλέαρχος φώναξε τον Αλκιβιάδη εκεί έξω στην αυλή. Μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό, του έδωσε χρήματα να τρέξει να αγοράσει μια σαμπρέλα ποδηλάτου για το ποδήλατο που τους είχε δανείσει ο φύλακας του ορυζόμυλου. Το κατάστημα ήταν μακριά στο κέντρο της πόλης. Ο Αλκιβιάδης, αντί να δείξει υπακοή, προέβαλε αντιρρήσεις, αρνήθηκε πεισματικά, δεν του άρεσε η ιδέα να τους αφήσει μόνους. Ο Κλέαρχος του αγρίεψε αλλά στη συνέχεια άλλαξε γνώμη, το ξανασκέφτηκε έβαλε πάλι τα χρήματα στην τσέπη του μουρμουρίζοντας. Ο Αλκιβιάδης μουρμούρισε και αυτός στον εαυτό του. «Κάνε υπομονή μέχρι τα δέκα οκτώ σου και τότε εάν σου αγριέψει ξανά τον πατάς στο λαιμό.» Είπαμε ήταν μόνο δέκα χρόνων..  Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα δέκα του.
.......Ο Αλκιβιάδης, τώρα πια στα ύστερα χρόνια του, είχε πάψει να αναζητά τον ένοχο και τον αθώο. Οι άνθρωποι, είχε καταλάβει, δεν χωρίζονται εύκολα σε αυτούς που πληγώνουν και σε αυτούς που πληγώνονται. Πολλές φορές είναι και τα δύο μαζί. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί μια στιγμή να γίνει η αιτία του πόνου και την άλλη στιγμή να είναι το καταφύγιο εκείνου που πληγώνει.   Θυμόταν τον Κλέαρχο και την Ιοκάστη σαν δύο ανθρώπους δεμένους από μια αόρατη κλωστή, που είχε δοκιμαστεί πολλές φορές αλλά ποτέ δεν είχε κοπεί. Δεν ήξερε αν αυτή η κλωστή ήταν η αγάπη, η συνήθεια, ο φόβος της μοναξιάς ή όλα μαζί. Ίσως τελικά οι μεγάλες σχέσεις να μη στηρίζονται ποτέ σε ένα μόνο συναίσθημα.
Η Ιοκάστη δεν ήταν μια γυναίκα που απλώς υπέμενε. Ήταν μια γυναίκα της εποχής της, μεγαλωμένη μέσα σε έναν κόσμο όπου πολλές φορές η οικογενειακή ενότητα θεωρούνταν υπέρτερη από την προσωπική δικαίωση. Είχε μάθει πως η ζωή δεν χαρίζεται και πως ο άνθρωπος πολλές φορές επιλέγει όχι το τέλειο, αλλά αυτό που μπορεί να αντέξει.
Δεν έκλεινε τα μάτια της επειδή δεν έβλεπε. Τα έκλεινε ίσως επειδή έβλεπε πάρα πολλά.
Έβλεπε τον άνδρα της με τις αδυναμίες του, αλλά έβλεπε και εκείνον τον ίδιο άνθρωπο που κάποτε την είχε κάνει να νιώσει μοναδική. Τον Κλέαρχο που είχε μοιραστεί μαζί της φτώχεια, αγωνίες, χαρές, παιδιά, καθημερινές μάχες. Εκείνον που, παρά τα λάθη του, παρέμενε ο άνθρωπος με τον οποίο είχε χτίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Για την Ιοκάστη η αγάπη δεν ήταν μια λογιστική πράξη όπου οι απώλειες και τα κέρδη μπαίνουν σε δύο στήλες. Ήταν περισσότερο σαν ένα παλιό σπίτι. Μπορεί να είχε ρωγμές στους τοίχους, μπορεί κάποια παράθυρα να μην έκλειναν καλά, αλλά μέσα του υπήρχαν οι αναμνήσεις, οι φωνές των παιδιών, οι μυρωδιές της κουζίνας, τα πρωινά και τα βράδια μιας ολόκληρης ζωής.
Ο Αλκιβιάδης, μεγαλώνοντας, κατάλαβε πως η μητέρα του δεν συγχωρούσε επειδή θεωρούσε σωστό αυτό που συνέβαινε. Συγχωρούσε γιατί η ίδια είχε αποφασίσει ότι δεν θα άφηνε ένα λάθος να καταστρέψει όλα όσα είχαν χτίσει μαζί.
Και ίσως αυτή ήταν η δική της δύναμη.
Όχι η αδυναμία της.
Γιατί υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην υποταγή και στην επιλογή. Και μόνο εκείνη γνώριζε πραγματικά σε ποια πλευρά βρισκόταν.
Ο Αλκιβιάδης πολλές φορές αναρωτήθηκε αν η Ιοκάστη ήταν ευτυχισμένη. Μετά από χρόνια κατάλαβε πως ίσως η ερώτηση ήταν λάθος. Η ευτυχία δεν είναι πάντα μια μόνιμη κατάσταση. Είναι μικρές στιγμές μέσα σε μια δύσκολη διαδρομή. Ένα βλέμμα. Ένα άγγιγμα. Ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι. Ένα παιδί που επιστρέφει σπίτι. Ένας άνθρωπος που, παρά όλα όσα έγιναν, κάθεται ακόμη δίπλα σου.
Και εκεί ίσως βρισκόταν το μυστικό της Ιοκάστης.
Δεν αγαπούσε τον Κλέαρχο επειδή ήταν τέλειος.
Τον αγαπούσε επειδή ήταν ο δικός της άνθρωπος.
«Χρειάστηκε μια ζωή ολόκληρη για να καταλάβει πως η μάνα του δεν συγχωρούσε επειδή ξεχνούσε. Συγχωρούσε επειδή θυμόταν περισσότερα από όσα θυμόταν αυτός.»

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Έναρξη της Εφηβίας!
.....

 
Web Informer Button