ADS

click to open

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Ta Gegonota Trexoun

"Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε την στάχτη."
Γ.Σεφέρης
------------------
Η αναζήτηση της αλήθειας, ωριμάζει με την αμφισβήτηση στις πεποιθήσεις μας, στις αξίες μας και τα πιστεύω μας.
Οι θρησκείες, ο ιμπεριαλισμός, και ο ακραίας μορφής καπιταλισμός στηρίζουν συνθήκες στις οποίες κάποιοι δημιουργούν πλούτο από τον κόπο μας για να μας τον δανείσουν με τόκο.
Διαμορφώνουν δε το πνευματικό υπόβαθρο των επόμενων γενεών, σκλάβων σε γραφεία κυψέλες με ηλιακό χρονόμετρο.
Τα γεγονότα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες και δεν προλαβαίνουμε να προσαρμοστούμε. Είμαστε ήδη κουρασμένοι από την παιδική μας ηλικία αναζητώντας την επιτυχία σε έναν αδυσώπητο ανταγωνισμό.
Η λογική πως η αγορά βάζει τους νόμους της, απλά δεν αποτελεί λογική. Η αγορά έχει ως στόχο την με οποιοδήποτε τρόπο μεγιστοποίηση των κερδών. Οι νόμοι βρίσκονται πάντα απέναντι διαφυλάττοντας τη συνοχή του κοινωνικού κράτους και τη νομιμότητά του. Η μοιρολατρία των οικονομικών όρων της αγοράς έχει ως αποτέλεσμα την βαθμιαία αποπολιτικοποίηση κράτους και πολιτών επιβάλλοντας την εικόνα του τετελεσμένου εναντίον του οποίου κάθε αγώνας θα ήταν μάταιος.
Η αλλαγή δεν είναι απλό πράγμα πρέπει να αλλαχτούν νοοτροπίες ανθρώπων που κρατούν γερά. Πάντα θα υπάρχει μία αντιπαλότητα σε αυτούς που έχουν και σε αυτούς που θέλουν να έχουν.
Ο κόσμος αυτός δεν θα αλλάξει όχι γιατί δεν θέλει αλλά επειδή δεν μπορεί, μάλλον αυτή είναι η φύση του ανθρώπου.
Για χιλιετίες συμβαίνουν τα ίδια γύρω μας, απλά μετά από πολλούς κύκλους καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα.
«Ο σκοταδισμός επιστρέφει», είχε πει ο μεγάλος κοινωνιολόγος Πιερ Μπορντό.
«αυτή τη φορά όμως έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που επικαλούνται τη λογική».
......................
 Το εταιρικό χταπόδι πνίγει τη φυσική ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Εξαπλώνει την τυραννία, τη φτώχεια και την οικονομική δουλεία. Αψηφά τους απλούστερους νόμους της οικολογίας. Ο πόλεμος είναι η προέκταση της επιχειρηματικής δύναμης µε άλλους τρόπους. Το ένα επαυξάνει το άλλο."
Μιλάνε για τη σκόπιμη διαφθορά νέων μυαλών στην πιο τρυφερή ηλικία. Για τα ψέματα που τους επιβάλλουν από την κούνια και στη συνέχεια µε επιχειρηματικές ή κρατικές μεθοδεύσεις, αν υπάρχει πια καμιά διαφορά ανάμεσα στα δύο, για το οποίο έχω αρχίσει να αμφιβάλλω. Μιλάνε για τη διείσδυση των επιχειρήσεων σε όλα τα πανεπιστήμια του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου κόσμου. Μιλάνε για μια εκπαιδευτική αποικιοκρατία μέσα από επενδύσεις των επιχειρήσεων σε διδακτικό επίπεδο, με την προϋπόθεση οι καθηγητές να συντηρούν τις ψευδό-θεωρίες που είναι πλεονεκτικές για τον επενδυτή και επιβλαβείς για τον φουκαρά, τον ταλαιπωρημένο φοιτητή.
Πώς καταφέρνουν αυτές οι εταιρείες να στραγγαλίσουν την κοινωνία µας; Όταν δε σκοτώνουν, αγοράζουν. Αγοράζουν καλά μυαλά και τα δένουν χειροπόδαρα. Αγοράζουν φοιτητές πρωτάρηδες και τους ευνουχίζουν τη σκέψη.  Χτίζουν πανεπιστήμια, υπαγορεύουν πανεπιστημιακά μαθήματα, προωθούν τους καθηγητές που τους γλείφουν και τρομοκρατούν τους αιρετικούς. Ο μοναδικός τους στόχος είναι να διαιωνίσουν την τρελή ιδέα της απεριόριστης εξάπλωσης πάνω σε έναν περιορισμένο πλανήτη, µε τη μόνιμη σύγκρουση να είναι το επιθυμητό της αποτέλεσμα.
Και το προϊόν τους είναι ένα αμόρφωτο ρομπότ, γνωστό επίσης και ως υψηλόβαθμο διοικητικό στέλεχος.
Σε μερικά χρόνια από τώρα δε θα υπάρχει ούτε ένας χώρος μάθησης στο Δυτικό Ημισφαίριο που να μην έχει πουλήσει την ψυχή του στην απληστία των επιχειρήσεων. Θα υπάρχει µόνο µία επιτρεπόμενη γνώμη σε κάθε θέμα...... Δε θα υπάρχει ούτε µία αντίθετη φωνή της προκοπής, αν δε γυρίσει κάποιος πίσω το ποτάμι, αν δεν το κάνει να κυλήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Μέχρι σήμερα ο κόσμος απαιτούσε καλύτερες συνθήκες εργασίας, καλύτερο κοινωνικό κράτος, με ωράριο εργασίας κτλ.
Τώρα πλέον, ζητάει απλά μια εργασία.

--------------------------------------
«Η μεγάλη πρόκληση του παρόντος είναι πώς να τελειώσουμε με τον φονταμενταλισμό της αγοράς και τον χρηματιστικό καπιταλισμό ……
Σε όρους αγοράς οι άνθρωποι είναι απλώς δαπάνες προσωπικού. Όμως στον αληθινό κόσμο αποτελούν την ενσάρκωση του τρόπου ζωής, των παραδόσεων και της κουλτούρας της … »

2009, Γιουκίο Χατογιάμα – Πρωθυπουργός της Ιαπωνίας.
---------------------------------------
Υ.Γ. Την κρίση τη δημιουργούν οι ίδιοι οι κροίσοι.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

NHES Magnissias! Enas Kolpos Mikros

Ασύλληπτη θέα στη μαγευτική παραλία με την καταπράσινη φύση που φτάνει κι αγκαλιάζει σχεδόν τη χρυσαφένια αμμουδιά. Θέα ανενόχλητη και ταξιδιάρικη, τοποθεσία απομονωμένη και ήσυχη, ιδανική καθώς είναι το τελευταίο κομμάτι γης πριν τη θάλασσα με πολλά ελαιόδεντρα.
Στην άκρη του Παγασητικού κόλπου και ακριβώς απέναντι από την κατοικία των Κενταύρων, το μαγευτικό Πήλιο, τον τόπο που διάλεξαν οι θεοί του Ολύμπου για τις διακοπές του συναντούμε έναν μικρό κολπίσκο απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς, τις Νηές. Κατηφορίζεις με το αυτοκίνητο τη βορειοανατολική πλευρά του όρους Χλωμού ανάμεσα από σκίνα, κουμαριές, πουρνάρια και ελιές. Ο δρόμος μπροστά είναι όλο στροφές , με νεροφαγώματα στα πλαϊνά από τις βροχές και στο βάθος απλώνεται η θάλασσα με χρώμα ζαφειρένιο.Τα μάτια γεμίζουν με το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού, νιώθεις στο πρόσωπο το χάδι από τον αλμυρό αέρα, μυρίζεις τα φύκια και την βρεγμένη άμμο, ακούς τα κρωξίματα, των γλάρων τα τιτιβίσματα των πουλιών και το απαλό πάφλασμα των κυμάτων. Στην πηγή του νερού, που αναβλύζει στο Μετόχι, αρσενικές Λιβελούλες ζουζουνίζουν την άνοιξη και ζευγαρώνουν στον αέρα με τις θηλυκές, αφού πρώτα τις πλευρίσουν και τις δαγκώσουν από πίσω ώστε να κρατιούνται μαζί στον αέρα κι ενώ κάνουν κύκλους η θηλυκές κουλουριάζονται με τέχνη γύρω τους. Στο σούρουπο κατεβαίνουν από του ουρανού τα μονοπάτια τα μεταναστευτικά πουλιά σε κοπάδια και αφού ξαποστάσουν λίγες ώρες στη μικρή λιμνοθάλασσα και βατευτούν, σηκώνονται πάλι στον αέρα και χάνονται σαν κινούμενοι ίσκιοι στο ξεκίνημα της ημέρας, όταν παίρνει να χαράζει κι η πούλια λάμπει ψηλά στο γαλακτερό ουρανό.
Όταν αντικρίζει κανείς για πρώτη φορά το τοπίο μένει κυριολεκτικά άφωνος. Το ζωηρό πράσινο των ελαιόδεντρων που κυκλώνουν προστατευτικά τον μικρό κόλπο, το γαλαζοπράσινο της θάλασσας που στέκεται γαλήνια και το αχνογάλανο του ουρανού συνθέτουν έναν μοναδικό πίνακα ζωγραφικής. Ο κολπίσκος της περιοχής Νηές, είναι μία παρθένα περιοχή, απείραχτη από το χρόνο. Ένας τόπος που όσο κανείς άλλος συνδυάζει τόσο μαγικά το βουνό και τη θάλασσα έτσι όπως το ονειρεύτηκε εκείνα τα χρόνια τα αρχαία ο Αχιλλέας που περιπλανιόταν σε τούτα εδώ τα ήρεμα νερά ετοιμάζοντας τα πλοία του για την εκστρατεία του στην Τροία.
Στο νοτιοδυτικό άκρο της, σχηματίζεται μια πολύ όμορφη αμμουδερή παραλία με αβαθή καταπράσινα νερά και πολύ ψιλό βότσαλο, η οποία ενθουσιάζει τους επισκέπτες ιδιαίτερα όταν δεν φυσούν τα μελτέμια. Οι πανέμορφες πεταλίδες και τα κοχύλια είναι δείγματα της καθαρότητας και της διαύγειας των νερών. Κάθε μέρα, όταν ο ήλιος ανατέλλει πάνω από τις Νηές, ξεχύνονται όλες οι ομορφιές της φύσης και έρχονται σε επαφή με την θάλασσα, στα κρυστάλλινα νερά του κόλπου. Ο τόπος γεμίζει ενέργεια που απλόχερα προσφέρεται στον καθένα που χαλαρώνει στην αγκαλιά του, και γενικά απολαμβάνει με όλες του τις αισθήσεις αυτό το  θαύμα της φύσης. Σαν πέφτει ο ήλιος το απόγευμα μία ανάσα δροσιάς ξεχύνεται στον αιθέρα, και η θάλασσα που απλώνεται εμπρός βαστά ακόμα την αλμύρα του Νόστου και τα δάκρυα του Αχιλλέα.
Καλώς ορίσατε στις Νηές! 
Μια σημαντική έκταση αυτής της ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς, πέρασε το 2006-2007 στον έλεγχο μιας εταιρείας ανάπτυξης τουριστικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας. Ένα παρόμοιο γεγονός είναι ικανό να εμφανίσει, να εμβαθύνει και να ενισχύσει διχαστικές τάσεις και εντάσεις μεταξύ των κατοίκων της ευρείας περιοχής. Μία μικρή ομάδα κατοίκων σκέπτονται ότι η προσδοκώμενη ανάπτυξη τουριστικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας θα επιφέρει σημαντικά και αποδεκτά οφέλη που θα οικοδομήσουν την ανάπτυξη και την ευημερία της τοπικής κοινωνίας με γρήγορους ρυθμούς. Συγχρόνως, η μεγάλη πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας με πολλή αυτοπεποίθηση συνεχίζει να διαφοροποιείται, και να αντιστέκεται υψώνοντας την πρόκληση για να διατηρήσει την υφισταμένη κοινωνική αρμονία του θερινού θέρετρου στις ιδιαιτέρας ομορφιάς παραλία. Τα δε μέλη της με στήριξη και τακτική στα υφιστάμενα πλαίσια του νόμου αντιστέκονται και προσπαθούν να προωθήσουν συνθήκες που να διαμορφώνουν την αποτυχία της υλοποίησης του γκρίζου επιχειρηματικού πλάνου. Η επίμαχη προς ανάπλαση έκταση είναι οικολογικά ευαίσθητη περιοχή που περιέχει και ένα μικρό φυσικό βιότοπο, στην εσωτερική πλευρά της ακτής, με σχετικά αραιή βλάστηση που υποστηρίζει μόνο έναν περιορισμένο πληθυσμό άγριας φύσης πουλιών, συμπεριλαμβανομένων και οι πολυάριθμες ποικιλίες των ειδών που μεταναστεύουν εποχιακά, τα θύματα στη σύγχρονη ανάπτυξη και την επέκταση του καλλιεργήσιμου εδάφους. Οι εγκαταστάσεις των γηπέδων του γκολφ χωρίς περιβαλλοντική μελέτη είναι κύριο ζήτημα. Η βλάστηση αποτελείται εδώ κατά ένα μέρος από τη χλόη με διασπορά των θάμνων και των δέντρων και διάφορα είδη φυτών έχουν το κοινό γνώρισμα της ανάπτυξης στο ρηχό και λασπώδες υφάλμυρο ύδωρ των υγροβιότοπων. Θα υπάρξει μια σημαντική μείωση του ελεύθερου εδάφους, από την οικοδόμηση του επιχειρηματικού πλάνου.
Ελπίζω οι πολίτες που ευτυχίσαμε να μένουμε στη περιοχή του κόλπου να μη χάσουμε, τις μικρές απολαύσεις που πολλές φορές θεωρούμε δεδομένες.
Τα αφέγγαρα μεσάνυχτα τον Ιούλιο, και τα αστέρια που παρουσιάζονται με τη σαφήνεια των πελεκημένων διαμαντιών στον έναστρο ουρανό το ξηρό καλοκαίρι. Τις μαγικές και γαλήνιες σε ησυχία νύχτες καλοκαιρινές που οι ψίθυροι από τα χίλια εξακόσια μέτρα του υδάτινου ανοίγματος του κόλπου ακούγονται καθάριοι και κρυστάλλινοι από τη μία πλευρά στην άλλη, η το ηλιόλουστο πρωινό στη φθινοπωρινή εποχή, να περπατάς κατά μήκος της ακτής και να μοιράζεσαι τη φύση με τα αποδημητικά πουλιά. Και όταν ο βροχερός χειμώνας φθάνει, και αρχίζει γαλήνια το έδαφος η βροχή να ποτίζει, οι άνθρωποι που ζουν μόνιμα εδώ αισθάνονται όπως τον παράδεισο με τη νύχτα που πέφτει γρήγορα. Δεν είναι το θηριώδες οικοσύστημα στο απέραντο δέλτα του Ορινόκο, ένας κόλπος μικρός μα πολύ μικρός είναι, και αυτό το μέρος αγαπάμε.

Υ.Γ. Οι Νηές αποτελούν γραφικό παραθαλάσσιο οικισμό της Σούρπης από τον οποίο ξεκίνησε ο Αχιλλέας την εκστρατεία του για την Τροία.

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

The Seashore Is Crooked

Πρόσδεση τού ΕΓ/ΟΓ ΚΡΗΤΗ ΙΙ στον λιμένα της Χίου.
Ερώτηση δημοσιογράφου προς τον πλοίαρχο..
Το επιπλέον μήκος του ΚΡΗΤΗ ΙΙ δεν σας προβληματίζει κάπταιν στην μανούβρα;.
Πλοίαρχος:[Ονοματεπώνυμο]
Δεν με προβληματίζει καθόλου γιατί «ΕΓΩ» «!--!!!!!!--!» αντίθετα πιστεύω ότι έχω περιθώριο για επιπλέον 30 μέτρα τά οποία τα αφιερώνω σε αυτούς πού πίστεψαν πραγματικά σε μένα και τις δυνατότητες μου!.
«!-- Απάντηση ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΗ --!»;

Ναυτικός και επιβάτης ταυτόχρονα το βρίσκω ακραία επικίνδυνο να έχεις μονοσήμαντη και εγωιστική άποψη για τη λειτουργία μεταφορικών μέσων, και δη υπερήλικων ξεπερασμένης τεχνολογίας, που μεταφέρουν εκατοντάδες η και χιλιάδες ζωές στη θάλασσα. Εκτιμώ και συμμερίζομαι τον επαγγελματία που θέλει, με μετριοπάθεια και χωρίς αλαζονεία, να ξεχωρίζει από τον μέσο όρο, να έχει την ικανότητα να κερδίζει τις εντυπώσεις, με αψεγάδιαστο τρόπο λειτουργίας στο χώρο ασχολίας του. Να είναι τελειοθήρας. Κάθετα διαφωνώ και δημόσια στηρίζω την διαφωνία μου με συγκεκριμένες πρακτικές προσωπικής λειτουργίας στην εκτέλεση επαγγελματικών καθηκόντων. Διαφωνώ με επαγγελματίες που εκφράζουν αυτό τον υπέρμετρο εγωισμό τους σε συνθήκες εργασίας με πλήθος παραμέτρους πρωτογενείς και δευτερογενείς, που το τελικό αποτέλεσμα είναι η συνισταμένη των παραμέτρων. Και η προσφορά τους στη συνισταμένη είναι ένα μεγάλο κομάτι, που εμπεριέχει βεβαίως την ικανότητα και την επαγγελματική αρτιότητα τους. Εάν λοιπόν απαξιωτικά αγνοείς της συνισταμένης, τις άλλες παραμέτρους, τότε οι εντολές που σα χαλάζι εξαπολύεις είναι ζαριές κάπταιν. Και όταν ζάρια παίζεις, σύμφωνα με τα πιο απλά μαθηματικά θα έχεις και την άσχημη. Τις άραγε φταίει πλέον για την άσχημη. Διάφοροι παράγοντες που επηρεάζουν το κλίμα της περιοχής, δημιουργώντας τις εποχιακές παραλλαγές;. Τα ατμοσφαιρικά παιγνίδια του αέρα; η τοπογραφία, η τα θαλάσσια ρεύματα, και τα σύννεφα;. Η επιστασία μηχανοστασίου; τα φίλτρα που κτιστήκαν; η δεξιά μηχανή; η αριστερή μηχανή; το πηδάλιο; ο πουνέντες; ο γρεγολεβάντες; η ο στραβός γιαλός που αλλού έπρεπε να ήταν και αλλού βρέθηκε ο άτιμος. Ελπίζω τη χρονική στιγμή εκείνη αγαπητέ μου κάπταιν μόνο υλικές ζημιές να έχεις. Αλήθεια εκείνος ο «χριστιανός» που αναφέρει σε άρθρο του ο Κύριος ..............., με το βαπόραρο το σύγχρονο και αξιόπιστο το BLUE STAR II, μέχρι που δικαιούται να προβάλει το ΕΓΩ του;. Τη κορυφή του προφήτη Ηλία πολύ χαμηλή τη βρίσκω για το μέγεθος του. Μέχρι τη κορυφή του Ταϋγέτου θα πρότεινα. Και από εκεί του Κάλβου τον παιάνα. να σιγοψιθυρίζει « ....Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται ζυγό δουλείας ας έχουσι.....». Θέλει αρετή και τόλμη, ανάστημα να υψώσεις στην οδυνηρή πίεση του συστήματος και ταυτόχρονα να δαμάσεις τον εγωισμό σου. Θαυμάσιος άνθρωπος, λεβέντης, περνά όμως ίσκιος σιωπηλός και απαρατήρητος γιατί έτσι του πρέπει του επαγγελματία που δε παριστάνει το θηριοδαμαστή του μονοθέσιου της φόρμουλας στα σιγμοειδή της Μόντσας. Και να κουβανείς και χίλιες τόσες ψυχές αμέριμνες για τα δικά σου καμώματα. Αυτά τα 30 μέτρα κάπταιν σωστό και πρέπον είναι όταν θέλεις να τα χαρίζεις, άλλου είδους ασχολίες να σε ενδιαφέρουν. Ασχολίες που απαιτούν κανόνες αθλητικής συμπεριφοράς και επίτευξης συγκεκριμένων στόχων συναγωνισμού και ανταγωνισμού εάν αυτό είναι που επιθυμείς. Άλλως είναι ύβρις και ασέβεια στις γενεσιουργές συνθήκες του θαλάσσιου περιβάλλοντος, στους συναδέλφους σου, στη φυσική εξέλιξη του πολιτισμού μας, και στις πολύτιμες [πιστεύω να τις θεωρείς] ζωές που το πλοίο μεταφέρει. Ο μεγάλος δάσκαλος ο Πλάτωνας δίδασκε . Στην οργανωμένη πολιτεία η μετριοπάθεια είναι η αρετή που χαρακτηρίζει την επαγγελματική ενασχόληση του ανθρώπου και η δικαιοσύνη, η αρετή, που χαρακτηρίζει τη κοινωνία συνολικά.
Κάπταιν στη δημοσιότητα όταν τον εαυτό σου εκθέτεις, η εικόνα σου πλέον είναι πρισματική αντανάκλαση, και το πρίσμα έχει πολλές πλευρές και όχι τη μονοσήμαντη που αλαζονικά επιδιώκεις. Αναρωτήθηκες άραγε ότι οι σα χαλάζι εντολές σου μπορεί και να θυμίζουν μεγάφωνο που σφυρίζει και κάνει παράσιτα;.
Το έναυσμα για τις σκέψεις μου, ήταν το κλείσιμο του άρθρου «...........» του Κυρίου ........ στο τεύχος Ιούνιος 2009. Κατά βάθος εμένα η υπόθεση δε με αφορά καθόλου. Πρόκειται πραγματικά για ηθικές αρχές, στη μεγάλη και σύνθετη κοινωνία που οι άνθρωποι ζουν σήμερα, τίποτα λιγότερο η περισσότερο, και ο «χριστιανός» του BLUE STAR II, και του κάθε BLUE STAR, μέσα από τη σιωπή τους είναι το κυρίαρχα πρόσωπα και τους αφορά στη δύσκολη επαγγελματική καθημερινότητα τους. Τίποτα δεν κατακτιέται αποφεύγοντας να αγγίζουμε τις συνθήκες, τηρώντας μια πειθήνια στάση. Αυτό θεωρείται φόβος. Μα αυτό είναι το σθένος και το ρίσκο, να ταράξουμε το γαλήνιο λήθαργο και τη κατάσταση ευφορίας όπου έχουμε και δεν έχουμε συνείδηση.
Ναι μεν ο γιαλός είναι στραβός, αλλά και ‘μείς συχνά στραβά αρμενίζουμε.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Erotic Mythoplassia II.. (Part.. 6)

. «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ...Part: 6.»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
....Η νέα μέρα έσκασε πάνω στον παραθαλάσσιο οικισμό σαν μια υπόσχεση αναγέννησης. Για τον Νικηφόρο, το ξημέρωμα έμοιαζε με μια ολόκληρη, καινούργια ζωή. Το φως μπήκε παιχνιδιάρικα από το παράθυρο, ενώ το πρωινό αεράκι χάιδευε τις χαραμάδες. Άνοιξε τα μάτια του αργά, με μια βαθιά, γαλήνια σιωπή να τον τυλίγει μετά από έναν ύπνο βαθύ και λυτρωτικό.
Ξαπλωμένος ακόμα στα αχνάρια των νυχτερινών του ονείρων, τεντώθηκε χαλαρά, μα τα χέρια του βρήκαν δίπλα τους κρύα, άδεια σεντόνια. Η φλοκάτη ήταν μόνη. Η Νεφέλη είχε ήδη χαθεί από νωρίς, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της χθεσινής νύχτας.
Με σώμα ανάλαφρο σαν να αναδυόταν από τα κύματα, κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό ξύπνησε κάθε του κύτταρο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έπιασε το ξυράφι με αργές, μεθοδικές κινήσεις και, αφότου έδωσε μερικές τόνωση στα μάγουλά του, πέρασε στην ιεροτελεστία του καφέ.
Βγαίνοντας στη βεράντα με την κούπα του αχνιστού εσπρέσο στο χέρι, η πρωινή δροσιά του Παγασητικού τον τύλιξε. Ο αέρα του Σεπτέμβρη ήταν διαυγής, κρυστάλλινος. Το τοπίο έλουζε μια απέραντη ησυχία, λες και ο χρόνος είχε παγώσει. Όμως, μέσα του, η φλόγες της προηγούμενης νύχτας συνέχιζαν να καίνε δυνατά, περιμένοντας τη επιστροφή της.
Στηριγμένος στα ξύλινα κάγκελα, ο Νικηφόρος σάρωσε με το βλέμμα την ακρογιαλιά, ψάχνοντας μάταια τη Νεφέλη, που είχε γλιστρήσει έξω από το σπίτι τόσο αθόρυβα, σαν να μην είχε αφήσει ποτέ το χνάρι της πλάι του.
Η ματιά του όμως σκάλωσε αλλού, τραβηγμένη από μια κίνηση στη διπλανή αυλή. Η Φαίδρα, τυλιγμένη σε ένα αέρινο, ανοιχτόχρωμο κιμονό που άφηνε γυμνούς τους ώμους της, έσκύβε νωχελικά πάνω από τις γλάστρες, ποτίζοντας τους βασιλικούς με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Στα λίγα μέτρα πιο πέρα, η Δανάη καθόταν οκλαδόν στα πέτρινα σκαλοπάτια· τα πόδια της ήταν αστόλιστα, γυμνά, κι η προσοχή της καρφωμένη στο πέλαγος, καθώς τύλιγε τα δάχτυλα γύρω από μια αχνιστή κούπα.
Ξαφνικά, η Δανάη γύρισε το κεφάλι. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του χωρίς δισταγμό —μια ματιά γεμάτη θρασύτητα και νιότης αψηφισιά, σαν να μπορούσε να διαβάσει πάνω στο δέρμα του τα ίχνη της νυχτερινής αμαρτίας με τη θεία της. Ο Νικηφόρος τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, αφήνοντας το πρωινό αεράκι να του δροσίσει το πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα μύριζε Σεπτέμβρη, υγρασία και θάλασσα.
Ο εσπρέσο στην κούπα του είχε παγώσει, αλλά η σκέψη του παρέμενε κολλημένη πίσω, στο ζεστό δωμάτιο: στα τσαλακωμένα σεντόνια και στο άρωμα της Νεφέλης, η οποία είχε εξαφανιστεί στο πρωινό φως, αφήνοντας υποσχέσεις για όσα θα ακολουθούσαν.
Καθώς ο Νικηφόρος αναρωτιόταν πού να είχε χαθεί, ένα ελαφρύ τρίξιμο στα ξύλινα σκαλοπάτια έκοψε τη σκέψη του. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε κι η Νεφέλη στάθηκε μπροστά του.
Τυλιγμένη μόνο σε ένα φαρδύ, λευκό αντρικό πουκάμισο που άφηνε ακάλυπτα τα πόδια της, με τα μαλλιά της λυμένα και ανάκατα από τον ύπνο, κρατούσε ένα πιάτο με μυρωδάτα παξιμάδια και φρέσκες ντομάτες. Κινούταν με την άνεση μιας γυναίκας που ζούσε εκεί χρόνια.
«Ψάχνεις κάτι στον ορίζοντα, Νικηφόρε;,» είπε με φωνή βραχνή, ζεστή, σημαδεμένη από τα ξενύχτια και τα χάδια. Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στο πρωινό φως, κρύβοντας μια πονηρή, ασυγκράτητη σπίθα.
Νεφέλη! Εκείνη που, σύμφωνα με το όνομα της, κουβαλάει και χύνει το ζωογόνο νερό. Ήταν μια γυναίκα πλασμένη με τους δικούς της κανόνες, πιστή στο μότο πως η ηθική είναι σαν το πιπέρι στη σούπα· ελάχιστη νοστιμίζει το πιάτο, μα με το παραπάνω το κάνει αβίωτο.
Ο Νικηφόρος τη γνώριζε καλά. Ήταν πάντα η υπεύθυνη, η ακούραστη νοικοκυρά που στεκόταν στα πόδια της από τη χαραυγή. Την ώρα που οι υπόλοιποι πάλευαν με το μαξιλάρι, αναβάλλοντας το αναπόφευκτο μέχρι να τους πετάξει έξω από τα σκεπάσματα ο πανικός του ρολογιού, σαν φρυγανιέρα που πετάει το καλοψημένο ψωμί, η Νεφέλη λειτουργούσε με έναν εντελώς δικό της, ξεχωριστό ρυθμό.
Ξυπνούσε αμετάκλητα στις έξι, ένα αίνιγμα που ο Νικηφόρος ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει. Η Νεφέλη ήταν μια γυναίκα φτιαγμένη από θάρρος και ορμή, έτοιμη να διεκδικήσει ό,τι ποθούσε. Στην κρεβατοκάμαρα, γινόταν η απόλυτη κυρίαρχος του παιχνιδιού: ζητούσε ολοκληρωτική παράδοση, απαίτησε πάθος, έπαιρνε τα ηνία και σε απογείωνε.
Εκείνος στάθηκε στο κάγκελο, κρατώντας μισογεμάτη την κούπα του καφέ, κοιτάζοντάς την με δέος. Το λευκό, φαρδύ πουκάμισο έπεφτε πάνω στο κορμί της με μια προκλητική αμέλεια, προδίδοντας τις καμπύλες μιας γυναίκας που ζούσε με τους δικούς της κανόνες, αδιάφορη για τα «πρέπει» του κόσμου.
«Έτσι ακριβώς, ε;,» της είπε εκείνος μειδιώντας σαρδόνια κι αφήνοντας το πιάτο στο τραπεζάκι. — Αναρωτιέμαι πραγματικά αν έχεις κουρδισμένη την καρδιά σου με ξυπνητήρι ή αν απλώς ζηλεύεις τις στιγμές που κοιμάμαι ήσυχα μόνος μου.
Η Νεφέλη τον πλησίασε με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Τα γυμνά της πόδια γλιστρούσαν αθόρυβα στο ξύλινο πάτωμα μέχρι που στάθηκε κολλημένη πάνω του, αφήνοντας την ανάσα της να αναμιχθεί με το άρωμα του καφέ.
«Ο ύπνος είναι για όσους περιμένουν παθητικά τη ζωή, Νικηφόρε, του ψιθύρισε με φωνή αισθησιακή, σχεδόν προκλητική, ακουμπώντας την απαλή παλάμη της ακριβώς πάνω στον παλμό της καρδιάς του. 
«Εγώ προτιμώ να την προλαβαίνω. Και να 'σαι σίγουρος πως ό,τι κερδίζω από τη χαραυγή, ανήκει ολόκληρο σε σένα.

Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στην πρόκληση, έτοιμα να παρασύρουν το πρωινό σε μια νέα, αχαλίνωτη τροχιά, τη στιγμή που στη διπλανή αυλή τα αδιάκριτα βλέμματα της Φαίδρας και της Δανάης παρακολουθούσαν κάθε τους κίνηση σαν σιωπηλοί θεατές ενός απαγορευμένου θεάτρου.
Ο Νικηφόρος χάθηκε για λίγο στις σκέψεις του, κοιτάζοντας το απέναντι βουνό με βλέμμα αφηρημένο. Ο καιρός κρατούσε μια παράξενη ισορροπία· ο ουρανός ήταν βαρύς, συννεφιασμένος, αλλά η ατμόσφαιρα είχε μια δροσερή γλυκάδα. Ο ήλιος πάλευε να τρυπώσει μέσα από τα μπλαβιά, παχιά σύννεφα της χθεσινής μπόρας, αφήνοντας διάσπαρτες, χρυσαφένιες πινελιές πάνω στη γη.
Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει ξανά, από τις ψηλές ράχες του Πηλίου ως τα ανακατεμένα, γκρίζα νερά του Παγασητικού, εκεί όπου η μυρωδιά της βροχής μπλεκόταν ακόμα με την ανάμνηση του καλοκαιριού.
Στάθηκε δίπλα του, αφήνοντας το αεράκι να τυλίξει τα λυμένα μαλλιά της και να διαγράψει τις γραμμές του σώματός της μέσα από το βρεγμένο, λευκό πουκάμισο. Η γαλήνη του κόλπου έκρυβε πάντα μια υπόγεια απειλή, μια ηρεμία που προμήνυε καταιγίδα.
«Κοίτα τα σύννεφα, Νικηφόρε,»  ψιθύρισε ακουμπώντας το πηγούνι της στον ώμο του. — Νομίζεις πως χάθηκε το φως κι όμως, ξαφνικά, σε καίει στην πλάτη...
Λίγο πιο πέρα, στη διπλανή βεράντα, η Φαίδρα παρακολουθούσε αμίλητη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κάτω από το αέρινο κιμονό. Η Δανάη, σκυμμένη πάνω από τα σκαλοπάτια, μάζεψε το άδειο φλιτζάνι της, κρύβοντας τη φωτιά και τη ζήλια που της προκαλούσε εκείνη η απροκάλυπτη οικειότητα.
Ο Παγασητικός σφράγιζε τα στόματα μες στη σιωπή του, μα τα δίχτυα μιας νέας, επικίνδυνης μέρας είχαν ήδη αρχίσει να κλείνουν γύρω τους.
Στο βάθος του κήπου, οι κόκοροι λαλούσαν αντίλαλο στον αέρα που κουβαλούσε ακόμα το μεθυστικό άρωμα από τους ανθούς της λεμονιάς.
Η υγρασία της θάλασσας δεν τον άγγιζε. Αντίθετα, ο ουρανός με τα σύννεφα του χάριζε στο τοπίο μια βαθιά, δραματική ομορφιά. Τα δέντρα κρατούσαν το πράσινό τους, μα ο ψίθυρος του φθινοπώρου είχε ήδη τρυπώσει στις άκρες των φύλλων, βάφοντας τα χρυσαφιά, μελιά, πορτοκαλί και κεχριμπαρένια. Το φθινόπωρο δεν ήταν παρά ο άνεμος στα φυλλώματα, μια αξεπέραστη μουσική των δέντρων. Οι ντάλιες και τα χρυσάνθεμα είχαν πια σιγήσει, αφήνοντας τον αέρα να γεμίσει από τις πιο αρχέγονες μυρωδιές: ξερά φύλλα, βρεγμένους φλοιούς και ώριμα φρούτα. Ήξερε καλά πως κάθε εποχή είχε το άρωμά της, μα η άνοιξη και το φθινόπωρο ήταν οι μόνες που τουρτούριζαν την ψυχή του.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε αυτή τη μυσταγωγία της φύσης, όπου ο επίλογος του καλοκαιριού έμοιαζε με μια γενναιόδωρη, μεθυστική μεταμόρφωση. Στον αέρα, το άρωμα από τις ανθισμένες λεμονιές έσμιγε με την αύρα του βρεγμένου χώματος και των ώριμων καρπών, καθρεφτίζοντας την ίδια του την ψυχή: μια βαθιά, αγωνιώδη εγρήγορση.
Στέκοντας πια δίπλα του στη βεράντα, η Νεφέλη παρατήρησε πώς τα μάτια του χάνονταν στα χρυσαφί φυλλώματα.
«Λατρεύεις να συνομιλείς με τα δέντρα, έτσι;,» του ψιθύρισε, τυλίγοντας τα δάχτυλά της σφιχτά γύρω από τη δική του παλάμη. «Μόνο που οι εποχές προχωρούν αμείλικτες γιατί δεν ξέρουν να μένουν ακίνητες. Και το φθινόπωρο, να θυμάσαι, ξέρει να κρατά τις πιο άγριες φωτιές σκεπασμένες κάτω από τα ξερά του φύλλα...»
Ένα ξερό κλαδάκι που έσπασε στη διπλανή αυλή έκοψε την ανάσα της στιγμής.
Η Φαίδρα στεκόταν πια ολοφάνερη στο προαύλιο της, κι η Δανάη, χωμένη ανάμεσα στις μυρωδάτες λεμονιές στην άκρη του περιβολιού, τους κρυφοκοιτούσε με ένα βλέμμα αινιγματικό και προκλητικό. Έμοιαζε έτοιμη να απελευθερώσει τη δική της θύελλα, έτοιμη να ταράξει τα ήσυχα, επικίνδυνα νερά του Παγασητικού.
Ξαφνικά, η γάτα τρύπωσε στα πόδια του, απαιτώντας με ζωηρά νιαουρίσματα τα χάδια του και τραβώντας τον για λίγο από τον περίγυρο. Με βλέμμα δήθεν ικετευτικό κι ύφος πονηρό, τριβόταν πάνω του, αφήνοντας την ουρά της να γλιστρά παρατεταμένα στη γάμπα του σαν ένα σιωπηλό χάδι-εκβιασμό. Τη χρησιμοποιούσε η άτιμη κατά βούληση, έχοντας «τουμπάρει» τη Νεφέλη από εκείνη τη μέρα που παραλίγο να τη πατήσει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου της, μια αφορμή που η Νεφέλη είχε αδράξει για να την υιοθετήσει και να της χαρίσει μια νέα ζωή.
Ο Νικηφόρος έσκυψε, βυθίζοντας τα δάχτυλά του στο μαλακό της τρίχωμα με ένα τρυφερό μειδίαμα.
«Κοίτα σύμπτωση, Νεφέλη,» της ψιθύρισε με χαμόγελο, καθώς το ζώο συνέχιζε να τον τυλίγει στα πλοκάμια του. «Από τούμπανο σε τούμπανο με πηγαίνει κι αυτή... Σαν εσένα, που με στριμώχνεις στη γωνία δίχως καν να κοπιάζεις.
Ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του, η Νεφέλη κοίταξε τη γάτα με μια απροσδόκητη, σχεδόν τρυφερή αδυναμία που σπάνια άφηνε να φανεί πίσω από το ατρόμητο προσωπείο της.
«Εγώ απλώς γνωρίζω τι ζητάω και πώς να το κατακτήσω, Νικηφόρε,» του ψιθύρισε, περνώντας τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. 
« Ακριβώς όπως έκανα και με τούτο το μικρό αλήτικο. Παραλίγο να την αφήσω στις ρόδες μου, κι τώρα με έχει μετατρέψει σε έρμαιο των διαθέσεών της. Σαν εσένα κι εγώ... υποτάσσουμε τα θηράματα μας χαμογελώντας.»
Το γατί συνέχισε να καρφώνει τα μάτια του στον Νικηφόρο με μια πονηρή, συνενοχική σιγουριά, σαν να υπέγραφε το σύμφωνο του παιχνιδιού. Στο μεταξύ, η πνοή του φθινοπώρου δυνάμωσε, φέρνοντας στη βεράντα το έντονο, μεθυστικό άρωμα του βρεγμένου πεύκου και της αρμύρας.
Παρά το πρωινό, η Νεφέλη έδειχνε λες και είχε αναγεννηθεί. Η επιδερμίδα της ανάβλυζε φρεσκάδα, τα μάτια της φεγγοβολούσαν κι τα μάγουλά της είχαν το χρώμα του ώριμου φρούτου, σημαδεμένα από τους χθεσινοβραδυνούς οργασμούς που είχαν λειτουργήσει σαν το πιο ισχυρό, φυσικό ελιξήριο. Χωρίς ίχνος μακιγιάζ ή ψεύτικης συστολής, κουβαλούσε πάνω της όλη τη μέθη και την πληρότητα της ηδονής.
«Έχουν κίνηση διπλανά, Νεφέλη;,» της πέταξε με υπονοούμενο, κυλώντας την κούπα ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Ή μήπως σε ξύπνησε από τα χαράματα η ξαδέρφη σου;»
Εκείνη πλησίασε, ακούμπησε με σιγουριά τα χέρια στα κάγκελα και γύρισε το βλέμμα της κατά πάνω του. Τα μάτια της άναψαν εκείνη την επικίνδυνη, ανυπότακτη σπίθα, έτοιμη να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.
«Η Φαίδρα είναι απορροφημένη στα δικά της, και η Δανάη γυροφέρνει σαν αγριοκάτσικο ανάμεσα στα δέντρα, του ψιθύρισε εκείνη, γέρνοντας ολόκληρη πάνω του ώστε η ζεστασιά και το άρωμα του δέρματος της να αναμιχθούν με την ανάσα του.
«Εγώ, όμως, δεν σκοπεύω να σπαταλήσω ούτε στιγμή. Η μέρα ανοίγεται μπροστά μας, και τα ωραιότερα κεφάλαιά της είναι ακόμα ανέγγιχτα.»
Δίπλα τους, η γάτα τέντωσε νωχελικά τα πόδια της, σαν να συμμετείχε κι εκείνη σε αυτή τη σιωπηλή συνωμοσία που απειλούσε να τινάξει στον αέρα την ψεύτικη γαλήνη του Παγασητικού.
«Ήρθαν μόλις χθες το βράδυ, εξήγησε η Νεφέλη με μια αδιάφορη χάρη, με αφορμή το τριήμερο. Η Φαίδρα, η ξαδέρφη και γειτόνισσά μας, μαζί με τη μικρή τη Δανάη. Μάλιστα, πέρασε από εδώ αργά επειδή είδε φως, για να δώσει μια καλησπέρα... Μα, βλέπεις, εμείς βρισκόμασταν ήδη σε άλλο κόσμο. Σε εκείνο το παράλληλο σύμπαν όπου η σάρκα κυβερνούσε κι οι φωνές μας ξέφευγαν χωρίς έλεγχο. Επόμενο ήταν να ακούσει τα παθιασμένα, βρώμικα βογγητά μας. Κατάλαβε τα πάντα, φυσικά, κι απλώς επέλεξε να αποσυρθεί. Να τος λοιπόν ο κίνδυνος, εκεί που νιώθεις ασφαλής, κάποιος παραφυλάει πάντα για να σε πιάσει στα πράσα.
«Νεφέλη μου, εκείνο το βράδυ η παραλία είχε γεμίσει από τα βογγητά και τις κραυγές σου...»
«Σιγά μην καθόμασταν να κρυφτούμε, του πέταξε εκείνη χωρίς δισταγμό. Σεξ στα μουγκά δεν είναι σεξ. Και ξέρεις καλά, καυλιάρη μου, πως το αληθινό πάθος ζητάει φωνή, είναι η απόδειξη πως το ζήσαμε μέχρι τέλους.»
Τα λόγια της λειτούργησαν σαν σπίθα στο αίμα του Νικηφόρου. Η ιδέα και μόνο ότι η Φαίδρα, ή ακόμα και η μικρή η Δανάη, παραμόνευαν στο σκοτάδι, καταγράφοντας τις πιο άσεμνες, κρυφές τους στιγμές, αντί να τον αποτρέπει, εκτίναξε την αδρεναλίνη του στα ύψη.
«Έχεις δίκιο, Νεφέλη, της ψιθύρισε στο αυτί, με τη φωνή του τραχιά και βαριά. 
«Στα μουγκά δεν έχει νοστιμιά. Τώρα όμως που ξέρω πως η Φαίδρα έκανε συλλογή από τα ουρλιαχτά σου, το παιχνίδι μόλις έγινε ασύγκριτα πιο επικίνδυνο...»
Με ένα πονηρό, προκλητικό χαμόγελο, η Νεφέλη χάιδεψε προκλητικά το μπράτσο του, απόλυτα βέβαιη πως τούτο το φθινοπωρινό τριήμερο στον κόλπο μόλις είχε αποκαλύψει το αληθινό, άγριο πρόσωπό του.
«Είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, ρε παιδί μου, γουστάραμε με τα χίλια! Το σεξ, μωρό μου, χωρίς βογγητά πνιγμένα στην ηδονή δεν έχει νόημα. Στο κρεβάτι η λογική πεθαίνει. Εγώ σου παραδόθηκα ολοκληρωτικά, χωρίς δεύτερες σκέψεις, και στις έδειξα όλες. Οι φωνές μου ήταν η απόδειξη. Με είχες τρελάνει στο γαμήσι, μωρό μου! Καριόλη άνδρα, είχα χρόνια να ζήσω τέτοιο πάθος! Κάθε εκατοστό μου καιγόταν τη στιγμή που με σφυροκοπούσες, λέγοντάς μου πόσο καλά ξέρω να παραδίνομαι.
Έζησα οργασμούς εκρηκτικούς, από εκείνους που χαράζονται στο κορμί. Άλλωστε, το καλό κρεβάτι θέλει φαντασία και τόλμη, σωστά;»
«Σωστά! Τόσο τούρμπο, που αν έβαζες θερμόμετρο, στη μασχάλη θα έδειχνε 36,6 και στον κόλπο μου... 56,6! Γιατρό θέλαμε να μας εξηγήσει αυτό το θαύμα.»
«Δηλαδή είμαι τόσο θερμή που βάζω φωτιά στα σεντόνια;»
«Φωτιά και λαύρα, Νεφέλη μου! Με τέτοια θερμοκρασία δεν καίγονται απλώς τα υφάσματα, λιώνουν τα τσιμέντα,» της πέταξε ο Νικηφόρος με τα μάτια του να φεγγοβολούν από την πρόκληση και την ανάμνηση των κορμιών τους να πλέκονται ιδρωμένα στο σκοτάδι.
Εκείνη ξέσπασε σε ένα πνιχτό, λυτρωτικό γέλιο που πλημμύρισε τη βεράντα, ακουμπώντας ξανά ολόκληρη πάνω του, έτοιμη να τραβήξει το σκοινί στα άκρα.
«Είδες; Τι να τα κάνεις τα όργανα μέτρησης όταν η καύλα σπάει τα κοντέρ;,» του ψιθύρισε σχεδόν στο στόμα, δαγκώνοντας σιγά το κάτω της χείλος.  «Μα με τη Φαίδρα και τη μικρή σε απόσταση αναπνοής, λες να καταλάβει η γειτονιά τι φωτιές θα ανάψουμε μόλις τραβήξουμε τις πόρτες;»
«Τα συμπεράσματα είναι σαφή, μωρό μου· έχεις αστείρευτη ορμή, μηδενικά ταμπού και την αυτοπεποίθηση εκείνης που ξέρει να παίρνει και να δίνει ηδονή.»
«Εγώ ξέρω να ζω τον έρωτα, καυλιάρη μου! Το σεξ είναι υπόθεση για άγρια θηρία, μια γλυκιά ταλαιπωρία που θέλει κότσια, αντοχή και φασαρία. Η γυναίκα στο κρεβάτι θέλει χόρταση στα πάντα. Αλλιώς, αν μείνει νηστική, θα ψάξει αλλού να γεμίσει τα κενά της, κι εσύ, μαλάκα ναυτικέ, θα πιστεύεις πως πήγε στη θεία της για ντολμαδάκια, την ώρα που σε κάποιο κρυφό διαμέρισμα κάποιος άλλος θα της ξεδιψάει το μουνί!»
Το ηχηρό, πρόστυχο γέλιο της Νεφέλης έσπασε τη σιωπή του φθινοπωρινού πρωινού. Έσκυψε, φέρνοντας τα χείλη της σε απόσταση αναπνοής, αφήνοντας την ανάσα της να μυρίζει καφέ και απαγορευμένη ηδονή.
«Η Φαίδρα με έχει μάθει απ' έξω κι ανακατωτά, Νικηφόρε, του ψιθύρισε πονηρά. «Ξέρει καλά πως όταν ο άντρας της οργώνει τις θάλασσες κι εγώ κλείνομαι με έναν ξέμπαρκο ναυτικό, τα μαγειρέματα είναι άλλα. Μπορεί να μη μας τσάκωσε μεσ' στα πράσα, αλλά άκουσε αρκετά για να καταλάβει πως το διψασμένο μου μουνί βρήκε τον πιο ικανό ποτιστή στα πέριξ.
«Και η μικρή; Η Δανάη πώς το παίρνει όλο αυτό;,» ρώτησε εκείνος, στρέφοντας ξανά το βλέμμα του προς το διπλανό οικόπεδο.
«Η Δανάη είναι στην ηλικία που απλώς κοιτάζει και μαθαίνει, ψιθύρισε η Νεφέλη με ένα σαρδόνιο χαμόγελο, τυλίγοντας τα χέρια γύρω από τον λαιμό του για να τον φέρει ακόμα πιο κοντά της. 
« Άσε τη Φαίδρα και τη μικρή να βασανίζονται. Εσένα ο νους σου πρέπει να είναι στο πώς θα με ξαναχορτάσεις, γιατί τώρα που άνοιξα την όρεξη, ούτε η βροχή ούτε τα σύννεφα θα μας γλιτώσουν.»
«Δηλαδή η Φαίδρα γνωρίζει καλά ποιος πέρασε τη νύχτα ποτίζοντας το διψασμένο σου μουνί;»
«Ξεκάθαρα. Είδε το αυτοκίνητό σου παρκαρισμένο στην αυλή και κατάλαβε αμέσως ποιος ούρλιαζε σαν άλογο την ώρα που καβάλαγε τη φοράδα.»
«Μα εμείς έχουμε ανάγκη από εποχές ζευγαρώματος;»
«Ποτέ των ποτών!»
«Λες να μας βγάλει στη φόρα με τα κατορθώματά μας; Μην μπλέξουμε σε καμιά ιστορία...»
«Η Φαίδρα; Καμία περίπτωση, αποκρίθηκε εκείνη με απόλυτη σιγουριά. Είναι τάφος, εμπιστεύομαι τα μυστικά της όπως και τα δικά μου. Ίσα-ίσα, μου αρέσει κιόλας να ξέρει πως το βράδυ χορτάσαμε ηδονή, πως το καταχάρηκα το γαμήσι μαζί σου, αγόρι μου! Το αληθινό πρόβλημα κρύβεται αλλού.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με μισό χαμόγελο και το φρύδι ψηλά, πιάνοντας τα υπονοούμενα που φούντωναν την ατμόσφαιρα.
«Αλλού λες; Ποιαν έχεις στο μυαλό σου, Νεφέλη; Η Φαίδρα είναι δική μας, συμφωνήσαμε. Η Δανάη, όμως; Μήπως η μικρή καίγεται από περίεργη ζήλια για όσα πιάνει τ' αυτί της;»
Με ένα χαμόγελο γεμάτο αλαζονική σιγουριά, το προνόμιο μιας γυναίκας που απολαμβάνει να ανάβει φωτιές η Νεφέλη ακούμπησε το μέτωπό της πάνω στο στήθος του.
«Η Δανάη βρίσκεται στην ηλικία που διψάει για όλα όσα δεν τολμά να αγγίξει,» του ψιθύρισε, την ώρα που τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν νωχελικά με τα κουμπιά του πουκαμίσου του. «Η μικρή ξενυχτάει μες στα όνειρα και σε κοιτάζει με μια ματιά επικίνδυνα υποσχόμενη. Αυτό είναι το ζόρι, αγορίνα μου... όταν η φλόγα αρχίζει να τυλίγει και τα διπλανά σπίτια.»
«Μα που ακριβώς είναι το κακό;»
«Να... που η μικρή μάλλον μας άκουσε πεντακάθαρα.»
«Διάβολε ... και πως έγινε αυτό με τη Δανάη;»
«Φαίνεται πως είχε βγει νυχτερινή βόλτα στο κύμα, αλλά καθώς επέστρεφε από το στενό μονοπάτι, τσάκωσε τι γινόταν. Στάθηκε σίγουρα πίσω από το σπίτι και μας ένιωσε ως το κόκαλο, παρακολουθώντας μας νοερά.»
«Άρα μας άκουγε να ξερνάμε ό,τι μας κατέβαινε στο κεφάλι, με εκείνες τις ακατονόμαστες, βρώμικες εκφράσεις;»
«Στο κρεβάτι, αγορίνα μου, δεν υπάρχουν φίλτρα όταν χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου. Τι να βάλουμε, «μπιμπ»; Αδιανόητο!»
«Ούτε χειρόφρενα ούτε λογοκρισία,» συμφώνησε εκείνος με στραβό χαμόγελο. Κι όμως, η σκέψη πως η μικρή Δανάη παραμόνευε στο σκοτάδι καταγράφοντας τα πάντα, αντί να τον φρικάρει, αποδείχθηκε το πιο ισχυρό αφροδισιακό. «Λες να έμεινε καρφωμένη στο σκοτάδι σαν αγνή ηδονοβλεψίας;,» ψιθύρισε με μια φωνή πιο βαριά, πιο σκοτεινή. « Αν η Δανάη άκουσε όλο το ρεπερτόριό μας... τότε η μικρή όχι μόνο πήρε masterclass, αλλά της άνοιξε για τα καλά η όρεξη. Και ξέρεις πώς είναι στα δεκαεννιά· όσα δεν ζει στα σίγουρα, τα φαντάζεται πολλαπλασιασμένα επί δέκα.»
«Γι' αυτό ακριβώς σου λέω πως τα καλύτερα είναι μπροστά μας,» του ψιθύρισε σχεδόν ακουμπώντας τα χείλη του. «Ένα κορίτσι δεκαεννιά χρονών, με φλογερό αίμα να βράζει και τα αυτιά του κολλημένα στις νυχτερινές μας κραυγές, είναι ωρολογιακή βόμβα.»
«Οπότε οργάνωσε τις δυνάμεις σου, αγορίνα μου... γιατί τούτο το φθινοπωρινό τριήμερο όχι μόνο θα φουντώσει, αλλά κινδυνεύει να αποκτήσει πολύ «ζωντανές», απρόσμενες παρενέργειες.»
«Σκέψου τη Δανάη να παρακολουθεί νοερά κάθε μας λεπτομέρεια, την ώρα που το κορμί μας ούρλιαζε από ηδονή, χωρίς φίλτρα, χωρίς συστολές...»
«Ερωτικές ιστορίες ενηλίκων ξεδιπλώναμε μεταξύ μας, αγορίνα μου. Πειράζει καθόλου;»
«Κανένα πρόβλημα! Η Δανάη, λοιπόν... Στο λύκειο πηγαίνει η μικρή;»
«Καθόλου! Φοιτήτρια είναι στη Θεσσαλονίκη, σε κάποια κοινωνική σχολή. Ζωηρή, ανεξάρτητη, ένα ατίθασο θηλυκό στα δεκαεννιά της χρόνια. Σίγουρα αφήνει πίσω της καμένη γη· να έβλεπες τα αντρικά βλέμματα να την ακολουθούν στον δρόμο...»
Ένα χαμηλό σφύριγμα ξέφυγε από τα χείλη του Νικηφόρου, ενώ το βλέμμα του σκοτείνιαζε καθώς η παλιά εικόνα της ανήλικης μαθήτριας διαλυόταν οριστικά, δίνοντας τη θέση της σε μια νέα, αυτόνομη γυναίκα.
«Φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, ε; Τότε μιλάμε τελείως διαφορετικά, Νεφέλη μου, της πέταξε με σαρδόνιο χαμόγελο, ανασηκώνοντας τους ώμους. 
« Αυτά τα κορίτσια που αφήνουν τα σπίτια τους και κατεβαίνουν, ή ανεβαίνουν στις μεγάλες φοιτητουπόλεις δεν παίρνουν μόνο πτυχία. Παίρνουν διδακτορικό στην τέχνη του να τρελαίνουν τους άντρες. Αν το πράγμα έχει έτσι, εξηγούνται όλα· η μικρή έχει γίνει ολόκληρος σεισμός.»
Με ένα ελαφρύ σκούντημα στον αγκώνα, η Νεφέλη απόλαυσε την αλλαγή στη φωνή του, προτού τον τραβήξει ακόμα πιο κοντά της στη σκιά της βεράντας.
Αυτό ακριβώς εννοώ, αγορίνα μου, του ψιθύρισε με πονηρό χαμόγελο. — Μια κοπέλα με τέτοια ορμή και μυαλό ξυράφι, να στέκεται νύχτα στο σκοτάδι αφουγκραζόμενη τα έργα και τις ημέρες μας... φαντάσου τι φωτιές έχουν ανάψει στο κεφάλι της. Ήρθε για ένα χαλαρό τριήμερο, αλλά το πιθανότερο είναι πως θα φύγει με ανίατα... «κουσούρια».
«Θα κάτσουν εδώ;»
«Η Φαίδρα με τη μικρή;»
«Εννοείται.»
«Ναι, θα περάσουν όλο το Σαββατοκύριακο στο πατρικό, στο χωριό. Σήμερα το απόγευμα η Φαίδρα λέει να τρέξει με τη μάνα της στον εσπερινό στο μοναστήρι. Και επειδή πέτυχα τη μέρα που δεν έχουν ακουμπήσει κατσαρόλα, τις κάλεσα για μεσημεριανό εδώ. Ήθελα να τα πούμε κι από κοντά, άλλωστε το είχαμε ανάγκη. Ελπίζω να συμφωνείς και να παραμείνεις μαζί μας. Δέχτηκαν αμέσως, θα σκάσουν μύτη σύντομα!»
«Για στάσου... Δηλαδή τρώω κι εγώ πρόσκληση με το πάσο μου;»
«Εσύ, αγορίνα μου, δεν έχεις ανάγκη από προσκλήσεις στο σπίτι μου. Είσαι ο καυλιάρης εραστής μου, είσαι παντού στο σπίτι!»
«Εσύ είσαι το πιοτό και το φαγητό μου, αγόρι μου, και το ξέρεις καλά,» του ψιθύρισε καθώς τα χαλίκια στον διπλανό κήπο άρχισαν να τρίζουν, προαναγγέλλοντας την άφιξη. «Οπότε μάζεψε τα μούτρα σου, φόρεσε το καλύτερό σου χαμόγελο και ετοιμάσου. Σε λίγα λεπτά θα έχουμε στο τραπέζι μας μια φοιτήτρια-φωτιά και μια μάνα που ξέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές.»
«Η Νεφέλη μου και ο καυλιάρης εραστής της απόψε το βράδυ θα γαμηθούνε μέχρι τελικής πτώσης.»
«Ανεπίδεκτος μαθήσεως, όλο το σεξ έχεις στο κεφάλι σου! Αλήθεια, παραλίγο να το ξεχάσω, η Φαίδρα με έβαλε μεσάζουσα να σε ρωτήσεις αν θα μπορούσες να της κάνεις μια μικρή, φιλική χάρη.»
«Για στάσου... φιλική εξυπηρέτηση; Μήπως η Φαίδρα έχει στερηθεί και γυρεύει άλλον επιβήτορα; Εγώ πάντως προσφέρομαι εθελοντικά να της λύσω τα... ορμονικά προβλήματα αν βρίσκεται σε τέτοια φάση!»
«Ηρέμησε και μην παίρνεις φόρα!. Η γυναίκα ξέρει καλά τα χόμπι σου και τις αδυναμίες σου στις μηχανές, ίδιες με του άντρα της. Επειδή εκείνος έφυγε ξαφνικά για θάλασσα, η μεγάλου κυβισμού μηχανή έμεινε μόνη στην αυλή. Σου ζητάει την χάρη να τη μεταφέρεις εσύ στο πατρικό, στο χωριό, για να 'χει το κεφάλι της ήσυχο.»
Ο Νικηφόρος ξέσπασε σε ένα πονηρό, σαρδόνιο γέλιο, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά με ψεύτικη απορία.
«Και εγώ που νόμιζα πως θα της έκανα καμιά άλλη «εξυπηρέτηση»!», είπε με στραβό χαμόγελο..
«Στη μηχανή του ναυτικού θα βάλω χέρι, όχι στις προσωπικές της υποθέσεις. Ε, ας είναι, μια βόλτα με το θηρίο του απόντος θα ξυπνήσει τα κόκαλά μου.»
Η Νεφέλη τον έκοψε με ένα αυστηρό βλέμμα, αν και η άκρη του χειλιού της πρόδιδε πως το διασκέδαζε αφάνταστα.
Ο φθινοπωρινός ήλιος είχε διαλύσει τα τελευταία σύννεφα, λούζοντας τον Παγασητικό με μια χρυσαφένια, αισθησιακή διαύγεια που προμήνυε ένα μεσημέρι γεμάτο υπόγειες εντάσεις.
Η μέρα κυλούσε με τους δικούς τους ρυθμούς. Νωρίς το μεσημέρι, αφού τελείωσε με κάποιες δουλειές στο σπίτι του, ο Νικηφόρος είχε ήδη επιστρέψει στης Νεφέλης, ανυπομονώντας να δοκιμάσει τα εδέσματα της. Γέμισε ένα ποτήρι κονιάκ, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο ατενίζοντας τη θάλασσα, ενώ οι μελαγχολικές, γεμάτες πάθος νότες του Andrea Bocelli από το CD player με το «En Aranjuez con tu amor» τύλιγαν τον χώρο.
Καθισμένος στον ξύλινο καναπέ δίπλα της, ο Νικηφόρος την παρακολουθούσε απορροφημένος να μαγειρεύει. Το βλέμμα του καρφωνόταν στις κινήσεις της πάνω από τις κατσαρόλες —εκεί που το αλάτι, η κανέλα και τα μπαχαρικά έδεναν σε ένα μεθυστικό κοκτέιλ αρωμάτων που τον ζάλιζε, βυθίζοντας τον σε έναν κόσμο αισθησιακής μέθης. Λένε πως η μαγειρική είναι απλώς η εκτέλεση μιας συνταγής, η προσπάθεια για ένα αποτέλεσμα.
Μα για τη Νεφέλη, η δημιουργία ήταν άλλη, ήταν η έκφραση της προσωπικής της φαντασίας, η χαρά του να πλάθει με τα χέρια της κάτι μοναδικό. Και πάνω απ' όλα, η τέχνη της γεύσης έπρεπε να δένει αξεδιάλυτα με τη συνεύρεση, με το μοίρασμα αυτού του τραπεζιού με τους ανθρώπους που η ίδια διάλεγε.
Μια σωστή μάζωξη γύρω από το τραπέζι, έλεγε η Νεφέλη, έπρεπε να τα έχει όλα. Φαγητό, γέλια, ποτά, καβγάδες και επανασυνδέσεις, κουβέντες που κυλούν αβίαστα. Δύο-τρεις ώρες που μέσα τους χωράει ολόκληρη η ζωή, δεμένη σφιχτά με τη γεύση. Στο τέλος, ίσως η μαγειρική για εκείνη να ήταν ακριβώς αυτό: άλλη μια μορφή αγάπης.
Η άφιξη της Φαίδρας και της Δανάης έφερε μια νέα πνοή στο σκηνικό. Με την πρώτη μπουκιά από το πιάτο της Νεφέλης, τα κορίτσια έμειναν άφωνες. Το κρέας έλιωνε στο στόμα, μα η μαγεία κρυβόταν στη βελούδινη σάλτσα με τα διακριτικά αρώματα σκόρδου και κανέλας.
Κι όταν πια ήρθε η ώρα του καφέ, η Νεφέλη παρέμεινε πιστή στο τελετουργικό της. Ο ελληνικός καφές έβγαινε από το μεγάλο, αχνιστό μπρίκι και μοιραζόταν στα φλιτζανάκια. Καθώς η μέρα προχωρούσε αργά, ανάμεσα σε τσιγάρα, γέλια και χαλαρές κουβέντες για τα νέα του χωριού και του κόσμου, τα βλέμματα κάτω από το τραπέζι άρχισαν να παίζουν τα δικά τους, κρυφά παιχνίδια.
Κοιτάζοντάς τες, ο Νικηφόρος διαπίστωσε με ειλικρινή ευχαρίστηση πως η σχέση ανάμεσα στη Νεφέλη και τη Φαίδρα πάταγε σε θεμέλια βαθιά και αδιαπραγμάτευτα. Μυαλό και σκέψη του πήγαν αμέσως στους στίχους του Χόρχε Λουίς Μπόρχες από το «Ποίημα στους φίλους», σαν να περιέγραφαν ακριβώς τον δεσμό τους.
«Δεν μπορώ να σου χαρίσω λύσεις ή να γιατρέψω τους φόβους σου, μα μπορώ να σε ακούσω συμμετέχοντας στον πόνο σου. Δεν μπορώ να ορίσω το αύριο σου, αλλά θα είμαι εδώ όποτε με καλέσεις. Δεν μπορώ να σταθμίζω τα λάθη σου, μπορώ όμως να σου απλώσω το χέρι να πιαστείς πριν γκρεμιστείς.»
Το προσωπικό «ημερολόγιο» της Φαίδρας ήταν γεμάτο ζωντανές σελίδες και συναρπαστικές γνωριμίες. Με ένστικτο επιβίωσης αλάνθαστο και μια φυσική ανθεκτικότητα, είχε καλλιεργήσει μια γοητεία που τραβούσε αδιάκοπα τα βλέμματα πάνω της.
Ανάμεσα στον απόντα σύζυγο και το μόνιμο κοινό των θαυμαστών της, η Φαίδρα ξεχώριζε. Ήταν απόλαυση να την ακούς να διηγείται ιστορίες με τον δικό της, μοναδικό τρόπο: χειμαρρώδη, παραστατικό, γεμάτο θεατρικότητα και χιούμορ. Ο λόγος της ζωντάνευε τους χαρακτήρες μπροστά στα μάτια σου, κάνοντας τη φωνή της να αντηχεί γλυκά μέσα στο κεφάλι του Νικηφόρου.
Οι κουβέντες τους αποκτούσαν εύκολα εξομολογητικό χαρακτήρα, οδηγώντας σε καίριες ερωτήσεις και αποκαλύπτοντας κρυφές χημείες. Από την πρώτη κιόλας μέρα που τη γνώριζε, η Φαίδρα του είχε ασκήσει μια ακαταμάχητη έλξη, η οποία τώρα, γύρω από αυτό το τραπέζι, δυνάμωνε επικίνδυνα.
Η ευγένεια της παρέμενε υποδειγματική, προσεκτικά μετρημένη ώστε να μην αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις πέρα από τα όρια μιας ωραίας φιλίας. Ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν τα πράγματα στην επιφάνεια, καθώς οι εξομολογήσεις για τη ζωή και τις σχέσεις άρχισαν να βαθαίνουν.
Καθώς οι τελευταίες νότες του Bocelli χάνονταν στον αέρα και τα φλιτζάνια του ελληνικού καφέ άρχισαν να αχνίζουν, σκορπίζοντας μυρωδιές καβουρδισμένου κόκκου και φθινοπωρινής θαλπωρής, ο Νικηφόρος βρέθηκε στο επίκεντρο ενός ιδιότυπου μικρόκοσμου. Ανάμεσα σε αυτές τις τρεις γυναίκες, με το κρασί να ζεσταίνει το αίμα του και τις ιστορίες της Φαίδρας να υφαίνουν έναν ιστό γοητείας, ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει.
«Καλά τα παραμύθια και οι ιστορίες των άλλων, θείο Νικηφόρε...,» ψιθύρισε με μια φωνή που έκοψε τη σιωπή του απογεύματος, γρικώντας τους ώμους της και ακουμπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι.  «Αλλά κάποια στιγμή, τα λόγια πρέπει να μετουσιώνονται σε πράξεις. Αλλιώς, καταντούν απλώς κλεμμένες σημειώσεις σε ένα ημερολόγιο... από εκείνα που κάποιοι ακούνε να γράφονται τα βράδια στο σκοτάδι.»
Το φλιτζάνι της Νεφέλης πάγωσε μετέωρο στον αέρα. Μια γρήγορη, αστραπιαία ματιά διασταυρώθηκε με τη Φαίδρα, η οποία περιορίστηκε σε ένα αινιγματικό χαμόγελο, χαϊδεύοντας νωχελικά το χείλος του ποτηριού της. Ο Νικηφόρος ένιωσε τις φλέβες του να παίρνουν φωτιά, η παρτίδα στον Παγασητικό είχε μόλις αλλάξει πίστα.
Ήταν η τέλεια ευκαιρία να αποκρυπτογραφήσει από κοντά τη Δανάη. Εκείνη η κοπέλα ξεχείλιζε από ενέργεια και ζωικό μαγνητισμό, καθηλώνοντας τον ακόμα και με τη σιωπή της. Σαν αληθινή ιέρεια του πόθου, αντάλλασσε μαζί του κλεφτές, φλογερές ματιές κάτω από τη μύτη των άλλων, παίζοντας το παιχνίδι της αδιαφορίας.
Και ο νους του Νικηφόρου κάλπαζε, κάθε της τέντωμα στον καναπέ, κάθε της νωχελική κίνηση σαν αγριόγατας, γεννούσε εικόνες γυμνές και ακαταμάχητες. Χωρίς ψεύτικες συστολές, με εκείνα τα τεράστια, ονειροπόλα μάτια που έκρυβαν φωτιές.
Με τα δόντια σφιγμένα και το σώμα του σε απόλυτη διέγερση, ο Νικηφόρος πάλευε να κρατήσει τα προσχήματα. Η αποχώρηση της Δανάης προς τον διάδρομο άφησε πίσω της ένα μεθυστικό ίχνος από βανίλια και φρέσκο, νεανικό δέρμα, κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτικά ηλεκτρισμένη.
Απέναντί του, η Νεφέλη τούς παρακολουθούσε με εκείνο το αλάνθαστο, διορατικό βλέμμα. Έγειρε νωχελικά μπροστά, ακουμπώντας το πηγούνι στην παλάμη της, έτοιμη να βάλει φωτιά στο σκηνικό.
«Της έχεις πάρει τα μυαλά με το στυλ σου, Νικηφόρε...,» του ψιθύρισε η Νεφέλη σχεδόν αθόρυβα, τη στιγμή που η Φαίδρα ατένιζε αδιάφορα το τοπίο έξω από το τζάμι, κρύβοντας ένα πονηρό χαμόγελο.
«Η μικρή άνοιξε τα φτερά της, μα να θυμάσαι, τα νέα κορίτσια, όταν αρπάζουν φωτιά, δεν ξέρουν πώς να σταματήσουν.
Χωρίς να βγάλει λέξη, ο Νικηφόρος ένιωθε το αίμα του να βράζει, χτυπώντας μανιασμένα στους κροτάφους. Στο μυαλό του, η εικόνα της Δανάης μόνης στο δωμάτιο, να ανακαλεί στολισμένες με φαντασιώσεις τις δικές τους νυχτερινές στιγμές, είχε γίνει εμμονή.
Έξω, ο Παγασητικός χανόταν στη φθινοπωρινή συννεφιά, όμως μέσα στα δωμάτια οι φλόγες είχαν ήδη ανάψει, έτοιμες να τυλίξουν τα πάντα σε μια δύναμη ασυγκράτητης απόλαυσης.
Αφήνοντας πίσω του το τραπέζι, ο Νικηφόρος βόλεψε το σώμα του στον καναπέ με την κούπα του καφέ στο χέρι, αφήνοντας τις αφηγήσεις να τον τυλίξουν σαν ζεστό κύμα. Ήξερε πώς να ακούει, να γίνεται ο αόρατος μαέστρος της παρέας,, αναπνέοντας το μεθυστικό άρωμα των γυναικών γύρω του και καθοδηγώντας διακριτικά την κουβέντα με στοχευμένες, πονηρές ερωτήσεις.
Οι ναυτικές του εμπειρίες έμειναν στην άκρη· σήμερα το ενδιαφέρον του ήταν στραμμένο αποκλειστικά στις δύο γυναίκες. Η Φαίδρα, με τον χειμαρρώδη, παθιασμένο λόγο της, είχε γίνει το επίκεντρο. Κάθε της κίνηση, η χαμηλή φωνή της, τα ελαφρώς υγρά χείλη που σχημάτιζαν πνιχτά χαμόγελα, λειτουργούσαν σαν μικρά ηλεκτρικά σόκ στις αισθήσεις του. Μέσα σε αυτή τη νωχελική ζεστασιά, ο χρόνος κυλούσε αργά, σπρώχνοντάς τους όλο και πιο βαθιά στην επικίνδυνα γλυκιά οικειότητα του απογεύματος.
Σαν ζεστό βερμούτ που κυλάει αργά στο δειλινό, η φωνή της Φαίδρας τύλιγε το σαλόνι με εικόνες από άλλους κόσμους, περιπλανήσεις και κρυφές επαναστάσεις. Στον καναπέ, με το φλιτζάνι ανάμεσα στα δάχτυλα, ο Νικηφόρος απορροφούσε αυτή τη μεθυστική ενέργεια, νιώθοντας την ατμόσφαιρα να βαραίνει επικίνδυνα.
Δίπλα του, η Νεφέλη παρακολουθούσε με μισόκλειστα μάτια και ένα αδιόρατο, πονηρό χαμόγελο τον τρόπο που ο άντρας της παραδιδόταν σταδιακά στη γοητεία της φίλης της. Ήξερε καλά πως το παιχνίδι αυτό δεν ήταν αθώο. Κάθε της κίνηση, κάθε σπίθα στα χείλη της Φαίδρας, αποτελούσε ένα υπογείως υπολογισμένο δόλωμα.
Καθώς το φως του ήλιου έσβηνε πίσω από τις βουνοπλαγιές του Πηλίου, βάφοντας τον Παγασητικό με πορφυρές και μωβ σκιές, ο χρόνος έμοιαζε να παγώνει. Το βράδυ πλησίαζε απειλητικά, έτοιμο να αποκαλύψει ποια από τις γυναίκες θα έκανε την τελική, ανατρεπτική κίνηση.
Με μια απότομη, εντυπωσιακή μεταστροφή, η Φαίδρα άφησε στην άκρη τα παιχνίδια του πόθου και φόρεσε την πανοπλία της μαχόμενης γυναίκας. Η φωνή της απέκτησε ατσάλινη καθαρότητα, τα μάτια της άναψαν φωτιές, κι έγινε μια γνήσια, ασυμβίβαστη ακτιβίστρια, αποδεικνύοντας πως η οξυδέρκειά της ήταν εξίσου σαγηνευτική με το σώμα της.
Ο Νικηφόρος την κοιτούσε μαγεμένος, συνειδητοποιώντας το μεγαλείο μιας γυναίκας που μπορούσε να περάσει αβίαστα από το ερωτικό υπνωτισμό στη φλόγα της διεκδίκησης. Δίπλα του, η Νεφέλη ένευσε συγκαταβατικά, συμμεριζόμενη απόλυτα την αγωνία για το βουνό που κινδύνευε να χαθεί κάτω από τις ψεύτικες υποσχέσεις της «πράσινης» λαίλαπας.
.....«Σε ευχαριστώ, Νικηφόρε... Το εκτιμώ πραγματικά που αναλαμβάνεις τον κόπο,» του ψιθύρισε η Φαίδρα.
Η φωνή της τον άγγιξε σαν ζεστή, πυκνή σοκολάτα, διαπερνώντας τον με ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης βρέθηκαν στην παλάμη του, βαριά από την ευθύνη της αποστολής. Λίγο αργότερα, οι γυναίκες έφυγαν με προορισμό το ορεινό χωριό, συνδυάζοντας την υποχρέωση με την επίσκεψη στην ηλικιωμένη μητέρα της Φαίδρας και τη συμμετοχή τους στον απογευματινό εσπερινό.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος πίσω, με τα κλειδιά να κρυώνουν στην τσέπη του και το σπίτι να βυθίζεται σε μια προσμονή που μύριζε βροχή και αδιευκρίνιστο κίνδυνο.
Στέκοντας μόνος στην αυλή, παρακολούθησε το αυτοκίνητο να χάνεται στον χωματόδρομο αφήνοντας πίσω του μια αχλή από σκόνη. Με την αποχώρηση των γυναικών, το τοπίο βυθίστηκε σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή, γεμάτη μόνο από τους ήχους της φύσης και του κόλπου. Τα κλειδιά στην παλάμη του κρατούσαν ακόμα τη θερμοκρασία της Φαίδρας.
Πλησίασε το θηριώδες δίτροχο στη σκιά της βεράντας, το ατσάλινο αποτύπωμα του απόντος συζύγου. Καθώς πέρασε το πόδι του πάνω από τη σέλα και γύρισε τη μίζα, το βαθύ, βραχνό μούγκρισμα του κινητήρα έσπασε την ησυχία, δονώντας το σώμα του και δίνοντας το σύνθημα για μια νύχτα χωρίς επιστροφή.
Προτιμώντας τη θορυβώδη και τα πειράγματα της παρέας της στην καφετέρια του χωριού, η Δανάη είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τις μεγαλύτερες στην εκκλησία. Τα θρησκευτικά τελετουργικά ποτέ δεν την άγγιζαν πέρα από τα τυπικά της παράδοσης.
Όταν όμως η ώρα έφτασε, πέταξε μια γρήγορη δικαιολογία στις φίλες της για ένα επείγον «ραντεβού στο σπίτι» και μια δήθεν αγγαρεία, να υποδεχτεί τον Νικηφόρο και να τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τη μηχανή του πατέρα της στην αποθήκη. Κανείς στην παρέα δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Εκείνη όμως ήξερε ακριβώς τι παιχνίδι άρχιζε να παίζεται.
....Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος με τη μηχανή και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής. 
Ένα μωρό super-sexy. Ο θησαυρός της άγουρης της νιότης, στα δεκαεννέα της χρόνια, ψηλή, καστανό-μελαχρινή και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα.«Αχ! τα νιάτα!» θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε. 
Τα μάτια της, ιριδίζοντα, αστραφτερά, πλαισιωμένα από μακριές, γυριστές βλεφαρίδες που δεν σταματούσαν να γελούν, ήταν σκέτη πρόκληση. Ένα κολασμένο πλάσμα, φτιαγμένο για να γκρεμίζει βεβαιότητες, να διαλύει οικογένειες και να σε στέλνει στην κόλαση με εισιτήριο διαρκείας.
Καθώς την αντίκρισε, ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος, με το πρόσωπό του να προδίδει την απόλυτη έκπληξη και μια βαθιά, ηδονική ζάλη.
Κάτω από το απογευματινό φως, η Δανάη έδειχνε ασύλληπτα γοητευτική. Τα γκρίζα της μάτια, γεμάτα πράσινες και γαλάζιες ανταύγειες σαν πολύτιμα οπάλια, άλλαζαν χρώμα και διάθεση, αιχμαλωτίζοντας τον ολοσχερώς.
Με εκείνο το ναζιάρικο μουτράκι, τη σκανταλιάρικη μύτη και το κορμί ψηλής θεάς δεκαεννιά χρονών, η Δανάη ήταν ένας ακατανίκητος πειρασμός. Ο Νικηφόρος πάγωσε, μαγνητισμένος από τα οπάλια μάτια της που έπαιζαν με το φως του δειλινού. Κάθε λογική υποχρέωση, μηχανές, αποθήκες, χωριό, κατέρρευσε μπροστά στην πρωτόγονη ορμή του πόθου.
«Είσαι η πιο επικίνδυνη φωτιά αυτού του τόπου, μικρή...,» ψιθύρισε βραχνά, αφήνοντας τα χειριστήρια να  γλιστρήσουν από τα δάχτυλα του. 
Η Δανάη τον κοίταξε με θριαμβευτικό, αρπακτικό βλέμμα. Η προσμονή την έκαιγε· ήθελε να ορμήσει πάνω του, να τον αρπάξει από τον λαιμό και να τον σύρει στα σκοτεινά ενδότερα της αποθήκης. Γιατί μέσα της, σαν μόνιμος, εξοντωτικός ρυθμός, χτυπούσαν οι μνήμες από τις κρυφές νυχτερινές κραυγές της Νεφέλης, εκείνες οι αχαλίνωτες στιγμές ηδονής που είχε ακούσει από τον διπλανό τοίχο και τώρα απαίτησε να ζήσει στο πετσί της.
Τη χθεσινή νύχτα, οι ώρες είχαν κυλήσει βασανιστικά για τη Δανάη. Στο σκοτάδι του δωματίου της, το μυαλό της είχε γίνει θέατρο ακολασίας, αναπαριστώντας λεπτό προς λεπτό πώς ο Νικηφόρος κατέκτησε τη Νεφέλη, αφήνοντάς την να ουρλιάζει από ηδονή. Εκείνη, μόνη και παγωμένη στα σκεπάσματα, ξεχείλιζε από μια ακόρεστη δίψα να γευτεί την ίδια φωτιά, με το στήθος της να σπαρταρά από προσμονή.
Το αγόρι της, παρά την εξωτερική του ομορφιά, αποδεικνυόταν ανίκανο να αγγίξει τα βαθύτερα, άγρια ένστικτά της, ήταν πολύ μαλακός, πολύ προβλέψιμος. Η Δανάη λαχταρούσε έναν άντρα άγριο, έτοιμο να την υποτάξει και να την ξεσκίσει στο κρεβάτι. Και ο Νικηφόρος στεκόταν τώρα μπροστά της σαν η απόλυτη, ζωντανή απάντηση στις πιο βρόμικες φαντασιώσεις της.
Οι σκέψεις της για το τι επρόκειτο να κάνει με τον Νικηφόρο έκαναν το σώμα της να φλέγεται. Μπροστά στην προσδοκία αυτής της συνεύρεσης, το αγόρι της φάνταζε μια θλιβερή, ανώριμη ανάμνηση, ανίκανο να τιθασεύσει το πυρακτωμένο κορμί της.
Αποφασισμένη να πάρει τα ηνία, η Δανάη ξεπρόβαλε από τη γωνία με αέρα αρπακτικού, τα καστανά της μαλλιά να ανεμίζουν και τις φακίδες της να πολλαπλασιάζουν τη σκανδαλιάρικη γοητεία της. Με τις γυναίκες να βρίσκονται ήδη καθ' οδόν στην εκκλησία, το σκηνικό ήταν έτοιμο.
«Κάποιος έπρεπε να σε καθοδηγήσει στα διαδικαστικά της μηχανής, δεν νομίζεις; του είπε με πονηρό υπονοούμενο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, καταλαβαίνοντας αμέσως πως το «ραντεβού» που επινόησε δεν είχε καμία σχέση με σίδερα και αποθήκες.
«Για λέγε, Δανάη... Πού προτείνεις να την αφήσουμε για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα την ενοχλήσει κανείς;»
Ακίνητη, με το πηγούνι ψηλά, η Δανάη άφησε το βλέμμα της να κατέβει αργά και προκλητικά στο σώμα του, προδίδοντας την απόλυτη γνώση της επίδρασης που είχε πάνω του.
«Εκεί που δεν θα μας βλέπει ψυχή...», πέρασε από το μυαλό της, θυμίζοντας τις μυημένες συμβουλές της φίλης της για τα μυστικά καταφύγια της αποθήκης και το απαραίτητο κλείδωμα από μέσα.
«Μην κατεβαίνεις από τη μηχανή, κύριε Νικηφόρε...» είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά. Έχω μια τελευταία εξυπηρέτηση να σου ζητήσω, κι ελπίζω να μην αρνηθείς.
Η φωνή της ακούστηκε γλυκιά, σχεδόν αθώα, αλλά τα μάτια της πρόδιδαν όλο το πονηρό παιχνίδι που είχε στήσει στο μυαλό της. 
Ο Νικηφόρος έμεινε πάνω στη σέλα της βαριάς μηχανής, με το μοτέρ να σιγομουγκρίζει, και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψεύτικη συγκατάβαση των λόγων της και στη γυμνή, προκλητική πραγματικότητα του κορμιού της τον τρέλαινε. Το ύφασμα του t-shirt της είχε κολλήσει πάνω στις ορθωμένες θηλές της, μια αδιαμφισβήτητη υπογραφή της καύλας της που τον καλούσε ανοιχτά σε μάχη.
Το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο της αυλής και ξεκινά να σχεδιάζει με σκοπό να του στείλει ορατά σήματα, που να του αρέσουν. Να του στείλει σήματα από αυτά που πυροδοτούν το ανθρώπινο σώμα στο αρχικό στάδιο την επιθυμία. Σκύβει ότι τάχα μου κάτι της έπεσε, ψάχνει και κάνει πως δεν το βρίσκει. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι ενωμένα και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. 
Ψάχνοντας στριφογυρίζει στη θέση της με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ακόμη καβάλα στη μηχανή ακριβώς πίσω της χαμηλά στην είσοδο της αυλής και σε κάποια σχετική απόσταση..
«Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρρρροοό μου!!!!» Μονολόγησε ο Νικηφόρος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα.
Το βλέμμα του είχε καρφωθεί αμετάκλητα εκεί. Η εικόνα του τρυφερού, νεανικού της κορμιού λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ στον ήδη τεντωμένο από την επιθυμία άντρα, διαλύοντας κάθε ψήγμα λογικής. Το σώμα του είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης από ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ορμονών.
Ο σκληραγωγημένος ναυτικός, ο άνθρωπος που είχε δαμάσει αγριεμένες θάλασσες και είχε μάθει να κρατάει πάντα τα ηνία, λύγισε μέσα σε ένα μόλις δευτερόλεπτο μπροστά στη σαγηνευτική ορμή ενός δεκαεννιάχρονου κοριτσιού.
Δεν ήταν πια απλή σαρκική επιθυμία. Μια υπόγεια, εκρηκτική χημεία τον είχε παραλύσει, σαρώνοντας και την τελευταία ηθική δικλείδα. Η παρουσία της Δανάης ξυπνούσε μέσα του τα πιο άγρια, χρόνια θαμμένα ένστικτα.
«Είσαι ο μεγαλύτερος μπελάς που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς... της ψιθύρισε με βραχνή φωνή, αφήνοντας τελικά το τιμόνι της μηχανής.
Η Δανάη χαμογέλασε με τη σιγουριά του νικητή.
Ο Νικηφόρος, στα τριάντα τρία του χρόνια, στην απόλυτη ακμή της αρσενικής του δύναμης σαν αγριόγατος έτοιμος για οίστρο, συνειδητοποίησε πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Μπροστά σε αυτό το κορίτσι, οι κοινωνικές συμβάσεις και η λογική κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος, αφήνοντας χώρο μόνο στην πρωτόγονη, αμείλικτη φλόγα του πάθους.
Χωρίς ίχνος ενοχής ή δισταγμού, ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα. Στα τριάντα τρία του, με την αρσενική του ακμή στο απόγειο, ένιωθε έτοιμος να κατασπαράξει οτιδήποτε στεκόταν ανάμεσα σε εκείνον και την επιθυμία του.
Τα οπάλια μάτια της Δανάης φώναζαν ακόρεστη πείνα. Ένα πονηρό, θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα κόκκινα χείλη της, καθώς τον πλησίαζε.
Ο Νικηφόρος φλεγόταν από στεγνό πυρετό. Το κορίτσι αυτό, με τις ρώγες της να τρεμοπαίζουν κάτω από τα ρούχα καθώς κατέβαινε το πλατύσκαλο, εξέπεμπε μια ακατανίκητη, σαρκική φλόγα. Βίωνε κι εκείνη τον ίδιο ασύδοτο οίστρο, τη φλογερή αντάρα που δεν άφηνε ούτε χώρο ούτε χρόνο για ύπνο.
Μια παροδική, ηλεκτρισμένη σιωπή πλανήθηκε ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος, αν και έμπειρος και ικανός να προσφέρει απόλαυση, στερούνταν εκείνης της σκοτεινής, διεφθαρμένης σπίθας που η Δανάη λαχταρούσε απεγνωσμένα. Κοιτάζοντάς την, κατάλαβε πως η αθωότητα ήταν απλώς ένα προσωπείο πίσω από το οποίο κρυβόταν ένα αρπακτικό.
Βλέποντας τον να διστάζει, η Δανάη έκανε το αποφασιστικό βήμα, στήθηκε μπροστά στη μηχανή και τον προκάλεσε ανοιχτά.
«Αν φοβάσαι να με ακολουθήσεις μόνος σου, μπορείς απλά να πεις όχι... Αν και θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να μάθω τι σε τρομάζει περισσότερο: εγώ ή ο φόβος της αποκάλυψης;»
Η πρόκληση χτύπησε ευθέως τον αντρικό του εγωισμό. Ο Νικηφόρος, με το βλέμμα σκοτεινό από την πρόκληση, άρπαξε τα χέρια της και τα πίεσε πάνω στο φουσκωμένο του στήθος, να νιώσει πώς χτυπούσε η καρδιά του.
«Να σε φοβηθώ εσένα;» της ψιθύρισε. «Φοβάμαι μόνο μη διαλύσει η μηχανή από το βάρος της φωτιάς σου...»
Η Δανάη, ανυποχώρητη, του έδωσε τη χαριστική βολή με την ανάσα της στον λαιμό του.
«Τότε αποδείξ' το, θείο..»
Ο Νικηφόρος λύγισε οριστικά. Το βρυχηθμό της μηχανής διαδέχθηκε η απόλυτη απόφαση. Με ένα αυστηρό, υποσχόμενο βλέμμα, της έδωσε το σύνθημα.
«Ανέβα.Και να ξέρεις,, μη με περιορίσεις εμένα....τρελαίνομαι.»  Χαμογέλασε, έχοντας νωπή στη μνήμη του την εικόνα της στο πλατύσκαλο να σκύβει τόσο αποκαλυπτικά.
«Μου φαίνεται πως η δεσποινίδα δεν είναι και πολύ φρόνιμη..». της είπε με ψεύτικη αυστηρότητα.
«Γιατί, καλέ; Τι έκανα πάλι;» ρώτησε εκείνη με ψεύτικη αθωότητα.
«Λάθος μου... Ήθελα να πω πως δεν είσαι και πολύ συνετή»
«Λάθος σου, ε;» τον πείραξε η Δανάη, αφήνοντας τα οπάλια μάτια της να λάμψουν από πονηριά. 
«Εγώ μια χαρά ξέρω τι κάνω, θείο Νικηφόρε. Απλώς μερικές φορές τα πράγματα πέφτουν... και κάποιος πρέπει να σκύψει να τα πιάσει.»
Η ανάμνηση εκείνης της αργής, λυγισμένης κίνησης στο πλατύσκαλο χτύπησε τον Νικηφόρο σαν ηλεκτροσόκ, υπενθυμίζοντάς του ακριβώς τι τον περίμενε.
Το αίμα χτυπούσε μανιασμένα στους κροτάφους του Νικηφόρου. Η πρόκληση είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
«Πρόσεχε πώς παίζεις με το σχοινί, μικρή... » της είπε με φωνή βραχνή και απειλητική.«Γιατί αν σπάσει, θα καούμε και οι δύο, κι εγώ δεν έχω μάθει να φρενάρω.»
Εκείνη, χωρίς την παραμικρή διάθεση υποχώρησης, βυθίστηκε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το κορμί της να τον αγγίξει.
«Αυτό ακριβώς θέλω...», ομολόγησε σιωπηλά η Δανάη.
Μια βαριά, ηλεκτρισμένη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Χωρίς πια δεύτερες σκέψεις, ο Νικηφόρος έκανε το βήμα προς το μέρος της, έρμαιο μιας πρωτόγονης ορμής που δεν χωρούσε ούτε σχέδια ούτε αναβολές.
Μέσα του, το ηφαίστειο ήταν έτοιμο να εκραγεί. Την ονειρευόταν γυμνή, παραδομένη, να ουρλιάζει κάτω από το κορμί του. Κι όμως, απ' έξω, ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, με τα δάχτυλα σφιγμένα πέτρινα πάνω στις χειρολαβές.
Η αιφνίδια, παγωμένη σιωπή του αποσταθεροποίησε τη Δανάη. Η σιγουριά που ένιωθε κλονίστηκε για ένα δευτερόλεπτο, καθώς ένιωσε το παιχνίδι να της ξεγλιστρά.
«Τι έπαθες, θείο;» του είπε με τρεμάμενη φωνή, κάνοντας ένα αργό, διστακτικό βήμα για να ανέβει στη σέλα. «Ξαφνικά χάθηκες...»
Ακίνητος σαν άγαλμα, ο Νικηφόρος συνέχισε να τη μετρά με το βλέμμα, αφήνοντας τη σιωπή να γίνει το πιο σκληρό του όπλο. Ήξερε πως την τρέλαινε.
«Για υπολογιστή μιλάς ή μήπως έχεις αλλού το μυαλό σου;» της πέταξε με ειρωνικό χαμόγελο.«Μου φαίνεται πως είσαι βαριά ερωτευμένη, μικρή...»
Η Δανάη τσίμπησε αμέσως, στήνοντας το δικό της παιχνίδι.
«Μα τι ωραία κοπλιμέντα μου κάνεις!» είπε, φτιάχνοντας τα μαλλιά της με μια ναζιάρικα προκλητική κίνηση που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. «Τη μία απρόσεχτη, την άλλη ξεχασιάρα... Για λέγε, τι άλλο θα υποθέσεις;»
Ένα χαμηλό, λάγνο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της, κομψό και ταυτόχρονα προκλητικό. Το απογευματινό φως φώτιζε τα φωτεινά μάτια της, τα προσχήματα είχαν πια καεί ολοσχερώς.
Ο Νικηφόρος ζύγισε τη κατάσταση. Το «Κύριε Νικηφόρε» δεν ήταν παρά το κλειδί μιας παγίδας που η ίδια του είχε στήσει, παίζοντας με την ηλικία και την πείρα του.
Ήξερε πια την αλήθεια. Ο υπολογιστής ήταν απλώς στάχτη στα μάτια. Το μόνο που μετρούσε τώρα ήταν η φωτιά που ετοίμαζε να καταπιεί κάθε τους ενδοιασμό.
Ένα σαρδόνιο, επικίνδυνο χαμόγελο χάραξε τα χείλη του. «Ο υπολογιστής σου έλειψε, ε;» της είπε με φωνή βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, σταυρώνοντας τα χέρια. «Ή μήπως άφησες πίσω κάτι άλλο που σε καίει;»
Η Δανάη δεν κρύφτηκε πια. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. «Τι να κάνουμε, κύριε Νικηφόρε... η μάθηση θέλει θυσίες, είπε με ψεύτικη αθωότητα. «Αρκεί να βρω τον κατάλληλο καθηγητή για την πρακτική...»
«Θείο...», σκέφτηκε, με την ανάσα της να καίει τον αέρα, «στα μαθήματα σου δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από το άριστα».
Η ιδέα να την κουβαλήσει πίσω του στη μηχανή τον τρόμαζε, όχι για την οδήγηση, αλλά για το κορμί της που θα τον τύλιγε στενά. Ωστόσο, οι άμυνες του είχαν καταρρεύσει σαν τα γκρεμισμένα τείχη από το παλιό λιοτρίβι.
Καθώς η Δανάη ανέβηκε στη σέλα και τα πόδια της αγκάλιασαν σφιχτά τα πλευρά του, ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια του.
«Σου ορκίζομαι, Δανάη... της ψιθύρισε βραχνά, με τα χέρια του έτοιμα να εκραγούν πάνω στα χειριστήρια. «Στον δρόμο για πάνω, οι φωνές σου θα ακούγονται ως το απέναντι νησί. Κράτα γερά!
Η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας το απογευματινό δειλινό, εκτινασσόμενη στον χωματόδρομο με προορισμό τη σιωπή του εξοχικού.
«Λοιπόν! Είπαμε, Νικηφόρο με λένε! Και, δεν θέλω να μου χρωστάς. Χαρά μου να σε εξυπηρετήσω! Άλλωστε, ποιος δεν θα ήθελε να πάει μια βόλτα με τη μηχανή με ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα, και θα το αρνηθώ εγώ;
«Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πάρω αυτό! Πώς να το ερμηνεύσω...»
«Να το πάρεις σαν κομπλιμέντο! Που διαμαρτύρεσαι πως κάνω άσχημα σχόλια! Είσαι ό,τι πιο δροσερό υπάρχει στο χωριό σας.»
«Ευχαριστώ! Μπάρμπα-Νικηφόρε! Χαίρομαι, και με κάνεις να νιώθω πολύ όμορφα μαζί σου!»
«Κι εγώ χαίρομαι. Από την κουβέντα μας νιώθω ότι είσαι πολύ καλή παρέα.»
«Δεν ξέρω πώς να το εκλάβω αυτό... της απάντησε εκείνος, πιασμένος στα δίχτυα της.»
«Εννοώ πως είσαι κύριος, όχι κανένα παιδαρέλι...»
Η λέξη «κύριος» λειτούργησε σαν σπίθα. Ο Νικηφόρος την προκάλεσε να κοιτάξει πιο βαθιά, πέρα από το προσωπείο, αποκαλύπτοντας τον αγριόγατο που έκρυβε μέσα του.
«Για πρόσεξε καλύτερα, μικρή μου. Μην τύχει και ανακαλύψεις κάτω από το κουστούμι του «κυρίου» τίποτα αγριόγατους που δεν εξημερώνονται με καλούς τρόπους.»
«Αυτό ακριβώς περιμένω, θείο... ε, Νικηφόρο!» Του πέταξε με θράσος εκείνη.  «Τα λόγια τα βαρέθηκα.»
Με ένα ξαφνικό ξέσπασμα γέλιου, ο Νικηφόρος έβαλε τέλος στα «κυριλίκια».
«Τέλος τα «κύριε» και τα σχετικά, Δανάη. Νικηφόρος σκέτο, ή μπάρμπα ή όπως αλλιώς τραβάει η ψυχή σου...»
«Ε... όχι και μπάρμπα! Δεν είσαι και τόσο μεγάλος πια, αν και...» Η Δανάη έκανε μια μικρή, μελετημένη παύση και μετά πέταξε το καρφί της.
«Αν και, κρίνοντας από κάποιες φωνές χθες το βράδυ στην παραλία, σε μερικά πράγματα μάλλον είσαι μεγάλος!»
Ο Νικηφόρος πάτησε απότομα φρένο στο γέλιο του, σαν κάποιος να του είχε κόψει με μαχαίρι. Το πείραγμα της Δανάης έσκασε στο μυαλό του με τη δύναμη κεραυνού, ξεγυμνώνοντας τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο η Νεφέλη που είχε χάσει τον έλεγχο χθες το βράδυ, υπήρχε και ένα ζευγάρι μάτια και αυτιά κολλημένα στο σκοτάδι, να καταγράφουν κάθε κραυγή, κάθε ηχηρή απόδειξη της αρσενικής του δύναμης.
Τα μάτια του στένεψαν, χάνοντας για μια στιγμή την παιχνιδιάρικη λάμψη τους, καθώς την κοίταξε με ένα μείγμα έκπληξης και ξαφνιασμένου θαυμασμού. Η μικρή όχι μόνο ήξερε, αλλά του το πετούσε στη μούτρα με μια θρασύτητα που του έκοβε τα πόδια.
Κοιτάζοντας την τώρα, ο έμπειρος ναυτικός ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το θρασύ αυτό κορίτσι δεν έπαιζε απλώς παιχνίδια· κρατούσε τα χαρτιά στα χέρια της.
«Ώστε ήσουν στα κλεφτά, ε;» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή και απειλητική.  «Και τι έβγαλες για συμπέρασμα; Ότι οι μεγαλύτεροι ξέρουν καλύτερα;»
Εκείνη δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. «Αν θες να σε λέω Νικηφόρο, απόδειξε μου ότι τα έργα σου ξεπερνούν τη φήμη της παραλίας...»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Το γκάζι άνοιξε βίαια, η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας τον αέρα και οι δυο τους χάθηκαν στο βάθος του χωματόδρομου, έτοιμοι να περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή.
Με ένα χαμόγελο θριάμβου, η Δανάη γλίστρησε πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του, αφήνοντας το κορμί της να γίνει ένα με το δικό του.
Καθώς το κοπάδι με τα πρόβατα τους έκλεισε τον δρόμο, ο Νικηφόρος τράβηξε το τιμόνι προς έναν τραχύ, χωμάτινο μουλαρόδρομο.
«Κρατήσου γερά, μικρή...» της φώναξε πάνω από τον θόρυβο της μηχανής. «Έχει νεροφαγώματα. Σε θέλω ασφαλή όταν γυρίσουμε...»
Εκείνη, αντί για κουβέντα, κόλλησε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του, αφήνοντας την πλάτη της να πιέζει το φουσκωμένο του στήθος, ενώ τα χείλη της άγγιξαν τον λαιμό του πίσω από το αυτί, κάνοντάς τον να χάσει κάθε αίσθηση του δρόμου.
«Μην ανησυχείς για μένα, Νικηφόρε...» του φώναξε μέσα στον αέρα, με τα χείλη της να αγγίζουν σχεδόν το αυτί του.  
«Κοίτα μόνο να μην ξεχάσεις που στρίβεις...»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σφιχτά. Κάθε λακκούβα, κάθε τίναγμα της μηχανής στα νεροφαγώματα του χωματόδρομου έκανε το κορμί της να πιέζεται βίαια πάνω στο δικό του. Η τριβή αυτή ήταν ένα βασανιστήριο αργό και απολαυστικό, μια σιωπηλή υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν όταν τα σώματά τους θα έμεναν εντελώς ελεύθερα μακριά από τα βλέμματα όλων.
Στην αρχή, ο Νικηφόρος ζύγιζε προσεκτικά το γκάζι της εντούρο, νιώθοντας τα άλογά της να αφηνιάζουν στο ανώμαλο έδαφος. Σύντομα όμως, το βάρος της οδήγησης έγινε δευτερεύον.
Η Δανάη δεν προσπαθούσε καν να κρύψει τις προθέσεις της. Με κάθε λακκούβα, το κορμί της λικνιζόταν και τριβόταν πάνω στην πλάτη του, μετατρέποντας τη διαδρομή σε αισθησιακό μαρτύριο. Τα χέρια της τον έσφιγγαν ασφυκτικά, ενώ η ζεστή επαφή από τα μάγουλα και την ανάσα της στον λαιμό του τον έκαναν να παραλύσει απόδρασης.
Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τους μυς του. Η μικρή έπαιζε χαρτιά φωτιάς, και ο Νικηφόρος ήξερε πως το τέλος αυτής της διαδρομής δεν θα είχε επιστροφή.
«Θες ντε και καλά να με ρίξεις στα χαντάκια, ε; της φώναξε μέσα στον θόρυβο της εξάτμισης.»
Εκείνη, ακουμπώντας τα χείλη της στον καυτό του σβέρκο, τον προκάλεσε. «Σε δοκιμάζω, Νικηφόρε... να δω αν τα ηνία είναι γερά ή αν θα λυγίσεις πριν φτάσουμε.»
Η εσωτερική του πάλη ήταν βασανιστική. Οι αναστολές, η διαφορά ηλικίας, η φωνή της λογικής, όλα κατέρρεαν μπροστά στον ανάρμοστο, σκοτεινό πόθο του. Και τότε, τα γρήγορα, πεταχτά της φιλιά στον λαιμό ήρθαν σαν σπίθες σε ξερό χόρτο. Ο Νικηφόρος έχασε κάθε έλεγχο. Οι άμυνες έγιναν στάχτη, και ο δρόμος προς το εξοχικό μετατράπηκε σε μια πορεία χωρίς γυρισμό.
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το ξανασκεφτεί. Με μια βίαιη κίνηση, άρπαξε το γκάζι και τίναξε τη μηχανή μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή το χέρι της γλίστρησε χαμηλότερα, ψηλαφώντας το φουσκωμένο του παντελόνι και σφίγγοντας το σκληρό του πέος.
Ο Νικηφόρος έχασε τον κόσμο. Η αμηχανία διαλύθηκε σε μια έκρηξη αντρικής κυριαρχίας. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε τον καρπό της με δύναμη, ακινητοποιώντας το χέρι της πάνω του.
«Έι... τι πας να κάνεις; της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, ενώ τα μάτια του φλόγιζαν.»
Ο Νικηφόρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του, εντελώς εμβρόντητος από το θράσος της. Τα νερά του είχαν χαθεί οριστικά.
«Τι κάνω;» του ψιθύρισε εκείνη με χάρη.
«Τι κάνεις;.. Με έχεις κάψει, βρε παλιοκόριτσο! Δεν το καταλαβαίνεις;»
Η λαβή του στον καρπό της ήταν βαριά αλλά όχι απειλητική, ήταν η απεγνωσμένη άμυνα ενός άντρα που παραδεχόταν την ήττα του. Η μηχανή κυλούσε σχεδόν αυτόνομα στον χωματόδρομο, ενώ η Δανάη, ακίνητη μέσα στην παγίδα του χεριού του, του πρόσφερε το πιο θριαμβευτικό, λαμπερό της χαμόγελο.
«Σκοπός μου είναι να ξεχάσεις και τ' όνομά σου, Νικηφόρε..». του ψιθύρισε με χάδι και φωτιά. «Εσύ δεν έλεγες πως δεν ξέρεις από φρένα;»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Άφησε τον καρπό της, άρπαξε το τιμόνι και σαν τρελός τίναξε τη μηχανή μπροστά, γκρεμίζοντας τα μέτρα μέχρι την έρημη αυλή του εξοχικού.
«Και τώρα που φτάσαμε στην ερημιά και καις, τι περνάει από το μυαλό σου;» τον πείραξε εκείνη.
«Σταμάτα, ρε κορίτσι μου, τι λες τώρα;... Μη μου βάζεις τέτοιες ιδέες! Δεν είναι σωστό...» ψέλλισε εκείνος, παίζοντας το χαρτί της ηθικής ενώ η ψυχή του είχε ήδη παραδοθεί.
Η Δανάη, νιώθοντας πια τη νίκη της ολοκληρωτική, έκλεισε σφιχτά την παλάμη της πάνω στον καυτό καβάλο του.
«Αν σε προκαλέσω κι άλλο, δηλαδή, τι θα κάνεις; Θα με αποπλανήσεις;»
«Μα τι λες, κορίτσι μου... ψέλλισε εκείνος, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. «Νομίζεις πως θέλει πολύ; Ένα βήμα ακόμα θέλω για να σε καταβροχθίσω!»
Εκείνη, με ένα προκλητικό, πονηρό σκέρτσο, τον αποτελείωσε. «Γιατί, τι έχω και το σκέφτεσαι; Μήπως φοβάσαι μη σε κολλήσω τίποτα;»
Για μια στιγμή άφησε τον εαυτό του να το σκεφτεί, καθώς φαντάστηκε την πρωτόγονη ικανοποίηση που θα ένιωθε αν τη διεκδικούσε, αν τη σήκωνε στα μπράτσα του και τη μετέφερε με μια ζωώδη επιθυμία, έτοιμος να τη ρίξει στο ζεστό από τον ήλιο χορτάρι και να την ικανοποιήσει, χάνοντας μαζί της τον έλεγχο.
Τα σαγόνια του Νικηφόρου κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο. Τα τελευταία του τείχη έγιναν στάχτη κάτω από την παλάμη της που έκαιγε τον καβάλο του.
«Αν σου πω την αλήθεια, θα καείς μαζί μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, καθώς η μηχανή άρχισε να κυλά αργά. Μακάρι να ήταν αρρώστια να υπήρχε γιατρικό. Αυτό όμως είναι φωτιά που με έχει κάνει ήδη στάχτη...
Το μυαλό του θόλωσε. Ένας πρωτόγονος, ζωώδης παλμός τον κυρίευσε: η εικόνα να την αρπάζει στα χέρια, να τη ξαπλώνει στο ζεστό χορτάρι και να ξεσπάει πάνω της όλη η καταπιεσμένη του λαχτάρα.
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του, ανήσυχος από τον δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις του...  Δεν ήταν θηρευτής της βίας, αλλά η φαντασίωση είχε γίνει πια σάρκα και οστά.
Η Δανάη δεν του άφησε περιθώρια για άλλες αναλύσεις . Τον τύλιξε με τα πόδια της, φέρνοντάς τον σε μεθυστική επαφή.
«Δείξε μου αντάξιος σου, θείο...» του ψιθύρισε.
Οι αντιστάσεις κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος. Η επαφή του κορμιού της, η τριβή, η φωτιά που έκαιγε τα σωθικά του διέγραψαν κάθε ηθικό φραγμό. Ο Νικηφόρος το κατάλαβε οριστικά. Στους μεγάλους πειρασμούς δεν αντιστέκεσαι. Υποκύπτεις, για να λυτρωθείς.
Τα όρια είχαν καταρρεύσει. Χωρίς στερεότυπα και δισταγμούς, η Δανάη έλυσε με γρήγορες κινήσεις τη ζώνη του και κατέβασε το φερμουάρ, λαχταρώντας να αντικρίσει αυτό που ένιωθε ήδη η παλάμη της.
Καθώς το χέρι της γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο του και τύλιξε τη φωτιά του, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έναν πρωτόγονο ενθουσιασμό.
«Ακόμα δεν έχω αρχίσει καν, αγορίνα μου... τού ψιθύρισε, ανεβοκατεβάζοντας τα δάχτυλά της στο σκληρό του κορμί.»
Και καθώς το θέαμα απλώθηκε μπροστά της, ένα αυθόρμητο, λαχταριστό αναφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ουάου... Εντυπωσιακό!»
Το χέρι της μέσα από το παντελόνι του έκοψε κάθε σκέψη. Ο Νικηφόρος λύγισε, η ανάσα του έγινε κοφτή.
«Ο φίλος μου λέει πως ξέρω να φροντίζω καλά τον πούτσο του πριν με γαμήσει..». του ψιθύρισε προκλητικά εκείνη.
Η ζήλια φούντωσε για ένα δευτερόλεπτο, πριν καταπνιγεί κάτω από το κύμα της ηδονής.
«Θα σε κάνω να χύσεις στη χούφτα μου, αγορίνα μου...»
«Θεέ μου, μη... ψέλλισε ο Νικηφόρος, παλεύοντας απεγνωσμένα με τα τελευταία του αποθέματα ψυχραιμίας, ξέροντας πως το τέλος αυτής της μάχης πλησίαζε απειλητικά.
Τα πόδια τους πάτησαν επιτέλους το χώμα της έρημης αυλής. Ο Νικηφόρος, νιώθοντας τη φωτιά να τον καίει συθέμελα, άφησε μια βαριά ανάσα να του ξεφύγει.
«Να πάρει...» ψιθύρισε, με τα μάτια του να φλόγιζαν. «Θα το κάνω. Ακόμα κι αν ξέρω πως μετά θα γίνω στάχτη.»
Η οριστική πτώση ήρθε αθόρυβα αλλά σαρωτικά. Τα λόγια της λειτουργούσαν σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη, ξυπνώντας τον θηριώδη, ακόρεστο εαυτό του. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε ποτέ μπροστά στη φωτιά· την αποζητούσε, την έκανε οξυγόνο του. Τώρα πια, η λογική ήταν ένα κουρέλι που πετιόταν στην άκρη της αυλής.
Ο Νικηφόρος δεν άφησε άλλα περιθώρια. Με μια κίνηση καταλυτική, έγειρε πάνω της, πιάνοντας το πρόσωπό της στις παλάμες του. Τα μάτια του φλόγιζαν.
«Σκόνη θα γίνουμε, μικρή μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σαν υπόσχεση και κατάρα μαζί. «Μα μέχρι να καούμε, θα ζήσεις κάθε σταγόνα αυτής της φωτιάς.»
Το φιλί τους ήταν μια έκρηξη που γκρέμισε και τα τελευταία σύνορα. Κι όμως, ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, με το κορμί της να λυγίζει κάτω από το βάρος του, η Δανάη δεν έχασε το θάρρος της:
«Για να δω... τι θα κάνεις τώρα;» τον ρώτησε μαργιόλικα, έχοντας πετύχει ακριβώς αυτό που επεδίωκε.
Μια ξαφνική, σχεδόν κωμική φιλοσοφική διάθεση έπιασε τον Νικηφόρο, που ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί την ηθική του θέση.
«Ρε Δανάη, έχω εγώ δικαίωμα πρόσβασης εδώ πέρα; Παντρεμένος άνθρωπος είμαι, πρέπει να φυλάγομαι από τους πειρασμούς σου... Είναι άδικο να με κοιτάζεις έτσι κι εγώ να κάνω τον Κινέζο για να τιμήσω το στεφάνι μου!»
Εκείνη, με το σαρακατσαναίικο, μελωμένο της ιδίωμα και τα πονηρά της τσαχπίνικα, του έδωσε την πληρωμένη απάντηση χωρίς δισταγμό.
«Ε, δεν χρειάζεται να το πατήσεις το στεφάνι... απλώς το πηδάς!»
Τα λόγια της έσταζαν πάντα μια ακαταμάχητη, ξετσίπωτη λαγνεία, στολισμένα με πιπεράτες παροιμίες που τον άφηναν άφωνο και του άναβαν ακόμα περισσότερο τα αίματα. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρρευση της σοβαροφάνειας, στο γέλιο που λυτρώνει τον Νικηφόρο και στην παράδοσή του στο πνεύμα της.
Μια έκρηξη γέλιου πήγε να ξεφύγει από τα χείλη του Νικηφόρου. Η αφοπλιστική της ατάκα διέλυσε και την τελευταία ρανίδα δήθεν σοβαρότητας.
«Ρε συ, είσαι απίστευτη...» της είπε, κοιτάζοντάς την με μάτια γεμάτα λατρεία, ενώ τα τείχη του κατέρρεαν ολοσχερώς. «Που τα μαθαίνεις αυτά, ρε μικρό διαβολάκι; Μεγάλο σχολείο σε περνάω...»
Ένα πονηρό, ατίθασο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της Δανάης, καθώς το κορμί της έτριβε με νέα ορμή το δικό του.
«Στα βουνά, θείο μου... ε, Νικηφόρε, »του είπε με ένα σκανδαλιάρικο χαχανητό. «Εκεί μάθαμε πως, όταν η φωτιά πιάνει, δεν κάθεσαι να την κοιτάς. Της δίνεις χώρο να θεριέψει. Τέλος οι φιλοσοφίες τώρα· η ώρα της εξέτασης έφτασε!»
Τα όρια είχαν οριστικά καεί. Ο Νικηφόρος άφησε τον «κυνηγό» να βγει στην επιφάνεια με όλη του την αγριάδα. Τα χέρια του άρπαξαν τα ρούχα της, σηκώνοντας και φέρνοντας το κορμί της ακόμα πιο κοντά του, αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του.
Την κοίταξε με ένα πονηρό, προκλητικό μειδίαμα, όπου η απόλυτη παράδοση στον πειρασμό πάλευε για μια τελευταία στιγμή με τον σκεπτικισμό του «στεφανιού».
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το βάλει στα σκαριά. 
«Είναι μάταιο να αντιστέκεσαι Νικηφόρε...» ψέλλισε ο Νικηφόρος.
Ένα βραχνό, βαθύ μουγκρητό ξέφυγε από μέσα του κι αμέσως τα χέρια του την περικύκλωσαν. Στην αρχή, η σκέψη μιας απόκρουσης πέρασε από το μυαλό του, μα αμέσως διαψεύστηκε· την έσφιξε με δύναμη, κολλώντας το κορμί της πάνω στο καυτό του στέρνο. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της σαν σπίθα πριν της ψιθύρισε με λάγνο χαμόγελο:
«Ποιος είμαι εγώ, άλλωστε, να χαλάσω μια τέτοια περιπέτεια;»
Η λαχτάρα της φούντωσε σαν πυρκαγιά.
«Αφού θες παιχνίδια, ας παίξουμε...» της ψιθύρισε και εκείνη, τριβόταν πάνω του με μια ορμή που της έκοβε την ανάσα.
Η επαφή ήταν αποθεωτική. Με κλειστά μάτια και τρεμάμενα δάχτυλα χωμένα στα μαλλιά του, η Δανάη παραδόθηκε ολοσχερώς. Ο Νικηφόρος, παρότι πάσχιζε ακόμα να χαλιναγωγήσει τα «πρέπει» του, ένιωσε το κορμί του να λιώνει. Δεν μπορούσε να τα σβήσει όλα, όχι ακόμα, αλλά μπορούσε να βουτήξει σε αυτή την κόλαση και να τη γευτεί μέχρι το μεδούλι.
Η ανταπόκρισή του ήρθε σαν έκρηξη. Ο Νικηφόρος την άρπαξε από τα μαλλιά, τραβώντας της ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ οι θηλές της, τεντωμένες και σκληρές πίσω από το υφασμα, έκαιγαν το στέρνο του.
«Σου φαίνεται διασκεδαστικό να παίζεις μ’ έναν παντρεμένο; τη ρώτησε με φωνή βραχνή από τη δίψα.»
Εκείνη δεν δείλιασε ούτε δευτερόλεπτο. Τα μάτια της άστραψαν. «Αν ήξερες πόσο σέξι και απειλητικός είσαι, γλυκέ μου...»
Εκείνος δεν άντεξε άλλο. Το βλέμμα του σκοτείνιασε:
«Ήρεμα, γλύκα μου... Με κοιτάζεις έτσι και το μόνο που θέλω είναι να σε ρίξω χάμω, να σου πετάξω τα μάτια έξω...»
Το κορμί της καίγονταν από μια ακατανίκητη δίψα. Τον άρπαξε από το κεφάλι, ενώνοντας τα χείλη τους σε μια έκρηξη υγρής, ασυγκράτητης φωτιάς.
Το φιλί τους έπαψε να είναι παιχνίδι· έγινε σύγκρουση, πάλη, καταστροφή. Ο Νικηφόρος ένιωσε τα τείχη του να γκρεμίζονται συθέμελα. Τα χέρια του την έσφιξαν στην πλάτη της με τόση δύναμη, που τα κορμιά τους έγιναν ένα κομμάτι σάρκας.
«Με πας γυρεύοντας... μικρό μου θηρίο,» της ψιθύρισε στο στόμα, με φωνή βραχνή από την παράκρουση.
Η αναπνοή της είχε χαθεί σε έναν βρόχο ηδονής. Με τα δάχτυλα να τρέμουν από τη δίψα, άρπαξε το πουκάμισό του και το σκίσε βίαια, ξεφορτώνεται τα κουμπιά για να βυθίσει τα χέρια της στο καυτό, ιδρωμένο του δέρμα.
«Τότε κάν’ το... αποτελείωσε με, Νικηφόρε! του ούρλιαξε στο στόμα με τα μάτια φλεγόμενα από παράκρουση. «Μη με λυπάσαι ούτε στιγμή!»
Τα φρένα είχαν σπάσει για τα καλά. Ο Νικηφόρος την άρπαξε μεμιάς από τη μέση, τη σήκωσε ψηλά και την απέθεσε βίαια στο στρώμα. Σαν αγριεμένος λύκος που πέφτει πάνω στη λεία του, χώθηκε πάνω της, σβήνοντας κάθε ίχνος παλιού εαυτού.
«Και κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρεις περίφημα... του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα. «Ήρθε η ώρα να μου πετάξεις τα μάτια έξω, διάολε!»
Ο Νικηφόρος έδιωξε κάθε σκέψη, αφήνοντας χώρο μόνο στο ένστικτο. Τα χείλη του γλίστρησαν από το πάνω στο κάτω χείλι της, κλειδώνοντας ξανά τα στόματά τους σε έναν αέναο, ασυγκράτητο χορό. Τα φιλιά διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς ανάσα, πλεγμένα με κοφτά αγγίγματα και σπρωξίματα.
Η ηδονή τον χτυπούσε κύματα στις φλέβες. Η δίψα του είχε γίνει φλόγα· ήθελε να σκίσει τα ρούχα της, να γευτεί κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της, να χαράξει με τα χείλη του τα κρυφά μονοπάτια του κορμιού της.
Εκείνη, τυλίγοντας σφιχτά τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, άντεξε την επίθεση των αισθήσεων που έρχονταν από παντού. Και κατέφθαναν σαρωτικές.
Αν δεν υπήρχαν τα υφάσματα ανάμεσά τους, η αυλή του ερημικού εξοχικού θα είχε ήδη γίνει μάρτυρας ενός ολοκληρωτικού, άγριου σμιξίματος.
Ο Νικηφόρος τη φιλούσε επίμονα, παρατείνοντας τον χρόνο όχι από ανάγκη, αλλά από έναν βαθύ, μουδιασμένο φόβο για το τι θα σήμαινε η επόμενη κίνηση. Όταν τα χείλη τους επιτέλους χώρισαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια, δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος από τους δύο είχε ζαλιστεί περισσότερο από τον σεισμό που προκάλεσαν.
Κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τα προσχήματα και να βάλει φρένο στον κατήφορο, την άρπαξε από τα μάγουλα, στενεύοντας το βλέμμα του:
«Για στάσου... Πες μου την αλήθεια. Δεν είσαι παρθένα, έτσι;»
Η Δανάη τον κοίταξε με μια απορία που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, ώριμο χαμόγελο.
«Όχι, βέβαια... Μα ποτέ πριν δεν είχα νιώσει αυτή τη φωτιά, αυτή την παράκρουση. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς σκιές.»
Ο Νικηφόρος δεν χρειάστηκε άλλη απόδειξη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, πήρε φωτιά και ξαναγύρισε στην κυριαρχία του:
«Τότε έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μικρή μου...»
Το νέο φιλί τους ήταν μια καταιγίδα. Τα χείλη άνοιξαν με βουλιμία, οι ανάσες μπερδεύτηκαν και το κορμί της Δανάης κύρτωσε ξανά κάτω από το βάρος του.
«Σε θέλω,» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, στα πρόθυρα της έκρηξης.
«Αργείς...» του αποκρίθηκε με ένα λαχανιασμένο, θριαμβευτικό ψίθυρο.
Τον άρπαξε από το χέρι, τραβώντας τον αποφασιστικά μέσα στο σπίτι.
«Πάμε μέσα... θα είμαστε πιο άνετα. Έχουμε τουλάχιστον τρεις ώρες προτού γυρίσουν από το μοναστήρι.»
Το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα ήταν πως ο Νικηφόρος, ο «κυνηγός», της είχε παραδώσει τα ηνία χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν το ύφασμα, μέχρι που το φόρεμα ανέβηκε. Το χέρι του γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο, βυθιζόμενο στην καυτή, υγρή της δίοδο. Εκείνη, λυγίζοντας τη μέση και τεντώνοντας το κορμί της προς τα πίσω, τον κάλεσε πιο βαθιά, εντελώς παραδομένη στη δίνη της παράκρουσης.
«Σ’ αρέσει να το φαντάζεσαι;» της ψιθύρισε στο αυτί, νιώθοντας την υγρή της ζεστασιά.  «Κοίτα πως είσαι... Αν βάλω τρία δάχτυλα, θα με δεχτείς χωρίς αντίσταση.»
Ένα βραχνό γέλιο χάθηκε στον λαιμό της, καθώς τα δάχτυλά του άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της σε αργούς, μαρτυρικά νωχελικούς κύκλους.
«Σε παρακαλώ...»  κατάφερε να ψελλίσει εκείνη, αποκομμένη από κάθε λογικό συναίσθημα, με το κορμί του να την πιέζει ασφυκτικά.
Εκείνος, με τα χείλη κολλημένα στον ώμο της, χάιδευε το δέρμα της σαν να ’θελε να το πιει στάλα-στάλα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Γυμνοί αγκαλιά πάνω στο στρώμα, με τη Δανάη να αναπαύεται στο φαρδύ του στέρνο και τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της. Τα χείλη του γλίστρησαν στα στήθη της, κάνοντας τις σφιχτές, τεντωμένες ρώγες της να φλέγονται.
Το παιχνίδι τους έγινε μαρτύριο. Τα φίλια του ακουμπούσαν παντού, χαϊδεύοντας και φεύγοντας, μέχρι που η δίψα της έφτασε στο κόκκινο. Όταν τελικά βυθίστηκε στο κέντρο της, κάνοντάς την να λιώνει από τους χυμούς της, ο Νικηφόρος απολάμβανε να την φέρνει στα πρόθυρα του σπασμού και να αποσύρεται, γλιστρώντας πιο χαμηλά, αφήνοντας τα χείλη του να εξερευνούν κάθε ευαίσθητη γωνιά της.
«'Ελα γαμιά μου! Μη το σκέφτεσαι άλλο! Πάρε με! Μην σταματήσεις για τίποτα τώρα, έτοιμη είμαι…σκίσε με!»
 Άρχισε τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο. Βρήκε έναν ρυθμό που της άρεσε. Το καταλάβαινε από τις εκφράσεις του προσώπου της. Όσο τη γαμούσε τον κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζε και αυτός. Δεν μιλούσαν, απλά απολάμβαναν τη στιγμή.
Το δωμάτιο σείστηκε από τους πνιχτούς ήχους του πάθους. Τα δόντια του Νικηφόρου βυθίστηκαν προκλητικά στον λαιμό της, ενώ η Δανάη γαντζώθηκε στους ώμους του σαν να κρεμόταν από γκρεμό.
Η μετάβαση από τη χάρη στην αγριάδα ήταν κεραυνoβόλα, ορμητικός σαν ταύρος, την παρέσυρε σε έναν ανεμοστρόβιλο ηδονής, μέχρι που η τελική έκρηξη τους διέλυσε.
Λίγο αργότερα, με τις ανάσες τους βαριές και συγχρονισμένες, ξάπλωσαν στο πλάι. Ο Νικηφόρος την τύλιξε σφιχτά στην αγκαλιά του, με κτητικότητα και τρυφερότητα μαζί, αφήνοντας το άρωμα του ιδρώτα και της βανίλιας να σφραγίσει τη στιγμή τους.
Μέσα στο ημίφως, το βλέμμα του Νικηφόρου είχε μαλακώσει, αποβάλλοντας την άγρια δίψα της προηγούμενης στιγμής. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να κυλούν απαλά στην πλάτη της, καθώς οι μωβ σκιές του δειλινού άρχισαν να πλημμυρίζουν το δωμάτιο.
Η ηρεμία αυτή, ωστόσο, έκρυβε μια υπόγεια ένταση. Το ρολόι κυλούσε, και ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως το παραμύθι είχε ημερομηνία λήξης.
Ο έξω κόσμος, το χωριό, η Φαίδρα, η Νεφέλη, τα αδιάκριτα βλέμματα, άρχισαν σιγά-σιγά να τρυπώνουν ξανά στο μυαλό του Νικηφόρου, θυμίζοντάς του πως η απομόνωση είχε ημερομηνία λήξης.
«Αν συνεχίσουμε έτσι, η σχολή σου θα σε διαγράψει, μικρό μου θηρίο, και εγώ θα χρειαστώ καρδιολόγο...» της ψιθύρισε στα μαλλιά.
Εκείνη, όμως, δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Ένα πονηρό, ζεστό χαχανητό δόνησε το στήθος του.
«Ας με διώξουν...» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον κατάματα, με τα μάτια της να φλογίζονται. «Το πτυχίο μου το πήρα κιόλας σήμερα. Με άριστα μάλιστα!»
Ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να χαμογελάσει, νικημένος από τη φλόγα της.
Με ένα χαμόγελο ικανοποίησης που φαινόταν ακόμα στην άκρη των χειλιών της, η Δανάη άφησε το κεφάλι της να βυθιστεί στο φαρδύ του στέρνο, ακούγοντας τον παλμό του να χτυπάει μανιασμένα.
«Απόλυτη επιτυχία, θείο μου...» ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα, παραδομένη στη γλυκιά νωθρότητα της κούρασης.
Την ίδια ώρα, έξω από το παράθυρο, οι σκιές του δειλινού πύκνωναν, κλείνοντας προστατευτικά γύρω από το μικρό τους καταφύγιο.
Στη διαδρομή της επιστροφής προς το χωριό, η Δανάη ήταν κολλημένη πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Τα χάδια και τα κοφτά φιλιά της στην πλάτη και τον λαιμό του λειτουργούσαν σαν ζωντανή απόδειξη μιας κορύφωσης που δεν είχε ακόμη ξεθυμάνει. Εκείνος, νιώθοντας την αντρική του ματαιοδοξία και το πάθος του να δικαιώνονται, χαμογελούσε μέσα στο κράνος του.
Μόλις έσβησαν τη μηχανή στην αποθήκη, η πρόσκληση ήρθε αβίαστα, γεμάτη απόλυτη βεβαιότητα και πάλι.
«Το ξέρεις καλά πως το θέλω... » της ομολόγησε εκείνος .
Εκείνη, με μια φωνή που έσταζε πόθο και διαβρωτική οικειότητα, του έδωσε την χαριστική βολή.
«Τότε μη χάνουμε χρόνο. Εδώ και τώρα, στα όρθια...»
Η πρότασή της έπεσε μέσα στη σιωπή της αποθήκης σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη. Ο Νικηφόρος δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο· το κορμί του είχε ήδη πάρει φωτιά.
Πριν προλάβει να αρθρώσει ολόκληρη την ένσταση, μια τελευταία, αδύναμη σκιά της λογικής, η Δανάη τον είχε ήδη αρπάξει σφιχτά, τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
«Το ξέρεις πως δεν πρέπει..». ψέλλισε εκείνος, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της.
«Γιατί δεν πρέπει;» τον προκάλεσε εκείνη, κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του, έτοιμη να γκρεμίσει και τα τελευταία τείχη.
«Το παρατραβάμε, σου λέω...»
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει πως παίζουμε με τη φωτιά.»
«Ας καούμε τότε!» του πέταξε εκείνη κατάμουτρα, με μια αγνή, θcτική σιγουριά που τον τσάκιζε. «Θέλω να ξανασμίξουμε, εδώ, τώρα.»
Η παλάμη της έσφιξε με ορμή το σώμα του πάνω από το ύφασμα, κάνοντάς τον να χάσει κάθε λογική. Ο Νικηφόρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο· ένα βραχνό, λυτρωτικό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του.
«Εσύ κι εγώ... και ορμάει μαζί μας κι αυτός εδώ.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από έναν πρωτόγνωρο, πραγματικό φόβο.
«Άσε με να τον νιώσω... του ψιθύρισε εκείνη, τρελή από την καύλα, με τα χέρια της να γλιστρούν αδίστακτα.
«Θα μας πάρουν χαμπάρι, στο ορκίζομαι...» προσπάθησε να αμυνθεί.
Μα η Δανάη, τυλίγοντας τη γλώσσα της στον λαιμό και το αυτί του, τον διέλυσε ολοσχερώς.
«Τον πιάνω... είναι σαν πάσσαλος, θεέ μου!» του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα.
«Σου λέω, μην..». άρχισε να τρέμει εκείνος, πριν του κλείσει το στόμα με ένα ασυγκράτητο φιλί.
«Σταμάτα, Δανάη, στο ορκίζομαι... Δεν είμαι πέτρα, θα γίνει κακό! Θυμήσου ποιοι έρχονται,» της ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα από τον πανικό και τον πόθο.
Εκείνη, αγνοώντας κάθε προειδοποίηση, τον άρπαξε βίαια, καρφώνοντας το κορμί της στον τοίχο της αποθήκης.
«Θέλω να με τελειώσεις, τώρα...» ούρλιαξε μέσα του.
Ο Νικηφόρος, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, την έσπρωξε μακριά του. Η απότομη άρνηση πάγωσε τον αέρα.
«Τέλος, δεν γίνεται...» της είπε κοφτά.
Ένα βλέμμα οργής και απογοήτευσης έσβησε τη φωτιά από τα μάτια της. Τα χέρια της έπεσαν βαριά στο πλάι, και η φωνή της έχασε κάθε ίχνος ερωτισμού:
«Γιατί, γαμώτο... γιατί τα χαλάς όλα;»
Η απογοήτευσή της έπεσε σαν παγερό νερό στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, αλλά η καρδιά του Νικηφόρου συνέχισε να χτυπάει μανιασμένα στα πλευρά του. Ο πανικός της αποκάλυψης, ο φόβος για τα μάτια του χωριού που επίμονα και ίσως κακοπροαίρετα παραμόνευαν, λειτούργησε σαν μαχαιριά που έκοψε τον πυρετό.
Δεν καταλαβαίνεις...» της ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του. Αν μας ανακάλυπταν εδώ, δεν θα γλυτώσουμε με μια απλή επίπληξη. Θα καιγόμασταν ολοσχερώς.
Με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά πάνω από το στήθος της που ανάσαινε βαριά, η Δανάη τον στόλισε με ένα βλέμμα γεμάτο φωτιά και περιφρόνηση. Ο θυμός της συναντιόταν με τη δίψα που είχε μείνει μετέωρη.
«Σοβαρά τώρα; του πέταξε με πικρία στα δόντια, στρέφοντας επιδεικτικά το κεφάλι αλλού. Τελειώσαμε; Θα ξαναφορέσουμε τις μάσκες μας και θα το παίξουμε καλοί και άγιοι για το χωριό;
Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, ο Νικηφόρος έπιασε τους ώμους της και την ανάγκασε να γυρίσει, να τον κοιτάξει στα μάτια. Η άρνησή του δεν ήταν παρά μια ασπίδα χάρτινη· η φωτιά έκαιγε ακόμα από κάτω.
«Δεν είναι θέμα φόβου, είναι θέμα επιβίωσης...» της ψιθύρισε, με τη φωνή του να βαραίνει σαν καταιγίδα. «Μα αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Απλώς μαζεύουμε δυνάμεις. Όταν έρθει η ώρα, πίστεψέ με, τίποτα δεν θα μας σταματήσει.»
Ο χώρος ήταν ακόμα ποτισμένος από το μεθυστικό άρωμα του ιδρώτα, της βανίλιας και της ανεκπλήρωτης φωτιάς. Η μηχανή στη γωνία φαινόταν σαν σιωπηλός μάρτυρας της ορμής τους, που τώρα είχε παγώσει απότομα.
Η Δανάη, τσιτωμένη από την οργή και το ανικανοποίητο πάθος, τον κοιτούσε με βλέμμα που έσκιζε.
«Σοβαρά τώρα;» του πέταξε κατάμουτρα, με τη φωνή της να τρέμει από θυμό. «Με αφήνεις μετέωρη εξαιτίας μιας φανταστικής απειλής;»
Ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στα μαλλιά του, νιώθοντας τα δίχτυα να σφίγγουν γύρω του. Το σώμα του φώναζε το ίδιο πράγμα με το δικό της, αλλά η σκιά του χωριού ήταν βαριά σαν μόλυβδος.
«Άκουσέ με... Αν σκάσουν τώρα η Φαίδρα και η Νεφέλη από το μοναστήρι, τελειώσαμε οριστικά. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.»
Εκείνη όμως είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική. Έκανε ένα βήμα πάνω του, με τα μάτια της να στάζουν φωτιά και απόγνωση.
«Στο μουνί μου η Φαίδρα και η Νεφέλη!» ούρλιαξε ψιθυριστά, σχεδόν κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του. «Εγώ σε θέλω εδώ, τώρα, και δεν με νοιάζει τίποτα άλλο στον κόσμο!»
Ένας ήχος από χαλίκια που έτριζαν κάτω από τους τροχούς και τα δυνατά φώτα ενός αυτοκινήτου να σαρώνουν τους τοίχους της αποθήκης έκοψαν τον αέρα στη μέση.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Η Δανάη γύρισε απότομα το βλέμμα της στην πόρτα, έτοιμη να εκραγεί από την οργή.
Η φωτιά έσβησε απότομα κάτω από τη σκιά της πραγματικότητας. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε επειδή δεν τη ποθούσε· ο φόβος της αποκάλυψης, ο τρόμος μήπως γκρεμίσουν τα πάντα και πληγώσουν οικογένειες, λειτουργούσε σαν αόρατη λεπίδα που έκοβε το πάθος στη μέση. Υπήρχαν όρια που δεν μπορούσε να αγνοήσει, όσο κι αν η ψυχή του φώναζε το αντίθετο.
.....Τελικά η Δανάη αποφάσισε με δυο εξαδέλφες της να πάνε σε μια μουσική εκδήλωση! Τις στιγμές εκείνες που ετοιμάζονταν προς αναχώρηση βρήκε ευκαιρία να ξεμοναχιάσει το Νικηφόρο, να του δώσει ένα πεταχτό ρουφηχτό φιλί και καπάκι μια γεμάτη γονατιά στα σκέλια με στόχο τα γεννητικά του όργανα.
«Καυλιάρη μου εσύ σε πόνεσα;» 
«Τι με πόνεσες βρε μωρό μου! στο χέρι μου τα 'δωσες.»
«Με συγχωρείς άλλα είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου και δεν ηρεμώ όσο το σκέφτομαι ότι απόψε θα γαμήσεις πάλι τη μιλφάρα!.» Εννοεί τη Νεφέλη βέβαια. 
Ο Νικηφόρος διπλώθηκε στα δύο, βγάζοντας έναν βραχνό, πνιχτό γογγυσμό που κόπηκε απότομα στον λαιμό του.  Καθώς ο οξύς πόνος άρχισε να καταλαγιάζει, αφήνοντας πίσω του έναν μουδιασμένο παλμό, η αντρική του περηφάνια προσπαθούσε απεγνωσμένα να σωθεί από τα συντρίμμια.
«Στα χέρια σου μου τα παρέδωσες... ψιθύρισε με στραπατσαρισμένη φωνή, σφίγγοντας τα δόντια του για να μη λυγίσει. «Είσαι με τα καλά σου; Ήθελες να με αποτελειώσεις πριν καν προλάβουμε να βγούμε από την αποθήκη;»
Όρθια από πάνω του, η Δανάη έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί. Το παιχνιδιάρικο νεύμα της είχε δώσει τη θέση του σε μια άγρια, καυστική ζήλια που έσταζε από κάθε της λέξη.
«Η κωλόγρια...» του πέταξε με αποστροφή, αδυνατώντας να χωνέψει την ιδέα πως αυτός ο άντρας θα μοιραζόταν αργότερα τη ζωή και τον χώρο του με κάποια άλλη.
Ο Νικηφόρος σήκωσε το βλέμμα του, βαρύς από τη συνειδητοποίηση. Τα σύνορα ανάμεσα στο παράνομο πάθος και στην απόλυτη κτητικότητα είχαν μόλις καταρρεύσει.
Ένα σαρδόνιο, προκλητικό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη του.
«Γιατί, σε τρώει η ζήλια;» της πέταξε μες στα δόντια, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του.
Εκείνη όμως δεν αστειευόταν. Το βλέμμα της ήταν κοφτερό σαν λεπίδα.
«Δεν ζηλεύω, απαιτώ,» του ξεκαθάρισε, πριν τον πετσοκόψει με τις μνήμες της προηγούμενης νύχτας. «Να θυμάσαι τι άκουσα χθες στην παραλία. Η Νεφέλη δεν ξεχνιέται εύκολα... ούτε όμως και το πως της φέρθηκες. Οπότε, άνοιξε τα μάτια σου καλά, γιατί μπορεί η υπομονή μου να τελειώσει.»
«Μη γίνεσαι έτσι, μικρή μου...» της ψιθύρισε προσπαθώντας να μαλακώσει τον τόνο.
«Έλα μαζί μας στη ντισκοτέκ,» τον προκάλεσε εκείνη με ένα δηλητηριώδες χαμόγελο. «Άσε τη Νεφέλη να χαρεί την αποψινή νύχτα όπως της αξίζει, αφού ούτως ή άλλως ρόλοι και υποσχέσεις γίνονται στάχτη.»
«Το μυαλό σου έχει κολλήσει σε έναν αέναο κύκλο, σαν κολλημένη βελόνα του πικ απ Δανάη..». της απάντησε εκείνος, νιώθοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια του να τρέμει.
Εκείνη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Το βλέμμα της τον έκαιγε, διαπερνώντας τις άμυνες που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ορθώσει.
«Σαν πικάπ, στα λέω...» τον κατηγόρησε με μια φωνή που έσταζε ειρωνεία και δηλητήριο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, οι προκλήσεις, και η τριπλή φωτιά, δούλευε σαν σαράκι μέσα του, ξυπνώντας ένστικτα που ούτε ο ίδιος ήθελε να παραδεχτεί.
Με μια απότομη κίνηση, η Δανάη έκοψε τη κουβέντα στη μέση. Η οργή της μεταμορφώθηκε σε μια παγωμένη, υποσχόμενη ηδονή.
Γυρίζοντας την πλάτη, άρπαξε την τσάντα της και τράβηξε για την έξοδο, καθώς οι φωνές από τις εξαδέλφες της άρχισαν να πλησιάζουν στην αυλή. Πριν χαθεί στο φως της ημέρας, τον κοίταξε για τελευταία φορά.
«Τράβα σε εκείνη απόψε...» του πέταξε μες στα δόντια. «Μα ο λογαριασμός μας δεν έχει κλείσει.»
Θέλοντας να απομακρύνει τη συζήτηση από το επικίνδυνο πεδίο τους, ο Νικηφόρος έστρεψε αλλού την κουβέντα.
«Με τη Φαίδρα τα πάτε καλά; Μου φαίνεται πως υπάρχει μια μόνιμη κόντρα ανάμεσά σας.»
Η Δανάη αναστέναξε με περιφρόνηση.
«Είναι γοητευτική, ναι, αλλά ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Με τη μάνα μου μπορούμε να πιαστούμε στα χέρια για το τίποτα. Ξέρεις τι φταίει; Η αγαμησιά, σου λέω! Όταν μια γυναίκα μένει στεγνή και απότιστη, βγάζει φαρμακερή χολή σε όλους. Θέλει έναν άντρα γερό να τη στρώσει, να τη βάλει στη θέση της! Να την πασσαλώσει.
Ένα ειρωνικό, λάγνο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Νικηφόρου, παρά την ένταση που μόλις είχε προηγηθεί.
«Δηλαδή αυτή είναι η ρίζα του κακού;» ρώτησε, κουνώντας απελπιστικά το κεφάλι του.
Η Δανάη του πέταξε ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου. Οπότε, να έχεις το νου σου απόψε. Μη αφήσεις καμία παραπονεμένη στο χωριό, γιατί ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα γλιτώσεις από τα νύχια μας!»
Η σιλουέτα της χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας όμως πίσω της έναν ηλεκτρισμό που έκαιγε ακόμα τον αέρα. Η Δανάη απομακρύνθηκε λικνιζόμενη με υπολογισμένη χάρη, κάθε της βήμα και ένα ράπισμα στον εγωισμό του.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει, πιστεύοντας πως κρατούσε τα ηνία, αγνοώντας πως είχε ήδη πιαστεί χειροπόδαρα στον ιστό της. Η παγίδα είχε κλείσει, και η νύχτα υποσχόταν να είναι αμείλικτη.
Μόνος στην αυλή πια, ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στις τσέπες του, με τα νεύρα του τεντωμένα σαν χορδή. Το άρωμά της φάνηκε να ποτίζει τον αέρα, άρρηκτα δεμένο με το χνάρι της οργής και της ηδονής που του άφησε.
Ο έμπειρος ναυτικός, ο σκληρόπετσος άντρας που νόμιζε πως τιθασεύει τα πάντα, είχε γονατίσει από μια δεκαοκτάχρονη. Και το πιο πικρό; Πως ο ίδιος είχε στρώσει το χαλί για να πέσει στην παγίδα της, γουστάροντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ορμονικής ήττας.
Η σιωπή της νύχτας έπεσε σαν βαρύ κάλυμμα πάνω από το χωριό, αλλά ήταν μια σιωπή που έκρυβε καταιγίδα. Ο Νικηφόρος, παλεύοντας να ηρεμήσει τους μαινόμενους παλμούς του και να εξαφανίσει τα ίχνη της φωτιάς από πάνω του, δεν ήξερε ακόμα πως το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο. Η νύχτα υποσχόταν εκπλήξεις που θα σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Ο κλοιός έσφιγγε απειλητικά. Από τη μία η Φαίδρα, με το βλέμμα της να διαπερνά τα πάντα σαν ξυράφι· από την άλλη η Νεφέλη, να πλησιάζει με εκείνο το επικίνδυνο, υποσχόμενο χαμόγελο. Ο Νικηφόρος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ακριβώς τη στιγμή που η απουσία της Δανάης άφηνε τον αέρα ηλεκτρισμένο και έτοιμο να εκραγεί.
Μόνος με τη Νεφέλη πια, ο Νικηφόρος προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η καχύποπτη ματιά της δεν άργησε να πέσει πάνω του.
«Τσακωθήκατε με τη μικρή;» τον ρώτησε κοφτά.
«Κουβέντα κάναμε...»  απάντησε εκείνος, κρύβοντας την ταραχή του πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Μα η σκέψη του ούτως ή άλλως είχε καρφωθεί αλλού. Αν η Νεφέλη ήξερε τι «δυναμίτης» κρυβόταν πίσω από τη νεαρή ηλικία της Δανάης και πώς τον είχε αφήσει λειψό, τα πόδια της θα τρέμανε εξίσου.
Η Νεφέλη τον ζύγισε με βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες. Τα σταυρωμένα χέρια της ανέδιδαν μια προκλητική αμυντικότητα, γεμάτη υποψίες.
«Πολύ «συμβουλευτικός» έχεις γίνει τελευταία, Νικηφόρε...» του πέταξε με υπονοούμενο. «Και φοβάμαι πως το παιχνίδι σας θα αφήσει καμμένα ερείπια.»
Εκείνος προσπάθησε να γελάσει την κατάσταση, κρύβοντας τον πυρετό που τον έκαιγε από μέσα.
«Σοβαρεύσου, σου λέω... Εμείς οι μεγαλύτεροι απλώς βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.»
Η Νεφέλη έκλεισε την απόσταση με μια κίνηση γεμάτη υποσχέσεις, τυλίγοντας τον με το άρωμά της. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω του, διαβάζοντας κάθε ίχνος της ταραχής του.
«Στους νέους, λες;» ψιθύρισε με φωνή που ακουγόταν σαν χάδι και πρόκληση μαζί. «Εγώ βλέπω έναν άντρα πιασμένο στην παγίδα του, που μάλλον περνάει υπέροχα μέσα στα δίχτυα του.»

.....Η Φαίδρα τού χαμογέλασε με μια μητρική, σχεδόν ζεστή θαλπωρή, απολύτως ανυποψίαστη για το ηφαίστειο που έκαιγε από κάτω.
— Σ' ευχαριστούμε για τη μηχανή, Νικηφόρε... του είπε καθώς ετοιμαζόταν να φύγει. «Έλα στο αυτοκίνητο όταν τελειώσεις, να γυρίσουμε πίσω στην παραλία.»
Δίπλα της, η Νεφέλη παρακολουθούσε με μισό χαμόγελο, αφήνοντας τα υπονοούμενα να αιωρούνται βαριά στην ατμόσφαιρα. Ο κλοιός είχε κλείσει για τα καλά.
Ένα καταφατικό νεύμα ήταν το μόνο που μπόρεσε να αρθρώσει, κρύβοντας την τρικυμία που μαινόταν στο κεφάλι του. Το σκηνικό είχε στηθεί. Από τη μία η επιστροφή στο εξοχικό με τη Φαίδρα και τη Νεφέλη, κι από την άλλη η σκιά της Δανάης να παραμονεύει. Ο ναυτικός ένιωθε το πλοίο του να μπαίνει σε φουρτουνιασμένα νερά, χωρίς σωσίβιο και χωρίς ελπίδα διαφυγής.
Το αυτοκίνητο κύλησε βαριά στον αγροτικό δρόμο προς την παραλία, κόβοντας το σκοτάδι με τα φώτα του. Η Φαίδρα στο τιμόνι ζύγιζε τις επιλογές της, η Νεφέλη δίπλα της έμοιαζε με άγαλμα έτοιμο να ζωντανέψει και να δαγκώσει, ενώ πίσω, ο Νικηφόρος ένιωθε τα σαγόνια της παγίδας να σφίγγουν γύρω του. 
Καθώς οι τροχοί κυλούσαν στον άδειο δρόμο, η ατμόσφαιρα γλύκανε, ανοίγοντας παράθυρο στο παρελθόν. Η Φαίδρα και η Νεφέλη ξεδίπλωναν ιστορίες από τα χρόνια της γειτονιάς, δεμένες με κλωστές που ο χρόνος δεν είχε καταφέρει να κόψει. Μα πίσω από τα γέλια και τις διηγήσεις τους, ο Νικηφόρος διέκρινε πάντα εκείνον τον αόρατο, ασφυκτικό κλοιό, τον άγραφο νόμο της επαρχίας που όριζε τις ζωές όλων τους, έτοιμο να συνθλίψει όποιον τολμούσε να βγει έξω από τις γραμμές.
Στο μυαλό των παλιών, των σκληροτράχηλων αγροτών της γενιάς τους, οι κόρες δεν ήταν άνθρωποι με δικά τους θέλω. Ήταν περιουσιακό στοιχείο, μια επένδυση που έπρεπε να ξεφορτωθούν στο κατάλληλο χρονικό περιθώριο. Ο στόχος αμείλικτος. Ένας γάμος, πρότυπο, ένα βιαστικό προξενιό προτού προλάβει η κοινωνία να ψιθυρίσει, κλείνοντας τα κορίτσια σε μια χρυσή, ή και όχι, φυλακή.
Η Φαίδρα έσφιξε τα χέρια της γύρω από το τιμόνι, αφήνοντας μια πικρή γεύση να πλημμυρίσει την καμπίνα.
«Μας έκοψαν τα φτερά προτού καν σηκωθούμε, είπε με μια ειρωνεία που έκρυβε βαθιά θλίψη.»
Η Νεφέλη γύρισε το κεφάλι της, κοιτάζοντάς την με ένα μειδίαμα γεμάτο αιχμές.
«Ειδικά η Φαίδρα... πέταξε κοφτά.  «Της φόρεσαν το στεφάνι πασάγια, της έκοψαν τη φόρα μια για πάντα, και τώρα προσπαθεί να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή σε λίγες στιγμές κλεμμένης ηδονής.
Η Φαίδρα μιλούσε με μια ζωντάνια που ηλέκτρισε την ατμόσφαιρα. Κάθε της κίνηση, κάθε έκφραση του προσώπου της πρόδιδε μια γυναίκα που δεν αρκούνταν σε δεύτερους ρόλους. Με αυτοσαρκασμό και καθαρό βλέμμα, τους εξήγησε τη δράση της στα κοινά του χωριού, αποκαλύπτοντας το ίδιο ασυμβίβαστο πνεύμα που κουβαλούσε και στις προσωπικές της επιλογές.
«Αν δεν λερώσεις τα χέρια σου, εξάλλου, μένεις να κοιτάς τους καπνούς...» τους είπε, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρούνται σαν διπλή πρόκληση.
Ο Νικηφόρος παρακολουθούσε την εναλλαγή των ρόλων, μαγεμένος από την αντίθεση της Φαίδρας. Δίπλα της, η Νεφέλη την κοιτούσε με μια αφοσίωση που ξεπερνούσε τα όρια της απλής φιλίας.
Ήταν ένας δεσμός σφυρηλατημένος στη φωτιά της επαρχίας· μια σχέση σαρκική στην έντασή της, χτισμένη στα συντρίμμια κοινών απαγορεύσεων και ανεκπλήρωτων πόθων. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η Φαίδρα στεκόταν για τη Νεφέλη σαν φάρος ελευθερίας.
Υπήρχε κάτι το ακαταμάχητο στον τρόπο που η Φαίδρα κουβαλούσε το σώμα της. Ακόμα και το πιο απλό ρούχο μεταμορφωνόταν επάνω της σε δήλωση στιλ, αφήνοντας τη Νεφέλη να την κοιτάζει άλλοτε με παιχνιδιάρικη ζήλια κι άλλοτε με απόλυτο δέος.
«Μα πώς το κάνεις;» της είχε πετάξει κάποτε σε μια από τις στιγμές της απόλυτης ειλικρίνειας. «Εγώ δείχνω σαν χαμένη, κι εσύ σαν να βγήκες από περιοδικό.»
Κι η Φαίδρα, με εκείνο το αφοπλιστικό της χαμόγελο, της είχε θυμίσει πως η πραγματική ομορφιά γεννιέται μόνο όταν πετάξεις από πάνω σου τα «πρέπει» της κοινωνίας.
Ο Νικηφόρος, καθισμένος πίσω, είχε χαθεί εντελώς στη μαγεία της φωνής της Φαίδρας. Η κίνηση των χεριών της, η ζωντάνια της, τον είχαν υπνωτίσει. Μέσα από το φίλτρο της έντασης, το όνομά της απέκτησε άλλο βάρος, δεν έβλεπε πια τη Φαίδρα της διπλανής πόρτας, αλλά μια σύγχρονη, επικίνδυνη Φαίδρα των τραγωδιών, έτοιμη να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.
Μέσα στη ζάλη του σούρουπου, η πραγματικότητα διαλύθηκε. Η Φαίδρα έγινε η αρχαία βασίλισσα, παραδομένη άνευ όρων στη φλόγα του πάθους, κι εκείνος έπαψε να είναι ο απλός γείτονας της διπλανής πόρτας. Ένιωθε πια πιόνι και ταυτόχρονα αγγελιαφόρος της Αφροδίτης, έτοιμος να εκπληρώσει έναν χρησμό παλιό όσο ο κόσμος. Το αμάρτημα δεν ήταν πια επιλογή, ήταν πεπρωμένο, γραμμένο από θεούς που απολάμβαναν να παίζουν με τις αδυναμίες των θνητών.
Η φωνή της Φαίδρας έκοψε τον αέρα με μια ξαφνική, βαριά σοβαρότητα. Το αστείο κλίμα εξαφανίστηκε στη στιγμή, δίνοντας τη θέση του σε μια αλήθεια που έκαιγε.
«Εσύ, Νικηφόρε... πώς τα καταφέρνεις;» ρώτησε, αφήνοντας το όνομα της Εριφύλης να πέσει ανάμεσα τους.
Εκείνος ένιωσε το νου να ταξιδεύει. Η θάλασσα, οι απουσίες, τα κενά του χρόνου επέστρεφαν για να απαιτήσουν λογαριασμό.
Ο Νικηφόρος δεν είχε πια λόγο να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του. Έσκυψε μπροστά, σπάζοντας τα όρια του πίσω καθίσματος, με το βλέμμα καρφωμένο στον δρόμο. 
Με φωνή χαμηλή που σκέπαζε το βουητό της μηχανής, ο Νικηφόρος ξετύλιγε το νήμα του γάμου του.
«Δεν είναι απλά πράγματα αυτά...» είπε κοιτώντας τη Φαίδρα στα μάτια. «Στην αρχή, όλα ήταν φωτιά. Η Εριφύλη περίμενε σαν άλλη Πηνελόπη κι εγώ έσκισα τα πέλαγα για να γυρίσω στην αγκαλιά της. Κάθε γυρισμός ήταν μια έκρηξη, μια λύτρωση από την ξενιτιά. Ύστερα έρχεται το πιο ύπουλο στάδιο,» συνέχισε. «Η αυτονόμηση. Όταν καταλαβαίνεις πως ο άλλος έχει μάθει να αναπνέει και χωρίς την παρουσία σου. Εκεί είναι που η απόσταση παύει να είναι απλώς χιλιόμετρα και γίνεται άβυσσος. Τα λόγια στερεύουν, ο εγωισμός θεριεύει, και το ερώτημα αλλάζει. Δεν αναρωτιέσαι πια αν διάλεξες τη σωστή γυναίκες, αλλά αν αυτός ο δεσμός αξίζει ακόμα τη θυσία του.
Η Φαίδρα έσκυψε ελαφρά, με το βλέμμα της να καίει το δικό του. «Σε ποιο στάδιο είστε τώρα;» ρώτησε, 
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε αινιγματικά, αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανηθεί στα μάτια της.
«Στην επικίνδυνη ωριμότητα, Φαίδρα. Εκεί που τα πάντα είναι ανοιχτά και τίποτα δεν είναι πια σίγουρο. Η ειλικρίνεια μας έσωσε, μας έδωσε σταθερότητα..., μα η θάλασσα, βλέπεις, πάντα κρύβει εκπλήξεις για όσους τολμούν να κοιτάξουν τη φωτιά.
Ύστερα από τις φουρτούνες, το πάθος βρίσκει το λιμάνι του. Είναι η στιγμή που η θύελλα καταλαγιάζει, αφήνοντας πίσω της κάτι πιο ακλόνητο, τη βεβαιότητα πως έχεις βρει το άλλο σου μισό, το στήριγμά σου στον κόσμο. Μπορεί τα πρώτα χρόνια της τρέλας να έδωσαν τη θέση τους στην καθημερινότητα, κι όμως, η φλόγα δεν έσβησε ποτέ ολοκληρωτικά. Και όταν η ζωή φέρνει τα παιδιά, οι ρίζες βαθαίνουν ακόμα περισσότερο, σφραγίζοντας έναν κύκλο που δεν κλονίζεται εύκολα.
Τα λόγια του Νικηφόρου αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα σαν βάλσαμο και ταυτόχρονα σαν πρόκληση. Η Φαίδρα και η Νεφέλη τον κοιτούσαν σχεδόν υπνωτισμένες, νιώθοντας το βάρος μιας αληθινής αγάπης που είχε δοκιμαστεί στις φουρτούνες.
«Η ειλικρίνεια είναι το μόνο λιμάνι,» τους είπε με βλέμμα διαπεραστικό. «Τα υπόλοιπα είναι στάχτη. Ακόμα κι όταν περάσει η πρώτη τρέλα, οι πεταλούδες μένουν εκεί, περιμένοντας τη σωστή σπίθα για να ξυπνήσουν.»
Ένα απαλό, πικρό χαμόγελο άπλωσε στα χείλη της Φαίδρας, καθώς άκουγε τον Νικηφόρο να μιλά. Η εξομολόγησή του είχε ξεπεράσει τα στενά όρια ενός συνοικεσίου ή ενός τυπικού γάμου, είχε γίνει ύμνος στην ίδια τη γυναικεία ύπαρξη.
«Η Εριφύλη μου είναι από σάρκα και οστά,» τους είπε με το βλέμμα του να καίει στο σκοτάδι. «Μια γυναίκα με πάθη, με πείσμα, με θράσος... και κυρίως, με έναν ερωτισμό που δεν τιθασεύεται από την απόσταση.»
Ο Νικηφόρος δεν έκρυβε πια τίποτα.
«Της αρέσει να παίζει, να νιώθει τα βλέμματα, να επιτρέπει μικρά, ακίνδυνα φλερτ...» είπε με μια φωνή που έκρυβε μια παράξενη πρόκληση.
Έγειρε πιο πίσω, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν σαν θαλασσινός αέρας. 
«Γιατί στο τέλος της ημέρας, ο έρωτας δεν ζει με ταμπού. Το πάθος μπορεί να φουντώνει και να σβήνει, μα όταν συνδυάζεται με οικειότητα και δέσμευση, γίνεται αθάνατο. Και το σεξ; Το σεξ δεν έχει ημερομηνία λήξης, αρκεί να καίει και τους δύο εξίσου.»
Η ισορροπία της στιγμής διαλύθηκε από το γέλιο της Νεφέλης.
«Μικρά και αθώα φλερτ, ε;» πέταξε χωρίς φίλτρο, αδιαφορώντας για τις σκιές που πύκνωναν γύρω της. «Άμα το μάθει το χωριό για τον αρχιτέκτονα και τα καμώματά της,» τότε να μου πεις!
Η Φαίδρα τής έριξε μια ματιά έτοιμη να τη σκοτώσει, μα η Νεφέλη είχε ήδη κυλήσει στον γκρεμό της δικής της αθυροστομίας. Ήταν αδύνατον να βάλει φρένο στον εαυτό της, η αλήθεια της ήταν πάντα ωμή, ακόμη κι όταν άφηνε πίσω της κατεστραμμένα εδάφη.
Η αναφορά στα φλερτ της Εριφύλης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για τη Νεφέλη. Η αγαπημένη τους «θεία» δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Αυθόρμητη, ενθουσιώδης, η Νεφέλη δεν είχε ποτέ φίλτρο. Δεν ήταν διπρόσωπη, ό,τι πίστευε, το έλεγε κατάμουτρα, είτε ήσουν παρών είτε όχι, αλλά ούτε μπορούσε να κρατήσει μυστικό. Η γλώσσα της έτρεχε πιο γρήγορα από τη σκέψη της, έτοιμη ανά πάσα να δημιουργήσει φουρτούνες εκεί που δεν υπήρχαν.
Ο Νικηφόρος δεν τσίμπησε. Αντί να θυμώσει με την απροσεξία της, χαμογέλασε εσωτερικά. Ήξερε τους κανόνες του παιχνιδιού. Σε μια νύχτα γεμάτη αποκάλυψη, τα μυστικά ήταν φτιαγμένα για να καίγονται.
«Κοίτα να δεις, Νεφέλη... δεν έβγαλες απλώς άπλυτα στη φόρα, άνοιξες ολόκληρο πλυντήριο μεσάνυχτα,» είπε με ένα ειρωνικό μειδίαμα. «Το ζήτημα δεν είναι τι κάνει η Εριφύλη, αλλά με πόση ευκολία κάνεις το κουτσομπολιό επιστήμη.»
Εκείνη, αντί να ζητήσει συγγνώμη, σήκωσε επιδεικτικά τους ώμους. 
Το προσωπείο της σοβαρότητας έπεσε από το πρόσωπο της Φαίδρας στη στιγμή. Η προοπτική ενός σκανδάλου στην αυλή του Νικηφόρου ξύπνησε μέσα της μια ακόρεστη περιέργεια.
«Για μισό λεπτό...» είπε, γέρνοντας το σώμα της μπροστά με τα μάτια να αστράφτουν στο ημίφως. «Τι εννοείς; Εδώ είμαστε μεταξύ μας, Νεφέλη. Σωπαίνεις τώρα; Ξετύλιγε το κουβάρι να μάθουμε κι εμείς τι γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες!
Η Νεφέλη προσπάθησε να τα μπαλώσει με ένα μισόλογο, μα η φωτιά είχε ήδη ανάψει. Η Φαίδρα άδραξε την ευκαιρία για να στρέψει τα πυρά στα τοπικά σκάνδαλα, απολαμβάνοντας κάθε λεπτό της ανατροπής. Αντί για ντροπή, υπήρχε μόνο η ωμή παραδοχή πως το πάθος κυβερνά τους πάντες. 
Ο Νικηφόρος, αφήνοντας τις αντιστάσεις του να γκρεμιστούν, συμφώνησε μαζί της με μια φωνή που έκρυβε μια επικίνδυνα υπονοούμενη πρόκληση.
Το αστείο είχε πάρει πια διαστάσεις πυρκαγιάς. Η Φαίδρα πάτησε φρένο στη διπλωματία, αφήνοντας το βλέμμα της να προδώσει την ακόρεστη περιέργειά της, ενώ ο Νικηφόρος στεκόταν στο επίκεντρο αυτού του μικρού κυκλώνα. Τα μυστικά της παραλίας του οικισμού είχαν πάψει πια να είναι προστατευμένα.
Το βάρος της ενοχής έπεσε στους ώμους της Νεφέλης. Η γλώσσα της είχε τρέξει πιο γρήγορα από τη λογική, και τώρα τα μυστικά της οικογένειας ήταν έρμαια στην άσφαλτο. 
Η Φαίδρα, αντίθετα, έλαμπε από μια σκοτεινή, σχεδόν παιδική χαρά.
«Για στάσου... είπε, γρικώντας τα μάτια της με δυσπιστία. «Η Εριφύλη; Η «αγία» του λιμανιού; Μου λες τώρα στα σοβαρό ότι έπαιζε σε διπλό ταμπλό;»
Η Νεφέλη, αντί να μαζευτεί, πέρασε στην αντεπίθεση, δικαιολογώντας τα πάντα στο όνομα της ανθρώπινης φύσης και της απέραντης μοναξιάς που αφήνει πίσω του ο ναυτικός δεσμός. Τα λόγια της άγγιξαν επικίνδυνα βαθιές αλήθειες.
Τα λόγια της Νεφέλης άφησαν πίσω τους μια περίεργη, σχεδόν λυτρωτική αύρα. Δεν πρόδιδε την Εριφύλη από κακία, την υπερασπιζόταν με τον δικό της, άγριο και ασυμβίβαστο τρόπο, σαν μια θεία που στέκεται ασπίδα στα κρυφά πάθη της ανιψιάς της.
Στη σιωπή που απλώθηκε στην καμπίνα, ο καθένας τους ζύγιζε το βάρος της αλήθειας, ο Νικηφόρος με το γυμνό του παρόν, η Φαίδρα με τα δικά της μυστικά και η Νεφέλη με το αίσθηση πως, θέλοντας να λυτρώσει τους πάντες, είχε κάψει τα γεφύρια πίσω τους.
Το «πράσινο φως» του Νικηφόρου λειτούργησε σαν άφεση αμαρτιών για τη Νεφέλη. Οι τύψεις εξαφανίστηκαν στη στιγμή, δίνοντας τη θέση τους σε μια ακόρεστη, σχεδόν επαγγελματική διάθεση κουτσομπολιού. Η Εριφύλη έγινε το τρόπαιο της βραδιάς, και η Νεφέλη, στήνοντας το τέλειο σκηνικό άρνησης και πρόκλησης, τράβηξε τη Φαίδρα ακριβώς εκεί που ήθελε: στην παγίδα της ατελείωτης περιέργειας.
Η Νεφέλη άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, μα η πραγματική έκρηξη δεν ήρθε από τα λόγια της, αλλά από τη στάση του Νικηφόρου. Αντί για θυμό, προσέφερε μια ολόκληρη φιλοσοφία της απιστίας. Απογύμνωσε τον γάμο από τα ταμπού του, αποδεχόμενος το αναπόφευκτο των ανθρώπινων αδυναμιών και αφήνοντας τη Φαίδρα να καθρεφτίζει τις δικές της κρυφές επιθυμίες σε αυτή την παράξενη, απελευθερωτική ομολογία.
Ο Νικηφόρος δεν μιλούσε πια με την ψυχρή απόσταση ενός παρατηρητή. Η φωνή του είχε αποκτήσει μια βαθιά, σχεδόν εξομολογητική ζεστασιά, σαν να άφηνε επιτέλους κάτω τις άμυνες του ναυτικού που έμαθε να κρύβεται πίσω από τα κύματα.
«Δεν είναι η φαντασία μου λοιπόν, αλλά πραγματικά γεγονότα,» συνέχισε, κοιτάζοντας διαδοχικά τη Φαίδρα και τη Νεφέλη. 
Η φράση «επτά χρόνια φαγούρα» κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Η απιστία χτυπάει ταβάνι στα ζευγάρια που είναι μαζί για πολλά χρόνια.
Η Νεφέλη τον άκουγε με τα μάτια ορθάνοιχτα, σχεδόν μαγεμένη από την ωμότητα και την ειλικρίνεια του, ενώ η Φαίδρα ένιωθε το στήθος της να σφίγγεται σαν να άκουγε τα δικά tης κρυφά, ανομολόγητα ημερολόγια.
«Ταυτόχρονα, δεν είμαι τόσο εγωιστής. Θέλω να ζήσει κι αυτή τη ζωή της, να χαρεί, το έχει δικαίωμα. Αν τη μαντρώσω, θα με παρατήσει. Να η συνενοχή μου στο έγκλημα. Προχωρώ ενώ ξέρω τι με περιμένει...»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν στη νυχτερινή ησυχία των εξοχικών, προτού συνεχίσει με έναν τόνο πιο οικείο, σχεδόν τρυφερό.
«Οι νέες γενιές των κοριτσιών θεωρούν φυσικό να μην αισθάνονται ενοχές όταν διαπράττουν αταξίες. Το πρόβλημα γεννάται κυρίως με τις μικροπαντρεμένες, εκείνες που από νωρίς χόρεψαν τον χορό του Ησαΐα, όπως η Εριφύλη μου κι εσείς. Νιώθετε παγιδευμένες, αφού σαν ελεύθερες δεν προλάβατε να παίξετε με τον έρωτα. Αισθάνεστε αδικημένες, σαν να σας είχαν καταδικάσει ερήμην σας. Καταλαβαίνω την απογοήτευσή σας. Ο γάμος δεν σας εμποδίζει στις αταξίες σας, απλώς απολαμβάνετε τα «προνόμια» της δέσμευσης καταπατώντας τους κανόνες της, νιώθοντας την ανάγκη να ανακτήσετε τον χαμένο χρόνο της νεότητας.»
Χαμογέλασε πικρά, με μια ειρωνική αυτογνωσία.
«Εν κατακλείδι, αγαπητές μου, αν η απιστία των φύλων είχε βαθμολογία επιδόσεων, η γυναίκα θα έπαιρνε άριστα, ενώ ο άνδρας θα έμενε μετεξεταστέος. Γιατί ο άνδρας, όσες φορές και να την κάνει την απιστία, πάντα θα συλλαμβάνεται επ' αυτοφώρω, ενώ η γυναίκα μόνο αν το πει η ίδια ,επειδή απλά το θέλει, ή για να τον τιμωρήσει με την προσφιλή φράση «Υπάρχουν και καλύτεροι από σένα»!
«Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί τις γυναίκες σε ξένες αγκαλιές; Ένας μεγάλος σοφός έλεγε: «Αφού η επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει, ρωτήστε τους φίλους σας, εμπιστευθείτε την εμπειρία σας και διαβάστε και τους ποιητές». Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο την αγαπώ την Εριφύλη μου. Με τα λάθη της, τις ατέλειές της, τις δειλίες της και τις ερωτικές εξάψεις της. Δεν είναι τέλεια, δεν φτιάχτηκε για να είναι τέλεια, και το ξέρει, αλλά προσπαθεί να κάνει το σωστό για την οικογένειά μας. Έχει καλές προθέσεις, πάντα...
«Μην ξεχνάτε ότι το σεξ είναι μια βασική πηγή ηδονικής λίπανσης βλεννογόνων. Ας πάρουμε μια γυναίκα με αυξημένο σεξουαλικό ταμπεραμέντο, όπως η Εριφύλη μου, η οποία είναι υποχρεωμένη να στερείται συχνά το σεξ επειδή ο σύζυγός της απουσιάζει, μένοντας ανικανοποίητη για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Αν ταυτόχρονα δεν θέλει να καταφύγει σε εξωτερική βοήθεια,κοινώς, κέρατο,, οι πιθανότητες να καταφύγει σε σοκολατούχα και γλυκά αυξάνονται κατακόρυφα. Βάλε τώρα την Εριφύλη μου σε δίαιτα και στέρησε της από τη ζωή εκτός από τα γλυκά και το σεξ... Δηλαδή και τα δύο! Την έχεις στείλει χωρίς επιστροφή στα ψυχοφάρμακα! Και να πω ότι δεν ξέρω πόσο καυλιάρα γυναίκα έχω, ή ότι τα όρια της δεν τα έχω μάθει ακόμα; Άντε να το πω...»
««Στη θεωρία καλά τα λες...» Η φωνή της Φαίδρας έσπασε τη σιωπή του δειλινού, καθώς έσκυψε προς τα πίσω και κάρφωσε τα μάτια της στον Νικηφόρο.
«Για να σε δω και στην πράξη. Η θεωρία είναι εύκολη, αλλά από τη θεωρία μέχρι την πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση. Για φαντάσου, λοιπόν, να γυρίζεις σπίτι και, μόλις ανοίγεις την πόρτα, να βλέπεις τη γυναίκα σου στον καναπέ του σαλονιού σας, μαζί με τον καινούργιο της γαμιά, να κάνουν “σουηδική” γυμναστική. Θα σου φαινόταν φυσιολογική μια τέτοια εικόνα;»
Η Νεφέλη κοίταξε τη Φαίδρα, με τα μάτια της να πηγαινοέρχονται από τον Νικηφόρο στη φίλη της και πάλι πίσω, σαν σε αγώνα τένις. Η πρόκληση είχε πέσει στο τραπέζι σαν ωμή γροθιά, έτοιμη να γκρεμίσει μονομιάς ολόκληρο το φιλοσοφικό οικοδόμημα του Νικηφόρου.
Εκείνος, ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Το αινιγματικό μειδίαμα του, αργό και βαθύ, κουβαλούσε όλη τη θορυβώδη εμπειρία ενός ανθρώπου που είχε δει τους ωκεανούς και τις ανθρώπινες ψυχές να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν.
«Φαίδρα... Θέλω να καταλάβεις πλήρως, χωρίς κανέναν περιορισμό, αυτό που συμβαίνει. Για έναν ναυτικό, μέσα στη μοναξιά του, οι πιο συχνές, πικάντικες και γαργαλιστικές ερωτικές φαντασιώσεις περιστρέφονται ακριβώς γύρω από αυτό το θέμα.»
«Σε καταλαβαίνω χωρίς κανέναν ενδοιασμό ή αμφιβολία και αντιλαμβάνομαι απόλυτα τι εννοείς. Δεν μου είπες όμως τι κάνεις εσύ.»
«Φαίδρα, πάντα ήμουν αρκετά ανοιχτός σεξουαλικά, αλλά πίστευα πως η Εριφύλη ήταν περισσότερο επιφυλακτική. Έκανα, όμως, μεγάλο λάθος. Όταν αρχίσαμε να μοιραζόμαστε μεταξύ μας τις φαντασιώσεις μας, συνειδητοποίησα πως είναι εξίσου ανοιχτή με τη σεξουαλικότητά της όσο κι εγώ.
Τι κάνω, λοιπόν; Μου βάζεις δύσκολα να το πω! Ο άνθρωπος που μιλάει πρέπει να βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις και να έχει την ικανότητα να εκφράζει με σαφήνεια αυτό ακριβώς που αισθάνεται.»
«Έχω υπομονή να ακούσω! Θα ήθελα πολύ να μοιραστείς μαζί μας την εμπειρία σου πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά και τη δική σου άποψη. Θέλω μονάχα να μάθω», επέμεινε η Φαίδρα.
Η Νεφέλη, δίπλα της, κρεμόταν από τα χείλη του Νικηφόρου, έτοιμη να απορροφήσει κάθε του λέξη.
Εδώ η σκηνή περνά από τον διάλογο στην αφήγηση μιας παλαιότερης εμπειρίας, οπότε αξίζει να γίνει λίγο πιο ομαλή η μετάβαση. Επίσης, το σημείο με τον personal trainer μπορεί να αποκτήσει περισσότερη ένταση αν αφήσουμε τη ζήλια του Νικηφόρου να φανεί έμμεσα, χωρίς να την εξηγούμε αμέσως.
«Ωραία! Θέλεις, λοιπόν, να μάθεις...»
Ο Νικηφόρος πήρε μια βαθιά ανάσα, αν και απεχθανόταν τον συγκαταβατικό τόνο που είχε πάρει η φωνή του.
«Η απιστία, αγαπητή μου Φαίδρα, δεν είναι απαραίτητα ένα προσωρινό φαινόμενο. Είναι ένα σύνθετο ζήτημα. Το μυαλό μας, Φαίδρα, λειτουργεί σαν ένας ατέρμονος αργαλειός, πλέκοντας αδιάκοπα νήματα σκέψεων σε ένα περίπλοκο δίκτυο, σαν τους αριστουργηματικούς ιστούς της αράχνης. Μερικές φορές, μάλιστα, έχουμε την αίσθηση πως παγιδευόμαστε μέσα στις ίδιες μας τις σκέψεις.»
Έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας τα λόγια του να αιωρηθούν για λίγο στη σιωπή, πριν αρχίσει να ξετυλίγει την ιστορία.
..Οι καλοκαιρινές διακοπές είχαν πλέον περάσει. Η Εριφύλη, εκτός από τις υποχρεώσεις του σπιτιού, βοηθούσε την ενορία μας στο κοινωνικό της έργο, καθώς και στο εργαστήριο βυζαντινής αγιογραφίας της εκκλησίας μας. Τα παιδιά είχαν επιστρέψει στο σχολείο κι εγώ είχα ήδη ετοιμάσει τις βαλίτσες μου και συγκεντρώσει τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα, περιμένοντας να φύγω για μπάρκο.
Η Εριφύλη είχε επίσης επιστρέψει στο ετήσιο πρόγραμμά της στο τοπικό γυμναστήριο, έναν σύγχρονο και πλήρως εξοπλισμένο χώρο άθλησης και ευεξίας στην περιοχή μας, όπου προσφέρονταν προγράμματα για αρχάριους και προχωρημένους.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες που ξεκίνησε να πηγαίνει, μου τόνισε πόσο ενθουσιασμένη ήταν με τον καινούργιο personal trainer», συνέχισε ο Νικηφόρος, με τη φωνή του να χαμηλώνει, παίρνοντας έναν σχεδόν εξομολογητικό τόνο.
«Την είχε εντυπωσιάσει η εμφάνισή του... Το κατάλαβα από τον τρόπο που μιλούσε γι’ αυτόν. Ένιωσα πως είχε γοητευτεί. Τον εγκωμίαζε με ιδιαίτερη έμφαση, μιλώντας για τις ικανότητές του, το σώμα του, τον τρόπο με τον οποίο έκανε τη δουλειά του. Ένας πολύ ωραίος άνδρας, με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν γυμναστή ιδιαίτερα ελκυστικό. Και, το σημαντικότερο για εκείνη, νέος σε ηλικία!»
Ένα ειρωνικό, πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του, καθώς οι λέξεις της Εριφύλης επέστρεφαν στη μνήμη του, μία προς μία.
«Μου τον παρουσίαζε με έναν ενθουσιασμό που με έβαζε σε περίεργες σκέψεις. Για να είμαι ειλικρινής, δεν τις θεωρούσα και τόσο περίεργες· απλώς δεν είχα ακόμη την επιβεβαίωση όσων υποψιαζόμουν. Κάτι μέσα μου, όμως, ψιθύριζε πως, πριν ακόμη φύγω για μπάρκο, εκείνη ήταν ήδη ανυπόμονη και έτοιμη να του δώσει την άδεια να πλησιάσει το κορμί της.»
Η Νεφέλη άκουγε απορροφημένη, ενώ η Φαίδρα δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο ο Νικηφόρος ξεγύμνωνε, χωρίς περιστροφές, τη δική του υποψία.
«Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση όπου η πραγματικότητα μιας γυναίκας, η προσωπική της ζωή, τα συναισθήματά της, η καθημερινότητά της, επισκιάζεται πλήρως από την προβολή των επιθυμιών των άλλων. Οι άνδρες στο γυμναστήριο δεν βλέπουν απαραίτητα την ίδια την Εριφύλη· βλέπουν τον ρόλο που της έχουν αποδώσει μέσα στο μυαλό τους.
Το γεγονός ότι είναι παντρεμένη, νοικοκυρά και μητέρα λειτουργεί σαν ένα αόρατο τείχος. Ένα τείχος που, παράξενο κι αν ακούγεται, δεν εξαφανίζει τις φαντασιώσεις· αντίθετα, για κάποιους μπορεί να τις κάνει ακόμη πιο έντονες. Η ιδιότητά της ως συζύγου και μητέρας ενισχύει την αίσθηση του απαγορευμένου καρπού, κάνοντάς την ακόμη πιο ελκυστική ακριβώς επειδή θεωρείται “δύσκολος στόχος”, μια γυναίκα που δεν είναι διαθέσιμη...»
«Ήταν μια Δευτέρα. Λόγω κάποιου απρόοπτου συμβάντος, γύρισα ξαφνικά στο σπίτι μας, πρωινή ώρα. Γύρω στις δέκα, ήτανε θαρρώ.
Έφτασα στο σπίτι, έβαλα το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, ανέβηκα τις σκάλες και άνοιξα την πόρτα. Με το που μπήκα, αντίκρισα τη γυναίκα μου μαζί με τον γυμναστή να κάνουν γυμναστική.
Πιο συγκεκριμένα, η Εριφύλη βρισκόταν σε θέση με τα πόδια ανοιχτά και ελαφρώς λυγισμένα, ενώ ο γυμναστής στεκόταν όρθιος πίσω της και της κρατούσε τα χέρια, καθοδηγώντας τις κινήσεις της. Εκ πρώτης όψεως, η εικόνα μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως φυσιολογική. Θα μπορούσε να πρόκειται για μια άσκηση μυϊκής διάτασης, από εκείνες που βοηθούν στην επιμήκυνση των μυών και των συνδετικών ιστών.
Ο Αχιλλέας, άλλωστε, φαινόταν να βοηθά την Εριφύλη στις απαραίτητες ασκήσεις.
Δεν ήταν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.
Παρατηρώντας καλύτερα, άρχισα να διακρίνω κάτι που δεν ταίριαζε με μια τυπική προπόνηση. Η γλώσσα του σώματος, το ύφος και, κυρίως, η ενέργεια της Εριφύλης πρόδιδαν μια οικειότητα που ξεπερνούσε τα όρια μιας συνηθισμένης συνεδρίας.»
«Και τότε εσύ τι κάνεις;» τον ρώτησε η Φαίδρα. «Πώς το διαχειρίζεσαι;»
Η ερώτησή της έμεινε για λίγο να αιωρείται στον αέρα. Τον κοιτούσε ελαφρώς σαστισμένη, περιμένοντας την απάντησή του.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τους ώμους, χαμογέλασε και συνέχισε:
«Καλημέρα!» τους λέω.
«Βρε, καλώς τον αντρούλη μου!» μου λέει η Εριφύλη.
«Από εδώ ο Αχιλλέας, ο νέος personal trainer στο γυμναστήριο, για τον οποίο σου έχω μιλήσει.»
«Χάρηκα για τη γνωριμία μας», μου λέει ο Αχιλλέας.
«Πως και γύρισες έτσι ξαφνικά και τόσο νωρίς, αγάπη μου; Δεν πήγες στον Πειραιά, όπως είχες προγραμματίσει;»
«Τι είπες, αγάπη μου;»
«Μου φάνηκε παράξενο που γύρισες. Νόμιζα πως θα ήθελες να μου διακόψεις τη συνεδρία με τον γυμναστή μου!»
«Ούτε καν να το σκεφτείς, μωρό μου! Αλλά κάνω λάθος; Είχα την εντύπωση πως η συνεδρία σου θα ξεκινούσε στους χώρους του γυμναστηρίου.»
«Η πρώτη συνεδρία γνωριμίας συμφωνήσαμε να γίνει στον δικό μου χώρο. Νιώθω πιο ασφαλής έτσι.»
«Το σαλόνι μας πληροί, λοιπόν, όλα τα προαπαιτούμενα κριτήρια για την επίτευξη του σκοπού σου;» τη ρωτάω, κάπως περίεργος.
«Ο μεγάλος διπλός καναπές είναι ιδανικός για να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό, σε έναν χώρο οικείο και γνώριμο σε μένα», μου τονίζει η Εριφύλη.
«Δεν διαφωνώ! Σ’ αυτόν τον καναπέ, οι δυο μας γίναμε καλύτεροι και πιο εφευρετικοί εραστές, δοκιμάζοντας από την Αψίδα του Θριάμβου μέχρι τη Γέφυρα του Λονδίνου, πάντα για την αμοιβαία μας απόλαυση! Ευκαιρία είναι να γνωρίσω και τον προσωπικό γυμναστή σου. Άλλωστε, είχες προτείνει να τον προσκαλέσεις για ένα ποτό, ώστε να τον γνωρίσω.»
«Ναι, αλλά να που γύρισες ξαφνικά, χωρίς να σε περιμένω.»
«Δεν θα σας ενοχλήσω στο πρόγραμμά σας!» της απαντώ.
Είναι σαν να της έδωσα την «άδεια» που χρειαζόταν, χωρίς καν να μου την έχει ζητήσει.
Η Εριφύλη, έχοντας πλέον την «πράσινη κάρτα» μου, ίσιωσε το σώμα της.
«Το ξέρω, αγάπη μου, ότι έχω την απόλυτη κατανόησή σου, αλλά φοβάμαι πως ο γυμναστής μου θα νιώθει άβολα με την παρουσία σου. Η αμηχανία του μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά του να εκπληρώσει τις, απορρέουσες από τη συμφωνία μας, υποχρεώσεις του! Να δυσκολεύεται, δηλαδή, να ασκήσει τα καθήκοντά του και να ολοκληρώσει τη συνεδρία μας με τη δέουσα επιμέλεια και αρτιότητα, σύμφωνα με τις ανάγκες μου!»
«Ωραίο κι αυτό! Ο γυμναστής θα δυσκολεύεται να λειτουργήσει και να εκπληρώσει άρτια τις υποχρεώσεις του. Και τι είναι ο γυμναστής σου, μωρό μου; Μαθηματική συνάρτηση που θα χάσει τον άξονα συμμετρίας;»
«Ξέρεις γιατί μιλάω, Νικηφόρε μου! Θέλεις να αποτύχει η συνεδρία μας και να μείνει το μωρό σου ανικανοποίητο, δηλαδή; Να καταλήξει στα ψυχοφάρμακα;»
«Τι κορμί θα παραδώσεις, ρε ψυχή...» μου ήρθε να πω, αλλά το κατάπια.
«Ρε ψυχή μου! Τι δυσοίωνες προβλέψεις βάζεις στο μυαλό σου!» της λέω. «Άκου ψυχοφάρμακα! Εγώ στο τέλος της εβδομάδας φεύγω! Είναι δυνατόν να θέλω να αφήσω πίσω μου το μωρό μου ψυχολογικά δυστυχισμένο;»
«Αγάπη μου, πόσο σε λατρεύω που με καταλαβαίνεις, μου συμπαραστέκεσαι και μου δίνεις ηθική υποστήριξη!»
«Κορίτσια, το πόσο με λατρεύει που μου είπε το προσπερνάω. Ας το αφήσουμε, όμως, να έχω τις αμφιβολίες μου. Είναι προτιμότερο να αμφιβάλλω παρά να δεχτώ πως δεν τρέφει για μένα τα αισθήματα που μου δείχνει.»
«Λοιπόν, πώς σου φάνηκε ο γυμναστής μου;» με ρωτάει.
«Με βάση την εμφάνισή του, “ωραίος τύπος φαίνεται”. Και εμπιστεύομαι την κρίση σου με κλειστά μάτια. Ώρα είναι να ανακαλύψεις και τα κρυφά ταλέντα και τις δεξιότητες που μπορεί να έχει ο γυμναστής σου!»
«Νικηφόρε, μ’ αγαπάς;» ακούστηκε η ναζιάρικη φωνή της Εριφύλης.
«Τι είναι πάλι;» της λέω.
«Μείνε στο γραφείο σου ή στο δωμάτιο μας. Αν σε χρειαστώ, θα σε καλέσω εγώ με μήνυμα στο κινητό σου.»
«Γιατί, ομορφιά μου; Τι φοβάσαι;»
«Τίποτα το ιδιαίτερο, αγάπη μου! Απλώς, όταν ανυπομονώ πολύ για κάτι, βρίσκομαι σε μια ψυχική ένταση και ανησυχώ για το τι μπορεί να πάει στραβά. Δεν μπορώ να χαλαρώσω. Και, όπως είπαμε, για τον γυμναστή... έχεις φύγει!»
Εκείνη τη στιγμή ο Αχιλλέας έβγαινε από την τουαλέτα και επέστρεφε στο σαλόνι. Του είπα πως χάρηκα για τη γνωριμία μας και ανταλλάξαμε τα γνωστά, εκείνα που λες όταν συναντάς έναν γυμναστή και η κουβέντα περιστρέφεται γύρω από τη γυμναστική και την ψυχική υγεία.
«Ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη σας!» μου είπε.
Ζήτησα την κατανόησή τους που δεν θα έμενα. Οι δυο άντρες κοιταχτήκαμε για λίγες στιγμές στα μάτια. Το γεγονός ότι αναχωρούσα και τους άφηνα μόνους δεν φάνηκε να εκπλήσσει ιδιαίτερα τον Αχιλλέα. Ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης σχηματίστηκε στα χείλη του, καθώς του έδωσα εγκάρδια το χέρι μου.
«Έχω ακούσει εντυπωσιακά πράγματα για τη δουλειά σου από τη σύζυγό μου. Χαίρομαι που σε γνώρισα», του είπα.
«Ομοίως. Εκτιμώ την ευκαιρία να γνωρίσω τον σύζυγο της αξιολάτρευτης πελάτισσας μας. Και, φυσικά, θα ήταν χαρά μας να σας έχουμε κάποια στιγμή κι εσάς πελάτη.»
«Επιφυλάσσομαι για το μέλλον. Προς το παρόν, μου είναι αδύνατον», του απάντησα.
«Φαντασιώσεις μας λες, αγορίνα μου, αλλά έχει σασπένς η ιστορία σου και μας κόβεις τη συνέχεια στο καλύτερο», πέταξε η Νεφέλη.
Όπως είπα, πήγα στο πίσω δωμάτιο, αφήνοντάς τους στην ησυχία τους.
Πέρασαν περίπου δέκα λεπτά. Από εκεί που άκουγα ένα χαρούμενο ζευγάρι να συνομιλεί, με γέλια και πειράγματα, ξαφνικά απλώθηκε σιωπή.
Πέρασαν ένα-δυο λεπτά ακόμη, ώσπου έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό μου.
«Τον ρώτησα γιατί διστάζει και δεν κάνει κανένα βήμα πέρα από τα κλασικά προγράμματα που μου εξηγεί. Του έχω κάνει ξεκάθαρο τι θέλω, αλλά εκείνος εξακολουθεί να κρατά αποστάσεις. Νομίζω πως υποψιάζεται ότι βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι και αυτό τον αναστατώνει. Δεν υπάρχει ακόμη εξέλιξη. Τέλος πάντων... κάποια στιγμή θα αποφασίσει.»
Το μήνυμα με αναστάτωσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Για μια στιγμή σκέφτηκα να σηκωθώ και να βγω έξω, να δω τι ακριβώς συνέβαινε. Είχα όμως δώσει τον λόγο μου πως δεν θα παρενέβαινα.
Πέρασαν άλλα δυο-τρία λεπτά μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Και τότε ήρθε νέο μήνυμα.
«Δόξα τω Θεώ! Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Νομίζω πως τελικά αποφάσισε να αφεθεί και τώρα τα πράγματα προχωρούν διαφορετικά. Η αμηχανία του έχει εξαφανιστεί. Εγώ παρακολουθώ κάθε του αντίδραση και εκείνος δείχνει πλέον να έχει ξεχάσει τις αναστολές του.»
Διάβασα το μήνυμα ξανά και ξανά. Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω, να ανησυχήσω ή να σηκωθώ και να πάω στο σαλόνι.
Τελικά έμεινα στη θέση μου.
Κι εκεί, μόνος μέσα στο δωμάτιο, άρχισα να χαϊδεύω μηχανικά το πέος μου, ενώ ένα πλήθος αντιφατικών σκέψεων περνούσε από το μυαλό μου. Ζήλια, περιέργεια, διέγερση, εμπιστοσύνη, αμφιβολία... όλα μπλεγμένα μεταξύ τους.
Και όσο προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε στο διπλανό δωμάτιο, μια άλλη, πολύ πιο δύσκολη ερώτηση επέστρεφε επίμονα. Πώς είχαμε φτάσει, εγώ και η Εριφύλη, σε αυτό το σημείο;
Και, ακόμη περισσότερο, γιατί ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν ήθελε να σταματήσει αυτό που συνέβαινε;
«Να σε ρωτήσω κάτι χωρίς προσχήματα; Κάτι πιο προσωπικό;» τον διέκοψε η Νεφέλη με τη χαρακτηριστική, ωμή αμεσότητά της.
«Απαράδεκτες οι διακοπές, αλλά άντε, ρώτα, ρε Νεφέλη! Αν και, ό,τι υπάρχει μέσα στην ψυχή μας, συνήθως ανείπωτο και καλά κρυμμένο, σήμερα το έχουμε πετάξει έξω μεταξύ μας!
Το προσωπικό μας μάρανε!»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε ελαφρώς τον τόνο της φωνής του και άφησε για λίγο στην άκρη όσα έλεγε. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω της, γεμάτο ειλικρινή περιέργεια και προσοχή, περιμένοντας να ακούσει τι ήταν αυτό που την έκανε να διακόψει τη ροή της κουβέντας τους.
«Την πήρατε παρτούζα με τον αρχιτέκτονα;»
Η Φαίδρα δεν άντεξε άλλο τη σιωπή της και ξέσπασε σε ένα σύντομο, νευρικό γέλιο, που αντήχησε μέσα στο σαλόνι του αυτοκινήτου.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή και κούνησε το κεφάλι του.
«Το τερμάτισες! Μου κάνεις ερώτηση για hardcore πιστούς! Σε καταλαβαίνω, βέβαια, απόλυτα. Υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που οι ερωτήσεις ξεφεύγουν από το επίπεδο των γενικών γνώσεων και περνούν σε επίπεδο... μεταπτυχιακού για λίγους και εκλεκτούς.
Δεν μου λες, έχεις φέρει αγιασμό από το μοναστήρι, να ραντίσεις την καμπίνα του αυτοκινήτου; Λεκτικό άντρο της ακολασίας το κάναμε εδώ μέσα σήμερα!
Αλλά γιατί μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Δεν με πιστεύεις; Ή μήπως δεν σου αρέσουν αυτά που σας λέω;»
«Να, έτσι έχει περισσότερο ενδιαφέρον η κουβέντα μας!»
«Συνεχίζω, λοιπόν, από εκεί όπου διέκοψα προσωρινά τη δράση της ιστορίας!»
Σε λίγο άκουσα τη βαθιά φωνή του Αχιλλέα.
«Μου ζητάς να σου συμπεριφερθώ σαν να είσαι πόρνη; Αυτό θέλεις;»
«Αχ! Ναι, αγορίνα μου. Αυτό με ξεσηκώνει, με ανάβει. Θέλω να μου φερθείς όπως αξίζει σε μια πουτάνα που απατά τον άντρα της!»
Η γυναίκα, η μητέρα των παιδιών μας, φερόταν σαν πόρνη.
Για λίγο έπεσε μια παράξενη, βαριά σιωπή. Η ατμόσφαιρα του σαλονιού γέμισε από άναρθρους ήχους επιθυμίας, ενώ βογκητά ξέφευγαν από τα χείλη του Αχιλλέα.
Νοερές εικόνες άρχισαν να στήνουν χορό στη σκέψη μου, καθώς φανταζόμουν τις ερωτικές τους στιγμές.
Δεν άντεξα άλλο να παραμένω ψύχραιμος και να τηρώ την υπόσχεση που είχα δώσει στην Εριφύλη. Με είχε κατακλύσει το σύνδρομο του «ματάκια». Αυτό το σεξουαλικό οφθαλμόλουτρο, αυτή η έλξη προς την παρακολούθηση, υπήρχε μέσα μου από νεαρή ηλικία.
Ξέχασα, λοιπόν, τις υποσχέσεις μου στην Εριφύλη. Ήθελα να τους δω στις ερωτικές τους στιγμές. Ήθελα να κάνω μπανιστήρι.
Την είδα, στη φαντασία μου, ολόγυμνη πάνω στον καναπέ, ανάσκελα, να περιμένει τον Αχιλλέα. Εκείνος γονάτισε μπροστά της και έσκυψε προς το μέρος της, ενώ η Εριφύλη βογκούσε και οι γοφοί της ακολουθούσαν ρυθμικά το άγγιγμα του.
«Ομορφάντρα μου! Ξέρεις να φτιάχνεις μια γυναίκα! Δεν αντέχω, η καριόλα...» συνέχισε ανάμεσα στα βογκητά της.
Ο Αχιλλέας της χαμογέλασε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα ένα παράξενο μείγμα υπερηφάνειας και επιθυμίας.
Πήρε το μεγάλο, στρογγυλό, πλαϊνό μαξιλάρι του καναπέ και το τοποθέτησε χαμηλά, κάτω από την κοιλιά της. Η Εριφύλη ανασήκωσε το στήθος και τη λεκάνη της, παίρνοντας μια στάση που φανέρωνε πως είχε αφεθεί πλέον ολοκληρωτικά στη στιγμή.
Έπειτα ο Αχιλλέας προχώρησε σε μια πιο τολμηρή κίνηση.
«Όχι...» αναστέναξε εκείνη τρομαγμένη, χωρίς όμως να υποχωρήσει.
Ο Αχιλλέας χαμογέλασε.
«Τι σημαίνει «όχι», ρε μωρό μου; Σφάλμα! Δεν επιτρέπεται η πρόσβαση; Ή σημαίνει ότι δεν έχω τα απαραίτητα δικαιώματα για να εκτελέσω αυτή την ενέργεια;»
«Μη με πιέζεις, σε παρακαλώ! Δεν νιώθω έτοιμη!»
«Δεν νιώθεις έτοιμη για το άνοιγμα και την πρόσβαση;»
«Για τη συγκεκριμένη σύνδεση. Θα φτάσουμε και εκεί, αλλά όχι σήμερα.»
«Θα το διορθώσουμε. Συνήθως, αυτή η επαφή απαιτεί να μου παραδώσεις τα δικαιώματα του λογαριασμού χρήσης, να αναλάβω την κατοχή του πόρου και να προχωρήσω στη διόρθωση των στοιχείων σύνδεσης. Η συγκεκριμένη λύση, βέβαια, εξαρτάται από το αν το σφάλμα παρουσιάζεται επειδή δεν το επιθυμείς ή απλώς επειδή έχεις ηθικές αναστολές!»
«Το θέλω, αλλά σήμερα μου ήρθαν όλα μαζεμένα και αγχώνομαι.»
«Ηρέμησε... Την επόμενη φορά! Προς ενημέρωσή σου, περιστασιακά δουλεύω και σ’ ένα στούντιο ερωτικού μασάζ. Θα κλείσω ένα ραντεβού για σένα και θα σου κάνω ένα καταπληκτικό, λαδωμένο, ερωτικό ιαπωνικό μασάζ, που θα τελειώσει με παθιασμένο σεξ.»
«Ουάου! Δεν υπάρχει περίπτωση να μπει αυτό το παλούκι από πίσω!»
«Άσ’ το σε μένα αυτό. Ξέρω τι να κάνω! Το έχω ξανακάνει πολλές φορές και, σίγουρα, θα γνωρίσεις για τα καλά τα βάθη της κωλοτρυπίδας σου και τη γοητεία του κορμιού σου!»
Ο Αχιλλέας πήρε μια βαθιά ανάσα και, πιάνοντας την δυνατά από τους γοφούς, καρφώθηκε πιο βαθιά μέσα στον κόλπο της, ξανά και ξανά.
Η Νεφέλη δεν χάνει ευκαιρία να διακωμωδεί τη μυθοπλαστική —όπως τη θεωρεί— αφήγηση του Νικηφόρου.

«Σαν το ανέκδοτο με τον Τοτό μας τα λες, αγάπη μου! «Συνουσιάζονταν, συνουσιάζονταν και, στο τέλος, τη γάμησε κιόλας!» Άλλα μου έλεγε, όμως, εμένα όταν ξεκίνησε το γυμναστήριο την περασμένη εβδομάδα.»
«Εσένα τι σου έλεγε, Νεφέλη μου;»
«Εμένα μου έλεγε ότι πήγε αποκλειστικά για την ενδυνάμωση του κορμού και τη βελτίωση της στάσης του σώματος. Και ότι ο προσωπικός της γυμναστής, αντί να είναι αυστηρά επαγγελματίας, μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και, στο τέλος, της ζήτησε να πάνε για ποτό.
Καθόλου δεν εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη, μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όριά της, για να νιώθει άνετη και ελεύθερη να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να αισθάνεται την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει κουβέντα, σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία μου, όταν τη ρώτησα γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη, η Εριφύλη αντέδρασε:
«Γιατί, αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες· το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας...»
Μου είπε αυτά και τώρα εσύ μας λες πως, από τη δεύτερη κιόλας μέρα, όχι μόνο θυμήθηκε όλους τους μυς της πλάτης που αγνοούσε, αλλά οργανώνει και ομαδικές προπονήσεις στο σπίτι μόλις λείπει ο σύζυγος! Μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό επίπεδο αφοσίωσης!»
«Είδες;» της πετάει ο Νικηφόρος. «Εσύ της έλεγες τα δικά σου, αλλά η γυναίκα έβαλε τα όριά της, με επαγγελματικότητα! Του έδειξε ποιος κάνει κουμάντο στο σώμα της.»
«Όχι, αγάπη μου, μην το γυρίζεις τώρα στο φεμινιστικό μανιφέστο! Τα όρια τα έβαλε, ναι. Αλλά ο τύπος συνέχισε να είναι εκεί και η Εριφύλη συνέχισε να πηγαίνει στο ίδιο τμήμα, με τον ίδιο γυμναστή, ακριβώς επειδή το “επίμονο ενδιαφέρον” της δίνει μια ωραιότατη δωρεάν αδρεναλίνη που της έλειπε!
Μόνο που σε μένα το έπαιξε και θιγμένη και απελευθερωμένη μαζί και μου πλάσαρε το φεμινιστικό κήρυγμα περί δημόσιου χώρου και δικαιωμάτων.
«Να μαζευτούν οι σάλιαγκες», μου είπε η ατιμούλα; Σαν μάθημα κοινωνικής αγωγής από τη σύγχρονη Μαντώ Μαυρογένους του διαδρόμου και των ελεύθερων βαρών!»
«Εντάξει, ρε Νεφέλη, εσύ ό,τι και να σου πει η ανιψιά σου, το μυαλό σου δεν μπορεί να πάει στο πονηρό; Δεν μπορεί, δηλαδή, μια γυναίκα να θέλει να υπερασπιστεί τον χώρο της χωρίς να σημαίνει πως υπάρχει από πίσω... blockbuster ερωτικό θρίλερ;
Αχ, Νεφέλη μου, εγώ θα σε μάθω να διαβάζεις τα γυναικεία ερωτικά σημάδια;
Η Εριφύλη μας δεν καθόρισε ξεκάθαρα τα αυστηρά όρια, τα σωματικά και τα φυσικά, απέναντι στον γυμναστή της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια ρητή απαγόρευση για το άγγιγμα. Αυτό που του ζήτησε ήταν, αν πρέπει να της δείξει κάποια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει. Που σημαίνει ότι δεν εκφράστηκε αρνητικά για το πρόσωπό του ούτε για την επαφή μαζί του.
Και, εφόσον δεν υπήρξε σαφής άρνηση, του άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν διάφορες ερμηνείες σχετικά με την πρόθεσή της.
Και, ω! του θαύματος! Αφού δεν υπήρχε μια ξεκάθαρη “κόκκινη γραμμή”, αποφασίζει πως του επιτρέπει να μειώσει την απόσταση μεταξύ τους και να μπει στον προσωπικό της χώρο.
Φορούσε ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ, αφήνοντας το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα.»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα τον κοιτάζουν με ανοιχτό το στόμα.
«Μα καλά...» του λένε με ένα στόμα.
«Τώρα σοβαρά μιλάς; Έφτιαξες ολόκληρη νομική ανάλυση, συνέταξες συμβόλαιο συναλλακτικής συναίνεσης και ρήτρες σωματικής επαφής, για να αποδείξεις ότι η Εριφύλη απλώς... περίμενε το πράσινο φως με επίσημη άδεια;
Αγάπη μου, εσύ δεν προσπαθείς απλώς να σώσεις την τιμή της Εριφύλης. Μόλις περιέγραψες, με τις πιο σύνθετες επιστημονικές θεωρίες, το αρχαιότερο κόλπο του κόσμου.
«Το θέλω να πω όχι, αλλά σου αφήνω και την πόρτα μισάνοιχτη για να μπεις!
Τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, η Εριφύλη πήρε άριστα στη γυμναστική, αλλά εσύ πήρες το χρυσό μετάλλιο στο κέρατο!»
Ο Νικηφόρος σηκώνει το δάχτυλο με ύφος παντογνώστη και αρπάζει την πάσα.
«Είδες; Αυτό ακριβώς σου λέω!» πετάει θριαμβευτικά. «Ποια καταπίεση και ποια παρενόχληση; Όταν μια γυναίκα κατεβαίνει στον στίβο φορώντας ολόσωμη push-up φόρμα σύσφιξης, με βαθύ ντεκολτέ που αφήνει το πλούσιο στήθος της σε κοινή θέα, δεν στέλνει ακριβώς σήματα... μοναχής σε μοναστήρι! Οπτικό μήνυμα σαφέστατο, HD ανάλυσης!
Ο άνθρωπος απλώς διάβασε τα δεδομένα της πραγματικότητας. Επαγγελματικό καθήκον εκτέλεσε!»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει, έτοιμη να του επιστρέψει το ίδιο νόμισμα.
«Α, μάλιστα! Τώρα του έφταιγε η φόρμα; Δηλαδή, αν εγώ βγω έξω με αθλητικό κολάν, σημαίνει ότι μοιράζω δωρεάν πάσες για άσκοπα αγγίγματα; Η γυναίκα μπορεί απλώς να θέλει να αθληθεί άνετα, χωρίς να κουβαλάει πάνω της την ανδρική φαντασίωση κάθε πέντε λεπτά!»
Ο Νικηφόρος, όμως, δεν υποχωρεί ούτε βήμα.
«Άνεση λες εσύ, αλλά η φυσική επιλογή και η κοινή λογική λένε άλλα, αγάπη μου. Άλλο να θέλεις να αθληθείς και άλλο να κυκλοφορείς με στολή έτοιμη για πασαρέλα του Μιλάνου στο συνοικιακό γυμναστήριο. Η χημεία ήθελε να γίνει, και η φόρμα απλώς έδωσε το σύνθημα της εκκίνησης!
Με την άκρη του ματιού της τον έπιασε να καρφώνει το βλέμμα του πάνω της και να κοιτάζει αχόρταγα το χυτό, καμπυλωτό κορμί της. Τον κάλεσε να τη βοηθήσει σε μια άσκηση. Του εξέφρασε το παράπονό της, που δεν ήταν πραγματική γκρίνια ούτε διαμαρτυρία, αλλά ένας τρόπος να τραβήξει την προσοχή του, χρησιμοποιώντας νάζι, ντελικάτη γοητεία και τρυφερότητα. Του είπε πως ένιωθε ιδιαίτερα πιασμένη και πως χρειαζόταν τη δική του προσωπική βοήθεια.
Δεν ζητούσε απλώς ένα παυσίπονο ή μια συμβουλή. Ζητούσε τη δική του, αποκλειστική φροντίδα, μετατρέποντας μια μικρή, δήθεν σωματική δυσφορία σε ευκαιρία για περισσότερη εγγύτητα και μια ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ τους.»
Η Νεφέλη τον κοιτάζει με ένα μείγμα αμφιβολίας και ειρωνείας.
«Τελικά, ρε Νικηφόρο!» του λέει, κουνώντας το κεφάλι της με σαρκαστικό χαμόγελο. «Εσύ ο ίδιος μόλις μας έδωσες το σενάριο για ακατάλληλη ταινία ενηλίκων! «Ηδονική ανατριχίλα».»
«Εσύ, Νεφέλη μου, έλεγες ότι η κοπέλα κρατούσε άμυνες και έβαζε όρια σαν δικηγόρος του ΟΗΕ. Κι εδώ πέρα αποδεικνύεται ότι η γυναίκα είχε στήσει ολόκληρη επιχείρηση αποπλάνησης, με ένα σωρό νάζια και προσποιητούς πόνους, για να πέσει στην αγκαλιά του γυμναστή!
Φαντάζομαι και τη συνέχεια.
«Μου επιτρέπεις να σε αγγίξω;» τη ρωτάει ο γυμναστής, τάχα για να της δείξει την άσκηση, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί να καταλάβει αν υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να προχωρήσει η μεταξύ τους προσέγγιση.
Εκείνη, για να παίξει μαζί του, ανασήκωσε τα φρύδια της. Σε ελεύθερη μετάφραση, η έκφρασή της έλεγε: «Έλα, μωρέ υπερβολικέ, που μου κάνεις και μουτράκια! Ξέρω τι θέλεις για να σου φτιάξει η διάθεση!»
Τον φλέρταρε έξυπνα, διαβάζοντας τη γλώσσα του σώματός του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα lλύθηκαν στα γέλια.
«Ωραία, συνέχεια! Αυτό δεν είναι πια απλή αφήγηση, είναι κανονικό κεφάλαιο από ροζ μυθιστόρημα δεύτερης κατηγορίας! Είδες την Εριφύλη μας; Εκεί που μας έλεγε για ηθικές αναστολές, όρια του ΟΗΕ και επαγγελματική δεοντολογία, τελικά η ανιψιά μου έκανε το γυμναστήριο προσωπικό της στούντιο ερωτικών ταινιών. Ποια γυμναστική και ποια ενδυνάμωση κορμού; Εδώ μιλάμε για ολικό, ολυμπιακό... σήκωμα θερμοκρασίας!»
«Εντάξει, το παραδέχομαι!» απαντά ο Νικηφόρος. «Η Εριφύλη πήρε χρυσό μετάλλιο στο φλερτ κι εγώ συνεχίζω να είμαι ο αφηγητής του πιο πικάντικου ειδυλλίου της χρονιάς!»
«Πού νιώθεις πιασμένη;» τη ρωτά ο γυμναστής της.
Εκείνη του δείχνει τους προσαγωγούς.
«Αισθάνομαι ένα πιάσιμο στο εσωτερικό του μηρού μου.»
Πλησίασε κοντά του, τόσο ώστε εκείνος ένιωσε το σώμα της να ακουμπά πάνω του. Ο Αχιλλέας τραβήχτηκε διακριτικά.
«Μην τραβιέσαι», του είπε. «Χωράμε! Εκτός κι αν δεν έχεις διάθεση να ασχοληθείς μαζί μου...»
Και, μέσα στο παιχνίδι του φλερτ, έφερε το σώμα της ακόμη πιο κοντά στο δικό του.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα ένιωθαν πλέον σαν να παρακολουθούν θεατρική παράσταση.
«Αυτό το σενάριο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο!» λέει η Νεφέλη. «Ο γυμναστής τραβιέται διακριτικά σαν παρθένος σε επαρχιακό λεωφορείο και η Εριφύλη του πετάει την ατάκα “Μην τραβιέσαι, χωράμε!”, ενώ τον πλησιάζει κανονικά! Ούτε σεναριογράφος σαπουνόπερας δεν θα είχε τέτοια έμπνευση!»
Τον κοιτάζει κατάματα, με ένα πονηρό, λαμπερό χαμόγελο.
«Τελικά, ρε αγάπη μου, εσύ δεν μας διηγείσαι την ιστορία της ανιψιάς μου. Τη δική σου κρυφή φαντασίωση μάς ξεδιπλώνεις, λέξη-λέξη!»
«Ηρέμησε, Νεφέλη», λέει ο Νικηφόρος. «Γιατί έχουμε και συνέχεια με τους προσαγωγούς!»
«Άφησε το κορμί σου, μωρό μου, ελεύθερο, να σε βοηθήσω να κάνεις σωστά την άσκηση», της λέει ο γυμναστής.
Τη βοηθά να πάρει τη σωστή στάση, διορθώνοντας τη θέση του σώματός της με τα χέρια του.
«Λύγισε τώρα τα γόνατα σε ορθή γωνία, με τα πόδια να ακουμπούν το ένα στο άλλο καθ’ όλη τη διάρκεια της άσκησης. Και έχεις και υπέροχους, σφιχτούς γλουτούς.»
«Χάρη στον γυμναστή μου», του απαντά εκείνη.
Η Νεφέλη δεν κρατιέται.
«Το τερμάτισες!» φωνάζει, με δάκρυα στα μάτια από τα γέλια. «Αυτό δεν είναι πια γυμναστική· είναι σεμινάριο ανατομίας και... προχωρημένης αεροβικής με προσωπικό coach! Μιλάμε για απόλυτη πολυδιεργασία!»
Ο Νικηφόρος της δίνει τη χαριστική βολή.
«Και μετά μου έλεγες, Νεφέλη μου, για τη σεμνή ανιψιά σου που πήγε απλώς να δυναμώσει τον κορμό της! Ο γυμναστής της έκανε ολική ανακαίνιση κι εκείνη τον ευχαριστεί κιόλας επίσημα για το “κορμί αλφάδι”!»
Η Νεφέλη κουνάει το κεφάλι της με ένα μείγμα απόγνωσης και διασκέδασης.
«Αγάπη μου! Ομολόγησε το! Εσύ ο ίδιος γράφεις κρυφά ρομαντικά μυθιστορήματα το βράδυ και μας τα περνάς για τα... “κατορθώματα της ανιψιάς μου”!»
«Έχουμε και συνέχεια, γιατί ανέβηκε η θερμοκρασία στο γυμναστήριο χωρίς καν ακόμη να κάνουν προσαγωγούς!»
Ο γυμναστής τη ρώτησε αν εξακολουθούσε να νιώθει ενοχλήσεις.
«Ναι. Εκεί ψηλά, στους προσαγωγούς.»
«Πόσο ψηλά;» τη ρώτησε, πλησιάζοντας το σημείο που του υπέδειξε.
«Εδώ;»
«Αχ, ναι... ναι, εκεί. Τι όμορφα που το κάνεις!» του είπε, αφήνοντας έναν ηδονικό αναστεναγμό.
Η πιπεράτη, υπόγεια ματιά της κατέβηκε για μια στιγμή χαμηλότερα στο καβάλο του. Η καρδιά της ανέβασε παλμούς.
Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τους παρακολουθούσε. Ύστερα άπλωσε δειλά το χέρι της και συνέχισε το παιχνίδι της, θέλοντας να καταλάβει αν η επιθυμία του ήταν τόσο έντονη όσο τη φανταζόταν.
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο, που συνεχίζει απτόητος να πλέκει το σενάριο, με απόλυτη λατρεία αλλά και μια δόση δυσπιστίας.
«Ε, όχι! Αυτό δεν είναι πια αφήγηση! Μιλάμε για σενάριο οσκαρικής ταινίας ενηλίκων! Αγάπη μου, ξέχνα την Εριφύλη, ξέχνα τον γυμναστή... Εσύ μόλις γράφεις το πιο καυτό, ανατρεπτικό και απίθανο best seller της χρονιάς!»
«Καλά... το παραδέχομαι! Το τερματίσαμε! Πάρε με στο τηλέφωνο να κλείσουμε δικαιώματα για Χόλιγουντ! Γι’ αυτό δώσε βάση στη συνέχεια.»
«Σε έχω δει πώς με κοιτάζεις και το κορμί μου καίγεται όταν νιώθω ότι με θέλεις», του λέει η Εριφύλη.
Του ήρθε ξαφνικό. Δεν το περίμενε.
Την κοιτάζει με βλέμμα γεμάτο απορία και αμφιβολία. Δεν μιλά.
«Δεν έχεις κάτι να πεις;» τον ρωτά.
«Περιμένω να περάσει η στιγμή της συγκίνησης, ακούγοντας τον ρυθμό της αναπνοής μου. Δεν θέλω να γίνω ενοχλητικός, προς το παρόν.»
«Σου δίνω την εντύπωση πως ενοχλούμαι;»
«Το εννοούσες αυτό που μου είπες ή ήταν απλώς μια φαντασίωση μου;» τη ρώτησε, με μια κρυμμένη αγωνία στη φωνή του.
«Δεν το κατάλαβες πως έχω γίνει λούτσα; Η υγρασία πάει πλημμύρα!»
«Και τώρα τι κάνουμε;» τη ρωτά.
«Έχουμε φουσκοδεντριές, αγορίνα μου;» του ψιθυρίζει η Εριφύλη, μ’ ένα πονηρό, αποφασιστικό χαμόγελο, όλο νάζι.
«Μην παίζεις μαζί μου!»
«Χρειαζόμαστε πρόγραμμα περιήγησης και Χρυσό Οδηγό για να μάθουμε;» του λέει τσαχπίνικα.
«Είσαι πολύ καριόλα.»
«Κούλαρε, μωρό μου! Κουλάρισε! Προκάλεσε με και θα ανταποκριθώ.»
Του προτείνει, μάλιστα, να της σχεδιάσει ένα προσωπικό πρόγραμμα εκγύμνασης, με «εξειδικευμένη» προσφορά υπηρεσιών.
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν μείνει πια με ανοιχτό το στόμα και τα μάτια γουρλωμένα από αυτή την επική ανατροπή.
«Από τον Χρυσό Οδηγό και τις “φουσκοδεντριές” πέταξες απευθείας σε προσωπικό πρόγραμμα εξειδικευμένων υπηρεσιών; Αυτό δεν είναι πια γυμναστήριο· είναι το πιο σουρεαλιστικό stand-up comedy που έχουμε ακούσει ποτέ στη ζωή μας!»
Στο συγκεκριμένο κομμάτι το δυνατότερο στοιχείο είναι πλέον η αυτοϋπονόμευση της ίδιας της αφήγησης: όσο ο Νικηφόρος προσπαθεί να παρουσιάσει την Εριφύλη ως πρωταγωνίστρια της ιστορίας, η Νεφέλη τον αποκαλύπτει διαρκώς ως τον πραγματικό «σεναριογράφο» της φαντασίωσης. Αυτό αξίζει να μείνει ως βασικός κωμικός άξονας και στη συνέχεια.
Εδώ η κωμική δυναμική έχει πλέον κορυφωθεί: η Εριφύλη εγκαταλείπει κάθε «τεχνική» διατύπωση και ο Νικηφόρος αφήνει τη Νεφέλη να κερδίσει το δικό της αφηγηματικό δικαστήριο. Κρατώ τον λαϊκό τόνο, το παιχνίδι με τη γλώσσα των «συνεδριών» και το κλείσιμο ως αυτοσαρκαστική παράδοση του Νικηφόρου.
Ο Νικηφόρος, απτόητος, συνεχίζει να βυθίζεται στο χάος της ίδιας του της αφήγησης.
«Συνεδρία με θεματολογία τη σεξουαλική ευχαρίστηση θέλω», του λέει, με μια φράση που περιγράφει μια κατάσταση στην οποία θα ήθελε πολύ να πει κάτι άμεσα, ειλικρινά και «έξω από τα δόντια», λαϊκά· τελικά, όμως, δεν βρίσκει το ψυχικό θάρρος να ξεστομίσει την επιθυμία της όπως ακριβώς τη νιώθει.
«Να με γαμήσεις θέλω, αγορίνα μου!»
«Συνεδρία με προσωπικό γυμναστή θέλεις. Καλά κατάλαβα;»
«Ναι, σωστά κατάλαβες! Σαΐνι μου εσύ, πουλιά πιάνεις στον αέρα!»
«Ευχαριστώ πολύ! Εδώ είμαι για να σε βοηθήσω.»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια! Συνεδρίες με συγκεκριμένο γυμναστή θέλω!»
«Με μια ουσιαστική λεπτομέρεια, λοιπόν.»
«Ναι! Η ουσιαστική λεπτομέρεια καθορίζει την επιτυχία ή την αποτυχία της προσωποποιημένης φροντίδας. Είναι εκείνη που προσθέτει νόημα, πληρότητα και, τελικά, επιτυχία σε συνεδρίες σαν αυτές που έχω στο μυαλό μου, ενώ η τυπική λεπτομέρεια είναι απλώς άνευ σημασίας.»
«Σε γκρουπ ή προσωπικές συνεδρίες;»
«Τι έχεις καταλάβει;»
«Δεν έχει σημασία τι έχω καταλάβει εγώ!» της λέει ο γυμναστής. «Ως πελάτισσα, οφείλω να σεβαστώ την επιλογή σου. Η επιλογή ανάμεσα σε προσωπικές και ομαδικές συνεδρίες εξαρτάται από τις προσωπικές ανάγκες, τους στόχους και την άνεση κάθε ατόμου. Και οι δύο μορφές είναι αποτελεσματικές.»
«Μάλλον με δουλεύεις!»
«Λυπάμαι! Δεν ήταν καθόλου αυτή η πρόθεσή μου. Παρακαλώ, εξηγήστε μου πιο αναλυτικά τι ακριβώς εννοείτε.»
«Να το εξηγήσω πιο αναλυτικά; Σαν πελάτισσα θέλω ένα πρόγραμμα όπου θα βρίσκομαι απέναντί σου, ολόγυμνη, θα σε κάνω να με θέλεις, να σου έχει σηκωθεί, να θέλεις να μου τα γλείψεις όλα και, μετά, να μου τον βάλεις!»
Η Νεφέλη και η Φαίδρα έχουν πλέον μείνει ανήμπορες να αρθρώσουν λέξη.
Η Νεφέλη, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής, καταφέρνει τελικά να μιλήσει:
«Αυτό ήταν! Από το “επαγγελματικό εγχειρίδιο εξυπηρέτησης πελατών” και τις “ομαδικές συνεδρίες”, περάσαμε απευθείας στην πιο ωμή, αφιλτράριστη και αποστομωτική περιγραφή που ακούστηκε ποτέ!
Ο γυμναστής το έπαιζε “κύριος εκπαιδευτής” κι εκείνη του έδωσε το masterplan σε τρεις απλές, λαϊκές, καταπέλτη φράσεις!
Αγάπη μου, τελικά η ανιψιά μου δεν ήθελε ούτε ενδυνάμωση κορμού ούτε ορθές γωνίες στους προσαγωγούς! Ήρθε αποφασισμένη να πάρει πτυχίο ανώτατης σχολής... πρακτικής εφαρμογής!
Ποια ISO και ποιοι κανόνες λειτουργίας του γυμναστηρίου; Εδώ μιλάμε για ολικό, σαρωτικό σεισμό!»
Ο Νικηφόρος παραδίδει πλέον εντελώς τα όπλα στη Νεφέλη.
«Άντε, να κλείσουμε το βιβλίο, γιατί ούτε ο Χρυσός Οδηγός δεν μας σώζει τώρα!»
«Μάλιστα!» λέει ο γυμναστής. «Θέλεις απόλυτη ιδιωτικότητα, εμπιστευτικότητα και υψηλή διακριτικότητα, σε έναν ασφαλή, ιδιωτικό χώρο! Θα μου άρεσε να σε έβλεπα γυμνή», της είπε. «Αν και, με τη φόρμα, ο πούτσος μου γίνεται πυρωμένο ατσάλι κάθε φορά που σε παρατηρώ!»
«Εσένα πυρωμένο ατσάλι, εμένα πλημμύρα που ξεχείλισε. Να τα σμίξουμε, να έρθουν σε ισορροπία.»
«Έχεις κάποια προτίμηση για το πού θα πραγματοποιούνται οι συνεδρίες;»
«Έχεις αντίρρηση η πρώτη συνεδρία γνωριμίας να γίνει στο σαλόνι του σπιτιού μου;»
«Καμία αντίρρηση, αν ικανοποιεί τα κριτήρια», της απαντά.
«Οι καναπέδες του πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για τις ασκήσεις της συνεδρίας.»
«Είναι ανθεκτικοί; Καλύπτουν τους κανόνες ασφαλείας;»
«Με πιστοποίηση. Δοκιμασμένοι σε ακραίες καταστάσεις.»
«Με τον σύζυγο έγιναν οι δοκιμές;»
«Μέχρι σήμερα, ναι!»
«Δηλαδή θέλεις να κάνεις επαλήθευση στην πιστοποίηση;»
«Καλό είναι να έχω επαλήθευση, συνοδευόμενη και από αναβάθμιση!»
Η Νεφέλη μένει άφωνη.
«Ε, όχι, δεν υπάρχει αυτό! Από το “σύστημα διασφάλισης ποιότητας ISO” και τους “κανονισμούς ασφαλείας του σαλονιού”, περάσαμε επισήμως στον τελικό έλεγχο πιστοποίησης υλικών και αναβάθμισης συστήματος!
Αγάπη μου, η Εριφύλη όχι μόνο πέρασε με άριστα στο μάθημα της αντοχής υλικών, αλλά έβαλε και τον γυμναστή να υπογράψει πρωτόκολλο παραλαβής-παράδοσης στο σαλόνι!
Ποιος ΟΗΕ και ποιες φόρμες; Εδώ μιλάμε για ολικό, αδιαπραγμάτευτο έλεγχο καταλληλότητας!»
Ο Νικηφόρος, όμως, επιμένει να συνεχίσει με την περίφημη «επαλήθευση» των καναπέδων.
«Δεν έχω μαγικό ραβδάκι ούτε υποδύομαι τον θαυματοποιό», της λέει ο γυμναστής. «Θα διαθέσω κάθε μου ικανότητα, ώστε η συνεδρία γνωριμίας να σου μείνει αξέχαστη και να ανυπομονείς για τη συνέχεια.»
«Ωραία! Όλα καλά! Αν τα βρούμε στην πρώτη συνεδρία, συζητάμε τη λύση για τις επόμενες.»
«Για τις επόμενες προτείνω το διαμέρισμά μου. Εκτός από καναπέ, εγώ θα διαθέσω και το κρεβάτι για αναβάθμιση των ασκήσεων! Εργένης είμαι.»
«Το κρεβάτι μονό ή διπλό;»
«King size, μωρό μου, με ανατομικό στρώμα! Σε καλύπτει;»
«Δεν έχω πολλές απαιτήσεις από μικροπράγματα, όπως το στρώμα. Άλλες είναι οι επιθυμίες μου και αυτές θα μου τις καλύψεις με πράξεις.»
«Έχεις κάποια ιδιαίτερη πρόταση;»
Η Νεφέλη κοιτάζει τον Νικηφόρο με ύφος απόλυτης κατάπληξης, αλλά και λατρείας για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζει να ξεδιπλώνει την αφήγησή του.
«Η πρότασή μου», του λέει, «είναι να αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη, για να ανακαλύψουμε μαζί τι μας αρέσει και πώς μπορούμε να νιώθουμε πιο άνετα στις συνεδρίες μας. Δεν χρειάζεται να αναλωνόμαστε σε λεπτομέρειες και περιττές ασκήσεις. Κι αυτό το καθήκον να ανατεθεί αποκλειστικά στον “ντροπαλό” μας κύριο, με Κ κεφαλαίο, που τον έχεις κρυμμένο εκεί πίσω!
Το Σάββατο που έρχεται ο Νικηφόρος μπαρκάρει και θα απουσιάζει για μήνες στο καράβι. Τα βράδια, στη μοναξιά της, όταν ο ύπνος δεν θα την παίρνει, ο γυμναστής αυτός θα έχει ως προορισμό να αναλάβει, στο πλαίσιο μιας επικουρικής αρμοδιότητας, ώστε, μέχρι να γυρίσει ο καλός της, να μη μείνει χωρίς φροντίδα και... στεγνώσει.
Η Νεφέλη έχει μείνει πια εντελώς άφωνη. Για ολόκληρα λεπτά δεν βρίσκει λέξη να πει στον Νικηφόρο.
Ύστερα ξεσπά.
«Αυτό δεν ήταν απλώς η κορύφωση του σεναρίου!» φωνάζει λαχανιασμένη, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα γέλια. «Από το μονοδιάστατο πρόγραμμα περάσαμε επισήμως σε επιτροπή διάσωσης και αναπλήρωσης καθηκόντων εν λευκώ!
Ο Νικηφόρος φεύγει για το καράβι κι η Εριφύλη οργανώνει πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης, για να μη μαραθεί το λουλούδι!
Αγάπη μου, η ανιψιά μου αποδείχτηκε η απόλυτη στρατηγός της διπλωματίας και των... θαλάσσιων αδειών! Όχι μόνο βρήκε λύση για τη μοναξιά της, αλλά έβαλε και τον γυμναστή σε καθεστώς επικουρικής αρμοδιότητας εν απουσία του συζύγου!
Μιλάμε για οσκαρικό σενάριο με Κ κεφαλαίο!»
...............Η Νεφέλη και η Φαίδρα συμφωνούσαν πως το δυνατό φινάλε της αφήγησης για την ερωτική ιστορία της ανιψιάς της, της Εριφύλης, με τον γυμναστή της, μια ιστορία που είχε διηγηθεί ο ίδιος ο σύζυγός της, ο Νικηφόρος, ήταν το κλειδί που έκανε την αφήγηση αξέχαστη. 
Με αυτά και με τα άλλα, συζητώντας ακόμη για την ιστορία της Εριφύλης και του γυμναστή της, έφτασαν στην παραλία, στα εξοχικά τους σπίτια. 
Ο Νικηφόρος ένιωσε πως χρειαζόταν κάτι για να σπάσει τον πάγο. Οι άνθρωποι ηρεμούν και χαμογελούν στη δύναμη των φιλοφρονήσεων, σκέφτηκε. Και δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από ένα κομπλιμέντο. Την κοίταξε διακριτικά. Οι στιγμιαίες αναλαμπές του ήλιου περνούσαν ανάμεσα από τα αιωνόβια ελαιόδεντρα που στέκονταν εκατέρωθεν του δρόμου και χάιδευαν με φως το πρόσωπο και τη σιλουέτα της. Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε χωρίς να βιάζεται να μιλήσει. Είχε την αίσθηση πως η Φαίδρα διέθετε μια σπάνια, αρμονική ομορφιά, από εκείνες που δεν περιορίζονται σε ένα χαρακτηριστικό, αλλά αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, όσο περισσότερο τις κοιτάζει κανείς.
Ίσως, σκέφτηκε, να ήταν το πιο όμορφο γυναικείο σώμα που είχε δει ποτέ στην περιοχή τους.
Χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα. Ίσως τώρα να ήταν η κατάλληλη στιγμή για το πρώτο κομπλιμέντο.
«Χωρίς να σε κολακεύω, έχεις αψεγάδιαστη εμφάνιση και μια φυσική ομορφιά. Είσαι τόσο όμορφη…» της είπε.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αυθόρμητα. Εκείνο το χαμόγελο που δεν ήταν προσποιητό ούτε υπολογισμένο· της έβγαινε κάθε φορά που κάποιος της μιλούσε με ζεστασιά.
«Σ’ ευχαριστώ… Υπερβάλλεις όμως. Απλώς, οφείλω να πω πως προσέχω όσο μπορώ τον εαυτό μου.»
«Είμαι βέβαιος πως δεν υπερβάλλω…»
Τα λόγια του την έκαναν να χαμηλώσει για λίγο το βλέμμα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να του απαντήσει ή απλώς να χαμογελάσει. Κι εκείνη η μικρή αμηχανία την πρόδιδε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε.
Η Φαίδρα είχε μια έμφυτη ανάγκη να γίνεται ευχάριστη στους ανθρώπους. Όχι από υπολογισμό· ήταν κάτι βαθύτερο, σχεδόν αυθόρμητο. Της άρεσε να δημιουργεί γύρω της μια ατμόσφαιρα ζεστασιάς, να ανταποκρίνεται στο συναίσθημα του άλλου, να αφήνει χώρο στην τρυφερότητα. Με τον Νικηφόρο, όμως, συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Την ιντρίγκαρε.
Υπήρχε στον τρόπο που την κοιτούσε κάτι που την έκανε να αισθάνεται γυναίκα με έναν καινούριο τρόπο. Δεν ήταν μόνο το κομπλιμέντο. Ήταν η βεβαιότητα πίσω από τα λόγια του, εκείνη η διακριτική διεκδίκηση που δεν γινόταν πιεστική, αλλά ήταν αρκετά φανερή ώστε να μην μπορεί να την αγνοήσει.
Και, όσο κι αν δυσκολευόταν να το παραδεχτεί ακόμη και στον εαυτό της, της άρεσε. Πολύ.
Ένιωθε πως κάτι μέσα της μετακινούνταν αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν να άρχιζε να φαντάζεται έναν εαυτό διαφορετικό από εκείνον που γνώριζε μέχρι τότε. Έναν εαυτό πιο μαλακό, πιο τρυφερό, που θα μπορούσε να αφεθεί στη φροντίδα ενός άντρα, να δεχτεί την προσοχή του χωρίς να χρειάζεται να την ανταποδώσει αμέσως. Η σκέψη αυτή την αιφνιδίασε. Γιατί, μαζί με την αμηχανία, έφερε και μια παράξενη γλυκύτητα.
Ίσως ο Νικηφόρος να μην ήταν απλώς ένας άντρας που της άρεσε να φλερτάρει. Ίσως άρχιζε να την ενδιαφέρει πραγματικά. Και αυτό ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από ένα απλό παιχνίδι. Το παιχνίδι αυτό είχε αρχίσει να αρέσει πολύ στη Φαίδρα.
Ο Νικηφόρος ήταν, άλλωστε, ένας άντρας που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Και, για να έλεγε την αλήθεια στον εαυτό της, το κουτσομπολιό της Νεφέλης, μαζί με όσα είχε ακούσει από τον ίδιο για την ιστορία του με την Εριφύλη και τον γυμναστή της, είχαν ανάψει μέσα της μια πρωτόγνωρη περιέργεια.
Δεν ήταν πια μόνο το φλερτ. Ήταν η φαντασία που είχε αρχίσει να συμπληρώνει όσα η πραγματικότητα άφηνε ανείπωτα. Κάθε φορά που τον κοιτούσε, ένιωθε μια παράξενη θερμότητα να την καταλαμβάνει. Η φυσική της ορμή, που μέχρι τότε ήξερε να την κρατά σε απόσταση ασφαλείας, τώρα έμοιαζε να την ενθαρρύνει να πλησιάσει. Να παίξει. Να δοκιμάσει τα όρια αυτού του καινούριου παιχνιδιού. Και όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο έντονη γινόταν η επιθυμία της.
Τον φανταζόταν κάποια στιγμή να βρίσκεται κοντά της, τόσο κοντά ώστε να μπορεί να τον πάρει στην αγκαλιά της. Να κρατήσει για λίγο το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της και να τον φιλήσει με μια τρυφερότητα που δεν θα ήταν μόνο ερωτική. Υπήρχε κάτι σχεδόν προστατευτικό στη φαντασίωση της.
Ήθελε να του δώσει την αίσθηση πως κοντά της μπορούσε να ξεχάσει όσα τον είχαν πληγώσει, τις περιπέτειες της Εριφύλης, όλα εκείνα που είχε αφηγηθεί με τόση ψυχραιμία αλλά που ίσως έκρυβαν μέσα τους περισσότερη μοναξιά απ’ όση φαινόταν. Κι ύστερα, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί τίποτε, να τον αφήσει να καταλάβει πως κι εκείνη τον επιθυμούσε. Η σκέψη αυτή την έκανε να χαμογελάσει μόνη της. Γιατί η Φαίδρα καταλάβαινε πλέον πως δεν ήταν απλώς η γυναίκα που άκουγε μια ιστορία.
Είχε αρχίσει να γίνεται μέρος της.
Μέσα της δούλευε πολύ καλά η εσωτερική σύγκρουση, από τη μια δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα σε αυτή την ξαφνική επιθυμία και από την άλλη αρχίζει, σχεδόν παιχνιδιάρικα, να δοκιμάζει την επίδρασή της πάνω στον Νικηφόρο.
Τι είχε πάθει όμως; Αναρωτήθηκε ξανά η Φαίδρα. Δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα.
Ίσως να έφταιγε ο αέρας του Παγασητικού. Ίσως εκείνο το παράξενο φως του απογεύματος, η θάλασσα, οι ελιές, η αίσθηση πως το καλοκαίρι δεν είχε ακόμη αποφασίσει να φύγει. Ή, ίσως, να έφταιγε απλώς ο Νικηφόρος. Γιατί είχε αρχίσει να υποψιάζεται κάτι που την αναστάτωνε περισσότερο απ’ όλα, πως αυτός ο άντρας είχε έναν τρόπο να ξυπνά μέσα της μια πλευρά της γυναικείας της φύσης που μέχρι τότε δεν είχε χρειαστεί να γνωρίσει.
Και αυτό την αναστάτωνε.Συγκρουόταν με όσα πίστευε πως γνώριζε για τον εαυτό της. Με την εικόνα που είχε χτίσει τόσα χρόνια για τη γυναίκα που ήταν, για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τους άντρες, για τα όρια που θεωρούσε αυτονόητα. Τώρα, όμως, τα όρια αυτά έμοιαζαν λιγότερο σταθερά.
Και το πιο παράξενο ήταν πως ένα μέρος της δεν ήθελε καθόλου να τα επαναφέρει. Κάποια στιγμή, σχεδόν ασυναίσθητα, τακτοποίησε τη ζώνη της έτσι ώστε να τονίζει περισσότερο τη γραμμή του στήθους της. Ύστερα, σαν να την ενοχλούσε η ζέστη, άνοιξε ανέμελα δυο κουμπιά από το πουκάμισό της. Δεν κοίταξε τον Νικηφόρο. Ή τουλάχιστον έτσι προσποιήθηκε. Έμεινε για λίγο σιωπηλή, αφήνοντας τον αέρα της θάλασσας να περάσει ανάμεσα στο ανοιχτό ύφασμα. Μόνο τότε γύρισε προς το μέρος του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Και για μια στιγμή η Φαίδρα κατάλαβε πως το μικρό της τέχνασμα δεν είχε περάσει απαρατήρητο. Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν ήξερε ακόμη πού οδηγούσε αυτό το παιχνίδι. Ήξερε όμως πλέον πως το παιχνίδι υπήρχε.
Και, προς μεγάλη της έκπληξη, της άρεσε να ανακαλύπτει πως μπορούσε κι εκείνη να το παίζει.
Εδώ έχει ενδιαφέρον να μείνει η αμφιβολία του Νικηφόρου: δεν ξέρει αν η Νεφέλη κάνει απλώς ένα αυθόρμητο σχόλιο ή αν, μέσα από το βλέμμα της, αποκαλύπτεται κάτι περισσότερο. Αυτό δίνει στη σκηνή ερωτική ένταση χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ευθέως.
«Έχει κορμάρα, με απίστευτα σφιχτό στήθος· λες και η βαρύτητα δεν έχει αρχίσει ακόμη να επιδρά πάνω της με την πάροδο του χρόνου», είπε η Νεφέλη.
Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. Δεν ήταν τόσο τα λόγια που τον ξάφνιασαν όσο ο τρόπος με τον οποίο τα είπε. Για μια στιγμή παρατήρησε το βλέμμα της Νεφέλης καθώς περνούσε πάνω από τη Φαίδρα. Ήταν ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα δικαιολογούσε μια απλή παρατήρηση. Ο Νικηφόρος προσπάθησε να το αποκωδικοποιήσει. Τι ακριβώς βλέπει η Νεφέλη; αναρωτήθηκε.
Το στήθος της Φαίδρας το παρατηρούσε απλώς σαν φίλη που θαυμάζει την εμφάνιση μιας άλλης γυναίκας; Ή υπήρχε κάτι περισσότερο πίσω από εκείνο το επίμονο, σχεδόν συνεπαρμένο βλέμμα;
Δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Κι όμως, όσο την παρατηρούσε, τόσο περισσότερο ένιωθε πως η Νεφέλη δεν έκρυβε ιδιαίτερα την έλξη της. Υπήρχε στα μάτια της μια ζωντάνια, μια προσήλωση που ξεπερνούσε την απλή περιέργεια.
Ο Νικηφόρος κράτησε την έκφρασή του ουδέτερη. Δεν ήθελε να προδώσει ότι την παρατηρούσε. Η Νεφέλη, όμως, συνέχιζε να κοιτάζει τη Φαίδρα με εκείνο το παράξενο μείγμα θαυμασμού και γοητείας.
Και τότε ο Νικηφόρος σκέφτηκε πως ίσως το παιχνίδι που είχε αρχίσει ανάμεσα σε εκείνον και τη Φαίδρα να ήταν πολύ πιο περίπλοκο απ’ όσο νόμιζε. Ίσως δεν ήταν ο μόνος που είχε αρχίσει να βλέπει τη Φαίδρα διαφορετικά.
«Νεφέλη, έχω μια απορία και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά. Έχεις ποτέ σου δοκιμάσει να κάνεις έρωτα με άλλη γυναίκα;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
Η Νεφέλη τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν η ερώτηση να είχε αγγίξει κάτι που μέχρι τότε κρατούσε καλά κρυμμένο. «Τι έχεις στο νου σου;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να διαβάσει την πρόθεσή του. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Προς το παρόν, τίποτα. Απλώς… κάτι σκεφτόμουν.» Δεν είπε περισσότερα.
Γύρισε και κοίταξε τις δύο γυναίκες δίπλα του. Η Νεφέλη και η Φαίδρα αντάλλαξαν ένα βλέμμα και χαμογέλασαν πονηρά, σαν να είχαν ήδη καταλάβει πως η ερώτησή του έκρυβε περισσότερα απ’ όσα ήθελε να παραδεχτεί. Κι εκείνος αναρωτήθηκε τι άραγε να περνούσε από το μυαλό τους. Η ερώτηση προς τη Νεφέλη έμεινε μετέωρη, καθώς λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν στον προορισμό τους. Από τη στιγμή που είχε αρχίσει εκείνο το διακριτικό φλερτ, ο Νικηφόρος δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να πάρει τα μάτια του από τη Φαίδρα. Η επιθυμία του είχε γίνει πλέον δύσκολο να αγνοηθεί.
Η Φαίδρα συνέχιζε να μιλά για τα προβλήματα στις σχέσεις μέσα στις οικογένειες, όμως εκείνος είχε πάψει από ώρα να παρακολουθεί πραγματικά τη συζήτηση. Το βλέμμα του την παρατηρούσε σιωπηλά, σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε λεπτομέρεια.
Τη γραμμή των ώμων της. Την κίνηση των χεριών της καθώς μιλούσε. Και, περισσότερο απ’ όλα, τα χέρια της. Είχε πολύ όμορφα, λεπτά χέρια και μακριά δάχτυλα. Κάθε της κίνηση τού φαινόταν ανεξήγητα γοητευτική.
Κάποια στιγμή η Φαίδρα σταμάτησε να μιλά και τον κοίταξε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς από τους δύο δεν είπε τίποτα. Όμως εκείνη η σιωπή έμοιαζε να λέει περισσότερα από ολόκληρη τη συζήτηση που είχε προηγηθεί.
Φθάνοντας στο σπίτι της Νεφέλης, ο Νικηφόρος κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήρε το δικό του από την αυλή και το μετέφερε δίπλα στο εξοχικό του. Μπήκε στη θέση του οδηγού και για λίγο έμεινε ακίνητος. Εικόνες με τη μορφή της Φαίδρας περνούσαν διαρκώς από το μυαλό του. Την έβλεπε ακόμη καθισμένη δίπλα του, όπως πριν από λίγο, με τη ζώνη ασφαλείας να τονίζει τη σιλουέτα της και το μαύρο παντελόνι να ακολουθεί κάθε κίνηση των γοφών της. 
Η εικόνα της είχε χαραχτεί μέσα του με μια ένταση που δυσκολευόταν να ελέγξει. Χτύπησε απαλά τα δάχτυλά του πάνω στο τιμόνι. Η σκέψη του κάλπαζε. Τη θέλω. Το παραδέχτηκε επιτέλους στον εαυτό του χωρίς περιστροφές. Ύστερα η σκέψη του στάθηκε στα μάτια της. Εκείνα τα σκούρα μάτια, τόσο εκφραστικά, που έμοιαζαν να κρύβουν περισσότερα απ’ όσα αποκάλυπταν. Είχαν μια παράξενη θαλπωρή, μια γοητεία που τον είχε καθηλώσει από την πρώτη στιγμή που την είδε να περπατά προς το σπίτι της, αγέρωχη και ταυτόχρονα ανέμελη, αφήνοντας το θαλασσινό αεράκι να χαϊδεύει τα μαλλιά της.
Αναστέναξε βαθιά και κατάπιε δύσκολα. Το μυαλό του είχε ήδη προχωρήσει πολύ πιο πέρα από εκεί που βρισκόταν το σώμα του. Φανταζόταν τη στιγμή που θα μπορούσαν να μείνουν μόνοι, μακριά από τα βλέμματα της Νεφέλης και από τις κουβέντες που κρατούσαν ακόμη τις πραγματικές τους προθέσεις κρυμμένες. Ήθελε να τη φέρει κοντά του, να τη σφίξει στην αγκαλιά του και να αφήσουν επιτέλους όλη εκείνη την ένταση που είχε συσσωρευτεί ανάμεσά τους να βρει τον δρόμο της. Να ξεχάσουν για λίγο τα πάντα. Να μείνουν μόνο εκείνοι οι δύο, μέσα στη σιωπή του εξοχικού, και να αφήσουν την επιθυμία τους να τους παρασύρει. Χαμογέλασε μόνος του. Είχε καταλάβει πως η Φαίδρα δεν ήταν πια απλώς μια γυναίκα που τον γοήτευε. Είχε γίνει η σκέψη που επέστρεφε ξανά και ξανά, όσο κι αν προσπαθούσε να την απομακρύνει.
Και κάτι του έλεγε πως αυτή η ιστορία μόλις είχε αρχίσει.
Για τον Νικηφόρο, η τελευταία ερωτική επαφή του με τη Δανάη, και ιδιαίτερα το πάθος που είχε προηγηθεί, δεν ήταν μόνο απολαυστική. Ήταν και πηγή χαράς, ζωντάνιας και μιας βαθιάς αίσθησης ευεξίας. Όμως τώρα, ύστερα από εκείνες τις στιγμές όπου το πάθος είχε φτάσει στα άκρα, ένιωθε πως είχε ανάγκη από κάτι εντελώς διαφορετικό. Ένα ξέφωτο ηρεμίας. Λίγη ανάπαυση από την ένταση, από τις επιθυμίες, από όλα εκείνα που τον είχαν αναστατώσει μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Και, καθώς σκεφτόταν τη Φαίδρα, είχε ήδη αρχίσει να προετοιμάζει μέσα του μια μικρή δικαιολογία. Αν η Νεφέλη ή η Φαίδρα άνοιγαν απόψε τον δρόμο για κάτι περισσότερο, θα τους έλεγε πως ήταν συναισθηματικά φορτισμένος από ένα ιδιαίτερο γεγονός και πως η βραδιά δεν προσφερόταν για έναν έρωτα χωρίς όρια. Ένα μικρό, αθώο ψέμα. Τίποτε περισσότερο.
Μόνο που, όπως συμβαίνει καμιά φορά στη ζωή, η λύση ήρθε από εκεί που δεν την περίμενε. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν η Νεφέλη τον επισκέφθηκε στο εξοχικό. «Νικηφόρε, πρέπει να επιστρέψουμε απόψε στο χωριό», του είπε.
Εκείνος την κοίταξε με έκπληξη. «Τόσο ξαφνικά;»
«Ναι. Ο ξάδερφος της Φαίδρας, ο φαρμακοποιός, κάνει τον προεκλογικό του αγώνα για κοινοτάρχης και απόψε έχει συγκαλέσει μια έκτακτη συνάντηση. Θέλει να συζητήσουμε το πρόγραμμα του συνδυασμού.»
Έκανε μια μικρή παύση και χαμογέλασε. «Και, φυσικά, θέλει και τη Φαίδρα εκεί. Συμμετέχει στον συνδυασμό του και έχει αναλάβει να βοηθήσει σε αρκετά πράγματα.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε μέσα του κάτι παράξενο. Ανακούφιση πρώτα. Και αμέσως μετά μια μικρή απογοήτευση. Η Νεφέλη, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για όσα περνούσαν από το μυαλό του, είχε μόλις του προσφέρει την τέλεια διέξοδο. Δεν χρειαζόταν πια κανένα ψεύτικο παραμύθι. Δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί πως δεν είχε διάθεση. Η ίδια η ζωή είχε φροντίσει να αλλάξει το σκηνικό.
«Καταλαβαίνω», είπε τελικά, χαμογελώντας. Μόνο που, καθώς η Νεφέλη απομακρυνόταν, ο Νικηφόρος σκέφτηκε πως ίσως η ανακούφιση που ένιωθε να μην ήταν τόσο μεγάλη όσο θα έπρεπε. Γιατί τώρα που ήξερε πως η Φαίδρα θα έφευγε, συνειδητοποιούσε πόσο πολύ είχε αρχίσει να θέλει να μείνει.
Το βράδυ η Νεφέλη και η Φαίδρα θα διανυκτέρευαν στο χωριό, στο σπίτι της μητέρας της Φαίδρας, και θα επέστρεφαν στην παραλία την επόμενη μέρα. Ο Νικηφόρος θα τις περίμενε στο εξοχικό.
«Και αύριο θα σου φέρω και κατσικίσιο γάλα», του είπε η Νεφέλη. «Θα σου φτιάξω τη γαλατόπιτα με τη δική μου συνταγή. Ξέρω πόσο σου αρέσει.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Δεν γνώριζε, βέβαια, πως στο μυαλό της Νεφέλης το αυριανό γεύμα είχε ήδη αρχίσει να παίρνει άλλες διαστάσεις. Σκεφτόταν να ετοιμάσει ένα πλούσιο, γευστικό αποχαιρετιστήριο τραπέζι. Καλό φαγητό, κρασί, αρώματα, κεράκια και εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που μπορεί να μετατρέψει ένα απλό δείπνο σε κάτι πολύ πιο προσωπικό. 
Και, ποιος ξέρει; Ίσως το φαγητό, η καλή διάθεση και η κατάλληλη παρέα να έκαναν τα υπόλοιπα.
Τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Αύριο θα σου ετοιμάσω εγώ ένα φαγητό που θα σε κάνει να ξεχάσεις όλες σου τις σκοτούρες, ματάκια μου. Θα σε περιποιηθώ όπως πρέπει και θα φροντίσω να μη σου λείψει τίποτα.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Να ανησυχώ;»
«Καθόλου. Να χαίρεσαι!»
Η Νεφέλη έκανε να φύγει, αλλά εκείνος την πρόλαβε. «Να σε ρωτήσω κάτι ακόμη;»
«Τι;»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε ευθέως, προσπαθώντας να κρατήσει αδιάφορο το ύφος του. «Στο αυριανό δείπνο θα είναι πάλι και η φίλη σου η Φαίδρα;»
Η Νεφέλη σταμάτησε για μια στιγμή. Τον κοίταξε. Και το μικρό χαμόγελο που σχηματίστηκε στα χείλη της ήταν αρκετό για να καταλάβει πως η ερώτησή του δεν είχε περάσει καθόλου απαρατήρητη.
«Γιατί ρωτάς;» είπε τελικά.
Ο Νικηφόρος ανασήκωσε τους ώμους, σαν να ήταν η πιο αθώα ερώτηση του κόσμου. «Απλή περιέργεια.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο ακόμη. «Μάλιστα… απλή περιέργεια.» Και έφυγε χαμογελώντας, αφήνοντάς τον να αναρωτιέται αν είχε καταλάβει περισσότερα απ’ όσα εκείνος ήθελε να δείξει.
«Τι έγινε, Νικηφόρε;» τον πείραξε η Νεφέλη. «Άρχισε να σου αρέσει και να σε καυλώνει καιη Φαίδρα;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Εντάξει, δεν λέω όχι, φυσικά. Είναι πολύ ελκυστική γυναίκα και, για να σου πω την αλήθεια, πολύ θα ήθελα να τη φλερτάρω.» Η Νεφέλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τον έκανε να καταλαβαίνει πως δεν επρόκειτο να τον αφήσει να ξεφύγει εύκολα.
«Ναι, καυλιάρη μου; Μόνο να τη φλερτάρεις;»
Ο Νικηφόρος γέλασε αμήχανα. «Τι άλλο να σου πω;»
«Δηλαδή να υποθέσω πως απόψε, στις μοναξιές σου, θα τη σκέφτεσαι πως θα γινόταν να τη γαμούσες;»
Εκείνος σήκωσε τα φρύδια. «Δεν είπα κάτι τέτοιο.»
«Δεν χρειάστηκε. Το σκέφτηκες όμως.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα χαμογέλασε και παραδέχτηκε. «Το σκέφτηκα.»
Η Νεφέλη σταύρωσε τα χέρια της, περιμένοντας τη συνέχεια. «Και τώρα που το παραδέχτηκες;»
Ο Νικηφόρος αναστέναξε. «Τώρα είναι το δύσκολο. Πώς πλησιάζεις μια γυναίκα σαν τη Φαίδρα χωρίς να την κάνεις να νιώσει πως την πιέζεις; Πώς της δείχνεις ότι σε ενδιαφέρει πραγματικά και ότι θα ήθελες να δεις αν μπορεί να υπάρξει κάτι περισσότερο ανάμεσά σας;»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Ύστερα χαμογέλασε.
«Αν με ρωτάς εμένα, Νικηφόρε, το πρώτο βήμα δεν είναι να της πεις τι θέλεις. Είναι να της δείξεις ότι θέλεις να τη γνωρίσεις. Άφησέ την να καταλάβει πως σου αρέσει, χωρίς να της ζητήσεις αμέσως απάντηση.»
«Και αν το έχει ήδη καταλάβει;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε ακόμη περισσότερο. «Τότε, αγαπημένε μου, το μισό παιχνίδι έχει ήδη παιχτεί.»
«Κοίταξέ με, αγάπη μου», είπε η Νεφέλη. «Και πρόσεξε με καλά.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με απορία.
«Αν θέλεις πραγματικά να πλησιάσεις οπως στο κρεβάτι της Φαίδρα, πρώτα πρέπει να μου ζητήσεις τη βοήθειά μου. Και μάλιστα όπως πρέπει.» Έκανε μια μικρή παύση και τον κοίταξε πονηρά. «Με όλο τον σεβασμό και την ταπεινοφροσύνη που απαιτεί η περίσταση.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Δηλαδή;»
«Δηλαδή να μου πεις. Καλή μου και πονόψυχη Νεφέλη μου, σας παρακαλώ πολύ… βοηθήστε με, να γαμήσω τη φιλενάδα σου!»
Ο Νικηφόρος ξέσπασε στα γέλια. «Μωρό μου εσύ με τις αμαρτωλές ιδέες σου!» Και πριν προλάβει να συγκρατηθεί, του ξέφυγε: «Θα ήθελα να σας είχα στο κρεβάτι και τις δυο μαζί μου…»
Η Νεφέλη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή και μετά τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως είχε μόλις επιβεβαιωθεί κάτι που ήδη υποψιαζόταν. Ο Νικηφόρος κατάλαβε αμέσως ότι είχε αποκαλύψει περισσότερα απ’ όσα σκόπευε.
«Α, μάλιστα!» είπε εκείνη. «Ώστε εκεί έχει φτάσει η φαντασία σου;»
Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα.
Η Νεφέλη τον πλησίασε λίγο. «Κωλόπαιδο… Από τη στιγμή που μπήκες στο αυτοκίνητο δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Λες και εγώ δεν υπήρχα.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Γιατί ήξερε πως η Νεφέλη είχε δίκιο. Και το χειρότερο ήταν πως δεν μπορούσε πια να προσποιηθεί ότι επρόκειτο απλώς για ένα αθώο φλερτ. Η Φαίδρα είχε ήδη καταλάβει πολύ περισσότερο χώρο μέσα στη σκέψη του απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.
«Μωρό μου, καυλιάρικο… » είπε η Νεφέλη με ένα πονηρό χαμόγελο.
Ο Νικηφόρος σοβάρεψε για λίγο. «Το ότι είναι παντρεμένη, και μάλιστα με ναυτικό, με ξενερώνει απίστευτα. Είναι πολύ τυχερός ο άντρας της που βρήκε μια τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα σαν κι αυτή. Ξέρω πως δεν είναι σωστό να τη φλερτάρω… αλλά, τι να σου πω; Πολύ θα ήθελα να τη φέρω κοντά μου. Να νιώσω πως ανάμεσα στα κορμιά μας δεν υπάρχει πια καμία απόσταση.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα. «Δηλαδή, κύριε Νικηφόρε, να κάνεις έρωτα στην μια κυρία και η άλλη κυρία να περιμένει καρτερικά να της κάνεις κι εκείνη έρωτα;»
«Πολύ κυριλάτη είναι η περιγραφή σου», απάντησε γελώντας. Έμεινε για λίγο σιωπηλός και ύστερα πρόσθεσε. «Εγώ, αν θέλεις να ξέρεις τι πραγματικά περνάει από το μυαλό μου, δεν το φαντάζομαι τόσο ρομαντικά. Δεν σκέφτομαι μεγάλες δηλώσεις και υποσχέσεις. Σκέφτομαι την έλξη, την ένταση, εκείνη τη στιγμή που δύο άνθρωποι παύουν να αντιστέκονται σε αυτό που ήδη έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους και κυλιούνται με πάθος στα σεντόνια..»
Η Νεφέλη τον κοίταξε προσεκτικά. «Άρα δεν μιλάς για έρωτα.»
«Όχι», είπε ο Νικηφόρος. «Μιλάω για επιθυμία.» Και για πρώτη φορά, η Νεφέλη κατάλαβε πως πίσω από τα πειράγματα και τα χαμόγελα υπήρχε κάτι πολύ πιο δυνατό. Ο Νικηφόρος είχε πραγματικά αρχίσει να θέλει σεξουαλικά τη Φαίδρα.
«Τελικά, κράτα ελπίδες. Ίσως κάτι μπορεί να γίνει. Δεν είναι και τόσο απλό, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο», του είπε η Νεφέλη, αφήνοντας επίτηδες τη φράση να αιωρείται. Ο τρόπος που τον κοίταξε, μάλιστα, άφηνε να εννοηθεί πως, όταν υπάρχει διάθεση και βρίσκεις τον κατάλληλο τρόπο, πολλές δυσκολίες παύουν να μοιάζουν ανυπέρβλητες.
«Για να το λες αυτό… Εσύ κάτι έχεις στο κοφτερό σου μυαλό, κάνω λάθος;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά. «Γιατί τον τελευταίο καιρό όλο και μου παραπονιέται πως της λείπει ο άντρας της και πως δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να περιμένει την επιστροφή του.»
«Και λοιπόν; Τι το παράξενο; Οι γυναίκες των ναυτικών ξέρουν καλά τι σημαίνει η απουσία. Η αναμονή δεν είναι πάντα εύκολη.»
«Ακριβώς. Γι’ αυτό της εξήγησα πως για όλα στη ζωή, υπάρχουν κι άλλες λύσεις. Μια γυναίκα σαν κι εκείνη, με τόση ομορφιά και αυτοπεποίθηση, δεν είναι υποχρεωμένη να περιμένει παθητικά τη ζωή να αποφασίσει για λογαριασμό της.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε επίμονα. «Και;»
Η Νεφέλη κράτησε για λίγο τη σιωπή, απολαμβάνοντας φανερά την αγωνία του. «Και… δεν σου είπα ότι όλα όσα λέω δεν τα λέω τυχαία.»
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή, Νικηφόρε, μπορεί καμιά φορά μια γυναίκα να παραπονιέται όχι επειδή περιμένει απλώς μια λύση, αλλά επειδή θέλει κάποιος να την καταλάβει τι πραγματικά εννοεί .»
Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Το χαμόγελο της Νεφέλης του έλεγε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να του πουν οι ίδιες οι λέξεις.
«Αρχίζω να υποψιάζομαι πως δεν μου τα λες όλα», είπε τελικά. «Δηλαδή... να υποθέσω πως περιμένει κάποιον να της δώσει τη λύση;»
«Επιτέλους!» του απάντησε εκείνη, χαμογελώντας. «Αρχίζεις να καταλαβαίνεις.» 
Ο Νικηφόρος την κοίταξε σκεφτικός, αμίλητος.
Η Νεφέλη αρχίζει να του δίνει διηγιέται το διάλογο της με την Φαίδρα. «Όταν της έκανα την πρόταση πως υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές, βέβαια στην αρχή μου το έπαιξε ανένδοτη. Μου είπε πως δεν το διαπραγματευόταν, πως δεν ήθελε ούτε να το συζητήσει. Σύντομα όμως, από τη στιγμή που σε γνώρισε, που έμαθε και για τη σχέση μας και κατάλαβε τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ μας, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.»
Ο Νικηφόρος την άκουγε χωρίς να την διακόπτει.
«Μου εξομολογήθηκε πως το σκέφτεται πολύ. Τόσο πολύ, που, όπως μου είπε, την πιάνει ένας κόμπος στο στομάχι. Πώς να στο εξηγήσω μου λέει... Μου λείπει ο άντρας μου. Έχω μείνει μόνη μου για πολύ καιρό. Μου λείπει η συντροφιά, η αγκαλιά ενός άνδρα, η ερωτική επαφή. Κι όσο κι αν προσπαθώ να το αγνοήσω, η επιθυμία δεν εξαφανίζεται επειδή απλώς αποφασίζω να μην τη σκέφτεσαι.»
Η Νεφέλη σταμάτησε για λίγο. Τον κοίταξε στα μάτια και το χαμόγελό της έγινε πιο διακριτικό. «Και, απ’ ό,τι κατάλαβα...» είπε αργά, «εσύ έχεις γίνει μέρος αυτής της ένοχης σκέψης.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως.  Για πρώτη φορά, εκείνο που μέχρι τότε έμοιαζε με μακρινό ενδεχόμενο άρχισε να αποκτά μορφή. Κοίταξε τη Νεφέλη, σαν να περίμενε από εκείνη να του επιβεβαιώσει πως είχε καταλάβει σωστά. Εκείνη, όμως, περιορίστηκε σε ένα μικρό, αινιγματικό χαμόγελο. Και ίσως αυτό το χαμόγελο να ήταν η πιο καθαρή απάντηση που μπορούσε να του δώσει.
Ο Νικηφόρος και πάλι έμεινε σιωπηλός δεν απάντησε. 
«Θέλει», συνέχισε η Νεφέλη χαμηλότερα, «αλλά δυσκολεύεται να κάνει το βήμα. Δεν ξέρει πώς να το αποφασίσει, πώς να πάρει αυτό το ρίσκο. Από τη μια σε θέλει και από την άλλη φοβάται τη στιγμή που θα πρέπει να παραδεχτεί στον εαυτό της ότι το θέλει πραγματικά.»
«Και πως ξέρεις ότι  θέλει εμένα;» τη ρώτησε εκείνος.
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Γιατί δεν είναι τόσο δύσκολο να καταλάβεις μια γυναίκα όταν την παρατηρείς. Και εκείνη παρατηρεί εσένα. Ακούει όσα της λες, προσέχει τον τρόπο που της μιλάς, τον τρόπο που την κοιτάς. Καταλαβαίνει πολύ καλά τον θαυμασμό σου.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Και, Νικηφόρε, της αρέσει.»
«Της αρέσει;»
«Πολύ. Της αρέσει που την ξελογιάζεις με όμορφο τρόπο. Χωρίς χυδαιότητες, χωρίς να την πιέζεις. Της αρέσει που την κάνεις να αισθάνεται γυναίκα και που της δείχνεις ότι τη βλέπεις πραγματικά.»
Ο Νικηφόρος χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα «Άρα...»
«Άρα», τον διέκοψε η Νεφέλη με ένα αινιγματικό χαμόγελο, «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα βιαστικά. Μερικές φορές η επιθυμία χρειάζεται μόνο λίγο χώρο για να βρει μόνη της τον δρόμο της.»
«Δεν έχεις άδικο, Νεφέλη μου.» Σήκωσε ξανά το βλέμμα του. «Μήπως, τελικά, πολλά από εκείνα που λέμε πως θέλουμε να κάνουμε, όταν ξαφνικά τα συναντάμε μπροστά μας, μας τρομάζουν και δειλιάζουμε; Και μήπως, ακόμη περισσότερο, εκείνα που επιθυμούμε βαθύτερα είναι συχνά αυτά που ξέρουμε πως δεν θα έπρεπε να επιθυμούμε;» Σταμάτησε για λίγο. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο πάνω της. 
«Μωρό μου, να ξέρεις πως υπάρχουν παντρεμένες γυναίκες που δεν θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς. Γυναίκες υπεράνω κάθε υποψίας, που μπορεί να ζουν μια εντελώς διαφορετική, κρυφή ερωτική ζωή από εκείνη που δείχνουν στους γύρω τους. Η ίδια η Εριφύλη, η ανιψιά σου, είναι ένα παράδειγμα που έχουμε ήδη συζητήσει.» 
Έγειρε λίγο προς το μέρος της. «Γι’ αυτό μη μου πεις πως η Φαίδρα αποκλείεται να έχει κι εκείνη μια πλευρά της ζωής της που δεν την ξέρουμε. Μια πλευρά που κρατάει μόνο για τον εαυτό της. Μια κρυφή ερωτική ζωή, ίσως, που δεν έχει τολμήσει ακόμη να μας αποκαλύψει.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγες στιγμές χωρίς να απαντήσει. Το χαμόγελό της δεν ήταν ούτε καταφατικό ούτε αρνητικό. Περισσότερο έμοιαζε σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να του αποκαλύψει κάτι που ήδη γνώριζε. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό της εκείνη η παλιά ιστορία. Μια ασαφής φήμη για τη Φαίδρα και έναν πρώην καθηγητή της Δανάης. 
Τίποτα συγκεκριμένο, τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί απόδειξη. Μόνο ψίθυροι, μισές κουβέντες και υπονοούμενα που είχαν κυκλοφορήσει από στόμα σε στόμα, μέσα από εκείνο το παράξενο δίκτυο μικρών κουτσομπολιών που είχε ξεκινήσει κάποτε από την Άλκηστις και την Εριφύλη και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είχε φτάσει τελικά και στ’ αυτιά του Νικηφόρου. Η Νεφέλη τα θυμήθηκε όλα αυτά και χαμογέλασε ακόμη πιο αινιγματικά. 
«Οι φήμες, Νικηφόρε μου», είπε τελικά ήρεμα, «έχουν ένα περίεργο ταλέντο. Ξεκινούν συνήθως από κάτι μικρό και, μέχρι να φτάσουν στον τελευταίο άνθρωπο, έχουν γίνει ολόκληρη ιστορία.» 
«Άρα δεν ξέρεις;»
Η Νεφέλη σήκωσε ελαφρά τους ώμους. «Δεν είπα αυτό.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με απορία.
Εκείνη γέλασε χαμηλόφωνα. «Είπα μόνο πως, στη ζωή, υπάρχουν πράγματα που ξέρεις, πράγματα που νομίζεις ότι ξέρεις και πράγματα που καλύτερα να αφήνεις τον ίδιο τον άνθρωπο να σου τα αποκαλύψει, όταν και αν θελήσει.»
Ο Νικηφόρος έμεινε σιωπηλός.
Και ξαφνικά η Φαίδρα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως γνώριζε αρκετά καλά, απέκτησε μέσα στο μυαλό του μια ακόμη άγνωστη πλευρά. «Εε! Γι’ αυτό, σαν φίλη της, σκέφτομαι να σας βοηθήσω να ξετυλίξετε τον Μίτο της Αριάδνης.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε με εκείνο το πονηρό βλέμμα που έκανε τον Νικηφόρο να καταλαβαίνει πως είχε ήδη σκεφτεί πολύ περισσότερα απ’ όσα του έλεγε. «Τα είπαμε. Ο άντρας της λείπει για μεγάλο χρονικό διάστημα από την οικογενειακή τους στέγη και, κυρίως, από το συζυγικό της κρεβάτι. Η Φαίδρα έχει ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσε πραγματικά κοντά σε έναν άντρα. Η επιθυμία της έχει μαζευτεί μέσα της και πυρώνει το μουνάκι της που πλέον δυσκολεύεται να την αγνοήσει. Είναι νευρική, ανυπόμονη, εύκολα εκνευρίζεται… σαν να βρίσκεται συνεχώς στα όρια της.»
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε. «Τα νεύρα της είναι σαν τεντωμένο σχοινί. Κάποια στιγμή, όμως, αυτό το σχοινί θα πρέπει να χαλαρώσει. Κι εγώ, μωρό μου, μπορώ να της δώσω μερικές ιδέες. Εσύ, αν πραγματικά τη θέλεις τόσο πολύ, πρέπει απλώς να ξέρεις πώς θα σταθείς απέναντί της.»
«Και τι ακριβώς προτείνεις;» τη ρώτησε ο Νικηφόρος.
«Θα της κάνω πρώτα μια προκαταρκτική κουβέντα. Όχι τίποτα βαρύ ούτε κάτι που θα την τρομάξει. Θα της ανοίξω λίγο τον δρόμο, να δούμε πώς θα αντιδράσει. Εσύ από την πλευρά σου φέρσου έξυπνα. Μην πιέσεις καταστάσεις, μην κάνεις το λάθος να βιαστείς και, κυρίως, μην αφήσεις τον ενθουσιασμό σου να σε προδώσει.»
Τον κοίταξε χαμογελώντας. «Αφού σου αρέσει τόσο πολύ η γυναίκα, άφησε την να καταλάβει πως τη θαυμάζεις. Κάνε την να αισθανθεί όμορφα μαζί σου. Τα υπόλοιπα θα τα δείξει η ίδια.»
«Κι εσύ πιστεύεις πως θα προχωρήσει;»
«Πιστεύω πως, αν υπάρχει πραγματική έλξη και από τις δύο πλευρές, δεν χρειάζονται περίπλοκα σχέδια. Χρειάζεται μόνο η σωστή στιγμή και δύο άνθρωποι που θα αποφασίσουν τι πραγματικά θέλουν.»
Το χαμόγελό της έγινε ακόμη πιο αινιγματικό. «Και τότε, Νικηφόρε μου, ο Μίτος της Αριάδνης μπορεί να αρχίσει να ξετυλίγεται μόνος του.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή να την κοιτάζει, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά. «Εννοείς πως η Φαίδρα το συζήτησε μαζί σου; Δεν μπορώ να το πιστέψω. Πες μου, σε παρακαλώ, ότι δεν με δουλεύεις!»
Η Νεφέλη έμοιαζε να απολαμβάνει κάθε δευτερόλεπτο της αμηχανίας του. Χαμογέλασε και τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στον ώμο. «Αγορίνα, άσ’ το επάνω μου! Εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μη βιάζεσαι και να μη χαλάσεις αυτό που μπορεί να γίνει.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε ακόμη πιο δύσπιστα. «Και τι ακριβώς έχεις στο μυαλό σου;»
«Αύριο να ξημερώσει με το καλό και θα καταλάβεις. Θα έχεις μπροστά σου τη Νεφέλη και τη Φαίδρα, δύο γυναίκες που ξέρουν καλά τι θέλουν, με αρκετή πείρα στη ζωή και ακόμη περισσότερη διάθεση για ερωτικά παιχνίδια.» Έκανε μια μικρή παύση και του έκλεισε πονηρά το μάτι. «Εσύ, λοιπόν, φρόντισε μόνο να είσαι έξυπνος και στιβαρός. Για τα υπόλοιπα… άσε με εμένα.»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε. Για πρώτη φορά, όμως, ένιωσε πως αυτό που μέχρι πριν λίγο έμοιαζε με μια τολμηρή φαντασίωση ίσως να μην ήταν τελικά τόσο μακριά από την πραγματικότητα.
«Νεφέλη, υποκλίνομαι! Έλα εδώ να σου δώσω μια μεγάλη αγκαλιά! Δεν ξέρεις πόσο μου ανεβάζεις το ηθικό. Είσαι πραγματικά μια υπέροχη γυναίκα… Πόσο τυχερός άντρας είμαι!»
Η Νεφέλη χώθηκε στην αγκαλιά του και, με το γνωστό πονηρό της χαμόγελο, τον πείραξε:
«Που έχεις τη θεία σου γκόμενα! Πες το, ντρέπεσαι;» Ο Νικηφόρος γέλασε και την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του.
«Όχι, αγάπη μου, δεν ντρέπομαι καθόλου! Τουναντίον, καμαρώνω που σε έχω δίπλα μου και μπορώ να σε κρατώ στην αγκαλιά μου.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια. Το πονηρό της χαμόγελο μαλάκωσε και έγινε κάτι πιο τρυφερό. «Έτσι σε θέλω… να το λες και να το εννοείς.»
Και έμειναν για λίγο αγκαλιασμένοι, απολαμβάνοντας εκείνη τη σπάνια οικειότητα που έκανε ακόμη και τα πιο τολμηρά τους λόγια να μοιάζουν φυσικά.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει για τα καλά όταν οι δύο γυναίκες αναχώρησαν για το χωριό. Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος στο εξοχικό του, με την έρημη παραλία απλωμένη μπροστά του και τη σιωπή της νύχτας να μεγαλώνει γύρω του.
Το επόμενο πρωί είχε πια ηρεμήσει από την ένταση της προηγούμενης ημέρας. Πιο νηφάλιος τώρα, καθισμένος με τον καφέ του, ξαναγύριζε νοερά σε όσα είχαν συμβεί. Και τότε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, η σκέψη του επέστρεψε στη Φαίδρα.
Η ιδέα μιας κρυφής ερωτικής ζωής της πέρασε ξανά μπροστά από τα μάτια του. Κάτι μέσα του αναδεύτηκε και τον ενόχλησε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Ζήλια. Μια παράλογη, ίσως και αδικαιολόγητη ζήλια, αφού δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω της. Κι όμως, υπήρχαν πράγματα που τον πείραζαν βαθιά. Είχε πλάσει μέσα του μια σχεδόν ιδανική εικόνα για τη Φαίδρα. Την έβλεπε ως μια γυναίκα ξεχωριστή, με εκείνη την κλασική ομορφιά που δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να επιβληθεί, με μια γοητεία ήρεμη αλλά επίμονη. Και τώρα τον βασάνιζε η σκέψη πως ίσως κάποιος άλλος να είχε βρεθεί τόσο κοντά της. Και όχι οποιοσδήποτε. Η σκέψη ότι εκείνη μπορεί να είχε μοιραστεί το κρεβάτι της με έναν άντρα που ο ίδιος θεωρούσε ανάξιο της τον πλήγωνε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Δεν ήταν μόνο η ζήλια του άντρα. Ήταν και η πληγωμένη περηφάνια του ανθρώπου που είχε εξιδανικεύσει μια γυναίκα και ξαφνικά φοβόταν μήπως η πραγματικότητα ήταν διαφορετική από την εικόνα που είχε αγαπήσει.
Κι ύστερα ερχόταν η άλλη σκέψη, η πιο επικίνδυνη. Αν ποτέ βρισκόταν μαζί της, ήθελε να σβήσει κάθε αμφιβολία με τη δύναμη της μεταξύ τους έλξης. Να την παρασύρει σε μια ερωτική δίνη τόσο έντονη, ώστε να ξεχαστούν όλα τα υπόλοιπα. Στη φαντασία του υπήρχε κάτι σχεδόν σαν γλυκιά εκδίκηση, όχι απέναντι στη Φαίδρα, αλλά απέναντι σε εκείνον τον άγνωστο άντρα που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει χώρο στο μυαλό του χωρίς καν να βρίσκεται μπροστά του. Κούνησε το κεφάλι του και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Τι ανοησίες σκέφτομαι…» μουρμούρισε.
Όμως οι φήμες επέστρεφαν επίμονα. Είχαν φτάσει στα αυτιά του αρκετά πράγματα για τις «αταξίες» της Φαίδρας ώστε να μην μπορεί πλέον να τα αποδώσει όλα σε κακόβουλα κουτσομπολιά. Κι αυτό ήταν που τον αναστάτωνε περισσότερο. Δεν μπορούσε να συμφιλιώσει την εικόνα της γυναίκας που είχε γνωρίσει, τη σαγηνευτική, ξεχωριστή, σχεδόν αριστοκρατική Φαίδρα , με την πιθανότητα να είχε πράγματι υπάρξει στη ζωή της κάποιος άλλος.  Και, κυρίως, δεν άντεχε την ιδέα ότι αυτός ο κάποιος θα μπορούσε να είναι εκείνος ο στεγνός, σταφιδιασμένος λιμοκοντόρος καθηγητής που οι φήμες επέμεναν να συνδέουν μαζί της. Η σκέψη αυτή τον έκανε να σφίξει τα χείλη. Ίσως, τελικά, δεν ήταν μόνο η επιθυμία που τον είχε αναστατώσει. Ήταν η ζήλια. Και η ζήλια, όπως κατάλαβε εκείνο το πρωινό, είχε αρχίσει να του αποκαλύπτει πόσο βαθιά είχε ήδη μπλέξει η Φαίδρα μέσα στις σκέψεις του Η ναρκισσιστική του φαντασίωση τον έκανε να πιστεύει σχεδόν ακράδαντα πως εκείνος θα ήταν ο «κατάλληλος» άντρας για τη Φαίδρα. Εκείνος που θα μπορούσε να την παρασύρει, να την κάνει να ξεχάσει κάθε προηγούμενη εμπειρία και να την οδηγήσει στα ύψη της ηδονής. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς την αντίφαση. Από τη μια ζητούσε να τη δει όπως πραγματικά ήταν, ως μια ελεύθερη και αυτόνομη γυναίκα με τις δικές της επιλογές. Από την άλλη, μέσα στη ζήλια του, την αντιμετώπιζε σχεδόν σαν να όφειλε να επιλέξει εκείνον. Η επιθυμία του είχε αρχίσει να μπλέκεται επικίνδυνα με την περηφάνια του. Και ο θυμός του, όσο κι αν προσπαθούσε να τον δικαιολογήσει ως ενδιαφέρον για εκείνη, ήταν στην πραγματικότητα βαθιά εγωκεντρικός: δεν τον βασάνιζε μόνο η σκέψη ότι η Φαίδρα μπορεί να είχε αγαπήσει ή ποθήσει κάποιον άλλον. Τον βασάνιζε η ιδέα ότι ίσως κάποιος άλλος είχε προλάβει να γίνει εκείνος που, στη δική του φαντασίωση, πίστευε πως θα έπρεπε να είναι ο ίδιος.
.Ήταν αργά το απομεσήμερο την επομένη που η Νεφέλη και η Φαίδρα είχαν γυρίσει στην παραλία χωρίς την Δανάη αυτή τη φορά. Μεγάλα, κάτασπρα σύννεφα πάλευαν να κλείσουν το φωτεινό κενό του ουρανού, απ’ όπου φαινόταν ένα μικρό κομμάτι γαλάζιου. Πάνω που πλησίαζε το ένα, το άλλο το έσπρωχνε με ορμή, ώσπου στο τέλος, νικημένα εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους και απομακρύνθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Μεμιάς το στερέωμα μεταμορφώθηκε σε απέραντο πέλαγος και ο ήλιος, αν και με κατεύθυνση στη δύση του, εμφανίστηκε μεγαλοπρεπής. Δεν κουνιόταν φύλλο. Η μέρα, από το πρωί, ήταν ζεστή και υγρή, γεμάτη νωχέλεια και βαριεστημάρα. Η γειτονιά ήταν παντελώς έρημη. Η παραλία που δεν κοιμόταν ποτέ τους καλοκαιρινούς μήνες είχε αδειάσει από τους παραθεριστές και τους λιγοστούς κατοίκους της, οι οποίοι τελειώνοντας τις διακοπές τους, είχαν φύγει για τις πολιτείες τους, παραχωρώντας την περιοχή στους πτερωτούς αποδημητικούς επισκέπτες στο ταξίδι τους για το νοτιά.
Στη διαδρομή από το χωριό προς την παραλία, η Φαίδρα δεν κατάφερνε να κρύψει την περιέργεια της. Όσα είχαν συμβεί την προηγούμενη ημέρα, αλλά κυρίως όσα είχε αρχίσει να μαθαίνει χωρίς καν να τα υποψιάζεται, την έκαναν να θέλει να μάθει περισσότερα! Κατ' αρχήν για τη σχέση της Νεφέλης με τον Νικηφόρο και, πάνω απ’ όλα, για το πως είχε αρχίσει η μεταξύ τους ερωτική ιστορία.
Ύστερα από λίγη σιωπή, αποφάσισε να ρωτήσει. «Για πες μου αλήθεια, Νεφέλη μου, σε παρακαλώ. Αν δεν γίνομαι στα προσωπικά σου αδιάκριτη… πώς ξεκίνησε το ερωτικό σας παραμύθι; Πώς βρεθήκατε οι δυο σας τόσο κοντά;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε και κράτησε για λίγο το βλέμμα της στον δρόμο. «Φαίδρα, όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο ή κάπως αμήχανο, αυτό που ζούμε συμβαίνει πολύ συχνότερα γύρω μας απ’ όσο νομίζουμε. Πολλές σχέσεις δεν αρχίζουν με ένα σχέδιο. Ξεκινούν από μια γνωριμία, μια έλξη, μια στιγμή που κανείς δεν περίμενε… και ύστερα τα πράγματα παίρνουν τον δικό τους δρόμο.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Χμμ…Και έτσι πήραν το δρόμο τους θεία και ανιψιός; Και η Εριφύλη;»
Η Νεφέλη αναστέναξε ελαφρά, σαν να περίμενε αυτή ακριβώς την ερώτηση. «Κοίτα, Φαίδρα. Ο Νικηφόρος είναι λίγο περισσότερο… αρσενικό απ’ όσο επιτρέπουν συνήθως οι συμβάσεις. Του αρέσουν πολύ οι γυναίκες και αυτό ουδέποτε το έκρυψε από την Εριφύλη.»
«Και εκείνη το δέχεται;»
«Δεν θα το έλεγα έτσι. Είναι κάτι πιο σύνθετο. Η Εριφύλη είναι το κορίτσι του, η γυναίκα του, η σύντροφός του  και χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις με την ουσιαστική τους σημασία. Υπάρχει μεταξύ τους ένας δεσμός που δεν εξαρτάται από το αν η ζωή τους είναι ακριβώς όπως την αντιλαμβάνονται οι άλλοι.»
Η Φαίδρα γύρισε και την κοίταξε. «Δηλαδή;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε αινιγματικά. «Δηλαδή, υπάρχουν ζευγάρια που έχουν βρει τους δικούς τους κανόνες. Και μερικές φορές οι κανόνες μιας σχέσης δεν είναι καθόλου ίδιοι με εκείνους που φανταζόμαστε εμείς απ’ έξω.»
Η Φαίδρα δεν απάντησε. Έμεινε να κοιτάζει τον δρόμο μπροστά τους, ενώ μέσα της μεγάλωνε η αίσθηση πως η Νεφέλη δεν της είχε πει ακόμη ούτε τα μισά. Κράτησε πιο έντονη την αμηχανία της Φαίδρας. «Δηλαδή, Νεφέλη μου, σαν να λέμε πως η Εριφύλη είναι το αγκυροβόλιό του, το ασφαλές λιμάνι του; Εκεί όπου, ό,τι κι αν συμβεί, θα επιστρέψει και θα αράξει, αφού προηγουμένως έχει απολαύσει το ταξίδι του και έχει γνωρίσει κι άλλες θάλασσες, από τον βοριά στον νότο και από τη δύση στην ανατολή. Αυτό μου λες;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Κάπως έτσι, Φαίδρα μου. Ο Νικηφόρος και η Εριφύλη είναι ένα σύγχρονο ζευγάρι. Από την αρχή της σχέσης τους συμφώνησαν πως οι μικρές τους περιπέτειες, εκείνες που με κάποιον τρόπο νοστιμίζουν τη ζωή, δεν θα έπρεπε να κλονίσουν αυτό που θεωρούν πιο σημαντικό. το δικό τους απάνεμο και ασφαλές αγκυροβόλι.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα χαμογέλασε δύσπιστα. «Απορώ με την Εριφύλη. Εγώ, στη θέση της, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το δεχτώ τόσο εύκολα. Θα του έλεγα. Φίλε μου, φαίνεται πως δεν ταιριάζουμε στα πιστεύω μας. Πάρε, λοιπόν, το κουβαδάκι σου κι εγώ παίρνω το δικό μου και πηγαίνω σε άλλη παραλία!»
Η Νεφέλη γέλασε.
«Εσύ, Φαίδρα μου, πάντα ήσουν πιο απόλυτη.»
«Ίσως», απάντησε εκείνη, κοιτάζοντας για λίγο έξω από το παράθυρο. «Ή ίσως απλώς χρειάζομαι να ξέρω πού τελειώνει το δικό μου λιμάνι και πού αρχίζει η θάλασσα του άλλου.»
Η Νεφέλη την κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να σχολιάσει. Ύστερα χαμογέλασε. «Κι όμως, Φαίδρα μου, δεν συνέβη τίποτα απ’ όλα αυτά. Και, για να είμαι ειλικρινής, υπήρχαν δύο βασικοί λόγοι. Πρώτον, τον αγαπάει πολύ. Και δεύτερον...» έκανε μια μικρή παύση, σαν να απολάμβανε ήδη την έκφραση που θα έπαιρνε η φίλη της, «...η κυρία σήμερα είναι πανευτυχής.»
Η Φαίδρα την κοίταξε απορημένη. «Τι εννοείς;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά. «Κάποια στιγμή, λοιπόν, και η Εριφύλη πήρε κι εκείνη το κουβαδάκι της και πήγε και σε άλλη παραλία. Και, ως εκ θαύματος, εκεί βρήκε κι ένα άλλο πανέμορφο αρσενικό. Από τότε, η ζωή της απέκτησε μια εντελώς διαφορετική γεύση. Βρέθηκε, κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δύο άντρες που τη λάτρευαν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.»
Σταμάτησε και ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους.«Καλώς ή κακώς, Φαίδρα μου, αυτά συμβαίνουν στη ζωή.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Σιγά σιγά, ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της. «Δηλαδή ο αρχιτεκτονας... ο ωραίος Έλληνας από την Αγγλία, που είδαμε κάποιες ημέρες το καλοκαίρι... είναι εραστής της Εριφύλης;»
«Μάλλον, όπως φαίνεται.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις πληροφορίες.
«Δεν το πιστεύω! Ρε συ... τώρα που το σκέφτομαι...» είπε και άνοιξε τα μάτια της με έκπληξη. «Το καλοκαίρι κάποια εβδομάδα ήταν όλοι μαζί, ο Νικηφόρος, η Εριφύλη, ο «Άγγλος» και η κόρη σου, η Άλκηστις...»
Κοντοστάθηκε. «Δηλαδή να υποθέσω ... τα βράδια η Εριφύλη μπορεί να ήταν με τον έναν και με τον άλλον;»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Την κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πως η Φαίδρα είχε μόλις ανοίξει μια πόρτα πίσω από την οποία υπήρχαν ακόμη πολλές ιστορίες.
Η Φαίδρα  κοίταξε για λίγο τη Νεφέλη και ύστερα χαμογέλασε καλοσυνάτα.
«Και τώρα έχεις κι εσύ έναν άντρα να σκαλίζει με την τσουγκράνα το παρτέρι σου.»
Η Νεφέλη γέλασε.«Μου έχει αναστατώσει τη ζωή. Δεν περίμενα να συμβεί, αλλά νιώθω όμορφα μαζί του. Με κάνει να ξεχνιέμαι, να αφήνομαι, να χάνομαι λίγο από την καθημερινότητα και να μπαίνω σε έναν κόσμο πιο δικό μου… έναν κόσμο ερωτικής φαντασίας.»
Η Φαίδρα γύρισε και την κοίταξε με ένα βλέμμα που έκρυβε περισσότερα απ’ όσα έλεγε.
«Ναι ε;» Μόνο δύο λέξεις.
Όμως η Νεφέλη κατάλαβε αμέσως ότι πίσω τους υπήρχε ολόκληρη ερώτηση.
«Ναι!» είπε η Νεφέλη και χαμογέλασε πονηρά. «Φαντάσου το εξής: έχω μια ερωτική σχέση με έναν νεότερο και πολύ γοητευτικό άνδρα. Κάθε φορά που συναντιόμαστε περνάμε υπέροχα. Υπάρχει μεταξύ μας μια απίστευτη χημεία, μια έλξη που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.»
Η Φαίδρα την κοίταζε πλέον με έκδηλη έκπληξη.
«Και σαν να μην έφτανε αυτό», συνέχισε η Νεφέλη γελώντας, «όταν βρεθούμε στο εξοχικό του αρέσει να με βάζει σε μικρές, πονηρές δοκιμασίες μέσα στο σπίτι. Να αισθάνομαι πως ακόμη κι όταν κάνω κάτι εντελώς καθημερινό, υπάρχει ανάμεσα μας ένα μυστικό που μόνο εμείς γνωρίζουμε. Του αρέσει να με φαντάζεται έτσι και, ομολογώ, εμένα με διασκεδάζει πολύ.»
«Πάει, χάζεψες!» αναφώνησε η Φαίδρα. «Μωρή θεότρελη, θα τινάξετε τους γάμους σας στον αέρα! Παλαβοί είστε;»
Η Νεφέλη γέλασε. «Όχι. Αυτό είναι ακριβώς το πρώτο πράγμα που ξεκαθαρίσαμε. Ξέρουμε και οι δύο πού πατάμε και ποια είναι τα όρια. Απλώς, αρκετές φορές στη ζωή δημιουργούνται καταστάσεις που ανατρέπουν δεδομένα τα οποία θεωρούσες μέχρι τότε ακλόνητα.»
Έκανε μια μικρή παύση. «Κάποια στιγμή ανακαλύψαμε πως ταιριάζουμε απίστευτα στις ερωτικές μας προτιμήσεις. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα εξελίχθηκαν φυσικά, χωρίς πιέσεις και χωρίς να ζητάει ο ένας από τον άλλον περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει.»
Η Φαίδρα την άκουγε σιωπηλή.
«Δεν ξέρουμε πού θα καταλήξει αυτή η σχέση», συνέχισε η Νεφέλη. «Ίσως επειδή, κατά βάθος, ξέρουμε και οι δύο πως δεν είναι φτιαγμένη για να κρατήσει για πάντα. Έχει τη δική της ημερομηνία λήξης.»
«Και δεν σε φοβίζει αυτό;» ρώτησε η Φαίδρα.
Η Νεφέλη χαμογέλασε πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Όχι όσο θα περίμενες. Ίσως επειδή δεν προσπαθούμε να κάνουμε από μια όμορφη παρένθεση ολόκληρη τη ζωή μας. Υπάρχουν πράγματα που τα ζεις όσο υπάρχουν, χωρίς να απαιτείς από τον χρόνο να σου υποσχεθεί ότι θα κρατήσουν για πάντα.»
Η Φαίδρα έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Εσύ, λοιπόν, το βλέπεις σαν μια παρένθεση;»
Η Νεφέλη γύρισε και την κοίταξε. «Μια πολύ όμορφη παρένθεση», είπε. «Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς έχει τόση δύναμη. Αυτό σε τρελαίνει, ε;» είπε η Νεφέλη χαμογελώντας.
Η Φαίδρα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχεις άδικο. Το ότι παντρευτήκαμε δεν σημαίνει πως ξαφνικά πάψαμε να αισθανόμαστε έλξη για άλλους ανθρώπους. Μπορεί να αγαπάς τον άνθρωπό σου και, παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή να νιώσεις κάτι για κάποιον άλλον.»
Έμεινε για λίγο σιωπηλή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις. «Ιδίως όταν μια σχέση έχει περάσει πολλά χρόνια, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος που σου δίνει λίγη παραπάνω προσοχή, που σε κοιτάζει διαφορετικά, που σε κάνει να αισθανθείς ξανά γυναίκα. Και τότε, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να φαντάζεσαι πως ίσως αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να σπάσει για λίγο τη ρουτίνα της ζωής σου.»
Η Νεφέλη την κοίταξε προσεκτικά, χωρίς να μιλήσει.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα. «Για να μην σε αδικώ, όμως, πρέπει να παραδεχτώ κάτι. Υπάρχουν στιγμές που, μέσα στη μοναξιά μου, αυτό το συναίσθημα με κατατρώει. Κι έχω πιάσει τον εαυτό μου να ονειρεύεται πράγματα που, όταν τα σκέφτομαι ψύχραιμα, μοιάζουν σχεδόν απαγορευμένα.»
«Τι πράγματα;» ρώτησε ήρεμα η Νεφέλη.
Η Φαίδρα δίστασε. Έστρεψε για λίγο το βλέμμα αλλού, σαν να αναζητούσε έναν πιο ασφαλή τρόπο να το πει. «Να με πλησιάζει ένας νεότερος άντρας... σαν τον Νικηφόρο. Να μου δείχνει πως με θέλει πραγματικά και να με παρασύρει, έστω για λίγο, σε μια ζωή έξω από τη συνηθισμένη μου. Να μου ζητά να αφεθώ στην επιθυμία μου, χωρίς να σκέφτομαι συνεχώς τι επιτρέπεται και τι όχι, τι πρέπει και τι δεν πρέπει.» Σταμάτησε και χαμογέλασε αμήχανα. «Ξέρω. Είναι απλώς μια φαντασίωση.»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, όμως, είχε την έντονη αίσθηση πως η Φαίδρα δεν της μιλούσε για έναν υποθετικό άντρα. Ούτε καν για μια αόριστη φαντασίωση. Της μιλούσε για τον Νικηφόρο. 
Η σκέψη αυτή πέρασε από το μυαλό της σαν σπίθα, αλλά δεν την άφησε να φανεί. «Βλέπεις που σου λέω;» είπε τελικά με ένα μικρό χαμόγελο. «Κι υπάρχει και κάτι ακόμη. Μετά από εκείνη τη συζήτηση που είχαμε για το σεξ, κατάλαβα πως θέλει να έχει κάποια επαφή μαζί σου. Τον ελκύει η ίδια σου η παρουσία. Και, πίστεψέ με, όταν ένας άντρας σε θέλει, συνήθως το καταλαβαίνεις. Τα σημάδια είναι εξόφθαλμα. Απλώς δεν είναι πάντα σίγουρος αν υπάρχει ανταπόκριση.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά. «Αστειεύεσαι, προφανώς.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Καθόλου.»
Η Φαίδρα κατέβασε ξανά το βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή, η φαντασίωση που πριν από λίγο είχε προσπαθήσει να παρουσιάσει ως κάτι αόριστο και ακίνδυνο είχε αποκτήσει πρόσωπο, φωνή και όνομα.
Και αυτό ήταν που την έκανε να αισθανθεί ξαφνικά πολύ πιο αμήχανα.
«Όχι. Γιατί να σου πω ψέματα; Μην σοκάρεσαι. Αυτή είναι η αλήθεια.» της λέει η Νεφέλη.
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα και για μια στιγμή κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ύστερα γύρισε προς τη Νεφέλη. «Δεν σοκάρομαι. Ας μην υποκρινόμαστε μεταξύ μας. Ο άντρας μου απουσιάζει συνέχεια. Έχουν περάσει πάνω από οκτώ μήνες χωρίς να έχω την ερωτική επαφή που χρειάζομαι. Είναι, λοιπόν, τόσο παράλογο να σκέφτομαι άλλους άντρες; Όπως, λίγο-πολύ, συμβαίνει σε όλες μας;»
Σταμάτησε για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να πει και το επόμενο. «Και, για να είμαι ειλικρινής μαζί σου… με αναστατώνει αφάνταστα η σκέψη του Νικηφόρου. Να με θέλει πραγματικά. Να με πλησιάζει και να μου δείχνει πως δεν είμαι απλώς μια γυναίκα που θαυμάζει από μακριά.»
Η Νεφέλη την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλήσει. Εκείνη η τελευταία φράση είχε πει περισσότερα απ’ όσα ίσως σκόπευε η Φαίδρα. «Γι’ αυτό σου λέω… θα του προτείνω να σου κάνει ένα ωραίο μασάζ. Να ξέρεις, έχει ταλέντο σ’ αυτά. Ξέρει πώς να χαλαρώνει έναν άνθρωπο, να διώχνει την ένταση και το στρες… και, αν το αφήσεις, μπορεί να μετατρέψει όλη αυτή την κρυφή ένταση σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.»
Η Φαίδρα την κοίταξε με μισό χαμόγελο. «Δηλαδή;»
Η Νεφέλη ανασήκωσε παιχνιδιάρικα τα φρύδια. «Δηλαδή, αγαπημένη μου, ίσως ήρθε η ώρα να δεις αν κάποιες φαντασιώσεις μπορούν να βγουν από το μυαλό και να αποκτήσουν… λίγο πιο απτή μορφή.»
Έτσι η πρόταση της Νεφέλης γίνεται σχεδόν πρόκληση, ενώ η Φαίδρα καταλαβαίνει πολύ καλά το υπονοούμενο χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ευθέως.
Μεσημέρι. Ο Νικηφόρος βοηθούσε τη Νεφέλη στην κουζίνα, ενώ η Φαίδρα, καθισμένη λίγο πιο πέρα, απολάμβανε το δροσιστικό ποτό της και συμμετείχε στην κουβέντα. Πέρασε σχεδόν μία ώρα με κουβέντες περί ανέμων και υδάτων, πειράγματα και υπονοούμενα που πότε πλησίαζαν το όριο και πότε υποχωρούσαν διακριτικά. Ο Νικηφόρος, όμως, δεν θέλησε να τραβήξει περισσότερο το σκοινί. Είχε καταλάβει αρκετά, αλλά περίμενε από τις δύο γυναίκες να κάνουν το επόμενο βήμα.
Κάποια στιγμή η Φαίδρα σηκώθηκε και, αφήνοντας τους δυο τους μόνους, πήγε στο διπλανό σπίτι μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό.
Ο Νικηφόρος δεν έχασε την ευκαιρία. Γύρισε προς τη Νεφέλη και χαμογέλασε. «Αρχικά, να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Σαν γυναίκα, είναι φανερό πως με αναστατώνει ιδιαίτερα.»
Η Νεφέλη δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που σήμαινε πως ήξερε πολύ καλά πού ήθελε να οδηγήσει την κουβέντα.
«Η κοπέλα μας είναι σκέτη φωτιά, Νικηφόρε μου. Και, απ’ ό,τι βλέπω, σου έχει γίνει κάτι περισσότερο από απλή έλξη.»
«Και συμφωνείς να τη διεκδικήσω;»
Η Νεφέλη γέλασε. «Ρε Νικηφόρε, σοβαρά τώρα; Τι είναι αυτό που με ρωτάς; Σαν ποντιακό ανέκδοτο ακούγεται!»
Εκείνος γέλασε κι αυτός, αλλά το βλέμμα του παρέμεινε σοβαρό. «Φυσικά και τη θέλω. Και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Έχω την αίσθηση πως ξαναγίνομαι εικοσάρης που μόλις ανακάλυψε πόσο επικίνδυνα μπορεί να γίνει μια επιθυμία.»
Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο σιωπηλή. «Αυτό ακριβώς φοβόμουν ότι θα μου έλεγες…Η λύση είναι μια! Προχωρά τι πολυσκέφτεσαι και περιμένεις; Λοιπόν πατά γκάζι κάνε την πρόταση πρώτος, είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να φτάσεις και να την γαμήσεις.»
Ήταν ακόμη νωπή η συζήτηση της Νεφέλης με τον Νικηφόρο, με αντικείμενο τη Φαίδρα, όταν ξαφνικά άκουσαν τη φωνή της να τους καλεί έντρομη από την αυλή του σπιτιού της.
Ο Νικηφόρος σηκώθηκε αμέσως. Παρά την αναστάτωση της, μέσα του δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει με μια παράξενη σκέψη: ίσως αυτό να ήταν ένα μικρό, απρόσμενο σημάδι για όσα, όπως ήλπιζε, θα έφερνε το μέλλον στην ερωτική του ιστορία με τη Φαίδρα.
Προχώρησε βιαστικά προς το παράθυρο και, από εκεί, διέκρινε την αυλή. Ένας θάμνος φορτωμένος με ροζ λουλούδια έμοιαζε να ξεχωρίζει μέσα στην καλοκαιρινή βλάστηση. Δίπλα του υψώνονταν οι φτελιές, ανάμεσα σε αειθαλείς θάμνους, ενώ πάνω στον φράκτη με τα κάγκελα είχαν απλωθεί αναρριχώμενες τριανταφυλλιές. Και ανάμεσα σε όλη αυτή τη γαλήνη είχε εμφανιστεί ένας απρόσμενος επισκέπτης. Μια ιδιαίτερα μεγάλη αράχνη είχε κάνει την εμφάνισή της πάνω στον ανθισμένο θάμνο και είχε τρομάξει τη Φαίδρα. Ο Νικηφόρος πλησίασε κοντά της και προσπάθησε να την καθησυχάσει.
«Όταν τη δεις για πρώτη φορά, ίσως τρομάξεις. Αν όμως την παρατηρήσεις λίγο καλύτερα, θα καταλάβεις πως είναι σχεδόν… γλυκούλα.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε δύσπιστα. «Γλυκούλα; Αυτή;»
Ο Νικηφόρος γέλασε. «Έχει να κάνει με το χρώμα της. Κοίταξέ την. Το κόκκινο σώμα της με τις μαύρες βούλες θυμίζει λίγο πασχαλίτσα. Απλώς… σε πολύ μεγαλύτερη έκδοση.»
Η Φαίδρα παρέμενε επιφυλακτική. «Και είναι σίγουρα ακίνδυνη;»
«Ακίνδυνη. Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς.»
Η Φαίδρα πήρε μια βαθιά ανάσα και έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. «Ζητώ συγγνώμη… αλλά ξαφνικά μου ήρθαν ένα σωρό φοβίες στο μυαλό.»
Ο Νικηφόρος την κοίταξε για μια στιγμή χωρίς να μιλήσει. Ίσως, σκέφτηκε, η αράχνη να ήταν απλώς η αφορμή. Κάποιες φορές ο πραγματικός φόβος δεν βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας· κρύβεται λίγο βαθύτερα, εκεί όπου αρχίζουν οι επιθυμίες.
Ο Νικηφόρος, καθώς εκείνη του μιλούσε, την παρατηρούσε διακριτικά. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο στα μεγάλα μάτια της, στο πλατύ μέτωπο και στις ανεπαίσθητες κινήσεις των χειλιών της. Είχε κάτι εντελώς διαφορετικό από την Εριφύλη του. Όχι καλύτερο ή χειρότερο· απλώς διαφορετικό. Μια άλλη παρουσία, ένας άλλος τρόπος να γεμίζει μια γυναίκα τον χώρο γύρω της.
Η Φαίδρα, ακόμη επηρεασμένη από την τρομάρα της, του ζήτησε να μείνει λίγο μαζί της, μέχρι να ηρεμήσει. Μπήκαν μαζί στο σαλόνι. Ο Νικηφόρος, περνώντας το κατώφλι, έριξε μια αργή ματιά γύρω του. Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, ελάχιστα μεγαλύτερο από το δικό τους, με την ατμόσφαιρα παλιάς εξοχικής αρχοντικής κατοικίας. Ψηλά ταβάνια, ξύλινα έπιπλα εποχής και μια διάχυτη αίσθηση πως ο χρόνος εδώ μέσα είχε αποφασίσει να κινηθεί πιο αργά. Ο ίδιος προτιμούσε τις καθαρές γραμμές, την τάξη και τα ουδέτερα χρώματα. Η Φαίδρα, αντίθετα, είχε διαλέξει έντονες αποχρώσεις και έναν σχεδόν εκλεκτικό συνδυασμό αντικειμένων, σαν να μην την ενδιέφερε τόσο η αρμονία όσο η προσωπικότητα που αυτά μπορούσαν να δώσουν στον χώρο. Στους τοίχους κρέμονταν πίνακες με νεκρές φύσεις. Στο πάτωμα, χαλιά διαφορετικών μεγεθών και αποχρώσεων ήταν σκορπισμένα χωρίς αυστηρή συμμετρία, μα με έναν τρόπο που τελικά έμοιαζε φυσικός. Ο ήλιος, χαμηλωμένος πια στον ορίζοντα, τρύπωνε ανάμεσα από τις κατάλευκες περσίδες και άφηνε στο δωμάτιο μακριές, χρυσαφένιες λωρίδες φωτός.
Στο κέντρο δέσποζε ένα τεράστιο τραπέζι μοναστηριακού τύπου, πλαισιωμένο από βαριές, σκαλιστές καρέκλες. Έμοιαζαν με αληθινές αντίκες και όχι με σύγχρονες απομιμήσεις. Στη μία πλευρά του δωματίου υπήρχε ένα τζάκι, σβηστό αυτή την εποχή. Δίπλα του, πάνω σε ένα μικρό τραπέζι σκεπασμένο με πλεκτό σεμέν, βρισκόταν ένα μεγάλο γαλανόλευκο βάζο με θολωτό καπάκι, σε chinoiserie ύφος. Μέσα του υπήρχαν αχνά κίτρινα λουλούδια, που είχαν αρχίσει να χάνουν τα πέταλά τους.
Ο Νικηφόρος στάθηκε για λίγο μπροστά στο τζάκι. Πάνω από αυτό κρέμονταν δύο έγχρωμες γκραβούρες. Η μία απεικόνιζε ένα ήρεμο ηλιοβασίλεμα, σχεδόν ίδιο με εκείνο που εκτυλισσόταν αυτή την ώρα έξω από το παράθυρο. Η άλλη έδειχνε μια παραλία μέσα σε τρικυμία· κύματα σηκωμένα από τον άνεμο, αφρισμένα νερά και έναν ουρανό που έμοιαζε έτοιμος να ξεσπάσει.
Η μία εικόνα απέπνεε γαλήνη. Η άλλη, αγριότητα. Ο Νικηφόρος τις κοίταξε για λίγο και ύστερα στράφηκε προς τη Φαίδρα. Άραγε, σκέφτηκε, ποια από τις δύο έκρυβε περισσότερο από τον χαρακτήρα της; Η γυναίκα της γαλήνης που έδειχνε προς τα έξω ή εκείνη η άλλη, η κρυμμένη, που περίμενε ίσως την κατάλληλη στιγμή για να σηκώσει κύμα; Και, κυρίως, σε ποιο βάθος έκρυβε μέσα της την καθεμιά;
Ο Νικηφόρος ανέβαλε για λίγο την αναχώρησή του. Η Φαίδρα είχε εμφανώς φοβηθεί και, παρότι η αράχνη είχε πια απομακρυνθεί από το προσκήνιο, το πρόσωπό της παρέμενε συννεφιασμένο.
Ίσως μια απλή κουβέντα να τη βοηθούσε να ξεχαστεί. «Βλέπω πως αγαπάτε την περιοχή σας. Τόσο εσείς όσο και η Νεφέλη.»
«Ναι, φυσικά. Το δίχως άλλο.»
«Ωραία είναι εδώ…»
Η Φαίδρα χαμογέλασε αχνά. «Ναι. Μοναχικά, όμως…»
«Είναι ωραίο πράγμα η εξοχή. Ανοίγει την ψυχή σου.»
«Ναι. Και προσωπικά, το χρειάζομαι αυτό.»
«Ο καθένας μας το χρειάζεται.»
«Πολύ σωστά…»
Ο Νικηφόρος έριξε άλλη μια ματιά γύρω του. «Και η διακόσμηση του σπιτιού σας είναι πολύ όμορφη.»
«Ευχαριστώ.»
«Και το τζάκι… Φαντάζομαι πως φτιάχνει ατμόσφαιρα.»
«Έχουμε κλιματισμό και θέρμανση. Σπάνια ανάβει το τζάκι.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε τα ξύλα που ήταν τακτοποιημένα μέσα στην εστία. «Και τα ξύλα εκεί μέσα; Τα έχετε για ντεκόρ;»
Η Φαίδρα χαμογέλασε κάπως αμήχανα. «Περίπου έτσι…»
«Ωραία.»
Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Η Φαίδρα τον κοίταξε και είπε. «Να μιλάμε στον ενικό;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Ναι… Απλώς καμιά φορά, από συνήθεια, διστάζω.»
«Και με μένα είσαι διστακτικός; Μα δεν πρέπει…»
«Έχετε δίκιο…» είπε σχεδόν μηχανικά, και αμέσως διόρθωσε τον εαυτό του. «Έχεις δίκιο.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε για λίγο. «Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό.»
Ο Νικηφόρος συνοφρυώθηκε ελαφρά.
«Με συγχωρείς… Λυπάσαι πολύ; Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω.»
Η σκηνή έχει ωραία λειτουργία ως επιστροφή στην πρώτη τους ουσιαστική συζήτηση. Θα κρατούσα το «σκύλο-μετάνιωσα» ως αυθόρμητο, λίγο αυτοσαρκαστικό γλίστρημα της Φαίδρας και θα έδινα περισσότερο βάρος στην τελευταία σκέψη του Νικηφόρου.
Η Φαίδρα έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις. Ύστερα χαμήλωσε λίγο το βλέμμα. «Όταν έφυγες χθες... το μετάνιωσα, ένιωθα να με ενοχλούσουν τύψεις.» Σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Τι το ήθελα και σου μίλησα έτσι; Πρώτη φορά συζητούσα με τον άνθρωπο και βρήκα να σου σχολιάσω την Εριφύλη, τη γυναίκα σου...»
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Η Φαίδρα είχε μόλις ανοίξει, σχεδόν μόνη της, μια πόρτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε προσεκτικά κλειστή. «Μην το λες αυτό. Εγώ, ειλικρινά, σου είμαι ευγνώμων για την κατανόηση που έδειξες τότε. Ήταν, μάλιστα, εκείνο το σχόλιο που μου κίνησε την περιέργεια. Αλλά πες μου... γιατί μια γυναίκα σαν εσένα αποφεύγει να μιλά για το σεξ;»
Η Φαίδρα τον κοίταξε για λίγο, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει μέχρι πού ήθελε να φτάσει η κουβέντα. «Χωρίς να θέλω να γίνω αδιάκριτη... αυτά τα θέματα τα συζητάς στο σπίτι με τη γυναίκα σου;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε ανεπαίσθητα. «Δηλαδή, εσύ με τον άντρα σου δεν τα συζητάς;»
Η Φαίδρα χαμογέλασε αμήχανα. «Όχι. Με τον άντρα μου, το όλο θέμα του σεξ σχεδόν ποτέ δεν το θίγουμε.»
«Μα γιατί; Είναι κακό;»
Η Φαίδρα κούνησε αργά το κεφάλι. «Όχι. Φυσικά και όχι.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα μίλησε πιο ήρεμα. «Δεν προσπαθώ να μάθω λεπτομέρειες για την ερωτική σου ζωή. Απλώς απάντησε στις ερωτήσεις μου. Είναι εντελώς άκακες.»
Η Φαίδρα τον κοίταξε με προσοχή.
«Πιστεύεις ειλικρινά πως το σεξ μπορεί να εκφράσει τα μυστικά που κρύβονται στις βαθύτερες επιθυμίες μας;»
Η Φαίδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε για μια στιγμή βαθιά στα μάτια. Σαν να πέρασε μέσα της μια σκέψη που δεν ήταν ακόμη έτοιμη να γίνει λέξη. «Ναι.» Μόνο μία λέξη.
Κι όμως, ο Νικηφόρος ένιωσε πως πίσω της υπήρχαν πολύ περισσότερα. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν η έκφραση που έπαιρνε το πρόσωπό της όταν αφηνόταν στον έρωτα. Αν εκείνο το βλέμμα, τόσο ήρεμο και ταυτόχρονα τόσο δύσκολο να διαβαστεί, ήταν άραγε το ίδιο που αποκτούσε όταν άφηνε στην άκρη όλες τις αναστολές της και εμπιστευόταν απλώς αυτό που ένιωθε. Δεν είπε τίποτα. Ίσως γιατί κατάλαβε πως, ορισμένες φορές, μια σιωπή μπορεί να ρωτήσει πολύ περισσότερα από μια ολόκληρη σειρά ερωτήσεων.
«Εντάξει. Νομίζω πως είσαι ασφαλής και μπορώ να αναχωρήσω, Φαίδρα. Δεν υπάρχει πια λόγος να φοβάσαι την αράχνη. Όλα είναι ήσυχα τώρα...» της είπε ήρεμα. Και άρχισε να αποτραβιέται, έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι της Νεφέλης. Δεν ήθελε να πιέσει άλλο την κατάσταση. Είχε πει αρκετά. Είχε αφήσει να φανεί καθαρά πόσο πολύ την επιθυμούσε. Από εκεί και πέρα, η απόφαση ήταν δική της.
Το σαγόνι της σφίχτηκε για μια στιγμή. Ύστερα, σαν να πήρε ξαφνικά θάρρος από κάποια εσωτερική δύναμη, ίσιωσε τους ώμους και σήκωσε λίγο το πιγούνι της.
 Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε μαγεμένος. Κοιτάχτηκαν για αρκετή ώρα χωρίς να μιλούν. Ανάμεσά τους είχε δημιουργηθεί εκείνη η παράξενη σιωπή όπου μια ματιά μπορεί να πει περισσότερα από μια ολόκληρη συζήτηση. 
Και τότε, προς έκπληξή του, η Φαίδρα χαμογέλασε. Ήταν ένα γλυκό, φυσικό, φωτεινό χαμόγελο. Ένα χαμόγελο που του χάρισε χωρίς επιφύλαξη, σχεδόν σαν να του έλεγε πως η παρουσία του όχι μόνο δεν την ενοχλούσε, αλλά της ήταν ευχάριστη.
«Μείνε λίγο μαζί μου», είπε τελικά. «Να με βοηθήσεις να πάμε μερικά πράγματα στη Νεφέλη, που μας περιμένει για το δείπνο.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Μια ζεστασιά τον διέτρεξε ολόκληρο, ξαφνική και σχεδόν μεθυστική. «Έχεις αψεγάδιαστο σώμα... Είσαι τόσο όμορφη...» ψιθύρισε.
Η Φαίδρα χαμήλωσε ελαφρά τα μάτια. «Σ’ ευχαριστώ...»
«Φαντάζομαι πως το έχεις ακούσει πολλές φορές αυτό.»
Ένα μικρό χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της. «Υπερβάλλεις... Απλώς οφείλω να προσέχω τον εαυτό μου.»
Ο Νικηφόρος την παρατηρούσε καθώς άναβε ένα τσιγάρο. Η κίνησή της ήταν κάπως αμήχανη. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και ύστερα άφησε αργά τον καπνό να φύγει από τα χείλη της. Για μια στιγμή, το βλέμμα τους συναντήθηκε ξανά. Ο καπνός αιωρήθηκε ανάμεσά τους σαν λεπτό πέπλο.Κανείς από τους δύο δεν μίλησε. Δεν χρειαζόταν. Η απόσταση που υπήρχε πριν από λίγα λεπτά ανάμεσά τους είχε μικρύνει, όχι επειδή κάποιος έκανε ένα βήμα, αλλά επειδή και οι δύο είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν τι μπορούσε να σημαίνει εκείνη η σιωπή.
«Νομίζεις πως δεν έχω προσέξει ότι μάλλον έχεις σταματήσει να μου μιλάς και με παρατηρείς;» του είπε, σχεδόν πειρακτικά.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. «Ναι, είναι αλήθεια. Μπαίνω στον πειρασμό να σε παρατηρώ όσο μιλάμε. Και… έχεις πολύ όμορφα χείλη.»
Η Φαίδρα σήκωσε το βλέμμα της πάνω του.
«Ναι, αλλά αν υποκύπταμε μονίμως στις ορέξεις μας, δεν θα προσβάλαμε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τους ανθρώπους γύρω μας. Κι εκεί αρχίζουν οι δυσκολίες.»
Ο Νικηφόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Χμμ… Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ πως, αν η φύση θεωρούσε αυτές τις επιθυμίες μας κάτι αφύσικο, ίσως να μην τις είχε φυτέψει μέσα μας εξαρχής;»
Έκανε μια μικρή παύση και την κοίταξε στα μάτια. «Είναι δυνατόν να αισθάνομαι αυτή τη στιγμή τόσο έντονα έλξη για σένα και να είναι όλο αυτό κάτι που η ίδια η φύση έφτιαξε για να με προσβάλει;»
Η Φαίδρα χαμήλωσε για λίγο το βλέμμα. Έσβησε αργά τη στάχτη από το τσιγάρο της και ύστερα τον κοίταξε ξανά. «Και οι επιπτώσεις στα συναισθήματα;» είπε ήσυχα.
Η ερώτηση έμεινε ανάμεσα τους.
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η Φαίδρα δεν προσπαθούσε να αρνηθεί την επιθυμία. Προσπαθούσε να καταλάβει τι θα μπορούσε να αφήσει πίσω της, αν κάποτε αποφάσιζαν να της παραδοθούν.
«Πιστεύω πως, όταν κάνεις κάτι και θέλεις πραγματικά να το χαρείς, δεν σκέφτεσαι διαρκώς τις επιπτώσεις.»
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της. Ο Νικηφόρος είχε ήδη πλησιάσει. Έσκυψε προς το μέρος της και άφησε ένα τρυφερό φιλί στον λαιμό της, λίγο πιο κάτω από το αυτί. Ένιωσε το δέρμα της να ανατριχιάζει. Η Φαίδρα έμεινε ακίνητη. Δεν τον σταμάτησε. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της όταν εκείνος της ψιθύρισε πως την ποθούσε. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτε άλλο.
Ύστερα η Φαίδρα τον κοίταξε. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Ήταν πιο σκοτεινό, πιο τολμηρό, σαν να είχε αφήσει πίσω του τις τελευταίες αντιστάσεις της.
«Κι εγώ… σε θέλω», είπε χαμηλόφωνα. Τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν για μια στιγμή στην πλάτη του, περισσότερο σαν αυθόρμητη αντίδραση παρά σαν συνειδητή κίνηση, και τον έφερε κοντύτερα. Τα χείλη τους συναντήθηκαν ξανά.
Ο Νικηφόρος απομακρύνθηκε για μια στιγμή και την κοίταξε, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχε παρερμηνεύσει όσα συνέβαιναν.
Εκείνη δεν είπε τίποτε. Μόνο το βλέμμα της ήταν αρκετό. Ήταν σκοτεινό και γεμάτο επιθυμία, αλλά ταυτόχρονα έκρυβε κάτι ακόμη: μια παράξενη ανάγκη να διαπιστώσει μέχρι πού μπορούσε να τον οδηγήσει.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Και την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Εγώ είμαι εδώ. Μη φοβάσαι… Δεν φεύγω», της ψιθύρισε στο αυτί.
Με μια τρυφερή κίνηση ίσιωσε με το δάχτυλό του τη γραμμή των φρυδιών της. Η φωνή του ήταν θερμή, ελαφρώς βραχνή, μα πάνω απ’ όλα πηγαία.
Η Φαίδρα τον αγκάλιασε δυνατά και έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο του. Εκείνος της χάιδεψε στοργικά την πλάτη και για λίγο έμειναν έτσι, ακούγοντας μόνο την ανάσα ο ένας του άλλου.
Γύρω τους το δωμάτιο είχε βυθιστεί στο απαλό φως του απογεύματος. Οι σκιές των περσίδων είχαν μετακινηθεί στους τοίχους και το ηλιοβασίλεμα έδινε στα παλιά αντικείμενα μια παράξενη, σχεδόν ονειρική όψη. Η επιθυμία τους είχε πλέον γίνει αισθητή, σχεδόν απτή. Δεν ήταν πια υπονοούμενο ούτε φαντασίωση. Ήταν εκεί, ανάμεσά τους, και περίμενε μόνο μια απόφαση.
Η Φαίδρα σήκωσε αργά το κεφάλι και τον κοίταξε κατάματα. Ο Νικηφόρος κράτησε το βλέμμα της.
«Φαίδρα… Φαίδρα μου… Ομορφιά μου… Ξέρω τι θέλεις. Και το ίδιο θέλω κι εγώ. Σε βλέπω, μου μιλάς, με κοιτάζεις… σε αγγίζω, και μόνο που βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί σου αρκεί για να χάσω την αυτοσυγκράτηση μου.» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σε θέλω εσένα. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο. Μεγάλα παιδιά είμαστε, άλλωστε.»
Το βλέμμα της χάιδεψε παιχνιδιάρικα το πρόσωπό του. Μια τούφα από τα μαλλιά της είχε πέσει λοξά πάνω στο μέτωπό της. Στράβωσε χαριτωμένα το στόμα της και τη φύσηξε απαλά. Η τούφα αιωρήθηκε για μια στιγμή και ύστερα κατέληξε πίσω από το αυτί της.
Η Φαίδρα χαμογέλασε. Ήταν ένα μικρό, σχεδόν αθώο χαμόγελο, που όμως έμοιαζε να κρύβει πολύ περισσότερα απ’ όσα ήταν διατεθειμένη ακόμη να πει.
«Σ’ ευχαριστώ», του είπε, με το χαμόγελο ακόμη χαραγμένο στα χείλη της.
Η επόμενη στιγμή τον αιφνιδίασε. Η Φαίδρα πλησίασε περισσότερο και το φιλί της στον λαιμό του τον διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα ρίγος διέτρεξε ολόκληρο το σώμα του. Την έκλεισε αμέσως στην αγκαλιά του και η ζεστασιά των σωμάτων τους έσβησε την τελευταία απόσταση ανάμεσά τους.
Το φιλί τους έγινε βαθύτερο, πιο θερμό. Παρέμεναν σχεδόν ακίνητοι, κι όμως η Φαίδρα είχε την παράξενη αίσθηση πως βρισκόταν σε κίνηση. Η ανάσα της είχε παγιδευτεί για λίγο στα πνευμόνια της, ώσπου ξέφυγε τελικά σε έναν τρεμουλιαστό αναστεναγμό. 
Το σώμα της, σφιγμένο μέχρι εκείνη τη στιγμή σαν ελατήριο, χαλάρωσε μέσα σε ένα κύμα συγκίνησης που την αιφνιδίασε. Κόλλησε ακόμη περισσότερο πάνω του και σήκωσε το χέρι της, αγγίζοντας απαλά το πρόσωπό του. Ο Νικηφόρος την οδήγησε αργά προς το μεγάλο τραπέζι κοντά στο παράθυρο. Καθώς προχωρούσαν, κάτι μουρμούρισε για την πόρτα που είχε μείνει ανοιχτή. Δεν είχε, όμως, καμία διάθεση να την αφήσει να του ξεφύγει.
Έκανε μια μικρή παράκαμψη και την οδήγησε απαλά προς την είσοδο. Η Φαίδρα κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε. Με μια κίνηση πίσω της έσπρωξε την πόρτα και την έκλεισε. Για μια στιγμή έμειναν και οι δύο σιωπηλοί.
Τώρα δεν υπήρχε τίποτε άλλο ανάμεσά τους παρά μόνο εκείνη η κλειστή πόρτα, η σιωπή του σπιτιού και η αμοιβαία επίγνωση πως είχαν μόλις περάσει ένα όριο που μέχρι πριν από λίγο θεωρούσαν αδιανόητο. Η έλξη ανάμεσά τους ήταν αμοιβαία και ακαριαία. Τη στιγμή που τους κατέκλυσε εκείνο το έντονο συναίσθημα, γεννήθηκε ανάμεσά τους μια σπίθα σωματικού πάθους, τόσο δυνατή, ώστε έμοιαζε περισσότερο με μοιραίο γεγονός παρά με συνειδητή επιλογή.
Βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με ένα απροσδόκητο πάθος, που κανείς από τους δύο δεν είχε αναζητήσει και, τώρα που είχε εμφανιστεί, κανείς δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Ήταν σαν κάτι αόρατο να είχε μετακινήσει τα όρια που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαν δεδομένα, αφήνοντάς τους για λίγες στιγμές χωρίς άμυνα απέναντι σε αυτό που ένιωθαν.
Χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί, η Φαίδρα βρέθηκε με την πλάτη στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Ο Νικηφόρος στάθηκε τόσο κοντά της, ώστε ανάμεσά τους έμεινε ελάχιστος χώρος. Το άγγιγμα του ήταν απαλό, σχεδόν καθησυχαστικό, μα η ένταση που γεννιόταν κάτω από αυτή την τρυφερότητα έκανε την ανάσα της να βαραίνει.
Η Φαίδρα δεν απομακρύνθηκε. Έμεινε εκεί, με τα βλέφαρα μισόκλειστα, αφήνοντας τη στιγμή να την παρασύρει. Δάγκωσε ασυναίσθητα το κάτω χείλος της και για λίγες στιγμές έμοιαζε να έχει ξεχάσει όλα όσα, μέχρι πριν από λίγο, θεωρούσε όρια. Ο Νικηφόρος της μιλούσε χαμηλόφωνα, με μια φωνή ήρεμη, σχεδόν προστατευτική. Εκείνη άκουγε τις λέξεις του, μα περισσότερο ένιωθε τον τόνο τους. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα και η αναπνοή της είχε χάσει τον ρυθμό της.
Ύστερα ήταν εκείνη που άγγιξε το χέρι του. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτε. Η κίνηση ήταν μικρή, αλλά αρκετή. Σαν να είχε ανοίξει μόνη της μια πόρτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε πεισματικά κλειστή. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Εκείνος κατάλαβε. Κι εκείνη, βλέποντας στο βλέμμα του την ίδια επιθυμία που ένιωθε να την κατακλύζει, κατάλαβε πως δεν υπήρχε πια χώρος για προσποιήσεις. Δεν ήταν πλέον η περιέργεια μιας στιγμής ούτε ένα παιχνίδι υπαινιγμών. Ήταν η αμοιβαία έλξη που είχε ξεπεράσει τη λογική και ζητούσε να βιωθεί. Για μια στιγμή η Φαίδρα ένιωσε σαν να χανόταν το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την απώλεια ελέγχου, υπήρχε κάτι παράξενα ήρεμο: η βεβαιότητα πως τον ήθελε. Και ο Νικηφόρος το ήξερε πια.
Η Φαίδρα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, άφησε αργά να πέσει το τελευταίο εμπόδιο ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Το βλέμμα του στάθηκε πάνω της με έκπληξη και θαυμασμό, σαν να αντίκριζε ξαφνικά μια εικόνα που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο στη φαντασία του. 
Τα βιολετιά μάτια της έλαμπαν. Δεν υπήρχε πια αμηχανία μέσα τους· μόνο η σιωπηλή πρόσκληση μιας γυναίκας που είχε αποφασίσει να πάψει να κρύβει αυτό που ένιωθε.
Με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις, ξεκούμπωσε τη φούστα της και κατέβασε το φερμουάρ. Μετακίνησε λίγο τους γοφούς της και την άφησε να γλιστρήσει απαλά κατά μήκος των μηρών της. Δεν βιαζόταν. Ήθελε να τον αφήσει να παρακολουθήσει κάθε κίνησή της. 
Η φούστα σταμάτησε στους αστραγάλους. Η Φαίδρα έγειρε ελαφρά προς τα πίσω, στηρίζοντας τα χέρια της στο τραπέζι. Το σώμα της πήρε μια στάση που έμοιαζε ταυτόχρονα αθώα και προκλητική. Τον κοίταζε ακίνητη, περιμένοντας να δει πώς θα αντιδρούσε. Κι ύστερα, ξαφνικά, σαν να θέλησε να σπάσει τη βαριά σιωπή που είχε δημιουργηθεί, τίναξε παιχνιδιάρικα τα πόδια της μπροστά.
Ο Νικηφόρος τινάχτηκε από την έκπληξη. Η φούστα εκσφενδονίστηκε προς το μέρος του και, πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, βρέθηκε για μια στιγμή πάνω στο πρόσωπό του. 
Ένα αυθόρμητο γέλιο ξέφυγε από τη Φαίδρα. Εκείνος απομάκρυνε το ύφασμα και την κοίταξε αποσβολωμένος. Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχαν μείνει μόνοι, η ατμόσφαιρα έσπασε από κάτι που έμοιαζε με παιχνίδι. Μα το βλέμμα της, όταν ξανασυναντήθηκε με το δικό του, δεν άφηνε περιθώριο για παρερμηνείες. Η Φαίδρα είχε πάψει να φοβάται. Και ο Νικηφόρος κατάλαβε πως η γυναίκα που μέχρι πριν λίγο δίσταζε μπροστά στην ίδια της την επιθυμία, τώρα είχε αποφασίσει να την αφήσει να μιλήσει μόνη της.
Ο πόθος τον έκαιγε. Με βιαστικές κινήσεις απαλλάχθηκε από τα τελευταία ρούχα που τους χώριζαν και στάθηκε για μια στιγμή απέναντί της, σαν να είχε δεχτεί πράγματι έναν κεραυνό που είχε διαπεράσει ολόκληρο το σώμα του, ξεκινώντας από τη σκέψη και φτάνοντας μέχρι την τελευταία του ανάσα. Την τράβηξε πάνω του σχεδόν υπνωτισμένος.
Η Φαίδρα δεν ήταν μια εύθραυστη παρουσία που θα χανόταν μέσα στην αγκαλιά του. Ήταν μια γυναίκα με έντονη, πληθωρική παρουσία, και όταν τα σώματά τους ενώθηκαν, εκείνος ένιωσε τη δύναμή της να απαντά στη δική του.
Τα χέρια του περιπλανήθηκαν πάνω της με τρυφερότητα, χωρίς βιασύνη πια. Εκείνη ανατρίχιασε στο άγγιγμα του και έκλεισε για λίγο τα μάτια. Μια βαθιά ανάσα ξέφυγε από τα χείλη της. Ύστερα αγκαλιάστηκαν σφιχτά. 
Φιλήθηκαν με μια ένταση που δεν άφηνε χώρο για σκέψη. Η ανάσα του ενός μπλεκόταν με την ανάσα του άλλου, τα χέρια τους αναζητούσαν ο ένας τον άλλον και κάθε καινούργιο άγγιγμα έμοιαζε να δυναμώνει περισσότερο τη φωτιά που είχε ήδη ανάψει. Ήταν άγριο, σχεδόν πρωτόγονο, κι ωστόσο αμοιβαίο. Δεν υπήρχε κυριαρχία ούτε υποχώρηση· μόνο δύο άνθρωποι που είχαν παραδοθεί ταυτόχρονα σε κάτι που τους ξεπερνούσε. 
Τα φιλιά τους έγιναν βαθύτερα, πιο παθιασμένα.  Για λίγες στιγμές ο κόσμος έξω από το δωμάτιο έπαψε να υπάρχει. Υπήρχαν μόνο εκείνοι.
Και η αίσθηση πως είχαν φτάσει σε ένα σημείο απ' όπου κανείς τους δεν ήθελε πια να γυρίσει πίσω.
Στη συνέχεια, ο Νικηφόρος την πήρε στην αγκαλιά του και την ξάπλωσε πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε πια χώρος για σκέψεις, αναστολές ή υπολογισμούς. Όταν το σώμα παραδίνεται στον πόθο, ξεχνά το πού και το πότε και αναζητά μόνο έναν τρόπο να καταλαγιάσει τη φωτιά που το διαπερνά.
Δεν είχαν ούτε τον χρόνο ούτε την υπομονή να γνωρίσουν ο ένας το σώμα του άλλου με την ησυχία που ίσως θα απαιτούσε μια διαφορετική αρχή. Όλα συνέβαιναν απότομα, σαν να τους είχε παρασύρει ένα ρεύμα που είχε φουσκώσει μέσα τους πολύ πριν το αντιληφθούν.
Η Φαίδρα αφέθηκε πίσω, με τα μαλλιά της να σκορπίζουν πάνω στο ξύλο. Ο Νικηφόρος έσκυψε πάνω της και τα σώματα τους ενώθηκαν σε μια αγκαλιά γεμάτη ένταση. Οι ανάσες τους έγιναν γρήγορες, τα φιλιά τους πιο βαθιά, και κάθε άγγιγμα έμοιαζε να μεταφέρει από τον έναν στον άλλον την ίδια πυρετώδη επιθυμία. Ήταν μια άγρια ανταλλαγή πόθου, αλλά μέσα στην ορμή υπήρχε και μια παράξενη τρυφερότητα. Στη Φαίδρα ξυπνούσαν ξεχασμένες αισθήσεις, παλιές μνήμες του σώματος και απολαύσεις που είχε αφήσει για χρόνια στην άκρη. Κι όλα αυτά τώρα έβρισκαν απέναντί τους τον πόθο του Νικηφόρου, δημιουργώντας ανάμεσά τους μια ένταση που έμοιαζε να τους ξεπερνά.
Η Φαίδρα παραδόθηκε στη στιγμή. Το σώμα της αναταράχθηκε από την ένταση και τα δάχτυλά της γαντζώθηκαν πάνω του. Μέσα στο παραλήρημα της στιγμής, τα νύχια της χάραξαν το δέρμα του, αφήνοντας πίσω τους μικρές κόκκινες γραμμές. Εκείνος αναστέναξε, μα δεν απομακρύνθηκε.
Η Φαίδρα τον έφερε πιο κοντά της και, με φωνή που μόλις ακουγόταν, ψιθύρισε στο αυτί του. «Μην σταματάς.»
Ο ρυθμός της επιταχυνόταν. Δεν ήταν ο Νικηφόρος που τον επέβαλλε· ήταν η ίδια η Φαίδρα που κινήθηκε τώρα με τον δικό της ρυθμό, παρασύροντας και τους δυο τους σε μια ολοένα μεγαλύτερη ένταση.
Η ανάσα της γινόταν βαριά. Για λίγες στιγμές έμοιαζε να μην υπάρχει τίποτε άλλο στο δωμάτιο παρά μόνο ο ήχος της και ο ρυθμός των σωμάτων τους. Ύστερα το κορμί της ακινητοποιήθηκε σχεδόν απότομα, τεντωμένο μέσα στην ένταση, ενώ εκείνη άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί από το κύμα της απόλαυσης. Ο Νικηφόρος ένιωθε κι εκείνος πως έφτανε στα όριά του. Το κεφάλι του βούιζε και το αίμα χτυπούσε δυνατά στους κροτάφους του. Προσπάθησε να συγκρατήσει την ορμή του, να βρει έναν τρόπο να παρατείνει τη στιγμή. Και τότε, μέσα στη θολούρα της επιθυμίας, ο νους του πήγε στον Λεωνίδα. Σ' εκείνο το παπαδοπαίδι-καπετάνιο από την Άνδρο, που κάποτε του είχε μιλήσει με εκείνη την απίστευτη αυτοπεποίθηση για την περίφημη «τεχνική» του. Θυμήθηκε μάλιστα την ιστορία με τον ιερομόναχο φίλο του πατέρα του, έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με τον ίδιο τον Λεωνίδα, διέθετε σχεδόν μυθικές επιδόσεις στις γυναίκες, «ο ίδιος ο Ρασπούτιν», όπως τον είχε αποκαλέσει γελώντας.
Και τότε ξαναθυμήθηκε τη συμβουλή του. «Ο χρόνος που μπορείς να επιμηκύνεις την απόλαυση είναι, πάνω απ' όλα, θέμα αναπνοής». Ο Νικηφόρος πήρε βαθιά ανάσα και προσπάθησε να βρει έναν πιο ελεγχόμενο ρυθμό. Εισπνοή. Εκπνοή. Ξανά.
Η Φαίδρα, όμως, δεν έδειχνε να έχει καμία διάθεση να τον βοηθήσει να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Το σώμα της στρεφόταν κάτω από το δικό του, σαν να είχε αποκτήσει ξαφνικά τη δική του ανεξάρτητη βούληση.
Εκείνος έσκυψε κοντά της, χαμογελώντας ανάμεσα στις βαριές ανάσες. « Βλέπω πως σου αρέσει όταν αφήνομαι λίγο περισσότερο ένταση στη στιγμή...»
Η Φαίδρα τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε καμία αμφιβολία. « Καθίκι! ψιθύρισε. Είσαι ένα καθίκι που με τρελαίνεις... Καίγομαι!» Και το είπε ξαναμμένη ερωτικά σχεδόν, σαν να είχε πλέον ξεχάσει κάθε ίχνος από την παλιά της συστολή.
Ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια και ξανανιωμένος συνέχισε να την σφυροκοπά. « Θα σε ξεπατώσω... Τ' ορκίζομαι, Θα σε ξεπατώσω. Πάρτον όλον μέσα σου, γλυκιά μου σκρόφα!»
Η Φαίδρα είχε κλείσει τα μάτια της κι απολάμβανε τη στιγμή. Αυτό το απροσδιόριστο θραύσμα του χρόνου που η κορύφωση του ερωτικού πάθους άνοιγε τους ουρανούς και την αγκαλιά της Αφροδίτης και κάνει ιέρεια του έρωτα κάθε γυναίκα που μπορεί να ξεπερνά τις προκαταλήψεις και να παραδίνεται στη μαγεία της αρχέγονης θεάς. Ένιωσε το κορμί της να σφίγγεται, έπειτα τέντωσε τα πόδια και τα χέρια της, ανασήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε με έναν μορφασμό ευχαρίστησης κι ύστερα παραδόθηκε αναστενάζοντας ξεψυχισμένα: «Τελειώνω... Τελειώνω, το κέρατο μου. Το κέρατο σου, παλιοτόμαρο». 
Το γαμήσι τους κράτησε δεν κράτησε κανένα πεντάλεπτο, ....αλλά ο Νικηφόρος δεν ξέρει πόσο κράτησε.. αισθάνθηκε ότι κράτησε πάρα πολύ, δεν άντεξε, αφέθηκε και ένιωσε το σπέρμα του ν’ ανεβαίνει με ορμή στο ορθωμένο του εργαλείο. Τραβήχτηκε απότομα και το πουτσοκέφαλο άρχισε να φτύνει ποτάμια λευκού σπέρματος πάνω στο κορμάκι της με ορμή. Η πρώτη ριπή έφτασε ως το λαιμό της και πρέπει να έχυνε για πολλή ώρα, η κοιλιά της και τα μουνόχειλα της είχαν λουστεί στο σπέρμα ενώ η Φαίδρα έπιανε τον πούτσο του, που ακόμη έβγαζε ζουμιά, σαν να ήθελε να του τον στραγγίσει. Αυτός χαλάρωσε τα μπούτια του και έμεινε με ανοιχτό το στόμα από την προσπάθεια! 
Και τότε. «Μπαμ... μπαμ...»
Ένα ελαφρό, διστακτικό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα η οποία ήταν ήδη μισό-ανοιγμένη. Τόσο διακριτικό, που για μια στιγμή δεν ήταν βέβαιο αν το είχαν πράγματι ακούσει ή αν ήταν απλώς ένας ήχος της φαντασίας τους.
Η Φαίδρα άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Κοίταξε τον Νικηφόρο έντρομη.
Εκείνος έκανε ενστικτωδώς να απομακρυνθεί, όμως η Φαίδρα τον κράτησε πάνω της, σαν να είχε παγώσει ο χρόνος και να μην ήξερε ακόμη πώς να επιστρέψει στην πραγματικότητα.
Ύστερα ακούστηκε ξανά ένα απαλό χτύπημα. Και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Η Νεφέλη εμφανίστηκε στο άνοιγμα.
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Η Νεφέλη στάθηκε ακίνητη, παρατηρώντας τη σκηνή. Ο Νικηφόρος γύρισε προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Δεν χρειάστηκε ούτε μία λέξη. Ένα σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της Νεφέλης. Ο Νικηφόρος κατάλαβε.
Και μέσα σε εκείνη τη μία, παράξενη στιγμή, οι δυο τους αντάλλαξαν ένα συνωμοτικό βλέμμα, σαν να μοιράζονταν ένα μυστικό που η Φαίδρα μόλις είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πόσο μεγάλο ήταν.
Η Νεφέλη αντίκρισε τη σκηνή χωρίς να μιλήσει. Ο Νικηφόρος στεκόταν ακόμη μπροστά στο μεγάλο τραπέζι, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του, ενώ η Φαίδρα παρέμενε ξαπλωμένη πάνω στο απαλόχρωμο, κεντητό τραπεζομάντηλο, με τα δασικά τοπία του κεντήματος να μοιάζουν τώρα παράταιρα κάτω από το σώμα της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, τα ρούχα της μισοτακτοποιημένα και η ανάσα της βαριά. Μόλις αντιλήφθηκε πραγματικά την παρουσία της Νεφέλης, το βλέμμα της άλλαξε. Ανασηκώθηκε αργά και την κοίταξε. Στα μάτια της υπήρχε ενοχή, αμηχανία, αλλά και κάτι άλλο, μια αδιόρατη επιθετικότητα, σαν να αισθανόταν ότι έπρεπε ήδη να υπερασπιστεί τον εαυτό της πριν ακόμη ακούσει την πρώτη κουβέντα.
Για μια στιγμή το βλέμμα της κατέβηκε στο δεξί της χέρι. Στη βέρα. Την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν παντρεμένη. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή δεν αισθανόταν μόνο σύζυγος. Αισθανόταν γυναίκα. Μια γυναίκα που είχε για καιρό στερηθεί την εγγύτητα, το άγγιγμα, την επιβεβαίωση πως το σώμα της εξακολουθούσε να είναι ζωντανό και επιθυμητό. Ο άντρας της ήταν καλός στις υποχρεώσεις του, όσο μπορούσε να είναι. Όμως έλειπε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι αποστάσεις, τα ταξίδια και η συνήθεια είχαν δημιουργήσει ανάμεσά τους μια σιωπή που κανείς δεν είχε κατορθώσει να γεφυρώσει. Η ίδια δυσκολευόταν ακόμη και να θυμηθεί πότε είχαν πραγματικά βρεθεί κοντά ο ένας στον άλλον για τελευταία φορά. Και το σώμα της δεν είχε ξεχάσει. Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο να παραδεχτεί.
Για χρόνια είχε προσπαθήσει να το κάνει να σωπάσει. Σιγά σιγά όμως είχε ανακαλύψει έναν δικό της, κρυφό τρόπο να αντιμετωπίζει τη μοναξιά της. Όταν έμενε μόνη, έκλεινε την πόρτα του δωματίου της, έκλεινε τα μάτια και άφηνε τη φαντασία της να ταξιδεύει. Άντρες που δεν υπήρχαν, πρόσωπα που δεν γνώριζε, αγκαλιές που δεν είχε ζήσει ποτέ.
Και όταν, ύστερα από αυτές τις φαντασιώσεις, ερχόταν η λύτρωση, μια παράξενη σκέψη εμφανιζόταν σχεδόν πάντα. Κι αυτό, άραγε, είναι μια μορφή απιστίας; Την απασχολούσε περισσότερο απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί.
Ίσως επειδή το μυαλό έχει τους δικούς του κανόνες, ενώ το σώμα ακολουθεί άλλους. Το σώμα δεν γνωρίζει πάντα τις απαγορεύσεις που επιβάλλει η συνείδηση. Θυμάται την αφή, την ανάγκη, την επιθυμία. Και όταν η ανάγκη γίνεται αρκετά δυνατή, βρίσκει τρόπους να δικαιολογήσει ακόμη και εκείνα που άλλοτε έμοιαζαν αδιανόητα.
Η Φαίδρα σήκωσε ξανά τα μάτια προς τη Νεφέλη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να απολογηθεί ή να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Η Νεφέλη, όμως, δεν είπε τίποτα. Μόνο την κοίταξε. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή η Φαίδρα κατάλαβε πως η πραγματική δοκιμασία δεν ήταν αυτό που είχε μόλις συμβεί. Ήταν αυτό που θα ακολουθούσε.
Η Φαίδρα, λοιπόν, ως μια όμορφη και γοητευτική γυναίκα, είχε γνωρίσει στη ζωή της πολλές κατακτήσεις. Και όσο περνούσαν τα χρόνια, δεν είχε πια λόγο να το κρύβει ούτε από τον ίδιο της τον εαυτό,: υπήρξαν στιγμές που ενέδωσε στο ανδρικό φλερτ και, κάποιες φορές, το φλερτ ξεπέρασε τα όρια του παιχνιδιού και εξελίχθηκε σε μια πρόσκαιρη ερωτική σχέση. Τώρα, όμως, μπροστά στη Νεφέλη, ένα ερώτημα επέστρεφε επίμονα. Είμαι αμαρτωλή; Και σχεδόν αμέσως ένα δεύτερο. Είμαι διεφθαρμένη;
Κοίταξε τη Νεφέλη με έκδηλη αμηχανία, περιμένοντας, ίσως περισσότερο απ' όσο ήθελε να παραδεχτεί  να δει την αντίδρασή της. Ήθελε μια απάντηση, όχι απαραίτητα με λόγια. Ήθελε να καταλάβει αν αυτό που είχε κάνει την έκανε στα μάτια μιας άλλης γυναίκας λιγότερο αξιοπρεπή, λιγότερο άξια αγάπης.
Η Νεφέλη δεν είπε τίποτε. Το χαμόγελό της όμως ήταν ζεστό, ήρεμο και γεμάτο κατανόηση. Μέσα σ' εκείνο το χαμόγελο η Φαίδρα βρήκε όλες τις απαντήσεις που ζητούσε. Χαμογέλασε κι εκείνη.
Και τότε κάτι μέσα της χαλάρωσε. Ένα αίσθημα πληρότητας και ευεξίας απλώθηκε αργά σε ολόκληρη την ύπαρξή της. Μια ζεστασιά φούντωσε στο στομάχι της, καθώς η σκέψη της γύρισε ξανά στις έντονες στιγμές πάθους που είχε μόλις μοιραστεί με τον Νικηφόρο. Δεν ήταν πια μόνο η ενοχή που θυμόταν. Ήταν και η αίσθηση πως, ύστερα από πολύ καιρό, είχε ξανασυναντήσει ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε αφήσει ξεχασμένο.
Εκείνες τις πρώτες στιγμές, η γλώσσα του σώματος του Νικηφόρου πρόδιδε τη νευρικότητα και την ανασφάλειά του. Οι κινήσεις του ήταν αμήχανες, σχεδόν διστακτικές, σαν να μην είχε ακόμη βρει τον τρόπο να διαχειριστεί αυτό που μόλις είχε συμβεί. Για πρώτη φορά ίσως, η αυτοπεποίθησή του έμοιαζε να τον εγκαταλείπει.
Έμενε ακόμη όρθιος, ακίνητος, στηρίζοντας το βάρος του στα χέρια του που κρατούσαν την άκρη του τραπεζιού. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει ή να αφήσει τη σιωπή να κάνει τη δουλειά της. Οι μακριές βλεφαρίδες της Φαίδρας τρεμόπαιζαν, καθώς οι τελευταίες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Εκείνος έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα κλειστά βλέφαρα. Ύστερα πήρε μια τελευταία, βαθιά ανάσα, σαν να ήθελε να κρατήσει μέσα του το άρωμά της.
Όταν σηκώθηκε, η Νεφέλη τον παρατηρούσε ήδη. Το γυμνασμένο σώμα του, η αμηχανία στις κινήσεις του, η προσπάθειά του να ξαναβρεί την ψυχραιμία του, όλα αυτά έφτασαν στο βλέμμα της σαν μια εικόνα που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Για λίγες στιγμές τον άφησε να πιστεύει πως δεν θα πει τίποτε.Ύστερα τα χείλη της σχημάτισαν ένα πονηρό χαμόγελο. «Πιστεύω να μην το μετάνιωσες που ήρθες μαζί μας,» είπε κοροϊδευτικά.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε. Για πρώτη φορά από τότε που είχε ανοίξει η πόρτα, ένα αμήχανο χαμόγελο ξέφυγε από τα χείλη του.
Η Νεφέλη γέλασε χαμηλά.Και η ένταση που μέχρι πριν λίγο γέμιζε το δωμάτιο άρχισε επιτέλους να υποχωρεί, αφήνοντας πίσω της εκείνη την παράξενη σιωπή που έρχεται μετά από μια πράξη την οποία κανείς από τους τρεις δεν μπορούσε πια να προσποιηθεί πως δεν είχε συμβεί.
Εκείνος χαμογέλασε ντροπαλά. Ντύθηκε σιωπηλά, έφτιαξε τα μαλλιά του και, τρίβοντας τον αυχένα του σαν να ήθελε να ξαναβρεί λίγο από τον εαυτό του, βγήκε στο μπαλκόνι. Άφησε έναν πνιχτό αναστεναγμό. Η ηχώ του πλακόστρωτου μπαλκονιού τού τον επέστρεψε πολλαπλασιασμένο. Στάθηκε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας έξω, και τότε σκέφτηκε τη Νεφέλη.
«Ευχάριστος άνθρωπος», όφειλε να παραδεχτεί. Από εκείνους που δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις για να καταλάβεις ποιοι είναι.
Δεν ήταν φανατικά θρησκευόμενη, χωρίς όμως να στερείται τις δικές της ηθικές αρχές. Είχε μια ελευθερία στον λόγο που αντανακλούσε και την ελευθερία με την οποία αντιμετώπιζε τον έρωτα και την ηδονή. Δεν φοβόταν την επιθυμία ούτε αισθανόταν την ανάγκη να την κρύψει πίσω από καθωσπρεπισμούς. Δεν έμπλεκε τις σχέσεις με μεγάλες προσδοκίες και βαριές υποσχέσεις. Δεν έδειχνε να ζηλεύει, δεν κρατούσε κακίες και, πάνω απ’ όλα, διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να χαίρεται τη ζωή χωρίς να τη φορτώνει με περιττές ενοχές. Είχε μπόλικο μυαλό, χιούμορ και μια φυσική άνεση απέναντι στη σεξουαλικότητα. Για εκείνη, η σεμνοτυφία, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι αυστηροί κανόνες δεν έπρεπε να καταργούν την προσωπική ελευθερία ούτε να στερούν από τον άνθρωπο τη χαρά του έρωτα. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς τη συμπαθούσε τόσο ο Νικηφόρος.
Και η Φαίδρα την αγαπούσε με τον δικό της τρόπο. Τώρα, ύστερα απ’ όσα είχαν συμβεί εκείνο το απόγευμα, την ήθελαν και οι δυο ακόμη περισσότερο στη ζωή τους. Όχι μόνο επειδή η Νεφέλη γνώριζε τα μυστικά τους, αλλά επειδή είχε κάτι σπάνιο: μπορούσε να κοιτάζει την ανθρώπινη επιθυμία κατάματα, χωρίς φόβο, χωρίς υποκρισία και χωρίς να την καταδικάζει.
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε ξανά. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο γοητευτικό της γνώρισμα.
Τελικά η Φαίδρα αποφάσισε να μην επιστρέψει στο χωριό εκείνο το βράδυ. Θα έμενε μαζί τους στο εξοχικό της Νεφέλης. Ειδοποίησε τη μητέρα της και τη Δανάη πως ίσως περνούσε τη νύχτα εκεί, χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
Ο Νικηφόρος είχε πεταχτεί για λίγο στο δικό του σπίτι, να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες. Μόνο που, παράξενο πράγμα, αργούσε να επιστρέψει.
Οι δύο γυναίκες είχαν καθίσει μπροστά στο τζάκι και συζητούσαν ήρεμα, απολαμβάνοντας εκείνη τη ζεστή οικειότητα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Το τραπέζι ήταν σχεδόν έτοιμο για το βραδινό δείπνο και από την κουζίνα έφταναν οι τελευταίες μυρωδιές του φαγητού.
Η Φαίδρα, κρατώντας το ποτήρι της, κοίταξε τη Νεφέλη μ’ ένα πονηρό χαμόγελο, χωρίς να χαθεί η οικειότητα της και το χιούμορ. «Η σχέση σας με τον Νικηφόρο κρατάει καιρό;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Όχι. Σμίξαμε προς το τέλος του καλοκαιριού. Ταιριάξαμε από την αρχή και περνάμε πολύ όμορφα μαζί.» Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ζύγιζε τα λόγια της. «Και υπάρχει ανάμεσά μας μια χημεία που δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις.»
Η Φαίδρα έγνεψε καταφατικά. «Κι ο Παυσανίας;»
«Είναι στην Αθήνα, στον αδελφό του, αυτό τον καιρό. Χαλαρώνει, όπως λέει. Κοντά του νιώθει ήρεμος. Και, μεταξύ μας, λέει πως γλίτωσε και τη δική μας γκρίνια!»
Η Φαίδρα ξέσπασε σε γέλια. «Καλά κάνει! Τουλάχιστον ξέρει να προστατεύει την ηρεμία του.»
Η Νεφέλη χαμογέλασε κι εκείνη. «Έτσι φαίνεται.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα έγειρε ελαφρά προς το μέρος της. «Κι εσύ εδώ, με τον ανιψιό σου...» Άφησε τη φράση να αιωρηθεί για μια στιγμή και ύστερα συμπλήρωσε, με εκείνο το χαρακτηριστικό, πειραχτικό της ύφος: «..στις παραλιακές ερημιές, φαίνεται πως βρίσκετε κι εσείς τον δικό σας τρόπο να περνάτε καλά.»
Η Νεφέλη την κοίταξε δήθεν αυστηρά. «Είσαι αδιόρθωτη!»
«Εγώ; Μια αθώα φιλενάδα σου είμαι!» είπε η Φαίδρα γελώντας. «Που με παρέσυρες κι εμένα στην αγκαλιά του νεαρού ανιψιού σου. Ποιος να το ’λεγε! Στην παραλία του Παγασητικού, ένα Σαββατοκύριακο, ο ανιψιός με τις δυο θείες του!»
Η Νεφέλη άρχισε ήδη να γελάει. «Και, όπως λέει και το λαϊκό άσμα, Φαίδρα μου...» συνέχισε εκείνη, με ύφος δήθεν σοβαρό, «Κάνε, γιε μου, τη δουλειά σου, κι ύστερα είμαστε και πάλι θείες σου!»
Η Φαίδρα λύθηκε στα γέλια. 
«Μη μου πεις, όμως, πως δεν το απόλαυσες!» πρόσθεσε η Νεφέλη, κλείνοντας της το μάτι.
«Εσύ δεν παίζεσαι!» κατάφερε να πει η Φαίδρα ανάμεσα στα γέλια της. Και οι δυο γυναίκες ξέσπασαν ξανά σε γέλια.
Η φωτιά έτριξε μέσα στο τζάκι και, για λίγο, η κουβέντα τους χάθηκε μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού. Μόνο που και οι δύο ήξεραν πως, πίσω από τα πειράγματα, υπήρχαν πλέον πράγματα που δεν χρειάζονταν να ειπωθούν. Ήταν αρκετό ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο ή μια μικρή παύση για να καταλάβουν η μία την άλλη.
Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια μικρή παύση ήταν αρκετά.


«Όντως έτσι είναι! Δεν είναι απλώς θερμός. Είναι σκέτη φωτιά και λάβρα! Έχει έναν τρόπο να σε παρασύρει, να σε κάνει να ξεχνάς όσα νόμιζες πως ήξερες για τον έρωτα. Και το πιο παράξενο; Τα κάνει όλα με μια αφοπλιστική απλότητα, σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.»
Η Φαίδρα χαμογέλασε, ενώ ένα ελαφρύ ρίγος πέρασε από μέσα της στη θύμησή του.
«Και ξέρεις τι άλλο με τρελαίνει; συνέχισε η Νεφέλη. Ότι εδώ, στην ερημιά, αισθάνομαι ελεύθερη. Δεν υπάρχουν βλέμματα, δεν υπάρχουν αυτιά πίσω από τους τοίχους, κανείς να μας υπενθυμίζει τι «πρέπει» και τι «δεν πρέπει». Μπορώ να αφεθώ χωρίς να σκέφτομαι τίποτε άλλο.»
Η Φαίδρα την κοίταξε με ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα. «Δηλαδή ζεις το παραμύθι της βασιλοπούλας με τον ανιψιό σου, με εκείνον στον ρόλο του θερμού νεαρού εραστή!»
Η Νεφέλη γέλασε. «Κάπως έτσι!»
«Πώς το λέει και  άλλη η παροιμία; συνέχισε η πειράζοντας την Φαίδρα. Χθες με τον γέρο σύζυγο, που οι ερωτικές του περιπτύξεις μου προκαλούσαν... «τούρτουρο»· και σήμερα με τον νεαρό εραστή, που σου ξύπνησε όσα είχες ξεχάσει!»
Οι δυο γυναίκες συνεχισαν το χαρουμενο γελιο τους. Ύστερα η Φαίδρα έσκυψε λίγο προς το μέρος της.
«Αλήθεια όμως... πώς ξεκίνησε το δικό σας παραμύθι;»
Η Νεφέλη χαμογέλασε πονηρά και ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπεζάκι.[Αν θέλεις να ξέρεις πως ξεκίνησε όλο αυτό, θα σου πω την αλήθεια. Εγώ έκανα το πρώτο βήμα. Με πολλή προσοχή, βέβαια. Δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση ούτε να διακινδυνεύσω κάτι που θα μπορούσε να μας χαλάσει τη σχέση.
Η Φαίδρα την άκουγε προσεκτικά. «Απλώς είχα σκεφτεί πως ο Νικηφόρος μπορούσε να μου προσφέρει κάτι διαφορετικό από εκείνο που έβρισκα κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνα μόνη μου και όλα γύρω μου ησύχαζαν. Αναζήτησα λοιπόν τα αδύνατα σημεία του γάμου του, όχι για να του δημιουργήσω προβλήματα, αλλά για να του δείξω έναν άλλο τρόπο να βλέπει τη ζωή. Να ζήσουμε μια περιπέτεια, να χαρούμε ο ένας τον άλλον και, κυρίως, να μη φορτώνουμε τα πάντα με υπερβολικές σκέψεις.
Σταμάτησε για λίγο και χαμογέλασε. «Παντρεμένες είμαστε, φιλενάδα μου. Ξέρουμε από πρώτο χέρι πως ο γάμος, αν δεν τον φροντίζεις καθημερινά και με μεγάλη προσοχή, μπορεί σιγά σιγά να απενεργοποιήσει πράγματα που κάποτε ήταν ζωντανά.»
Η Φαίδρα έγνεψε αργά. «Και ποιο ήταν το μυστικό που σε έκανε να τολμήσεις να προκαλέσεις τον ανιψιό σου;»
Η Νεφέλη γέλασε χαμηλόφωνα. « Α, εκεί θέλει ιστορία...»

Της διηγήθηκε τότε το περιστατικό με το υπαίθριο ντους, όταν είχε εμφανιστεί μπροστά του γυμνή με μια άνεση που κάθε άλλο παρά αθώα ήταν. Από εκείνη τη στιγμή, είπε, άρχισε να παρατηρεί τις αντιδράσεις του και να πειραματίζεται με μικρές, προσεκτικά υπολογισμένες προκλήσεις. Ένα βλέμμα λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, μια κίνηση που μπορούσε να παρερμηνευτεί, ένα χαμόγελο που άφηνε επίτηδες κάτι ανείπωτο στον αέρα.
Η Φαίδρα ξέσπασε στα γέλια. «Ρε, τι σκέφτηκε η θεία!»
«Ε, τι να σκεφτεί; είπε η Νεφέλη γελώντας. Καμιά φορά η γυναίκα ξέρει πολύ καλά πότε ένα παιχνίδι έχει αρχίσει, ακόμη κι όταν ο άντρας προσπαθεί να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα την κοίταξε με εκείνο το πονηρό βλέμμα που προμήνυε πως είχε κι άλλο να πει.
«Αν σου δείξω όμως πώς ακριβώς το είχα σκεφτεί τότε, μπορείς να το κρατήσεις μυστικό;
Η Φαίδρα την κοίταξε με απορία. «Νομίζω πως μπορείς να με εμπιστευτείς. Άλλωστε, γιατί να αμφιβάλλεις;
«Μου δίνεις λοιπόν τον λόγο σου πως δεν θα με παρεξηγήσεις;»
«Για πες. Είμαι όλη αφτιά.»
Η Νεφέλη έσκυψε λίγο προς το μέρος της και χαμογέλασε συνωμοτικά. « Θα σου δείξω ένα ντοκιμαντέρ που έχει μια κάπως... παρεμφερή ιστορία. Μια παράξενη σχέση ανάμεσα σε μια θεία και τον ανιψιό της. Δεν θα κάνουμε τίποτε. Απλώς θα το δούμε και θα το απολαύσουμε σαν μια περίεργη ιστορία.
Η Φαίδρα σήκωσε τα φρύδια.«Παράξενο! Εσύ συνήθως δεν βλέπεις ντοκιμαντέρ. Τα σνόμπαρες. Προτιμούσες τις ταινίες ερωτικού περιεχομένου.
«Όλοι αυτές τις προτιμούν, είπε η Νεφέλη γελώντας. Εγώ, όμως, βλέπω τα πάντα. Από καθετί μπορείς να πάρεις κάτι.»
Η Φαίδρα την κοίταξε για μια στιγμή και χαμογέλασε. Κάτι της έλεγε πως το «ντοκιμαντέρ» της , εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς εννοούσε η Νεφέλη, μέχρι που την είδε να ανοίγει την τηλεόραση και να ρυθμίζει την εικόνα στο βίντεο.
Δεν χρειάστηκε πολύ για να αντιληφθεί πως στην οθόνη εμφανιζόταν το εσωτερικό ενός δωματίου σε κάποιο παραλιακό ξενοδοχείο.
Η Φαίδρα ένιωσε ένα παράξενο σκίρτημα.
Ο χώρος, όπως παρουσιαζόταν στην οθόνη, δεν διέφερε και πολύ από το σαλόνι της, όπου λίγο νωρίτερα είχε ζήσει με τον Νικηφόρο τη δική της παράδοση στο πάθος. Η ομοιότητα την έκανε να αισθανθεί ακόμη πιο αμήχανα. Στην οθόνη μόλις είχαν μπει ένας άντρας και μια γυναίκα. Στέκονταν ακόμη όρθιοι, αντικριστά. Εκείνη εμφανιζόταν προκλητικά άνετη απέναντί του, φορώντας μόνο τα κοσμήματα της, ενώ ο νεαρός άντρας την κοιτούσε επίμονα, σαν να γνώριζε ήδη πού θα οδηγούσε η συνάντησή τους.
Η Φαίδρα γύρισε απότομα προς τη Νεφέλη. «Έτσι έβλεπες κι εμάς;»
Η Νεφέλη της έριξε μια ματιά γεμάτη πονηριά. «Με συγχωρείς, καλή μου... αλλά εκείνη την ώρα ήμουν τόσο καυλωμένη από αυτό που έβλεπα, που δυσκολευόμουν να κρατήσω την ψυχραιμία όσο σας κοιτούσα που ήθελα να  ξεσκιστώ μαζί σας! ».
Η Φαίδρα δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να ντραπεί. Έτσι προτίμησε να κοιτάξει ξανά την οθόνη.
Το ζευγάρι είχε αρχίσει να πλησιάζει. Ο νεαρός άνοιξε αργά το πουκάμισό του, αποκαλύπτοντας το γυμνασμένο στήθος του, ενώ η γυναίκα τον παρατηρούσε με ένα βλέμμα που έμοιαζε να τον προκαλεί να συνεχίσει. Η Φαίδρα ένιωσε πως η εικόνα την τραβούσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. «Ήμασταν κι εμείς τόσο... ερωτικοί; ρώτησε ύστερα από λίγο. Μας έβλεπες εκεί στο τραπέζι και...
«Σσσς, την έκοψε απαλά η Νεφέλη. Δες τη συνέχεια!.»
Η Φαίδρα σώπασε. Στην οθόνη, η γυναίκα είχε πλησιάσει περισσότερο τον νεαρό άντρα. Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει με ένα ύφος σχεδόν αλαζονικό, σαν να ήξερε ακριβώς την επίδραση που ασκούσε πάνω της.
Η Φαίδρα όμως δεν πρόσεχε τόσο το πρόσωπο του. Το βλέμμα της είχε καθηλωθεί πάνω του, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει ούτε στον εαυτό της γιατί.
Η Νεφέλη το αντιλήφθηκε. Ένα μικρό, σχεδόν ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Δεν είπε τίποτα.
«Είσασταν και εμείς τόσο ερωτικοί, που μας έβλεπες να πηδιόμαστε στο τραπέζι;» τη ρωτάει η Φαίδρα.
«Σστ, άκου» την έκοψε η Νεφέλη.
Ο νεαρός είχε ξεκουμπώσει το πουκάμισό του και διακρίνονταν οι μύες του στήθους του. Το παντελόνι του ήταν ανοικτό αρκετά για να έχει βγάλει την πούτσα του. Κοίταζε τη γυναίκα μ’ εκείνο το ενοχλητικό αλαζονικό του ύφος. Αλλά η Φαίδρα δεν το πρόσεχε. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στην ψωλή του.
Η φωνή του ακούστηκε μέσα από την οθόνη:
«Θέλεις τον πούτσο μου ξεκωλιάρα γυναίκα; Γονάτισε να τον προσκυνήσεις».
Η πληθωρική γυναίκα υπάκουσε χωρίς χρονοτριβή. Χάιδευε τις ρώγες της ενώ έσκυβε προς την πούτσα του νέου άντρα. Φίλησε απαλά το κεφαλάκι και γύρισε πάνω το βλέμμα της να τον κοιτάξει.
«Ναι ψωλοπνίχτρα μου, πάρτον στο στόμα σου, ετοίμασε τον» συνέχισε αυτός.
Η Φαίδρα στράφηκε προς την Νεφέλη. «Είδες πόση την έχει;» ρώτησε
Η Νεφέλη χαμογέλασε. «Ο Νικηφόρος την έχει μεγαλύτερη»
«Για να το λες εσύ¨κάτι θα ξέρεις.» Κάνει δήθεν την αθώα η Φαίδρα!
«Και είναι ο καλύτερος. Στο λέω εγώ που έχω δοκιμάσει πολλούς.» έσπευσε να πει η Νεφέλη.
Στην οθόνη, η γυναίκα ήταν πάλι όρθια ενώ ο νεαρός έβγαζε τα τελευταία ρούχα του.
«Γύρνα να σε γαμήσω» ακούστηκε πάλι η φωνή του.
Η γυναίκα έκανε μεταβολή κι έσκυψε πάνω στο τραπέζι του δωματίου.
«Το κάνουν πάνω στο τραπέζι». ψιθύρισε η Νεφέλη
Ο νεαρός γονάτισε πίσω της κι έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στ’ ανοιγμένα μπούτια της. Από πίσω έγλειφε το μουνί και τον κώλο της. Η γυναίκα αγκομαχούσε. Σε λίγο ο νεαρός σηκώθηκε. Στάθηκε με την πούτσα του προτεταμένη. Η γυναίκα τον κοίταξε πάνω απ’ τον ώμο της. Τώρα έβαζε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Η ένταση στο πρόσωπό της έδειχνε πόσο το άγγιγμα του τη διέγειρε. Ο νεαρός την πλησίασε κι η πούτσα έβρισκε το δρόμο της στο μουνί που την περίμενε. Η γυναίκα τώρα τρανταζόταν ολόκληρη από τις αδιάκοπες διεισδύσεις στο μουνί της.
«Τι κάνουν τα κορίτσια;» ακούστηκε η φωνή του Νικηφόρου, καθώς έμπαινε φουριόζος στο σαλόνι από τον διάδρομο. Σταμάτησε όμως απότομα. Το βλέμμα του έπεσε στην οθόνη της τηλεόρασης και ύστερα μετακινήθηκε στις δύο γυναίκες. Τη μία στιγμή κοιτούσε τη Νεφέλη, την άλλη τη Φαίδρα, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί όσο εκείνος έλειπε.
Η Φαίδρα, από την πλευρά της, ένιωσε το βλέμμα της να κατεβαίνει ασυναίσθητα πάνω του. Στάθηκε για μια στιγμή στο παντελόνι του, λίγο πάνω από τον καβάλο, και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της: προσπάθησε να θυμηθεί αν η πραγματικότητα ήταν πράγματι τόσο διαφορετική από εκείνο που μόλις είχε δει στην οθόνη.
Ο Νικηφόρος παρέμενε αμήχανος. Κοίταζε την οθόνη, ύστερα τις γυναίκες, ξανά την οθόνη. Ήταν ολοφάνερο πως δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να πει.
Η Νεφέλη, όπως πάντα, ήταν εκείνη που έσπασε πρώτη τη σιωπή. «Μωρό μου, γιατί άργησες τόσο;»
Ύστερα στράφηκε προς τη Φαίδρα. «Κάτσε, καλή μου.»
Την έπιασε απαλά από τους ώμους και την οδήγησε στον καναπέ, σαν να ήθελε να την κάνει να νιώσει άνετα μέσα σε όλη αυτή την παράξενη κατάσταση. Έπειτα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τον Νικηφόρο με εκείνο το αργό, παιχνιδιάρικο βήμα που τον έκανε πάντοτε να καταλαβαίνει πως κάτι σκαρφιζόταν. Στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Τι έγινε; Τόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις τι βλέπουμε;»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε στραβά.
Η Νεφέλη έριξε μια ματιά προς την οθόνη και ύστερα ξανά πάνω του. «Μάλλον πρέπει να της αποδείξεις της Φαίδρας πως η πραγματικότητα είναι λίγο πιο ενδιαφέρουσα από την εικόνα.
Η Φαίδρα ένιωσε το πρόσωπό της να ζεσταίνεται. Ο Νικηφόρος κοίταξε τη μία και μετά την άλλη. Για πρώτη φορά κατάλαβε πως η επιστροφή του στο σπίτι είχε γίνει μέρος ενός παιχνιδιού για το οποίο μόνο εκείνος δεν είχε ενημερωθεί.
Η Φαίδρα κοίταξε προς την οθόνη και είδε τη γυναίκα ανάσκελα στο τραπέζι με τα μπούτια σηκωμένα πάνω στους ώμους του εραστή της που τη γαμούσε ακούραστα. Μάλλον του Νικηφόρου ήταν μεγαλύτερη… Τώρα η Νεφέλη είχε κατεβάσει τη μπλούζα της αποκαλύπτοντας τα βυζιά της. Κάθισε τον Νικηφόρο σε μια καρέκλα και γονάτισε παίρνοντας την ψωλή του στο στόμα της. Λίγο την έγλειφε και λίγο την έπαιζε στα βυζιά της. Και ξανά…
Η Φαίδρα κοίταζε μια Τη Νεφέλη με το Νικηφόρο και μια το ζευγάρι στην οθόνη. Τώρα η γυναίκα στην οθόνη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι κι ο νεαρός ανάμεσα στα μπούτια της, την περιποιόταν πάλι με τη γλώσσα του. Στη θέση αυτή η κάμερα έπαιρνε καθαρότερα το πρόσωπο της κι η Φαίδρα μπορούσε να διακρίνει όλους τους μορφασμούς της ηδονής της. Φτιαχνόταν από το διπλό θέαμα. Ασυναίσθητα είχε σηκώσει τη φούστα της και το χέρι ήταν μέσα στην κιλότα της.
«Θέλεις να τον δοκιμάσεις κι εσύ;» Η φωνή της Νεφέλης την έβγαλε απ’ την ονειροπόληση.
Ο Νικηφόρος είχε σηκωθεί. Κοιτούσε τη Φαίδρα με βλέμμα θολωμένο από την ένταση της στιγμής. Η Νεφέλη, δίπλα του, παρακολουθούσε σιωπηλή.
Χωρίς να πει λέξη, η Φαίδρα σηκώθηκε κι εκείνη. Κάρφωσε τα μάτια της στα δικά του. Ένα αδιόρατο χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της. Για μια στιγμή έμοιαζε να τον προκαλεί χωρίς να χρειάζεται να πει τίποτα. Ύστερα άρχισε αργά να αφήνει πίσω της τα ρούχα της, ένα ένα, χωρίς βιασύνη. Κάθε της κίνηση είχε κάτι από τελετουργία. Ήταν σαν να είχε αποφασίσει πως αυτή τη φορά δεν θα άφηνε τον φόβο ή τις δεύτερες σκέψεις να πάρουν τη θέση της επιθυμίας. Ο Νικηφόρος την παρακολουθούσε μαγεμένος. Η Φαίδρα στάθηκε απέναντί του, έχοντας κρατήσει μόνο ό,τι άφηνε ακόμη μια λεπτή απόσταση ανάμεσά τους. Ύστερα έκανε και το τελευταίο βήμα.Εκείνος πλησίασε. Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτε άλλο παρά η ανάσα τους. Η Φαίδρα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Δεν υπήρχε πια η αμηχανία της προηγούμενης ώρας. Μόνο εκείνη η σιωπηλή βεβαιότητα πως και οι δύο είχαν καταλάβει πού οδηγούσε η στιγμή. 
Η Νεφέλη χαμογέλασε διακριτικά. Η Φαίδρα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του, έκανε ένα ακόμη μικρό βήμα προς τον Νικηφόρο. Αγκαλιάστηκαν με πάθος. Εκείνη αφέθηκε πάνω του, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, κι εκείνος την κράτησε σφιχτά, σαν να φοβόταν μήπως η στιγμή χαθεί αν την αφήσει. Χωρίς να ανταλλάξουν λέξη, την οδήγησε προς τον ευρύχωρο καναπέ. Εκεί, μέσα στη σιωπή που είχε απλωθεί στο δωμάτιο, οι τελευταίες αναστολές τους έμοιαζαν να υποχωρούν. Η Φαίδρα τον κοίταξε για μια ακόμη φορά στα μάτια και ύστερα αφέθηκε ολοκληρωτικά στη στιγμή. Η Νεφέλη έμεινε διακριτικά στο πλάι, αφήνοντας τους δύο να ζήσουν τη δική τους στιγμή. Κι έξω, η νύχτα είχε ήδη σκεπάσει το σπίτι.
Είχε περάσει πάνω από μια ώρα που ο Νικηφόρος μάζεψε τα ρούχα του και πήγε προς το μπάνιο. Λίγο αργότερα φρεσκαρισμένος επέστρεφε στη σαλόνι, ενώ οι δύο γυναίκες έχοντας κι αυτές φρεσκαριστεί έπαιρναν επιτέλους εκείνο το γεύμα για το οποίο είχαν πολύ νωρίτερα καθίσει.
Στην οθόνη η ώριμη γυναίκα με τον εραστή της εγκαταλείπουν το ξενοδοχείο. Ήταν ανάλαφρη περπατώντας σχεδόν νεανικά ενώ το πρόσωπό της έλαμπε. Ο νεαρός την κρατούσε από το χέρι και δεν την άφηνε από τα μάτια του καθώς αυτή πλήρωνε το δωμάτιο. Η Φαίδρα παρατήρησε ότι το ύφος και το βλέμμα του νεαρού ήταν τώρα πολύ διαφορετικά. Κανένα ίχνος από την αλαζονεία με την οποία είχε μπει στο ξενοδοχείο νωρίτερα.
Στην οθόνη ένα νέο ζευγάρι έμπαινε στο δωμάτιο στο ξενοδοχείο, αλλά κανείς δεν είχε πολύ διάθεση να ασχοληθεί με την τηλεόραση. 
Η Νεφέλη με τη Φαίδρα φλυαρούσαν χαμηλόφωνα. Η Φαίδρα είχε αρχίσει πάλι να ανάβει από τις αποκαλύψεις για τη ζωή της Εριφύλης και της Νεφέλης. 
Ακούγοντας την αφήγηση με τις περιπέτειες και τις ερωτικές εικόνες της Εριφύλης εξάπτει και τη δική της φαντασία. Της Φαντάζει σαν σενάριο που η Νεφέλη με γερές δόσεις σασπένς πλέκει το κουβάρι μιας διήγησης όπου κεντρική ηρωίδα είναι η Εριφύλη και οι περιπέτειες με τον εραστής της. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες οι αποκαλύψεις για τη κρυφή ζωή της Εριφύλης και την ερωτική εμπειρία που βιώνει.
Ο Νικηφόρος απολάμβανε την γεύση και ο άρωμα από το Jack Daniel's και προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Οι αποκαλύψεις για την Εριφύλη έκαναν την καρδιά του να σκιρτήσει. Εξέτασε το περιεχόμενο του ποτηριού του με μελετημένη βαρεμάρα. 
«Που τα ξέρεις όλα αυτά;» Ρωτάει δήθεν με απορία τη Νεφέλη
«Τα είδα με τα μάτια μου.» η Νεφέλη απάντησε κάπως κυνικά. 
«Πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα παρατηρητικός σε ό,τι αφορά την Εριφύλη. Απ' ότι γνωρίζω δε μιλάει για τον εαυτό της.» 
Ήπιε το υπόλοιπο μπράντι του, άφησε το ποτήρι του με προσοχή και έγειρε την πλάτη του στη ράχη της καρέκλας του πλέκοντας τα δάχτυλά του μεταξύ τους και ακουμπώντας τα πάνω στο επίπεδο στομάχι του.
Η Φαίδρα, ύστερα από λίγο πιο ώριμη σκέψη, αποφάσισε τελικά πως έπρεπε να αναχωρήσει. Ειδοποίησε τη Δανάη και τις ανιψιές της πως σύντομα θα περνούσε από τη ντισκοτέκ στη γειτονική παραλία και τους ζήτησε να είναι έτοιμες, ώστε να τις παραλάβει και να επιστρέψουν μαζί στο χωριό.
Πριν φύγει, γύρισε προς τη Νεφέλη και της χαμογέλασε. «Πιστεύω πως θα υπάρξουν και πάλι οι όροι και οι προϋποθέσεις για να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας... και, γιατί όχι, να επαναληφθεί και η ανεπανάληπτη εμπειρία που ζήσαμε σήμερα. Ο Νικηφόρος, άλλωστε, φαίνεται πως γνωρίζει πολύ καλά πώς να κάνει μια γυναίκα να αισθάνεται όμορφα.
Η Νεφέλη γέλασε.« Ε, ναι! Εννοείται! Θα τα κανονίσω εγώ όλα με τη δέουσα επιμέλεια. Αρκεί, φυσικά, να υπάρχει συναίνεση και καλή διάθεση.
«Ωραία. Χάρηκα που τα είπαμε...» Η Φαίδρα έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε με ένα βλέμμα γεμάτο νόημα. «...και όχι μόνον. Ελπίζω να υπάρξει και επόμενη φορά.»
Η Νεφέλη την αγκάλιασε.«Να είσαι σίγουρη πως θα υπάρξει.»
«Καλή σας συνέχεια, λοιπόν, σε ό,τι κι αν έχετε αποφασίσει.» Η Φαίδρα χαιρέτησε και τον Νικηφόρο. Το βλέμμα τους συναντήθηκε για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο επέβαλλε ένας απλός αποχαιρετισμός. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτε.Ύστερα έφυγε.
Όταν έκλεισε πίσω της η πόρτα, έμειναν οι δυο τους. Το σπίτι ξαφνικά φάνηκε μεγαλύτερο.Κακά τα ψέματα, στην ερημιά οι ώρες έχουν τον δικό τους ρυθμό. Κυλούν αργά, πολύ αργά. Και όσο ευχάριστο κι αν είναι το περιβάλλον, όσο ζεστή κι αν είναι η παρέα, υπάρχει πάντα εκείνη η παράξενη αίσθηση της αναμονής που κάνει τον χρόνο να βαραίνει.
Η Νεφέλη κοίταξε τον Νικηφόρο. Εκείνος την κοίταξε πίσω. Και οι δυο ήξεραν πως η βραδιά ήταν ακόμη μπροστά τους.
Ο Νικηφόρος, έχοντας πάντα κατά νου τα πλεονεκτήματα που απέδιδε στο κρύο ντους, αποφάσισε να μπει στο λουτρό και να κάνει ένα γρήγορο ντους. Το έντονο κρύο νερό τον βοήθησε να αισθανθεί το σώμα του να ξυπνά ξανά· μια αίσθηση αναζωογόνησης και ενέργειας απλώθηκε πάνω του. Υπήρχαν φορές που το προτιμούσε επίτηδες. Ένιωθε πως η μικρή αυτή δοκιμασία ενίσχυε την αυτοπειθαρχία του, τον έκανε πιο αποφασιστικό και του καλλιεργούσε εκείνη την εσωτερική πυγμή που θεωρούσε απαραίτητη στην καθημερινότητά του. Είχε διαβάσει μάλιστα και διάφορες μελέτες σχετικά με την επίδραση του κρύου στον ανδρικό οργανισμό, ακόμη και κάποιες αναφορές για πιθανές επιδράσεις στην ποιότητα του σπέρματος. Δεν ήξερε πόσο βάσιμες ήταν όλες αυτές οι πληροφορίες, αλλά του άρεσε η ιδέα πως ακόμη και μια απλή συνήθεια μπορούσε να λειτουργεί σαν μικρή άσκηση αυτοκυριαρχίας. Βγήκε από το λουτρό ανανεωμένος. Λίγα πράγματα, σκεφτόταν, μπορούσαν να συγκριθούν με μια φθινοπωρινή βραδιά στην εξοχή, όταν το σαλόνι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό, αυτοσχέδιο μπαρ για λίγους και εκλεκτούς. Η μουσική από το ηχείο έδινε τον ρυθμό με ζωηρές, upbeat μελωδίες, ενώ έξω η νύχτα είχε απλωθεί πάνω από τον έρημο παραλιακό οικισμό.
Η Νεφέλη είχε ήδη πάρει τη θέση της και τον παρακολουθούσε με εκείνο το χαμόγελο που έδειχνε πως περίμενε να δει τι είχε σκαρφιστεί αυτή τη φορά.
Το ερώτημα ήταν απλό. Πώς θα μπορούσαν να «απογειώσουν» εκείνη τη φθινοπωρινή βραδιά και, έστω για λίγες ώρες, να νιώσουν πως βρίσκονταν σε κάποιο beach bar της Σκιάθου, αντί για έναν σχεδόν έρημο παραλιακό οικισμό; Ο Νικηφόρος ήξερε την απάντηση. Τεκίλα.
Το αγαπημένο του ποτό ήταν, όπως έλεγε, το ιδανικό σημείο εκκίνησης. Διάλεξε προσεκτικά τα υλικά και άρχισε να ετοιμάζει τα κοκτέιλ. Αρώματα πιπεριού, επίμονη επίγευση, φρέσκες βοτανικές νότες και μια δροσερή αίσθηση συνέθεταν ένα γευστικό παιχνίδι που υποσχόταν να ταιριάξει απόλυτα με τη διάθεση της βραδιάς. Έριξε τα υλικά στο σέικερ και το κούνησε με ρυθμό. Ο ήχος του πάγου ανακατεύτηκε με τη μουσική.Ύστερα σέρβιρε τα δύο ποτήρια. Τα κοίταξε για μια στιγμή με ικανοποίηση και πήρε το ένα στο χέρι του. «Καλά είμαστε εδώ, της είπε. Χρειαζόμαστε ένα ποτό για να... θερμανθούμε.»
Η Νεφέλη γέλασε. «Με τεκίλα;»
«Με εκλεκτή τεκίλα, παρακαλώ.»
Της έδωσε το ποτήρι και κάθισε απέναντί της. Η βραδιά τους μόλις άρχιζε.
Ήταν μόνοι τους. Όσο ο Νικηφόρος ετοίμαζε τα κοκτέιλ, η Νεφέλη μπήκε στο λουτρό για ένα ντους.
«Πλύσου καλά, παντού,» της φώναξε πειραχτικά.
«Μάλιστα, κύριε!» του απάντησε γελώντας.
Και πράγματι, έκανε ένα αναζωογονητικό ντους με το αγαπημένο της αφρόλουτρο. Ύστερα άπλωσε στο δέρμα της την ενυδατική κρέμα, φόρεσε το αγαπημένο της μπουρνούζι και ετοιμάστηκε να βγει.
Μόλις όμως άγγιξε το χερούλι της πόρτας, μια σκέψη τής ήρθε ξαφνικά στο μυαλό και αναβόσβησε μπροστά της σαν φωτεινή επιγραφή νέον.
«Αποσμητικό έβαλα;» Στάθηκε για μια στιγμή. «Όχι... αποκλείεται να το ξέχασα!»
Γύρισε πίσω, το έβαλε και τότε μόνο ένιωσε πως η προετοιμασία της είχε ολοκληρωθεί. Στο σαλόνι ο Νικηφόρος είχε ξαπλώσει στον καναπέ και παρακολουθούσε τις βραδινές ειδήσεις. Στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά του στέκονταν τα δύο κοκτέιλ, δροσερά, λαχταριστά και παιχνιδιάρικα, σαν να περίμεναν κι αυτά τη δική τους ώρα. Η Νεφέλη έκλεισε πίσω της την πόρτα του λουτρού και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Πήρε το μπολ με τους ξηρούς καρπούς, καθάρισε και έκοψε ένα μήλο σε ένα μικρό όμορφο πιάτο και πρόσθεσε δύο μπανάνες. Πήρε τα τσιγάρα της και τον αναπτήρα.Ήταν χαρούμενη. Απόψε ήθελε να προσφέρει κάτι ιδιαίτερο και στους δυο τους. Όχι απαραίτητα κάτι μεγάλο· περισσότερο εκείνη τη μικρή τελετουργία που κάνει μια συνηθισμένη βραδιά να αποκτά ξεχωριστή σημασία. Έκλεισε την πόρτα της κουζίνας, άναψε το αμπαζούρ και κάθισε απέναντί του στην πολυθρόνα. Στο γλυκό, χαμηλωμένο φως ήπιε την πρώτη γουλιά. Άναψε το τσιγάρο της, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και του έριξε ένα βλέμμα συνωμοτικό. Έφαγε λίγους ξηρούς καρπούς, ύστερα ένα κομμάτι μήλο. Πήρε μια μπανάνα, την ξεφλούδισε αργά και την έφαγε με την αμέριμνη απόλαυση κάποιου που δεν βιάζεται να φτάσει πουθενά. Η τηλεόραση είχε περάσει πλέον στα στιγμιότυπα των ποδοσφαιρικών αγώνων. Ο εκφωνητής, με το αυτάρεσκο ύφος εκείνου που αναλύει γεγονότα κοσμοϊστορικής σημασίας, σχολίαζε τις φάσεις. Η Νεφέλη τον κοίταξε για λίγο.«Μαλάκα...» Πήρε το τηλεχειριστήριο και με μία κίνηση τον εξαφάνισε από την οθόνη.
Αποτέλειωσε τη μπανάνα, ξανάφερε το τσιγάρο στα χείλη της και ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της. Απόψε θα γινόταν κάτι όμορφο. Το ένιωθε. Προσπάθησε να βολευτεί στην πολυθρόνα και να αφεθεί στη ρέμβη. Δεν τα κατάφερε. Σηκώθηκε. Γύρισε δυο φορές στο μικρό σαλόνι χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι. Νύχτα. Ερημιά.
Μόνο η σιωπή του παραλιακού οικισμού και, από μακριά, κάποιος αδύναμος ήχος που έφτανε σαν υπενθύμιση πως ο κόσμος υπήρχε ακόμη. Έμεινε λίγο εκεί και ύστερα ξαναμπήκε μέσα. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και τράβηξε την κουρτίνα. Γύρισε προς τον Νικηφόρο.Του έριξε ένα ναζιάρικο βλέμμα, πήρε το ποτήρι της και κατευθύνθηκε αργά προς την κρεβατοκάμαρα.Ακούμπησε το ποτήρι, το μικρό πιατάκι και τα τσιγάρα στο κομοδίνο. Άναψε το πορτατίφ, έσβησε το κεντρικό φως και το δωμάτιο βυθίστηκε σε μια απαλή, θαμπή φωτεινότητα. Για λίγες στιγμές στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Άφησε το μπουρνούζι να γλιστρήσει από πάνω της και κοίταξε την αντανάκλαση της.
Αγαπούσε το σώμα της. Αγαπούσε τη γυμνότητα της, όχι σαν επίδειξη, αλλά σαν μια φυσική συμφιλίωση με τον εαυτό της. Χαμογέλασε στον καθρέφτη και έκανε μια μικρή, παιχνιδιάρικη κίνηση, σαν να φλέρταρε για λίγο με τη δική της εικόνα. Ύστερα αισθάνθηκε την παρουσία του πίσω της.
Στον καθρέφτη εμφανίστηκε ο Νικηφόρος. Το βλέμμα τους συναντήθηκε μέσα από την αντανάκλαση.
Κανείς δεν μίλησε. Δεν υπήρχε λόγος. Ένα πλατύ, τρυφερό χάδι πέρασε πάνω από το σώμα της, όπου έφταναν τα χέρια του, και την παρέσυρε απαλά προς το κρεβάτι. Από το σαλόνι, το ηχείο συνέχιζε να σκορπά ζωηρές, upbeat μελωδίες, ένα γλυκό μουσικό συμπλήρωμα στη ζεστασιά εκείνης της ώρας.
Ο Νικηφόρος έσκυψε πάνω της και την κράτησε για λίγο στην αγκαλιά του. Τα χέρια του περιπλανήθηκαν τρυφερά πάνω στο σώμα της, ενώ εκείνη παραδόθηκε στην οικειότητα της στιγμής.
«Στο είπα, καυλιάρα γυναίκα, πως εμείς οι δύο έχουμε ακόμη πολλά να κάνουμε, μουρμούρισε παιχνιδιάρικα. Κι ακόμη δεν έχεις δει τίποτα.» Το βλέμμα του είχε εκείνη τη μόνιμη διάθεση για παιχνίδι και τρυφερότητα που είχε γίνει χαρακτηριστική στις μεταξύ τους στιγμές. Ύστερα την κοίταξε στα μάτια.«Μωρό μου, όλα εντάξει;»
«Ναι. Ήταν υπέροχα, του απάντησε χαμογελώντας.
Έκανε να σηκωθεί. « Πού πας; ρώτησε εκείνος απορημένος.»
«Να ξεπλυθώ λίγο.»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε.
«Δεν νομίζω πως τελειώσαμε ακόμη.»
Η Νεφέλη γύρισε και τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν άφηνε πολλές αμφιβολίες. «Τι έλεγες;»
Και η βραδιά συνέχισε τον δικό της ρυθμό, χωρίς βιασύνη και χωρίς κανέναν από τους δύο να θέλει να κοιτάξει το ρολόι. Τελικά έμειναν μαζί άλλες τρεις μέρες.
Τρεις μέρες στην είσοδο του φθινοπώρου, μακριά από τις συνήθειες και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Τρεις μέρες γεμάτες γέλιο, μουσική, ποτά, κουβέντες που κρατούσαν μέχρι αργά και στιγμές πάθους που τους έκαναν να ξεχνούν τον χρόνο. 
Έζησαν όμορφες και δυνατές στιγμές. Από εκείνες που δεν εμφανίζονται κάθε μέρα στη ζωή ενός ανθρώπου και γι’ αυτό ίσως μένουν περισσότερο στη μνήμη. Γιατί η απόλαυση του έρωτα, όπως την αντιλαμβάνονταν εκείνοι, δεν ήταν μόνο αυτό που παίρνεις από τον άλλον. Ήταν και αυτό που θέλεις να του προσφέρεις.
Και ίσως εκεί να βρισκόταν όλη η ουσία, στη χαρά που γίνεται αμοιβαία, στη διάθεση να δώσεις και να πάρεις, και στην αίσθηση πως, έστω για λίγο, δύο άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν πραγματικά έξω από τα όρια της καθημερινότητας.
 ...............…. 
 
Web Informer Button