...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
..........Στον πανέμορφο μικρο παραθαλάσσιο οικισμό τους μια καινούρια μέρα ξημέρωσε και του Νικηφόρου του φαντάζει πως ξημερώνοντας η μέρα είναι σαν μια μικρή καινούργια ζωή! Όλα καινούργια, δροσερά, φωτεινά. Από το παράθυρο γλίστρησε κιόλας η πρώτη γελαστή ακτίνα και από τις χαραμάδες μπουκάρει δροσερό το αεράκι. O Νικηφόρος άνοιξε τα μάτια του αργά η ώρα περασμένη, μια σιωπή τον κύκλωνε κι ο ύπνος του στάθηκε μαγευτικός, δίχως σταμάτημα.. Σαν ξύπνησε, καινούρια ίχνη να ακολουθήσει προσπαθεί χαμένος ακόμα σε όνειρα νυχτερινά. Ως συνήθως, τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έτριψε απαλά τα βλέφαρά του, απλώνοντας τα χέρια του στη φλοκάτη, τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Νεφέλη, μετά την καυτή ερωτική νύχτα που είχε περάσει, με την απόλυτη ερωτική ατμόσφαιρα στην αγκαλιά του Νικηφόρου, μια αξέχαστη εμπειρία πάθους και αποπλάνησης, μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό, είχε ήδη σηκωθεί από νωρίς και έλειπε από το σπίτι.. Ο Νικηφόρος σηκώθηκε να ξεμουδιάσει, το κορμί του το ΄νιωσε ανάλαφρο σ' ένα σπίτι πεντακάθαρο. Δε θυμάται τι όνειρο είδε, μα ένιωθε ανάλαφρος και χαρούμενος σα να έβγαινε από τη θάλασσα. Μειδίασε αυτάρεσκα και κατευθύνθηκε νωχελικά προς το λουτρό για ένα ζεστό ντους. Άφησε το νερό να σβήσει από πάνω του κάθε ίχνος χαλάρωσης και νωθρότητας και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη. Αντίκρισε την ένταση των ματιών του, έκανε μερικές αστείες γκριμάτσες και χαμογέλασε στην αυτοπεποίθησή του. Με αργές κινήσεις άρχισε να προετοιμάζεται για το πρωινό αναζωογονητικό του ξύρισμα. Τελειώνοντας με την πρωινή ρουτίνα αφύπνισης, έριξε δυο ελαφρά σκαμπίλια στα μάγουλά του να τεντώσει τα νεύρα του και ένας χυμός και ένας δυνατός καφές ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν. Μόλις πήρε τις απαραίτητες θερμίδες έφτιαξε έναν μυρωδάτο εσπρέσο καφέ και ξεπρόβαλε την όψη του απ΄ τη μπαλκονόπορτα.
..........Στον πανέμορφο μικρο παραθαλάσσιο οικισμό τους μια καινούρια μέρα ξημέρωσε και του Νικηφόρου του φαντάζει πως ξημερώνοντας η μέρα είναι σαν μια μικρή καινούργια ζωή! Όλα καινούργια, δροσερά, φωτεινά. Από το παράθυρο γλίστρησε κιόλας η πρώτη γελαστή ακτίνα και από τις χαραμάδες μπουκάρει δροσερό το αεράκι. O Νικηφόρος άνοιξε τα μάτια του αργά η ώρα περασμένη, μια σιωπή τον κύκλωνε κι ο ύπνος του στάθηκε μαγευτικός, δίχως σταμάτημα.. Σαν ξύπνησε, καινούρια ίχνη να ακολουθήσει προσπαθεί χαμένος ακόμα σε όνειρα νυχτερινά. Ως συνήθως, τράβηξε μια δυνατή τζούρα νέας πνοής, τεντώθηκε για να ξυπνήσουν όλοι οι μύες και έτριψε απαλά τα βλέφαρά του, απλώνοντας τα χέρια του στη φλοκάτη, τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Νεφέλη, μετά την καυτή ερωτική νύχτα που είχε περάσει, με την απόλυτη ερωτική ατμόσφαιρα στην αγκαλιά του Νικηφόρου, μια αξέχαστη εμπειρία πάθους και αποπλάνησης, μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό, είχε ήδη σηκωθεί από νωρίς και έλειπε από το σπίτι.. Ο Νικηφόρος σηκώθηκε να ξεμουδιάσει, το κορμί του το ΄νιωσε ανάλαφρο σ' ένα σπίτι πεντακάθαρο. Δε θυμάται τι όνειρο είδε, μα ένιωθε ανάλαφρος και χαρούμενος σα να έβγαινε από τη θάλασσα. Μειδίασε αυτάρεσκα και κατευθύνθηκε νωχελικά προς το λουτρό για ένα ζεστό ντους. Άφησε το νερό να σβήσει από πάνω του κάθε ίχνος χαλάρωσης και νωθρότητας και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέπτη. Αντίκρισε την ένταση των ματιών του, έκανε μερικές αστείες γκριμάτσες και χαμογέλασε στην αυτοπεποίθησή του. Με αργές κινήσεις άρχισε να προετοιμάζεται για το πρωινό αναζωογονητικό του ξύρισμα. Τελειώνοντας με την πρωινή ρουτίνα αφύπνισης, έριξε δυο ελαφρά σκαμπίλια στα μάγουλά του να τεντώσει τα νεύρα του και ένας χυμός και ένας δυνατός καφές ήταν ότι ακριβώς χρειαζόταν. Μόλις πήρε τις απαραίτητες θερμίδες έφτιαξε έναν μυρωδάτο εσπρέσο καφέ και ξεπρόβαλε την όψη του απ΄ τη μπαλκονόπορτα.
Η πρωινή δροσιά του Παγασητικού αγκάλιασε το κορμί του καθώς βγήκε στη βεράντα, με τον ατμό από την κούπα του εσπρέσο να χάνεται απαλά στον καθαρό, πρωτόγνωρα διαυγές αέρα του Σεπτέμβρη. Το φως έλουζε τα γύρω σπίτια και η απόλυτη ησυχία του οικισμού έδινε την αίσθηση πως ο χρόνος είχε σταματήσει ειδικά γι' αυτόν, αφήνοντας πίσω του τα αποτυπώματα μιας νύχτας που ακόμα έκαιγε στις φλέβες του. Καθώς ακούμπησε τα χέρια στο ξύλινο κάγκελο, η ματιά του πλανήθηκε πέρα, προς την ακροθαλασσιά, αναζητώντας ίχνη από τη Νεφέλη που είχε εξαφανιστεί τόσο αθόρυβα πριν προλάβει να στεγνώσει η ανάσα της δίπλα του. Αντί όμως για εκείνη, η κίνηση στην αυλή του διπλανού σπιτιού τράβηξε την προσοχή του. Η Φαίδρα, με ένα χαλαρό, ανοιχτόχρωμο κιμονό που άφηνε ακάλυπτους τους ώμους της, στεκόταν σκυφτή πάνω από τις γλάστρες, ποτίζοντας τα βασιλικά με κινήσεις νωχελικές και προκλητικά αργές. Λίγο πιο πέρα, καθισμένη στα σκαλοπάτια με τα πόδια γυμνά και το βλέμμα χαμένο στο πέλαγος, η Δανάη κρατούσε μια κούπα στα χέρια. Έστρεψε ξαφνικά το κεφάλι της και τα μάτια της συναντήθηκαν με τα δικά του. Δεν έστριψε το βλέμμα της· τον κοίταξε επίμονα, με εκείνη την αφοβία της νιότης που δεν ξέρει από όρια και προφυλάξεις, σαν να διάβαζε πάνω του όλα όσα είχαν συμβεί λίγες ώρες πριν με τη θεία της. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πάλι, νιώθοντας το αεράκι να του χαϊδεύει το πρόσωπο και την ημέρα να απλώνεται μπροστά του σαν ένας ανοιχτός, ανεξερεύνητος χάρτης. Η υγρασία του Σεπτέμβρη κόλλησε ελαφρά στα γυμνά του μπράτσα καθώς στεκόταν στο μπαλκόνι, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί ανάμεσα στα σύννεφα που έπαιζαν παιχνίδια φωτός και σκιάς πάνω από τα νερά του κόλπου. Ο καφές του είχε αρχίσει να κρυώνει, μα το μυαλό του ήταν αλλού, κολλημένο στο άρωμα των σεντονιών και στην απουσία της Νεφέλης που είχε εξαφανιστεί τόσο αθόρυβα, αφήνοντας πίσω της μόνο την αίσθηση μιας ανεκπλήρωτης συνέχειας.
Ενώ ο Νικηφόρος γέμιζε τις σκέψεις του για το που μπορούσε να βρίσκεται η Νεφέλη, μια ανάλαφρη, σχεδόν αθόρυβη κίνηση στην εσωτερική σκάλα διέκοψε τη μοναξιά του. Η πόρτα της βεράντας άνοιξε και η Νεφέλη εμφανίστηκε μπροστά του, φορώντας ένα φαρδύ, λευκό αντρικό πουκάμισο που σταματούσε λίγο πιο πάνω από τα γόνατά της, με τα μακριά της μαλλιά λυμένα να πέφτουν ανάκατα στους ώμους της. Κρατούσε στα χέρια της ένα πιάτο με ζεστά παξιμάδια και ντόπιες ντομάτες, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα το ασυνήθιστο, σαν να ήταν η πιο φυσική συνέχεια μιας κοινής ζωής. «Ψάχνεις κάτι στον ορίζοντα, Νικηφόρε, ή μήπως κάποια που άφησε το κρεβάτι της νωρίς για να προλάβει την πρωινή αγορά; ρώτησε με μια φωνή ελαφρά βραχνή από τον ύπνο, ενώ τα μάτια της άστραψαν με ένα πονηρό, ώριμο χαμόγελο που τα έλεγε όλα.
Η Νεφέλη: (νέφω: χύνω ύδωρ), η προσφέρουσα ζωογόνον ύδωρ, γνήσιο τέκνο του κανόνα «Η ηθική στη γυναίκα είναι σαν το πιπέρι στη σούπα. Αν είναι λίγο, είναι ένα ωραίο καρύκευμα. Αν το παρακάνεις, δε θέλει κανείς τη σούπα.» Ο Νικηφόρος από όταν γνώρισε τη Νεφέλη τη θυμάται υπεύθυνη και ακούραστη, καλή νοικοκυρά που ξυπνάει απ' τη χαραυγή. Εκεί που ο περισσότερος κόσμος χρειάζεται μερικά λεπτά ακόμη ώσπου να βρει το κουράγιο για να σηκώσει το κεφάλι απ’το μαξιλάρι, και χωρίς να νοιάζεται, προτιμάει να αναβάλλει το πρωινό ξύπνημα, μέχρι τη στιγμή που μια ματιά στο ρολόι θα τους τινάξει απ’το κρεβάτι όπως μια παλιά φρυγανιέρα τινάζει τις φέτες του ψωμιού η Νεφέλη είχε διαφορετική γνώμη για όλα αυτά. Σηκωνόταν πάντοτε στις έξι, και ο Νικηφόρος δεν είχε κατορθώσει εξηγήσει αυτή την ανεξήγητη πρωινή βιασύνης της. Είναι τολμηρή, θαρραλέα και διεκδικεί αυτό που της αρέσει. Στο σεξ παίρνει το παιχνίδι πάνω της και θέλει να της δίνεσαι ολοκληρωτικά. Θέλει συχνό σεξ, παίρνει πρωτοβουλίες και σε ταξιδεύει στον έβδομο ουρανό.
O Νικηφόρος την κοίταξε ακουμπισμένος στο κάγκελο, με το μισογεμάτο φλιτζάνι στο χέρι, απορώντας για άλλη μια φορά μ' εκείνο το ακαταλαβίστικο ρολόι που κουβαλούσε μέσα της. Το λευκό πουκάμισο αγκάλιαζε το κορμί της με μια αμέριμνη χάρη, αφήνοντας να διαγραφούν οι γραμμές μιας γυναίκας που δεν χρειαζόταν ποτέ δικαιολογίες για τις πράξεις της.
«Έτσι ακριβώς, ε;» της είπε χαμογελώντας σαρδόνια, καθώς άφηνε το πιάτο στο τραπεζάκι. «Ακόμα αναρωτιέμαι αν έχεις κάποιο ξυπνητήρι κουρδισμένο στην καρδιά σου ή αν απλώς δεν αντέχεις να με βλέπεις να απολαμβάνω τον ύπνο μου μόνος». Η Νεφέλη πλησίασε αργά, με τα γυμνά της πόδια να πατούν αθόρυβα στο ξύλινο πάτωμα της βεράντας, και στάθηκε ακριβώς μπροστά του, τόσο κοντά που η ανάσα της μπλέχτηκε με το άρωμα του καφέ.
«Ο ύπνος είναι για όσους περιμένουν τη ζωή να τους συμβεί, Νικηφόρε, του ψιθύρισε σχεδόν προκλητικά, ακουμπώντας την παλάμη της στο στήθος του, πάνω ακριβώς από την καρδιά που χτυπούσε δυνατά. Εγώ προτιμώ να την προλαβαίνω. Και ξέρεις καλά πως ό,τι κερδίζω από τη χαραυγή, το κρατάω αποκλειστικά για σένα.»
Τα μάτια της άστραψαν με εκείνη τη γνωστή φλόγα, αψηφώντας κάθε έννοια μέτρου ή συμβατικότητας, έτοιμες να μετατρέψουν το πρωινό σε μια νέα, αχαλίνωτη συνέχεια της χθεσινής νύχτας, την ώρα που στον απέναντι κήπο η Φαίδρα και η νεαρή Δανάη συνέχιζαν να παρακολουθούν σιωπηλές από μακριά.
Αυτά σκεφτόταν ο Νικηφόρος ατενίζοντας για αρκετή ώρα το βουνό απέναντί του με βλέμμα κενό, η μέρα είναι μουντή και συννεφιασμένη αλλά η θερμοκρασία ήταν ευχάριστα δροσερή κι ο ήλιος να ανεβαίνει ανενόχλητος μετά τη χθεσινή μπόρα παίζοντας πίσω από παχιά μπλαβιά σύννεφα χαρίζοντας, που κι που, κάποιες σύντομες ανάπαυλες λιακάδας.
Ο Νικηφόρος άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί ξανά από τις κορυφές του Πηλίου μέχρι τα γκρίζα νερά του κόλπου, εκεί που ο ουρανός μύριζε ακόμα βροχή και καλοκαίρι. Η Νεφέλη στάθηκε δίπλα του, με το δροσερό αεράκι να ανακατεύει τα λυμένα της μαλλιά και να κολλάει το λευκό πουκάμισο στο κορμί της, θυμίζοντάς του πως η γαλήνη αυτού του τόπου ήταν απατηλή, μια ηρεμία πριν την επόμενη θύελλα. «Κοίτα τα σύννεφα, Νικηφόρε, του είπε χαμηλόφωνα, ακουμπώντας το πηγούνι της στον ώμο του. Παίζουν μαζί μας. Νομίζεις ότι ο ήλιος χάθηκε, κι όμως ξαφνικά σε καίει στην πλάτη.
Από το διπλανό μπαλκόνι, η Φαίδρα συνέχισε να παρακολουθεί τη σκηνή με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το ελαφρύ ύφασμα του κιμονό της, ενώ η Δανάη, λίγα μέτρα πιο πέρα, έσκυψε αργά για να μαζέψει το φλιτζάνι της, αποφεύγοντας να δείξει πόσο πολύ την έκαιγε αυτή η απλή, καθημερινή οικειότητα. Ο Παγασητικός κρατούσε γερά τα μυστικά του, και η μέρα μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνει τα πιο επικίνδυνα δίχτυα της.
Τα κοκόρια ακούγονταν με ηχώ και ο αέρας μύριζε απ' τους ανθούς της λεμονιάς στο βάθος του κήπου.
Δεν τον επηρέαζε η υγρασία της θάλασσας. Το γύρω τοπίο με τη βοήθεια των σύννεφων γίνονταν ομορφότερο. Τα φυλλοβόλα δέντρα είναι ακόμη πράσινα, αλλά ο ψίθυρος του φθινοπώρου, που πλησιάζει, είναι εμφανής εδώ κι εκεί στις κιτρινισμένες άκρες των φύλλων που είχαν αποκτήσει τα λαμπερά κίτρινα, τα χρυσαφιά, τα μελιά, τα έντονα πορτοκαλιά και τα κεχριμπαρένια τους χρώματα. Το φθινόπωρο είναι ο άνεμος που θροΐζει στα φυλλώματα των δέντρων, είναι μια υπέροχη μελωδία, η μουσική των δέντρων!. Οι ντάλιες και τα χρυσάνθεμα έχουν πάψει να ανθίζουν πια, όμως ο αέρας μυρίζει θεϊκά από ξερά φύλλα, βρεγμένους φλοιούς δέντρων και ώριμα φρούτα. Έχει προσέξει πως κάθε εποχή έχει τη δική της μυρωδιά όμως το φθινόπωρο και η άνοιξη είναι οι εποχές που μυρίζουν πιο ωραία, κατά τη γνώμη του.
Ο Νικηφόρος άφησε τις αισθήσεις του να βουλιάξουν σε αυτή την αλχημεία της φύσης, όπου το τέλος του καλοκαιριού δεν σήμαινε μαρασμό, αλλά μια πλούσια, μεθυστική μετάβαση. Το άρωμα από τις λεμονιές στο βάθος του κήπου ανακατευόταν με τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και των ώριμων φρούτων, συνθέτοντας ένα σκηνικό που καθρέφτιζε ακριβώς την εσωτερική του κατάσταση: μια ώριμη, σχεδόν πρωτόγονη εγρήγορση.
Η Νεφέλη, στεκάμενη πια δίπλα του στο μπαλκόνι, παρατήρησε το βλέμμα του να χάνεται στις χρυσαφένιες αποχρώσεις των φύλλων που άρχιζαν να κιτρινίζουν. «Σου αρέσει να φιλοσοφείς με τα δέντρα, Νικηφόρε, του ψιθύρισε, γλιστρώντας το χέρι της στη δική του παλάμη και σφίγγοντας τα δάχτυλά της γύρω του. Μα οι εποχές αλλάζουν επειδή ακριβώς δεν μπορούν να μείνουν στάσιμες. Και το φθινόπωρο... ξέρει να κρύβει τις πιο καυτές φωτιές κάτω από τα αποξηραμένα φύλλα.
Από το διπλανό σπίτι, ο ήχος από ένα σπασμένο κλαδάκι τράβηξε την προσοχή τους. Η Φαίδρα είχε βγει κιόλας στην αυλή της, ενώ η Δανάη, στεκάμενη στην άκρη του περιβολιού ανάμεσα στις λεμονιές, τους κοιτούσε με μια αδιόρατη, προκλητική σιωπή, σαν να περίμενε το δικό της μελτέμι να ταράξει αυτά τα νερά του Παγασητικού.
Κάποια στιγμή μπλέχτηκε στα πόδια του η γάτα, ζητιάνευε κι αυτή τα χάδια του, νιαούριζε ζωηρά και του απέσπασε για λίγο το μυαλό από το περιβάλλον. Κοιτούσε, δήθεν ικετευτικά τον Νικηφόρο, τριβόταν στα πόδια του, άφηνε την ουρά της σημαντικά περισσότερη ώρα πάνω στη γάμπα του, ακόμη κι αν το σώμα της είχε αποκολληθεί από εκείνη. Η ουρά της γάτας, ήταν το ύστατο παρακάλι, η πονηριά, ο εκβιασμός, η πουτανιά του αιλουροειδούς. Τη χρησιμοποιούσε κατά βούληση. Τη Νεφέλη πάντως, την τούμπαρε συνεχώς. Σε μια στροφή του δρόμου η γάτα κόντεψε να λιώσει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου της και η Νεφέλη από τις τύψεις που δεν την πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, είπε να την υιοθετήσει και να την προσέχει για όλες τις υπόλοιπές στιγμές της.
Ο Νικηφόρος έσκυψε αμέσως, άφησε τα δάχτυλα του να βυθιστούν στο απαλό τρίχωμα του ζώου και χαμογέλασε, βρίσκοντας στη ναζιάρικα πονηρή κίνηση της γάτας μια γνώριμη, καθημερινή παρηγοριά.
«Κοίτα να δεις σύμπτωση, Νεφέλη, της είπε γελώντας χαμηλόφωνα, καθώς η γάτα συνέχιζε το παιχνίδι της πάνω στη γάμπα του με αξιοζήλευτη άνεση. Από τούμπανο σε τούμπανο με πάει κι αυτή. Σαν εσένα δηλαδή, που καταφέρνεις πάντα να με στριμώχνεις στη γωνία χωρίς καν να προσπαθείς.
Η Νεφέλη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του, παρακολουθώντας το ζώο με μια τρυφερότητα που ελάχιστοι γνώριζαν πως έκρυβε πίσω από το τολμηρό της προφίλ.
«Εγώ απλώς ξέρω τι θέλω και πώς να το κερδίσω, Νικηφόρε, του απάντησε απαλά, βάζοντας τα δάχτυλά της να μπλεχτούν στα μαλλιά του. Όπως έκανα και με αυτήν τη μικρή αλήτη. Την παραλίγο να την πατήσω, και τώρα με έχει κάνει έρμαιο της τύψης και των διαθέσεών της. Σαν εσένα κι εγώ... δεχόμαστε τα σκλαβάκια μας με χαμόγελο.
Το γατί συνέχισε να κοιτάζει κατάματα τον Νικηφόρος με εκείνο το μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα, σαν να συμφωνούσε απολύτως με τους όρους του παιχνιδιού, την ώρα που το φθινοπωρινό αεράκι φύσηξε πιο δυνατά, φέρνοντας ως τα ρουθούνια τους τη μυρωδιά του βρεγμένου πεύκου και της θάλασσας.
Δεν είχε περάσει καμπόση ώρα που ρέμβαζε στον ήχο της παλίρροιας όταν έκανε την εμφάνιση της η Νεφέλη ερχόμενη από το διπλανό σπίτι της Φαίδρας. Αν και ήταν ακόμη πρωί, η Νεφέλη ακτινοβολούσε, και όταν τον είδε τα μάτια της έλαμψαν, πάνω στη φρέσκια επιδερμίδα της, και τα κατακόκκινα μάγουλα. Οι χθεσινοβραδυνοί οργασμοί είχαν επιδράσει πάνω της σαν το πιο θαυματουργό καλλυντικό.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε να πλησιάζει αργά, με το βήμα της να έχει εκείνη την αβίαστη, σχεδόν αλαζονική χάρη μιας γυναίκας που γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη που ασκεί. Το πρόσωπό της έφερε τα σημάδια της νυχτερινής μέθης και της απόλυτης ικανοποίησης, χωρίς την παραμικρή ανάγκη για ψεύτικα χαμόγελα ή περιττά καλλυντικά.
«Βλέπω πως στο διπλανό σπίτι κόσμο Νεφέλη, της είπε χαμογελώντας με υπονοούμενο και παίζοντας με την κούπα του καφέ. Μήπως σε ανανέωσε η επίσκεψη στης ξαδέρφης σου από το πρωί-πρωί;»
Η Νεφέλη στάθηκε δίπλα του, ακούμπησε τα χέρια της στο κάγκελο και έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του, αφήνοντας την πρωινή αύρα να ανακατέψει τις άκρες των μαλλιών της. Τα μάτια της έκρυβαν μια πονηρή φλόγα, έτοιμη να βάλει φωτιά σε όποιον τολμούσε να την αμφισβητήσει.
«Η Φαίδρα έχει τα δικά της σχέδια να ετοιμάσει, Νικηφόρε, και η μικρή η Δανάη τριγυρίζει σαν αγριοκάτσικο στα περιβόλια, του απάντησε χαμηλόφωνα, γέρνοντας το σώμα της πιο κοντά του ώστε η μυρωδιά από το δέρμα της να γίνει ένα με τη δική του ανάσα. Εγώ όμως δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Η μέρα είναι μεγάλη, και τα καλύτερα κομμάτια της δεν τα έχουμε αγγίξει καν ακόμα.»
Η γάτα, σαν να κατάλαβε το παιχνίδι, τέντωσε ξανά το κορμί της στα πόδια τους, συμπληρώνοντας το σκηνικό μιας πρωινής συνωμοσίας που απειλούσε να τινάξει στον αέρα κάθε ίχνος ησυχίας στον κόλπο του Παγασητικού.
Τον πληροφόρησε ότι επί ευκαιρία της τριημέρου αργίας είχαν έλθει στο εξοχικό τους η γειτόνισσα και ξαδέρφη της η Φαίδρα μαζί με την κόρη της την Δανάη.
Ήρθαν αργά εχθές το βράδυ. Μάλιστα είδε φως στο σπίτι μου και πέρασε να μου πει μια καλησπέρα. Δυστυχώς για κακή μας τύχη εμείς είχαμε ήδη ξεκινήσει και ζούσαμε σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου η σεξουαλική μας ηδονή είχε τον πρώτο λόγο και οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα μας, μόνες τους, χωρίς καν να τις σκεφτούμε. Επόμενο ήταν να ακούσει τα παθιασμένα πρόστυχα βογγητά κατάλαβε τι συμβαίνει και δεν μας ενόχλησε. Τελικά πάντα μπορεί να εμφανιστεί κάποιος ξαφνικά και να σε κάνουν τσακωτό, η να σε υποπτευτούν.
«Βρε Νεφέλη μου η αλήθεια είναι πως το βράδυ που κάναμε σεξ, οι κραυγές και τα βογγητά σου ακούγονταν σε όλη την παραλία.»
«Σεξ και βογγητά πάνε μαζί. Σεξ στα μουγκά, δε θεωρείται καν σεξ και με συγχωρείς καυλιάρη μου αλλά η καύλα για να εκτονωθεί θέλει φωνή και είναι απόδειξη, ότι αυτό που κάναμε το κάναμε καλά.
Ο Νικηφόρος την άκουσε να μιλάει με αυτή την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και ένιωσε το αίμα του να χτυπάει ξανά δυνατά στις φλέβες του, καθώς οι εικόνες της χθεσινής νύχτας ξυπνούσαν ολοζώντανες στο μυαλό του. Η σκέψη και μόνο ότι η Φαίδρα, και ίσως η νεαρή Δανάη στεκόταν λίγο πιο δίπλα στο σκοτάδι ακούγοντας τις πιο μύχιες στιγμές τους, αντί να τον τρομάξει, λειτούργησε σαν παράλογος καταλύτης που άναβε ξανά τη φωτιά.
«Καλά τα λες, Νεφέλη, της ψιθύρισε σκύβοντας κοντά στο αυτί της, με τη φωνή του να βαραίνει. Αν είναι να το κάνουμε στα μουγκά, καλύτερα να καθόμασταν να μετράμε τα κύματα. Αλλά τώρα που ξέρω ότι η Φαίδρα μετράει τα δικά σου βογγητά από το διπλανό μπαλκόνι, το παιχνίδι αποκτάει εντελώς άλλη χάρη.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά, αφήνοντας τα δάχτυλά της να γλιστρήσουν προκλητικά πάνω στο μπράτσο του, ξέροντας πολύ καλά πως το τριήμερο αυτό στον Παγασητικό μόλις είχε αρχίσει να δείχνει το πραγματικό, αχαλίνωτο πρόσωπό του.
Ότι είχαμε φτιαχτεί ρε παιδί μου, ότι γουστάραμε τρελά, πώς το λένε! Το σεξ μωρό μου αν δε συνοδεύονται από βογγητά πνιγμένα στην ηδονή, δε θα μπορέσεις να καταλάβεις πόσο πολύ το απολαμβάνεις. Στο σεξ, η λογική πρέπει να πηγαίνει περίπατο και εγώ σου είχα παραδοθεί άνευ όρων, και στο έδειχνα το με κάθε τρόπο. Κι οι φωνές, ήταν ένας από αυτούς τους τρόπους όπως καταλαβαίνεις. Με είχες τρελαίνει στο γαμήσι Μωρό μου. Καριόλη άνδρα, είχα μερικά χρονιά να ζήσω γαμήσι με τέτοια ένταση! Κάθε κομμάτι του εαυτού μου είχε πάρει φωτιά καθώς σφυροκοπούσες το μουνί μου και μου έλεγες ότι ξέρω να γαμιέμαι!. Έζησα στιγμές με εκρηκτικούς οργασμούς που θα τους θυμάμαι για καιρό! Λένε πως το καλό κρεβάτι θέλει φαντασία και εφευρετικότητα. Σωστά;»
«Σωστά! Έτσι τούρμπο που με είχες κάνει κατά τη διάρκεια του σεξ. Γιατρό χρειαζόμουν να μας εξηγήσει γιατί στη μασχάλη σου το θερμόμετρο έδειχνε 36,6 και στον κόλπο σου 56,6; »
«Δηλαδη είμαι τόσο θερμή γυναίκα που βάζει φωτιά στα σεντόνια;»
Φωτιά και λαύρα, Νεφέλη μου! Με τέτοια θερμοκρασία δεν καίγονται απλώς τα σεντόνια, λιώνουν και τα τσιμέντα, της απάντησε ο Νικηφόρος, με τα μάτια του να πετούν σπίθες από την πρόκληση και τη μνήμη εκείνων των κορμιών που στριφογύριζαν ιδρωμένα στο σκοτάδι.
Η Νεφέλη πέταξε ένα ξεκαρδιστικό, πνιχτό γέλιο που αντήχησε στο άδειο πρωινό μπαλκόνι, γέρνοντας το κορμί της επάνω του με όλο της το βάρος, έτοιμη να το πάει ακόμα πιο πέρα.
«Είδες λοιπόν; Τι να τα κάνεις τα θερμόμετρα και τις μεζούρες όταν η καύλα ξεπερνάει κάθε κλίμακα; του ψιθύρισε στο στόμα, δαγκώνοντας ελαφρά το κάτω της χείλος. Τώρα όμως που η Φαίδρα και η μικρή είναι δίπλα, λες να πάρει χαμπάρι η γειτονιά τι μας περιμένει μόλις κλείσουμε τις πόρτες;»
«Τα αποτελέσματα έδειξαν Μωρό μου ότι έχεις τεράστια διάθεση για σεξ, δεν έχεις αναστολές, έχεις αυτοπεποίθηση επειδή ξέρεις να ικανοποιείς αλλά και να ικανοποιείσαι.»
«Ξέρω να ζήσω το σεξ καυλιάρη μου! Το σεξ αγάπη μου είναι μια άλλη ιστορία για άγρια θηρία. Μια τρελή ταλαιπωρία. Θέλει κότσια αντοχή και φασαρία. Και με την γυναίκα στο κρεβάτι πρέπει να τα δοκιμάζεις όλα να είναι χορτάτη, απ΄ όλα, αλλιώς θα δοκιμάσει να γεμίσει αλλού τον πάτο της και εσύ μαλάκα ναυτικέ θα νομίζεις ότι έχει πάει στην θεία της να φτιάξουν ντολμαδάκια ενώ σε κάποια κυριλέ γκαρσονιέρα ο εραστής θα της ποτίζει το διψασμένο της μουνί.»
Η Νεφέλη έβαλε τα δυνατά της γέλια, με την πρόστυχη φωνή της να ταράζει τη νηνεμία του φθινοπωρινού πρωινού, και πλησίασε το πρόσωπό της τόσο κοντά στο δικό του που η ανάσα της μύριζε καφέ και αμαρτία.
«Η Φαίδρα με ξέρει καλύτερα κι απ' τον ίδιο της τον εαυτό, Νικηφόρε, του αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, με τα μάτια της να γυαλίζουν από πονηριά. Ξέρει πολύ καλά πως όταν ο άντρας της λείπει στα καράβια κι εγώ έχω έναν ξέμπαρκο ναυτικό στα χέρια μου, τα ντολμαδάκια είναι το τελευταίο πράγμα που μαγειρεύεται. Μπορεί να μην είδε τα πάντα, αλλά άκουσε αρκετά για να καταλάβει ότι το δικό μου «διψασμένο μουνάκι» βρήκε τον καλύτερο ποτιστή της περιοχής.
«Και η μικρή; Η Δανάη τι λέει σε όλο αυτό; ρώτησε εκείνος με το βλέμμα του να καρφώνεται ξανά προς το διπλανό κήπο.
«Η Δανάη είναι νέα, κοιτάζει και μαθαίνει, είπε η Νεφέλη χαμογελώντας σαρδόνια, περνώντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και τραβώντας τον πάνω της. Αλλά άσ' τη Φαίδρα και τη μικρή να σπάνε το κεφάλι τους. Εσύ κοίταξε πώς θα ξαναγεμίσεις τα κενά μου, γιατί ούτε η υγρασία ούτε τα σύννεφα πρόκειται να μας σώσουν τώρα που άνοιξα την όρεξη.
«Άρα λοιπόν…! Η Φαίδρα ξέρει με ποιον ήσουν τη νύχτα και πότιζε το διψασμένο σου μουνάκι;.»
«Ναι είδε τ’ αυτοκίνητο σου αραγμένο στην αυλή μου και όπως καταλαβαίνεις το κατάλαβε ποιος ήταν που μούγκριζε σαν αφηνιασμένο άλογο που καβαλάει τη φοράδα σε εποχή ζευγαρώματος.»
«Γιατί εμείς χρειαζόμαστε εποχή για ζευγάρωμα;»
«Όχι βέβαια!»
«Λες να μας κάνει βούκινο;... με τα επιτεύγματα μας;. Ελπίζω πως δεν θα έχουμε προβλήματα.»
«Από την Φαίδρα; Όχι- όχι, αυτή είναι πολύ εχέμυθη και διακριτική και δεν υπάρχει περίπτωση να έχουμε προβλήματα. Άλλωστε γνωριζόμαστε χρόνια τώρα και κάτι που «λέγεται εκεί, μένει εκεί!» και έτσι μπορώ να την εμπιστευτώ. Άλλωστε μου αρέσει να ξέρει ότι το βράδυ πέρασα καλά στην αγκαλιά σου ότι το ευχαριστήθηκα το γαμήσι αγορίνα μου! Αλλού ίσως να είναι το πρόβλημα.»
O Νικηφόρος σήκωσε ελαφρά το ένα φρύδι, κοιτάζοντάς την με μια ανάμεικτη έκπληξη και πονηρή περιέργεια, καθώς οι λέξεις της άφηναν υπονοούμενα που έκαιγαν περισσότερο κι από τον πρωινό καφέ.
«Αλλού λες να είναι το πρόβλημα; Για ποιαν μιλάς, Νεφέλη μου; Για τη Φαίδρα τα είπαμε, είναι «κουμπάρα» στα μυστικά. Μήπως εννοείς τη μικρή, τη Δανάη; Της τρέχουν τα σάλια με όσα ακούει ή ζηλεύει τα μεγαλεία σου;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με εκείνη την αλαζονική, σίγουρη αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που ξέρει ακριβώς τι σπέρνει γύρω της, ακουμπώντας το μέτωπό της στο στήθος του.
«Η Δανάη είναι στην ηλικία που όλα της φαίνονται βουνό και ταυτόχρονα διψάει να τα γευτεί, του ψιθύρισε καθώς τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν με τα κουμπιά από το πουκάμισό του. Η μικρή έχει αρχίσει να βλέπει όνειρα το βράδυ και να κοιτάζει εσένα με μια ματιά παράξενη, όλο υπόσχεση. Αυτό είναι το επικίνδυνο, αγορίνα μου... όταν το θερμόμετρο αρχίζει να ανεβαίνει και στα διπλανά δωμάτια.
«Δηλαδή που είναι το πρόβλημα;.»
«Να πρέπει να μας άκουσε και η Δανάη.»
«Τι να πω τώρα εγώ; Πότε έγινε αυτό με την Δανάη;»
«Από ότι κατάλαβα είχε βγει βόλτα με το βραδινό φεγγάρι από κάτω στην αμμουδιά στο κύμα, αλλά υποπτεύομαι πως γυρίζοντας από το μικρο μονοπάτι που χωρίζει τα σπίτια μας, κατάλαβε τι παίζει, υπολογίζω πως στάθηκε στην πίσω αυλή μας και έζησε νοερά μαζί μας τις καύλες μας.»
«Δηλαδή μας άκουγε τότε που λέγαμε ότι μας κατέβει και το λεξιλόγιο μας είχε ένα ευρύ φάσμα με διάφορες έντονες αποχρώσεις; Που κόσμια δεν τις λες!»
«Τα πιο ωραία λόγια στο κρεβάτι αγορίνα μου, θα ειπωθούν όταν έχεις χάσει τα λογικά σου και δεν φιλτράρεις τίποτα κούκλε μου. Στο κάτω κάτω εκείνη την ώρα που χάνουμε τον έλεγχο σιγά μη βάλουμε και «μπιμπ» στο στόμα μας. Το φαντάζεσαι; »
Στο διάολο, «μπιμπ» στο κρεβάτι δεν μπαίνει με τίποτα, Νεφέλη μου! Ούτε χειρόφρενα ούτε απαγορευτικά, γιατί αλλού πάει η χάρη κι αλλού το γούστο, της είπε χαμογελώντας στραβά, αν και η ιδέα της δεκαεννιάχρονης Δανάης να κρυφακούει τα πάντα μεσάνυχτα κάτω από το παράθυρό τους του άναψε μια ξαφνική, διπλή φλόγα.
Ο Νικηφόρος σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, αφήνοντας το βλέμμα του να πέσει για λίγο στον στενό διάδρομο που χώριζε τα δύο εξοχικά, εκεί όπου τα χαλίκια έτριζαν ακόμη από τα βήματα.
«Λες να έμεινε ακίνητη στο σκοτάδι να μας παρακολουθεί σαν μικρή ηδονοβλεψίας; συνέχισε, με τη φωνή του να πέφτει σε έναν τόνο πιο βαθύ, πιο επικίνδυνο. Αν η Δανάη άκουσε όλο το λεξικό μας... τότε η μικρή όχι απλώς έμαθε γράμματα, αλλά της άνοιξε η όρεξη για τα καλά. Και ξέρεις πώς είναι η ηλικία της· ό,τι δεν αγγίζει η ίδια, το φαντάζεται επί δέκα.
Η Νεφέλη τον πλησίασε ακόμα πιο κοντά, περνώντας τα χέρια της σφιχτά γύρω από τη μέση του, με τα μάτια της να αστράφτουν από μια πονηρή, σχεδόν σατανική ικανοποίηση.
«Ακριβώς γι’ αυτό σου λέω πως το πρόβλημα, ή μάλλον η επόμενη μεγάλη μας περιπέτεια, μόλις άρχισε, του ψιθύρισε σχεδόν στο στόμα. Μια δεκαεννιάχρονη με καυτό αίμα που ξενυχτάει ακούγοντας τα βογγητά μας, είναι βόμβα έτοιμη να σκάσει. Οπότε, να 'σαι προετοιμασμένος, αγορίνα μου... γιατί το τριήμερο προβλέπεται καυτό, και προβλέπεται να έχουμε καινούργιες, απρόσκλητες συμμετοχές.
«Φαντάζομαι την Δανάη που άκουσε τι κάναμε, με λεπτομερή περιγραφή γιατί το σίγουρο είναι πως το σεξ μας συνοδευόταν από ήχους και κραυγές ηδονής κι ευχαρίστησης. Άλλες με περισσότερη ένταση κι άλλες με λιγότερη χωρίς όμως ταμπού και ντροπές!»
«Παραμύθια για ενήλικες λέγαμε ο ένας στον άλλο αγορίνα μου! Πειράζει;»
«Ποιος είπε ότι πειράζει! Η Δανάη λοιπόν! Μαθήτρια του λυκείου δεν είναι η νεαρά;»
«Όχι ! Έχει τελειώσει το λύκειο. Είναι φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη σε κάποια σχολή κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η κοπέλα είναι αρκετά δυναμική και ολίγον άτακτη σαν θηλυκό, ένα χαριτωμένο αλάνι τώρα στα δέκα οκτώ-δέκα ενιά της. Σίγουρα έχει κάψει καρδιές τώρα που μεγάλωσε! Να δεις τα βλέμματα των αντρών στο δρόμο πως την κοιτάνε.»
Ο Νικηφόρος άφησε ένα ελαφρύ σφύριγμα έκπληξης, με το βλέμμα του να σκοτεινιάζει για δευτερόλεπτα καθώς η εικόνα της Δανάης στο μυαλό του μεταμορφωνόταν από «μικρή ανήλικη μαθήτρια» σε μια αυτόνομη, φοιτήτρια γυναίκα έτοιμη να κατασπαράξει ό,τι βρεθεί στο διάβα της.
«Φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη κιόλας; ε Ε, τότε τα πράγματα αλλάζουν εντελώς, Νεφέλη μου, της είπε χαμογελώντας σαρδόνια και ανασηκώνοντας τους ώμους. Τα κορίτσια που φεύγουν από την επαρχία και ανεβαίνουν στον Βορρά δεν μαθαίνουν απλώς κοινωνικές επιστήμες, παίρνουν διδακτορικά στο πώς να παίζουν τους άντρες στα δάχτυλα. Αν είναι έτσι, καταλαβαίνω γιατί την κοιτάζουν οι δρόμοι. Δεν είναι πια το κοριτσάκι της διπλανής πόρτας.
Η Νεφέλη τον σκούντηξε ελαφρά με τον αγκώνα της, απολαμβάνοντας τη ζήλεια ή την ξαφνική εγρήγορση που διέκρινε στη φωνή του.
«Ακριβώς γι’ αυτό σου λέω, αγορίνα μου, του απάντησε πονηρά, τραβώντας τον λίγο πιο κοντά της κάτω από τη σκιά της βεράντας. Ένα τέτοιο θηλυκό, με μυαλά ξυράφι και κορμί που καίει, να στέκεται μεσάνυχτα στο μονοπάτι και να ακούει τα δικά μας κατορθώματα... ε, σκέψου τι φαντασιώσεις θα της έχουν καρφωθεί στο κεφάλι. Η φοιτήτρια ήρθε για τριήμερο, αλλά φοβάμαι ότι θα φύγει με βαριά κουσούρια.»
«Θα μείνουν;»
«Η Φαίδρα με τη Δανάη;»
«Ναι. Ποιος άλλος.»
«Ναι θα μείνουν όλο το Σαββατοκύριακο τα βράδια στο χωριό στο πατρικό τους ! Απλά σήμερα αργά το απόγευμα θα αναχωρήσουν και η Φαίδρα θα πάει με την μητέρα της στον εσπερινό του κοντινού μοναστηριού!. Και επειδή η Φαίδρα δεν έχει μαγειρέψει και μιας και είχαμε να βρεθούμε από κοντά αρκετό καιρό, και εγώ έχω κανονίσει να μαγειρέψω της πρότεινα εάν δεν έχουν άλλα σχέδια τότε είναι καλεσμένες στο σπίτι μου για φαγητό, να έρθουν να φάμε το μεσημέρι μαζί παρέα! Πιστεύω να συμφωνείς και εσύ και να μείνεις μαζί μας. Η Φαίδρα με την κόρη της δέχτηκε με ευχαρίστηση την πρόσκληση και τις αναμένω να έλθουν το μεσημέρι.»
«Δηλαδη έχω και εγώ πρόσκληση για το γεύμα!»
«Δεν χρειάζεσαι πρόσκληση στο τραπέζι μου, εσύ χαριτωμένε μου καυλιάρη εραστή!».
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα χέρια ψηλά με μια ψεύτικη έκφραση απορίας, αν και η ιδέα ενός μεσημεριανού τραπεζιού με τη Νεφέλη, τη Φαίδρα και τη νεαρή, πονηρή Δανάη του άναψε αμέσως το πράσινο φως για νέες περιπέτειες.
«Δηλαδή, για να καταλάβω, κανονίζεις οικογενειακά τραπέζια με τις γειτόνισσες, ενώ εγώ είμαι απλώς το κερασάκι στην τούρτα ή το μόνιμο εξάρτημα του σπιτιού;» της είπε με μισό χαμόγελο, τσιμπώντας την ελαφρά από τη μέση.
Η Νεφέλη τον κοίταξε κατάματα, με τα μάτια της να στάζουν πρόκληση και αυτοπεποίθηση.
«Εσύ είσαι το κύριο μενού, αγόρι μου, και το ξέρεις καλά, του ψιθύρισε καθώς τα βήματα από το διπλανό σπίτι άρχισαν να ακούγονται, προαναγγέλλοντας την άφιξη των καλεσμένων. Οπότε μάζεψε το ύφος σου, φόρεσε το πιο γοητευτικό σου χαμόγελο, και ετοιμάσου. Γιατί σε λίγο θα έχουμε στο τραπέζι μας μια φοιτήτρια που ξέρει πολλά και μια μάνα που υποψιάζεται τα πάντα.
«Η γλυκιά μου γκόμενα η Νεφέλη και ο καυλιάρης εραστής της το βράδυ θα κάνουν άγριο γαμήσι.»
«Μωρό μου καυλιάρικο, όλο το σεξ έχεις στο μυαλό σου. Αα! Να μην το ξεχάσω. Η Φαίδρα με παρακάλεσε να μεσολαβήσω και να σου ζητήσω αν έχεις την ευγενή καλοσύνη να της κάνεις μια πολύ φιλική εξυπηρέτηση.»
«Φιλική εξυπηρέτηση; Και εγώ πως μπορώ να τη βοηθήσω; Μη μου πεις πως η Φαίδρα έχει καύλες και αναζητά επιβήτορα; Προσφέρομαι εντελώς δωρεάν να της κάνω μια προσωπική εξυπηρέτηση για να ηρεμήσει η όμορφη κυρία εάν αυτή την εποχή έχει ρθει σε φάση του οίστρου.»
«Εγώ λέω συμμαζέψου και μην μου λες πολλά. Η γυναίκα γνωρίζει ότι έχεις ένα «κουσούρι». Ξέρει ότι σου αρέσουν οι μηχανές και το ίδιο αρέσουν και στον σύζυγο της. Η μηχανή του συζύγου της λοιπόν επειδή έφυγε ξαφνικά για μπάρκο έμεινε στην αυλή τους στο εξοχικό και θέλει αν έχεις την ευγενή καλοσύνη να την μεταφέρεις στο πατρικό της σπίτι στο χωριό για να την έχει ασφαλή.»
O Νικηφόρος άφησε ένα ελαφρύ, σαρδόνιο γέλιο, διώχνοντας για λίγο τις πονηρές του σκέψεις και σηκώνοντας τα χέρια ψηλά σε ένδειξη παράδοσης.
«Και έλεγα κι εγώ τι εξυπηρέτηση μπορεί να θέλει η κυρία Φαίδρα, είπε χαμογελώντας στραβά. Να της ξελασκάρω τη μηχανή θέλει, όχι να της λύσω τα προσωπικά της διλήμματα. Καλά, ας είναι. Μια βόλτα με τη δίτροχη καλλονή του μπαρκαρισμένου άντρα της είναι ό,τι πρέπει για να φύγει η πρωινή νωθρότητα. Η Νεφέλη τον κοίταξε αυστηρά, μα με μια αδιόρατη σπίθα διασκέδασης να χορεύει στις άκρες των χειλιών της.
Ο ήλιος είχε πια σπάσει τα σύννεφα για τα καλά, λούζοντας τον Παγασητικό με ένα ζεστό, φθινοπωρινό φως που προμήνυε ένα μεσημέρι γεμάτο απρόβλεπτες εντάσεις.
Έτσι λοιπόν κύλησε το υπόλοιπο της ημέρας τους! Ήταν μεσημέρι που ο Νικηφόρος αφού τακτοποίησε μερικές εξωτερικές εργασίες στο σπίτι του, ξαναγύρισε στης Νεφέλης από νωρίς, περιμένοντας τα αποτελέσματα της μαγειρικής της. Έβαλε λίγο κονιάκ στο ποτήρι, τράβηξε τις κουρτίνες του παραθύρου κοιτάζοντας την θάλασσα ενώ από το cd player ακούγονταν η φωνή του Andrea Bocceli στο αγαπημένο του κομμάτι «En Aranjuez con tu amor». Είχε αφοσιωθεί να την παρακολουθεί να μαγειρεύει, καθισμένος στο ξύλινο καναπέ της κουζίνας δίπλα της και κοιτούσε με τα μάτια προσηλωμένα στις κατσαρόλες, πότε έβαζε το αλάτι, την κανέλα, τα μπαχαρικά και οι μυρωδιές από τα φαγητά τον ζάλιζαν και του έλκυαν εσωτερικά στον κόσμο των αισθήσεων. Λένε ότι η μαγειρική είναι η χαρά του ότι μπορεί κάποιος να φέρει εις πέρας ένα αποτέλεσμα, οποιοδήποτε είναι αυτό, είτε είναι γευστικό είτε όχι, όσο έχει σημασία η προσπάθεια. Η χαρά της Νεφέλης είναι ότι φτιάχνει δικά της δημιουργήματα με την ιδιαιτερότητα της προσωπικής φαντασίας της. Είναι ότι κάνει κάτι με τα χέρια της και απολαμβάνει τη χαρά του ότι τα καταφέρνει. Το πιο σημαντικό από όλα όμως, για εκείνη είναι η γεύση να ταυτίζεται με τη συνεύρεση, με τους ανθρώπους με τους οποίους επιλέγει να το χαρεί το συντροφικό τραπέζι. Ένα τραπέζι που θα κάτσουν να φάνε, θα γελάσουν, θα πιουν, θα τσακωθούν, θα τα ξαναβρούν, θα συζητήσουν, θα ξαναγελάσουν. Για τη Νεφέλη το τραπέζι με το φαγητό για φίλους είναι να κάτσουν δύο τρεις ώρες και αυτές οι ώρες να περιέχουν τα πάντα. Να περνάει όλη τους η ζωή μπροστά από τα μάτια τους όταν συνδέονται γύρω από τη γεύση. Ίσως, τελικά της Νεφέλης, η μαγειρική και η γεύση να είναι σαν την αγάπη». Κάποια στιγμή έκαναν την εμφάνιση τους και η Φαίδρα με τη Δανάη. Όταν κάθισαν στο τραπέζι δοκιμάζοντας τη συνταγή της Νεφέλης ενθουσιάστηκαν. Το κρέας ήταν εύγευστο και τρυφερό αυτό όμως που το έκανε να ξεχωρίζει ήταν η σάλτσα του με το λεπτό άρωμα του σκόρδου και της κανέλας αλλά και η όψη της σάλτσας με την κρεμώδη υφή της. Και φτάσανε στην ώρα του καφέ. Η Νεφέλη δεν χαλάει την συνήθεια της. Ελληνικός καφές πάντα. Βάζει τα φλιτζανάκια στο τραπέζι και με το τεράστιο μπρίκι που αχνίζει σερβίρει. Πίνουν αργά αργά κουβεντιάζοντας τα νέα του χωριού, της χώρας, και τα προσωπικά τους. Με κουβέντα κι ονειροπολήματα. Ο Νικηφόρος πρέπει να ομολογήσει ότι με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι τις δυο γυναίκες- τη Νεφέλη και τη Φαίδρα- τις συνέδεε μια αληθινή και στέρεη φιλία. Σχετικά δεν δυσκολεύτηκε να σκεφτεί ότι «το Ποίημα στους φίλους» που έτυχε να διαβάσει του περίφημου αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν το πλέον κατάλληλο για να αποδώσει τη φιλία τους και να δώσει απάντηση σε όλα του τα ερωτήματα.
«Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις για τα προβλήματα της ζωής σου, ούτε έχω απαντήσεις για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου, όμως μπορώ να σε ακούσω και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ να αλλάξω το παρελθόν ή το μέλλον σου αλλά όταν με χρειάζεσαι θα είμαι δίπλα σου. Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου, όμως μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου για να κρατηθείς και να μην πέσεις.»
Της Φαίδρας είναι αλήθεια ότι το «ημερολόγιο» της πάντα ήταν γεμάτο με λίγα κενά κατά διαστήματα και πάντα είχε ιστορίες με αρκετά ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Είχε έναν απίστευτο μηχανισμό επιτυχούς επιβίωσης και δεν παραδινόταν εύκολα. Φρόντισε να αναπτύξει τόσα ταλέντα και τόσες τεχνικές γοητείας έτσι που πάντα περιστοιχιζόταν από ερωτευμένα μάτια. Είχε έναν πιστό σύζυγο, και ένα τσούρμο θαυμαστές γύρω γύρω. Δεν χορταίνεις να την ακούς αφού οι αφηγήσεις της είναι πάντοτε απολαυστικές και παραστατικές και ο λόγος της ατέλειωτος και εξαιρετικά χορταστικός. Είναι μια καλλιτέχνις των λέξεων, που ζωγραφίζει τις ιστορίες και τους χαρακτήρες της με ζωντάνια και έμπνευση με τη φωνή της να δημιουργεί πολλαπλασιαστική ηχώ στ' αυτιά του με τις στιχομυθίες των ηρώων της, οι οποίες είναι γεμάτες χιούμορ. Οι διάλογοι μαζί της χαρακτηρίζονταν από εξομολογητικές διαθέσεις που του επέτρεπαν κάποιες στιγμές να φτάσει και σ' ερωτήσεις κλειδιά, και δε δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να βρει τους κοινούς τους τόπους. Η Φαίδρα του άρεσε από την πρώτη στιγμή που την είχε δει και σήμερα όσο προχωρούσαν οι συζητήσεις τους τον κέρδιζε ακόμα περισσότερο. Ήταν ευγενέστατη χωρίς να δίνει οποιοδήποτε δικαίωμα για κάτι παραπάνω από την αρχή μιας φιλίας ανάμεσα τους. Ή τουλάχιστον αυτό υποδείκνυε αρχικώς η στάση της. Μίλησαν αρκετά για τις σκέψεις τους και τις σχέσεις τους.
Η μελωδία του Bocelli έσβησε απαλά την ώρα που ο ελληνικός καφές άρχισε να αχνίζει στα μικρά φλιτζάνια, γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με αρώματα χόρτου, καβουρδισμένου κόκκου και φθινοπωρινής θαλπωρής. Ο Νικηφόρος, καθισμένος ανάμεσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες, ένιωθε το βάρος της πραγματικότητας να διαλύεται κάτω από το βάρος της κουβέντας και τη ζεστασιά του κρασιού που είχε προηγηθεί. Η Φαίδρα, με την αστείρευτη αφηγηματική της δεινότητα, είχε καταφέρει να κρατήσει την προσοχή όλων αιχμάλωτη, ζωγραφίζοντας με τις λέξεις της έναν κόσμο γεμάτο περιπέτειες, μικρές ματαιοδοξίες και επιβίωση.
Καθώς η συζήτηση άρχισε να χαμηλώνει σε τόνους και τα βλέμματα γίνονταν πιο εσωτερικά, η Δανάη, που μέχρι τότε άκουγε σιωπηλή στα άκρα του τραπεζιού, σήκωσε ξαφνικά τα μάτια της. Το βλέμμα της δεν είχε πια την αφέλεια της ηλικίας· ήταν το βλέμμα ενός θηλυκού που είχε χορτάσει να ακούει τους άλλους να ζουν και ετοιμαζόταν να διεκδικήσει το δικό του μερτικό στη φωτιά.
«Οι ιστορίες είναι ωραίες όταν τις λένε οι άλλοι, θείο Νικηφόρε, είπε με μια φωνή που ακούστηκε αιφνιδιαστικά δυνατή μέσα στη μεσημεριανή ησυχία, καθώς έσκυβε μπροστά ακουμπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι. Αλλά κάποια στιγμή, τα λόγια πρέπει να γίνονται πράξεις. Αλλιώς μένουν απλώς σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο που ποιος ξέρει ποιος διαβάζει τα βράδια.
Η Νεφέλη πάγωσε το φλιτζάνι της στον αέρα, ανταλλάσσοντας μια γρήγορη, διαπεραστική ματιά με τη Φαίδρα, η οποία απλώς χαμογέλασε αινιγματικά, αφήνοντας το δάχτυλό της να χαϊδεύει το χείλος του ποτηριού της. Ο Νικηφόρος ένιωσε το αίμα του να ανεβαίνει ξανά στα ζιγκ-ζαγκ των φλεβών του, καταλαβαίνοντας πως το παιχνίδι στον Παγασητικό είχε μόλις περάσει σε άλλο επίπεδο.
Ταυτόχρονα ο Νικηφόρος διαπίστωσε ότι του εδόθη μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία, να γνωρίσει από πολύ κοντά τη νεαρή Δανάη. Αυτό το κορίτσι ήταν όλο ζωντάνια και κέφι, που τον σαγήνευε ακόμη και με το πιο αμυδρό βλέμμα της σαν ιέρεια του ερωτισμού όταν έριχναν μεταξύ τους κλεφτές όλο νόημα ματιές παριστάνοντας μάλιστα δήθεν τους αδιάφορους! Ωστόσο, η φαντασία του μάντευε πολλά και η εν γένει στάση της άφηνε περιθώρια για σεξουαλικούς συνειρμούς όταν τεμπέλιαζε και τεντωνόταν στον καναπέ σαν αξιολάτρευτο κατοικίδιο. Δεν είχε τίποτε το προσποιητό επάνω της με το ονειροπόλο βλέμμα στα όμορφα μάτια της! Κάποια στιγμή η κοπέλα ζήτησε συγνώμη στράφηκε στην μητέρα της και της λέει πως έχει ένα αίσθημα κόπωσης και υπνηλίας μετά το φαγητό, θα πάει να ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Οι λιγοστές φακίδες στο πρόσωπο και στα χέρια της φανερώθηκαν έντονες έτσι όπως περνούσε τη φωτισμένη είσοδο του σπιτιού από τον Ήλιο που φεγγοβολούσε ακόμη μολονότι η ώρα ήταν περασμένη. Φεύγοντας άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο Νικηφόρο λες και του έδινε να διαβάσει κάποιο ένοχα μυστικό σημείωμα. Το πέος του Νικηφόρου πιάστηκε στο δόλωμα του πάθους και σπαρτάρισε μέσα στα δίχτυα του, άρχισε να διογκούται και με πολύ κόπο προσπαθούσε να μείνει αδιάφορος. «Αυτή τη μικρή, βάζω το χέρι µου στη φωτιά πώς ή θα γαμιέται πολύ συχνά, ή θα παίζει μέρα-νύχτα μαλακία. Με καύλωσε το πανέμορφο νυμφίδιο!» σκέφτηκε με το πούτσο του να πάλλεται κάτω από το ύφασμα!
Ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια του, προσπαθώντας να διατηρήσει μια ελάχιστη επίφαση σοβαρότητας, την ώρα που το κορμί του πρόδιδε κάθε του σκέψη. Καθώς η Δανάη απομακρυνόταν αργά προς το διάδρομο, αφήνοντας πίσω της το διακριτικό άρωμα από βανίλια και νεανικό δέρμα, η ατμόσφαιρα γύρω από το τραπέζι έγινε ξαφνικά ηλεκτρισμένη.
Η Νεφέλη, που παρατηρούσε τις κινήσεις του με εκείνο το κοφτερό, διορατικό της βλέμμα, έγειρε μπροστά, ακουμπώντας το πηγούνι στην παλάμη της.
«Τη χάλασες τη μικρή με τα μυαλά που κουβαλάς, Νικηφόρε, του ψιθύρισε χαμηλά, σχεδόν συνωμοτικά, ενώ η Φαίδρα κοιτούσε αφηρημένα προς το παράθυρο, κάνοντας πως δεν αντιλαμβάνεται την ένταση που κρεμόταν στην ατμόσφαιρα. Η Δανάη έχει μάθει να ανοίγει τα φτερά της, αλλά προσοχή... τα αμούστακα θηλυκά δεν ξέρουν πότε να βάλουν φρένο όταν αρχίσουν να καίγονται.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε. Ένιωθε τον παλμό του αίματος να χτυπάει δυνατά στους κροτάφους του και το μυαλό του είχε ήδη αγκιστρωθεί στην εικόνα της δεκαεννιάχρονης να στριφογυρίζει μόνη της στο δωμάτιο, φαντασιώνοντας όλα όσα είχαν συμβεί λίγες ώρες πριν στον διπλανό τοίχο. Ο Παγασητικός μπορεί να κοιμόταν κάτω από τα σύννεφα του Σεπτέμβρη, αλλά μέσα σε αυτό το σπίτι οι φωτιές μόλις είχαν αρχίσει να θεριεύουν, έτοιμες να κάψουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Ο Νικηφόρος πήρε τον καφέ του, μετακόμισε στο καναπέ κι απολάμβανε τις ιστορίες, ειδικά την διασκεδαστική αφήγησή της, και έκανε σχόλια, φροντίζοντας και αυτός να κρατά ανάλαφρη την ατμόσφαιρα με χαλαρή κουβεντούλα που ξεκίνησε μεταξύ τους και του έδωσε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει την ικανότητά του να αφήνει τους άλλους να μιλάνε, μυρίζοντας τη ζεστή θηλυκή μυρωδιά τους. Κοίταζε τις δύο γυναίκες ίσια στα μάτια δείχνοντας με ελαφρές μυϊκές συσπάσεις το ενδιαφέρον του, ενώ παράλληλα καθοδηγούσε την κουβέντα με υπόγειες έξυπνες ερωτήσεις. Ήταν περίφημος ακροατής ούτως ή άλλως, οπότε η δημιουργία ευχάριστου κλίματος παρέας ήταν μακράν η ειδικότητά του. Οι δικές του πεζές ναυτικές ιστορίες δεν έκρινε ότι είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνες κι έτσι τεχνηέντως, η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τα δικά τους ενδιαφέροντα. Αποτύπωνε κάθε λέξη της Φαίδρας κι ένιωθε την αύρα της εκφραστικότητάς της να τον μαγεύει. Μιλούσε αργά με χαμηλή φωνή, αλλά µε πάθος και το ζεστό ανέμελο βλέμμα της γινόταν πύρινο, καθώς άφηνε τους συλλογισμούς της να ξεδιπλωθούν. Τα ελαφρώς υγρά χείλη της γεννούσαν διαρκώς πνιχτά γελάκια που γρατζούνιζαν τις αισθήσεις του. Η ώρα κυλούσε στα όμορφα λιβάδια της οικειότητας τους.
Η φωνή της Φαίδρας κυλούσε σαν ζεστό βερμούτ στο δειλινό, γεμίζοντας το σαλόνι με εικόνες από ταξίδια, έρωτες και μικρές καθημερινές επαναστάσεις που σημάδευαν τη ζωή της. Ο Νικηφόρος, καθισμένος αναπαυτικά με τον καφέ ανάμεσα στα δάχτυλα, άφηνε το σώμα του να απορροφά την αύρα τους, λειτουργώντας σαν τέλειος δέκτης μιας ενέργειας που βάραινε επικίνδυνα την ατμόσφαιρα.
Η Νεφέλη, καθισμένη δίπλα του, παρατηρούσε με μισό κλειστό βλέμμα και ένα πονηρό χαμόγελο πώς ο άντρας της ζωής της αιχμαλωτίζετο από την τέχνη της ξαδέρφης της. Ήξερε πολύ καλά πως οι ιστορίες της Φαίδρας δεν ήταν απλώς αφηγήσεις, ήταν προσκλήσεις, δολώματα σε μια παλιά παρτίδα όπου κανείς δεν ήθελε να βγει χαμένος. Κάθε βλέμμα, κάθε ελαφρύ τίναγμα των χειλιών της Φαίδρας λειτουργούσε σαν αόρατο κέντρισμα στο κορμί του Νικηφόρου, που ένιωθε το πάθος να φουντώνει ξανά κάτω από την επιφάνεια της φαινομενικής τους χαλάρωσης.
Καθώς ο ήλιος άρχισε να χάνεται πίσω από τα βουνά του Πηλίου, βάφοντας τον Παγασητικό με σκούρες μωβ αποχρώσεις, η οικειότητα μεταξύ τους είχε γίνει τόσο πυκνή που σχεδόν μπορούσε κανείς να την αγγίξει. Το τριήμερο έμπαινε στη πιο σκοτεινή και υποσχόμενη φάση του, αφήνοντας να αιωρείται το ερώτημα ποια από τις δύο γυναίκες θα τραβούσε τελικά το σχοινί στα άκρα όταν το βράδυ θα έπεφτε οριστικά πάνω στον κόλπο.
Τελευταία η Φαίδρα συμμετείχε στον αγώνα των κατοίκων ενάντια στον σχεδιασμό του αιολικού πάρκου στην περιοχή. Για ‘κείνη αλλοιώνουν θρασύτατα το τοπίο του βουνού.
Τους εξηγούσε με ζέση γιατί δεκάδες τοπικές κοινωνίες, περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικοί φορείς και συλλογικότητες ανά τη χώρα έχουν ξεσηκωθεί για τις ανεμογεννήτριες. Δεν είναι η αιολική ενέργεια μια εναλλακτική ανανεώσιμη πηγή ενέργειας που λειτουργεί προς όφελος του φυσικού περιβάλλοντος και άρα της ζωής! Και αντιδρούν οι κάτοικοι, οι τοπικοί φορείς για τη βάναυση αλλοίωση του τοπίου έτσι όπως το έχουν γνωρίσει με το σύνθημα «Ελεύθερα Βουνά Χωρίς Αιολικά».
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αιολική ενέργεια και οι ανεμογεννήτριες είναι μια εναλλακτική, ανανεώσιμη πηγή ενέργειας. Αυτά που αμφισβητούνται έντονα, είναι η επιλογή πολύ μεγάλων ανεμογεννητριών και η χωροθέτηση τους, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές. Μικρό το όφελος, μεγάλη η καταστροφή! Σύμφωνα με στοιχεία η παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από τη λειτουργία ανεμογεννητριών είναι απίστευτα ασήμαντη ενώ η καταστροφή στο φυσικό περιβάλλον είναι πρωτοφανής και ανεπανόρθωτη!
Οι δρόμοι που διανοίγονται για την κατασκευή των αιολικών πάρκων καταστρέφουν το ορεινό τοπίο και τους οικότοπους ενώ πολλές φορές αλλάζουν ακόμη και την πορεία των βρόχινων νερών με διάφορες επιπτώσεις για το περιβάλλον.
H πράσινη ενέργεια και η χρήση των ΑΠΕ δημιουργούν μία νέα πραγματικότητα για τις κοινωνίες τόσο από πλευράς περιβαλλοντικής όσο και οικονομικής.
Η τιμή του ρεύματος που παράγεται από την αιολική ενέργεια, και που φτάνει στο τελικό αποδέκτη, δηλαδή τον καταναλωτή, όχι μόνο δεν είναι μειωμένη, αλλά αυξάνεται από 130% έως 400%, σε σχέση με τις τιμές της συμβατικής ενέργειας.
Ο ήχος που κάνουν τα φτερά τους καθώς γυρίζουν, ένας διαπεραστικός γδούπος που θυμίζει ελικόπτερο, ακούγεται περισσότερο μακριά παρά στη βάση της ανεμογεννήτριας όπου γίνονται συνήθως οι σχετικές μετρήσεις, ενώ ταυτόχρονα παράγονται υπόηχοι και υπέρηχοι που δεν γίνονται αντιληπτοί αλλά κανείς δεν ξέρει αν και κατά πόσο βλάπτουν ανθρώπους και ζώα. Και κάτι ακόμη που πολύς κόσμος αγνοεί.
Η λειτουργία των γιγαντιαίων ανεμογεννητριών δεν επιτρέπει τη δημιουργία χιονιού στις βουνοκορφές, (όπως ακριβώς βάζουν ανεμόμυλους στα πεδινά για να προστατέψουν τα πορτοκάλια από τον πάγο) με αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά ο υδροφόρος ορίζοντας και να χάνονται πολύτιμοι υδροφόροι πόροι.
Η χλωρίδα, η πανίδα, οι ανεξερεύνητες αρχαιολογικές θέσεις, τα παραδοσιακά μονοπάτια, θα χαθούν κάτω από το βάρος των βίαιων επεμβάσεων. Οι εκατοντάδες ανεμογεννήτριες, οι υποσταθμοί, οι γραμμές μεταφοράς θα εξαφανίσουν το κάλλος των φυσικών τοπίων που θα μετατραπούν σε βιομηχανικές ζώνες παραγωγής αιολικής ενέργειας.
Το ζωικό βασίλειο θα υποφέρει. Έχει εκτιμηθεί ότι χιλιάδες αποδημητικά πουλιά, γεράκια, χρυσαετόι γυπαετοί κλπ. σκοτώνονται από αιολικούς στροβιλοκινητήρες ετησίως.
Όσο για το αισθητικό μέρος; Μια άχαρη σιδεροκατασκευή, ψηλή, καταστρέφει για πάντα τον χαρακτήρα των κορυφών. Άσε που οι βάσεις τους οι οποίες γίνονται συνήθως με ανατινάξεις κρύβουν μέσα τους άπειρους τόνους μπετόν ανακατεμένο με ιδιαίτερα τοξικά επιβραδυντικά πήξης.
Κι όταν οι συμβάσεις για τη χρήση τους λήξουν τι γίνεται τότε; Οι κορυφές μετατρέπονται σε ένα απέραντο νεκροταφείο καλωδίων κι επικίνδυνων παλιοσιδερικών που αιωρούνται στο κενό.
Το μεγαλύτερο αιολικό πάρκο στην Ευρώπη απασχολεί μόνο τρεις μόνιμους υπαλλήλους. Ακόμη και το επιχείρημα ότι δημιουργούν θέσεις εργασίας στην τοπική κοινωνία είναι κι αυτό ένα ψέμα.
Η Φαίδρα, καθώς άφηνε πίσω της τις ανάλαφρες ερωτικές νύξεις, μεταμορφωνόταν αμέσως σε μια παθιασμένη ακτιβίστρια. Με τα μάτια της να φλογίζονται από γνήσιο θυμό και τη φωνή της να αποκτά μια κοφτερή, αδιαπραγμάτευτη ένταση, έδινε νέα πνοή στη συζήτηση, αποδεικνύοντας ότι το μυαλό της ήταν εξίσου κοφτερό και αχαλίνωτο με το κορμί της
Ο Νικηφόρος την παρακολουθούσε γοητευμένος, βλέποντας πώς η γυναίκα αυτή μπορούσε να περάσει από την τέχνη της αποπλάνησης στην ωμή, μαχητική πραγματικότητα των τοπικών αγώνων. Ακόμη και η Νεφέλη, καθισμένη δίπλα, άκουγε με σεβασμό, γνωρίζοντας πως πίσω από αυτόν τον αγώνα για τα «Ελεύθερα Βουνά Χωρίς Αιολικά» κρυβόταν η αγάπη για έναν τόπο που αργοπεθάνει κάτω από το πρόσχημα της «πράσινης» ανάπτυξης.
Καθώς η νύχτα άρχισε να απλώνεται ξανά πάνω από τον Παγασητικό, ο συνδυασμός της επαναστατικής της φλόγας και της απαγορευμένης έντασης στο διπλανό δωμάτιο έκανε την ατμόσφαιρα εκρηκτική. Ποια από τις προκλήσεις θα λυγίσει πρώτη τον Νικηφόρο; Η πολιτική ορμή της Φαίδρας ή η σιωπηλή, νεανική παρουσία της Δανάης;
Το απόγευμα οι γυναίκες αναχώρησαν. Η Νεφέλη πρόθυμα συνόδευσε τη Φαίδρα, ήθελε και η ίδια να συμμετέχει στον εσπερινό. Ευκαιρία ήταν.
Η Φαιδρά έδωσε τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης στο Νικηφόρο και τον ευχαρίστησε θερμά που αναλαμβάνει να μεταφέρει τη μηχανή του συζύγου της στο χωριό.
«Σ' ευχαριστώ Νικηφόρε! Το εκτιμώ πολύ που μπαίνεις στο κόπο!» Του λέει και η φωνή της τον περιέλουσε με τη γοητεία της που τον έκανε να ανατριχιάσει. Αν η φωνή της ήταν γεύση θα ήταν ζεστή σοκολάτα σκέφτηκε ο Νικηφόρος.
Αναχώρησαν οι γυναίκες με προορισμό το χωριό από όπου θα έπαιρναν και την ηλικιωμένη χήρα μητέρα της Φαίδρας.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος στην αυλή, ακολουθώντας με το βλέμμα το αυτοκίνητο της Νεφέλης καθώς απομακρυνόταν στον χωματόδρομο σηκώνοντας μικρά σύννεφα σκόνης. Η απουσία των γυναικών άφησε πίσω της μια παράξενη, σχεδόν ηλεκτρική σιωπή, διακοπτόμενη μόνο από τον ήχο των τζιτζικιών και το απαλό παφλασμό του κόλπου. Στα χέρια του κρατούσε τα κλειδιά της μηχανής, το μέταλλο ακόμα ζεστό από το δέρμα της Φαίδρας. Πλησίασε το βαρύ δίτροχο που ήταν παρκαρισμένο στη σκιά της αποθήκης. Ήταν μια καθαρόαιμη μηχανή δρόμου, θηριώδης και περιποιημένη, μια σταθερή υπενθύμιση του απόντος συζύγου που τώρα βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά, αφήνοντας πίσω του ένα κενό γεμάτο πειρασμούς. Ο Νικηφόρος πέρασε το πόδι του πάνω από τη σέλα, γύρισε τη μίζα και το μοτέρ μούγκρισε βαθιά, ταρακουνώντας τον κορμό του.
Στο μπαλκόνι του διπλανού σπιτιού, πίσω από τα μισάνοιχτα παντζούρια, η Δανάη στεκόταν ακίνητη. Είχε αφήσει το κρεβάτι της και τον παρακολουθούσε με τα χέρια σταυρωμένα, τα μακριά της μαλλιά λυμένα στους ώμους και ένα αδιόρατο, προκλητικό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Η παρουσία της στο άδειο σπίτι λειτουργούσε σαν αναμμένο σπίρτο δίπλα σε βαρέλι με μπαρούτι.
H Δανάη δεν ακολούθησε τις δυο γυναίκες, έμεινε με τις νεαρές παρέες της στη μικρή καφετέρια του χωριού αναμένοντας τον γυρισμό τους. Από τα μικρά της χρόνια δεν ήταν από εκείνους τους νέους ανθρώπους που νιώθουν μια βαθύτερη ανάγκη να ασχολούνται με τα θρησκευτικά ζητήματα της πίστης τους. Από οικογενειακή και μόνο παράδοση ήταν μια απλή χριστιανή και όπως ήταν αναμενόμενο δεν ακολούθησε τις γυναίκες στα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα.
Κάποια στιγμή όμως σηκώθηκε βιαστικά λέγοντας στην παρέα της πως πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι για ένα σημαντικό ραντεβού και θα επέστρεφε!. Φρόντισε να δικαιολογηθεί στις κολλητές της ότι έπρεπε να αναλάβει να κατατοπίσει τον οικογενειακό τους φίλο το Νικηφόρο που θα αποθηκεύσουν την μηχανή του πάτερα της που την φέρνει από το εξοχικό τους.
Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος με τη μηχανή και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής.
Ένα καυλιάρικο μωρό super-sexy. Ο θησαυρός της άγουρης της νιότης, στα δεκαεννέα της χρόνια, ψηλή, καστανό-μελαχρινή και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Φορούσε ένα κολλητό φανελάκι που άφηνε την γραμμωμένη της κοιλίτσα να φαίνεται, χωρίς να φοράει σουτιέν με τις ρογίτσες της να τρυπάνε το λεπτό ύφασμα και να κοιτάζουν τον ουρανό όλο αυθάδεια. «Αχ! τα νιάτα!» θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε. Ένα μίνι τζιν φουστανάκι έσκαγε ακριβώς εκεί που χώριζε το κωλαράκι της από τους μηρούς, αφήνοντας σε άπλετη θέα τα ατελείωτα μαυρισμένα της μπούτια. Και προσεγμένο, φορούσε τέλεια ψηλοτάκουνα τσοκαράκια, αυτά τα πολύ σέξι με καλοβαμμένα κατακόκκινα νύχια. Και το μάτι! αχ τι μάτι ήταν αυτό θεέ μου. Είχε τα πιο συναρπαστικά με ιριδίζοντα χρώματα αστραφτερά μάτια, πλαισιωμένα από τις μακρύτερες και πιο γυριστές βλεφαρίδες που ήταν μονίμως γελαστά. Όντως, κολασμένο μωρό! Μωρό φτιαγμένο για να κλείνει σπίτια, να χαλάει οικογένειες και να σε στέλνει αδιάβαστο με το εξπρές των δώδεκα και τριάντα στην κόλαση να καίγεσαι αιώνια στα καζάνια της για πάρτη της.
Το πρόσωπο του φωτίστηκε από έκπληξη και έμεινε να την κοιτάζει αποσβολωμένος και ευχαριστημένος από το θέαμα που έβλεπε.
Ήταν φανερό ότι είχε συνεπαρθεί και του άρεσε και κάτι μέσα του άρχισε να φουντώνει ηδονικά.
Ήταν απίστευτα όμορφη στο φως του ήλιου. Τα γκρίζα μάτια της είχαν γαλάζιες και πράσινες πιτσιλιές. Σαν οπάλια, χρώμα που προίκιζε το βλέμμα της με μεγάλη γκάμα εκφράσεων.
Ένα καυλιάρικο μωρό που το χαριτωμένο μουτράκι της και η σκανταλιάρικη μύτη της της έδιναν ναζιάρικο ύφος. Μια ψηλή θεά δεκαοκτώ-δεκαεννιά χρονών που θέλεις να σταματήσει ο χρόνος δίπλα της, και που επιθυμείς να την πάρεις πολλές φορές.
Ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος, αιχμάλωτος σε εκείνα τα μάτια-οπάλια που άλλαζαν χρώματα κάτω από τις τελευταίες χρυσές ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου. Κάθε σκέψη για μηχανές, αποθήκες, εσπερινούς και κρυφά μάτια εξαφανίστηκε, αφήνοντας χώρο μόνο στον παλμό του αίματος και στην πρωτόγονη γοητεία που ανάβλυζε από το κορμί της Δανάης.
« Είσαι ο μεγαλύτερος πειρασμός που πέρασε ποτέ από αυτόν τον κόλπο, μικρή, της ψιθύρισε σχεδόν βραχνά, καθώς τα δάχτυλά του άφησαν τα κλειδιά της μηχανής. Και το χειρότερο είναι πως δεν έχω καμία διάθεση να αντισταθώ.»
Η Δανάη χαμογελούσε θριαμβευτικά, σχεδόν αρπακτική σιγουριά. Πόσο το επιθυμούσε να κάνει το πρώτο βήμα προς το μέρος του. Να κλείσει την απόσταση ανάμεσα τους, τα χέρια της να γλιστρήσουν γύρω από τον λαιμό του, τραβώντας τον αποφασιστικά προς τη σκοτεινή, υποσχόμενη αγκαλιά της αποθήκης. Στο μυαλό της ακόμη ηχούσαν οι δυνατές κραυγές πάθους και το έντονο σεξ οργασμού που με λεπτομέρειες αφουγκραζόταν το θορυβώδη έρωτα της χθεσινής νύχτας και την ερωτική κραιπάλη που είχε ζήσει η μιλφάρα η Νεφέλη στην αγκαλιά του Νικηφόρου. Όταν έπεσε για ύπνο όπως αναμενόταν οι ώρες της κυλούσαν πολύ δύσκολα. Αναπαρήγαγε μέσα στο μυαλό της τις σκηνές που φανταζόταν πως διαδραματίζονταν στο εσωτερικό της εξοχικής κατοικίας τις στιγμές που ο Νικηφόρος γαμούσε τη Νεφέλη με κραυγές και ήχους ευχαρίστησης κατά τη διάρκεια του σεξ! Ήξερε πολύ καλά ότι η Νεφέλη και πάλι αυτό το βράδυ θα ούρλιαζε από ηδονή με το Νικηφόρο να περιποιείται κάθε τρύπα της, ενώ η ίδια παρέμενε εκεί στο παγωμένο κρεβάτι της. Λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο να νιώσει και η ίδια αυτή την ηδονική ένταση την είχε τόσο ανάγκη, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα από την ένταση και την προσμονή. Μέσα στο μυαλό της, ηχούσαν ακόμα σαν ζωντανές οι χθεσινές κραυγές της Νεφέλη, εκείνοι οι ακατέργαστοι, απολαυστικοί ήχοι που είχαν στοιχειώσει τα βράδια της.
Το αγόρι της τώρα που τα σκέφτεται, δεν είχε καταφέρει ποτέ να την ικανοποιήσει πραγματικά, παρόλο που τον έβρισκε ελκυστικό. Ρε παιδί μου, ήταν απλά υπερβολικά παθητικός και γλυκός για τις προτιμήσεις της. Η Δανάη γούσταρε έναν άνδρα να τη γαμάει σαν πουτάνα και να που τώρα ο Νικηφόρος ήταν σίγουρη πως μπορούσε να της το προσφέρει! Αυτές οι εικόνες έκαναν παρέλαση στο μυαλό της και η καύλα χτιζόταν σιγά σιγά μέσα της. Σκεφτόταν τι απίστευτο γαμήσι θα έκανε με το Νικηφόρο και η σύγκριση με το αγόρι της, της φάνταζε ότι νεαρός φίλος της ήταν απίστευτα ανεπαρκής για το πυρακτωμένο μουνί της που διαμαρτυρόταν και ήταν έντονα βασανιστικό που δεν έλεγε να ηρεμήσει.
Το μόνο λοιπόν που μπορούσε να κάνει ήταν να καταστρώνει σχέδια στο διαβολεμένο μυαλό της. Η Δανάη σκαρφίζεται πως είναι η κατάλληλη ώρα να παίξει με το μυαλό του Νικηφόρου για να τον κάνει να τη θέλει σαν τρελός και να την πηδήξει! Χωρίς χρονοτριβή σηκώνεται από το περβάζι και του απευθύνεται για να τον προλάβει πριν κατέβει από την μηχανή..
Η Δανάη εμφανίστηκε από τη γωνία, με το ελαφρύ της αεράκι να ανακατεύει τα καστανά της μαλλιά και το πρόσωπό της να φέρει αυτή την ακαταμάχητη, σκανδαλιάρικη φρεσκάδα των δεκαεννιά της χρόνια. Φορούσε ένα στενό σορτς και ένα απλό φαρδύ t-shirt που άφηνε ακάλυπτα τα ηλιοκαμένα της πόδια, φορτωμένα με εκείνες τις διακριτικές φακίδες που τον είχαν στοιχειώσει στο μεσημεριανό τραπέζι. Η μαμά και η Νεφέλη έχουν ήδη φύγει για τον εσπερινό, άρα ο δρόμος είναι ελεύθερος.
«Κάποιος έπρεπε να σε βοηθήσει με τα διαδικαστικά της μηχανής του πατέρα μου, έτσι δεν είναι;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα, αισθάνονταν το βλέμμα της να τρυπάει κάθε άμυνα που είχε ορθώσει. Το «ραντεβού» που η ίδια είχε επικαλεστεί για να αποχωρήσει από την παρέα της ήταν ολοφάνερο πως δεν αφορούσε ούτε σίδερα ούτε αποθήκες.
«Βλέπω πως έχεις αναλάβει σοβαρές ευθύνες αποθήκευσης, Δανάη, της απάντησε αργά, με τη φωνή του να πέφτει σε έναν τόνο χαμηλό, επικίνδυνα οικείο, καθώς πλησίαζε προς το μέρος της. Για λέγε, πού ακριβώς θέλεις να την παρκάρουμε αυτή τη μηχανή για να είναι απολύτως ασφαλής;»
Η Δανάη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Σήκωσε το πηγούνι, άφησε το βλέμμα της να γλιστρήσει αργά από τα μάτια του μέχρι το σημείο όπου τα ρούχα του πρόδιδαν την ένταση της στιγμής, έμεινε σιωπηλή δεν του έδωσε την απάντηση που περίμενε:
«Εκεί που δεν θα τη βλέπει κανείς, θείο... μέσα στη σκιά, μέχρι να πέσει οριστικά η νύχτα.» σκέφτηκε
Θυμήθηκε και πάλι την πιο στενή της φίλη που το τελευταίο καλοκαίρι είχαν παρέα μετατρέψει μυστικά την αποθήκη του πατρικού σπιτιού σε καβάτζα για sex, που την συμβούλευσε δήθεν φιλικά. «Να φροντίσεις Χρυσή μου την αποθήκη να την έχετε κλειδώσει από μέσα πριν σας συνεπάρει το σεξουαλικό πάθος.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε τον χρόνο να παγώνει για ένα δευτερόλεπτο, ενώ στο μυαλό του σχηματίστηκε αμέσως η εικόνα εκείνης της παλιάς, σκιερής αποθήκης στο βάθος του κήπου, γεμάτης με τα εργαλεία και τα άδεια βαρέλια του πατρικού, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για παρερμηνείες. Δεν του μετέφερε απλώς μια γενική συμβουλή· του έδινε σύνθημα, του άνοιγε διάπλατα την πόρτα σε έναν κόσμο που η ίδια είχε ήδη δοκιμάσει και κατακτήσει.
Βλέπω πως ξέρεις από καλά κρησφύγετα, Δανάη, της ψιθύρισε χαμηλά, κάνοντας ένα αργό βήμα μπροστά, μέχρι που η ζεστή ανάσα του ανακατεύτηκε με το άρωμα βανίλιας από το δέρμα της. Και η αποθήκη του πατρικού σου, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει εκπαιδευτεί πολύ καλά στα μυστικά του πάθους.
Η Δανάη δεν υποχώρησε ούτε χιλιοστό. Τα μάτια της άστραψαν κάτω από το φθινοπωρινό φως, γεμάτα από εκείνη την ασυγκράτητη ορμή που δεν φοβάται ούτε τις συνέπειες ούτε τα βλέμματα των άλλων.
«Μην κατεβαίνεις από τη μηχανή σε παρακαλώ κύριε Νικηφόρε. Αν δεν σου γίνομαι βάρος θα εκτιμούσα τη βοήθεια σου για μια εξυπηρέτηση με τη μηχανή.»
Ο Νικηφόρος δεν μπορούσε να μη προσέξει τις ορθωμένες θηλές της και το σφιχτό δέρμα της, και καθώς τον πλησίαζε γεμάτη χάρη, αναστέναξε σιγανά, μουρμούρισε «πίσω μου σ'έχω σατανά!» κοιτάζοντας το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι. Η φωνή της ακούστηκε γλυκιά, σχεδόν αθώα, αλλά τα μάτια της πρόδιδαν όλο το πονηρό παιχνίδι που είχε στήσει στο μυαλό της. Ο Νικηφόρος έμεινε πάνω στη σέλα της βαριάς μηχανής, με το μοτέρ να σιγομουγκρίζει, και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψεύτικη συγκατάβαση των λόγων της και στη γυμνή, προκλητική πραγματικότητα του κορμιού της τον τρέλαινε. Το ύφασμα του t-shirt της είχε κολλήσει πάνω στις ορθωμένες θηλές της, μια αδιαμφισβήτητη υπογραφή της καύλας της που τον καλούσε ανοιχτά σε μάχη.
Το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο της αυλής και ξεκινά να σχεδιάζει με σκοπό να του στείλει ορατά σήματα, που να του αρέσουν. Να του στείλει σήματα από αυτά που πυροδοτούν το ανθρώπινο σώμα στο αρχικό στάδιο την επιθυμία. Σκύβει ότι τάχα μου κάτι της έπεσε, ψάχνει και κάνει πως δεν το βρίσκει. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι ενωμένα και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. Ψάχνοντας στριφογυρίζει στη θέση της με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ακόμη καβάλα στη μηχανή ακριβώς πίσω της χαμηλά στην είσοδο της αυλής και σε κάποια σχετική απόσταση..
«Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρρρροοό μου!!!!» Μονολόγησε ο Νικηφόρος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα. Τα μάτια του είχαν ακινητοποιηθεί εκεί! Η θέα του τρυφερού νεανικού μουνιού τίναξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον ήδη πρησμένο πούτσο του. Βρίσκεται στο στάδιο, που το ανθρώπινο σώμα του κατακλύζεται από ένα χημικό κοκτέιλ, αδυνατεί να σκεφτεί σωστά και αρχίζει να επιθυμεί το αντικείμενο του πάθους.
Η εσωτερική του πάλη κράτησε μόλις ένα δευτερόλεπτο. Εκείνος, ένας έμπειρος ναυτικός που είχε μάθει να τιθασεύει φουρτούνες και να πατάει γερά στα πόδια του, βρέθηκε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του από ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι. Δεν ήταν απλώς η σαρκική επιθυμία· ήταν μια υπόγεια, παράλογη χημεία που τον κατέκλυζε, σαρώνοντας όποια ηθική δικλείδα είχε απομείνει. Το κορμί της Δανάης λειτουργούσε σαν καθρέφτης μιας άγριας, ανεκπλήρωτης πλευράς του εαυτού του που είχε χρόνια θαμμένη.
«Είσαι ο μεγαλύτερος μπελάς που θα μπορούσε να βρει κανείς στον δρόμο του, Δανάη, της ψιθύρισε με μια φωνή σχεδόν χαμένη, καθώς τα χέρια του άφησαν το τιμόνι της μηχανής.
Η Δανάη χαμογέλασε θριαμβευτικά, νιώθοντας πια τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης. Τα χέρια της γλίστρησαν πίσω από τον λαιμό του, τραβώντας τον ακόμα πιο κοντά της, εκεί, στη σιωπή και τη ζεστασιά της αποθήκης, έτοιμη να παραδοθεί άνευ όρων στη θύελλα που οι ίδιοι είχανε προκαλέσει.
Ήταν παράλογο σύμφωνα με την λογική του να επιθυμεί να γαμήσει την νεαρή κοπέλα. Αλλά το ένστικτό που δε λογάριαζε τη λογική έκανε το καυλί του να τεντώσει απ’ την καύλα. Αν είναι να το ζήσεις αγόρι μου, ζήσε το, μέχρι τελευταίας ρανίδας. Συγχρόνως όμως μην παραιτηθείς ποτέ από το ρόλο του ήρεμου, ουδέτερου παρατηρητή μιας τέτοιας σχέσης. Μην χαθείς μέσα της. Ζήσε το σαν να σε βλέπεις να παίζεις σε ταινία. Ζήσε το, αλλά με τις κεραίες της επίγνωσης αφυπνισμένες και καλό δρόμο μεχρι το πυροτέχνημα να σκάσει, και εσύ τότε να βαρεθείς το ρόλο του αρσενικού επιβήτορα και όλα θα έλθουν και πάλι στη σωστή τους θέση....Άφησε έναν βαθύ, εσωτερικό αναστεναγμό, αποδεχόμενος το παράλογο της στιγμής με την κυνική σοφία ενός ανθρώπου της θάλασσας που ξέρει πως καμιά φουρτούνα δεν δαμάζεται με τη λογική, παρά μόνο με το ένστικτο.
Στη φωτιά λοιπόν, μουρμούρισε στον εαυτό του, κρατώντας ταυτόχρονα εκείνη την ψυχρή, ματιά του παρατηρητή που έβλεπε τον εαυτό του πρωταγωνιστή σε μια ασπρόμαυρη, ακατάλληλη ταινία πάθους.
Βγαίνοντας από τις βαθυστόχαστες αναλύσεις του ο Νικηφόρος παίρνοντας αργές, μετρημένες ανάσες, συνέχισε να παρατηρεί το νεαρό κορίτσι. Τα βλέμματα τους συναντούνται και αναμετράει ο ένας τον άλλο.Τα μελιά του μάτια ακτινοβόλησαν όπως το σπασμένο γυαλί. Στα τριάντα τρία του χρόνια είναι στα ντουζένια του σαν γάτος που γυρνοβολάει στα κεραμίδια. Και αυτό το κορίτσι έχει κάτι που του ανάβει την πρωτόγονη πλευρά της φύσης του, του διεγείρει τον ερεθισμό, και τον ερωτικό οίστρο του που καμιά φορά όπως και τώρα να νιώθει ότι είναι χάσιμο χρόνου να καταπολεμάει τη λογική και την υπευθυνότητα που επιβάλλεται στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε βαθιά, αφήνοντας πίσω του κάθε ίχνος ενοχής ή δεύτερης σκέψης. Στα τριάντα τρία του, με το σώμα σκληραγωγημένο από τη θάλασσα και το μυαλό κοφτερό σαν λεπίδα, ένιωθε στην κορυφή της αρσενικής του ακμής.
Τα οπάλια χρώμα μάτια της Δανάης τον προκαλούσαν ευθέως, γυαλιστερά και γεμάτα ακόρεστη πείνα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τα πρέπει της κοινωνίας σε αυτή τη σκοτεινή γωνιά· υπήρχε μόνο η ωμή, αρχέγονη έλξη δύο σωμάτων που είχαν αποφασίσει να καούν.
«Τελικά, έχεις δίκιο, μικρή μου, ψιθύρισε με μια φωνή βαθιά και βραχνή. Είναι τεράστια πολυτέλεια , και τεράστια βλακεία, να προσπαθείς να δαμάσεις μια φωτιά όταν το μόνο που θες είναι να σε κάψει ολοσχερώς.
Η Δανάη πρόλαβε να διακρίνει την έξαψη στη ματιά του Νικηφόρου. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα κόκκινα χείλια της. Του χαμογέλασε ικανοποιημένη πονηρά και όλο νόημα. Τον Νικηφόρο στεγνός πυρετός τον έπιασε. Αχ αυτό το κορίτσι με τα μάτια φωτιά. Τον κοίταζε και άναβε. Κατέβηκε το πλατύσκαλο και χόρευαν οι ρώγες της. Είναι φανερό ότι βιώνει κι αυτό το ερωτικό σκίρτημα σαν γαργαλητό στο στομάχι. Έχει κι αυτό τα ντουζένια της που δεν την αφήνουν ήρεμα να κοιμηθεί το βράδυ. Τον κοιτούσε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, καθώς σκέψεις ρίζωναν μέσα της. Η ιδέα να της κάνει έρωτα αυτός ο άντρας ήταν ιδιαίτερα ερεθιστική και ήταν και κάτι που δρα ως διεγερτικό της σεξουαλικής επιθυμίας πάνω της. Στις φλέβες της κυλούσε φλογερό αίμα και το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο με τρυφερές περιπτύξεις και λάγνες φαντασιώσεις, παρορμήσεις που επιθυμούσε για να τις δοκιμάσει. Βλέπεις εις την ηλικία της οι ορμές δεν τιθασεύονται.
Ο Νικηφόρος ένιωσε την ανάσα του να κόβεται καθώς την έβλεπε να κινείται ακριβώς μπροστά του, μια οπτασία από σάρκα και αχαλίνωτη νιότη. Κάθε της βήμα, κάθε ελαφρύ τίναγμα του κορμιού της πάνω από το πλατύσκαλο ήταν μια πρόσκληση σε χορό χωρίς επιστροφή.
«Μικρός διάβολος..». του ξέφυγε ψιθυριστά,
Τότε ήταν που μ' ένα χαμόγελο στο Νικηφόρο που του ζέστανε κάτι που είχε ξυπνησει χαμηλά στην κοιλιά του και με περίσσιο νάζι και την αθωότητα προσωποποιημένη του εξήγησε τι ακριβώς εξυπηρέτηση του ζητούσε.
«Κύριε Νικηφόρε!» του λέει με μια τονίζοντας το «Κύριε» με παράκληση, στον τόνο της φωνής της .
«Θα σας παρακαλέσω αν δεν σας κάνει κόπο και δεν σας γίνομαι ιδιαίτερο βάρος, να με πας πάλι πίσω στο εξοχικό μας σπίτι! Θέλω να πάρω τον φορητό υπολογιστή μου που τον έχω ξεχάσει και μου είναι απαραίτητος για τα τεστ εξαμήνου της σχολής μου.»
Στην αρχή υπήρχε μια αμηχανία και στους δυο. Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή. Η λογική έλεγε ότι δεν μπορούσε να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η αλήθεια ήταν ότι ο Νικηφόρος δεν ήταν εντελώς κλειστός στο σεξ. Δε χρειαζόταν παρακάλια για να αναλάβει δράση. Ήξερε να χαρίζει στη γυναίκα ηδονή, αλλά δεν είχε αυτή τη σπίθα της διαφθοράς, που θα ανέβαζε τη Δανάη στα ύψη. Καλή η προσπάθεια της σκέφτηκε, όμως κατάλαβε από τον τρόπο που μισόκλεισε τα μάτια της ότι δεν υπήρχε ούτε ένα κύτταρο αθωότητας σε όλο της το κορμί.
Βλέποντας τον Νικηφόρο κάπως δειλά αναποφάσιστο να το σκέπτεται δεν έχασε χρόνο, στάθηκε μπροστά στην μηχανή και του λέει με περιπαικτική ευγένεια.
«Μπορείς απλώς να αρνηθείς αν φοβάσαι να πας κάπου μόνος μαζί μου. Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για μένα να ανακαλύψω τι φοβάσαι πιο πολύ; Εμένα ή τα σχόλια που φαντάζεσαι πως θα ακούσεις αύριο;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, αφήνοντας ένα ελαφρύ, σχεδόν θαρραλέο μειδίαμα να σχηματιστεί στις άκρες των χειλιών του. Η πρόκληση είχε πέσει στο πάτωμα, γυμνή και αδιαπραγμάτευτη, και η προβοκάτσια της μικρής τον χτυπούσε ακριβώς εκεί που πονούσε περισσότερο: στον εγωισμό του ως άντρα και ως ναυτικού που δεν είχε μάθει ποτέ να στρίβει το τιμόνι μπροστά στον φόβο.
«Να φοβηθώ εσένα, μικρό μου; της απάντησε χαμηλά, με μια φωνή που κουβαλούσε όλη την υποβόσκουσα ένταση της στιγμής, καθώς πλησίασε αργά και έπιασε τα χέρια της, ακουμπώντας τα πάνω στο δικό του στήθος για να νιώσει τον παλμό του. Το μόνο που φοβάμαι είναι μήπως η μηχανή δεν αντέξει τον δρόμο της επιστροφής με τέτοιο φορτίο πίσω της.
Η Δανάη δεν πτοήθηκε. Αντιθέτως, έσκυψε ελαφρά, αφήνοντας την ανάσα της να χαϊδέψει το δέρμα του λαιμού του, ενώ το πονηρό της χαμόγελο έγινε ακόμα πιο προκλητικό.
«Τότε γιατί χάνεις τον χρόνο σου με λόγια, θείο; του ψιθύρισε, πατώντας το πόδι της στο μαρσπιέ της μηχανής. Ή θα με πας στο εξοχικό να πάρω αυτόν τον... «υπολογιστή» μου, ή θα παραδεχτείς ότι τούτη η βόλτα σε ξεπερνάει.
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο τα παιχνίδια τους. Με μια απότομη, αποφασιστική κίνηση, έβαλε μπροστά τη θηριώδη μηχανή, και της έδωσε ένα αυστηρό, γεμάτο νόημα βλέμμα.
«Ανέβα πάνω, διάβολε, και κρατήσου γερά. Γιατί στον δρόμο για το εξοχικό, ούτε φορητοί υπολογιστές θα υπάρχουν ούτε δικαιολογίες.»
Ο Νικηφόρος έσμιξε τα φρύδια του καθώς κοίταξε την Δανάη και την είδε να παίρνει αυτό το αδηφάγο βλέμμα και την πόζα του ξαναμμένου θηλυκού κατάλαβε τις προθέσεις της και έπιασε το υπονοούμενο. Το γέλιο του απλώθηκε ζεστό πάνω στο δέρμα της. «Εσένα κορίτσι μου γιατί να σε φοβηθώ; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;» Της είπε μ’ ένα χαμόγελο που μίκρυνε λίγο αλλά δεν χάθηκε από τα συνεχώς γελαστά του μάτια. «Αλλά μου φαίνεται ότι κάποια δεν είναι και πολύ φρόνιμη.» της λέει ο Νικηφόρος με ένα τόνο μαλώματος στη φωνή του, έχοντας στο μυαλό του τη σκηνή στο πλατύσκαλο που έσκυψε και έψαχνε να βρει αυτό που της έπεσε!
«Εε... γιατί καλέ;...Τι κακό έκανα;» απάντησε δήθεν κάπως ντροπαλά η Δανάη.
«Λάθος μου! Δεν είναι προσεχτική ήθελα να πω και είπα φρόνιμη.»
«Λάθος μου, ε;» η Δανάη άφησε ένα χαμηλό, προκλητικό γέλιο να της ξεφύγει, ενώ τα οπαλίου χρώμα μάτια της φώτισαν από πονηριά. «Εγώ μια χαρά προσεχτική είμαι, θείο Νικηφόρε. Απλώς μερικές φορές τα πράγματα πέφτουν κάτω και πρέπει κάποιος να σκύψει να τα μαζέψει.»
Το βλέμμα της γλίστρησε ξανά προς τα κάτω, θυμίζοντάς του ολοζώντανα τη στιγμή στο πλατύσκαλο, εκείνη την επίτηδες αργή, λυγιστή κίνηση που είχε αφήσει το κορμί της εκτεθειμένο στις αδηφάγες του αισθήσεις. Ο Νικηφόρος ένιωσε το αίμα του να χτυπάει δυνατά στους κροτάφους του. Ήξερε πολύ καλά τι παιχνίδι έπαιζε η νεαρή. Κάθε της λέξη ήταν και ένα τσίμπημα, μια πρόσκληση να πετάξουν κάτω τα προσχήματα και να παραδοθούν άνευ όρων στη θύελλα που οι ίδιοι είχαν φουντώσει.
«Μην το παρατραβάς το σχοινί, κορίτσι μου, της απάντησε χαμηλά, με τη φωνή του να έχει βαρύνει επικίνδυνα, καθώς την πλησίασε αργά. Γιατί αν κοπεί, θα πέσουμε και οι δύο στη φωτιά, και σε προειδοποιώ πως εγώ δεν ξέρω από φρένα.
Η Δανάη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Αντιθέτως, κόλλησε ακόμα περισσότερο πάνω του, αφήνοντας την ανάσα της να κάψει το δέρμα του.
«Μα εγώ αυτό ακριβώς περιμένω... να μη βάλεις φρένο ποτέ,» σκέφτηκε νοερά .
Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον και πάλι για λίγο ακόμη αμίλητοι, σιωπηλοί. Χωρίς να πάρει μια συνειδητή απόφαση, την πλησίασε αργά. Δεν ήταν σίγουρος πώς θα την αντιμετώπιζε ή τι θα της έλεγε. Εξαρτιόταν από την παρόρμηση που θα του ερχόταν πρώτη τη στιγμή που θα έφτανε κοντά της.
Έπιασε τον εαυτό του να βράζει από ένα καυτό, δυσάρεστο συναίσθημα. Η Δανάη γυμνή από κάτω του, να βογκάει. Δεν υπήρχε τίποτα που να επιθυμούσε περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Κι αυτό ήταν λογικό, φυσικά. Τη φαντάστηκε να κλείνει το κεφάλι της ανάμεσα στις παλάμες του, να τη φιλάει λάγνα επί πολλά λεπτά, μέχρι να λιώσει και να μείνει ξέπνοη στην αγκαλιά του, να τη βασανίσει μέχρι να τον ικετέψει και να ουρλιάζει. Αντιθέτως με ότι σκεφτόταν, στάθηκε με τα χέρια του χωμένα στις τσέπες του, παρατηρώντας την ανέκφραστος.
Η σιωπή ανάμεσά τους βαραίνει, πυκνή και ηλεκτρισμένη, σαν το προοίμιο καταιγίδας. Ενώ στο μυαλό του ο Νικηφόρος γκρεμίζει τα τείχη της λογικής, πλάθοντας εικόνες ωμής κυριαρχίας, έξωθεν παραμένει ακίνητος, σχεδόν πέτρινος, με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες του παντελονιού του.
Η Δανάη τον κοιτάζει, ξαφνιασμένη για μια ελάχιστη στιγμή από αυτή την ανέκφραστη, ψυχρή στάση. Εκείνος, ωστόσο, παίζει το χαρτί του έμπειρου παρατηρητή, αφήνοντας την αβεβαιότητα να λειτουργήσει σαν το πιο δυνατό αφροδισιακό. Τα μάτια της, αυτά τα οπαλίου χρώμα μάτια που αλλάζουν αποχρώσεις, χάνουν για λίγο την άνεσή τους και γεμίζουν από μια πρωτόγνωρη αμφιβολία.
«Τι έπαθες, θείο; του ψιθύρισε με φωνή ελαφρώς τρεμάμενη, σπάζοντας το ξόρκι της σιωπής, ενώ μ' ένα αργό, διστακτικό βήμα προχώρησε να ανέβει στη μηχανή. Σώπασες ξαφνικά...»
Ο Νικηφόρος δεν κουνιέται χιλιοστό. Το βλέμμα του παραμένει καρφωμένο πάνω της, βαρύ και αδιαπέραστο, μετρώντας τις ανάσες της και βλέποντας το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει κάτω από το ύφασμα. Ξέρει καλά πως αυτή η παγωμένη στάση είναι το μεγαλύτερο βασανιστήριο που θα μπορούσε να της προσφέρει, την αναγκάζει να τρέξει εκείνη κοντά του, να ζητήσει την ένταση μόνη της.
Έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και την περιεργάστηκε από πάνω έως κάτω. «Ώστε ξέχασες τον υπολογιστή; Μάλλον ερωτευμένη είσαι κορίτσι μου!» της είπε τελικά για να σπάσει τη σιωπή.
«Σε παρακαλώ! Με κάνεις να φαίνομαι ανόητη! Τη μια απρόσεχτη, την άλλη ερωτευμένη και ξεχνάω. Τι να υποθέσω! Μια χαρά κοπλιμέντα!» και του χαμογέλασε με εκείνο το σκανδαλιάρικο αισθησιακό χαμόγελο της, ναζιάρικα και δηκτικά, στρώνοντας ταυτόχρονα τις μακριές τούφες των καστανών μαλλιών της που είχαν ξεφύγει από την κοτσίδα της.
Η Δανάη άφησε ένα χαμηλό, αισθησιακό γέλιο να της ξεφύγει, ένα γέλιο που ακουγόταν περισσότερο σαν ψίθυρος ικανοποίησης. Τα μάτια της άστραψαν κάτω από το απογευματινό φως, σκοτεινά πια και γεμάτα από μια ανυπόμονη, σαρκική βεβαιότητα. Δεν υπήρχε πια καμία ανάγκη για προσχήματα, καμία δικαιολογία για υπολογιστές και σχολές. Το παιχνίδι των ρόλων είχε τελειώσει, αφήνοντας χώρο μόνο στην ωμή, σιωπηλή ομολογία της επιθυμίας.
Ο Νικηφόρος έμεινε να την κοιτάζει, προσπαθώντας να διαβάσει πίσω από το στημένο, σχεδόν θεατρικό ύφος της. Η επίκληση στο «Κύριε Νικηφόρε» με εκείνο το επίτηδες υποτακτικό, παρακλητικό ύφος ήταν το τέλειο δόλωμα, μια σαρκαστική υπόμνηση του «ρόλου» του ως μεγαλύτερου, συνετού άντρα, τον οποίο η Δανάη αποδομούσε με κάθε ευκαιρία.
Η σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του. ο φορητός υπολογιστής, τα τεστ εξαμήνου, η δήθεν αφέλεια. Ήξερε πολύ καλά ότι ο φορητός ήταν απλώς η πρόφαση. Το πραγματικό διακύβευμα βρισκόταν πίσω από εκείνα τα μισόκλειστα, πονηρά μάτια, που δεν είχαν ούτε ίχνος αθωότητας, μόνο μια ακόρεστη δίψα για παιχνίδι και ένταση. Μια ελαφριά, σαρδόνια ρωγμή σχηματίστηκε στην άκρη των χειλιών του. Ο φορητός υπολογιστής, ε; της απάντησε χαμηλά, με μια φωνή που κουβαλούσε όλη τη σαρκική βαρύτητα της στιγμής, καθώς σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του και την κοίταξε κατάματα. Μεγάλη ανάγκη σε έπιασε για διάβασμα τέτοια ώρα, μικρό μου διάβολο. Ή μήπως ξέχασες κάτι πιο... ουσιαστικό πίσω στο εξοχικό;
Η Δανάη χαμογέλασε νωχελικά, χωρίς να προσπαθήσει καν να κρύψει την πρόθεσή της, αφήνοντας το βλέμμα της να γλιστρήσει προκλητικά πάνω από το κορμί του.
«Ε, τι να κάνουμε, κύριε Νικηφόρε... είπε με μια απολαυστικά ψεύτικη αθωότητα στη χροιά της. Η γνώση απαιτεί θυσίες. Και εγώ είμαι έτοιμη να δώσω εξετάσεις. Αρκεί να έχω τον κατάλληλο... καθηγητή για την πρακτική εξάσκηση! Η εξεταστική μου, θείο...ψιθύρισε στον εαυτό της, με φωνή χαμηλή και προκλητική «είναι πρακτική. Και φοβάμαι πως στα μαθήματα σου είμαι αποφασισμένη να πάρω άριστα.»
Το Νικηφόρο η προοπτική να επιστρέψει στην παραλία με τη μηχανή και η νεαρή γυναίκα καβάλα πίσω του τον προβληματίζει, αλλά αντιμέτωπος με την ναζιάρικη επιμονή της Δανάης, ο Νικηφόρος δεν μπορούσε παρά να συμμορφωθεί καθώς οι συνηθισμένες άμυνες του δεν ήταν πια πιο αποτελεσματικές από τα πεσμένα τείχη που περιέβαλλαν το παλιό λιοτρίβι του χωριού. Ο Νικηφόρος της έγνεψε να την βοηθήσει να ανέβει στην μηχανή ενώ την ίδια ώρα θύμωνε με τον εαυτό του που έκανε τόσο έντονα «πονηρές» σκέψεις για την νεαρή κοπέλα. που ανέβηκε πάνω στη σέλα της μηχανής, αφήνοντας τα πόδια της να αγκαλιάσουν σφιχτά τα πλευρά του.
«Σου ορκίζομαι, Δανάη,» ψιθύρισε άηχα μέσα από τα δόντια του, με τα δάχτυλά του να σφίγγονται πάνω στο δέρμα της, «πως οι δικές σου φωνές θα ακούγονται μέχρι το απέναντι νησί. Κράτα γερά!»
Η μηχανή μούγκρισε άγρια, σκίζοντας τη σιωπή του απογεύματος, καθώς εκτινάχθηκε στον χωματόδρομο με κατεύθυνση το σκοτεινό, έρημο εξοχικό.
Η Δανάη είχε ζωγραφισμένο με αέρα ένα άνετο, ειρωνικό χαμόγελο και πονηρό βλέμμα, που δεν θέλει να αφήσει τίποτα στην τύχη.
«Λοιπόν! Είπαμε Νικηφόρο με λένε! Και όσο θα μου χρωστάς την εξυπηρέτηση, δεν θέλω να μου χρωστάς. Χαρά μου να σε εξυπηρετήσω! Άλλωστε ποιος δεν θα ήθελε να πάει μια βόλτα με τη μηχανή ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα και θα το αρνηθώ εγώ;.»
«Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πάρω αυτό! Πως να το ερμηνεύσω.»
«Να το πάρεις σαν κομπλιμέντο. Που διαμαρτύρεσαι πως κάνω άσχημα σχόλια! Είσαι ότι πιο δροσερό υπάρχει στο χωριό σας.»
«Ευχαριστώ! Μπάρμπα Νικηφόρε ! Χαίρομαι και με κάνεις και νιώθω πολύ όμορφα μαζί σου!»
«Κι εγώ χαίρομαι,. Από την κουβέντα μας νιώθω ότι είσαι πολύ καλή παρέα.»
«Και εγώ αισθάνομαι πολύ άνετα την επαφή μας αν και είσαι κάπως διαφορετικός από τις συνηθισμένες μου παρέες.»
«Τι εννοείς δηλαδή; Δεν είμαι και κανένας εξωγήινος Δανάη μου».
«Όχι. όχι εννοώ είσαι πολύ κύριος, δεν είσαι κανένα παιδαρέλι.»
Ο Νικηφόρος άφησε ένα ελαφρύ, ειρωνικό φύσημα από τη μύτη του, ακούγοντας τον χαρακτηρισμό. Το «κύριος» τού ακούστηκε σχεδόν σαν πρόκληση, ένα ευγενικό άλλοθι που η Δανάη τού πετούσε κατάμουτρα για να τον τσιγκλίσει ακόμα περισσότερα.
«Πολύ «κύριος», ε; της είπε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι, ενώ η μηχανή κάτω από τα πόδια τους κρατούσε έναν νευρικό, χαμηλό παλμό στο ρελαντί. Για πρόσεξε καλύτερα, μικρή μου. Μην τύχει και ανακαλύψεις κάτω από το κουστούμι του «κυρίου» τίποτα αγριόγατους που δεν εξημερώνονται με καλούς τρόπους.
Η Δανάη σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος της, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί με αργή, σκανδαλιάρικη άνεση πάνω στο κορμί του, σαν να μετρούσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του.
«Αυτό ακριβώς ελπίζω, θείο... ε, Νικηφόρο ήθελα να πω, του απάντησε με ένα πονηρό, πλατύ χαμόγελο που φώτισε τα οπάλια χρώμα μάτια της. Τα παιδαρέλια της ηλικίας μου ξέρουν μόνο να μιλάνε. Εγώ ήρθα εδώ για να δω αν τα έργα ταιριάζουν με τη φήμη.
«Αυτό το «κύριε Νικηφόρε» όμως που ακούστηκε για δεύτερη φορά στ΄ αυτιά του Νικηφόρου του ήχησε κάπως για ειρωνικό και χαμογέλασε με ευχάριστη διάθεση..
«Κρατήσου καλά και κάνε μου τη χάρη κορίτσι μου και μη με δουλεύεις! Δανάη! Τα κυριλίκια κομμένα. Εμένα θα με λες Νικηφόρο, η μπάρμπα-Νικηφόρο ή όπως αλλιώς θες. Εντάξει; Χωρίς κυριλίκια» Κατέληξε γελώντας.
«Ε...όχι και μπάρμπα, δεν είσαι και τόσο μεγάλος πια, αν και!» έκανε μια μικρή παύση η Δανάη και μετά το πέταξε το καρφί της. «Αν και κρίνοντας από κάποιες φωνές χθες το βράδυ στην παραλία σε μερικά πράγματα μάλλον είσαι μεγάλος!»
Ο Νικηφόρος πάτησε απότομα φρένο στο γέλιο του, σαν κάποιος να του είχε κόψει την ανάσα με μαχαίρι. Το πείραγμα της Δανάης έσκασε στο μυαλό του με τη δύναμη κεραυνού, ξεγυμνώνοντας τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο η Νεφέλη που είχε χάσει τον έλεγχο χθες το βράδυ· υπήρχε και ένα ζευγάρι μάτια και αυτιά κολλημένα στο σκοτάδι, να καταγράφουν κάθε κραυγή, κάθε ηχηρή απόδειξη της αρσενικής του δύναμης. Τα μάτια του στένεψαν, χάνοντας για μια στιγμή την παιχνιδιάρικη λάμψη τους, καθώς την κοίταξε με ένα μείγμα έκπληξης και ξαφνιασμένου θαυμασμού. Η μικρή όχι μόνο ήξερε, αλλά του το πετούσε στη μούτρα με μια θρασύτητα που του έκοβε τα πόδια.
«Ώστε άκουγες, ε; της είπε χαμηλά, με τη φωνή του να έχει βαρύνει επικίνδυνα, γεμάτη από μια πρωτόγονη πρόκληση. Και τι ακριβώς κατάλαβες από τις «φωνές», μικρό μου ριψοκίνδυνο πλάσμα; Ότι οι μπάρμπες τελικά έχουν ακόμα γερά κόκαλα;»
Η Δανάη ούτε που κοκκίνισε. Αντιθέτως, σήκωσε το πηγούνι της με αλαζονική αυτοπεποίθηση, αφήνοντας το βλέμμα της να γλιστρήσει προκλητικά πάνω στο κορμί του.
«Κατάλαβα ότι, αν θέλεις να σε φωνάζω απλώς Νικηφόρο, θα πρέπει να μου αποδείξεις ότι δεν ξέρεις μόνο να φωνάζεις, αλλά και να... ανταποκρίνεσαι στα standards της παραλίας, του απάντησε κοφτά και τολμηρά, πριν προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε στεγνά, νιώθοντας το αίμα του να ανεβαίνει κεφάλι. Η πρόκληση είχε πια στηθεί ανοιχτά, χωρίς μάσκες.
«Τότε καλά θα κάνεις να κρατηθείς καλά επάνω μου, γιατί ο δρόμος για το εξοχικό έχει πολλές στροφές και ο οδηγός απόψε δεν έχει καμία διάθεση να πηγαίνει αργά, της είπε κοφτά, πριν γυρίσει το γκάζι. Η μηχανή τίναξε σκόνη στον αέρα και όρμησε προς τον χωματόδρομο, αφήνοντας πίσω της το χωριό και βουτώντας κατευθείαν στη σκιά των δέντρων, εκεί που η νύχτα ετοιμαζόταν να κρύψει κάθε ίχνος λογικής.
Η Δανάη συνέχισε να χαμογελά χαρούμενη καθώς αγκάλιασε τον άνδρα βολεύτηκε στη θέση της και πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του και ξεκίνησαν. Κρατήθηκε από πάνω του, ριγώντας από ευχαρίστηση. Στον ομαλό του δρόμου συνάντησαν ένα μεγάλο κοπάδι από πρόβατα που όταν εμπόδιο στη διαδρομή τους και τους καθυστερούσαν.
Ο Νικηφόρος αποφάσισε να παρακάμψει τον αυτοκινητόδρομο και να ακολουθήσει έναν τραχύ αγροτικό δρόμο ανάμεσα στη χέρσα γη, κατηφορίζοντας στριφογυριστά μονοπάτια σπαρμένα με λουλούδια και διασχίζοντας άνυδρα χωράφια στην ήσυχη απογευματινή λιακάδα, με τον ζεστό αέρα, και τον γαλάζιο ουρανό. Το έδαφος ήταν λιγότερο καλλιεργήσιμο γύρω τους, με περισσότερη πέτρα παρά χώμα και καλυμμένο με θάμνους.
«Κρατήσου καλά επάνω μου γιατί ο δρόμος είναι κακοτράχαλος και έχει πολλά νεροφαγώματα, να μην μας συμβεί κάποιο ατύχημα, σε θέλω κορίτσι μου σώα και αρτιμελή όταν επιστρέψουμε πίσω.»
Η Δανάη, αντί για κάθε άλλη απάντηση, έσφιξε τα χέρια της ακόμα πιο δυνατά γύρω από τη μέση του, κολλώντας ολόκληρη την πλάτη της στο στήθος του. Το πρόσωπό της ακούμπησε στον ώμο του, και η ανάσα της, ζεστή και ανήσυχη, χάιδεψε το δέρμα του πίσω από το αυτί.
«Μην ανησυχείς, Νικηφόρε... του ψιθύρισε κοντά στο στόμα του, με τη φωνή της να χάνεται μισή στο βουητό της μηχανής και μισή στον άνεμο. Εγώ μια χαρά θα είμαι. Εσύ μόνο πρόσεξε μη χάσεις τον έλεγχο στις στροφές.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πικρά, νιώθοντας το νεανικό κορμί να τρέμει ελαφρά από την αδρεναλίνη και την προσμονή. Ο τραχύς, κακοτράχαλος δρόμος άνοιγε μπροστά τους σαν λαβύρινθος ανάμεσα στους ξερούς θάμνους και τα πέτρινα εξοχικά, απομονωμένος από τον κόσμο. Η μηχανή άρχισε να χορεύει πάνω στα νεροφαγώματα, αναπηδώντας ελαφρά σε κάθε πέτρα, ενώ η τριβή των σωμάτων τους γινόταν όλο και πιο έντονη, μια αδιάκοπη υπενθύμιση του τι τους περίμενε στο τέλος της διαδρομής.
Στην αρχή ο Νικηφόρος ήταν προσεχτικός δοκιμάζοντας με ελαφρά μαρσαρίσματα τα «αρπάγματα» της εντούρο που οδηγούσε στο ανώμαλο έδαφος. Όντως είχε πολύ «πουσάρισμα» με αποτέλεσμα με το παραμικρό χάδι του γκαζιού τα άλογα της να τινάζονται αφηνιασμένα! Σε λίγο όμως συνήθισε τον κακοτράχαλο δρόμο και τώρα οδηγούσε με άνεση. Η Δανάη τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της με το κορμί της κολλημένο πάνω του πίσω από την πλάτη του, τιτιβίζοντας χαρούμενη. Έτριβε τα βυζιά της στην πλάτη του κι αυτός το ένιωθε σαν χάδι. Περισσότερο μάλλον για να τρίβεται πάνω του παρά γιατί φοβόταν. Αλλά αυτό άρεσε και σε εκείνον. Ανατρίχιαζε καθώς ένιωθε την ανάσα της να καίει το αφτί του και τον λαιμό του. Ένιωσε τα χέρια της να τον σφίγγουν πάνω της πέραν όμως του κανονικού. Ένα άγγιγμα στο λαιμό του, με τα μάγουλα της τον κάνει να ανατριχιάσει ολόκληρος.
Ο Νικηφόρος ένιωσε τους μυς του να σφίγγονται κάτω από το δέρμα του, σαν να τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Η Δανάη δεν κρατιόταν απλώς από φόβο· έπαιζε μαζί του, μετατρέποντας τη διαδρομή σε ένα αδίστακτο, κινητό παιχνίδι αποπλάνησης. Κάθε αναπήδηση της μηχανής πάνω στις πέτρες έφερνε το στήθος της πιο κοντά, σφραγίζοντας την επαφή ανάμεσά τους με μια ένταση που γινόταν ανυπόφορη.
«Εσύ το ‘χεις βάλει σκοπό να με πετάξεις στα χαντάκια, ε; της φώναξε πάνω από τον θόρυβο της εξάτμισης, με τη φωνή του τραχιά και γεμάτη υπονοούμενο.
Η Δανάη γέλασε απαλά, ακουμπώντας τα χείλη της σχεδόν πάνω στον ιδρωμένο του σβέρκο, αφήνοντας την ανάσα της να κάψει την περιοχή.
«Απλά σε δοκιμάζω, Νικηφόρε... του ψιθύρισε με μια φωνή που στάζει πονηριά. Να δω αν κρατάς γερά τα ηνία ή αν θα παραδοθείς πριν καν φτάσουμε στο σπίτι.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε. Έσφιξε τα δόντια, έδωσε λίγο γκάζι παραπάνω και άφησε τη μηχανή να καταπιεί τα τελευταία μέτρα του κακοτράχαλου δρόμου, ξέροντας πως το πραγματικό τεστ μόλις τώρα ξεκινούσε. Στέκεται προς το παρόν αμήχανα, δεν του είναι εύκολο να ξεπεράσει δισταγμούς κι αναστολές και αυτό του προκαλεί διάχυτη ανησυχία και νευρικότητα και τι μεγάλο πρόβλημα μπορούσε να γίνει αυτό, αυτός, ο ανάρμοστος πόθος του για εκείνη τη νεαρή γυναίκα. Η Δανάη το κατάλαβε ότι ο Νικηφόρος προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις, καθώς συλλογιζόταν τις συνέπειες αυτής της επαφής τους και το αποφάσισε να σπάσει αυτή τον πάγο, να αναλάβει δράση και να παίξουν το μεγάλο παιχνίδι! Τον φιλούσε πεταχτά στο σβέρκο και ο Νικηφόρος άρχισε να αισθάνεται ότι τα φιλιά τρυπούσαν τις άμυνες του, έβαζαν φωτιά σε όλο του το δέρμα.
Τα γρήγορα, πεταχτά φιλιά της Δανάης στον σβέρκο του λειτουργούσαν σαν μικρές, καυτές σπίθες που έπεφταν σε ξερό χόρτο. Ο Νικηφόρος προσπάθησε απεγνωσμένα να κρατηθεί από το τιμόνι, να θυμηθεί ποιος είναι, να υψώσει ξανά τα τείχη της λογικής και της ηλικιακής του σύνεσης. Όμως η προσπάθεια αποδεικνύονταν μάταιη. Κάθε της άγγιγμα έλιωνε τις τελευταίες του αντιστάσεις, αφήνοντας χώρο μόνο σε έναν πρωτόγονο, ασυγκράτητο παλμό.
Η Δανάη, αντιλαμβανόμενη την εσωτερική του πάλη και τη διστακτικότητά του να κάνει το τελικό βήμα, αποφάσισε να μην του αφήσει άλλα περιθώρια διαφυγής. Με μια κίνηση γεμάτη θράσος, γλίστρησε ελαφρά πιο κοντά του στη σέλα, ακούμπησε τα χέρια της μπροστά από το στήθος του και του τράβηξε απότομα το γκάζι, κάνοντας τη μηχανή να πεταχτεί μπροστά με μια απότομη, άγρια επιτάχυνση. Ο Νικηφόρος ένιωσε το αίμα του να βράζει. Η αμηχανία εξαφανίστηκε, δίνοντας τη θέση της σε μια σκοτεινή, κυριαρχική έκρηξη. Άρπαξε σταθερά το τιμόνι, έχοντας πάρει πια την οριστική του απόφαση: το παιχνίδι είχε προχωρήσει πολύ μακριά για να σταματήσει τώρα.
Αυθόρμητα όπως τον κρατούσε σφιχτά κολλημένη επάνω του χωρίς προειδοποίηση κατέβασε το χέρι της πιο χαμηλά και έπιασε να χαϊδεύει το φούσκωμα του παντελονιού του που στο εσωτερικό το πέος του άρχισε να παίρνει την ανιούσα, και να φτάνει στον αφαλό του. Η διέγερση και η ευχαρίστηση που του προκαλούσε την γέμιζε ικανοποίηση και αύξανε και τη δική της έντονη ερωτική διάθεση και σκεφτόταν ότι εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήθελε, ήταν αυτό το πέος μέσα της να την γεμίζει ηδονή.
Αυτός είναι αλήθεια δεν το περίμενε τόσο θάρρος και ενστικτωδώς έπιασε τον καρπό της και της έσφιξε το χέρι τόσο ώστε η Δανάη ένιωσε κάτι να σαρώνει ολόκληρο το κορμί της. Ήταν μια αίσθηση ανακούφισης, η εντύπωση ότι όλα πήραν το δρόμο τους. Μια ζεστασιά μαζεύτηκε στα δάχτυλά τους.
«Έι, τι κάνεις εκεί;» Της λέει δηθεν έκπληκτος, απ' την έκπληξη που του επιφύλαξε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μία κι ύστερα άλλη μία φορά, εμβρόντητος. Η ευθύτητα της χειρονομίας της τον έβγαζε έξω απ’ τα νερά του. Πολύ έξω απ’ τα νερά του!
«Τι κάνω;» Του είπε χαδιάρικα.
«Τι κάνεις;. Αχ βρε παλιοκόριτσο δεν καταλαβαινεις τι μου 'χεις κάνεις;..Με έχεις ανάψει κορίτσι μου!. Αυτό κάνεις.»
Η ανάσα του Νικηφόρου κόπηκε απότομα. Τα δάχτυλά του, σφιγμένα πάνω στον καρπό της, έτρεμαν ελαφρά από την υπερένταση, αλλά η κράτηση δεν είχε ούτε ίχνος απειλής· ήταν απλώς η ύστατη, σπασμωδική αντίδραση ενός άντρα που ένιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Η μηχανή συνέχιζε να κυλάει στον έρημο χωματόδρομο, σχεδόν από μόνη της, καθώς το μυαλό του είχε κολλήσει αποκλειστικά σε εκείνη την παράξενη, ηλεκτρική αίσθηση της παλάμης της πάνω στο κορμί του.
Η Δανάη ούτε τραβήχτηκε ούτε φοβήθηκε. Άφησε το χέρι της να μείνει εγκλωβισμένο στη δική του σφιχτή λαβή, ενώ το πρόσωπό της πλησίασε ακόμα πιο κοντά στο αυτί του. Τα οπάλια χρώμα μάτια της έλαμπαν μέσα στη σκόνη και το απογευματινό φως με μια πρωτοφανή, σχεδόν θριαμβευτική σιγουριά.
«Μα αυτός είναι ο σκοπός, Νικηφόρε... του ψιθύρισε με μια φωνή που ακουγόταν σαν χάδι και πρόκληση μαζί. Να σε ανάψω τόσο, που να ξεχάσεις ακόμα και πώς σε λένε. Εσύ δεν έλεγες λίγο πριν ότι δεν ξέρεις από φρένα; Τώρα γιατί ξαφνιάζεσαι;
Ο Νικηφόρος άφησε μια βαθιά, βαριά εκπνοή που θύμιζε βρυχηθμό. Τα μάτια του στένεψαν, σκουραίνοντας επικίνδυνα. Ο ρόλος του «ψύχραιμου παρατηρητή» είχε πια διαλυθεί οριστικά, κομματιασμένος κάτω από το βάρος της πραγματικότητας και της φωτιάς που του είχε ανάψει τούτο το ατίθασο πλάσμα.
Με μια απότομη κίνηση, άφησε τον καρπό της, άρπαξε το τιμόνι με τα δύο του χέρια και έδωσε μια άγρια, τέρμα γκάζι επιτάχυνση. Η μηχανή πετάχτηκε σαν θηρίο μπροστά, καταπίνοντας τα τελευταία μέτρα πριν από την κλειστή, απομονωμένη αυλή του εξοχικού σπιτιού.
«Δηλαδή τώρα που είμαστε μόνοι μας εδώ στην ερημιά; και έχεις ανάψει τι είναι αυτό που σκέφτεσαι;»
«Μα ρε κορίτσι μου τι είναι αυτά που λες; Είσαι σοβαρή; Μη μου βάζεις ιδέες για την ερημιά! Μη σε παρακαλώ δεν είναι σωστό!»
Η Δανάη σίγουρη πια ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο σφίγγει με την παλάμη της το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού και του λέει.
«Δηλαδή άμα σε προκαλέσω και άλλο, έχεις σκοπό να με αποπλανήσεις!»
«Μα δεν θέλω να σε αποπλανήσω κορίτσι μου! Αλλά γιατί μου το κανείς αυτό και με προκαλείς και με φτιάχνεις; Θέλω και πολύ νομίζεις; Ήδη νιώθω μια ακατανίκητη επιθυμία να σε καταβροχθίσω.» Και η καρδιά του να σφυροκοπά σαν ο αγέρας στα πανιά.
«Μπα; Γιατί; Τι έχω εγώ και δεν θες να με αποπλανήσεις.; Νοσογόνα βακτήρια έχω και φοβάσαι μην σε κολλήσω;» Του είπε με σκέρτσο και νάζι πουτάνας.
Ο Νικηφόρος ένιωσε τα σαγόνια του να σφίγγονται μέχρι να πονέσουν. Η τελευταία του αμυντική γραμμή, εκείνη η α, τσαλακώθηκε και έγινε κουρέλια κάτω από το αδίστακτο, παιχνιδιάρικο πείραγμα της. Η παλάμη της πάνω στον καβάλο του δεν του άφηνε κανένα περιθώριο για ψεύδη ή υπεκφυγές· το σώμα του είχε ήδη προδώσει κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του.
«Δεν είναι δίκαιο να μου κάνεις προσωπικές ερωτήσεις. Μπορεί να σου πω την αλήθεια.» Της είπε με μια φωνή τραχιά, βραχνή από τη δίψα, καθώς η μηχανή άρχισε να κόβει ταχύτητα. Μακάρι να ήταν αρρώστια, Δανάη. Τότε θα υπήρχε γιατρικό. Αυτό εδώ... αυτό είναι φωτιά σκέτη, και με έχεις κάνει στάχτη πριν καλά-καλά φτάσουμε.
Για μια στιγμή άφησε τον εαυτό του να το σκεφτεί, καθώς φαντάστηκε την πρωτόγονη ικανοποίηση που θα ένιωθε αν τη διεκδικούσε, αν τη σήκωνε στα μπράτσα του και τη μετέφερε σε ένα μαλακό σημείο του εδάφους με μια ζωώδη επιθυμία να τη ρίξει στο ζεστό από τον ήλιο χορτάρι και να την ικανοποιήσει στις καύλες της απολαμβάνοντας την. O Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του, ανήσυχος από το δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις του. Ό,τι κι αν ήταν, δεν ήταν από τους άντρες που θα επιβαλλόταν με το ζόρι σε μια γυναίκα. Ωστόσο, η φαντασίωση ήταν πολύ έντονη για να την αγνοήσει. Καταβάλλοντας κόπο, τιθάσευσε τις σεξουαλικά βάρβαρες παρορμήσεις του.
Με μια απότομη, αποφασιστική κίνηση που δεν του άφησε περιθώρια για άλλες αναλύσεις, η Δανάη τον τράβηξε πάνω της με όλη της τη δύναμη. Τα πόδια της κλειδώνοντας σφιχτά πάνω του, φέρνοντάς τον σε απόλυτη, μεθυστική επαφή.
«Άντε, θείο... δείξου αντάξιος των φημών σου», του είπε προκλητικά, .
«Γιατί δεν μου απαντάς;» επέμεινε εκείνη.
«Ω, Θεέ μου! Μωρό μου, σε παρακαλώ… Μη μου το κάνεις αυτό…Σε παρακαλώ!» Νιώθει όμως συνάμα το κορμί του να αναριγεί με την σκέψη της Δανάης γυμνή από κάτω του, να βογκάει. Δεν υπήρχε τίποτα που να επιθυμούσε εκείνες τις στιγμές περισσότερο. Κι αυτό ήταν λογικό, φυσικά. Όταν μια νεαρή γυναίκα είναι πρόθυμη να κάνει έρωτα μαζί του, δεν υπήρχε καμία ανάρμοστη πρόκληση.
Η Δανάη δεν του συνέχισε. Είχε ξεκινήσει κάτι που δεν ήξερε προς τα που ακριβώς πήγαινε… Όμως του είχε εμπιστοσύνη. Σφίχτηκε ξανά πάνω του. Αυτή τη φορά όμως, προφανώς, ακόμα πιο δυνατά και πιο ηδονικά. Το κορμί του αντέδρασε έντονα κάψα γλίστρησε κάτω από την επιδερμίδα του και μαζεύτηκε σε άβολα σημεία. Μύες σφίχτηκαν, φούσκωσαν. Ένιωθε την πίεση, του στήθους της πάνω του, και τα χέρια της να γαντζώνονται στο φούσκωμα του παντελονιού του. .
Αυτό της ξύπνησε πόθο και ηδονή, κάνοντας τις ρώγες της να ορθωθούν ατίθασες, προκλητικές... Γλυκιά κι η κάθε κίνησή της, όλο χάρη. Την ένοιωθε να έχει ανατριχιάσει από ηδονή.
Και ο ίδιος την ήθελε αφόρητα! Να της κάνει έρωτα. Οι όποιες αντιστάσεις του είχαν εξουδετερωθεί.... Ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται από έξαψη.
Σε μερικούς πειρασμούς, αποφάσισε ο Νικηφόρος δεν πρέπει να αντιστέκεσαι. Γιατί είναι τόσο επίμονοι ώστε απλώς θα επιστρέφουν, ξανά και ξανά. Επομένως η λογική του λέει πως σε τέτοιους πειρασμούς πρέπει οπωσδήποτε να υποκύπτεις, είναι ο μόνος τρόπος να τους ξεφορτωθείς.
Εξερευνούσαν τα όρια τους, κατά κάποιο τρόπο, ο ένας του άλλου.. Ο έρωτας θέλει φαντασία, χωρίς πρέπει και στερεότυπα. σκέφτηκε η Δανάη όταν αποφάσισε να λασκάρει στα γρήγορα και αδέξια την ζωστήρα απ’ το παντελόνι του και να του ανοίξει το φερμουάρ.
Ήταν περίεργη κατά πόσο το θέαμα του καυλιού του μέσα από το παντελόνι του ήταν το ίδιο εντυπωσιακό όσο η αίσθηση του στην παλάμη της.
«Ακόμα δεν έκανα τίποτα αγορίνα μου, τώρα να δεις τι θα γίνει» του είπε κι έχωσε το χέρι της μέσα από το παντελόνι και το γλίστρησε κάτω από το λάστιχο του εσωρούχου του. Ξέρει τι ζητά και πως να το πάρει. Δεν την σταματά τίποτα, είναι ανυπόμονη, και να τώρα κρατά τη στύση του στα δάχτυλά της, και ανεβοκατεβάζει το δέρμα στο σκληρό μαρκούτσι του. Αυτή η πρόστυχη επαφή απελευθέρωσε μέσα της ένα σωρό σκέψεις και ένα επιφώνημα θαυμασμού και λαγνείας ξέφυγε αυθόρμητα από τα χείλη της.
«Ουάου! Εντυπωσιακό! »....
Η ανάσα του Νικηφόρου κόπηκε βίαια, με έναν ήχο που έμοιαζε περισσότερο με σπασμένο αναστεναγμό. Τα χέρια του άφησαν κάθε προσπάθεια αυτοσυγκράτησης και γάντζωσαν τη μέση της, σηκώνοντάς την ακόμα ψηλότερα, σχεδόν απογειώνοντας την από το έδαφος, καθώς το χέρι της μέσα από το παντελόνι του έκανε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή στο στήθος.
Η θερμοκρασία γύρω τους φάνηκε να ανεβαίνει απότομα. Η τριβή της παλάμης της πάνω στο σκληρό του κορμί και η άνετη, απόλυτα κυριαρχική της κίνηση διέλυσε και την παραμικρή σκιά δισταγμού.
«Ξέρεις, το αγόρι μου λέει πως τραβάω πολύ καλή μαλακία στον πούτσο του πριν τον αφήσω να με γαμήσει... Μάλιστα λέει πως το ευχαριστιέται πάρα πολύ…», ψιθύρισε η Δανάη.
«Ωχ... μάλλον έχει δίκιο», βόγκηξε ο Νικηφόρος νιώθοντας τον πούτσο του να φουσκώνει και να πρήζεται όσο ποτέ άλλοτε.
Κολλάει πάνω του, το ένα της μάγουλο να σμίγει με το δικό του με τις ακανόνιστες ανάσες τους να μπερδεύονται μεταξύ τους. Η ονειρική αίσθηση έγινε πιο έντονη και τον κάνει να ανατριχιάζει από ηδονή και επιθυμία αλλά και λαχτάρα για έρωτα.
Τα μαλλιά της έλαμπαν στο ηλιόφως, η επιδερμίδα της ήταν απαλή σαν πέταλο λουλουδιού και οι καμπύλες τόσο ντελικάτες και απαλές όσο ο ώριμος λωτός.
Έκλεισε τα δάχτυλά της γύρω του, νιώθοντας τη θέρμη του καθώς έσφιγγε το σκληρό του πέος. Το ζούληξε δυνατά και απότομα, το νιώθει να σκληραίνει ακόμα και να ορθώνεται έτοιμο για καυλωτικές διεισδύσεις.
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Ο τελευταίος κόκκος λογικής που είχε απομείνει στο μυαλό του εξαφανίστηκε σε κλάσματα δευτερόλεπτου. Η αναφορά στον άλλο άφησε μια εφήμερη, πικρή γεύση ζήλιας που πνίγηκε αμέσως κάτω από την ορμή του δικού του πόθου, μετατρέποντας το πάθος του σε μια ασταμάτητη, πρωτόγονη καταιγίδα.
«Θα σε κάνω να χύσεις αγόρι μου! Θέλω να νιώσω την πούτσα σου να σπαρταράει στην χούφτα μου.» ψιθύρισε ξεδιάντροπα η Δανάη.
«Ωχ θεέ μου! Μη μου το κάνεις αυτό!», προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί ο Νικηφόρος που καταλάβαινε ότι δεν θα κρατιόταν για πολύ ακόμα πάσχιζε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του. Έδινε κανονική μάχη.
Είχαν κατέβει από την μηχανή.....
«Να πάρει» είπε παραιτημένος. «Θα το κάνω. Παρότι ξέρω πως μετά θα γίνω σκόνη.»
Ο Νικηφόρος είναι περιπετειώδης, παθιασμένος, κυνηγός, ριψοκίνδυνος στο σεξ, έχει έντονη σεξουαλικότητα. Ανάβει φωτιές και έχει τις πιο απίθανες ιδέες. Τα δίνει όλα και τα θέλει όλα. Δεν είναι και πολύ πιστός. Γυρεύει εμπειρίες πρωτόγνωρες, αισθησιακές, πολλές φορές και με μεγαλύτερες γυναίκες. Δεν έχει ταμπού και του αρέσουν οι δύσκολες περιπτώσεις. Είναι τολμηρός και ρισκάρει. Δεν μπερδεύει σεξ και σχέση. Γι΄ αυτόν το σεξ είναι κινητήριος δύναμη. Του αρέσει να επιδεικνύει τις ικανότητές του και να έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Είναι όμως ρομαντικός και συναισθηματικός αλλά του αρέσουν οι προκλήσεις.
Η οριστική υποταγή του δεν άργησε να έρθει. Η τελευταία ρανίδα αντίστασης εξαφανίστηκε τη στιγμή που τα λόγια της έπεσαν πάνω του σαν τελεσίγραφο, ξυπνώντας όλη τη σκοτεινή, ακόρεστη φύση του. Ο Νικηφόρος δεν ήταν από τους ανθρώπους που φοβούνταν το πάθος· το αποζητούσε, το ανέπνεε, ήταν το καύσιμο που τον κρατούσε ζωντανό. Και μπροστά σε αυτό το ατίθασο πλάσμα, η λογική ήταν απλώς ένα περιττό βάρος.
Με μια κίνηση γεμάτη αποφασιστικότητα και ακαταμάχητη ορμή, άφησε το σώμα του να γλιστρήσει πάνω της, κυριεύοντας τον χώρο γύρω της. Τα χέρια του, έμπειρα και δυνατά, άφησαν τους μηρούς της και ανέβηκαν να πλαισιώσουν το πρόσωπό της, καθηλώνοντας τα οπαλίου χρώμα μάτια της στα δικά του, τα οποία έκαιγαν από μια πρωτόγονη, αγνή φωτιά.
Σκόνη θα γίνουμε και οι δύο, μικρή μου, της ψιθύρισε με φωνή τραχιά, βαθιά, που ανάβλυζε από τα έγκατα της ψυχής του, αφήνοντας πίσω του κάθε ρόλο και κάθε αναστολή. Αλλά μέχρι να καούμε ολοσχερώς, θα ζήσεις κάθε δευτερόλεπτο από αυτό που μόλις προκάλεσες.
Τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά, όχι σε ένα απλό φιλί, αλλά σε μια έκρηξη αχαλίνωτου αισθησιασμού, καθώς το κορμί της Δανάης λύγισε κάτω από το βάρος του, έτοιμο να υποδεχτεί την καταιγίδα που ερχόταν.
«Τι θα κάνεις;» ρώτησε η Δανάη και τον κοίταζε επίμονα και μαργιόλικα. Η κοπέλα είχε φέρει τη συζήτηση ακριβώς σ’ αυτό το σημείο!
Τον Νικηφόρο τον είχε πιάσει μια φιλοσοφική διάθεση περί ηθικής και της το είπε!
«........Δηλαδή εγώ τώρα ρε Δανάη, έχω δικαίωμα πρόσβασης σ’ αυτό το θεσπέσιο κορμί σου; Σαν παντρεμένος πρέπει ν’ αμύνομαι σ’ αυτούς τους γαργαλιστικούς πειρασμούς σου; Ε, όχι ρε γαμώτο είναι άδικο, να βλέπεις αυτό το όμορφο θηλυκό να σε θέλει και εγώ να κάνω το κορόιδο για να μην «πατήσω το στεφάνι μου»
«Ε, δεν είναι ανάγκη να το πατήσεις, απλώς το πηδάς.» Του λέει γλαφυρά η Δανάη με εκείνο το χαριτωμένο ρυθμικό και στρογγυλεμένο Σαρακατσανέικο ιδίωμα. Όταν ήθελε στόλιζε τα λόγια της με παρεμβαλλόμενες τσουχτερές παροιμίες, τη μία πιο ξετσίπωτη από την άλλη, συνδυάζοντάς λάγνες προβλέψεις σεξουαλικής μορφής που τις πετούσε εκεί που δεν το περίμενες, κάνοντας και τους ανάλογους μορφασμούς. Ήταν απόλαυση να την ακούς.
Ο Νικηφόρος έβαλε τα δυνατά του να συγκρατήσει τα γέλια του, αλλά η φράση της λειτούργησε σαν τελειωτικό χτύπημα στις όποιες δικλείδες ασφαλείας του είχαν απομείνει. Με αυτή τη μοναδική, τσουχτερή ατάκα και το ντόπιο ιδίωμα που με τόσο σκανδαλιάρικο τρόπο, η Δανάη είχε τον τρόπο της να γκρεμίζει κάθε σοβαροφάνεια μέσα σε δευτερόλεπτα.
«Ρε συ, είσαι απίστευτη, της είπε, κουνώντας το κεφάλι του με ένα μείγμα έκπληξης και απόλυτης λατρείας, καθώς οι αντιστάσεις του διαλύονταν σαν χάρτινος πύργος. Πού τα μαθαίνεις αυτά, μικρό μου διαβολάκι; Μεγάλο σχολείο σε βλέπω.
Η Δανάη χαμογέλασε πονηρά, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της με σκέρτσο, ενώ το κορμί της συνέχιζε να πιέζεται προκλητικά πάνω του, θυμίζοντάς του ακριβώς πού βρίσκονταν και τι διακυβευόταν.
Στα βουνά, θείο... ε, Νικηφόρε, του απάντησε χαχανίζοντας χαμηλά. Εκεί ξέρουμε καλά πως, όταν η φωτιά ανάψει, δεν την κοιτάς απλώς να καίγεται. Της δίνεις καιρό να θεριέψει! Άντε, σταμάτα τις φιλοσοφίες τώρα, γιατί η ώρα της κρίσης έφτασε και η εξεταστική δεν περιμένει.
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Ο εσωτερικός του «κυνηγός» ξύπνησε για τα καλά, παίρνοντας τα ηνία με μια άγρια, αρσενική σιγουριά. Τα χέρια του γλίστρησαν από τη μέση της, έπιασαν τα ρούχα της με μια αποφασιστική, λάγνα κίνηση και την τράβηξε ολόκληρη πάνω του, έτοιμος να της αποδείξει πως οι φήμες και οι ικανότητές του, όχι απλώς ίσχυαν, αλλά ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία.
Την κοίταξε περίεργα, και αυτός με πονηρό χαμόγελο, έτοιμος ν’ αποδεχτεί αυτή την εκδοχή αλλά και κάποιο σκεπτικισμό, πιθανόν για τις συνέπειες ενός «πηδήματος του στεφανιού». Η κοπέλα είχε διακινδυνεύσει πολλά για τούτη τη στιγμή και δε θα τον άφηνε να ξεγλιστρήσει τόσο εύκολα. «Είναι μάταιο να αντιστέκομαι», ψέλλισε ο Νικηφόρος. Ακούστηκε κάτι σαν μουγκρητό από τα βάθη του λαιμού του και, επιτέλους, τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της. Στην αρχή η Δανάη νόμιζε ότι σκόπευε να τη σπρώξει μακριά, αλλά μετά την έσφιξε και την κόλλησε πάνω του, πιέζοντας τα στήθη της στο στέρνο του. Το στόμα του πλανήθηκε για λίγο πάνω από το δικό της και ύστερα της είπε με έναν πονηρό ψίθυρο: «Ποιος είμαι εγώ να της αρνηθώ μια τέτοια περιπέτεια;»
Έτσι, πολύ γρήγορα, η κοπέλα ένιωσε τη λαχτάρα της να φουντώνει. «Αφού θέλεις να κάνουμε παιγνίδια, τότε θα κάνουμε παιγνίδια». Τα σώματά τους παρέμειναν κολλημένα, ενώ το πιο ευαίσθητο σημείο της ανατομίας της τριβόταν λίγο πιο πάνω από το γόνατό του. Σπίθες πάθους άναψαν μέσα της και ταξίδεψαν στις φλέβες της για να μην αφήσουν κανένα σημείο του εαυτού της ανεπηρέαστο. Μα την Αφροδίτη, ήταν καλύτερο απ’ όσο φανταζόταν. Τα μάτια της έκλεισαν και παραδόθηκε, η ζεστή του ανάσα χάιδευε το μάγουλό της σαν άγγιγμα εραστή. Τρέμοντας, άφησε τα χέρια της να ανηφορίσουν στην πλάτη του και βύθισε τα δάχτυλά της στα καστανά, μεταξωτά μαλλιά του. «Ηρέμησε, κορίτσι μου.» Ακόμα κι αν την ήθελε όσο τον ήθελε κι εκείνη, δεν μπορούσε να ξεπεράσει τις αναστολές του. Όχι εντελώς. Αλλά τουλάχιστον μπορούσε να απολαύσει τη στιγμή. Α, ναι, μπορούσε να την απολαύσει πάρα πολύ. Επιτέλους, ο Νικηφόρος ανταποκρινόταν! Η μύτη του έτριψε το σαγόνι της. Οι θηλές της ήταν σκληρές, πολύ σκληρές, και καθώς βασανίζονταν χτυπώντας στον κορσέ της ενίσχυαν τη λαχτάρα της. Ο Νικηφόρος άρπαξε σφιχτά τα μαλλιά της από το κεφάλι της. «Σου φαίνεται διασκεδαστικό να παίζεις με έναν παντρεμένο άντρα;» Η Δανάη έμεινε ακίνητη, κοιτάζοντας τα μάτια του. Ειλικρινά, δεν είχε ιδέα πόσο ελκυστικός ήταν; «Αν ξέρεις τι είσαι, γλυκέ μου, τότε ξέρεις πως είσαι σέξι και υπέροχα απειλητικός».
«Ήρεμα, γλύκα μου. Ωραία λοιπόν, όταν με κοιτάζεις έτσι, το μόνο που θέλω είναι να σε βάλω κάτω, κι ένας Θεός ξέρει από πότε έχει να σου πετάξει τα μάτια έξω ένας άντρας.»
Και τον ήθελε ακόμα πιο πολύ. Μια ακόμα ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της, φτάνοντας μέχρι τα μέλη της τράβηξε το κεφάλι του προς το δικό της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Το στόμα του άνοιξε αμέσως και οι γλώσσες τους συναντήθηκαν, υγρές. Εκείνη πίεσε ακόμα περισσότερο, καθώς τον ήθελε πιο πολύ. Τον ήθελε ολόκληρο. Γλώσσες φωτιάς τύλιξαν όλο το κορμί της και έτριψε το σώμα της πάνω στον ανδρισμό του, ανίκανη να συγκρατηθεί.
Το φιλί τους έγινε βίαιο, απελπισμένο, μια σύγκρουση δύο κορμιών που είχαν σταματήσει πια να μετρούν τις συνέπειες. Ο Νικηφόρος ένιωσε τη γεύση της, τη ζεστασιά της ανάσας της να τον πλημμυρίζει, και κάθε ίχνος λογικής που προσπαθούσε απεγνωσμένα να κρατήσει κατέρρευσε ολοσχερώς. Τα χέρια του, απόλυτα κυριαρχικά πια, άφησαν τα μαλλιά της και γλίστρησαν στην πλάτη της, πιέζοντας την τόσο δυνατά που τα κόκαλά τους έμοιαζαν να γίνονται ένα.
«Με προκαλείς μέχρι θανάτου, μικρό μου θηρίο.» της ψιθύρισε μέσα από τα χείλη της, με τη φωνή του τραχιά και βραχνή, γεμάτη από μια σκοτεινή, ασυγκράτητη λαχτάρα.
Η Δανάη δεν μπορούσε να ανασάνει, ούτε και το ήθελε. Η τριβή των κορμιών τους, η αίσθηση του σκληρού του ανδρισμού να πιέζει την κοιλιά της σε κάθε της κίνηση, την είχε φέρει στα πρόθυρα της παράκρουσης. Με μια απότομη κίνηση των χεριών της, άρχισε να σκίζει τα κουμπιά από το πουκάμισό του, λαχταρώντας να νιώσει το ζεστό, ιδρωμένο δέρμα του κάτω από τα δάχτυλά της, να το γρατσουνίσει, να το σημαδέψει.
«Τότε αποτελείωσε με, Νικηφόρε..» του απάντησε κοφτά, με τα μάτια της να γυαλίζουν από ηδονή και πάθος. «Μη με λυπάσαι καθόλου!»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Με μια βίαιη, σχεδόν αρπακτική κίνηση, την σήκωσε ξανά από τη μέση και την πέταξε πρηνηδόν πάνω στο μαλακό στρώμα του κρεβατιού, πέφτοντας από πάνω της σαν ορεξάτος λύκος, έτοιμος να κατακτήσει το έδαφος που του ανήκε ολοκληρωτικά.
Κάθε επίφαση μιας καθωσπρέπει συμπεριφοράς προφανώς είχε κάνει φτερά. «Και κάτι μου λέει ότι θα τα καταφέρεις και με το παραπάνω. «Θέλω να πω, διάολε, να μου πετάξεις τα μάτια έξω.»
Ο Νικηφόρος έπαψε εντελώς να σκέφτεται και έκανε όλα όσα ήθελε, δάγκωσε απαλά το πάνω χείλι της και έπειτα το κάτω, σφράγισε τα στόματα τους, άγγιξε τη γλώσσα της με τη δική του, έπαιξε μαζί της. Ένα φιλί άρχιζε προτού τελειώσει το προηγούμενο, μια αλυσίδα από ερωτικά χάδια, ανάλαφρα αγγίγματα και σπρωξίματα.
Η ευχαρίστηση τον διαπερνούσε ολόκληρο, αντηχώντας σε κάθε φλέβα και νεύρο. Και, ο Θεός βοηθός, αλλά πονούσε για περισσότερα. Πέθαινε να βάλει τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και να νιώσει κάθε πόντο του κορμιού της. Ήθελε να σύρει τα χείλη του πάνω της χαράσσοντας κρυφά μονοπάτια, να φιλήσει και να γευτεί κάθε σημείο της. Η Δανάη ανταποκρίθηκε, περνώντας το μπράτσο της γύρω από το λαιμό του. Κρατήθηκε πάνω του λες και οι αισθήσεις κατέφθαναν από παντού. Και κατέφθαναν.
Αν δεν τους χώριζαν τα ρούχα, αυτό που έκαναν θα ήταν ένα κανονικό ερωτικό σμίξιμο εκεί στην εξωτερική αυλή του ερημικού εξοχικού.. Ο Νικηφόρος συνέχισε να τη φιλά για πολλή ώρα αφότου θα έπρεπε να έχει σταματήσει, όχι μόνο γιατί δεν το απολάμβανε, αλλά και γιατί ήταν διστακτικός να αντιμετωπίσει αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια. Κοίταξαν ο ένας τον άλλον. Ήταν δύσκολο να πει κανείς ποιος από τους δυο ήταν πιο σοκαρισμένος.
Ο Νικηφόρος έκανε μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια να μην ενδώσει στις σεξουαλικές επιθυμίες του. Στένεψε τα μάτια του κι έκλεισε το πρόσωπό της στις παλάμες του. «Πες μου κάτι», της είπε συγκρατημένα. «Δεν είσαι παρθένα, έτσι;» Η Δανάη τον κοίταξε έκπληκτη για την απρόσμενη ερώτηση και του έγνεψε αρνητικά. «Όχι, φυσικά και δεν είμαι. Αλλά δεν ένιωθα αυτόν τον περίεργο πόθο, και ίσως γι’ αυτό να μη με συγκίνησε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Καλά να πάθω». «Κατάλαβα», είπε ο Νικηφόρος. «Τότε πρέπει να αναπληρώσουμε τη σωματική και ψυχική επαφή, έτσι δεν είναι;» Έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα, ανοίγοντας τα χείλη της με τη γλώσσα του. Η Δανάη γουργούρισε από ηδονή, κόλλησε πάνω του και, με τη χαρακτηριστική της τόλμη, αφέθηκε στο καινούριο. Οι γλώσσες τους, καυλωμένες ακόμα, γεμάτες λαιμαργία αναζήτησαν τον δικό τους οργασμικό χορό. Για λίγα λεπτά μόνο φιλιόνταν, χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο.
«Σε θέλω», μουρμούρισε τραχιά ο Νικηφόρος. «Καιρός ήταν», του απάντησε ψιθυριστά.
Τον πήρε από το χέρι και τον παρέσυρε μέσα στο σπίτι. ««Πάμε σπίτι μου. Εκεί θα είμαστε πολύ πιο άνετα. Έλα έχουμε πάνω από τρεις ώρες ώσπου να γυρίσουν από το μοναστήρι.»
Ήταν πολύ παράξενο που ο Νικηφόρος με τόση ευκολία της παρέδωσε απολύτως τον έλεγχο. Με τα δάχτυλά του έπαιζε με την άκρη του φορέματος της. Έπειτα το ανασήκωσε, πέρασε το χέρι του κάτω απ’ το εσώρουχό της, το κατέβασε στον κώλο της και προχώρησε ανάμεσα στα πόδια της στο σημείο όπου τον ποθούσε περισσότερο από οπουδήποτε, καθώς τεντωνόταν προς τα πίσω για να συναντήσει το χέρι του, έχοντας ήδη χάσει το μυαλό της. «Είσαι υγρή, γλυκιά μου. Τι σε φτιάχνει; Η ιδέα να φαντάζεσαι ότι γαμιόμαστε;» Δεν είπε τίποτα απλώς αναστέναξε όταν γλίστρησε μέσα της το δάχτυλό του. «Είσαι τόσο υγρή, που είμαι σίγουρος ότι εύκολα θα δεχόσουν και τα τρία δάχτυλά μου.» Το γέλιο του έγινε φιλί στο πίσω μέρος του λαιμού της καθώς χάιδευε κυκλικά, αργά και παιχνιδιάρικα την κλειτορίδα της. «Σε παρακαλώ...» του ψιθύρισε. Δεν ήξερε αν μπορούσε να την ακούσει. Είχε χώσει το πρόσωπό του στα μαλλιά της κι ένιωθε τον πούτσο του να πιέζει το πλάι του μηρού της, κατά τα άλλα όμως δεν αντιλαμβανόταν τίποτε άλλο παρά μόνο το μεγάλο του δάχτυλο που γλιστρούσε ξανά μέσα της.
«Έχεις καταπληκτικό δέρμα. Ειδικά εδώ.» Φίλησε τον ώμο της.
Βρέθηκαν γυμνοί, σε ένα κρεβάτι με το κεφάλι της πάνω στο στέρνο του, και αυτός να βυθίζει τα χέρια του μέσα στα μαλλιά της. Έγειρε και τη φίλησε στα υπέροχα στητά και σφιχτά βυζάκια της που φούσκωναν και τεντώνονταν σαν σκληρά μεγάλα πορτοκάλια με τις ρώγες τους να πετάγονται σκληρές σαν άκρες λεμονιού!
Άρχισε να τη φιλάει παντού από το στήθος, μέχρι τα πόδια χωρίς όμως να τη φιλάει στο μουνάκι της, παρά μόνο πεταχτά. Την ακούμπαγε δηλαδή και έφευγε. Όταν τη βασάνισε αρκετά κατέβηκε στο μουνάκι της, ένα πραγματικό τριαντάφυλλο που είχε ανοίξει για να του δώσει όλα του τα υγρά. Τη φίλησε απαλά για πολλή ώρα μέχρι που η Δανάη σφάδαζε’ από την καύλα. Κάθε φορά που την έφερνε στο απροχώρητο και άρχιζε να κουνάει πάνω - κάτω το κορμί της έφευγε από το μουνί της και της έγλειφε το κωλαράκι της, μια μικρή και ευαίσθητη τρυπούλα, καταφανέστατα παρθένα. Η γλώσσα του έγλειφε τα εξωτερικά της μουνόχειλα και την φιλούσε πεταχτά πότε πότε στην κλειτορίδα. Ύστερα άνοιξε με τα χέρια του το μουνί της και της έγλειφε τα μουνόχειλα από μέσα. Της φίλησε την κλειτορίδα, και άρχισε να οργώνει με την άκρη τη γλώσσας του τη σχισμή της. Το μουνί της έτρεχε υγρά. Δεν τον ένοιαζε πια τίποτα, ήταν τόσο καυλωμένος που δε μπορούσε να συγκρατηθεί με τίποτα. Της άνοιξε τα πόδια και ετοιμάστηκε να της καρφώσει τον πούτσο του που είχε γίνει σαν πέτρα από την καύλα στο μουνάκι της. Της έτριψε μια δυο φορές το πουτσοκέφαλο ανάμεσα στα μουνόχειλα. Ύστερα έτριβε τον πούτσο του στην κλειτορίδα της.
«'Ελα γαμιά μου! Μη το σκέφτεσαι άλλο! Βάλε μου τον πούτσο σου μέσα στο μουνάκι μου! Θέλω γαμήσι σε παρακαλώ. Στην πραγματικότητα θέλω να με σκίσεις στο γαμήσι. Πάρε με! Μην σταματήσεις για τίποτα τώρα, έτοιμη είμαι…σκίσε με! Χωρίς πια να αντέχει άλλο, χώνει τον πούτσο του σιγά-σιγά μέσα στο μουνί της
Της τον έχωσε αργά και βαθιά με την πρώτη κίνηση. Όσο έπαιρνε. Αναστέναξε με πάθος. Το μουνί της είχε μια φανταστική αίσθηση. Άρχισε τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο. Βρήκε έναν ρυθμό που της άρεσε. Το καταλάβαινε από τις εκφράσεις του προσώπου της. Όσο τη γαμούσε τον κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζε και αυτός. Δεν μιλούσαν, απλά απολάμβαναν τη στιγμή.Το μουνάκι της τον έσφιγγε και ο πούτσος του μέσα σ’ αυτόν τον κλοιό ήταν έτοιμος να εκραγεί αλλά δεν τον άφηνε να τελειώσει περιμένοντας την. Δεν αντάλλασσαν πια κουβέντες, δεν υπήρχαν πια παρά μόνο οι μικρές ωθήσεις του που γίνονταν πιο γρήγορες και πιο ορμητικές. Ο χώρος γέμιζε από τους πνιχτούς ήχους της ηδονής και της αδημονίας. Τα δόντια του πίεζαν τον λαιμό της και Δανάη γραπώθηκε απ’ τους ώμους του.
«Χριστέ μου, είσαι υπέροχη.»
Έγειρε προς τα πίσω, χαμήλωσε το βλέμμα του και επιτάχυνε λίγο τις κινήσεις του. «Γαμώτο, δεν χορταίνω να κοιτάζω το τέλειο δέρμα σου και το σημείο που με ρουφάει μέσα σου.»
Στην αρχή ήταν τρυφερός αλλά μετά σαν μανιασμένος ταύρος ήταν σκληρός και γλιστρούσε με ορμητικές κινήσεις. «Θεέ μου, μικρή μου. Με πέθανες.»
«Ήταν απίστευτο.» Του λέει.
Ο Νικηφόρος έγνεψε καταφατικά, ψιθυρίζοντας καθώς τη φιλούσε. «Ήταν.»
Η ανάσα τους βαριά, κοφτή και συγχρονισμένη γέμισε το δωμάτιο, καθώς η ένταση της κορύφωσης καταλάγιαζε αργά, αφήνοντάς τους εξαντλημένους αλλά απόλυτα λυτρωμένους πάνω στο στρώμα,έγειρε στο πλάι, τυλίγοντας προστατευτικά αλλά και κτητικά το χέρι του γύρω από τη μέση της, τραβώντας την πιο κοντά του. Το δέρμα τους ήταν ακόμα υγρό από τον ιδρώτα, και η μυρωδιά της βανίλιας ανακατεμένη με τη μυρωδιά του έρωτα πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Την κοίταξε κάτω από το ημίφως, με τα μάτια του να έχουν χάσει τη σκοτεινή αγριάδα και να μαλακώνουν καθώς χάιδευε αργά τους ώμους της. Η γαλήνη αυτής της στιγμής, όμως, έμοιαζε σαν η ηρεμία πριν από την καταιγίδα. Το ζεστό απογευματινό φως μέσα στο εξοχικό άρχισε σιγά-σιγά να δίνει τη θέση του στις μωβ σκιές του δειλινού, τυλίγοντας τα κορμιά τους σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυσταγωγική.
Ο Νικηφόρος ένιωθε το βάρος της ανάσας της στο στήθος του, έναν ρυθμό τόσο οικείο και ταυτόχρονα τόσο επικίνδυνο. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να χαϊδεύουν μηχανικά την πλάτη της, τις καμπύλες της κάτω από το ελαφρύ ύφασμα, ενώ το μυαλό του έτρεχε μπροστά. Η πρόφαση για τον φορητό υπολογιστή είχε λειτουργήσει τέλεια, αλλά η πραγματικότητα έξω από αυτούς τους τέσσερις τοίχους το χωριό, τα βλέμματα, η Φαίδρα και η Νεφέλη, δεν άργησε να χτυπήσει ξανά την πόρτα της σκέψης του.
«Μικρό μου θηρίο... της ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα, με τα χείλη του να ακουμπούν τώρα στα πυκνά, μπερδεμένα μαλλιά της. Αν συνεχίσουμε έτσι, η σχολή σου θα σε διώξει για απουσίες, και εγώ θα χρειαστώ οπωσδήποτε εγχείρηση καρδιάς.
Η Δανάη ανακουφίστηκε με ένα σιγανό, λάγνο χαχανητό που δόνησε ολόκληρο το στήθος του. Σήκωσε ελαφρά το κεφάλι της, ακουμπώντας το πηγούνι της στο στέρνο του, και τον κοίταξε μέσα από τα μισάνοιχτα, υγρά μάτια της με μια απίστευτη σιγουριά.
«Ας με διώξουν... του είπε προκλητικά, παίζοντας με τα δάχτυλά της πάνω στο γυμνό του στήθος. Εγώ το πτυχίο μου το πήρα σήμερα, και μάλιστα με άριστα στο εργαστήριο. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πικρά αλλά και πονηρά, καταλαβαίνοντας πως από αυτή την παγίδα δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής, και οι λογαριασμοί ήταν ανοιχτοί για όλους.
«Ελπίζω ότι όντως η «εξεταστική» σου να πήρε άριστα, μικρό μου θηρίο, της ψιθύρισε χαμηλά, με μια φωνή ακόμα βραχνή, αφήνοντας ένα απαλό, ζεστό φιλί στην κορυφή του κεφαλιού της.
Η Δανάη χαμογέλασε κουρασμένα αλλά θριαμβευτικά, ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος του, εκεί που η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπάει δυνατά.
«Ήταν πέρα για πέρα επιτυχία, θείο... του απάντησε ψιθυριστά, κλείνοντας τα μάτια της και απολαμβάνοντας τη ζεστασιά της αγκαλιάς του, τη στιγμή που έξω από το παράθυρο η απογευματινή ησυχία του εξοχικού τύλιγε ξανά τον κόσμο τους.
Γυρίζοντας πίσω στο χωριό καβάλα στη μηχανή η Δανάη έχει γαντζωθεί επάνω στο Νικηφόρο τον αγκαλιάζει σφιχτά και τα φιλιά της του δίνουν να καταλάβει πόσο πολύ έμεινε ικανοποιημένη μαζί του μετά το σεξουαλικό τους σμίξιμο!
Μάλιστα, αυτός εκτίμησε με εσωτερική ικανοποίηση τα χάδια της νιώθοντας ένα αίσθημα «επιβράβευσης» για τις επιδόσεις του στο κρεβάτι μαζί της.
Αφού τακτοποίησαν την μηχανή στην αποθήκη τον ρώτησε αν θέλει να ξαναβρεθούν, αφού αυτή προφανώς το ήθελε και με το παραπάνω......
Αυτός έχοντας ξεπεράσει τις αρχικές του ενστάσεις και χωρίς να έχει πλέον το παραμικρό ίχνος ενδοιασμού της λέει. «Το ξέρεις ότι το θέλω!...... Κάτι άλλο;»
«Ναι! Να γαμηθούμε εδώ και τώρα, εδώ στην αποθήκη στα όρθια», του απάντησε και ο τόνος της φωνής αλλά και η χροιά βοηθούν να δημιουργηθεί ένα πλέγμα οικειότητας αλλά και μιας ερωτικής προδιάθεσης. .
Η πρότασή της έσκασε μέσα στη δροσερή σιωπή της αποθήκης σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε ούτε ίχνος δισταγμού ή φόβου. Οι όποιες αναστολές είχαν μείνει κλειδωμένες έξω από το παλιό λιοτρίβι. Ο Νικηφόρος ένιωσε το αίμα να ξαναφουντώνει στις φλέβες του, μια άγρια, αρσενική υπερηφάνεια να τον κυριεύει και η εσωτερική του «επιβράβευση» μετατράπηκε αμέσως σε πράξη.
«Στα όρθια, ε; της απάντησε χαμηλά, με μια φωνή τραχιά και σκοτεινά λάγνα, καθώς τα μάτια του γυάλισαν ξανά από την ίδια ακόρεστη φλόγα.
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση, τα χέρια της τον άρπαξαν από τη μέση με μια απότομη, κτητική κίνηση, ενώ τα πόδια της τυλίχθηκαν αυτόματα και σφιχτά γύρω από τα πλευρά του.
«Το ξέρεις αυτό που ζητάς δεν είναι σωστό… Δεν πρέπει…»
«Γιατί δεν πρέπει;»
«Γιατί το παρατραβάμε…»
«Τι θα πει το παρατραβάμε»;»
«Ξέρεις τι θα πει…»
«Αυτό που ξέρω είναι πως θέλω να γαμηθώ και πάλι μαζί σου. » Του λέει με αυτοπεποίθηση και τον κοιτάει στα μάτια σαν να του δηλώνει ότι θα τον κάνει δικό της.
«Μην με αγγίζεις εκεί γαμώτο…»
«Πω! πω! Είναι σαν πέτρα, πολύ πέτρα όμως. Καύλωσα πάλι τρελά η πουτάνα. »
«Δεν φοβάσαι μη μας δούνε; Μην γίνουμε ρόμπες.»
«Γιατί να φοβηθώ; Εδώ είμαστε εγώ κι εσύ, δεν πειράζουμε κανέναν…»
«Εγώ κι εσύ. Είσαι σίγουρη κοπέλα μου;»
«Ναι, εγώ κι εσύ» και συνεχίζει να του χουφτώνει το κοντάρι του πάνω από το παντελόνι κάνοντας τον ακόμα ποιο σκληρό.
«Οοοο Πανάθεμα σε!» Η καύλα του, ήταν ανυπόφορη. Ο Νικηφόρος βογκάει από ευχαρίστηση και καύλα.
«Ναι, εγώ κι εσύ… Και αυτός εδώ, που μεγαλώνει.»…
Ο Νικηφόρος άρχισε στα σοβαρά να φοβάται ότι θα τους πάρουν είδηση.…
«Άσε με να τον πιάσω, ψωλαρά μου…:» Η Δανάη είναι πολύ ερεθισμένη και χαϊδεύεται δείγμα πως είναι και πάλι στο προκαταρκτικό στάδιο της σεξουαλικής πράξης. .
«Φοβάμαι πως δεν θα το γλιτώσουμε το απρόβλεπτο κακό…» Της λέει ο Νικηφόρος
Η Δανάη απτόητη, αναψοκοκκινισμένη, αρκετά καυλωμένη και με μια περίεργη αλλά όλο πρόκληση ματιά, τον αγκάλιασε τρυφερά και άρχισε με την γλώσσα της να του γλείφει το αυτί του.
«Τον πιάνω καύλα μου. Τον πιάνω και είναι σαν πάσσαλος.» Λέει με ενθουσιασμό. Γλυκός ο λόγος της, κελάρυσμα δροσάτο.
Ο Νικηφόρος πάγωσε κυριολεκτικά και μη μπορώντας να αντιδράσει της είπε: «Σε παρακαλώ... Μη με αγγίζεις εκεί..:» με χαμηλό τόνο στη φωνή..
«Έλα ρε μωρό μου... Μη γίνεσαι δύσκολος.»
«Δανάη σταμάτα την πλάκα, μη ξεχνάς είμαι άνδρας, σε παρακαλώ σταμάτα γιατί δεν αντέχω άλλο και δεν θα φταίω εγώ για ότι συμβεί, έλα κορίτσι μου σταμάτα.! Δεν είμαστε μόνοι. Από λεπτό σε λεπτό έρχεται η μητέρα σου και η γιαγιά σου.» Της λέει βαριανασαίνοντας από την ηδονή και τον φόβο μην τους πιάσουν.
Αυτή όμως δεν σταματούσε.
«Ωωωω έλα τώρα..:» του είπε κι αυτή τη φορά τον έπιασε από τη μέση, τον τράβηξε πάνω της και κόλλησε το κορμί της στο τοίχο.
«Με καυλώνεις μωρό μου... Θέλω τόσο πολύ να με γαμήσεις» ήταν έτοιμη να εκραγεί.
Ο Νικηφόρος έπιασε τα χέρια της και την απομάκρυνε από πάνω του.
«Παίζεις με τη φωτιά…»
«Ξέρω πως το μουνί μου καίει και σε θέλει ψωλαρά μου!»
«Δεν γίνεται τώρα»
«Γιατί γαμώ το, γιατί;» του φώναξε μέσα στα μούτρα, με εκνευρισμό, απογοήτευση και παραίτηση, και πλέον δίχως κανέναν ερωτικό τόνο στη φωνή της, παραιτήθηκε από την προσπάθεια της.
Η απότομη αλλαγή του τόνου της και η απογοήτευση που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της λειτούργησαν σαν ντους κρύου νερού στην ατμόσφαιρα της αποθήκης, αλλά ο Νικηφόρος ένιωθε την αδρεναλίνη να χτυπάει κόκκινο στις φλέβες του. Ο φόβος της αποκάλυψης, με τη σκέψη της μητέρας και της γιαγιάς να πλησιάζουν ανά πάσα στιγμή, είχε λειτουργήσει σαν άγκυρα, τραβώντας τον βίαια πίσω στην πραγματικότητα.
« Δεν είναι παιχνίδι, Δανάη... της ψιθύρισε λαχανιασμένος, περνώντας τα χέρια του από το πρόσωπό του για να διώξει τη θολούρα από το μυαλό του, ενώ το σώμα του διαμαρτυρόταν έντονα για την απότομη διακοπή. Αν μας έπιαναν εδώ, δεν θα μιλούσαμε απλώς για τσακωμούς· θα γινόμασταν πρωτοσέλιδο σε όλο το χωριό σε χρόνο dt.
Η Δανάη σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα από το θυμό και την ανικανοποίητη καύλα που είχε μείνει μετέωρη. Τα οπάλια χρώμα μάτια της πέταγαν σπινθήρες, κοιτώντας τον με έναν συνδυασμό λατρείας και οργής για το απότομο "στοπ" που τους έβαλε.
«Άσε μας τώρα με τις γιαγιάδες και τα χωριά... του πέταξε κοφτά, γυρίζοντας επιδεικτικά το κεφάλι της αλλού, αν και η ανάσα της συνέχισε να μυρίζει την ίδια πρωτόγονη ένταση. Δηλαδή τώρα τι; Θα το παίξουμε πάλι φρόνιμοι πολίτες;»
Ο Νικηφόρος την πλησίασε αργά, κατεβάζοντας τα χέρια του, και της έπιασε απαλά αλλά σταθερά τους ώμους, γυρίζοντας την να τον κοιτάξει. Μπορεί να είπε το "όχι" από ένστικτο αυτοσυντήρησης, αλλά το βλέμμα του πρόδιδε πως η φωτιά δεν είχε σβήσει καθόλου· απλώς είχε προσωρινά κρυφτεί κάτω από τη στάχτη.
«Φρόνιμοι ή όχι, ο χρόνος και ο τόπος είναι απαγορευτικό τραγικό, μικρό μου θηρίο, της είπε χαμηλά, με μια φωνή γεμάτη υπόσχεση που έκανε τη σιωπή της αποθήκης να βαραίνει ξανά. Αλλά αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι τελειώσαμε. Απλώς... θα περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή. Και τότε, σου ορκίζομαι, δεν θα μας σώσει ούτε η αστυνομία ούτε η γιαγιά σου.
Η Δανάη τον κοίταξε επίμονα για μερικά δευτερόλεπτα, με το θυμό της να μαλακώνει αργά κάτω από το βάρος της υπόσχεσης του, πριν σχηματίσει ξανά στα χείλη της εκείνο το πονηρό, σκανδαλιάρικο χαμόγελο.
.Τα γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο, εκτυλίχθηκαν µε όλο και ταχύτερους ρυθμούς αυτό το σαββατόβραδο για να γίνουν τελικά ιστορίες, αιχμηρά ανατρεπτικές και καυστικές.
Τίποτα δεν προανήγγειλε ότι θα γεννιόνταν νέες ερωτικές περιπέτειες με κεντρικούς πρωταγωνιστές τη Φαίδρα τη Νεφέλη και το Νικηφόρο και την τρελή τροπή που θα έπαιρναν τα επερχόμενα γεγονότα.
Η εντυπωσιακή μηχανή μεγάλου κυβισμού, το εργαλείο που έγινε ο ερωτικός «συνδετικός κρίκος» του Νικηφόρου με την δέκα οκτάχρονη Δανάη παρκάρισε με ασφάλεια στην αποθήκη του σπιτιού στο χωριό αναμένοντας την έλευση του ιδιοκτήτη της, όταν με το καλό ξεμπαρκάρει.
Βρίσκονται πλέον οι δυο τους και πάλι πίσω στο χωριό περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή την επιστροφή της Φαίδρας με την μητέρα της και την Νεφέλη από το μοναστήρι. Η Δανάη ανήσυχη νιώθει ακόμη ερωτική διέγερση και την ανάγκη για τρελές καταστάσεις.... καίγεται από καύλα και της ήρθε επιθυμία να ξεσαλώσει και να κάνει παθιασμένα έρωτα εκεί μέσα στην αποθήκη, αλλά βιώνει έντονη δυσαρέσκεια που απορρέει από το ότι ο Νικηφόρος την παρούσα στιγμή απέφυγε πεισματικά να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές της επιθυμίες και ανάγκες.
Η ατμόσφαιρα στην αποθήκη μύριζε ακόμα ιδρώτα, βανίλια και ανεκπλήρωτο πόθο. Η βαριά μηχανή στεκόταν στη γωνία της, σιωπηλός μάρτυρας μιας διαδρομής που είχε ξεκινήσει με αδρεναλίνη και είχε καταλήξει σε έναν πυρετό που έμεινε μετέωρος.
Η Δανάη στεκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά, με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά στο στήθος, να προσπαθεί να καταστέλλει το κύμα της οργής και της ακόρεστης καύλας που την έπνιγε. Το κορμί της έκαιγε ακόμα από την προηγούμενη επαφή, ζητώντας επίμονα τη συνέχεια, ενώ ο Νικηφόρος, με τα ρούχα του τσαλακωμένα και την αναπνοή του βαριά, προσπαθούσε να επαναφέρει την ψυχραιμία του.
«Δηλαδή με αφήνεις έτσι; του πέταξε κοφτά, με τα οπάλια χρώμα μάτια της να πετάνε σπινθήρες και τη φωνή της να στάζει απογοητευμένο θυμό. Μετά από όλα όσα έγιναν, μετά από όλα όσα μου υποσχόσουν στον δρόμο, κολλάς σε κάτι ανύπαρκτες γιαγιάδες.»
Ο Νικηφόρος πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του, νιώθοντας την πίεση να τον πνίγει. Ήξερε ότι η επιθυμία του δεν ήταν μικρότερη από τη δική της, ο ανδρισμός του διαμαρτυρόταν ακόμα κάτω από το παντελόνι του, αλλά η λογική της αυτοσυντήρησης στο χωριό είχε τα όριά της.
«Δεν είναι ανύπαρκτες, μικρή μου, της απάντησε χαμηλά, προσπαθώντας να τιθασεύσει τον τόνο του. Αν η Φαίδρα, η μητέρα σου και η Νεφέλη εμφανίζονταν τώρα από το μοναστήρι και μας έβρισκαν εδώ μέσα... καταλαβαίνεις τι έχει να γίνει; Θα καούμε ζωντανοί πριν προλάβουμε να πούμε ούτε καν τα ονόματά μας.»
«Και τι με νοιάζει εμένα η Φαίδρα και η Νεφέλη; ούρλιαξε χαμηλόφωνα, πλησιάζοντας τον απειλητικά, έτοιμη να του ορμήσει. Εγώ θέλω εσένα, εδώ, τώρα! Και το ξέρεις πολύ καλά ότι καίγομαι!
Πριν προλάβει ο Νικηφόρος να της απαντήσει ή να κάνει κάποια κίνηση για να τη ηρεμήσει, ένας ήχος από χαλίκια και κινητήρα αυτοκινήτου ακούστηκε στην αυλή. Τα φώτα ενός οχήματος σάρωσαν τους τοίχους της αποθήκης. Η επιστροφή από το μοναστήρι ήταν γεγονός.
Ο Νικηφόρος πάγωσε, ενώ η Δανάη γύρισε το κεφάλι της προς την πόρτα, με το πρόσωπό της να είναι έτοιμο να εκραγεί από θυμό και αδρεναλίνη.
Όχι ότι δεν είχε διάθεση και ο Νικηφόρος για σεξ μαζί της αλλά η σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία να απολαύσει το σεξ και στον ασυνείδητο φόβο όταν το κάνει αυτό μήπως πληγωθούν, εκτεθούν ή «τιμωρηθούν» για τις «κακές» πλευρές του εαυτού τους επηρεάζει άμεσα την επιθυμία του και τη συμπεριφορά του. Κατά την αντίληψη του υπάρχουν και όρια που αν τα παραβιάζεις, υπάρχει ο φόβος να γίνουν τσακωτοί ....να τους πιάσουν στα πράσα ... και να θέσουν σε κίνδυνο οικογένειες.
Τελικά η Δανάη αποφάσισε με δυο εξαδέλφες της να πάνε σε μια μουσική εκδήλωση στη παραλιακή ντίσκο και με το τέλος της μουσικής εκδήλωσης θα επέστρεφε στο χωριό και θα έμενε στη γιαγιά της.
Τις στιγμές εκείνες που ετοιμάζονταν προς αναχώρηση βρήκε ευκαιρία να ξεμοναχιάσει το Νικηφόρο, να του δώσει αρχικά ένα πεταχτό ρουφηχτό φιλί και καπάκι μια γεμάτη γονατιά στα σκέλια με στόχο τα γεννητικά του όργανα. Ένα άμεσο χτύπημα που, ενώ είναι πολύ επώδυνο, προκαλεί συνήθως μόνο προσωρινά το επώδυνο αίσθημα ενώ υποχωρεί σχετικά γρήγορα.
«Καυλιάρη μου εσύ σε πόνεσα;»
«Τι με πόνεσες βρε μωρό μου! στο χέρι μου τα 'δωσες.»
«Με συγχωρείς άλλα είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου και δεν ηρεμώ όσο το σκέφτομαι ότι απόψε θα γαμήσεις πάλι την κωλόγρια.» Εννοεί τη Νεφέλη βέβαια.
Ο Νικηφόρος διπλώθηκε στα δύο, βγάζοντας έναν βραχνό, πνιχτό γογγυσμό που κόπηκε απότομα στον λαιμό του. Τα χέρια του πήγαν ενστικτωδώς χαμηλά, προστατεύοντας με απελπισία την περιοχή, ενώ το πρόσωπό του είχε πάρει μια απόκοσμη, χλωμή απόχρωση από το ξαφνικό, κοφτερό σοκ. Η γονατιά της Δανάης δεν ήταν αστείο· είχε όλο τον θυμό, την καυτή απογοήτευση και την ασυγκράτητη ζήλια μιας δεκαοχτάχρονης που βλέπει τα σχέδιά της να γκρεμίζονται.
Παρ' όλα αυτά, καθώς το αρχικό, διαπεραστικό κύμα του πόνου άρχισε να υποχωρεί σταδιακά, δίνοντας τη θέση του σε έναν αμβλύ παλμό, η ανδρική του περηφάνια δεν τον άφησε να το παραδεχτεί εύκολα.
«Στο χέρι σου τα 'δωσες...» ψέλλισε τραχιά και στραπατσαρισμένα, σφίγγοντας τα δόντια του και παίρνοντας μια βαθιά, κοφτή ανάσα για να σταθεί ξανά στα πόδια του. Είσαι τρελή, ρε γαμώτο; Θα με άφηνες ανάπηρο πριν καν προλάβω να φύγω από την αποθήκη!
Η Δανάη στεκόταν από πάνω του, με τα χέρια στη μέση, το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα και τα μάτια της να πετάνε φλόγες. Το πονηρό, σκανδαλιάρικο ύφος είχε δώσει τη θέση του σε μια ωμή, ανεξέλεγκτη ζήλια που δεν κρυβόταν με τίποτα. Η ατάκα της για τη Νεφέλη η «κωλόγρια» όπως την αποκάλεσε με περιφρόνηση, έπεσε βαριά ανάμεσά τους, αποκαλύπτοντας το πραγματικό μέγεθος της οργής της. Δεν άντεχε καν στη σκέψη ότι ο Νικηφόρος, λίγο αργότερα, θα βρισκόταν στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας. Ο Νικηφόρος σήκωσε αργά το βλέμμα του, προσπαθώντας να ισορροπήσει. Ο πόνος εξαφανιζόταν, αλλά τα λόγια της είχαν χτυπήσει σε άλλο σημείο, εκείνο το επικίνδυνο σημείο όπου η περιπέτεια έπαυε να είναι απλώς ένα παιχνίδι και γινόταν πεδίο μάχης.
«Ζηλεύεις, ε; της είπε με μια ειρωνική, λάγνα φωνή, προσπαθώντας να ανακτήσει τον έλεγχο και να της δείξει ποιος κάνει κουμάντο, ακόμα κι αν τα πόδια του έτρεμαν ελαφρά. Γι' αυτό το έκανες; Επειδή δεν σ' άφησα να με αποτελειώσεις στην αποθήκη;
«Δεν ζηλεύω, τον έκοψε κοφτά, πλησιάζοντας τον απειλητικά πριν προλάβει να κάνει βήμα. Απλώς δεν γουστάρω να μοιράζομαι αυτό που θέλω αποκλειστικά για μένα. Και να σου θυμίσω, επειδή φεύγω για τη ντίσκο με τις ξαδέλφες μου: όταν γυρίσω στο χωριό το βράδυ, καλύτερα να μην ακούσω ούτε φήμη ότι πλησίασες τη Νεφέλη... γιατί την επόμενη φορά θα στοχεύσω καλύτερα!
«Λες πράγματα χωρίς να ξέρεις…»
«Χθες το βράδυ τα βογκητά σας ακουγόταν μέχρι έξω στη παραλία. Σου τρυπούσαν το κεφάλι τα ηδονικά αχ και βαχ, οι αναστεναγμοί της. Σου λέει κάτι αυτό;»
«Δηλαδή τι να μου λέει;»
«Πως έζησε μια παθιασμένη νύχτα και πως τη γάμησες καλά… Και οι γυναίκες ξέρουν να τιμούν τον καλό γαμιά τους… Βογκούσε από καύλα λες και ήθελε να πεθάνει πάνω στον πούτσο σου.»
«Δανάη! Γλυκό μου κορίτσι. Μη γίνεσαι χυδαία, ενώ είσαι τόσο γλυκιά και αθώα.»
«Αλήθεια γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας στη ντισκοτέκ; Θα περάσουμε καλά. Αν γουστάρεις και παρτούζες, θα μας γαμήσεις μαζί με την ξαδέρφη μου, μου ζήτησε να συμμετάσχει και αυτή όποτε θέλουμε.»
«Πολύ καλό μου ακούγεται, δεν θα ήταν καθόλου άσχημη ιδέα αλλά νομίζω πως και εσύ το ξέρεις ότι απλά αυτό δεν γίνεται.»
«Ναι δεν γίνεται γιατί υπάρχει η μιλφάρα που κερατώνει τον άντρα της χωρίς αναστολές και η καημενούλα νιώθει πολύ μόνη και καυλωμένη οπότε έχει βρει την παρηγοριά που έψαχνε στο καυλί σου έτοιμη να το ρουφήξει στην πρώτη ευκαιρία! Θα καλοπεράσει απόψε ολονυχτίς καβαλώντας την πούτσα σου ανάμεσα στα σκέλια της και εσύ να της πετάς τα μάτια έξω μέχρι το ξημέρωμα και εκείνη να μην χορταίνει.»
«Δανάη ηρέμησε! Το μυαλό σου μένει στα ίδια και στα ίδια και μοιάζει πια με παλιό πικάπ στο οποίο έχει κολλήσει η βελόνα.»
Η Δανάη σταμάτησε απότομα, γύρισε με ορμή και τον κοίταξε κατάματα, με τα οπαλίχρωμα μάτια της να φλέγονται από θυμό και μια σχεδόν εμμονική ζήλια. Τα λόγια της είχαν χτυπήσει ακριβώς στο κέντρο της αλήθειας, εκθέτοντας τον Νικηφόρο σε μια πραγματικότητα που προσπαθούσε απεγνωσμένα να κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας.
«Σαν παλιό πικάπ, ε; του πέταξε με μια πικρή, ειρωνική γκριμάτσα, πλησιάζοντας τον απειλητικά σε απόσταση αναπνοής. Επειδή λέω την αλήθεια κατάμουτρα; Επειδή ξέρω πολύ καλά τι σου αρέσει και πού τριγυρνάει το μυαλό σου όταν δεν είσαι μπροστά μου;
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα χέρια του αμυντικά, παρότι η ανάσα της, ανακατεμένη με άρωμα και την ένταση της στιγμής, τον ζάλιζε περισσότερο από όσο άντεχε. Η αναφορά στις «παρτούζες» και στη Νεφέλη είχε ανεβάσει τη θερμοκρασία στα ύψη, κάνοντας τον ανδρισμό του να αντιδρά ξανά, παρά το πρόσφατο χτύπημα.
«Σου είπα να ηρεμήσεις, Δανάη, της είπε με φωνή πιο χαμηλή, προσπαθώντας να διατηρήσει έστω και τα προσχήματα της λογικής, αν και τα μάτια του πρόδιδαν πως η πρότασή της για το κλαμπ και την ξαδέρφη της δεν τον είχε αφήσει καθόλου αδιάφορο. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Τα βάζεις όλα στο ίδιο καζάνι και...
«Καιρός να φύγω, τον έκοψε απότομα, κάνοντας πίσω με μια νευρική κίνηση, ενώ η οργή στη φωνή της έδινε τη θέση της σε μια επικίνδυνα ηδονική απειλή.
Γύρισε την πλάτη της οριστικά, άρπαξε την τσάντα της και κατευθύνθηκε προς την έξοδο της αποθήκης, όπου οι φωνές από τις εξαδέλφες της ακούγονταν ήδη πιο καθαρά. Πριν εξαφανιστεί γύρισε το κεφάλι της για μια τελευταία φορά, κοιτώντας τον με ένα βλέμμα που τα έλεγε όλα:
«Πήγαινε στη «μιλφάρα» σου απόψε, Νικηφόρε... Απόλαυσε τα βογκητά της όσο θες. Αλλά όταν γυρίσω τα ξημερώματα από τη ντίσκο, να θυμάσαι πως ο λογαριασμός μαζί μου θα είναι ανοιχτός. Και τότε δεν θα σου σώσει ούτε η γιαγιά ούτε η αστυνομία!
Για να αλλάξει θέμα ο Νικηφόρος αντιλαμβανόμενος ότι υπήρξε κάποια στιγμή ένταση ανάμεσα στη Δανάη και την Φαίδρα την ρωτάει. «Με τη Φαίδρα πως τα πηγαίνεις; Διακρίνω μια αυταρχικότητα από μέρος της;»
«Όποιος την γνωρίζει, τη λατρεύει. Για τη γλύκα της, τη ζωντάνια, την ευστροφία της. Είναι γοητευτική κυρία. Εγώ, πάλι ξέρω, ότι είναι καλύτερα να έχουμε απόσταση. Είναι το σκληρό καρύδι στην οικογένεια. Το ξέρω ότι μ' αγαπάει. Κι εγώ. Δεν φτάνει, όμως. Τα λόγια που έχω ανταλλάξει με τη μάνα μου δεν επαναλαμβάνονται. Ούτε η ένταση των στιγμών.»
Μάνα και κόρη μπορούν να τσακωθούν για το τίποτα. Η μικρή δεν χάνει ευκαιρία να προκαλέσει την μητέρα της. Να της κάνει κριτική. Λες και ζητάει διαρκώς τη σύγκρουση με την μητέρα της.
«Τι φταίει και βγάζετε αυτή την ένταση;»
«Η μάνα μου, η αγάμητη, που μου σπάει τα νεύρα. Αν τύχει να τσακωθούμε, απλώς δεν θα θες να είσαι μπροστά. Τραγωδίες. Η αγαμησιά φταίει!… Όταν μια γυναίκα μένει απότιστη, αυτά παθαίνει… Θέλει επειγόντως έναν άντρα… Κάποιον να τη πασσαλώσει.»
Ο Νικηφόρος άκουσε την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και, παρά την πρόσφατη ένταση, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ελαφρύ, σαρδόνιο χαμόγελο. Ο τρόπος που η Δανάη πετούσε τέτοιες ατάκες, ωμές, καυστικές και απόλυτα λάγνα διατυπωμένες, ήταν μοναδικός.
«Βρε τι ακούνε τα αφτιά μου...» της είπε χαμηλά, κουνώντας το κεφάλι του με ανάμεικτη έκπληξη και περιέργεια, καθώς την πλησίασε ένα βήμα. Δηλαδή για όλα φταίει η έλλειψη... θεραπείας; Έτσι το δικαιολογείς το ξύλο που παίζετε κάθε τρεις και λίγο;
Η Δανάη γύρισε το κεφάλι της, τον κοίταξε με τα οπάλια χρώμα μάτια της να γυαλίζουν από πονηριά και σήκωσε τους ώμους της με μια χαρακτηριστική, αδιάφορη χάρη.
« Ε, βέβαια! Τι νόμιζες; Όταν μια γυναίκα μένει στεγνή και ανικανοποίητη, της φταίνε τα πάντα. Η μύγα, ο αέρας, η ίδια της η σκιά, συνέχισε, πετώντας μια τελευταία, διαπεραστική ματιά πριν ετοιμαστεί να φύγει για την παραλιακή ντίσκο με τις ξαδέρφες της. Γι' αυτό σου λέω... πρόσεχε μην αφήσεις καμία «απότιστη» στο χωριό χωρίς φροντίδα απόψε, γιατί στο τέλος θα μας τρελάνεις όλες!»
Με αυτά τα λόγια, του έριξε ένα τελευταίο, προκλητικό σκίρτημα με τα μάτια και χάθηκε οριστικά στο σκοτάδι, αφήνοντας τον Νικηφόρο πίσω, να χαμογελάει μόνος του, με το μυαλό του να βράζει από τις εικόνες που του είχε αφήσει κληρονομιά.
Η Δανάη αεράτη, φωτεινή, πανέμορφη, σίγουρη για τον εαυτό της, απομακρύνθηκε περπατώντας αγέρωχα και κουνώντας λικνιστικά τους γοφούς καθώς έστειλε ένα βλέμμα στο Νικηφόρο γεμάτο υποσχέσεις και μηνύματα. Όπως: «Δεν τελειώσαμε, αγόρι μου».
Αλίμονο που Θα ξεμπέρδευε έτσι εύκολα ο Νικηφόρος. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.
Στο τέλος της αυλής η Δανάη κοντοστάθηκε. Πήρε προκλητική στάση κοιτάζοντας για τελευταία φορά το Νικηφόρο, και βγήκε στο δρόμο σινάμενη και κουνιστή. Το δεκαοκτάχρονο πουτανί ξέρει τόσο καλά το παιχνίδι της πρόκλησης. Όλες οι πράξεις της προμελετημένες αποβλέπουν στην εξουδετέρωση των αντιστάσεων του Νικηφόρου. Κι αυτός όμως τη βοηθάει σ’ αυτό. Θαρρώντας τον εαυτό του γυναικοκατακτητή πέφτει στην καλοστημένη παγίδα της.
Ο Νικηφόρος έχωσε τα χέρια στις τσέπες του και αναστέναξε τσιτωμένος. Το συμβάν τον είχε αφήσει ανήσυχο και εκνευρισμένο.
Ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος στο σκοτάδι της αυλής, παρακολουθώντας την σιλουέτα της να χάνεται στον δρόμο, ενώ η μυρωδιά από το άρωμά της φαινόταν να αιωρείται ακόμα στην ατμόσφαιρα. Η ένταση που του είχε αφήσει το πέρασμά της δεν καταλάγιαζε· αντιθέτως, δυνάμωνε, αφήνοντάς τον σε μια κατάσταση εκρηκτικής εγρήγορσης.
Πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του, νιώθοντας το αίμα του να βράζει. Η αυτοπεποίθηση του έμπειρου seaman, του άντρα που πίστευε ότι είχε τον απόλυτο έλεγχο σε κάθε κατάσταση, είχε δεχτεί σοβαρό πλήγμα. Η μικρή τον είχε παίξει ακριβώς εκεί που ήθελε, αποδομώντας κάθε του άμυνα μεθοδικά, σαν έμπειρη στρατηγός του πάθους. Και το χειρότερο; Το ήξερε, αλλά το απολάμβανε μέχρι μεδουλιού.
Καθώς τα βήματα της Δανάης έσβηναν οριστικά στο βάθος, η νύχτα άπλωνε ξανά τη βαριά σιωπή της πάνω από το χωριό. Όμως ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως η ηρεμία αυτή ήταν απατηλή. Η αχλάδα είχε την ουρά της στην άκρη, και η επιστροφή της αργά το βράδυ από την παραλιακή ντίσκο προμήνυε μια αναμέτρηση που θα τίναζε τα πάντα στον αέρα.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ασφυκτική πάνω από το χωριό, κρύβοντας επιμελώς τις σκιές και τα μυστικά της αποθήκης, αλλά η ατμόσφαιρα στην τοπική πλατεία μύριζε ήδη μπαρούτι. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πώς ένα φαινομενικά ήσυχο σαββατόβραδο βράδυ θα εξελισσόταν σε ένα γαϊτανάκι παθών, ζήλιας και απρόβλεπτων ανατροπών, με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ξαφνικά στο επίκεντρο μιας θύελλας που δεν μπορούσε πια να ελέγξει.
Ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τους παλμούς του και να απομακρυνθεί από την αποθήκη για να μην προδώσει τις διεργασίες του κορμιού του, η μοίρα, ή μάλλον οι παράλληλες ιστορίες του χωριού, είχε άλλα σχέδια. Η Φαίδρα, με το κοφτερό της βλέμμα και την αέρα μιας γυναίκας που ξέρει ακριβώς τι θέλει και πώς να το απαιτήσει, κινούνταν ήδη προς το μέρος του, έτοιμη να ανακαλύψει τα ίχνη της φωτιάς που ο Νικηφόρος είχε αφήσει πίσω του.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Νεφέλη, η ίδια η Νεφέλη που το όνομά της είχε πέσει λίγο νωρίτερα σαν «φωτιά» ανάμεσα στον Νικηφόρο και τη Δανάη, εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά, με ένα λάγνο, μυστηριώδες χαμόγελο στα χείλη και μια διάθεση απόλυτης σύγκρουσης. Τα κομμάτια του παζλ άρχισαν να ενώνονται επικίνδυνα. Οι ψίθυροι έγιναν κραυγές, τα βλέμματα άναψαν φωτιές, και το σαββατόβραδο μετατράπηκε σε μια αδίστακτη αρένα όπου οι κανόνες είχαν πια καταργηθεί.
Ο Νικηφόρος κοίταξε τη Φαίδρα από τη μια, ένιωσε τη σκιά της Νεφέλης να πλησιάζει, και στο βάθος το βλέμμα της Δανάης να τον προκαλεί ακόμα.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, γύρισε απότομα την πλάτη της, άρπαξε την τσάντα της και έφυγε με γρήγορα, νευρικά βήματα προς το μέρος όπου οι ξαδέρφες της την περίμεναν για να ετοιμαστούν για την παραλιακή.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος του, με ένα αναγκαστικό, πονεμένο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του. Η παρτίδα είχε γίνει πιο επικίνδυνη και πιο καυτή από ποτέ.
Η Νεφέλη είχε κάνει την εμφάνιση της και τον κοίταξε καχύποπτα.
«Πρέπει να καβγάδισες με τη μικρή μας δεσποινίδα;» παρατήρησε.
«Δεν ήταν καβγάς» είπε απολογητικά ο Νικηφόρος.
«Τότε τι ήταν;»
«Απλά σαν μεγαλύτερος την συμβούλεψα κάπως πιεστικά και αντέδρασε.»
«Ελπίζω να μην ήσουν κακός μαζί της..»
«Εγώ, κακός με τη Δανάη;.» Της λέει και στη συνέχεια συμπληρώνει άηχα την σκέψη του.
«Εγώ, κακός με τη Δανάη; Για μένα θα έπρεπε να ανησυχείς. Έπειτα από την συζήτηση που είχα μαζί της, εγώ φεύγω σέρνοντας ξοπίσω μου τα εντόσθια μου και παρά το νεαρό της ηλικίας της είναι όχι απλά καλή, αλλά «δυναμίτης» στο σεξ;!»
Η Νεφέλη στεκόταν απέναντί του, σταυρώνοντας τα χέρια της κάτω από το στήθος της με μια κίνηση που τόνιζε ακόμα περισσότερο τις καμπύλες της, ενώ τα μάτια της τον σάρωσαν διεισδυτικά. Το βλέμμα της ήταν κοφτερό, ικανό να διαπεράσει τις δικαιολογίες και τα μισόλογα του Νικηφόρου. Ξέρω εγώ τι «συμβουλές» της δίνεις εσύ, Νικηφόρε... του είπε με μια φωνή που έκρυβε υπονοούμενα και μια ελαφριά, ειρωνική δόση ζήλιας. Από μακριά φαινόταν η «πίεση». Η μικρή έχει πάρει φόρα που δεν μαζεύεται με τίποτα, και φοβάμαι πως κάποια στιγμή θα τινάξετε το χωριό στον αέρα.
Ο Νικηφόρος κατάπιε την αμηχανία του, προσπαθώντας να κρατήσει μια άνετη, σχεδόν αδιάφορη στάση, αν και η εσωτερική του θερμοκρασία είχε ανέβει επικίνδυνα. Η σκέψη του βρισκόταν ήδη στην απειλή της Δανάης για το βράδυ και στις διαθέσεις της Νεφέλης που είχε μπροστά του. «Υπερβάλλεις, Νεφέλη,» της απάντησε χαμογελώντας στραβά, παίζοντας με το χέρι στην τσέπη του. Εμείς οι μεγαλύτεροι απλώς προσπαθούμε να βάλουμε μυαλό στους νέους. Τίποτα παραπάνω.
Η Νεφέλη έκανε ένα βήμα πιο κοντά του, πλησιάζοντας τον τόσο που η μυρωδιά από το άρωμά της ανακατεύτηκε με τη δροσερή αύρα της βραδιάς. Τα χείλη της σχημάτισαν ένα πονηρό, προκλητικό χαμόγελο.
Στους νέους, ε; ρώτησε χαμηλώνοντας τη φωνή της, αφήνοντας το βλέμμα της να κατέβει αργά προς το σώμα του και να σταθεί επίμονα. Γιατί εμένα η εικόνα σου αυτή τη στιγμή δεν μου θυμίζει καθόλου δάσκαλο που δίνει συμβουλές. Μου θυμίζει άντρα που έχει μπλέξει σε δίχτυα που δεν μπορεί να ξεμπλέξει... ή μήπως δεν θέλει καθόλου να ξεμπλέξει;





'

