ADS

click to open

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

....Erotiki Mythoplassia I ...O Epilogos

..Επίλογος! 
..........Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
.«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα».
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Το τραπέζι αποφασίστηκε να γίνει στη πίσω βεράντα του σπιτιού τους, τηρούσε τις καλύτερες προϋποθέσεις από άποψη περιβάλλοντος. Η μεγάλη βεράντα με την πέργκολα που την σκέπαζαν η κληματαριά και οι βουκαμβίλιες μεταμορφώθηκε σε τραπεζαρία. Το τραπέζι στρώθηκε με λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο και οι μυρωδιές έκαναν την βεράντα σαν εξοχική ταβέρνα. Τα τζιτζίκια τερέτιζαν, στα απέναντι πεύκα πανταχού παρόντα αλλά αθέατα, η βραδιά ήταν ζεστή.
Η Ανδρομάχη χαιρόταν αυτή την επιλογή, της άρεσε που, ενώ ήταν στο σπίτι της, ένιωθε σαν να βρισκόταν εντελώς αλλού. Αν και είχε κάποιους φόβους για το επικείμενο εγχείρημα, τους έδιωξε γρήγορα πίνοντας μια ρακή ήδη από την κουζίνα.
Ως τότε, δεν έπινε ποτέ πάνω από ένα δυο ποτηράκια κρασί, έτσι όταν ήπιε μια ρακή, δεν ήξερε αν βούρκωσε εξαιτίας του ποτού ή αν έφταιγε η γλυκόπικρη βεβαιότητα ότι ο ιερέας έφευγε την επόμενη μέρα. Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι με μια πομπώδη χειρονομία και έκανε αέρα στο πρόσωπό της πριν ξεσπάσει σε δάκρυα. Το αποχαιρετιστήριο τραπέζι τους είχε γαρίδες με σκορδάτη, μαγιονέζα με κρίταμα, φρεσκότατα ζουμερά σκουμπριά στη σχάρα, μαϊντανοσαλάτα με πλιγούρι, λεμονάτη καπνιστή μελιτζανοσαλάτα και μία δροσερή σαλάτα με αγγούρι πιπεριές και άνηθο. Όλα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια της.
Τα θαλασσινά συνόδευε ένα κρασί με νεύρο και όγκο, ένα λευκό ξηρό κρασί από την ποικιλία Σαββατιανό …αρχίζοντας και τελειώνοντας το δείπνο με μια ρακή.
Δύσκολος ο αποχαιρετισμός σε μια φαντασιακή ερωτική σχέση που εξατμίζεται στο πέρασμα του χρόνου.
Ο ιερέας! Και η Ναυσικά! Δυο φαντασιακά πρόσωπα! Δυο υπέροχες υπάρξεις, δυο αέρινες παρουσίες, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν και πολλές φορές ταυτίζονται μαζί τους.
Πρόσωπα τόσο οικεία που τον βασανίζει ένα ερώτημα! Θα μπορούσε να είναι αυτοί οι ίδιοι;
Αυτός πάντως τους αγάπησε και την ερωτική του ιστορία την διηγείται με τρυφερότητα. Είναι ίδια η δική τους ερωτική ιστορία, παθιασμένη, που αποκαλύπτεται ισορροπώντας ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή τους αλήθεια και στο ιδανικό παραμύθι. Ο πραγματικός του κόσμος σταμάτησε για λίγο, καθώς μπήκε κι ο ίδιος στον κόσμο του παραμυθιού του. Συνδέθηκε με τους ήρωες του μέσα από την αναζήτηση στις λέξεις, στα συναισθήματά τους, αλλά και με το διάβα του χρόνου. Μπορεί οι περισσότεροι έρωτες να εξατμίζονται στο πέρασμα του χρόνου, αυτό δεν συμβαίνει όμως με την περίπτωση του. Αυτός προτιμά να κρατήσει άσβεστο το πάθος του. Και την κάθε μέρα μέσα από το όνειρο του να το ξαναζωντανεύει.
Γι αυτό και σήμερα οι λέξεις του έχουν σκοινιά και οι προτάσεις σύρματα αγκαθωτά καθώς επιχειρεί  να τους αποχωριστεί. Είναι όμως η κατάλληλη ώρα να τελειώσει το παραμύθι του. Να αποσυνδέσει τον διακόπτη, να κλείσει απαλά την πόρτα, αφήνοντας απ' έξω τις μορφές τους, όσο και αν οι σκέψεις του δεν περιγράφονται με λόγια. Να σβήσει από τη μνήμη του τις φιγούρες τους και να φύγουν με τον ίδιο τρόπο όπως εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό φαντασιακό του κόσμο. Η νύχτα ήρθε συμπονετική δροσερή άπλωσε σεντόνια σιωπής, μερικά σύννεφα ψηλά στον ουρανό έτρεχαν και άλλαζαν σχήμα σαν να κυνηγούσαν την ιδεατή μορφή τους.
Έκλεισε τα μάτια του και χαλάρωσε, έμεινε σιωπηλός και αφέθηκε στη ροή των σκέψεων του, ακολουθώντας τις αναμνήσεις του και άρχισε να ακούει με προθυμία όλα εκείνα τα πολύχρωμα παραμύθια με τα οποία ο πόθος και η φαντασία μάγευαν τις αισθήσεις του σαν Σειρήνες μες στο στήθος του που δεν μπορεί να τους αντισταθεί. Θυμήθηκε και του ήρθαν η εικόνες της πρώτης επαφής του με την Ανδρομάχη του σαν να ήταν φύλλα και κλαράκια που επέπλεαν σε ένα ποταμάκι. Ένα ποτάμι τον πλημμύρισε με εικόνες από την κοινή ζωή τους. Έτσι γεννήθηκε ο σπόρος του θαυμαστού φυτού της αγάπης τους. Και φύτρωσε, άφθονα και μεγάλωσε και θέριεψε, και αυτός δεν πρόκειται ποτέ, με κάποια ποταπή πράξη, να κλαδέψει τα φύλλα και τους μίσχους του! Θυμάται λεπτομέρειες πολλές, σημάδια και χνάρια της ζωής τους στο χρόνο, που δεν είχαν χαθεί! Τίποτα δεν έχει αλλάξει στη διάβα του χρόνου. Τι γλυκιά μελωδία που έχουν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις. Τον έπνιξε μια τρυφερή νοσταλγία.
Απόψε σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη τρυφερότητα  οι δυο τους στη βεράντα, αυτός σύντροφος σταθερός αταλάντευτος, ζουν μαζί τις χαρές και τις λύπες τους. Και δεν υπήρξε ποτέ η εποχή που η ζωή τους να είχε μπροστά της δρόμους και μονοπάτια για πολλές επιλογές. Η διαδρομή τους ήταν πάντα μια, η εξαιρετική διαδρομή που οδηγούσε στα ιδανικά λημέρια της οικογένειας τους.
Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα.Διότι δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία του ενός για τον άλλον.
Κι αυτό δεν είναι ένα τραπέζι λύπης και θλίψης, αλλά ένα τραπέζι χαράς με πρωταγωνιστές τους δυο τους γιατί απόψε γιορτάζουν τα δέκα πέντε χρόνια συμβίωσης και ήταν τόσο χαρούμενοι που πραγματικά έλαμπαν στο γιορτινό τους τραπέζι.
Η ευτυχία είναι γύρω τους, κοντά τους, τους πολιορκεί από παντού και δεν έπαψε να τους χτυπά την πόρτα θέλοντας να φτάσει στην καρδιά τους με τον αέρα που αναπνέουν.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους.» Του λέει, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά.
«Και εγώ άγγελε μου! Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι και οι γύρω μας είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.»
Την αγκάλιασε και προχώρησαν προς την έσοδο του σπιτιού. Κάτω από τη μεγάλη πόρτα του σαλονιού, σταμάτησε. Τον κοίταξε παράξενα, ένιωθε κάτι περίεργο να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε τόσο περίεργα, ήταν αυτή και αυτός, κανείς άλλος. Ήταν μια γυναίκα έτοιμη να βρυχηθεί. Ήταν η στιγμή τους. Κρεμάστηκε στους ώμους του, ένιωσε τη ζεστασιά της να διαπερνά το κορμί του. Νιώθοντας πως ήθελε περισσότερα από εκείνη, αγκάλιασε τη μέση της με το χέρι του και τράβηξε το κορμί της να κολλήσει στο δικό του. Το πρόσωπό της βρίσκεται κάπου στο στήθος του, τα χείλη της φιλούν το λαιμό του, τα χέρια της έχουν αγκαλιάσει τη μέση του. 
Γλιστράνε στην άκρη του αναπαυτικού καναπέ καθώς αυτός γονατίζει στο πάτωμα, με το ένα του χέρι αγκάλιασε από τη μέση το καυτό κορμί της και το άλλο κατέβηκε από την κοιλιά της και έπιασε το σημείο ανάμεσα στο δαντελένιο εσώρουχό της. Βρήκε αυτό που αναζητούσε και το χάιδεψε ανελέητα με τις άκρες των δαχτύλων του.
Ακόμα και με τόσο λίγα προκαταρκτικά, εκείνη ήταν ήδη έτοιμη, ένιωσε την υγρή ζεστασιά της να τον τυλίγει. Την κράτησε σταθερά καθώς συνέχιζε να τη χαϊδεύει, ώσπου εκείνη τεντώθηκε σαν τόξο, τίναξε το κεφάλι της πίσω και τα νύχια της γαντζώθηκαν στους ώμους του, ενώ οι βρυχηθμοί της απλώθηκαν στις τέσσερις γωνίες του σαλονιού.
..Οι φαντασιώσεις τους κλείδωσαν στο συζυγικό τους κρεβάτι, εκεί ο ένας δίπλα στον άλλο, τα μάτια τους αντικρίζουν μόνο εκείνους. Ο χρόνος σταματάει. Οι λέξεις περισσεύουν η ανάσα τους κόβεται, μένουν μόνο τα βλέμματα τους να μιλήσουν και να καλύψουν όλα τα κενά που υπάρχουν μέσα τους. Οι ανάσες κι οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίζονται, χαράζουν κοινές νότες ευτυχίας κι αισθάνονται «ένας» όπως δεκαπέντε χρόνια τώρα.
Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματός της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της.Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά, ιδρώτας, δύναμη κι αδυναμία, όλα καταθέτονται στο βωμό της απόλαυσης και της κορύφωσης.
,,,,,,Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία.
Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωσή του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Ο Αλκιβιάδης κατέρρευσε δίπλα της κατάκοπος και γαλήνιος. Και της ψιθυρίζει στο αυτί πως η χημεία τους όπως κι η μαγεία δε χάνονται. Μια όαση είναι που μέσα της παρασύρονται και χάνονται μέχρι να τους βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.
Είχαν αγαπηθεί όπως ποτέ, και καμιά λέξη, κανένα βλέμμα δεν ήταν πιο εκφραστικό απ’ τα κορμιά τους που είχαν νιώσει τόσο έντονα την ηδονή. Ο Αλκιβιαδης κουλουριάστηκε σαν χαδιάρης γάτος πάνω στην Ανδρομάχη του. Τα κορμιά τους εφάρμοσαν φυσικά, το ένα θηλύκωσε στο άλλο, αυτός πίσω της. Το μυώδες στομάχι του κούμπωσε στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του βρήκαν τη θέση τους στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της. Φωλιασμένη μέσα στα μακριά μυώδη μπράτσα του και νανουρισμένη από το απαλό λίκνισμα του, η Ανδρομάχη αποκοιμήθηκε πρώτη.
Και κάθε φορά του υπενθυμίζει πως όταν κοιμούνται μαζί, ν’ αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με ασφάλεια, και δε θα βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Όχι ότι αυτός άλλωστε θέλει να ξεφύγει, από την ισόβια σύντροφό του, που τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό αισθησιασμό της. Φαινομενικά εύθραυστη, αλλά προικισμένη με τεράστια δύναμη επιβίωσης, ικανή να προσφέρει ασφάλεια και προστασία στην σχέση τους και την οικογένεια τους. Δεν θα δειλιάσει στιγμή να σταθεί στο πλευρό αυτών που αγαπά και να γυρίσει αν χρειαστεί για το χατήρι τους τον κόσμο ανάποδα.
Αυτή η μία και μοναδική που είναι το λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης τους και ο σηματοφόρος της χαράς τους που η παρουσία της πέφτει σαν τη σταγόνα του λαδιού στο νερό, σταγόνα που απλώνεται και γαληνεύει την υδάτινη επιφάνεια.
Είναι σημαντικό γι αυτόν μετά από τόσα χρόνια έγγαμου βίου, την αγάπησε από μέσα προς τα έξω, νοιάζεται για την Ανδρομάχη του, ξέρει ότι μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να κυνηγάνε σκιές αναζητώντας το καλύτερο απ' αυτό που έχουν.
Μαζί λοιπόν προσπαθούν και ζουν με περίσσια αγάπη, με τις συμφωνίες αλλά και τις διαφωνίες τους, και με τις λιακάδες και με τις βροχές, πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο, όχι απέναντι.
Αυτό είναι μια καλή συνταγή για μια σχέση τους που ξέρει να μαγειρεύει, αλλά και ξέρει να τρώει!
Ο δε παλιόφιλος καπετάνιος , αφού πρώτα τον κάθισε σε αναμμένα κάρβουνα, ερμηνεύοντας με σαφήνεια όσα οι έρευνες και οι αναλύσεις λένε, τρέχει τώρα τη φωτιά να σβήσει, ανήσυχος για μια εξέλιξη ανεπανόρθωτη στην οικογενειακή ζωή του φίλου του.! 
Πριν αναχωρήσει για τα μακρινά του ταξίδια, του τόνισε με έμφαση.....
Μιας και σίγουρα μετά από την συζήτηση μας η καχυποψία σου έχει φτάσει σε επίπεδα στρατόσφαιρας, καλό θα ήταν πριν καταδικάσεις τη σύντροφό σου ως μοιχαλίδα σε αναμονή, να μπεις στην ακριβώς αντίστροφη διαδικασία που λέει το εξής απλό: Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει «σχέδια» παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της.
Ξέρεις, επομένως, τι πρέπει να κάνεις. Άλλωστε, φίλε μου καλέ, ποτέ σου να μην ξεχνάς ότι και η Πηνελόπη, με τον Οδυσσέα έμεινε.
Η μαγκιά είναι το ταίρι σου να είναι προορισμένο για σένα και με τη συμπεριφορά σου να το καλύπτεις τόσο και με τέτοιον τρόπο που να μη βρίσκει τρύπα να μπουκάρει ο δαίμονας.
Και τέλος μια χρήσιμη και βασική συμβουλή που πρέπει να έχεις υπόψη σου .
Το σεξ δεν επιβάλλεται, ούτε απαιτείται. Δεν είναι σωστό ή λάθος, είναι η ανάγκη σου για εκείνη, να τη θέλεις στο μυαλό και στο σώμα σου. Να γουστάρεις τη γυναίκα σου, να θες να κάνετε σεξ. 
Βασικός νόμος και απαράβατος! Η γυναίκα το σεξ το έχει στα σκέλια της. Είναι αυτή που κρατάει το κλειδί του σεξ στα χέρια της. Άμα θέλει, σε κάνει και τρέχεις. Μπορεί να σε φέρει από την άκρη του κόσμου, γιατί ξέρει καλά το κουμπί του άντρα που λέγεται πόθος.
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.1: Το σεξ δεν είναι έγκλημα.... Η περιγραφή του γιατί πρέπει να είναι;
.......Θυμάμαι την εποχή που ο αέρας ήταν καθαρός και το σεξ βρώμικο .....Μπερνς Τζώρτζ..........
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.2: Υπάρχει ο ιδανικός σύντροφος;
«Στο μυαλό μας μπορεί να υπάρχει. Αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα θα μας χτυπήσει την πόρτα αφού ο ιδανικός άλλος είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος με διαφορετικά βιώματα και προσδοκίες.
Οι δύο πλευρές συναισθάνονται ότι ποτέ δεν θα γίνουν ένα σώμα αλλά θα είναι δύο ξεχωριστά άτομα. Η πρόκληση από εδώ και πέρα είναι να διατηρηθεί ένας κοινός κόσμος, αντιλήψεις και προσδοκίες.
Και τελικά αυτό το πρόσωπο που επιλέξαμε μπορεί να μην είναι το τέλειο ταίρι αλλά εμείς το επιλέξαμε και πάλι αυτό θα διαλέγαμε με όλα τα λάθη και τις αντιθέσεις. Ένας αληθινός άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και πτυχές συμπεριφορών που ακόμη εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε και φυσικά να αγαπάμε. Οτιδήποτε άλλο, είναι συνέταιρος και η σχέση σύμβαση......γι αυτό τη σημερινή μας εποχή τόσες αποτυχημένες συμβάσεις καταγγέλλονται πλέον τόσο συχνά.»!

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Mia Kainourgia Mera

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ  ....Part:6». ....«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.......Η νέα μέρα έσκασε πάνω στον παραθαλάσσιο οικισμό σαν μια υπόσχεση αναγέννησης. Για τον Νικηφόρο, το ξημέρωμα έμοιαζε με μια ολόκληρη, καινούργια ζωή. Το φως μπήκε παιχνιδιάρικα από το παράθυρο, ενώ το πρωινό αεράκι χάιδευε τις χαραμάδες. Άνοιξε τα μάτια του αργά, με μια βαθιά, γαλήνια σιωπή να τον τυλίγει μετά από έναν ύπνο βαθύ και λυτρωτικό.
Ξαπλωμένος ακόμα στα αχνάρια των νυχτερινών του ονείρων, τεντώθηκε χαλαρά, μα τα χέρια του βρήκαν δίπλα τους κρύα, άδεια σεντόνια. Η φλοκάτη ήταν μόνη. Η Νεφέλη είχε ήδη χαθεί από νωρίς, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της χθεσινής νύχτας.
Με σώμα ανάλαφρο σαν να αναδυόταν από τα κύματα, κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό ξύπνησε κάθε του κύτταρο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έπιασε το ξυράφι με αργές, μεθοδικές κινήσεις και, αφότου έδωσε μερικές τόνωση στα μάγουλά του, πέρασε στην ιεροτελεστία του καφέ.
Βγαίνοντας στη βεράντα με την κούπα του αχνιστού εσπρέσο στο χέρι, η πρωινή δροσιά του Παγασητικού τον τύλιξε. Ο αέρα του Σεπτέμβρη ήταν διαυγής, κρυστάλλινος. Το τοπίο έλουζε μια απέραντη ησυχία, λες και ο χρόνος είχε παγώσει. Όμως, μέσα του, η φλόγες της προηγούμενης νύχτας συνέχιζαν να καίνε δυνατά, περιμένοντας τη επιστροφή της.
Στηριγμένος στα ξύλινα κάγκελα, ο Νικηφόρος σάρωσε με το βλέμμα την ακρογιαλιά, ψάχνοντας μάταια τη Νεφέλη, που είχε γλιστρήσει έξω από το σπίτι τόσο αθόρυβα, σαν να μην είχε αφήσει ποτέ το χνάρι της πλάι του.
Η ματιά του όμως σκάλωσε αλλού, τραβηγμένη από μια κίνηση στη διπλανή αυλή. Η Φαίδρα, τυλιγμένη σε ένα αέρινο, ανοιχτόχρωμο κιμονό που άφηνε γυμνούς τους ώμους της, έσκύβε νωχελικά πάνω από τις γλάστρες, ποτίζοντας τους βασιλικούς με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Στα λίγα μέτρα πιο πέρα, η Δανάη καθόταν οκλαδόν στα πέτρινα σκαλοπάτια· τα πόδια της ήταν αστόλιστα, γυμνά, κι η προσοχή της καρφωμένη στο πέλαγος, καθώς τύλιγε τα δάχτυλα γύρω από μια αχνιστή κούπα.
Ξαφνικά, η Δανάη γύρισε το κεφάλι. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του χωρίς δισταγμό —μια ματιά γεμάτη θρασύτητα και νιότης αψηφισιά, σαν να μπορούσε να διαβάσει πάνω στο δέρμα του τα ίχνη της νυχτερινής αμαρτίας με τη θεία της. Ο Νικηφόρος τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, αφήνοντας το πρωινό αεράκι να του δροσίσει το πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα μύριζε Σεπτέμβρη, υγρασία και θάλασσα.
Ο εσπρέσο στην κούπα του είχε παγώσει, αλλά η σκέψη του παρέμενε κολλημένη πίσω, στο ζεστό δωμάτιο: στα τσαλακωμένα σεντόνια και στο άρωμα της Νεφέλης, η οποία είχε εξαφανιστεί στο πρωινό φως, αφήνοντας υποσχέσεις για όσα θα ακολουθούσαν.
Καθώς ο Νικηφόρος αναρωτιόταν πού να είχε χαθεί, ένα ελαφρύ τρίξιμο στα ξύλινα σκαλοπάτια έκοψε τη σκέψη του. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε κι η Νεφέλη στάθηκε μπροστά του.
Τυλιγμένη μόνο σε ένα φαρδύ, λευκό αντρικό πουκάμισο που άφηνε ακάλυπτα τα πόδια της, με τα μαλλιά της λυμένα και ανάκατα από τον ύπνο, κρατούσε ένα πιάτο με μυρωδάτα παξιμάδια και φρέσκες ντομάτες. Κινούταν με την άνεση μιας γυναίκας που ζούσε εκεί χρόνια.
«Ψάχνεις κάτι στον ορίζοντα, Νικηφόρε;,» είπε με φωνή βραχνή, ζεστή, σημαδεμένη από τα ξενύχτια και τα χάδια. Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στο πρωινό φως, κρύβοντας μια πονηρή, ασυγκράτητη σπίθα.
Νεφέλη! Έκείνη που, σύμφωνα με το όνομα της, κουβαλάει και χύνει το ζωογόνο νερό. Ήταν μια γυναίκα πλασμένη με τους δικούς της κανόνες, πιστή στο μότο πως η ηθική είναι σαν το πιπέρι στη σούπα· ελάχιστη νοστιμίζει το πιάτο, μα με το παραπάνω το κάνει αβίωτο.
Ο Νικηφόρος τη γνώριζε καλά. Ήταν πάντα η υπεύθυνη, η ακούραστη νοικοκυρά που στεκόταν στα πόδια της από τη χαραυγή. Την ώρα που οι υπόλοιποι πάλευαν με το μαξιλάρι, αναβάλλοντας το αναπόφευκτο μέχρι να τους πετάξει έξω από τα σκεπάσματα ο πανικός του ρολογιού, σαν φρυγανιέρα που πετάει το καλοψημένο ψωμί, η Νεφέλη λειτουργούσε με έναν εντελώς δικό της, ξεχωριστό ρυθμό.
Ξυπνούσε αμετάκλητα στις έξι, ένα αίνιγμα που ο Νικηφόρος ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει. Η Νεφέλη ήταν μια γυναίκα φτιαγμένη από θάρρος και ορμή, έτοιμη να διεκδικήσει ό,τι ποθούσε. Στην κρεβατοκάμαρα, γινόταν η απόλυτη κυρίαρχος του παιχνιδιού: ζητούσε ολοκληρωτική παράδοση, απαίτησε πάθος, έπαιρνε τα ηνία και σε απογείωνε.
Εκείνος στάθηκε στο κάγκελο, κρατώντας μισογεμάτη την κούπα του καφέ, κοιτάζοντάς την με δέος. Το λευκό, φαρδύ πουκάμισο έπεφτε πάνω στο κορμί της με μια προκλητική αμέλεια, προδίδοντας τις καμπύλες μιας γυναίκας που ζούσε με τους δικούς της κανόνες, αδιάφορη για τα «πρέπει» του κόσμου.
«Έτσι ακριβώς, ε;,» της είπε εκείνος μειδιώντας σαρδόνια κι αφήνοντας το πιάτο στο τραπεζάκι. — Αναρωτιέμαι πραγματικά αν έχεις κουρδισμένη την καρδιά σου με ξυπνητήρι ή αν απλώς ζηλεύεις τις στιγμές που κοιμάμαι ήσυχα μόνος μου.
Η Νεφέλη τον πλησίασε με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Τα γυμνά της πόδια γλιστρούσαν αθόρυβα στο ξύλινο πάτωμα μέχρι που στάθηκε κολλημένη πάνω του, αφήνοντας την ανάσα της να αναμιχθεί με το άρωμα του καφέ.
«Ο ύπνος είναι για όσους περιμένουν παθητικά τη ζωή, Νικηφόρε, του ψιθύρισε με φωνή αισθησιακή, σχεδόν προκλητική, ακουμπώντας την απαλή παλάμη της ακριβώς πάνω στον παλμό της καρδιάς του. 
«Εγώ προτιμώ να την προλαβαίνω. Και να 'σαι σίγουρος πως ό,τι κερδίζω από τη χαραυγή, ανήκει ολόκληρο σε σένα.

Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στην πρόκληση, έτοιμα να παρασύρουν το πρωινό σε μια νέα, αχαλίνωτη τροχιά, τη στιγμή που στη διπλανή αυλή τα αδιάκριτα βλέμματα της Φαίδρας και της Δανάης παρακολουθούσαν κάθε τους κίνηση σαν σιωπηλοί θεατές ενός απαγορευμένου θεάτρου.
Ο Νικηφόρος χάθηκε για λίγο στις σκέψεις του, κοιτάζοντας το απέναντι βουνό με βλέμμα αφηρημένο. Ο καιρός κρατούσε μια παράξενη ισορροπία· ο ουρανός ήταν βαρύς, συννεφιασμένος, αλλά η ατμόσφαιρα είχε μια δροσερή γλυκάδα. Ο ήλιος πάλευε να τρυπώσει μέσα από τα μπλαβιά, παχιά σύννεφα της χθεσινής μπόρας, αφήνοντας διάσπαρτες, χρυσαφένιες πινελιές πάνω στη γη.
Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει ξανά, από τις ψηλές ράχες του Πηλίου ως τα ανακατεμένα, γκρίζα νερά του Παγασητικού, εκεί όπου η μυρωδιά της βροχής μπλεκόταν ακόμα με την ανάμνηση του καλοκαιριού.
Στάθηκε δίπλα του, αφήνοντας το αεράκι να τυλίξει τα λυμένα μαλλιά της και να διαγράψει τις γραμμές του σώματός της μέσα από το βρεγμένο, λευκό πουκάμισο. Η γαλήνη του κόλπου έκρυβε πάντα μια υπόγεια απειλή, μια ηρεμία που προμήνυε καταιγίδα.
«Κοίτα τα σύννεφα, Νικηφόρε,»  ψιθύρισε ακουμπώντας το πηγούνι της στον ώμο του. — Νομίζεις πως χάθηκε το φως κι όμως, ξαφνικά, σε καίει στην πλάτη...
Λίγο πιο πέρα, στη διπλανή βεράντα, η Φαίδρα παρακολουθούσε αμίλητη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κάτω από το αέρινο κιμονό. Η Δανάη, σκυμμένη πάνω από τα σκαλοπάτια, μάζεψε το άδειο φλιτζάνι της, κρύβοντας τη φωτιά και τη ζήλια που της προκαλούσε εκείνη η απροκάλυπτη οικειότητα.
Ο Παγασητικός σφράγιζε τα στόματα μες στη σιωπή του, μα τα δίχτυα μιας νέας, επικίνδυνης μέρας είχαν ήδη αρχίσει να κλείνουν γύρω τους.
Στο βάθος του κήπου, οι κόκοροι λαλούσαν αντίλαλο στον αέρα που κουβαλούσε ακόμα το μεθυστικό άρωμα από τους ανθούς της λεμονιάς.
Η υγρασία της θάλασσας δεν τον άγγιζε. Αντίθετα, ο ουρανός με τα σύννεφα του χάριζε στο τοπίο μια βαθιά, δραματική ομορφιά. Τα δέντρα κρατούσαν το πράσινό τους, μα ο ψίθυρος του φθινοπώρου είχε ήδη τρυπώσει στις άκρες των φύλλων, βάφοντας τα χρυσαφιά, μελιά, πορτοκαλί και κεχριμπαρένια. Το φθινόπωρο δεν ήταν παρά ο άνεμος στα φυλλώματα, μια αξεπέραστη μουσική των δέντρων. Οι ντάλιες και τα χρυσάνθεμα είχαν πια σιγήσει, αφήνοντας τον αέρα να γεμίσει από τις πιο αρχέγονες μυρωδιές: ξερά φύλλα, βρεγμένους φλοιούς και ώριμα φρούτα. Ήξερε καλά πως κάθε εποχή είχε το άρωμά της, μα η άνοιξη και το φθινόπωρο ήταν οι μόνες που τουρτούριζαν την ψυχή του.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε αυτή τη μυσταγωγία της φύσης, όπου ο επίλογος του καλοκαιριού έμοιαζε με μια γενναιόδωρη, μεθυστική μεταμόρφωση. Στον αέρα, το άρωμα από τις ανθισμένες λεμονιές έσμιγε με την αύρα του βρεγμένου χώματος και των ώριμων καρπών, καθρεφτίζοντας την ίδια του την ψυχή: μια βαθιά, αγωνιώδη εγρήγορση.
Στέκοντας πια δίπλα του στη βεράντα, η Νεφέλη παρατήρησε πώς τα μάτια του χάνονταν στα χρυσαφί φυλλώματα.
«Λατρεύεις να συνομιλείς με τα δέντρα, έτσι;,» του ψιθύρισε, τυλίγοντας τα δάχτυλά της σφιχτά γύρω από τη δική του παλάμη. «Μόνο που οι εποχές προχωρούν αμείλικτες γιατί δεν ξέρουν να μένουν ακίνητες. Και το φθινόπωρο, να θυμάσαι, ξέρει να κρατά τις πιο άγριες φωτιές σκεπασμένες κάτω από τα ξερά του φύλλα...»
Ένα ξερό κλαδάκι που έσπασε στη διπλανή αυλή έκοψε την ανάσα της στιγμής.
Η Φαίδρα στεκόταν πια ολοφάνερη στο προαύλιο της, κι η Δανάη, χωμένη ανάμεσα στις μυρωδάτες λεμονιές στην άκρη του περιβολιού, τους κρυφοκοιτούσε με ένα βλέμμα αινιγματικό και προκλητικό. Έμοιαζε έτοιμη να απελευθερώσει τη δική της θύελλα, έτοιμη να ταράξει τα ήσυχα, επικίνδυνα νερά του Παγασητικού.
Ξαφνικά, η γάτα τρύπωσε στα πόδια του, απαιτώντας με ζωηρά νιαουρίσματα τα χάδια του και τραβώντας τον για λίγο από τον περίγυρο. Με βλέμμα δήθεν ικετευτικό κι ύφος πονηρό, τριβόταν πάνω του, αφήνοντας την ουρά της να γλιστρά παρατεταμένα στη γάμπα του σαν ένα σιωπηλό χάδι-εκβιασμό. Τη χρησιμοποιούσε η άτιμη κατά βούληση, έχοντας «τουμπάρει» τη Νεφέλη από εκείνη τη μέρα που παραλίγο να τη πατήσει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου της, μια αφορμή που η Νεφέλη είχε αδράξει για να την υιοθετήσει και να της χαρίσει μια νέα ζωή.
Ο Νικηφόρος έσκυψε, βυθίζοντας τα δάχτυλά του στο μαλακό της τρίχωμα με ένα τρυφερό μειδίαμα.
«Κοίτα σύμπτωση, Νεφέλη,» της ψιθύρισε με χαμόγελο, καθώς το ζώο συνέχιζε να τον τυλίγει στα πλοκάμια του. «Από τούμπανο σε τούμπανο με πηγαίνει κι αυτή... Σαν εσένα, που με στριμώχνεις στη γωνία δίχως καν να κοπιάζεις.
Ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του, η Νεφέλη κοίταξε τη γάτα με μια απροσδόκητη, σχεδόν τρυφερή αδυναμία που σπάνια άφηνε να φανεί πίσω από το ατρόμητο προσωπείο της.
«Εγώ απλώς γνωρίζω τι ζητάω και πώς να το κατακτήσω, Νικηφόρε,» του ψιθύρισε, περνώντας τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. 
« Ακριβώς όπως έκανα και με τούτο το μικρό αλήτικο. Παραλίγο να την αφήσω στις ρόδες μου, κι τώρα με έχει μετατρέψει σε έρμαιο των διαθέσεών της. Σαν εσένα κι εγώ... υποτάσσουμε τα θηράματα μας χαμογελώντας.»
Το γατί συνέχισε να καρφώνει τα μάτια του στον Νικηφόρο με μια πονηρή, συνενοχική σιγουριά, σαν να υπέγραφε το σύμφωνο του παιχνιδιού. Στο μεταξύ, η πνοή του φθινοπώρου δυνάμωσε, φέρνοντας στη βεράντα το έντονο, μεθυστικό άρωμα του βρεγμένου πεύκου και της αρμύρας.
Παρά το πρωινό, η Νεφέλη έδειχνε λες και είχε αναγεννηθεί. Η επιδερμίδα της ανάβλυζε φρεσκάδα, τα μάτια της φεγγοβολούσαν κι τα μάγουλά της είχαν το χρώμα του ώριμου φρούτου, σημαδεμένα από τους χθεσινοβραδυνούς οργασμούς που είχαν λειτουργήσει σαν το πιο ισχυρό, φυσικό ελιξήριο. Χωρίς ίχνος μακιγιάζ ή ψεύτικης συστολής, κουβαλούσε πάνω της όλη τη μέθη και την πληρότητα της ηδονής.
«Έχουν κίνηση διπλανά, Νεφέλη;,» της πέταξε με υπονοούμενο, κυλώντας την κούπα ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Ή μήπως σε ξύπνησε από τα χαράματα η ξαδέρφη σου;»
Εκείνη πλησίασε, ακούμπησε με σιγουριά τα χέρια στα κάγκελα και γύρισε το βλέμμα της κατά πάνω του. Τα μάτια της άναψαν εκείνη την επικίνδυνη, ανυπότακτη σπίθα, έτοιμη να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.
«Η Φαίδρα είναι απορροφημένη στα δικά της, και η Δανάη γυροφέρνει σαν αγριοκάτσικο ανάμεσα στα δέντρα, του ψιθύρισε εκείνη, γέρνοντας ολόκληρη πάνω του ώστε η ζεστασιά και το άρωμα του δέρματος της να αναμιχθούν με την ανάσα του.
«Εγώ, όμως, δεν σκοπεύω να σπαταλήσω ούτε στιγμή. Η μέρα ανοίγεται μπροστά μας, και τα ωραιότερα κεφάλαιά της είναι ακόμα ανέγγιχτα.»
Δίπλα τους, η γάτα τέντωσε νωχελικά τα πόδια της, σαν να συμμετείχε κι εκείνη σε αυτή τη σιωπηλή συνωμοσία που απειλούσε να τινάξει στον αέρα την ψεύτικη γαλήνη του Παγασητικού.
«Ήρθαν μόλις χθες το βράδυ, εξήγησε η Νεφέλη με μια αδιάφορη χάρη, με αφορμή το τριήμερο. Η Φαίδρα, η ξαδέρφη και γειτόνισσά μας, μαζί με τη μικρή τη Δανάη. Μάλιστα, πέρασε από εδώ αργά επειδή είδε φως, για να δώσει μια καλησπέρα... Μα, βλέπεις, εμείς βρισκόμασταν ήδη σε άλλο κόσμο. Σε εκείνο το παράλληλο σύμπαν όπου η σάρκα κυβερνούσε κι οι φωνές μας ξέφευγαν χωρίς έλεγχο. Επόμενο ήταν να ακούσει τα παθιασμένα, βρώμικα βογγητά μας. Κατάλαβε τα πάντα, φυσικά, κι απλώς επέλεξε να αποσυρθεί. Να τος λοιπόν ο κίνδυνος, εκεί που νιώθεις ασφαλής, κάποιος παραφυλάει πάντα για να σε πιάσει στα πράσα.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Animation of the Immortal Game (1851)

The Original Immortal Chess Game | Anderssen vs Kieseritzky 1851
Anderssen vs Kieseritzky 1851

..................
Και ... Ένας εντυπωσιακός σκακιστής: Rashid Gibiatovich Nezhmetdinov
Nezhmetdinov:...Nezhmetdinov VS Chernikov 
Nezhmetdinov VS Chernikov. Εντυπωσιακή θυσία βασίλισσας που έχει μείνει στην ιστορία του σκακιού. Μία παρτίδα διαμάντι από τον δυνατό και επιθετικό σκακιστή Nezhmetdinov. Πρώτα μαθαίνουμε λίγα πράγματα για το ποιος ήταν ο Nezhmetdinov και μετά βλέπουμε την παρτίδα με την εντυπωσιακή θυσία βασίλισσας!

Rashid Nezhmetdinov shows why they call him "No Reverse Gear Rashid"
Lev Polugaevsky vs Rashid Gibiatovich Nezhmetdinov 
"Nezhmet Kismet" Sochi 28th RSFSR ch (1958)
 Old Indian Defense: Ukrainian Variation
 (A54) 1. d4 Nf6 2. c4 d6 3. Nc3 e5 4. e4 ed4 5. Qd4 Nc6 6. Qd2 g6 7. b3 Bg7 8. Bb2 O-O 9. Bd3 Ng4 10. Nge2 Qh4 11. Ng3 Nge5 12. O-O f5 13. f3 Bh6 14. Qd1 f4 15. Nge2 g5 16. Nd5 g4 17. g3 fg3 18. hg3 Qh3 19. f4 Be6 20. Bc2 Rf7 21. Kf2 Qh2 22. Ke3 Bd5 23. cd5 Nb4 24. Rh1 Rf4 25. Rh2 Rf3 26. Kd4 Bg7 27. a4 c5 28. dc6 bc6 29. Bd3 Ned3 30. Kc4 d5 31. ed5 cd5 32. Kb5 Rb8 33. Ka5 Nc6 

.... I beat Nezhmetdinov a dozen times, but I would trade all my wins against him to win a game like this one..... Lev Polugaevsky.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

«Giati oi Kontoi Echoun Tis Kaliteres Gomenes?»

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγησή της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα , γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. «Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι.  Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
Αλήθεια, γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά;»
Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν.  
Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά. Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Άλκηστις την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία IΙ: (Part.. 3)
.....

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Ena Vradi Me Augoustiatiko Fegari

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part: 3)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει. Άναψαν τα φώτα στις κολώνες του δημοτικού φωτισμού κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου που διέσχιζε το παραλιακό μέτωπο. Τα πρώτα αστέρια τίναζαν την ασημόσκονη τους στον λουλακί ουρανό, ενώ το νυχτολούλουδο στην αυλή τους άνοιγε τα μικρά του άνθη και άρχιζε να μεθά την ατμόσφαιρα με το άρωμά του. Οι σκιές των δέντρων μάκραιναν στον κήπο και έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στους κορμούς, καθώς η ώρα περνούσε και η νυχτερινή ζωή του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού άρχιζε να ξυπνά. Η απογευματινή ραστώνη έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη βραδινή κίνηση.
Περασμένες εννέα, ξεκίνησαν για τη μικρή, παραδοσιακή ψαροταβέρνα της περιοχής, που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και αποτελούσε πόλο έλξης τόσο για τους μόνιμους κατοίκους όσο και για τους λιγοστούς παραθεριστές.
Η Εριφύλη και η Άλκηστις είχαν φορέσει από ένα πανομοιότυπο μίντι πουκάμισο-φόρεμα, ίδιο σχέδιο αλλά διαφορετικό χρώμα. Ένα θηλυκό, αέρινο και δροσερό ρούχο, απλό και άνετο, που ταίριαζε απόλυτα στο καλοκαιρινό βράδυ και αναδείκνυε τη σιλουέτα τους.
Ήταν ντυμένες λες και, απόψε, είχαν αποφασίσει να προκαλέσουν τα βλέμματα όλης της ανδρικής παρέας της ταβέρνας.
Μόλις ο Νικηφόρος τις αντίκρισε, η καρδιά του σκίρτησε. Οι παλμοί του ανέβηκαν και το βλέμμα του στάθηκε πάνω τους για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τα μάτια του έλεγαν μια ολόκληρη ιστορία πριν προλάβουν τα χείλη του να πουν λέξη.
Ξεκλείδωσε αυθόρμητα το χαμόγελό του, σαν να ξαναβρήκε ξαφνικά την παιχνιδιάρικη διάθεση του αγοριού που έκρυβε μέσα του. Και τότε, εντελώς ασυναίσθητα, οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του.
«Απόψε, βλέπω πως αποφασίσατε να αναστατώσετε ολόκληρη την παραλία!»
Στην είσοδο της ταβέρνας. «Ωχ, Παναγία μου και Χριστέ μου! Τι μουνάρες!» Η αυθόρμητη αναφώνηση ξέφυγε από τα χείλη του Νικηφόρου πριν προλάβει να τη συγκρατήσει. Ο συνδυασμός της ξανθιάς με την κοκκινομάλλα, τόσο διαφορετικές και ταυτόχρονα τόσο αρμονικά ταιριαστές, είχε πλημμυρίσει το βλέμμα του με ερεθίσματα που δύσκολα μπορούσε να κρύψει.
Φυσικά, τον άκουσαν και οι δύο. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που άκουγαν μια τέτοια αυθόρμητη αντρική αντίδραση.
«Σ’ αρέσουμε, αγορίνα μου;» τον ρώτησε η Εριφύλη, όχι τόσο επειδή περίμενε τη γνώμη του, όσο επειδή ήθελε να ακούσει από τα χείλη του εκείνες τις μαγικές λέξεις που κάνουν μια γυναίκα να αισθάνεται λίγους πόντους ψηλότερη.
«Είστε και οι δύο υπέροχες, μωρό μου! Η εμφάνισή σας απόψε θα κάψει καρδιές στην ταβέρνα. Θα κάνετε τον αντρικό πληθυσμό να λιώνει σαν βούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί. Έχετε γοητεία και σεξαπίλ που τραβούν το βλέμμα σαν μαγνήτης. Είστε ακαταμάχητες!»
Σταμάτησε για μια στιγμή και τις κοίταξε με θαυμασμό. «Για να δω όμως κι εμένα τον 
κακομοίρη. Μόλις μπούμε στην ταβέρνα και με δουν να συνοδεύω δύο τέτοιες γυναίκες, θα πουν από μέσα τους. Καλώς τον κερατά!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Μη φορτώνεις έτσι, ρε μωρό μου. Όλες μας πιάνει πού και πού η διάθεση να ντυθούμε λίγο πιο… προκλητικά. Δεν σημαίνει κάτι. Μπορεί απλώς να θέλουμε να αρέσουμε ή, γιατί όχι, να σου δείξουμε ότι αρέσουμε, για να σε έχουμε κι εσένα λίγο στην τσίτα.»
Ο Νικηφόρος έσπευσε να τις υπερασπιστεί, σαν σωστός άντρας.
«Αν δεν τα βάλετε τώρα, πότε θα τα βάλετε;» Μέσα του βέβαια ήξερε πολύ καλά πως οι δυο τους γνώριζαν τη γοητεία τους. Αλλά άλλο να το ξέρουν κι άλλο να τους δώσει ο ίδιος την ευκαιρία να τον πειράξουν γι’ αυτό. Κι αν στην ταβέρνα φαινόταν λίγο… φλώρος, ας το κατάπινε.
Η Άλκηστις άρχισε να γελάει. «Αρέσουμε, αγορίνα μου, αρέσουμε! Πώς να το κάνουμε; Κι αν οι άντρες μας κοιτάζουν, εμείς τι φταίμε; Για πες μου, έχω άδικο;»
«Όχι, δεν έχεις άδικο», απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να κρατήσει σοβαρό ύφος.
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τόσο καλά γνώριζε.
«Έτσι πρέπει να είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, κούκλε μου. Να υπάρχει πάθος. Το πάθος 
είναι το καύσιμο που κρατά μια σχέση ζωντανή και κάνει την καθημερινότητα πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Όταν υπάρχει αυτή η ένταση και η χημεία, όλα τα υπόλοιπα έρχονται πολύ πιο φυσικά.» Τους  λέει η Άλκηστις.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό, προσποιούμενος τον απελπισμένο. «Άγιε μου Φανούρη, μεγάλη η χάρη σου! Τα κορίτσια μου άναψαν φωτιές και μου πήραν το μυαλό. Χάρισε μου, τουλάχιστον, χίλια μάτια για να τις θωρώ!»
Η Άλκηστις γέλασε δυνατά, ενώ η Εριφύλη τον έπιασε από το μπράτσο.
«Έλα, ποιητή μου. Πριν μας κάψεις όλους, πάμε να βρούμε τραπέζι!»
«Χαχαχα! Επική ατάκα! Φαίνεται πως το κλίμα σήμερα είναι πολύ ανεβασμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Ο Άγιος Φανούρης, αγορίνα μου, είναι γνωστός πως φανερώνει τα χαμένα αντικείμενα, αλλά βλέπω πως εσύ του ζητάς ειδική μεταχείριση για πιο απαιτητικές καταστάσεις! Με τέτοια διάθεση, η βραδιά μας προβλέπεται πολύ ενδιαφέρουσα.» Η Άλκηστις σιγόνταρε την Εριφύλη με χαμόγελο. Είχαν βρει εκείνον τον ιδιαίτερο κοινό κώδικα που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο γυναίκες όταν η μία στηρίζει αυθόρμητα την άλλη. Ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα πείραγμα αρκούν πολλές φορές για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και των δύο.
Για τον Νικηφόρο, αυτή η μικρή συμμαχία ήταν ταυτόχρονα απολαυστική και κάπως προκλητική. Έβλεπε την Εριφύλη του να αισθάνεται άνετη με τον εαυτό της, να ξέρει τι θέλει και να μην αφήνει 
τα βλέμματα των άλλων να επηρεάζουν τη διάθεσή της. Και τώρα είχε δίπλα της την Άλκηστις, που λειτουργούσε σαν φυσικός σύμμαχος στο παιχνίδι των πειραγμάτων. Του άρεσε να βλέπει αυτή την πλευρά της γυναίκας του. Ίσως μάλιστα η παρουσία της ξαδέλφης της να την έκανε ακόμη πιο τολμηρή στην έκφρασή της. Κι εκείνος, φυσικά, δεν έχανε την ευκαιρία να απολαύσει το παιχνίδι.
«Εντάξει, ρε Άλκηστις, το έπιασα το νόημα.»
«Χαίρομαι που βρήκαμε κοινό κώδικα επικοινωνίας!» απάντησε εκείνη γελώντας. «Το σημαντικό είναι να υπάρχει κατανόηση, για να μπορούμε να τα λέμε χαλαρά και χωρίς παρεξηγήσεις.»
«Εννοείται! Αυτό είναι το καλύτερο. Όταν η κουβέντα ρέει ελεύθερα, χωρίς φίλτρα και χωρίς να ψάχνουμε κρυφά νοήματα στα λόγια του άλλου, όλα γίνονται πιο ενδιαφέροντα και πιο ανθρώπινα.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε προς την ταβέρνα και έπειτα ξανά τις δύο γυναίκες. «Έχεις όρεξη για ωραία κουβέντα απόψε. Για πες, λοιπόν… καμιά συμβουλή για τα πικρόχολα σχόλια που μπορεί να ακούσω; Γιατί κάτι μου λέει πως, έτσι όπως πάμε, θα χρειαστώ και λίγη ψυχολογική υποστήριξη μέχρι να φτάσουμε στο τραπέζι!»
«Χαλάρωσε και μη μασάς, ρε χαζέ! Όρεξη έχω πάντα για ωραία κουβέντα, και το θέμα με τα σχόλια είναι μεγάλη πίστα! Όλοι τα ακούμε, από φίλους, γνωστούς ή και αγνώστους, και η διαχείριση τους είναι ολόκληρη τέχνη.Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, που δεν κάνουν φασαρία! Όταν ακούς κάτι ειρωνικό ή κακεντρεχές, η καλύτερη απάντηση είναι συχνά η ψυχραιμία. Μην τους δίνεις την ικανοποίηση να σε δουν να τσιμπάς. Απόλαυσε τη γυναικάρα σου, αγορίνα μου, να φοράει ό,τι θέλει. Είναι δικαίωμά της, μέσα βέβαια στα όρια του ανεκτού. Άμα δεν συμφωνούσες, δεν θα έμπλεκες 
με μια γυναίκα που ντύνεται έτσι. Δεν το ανακάλυψες τώρα, υποθέτω! Μακάρι όλοι οι άντρες να είχαν το πρόβλημά σου! Οι εννιά στους δέκα θα σε ζηλεύουν μόλις σας δουν μαζί. Παίξ’ το θυμωμένος και φορτωμένος, εσύ βέβαια, για να μην παίρνει και πολλά θάρρητα η ξαδέρφη. Κατά βάθος, όμως, να χαίρεσαι αυτό που έχεις. Τόσα χρόνια είστε μαζί! Εντάξει, τη φάση «μπιμπιμπό» κάποια στιγμή θα την ξεπεράσει. Γι’ αυτό μην σκας. Άσε που μπορεί να το έχεις συνηθίσει κι εσύ και να έχει πάψει πια να σε ενοχλεί τόσο! Αχ, σας ζηλεύω σαν ζευγάρι… Άντε και στα δικά μου!» συμπλήρωσε η Άλκηστις γελώντας.
«Ναι, ρε ξαδέρφη, καταλαβαίνω τι λες. Σωστή η τοποθέτησή σου! Η ελευθερία στην επιλογή και ο αλληλοσεβασμός είναι τα θεμέλια για να λειτουργεί μια σχέση χωρίς καταπίεση. Συμφωνώ απόλυτα. Από την άλλη, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ρομπότ. Έχω κι εγώ τα ένστικτά μου και θεωρώ φυσιολογικό κάτι τέτοιο να με ενοχλεί κάπου, έστω και επιδερμικά, και να με βάζει σε σκέψεις. Ο κόσμος, βλέπεις, είναι… κουτσομπόλης.»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της και χαμογέλασε. «Ξέρεις ένα αρχαίο ρητό που λέει: Σε όλα υπάρχει νόμος, στο μάτι όχι όμως! Κάτι θα ήξεραν όσοι το είπαν.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. Η κουβέντα τους είχε αποκτήσει εκείνη την άνετη, παιχνιδιάρικη οικειότητα που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν την ώρα. Κι όμως, η ταβέρνα τούς περίμενε.
Επειδή ήταν μεσοβδόμαδα, οι πελάτες ήταν λιγοστοί. Σε ένα από τα τραπέζια, ωστόσο, ξεχώριζε μια παρέα τριών νεαρών στρατιωτών. Από την εμφάνιση τους έμοιαζε να είχαν έρθει από κάποιο μακρινό στρατόπεδο, αφού στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε στρατιωτική μονάδα.
Οι τρεις νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, γελούσαν πού και που και έδειχναν να απολαμβάνουν την έξοδό τους. Η άφιξη της Εριφύλης και της Άλκηστης, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Νικηφόρος το αντιλήφθηκε αμέσως.
Και η Άλκηστις, όπως φάνηκε από το χαμόγελό της, μάλλον το είχε αντιληφθεί κι εκείνη.
Οι κυρίες ήταν πραγματικά καταπληκτικές. Κομψότητα, πρόκληση και αισθησιασμός συνυπήρχαν πάνω τους με έναν τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Οι ματιές των περαστικών, αλλά και των θαμώνων της ταβέρνας, έπεφταν πάνω τους σχεδόν αυθόρμητα.
Ξαφνικά, από το τραπέζι των στρατιωτών ακούστηκαν κάποιες αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού για τα δύο υπέροχα θηλυκά. Τα ανάλαφρα φουστανάκια τους ήταν αρκετά τολμηρά, αφήνοντας ακάλυπτους τους καλλίγραμμους μηρούς και, με κάθε τους βήμα, αφήνοντας να φανεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ίσως θα επέτρεπε η συνηθισμένη διακριτικότητα.
Οι δυο γυναίκες έδειχναν αδιάφορες στις εκδηλώσεις θαυμασμού, ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να 
φαίνονται. Κατηφόριζαν προς το τραπέζι τους, συνεχίζοντας αμέριμνες την κουβέντα τους, ενώ οι τρεις στρατιώτες είχαν πια στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή τους πάνω τους, απολαμβάνοντας και την πίσω θέα καθώς απομακρύνονταν.
Ο Νικηφόρος τις ακολουθούσε από πολύ κοντά. Όταν έφτασε στο ύψος τους και αντιλήφθηκε τα βλέμματα των στρατιωτών, άκουσε έναν από αυτούς να αναφωνεί, «εις επήκοον όλων», δείχνοντας τις δύο γυναίκες:
« Ορίστε, κύριοι! Αυτοί είναι κώλοι! Βολιώτικοι, εκατό χρόνια μπροστά!» Η ατάκα έσκασε σαν πυροτέχνημα μέσα στην ησυχία της βραδιάς.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο κυριολεκτικά πάνω στο κύμα, με θέα μοναδική στον όμορφο κόλπο. Το φεγγάρι αναδύθηκε από τη θάλασσα, μισό ακόμη στον ορίζοντα, σαν ένα τεράστιο πορτοκάλι παράξενα φωτισμένο, που έμοιαζε με πλεούμενο να έρχεται από μακριά.
Η ζέστη τύλιγε τα σώματα τους και οι δυο γυναίκες, παραδομένες στη μαγεία της πανσελήνου, απομακρύνθηκαν από την ταβέρνα και προχώρησαν προς την αμμουδιά. Έβγαλαν τα σανδάλια τους και, ξυπόλυτες, μπήκαν στο ρηχό νερό, περπατώντας πάνω στον ασημένιο θαλασσινό διάδρομο που 
σχημάτιζε το φεγγαρόφωτο. Πλατσούριζαν με τα πόδια τους, γελώντας, πειράζοντας η μία την άλλη και πιτσιλώντας η μία την άλλη με το νερό.
Τα σώματα τους ανατρίχιασαν από τη δροσιά, ενώ το φως του φεγγαριού γλιστρούσε πάνω στις 
σιλουέτες τους και έπαιζε με το ανάλαφρο ύφασμα των φορεμάτων τους.
Λίγο πιο πέρα, πάνω στα βράχια της ακτής, δυο παιδιά κυνηγούσαν τα καβούρια που έκαναν τον μεθυσμένο περίπατό τους πάνω στην υγρή άμμο. Από το βάθος, στο έμπα του κόλπου, ακούστηκε ένα τραγούδι. Στην άκρη της ακρογιαλιάς διακρίνονταν αμυδρά οι σιλουέτες μιας μικρής παρέας, λουσμένες στο νυχτερινό φως. Η χορωδία ακολουθούσε τη φωνή του πρώτου τραγουδιστή, ενώ η βαρκαρόλα απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα και έφτανε ως την ακτή.
Στο ύψωμα, τα γέρικα ελαιόδεντρα άρχισαν πρώτα να τρέμουν ελαφρά κι ύστερα να κυματίζουν, καθώς η θαλάσσια αύρα χάιδευε τα φύλλα και τους τραχείς κορμούς τους. Ο δίσκος του φεγγαριού φώτιζε τους λόφους και τη θάλασσα, ενώ το τραγούδι συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα.
«Λέω να βγάλουμε τα φουστάνια και να μπούμε στο νερό,»
 είπε η Άλκηστις.
«Ανάθεμά σε, Άλκηστις!» χαμογέλασε πονηρά η Εριφύλη.
Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμήχανα. Ένα ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα τους, αυτή τη φορά όχι μόνο από τη δροσιά του νερού. Ύστερα, σχεδόν ταυτόχρονα, στράφηκαν προς την ταβέρνα.
Και τότε το είδαν. Ο Νικηφόρος τις αναζητούσε.
Το μενού περιελάμβανε μικρές, τραγανές και πεντανόστιμες κουτσομουρίτσες, που τρώγονταν σαν πασατέμπο, γαρίδες ψητές στα κάρβουνα, περασμένες σε καλαμάκια, με άρωμα σκόρδου και εσπεριδοειδών, καλαμάρια στα κάρβουνα , ο τέλειος μεζές για τσίπουρο, και μια δροσερή πατατοσαλάτα με μπόλικο μαϊντανό, ιδανική για να συνοδεύσει τα ποτηράκια τους.
Η κυρά της ταβέρνας, γνωρίζοντας καλά την αδυναμία του Νικηφόρου, του επιφύλασσε πάντα και μια μικρή ευχάριστη έκπληξη, μια μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα, που έφτανε στο τραπέζι ως κέρασμα στο τέλος.
Ο Νικηφόρος ένιωθε αυτή την 
ταβέρνα σαν δεύτερο σπίτι του. Ερχόταν συχνά, άλλοτε με την παρέα του κι άλλοτε με την οικογένεια του, και κάθε φορά απολάμβανε την απλότητα του χώρου, το καλό φαγητό και εκείνη τη γνώριμη, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα που τον έκανε να αισθάνεται οικεία.
Όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο φανερό πως τα φανταράκια δυσκολεύονταν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τις δύο γυναίκες. Κι εκείνες, με τις τολμηρές στιλιστικές επιλογές τους, δεν άφηναν 
και πολλά στη φαντασία. Μετά από δυο-τρία ποτηράκια τσίπουρο, η ευθυμία μεγάλωσε, το κέφι ξεχείλισε και οι δυο  τους χαλάρωσαν ακόμη περισσότερο. Γελούσαν, πείραζαν η μία την άλλη και έδειχναν να απολαμβάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη τα βλέμματα που συγκέντρωναν.
Ήταν νέες, όμορφες και ξέγνοιαστες. Για εκείνο το βράδυ τουλάχιστον, έμοιαζε να έχουν αφήσει στην άκρη σκοτούρες, υποχρεώσεις και κάθε είδους έγνοια. Είχαν μόνο τη θάλασσα, το καλοκαίρι, το 
τσίπουρο, το γέλιο και την αίσθηση πως μπορούσαν να χαρούν τη στιγμή όπως ακριβώς ήθελαν.
Και ο Νικηφόρος το διασκέδαζε. Χάρηκε ιδιαίτερα βλέποντας τις δυο γυναίκες τόσο ανέμελες, να απολαμβάνουν τις διακοπές τους και να αφήνονται στο κλίμα της βραδιάς. Τις κοίταξε για λίγο, χαμογέλασε αμυδρά και πονηρά και είπε. «Μπράβο, ρε κορίτσια! Είμαι χαρούμενος που το απολαμβάνετε! Αλλά, ρε κορίτσια… σεμνάαα!»
«Το απολαμβάνουμε όσο δεν φαντάζεσαι! απάντησε η Άλκηστις, δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα τα χείλη της. Γιατί σεμνά; Γιατί, καλέ; Μα τι κάναμε;»
«Ρε κορίτσια! Τι κάνατε; Ή μάλλον… τώρα που καθίσατε, θα έχετε και πολλά να αποκαλύψετε! Άτακτα κορίτσια, με τα καυτά φορεματάκια που φορέσατε! Με μια κίνηση παραπάνω και αφήνετε τα φανταράκια να κάνουν ολόκληρη τη βραδινή τους… περιήγηση!
Οι δυο γυναίκες γέλασαν. « Και τι το κακό κάνουμε; είπε η Εριφύλη. Τους αφήνουμε να απολαύσουν λίγο τις ομορφιές της φύσης! ]
«Αυτό που κάνετε είναι να τους δημιουργείτε προσδοκίες που μάλλον δεν πρόκειται να εκπληρωθούν! απάντησε εκείνος γελώντας. Είναι ολοφάνερο ότι σας τρώνε με τα μάτια. Έτσι όπως είστε ντυμένες, τους έχετε πάρει τα μυαλά! Τα μάτια τους βγάζετε κάθε φορά που σας βλέπουν!
Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προς το τραπέζι των στρατιωτών και συμπλήρωσε με πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο… μια χαρά ομορφόπαιδα είναι και τα φανταράκια!
«Και της το έλεγα της ξαδέρφης μου: «Εριφύλη, έξω βγαίνουμε, σε ταβέρνα πάμε! Οι σικ κυρίες, όταν θέλουν να αισθάνονται περισσότερο θηλυκές και σέξι, δεν φοράνε εσώρουχα. Αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες. Δεν τις νοιάζει πώς θα καθίσουν ή πώς θα σηκωθούν, γιατί απλώς δεν τις απασχολεί αν κάποιος κοιτάζει ή όχι».
«Διαβολοκόριτσα είστε! Αυτό που λένε… πέτρα του σκανδάλου! Θα τους τρελάνετε! Δεν σας έμαθαν ότι μόνο στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες, ενώ οι γυναίκες, όταν τις εκφράζουν ανοιχτά, μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές;»
«Ε, ναι! Και εμείς αυτό είμαστε! Καυλιάρες, λάγνες και αμαρτωλές από πάνω μέχρι κάτω!» είπε 
ναζιάρικα η Άλκηστις, ζαρώνοντας παιχνιδιάρικα τη μυτούλα της και σουφρώνοντας τα χείλη της.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο, χαμογελώντας, και κούνησε το κεφάλι. «Πάντως, ξαδερφούλα μου, μου δημιούργησες μια μικρή αμφιθυμία. Από τη μία είσαι ωραία και σε πάω, γιατί δεν μασάς πουθενά. Από την άλλη, αναρωτιέμαι πόσο σωστό είναι αυτό το free spirit που δείχνεις στο ντύσιμο και γενικότερα στη συμπεριφορά σου.»
«Τι εννοείς, ξαδέρφη; Τι ακριβώς ρωτάς; »απόρησε η Άλκηστις.
«Να… την ιστορία με τις κιλότες! Δεν τα δείχνεις εύκολα αυτά σε ξένους ανθρώπους. Αλλά και όλο 
το στυλ σου απόψε, ρε παιδί μου… βγάζει μια πονηριά, μια αταξία. Σαν να σου αρέσει να προκαλείς, ιδιαίτερα όταν είσαι με ανθρώπους που νιώθεις δικούς σου.»
Η Άλκηστις σήκωσε τους ώμους. «Εξαρτάται από την παρέα! Μα, αν δεν αισθάνομαι άνετα μαζί σας, τότε με ποιους θα αισθανθώ; Στο κάτω κάτω, μου αρέσει να καταλαβαίνω ότι είμαι ποθητή. Ακόμη κι από τους «ξένους». Και δεν αισθάνομαι τύψεις επειδή θέλω να δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό.»
Το είπε με ένα πονηρό χαμόγελο, ρίχνοντας για μια στιγμή το βλέμμα της στον Νικηφόρο. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα, χωρίς να πει τίποτα. Η Άλκηστις κράτησε για λίγο ακόμη το χαμόγελό της, σαν να είχε μόλις αφήσει στον αέρα μια φράση που μπορούσε να σημαίνει περισσότερα απ’ όσα είχαν ακουστεί.
«Έχει τα δίκια της η ερωτιάρα ξαδερφούλα μας. Και, όπως λέει κι ο σοφός λαός, οι σωστοί άντρες υποκλίνονται εις του μουνιού τη χάρη», τόνισε ο Νικηφόρος.
Το κλίμα είχε αρχίσει να πυροδοτεί μέσα του μια διάθεση να πει περισσότερα. Έπιανε τον εαυτό του να παρασύρεται από την ατμόσφαιρα, από τα πειράγματα και από τη γυναικεία παρουσία γύρω του. 
Παρ’ όλα αυτά, πρόσεχε κάθε του λέξη. Δεν ήθελε ούτε στιγμή να παρεξηγηθεί ούτε να δώσει στην Εριφύλη την εντύπωση ενός επιπόλαιου λιγούρη. Άλλωστε, για εκείνον, μια σωστή σχέση στηριζόταν, πάνω απ’ όλα, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στον σεβασμό.
Απόψε, όμως, με τις δυο γυναίκες δίπλα του, είχε πάθει την πλάκα του. Είχε φάει φλας με την πάρτη τους.Κι εκείνες, από την πλευρά τους, έδειχναν να απολαμβάνουν το παιχνίδι.
Το κλίμα ήταν απολαυστικά χαλαρό. Στο βάθος του υπαίθριου χώρου της ταβέρνας, κάτω από τη μεγάλη πέργκολα, καθόταν μια πολυπληθής παρέα από γνωστούς και φίλους του Νικηφόρου. Αφού τους χαιρέτησε από μακριά και ζήτησε την άδειά τους, ετοιμάστηκε να σηκωθεί από το τραπέζι, αφήνοντας τις δύο γυναίκες να συνεχίσουν την ανεμελιά και την κουβέντα τους.
 Μόλις όμως πήγε να σηκωθεί, η Εριφύλη τον έπιασε από το χέρι. Τον τράβηξε απαλά να σκύψει κοντά της και του ψιθύρισε στο αυτί, με φωνή που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας:
«Μην αργήσεις! Να ξέρεις ότι σε περιμένει ένα κολασμένο βράδυ ερωτικής απόλαυσης. Και ελπίζω να έχεις αντοχές. Σε θέλω ταύρο απόψε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με έκπληξη και χαμόγελο. «Για μένα το λες αυτό;»
«Εσύ τι λες; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω μας;»
«Δεν ξέρω… Μπορεί να σας γυάλισε καμιά διαθέσιμη πούτσα στον περίγυρο και να ερεθιστήκατε.
Η Εριφύλη δεν έχασε ευκαιρία. «Πούτσες θέλεις να πεις». Και άμεσα διαθέσιμες μάλιστα. Με ένα διακριτικό νεύμα, του έδειξε προς την κατεύθυνση των νεαρών στρατιωτών. Ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση.
Ο Νικηφόρος κάθισε για λίγο ακόμη δίπλα της. Εκείνη τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να τον καμάρωνε. «Τι κούκλος που είσαι, ρε μωράκι μου!» του ψιθύρισε αισθησιακά.
Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Για μια στιγμή ξέχασε εντελώς την παρέα που τον περίμενε κάτω από την πέργκολα.
Τα χείλη της είχαν αφήσει στο μάγουλό του ένα καλοσχηματισμένο κόκκινο σημάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει εκεί, σαν μικρό τρόπαιο, σαν να ήθελε να επιδεικνύει το δικό της «κατόρθωμα». Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη και, με μια διακριτική κίνηση του χεριού της, το έσβησε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η αντίδρασή του, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εριφύλη. Εκείνη κατάλαβε αμέσως την επίδραση που είχε πάνω του και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Έσκυψε λίγο πιο κοντά του, κάτω από το 
τραπέζι, και τον πείραξε διακριτικά. Τα μάτια της έλαμψαν από ικανοποίηση, καθώς συνάντησαν τα δικά του.
« Μωράκι μου εσύ!» του ψιθύρισε.
Ο Νικηφόρος αναστέναξε χαμογελώντας. «Εεε! Κάτσε φρόνιμα! Περίμενε να πάμε σπίτι… Μας βλέπει ο κόσμος!»
«Ε, άντε, ρε μανάρι μου! Πήγαινε στους φίλους σου, αφού θέλεις. Και μην αργήσεις. Πού τους έχεις δει;»
«Εδώ, στο βάθος της αλέας είναι, μωρούλι μου. Πηγαίνω και επιστρέφω σύντομα!»της είπε χαμογελαστά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και, καθώς απομακρυνόταν, άφησε πίσω του για λίγα δευτερόλεπτα μια παράξενη σιωπή.
Η Εριφύλη τον παρακολούθησε να φεύγει και χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Μμμμ… έτσι, μωρό μου. Έτσι, καυλιάρη μου. Μην αργήσεις, μωρό μου!»
Ο Νικηφόρος γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι προς το μέρος της. «Πουτανίτσα μου… αυτά μου κάνεις και με αναστατώνεις περισσότερο!»
Εκείνη του έστειλε ένα τελευταίο πονηρό χαμόγελο, πριν στραφεί πάλι προς την Άλκηστη.
«Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτα, μωρό μου!» του τόνισε ναζιάρικα και του έκλεισε το μάτι.
«Και πού να ήξερες τι σε περιμένει…» μονολόγησε μέσα της, καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται. Η ερωτική βραδιά τους, ένιωθε, μόλις είχε αρχίσει.
Η Εριφύλη διαισθανόταν πως ο Νικηφόρος είχε ήδη παρασυρθεί από το παιχνίδι που είχαν στήσει μεταξύ τους. Τον γνώριζε καλά· ήξερε πότε το πείραγμα της τον αναστάτωνε και πότε η επιθυμία του γινόταν δύσκολο να κρυφτεί.
Χαμογέλασε μόνη της. «Πού να ξέρεις, καυλιάρη μου, τι σου ετοιμάζω απόψε…»
Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, έπιανε τον εαυτό της να αφήνει τη φαντασία της να ταξιδεύει σε πιο τολμηρά σενάρια. Κάποιες φορές, σε αυτές τις φαντασιώσεις, υπήρχε και η Άλκηστις. Απόψε, όμως, η σκέψη είχε αποκτήσει μια παράξενη ζωντάνια. Η ιδέα την αναστάτωνε και την ίδια. Όχι μόνο επειδή γνώριζε τη γοητεία της ξαδέρφης της, αλλά επειδή είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως η έλξη δεν ήταν μονόπλευρη. Τα βλέμματα, τα πειράγματα, εκείνες οι μικρές στιγμές σιωπής ανάμεσα στην Άλκηστη και τον Νικηφόρο… όλα έμοιαζαν να δημιουργούν ένα παιχνίδι που κανείς τους δεν είχε ακόμη τολμήσει να ονομάσει.
Και η ίδια; Η ίδια είχε αποφασίσει απόψε να μην το αφήσει απλώς στη φαντασία. Η σκέψη ενός ερωτικού παιχνιδιού και με τους τρεις τους τής φαινόταν ταυτόχρονα τολμηρή, επικίνδυνη και συναρπαστική. Ήξερε, βέβαια, πως άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα. Στη φαντασία 
όλα είναι εύκολα· στην πραγματική ζωή υπάρχουν βλέμματα, ζήλια, ανασφάλειες και συναισθήματα που δεν υπακούν πάντα στη λογική.
Όμως απόψε δεν ήθελε να σκέφτεται τόσο μακριά. Ήθελε να παίξει με τη φωτιά. «Άντε, τυχερέ μου…» σκέφτηκε χαμογελώντας. «Απόψε μπορεί να ανακαλύψεις πως η ζωή έχει μερικές εκπλήξεις που ούτε στα πιο τολμηρά σου όνειρα δεν θα περίμενες.»
Και με τη σκέψη αυτή, η Εριφύλη ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού να την κατακλύζει. Η νύχτα ήταν 
ακόμη νέα και η θάλασσα απέναντί της λαμπύριζε κάτω από το φεγγάρι. Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.
Την ίδια ώρα, στο τραπέζι των φαντάρων, το κουτσομπολιό για τις δύο γυναίκες και το τολμηρό τους στυλ είχε πάρει φωτιά. Τα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει όλο το βράδυ, οι κινήσεις τους και η άνεση με την οποία απολάμβαναν την παρέα τους είχαν γίνει αντικείμενο ασταμάτητων σχολίων.
«Μαλάκες, μόνο που τις σκέφτομαι και μου γυρίζει το μυαλό!» είπε ο πρώτος φαντάρος, παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του.
«Συγκρατήσου, ρε αγορίνα μου, και ήρεμα!» Οι κυρίες συνοδεύονται, προσπάθησε να τον προσγειώσει ο πιο νηφάλιος της παρέας.
«Ναι, ρε φίλε, αλλά δεν φταίω εγώ! Αφού αυτές από κάποια στιγμή και μετά χαλάρωσαν τελείως. Και εσύ τα έβλεπες!»
«Ε, ναι… είπε ο τρίτος. Μάλλον το απολαμβάνουν κιόλας. Και ο άλλος εκεί, χαμπάρι δεν παίρνει!»
«Ποιος; Ο δικός τους;» ρώτησε ο δεύτερος.
«Αυτός! Όλη την ώρα τις πειράζει και χαϊδολογιέται μαζί τους. Τις βλέπει να γελάνε, να τον κοιτάζουν και να του κάνουν παιχνίδια, κι εκείνος σαν να βρίσκεται στον κόσμο του!»
Ο πρώτος κούνησε το κεφάλι. «Εγώ πάντως πολύ θα ήθελα να ξέρω τι παίζει μεταξύ τους. Γιατί δεν μου φαίνεται απλώς ότι είναι παρέα.»
«Κι εγώ αυτό σκέφτομαι,» είπε ο τρίτος.  «Ειδικά η μικρότερη… την έχει φάει με τα μάτια της όλο το βράδυ.»
«Λες να είναι γκόμενος της μεγαλύτερης και η πιτσιρίκα να του την πέφτει;»
«Ποιος ξέρει; Αλλά κάτι υπάρχει εκεί. Δεν είδες πώς τον κοιτάζει;»
Ο πρώτος γέλασε πονηρά. « Εγώ πάντως, αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα διάλεγα τη μεγαλύτερη. Αυτή είναι θάνατος! Η μικρή ωραία είναι, αλλά η άλλη έχει κάτι… κάτι που σε κάνει να λες πως θα σε λιώσει.»
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια.
Ο πιο ψύχραιμος σήκωσε το ποτήρι του και τους κοίταξε με νόημα. « Ρε σεις, αφήστε τα σενάρια και πιείτε το τσίπουρο σας. Σε λίγο θα τους έχετε φτιάξει ολόκληρη ιστορία και στο τέλος θα αποδειχθεί ότι είναι απλώς ένα ζευγάρι που κάνει διακοπές!
«Ε, τότε ακόμα χειρότερα!» απάντησε ο πρώτος γελώντας. Και το κουτσομπολιό συνεχίστηκε, με τις υποθέσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ από το άλλο τραπέζι οι δύο γυναίκες δεν είχαν ιδέα για το μικρό «συμβούλιο» που είχε στηθεί εις βάρος τους.
Φεύγοντας από το τραπέζι τους, ο Νικηφόρος συνέχιζε να αναλογίζεται εκείνο το παράξενο μήνυμα που είχε αρχίσει να αιωρείται από νωρίς στη βραδιά:
«Απόψε σε θέλουμε.» Χαμογέλασε μόνος του και κούνησε το κεφάλι.
«Ανάθεμά το το μουνί, τόσα κακά που σέρνει! Το έβαλαν σκοπό η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της να παίξουν απόψε με τις αντοχές μου;»
Ένιωθε πως η βραδιά είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Και οι δυο γυναίκες είχαν έναν τρόπο να τον αναστατώνουν, καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της ενέργεια.
«Είναι όμως κι οι δυο τους από εκείνες τις γυναίκες που δεν τις αντιμετωπίζεις χαλαρά», σκέφτηκε. «Ή θα μπεις στο παιχνίδι τους με όλη σου την ψυχή ή καλύτερα κάνε πως δεν κατάλαβες τίποτα!»
Χαμογέλασε ξανά.«Απόψε… θα γίνει της κόλασης!»
Μένοντας οι δυο κοπέλες μόνες στο τραπέζι, η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο προσωπική, σχεδόν εξομολογητική. Το τσίπουρο, με τη ζεστασιά του, λειτουργούσε σαν καταλύτης, χαλάρωνε τις τυπικότητες και κατέβαζε τις άμυνες που, πολλές φορές, υψώνει κανείς ασυναίσθητα στην καθημερινότητα. Οι λέξεις άρχισαν να ρέουν πιο αβίαστα, με εκείνη την ειλικρίνεια που μόνο μια βαθιά και δοκιμασμένη οικειότητα μπορεί να αντέξει....

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 3)
.....

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

H Gynaika Kai O Molieros

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:1)....
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)»
..........«Άργησες!», του είπε η γοητευτική συντροφος του με ναζιάρικη φωνή, κάνοντας αυτά τα «κουταβίσια μάτια», όλο χάρη και γοητεία, όταν τον είδε να ξεπροβάλλει στην πόρτα του δωματίου.
Η σκηνή που ξεδιπλώνεται μπροστά του είναι σαν χτύπημα από κεραυνό μέσα στη νύχτα. Ο Αλκιβιάδης, που πριν από λίγα λεπτά ήταν «ένοχος» στο δικό του ιερό λιβάδι, τώρα έρχεται αντιμέτωπος με μια Ανδρομάχη που δεν είχε δει εδώ και πολύ καιρό. Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι αυτή η αλλαγή της Ανδρομάχης μοιάζει με την «Ανδρομάχη της φαντασίας του». Είναι σαν να «διάβασε» εκείνη τη δική του νυχτερινή επιθυμία και να αποφάσισε να τη μεταφέρει στο δωμάτιο τους. 
«Μουτράκια μωρό μου και αργείς να έλθεις στο κρεβάτι μας τα βράδια;» του λέει χαδιάρικα. Η ερώτησή της, διατυπωμένη με αυτή τη χαδιάρικη οικειότητα, δεν είναι απλώς μια παρατήρηση, είναι ένα άνοιγμα, μια πρόσκληση που έρχεται να ανατρέψει ολόκληρο το οικοδόμημα των ανασφαλειών του. Το «Μουτράκια» και το «μωρό μου» είναι λέξεις που του θυμίζουν την εποχή που όλα ήταν απλά. Όμως, επειδή ο Αλκιβιάδης έχει περάσει τις τελευταίες ώρες στο δικό του «σκοτεινό λιβάδι» της φαντασίωσης και της αυτοκριτικής, αυτή η τρυφερότητα του προκαλεί ένα είδος πνευματικού ιλίγγου.
«Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;» Η άρνηση του Αλκιβιάδη είναι το «τείχος της αυτοπροστασίας του. Μέσα του, η διονυσιακή μέθη και η ομολογία του «μοναχικού εγκλήματος» είναι ακόμα νωπά, και η σκέψη ότι η Ανδρομάχη θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτό το ιερό —αλλά και βέβηλο— κομμάτι του εαυτού του, του προκαλεί τρόμο. 
Όταν λέει «Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;»,  λειτουργεί σαν ένα ανάχωμα που προσπαθεί να συγκρατήσει το χείμαρρο. Το «Γιατί να το κάνω;»: Είναι μια ρητορική ερώτηση που κρύβει την απόλυτη άρνηση να αποκαλύψει την ευαλωτότητά του. Αν της πει την αλήθεια —ότι φαντασιώνεται την ίδια με τρόπους που εκείνη ούτε καν υποψιάζεται— τότε η «εξουσία» του πάνω στη φαντασίωση του θα χαθεί. Θα γίνει ένας άντρας που «χρειάζεται» τη φαντασίωση για να αντέξει τη γυναίκα του. Ί
Την ώρα που η Ανδρομάχη είναι χαδιάρα, εκείνος επιλέγει να είναι απόμακρος. 
«Μα δεν με πλησιάζεις τελευταία στο κρεβάτι, ούτε καν αναφέρεις κάτι.» Του λέει.
«Εγώ ήμουν πάντα εδώ! Απλά σέβομαι τις επιθυμίες σου οι οποίες τελευταία δεν συμπεριλαμβάνουν το κομμάτι αυτό στη συμβίωσή μας.»
Ωστόσο, η Ανδρομάχη δεν είναι από εκείνες που παραδίνονται στον «εχθρό» αμαχητί. Είχε, λοιπόν, έτοιμο το «καρφί» που του το πέταξε στη συνέχεια. «Αυτό, κούκλε μου, µου το λες τώρα ως απειλή;.» Το «καρφί» της είναι η απόλυτη αποδόμηση της «ιπποτικής» του στάσης. Το «Κούκλε μου»: Είναι ένα υποτιμητικό, σχεδόν ειρωνικό υποκοριστικό, που τον απογυμνώνει από τη σοβαρότητα που προσπαθεί να επιβάλει. Τον επαναφέρει από τον ρόλο του «πληγωμένου συζύγου» σε αυτόν του «άντρα που παίζει παιχνίδια εξουσίας». Η αλήθεια είναι ότι αυτός τα έχει χάσει μπροστά στον απροκάλυπτο τρόπο που η σύντροφος του ερωτοτροπεί απόψε. Στα μάτια της που του χαμογελούσαν μελιστάλαχτα, διακρίνεται διάχυτος ερωτισμός, αρκούντως ερεθιστικός…. «πολλά υποσχόμενος.» Έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα-σειρήνα. που δεν του αφήνει κανένα περιθώριο να κρυφτεί πίσω από το προσωπείο του «αδικημένου συζύγου». Ο ερωτισμός της είναι τόσο απροκάλυπτος και τόσο «πολλά υποσχόμενος», που τον αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπος με την εξής αλήθεια: Αν η Ανδρομάχη είναι αυτή η γυναίκα, τότε ποιος είναι εκείνος που κρυβόταν στο σκοτάδι και αυνανιζόταν για να την «κατακτήσει» νοητικά;
Η Ανδρομάχη με όλη την ομορφιά της απλώθηκε στο κρεβάτι σαν γάτα, αισθησιακή και νωχελική, επιτρέποντας στο σεντόνι που κρατούσε δήθεν από ντροπή να γλιστρήσει, αποκαλύπτοντας ωστόσο με ακριβή και προσεχτική επιμέλεια, κάποιες γωνιές του κορμιού της, ασφαλώς για να φαίνεται πιο προκλητική και να μπορεί να διεγείρει την φαντασία του καλύτερα, ξυπνώντας μέσα του όλα τα «άγρια» και «ατίθασα» ένστικτα του έρωτα. 
Η Ανδρομάχη δεν κινείται σαν σύζυγος, κινείται σαν μια έμπειρη κυνηγός που γνωρίζει ακριβώς ποια χορδή του μυαλού του πρέπει να αγγίξει. 
Το σεντόνι, που γλιστράει με αυτή την «προσεκτική επιμέλεια», είναι το πιο ισχυρό όπλο της. Δεν αποκαλύπτει τα πάντα, αυτό θα ήταν βιαστικό. Αποκαλύπτει «γωνιές», αφήνοντας τη φαντασία του να συμπληρώσει τα κενά. Η Ανδρομάχη παίζει το παιχνίδι του. Με τις νωχελικές της κινήσεις, επιβεβαιώνει στον Αλκιβιάδη ότι το «λιβάδι της διονυσιακής μέθης» όπου εκείνος περιπλανήθηκε μόνος του, δεν ήταν μόνο δικό του. Είναι σαν να του λέει χωρίς λέξεις: «Είδα πού κρυβόσουν, και ήρθα να σε βρω εκεί». Μπροστά σε αυτή τη θέα, η λογική του, το «Γιατί να το κάνω;», η «απειλή», το «μουτράκια», χάνει κάθε σημασία. Η Ανδρομάχη έχει επιλέξει να τον προκαλέσει στο δικό του πεδίο, στον κόσμο της σάρκας και της εικόνας. Το «ντουλάπι» όπου είχε φυλαχτεί η επιθυμία άνοιξε βίαια, και τα περιεχόμενά του ξεχύθηκαν στο δωμάτιο, γεμίζοντας τον χώρο με μια μυρωδιά από «άγριο» και «ατίθασο» έρωτα. Η Ανδρομάχη δεν λειτουργεί πια ως η «σύζυγος της καθημερινότητας». Έχει αναλάβει τον ρόλο της Σειρήνας. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση, αλλά μια συνειδητή απόφαση να ανατρέψει το status quo. Η ενέργεια που εκπέμπει είναι μεταδοτική. Ο Αλκιβιάδης, που πριν λίγο ένιωθε «νωχελικός» και βαρύς από τις σκέψεις του, τώρα βιώνει μια έκρηξη αδρεναλίνης. 
«Μήπως ενοχλώ τη βραδινή σου ηρεμία και ρουτίνα;» της λέει με μια ελαφρά ειρωνεία στη φωνή του.
Ένα πονηρό χαμόγελο ανέβηκε στα χείλη της, καθώς έλεγε: «Αγάπη μου! Σε διαβεβαιώνω, δεν έχω ενοχληθεί στο ελάχιστο. Ίσως θα θέλεις να μου κάνεις παρέα.»  και απόμεινε εσκεμμένα σιωπηλή για μια στιγμή.
Ο Αλκιβιαδης χαμογέλασε όχι με ιδιαίτερη ικανοποίηση. «Πολύ δελεαστική προσφορά!» Αγνοώντας τη προκλητική στάση της Ανδρομάχης προσπαθώντας να ξεπεράσει τη νευρικότητά στις συνθήκες αυτής της απρόσμενης έκπληξης.
«Αντιλαμβάνομαι πως το διασκεδάζεις, να με πειράζεις απόψε! Κάνω λάθος;» 
«Το διασκεδάζω πολύ. Μη μου πεις, αγάπη μου, ότι νιώθεις κουρασμένος.!»
«Όχι ιδιαίτερα! Γιατί ρωτάς μωρό μου;»
«Γιατί απόψε σε αναμένουν  έχτρα υποχρεώσεις αγάπη μου.» Του ψιθύρισε ναζιάρικα. 
Η ειρωνεία είναι τραγική, η ίδια του η «μούσα», η ίδια του η Ανδρομάχη, τον έχει φέρει στα όρια της εξάντλησης, και ο ίδιος, αν και «πτώμα» από την ένταση της νύχτας, οφείλει να κρατήσει τη στάση του «κυνηγού» που δεν λυγίζει ποτέ. Αν ο Αλκιβιάδης δηλώσει κουρασμένος ή αρνηθεί τις «έξτρα υποχρεώσεις», θα καταστρέψει το οικοδόμημα της δικής του διεστραμμένης φαντασίωσης που ο ίδιος έχτισε. Είναι αναγκασμένος να πει «ναι», ακόμη και αν δεν ξέρει ακριβώς τι περιλαμβάνουν αυτές οι υποχρεώσεις. Δεν είναι πια η «θεοσεβούμενη ενορίτισσα» που περιμένει οδηγίες. Είναι η γυναίκα που έχει καταλάβει ακριβώς ποια είναι τα τρωτά σημεία του συζύγου της. Το γεγονός ότι «διασκεδάζει» δείχνει ότι το παιχνίδι, είναι ο τρόπος της να τον ελέγξει ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας τον πόθο του ως λουρί. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η νύχτα, «δεν σε ρωτάει αν αντέχεις. Σε προειδοποιεί. Οι «έξτρα υποχρεώσεις» που σου υπόσχεται μπορεί να είναι η αρχή της δικής σου δοκιμασίας. Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις αυτό που θα ζητήσει.»
Ο Αλκιβιάδης γνωρίζει καλά πως αν ομολογήσει το «σφάλμα» του, το γεγονός ότι η ενέργεια του έχει ήδη αναλωθεί στο «μοναχικό έγκλημα» του καναπέ, θα καταστρέψει τη μαγεία της στιγμής. Για εκείνον, το να παραδεχτεί την κούραση μπροστά σε μια Ανδρομάχη που «σκανδαλίζει και σαγηνεύει» θα ήταν σαν να παραδίδει τα όπλα. Δεν επιτρέπεται να είναι «κουρασμένος» όταν η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει «ζωντανή». Ο Αλκιβιάδης πρέπει τώρα να «παίξει» τον ρόλο του ακούραστου εραστή, ενώ το σώμα του έχει ήδη ζήσει τον δικό του «θάνατο» στη διονυσιακή εκτόνωση. 
Η Ανδρομάχη, αν και δεν ξέρει το «μυστικό» του, διαισθάνεται τη δύναμη που ασκεί πάνω του. Η στάση της, η «ναζιάρικη» προτροπή της για δουλειά, δεν είναι τυχαία. Είναι σαν να τον προκαλεί, «θα αντέξεις;  Με μια κίνηση που φανερώνει ότι έχει κατανοήσει πλήρως το παιχνίδι, ισιώνει τους ώμους του. Αν εκείνη θέλει «δουλειά», εκείνος θα γίνει ο πιο εργατικός εραστής που έχει δει ποτέ. Δεν θα υποπέσει στο «σφάλμα» της ειλικρίνειας. Θα παίξει το παιχνίδι της μέχρι τέλους, γιατί τώρα συνειδητοποιεί ότι η «δουλειά» αυτή είναι ο μόνος τρόπος να εξορκίσει οριστικά τα φαντάσματα που τον στοίχειωναν. Η Ανδρομάχη τον περιμένει στο κρεβάτι, σαν μια αισθησιακή «παγίδα» που δεν μπορεί να αποφύγει.  Δεν είπε τίποτα, μόνο σήκωσε ελαφρά το σεντόνι και γλίστρησε αθόρυβα στο κρεβάτι δίπλα της. Το χέρι της άρχισε να διατρέχει το σώμα του, κινούμενο «επικίνδυνα» προς τις «κάτω περιοχές», αυτές τις «άκρως ανδρικές»!
«Ουπς! Τι έχουμε εδώ; Σαν μαραμένη γλαδιόλα είναι αγάπη μου.» Η ατμόσφαιρα, που μέχρι πριν λίγο ήταν γεμάτη υποσχέσεις και ναζιάρικη πρόκληση, παγώνει στιγμιαία. Το «καρφί» της Ανδρομάχης, αυτή η αιχμηρή, ειρωνική παρατήρηση για τη «μαραμένη γλαδιόλα», είναι η σύγκρουση δύο κόσμων, της φαντασίωσης που εκείνη έπλασε για να τον προκαλέσει και της βιολογικής πραγματικότητας που ο Αλκιβιάδης φέρνει μαζί του, μετά τη διονυσιακή εκτόνωση στον καναπέ. Το σχόλιο της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν χειρουργικό νυστέρι. Δεν τον προσβάλλει μόνο, τον ξεσκεπάζει. Αυθόρμητα, δίχως σκέψη και προετοιμασία ενέδωσε στο πειρασμό να πάρει το αίμα της πίσω για τις προσωπικές αιχμές που της απηύθυνε με αιχμηρό τρόπο στη τελευταία σύγκρουση τους για τη σεξουαλική συμπεριφοράς της, καθώς είχε θέσει υπό ενοχή την ηθική της.
«Η γυναίκα είναι πάντα έτοιμη για την εκδίκηση της» είπε κάποτε ο Μολιέρος
Η Ανδρομάχη δεν παίζει πια το παιχνίδι της «Σειρήνας» για να τον σαγηνεύσει, χρησιμοποιεί τον ερωτισμό της ως όπλο για να τον ισοπεδώσει..
«Ήθελες να με γαμήσεις ε! Με τι;» Του λέει καθώς έτριβε το μαραμένο του πέος στα κωλομέρια της.
«Σου σηκώνεται καθόλου; Πόσο καιρό έχει να σου σηκωθεί άχρηστε; Παραδέξου ότι δεν μπορείς !!»
Αποφασισμένη να παρατείνει το πιάτο της εκδίκησης που τρώγεται κρύο….. πετάει το σεντόνι από πάνω της και μένει ολόγυμνη μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, με τα πόδια της ανασηκωμένα και ορθάνοιχτα, με τα χέρια της να πιάνει το μουνάκι της ξεδιάντροπα να το χαϊδεύει και να του λέει με τρόπο προκλητικό. «Μόνο για να το γλείψεις είσαι ικανός! Σε αυτό τα καταφέρνεις αρκετά καλά! Αλλά για να το γαμήσεις; Τίποτα. Ο πουτσάκος σου, ο καημένος. Τι να κάνει; Είναι τόσο αδύναμος, τόσο ανύπαρκτος! Μόνο για κατούρημα κάνει. Μόνο λόγια είσαι! Τι να κάνει αυτό το πλαδαρό πραγματάκι; Σε αυτό το μουνί που καίγεται για γαμήσι; Νομίζεις ότι με έχεις γαμήσει καμιά φορά καλά; Ο παπάς μάλιστα, άντρας με δυο οκάδες αρχίδια. Είναι φοβερός και πάντα έτοιμος! Έχω βαρεθεί να σε ακούω να μου λες ότι με καυλώνουν οι παπάδες. Αλήθεια αυτό δεν ήταν που έλεγες; Ή μήπως, όλα όσα έλεγες ήταν παραμύθια φούμαρα και τώρα έχεις μετανιώσει; Ε, ναι, λοιπόν!. Νόμιζες πως δεν θα το έκανα;»
«Ρε μωρό μου! Αλήθεια με έχεις κερατώσει με τον ρασοφόρο φίλο μας;»
«Περίεργος είσαι αλλά δεν πειράζει, θα στα πω.»
«Για πες;! Λες την αλήθεια  ότι το έκανες μαζί του;»
«Φυσικά! Απ’ το μυαλό μου νομίζεις το έβγαλα! Ότι σε κοροϊδεύω; Δεν με πίστευες όταν σου έλεγα να προσέχεις τι λες γιατί στην πρώτη ευκαιρία θα στα φορέσω τα κέρατα για να σου δώσω να καταλάβεις τι χάνεις.»
«Σοβαρά ρε μωρό; Μ' αυτόν τον μαλάκα τον παπά! Θεέ μου.»
«Μαλάκας αγορίνα μου, αλλά εκείνη την μέρα έχυσα δέκα φορές. Φταίει που μου έβαλε φωτιά στη μήτρα μου και δεν μπορούσα να κρατηθώ;».
«Ξεμυαλισμένη πουτάνα! Δηλαδη ένα «καζάνι» που έβραζε έγινε η μήτρα σου από τη φωτιά που σ' άναψε ο ιερέας;!»
Τον κοίταξε στα μάτια. «Χα, χα, χα... Καυλιάρη μου γουστάρεις ιστοριούλες με τη γυναικούλα σου ε;»
«Ναι πολύ!»
«Είσαι σίγουρος Μωρό μου ότι θέλεις να μάθεις,» Τον ξαναρώτησε διακωμωδώντας τη συζήτηση με τον τρόπο της. «Θέλεις και λεπτομέρειες;»  
«Ναι! Αφού το γνωρίζεις, οι γαργαλιστικές αφηγήσεις σου οι προκλητικές, αυτές που με διεγείρουν είναι απόλαυση! Με ξεσηκώνουν»
«Καυλώνεις βλέπω αγόρι μου! Τι άλλο θες; Σε ικανοποιεί η σκέψη να ξενοπηδιέται η Ανδρομάχη σου με το ρασοφόρο. Θα ήθελες να ήσουν εκεί μπροστά  και να βλέπεις;»
«Δεν ξέρω! Όμως με ερεθίζει η σκέψη να σε σκέφτομαι στο κρεβάτι, να το κάνεις με το ρασοφόρο με ξεσηκώνει αφάνταστα.» Κοιτάζει πάνω από τον ώμο της τα μαλακά σεντόνια στο κρεβάτι τους και φαντάζεται την Ανδρομάχη ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και ο ρασοφόρος με τα καυλί στο χέρι είναι έτοιμος να τη γαμήσει και κάτι μέσα του σκιρτάει, ενώ αρχίζει να του ανεβαίνει η ηδονική έκσταση
«Μπα! Μπα!!! Σε ερεθίζει η σκέψη ότι η αγαπημένη σύντροφος σου γυρεύει σε άλλη ανδρική αγκαλιά γαμήσι...... Και θέλεις να μάθεις και πως το έκαναν εεε;»
«Χμμμ ναι! Αλλά για πες μου εσύ δεν έχεις τύψεις που με κεράτωσες;»
«Τύψεις; Όχι μωρό μου, γιατί κατάλαβα τι έχανα τόσο καιρό.»
Ο Αλκιβιάδης τ' άκουγε όλα αυτά που έλεγε η Ανδρομάχη! 
«Και…» 
«Τι και! Εσύ τι λες!»
«Εγώ τι να πω Μωρό μου!  Ο ιερεας αγάπη μου σε μια γκόμενο συζήτηση που είχαμε μου εξομολογήθηκε πως νιώθει πολύ μόνος και εδώ και κάτι μήνες στεγνός από γυναικεία αγκαλιά. Πήρε όλο το θάρρος σαν πνευματικός σου και οικογενειακός μας φίλος και με ρώτησε αν έχεις καμιά φιλενάδα «καλή περίπτωση» έτσι απλά χωρίς δεσμεύσεις και συναίσθημα όπως κατάλαβα, για να εκτονωθεί σαν άνδρας. Του είπα πως εγώ δεν ξέρω καμιά φιλενάδα της Ανδρομάχης διαθέσιμη αλλά με τις τσούλες που κυκλοφορούν και πάνε με τον καθένα είναι επικίνδυνα πράματα αυτά, και στην ανάγκη θα έπρεπε κάτι να κάνει γι αυτόν η θεοσεβούμενη ενορίτισσα και καλή του φίλη,  δηλαδή εσύ, και του πρότεινα να βρει το θάρρος και να απευθυνθεί σε σένα.».
«Σοβαρά τ λες! Εννοείς να τον εξυπηρετήσω εγώ στις καύλες του!;»
«Εε όλο και κάποια πεινασμένη φιλενάδα θα έχεις.»
«Και αν δεν έχω! Τι μου προτείνεις να του κάτσω εγώ;»
«Δική σου η απόφαση Μωρό μου τι θα κάνεις!»
Η συζήτηση ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της απλής συζυγικής τριβής και έχει εισέλθει σε μια περιοχή όπου η ωμή ειλικρίνεια και η διαστροφή αλληλοσυμπληρώνονται. «Με το «Δική σου η απόφαση Μωρό μου», ο Αλκιβιάδης παύει να είναι ο σύζυγος που θέτει όρια. Γίνεται ο «σκηνοθέτης» της απιστίας της, ο άνθρωπος που της δίνει την άδεια να παραβιάσει τον ιερότερο κανόνα του γάμου τους, μετατρέποντας την προδοσία σε ένα παιχνίδι εξουσίας και ηδονής. Αυτή η «απόφαση» που αφήνει στα χέρια της, δεν είναι μια πράξη ελευθερίας για την Ανδρομάχη, είναι ένας ψυχολογικός εγκλωβισμός. Αν η Ανδρομάχη αρνηθεί, θα φανεί ως η «συντηρητική» και η «πικρόχολη», που αρνείται να παίξει το παιχνίδι που ο ίδιος της πρότεινε, διατηρώντας μια υποκριτική ηθική. Αν η Ανδρομάχη δεχτεί, Θα γίνει το αντικείμενο της δικής του ηδονής, ένα «όργανο» που εξυπηρετεί τις φαντασιώσεις του.
«Εγώ αγάπη μου, θα κάνω αυτό που θα μου πεις εσύ, χωρίς κανένα δισταγμό, αρκεί αυτό να είναι αυτό που πραγματικά θέλεις εσύ».
«Δηλαδή για να λέμε τα πράματα ντόμπρα και με το όνομά τους, θα πας μαζί του;»
«Για να μην κουράζεσαι!  Αν το θες εσύ μωρό μου, είμαι διαθέσιμη να σε βοηθήσω να εξυπηρετήσεις τον καλό σου φίλο.»
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η νύχτα, «το παιχνίδι που ξεκίνησε ως πόλεμος, μόλις μετατράπηκε σε μια μαύρη ιεροτελεστία. Δεν είσαι πια ο άντρας που διεκδικεί την τιμή του, αλλά ο άντρας που παρακαλάει τη γυναίκα του να τον εξευτελίσει λίγο ακόμα. Η «φωτιά στη μήτρα της» είναι το καμίνι μέσα στο οποίο λιώνει η τελευταία σου αξιοπρέπεια.» 
Ο Αλκιβιάδης νιώθει το κορμί του να τρέμει, όχι από θυμό, αλλά από μια ηδονική αναμονή που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Η «γλαδιόλα» του, που πριν λίγο ήταν «μαραμένη», αρχίζει να αντιδρά σε αυτή την ανείπωτη κατάχρηση της φαντασίας του, που αναρωτιέται «Είναι αλήθεια; Μήπως φαντασιώνεται;»  τον κρατάει σε μια διαρκή κατάσταση «ετοιμότητας». Τον μετατρέπει σε έναν άντρα που «καίγεται» για να μάθει, που «διψάει» για τη συνέχεια. 
«Γιατί δεν απαντάς; Πες μου! Μήπως δεν σε καυλώνω αρκετά, αγόρι μου;» τον ρώτησε πρόστυχα.
«Το αντίθετο, θα έλεγα! Με καυλώνεις και μάλιστα πάρα πολύ! Και το εννοώ! Και το ξέρεις!» 
«Μωρό μου! Ούτως ή άλλως, θα μου ήταν αδιανόητο, να με γαμήσει άλλος άνδρας. Και δεν νομίζω, να μπορεί να συγκριθεί κανένας μαζί σου στο κρεβάτι!» Του είπε πρόστυχα και με πόζα όλο νόημα στήνεται στα τέσσερα αφήνοντας εκτεθειμένα τα σμιλεμένα της οπίσθια προκαλώντας τον, ήταν απίστευτη! Αρχίζει να λικνίζεται αισθησιακά κουνώντας με προκλητικό τρόπο τους γοφούς της, όπως μόνο αυτή ξέρει να κάνει και του προσφέρει αφειδώς το πρησμένο από ηδονή αιδοίο με τα υγρά της να τρέχουν ποτάμια. 
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχει γίνει, μια ατμόσφαιρα όπου η λογική έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στα ένστικτα. Η Ανδρομάχη, με την κίνηση αυτή, δεν προσφέρει απλώς το σώμα της, καταργεί κάθε απομένουσες άμυνες του Αλκιβιάδη. Η πόζα της στα τέσσερα, με τα οπίσθια σμιλεμένα να προσκαλούν και να προκαλούν, είναι η απόλυτη οπτικοποίηση της κυριαρχίας της. Τα υγρά της, που «τρέχουν ποτάμια», είναι η αδιάψευστη απόδειξη της δικής της «φωτιάς», μια φωτιά που ο Αλκιβιάδης καλείται τώρα να δαμάσει.
«Ούτε ο ρασοφόρος σου; Συγκρίνεται μαζί  μου;» Τη ρωτάει.
«......» 
Η σιωπή της Ανδρομάχης είναι ο πιο ισχυρός τρόπος να τον κρατά σε αγωνία. Δεν είναι απάθεια, είναι μια σκόπιμη άρνηση. Σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας που παίζουν, η σιωπή της λειτουργεί ως το απόλυτο εργαλείο βασανισμού: τον αναγκάζει να αμφιβάλλει για τη θέση του, για την ικανότητά του, για το ίδιο το μέγεθος της «νίκης» του.
«Δεν άκουσα! Δε μου απαντάς σ’ αυτό που σε ρωτάω..»
«.....» 
Τίποτα η Ανδρομάχη. Η σιωπή της είναι μια υπόνοια ότι η σύγκριση, ίσως, δεν είναι τόσο υπέρ του όσο θα ήθελε να πιστεύει.
«Σου αρέσει πολύ η ιδέα ή μου φαίνεται; Δεν μιλάς ε; Εντάξει λοιπόν, κατάλαβα…»» της λέει.
«Λοιπόν, το κανονίσαμε… Πες μου τι θες να σου κάνει ο ρασοφόρος καύλα μου!» είπε. «Πες μου τι θες να σου κάνει μουνάρα μου καυλιάρα…» επέμεινε.
Της αρέσει τόσο πολύ αυτό που συμβαίνει. Δεν αντέχει πια και με φωνή βραχνή και σπασμένη από καύλα του λέει: «Θα με γαμήσεις;»
Η Ανδρομάχη σε έκσταση οργασμού, παραδίδεται, χωρίς αντίσταση, εθελουσίως, στον εισβολέα παρακαλώντας τον να μην της αφήσει αλώβητη καμία είσοδο.
Και όταν η Ανδρομάχη του στεκόταν έτσι, με τα στρογγυλά, προκλητικά οπίσθια της μπροστά του, αποτελεί για τον Αλκιβιάδη σεξουαλική ωρολογιακή βόμβα, καθώς στα γεννητικά του όργανα η τριβή είναι μεγάλη ένιωθε έναν καυτό πόθο να φουντώνει μέσα του. Σαν να επιδίωκε να χαράξει την εικόνα της επάνω σε κάθε του κύτταρο και να τυπώσει μέσα του μνήμες ανεξίτηλες.



Τρίτη 25 Ιουλίου 2023

H Bolta Sto Attiko Parko Akirothike

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» .....(Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας.....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1))
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Έμεινε ακίνητη, με τα μάτια ανοιχτά. Τέντωσε τ' αυτιά της, περιμένοντας ν' ακούσει τις φωνές από τα τρυφερά βλαστάρια της, που έπαιζαν κάτω στη μεγάλη αυλή. Επικρατούσε τόση ησυχία, που μπορούσε να ακούσει ακόμη και τον θόρυβο από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν, στο βάθος της συνοικίας, την κεντρική λεωφόρο. 
Τις προηγούμενες ημέρες είχε υποσχεθεί στα παιδιά μια εκδρομή στο Αττικό Πάρκο. Συνήθιζε να επιβραβεύει τους λατρεμένους της μπόμπιρες για την καλή τους συμπεριφορά. Πίστευε πως η επιβράβευση ήταν πολύ αποτελεσματικότερη από τη συνεχή διόρθωση της κακής συμπεριφοράς και πως, έτσι, τα παιδιά μάθαιναν σταδιακά να επιλέγουν μόνα τους το σωστό.
Το Αττικό Πάρκο ήταν ιδανικός προορισμός για μια τέτοια μέρα: καθαρός αέρας, πράσινο, ζώα, εικόνες διαφορετικές από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Τα μικρά της θα διασκέδαζαν κι εκείνη θα είχε την ευκαιρία να ξεφύγει για λίγο από τον εαυτό της, να αποφορτίσει το μυαλό της από τις σκέψεις που την είχαν αναστατώσει.
Ντύθηκε απλά, αλλά προσεγμένα. Φόρεσε ένα ψηλόμεσο τζιν που αγκάλιαζε κομψά τη σιλουέτα της, ένα navy μπλε πουκάμισο και τα λευκά της sneakers. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και έμεινε ικανοποιημένη από την εικόνα της.  Πριν βγει, στάθηκε για λίγο στο μπαλκόνι για να δει αν τα παιδιά είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στην αυλή. Ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε ήταν ο απέναντι γείτονάς της. Ο Μιλτιάδης βημάτιζε νευρικά στη βεράντα του. Η Εριφύλη, με απόλυτη ψυχραιμία, του απηύθυνε τον λόγο σαν να ήταν μια εντελώς συνηθισμένη πρωινή συνάντηση.
«Καλημέρα, γείτονα.»
Ο Μιλτιάδης γύρισε. «Καλημέρα, γειτόνισσα.»
Για μια στιγμή την κοίταξε επίμονα. Παρότι δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε, εκείνο το πρωινό τού φάνηκε διαφορετική. Είχε κάτι απροσδιόριστο, μια αδιόρατη γοητεία που την έκανε ξεχωριστή.
«Πώς κι είσαι εδώ σήμερα; Η Ναταλία μου είπε ότι θα ταξιδεύατε οικογενειακώς στη Σαλαμίνα για το Σαββατοκύριακο.»
«Ναι, αυτό ήταν το πρόγραμμα. Όμως, απρόοπτα, είχα ένα μικρό ατύχημα με το πόδι μου. Τίποτα σοβαρό, ευτυχώς, αλλά προτίμησα να μείνω για να μην το καταπονήσω.»
«Περαστικά σου.»
«Να ’σαι καλά. Ελπίζω να περάσουν όμορφα και χωρίς εμένα.»
«Αν χρειαστείς κάποια βοήθεια, μη διστάσεις να μου το ζητήσεις.»
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε. «Ευχαριστώ. Βρε Εριφύλη… μήπως σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο; Ξέρεις τον πόνο να θέλεις ένα ρημάδι τσιγάρο και να μην έχεις;» Το είπε με εκείνη την παραπονιάρικη φωνή του ανθρώπου που είχε κάνει το «τράκα» επιστήμη. Ο Μιλτιάδης ήταν συστηματικός τρακαδόρος. Σπάνια αγόραζε δικό του πακέτο, επειδή επέμενε πως «δεν καπνίζει». Άντε να κάπνιζε καμιά φορά — κι εκεί άρχιζε το γνωστό.
«Να σου πάρω, μωρέ, ένα τσιγάρο;»
Ένα από τον έναν φίλο, ένα από τον άλλον. Στο τέλος της ημέρας είχε καπνίσει μισό πακέτο χωρίς να έχει αγοράσει ούτε ένα τσιγάρο.
«Ναι, βρε Μιλτιάδη! Τι ρωτάς; Περίμενε ένα λεπτό. Μόνο μην μας πάρει χαμπάρι η ΕΣΑ.» Με την «ΕΣΑ» εννοούσε τον πατέρα της.
Η Εριφύλη κάπνιζε πότε-πότε κρυφά, χωρίς να το γνωρίζει εκείνος. Τον λάτρευε και δεν ήθελε να τον στενοχωρεί με αυτή τη μικρή της ατασθαλία. Κάθε τσιγάρο συνοδευόταν έτσι από μια μικρή δόση ενοχής, σαν να παραβίαζε έναν άγραφο οικογενειακό κανόνα.
Κατέβηκε στο πλατύσκαλο για να του δώσει το τσιγάρο. Ο Μιλτιάδης την περίμενε.
Η Εριφύλη είχε εκείνο το πρωινό μια φυσική κομψότητα που δεν χρειαζόταν προσπάθεια. Το τζιν, το μπλε πουκάμισο και τα λευκά sneakers δημιουργούσαν μια απλή, καθημερινή εμφάνιση, μα πάνω της έδειχναν ιδιαίτερα θηλυκά. Καθώς έσκυψε πάνω από τον μαντρότοιχο για να του δώσει το τσιγάρο, το μισοκουμπωμένο πουκάμισο άνοιξε ανεπαίσθητα.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Έσπευσε να το απομακρύνει, όμως ήταν αργά. Είχε γίνει αντιληπτός.
Τράβηξε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο και προσπάθησε να καλύψει την αμηχανία του με χιούμορ.
«Μμμ…» Έκανε πως κοιτούσε τον ουρανό. «Καλός ο καιρός… και με θαυμάσια ορατότητα.» Το πονηρό χαμόγελο τον πρόδωσε.
Η Εριφύλη κατάλαβε αμέσως πού είχε περιπλανηθεί το βλέμμα του. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, ανασήκωσε διακριτικά το πουκάμισό της και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανοχή.
Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε αμήχανα και τράβηξε άλλη μία τζούρα. «Ναι, όντως… θαυμάσια μέρα και θαυμάσια ορατότητα», είπε.
Η Εριφύλη σήκωσε ελαφρά το φρύδι. «Μόνο που, γείτονα, όταν τα μάτια δουλεύουν υπερωρίες, οι υπόλοιπες αισθήσεις συνήθως… τεμπελιάζουν.» Το είπε με παιχνιδιάρικο, αυτάρεσκο χαμόγελο.
Ο Μιλτιάδης έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός.Και η Εριφύλη, χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο, γύρισε να φύγει. Πίσω από το χαμόγελό της, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η πρωινή τους κουβέντα δεν ήταν τόσο αθώα όσο θα ήθελαν και οι δύο να φαίνεται.
Ταυτόχρονα, ξεχύθηκαν στην αυλή και οι μικροί μπόμπιρες, με τον παππού να τους ακολουθεί χαμογελαστός.
«Καλημέρα, πατέρα. Λίγο καταβεβλημένο σε βλέπω σήμερα.»
«Καλημέρα, κόρη μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ τι κάνεις;»
«Πίνω τον καφέ μου. Να σου φτιάξω έναν, να τον πιούμε παρέα;»
«Ναι, κορούλα μου. Σαν τον καφέ από τα χεράκια σου δεν έχει.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ είσαι μεγάλη μαλαγάνα, παππού. Η μητέρα πού είναι;»
«Έχει πάει στον χασάπη να ψωνίσει. Το μεσημέρι θα έρθει ο αδελφός σου και ετοιμάζει τραπέζι.»
«Και πώς του ήρθε ξαφνικά του αδελφούλη;»
«Δεν ξέρω. Θα μας πει όταν έρθει.»
Πίνοντας τον καφέ τους, ο πατέρας της την κοίταξε με απορία. «Για πού το βάλαμε και στολιστήκαμε πρωί-πρωί, αν επιτρέπεται;»
«Έχω υποσχεθεί στα παιδιά πως θα πάμε μια βόλτα στο Αττικό Πάρκο.» «Τώρα που έρχεται ο θείος τους; Δεν το αναβάλλετε για άλλη μέρα;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εύκολο το λες. Για πες το εσύ στα παιδιά.»
«Εσύ θα τα καταφέρεις. Έχεις τον τρόπο σου μαζί τους.»
«Ναι... Θα τους πω να κάνουμε ψηφοφορία. Εγώ πάντως θα ψηφίσω λευκό.»
Ο πατέρας της γέλασε. «Ντροπή σου! Είναι σαν να μου λες. Πατέρα, σε κλέβω.»
«Ωραία, λοιπόν. Δεν πάμε. Αναλαμβάνεις εσύ τις διαπραγματεύσεις.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι! Εγώ είπα μόνο τη γνώμη μου.»
«Τα παιδιά ακούν πάντα ό,τι λέει ο σοφός παππούς.»
«Τελικά, εσύ είσαι η μαλαγάνα. Λοιπόν, τα παιδιά έχουν ήδη φάει το πρωινό τους. Θα τα πάω μια βόλτα στην πάνω γειτονιά, στον Στράτο, να δουν τα άλογα. Όπου να ’ναι θα έρθει και η μητέρα σου με την ξαδέλφη σου, την Άλκηστη. Πήγαν μαζί για τα ψώνια.»
Η Εριφύλη έκανε πως δυσανασχέτησε. «Εσύ θα πας βόλτα με τα παιδιά κι εμένα πού μ’ αφήνεις; Μοναχή, σαν την καλαμιά στον κάμπο, μέρα που είναι;»
Ο πατέρας της γέλασε. «Να τη! Η κόρη το έριξε και στην ποίηση. Έχασα κανένα επεισόδιο; Μετά τη ζωγραφική, σειρά είχε η ποίηση;» 
Έπειτα την πλησίασε χαμογελώντας. «Μη μου θυμώνεις. Σε λίγο θα είναι εδώ η μάνα σου με την Άλκηστη και θα έχετε παρέα. Κι έπειτα δεν θ’ αργήσουμε. Θα γυρίσω νωρίς για να πάμε όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. Άλλωστε, εσύ θα μας πας με το αυτοκίνητο.»
«Ναι, μαμά! Εσύ θα μας πας!» συμφώνησαν με μια φωνή οι μικροί μπόμπιρες.
Η Εριφύλη χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της προς το μέρος τους. «Μικρά μου, τρυφερά διαβολάκια! Πάλι με τον παππού και τη γιαγιά θα είστε όλο το βράδυ. Τη μαμά την ξεχάσατε, ε;»
Τα παιδιά ξέσπασαν στα γέλια.
«Να γυρίσετε όμως γρήγορα. Μας περιμένει ο μπαμπάς να μιλήσουμε στο τηλέφωνο. Και το λέω και στον παππού τον ξεχασιάρη, γιατί άμα αφεθεί, θα σας κρατήσει μέχρι να νυχτώσει.»
Ο παππούς σήκωσε τα χέρια του με προσποιημένη αγανάκτηση. «Εγώ; Ποτέ!»
Η Εριφύλη είχε καλλιεργήσει βαθιά μέσα στους μικρούς γιους της την ανάγκη να διατηρούν στενή και ουσιαστική επαφή με τον πατέρα τους. Με ακούραστη υπομονή, αληθινό ενδιαφέρον και πολλή αγάπη, φρόντιζε να ενισχύει αυτόν τον δεσμό, επιδιώκοντας η επικοινωνία τους να είναι όσο το δυνατόν συχνότερη, αλλά κυρίως ουσιαστική. Ήθελε τα παιδιά να νιώθουν καθημερινά την παρουσία του πατέρα τους στη ζωή τους, ακόμη κι όταν εκείνος βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά, πάνω σε ένα πλοίο. Να γνωρίζουν πως η απόσταση δεν σήμαινε απουσία· πως ο πατέρας τους εξακολουθούσε να είναι εκεί, να ακούει, να ρωτά, να γελά μαζί τους, να χαίρεται με τις μικρές τους επιτυχίες και να συμμετέχει, όσο μπορούσε, στις καθημερινές τους περιπέτειες. Αυτό ήταν, κατά κάποιον τρόπο, το μυστικό της όμορφης σχέσης τους από απόσταση: η ειλικρίνεια και η επικοινωνία. Η Εριφύλη φρόντιζε ο Νικηφόρος, παρότι βρισκόταν μακριά, να παραμένει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Τον κρατούσε ενήμερο για τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της οικογένειας, μοιραζόταν μαζί του τις χαρές, τις ανησυχίες, τα αστεία περιστατικά, ακόμη και εκείνες τις ασήμαντες λεπτομέρειες που, τελικά, είναι που δίνουν χρώμα στην κάθε μέρα. Δεν άφηνε την απόσταση να γίνει σιωπή ούτε τη σιωπή να γίνει λήθη.
Και κάπως έτσι, το όνομα του Νικηφόρου και της οικογένειάς του είχε γίνει σχεδόν θρύλος στα ασύρματα δίκτυα των πλοίων που διέσχιζαν τους ωκεανούς. Οι συνάδελφοί του χαμογελούσαν συχνά όταν τον άκουγαν να επικοινωνεί μαζί τους, γιατί οι συνομιλίες του δεν περιορίζονταν στα τυπικά και στα σύντομα νέα. Ήταν ζωντανές, γεμάτες τρυφερότητα, χιούμορ και αληθινό ενδιαφέρον.
Κάποιες φορές, μάλιστα, έμοιαζαν με μια ατέλειωτη ακουστική απόλαυση, μια μικρή γέφυρα από λέξεις, γέλια και φωνές, που ένωνε δύο κόσμους χωρισμένους από χιλιάδες ναυτικά μίλια. Και αυτή η γέφυρα, όσο μακριά κι αν ταξίδευε το πλοίο, δεν έπαυε ποτέ να υπάρχει. 

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part 2)
.....

 
Web Informer Button