ADS

click to open

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Outdoor Shower

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part: 5»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).. 
Ήταν η τελευταία εβδομάδα. Σαν να ήθελαν να πιουν το καλοκαίρι ως την τελευταία σταγόνα, οι δύο οικογένειες περνούσαν τα απογεύματά τους στην ακρογιαλιά. Φωνές, γέλια, βουτιές και κουβέντες αέρινες, χωρίς άλλο σκοπό παρά να τεντώσουν την ομορφιά αυτών των τελευταίων, ανέμελων ημερών.
Όλοι εκτός από τον Νικηφόρο.
Νιώθοντας μια παράξενη κούραση και βαριά διάθεση, είχε προτιμήσει να μείνει στο σπίτι της Νεφέλης. Βυθισμένος στον φαρδύ καναπέ του μπαλκονιού, άφηνε το βλέμμα του να χάνεται εκεί πέρα, όπου το γαλάζιο της θάλασσας έσμιγε με τον ουρανό. Δεν του μιλούσε κανείς, δεν ζητούσε τίποτα. Και παραδόξως, αυτός ο αποκλεισμός τού λύτρωσε την ψυχή.
Έμεινε ακίνητος, χαζεύοντας τις αστραπές του φωτός να γλιστρούν στα νερά. Οι σκέψεις του, τα αιώνια δίκτυα του νου του, χαλάρωσαν, έγιναν αραιές, σχεδόν ανύπαρκτες. Δεν έλυνε τίποτα, δεν σχεδίαζε το αύριο. Υπήρχε απλώς. Για λίγες στιγμές, είχε πετάξει από πάνω του το βάρος των θέλω, των πρέπει, των προσδοκιών.
Ο παλμός του κόσμου είχε πέσει στον αργό ρυθμό της παλίρροιας. Το κύμα χάιδευε την αμμουδιά κι έπειτα τραβιόταν πίσω, σαν ανάσα αργή, γεμίζοντας το μπαλκόνι με έναν ψίθυρο σαν νανούρισμα. Ο Νικηφόρος έκλεισε τα βλέφαρα. Η ζέστη του απογεύματος, το αλάτι στο δέρμα του και ο μονότονος, λυτρωτικός παλμός του νερού τον παρέσυραν σε μια βαθιά, σχεδόν υπερβατική γαλήνη.
Ήταν ήρεμος. Πιο ήρεμος από ποτέ τα τελευταία χρόνια. Και για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα, ο χρόνος σταμάτησε να τον τρομάζει. Το καλοκαίρι είχε ακόμα λίγη ζωή μέσα του, μπορούσε να περιμένει.
Πρώτη από όλους, όπως συνήθιζε, η Νεφέλη ξεπρόβαλε από τη θάλασσα, πάντα ένα βήμα μπροστά, η αεικίνητη ψυχή του σπιτιού. Ενώ οι υπόλοιποι συνέχιζαν να παίζουν στα σμαραγδένια νερά, εκείνη χώθηκε ορμητικά κάτω από το ντους στην άκρη της αυλής, για να ξεπλύνει το αλάτι.
Ο Νικηφόρος άκουσε το νερό να σκίζει τη σιωπή πριν καλά-καλά γυρίσει. Κι όταν τα μάτια του έπεσαν πάνω της, η ανάσα του κόπηκε.
Το νερό έτρεχε στα μούσκεμα μαλλιά της, στο πρόσωπο, κυλούσε ποτάμι στους ώμους και χάραζε αστραφτερά αυλάκια πάνω στο ηλιοψημένο της δέρμα. Το μαύρο μαγιό αγκάλιαζε σφιχτά τις πληθωρικές της καμπύλες, κι εκείνη η εικόνα, λουσμένη στο χρυσαφένια φως του απογεύματος, είχε μια μαγνητική, σχεδόν υπνωτική δύναμη.
Η νωχέλεια του Νικηφόρου εξαφανίστηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Έμεινε ακίνητος, να την κοιτάζει κομμένος.
Κάτω από το νερό, η Νεφέλη συνέχιζε αμέριμνη. Ο Νικηφόρος, καρφωμένος στη θέση του, συνειδητοποίησε πως η σιωπή τους δεν ήταν πια καταφύγιο· ήταν το πεδίο μιας σιωπηλής ομολογίας. Όλα όσα απέφευγαν να πουν είχαν συμπυκνωθεί σε εκείνη τη μοναδική, βαριά ανάσα.
Εκείνη το ένιωσε. Σήκωσε τα μάτια και μια σπίθα διαπέρασε το βλέμμα της. Ένα πονηρό, σχεδόν προκλητικό χαμόγελο έσκασε στις άκρες των χειλιών της· το χαμόγελο όποιου ξέρει πως κρατάει τα ηνία και απολαμβάνει το παιχνίδι της φωτιάς.
Ο ήχος του ντους σταμάτησε. Μια ματιά πέρα από τη μάντρα επιβεβαίωσε αυτό που ήξερε: οι άλλοι ήταν ακόμα κάτω, στη θάλασσα. Μόνοι. Εκείνος κι εκείνη.
Χωρίς να βιαστεί, με μια κίνηση αιφνιδιαστικής οικειότητας, πέταξε το βρεγμένο μαγιό της. Γυμνή κάτω από το χρυσαφένιο φως του απογεύματος, με το σταρένιο της κορμί να λαμπυρίζει από τις τελευταίες σταγόνες, στάθηκε για δευτερόλεπτα να την πιει το μάτι του. Έπιασε την πετσέτα κι άρχισε να σκουπίζεται αργά, βασανιστικά νωχελικά. Και σε κάθε της κίνηση, τα μάτια της ανέβαιναν σε εκείνον, καρφώνοντας τον στον καναπέ.
Ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος, καθηλωμένος. Η Νεφέλη το διασκέδαζε. Γνώριζε πως τον είχε στριμώξει στη γωνία, κι αντί να του προσφέρει σανίδα σωτηρίας ή κάποια εύκολη ατάκα, αποφάσισε να τραβήξει το σχοινί λίγο παραπέρα, με εκείνη την αφοπλιστική της αυτοπεποίθηση.
Άπλωσε το χέρι, τράβηξε από το σχοινί της αυλής το ανάλαφρο, φλοράλ φόρεμα της και το φόρεσε αργά. Κάθε της κίνηση ήταν μελετημένη, υπολογισμένη ώστε να μη χαθεί ούτε ίχνος από το βλέμμα του. Το ύφασμα γλίστρησε στο κορμί της καθώς τα δάχτυλά της το τακτοποιούσαν, ενώ τα μάτια της τον τρυπούσαν πότε-πότε, μεταφέροντας το ανείπωτο μήνυμα, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν τυχαίο.
Ο Νικηφόρος το ένιωσε στο πετσί του. Δεν ήταν απλώς μια τυχαία στιγμή δίπλα στο ντους. Ήταν μια καθαρή πρόκληση. Και η Νεφέλη κρατούσε γερά τα ηνία.
Καθώς το φόρεμα έπεσε οριστικά στις γραμμές του σώματός της, έδιωξε τα μαλλιά από το πρόσωπο με μια κίνηση και τον κάρφωσε με τα μάτια της.
«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε με μια υπόνοια σαρκασμού στη φωνή.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε άβολα. Εκείνη περιορίστηκε να σηκώσει ελαφρά το φρύδι. Η απάντηση ήταν περιττή· την ήξεραν και οι δυο τους.
«Ξαφνικά ένιωσα σαν να με είχε πατήσει τρένο. Αλλά τώρα… καλύτερα, της απάντησε με μια δόση ομολογίας στη φωνή.
Άφησε έναν βαθύ, ηχηρό αναστεναγμό και, παρά το τράβηγμα της αμηχανίας, τα μάτια του είχαν καρφωθεί πάνω της. Η ταραχή του ήταν ολοφάνερη. Εκείνη, από την άλλη, το εισέπραττε σαν προσωπικό της θρίαμβο· ένα πονηρό, σίγουρο χαμόγελο της φώτισε τα χείλη.
Ανέβηκε στη βεράντα και στάθηκε δίπλα του, τόσο κοντά που η ζεστασιά και η μυρωδιά της τον τύλιξαν. Ο Νικηφόρος σήκωσε το κεφάλι. Η σιωπή βάθυνε ανάμεσά τους για δευτερόλεπτα.
Η Νεφέλη ζυγίστηκε, έσκυψε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε κατάματα.
«Λοιπόν;» τον ρώτησε μες στα μέλια.
Εκείνος χαμογέλασε στρεβλά. «Εσύ ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις.
Τα μάτια της άστραψαν. «Εγώ; Τι έκανα εγώ;»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε το κεφάλι, νιώθοντας την παγίδα να κλείνει γύρω του. Ήξερε πως η Νεφέλη έπαιζε μαζί του, κι ακόμα χειρότερα, πως απολάμβανε κάθε στιγμή της αμηχανίας του. Το χειρότερο απ' όλα, όμως, ήταν ότι το απολάμβανε κι εκείνος.
«Πολύ ζεστή η μέρα σήμερα! Έχει και μια υγρασία που δεν υποφέρεται με τίποτα. Νιώθω το φουστάνι μου να κολλάει πάνω μου! Δεν το μπορώ… θέλω να τα βγάλω όλα!» του πέταξε με ένα προκλητικά αθώο ύφος.
Με μια αργή, υπολογισμένη κίνηση, έπιασε το στρίφωμα από το φλοράλ φόρεμά της και άρχισε να το ανασηκώνει ελαφρά, ανεμίζοντας το για να περάσει ο αέρας στο κορμί της. Το έκανε απροκάλυπτα, μπροστά στα μάτια του, γνωρίζοντας πολύ καλά τι προκαλούσε. Η Νεφέλη ήταν δασκάλα στο είδος της.
Ο Νικηφόρος πάλευε να κρατήσει τα προσχήματα, αλλά η μάχη ήταν χαμένη από χέρι. Το βλέμμα του είχε καρφωθεί πάνω της, αιχμάλωτο, ενώ εκείνη τον κοιτάζε με εκείνο το πονηρό, νικηφόρο βλέμμα.
«Καλύτερα τώρα;» τον πείραξε.
«Εσύ θα με αποτελειώσεις τελείως,» έρρεε η φωνή του σαν μουρμουρητό.
Η Νεφέλη έβαλε τα δυνατά της γέλια. «Μα εγώ προσπαθώ απλώς να δροσιστώ!»
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.»
Το γέλιο της αντήχησε πιο ζεστό, πιο ελεύθερο. Τα λόγια ήταν πια περιττά· το παιχνίδι είχε βρει τη δική του πορεία, έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Εκείνη ευχαριστιόταν τον έλεγχο και τη δύναμη που ασκούσε πάνω του, κι εκείνος, παρότι ήξερε πως πιανόταν με τα χέρια του στη φάκα, δεν είχε ούτε μισή πρόθεση να ξεφύγει. Για τη Νεφέλη ήταν μια παρτίδα φλερτ και πρόκλησης. Για τον Νικηφόρος, όμως, ήταν μια πυρκαγιά που άρχιζε να φουντώνει επικίνδυνα. Το ήξεραν κι οι δυο.
«Υπέροχη θέα έχει αυτό το μπαλκόνι, δε συμφωνείς; πέταξε η Νεφέλη με αθώο ύφος, δείχνοντας με το χέρι τον ανοιχτό κόλπο. Να αγναντεύεις τη θάλασσα, το βουνό... σε κάνει να χάνεσαι.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε πονηρά. «Όντως, η θέα είναι καθηλωτική,» αποκρίθηκε.
Μόνο που το βλέμμα του δεν είχε καμία σχέση με το γαλάζιο του ορίζοντα· ήταν καρφωμένο πάνω της. Η Νεφέλη το έπιασε αμέσως στον αέρα. Γύρισε το σώμα της προς το μέρος του και του πέταξε ένα βλέμμα ολάνοιχτο, γεμάτο νάζι και υπόσχεση.
Ο Νικηφόρος ένιωθε την ανάσα του να βαραίνει ελαφρά και το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω της, ενώ οι σκέψεις του είχαν πάψει προ πολλού να ακολουθούν λογική σειρά. Υπήρχαν στιγμές όπου η έλξη δεν χρειαζόταν ούτε εξήγηση ούτε επιχειρήματα. Ήταν απλώς εκεί, μια δύναμη σχεδόν μαγνητική, που επηρέαζε τον εσωτερικό κόσμο πριν προλάβει η λογική να παρέμβει. Ίσως αυτό να εννοούσε και ο Νοβάλις όταν μιλούσε για τη μαγική δύναμη του έρωτα: εκείνη την παράξενη αίσθηση που μετακινεί κάτι μέσα μας χωρίς να ζητήσει άδεια.
Η Νεφέλη διέκρινε καθαρά την έξαψη στο βλέμμα του. Ένα πλατύ χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στα χείλη της.
«Τι λες κι εσύ;» τον ρώτησε με προσποιητή αθωότητα.«Δεν αξίζει το θέαμα που έχεις μπροστά σου;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για λίγο χωρίς να απαντήσει.
«Εεε... ναι! Και βέβαια είναι η καλύτερη θέα!»
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του.
Η Νεφέλη έγειρε ελαφρά το κεφάλι, απολαμβάνοντας την απάντησή του. «Μόνο η θάλασσα εννοείς;» Εκείνος γέλασε. «Μια θάλασσα όμορφη σαν κρίνο, που μέσα της κοιμήθηκε ένα φίδι, όπως λέει κι ένας ποιητής.» 
Η Νεφέλη σιώπησε για δευτερόλεπτα, πριν ένα πονηρό, κατακτητικό χαμόγελο φωτίσει το πρόσωπο της.
«Κοιτάξτε τον ποιητή μας!» πέταξε με ειρωνικό νάζι.
«Εσύ φταις γι' αυτό,» αποκρίθηκε αφοπλιστικά εκείνος.
«Εγώ;»
«Εσύ μου 'βαλες τα γυαλιά να κοιτάζω τη θέα»
Έσκασαν στα γέλια κι οι δυο, αν και η ατμόσφαιρα είχε βαρέσει κόκκινο. Κανείς τους δεν ξεγελιόταν πια· η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
«Για δες τι λέει ο ποιητής... Πολύ γοητευτικό ακούγεται, συνέχισε εκείνη με μισόλογα, πνίγοντας ένα σαρδόνιο γέλιο. Σε τρώει η περιέργεια να βουτήξεις, ε; Στα βαθιά, να πιεις το νερό στο ποτήρι...»
Η φωνή της είχε λιώσει σε έναν ψίθυρο γεμάτο υπόσχεση. Ο Νικηφόρος την άκουγε, αιχμάλωτος. Ήξερε πως το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλη διάσταση, κι ούτε που ήθελε να γυρίσει πίσω. Την κοίταξε κατάματα, με το βλέμμα του να καίει.
«Ακριβώς έτσι, της είπε χαμηλόφωνα. Όταν ο νους αμολάει κάβο, οι επιθυμίες θεριεύουν.»
Σταμάτησε για δευτερόλεπτα, αφήνοντας τη σιωπή να βαφτεί με προσμονή. «Νεφέλη, εσύ μου γυρίζεις το μυαλό τούμπα. Κοιτάζω τις πλαγιές του Χελμού απέναντι και δεν βλέπω βουνά· βλέπω εσένα. Το πρόσωπό σου, το στήθος σου, την κοιλιά, τα πόδια σου... Κι ολόκληρος αυτός ο κόσμος εδώ πέρα μοιάζει πια με έναν χάρτη που λαχταρώ να εξερευνήσω σπιθαμή προς σπιθαμή.»
Η Νεφέλη τον άκουγε ακίνητη, χωρίς να βγάλει κιχ. Η έκφρασή της είχε μαλακώσει, είχε βαθύνει. Τα βλέφαρα της βαραίνουν και ξανασάλεψαν, ενώ το κεφάλι της έγυρε απαλά προς τα πίσω. Από πάνω της ο απέραντος ουρανός, από κάτω της το κύμα. Κι εκείνη στη μέση, σαν μεθυσμένη, να μην ξέρει πια ποια αλήθεια να πιστέψει: αυτήν που άπλωνε μπροστά της ή εκείνη που γεννιόταν μέσα από τη φαντασία του.
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ακόμη περισσότερο τη φωνή του, σχεδόν σε ψίθυρο. «Κι ίσως το πιο αληθινό ταξίδι να είναι εκείνο που δεν έχει χάρτη.
Η Νεφέλη χαμογέλασε εκ των έσω. Κανείς τους δεν κορόιδευε πια τον άλλον, η θάλασσα ήταν απλώς το πρόσχημα.
Σιώπησαν για λίγο. Τα μάτια τους άγγιζαν ο ένας τον άλλον σαν χάδι, πριν αποτραβηχτούν και ξανασυναντηθούν. Μόνος συνοδός τους ο ήχος του νερού, που έδενε τα κενά ανάμεσα στις ανάσες τους. Το φλερτ είχε πια ξεπεράσει τις λέξεις· είχε γίνει μια σιωπηλή, κοινή γλώσσα που δεν ζητούσε πια άδεια.
Πάνω στην κορύφωση του πυρετού τους, η πραγματικότητα εισέβαλε χωρίς προειδοποίηση. Στην είσοδο της αυλής σκέπασε τις φωνές τους η υπόλοιπη οικογένεια που επέστρεφε.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν άγαλμα. Το αίμα του πάγωσε στις φλέβες του, η ανάσα του κόπηκε. Ένα αόρατο καμπανάκι χτύπησε συναγερμό μέσα του, παρότι κανείς δεν τους είχε ακουμπήσει.
Η Εριφύλη πλησίασε πρώτη. Έσκυψε πάνω του με όλη τη φυσική της τρυφερότητα, ακουμπώντας τα χείλη της στο μέτωπό του. «Μάλλον έχεις πυρετό... Να σου φέρω ένα θερμόμετρο;»
Ο Νικηφόρος προσπάθησε να στήσει ένα πειστικό χαμόγελο, ενώ το στομάχι του έκαιγε. Η Νεφέλη στάθηκε δίπλα τους, αγέρωχη και απόλυτα κυρίαρχη του παιχνιδιού, χωρίς ούτε μια ρυτίδα ταραχής στο πρόσωπό της.
«Άσε, πήγαινε να μαζέψεις τα παιδιά. Θα τον φροντίσω εγώ.»
Η Εριφύλη την κοίταξε ευγνώμων. «Αχ, Νεφέλη μου, τι θα κάναμε χωρίς εσένα; Θησαυρός είσαι.»
«Να 'σαι καλά, κορίτσι μου,» αποκρίθηκε εκείνη με μια απόλυτα φυσική, καθησυχαστική χροιά.
Μόλις η Εριφύλη χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού για τα παιδιά, η Νεφέλη έσκυψε ελαφρά προς τον Νικηφόρο, με τα μάτια της να φλογίζονται από πονηριά.
«Θησαυρός, ε;» του ψιθύρισε με χαμηλό, βελούδινο τόνο. «Κρίμα που ορισμένοι δεν ξέρουν να τον εκτιμούν... αν και εσύ, όπως φαίνεται, το σκέφτεσαι αλλιώς.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα, με το πρόσωπο του σοβαρό αλλά το βλέμμα του να καίει.
«Το ότι δεν το φωνάζω στους δρόμους, της αντέτεινε χαμηλόφωνα, δεν σημαίνει πως δεν αναγνωρίζω την αξία σου... και τα προτερήματά σου.
Η Νεφέλη έλαμψε ολόκληρη. «Μάλιστα...»
Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, αφήνοντας το υπονοούμενο να αιωρείται. «Βλέπω πως το πιάνεις το νόημα γρήγορα. Μου αρέσει.»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε τα μάτια, δίνοντας αγώνα να κρατήσει το χαμόγελό του. Δίπλα τους, οι άλλοι κινούνταν σε αποστάσεις αναπνοής. Κι όμως, γύρω τους είχε υφανθεί ένας αόρατος, παράλληλος κόσμος· ένας χώρος αποκλειστικός, κατοικημένος από τις πιο κρυφές τους σκέψεις και από μια λαχτάρα που δεν ζητούσε πια ονόματα για να υπάρξει.
Η Νεφέλη επέστρεψε γρήγορα κρατώντας ένα ελαφρύ σεντόνι. Στάθηκε πάνω από τον καναπέ κι άπλωσε το χέρι. Καθώς τα δάχτυλά της άγγιξαν το δέρμα του στο μέτωπο, η ανάσα της κόπηκε για μια στιγμή, μια ανεπαίσθητη ταραχή που πρόδιδε πως το παιχνίδι δεν ήταν καθωσπρέπει αθώο. Τον σκέπασε με προσοχή, του έβαλε το θερμόμετρο κι ετοίμασε το αντιπυρετικό, παίζοντας με απόλυτη φυσικότητα τον ρόλο της νοσοκόμας κάτω από τα ανυποψίαστα βλέμματα όλων.
Φέρνοντας ένα ελαφρύ σεντόνι, η Νεφέλη πλησίασε τον καναπέ. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το μέτωπο του, μια επαφή που έκανε την καρδιά της να σκιρτήσει, προτού τον σκεπάσει με φροντίδα και του τοποθετήσει το θερμόμετρο, ετοιμάζοντας ταυτόχρονα το χάπι.
«Κάνε λίγο χώρο,» του ψιθύρισε.
Χώθηκε πλάι του στον καναπέ, τόσο στριμωγμένα που η μυρωδιά και η ζεστασιά της τον τύλιξαν ασφυκτικά. Ο Νικηφόρος αναρωτήθηκε αν η εγγύτητα ήταν τυχαία. Εκείνη, διαβάζοντας κάθε του σκέψη, δεν οπισθοχώρησε ούτε χιλιοστό.
«Για να δούμε το σκορ,» είπε ήρεμα, τραβώντας το θερμόμετρο.
Τα μάτια της άστραψαν πονηρά. «Τριάντα επτά και δύο. Δέκατα, τίποτα σοβαρό. Ένα ντεπόν θα σε κάνει περδίκι. Ή μήπως θες να φωνάξουμε γιατρό;»
Σταμάτησε, αφήνοντας το χαμόγελό της να πλατύνει. «Με το άλλο όμως, το ζωηρό που ξύπνησε και δεν λέει να ησυχάσει, τι θα κάνουμε;»
Το χέρι της γλίστρησε ανάλαφρα πάνω από το σεντόνι, χαϊδεύοντας τον. Ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η θεραπεία μόλις είχε αρχίσει να ξεφεύγει από τα ιατρικά πρωτόκολλα.
Η Νεφέλη τον κοίταξε μες στα μάτια. «Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις… Εσύ είσαι ο ασθενής, εγώ απλώς ακολουθώ θεραπευτική αγωγή.»
Εκείνος της ανταπέδωσε ένα βλέμμα φωτιάς, με όλη την αντρίκια σιγουριά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
«Κάτσε να το εξετάσουμε το θέμα επιστημονικά,» της αποκρίθηκε με ύφος απόλυτου κατακτητή. «Αυτό γιατρειά βρίσκει σίγουρα.»
Η Νεφέλη έσκυψε σχεδόν πάνω στο στόμα του, αφήνοντας τα λόγια της να γλιστρήσουν σαν καυτή ανάσα.
«Έκφυλο κάθαρμα... Μόνο λόγια είσαι! Δεν βλέπεις πώς έχω γίνει; Αν ήμασταν μόνοι τώρα, θα σου 'δειχνα εγώ...»
Ο Νικηφόρος δεν πτοήθηκε, το χαμόγελό του πλάτυνε επικίνδυνα. «Μη φοβάσαι, κάνω ήδη σχέδια για την πρώτη ευκαιρία που θα μας κλείσει μόνους.
«Άντε, περίμενε να τη βρούμε! αντέτεινε εκείνη με λαχτάρα στα μάτια. Αλλά μην το γυρνάς αλλού, πες μου τι ακριβώς σκέφτεσαι.»
«Νεφέλη μου... της ψιθύρισε με φωνή βραχνή. Σε γουστάρω τρελά. Το μυαλό μου έχει καεί ολοσχερώς. Και το χειρότερο είναι πως εσύ κρατάς τα σπίρτα.»
Εκείνη τον κοίταξε επίμονα, πριν αλλάξει απότομα ύφος και του κάνει νόημα με τα χέρια να χαμηλώσει τους τόνους. «Σςς, ασθενή μου, θα μας πάρουν χαμπάρι.»
Ήταν αργά. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε με πάταγο και τα μέλη της οικογένειας ξεχύθηκαν ξανά έξω, γκρεμίζοντας το σκηνικό του πάθους σε κλάσματα δευτερολέπτου. Η Εριφύλη, έτοιμη να κλείσει τις εκκρεμότητες της ημέρας, κοίταξε αμέσως προς τη Νεφέλη.
«Νεφέλη, πεταγόμαστε μέχρι το χωριό με τον θείο και τα πιτσιρίκια για προμήθειες, κοτόπουλο στη σούβλα, σουβλάκια, παγωτά.» Η Άλκηστις κόλλησε μέσα με τη σειρά της. «Θα έρθεις μαζί μας;»
Η Νεφέλη κοίταξε εναλλάξ τον Νικηφόρο και την Εριφύλη, με το πρόσωπό της να φωτίζεται από μια πονηρή λάμψη.
«Όχι, εγώ θα μείνω εδώ. Βαριέμαι να τρέχω, θα κάνω παρέα στον άρρωστο, είπε με αθώο ύφος. Αν και... βλέπω πως ο ασθενής μας έχει αρχίσει να αναρρώνει μια χαρά.»
Ο Νικηφόρος δάγκωσε τα χείλη του για να μη γελάσει, ενώ η Νεφέλη στεκόταν ακίνητη, παίζοντας υποδειγματικά τον ρόλο της υπεύθυνης.
Λίγα λεπτά αργότερα, μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους και η πολυκατοικία ερήμωσε, η Νεφέλη σηκώθηκε. Με πρόφαση ένα ακόμα αντιπυρετικό από το μπάνιο, έκανε μια στάση στο σαλόνι για να βεβαιωθεί πως η Άλκηστις είχε απορροφηθεί από την τηλεόραση, απολαμβάνοντας τη δροσούλα της με το αναψυκτικό της.
Επιστρέφοντας, επικαλέστηκε τα κουνούπια, έσπρωξε την μπαλκονόπορτα να κλείσει και τράβηξε τις κουρτίνες. Η νύχτα μπήκε μέσα σε ένα ασφαλές, ημίφως καταφύγιο. Ξανακάθισε στον καναπέ, πλάι του. Ο Νικηφόρος της άνοιξε αμέσως χώρο, τραβώντας την πάνω του με το ένα της πόδι ανεβασμένο στον καναπέ. Η στάση της ήταν προκλητική, ανοιχτή, έτοιμη να τινάξει τις τελευταίες αναστολές στον αέρα. Η θέα της τον τρέλανε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε βαθιά στα μάτια, με το πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
«Γιατί έκλεισες την μπαλκονόπορτα;» της ψιθύρισε, γλιστρώντας αργά το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της.
«Αλήθεια, δεν ξέρεις;» του αποκρίθηκε εκείνη με μια φωνή λιωμένη από προσμονή, έτοιμη να παραδοθεί.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σκοτεινά και γλίστρησε το χέρι του στο σώμα της, αφήνοντας τα δάχτυλά του να βρουν την υγρή, καυτή της δίοδο.
«Μμμ, ναι... συνέχισε, θέλω να με χαϊδέψεις εκεί, να με τρίψεις μέχρι να τιναχτώ! του ψιθύρισε η Νεφέλη με κομμένη την ανάσα.
Η πίεση από τον στύλο του στα κωλομέρια της ήταν πια αβάσταχτη, σκληρή σαν πέτρα κάτω από το ύφασμα. Άνοιξε τα πόδια της πιο πλατιά, υποδεχόμενη τα δάχτυλά του, ενώ ταυτόχρονα το δικό της χέρι τρύπωσε στη βερμούδα του.
Μόλις τύλιξε τα δάχτυλά της γύρω από τον πούτσο του, η ανάσα της κόπηκε. Ένα αναφιλητό έκπληξης ξέφυγε από τα χείλη της πριν σκάσει σε ένα πονηρό, λαίμαργο γέλιο. «Παναγία μου... Τι τέρας είναι αυτό, αγόρι μου; Είναι ακόμα πιο τεράστιος απ' όσο φανταζόμουν!»
Το χέρι της άρχισε να κινείται αδηφάγα πάνω-κάτω, σφίγγοντας τη σκληρή, παλλόμενη σάρκα.
«Καλά... δεν απορώ που τον λιγουρεύονται όλες, η ανιψιά σου κι η κόρη μου! Τέτοιο εργαλείο δεν το αφήνεις ούτε λεπτό σε ησυχία. Έλα εδώ τώρα, να σε περιποιηθεί η θεία σου όπως του πρέπει...»
Ο Νικηφόρος γλίστρησε το μακρύ, μεσαίο του δάχτυλο ανάμεσα στα μπούτια της Νεφέλης και της χάιδεψε τα παχιά της μουνόχειλα.
Το δικό της χέρι σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει στο πρησμένο καυλί από πάνω μέχρι κάτω και να τον τυραννά, έμεινε κλεισμένο σφιχτά γύρω του.
«Έλα αγόρι μου... Έλα καύλα μου γλυκιά…»
«Πες μου τι θες να σου κάνει τ’ αγόρι σου!» της είπε. «Πες μου τι θες να σου κάνει, καυλιάρα μου...» επέμεινε.
«Θέλω να νιώσω τον σκληρό πούτσο σου μέσα μου..»
« Θέλεις το καυλί μου στη μουνάρα σου, καύλα μου;»
«Ναι, καυλιάρη μου. Ναι! Το θέλω, η γαμημένη! Το θέλω, η πουτάνα!»
«Πες μου πάλι... Τι είσαι;»
«Μουνάρα γαμημένη.»
«Τι άλλο;»
«Ξεκωλιάρα. Πουτάνα!»
«Μ’ αρέσει να σε ακούω να μου το λες.»
Η θάλασσα δίπλα τους ήταν σκοτεινή μα ησυχασμένη, και ο ουρανός απάνω ξάστερος. Τ' άστρα έριχναν από ψηλά υγρές ακτίνες, μα δεν έφταναν να φέξουν κάτω τα θαμπά νερά. Ο Νικηφόρος ένιωθε την υγρή πνοή των νερών, τη βαθιά πνοή του κόλπου που απλωνόταν πέρα και ο ουρανός του τέντωνε από πάνω σκοτεινό μανδύα, σαν να ήθελε να τους φυλάξει από αδιάκριτα μάτια.
Η σιωπή γύρω τους είχε γίνει βαριά, ηλεκτρική, λες και κρυβόταν μέσα της κάτι σκοτεινό και απειλητικό. Κάθε τους κίνηση αποκάλυπτε νέες, πρωτόγνωρες αισθήσεις, μετατρέποντας το παιχνίδι σε μια ωμή, ανεξέλεγκτη ηδονή.
«Ααααχ... » ξέφυγε σαν ψίθυρος από τα χείλη της Νεφέλης, με την ανάσα της κομμένη.
«Σσσ! Προσοχή μη σκάσει κανείς και γίνει της πουτάνας,» της ψιθύρισε ο Νικηφόρος με το πρόσωπο κατακόκκινο από την αγωνία.
Το δάχτυλό του γλίστρησε βαθιά ανάμεσα στα υγρά, καυτά χείλη της. Με την πίεση, η Νεφέλη έβγαλε έναν πνιχτό βόγκο και τα δάχτυλά της έκλεισαν σφιχτά γύρω του.
«Ααααχ...»  ούρλιαξε χαμηλόφωνα ο Νικηφόρος, χάνοντας τον έλεγχο.
«Σσσσ...,» τον αποστόμωσε εκείνη με ένα πονηρό, λαχανιασμένο χαμόγελο.
Η κορύφωση ήρθε σαρωτική, αλύπητη. Σφίγγοντας τα δόντια μέχρι να ματώσουν, πάλεψαν να κρατήσουν τις κραυγές τους πίσω από τα χείλη τους, τρέμοντας μήπως προδοθούν. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σαν αιώνες μέσα σε έναν πυρετό οργασμού, μέχρις ότου οι ανάσες τους αρχίσουν να βαραίνουν και να ηρεμούν.
Αργά, ο Νικηφόρος αποσύρθηκε. Η Νεφέλη, με τα χέρια της γεμάτα, κινήθηκε γρήγορα, άρπαξε μια καθαρή βερμούδα από το σχοινί του απλώματος για να την αλλάξει, με την καρδιά της να χτυπάει μανιωδώς από τον φόβο μήπως η Άλκηστις πάρει μυρωδιά.
Κι όμως, πίσω από την τρόμο της αποκάλυψης, η φωτιά είχε ήδη ανάψει για τα καλά. Ήταν ολοφάνερο πως αυτή η στιγμή δεν ήταν παρά η πρώτη πράξη.
«Δεν τελειώσαμε εδώ, να ξέρεις... Θα υπάρξει και συνέχεια,» του ψιθύρισε, κλείνοντας του πονηρά το μάτι με μια υπόσχεση που έκρυβε ολόκληρους κόσμους.
Πρόλαβαν μόλις να πάρουν μια ανάσα και να ισιώσουν τα ρούχα τους, όταν στην αυλή ακούστηκαν οι φωνές και τα γέλια της οικογένειας που επέστρεφε.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Daphne...The Fiancee

...Ένα μικρο απόσπασμα από την ανάρτηση «Ενήλικες συναινούντες». Βλέπε....(Ενήλικες συναινούντες)..
Καλοκαίρι και μόλις έχει μπει ο Αύγουστος όταν το  πλοίο βρέθηκε σε Ολλανδικό λιμένα.  Ηταν στο Ρότερνταμ το πλοίο και αφού ολοκλήρωσε την εκφόρτωση εισήλθε στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Verolme yard, located in Rotterdam's Botlek harbor, ξεκινώντας να πραγματοποιήσει την επιθεώρηση πενταετίας (special survey), που περιλαμβάνει εκτεταμένες επισκευές και ελέγχους κατά τη διάρκεια του δεξαμενισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να παραμείνει εκτός ναύλων για μερικές εβδομάδες, σύμφωνα με το πρόγραμμα δεξαμενισμού του. Έχουν ήδη διανύσει την πρώτη εβδομάδα που στο πλοίο κατέφθασε η Δάφνη επίσημη πλέον σύντροφος του Παυσανία που πρόκειται να την παντρευτεί.
Η Δάφνη ήταν μια νεαρή φινετσάτη γυναίκα είκοσι-δυο χρονών την εποχή εκείνη. Η Δάφνη στην εφηβεία της υπήρξε μια τυπική έφηβη των ανατολικών προαστίων, που  φοιτούσε σε ιδιωτικό κολέγιο και ζούσε σχετικά άνετα τη ζωή της όταν, γνώρισε τυχαία τον Παυσανία και οι ισορροπίες στη ζωή της μπαίνουν σε νέες γραμμές. Ο έρωτάς της για το νεαρό ναυτικό θα της φέρει τα πάνω-κάτω και θα τη βγάλει εκτός της συνηθισμένης τροχιάς της ζωή της. Είναι σημαντικό που άκουσε την καρδιά της, αλλά είναι και λογικό να αναρωτιέται για την επιλογή του συντρόφου της, καθώς η επιλογή συντρόφου είναι μια σύνθετη διαδικασία που περιλαμβάνει πολλά κριτήρια, όπως η συναισθηματική ωριμότητα, η επικοινωνία, η ειλικρίνεια, ο σεβασμός και η συμβατότητα.
Ο Αλκιβιάδης ενέδωσε στο ασφυκτικό πρέσσινγκ και στα παρακάλια του Παυσανία και πήγαν παρέα στο αεροδρόμιο Schiphol του Amsterdam να την καλωσορίσουν. 
«Σε θέλω έτσι και αλλιώς για κουμπάρο μας.» του λέει
«Το κορίτσι το ρώτησες αν με εγκρίνει;» τον ρωτάει.
«Όταν σε γνωρίσει είμαι σίγουρος πως θα δώσει την έγκριση της..» 
Δια χειραψίας και χαμογελαστός χαιρέτισε ο Αλκιβιάδης την Δάφνη αφού περίμενε υπομονετικά και πήρε σειρά μετά το θερμό εναγκαλισμό της με τον Παυσανία. Ο Αλκιβιαδης να της βαστά το χέρι και να την κοιτά όχι μέσα στα μάτια της μα, πίσω απ’ αυτά. 
«Πάει καιρός που γνωριστήκαμε χωρίς να συναντηθούμε. Καιρός ήταν να γνωριστούμε και να τα πούμε και εκ του σύνεγγυς. Κοπέλα μου όμορφη, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα!,» Της λέει ο Αλκιβιαδης στην πρώτη τους γνωριμία και την σκέφτεται μια απόλυτη ροκ σταρ στην κρεβατοκάμαρα.
Η Δάφνη έκανε ένα βήμα πίσω κι ελευθερώθηκε του χαμογέλασε αυτάρεσκα στου ανέμου το καλοκαιρινό παιχνίδισμα και τα μάτια της τα στεφάνωναν οι χρυσές ακίδες του πρώιμου καλοκαιριού.! «Σε ευχαριστώ συχνά μου κάνουν κομπλιμέντα για το χρώμα τους αλλά εσείς το κάνατε με τόσο ποιητική και ρομαντική έκφραση.»
«Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δεχτείς με τέτοιο ωραίο χαμόγελο το κομπλιμέντο μου! που αναρωτιόμουν και ήλπιζα να μη φάω ξύλο. Το «θα μπορούσα» υποδηλώνει μια φαντασίωση μου, ενώ το «όλη μέρα» ενισχύει την ένταση του θαυμασμού μου.» 
«Νιώθω πως με μαχαίρι τις λέξεις κόβεις αργά-αργά και αγνοείς όλο μου το armor και κάνεις damage να ξέρεις.» Του λέει η Δάφνη με το κελαρυστό της γέλιο που είναι διαυγές, καθαρό και ηχεί ευχάριστα στ' αυτιά του».
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν θανατηφόρες, αλλά δεν ντρέπομαι να δηλώσω ένοχος! Δεν το ξεχνώ πως είσαι έτοιμη για λαμπρό αρραβώνα, με τον φίλο μου. Συγγνώμη που σε κοιτάζω, αλλά θα μπορούσα να δώσω μερικές προτάσεις για πολύτιμους λίθους στο δακτυλίδι του αρραβώνα σας που θα ταιριάζουν με το χρώμα των ματιών σου.»
«Λοιπόν, δεν είμαστε ακόμη αρραβωνιασμένοι, αλλά πρόσφατες συζητήσεις με το άλλο μου μισό τον φίλο σου με κάνουν να σκέφτομαι σχέδια δαχτυλιδιών. Μου αρέσει πολύ η ιδέα ενός πολύτιμου λίθου με χρώμα, αλλά υπάρχουν τόσα πολλά χρώματα που μου αρέσουν που είναι δύσκολο να περιοριστώ. Η πρόσφατη ιδέα μου είναι να πάρω ένα κόσμημα που να ταιριάζει κάπως με τα μάτια μου, οπότε θα ήταν ωραίο να έχω ένα συντονισμένο κόσμημα.»
Οι επόμενες ήμερες κύλησαν σε ένα φυσιολογικό ρυθμό όπως αυτόν που απαιτούσαν οι επισκευές ενός μεγάλου δεξαμενόπλοιου. Ο Αλκιβιάδης λόγω ειδικότητος ήταν συνήθως υπερβολικά απασχολημένος! Δουλεύει συνεχώς και βασικά νιώθει πως η δουλειά του παρέχει μια υπέροχη ισορροπία μεταξύ εργασίας και ζωής και έχει χρόνο κάποιες στιγμές για υποστηρίξει και την προσωπική του ζωή εκτός εργασίας. Τον Παυσανία τον έβλεπε τακτικά στους χώρους εργασίας άλλα την Δάφνη ελάχιστα και συνήθως τις ώρες του γεύματος στην τραπεζαρία των αξιωματικών. Την ρώτησε πως αισθάνεται τις ώρες της μοναξιά της στην καμπίνα του πλοίου αναμένοντας τον καλό της.
«Δυσκολεύομαι να συμφιλιώσω τα συναισθήματά μου, καθώς ο Παυσανίας είναι σε χειρότερη κατάσταση και τον νιώθω αγχωμένο, που δουλεύει συνεχώς και νιώθει πως δεν έχει τον απαιτούμενο χρόνο για μένα. Αρχίζω να νιώθω λίγο μοναξιά, αλλά μισώ να νιώθω έτσι, γιατί είμαι εδώ μαζί του τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα για να περάσουμε χρόνο μαζί και τρώμε και το δείπνο μαζί.
Κάθε φορά που νιώθω  σε αυτή την κατάσταση, σκέφτομαι και εσένα, γιατί τελικά νιώθω ότι εσύ δουλεύεις τακτικά πάνω από δέκα δώδεκα ώρες την ημέρα κατά τη διάρκεια των επισκευών.
«Εξαρτάται δεν είναι πάντα το ίδιο και αυτή δεν θα είναι μια μόνιμη κατάσταση άλλα μια προσωρινή ανισορροπία. Εν κατακλείδι αυτός είναι ο τύπος απασχόλησης που θα απαιτεί πάντα η καριέρα μας, και τότε θα πρέπει να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του αν μπορεί να ζήσει με αυτό και πρέπει να βρει τρόπους να κρατηθεί όρθιος και με ισορροπία.»
«Από ότι μου είχε εκμυστηρευτεί ο Παυσανίας δεν έχει περάσει και πολύς καιρός που είχες μια ενδιαφέρουσα σχέση με μια κοπέλα που εργαζόταν στον ιατρικό κλάδο. Θα ήθελα να μου μιλήσεις γι΄ αυτή τη σχέση σου. Τι συνέβει και χωρίσατε;»
«Μάλλον ερωτεύτηκε άλλον; Να βρέθηκε ένας τύπος διαφορετικός από μένα που να της πήρε τα μυαλά;. Ο σοφός παππους μου, μου έλεγε! Με την ψυχή της γυναίκας μη προσπαθείς να βρεις άκρη. Ούτε αυτές δεν βρίσκουν! Αν δεν μπορείς να το αντέξεις απομακρύνεσαι, η κάνεις ότι οι περισσότεροι, δεν δένεσαι. Βέβαια εάν εσύ την έχεις δαγκώσει την λαμαρίνα, τότε, με τις υγείες σου, θα σου περάσει.
«Και για ν’ απαντήσω και σοβαρά και στην ερώτηση σου! Η σχέση μας έληξε άδοξα, ήξερα ότι ήταν ένα θέμα που συσσωρευόταν καιρό, ότι είχε κουραστεί από το να λείπω και ήθελε να είμαι μαζί της, ένιωθε μόνη και είχε κουραστεί να νιώθει έτσι και μου ζήτησε να τα παρατήσω  και να μείνω στη στεριά. Ήταν σαν να μου αφαιρούσε τη χαρά και το θεώρησα εντελώς μάταιο να περιμένω πως η σχέση μας θα οδηγούσε στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα! Επιπλέον, δεν ήθελα να διακινδυνεύσω τη δουλειά μου που την αγαπάω. Και οι δύο αποφασίσαμε ότι ήταν καλύτερο να τελειώσει αυτή η σχέση. Τέλος πάντων. Τον πρώτο καιρό στα γενέθλια της, μου έστειλε μήνυμα λέγοντας ότι από όλους όσους θα της ευχόταν χρόνια πολλά, περίμενε ένα από εμένα. Το σκεφτόμουν, μιας και χωρίσαμε φιλικά, αλλά σκέφτηκα ότι το να της στείλω μήνυμα δεν θα βοηθούσε καθόλου, οπότε απλά αποφάσισα να μην το κάνω.
«Δεν αναρωτήθηκες αν προσπαθούσε να τα ξαναφτιάξει μαζί σου;» 
«Από ότι κατάλαβα αιφνιδιάστηκε από τον χωρισμό και γιατί δεν μπορούσαμε να τα καταφέρουμε, οπότε ξέρω ήδη ότι είναι πρόθυμη να τα ξαναφτιάξουμε, αλλά αυτό πλέον δεν είναι επιλογή μου, ακόμα περισσότερο, που δεν κράτησε η φλόγα για εκείνη αναμμένη! Πώς θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα τη σχέση; Δεν τρελαινόμουν, δεν περίμενα διαρκώς την επόμενη συνάντηση μας, δεν μετρούσα τις ώρες για να ενωθούμε μαζί της; Την καταλάβαινα! Αναζητούσε αυτό το αίσθημα της ασφάλειας αυτό το μικρό λιθαράκι στον θεμέλιο λίθο της σχέσης μας που λέγεται εμπιστοσύνη! Καλώς ή κακώς, πίστευα ότι δεν νιώθαμε και οι δυο μας ασφαλείς μέσα σε αυτή τη σχέση! Ακροβατούσαμε σε ρευστά θεμέλια και αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε στην έξοδο. Νιώθω λίγο άσχημα για όλο αυτό, αλλά έπρεπε να τελειώσει. Υποθέτω ότι ο λόγος που μοιράστηκα την εμπειρία μου είναι για να ξέρεις ότι μπορώ να σε καταλάβω. Είναι μια δύσκολη συζήτηση γιατί η δουλειά μας είναι σημαντική, αλλά, το ίδιο και ο ποιοτικός χρόνος στα ζευγάρια. Η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι σημαντική.»
«Ευχαριστώ που άνοιξες την καρδιά σου! Είναι ένα τόσο δύσκολο σημείο όπου μπορείς να δεις κάποιον να κάνει τόσα πολλά και να είναι συνεχώς κουρασμένος, στρεσαρισμένος από τη δουλειά του και μετά απλά νιώθεις ανόητη που θέλεις να περάσεις περισσότερο χρόνο μαζί, ενώ η ζωή είναι μάλλον μια χαρά για σένα! Εκτιμώ αυτά που μοιράστηκες μαζί μου και πως με καταλαβαίνεις πως νιώθω!
Σαββάτο σήμερα και ο Παυσανίας με παρότρυνε να σου ζητήσω να βγεις μαζί μας το βράδυ, έκλεισε τραπέζι σ΄ ένα εστιατόριο στη συνοικία «Commercial Street» και στο το restaurant Willem van Gogh, νομίζω ότι το ξέρεις.»
«Πως το νομίζεις ότι το ξέρω;» εκφράζει την αμφιβολία του ο Αλκιβιαδης ώστε να αποσπάσει την πηγή της γνώσης της.»
«Κυκλοφορούν διάφορα, ακόμη και στο σαλόνι που συχνάζουν οι γυναίκες των αξιωματικών.»
«Κουβέντες του αέρα είναι, άλλες με μέλι, άλλες με δηλητήριο. Ιστορίες των ναυτικών που διαδραματίζονται σε πολυσύχναστα ή μελαγχολικά μπαρ, όπου ζωές μεθούν και θάνατοι ανασταίνονται, ή δαίμονες πνίγονται και άγγελοι γεννιούνται.» 
«Συμφωνώ για το κουβέντες του αέρα, αλλά νομίζω ότι ακόμα και έτσι δεν χαλάει πολύτιμες φιλίες για μένα. Οι άνθρωποι που σε αγαπούν, σε καταλαβαίνουν.»
«Είναι ωραίο να ξέρεις ότι οι φίλοι σε σκέφτονται και να νιώθεις ότι είσαι πραγματικά μέρος της παρέας μερικές φορές. Δέχομαι με μεγάλη μου ευχαρίστηση την πρόσκληση και ελπίζω ότι δεν θα με βρείτε πολύ βαρετό.»
«Αν Ανησυχείς ότι είσαι ένας βαρετός άνθρωπος στηρίξου επάνω μου και θα είμαι η κλινική ψυχολόγος σου να ξεπεράσεις την πλήξη σου.»
«Ίσως το δεύτερο χειρότερο έγκλημα στον κόσμο είναι η πλήξη. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός! Γι' αυτό για να το ξεπεράσω, αυτά τα μεγάλα γκρίζα-γαλάζια μάτια σου που θα μπορούσα να τα κοιτάζω όλη μέρα, θα συμπληρώσω και όλο το Σαββατόβραδο!» Της λέει ο Αλκιβιαδης «Οπότε το λύσαμε το πρόβλημα.» συμπληρώνει τη φράση του.
«Θα το λύσουμε, αφού πρώτα πιούμε ένα ποτηράκι ζενέβα, εσύ το κερνάς και εγώ κλινική ψυχολόγος σου.»
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι μου ’κάνεις πέτρα την καρδιά κι η κάμα σου στομώνει.»
«Και μετά μου λες βαρετός; Υπάρχει πραγματικά αυτή η έννοια για σένα;»
......Η Δάφνη πλημμυρισμένη από συγκίνηση, μ' ένα συναίσθημα βαρύ και ακαθόριστο της προκαλούσε το γεγονός πως οι επισκευές του πλοίου αποπερατώθηκαν και ο χρόνος παραμονής της στο λιμένα του Ρότερνταμ για εκείνη έφτασε στο τέλος του. Φανερά στενοχωρημένη με δάκρυα στα μάτια αποχαιρέτησε τον καλό της στην αναχώρηση που φεύγει για ένα ακόμη ταξίδι. Είχε φορέσει τα πιο καλά της ρούχα, και με τα δάκρυα στα μάτια της του λέει όλες τις ευχές. Και ο Παυσανίας ακούει τις ευχές της σαν ένα τραγούδι τόσο όμορφο. «Ένα πελώριο σ' αγαπώ και να προσέχεις!» από το στόμα της Δάφνης του που του άγγιξε την καρδιά! «Περιμένω πως και πως τη στιγμή που θα γυρίσω και θα στεφανωθούμε! Αντίο!» 
Όταν το λευκό μαντίλι τ’ αποχαιρετισμού βάραινε απ’ τα δάκρυα, το μεγάλο γκαζάδικο τραβούσε προς το πέλαγος. Τότε, γύρισε στεγνά τα μάτια της επάνω και τον είδε πίσω από τα ρέλια της γέφυρας να την κοιτάει και να τη χαιρετάει ανεμίζοντας τα χέρια του. «Αντήχησαν στ’ αφτιά της τα σ' αγαπώ του». Ένα χαμόγελο έσπασε την πικρή σφραγίδα των χειλιών της, και βρήκε διέξοδο ο ξαλαφρωτικός αναστεναγμός. Στο ξεπροβόδισμα της για κάλο ταξίδι η ψυχή του Παυσανία ξαστέρωσε, τέντωσε το κεφάλι του, να την βλέπει καλύτερα και όσο το πλοίο απομακρυνόταν ολοένα η φιγούρα της πάει και λιγοστεύει λες και βυθιζόταν στο έδαφος.
«Καλέ μου φίλε, σιγά σιγά θα συνηθίσεις τη νοσταλγία που φέρνει του ναυτικού η αναχώρηση από τα αγαπημένα του πρόσωπα.» τον παρηγορεί ο Αλκιβιάδης που είχε σταθεί για λίγο δίπλα του κουνώντας και εκείνος το χέρι του ανταποδίδοντας το χαιρετισμό της Δάφνης.
Ο Παυσανίας έμεινε μέχρι αργά καθώς η μέρα πλησιάζει στο τέλος της στην κουπαστή του πλοίου, παρακολουθώντας τον ήλιο σ΄ ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα στο δυτικό ορίζοντα που έδιωχνε την αραιή ομίχλη, η όποια ως εκείνη τη στιγμή ήταν απλωμένη πάνω από τα νερά του καναλιού. Αυτό το σημείο του προσφέρει ένα γαλήνιο μέρος παρακολουθώντας τον ήλιο να βυθίζεται κάτω από τον ορίζοντα. «Οι σκέψεις του ταξιδεύουν» είναι απορροφημένος σε βαθιές σκέψεις, ανάμικτες με φαντασιώσεις και δεν είναι παρών στην πραγματικότητα. Η προσοχή του δεν είναι επικεντρωμένη στο εδώ και τώρα, αλλά σε κάτι άλλο, σε μελλοντικά γεγονότα και σ' ένα φανταστικό σενάριο. Το φανταστικό ταξίδι του, έχει συνοδοιπόρο την αγάπη του για τη Δάφνη και εκφράζει μια απόπειρα να μετατρέψει το όνειρο του σε πραγματικότητα και να αφήσει εκτός ονείρου τη μορφή μιας προσωπικότητας που έρχεται στην επιφάνεια σε συγκαλυμμένη μορφή. Να συγκρατήσει τις ορμές του και να καταπιέσει τις παρορμήσεις του που αναζητούν διέξοδο να απελευθερωθούν με κάποιο τρόπο.
Της ήμερες που πέρασε στην αγκαλιά της Δάφνης ήταν μια φλογισμένη άνοιξη, και είχε ρίξει στην πιο απόκρυφη γωνιά της καρδιάς του σαν ένα παράξενο όνειρο τις πρόσφατα ανθισμένες επιθυμίες του που είχαν ριζώσει μέσα του για τον Αλκιβιάδη, και αυτή η φλογισμένη άνοιξη, που η Δάφνη ξύπνησε στην καρδιά του μεμιάς του φάνταζε σαν κήπος, χρόνια φυτεμένος και φροντισμένος από χέρια έμπειρου κηπουρού.
Με τις ήμερες να διαβαίνουν στο πλοίο επικρατούσε η σιγή! Μα Αλίμονο του φαινόταν τόσο εκπληκτικό που η μορφή της Δάφνης ξεθώριαζε όσο οι μέρες περνούσαν και έγινε μια χαραμάδα στη σιωπή του. Ξεθώριασε όπως η τέντα από τον ήλιο στο μπαλκόνι του σπιτιού τους, και όσο κι ο κάθε άλλος, απατηλός, αντικατοπτρισμός, όσο ο ίσκιος του, είτε μακραίνοντας προς τη δύση του όταν ο ήλιος, πρόσχαρος, γεννιέται, είτε στρογγυλεύοντας γύρω του, όταν ο ήλιος, γαληνεμένος βασιλιάς της μέρας, μεσουρανεί, είτε απλώνοντας στην ανατολή, το δειλινό την ώρα που ο ήλιος θλιβερός πεθαίνει. Την ένιωθε μια σχέση δίχως πάθος σαν να είναι μια συννεφιασμένη μέρα μες στο καλοκαίρι.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Myrtle

... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
....Η Αλεξάνδρα, εν το μεταξύ με την παρέμβαση και τη συμβολή της αδελφής της, της Μυρτώς, είδε τελικά την ερωτική της ζωή να αποκτά, ύστερα από περιπέτειες και ανατροπές, μια αναπάντεχα όμορφη κατάληξη.
«Πώς το λέμε, Ελπινίκη μου, σύμφωνα με την παροιμία, όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες φτάνουμε σε αίσια έκβαση;»
«Τέλος καλό, όλα καλά!»
Και πράγματι, αυτό ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση της Αλεξάνδρας. Μια γυναίκα με έντονη παρουσία, δυναμισμό και εμφανή θηλυκότητα, που ήξερε να αναδεικνύει με φυσικότητα τη γυναικεία της γοητεία, βρήκε τελικά, με λίγη υπομονή και αρκετή τύχη, έναν άντρα που εκτίμησε πραγματικά την αξία της. Η γνωριμία τους προχώρησε, η σχέση τους σταθεροποιήθηκε και, κάποια στιγμή, ήρθε και η επίσημη επισφράγιση, γάμος με παπά και με κουμπάρο, όπως λέει ο λαός. Η αδελφή της, η Μυρτώ, εργαζόταν στη γραμματεία μιας μεγάλης και γνωστής πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων. Ήταν μια νέα κοπέλα σοβαρή, δραστήρια και ιδιαίτερα αφοσιωμένη στη δουλειά της. Στον επαγγελματικό της χώρο, ένας νεαρός εξωτερικός συνεργάτης της εταιρείας της είχε δείξει ξεκάθαρα το ερωτικό ενδιαφέρον του. Την πολιορκούσε με επιμονή, εκδηλώνοντας χωρίς ιδιαίτερες περιστροφές την επιθυμία του να τη γνωρίσει καλύτερα και, αν υπήρχε ανταπόκριση, να δημιουργήσουν μια σχέση.
Η Μυρτώ, όμως, κρατούσε σταθερά τις αποστάσεις της. Όσο εκείνος επέμενε, εκείνη παρέμενε ευγενική αλλά αποφασιστική, αφήνοντάς του να καταλάβει πως δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει μαζί του.
«Δηλαδή, καθόλου δεν την ενδιέφερε;»  ρώτησε η Ελπινίκη.
«Καθόλου, απ’ όσο μπορούσα να καταλάβω. Και, κατά τα φαινόμενα, το μυαλό της και οι ανησυχίες της ήταν στραμμένα κάπου αλλού.
Εδώ, όμως, η Εριφύλη χαμογέλασε με εκείνο το μικρό, πονηρό χαμόγελο που πρόδιδε πως είχε ήδη σχηματίσει τη δική της θεωρία. 
Είχα βάσιμες υποψίες πως ο Νικηφόρος μου ήταν ο άντρας που την ενδιέφερε πραγματικά. Ίσως μάλιστα να τον είχε ξεχωρίσει στη σκέψη της, να είχε πλάσει κάποια δικά της σενάρια για το ενδεχόμενο να μπορούσαν κάποτε να γίνουν ζευγάρι. Και, αν ήταν έτσι, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την απογοήτευσή της όταν πληροφορήθηκε πως εκείνος κι εγώ είχαμε ήδη μια πολύ σοβαρή σχέση. Δεν χρειάστηκε ποτέ να ειπωθούν πολλά μεταξύ μας γι’ αυτό. Άλλωστε, ως συνομήλικες γυναίκες, είχαμε μάθει να καταλαβαίνουμε η μία την άλλη ακόμη και όταν οι λέξεις περίσσευαν. Υπήρχε ανοιχτή επικοινωνία, αμοιβαίος σεβασμός και μια ειλικρινής διάθεση να μη δημιουργούμε παρεξηγήσεις εκεί όπου δεν υπήρχε λόγος.
Η Μυρτώ παραμένει ακόμη και σήμερα ελεύθερη και αφοσιωμένη στην επαγγελματική της ζωή. Αγαπά τη δουλειά της, έχει χτίσει τη δική της πορεία και φαίνεται πως, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν βιάζεται να αλλάξει τις ισορροπίες της.
«Ίσως τελικά, Εριφύλη μου, να ισχύει και για εκείνη το «όλα στον καιρό τους».
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Ακριβώς. Μερικές γυναίκες απλώς δεν βιάζονται. Περιμένουν να εμφανιστεί εκείνος που θα αξίζει πραγματικά τον κόπο.»
Όντως, η Μυρτώ είχε το μυαλό της στον Νικηφόρο. Αυτό όμως που δεν γνώριζε ούτε η Εριφύλη ούτε, πολύ περισσότερο, η ίδια η Μυρτώ, ήταν πως κάποτε και ο Νικηφόρος είχε όντως αισθανθεί για εκείνη μια ιδιαίτερα δυνατή έλξη και είχε φτάσει να σκεφτεί ακόμη και το ενδεχόμενο να αναζητήσει μια επίσημη σχέση μαζί της.
Εκείνη την εποχή, η οικογένεια της Μυρτώς είχε τρεις κόρες, ανύπαντρες και οι τρεις. Την Ελπίδα, είκοσι τριών ετών, την Αλεξάνδρα, είκοσι ενός, και τη Μυρτώ, τη μικρότερη, μόλις δεκαεννέα.
Ήταν μια περίοδος κατά την οποία ο Νικηφόρος, νεαρός ακόμη μηχανικός της ναυτιλίας, επέστρεφε στην Ελλάδα ύστερα από ένα ακόμη μπάρκο. Η ζωή του βρισκόταν σε μια φάση μετάβασης. Είχε αρχίσει να αποκτά επαγγελματική εμπειρία και να πατάει πιο γερά στα πόδια του, αλλά μέσα του δεν είχε ακόμη αποφασίσει προς τα πού ήθελε να κατευθύνει την προσωπική του ζωή.
Η μητέρα του, όπως συμβαίνει συχνά στις μανάδες που θεωρούν πως ήρθε η ώρα να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους, τον περίμενε με χαμόγελο και… σχέδιο.
Μόλις βρήκε την κατάλληλη στιγμή, άρχισε τα μητρικά της κηρύγματα. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα, παιδί μου. Είσαι πια σε ηλικία, έχεις ωριμάσει, έχεις τη δουλειά σου… Να σου βρω κι εγώ μια καλή κοπέλα να κάνεις τη δική σου οικογένεια.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο που προμήνυε πείραγμα. «Και τι είναι η κοπέλα για να τη βρεις, ρε μάνα; Ραπανάκι για την όρεξη στη λαϊκή αγορά;»
«Με ακούς, παιδάκι μου;»
«Ναι, ρε μάνα, σε ακούω! Καθαρά και δυνατά!»
«Και τότε γιατί δεν απαντάς;»
«Απαντάω, αλλά εσύ έχεις ήδη αποφασίσει και τι θα πω!»
Η μητέρα του τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή και ύστερα επέμεινε. «Εγώ το καλό σου θέλω. Δεν είναι ωραίο να γυρίζεις από τα καράβια και να βρίσκεις ένα άδειο σπίτι. Να έχεις έναν άνθρωπο δικό σου. Να κάνεις οικογένεια.»
Ο Νικηφόρος σοβάρεψε. « Ξέρεις κάτι, ρε μάνα; Δεν είναι ότι δεν χρειάζομαι έναν καλό σύντροφο στη ζωή μου. Κάποιον με τον οποίο να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα, να νιώθουμε άνετα ο ένας με τον άλλον και να μπορούμε να μοιραζόμαστε σκέψεις και συναισθήματα. Αυτό το καταλαβαίνω.»
«Ε, τότε; Τι περιμένεις;»
Ο Νικηφόρος πήρε μια μικρή ανάσα.« Είναι που η ζωή είναι περίεργη. Απρόβλεπτη. Γεμάτη εκπλήξεις, αντιφάσεις και παράδοξα. Δεν ακολουθεί πάντα μια λογική και προκαθορισμένη πορεία. Κι αν προσπαθήσεις να την τακτοποιήσεις από πριν, μπορεί τελικά να σου φέρει κάτι εντελώς διαφορετικό.»
Η μητέρα του τον άκουσε για λίγα δευτερόλεπτα με απορία. «Όπως τα λες εσύ, γιε μου, εγώ δεν παίρνω είδηση! Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα σου. Τι θέλεις να πεις, τέλος πάντων;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Θέλω να πω ότι δεν αποκλείω τίποτα. Απλώς δεν θέλω να διαλέξω άνθρωπο σαν να διαλέγω έπιπλο για το σπίτι.
«Ε, καλά… Εγώ μια κουβέντα σου είπα!»
«Το ξέρω, μάνα. Και την εκτιμώ.»
Η αλήθεια, όμως, ήταν πως εκείνη την περίοδο ο Νικηφόρος απέφευγε τις δεσμεύσεις. Δεν αισθανόταν ακόμη έτοιμος, ούτε συναισθηματικά ούτε οικονομικά ούτε ως προς τον τρόπο ζωής που είχε επιλέξει να περάσει από την εργένικη ζωή του ναυτικού σε έναν γάμο με όλες τις ευθύνες και τις απαιτήσεις που αυτός συνεπαγόταν. Είχε μπροστά του άλλα σχέδια, άλλες εμπειρίες, άλλες αναζητήσεις.
Και, χωρίς να το ξέρει ακόμη, μέσα σε εκείνη ακριβώς την περίοδο υπήρχε ήδη μια νεαρή γυναίκα που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει έναν ιδιαίτερο χώρο στη σκέψη του. 
Μόνο που η ιστορία τους, όπως συμβαίνει συχνά στη ζωή, δεν θα ακολουθούσε την ευθεία διαδρομή που ίσως θα περίμενε κανείς. Ο Νικηφόρος είχε θέσει ως πρωταρχικό του στόχο την επαγγελματική του καταξίωση. Ήθελε πρώτα να σταθεί γερά στα πόδια του, να αποκτήσει ένα σταθερό και επαρκές εισόδημα, ώστε να αισθάνεται ασφαλής και ανεξάρτητος και, όταν θα ερχόταν η ώρα, να μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να εξαρτάται από κανέναν.
Την ίδια στιγμή, όμως, γνώριζε πολύ καλά πως η επίμονη μητέρα του, σαν άλλη Αγία Υπομονή, την Ελένη Δραγάση-Παλαιολόγου, μητέρα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει εύκολα την ιδέα του προξενιού.
Είχε ήδη βάλει στο μυαλό της την  πολύ καλή οικογένεια της απέναντι γειτονιάς, με τις  τρεις κόρες, και προσπαθούσε διακριτικά να τον πείσει πως θα ήταν καλή ιδέα να ζητήσουν μία από τις δύο μεγαλύτερες. Ο Νικηφόρος, που καταλάβαινε πολύ καλά πού το πήγαινε η μητέρα του, έψαξε έναν τρόπο να εκφράσει την απροθυμία του χωρίς να της χαλάσει εντελώς τα σχέδια.
«Εντάξει, ρε μάνα. Αν θέλεις τόσο πολύ να κάνεις την προξενήτρα, κάν’ το. Αλλά υπάρχει ένας όρος.»
Η μητέρα του αναθάρρησε. «Τι όρος;»
«Αν είναι να γίνει προξενιό, εγώ θα δεχτώ μόνο για τη μικρή.»
«Τη Μυρτώ;»
Ναι. Για τη Μυρτώ.»
Η μητέρα του έμεινε για λίγο σιωπηλή. Δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να καταλάβει τι πραγματικά σήμαινε ο όρος του γιου της. Με τρεις κόρες στην οικογένεια, το να ζητούσαν αποκλειστικά τη μικρότερη, τη δεκαεννιάχρονη Μυρτώ, θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως άρνηση για τις δύο μεγαλύτερες. Και η μητέρα του δεν ήθελε να βρεθεί σε μια τόσο άβολη θέση. Έτσι, το επίδοξο προξενιό έμεινε εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, ήταν λίγο διαφορετική απ’ όσο μπορούσε να υποψιαστεί η μητέρα του. Ο Νικηφόρος δεν είχε διαλέξει τυχαία τη Μυρτώ. Η καρδιά του είχε ήδη αρχίσει να σκιρτά για εκείνη τη μικρή, σκερτσόζα, δυναμική και φωτεινή κοπέλα. Η δεκαεννιάχρονη Μυρτώ τού είχε κινήσει το ενδιαφέρον με έναν τρόπο που ο ίδιος δεν μπορούσε εύκολα να αγνοήσει. Είχε κάτι ζωντανό και αυθόρμητο, μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Κάθε φορά που τη συναντούσε στον δρόμο ή στο λεωφορείο, τα μάτια του τον πρόδιναν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε. Το βλέμμα του μαλάκωνε, έμενε πάνω της λίγο περισσότερο και, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί λέξη, αποκάλυπτε ένα ενδιαφέρον που ο ίδιος προσπαθούσε να κρατήσει διακριτικό.
Κι όμως, η Μυρτώ δεν κατάλαβε ποτέ. Ή, τουλάχιστον, δεν κατάλαβε ποτέ αυτό που εκείνος ήλπιζε πως μπορούσε να διακρίνει στα μάτια του. Ο Νικηφόρος πίστευε πως το βλέμμα του ήταν αρκετό. Πως κάποια στιγμή εκείνη θα το αντιλαμβανόταν, θα καταλάβαινε τι συνέβαινε μέσα του και ίσως θα του έδινε κι εκείνη ένα μικρό σημάδι. Όμως η Μυρτώ φαίνεται πως έβλεπε έναν ευγενικό, μεγαλύτερο γνωστό της γειτονιάς, όχι έναν νεαρό άντρα που είχε αρχίσει να την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες. Και έτσι, το ειδύλλιο που ο Νικηφόρος είχε αρχίσει σιωπηλά να ονειρεύεται δεν ξεκίνησε ποτέ. Ίσως επειδή το βλέμμα, όσο εκφραστικό κι αν είναι, δεν είναι πάντοτε αρκετό. Μερικές φορές χρειάζεται μια λέξη, μια κίνηση, ένα θάρρος που εκείνη την εποχή ο Νικηφόρος δεν είχε βρει τρόπο να επιστρατεύσει.
Και η ζωή, όπως είχε ήδη πει στη μητέρα του, δεν ακολουθεί πάντα τη διαδρομή που σχεδιάζουμε. Εκείνος είχε δει μια πιθανότητα. Η Μυρτώ δεν την είδε ποτέ.
Και κάπως έτσι, χωρίς καβγά, χωρίς απόρριψη και χωρίς καν να το αντιληφθούν πραγματικά οι δυο τους, ένα μικρό ειδύλλιο που θα μπορούσε να είχε υπάρξει έμεινε για πάντα στη σιωπή ενός βλέμματος.
Όταν, λοιπόν, η Μυρτώ θέλησε να απαλλαγεί από τον νεαρό άντρα που την πολιορκούσε επίμονα και της εξέφραζε με ολοένα μεγαλύτερη επιμονή το ερωτικό του ενδιαφέρον, βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να βάλει τέλος στην κατάσταση, χωρίς να τον προσβάλει. Του πρότεινε την αδελφή της ως πολύ καλύτερη επιλογή. Το συζήτησε πρώτα με την Αλεξάνδρα και, αφού πήρε τη συγκατάθεσή της, αποφάσισε να του τη γνωρίσει με σοβαρές προθέσεις.
Όταν του το ανακοίνωσε, εκείνος έμεινε για λίγο άφωνος. «Σοβαρά μου μιλάς τώρα; Πραγματικά επιμένεις να γνωρίσω την αδελφή σου;»
«Σοβαρότατα! Είναι όμορφη, έξυπνη, νοικοκυρά. Βέβαια, είναι λίγο τσαούσα…» Χαμογέλασε πονηρά.
«…αλλά θα στρώσει όταν παντρευτεί!»
Ο νεαρός γέλασε. «Και έχεις την εντύπωση πως μόλις με δει η αδελφή σου θα πάθει κεραυνοβόλο έρωτα και θα πει αμέσως το «ναι»; Κι αν η κοπέλα έχει αντίρρηση; Αν αγαπάει κάποιον άλλον, ρε κορίτσι μου;»
Η Μυρτώ τον κοίταξε με απόλυτη αυτοπεποίθηση. «Η ερώτηση «αν αγαπάει άλλον», για να πάρεις μια χρήσιμη απάντηση, έχει μία απλή απάντηση: όχι!»
«Τόσο σίγουρη είσαι;»
«Απόλυτα. Και είμαι βέβαιη πως οι δυο σας θα τα πάτε πολύ καλά.»
«Γιατί;»
«Γιατί μοιάζετε περισσότερο απ’ όσο νομίζεις. Είστε και οι δύο γεμάτοι ενέργεια, ζωντάνια και ενθουσιασμό. Έχετε κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιο τρόπο σκέψης και, γενικά, αρκετά κοινά σημεία που μπορούν να σας φέρουν κοντά. Τον κοίταξε και πρόσθεσε, σχεδόν σαν να έδινε την τελική της συμβουλή. «Με καταλαβαίνεις, πιστεύω!»
Ο νεαρός την κοίταξε για λίγες στιγμές. Η αλήθεια ήταν πως δεν χρειαζόταν και πολλή σκέψη. Η πρόταση ήταν απρόσμενη, αλλά η περιέργειά του είχε ήδη ξυπνήσει.
«Εντάξει λοιπόν. Θα τη γνωρίσω.» Και κάπως έτσι έγινε.
Η πρώτη συνάντηση με την Αλεξάνδρα τον εντυπωσίασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Η παρουσία της, η εμφάνισή της, ο τρόπος που μιλούσε και η ζωντάνια του χαρακτήρα της του δημιούργησαν από την πρώτη στιγμή την αίσθηση πως απέναντί του είχε μια γυναίκα με προσωπικότητα. Η Μυρτώ, χωρίς να το έχει σχεδιάσει ίσως τόσο καλά όσο νόμιζε, είχε πετύχει διάνα. Ο νεαρός γοητεύτηκε από την Αλεξάνδρα και η γνωριμία τους προχώρησε γρήγορα. Εκείνη, από την πλευρά της, δεν άργησε να ανταποκριθεί στο ενδιαφέρον του. Αυτό που ξεκίνησε ως μια απλή γνωριμία εξελίχθηκε σε σχέση και, πριν περάσει πολύς καιρός, οι δυο τους αποφάσισαν να παντρευτούν. Σήμερα αποτελούν ένα αγαπημένο και ταιριαστό ζευγάρι, έχουν δημιουργήσει τη δική τους οικογένεια και σύντομα  περιμένουν και το πρωτο παιδί τους.Κι αν τ ο καλοσκεφτεί κανείς, η ιστορία έχει και μια μικρή ειρωνεία: η Μυρτώ, προσπαθώντας απλώς να απαλλαγεί από έναν επίμονο θαυμαστή, έγινε τελικά η αφορμή για να βρει εκείνος τη γυναίκα της ζωής του. Η ζωή, τελικά, έχει έναν δικό της τρόπο να τακτοποιεί τις υποθέσεις μας, συχνά πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχαμε φανταστεί.
«Δηλαδή, η αδελφή της Αλεξάνδρας, η Μυρτώ, τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα δεν τα βάζει στις προτεραιότητές της;» απόρησε η Ελπινίκη, καθώς άκουγε την ιστορία.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις, η Μυρτώ είναι και λίγο φεμινίστρια. Έμαθε να ανήκει πρώτα στον εαυτό της και σε κανέναν άντρα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έχει ξεχάσει ότι είναι γυναίκα. Απλώς δεν αισθάνεται την ανάγκη να το αποδεικνύει σε κανέναν.
«Δηλαδή;»
«Κατά καιρούς, βέβαια, έχει κι εκείνη τις επιθυμίες και τις ανάγκες της. Μπορεί να μη μιλά εύκολα γι’ αυτές, αλλά, όπως κάθε άνθρωπος, θέλει τη συντροφιά, τη ζεστασιά και την ερωτική εγγύτητα ενός άντρα. Έχει τις φαντασιώσεις της, τις επιθυμίες της, μπορεί να θέλει να αφεθεί σε μια σχέση και να νιώσει γυναίκα και ερωμένη. Μόνο που υπάρχει μια βασική διαφορά: δεν πρόκειται ποτέ να θεωρήσει πως δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς εκείνον.»
«Ολίγον φεμινίστρια, λοιπόν, η Μυρτώ μας»  σχολίασε η Ελπινίκη, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη φράση.

Excuse me? Why, Ma'am?

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)»
..............Άνοιξε την Τιβί on demand και πέφτει σε μια πρωινάδικη εκπομπή απ΄ αυτές που παρακολουθεί η πεθερά του με τις παρουσιάστριες που το κάνουν με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, και μετά βγάζουν στη φόρα το εσώρουχο και το ψεύτικο στήθος τους για να ξεχωρίσουν. Παίρνει η άλλη τηλέφωνο, λέει, είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα, βγάζω πολλά λεφτά και επειδή δουλεύω αρκετές ώρες είμαι πολύ κουρασμένη και όταν γυρίζω σπίτι και δε μπορώ να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, οπότε τις κάνει ο άντρας μου. 
«Μα καλά κυρία μου, ο άντρας σας δε δουλεύει; δεν είναι κουρασμένος;»
«Ναι δουλεύει, είναι κουρασμένος αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη να σας ρωτήσω κάτι προσωπικό, εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε καλέ, βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου να ασχολείται στην κουζίνα και γενικά να τον βλέπω να κάνει τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει ότι ήδη είναι με το ένα πόδι στον ερωτικό λάκκο! Δεν με εξιτάρει στο ερωτικό παιχνίδι δεν μου δημιουργεί ένταση, πάθος και δεν νιώθω έλξη για να πέσω τελικά στο κρεβάτι μαζί του. Εγώ τον ερωτικό μου παρτενέρ τον θέλω να είναι ο εκπρόσωπος του «μπρουτάλ» αρσενικού, που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, ορμητικός, επιθετικός που ξέρει τι θέλει και πως να το διεκδικήσει! Με την αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο, και πάντα έτοιμος για δράση, ώστε να με κάνει να νοιώθω γυναίκα, ελκυστική, ποθητή και διεκδικίσημη.  Η σχέση μας να έχει έντονο πάθος να κάνει το μυαλό και το σώμα μου να αιωρείται και κάθε μου κύτταρο να καίγεται! Να ρουφάει τους «χυμούς» μου και στο βλέμμα του να αντικρίζω έξαψη και βουλιμία. ώστε να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα προσκαλώντας με να υποκύψω εκούσια σ’ ένα ερωτικό μαρτύριο, και πάνω απ’ όλα στο πιο καυτό σεξ που δε θα θέλω να έχει τελειωμό.»
Γρήγορα βαρέθηκε και έκλεισε την τηλεόραση καταλήγοντας στο εξής. Η Γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα, έχει εθιστεί στην αγορά και την δύναμη που αυτή της παρέχει. Κοινωνικό status κλπ. Αυτά τα πρότυπα έχει από την τηλεόραση και τις «πετυχημένες» φίλες, αυτά επιθυμεί. Αυτό όμως, είναι η διάσπαση της οικογένειας γενικά στον δυτικό κόσμο, κάνει συνειρμούς και σκέψεις για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες και δεν αφήνουν τεκνό για τεκνό χωρίς να το πηδήξουν. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, του καλλιτεχνικού χώρου γενικώς, που εκβιάζουν. «Εσύ θα μου κάτσεις κι εγώ θα σε κάνω φίρμα» Νεαρά κοριτσόπουλα προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο δεύτερο ρόλο σε σίριαλ πέφτουν στα γόνατα και με το στόμα ανοιχτό, αποθεώνουν και τον τελευταίο κάμεραμαν.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Gefira Tis Agias Marinas

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
........ Το Εμαιλ του Αδαμάντιου με το περιεχόμενο του, του Νικηφόρου του ξύπνησε μνήμες: Ήταν στην εφηβεία του, στην αφέλεια του και στην αθωότητα όπως τουλάχιστον ένιωθε σε εκείνη την ηλικία που σήμερα δεν το θεωρεί ανεξήγητο. Είχε μεγαλώσει σε μια πολύ φτωχική συντηρητική οικογένεια από ένα μικρο χωριό του νότου, και ποτέ δεν τα είχαν συζητήσει αυτά τα θέματα και έτσι είχε φτάσει στην ενηλικίωση  με σχετική άγνοια σχετικά με το σεξ. Οκ, είχε κάνει τις φάσεις του με τρυφερές συνομήλικες γειτονοπούλες του, φιλιά, μπαλαμούτια, αλλά μέχρι εκεί. Ανατομικά ήξερε στο περίπου τι παιζόταν, αλλά προχωρημένη επαφή ούτε είχε πάρει ούτε είχε δώσει. Μπουρδέλο μια δυο φορές που το επισκέφτηκε, δεν τον ικανοποίησε, δεν το γούσταρε να είναι έτσι. Όσο για τσόντες, μόνο κλασσικά εικονογραφημένα! Ο αυνανισμός ήταν το αποκούμπι του όταν μάλιστα συνειδητοποίησε όσο προχωρούσε η εφηβεία, ότι ούτε «κουφαίνει», ούτε επηρεάζει αρνητικά την όραση, όπως τον προειδοποιούσαν οι δικοί του, και τον είχε κάνει λάστιχο.
Ο Νικηφόρος σήμερα θυμάται τα γεγονότα που συνέβησαν όταν ήταν δέκα επτά ετών μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή ημέρα. Ήταν στις 17 Ιουλίου, ημέρα της οποίας εορτάζεται η μνήμη της Μεγαλομάρτυς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Αγίας Μαρίνας. 
Εργαζόταν περιστασιακά τις ήμερες εκείνες σε κατάστημα στην κεντρική αγορά της πόλις, υπάλληλος αποθήκης με μερική απασχόληση, για διεκπεραίωση των εργασιών της αποθήκης, όπως παραλαβές, παραγγελίες, ταξινόμηση και αποθήκευση εμπορευμάτων, και λοιπές βοηθητικές εργασίες στο πλαίσιο λειτουργίας της αποθήκης.
Στην απέναντι πλευρά του εμπορικού δρόμου ήταν κατάστημα χονδρικού εμπορίου, που πρόσφερε μεγάλη γκάμα από δημητριακά (όπως σιτάρι, βρώμη), όσπρια (φασόλια, ρεβίθια) και ρύζι. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης είχε την εποχή εκείνη μια δεκαεξάχρονη κόρη που τους καλοκαιρινούς μήνες απασχολείτο περιστασιακά στην οικογενειακή τους επιχείρηση. Ο Νικηφόρος αντίκριζε ένα πανέμορφο, έξυπνο και ταλαντούχο μελαχρινό κορίτσι που δεν περνούσε απαρατήρητο και πολλές νεαρές κοπέλες θα ζήλευαν τη ραφινάτη παρουσία της και το πλούσιο χαμόγελό της να φωτίζει το πρόσωπό της. Μέσα σε όλο αυτό το λεφούσι της κεντρικής αγοράς ξεχώριζε για τους γύρω, αλλά και ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος την θωρούσε με λογισμό και μ’ όνειρο σαν παγωτό τον Αύγουστο και σκιρτούσε το είναι του με μια ξαφνική, απροσδόκητη επιθυμία. Η κοπέλα είχε καταλάβει την ελκυστικότητα που του προκαλούσε! Με δική του πρωτοβουλία βγήκαν για έναν σύντομο καφέ μετά τη δουλειά τους και αυτός ένιωθε να ταξιδεύει σαν βάρκα ακυβέρνητη κόντρα στο ρέμα. Δεν της ζήτησε τίποτα περισσότερο στην πρώτη επαφή τους. Αρκέστηκε στα φευγαλέα χαμόγελα τις ανεκπλήρωτες σκέψεις του και στη χαζοκουβέντα τους άλλα τίποτα το ουσιαστικό. Τις επόμενες ημέρες αποφάσισε πως είναι καιρός να εκδηλώσει πιο ξεκάθαρα πλέον ενδιαφέρον του! Του υποσχέθηκε να κανονίσει να βγούμε παρέα την επόμενη ημέρα, αργία της Αγίας Μαρίνας, να συναντηθούν στη γέφυρα να κάνουν το μπάνιο τους στη θάλασσα και να περάσουν τη μέρα μαζί. 
Αισθάνθηκε την καρδιά του να πεταρίζει στην πρόταση της: «Άφησέ με να ΄ρθω μαζί σου. Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της σιδερένιας γέφυρας της Αγίας Μαρίνας, ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του πανωφοριού σου…»
(Γ. Ρίτσος, H Σονάτα του Σεληνόφωτος)
 Η Αγία Μαρίνα ένα γραφικό παραλιακό χωριουδάκι ένας μικρός παράδεισος. Πρόκειται για ένα ψαροχώρι που προσφέρεται για κολύμπι, ψάρεμα, τοπικούς περιπάτους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή είναι η ιστορία της γέφυρας, που δεσπόζει παραλιακά της Αγίας Μαρίνας. Είναι πως υπάρχει στενή συγγένεια με τον πύργο του Άιφελ. Για την ακρίβεια, η κατασκευαστική BATIGNOLLES, συνεργάτης της οποίας ήταν και ο Άιφελ, είναι η εταιρεία η οποία ξεκίνησε το έργο κατασκευής της προβλήτας το 1892. Την ίδια περίοδο, δουλευόταν παράλληλα και το μεγάλο έργο στη Γαλλική πρωτεύουσα. Οι πληροφορίες θέλουν τον Άιφελ να είναι υπεύθυνος και για το σχεδιασμό της γέφυρας στην Αγία Μαρίνα, τόσο οι εκπληκτικές ομοιότητες στο σκελετό και τη δομή των δύο έργων, όσο και παλιά σχέδια με την υπογραφή του γραφείου του, κάνουν σχεδόν βέβαιη την ανάμειξη του. Την ημέρα της εορτής ακολούθησε πάνδημη Ιερά Λιτανεία της Αγίας Εικόνας στους παραθαλάσσιους δρόμους του χωριού».
Την περίμενε δεν φάνηκε! Αφήνοντας τον να τρώει τη δεύτερη χυλοπίτα από κοπέλα που του έκατσε και πιο βάρια από την προηγούμενη! «Mην το σκέφτεσαι.» Λέει στον εαυτό του. Ήταν μια από αυτές τις ημέρες του Ιούλη, όπου ο ήλιος λάμπει ζεστός και ο αέρας φυσάει μελτέμι δροσερό. Όπου είναι καλοκαίρι στο φως και άνοιξη δροσερή στη σκιά. Στεκόταν με υπομονή στην αρχή της γέφυρας, ο ήλιος που έλαμπε ζέσταινε το πρόσωπό του. Μα δεν τον ένοιαζε να κουνηθεί για να τον αποφύγει. Δεν ήταν πως ήταν πληγωμένος εξαιτίας της χυλόπιτας, μα θύμωνε και ένιωθε τόσο χαζός που νόμισε ότι η κοπέλα ενδιαφέρεται ενώ δεν ενδιαφερόταν που πλέον αμφέβαλλε τόσο πολύ για την κρίση του και φοβάται ότι ερμήνευσε μια φιλική συμπεριφορά της ως φλερτ!  Η ερώτηση είναι: Πως το ξεπερνάει όταν την επόμενη ήμερα θα την ξαναδεί και θα του θυμίζει πόσο πολύ νιώθει ότι έχει εξευτελιστεί;. Σε κάθε περίπτωση, δεν αφήνει περιθώρια στον εαυτό του για περισσότερα, οπότε θα το πάρει απόφαση ότι δεν υπάρχει παρακάτω και θα σταματήσει να ασχολείται με το τι θέλει, εφόσον η κοπέλα δεν θέλει αυτό που θέλει αυτός. «Νικηφόρε πάντα είχες πολύ καλή σχέση με την πραγματικότητα, δεν νομίζω να κινδυνεύεις από αυταπάτες και ονειροφαντασίες που τόλμησες να της πεις ότι σου αρέσει. Θέλει δύναμη να το δείξεις, μιας και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ σίγουρο. Όσοι δεν το κάνουν είναι γιατί φοβούνται την απόρριψη, την έκθεση. Τα χαμογελάκια και κλεισίματα ματιών, είναι η δική της ανάγκη για επιβεβαίωση. Δε θέλει εσένα, αλλά τη βρίσκει που τη γουστάρεις. Αγνόησέ την και προστάτευσε τον εαυτό σου. Όταν λοιπόν μαζέψεις και με την ηλεκτρική σκούπα αυτά τα νόστιμα  ψίχουλα ενδιαφέροντος που σου ρίχνει, θα έρθει και η οριστική διαγραφή. Μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι τρελός όταν σου κλείνει το μάτι. Άστη να πάει στο καλό και πάμε γι’ άλλα. Οπότε στη συνέχεια πάμε με αέρα!.... είμαι ένας cool, ελεύθερος, ωραίος νεαρός, που φλέρταρε και ε, τι να κάνουμε που δεν πέτυχε, τώρα έχουμε άλλα πράγματα να ασχοληθούμε,.... κι άσ΄ την αυτήν να βλεφαρίζει μόνη της πια, σα να ΄χει πάθει επιπεφυκίτιδα!  Η πραγματικότητα είναι πως ναι, θα ήταν πάρα πολύ ωραίο, αλλά δεν έγινε. Η ζωή προχωρά, μη χάνεις το χρόνο σου μένοντας κολλημένος  και ο χρόνος όλα τα διορθώνει, αρκεί να τον αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του χωρίς ψευδαισθήσεις.» Συνομιλούσε ο Νικηφόρος με τον εαυτό του.
Μπροστά του είναι σιδηροδρομικός σταθμός που εξυπηρετείται από τα τοπικά τρένα ανάμεσα στο Λειανοκλάδι και τη Στυλίδα.  Σημαντικό ρόλο έπαιξε το τρένο που με τα δρομολόγια που μετέφερε πολύ κόσμο στην πλησιέστερη, λαϊκή παραλία της πόλης. Μία αμμουδερή παραλία και μια πολυσύχναστη ακτή με ψιλή άμμο που την προτιμούσε ιδιαίτερα ο νεαρόκοσμος. Η Αγία Μαρίνα Στυλίδας από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταπολεμικά ήταν την περίοδο του καλοκαιριού «το Φάληρο» της Λαμίας. Εκεί κάθε καλοκαίρι γίνονταν τα μπάνια του λαού. Σ’ αυτό βοηθούσε το τραίνο με δύο δρομολόγια, που έφερνε πολύν κόσμο στην πλησιέστερη λαϊκή παραλία. Στα μεταπολεμικά χρόνια δεκαετίες 1950 και 1960 με το «μουτζούρη», δηλαδή με μια ατμομηχανή και πίσω βαγόνια επιβατικά και φορτηγά, οι κάτοικοι της Λαμίας και των άλλων κοινοτήτων, σε δύο
δρομολόγια ημερησίως, πήγαιναν στην Αγία Μαρίνα και τη Βασιλική Στυλίδας για θαλάσσια μπάνια.
Απορροφημένος στις σκέψεις του δείχνει αφηρημένα αδέξιος και πολλές απορίες τον απασχολούν, απορίες που διογκώνονται και τον επηρεάζουν. Απορίες που είναι κοινές στα μετά-εφηβικά χρόνια των αγοριών και αφορούν κυρίως τα ερωτικά και σεξουαλικά θέματα. Τα επόμενα λεπτά κύλησαν γρήγορα και τον έβγαλαν από την ομίχλη των σκέψεων του. Μπροστά του στη βάση της σιδερένιας γέφυρας μια δεμένη παρέα φίλων του που σχεδόν όλοι συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους τον καλούν να απολαύσει τις κοινές τους δραστηριότητες. Η θάλασσα, το νερό, η φύση γενικά έχει την απόλυτη δύναμη, δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς, και ο νεανικός αυθορμητισμός, δημιουργούν νέες παρέες και σε βοηθούν να κάνεις νέους φίλους, ενώ ανακαλύπτεις τις δεξιότητες σου, και όχι μόνο. Περνώντας η ώρα η παρέα τους την είδε να μεγαλώνει και να απλώνεται στα βότσαλα της παράλιας. Την ημέρα εκείνη της γιορτής της Αγίας αποθεώθηκε από μια λαοθάλασσα νεαρόκοσμου, η δημοφιλής παραλία...
Ανάμεσα στην παρέα τους ξεχώριζε ο Φίλιππος! Εντελώς αμερόληπτα ο Φίλιππος ήταν, ευγενικός, έξυπνος, και φυσικά ένας νεαρός όμορφος άντρας στα είκοσι τρία του χρόνια. Περνώντας τα χρόνια όταν τον θυμάται καμιά φορά ο Νικηφόρος του θυμίζει τον Hugh Jackman τον ηθοποιό που τρελαίνονταν μαζί του, το γυναικείο κοινό.
Ο Νικηφόρος τον είχε δει πρόσφατα στο δρόμο τη γειτονιάς του μια δυο φορές. Είχε μάθει πως είχε απολυθεί από το στρατό τελευταία έμενε στην Αθήνα, αλλά ερχόταν τακτικά στην πόλη τους στους γονείς του. Στην γειτονιά που έμενε ο Νικηφόρος είχε μια ωραία μονοκατοικία ένας Λαμιώτης μεγαλέμπορας! Η οικογένεια του μεγαλέμπορα είχε μια εικοσάχρονη κόρη ίδια η Κλαούντια Καρντινάλε σε ομορφιά. Μάλιστα μια γειτόνισά τους με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη όταν αναφερόταν στην κοπελιά σαν κάποια γυναίκα πολύ θελκτική, έλεγε. «Σαν τα κρύα τα νερά! Την κοιτάνε σαν ξερολούκουμο. Σαν του Χατζή-Μπεκηρ λουκούμι ο κάτασπρος λαιμός της και μαλεμπί καζάντιμπι ο αναστεναγμός της.»
(Χατζή-Μπεκηρ διάσημο ζαχαροπλαστείο για τα λουκούμια του.)
Ο Φίλιππος ήταν γνωστό ότι είχε επαφές με την οικογένεια και μάλιστα είχε γνωστοποιηθεί πως προοριζόταν για επίσημος μνηστήρας της «Κλαούντια Καρντινάλε»
Και ο Νικηφόρος ήδη βρισκόταν στη ζώνη των δέκα οκτώ του χρόνων ήταν ένας κομψός  νεαρός άνδρας ψηλός μα όχι άχαρος με πλούσιο μαλλί, καστανομελιά μάτια, γεμάτα πάθος για ζωή.  
Όλα ξεκίνησαν όταν κάποια στιγμή ο Φίλιππος αστειευόμενος προκάλεσε το Νικηφόρο σε μια αναμέτρηση, έναν αγώνα κολύμβησης οι δυο τους μεχρι το τέλος της σιδερένιας γέφυρας.
«Συμφωνώ! Και τι μεγάλο έπαθλο περιμένει τον νικητή;» ρώτησε ο Νικηφόρος απευθυνόμενος στον Φίλιππο, προσπαθώντας να  φαίνεται αθώος και αφελής και ότι δεν κάνει υπόδειξη!
«Τι προτείνεις;» 
«Χμ!»
«Λοιπόν έχω να προτείνω εγώ κάποιο καλό καφέ- ρεστοράν το απόγευμα για ένα ποτό η καφε εάν συμφωνείς! Στο λόφο του Αγίου Λουκά! Πάνω από την γειτονιά σου!»
«Ενδιαφέρον μου ακούγεται ...! Όμορφο μέρος για καφε και ποτό!»
Ο αναμέτρηση για τον Νικηφόρο ήταν φιάσκο. Ο Φίλιππος ήταν δεινός κολυμβητής! Ο Νικηφόρος στο τέλος της αναμέτρησης διαπίστωσε πως ο Φίλιππος κατείχε σε βάθος τις τεχνικές κολύμβησης! 
«Το ξέρεις ότι κολυμπάς λάθος στο νερό;» Του δήλωσε ο Φίλιππος.
«Καταλαβαίνω ότι κολυμπάω λάθος αλλά δεν ξέρω από που να αρχίσω και τι να πρωτοδιορθώσω!»
«Λοιπόν, θα σε βοηθήσω να το διορθώσουμε. Κατ΄ αρχήν ας το αναλύσουμε! Το νερό είναι οκτακόσιες φορές πιο πυκνό από τον αέρα, πράγμα που σημαίνει ότι η κακή τεχνική σε επιβραδύνει και σε κουράζει πολύ γρήγορα και επομένως είναι δύσκολο να κολυμπήσεις πολύ μακριά.» Πηγαίνει δίπλα του και τον πιάνει από τη μέση για να του δείξει τη σωστή θέση μέσα στο νερό. 
«Είναι σαφές ότι αυτό που θέλουμε να πετύχουμε είναι να μειώσουμε τις αντιστάσεις του σώματός μας μέσα στο νερό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να μένεις ψηλά στο νερό και όσο το δυνατό πιο ευθυγραμμισμένος. Τα δυνατά πόδια σου μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση. Η σωστή θέση στο κεφάλι σου βοηθά να μένουν τα πόδια ψηλά μέσα στο νερό.» 
Ο Φίλιππος όταν βοήθησε το Νικηφόρο να οριζοντιώσει το κορμί του στο νερό του έδινε συμβουλές που θα τον βοηθήσουν να βελτιώσει την τεχνική του. Του εξηγεί υπομονετικά. Αποφεύγει τις τεχνικές λεπτομέρειες. Ο Νικηφόρος σε αυτή τη θέση ένιωθε τον φαλλό και τα «καρύδια» του να κρέμονται χαλαρά μέσα στο ζεστό νερό όταν ξαφνικά ένιωσε το χέρι του Φίλιππα πάνω από το μαγιό του να χαιδευει με μαεστρία τις μπάλες του. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Δεν έχει καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Εάν το θέλει ή όχι. Εάν του αρέσει ή όχι. Σαφέστατα ο πούτσος του είχε άλλη γνώμη. Έγινε σκληρός σαν πέτρα. Ο Νικηφόρος έκπληκτος διαπιστωνει το σύστημα του «μου αρέσει» έχει ηδονική επίδραση επάνω του και το  φαινόμενο της αυθόρμητη στύσης, επιτυγχάνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που του προκαλεί «μυρμήγκιασμα» στα γεννητικά όργανα, σαν να προδίδει κάπως το σώμα το μυαλό του και τα συναισθήματά του! Αναρωτιέται πως του συμβαίνει κάτι τέτοιο γιατί δεν είχε καμιά επιθυμία για ερωτική επαφή εκείνη τη στιγμή. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά. 
Αργότερα μεστωμένος ενήλικας κάπου διάβασε το παράδειγμα  το σύστημα της «εκμάθησης» του σώματος, (learning system) που μαθαίνουμε να προσδοκούμε κάτι από έναν ερεθισμό όπως τα σκυλιά του Pavlov. Ο Pavlov τους έμαθε ότι κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι θα εμφανιστεί το φαγητό τους, ώσπου τα σκυλιά άκουγαν το κουδούνι και είχαν σάλια χωρίς να εμφανιστεί φαγητό. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα σκυλιά ήθελαν να φάνε το κουδούνι! Σημαίνει ότι έμαθαν ότι το κουδούνι ήταν ερέθισμα που σχετίζεται με το φαγητό. Έτσι και ο Νικηφόρος δεν σκεφτόταν το σεξ με τον Φίλιππο αλλά το σώμα του είχε μάθει ότι να του χαϊδεύουν την «οικογένεια» ήταν ερέθισμα που σχετιζόταν με το σεξ και είναι μια αυτόματη σωματική αντίδραση που συχνά δε μπορούσε να την ελέγξει. Αμήχανα και μηχανικά αφέθηκε στο χάδι του Φίλιππα. Σιγά - σιγά άρχισε να καυλώνει συνειδητά με το χέρι του Φίλιππα πλέον να τον χουφτώνει πάνω από το μαγιό, καθώς έσκυψε και του είπε σιγά στο αυτί! «Φιλαράκο μου το μαγιό σου έχει φουσκώσει τόσο πολύ που νομίζω ότι έχει χωθεί ανακόντα μέσα. Το είχα καταλάβει πως έχεις προσόντα.»
Ο Νικηφόρος ξερόβηξε λίγο αμήχανα και του λέει! «Χμμμ! Νομίζω ότι έχει δημιουργηθεί πρόβλημα μήπως να βγούμε από το νερό να ηρεμήσουμε;»
Η επόμενες στιγμές βρήκαν το Νικηφόρο ιδρωμένο έξω από τη θάλασσα με τον ήλιο από πάνω του να καίει. Είχε βγει πρώτος έξω και με πέντε βήματα βρέθηκε στην αμμουδιά. Μετά από λίγο βγήκε και ο Φίλιππος και χωρίς δεύτερη σκέψη άραξε δίπλα στο Νικηφόρο.
«Μην βλέπεις το χαμένο ποντάρισμα της αναμέτρησης σαν αποτυχία.» του λέει.
«Ο ποιητής λέει πως σαν χαμένος έχω ελπίδες.» Του λέει ο Νικηφόρος.
«Για πες μου τι λέει ο ποιητής.»
«Αναμετρήθηκαν για τα μάτια της Ελένης, όμως εκείνη προτίμησε τον Νικηφόρο κι ας ήταν αυτός που κατέληξε στο νοσοκομείο.» 
«Λοιπόν ώρα να τα μαζεύουμε έρχεται το τραίνο! Στον Άγιο Λουκά κερνάω το φαγητό πληρώνεις τα ποτά που έχασες!»
Απόγευμα ήδη βρίσκονται στη δροσιά που προσφέρει το δημοτικό περίπτερο του λόφου. Η σκηνή στη θάλασσα έχει ξεχαστεί. Ο Νικηφόρος το εξέλαβε ως ένα παιχνίδι, μια ακραία προχωρημένη χειρονομία μεταξύ φίλων χωρίς συνέχεια.
Ο λόφος του Αγίου Λουκά είναι ένας κατάφυτος λόφος της Λαμίας, που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την Πλατεία Διάκου, με εύκολη πρόσβαση από εκεί. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει έναν ευχάριστο περίπατο, φαγητό, καφέ ή ποτό στο δημοτικό περίπτερο με τη μαγευτική θέα στην Οίτη, την Κοιλάδα του Σπερχειού και το Μαλιακό Κόλπο. Μέσα στο καταπράσινο δασύλλιο υπάρχει το εκκλησάκι του Αγίου Λουκά, πολιούχου της πόλης της Λαμίας, ένας μικρός ναός σταυροειδής χωρίς τρούλο που χτίστηκε ως ξωκλήσι το 1910. Έχει ιστορικό ενδιαφέρον για τις μνήμες των κατοίκων λόγω της σύνδεσής του με σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ενώ έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
Το πυκνό δάσος προς την δυτική του πλευρά γειτνίαζε με βοσκοτόπια και το πανέμορφο αυτό δασύλλιο της δυτικής πλευράς ήταν τόπος ερωτικής συνεύρεσης, συνήθως κρυφής! Ήταν η γαμηστρώνα της περιοχής! Ο Νικηφόρος θυμάται μια ιστορία που τους έλεγε μια ανέραστη καθηγητρια των θρησκευτικών. Τους είχε πει ότι έβλεπε σκιές, κακά πνεύματα δηλαδή, σε αυτό το δάσος, γιατί έλεγε πως πηγαίνουν οι νέοι και κάνουν σεξ πριν τον γάμο. Επίσης τους έλεγε άμα έχουν κάνει σεξ πριν τον γάμο θα πάνε κόλαση.
Είχαν τελειώσει το φαγητό τους και απολάμβαναν τον απογευματινό καφε τους. Οι λάτρεις του καφέ και της μοναξιάς θα υπερασπιστούν αυτήν τη πρωινή τελετουργία, λέγοντας πως λίγος ποιοτικός χρόνος με τον εαυτό μας και μια κούπα καλού καφέ, αξίζει πολλά περισσότερα.» Ο Νικηφόρος δεν θα διαφωνήσει, όμως ως γνήσιος λάτρης της επαφής και της κοινωνικότητας αντιπαρέρχεται και λέει πως σαν τον απογευματινό καφέ δεν έχει. Ο απογευματινός καφές είναι ο βασικός λόγος συνάντησης με φίλους. Η έκφραση «πάμε για καφέ» είναι πια ατάκα-ορόσημο που ενώνει την παρέα, σήμα κατατεθέν χαλάρωσης και χαβαλέ. Αυτές τις στιγμές απολαμβάνουν οι δυο φίλοι μας.
«Ώρα να φύγουμε» προτείνει ο Νικηφόρος! Όπου να 'ναι θα δύσει ο ήλιος πίσω απ' τις κορφές στα απέναντι βουνά της Οίτης και της Γκιώνας και θα χαθεί. Κατηφόρισαν το δρόμο από το δεξιό πυκνό αλσύλλιο. Καθώς, ο ήλιος έγειρε και ο ίσκιος τους μεγάλωνε περπατούσαν αμίλητοι την επιστροφή προς την πόλη οι απέναντι πλαγιές του λόφου παίρνουν το θαμπό χρώμα στο απογευματινό σούρουπο.
Στο δρόμο ο Νικηφόρος νιώθει την ανάγκη ότι θελει να ουρήσει. Ζητάει συγνώμη από τον Φίλιππο και μπαίνει μέσα στο δασύλλιο «στη γαμηστρώνα» για την ανάγκη του. Ο Φίλιππος τον ακολουθεί και αυτός μέσα στο δάσος.» Μπροστά στα πόδια τους σέρνεται μια χελώνα με μαύρο κρασπεδωτό καβούκι.
«Μια αρχαία παροιμία λέει πως αν σε κατουρήσει χελώνα είναι γούρι.» του λέει γελώντας ο Φίλιππος του Νικηφόρου..
Αδειάζει την κύστη του ο Νικηφόρος και ετοιμάζεται να συμμαζευτεί. Ο Φίλιππος απλώνει το χέρι να του πιάσει και πάλι τον πούτσο.
«Θέλω να τον δω,» Του λέει! Τον πιάνει με το χέρι του και του τον παίζει λίγο ανάποδα. Κάνει να γονατίσει.
Ο Νικηφόρος τον πιάνει όμως από τον ώμο και τον κολλάει πισωκολλητά στο κορμό του δέντρου, τον κοιτάζει στα μάτια και του λέει: «Τι είναι αυτό που ζητάς;»
«Ξέρεις τι θέλω!»
«Φίλε μου αυτό ξεχασέτο δεν θα γίνει»
«Κρίμα,» λέει αμήχανα.
«Πάρε το χέρι σου μόνο, πριν μας δουν!»
«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα! Ίσως κάποια μέρα ξανασυναντηθούμε, ίσως και πάλι να μην ξαναβρεθούμε ποτέ.»
ΥΓ: Θέλεις η μοίρα, θέλεις ο χρόνος που όλα τα ισοπεδώνει στη διάβα του δεν συναντήθηκαν ξανά ποτέ!
Του Νικηφόρου ο ανδρικός πισινός στο μυαλό του φάνταζε ένα Φυσικό απόρθητο φρούριο που δεν επιδεχόταν κυριαρχίας!  Τα όρια της απαγόρευσης εγκατάλειψης του οχυρού είχαν καθοριστεί με εξονυχιστική ακρίβεια στο «πρακτικό» που είχε συνταχθεί στο μυαλό του.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

Personal Trainer - fitness training

...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1)...........
«Στη θεωρία καλά τα λες...»
Η φωνή της Φαίδρας έσπασε τη σιωπή του δειλινού, καθώς έσκυψε προς τα πίσω και κάρφωσε τα μάτια της στον Νικηφόρο.
«Για να σε δω και στην πράξη. Η θεωρία είναι εύκολη, αλλά από τη θεωρία μέχρι την πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση. Για φαντάσου, λοιπόν, να γυρίζεις σπίτι και, μόλις ανοίγεις την πόρτα, να βλέπεις τη γυναίκα σου στον καναπέ του σαλονιού σας, μαζί με τον καινούργιο της γαμιά, να κάνουν “σουηδική” γυμναστική. Θα σου φαινόταν φυσιολογική μια τέτοια εικόνα;»
Η Νεφέλη κοίταξε τη Φαίδρα, με τα μάτια της να πηγαινοέρχονται από τον Νικηφόρο στη φίλη της και πάλι πίσω, σαν σε αγώνα τένις. Η πρόκληση είχε πέσει στο τραπέζι σαν ωμή γροθιά, έτοιμη να γκρεμίσει μονομιάς ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Νικηφόρου.
Εκείνος, ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Το αινιγματικό μειδίαμα του, αργό και βαθύ, κουβαλούσε όλη τη θορυβώδη εμπειρία ενός ανθρώπου που είχε δει τους ωκεανούς και τις ανθρώπινες ψυχές να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν.
«Φαίδρα... Θέλω να καταλάβεις πλήρως, χωρίς κανέναν περιορισμό, αυτό που συμβαίνει. Για έναν ναυτικό, μέσα στη μοναξιά του, οι πιο συχνές, πικάντικες και γαργαλιστικές ερωτικές φαντασιώσεις περιστρέφονται ακριβώς γύρω από αυτό το θέμα.»
«Σε καταλαβαίνω χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή αμφιβολία και αντιλαμβάνομαι απόλυτα τι εννοείς. Δεν μου είπες όμως τι κάνεις εσύ.»
«Φαίδρα, πάντα ήμουν αρκετά ανοιχτός σεξουαλικά, αλλά πίστευα πως η Εριφύλη ήταν περισσότερο επιφυλακτική. Έκανα, όμως, μεγάλο λάθος. Όταν αρχίσαμε να μοιραζόμαστε μεταξύ μας τις φαντασιώσεις μας, συνειδητοποίησα πως είναι εξίσου ανοιχτή με τη σεξουαλικότητά της όσο κι εγώ.
Τι κάνω, λοιπόν; Μου βάζεις δύσκολα να το πω! Ο άνθρωπος που μιλάει πρέπει να βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις και να έχει την ικανότητα να εκφράζει με σαφήνεια αυτό ακριβώς που αισθάνεται.»
«Έχω υπομονή να ακούσω! Θα ήθελα πολύ να μοιραστείς μαζί μας την εμπειρία σου πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά και τη δική σου άποψη. Θέλω μονάχα να μάθω», επέμεινε η Φαίδρα.
Η Νεφέλη, δίπλα της, κρεμόταν από τα χείλη του Νικηφόρου, έτοιμη να απορροφήσει κάθε του λέξη.
Εδώ η σκηνή περνά από τον διάλογο στην αφήγηση μιας παλαιότερης εμπειρίας, οπότε αξίζει να γίνει λίγο πιο ομαλή η μετάβαση. Επίσης, το σημείο με τον personal trainer μπορεί να αποκτήσει περισσότερη ένταση αν αφήσουμε τη ζήλια του Νικηφόρου να φανεί έμμεσα, χωρίς να την εξηγούμε αμέσως.
«Ωραία! Θέλεις, λοιπόν, να μάθεις...»
Ο Νικηφόρος πήρε μια βαθιά ανάσα, αν και απεχθανόταν τον συγκαταβατικό τόνο που είχε πάρει η φωνή του.
«Η απιστία, αγαπητή μου Φαίδρα, δεν είναι απαραίτητα ένα προσωρινό φαινόμενο. Είναι ένα σύνθετο ζήτημα. Το μυαλό μας, Φαίδρα, λειτουργεί σαν ένας ατέρμονος αργαλειός, πλέκοντας αδιάκοπα νήματα σκέψεων σε ένα περίπλοκο δίκτυο, σαν τους αριστουργηματικούς ιστούς της αράχνης. Μερικές φορές, μάλιστα, έχουμε την αίσθηση πως παγιδευόμαστε μέσα στις ίδιες μας τις σκέψεις.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν για λίγο στη σιωπή, πριν αρχίσει να ξετυλίγει την ιστορία.
..Οι καλοκαιρινές διακοπές είχαν πλέον περάσει. Η Εριφύλη, εκτός από τις υποχρεώσεις του σπιτιού, βοηθούσε την ενορία μας στο κοινωνικό της έργο, καθώς και στο εργαστήριο βυζαντινής αγιογραφίας της εκκλησίας μας. Τα παιδιά είχαν επιστρέψει στο σχολείο κι εγώ είχα ήδη ετοιμάσει τις βαλίτσες μου και συγκεντρώσει τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, περιμένοντας να φύγω για μπάρκο.
Η Εριφύλη είχε επίσης επιστρέψει στο ετήσιο πρόγραμμά της στο τοπικό γυμναστήριο, έναν σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο χώρο άθλησης και ευεξίας στην περιοχή μας, όπου προσφέρονταν προγράμματα για αρχάριους και προχωρημένους.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες που ξεκίνησε να πηγαίνει, μου τόνισε πόσο ενθουσιασμένη ήταν με τον καινούργιο personal trainer», συνέχισε ο Νικηφόρος, με τη φωνή του να χαμηλώνει, παίρνοντας έναν σχεδόν εξομολογητικό τόνο.
«Την είχε εντυπωσιάσει η εμφάνισή του... Το κατάλαβα από τον τρόπο που μιλούσε γι’ αυτόν. Ένιωσα πως είχε γοητευτεί. Τον εγκωμίαζε με ιδιαίτερη έμφαση, μιλώντας για τις ικανότητές του, το σώμα του, τον τρόπο με τον οποίο έκανε τη δουλειά του. Ένας πολύ ωραίος άνδρας, με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν γυμναστή ιδιαίτερα ελκυστικό. Και, το σημαντικότερο για εκείνη, νέος σε ηλικία!»
Ένα ειρωνικό, πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του, καθώς οι λέξεις της Εριφύλης επέστρεφαν στη μνήμη του, μία προς μία.
«Μου τον παρουσίαζε με έναν ενθουσιασμό που με έβαζε σε περίεργες σκέψεις. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τις θεωρούσα και τόσο περίεργες· απλώς δεν είχα ακόμη την επιβεβαίωση όσων υποψιαζόμουν. Κάτι μέσα μου, όμως, ψιθύριζε πως, πριν ακόμη φύγω για μπάρκο, εκείνη ήταν ήδη ανυπόμονη και έτοιμη να του δώσει την άδεια να πλησιάσει το κορμί της.»
Η Νεφέλη άκουγε απορροφημένη, ενώ η Φαίδρα δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο ο Νικηφόρος ξεγύμνωνε, χωρίς περιστροφές, τη δική του υποψία.
«Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση όπου η πραγματικότητα μιας γυναίκας, η προσωπική της ζωή, τα συναισθήματά της, η καθημερινότητά της, επισκιάζεται πλήρως από την προβολή των επιθυμιών των άλλων. Οι άνδρες στο γυμναστήριο δεν βλέπουν απαραίτητα την ίδια την Εριφύλη· βλέπουν τον ρόλο που της έχουν αποδώσει μέσα στο μυαλό τους.
Το γεγονός ότι είναι παντρεμένη, νοικοκυρά και μητέρα λειτουργεί σαν ένα αόρατο τείχος. Ένα τείχος που, παράξενο κι αν ακούγεται, δεν εξαφανίζει τις φαντασιώσεις· αντίθετα, για κάποιους μπορεί να τις κάνει ακόμη πιο έντονες. Η ιδιότητά της ως συζύγου και μητέρας ενισχύει την αίσθηση του απαγορευμένου καρπού, κάνοντάς την ακόμη πιο ελκυστική ακριβώς επειδή θεωρείται “δύσκολος στόχος”, μια γυναίκα που δεν είναι διαθέσιμη...»
«Ήταν μια Δευτέρα. Λόγω κάποιου απρόοπτου συμβάντος, γύρισα ξαφνικά στο σπίτι μας, πρωινή ώρα. Γύρω στις δέκα, ήτανε θαρρώ.
Έφτασα στο σπίτι, έβαλα το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα την πόρτα. Με το που μπήκα, αντίκρισα τη γυναίκα μου μαζί με τον γυμναστή να κάνουν γυμναστική.
Πιο συγκεκριμένα, η Εριφύλη βρισκόταν σε θέση με τα πόδια ανοιχτά και ελαφρώς λυγισμένα, ενώ ο γυμναστής στεκόταν όρθιος πίσω της και της κρατούσε τα χέρια, καθοδηγώντας τις κινήσεις της. Εκ πρώτης όψεως, η εικόνα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως φυσιολογική. Θα μπορούσε να πρόκειται για μια άσκηση μυϊκής διάτασης, από εκείνες που βοηθούν στην επιμήκυνση των μυών και των συνδετικών ιστών.
Ο Αχιλλέας, άλλωστε, φαινόταν να βοηθά την Εριφύλη στις απαραίτητες ασκήσεις.
Δεν ήταν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Παρατηρώντας καλύτερα, άρχισα να διακρίνω κάτι που δεν ταίριαζε με μια τυπική προπόνηση. Η γλώσσα του σώματος, το ύφος και, κυρίως, η ενέργεια της Εριφύλης πρόδιδαν μια οικειότητα που ξεπερνούσε τα όρια μιας συνηθισμένης συνεδρίας.»
«Και τότε εσύ τι κάνεις;» τον ρώτησε η Φαίδρα. «Πώς το διαχειρίζεσαι;»
Η ερώτησή της έμεινε για λίγο να αιωρείται στον αέρα. Τον κοιτούσε ελαφρώς σαστισμένη, περιμένοντας την απάντησή του.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τους ώμους, χαμογέλασε και συνέχισε:
«Καλημέρα!» τους λέω.
«Βρε, καλώς τον αντρούλη μου!» μου λέει η Εριφύλη.
«Από εδώ ο Αχιλλέας, ο νέος personal trainer στο γυμναστήριο, για τον οποίο σου έχω μιλήσει.»
«Χάρηκα για τη γνωριμία μας», μου λέει ο Αχιλλέας.
«Πως και γύρισες έτσι ξαφνικά και τόσο νωρίς, αγάπη μου; Δεν πήγες στον Πειραιά, όπως είχες προγραμματίσει;»
«Τι είπες, αγάπη μου;»
«Μου φάνηκε παράξενο που γύρισες. Νόμιζα πως θα ήθελες να μου διακόψεις τη συνεδρία με τον γυμναστή μου!»
«Ούτε καν να το σκεφτείς, μωρό μου! Αλλά κάνω λάθος; Είχα την εντύπωση πως η συνεδρία σου θα ξεκινούσε στους χώρους του γυμναστηρίου.»
«Η πρώτη συνεδρία γνωριμίας συμφωνήσαμε να γίνει στον δικό μου χώρο. Νιώθω πιο ασφαλής έτσι.»
«Το σαλόνι μας πληροί, λοιπόν, όλα τα προαπαιτούμενα κριτήρια για την επίτευξη του σκοπού σου;» τη ρωτάω, κάπως περίεργος.
«Ο μεγάλος διπλός καναπές είναι ιδανικός για να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, σε έναν χώρο οικείο και γνώριμο σε μένα», μου τονίζει η Εριφύλη.
«Δεν διαφωνώ! Σ’ αυτόν τον καναπέ, οι δυο μας γίναμε καλύτεροι και πιο εφευρετικοί εραστές, δοκιμάζοντας από την Αψίδα του Θριάμβου μέχρι τη Γέφυρα του Λονδίνου, πάντα για την αμοιβαία μας απόλαυση! Ευκαιρία είναι να γνωρίσω και τον προσωπικό γυμναστή σου. Άλλωστε, είχες προτείνει να τον προσκαλέσεις για ένα ποτό, ώστε να τον γνωρίσω.»
«Ναι, αλλά να που γύρισες ξαφνικά, χωρίς να σε περιμένω.»
«Δεν θα σας ενοχλήσω στο πρόγραμμά σας!» της απαντώ.
Είναι σαν να της έδωσα την «άδεια» που χρειαζόταν, χωρίς καν να μου την έχει ζητήσει.
Η Εριφύλη, έχοντας πλέον την «πράσινη κάρτα» μου, ίσιωσε το σώμα της.
«Το ξέρω, αγάπη μου, ότι έχω την απόλυτη κατανόησή σου, αλλά φοβάμαι πως ο γυμναστής μου θα νιώθει άβολα με την παρουσία σου. Η αμηχανία του μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά του να εκπληρώσει τις, απορρέουσες από τη συμφωνία μας, υποχρεώσεις του! Να δυσκολεύεται, δηλαδή, να ασκήσει τα καθήκοντά του και να ολοκληρώσει τη συνεδρία μας με τη δέουσα επιμέλεια και αρτιότητα, σύμφωνα με τις ανάγκες μου!»
«Ωραίο κι αυτό! Ο γυμναστής θα δυσκολεύεται να λειτουργήσει και να εκπληρώσει άρτια τις υποχρεώσεις του. Και τι είναι ο γυμναστής σου, μωρό μου; Μαθηματική συνάρτηση που θα χάσει τον άξονα συμμετρίας;»
«Ξέρεις γιατί μιλάω, Νικηφόρε μου! Θέλεις να αποτύχει η συνεδρία μας και να μείνει το μωρό σου ανικανοποίητο, δηλαδή; Να καταλήξει στα ψυχοφάρμακα;»
«Τι κορμί θα παραδώσεις, ρε ψυχή...» μου ήρθε να πω, αλλά το κατάπια.
«Ρε ψυχή μου! Τι δυσοίωνες προβλέψεις βάζεις στο μυαλό σου!» της λέω. «Άκου ψυχοφάρμακα! Εγώ στο τέλος της εβδομάδας φεύγω! Είναι δυνατόν να θέλω να αφήσω πίσω μου το μωρό μου ψυχολογικά δυστυχισμένο;»
«Αγάπη μου, πόσο σε λατρεύω που με καταλαβαίνεις, μου συμπαραστέκεσαι και μου δίνεις ηθική υποστήριξη!»
«Κορίτσια, το πόσο με λατρεύει που μου είπε το προσπερνάω. Ας το αφήσουμε, όμως, να έχω τις αμφιβολίες μου. Είναι προτιμότερο να αμφιβάλλω παρά να δεχτώ πως δεν τρέφει για μένα τα αισθήματα που μου δείχνει.»
«Λοιπόν, πώς σου φάνηκε ο γυμναστής μου;» με ρωτάει.
«Με βάση την εμφάνισή του, “ωραίος τύπος φαίνεται”. Και εμπιστεύομαι την κρίση σου με κλειστά μάτια. Ώρα είναι να ανακαλύψεις και τα κρυφά ταλέντα και τις δεξιότητες που μπορεί να έχει ο γυμναστής σου!»
«Νικηφόρε, μ’ αγαπάς;» ακούστηκε η ναζιάρικη φωνή της Εριφύλης.
«Τι είναι πάλι;» της λέω.
«Μείνε στο γραφείο σου ή στο δωμάτιο μας. Αν σε χρειαστώ, θα σε καλέσω εγώ με μήνυμα στο κινητό σου.»
«Γιατί, ομορφιά μου; Τι φοβάσαι;»
«Τίποτα το ιδιαίτερο, αγάπη μου! Απλώς, όταν ανυπομονώ πολύ για κάτι, βρίσκομαι σε μια ψυχική ένταση και ανησυχώ για το τι μπορεί να πάει στραβά. Δεν μπορώ να χαλαρώσω. Και, όπως είπαμε, για τον γυμναστή... έχεις φύγει!»
Εκείνη τη στιγμή ο Αχιλλέας έβγαινε από την τουαλέτα και επέστρεφε στο σαλόνι. Του είπα πως χάρηκα για τη γνωριμία μας και ανταλλάξαμε τα γνωστά, εκείνα που λες όταν συναντάς έναν γυμναστή και η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τη γυμναστική και την ψυχική υγεία.
«Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη σας!» μου είπε.
Ζήτησα την κατανόησή τους που δεν θα έμενα. Οι δυο άντρες κοιταχτήκαμε για λίγες στιγμές στα μάτια. Το γεγονός ότι αναχωρούσα και τους άφηνα μόνους δεν φάνηκε να εκπλήσσει ιδιαίτερα τον Αχιλλέα. Ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης σχηματίστηκε στα χείλη του, καθώς του έδωσα εγκάρδια το χέρι μου.
«Έχω ακούσει εντυπωσιακά πράγματα για τη δουλειά σου από τη σύζυγό μου. Χαίρομαι που σε γνώρισα», του είπα.
«Ομοίως. Εκτιμώ την ευκαιρία να γνωρίσω τον σύζυγο της αξιολάτρευτης πελάτισσας μας. Και, φυσικά, θα ήταν χαρά μας να σας έχουμε κάποια στιγμή κι εσάς πελάτη.»
«Επιφυλάσσομαι για το μέλλον. Προς το παρόν, μου είναι αδύνατον», του απάντησα.
«Φαντασιώσεις μας λες, αγορίνα μου, αλλά έχει σασπένς η ιστορία σου και μας κόβεις τη συνέχεια στο καλύτερο», πέταξε η Νεφέλη.
Όπως είπα, πήγα στο πίσω δωμάτιο, αφήνοντάς τους στην ησυχία τους.
Πέρασαν περίπου δέκα λεπτά. Από εκεί που άκουγα ένα χαρούμενο ζευγάρι να συνομιλεί, με γέλια και πειράγματα, ξαφνικά απλώθηκε σιωπή.
Πέρασαν ένα-δυο λεπτά ακόμη, ώσπου έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό μου.
«Τον ρώτησα γιατί διστάζει και δεν κάνει κανένα βήμα πέρα από τα κλασικά προγράμματα που μου εξηγεί. Του έχω κάνει ξεκάθαρο τι θέλω, αλλά εκείνος εξακολουθεί να κρατά αποστάσεις. Νομίζω πως υποψιάζεται ότι βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι και αυτό τον αναστατώνει. Δεν υπάρχει ακόμη εξέλιξη. Τέλος πάντων... κάποια στιγμή θα αποφασίσει.»
Το μήνυμα με αναστάτωσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Για μια στιγμή σκέφτηκα να σηκωθώ και να βγω έξω, να δω τι ακριβώς συνέβαινε. Είχα όμως δώσει τον λόγο μου πως δεν θα παρενέβαινα.
Πέρασαν άλλα δυο-τρία λεπτά μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Και τότε ήρθε νέο μήνυμα.
«Δόξα τω Θεώ! Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Νομίζω πως τελικά αποφάσισε να αφεθεί και τώρα τα πράγματα προχωρούν διαφορετικά. Η αμηχανία του έχει εξαφανιστεί. Εγώ παρακολουθώ κάθε του αντίδραση και εκείνος δείχνει πλέον να έχει ξεχάσει τις αναστολές του.»
Διάβασα το μήνυμα ξανά και ξανά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω, να ανησυχήσω ή να σηκωθώ και να πάω στο σαλόνι.
Τελικά έμεινα στη θέση μου.
Κι εκεί, μόνος μέσα στο δωμάτιο, άρχισα να χαϊδεύω μηχανικά το πέος μου, ενώ ένα πλήθος αντιφατικών σκέψεων περνούσε από το μυαλό μου. Ζήλια, περιέργεια, διέγερση, εμπιστοσύνη, αμφιβολία... όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.
Και όσο προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε στο διπλανό δωμάτιο, μια άλλη, πολύ πιο δύσκολη ερώτηση επέστρεφε επίμονα. Πώς είχαμε φτάσει, εγώ και η Εριφύλη, σε αυτό το σημείο;
Και, ακόμη περισσότερο, γιατί ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν ήθελε να σταματήσει αυτό που συνέβαινε;
«Να σε ρωτήσω κάτι χωρίς προσχήματα; Κάτι πιο προσωπικό;» τον διέκοψε η Νεφέλη με τη χαρακτηριστική, ωμή αμεσότητά της.
«Απαράδεκτες οι διακοπές, αλλά άντε, ρώτα, ρε Νεφέλη! Αν και, ό,τι υπάρχει μέσα στην ψυχή μας, συνήθως ανείπωτο και καλά κρυμμένο, σήμερα το έχουμε πετάξει έξω μεταξύ μας!
Το προσωπικό μας μάρανε!»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ελαφρώς τον τόνο της φωνής του και άφησε για λίγο στην άκρη όσα έλεγε. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω της, γεμάτο ειλικρινή περιέργεια και προσοχή, περιμένοντας να ακούσει τι ήταν αυτό που την έκανε να διακόψει τη ροή της κουβέντας τους.
«Την πήρατε παρτούζα με τον αρχιτέκτονα;»
Η Φαίδρα δεν άντεξε άλλο τη σιωπή της και ξέσπασε σε ένα σύντομο, νευρικό γέλιο, που αντήχησε μέσα στο σαλόνι του αυτοκινήτου.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή και κούνησε το κεφάλι του.
«Το τερμάτισες! Μου κάνεις ερώτηση για hardcore πιστούς! Σε καταλαβαίνω, βέβαια, απόλυτα. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που οι ερωτήσεις ξεφεύγουν από το επίπεδο των γενικών γνώσεων και περνούν σε επίπεδο... μεταπτυχιακού για λίγους και εκλεκτούς.
Δεν μου λες, έχεις φέρει αγιασμό από το μοναστήρι, να ραντίσεις την καμπίνα του αυτοκινήτου; Λεκτικό άντρο της ακολασίας το κάναμε εδώ μέσα σήμερα!
Αλλά γιατί μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Δεν με πιστεύεις; Ή μήπως δεν σου αρέσουν αυτά που σας λέω;»
«Να, έτσι έχει περισσότερο ενδιαφέρον η κουβέντα μας!»
«Συνεχίζω, λοιπόν, από εκεί όπου διέκοψα προσωρινά τη δράση της ιστορίας!»
Σε λίγο άκουσα τη βαθιά φωνή του Αχιλλέα.
«Μου ζητάς να σου συμπεριφερθώ σαν να είσαι πόρνη; Αυτό θέλεις;»
«Αχ! Ναι, αγορίνα μου. Αυτό με ξεσηκώνει, με ανάβει. Θέλω να μου φερθείς όπως αξίζει σε μια πουτάνα που απατά τον άντρα της!»
Η γυναίκα, η μητέρα των παιδιών μας, φερόταν σαν πόρνη.
Για λίγο έπεσε μια παράξενη, βαριά σιωπή. Η ατμόσφαιρα του σαλονιού γέμισε από άναρθρους ήχους επιθυμίας, ενώ βογκητά ξέφευγαν από τα χείλη του Αχιλλέα.
Νοερές εικόνες άρχισαν να στήνουν χορό στη σκέψη μου, καθώς φανταζόμουν τις ερωτικές τους στιγμές.
Δεν άντεξα άλλο να παραμένω ψύχραιμος και να τηρώ την υπόσχεση που είχα δώσει στην Εριφύλη. Με είχε κατακλύσει το σύνδρομο του «ματάκια». Αυτό το σεξουαλικό οφθαλμόλουτρο, αυτή η έλξη προς την παρακολούθηση, υπήρχε μέσα μου από νεαρή ηλικία.
Ξέχασα, λοιπόν, τις υποσχέσεις μου στην Εριφύλη. Ήθελα να τους δω στις ερωτικές τους στιγμές. Ήθελα να κάνω μπανιστήρι.
Την είδα, στη φαντασία μου, ολόγυμνη πάνω στον καναπέ, ανάσκελα, να περιμένει τον Αχιλλέα. Εκείνος γονάτισε μπροστά της και έσκυψε προς το μέρος της, ενώ η Εριφύλη βογκούσε και οι γοφοί της ακολουθούσαν ρυθμικά το άγγιγμα του.
«Ομορφάντρα μου! Ξέρεις να φτιάχνεις μια γυναίκα! Δεν αντέχω, η καριόλα...» συνέχισε ανάμεσα στα βογκητά της.
Ο Αχιλλέας της χαμογέλασε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ένα παράξενο μείγμα υπερηφάνειας και επιθυμίας.
Πήρε το μεγάλο, στρογγυλό, πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ και το τοποθέτησε χαμηλά, κάτω από την κοιλιά της. Η Εριφύλη ανασήκωσε το στήθος και τη λεκάνη της, παίρνοντας μια στάση που φανέρωνε πως είχε αφεθεί πλέον ολοκληρωτικά στη στιγμή.
Έπειτα ο Αχιλλέας προχώρησε σε μια πιο τολμηρή κίνηση.
«Όχι...» αναστέναξε εκείνη τρομαγμένη, χωρίς όμως να υποχωρήσει.
Ο Αχιλλέας χαμογέλασε.
«Τι σημαίνει «όχι», ρε μωρό μου; Σφάλμα! Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση; Ή σημαίνει ότι δεν έχω τα απαραίτητα δικαιώματα για να εκτελέσω αυτή την ενέργεια;»
«Μη με πιέζεις, σε παρακαλώ! Δεν νιώθω έτοιμη!»
«Δεν νιώθεις έτοιμη για το άνοιγμα και την πρόσβαση;»
«Για τη συγκεκριμένη σύνδεση. Θα φτάσουμε και εκεί, αλλά όχι σήμερα.»
«Θα το διορθώσουμε. Συνήθως, αυτή η επαφή απαιτεί να μου παραδώσεις τα δικαιώματα του λογαριασμού χρήσης, να αναλάβω την κατοχή του πόρου και να προχωρήσω στη διόρθωση των στοιχείων σύνδεσης. Η συγκεκριμένη λύση, βέβαια, εξαρτάται από το αν το σφάλμα παρουσιάζεται επειδή δεν το επιθυμείς ή απλώς επειδή έχεις ηθικές αναστολές!»
«Το θέλω, αλλά σήμερα μου ήρθαν όλα μαζεμένα και αγχώνομαι.»
«Ηρέμησε... Την επόμενη φορά! Προς ενημέρωσή σου, περιστασιακά δουλεύω και σ’ ένα στούντιο ερωτικού μασάζ. Θα κλείσω ένα ραντεβού για σένα και θα σου κάνω ένα καταπληκτικό, λαδωμένο, ερωτικό ιαπωνικό μασάζ, που θα τελειώσει με παθιασμένο σεξ.»
«Ουάου! Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει αυτό το παλούκι από πίσω!»
«Άσ’ το σε μένα αυτό. Ξέρω τι να κάνω! Το έχω ξανακάνει πολλές φορές και, σίγουρα, θα γνωρίσεις για τα καλά τα βάθη της κωλοτρυπίδας σου και τη γοητεία του κορμιού σου!»
Ο Αχιλλέας πήρε μια βαθιά ανάσα και, πιάνοντας την δυνατά από τους γοφούς, καρφώθηκε πιο βαθιά μέσα στον κόλπο της, ξανά και ξανά.
Η Νεφέλη δεν χάνει ευκαιρία να διακωμωδεί τη μυθοπλαστική —όπως τη θεωρεί— αφήγηση του Νικηφόρου.

«Σαν το ανέκδοτο με τον Τοτό μας τα λες, αγάπη μου! «Συνουσιάζονταν, συνουσιάζονταν και, στο τέλος, τη γάμησε κιόλας!» Άλλα μου έλεγε, όμως, εμένα όταν ξεκίνησε το γυμναστήριο την περασμένη εβδομάδα.»
«Εσένα τι σου έλεγε, Νεφέλη μου;»
«Εμένα μου έλεγε ότι πήγε αποκλειστικά για την ενδυνάμωση του κορμού και τη βελτίωση της στάσης του σώματος. Και ότι ο προσωπικός της γυμναστής, αντί να είναι αυστηρά επαγγελματίας, μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και, στο τέλος, της ζήτησε να πάνε για ποτό.
Καθόλου δεν εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη, μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όριά της, για να νιώθει άνετη και ελεύθερη να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να αισθάνεται την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει κουβέντα, σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία μου, όταν τη ρώτησα γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη, η Εριφύλη αντέδρασε:
«Γιατί, αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες· το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας...»
Μου είπε αυτά και τώρα εσύ μας λες πως, από τη δεύτερη κιόλας μέρα, όχι μόνο θυμήθηκε όλους τους μυς της πλάτης που αγνοούσε, αλλά οργανώνει και ομαδικές προπονήσεις στο σπίτι μόλις λείπει ο σύζυγος! Μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό επίπεδο αφοσίωσης!»
«Είδες;» της πετάει ο Νικηφόρος. «Εσύ της έλεγες τα δικά σου, αλλά η γυναίκα έβαλε τα όριά της, με επαγγελματικότητα! Του έδειξε ποιος κάνει κουμάντο στο σώμα της.»
«Όχι, αγάπη μου, μην το γυρίζεις τώρα στο φεμινιστικό μανιφέστο! Τα όρια τα έβαλε, ναι. Αλλά ο τύπος συνέχισε να είναι εκεί και η Εριφύλη συνέχισε να πηγαίνει στο ίδιο τμήμα, με τον ίδιο γυμναστή, ακριβώς επειδή το “επίμονο ενδιαφέρον” της δίνει μια ωραιότατη δωρεάν αδρεναλίνη που της έλειπε!
Μόνο που σε μένα το έπαιξε και θιγμένη και απελευθερωμένη μαζί και μου πλάσαρε το φεμινιστικό κήρυγμα περί δημόσιου χώρου και δικαιωμάτων.
«Να μαζευτούν οι σάλιαγκες», μου είπε η ατιμούλα; Σαν μάθημα κοινωνικής αγωγής από τη σύγχρονη Μαντώ Μαυρογένους του διαδρόμου και των ελεύθερων βαρών!»
«Εντάξει, ρε Νεφέλη, εσύ ό,τι και να σου πει η ανιψιά σου, το μυαλό σου δεν μπορεί να πάει στο πονηρό; Δεν μπορεί, δηλαδή, μια γυναίκα να θέλει να υπερασπιστεί τον χώρο της χωρίς να σημαίνει πως υπάρχει από πίσω... blockbuster ερωτικό θρίλερ;
Αχ, Νεφέλη μου, εγώ θα σε μάθω να διαβάζεις τα γυναικεία ερωτικά σημάδια;
Η Εριφύλη μας δεν καθόρισε ξεκάθαρα τα αυστηρά όρια, τα σωματικά και τα φυσικά, απέναντι στον γυμναστή της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια ρητή απαγόρευση για το άγγιγμα. Αυτό που του ζήτησε ήταν, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει. Που σημαίνει ότι δεν εκφράστηκε αρνητικά για το πρόσωπό του ούτε για την επαφή μαζί του.
Και, εφόσον δεν υπήρξε σαφής άρνηση, του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν διάφορες ερμηνείες σχετικά με την πρόθεσή της.
Και, ω! του θαύματος! Αφού δεν υπήρχε μια ξεκάθαρη “κόκκινη γραμμή”, αποφασίζει πως του επιτρέπει να μειώσει την απόσταση μεταξύ τους και να μπει στον προσωπικό της χώρο.
Φορούσε ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ, αφήνοντας το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα.»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα τον κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα.
«Μα καλά...» του λένε με ένα στόμα.
«Τώρα σοβαρά μιλάς; Έφτιαξες ολόκληρη νομική ανάλυση, συνέταξες συμβόλαιο συναλλακτικής συναίνεσης και ρήτρες σωματικής επαφής, για να αποδείξεις ότι η Εριφύλη απλώς... περίμενε το πράσινο φως με επίσημη άδεια;
Αγάπη μου, εσύ δεν προσπαθείς απλώς να σώσεις την τιμή της Εριφύλης. Μόλις περιέγραψες, με τις πιο σύνθετες επιστημονικές θεωρίες, το αρχαιότερο κόλπο του κόσμου.
«Το θέλω να πω όχι, αλλά σου αφήνω και την πόρτα μισάνοιχτη για να μπεις!
Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, η Εριφύλη πήρε άριστα στη γυμναστική, αλλά εσύ πήρες το χρυσό μετάλλιο στο κέρατο!»
Ο Νικηφόρος σηκώνει το δάχτυλο με ύφος παντογνώστη και αρπάζει την πάσα.
«Είδες; Αυτό ακριβώς σου λέω!» πετάει θριαμβευτικά. «Ποια καταπίεση και ποια παρενόχληση; Όταν μια γυναίκα κατεβαίνει στον στίβο φορώντας ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ που αφήνει το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα, δεν στέλνει ακριβώς σήματα... μοναχής σε μοναστήρι! Οπτικό μήνυμα σαφέστατο, HD ανάλυσης!
Ο άνθρωπος απλώς διάβασε τα δεδομένα της πραγματικότητας. Επαγγελματικό καθήκον εκτέλεσε!»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει, έτοιμη να του επιστρέψει το ίδιο νόμισμα.
«Α, μάλιστα! Τώρα του έφταιγε η φόρμα; Δηλαδή, αν εγώ βγω έξω με αθλητικό κολάν, σημαίνει ότι μοιράζω δωρεάν πάσες για άσκοπα αγγίγματα; Η γυναίκα μπορεί απλώς να θέλει να αθληθεί άνετα, χωρίς να κουβαλάει πάνω της την ανδρική φαντασίωση κάθε πέντε λεπτά!»
Ο Νικηφόρος, όμως, δεν υποχωρεί ούτε βήμα.
«Άνεση λες εσύ, αλλά η φυσική επιλογή και η κοινή λογική λένε άλλα, αγάπη μου. Άλλο να θέλεις να αθληθείς και άλλο να κυκλοφορείς με στολή έτοιμη για πασαρέλα του Μιλάνου στο συνοικιακό γυμναστήριο. Η χημεία ήθελε να γίνει, και η φόρμα απλώς έδωσε το σύνθημα της εκκίνησης!
Με την άκρη του ματιού της τον έπιασε να καρφώνει το βλέμμα του πάνω της και να κοιτάζει αχόρταγα το χυτό, καμπυλωτό κορμί της. Τον κάλεσε να τη βοηθήσει σε μια άσκηση. Του εξέφρασε το παράπονό της, που δεν ήταν πραγματική γκρίνια ούτε διαμαρτυρία, αλλά ένας τρόπος να τραβήξει την προσοχή του, χρησιμοποιώντας νάζι, ντελικάτη γοητεία και τρυφερότητα. Του είπε πως ένιωθε ιδιαίτερα πιασμένη και πως χρειαζόταν τη δική του προσωπική βοήθεια.
Δεν ζητούσε απλώς ένα παυσίπονο ή μια συμβουλή. Ζητούσε τη δική του, αποκλειστική φροντίδα, μετατρέποντας μια μικρή, δήθεν σωματική δυσφορία σε ευκαιρία για περισσότερη εγγύτητα και μια ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους.»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει με ένα μείγμα αμφιβολίας και ειρωνείας.
«Τελικά, ρε Νικηφόρο!» του λέει, κουνώντας το κεφάλι της με σαρκαστικό χαμόγελο. «Εσύ ο ίδιος μόλις μας έδωσες το σενάριο για ακατάλληλη ταινία ενηλίκων! «Ηδονική ανατριχίλα».»
«Εσύ, Νεφέλη μου, έλεγες ότι η κοπέλα κρατούσε άμυνες και έβαζε όρια σαν δικηγόρος του ΟΗΕ. Κι εδώ πέρα αποδεικνύεται ότι η γυναίκα είχε στήσει ολόκληρη επιχείρηση αποπλάνησης, με ένα σωρό νάζια και προσποιητούς πόνους, για να πέσει στην αγκαλιά του γυμναστή!
Φαντάζομαι και τη συνέχεια.
«Μου επιτρέπεις να σε αγγίξω;» τη ρωτάει ο γυμναστής, τάχα για να της δείξει την άσκηση, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να προχωρήσει η μεταξύ τους προσέγγιση.
Εκείνη, για να παίξει μαζί του, ανασήκωσε τα φρύδια της. Σε ελεύθερη μετάφραση, η έκφρασή της έλεγε: «Έλα, μωρέ υπερβολικέ, που μου κάνεις και μουτράκια! Ξέρω τι θέλεις για να σου φτιάξει η διάθεση!»
Τον φλέρταρε έξυπνα, διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματός του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα lλύθηκαν στα γέλια.
«Ωραία, συνέχεια! Αυτό δεν είναι πια απλή αφήγηση, είναι κανονικό κεφάλαιο από ροζ μυθιστόρημα δεύτερης κατηγορίας! Είδες την Εριφύλη μας; Εκεί που μας έλεγε για ηθικές αναστολές, όρια του ΟΗΕ και επαγγελματική δεοντολογία, τελικά η ανιψιά μου έκανε το γυμναστήριο προσωπικό της στούντιο ερωτικών ταινιών. Ποια γυμναστική και ποια ενδυνάμωση κορμού; Εδώ μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό... σήκωμα θερμοκρασίας!»
«Εντάξει, το παραδέχομαι!» απαντά ο Νικηφόρος. «Η Εριφύλη πήρε χρυσό μετάλλιο στο φλερτ κι εγώ συνεχίζω να είμαι ο αφηγητής του πιο πικάντικου ειδυλλίου της χρονιάς!»
«Πού νιώθεις πιασμένη;» τη ρωτά ο γυμναστής της.
Εκείνη του δείχνει τους προσαγωγούς.
«Αισθάνομαι ένα πιάσιμο στο εσωτερικό του μηρού μου.»
Πλησίασε κοντά του, τόσο ώστε εκείνος ένιωσε το σώμα της να ακουμπά πάνω του. Ο Αχιλλέας τραβήχτηκε διακριτικά.
«Μην τραβιέσαι», του είπε. «Χωράμε! Εκτός κι αν δεν έχεις διάθεση να ασχοληθείς μαζί μου...»
Και, μέσα στο παιχνίδι του φλερτ, έφερε το σώμα της ακόμη πιο κοντά στο δικό του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα ένιωθαν πλέον σαν να παρακολουθούν θεατρική παράσταση.
«Αυτό το σενάριο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο!» λέει η Νεφέλη. «Ο γυμναστής τραβιέται διακριτικά σαν παρθένος σε επαρχιακό λεωφορείο και η Εριφύλη του πετάει την ατάκα “Μην τραβιέσαι, χωράμε!”, ενώ τον πλησιάζει κανονικά! Ούτε σεναριογράφος σαπουνόπερας δεν θα είχε τέτοια έμπνευση!»
Τον κοιτάζει κατάματα, με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο.
«Τελικά, ρε αγάπη μου, εσύ δεν μας διηγείσαι την ιστορία της ανιψιάς μου. Τη δική σου κρυφή φαντασίωση μάς ξεδιπλώνεις, λέξη-λέξη!»
«Ηρέμησε, Νεφέλη», λέει ο Νικηφόρος. «Γιατί έχουμε και συνέχεια με τους προσαγωγούς!»
«Άφησε το κορμί σου, μωρό μου, ελεύθερο, να σε βοηθήσω να κάνεις σωστά την άσκηση», της λέει ο γυμναστής.
Τη βοηθά να πάρει τη σωστή στάση, διορθώνοντας τη θέση του σώματός της με τα χέρια του.
«Λύγισε τώρα τα γόνατα σε ορθή γωνία, με τα πόδια να ακουμπούν το ένα στο άλλο καθ’ όλη τη διάρκεια της άσκησης. Και έχεις και υπέροχους, σφιχτούς γλουτούς.»
«Χάρη στον γυμναστή μου», του απαντά εκείνη.
Η Νεφέλη δεν κρατιέται.
«Το τερμάτισες!» φωνάζει, με δάκρυα στα μάτια από τα γέλια. «Αυτό δεν είναι πια γυμναστική· είναι σεμινάριο ανατομίας και... προχωρημένης αεροβικής με προσωπικό coach! Μιλάμε για απόλυτη πολυδιεργασία!»
Ο Νικηφόρος της δίνει τη χαριστική βολή.
«Και μετά μου έλεγες, Νεφέλη μου, για τη σεμνή ανιψιά σου που πήγε απλώς να δυναμώσει τον κορμό της! Ο γυμναστής της έκανε ολική ανακαίνιση κι εκείνη τον ευχαριστεί κιόλας επίσημα για το “κορμί αλφάδι”!»
Η Νεφέλη κουνάει το κεφάλι της με ένα μείγμα απόγνωσης και διασκέδασης.
«Αγάπη μου! Ομολόγησε το! Εσύ ο ίδιος γράφεις κρυφά ρομαντικά μυθιστορήματα το βράδυ και μας τα περνάς για τα... “κατορθώματα της ανιψιάς μου”!»
«Έχουμε και συνέχεια, γιατί ανέβηκε η θερμοκρασία στο γυμναστήριο χωρίς καν ακόμη να κάνουν προσαγωγούς!»
Ο γυμναστής τη ρώτησε αν εξακολουθούσε να νιώθει ενοχλήσεις.
«Ναι. Εκεί ψηλά, στους προσαγωγούς.»
«Πόσο ψηλά;» τη ρώτησε, πλησιάζοντας το σημείο που του υπέδειξε.
«Εδώ;»
«Αχ, ναι... ναι, εκεί. Τι όμορφα που το κάνεις!» του είπε, αφήνοντας έναν ηδονικό αναστεναγμό.
Η πιπεράτη, υπόγεια ματιά της κατέβηκε για μια στιγμή χαμηλότερα στο καβάλο του. Η καρδιά της ανέβασε παλμούς.
Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους παρακολουθούσε. Ύστερα άπλωσε δειλά το χέρι της και συνέχισε το παιχνίδι της, θέλοντας να καταλάβει αν η επιθυμία του ήταν τόσο έντονη όσο τη φανταζόταν.
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο, που συνεχίζει απτόητος να πλέκει το σενάριο, με απόλυτη λατρεία αλλά και μια δόση δυσπιστίας.
«Ε, όχι! Αυτό δεν είναι πια αφήγηση! Μιλάμε για σενάριο οσκαρικής ταινίας ενηλίκων! Αγάπη μου, ξέχνα την Εριφύλη, ξέχνα τον γυμναστή... Εσύ μόλις γράφεις το πιο καυτό, ανατρεπτικό και απίθανο best seller της χρονιάς!»
«Καλά... το παραδέχομαι! Το τερματίσαμε! Πάρε με στο τηλέφωνο να κλείσουμε δικαιώματα για Χόλιγουντ! Γι’ αυτό δώσε βάση στη συνέχεια.»
«Σε έχω δει πώς με κοιτάζεις και το κορμί μου καίγεται όταν νιώθω ότι με θέλεις», του λέει η Εριφύλη.
Του ήρθε ξαφνικό. Δεν το περίμενε.
Την κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο απορία και αμφιβολία. Δεν μιλά.
«Δεν έχεις κάτι να πεις;» τον ρωτά.
«Περιμένω να περάσει η στιγμή της συγκίνησης, ακούγοντας τον ρυθμό της αναπνοής μου. Δεν θέλω να γίνω ενοχλητικός, προς το παρόν.»
«Σου δίνω την εντύπωση πως ενοχλούμαι;»
«Το εννοούσες αυτό που μου είπες ή ήταν απλώς μια φαντασίωση μου;» τη ρώτησε, με μια κρυμμένη αγωνία στη φωνή του.
«Δεν το κατάλαβες πως έχω γίνει λούτσα; Η υγρασία πάει πλημμύρα!»
«Και τώρα τι κάνουμε;» τη ρωτά.
«Έχουμε φουσκοδεντριές, αγορίνα μου;» του ψιθυρίζει η Εριφύλη, μ’ ένα πονηρό, αποφασιστικό χαμόγελο, όλο νάζι.
«Μην παίζεις μαζί μου!»
«Χρειαζόμαστε πρόγραμμα περιήγησης και Χρυσό Οδηγό για να μάθουμε;» του λέει τσαχπίνικα.
«Είσαι πολύ καριόλα.»
«Κούλαρε, μωρό μου! Κουλάρισε! Προκάλεσε με και θα ανταποκριθώ.»
Του προτείνει, μάλιστα, να της σχεδιάσει ένα προσωπικό πρόγραμμα εκγύμνασης, με «εξειδικευμένη» προσφορά υπηρεσιών.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν μείνει πια με ανοιχτό το στόμα και τα μάτια γουρλωμένα από αυτή την επική ανατροπή.
«Από τον Χρυσό Οδηγό και τις “φουσκοδεντριές” πέταξες απευθείας σε προσωπικό πρόγραμμα εξειδικευμένων υπηρεσιών; Αυτό δεν είναι πια γυμναστήριο· είναι το πιο σουρεαλιστικό stand-up comedy που έχουμε ακούσει ποτέ στη ζωή μας!»
Στο συγκεκριμένο κομμάτι το δυνατότερο στοιχείο είναι πλέον η αυτοϋπονόμευση της ίδιας της αφήγησης: όσο ο Νικηφόρος προσπαθεί να παρουσιάσει την Εριφύλη ως πρωταγωνίστρια της ιστορίας, η Νεφέλη τον αποκαλύπτει διαρκώς ως τον πραγματικό «σεναριογράφο» της φαντασίωσης. Αυτό αξίζει να μείνει ως βασικός κωμικός άξονας και στη συνέχεια.
Εδώ η κωμική δυναμική έχει πλέον κορυφωθεί: η Εριφύλη εγκαταλείπει κάθε «τεχνική» διατύπωση και ο Νικηφόρος αφήνει τη Νεφέλη να κερδίσει το δικό της αφηγηματικό δικαστήριο. Κρατώ τον λαϊκό τόνο, το παιχνίδι με τη γλώσσα των «συνεδριών» και το κλείσιμο ως αυτοσαρκαστική παράδοση του Νικηφόρου.
Ο Νικηφόρος, απτόητος, συνεχίζει να βυθίζεται στο χάος της ίδιας του της αφήγησης.
«Συνεδρία με θεματολογία τη σεξουαλική ευχαρίστηση θέλω», του λέει, με μια φράση που περιγράφει μια κατάσταση στην οποία θα ήθελε πολύ να πει κάτι άμεσα, ειλικρινά και «έξω από τα δόντια», λαϊκά· τελικά, όμως, δεν βρίσκει το ψυχικό θάρρος να ξεστομίσει την επιθυμία της όπως ακριβώς τη νιώθει.
«Να με γαμήσεις θέλω, αγορίνα μου!»
«Συνεδρία με προσωπικό γυμναστή θέλεις. Καλά κατάλαβα;»
«Ναι, σωστά κατάλαβες! Σαΐνι μου εσύ, πουλιά πιάνεις στον αέρα!»
«Ευχαριστώ πολύ! Εδώ είμαι για να σε βοηθήσω.»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια! Συνεδρίες με συγκεκριμένο γυμναστή θέλω!»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια, λοιπόν.»
«Ναι! Η ουσιαστική λεπτομέρεια καθορίζει την επιτυχία ή την αποτυχία της προσωποποιημένης φροντίδας. Είναι εκείνη που προσθέτει νόημα, πληρότητα και, τελικά, επιτυχία σε συνεδρίες σαν αυτές που έχω στο μυαλό μου, ενώ η τυπική λεπτομέρεια είναι απλώς άνευ σημασίας.»
«Σε γκρουπ ή προσωπικές συνεδρίες;»
«Τι έχεις καταλάβει;»
«Δεν έχει σημασία τι έχω καταλάβει εγώ!» της λέει ο γυμναστής. «Ως πελάτισσα, οφείλω να σεβαστώ την επιλογή σου. Η επιλογή ανάμεσα σε προσωπικές και ομαδικές συνεδρίες εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες, τους στόχους και την άνεση κάθε ατόμου. Και οι δύο μορφές είναι αποτελεσματικές.»
«Μάλλον με δουλεύεις!»
«Λυπάμαι! Δεν ήταν καθόλου αυτή η πρόθεσή μου. Παρακαλώ, εξηγήστε μου πιο αναλυτικά τι ακριβώς εννοείτε.»
«Να το εξηγήσω πιο αναλυτικά; Σαν πελάτισσα θέλω ένα πρόγραμμα όπου θα βρίσκομαι απέναντί σου, ολόγυμνη, θα σε κάνω να με θέλεις, να σου έχει σηκωθεί, να θέλεις να μου τα γλείψεις όλα και, μετά, να μου τον βάλεις!»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν πλέον μείνει ανήμπορες να αρθρώσουν λέξη.
Η Νεφέλη, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, καταφέρνει τελικά να μιλήσει:
«Αυτό ήταν! Από το “επαγγελματικό εγχειρίδιο εξυπηρέτησης πελατών” και τις “ομαδικές συνεδρίες”, περάσαμε απευθείας στην πιο ωμή, αφιλτράριστη και αποστομωτική περιγραφή που ακούστηκε ποτέ!
Ο γυμναστής το έπαιζε “κύριος εκπαιδευτής” κι εκείνη του έδωσε το masterplan σε τρεις απλές, λαϊκές, καταπέλτη φράσεις!
Αγάπη μου, τελικά η ανιψιά μου δεν ήθελε ούτε ενδυνάμωση κορμού ούτε ορθές γωνίες στους προσαγωγούς! Ήρθε αποφασισμένη να πάρει πτυχίο ανώτατης σχολής... πρακτικής εφαρμογής!
Ποια ISO και ποιοι κανόνες λειτουργίας του γυμναστηρίου; Εδώ μιλάμε για ολικό, σαρωτικό σεισμό!»
Ο Νικηφόρος παραδίδει πλέον εντελώς τα όπλα στη Νεφέλη.
«Άντε, να κλείσουμε το βιβλίο, γιατί ούτε ο Χρυσός Οδηγός δεν μας σώζει τώρα!»
«Μάλιστα!» λέει ο γυμναστής. «Θέλεις απόλυτη ιδιωτικότητα, εμπιστευτικότητα και υψηλή διακριτικότητα, σε έναν ασφαλή, ιδιωτικό χώρο! Θα μου άρεσε να σε έβλεπα γυμνή», της είπε. «Αν και, με τη φόρμα, ο πούτσος μου γίνεται πυρωμένο ατσάλι κάθε φορά που σε παρατηρώ!»
«Εσένα πυρωμένο ατσάλι, εμένα πλημμύρα που ξεχείλισε. Να τα σμίξουμε, να έρθουν σε ισορροπία.»
«Έχεις κάποια προτίμηση για το πού θα πραγματοποιούνται οι συνεδρίες;»
«Έχεις αντίρρηση η πρώτη συνεδρία γνωριμίας να γίνει στο σαλόνι του σπιτιού μου;»
«Καμία αντίρρηση, αν ικανοποιεί τα κριτήρια», της απαντά.
«Οι καναπέδες του πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για τις ασκήσεις της συνεδρίας.»
«Είναι ανθεκτικοί; Καλύπτουν τους κανόνες ασφαλείας;»
«Με πιστοποίηση. Δοκιμασμένοι σε ακραίες καταστάσεις.»
«Με τον σύζυγο έγιναν οι δοκιμές;»
«Μέχρι σήμερα, ναι!»
«Δηλαδή θέλεις να κάνεις επαλήθευση στην πιστοποίηση;»
«Καλό είναι να έχω επαλήθευση, συνοδευόμενη και από αναβάθμιση!»
Η Νεφέλη μένει άφωνη.
«Ε, όχι, δεν υπάρχει αυτό! Από το “σύστημα διασφάλισης ποιότητας ISO” και τους “κανονισμούς ασφαλείας του σαλονιού”, περάσαμε επισήμως στον τελικό έλεγχο πιστοποίησης υλικών και αναβάθμισης συστήματος!
Αγάπη μου, η Εριφύλη όχι μόνο πέρασε με άριστα στο μάθημα της αντοχής υλικών, αλλά έβαλε και τον γυμναστή να υπογράψει πρωτόκολλο παραλαβής-παράδοσης στο σαλόνι!
Ποιος ΟΗΕ και ποιες φόρμες; Εδώ μιλάμε για ολικό, αδιαπραγμάτευτο έλεγχο καταλληλότητας!»
Ο Νικηφόρος, όμως, επιμένει να συνεχίσει με την περίφημη «επαλήθευση» των καναπέδων.
«Δεν έχω μαγικό ραβδάκι ούτε υποδύομαι τον θαυματοποιό», της λέει ο γυμναστής. «Θα διαθέσω κάθε μου ικανότητα, ώστε η συνεδρία γνωριμίας να σου μείνει αξέχαστη και να ανυπομονείς για τη συνέχεια.»
«Ωραία! Όλα καλά! Αν τα βρούμε στην πρώτη συνεδρία, συζητάμε τη λύση για τις επόμενες.»
«Για τις επόμενες προτείνω το διαμέρισμά μου. Εκτός από καναπέ, εγώ θα διαθέσω και το κρεβάτι για αναβάθμιση των ασκήσεων! Εργένης είμαι.»
«Το κρεβάτι μονό ή διπλό;»
«King size, μωρό μου, με ανατομικό στρώμα! Σε καλύπτει;»
«Δεν έχω πολλές απαιτήσεις από μικροπράγματα, όπως το στρώμα. Άλλες είναι οι επιθυμίες μου και αυτές θα μου τις καλύψεις με πράξεις.»
«Έχεις κάποια ιδιαίτερη πρόταση;»
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο με ύφος απόλυτης κατάπληξης, αλλά και λατρείας για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να ξεδιπλώνει την αφήγησή του.
«Η πρότασή μου», του λέει, «είναι να αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη, για να ανακαλύψουμε μαζί τι μας αρέσει και πώς μπορούμε να νιώθουμε πιο άνετα στις συνεδρίες μας. Δεν χρειάζεται να αναλωνόμαστε σε λεπτομέρειες και περιττές ασκήσεις. Κι αυτό το καθήκον να ανατεθεί αποκλειστικά στον “ντροπαλό” μας κύριο, με Κ κεφαλαίο, που τον έχεις κρυμμένο εκεί πίσω!
Το Σάββατο που έρχεται ο Νικηφόρος μπαρκάρει και θα απουσιάζει για μήνες στο καράβι. Τα βράδια, στη μοναξιά της, όταν ο ύπνος δεν θα την παίρνει, ο γυμναστής αυτός θα έχει ως προορισμό να αναλάβει, στο πλαίσιο μιας επικουρικής αρμοδιότητας, ώστε, μέχρι να γυρίσει ο καλός της, να μη μείνει χωρίς φροντίδα και... στεγνώσει.
Η Νεφέλη έχει μείνει πια εντελώς άφωνη. Για ολόκληρα λεπτά δεν βρίσκει λέξη να πει στον Νικηφόρο.
Ύστερα ξεσπά.
«Αυτό δεν ήταν απλώς η κορύφωση του σεναρίου!» φωνάζει λαχανιασμένη, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα γέλια. «Από το μονοδιάστατο πρόγραμμα περάσαμε επισήμως σε επιτροπή διάσωσης και αναπλήρωσης καθηκόντων εν λευκώ!
Ο Νικηφόρος φεύγει για το καράβι κι η Εριφύλη οργανώνει πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης, για να μη μαραθεί το λουλούδι!
Αγάπη μου, η ανιψιά μου αποδείχτηκε η απόλυτη στρατηγός της διπλωματίας και των... θαλάσσιων αδειών! Όχι μόνο βρήκε λύση για τη μοναξιά της, αλλά έβαλε και τον γυμναστή σε καθεστώς επικουρικής αρμοδιότητας εν απουσία του συζύγου!
Μιλάμε για οσκαρικό σενάριο με Κ κεφαλαίο!»

 
Web Informer Button