ADS

click to open

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

O Deyteros Gios Kai To Alogo

......Ήταν Φλεβάρης του 1954. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από τη γέννηση του Αλκιβιάδη, όταν η Ιοκάστη έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της.
Ένα ακόμη αγόρι.
Τον Τηλέμαχο.
Η γέννησή του γέμισε ξανά το μικρό σπίτι στα Μπουμπουτσέλια με χαρά, παιδικά κλάματα και καινούριες ελπίδες. Η οικογένεια μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωναν και τα όνειρα των γονιών.
Κάθε νέο παιδί φέρνει μαζί του μια νέα αρχή.
Μα φέρνει και μεγαλύτερες ευθύνες.
Το ψωμί έπρεπε πια να μοιράζεται σε περισσότερα στόματα, οι ανάγκες πλήθαιναν και οι κόποι του Κλέαρχου και της Ιοκάστης γίνονταν ακόμη βαρύτεροι. Όμως ούτε η φτώχεια ούτε οι στερήσεις μπορούσαν να θαμπώσουν τη χαρά τους. Για τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς τα παιδιά δεν ήταν βάρος· ήταν ευλογία, παρηγοριά και η πιο μεγάλη τους ελπίδα για το αύριο. Ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πόσο είχε αλλάξει η ζωή του, περιεργαζόταν με απορία τον νεογέννητο αδελφό του. Τον πλησίαζε διστακτικά, άγγιζε τα μικροσκοπικά του χεράκια και τον κοιτούσε με εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Η οικογένεια είχε πια αποκτήσει δύο γιους. Δύο μικρές ζωές που έδιναν νόημα σε κάθε θυσία και σε κάθε όνειρο των γονιών τους.
ο ευτυχές γεγονός συνέβη αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ.
Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ανάμεσα στην Τρίτη και στο ξημέρωμα της Τετάρτης, στα μέσα του Φλεβάρη του 1954. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε δείξει από νωρίς τα δόντια του. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του μήνα είχε ενσκήψει δριμύ ψύχος. Ασταμάτητες βροχές, παγωμένοι βοριάδες και ξαφνικές καταιγίδες σάρωναν τον Πάρνωνα, ενώ ο άνεμος σφύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στις ξερολιθιές και στα γυμνά δέντρα του μικρού οικισμού. Μέσα σ' εκείνη τη νύχτα της παγωνιάς και της κακοκαιρίας, όταν η φύση έμοιαζε να δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων, ένα ακόμη παιδί ερχόταν στον κόσμο.
Ο δεύτερος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Τηλέμαχος.
Κι έτσι, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, γεννήθηκε άλλη μια άνοιξη για το μικρό τους σπίτι.
Τα φυλλοβόλα δέντρα στις γυμνές χωμάτινες πλαγιές του οικισμού είχαν απογυμνωθεί. Τα σαπισμένα φύλλα, ποτισμένα από τις ασταμάτητες βροχές, στρώνονταν σαν φαιό χαλί πάνω στο μαλακωμένο χώμα, ενώ ο παγωμένος αγέρας τα παρέσερνε πότε εδώ και πότε εκεί με έναν μονότονο ψίθυρο. Το μικρό αγροτόσπιτο του Κλέαρχου και της Ιοκάστης, στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στεκόταν μόνο του μέσα στη νύχτα. Το είχε κυκλώσει ένα πηχτό, αδιαπέραστο σκοτάδι. Ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια φώτιζαν τον ουρανό· μονάχα ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και στις πέτρες του λόφου, λες και κάτι αθέατο περιδιάβαινε τον τόπο. Τέτοιες νύχτες ο κόσμος αλλάζει όψη. Οι γνώριμες μορφές χάνονται μέσα στις σκιές, οι ήχοι αποκτούν άλλη δύναμη και η φαντασία ταξιδεύει εκεί όπου το φως της ημέρας δεν την αφήνει να φτάσει. Ό,τι μένει καλά κρυμμένο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου βρίσκει τότε τον δρόμο να αναδυθεί, καθώς η νύχτα απλώνει σιωπηλά το πέπλο της πάνω στη γη.
Ο Κλέαρχος στεκόταν μπροστά στο τζάκι κρατώντας ένα μακρύ ξύλο. Βυθισμένος στις σκέψεις του, σκάλιζε αργά τη φωτιά, σπρώχνοντας προς το κέντρο τα πυρωμένα ξύλα και τα λιγοστά αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω από τις φλόγες. Κάθε τόσο μια σπίθα πεταγόταν ψηλά και χανόταν μέσα στην καπνισμένη καμινάδα. Ανά τακτά διαστήματα γύριζε το κεφάλι προς την ορθάνοιχτη ξύλινη εξώπορτα. Ο παγωμένος αέρας εισχωρούσε στο σπίτι, κουβαλώντας τον μονότονο συριγμό του βοριά και το ψιθύρισμα της βροχής. Στεκόταν ακίνητος για λίγες στιγμές, με την ανάσα κομμένη, προσπαθώντας να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο της νύχτας έναν διαφορετικό ήχο· το ποδοβολητό ενός ζώου, ανθρώπινες φωνές ή το τρίξιμο μιας ρόδας πάνω στη λάσπη.
Περίμενε. Και όσο περνούσε η ώρα, η προσμονή βάραινε την ψυχή του περισσότερο κι από τον χειμωνιάτικο ουρανό. Η φωτιά φούντωσε ξαφνικά και οι φλόγες της πέταξαν φωτεινές μαχαιριές στους ασβεστωμένους τοίχους της μικρής κάμαρας. Έξω από την ανοιχτή πόρτα σχηματίστηκε ένα τρεμουλιαστό τετράγωνο φως, που έσπρωχνε για λίγο το σκοτάδι και την παγωνιά της νύχτας, ενώ οι σκιές χόρευαν πάνω στους τοίχους στον αργό ρυθμό της φωτιάς.
Την εξώπορτα την είχαν αφήσει ορθάνοιχτη, όπως συνήθιζαν στα χωριά, τόσο στις χαρές όσο και στις λύπες. Ήταν σαν να καλούσαν όλο τον κόσμο να μπει στο σπίτι και να μοιραστεί ό,τι έφερνε η μοίρα.
Πάνω από τη στέγη ο βοριάς σφύριζε περνώντας ανάμεσα στα κεραμίδια, ενώ από τις χαραμάδες άρχισε να τρυπώνει ένα ψιλό, παγωμένο ανεμοβρόχι. Ο Κλέαρχος ανασήκωσε για λίγο το βλέμμα. Ήξερε να «διαβάζει» τον καιρό όπως διάβαζε το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Το χρώμα του ουρανού, το τρέξιμο των σύννεφων, το πέταγμα των πουλιών, το βουητό του ανέμου στις ρεματιές και στις βουνοκορφές ήταν γι' αυτόν σημάδια πιο σίγουρα κι από κάθε πρόβλεψη.
«Χιονιάς έρχεται», έλεγαν οι χωρικοί όταν φυσούσε δυνατός βοριάς και η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα, ακόμη κι αν στο χωριό τους το χιόνι ήταν σπάνιο και συνήθως έπεφτε χιονόνερο. Κι όταν τον χειμώνα αστραποβολούσε από τον βορρά, το ήξεραν όλοι πως θα ακολουθούσαν μέρες δύσκολες. Οι δουλειές στα χωράφια και στους μπαξέδες σταματούσαν, τα ζώα έμεναν στους στάβλους και οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια τους, περιμένοντας να κοπάσει η κακοκαιρία.
Εκείνο το βράδυ ο Κλέαρχος δεν έμοιαζε με τον εαυτό του. Η συνηθισμένη του ψυχραιμία είχε δώσει τη θέση της σε μια σιωπηλή αγωνία που τον έτρωγε από μέσα. Περίμενε, όπως περιμένει ο βαριά άρρωστος τον γιατρό που θα του φέρει την ελπίδα.
Ξαφνικά, μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι, φάνηκαν δυο σκιές να ανηφορίζουν προς το σπίτι. Ο Κλέαρχος έσκυψε χωρίς να μιλήσει, έριξε ακόμη λίγα ξύλα στο τζάκι και οι φλόγες φούντωσαν. Η μικρή κάμαρα πλημμύρισε ζεστό φως. Οι δυο γυναίκες πλησίαζαν βιαστικά. Ανέβαιναν το μονοπάτι σχεδόν τρέχοντας, με την ανάσα κομμένη και τα στήθη τους να ανεβοκατεβαίνουν από την κούραση. Το κρύο είχε κοκκινίσει τα πρόσωπά τους και η παγωνιά της νύχτας είχε ποτίσει τα ρούχα τους.
Ήταν η μαμή του χωριού και μαζί της η μεσόκοπη γειτόνισσά τους. Μόλις πέρασαν το κατώφλι, ο Κλέαρχος τις υποδέχθηκε με ένα βουβό νεύμα. Εκείνες μπήκαν γρήγορα στην κάμαρα και έκλεισαν ερμητικά πίσω τους την ξύλινη πόρτα, κρατώντας έξω τον άνεμο και τη νύχτα.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλή ώρα ο Κλέαρχος ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει. Ήταν σαν να διαλύθηκε ξαφνικά η πυκνή ομίχλη που βάραινε τον νου του. Η αγωνία δεν είχε ακόμη τελειώσει, όμως δεν ήταν πια μόνος απέναντί της. Με το που έκλεισε η ξύλινη πόρτα, η παγωμένη ανάσα του βοριά έμεινε έξω. Η νύχτα αποκλείστηκε από το μικρό σπίτι σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης.
Δυο μικρές κάμαρες όλες κι όλες· αυτό ήταν το φτωχικό τους. Οι δυο γυναίκες στάθηκαν για λίγο μπροστά στο τζάκι. Άπλωσαν τα παγωμένα τους χέρια προς τις φλόγες, αφήνοντας τη ζεστασιά να διαπεράσει σιγά σιγά τα μουσκεμένα τους ρούχα και να διώξει τη νυχτερινή υγρασία από τα κόκαλά τους. Ύστερα άφησαν τη φωτιά και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας.
Εκεί, πάνω σ' ένα ξύλινο κρεβάτι σκεπασμένο με μια λευκή φλοκάτη, ήταν ξαπλωμένη η Ιοκάστη. Μια μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε τους ώμους της. Βρισκόταν ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, ώσπου αντιλήφθηκε την παρουσία τους και άνοιξε αργά τα μάτια.Την ίδια στιγμή ένα κύμα πόνου διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Ξεκίνησε βαθιά, από τα σωθικά της, απλώθηκε αργά σαν κύκλος στο νερό και χάθηκε, αφήνοντας πίσω του μια σύντομη ανάσα ανακούφισης. Ύστερα ήρθε κι άλλο. Πιο δυνατό. Πιο βαθύ. Ένιωθε πως μέσα της πάλλονταν μια νέα ζωή που ζητούσε επίμονα τον δρόμο προς το φως. Ανάμεσα στις συσπάσεις άπλωνε ασυναίσθητα το χέρι πάνω στην κοιλιά της, σαν να ήθελε να προστατέψει εκείνο το μικρό, εύθραυστο πλάσμα που σε λίγο θα άφηνε για πάντα το ασφαλές καταφύγιό του. Ο φόβος και η χαρά, ο πόνος και η προσμονή είχαν γίνει ένα. Καθώς οι ωδίνες δυνάμωναν και έρχονταν ολοένα συχνότερα, ένιωθε πως το σώμα της δεν της ανήκε πια· υπάκουε μόνο στον αρχέγονο νόμο της γέννησης. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Η μαμή έπιασε αμέσως δουλειά. Με γοργές, σίγουρες κινήσεις έλεγξε ένα προς ένα όλα όσα θα χρειάζονταν για τη γέννα. Τίποτε δεν άφηνε στην τύχη· η πείρα πολλών χρόνων οδηγούσε τα χέρια της.
Το μικρό σπίτι είχε καθαριστεί από νωρίς. Παντού μύριζε ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Όλα ήταν νοικοκυρεμένα, σαν να περίμεναν έναν ξεχωριστό επισκέπτη. Με ευλάβεια κατέβασαν από το εικονοστάσι την εικόνα της Παναγίας. Τη φίλησαν σταυροκοπούμενες και προσευχήθηκαν να πάνε όλα κατ' ευχήν. Άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα του και έριξαν λίγο λιβάνι στη φωτιά. Το άρωμά του γέμισε την κάμαρα, ανακατεύτηκε με τη μυρωδιά των ξύλων που έκαιγαν και χάρισε στο φτωχικό μια γαλήνη σχεδόν εκκλησιαστική. Η προσμονή βάραινε τις καρδιές όλων. Ήξεραν πως η γέννα είναι έργο του Θεού και της μάνας μαζί. Σ' εκείνες τις ώρες δεν χωρούσαν βιασύνες· μόνο υπομονή, πίστη και η ελπίδα πως, με τη βοήθεια της Παναγίας, το νέο παιδί θα ερχόταν γερό στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη ο χρόνος γύρω της είχε σχεδόν μειώνει ακίνητος. Έξω όλα έμοιαζαν να έχουν βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή. Μα μέσα της συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Εκεί είχε στηθεί ένα αθέατο πανηγύρι ζωής. Κάθε κύμα του πόνου τής θύμιζε πως η ώρα πλησίαζε. Κάθε ανάσα γινόταν βαθύτερη. Κάθε χτύπος της καρδιάς δυνατότερος, σαν να συντονιζόταν με τον παλμό της νέας ζωής που ετοιμαζόταν να αντικρίσει το φως. Ένιωθε πως ολόκληρη η πλάση κρατούσε την ανάσα της μαζί της.
Σε λίγο θα κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο παιδί της. Έναν ακόμη γιο. Ένα ακόμη θαύμα.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, ακούστηκαν ξαφνικά αλυχτήματα στην αυλή, ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου, πνιχτές φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, βαριά βήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας.
Ήταν από εκείνες τις ώρες που η νύχτα μοιάζει πιο πυκνή λίγο πριν αρχίσει να ξημερώνει. Η ξύλινη πόρτα άνοιξε απότομα. Ένας άντρας τυλιγμένος στο βρεγμένο πανωφόρι του πέρασε το κατώφλι, αφήνοντας πίσω του τον βοριά να μουγκρίζει και τη βροχή να στάζει από τους ώμους του. Τινάχτηκε ελαφρά, σαν να άφηνε έξω μαζί με το νερό και την αγριάδα της νύχτας.
Ήταν ο απρόβλεπτος, ιδιόρρυθμος φίλος της οικογένειας. Άνθρωπος με τραχύ χιούμορ και καρδιά πλατιά, που ήξερε να σκορπά το γέλιο ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Μπήκε στην κάμαρα με την ορμή του χειμωνιάτικου ανέμου, μα μαζί του έφερε κι έναν αέρα ανακούφισης· σαν να έδιωχνε μονομιάς το βάρος της αγωνίας που τόσες ώρες σκέπαζε το μικρό σπίτι. Στάθηκε για λίγο ακίνητος μπροστά στο τζάκι. Η ζωηρή φλόγα φώτισε το βρεγμένο πρόσωπό του και τα μάτια του γέμισαν από τη θαλπωρή του σπιτιού. Έκλεισε για μια στιγμή τα βλέφαρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε, σαν να ένιωσε κι εκείνος πως μέσα σε εκείνη τη φτωχική κάμαρα είχε μόλις γεννηθεί κάτι μεγαλύτερο από έναν άνθρωπο: είχε γεννηθεί η ίδια η ελπίδα.
Ο Κλέαρχος δεν έκανε καμία ερώτηση. Δεν χρειαζόταν. Η απάντηση βρισκόταν ήδη μπροστά του. Τον υποδέχθηκε μ' ένα ζεστό χαμόγελο, χωρίς να σχολιάσει ούτε την απρόσμενη άφιξη ούτε το περασμένο της ώρας. Άναψε το φανάρι, πήρε τα γκέμια από το άλογο και βγήκε στην αυλή για να το τακτοποιήσει στον μικρό αχυρώνα, δίπλα στο σπίτι.
Είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα. Η νύχτα παρέμενε βαριά και παγωμένη, μα μέσα στο φτωχικό η ζωή είχε νικήσει το σκοτάδι. Ο νυχτερινός επισκέπτης ήταν ο Πολυζώης, μακρινός ξάδελφος του Κλέαρχου· ένας άνθρωπος δεμένος με την οικογένεια περισσότερο με τους δεσμούς της καρδιάς παρά του αίματος.
Ο Πολυζώης ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που σε κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή. Σε τραβούσε κοντά του με την ανοιχτή καρδιά και τον εύθυμο χαρακτήρα του. Σε γοήτευαν τα φερσίματα του, η καλοσύνη του και εκείνο το μοναδικό χιούμορ που στόλιζε ακόμη και την πιο απλή κουβέντα του.
Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες χωρίς προσπάθεια, τον θαύμαζες και περίμενες τη συντροφιά του. Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που, μόλις έμπαιναν σ’ έναν χώρο, άλλαζαν αμέσως την ατμόσφαιρα. Είχε διασχίσει μέσα στη νύχτα την απόσταση από τον οικισμό στην ανατολική πλευρά του λόφου, για να μοιραστεί τη χαρά τους. Άλλωστε δεν είχε έρθει μόνο ως συγγενής και φίλος· σε λίγο καιρό θα γινόταν ο νονός του παιδιού. Η μαμή, με βαθιά συγκίνηση, πήρε απαλά το νεογέννητο αγόρι και το ακούμπησε στην αγκαλιά της μητέρας του. Χάιδεψε τρυφερά το μικρό του κεφάλι και χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν… όλα έχουν την ώρα τους και τον τρόπο τους», είπε με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν δει πολλά στη ζωή τους. Ένα κύμα χαράς πλημμύρισε τη μικρή κάμαρα. Τα βαριά σύννεφα που τόσες ώρες σκέπαζαν τις σκέψεις του Κλέαρχου διαλύθηκαν. Ένιωσε το βάρος να φεύγει από τους ώμους του και μια ξεχασμένη δύναμη να επιστρέφει μέσα του. Εκείνη τη νύχτα, στο φτωχικό σπιτάκι του Αγίου Παντελεήμονα, δεν είχε γεννηθεί μόνο ένα παιδί. Είχε γεννηθεί ξανά και η ελπίδα.
Στην κάμαρα έπεσε για λίγο σιωπή. Μόνο το κλάμα του νεογέννητου αντηχούσε μέσα στον μικρό χώρο, σκεπάζοντας ακόμη και το ήρεμο τριζοβόλημα της φωτιάς στο τζάκι. Ο Πολυζώης, αφού συνήλθε από τη συγκίνηση που τον είχε κυριεύσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά, με τη γνώριμη ζωηράδα του, αναφώνησε χαρούμενα: «Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι!»
Σαν να ήθελε να μοιραστεί με όλους τη χαρά που είχε σκορπίσει η νύχτα αυτή σε ολόκληρο τον κόσμο του.
Ύστερα γύρισε προς τη μαμή και τη ρώτησε: «Πες μου, τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;»
Και πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, πρόσθεσε με το γνωστό του ενθουσιασμό: «Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε. «Τελείωσαν όλα καλά. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να κάνεις τώρα.» Μάλλον όμως κατάλαβε πως η απάντησή της ήταν λίγο απότομη και θέλησε αμέσως να διορθώσει τον τόνο της. Τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη διάθεση και του είπε: «Θα ήθελες στ’ αλήθεια να βοηθήσεις;»
Ο Πολυζώης δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. «Σου το είπα. Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και, κοιτάζοντας τον Πολυζώη με εκείνη τη ζεστασιά που έχουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η χαρά πρέπει να μοιράζεται, του είπε:
«Αφού θέλεις τόσο πολύ να βοηθήσεις, πες μας την ιστορία της Άρτεμης. Πες μας για το άλογό σου. Να ακούσουμε κι εμείς κάτι όμορφο αυτή τη νύχτα».
Και ήταν σαν να άλλαξε ολόκληρη η ατμόσφαιρα μέσα στη μικρή κάμαρα. Λίγες στιγμές πριν, όλοι κρατούσαν ακόμη μέσα τους την αγωνία της γέννας, τον φόβο της νύχτας, το βάρος των δύσκολων καιρών που είχαν περάσει. Τώρα όμως, η φωτιά στο τζάκι έμοιαζε πιο δυνατή, οι σκιές στους τοίχους χόρευαν πιο χαρούμενα και το κλάμα του νεογέννητου ακουγόταν σαν το πρώτο τραγούδι μιας καινούργιας εποχής. Ο Πολυζώης χαμογέλασε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν μαζί τους φως. Η παρουσία του δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Έφτανε η φωνή του, ένα αστείο του, μια ιστορία του, για να διώξει τη βαριά σκιά που άφηναν πίσω τους οι δύσκολοι καιροί.
Και εκείνο το βράδυ, στο μικρό φτωχικό σπίτι του Αγίου Παντελεήμονα, δύο γεννήσεις είχαν φέρει χαμόγελα.
Στην αγκαλιά της μάνας είχε έρθει ένας γιος.
Στον στάβλο, λίγες ώρες πριν, είχε έρθει στον κόσμο ένα μαύρο πουλάρι με το λευκό σημάδι στο μέτωπο.
Και οι δύο έμοιαζαν σαν μηνύματα ελπίδας. Σαν να ήθελε η ζωή να τους θυμίσει πως, ακόμη και μετά τις πιο σκοτεινές νύχτες, πάντα υπάρχει μια αυγή που περιμένει.
Ο οικισμός τους τα Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα)
Ο οικισμός αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα. Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα διάσπαρτα σπίτια των Καραστατήρη και προχωρώντας με τα πόδια προς την κορφή του χωριού, συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικία του Πολυζώη. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Για τον Πολυζώη η ενασχόληση με τα άλογα δεν ήταν ένα απλό χόμπι. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν μια σχέση που είχε μέσα της αγάπη, σεβασμό και βαθιά γνώση. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα, καταλάβαινε πολλά. Ήξερε την ηλικία τους, τον χαρακτήρα τους, τις ιδιοτροπίες τους, ακόμη και τη διάθεσή τους. Ένα άλογο για εκείνον δεν ήταν βάρος ούτε εργαλείο μόνο για τη δουλειά. Ήταν ζωντανή ύπαρξη, σύντροφος του ανθρώπου στις χαρές, στις δυσκολίες και στη μοναξιά της υπαίθρου. Ήταν άλλες εποχές τότε. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ακόμη στην περιοχή και οι μετακινήσεις, οι μεταφορές και οι αγροτικές εργασίες γίνονταν με τα ζώα. Τα μουλάρια, τα άλογα, τα κάρα και οι άμαξες ήταν η δύναμη του τόπου. Ήταν η συνέχεια των χεριών του ανθρώπου. Ο Πολυζώης είχε τρία άλογα. Δύο από αυτά τα χρησιμοποιούσε στις αγροτικές του εργασίες. Η Άρτεμις όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν η μεγάλη του αδυναμία, η ξεχωριστή του αγάπη ανάμεσα σε όλα τα άλογα που είχε αποκτήσει στη ζωή του.
Η Άρτεμις ήταν μια πανέμορφη αραβική φοράδα. Είχε υπάρξει άλογο αγώνων και είχε χαρίσει πολλές χαρές στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, μέχρι τη στιγμή που ένας πρόωρος τραυματισμός την ανάγκασε να αποσυρθεί. Όμως η αξία της δεν είχε χαθεί. Η ομορφιά της, η περηφάνια της και η αρχοντιά της παρέμεναν. Τον τελευταίο καιρό είχε ζευγαρώσει με έναν αραβικό επιβήτορα και εκείνη την παγωμένη νύχτα του χειμώνα, λίγες ώρες πριν από τη γέννηση του δεύτερου γιου του Κλέαρχου, έφερε στον κόσμο, εύκολα και χωρίς επιπλοκές, μέσα στη ζεστασιά του αχερώνα, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Ο Πολυζώης το θεώρησε καλό σημάδι. Στο μυαλό του ανθρώπου της υπαίθρου η ζωή είχε τους δικούς της συμβολισμούς. Τα δυνατά και όμορφα αρσενικά άλογα θεωρούνταν σημάδι δύναμης, προκοπής και καλής τύχης. Κι εκείνο το πουλάρι είχε γεννηθεί σε μια παράξενη στιγμή. Όχι μέσα στους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, όπως συνήθως συνέβαινε, όταν η φύση ήταν γενναιόδωρη και η τροφή άφθονη, αλλά μέσα στη βαριά καρδιά του χειμώνα. Για τον Πολυζώη αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Όταν θα ερχόταν η ώρα του απογαλακτισμού και του αποχωρισμού από τη μάνα του, το κραταιό και όμορφο νιόβγαλτο πουλάρι θα είχε έναν ξεχωριστό προορισμό. Θα το πρόσφερε στην οικογένεια του Κλέαρχου, και ιδιαίτερα στο νεογέννητο αγόρι.
«Η θεά Τύχη το έφερε έτσι», τους είπε χαμογελώντας. «Γεννήθηκαν την ίδια νύχτα. Ας μεγαλώσουν μαζί». Και με την ευχή του, τους παρέδωσε το δώρο του. Ένα δώρο που δεν ήταν απλώς ένα άλογο.
Ήταν μια υπόσχεση συντροφιάς, δύναμης και συνέχειας. Και η μητέρα του μικρού αγοριού το δέχτηκε με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη με την οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον γιο της. Γιατί και τα δύο ήταν πλάσματα που η ζωή της εμπιστεύτηκε να προστατεύσει.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο. Το κατάμαυρο τρίχωμά του γυάλιζε στον ήλιο και στο μέτωπό του ξεχώριζε εκείνο το λευκό αστέρι, σαν σημάδι που η ίδια η φύση είχε αφήσει επάνω του. Είχε εκπληκτική αντοχή, εξαιρετική αντίληψη και μια περηφάνια που φαινόταν σε κάθε του κίνηση. Ο Πολυζώης, όταν το αντίκριζε, θυμόταν πάντα την Άρτεμη, τη μάνα του, και πίστευε πως κάποια από την αρχοντιά της είχε περάσει και στο παιδί της.
Κεραυνός. Αυτό ήταν το όνομα που του έδωσαν. Και δεν μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό όνομα για ένα τέτοιο άτι. Ήταν γρήγορο, δυνατό, ατίθασο. Ένα άλογο που δεν δεχόταν εύκολα διαταγές και συχνά έκανε του κεφαλιού του. Ήθελε χρόνο, υπομονή και γνώση για να μάθει να εμπιστεύεται τον άνθρωπο. Και η Ιοκάστη είχε όλα αυτά. Με την ίδια υπομονή και αφοσίωση που μεγάλωνε τον μικρό της γιο, φρόντιζε και τον Κεραυνό. Τον καθάριζε, τον περιποιόταν, του μιλούσε ήρεμα και τον πλησίαζε χωρίς φόβο. Δεν προσπάθησε ποτέ να τον νικήσει με τη δύναμη. Κατάλαβε πως η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· κερδίζεται. Και σιγά σιγά το περήφανο άλογο άρχισε να αλλάζει. Η ανυπότακτη φύση του μαλάκωσε. Εκεί που άλλοτε αντιδρούσε, τώρα περίμενε τη φωνή της. Εκεί που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν, τώρα πλησίαζε μόνο όταν άκουγε τα βήματά της. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μια ξεχωριστή φιλία. Ο Κεραυνός εμπιστευόταν την Ιοκάστη περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ήταν η μόνη που του επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του χωρίς ανησυχία, η μόνη που μπορούσε να τον οδηγήσει χωρίς χαλινάρι φόβου, μόνο με τη δύναμη της σχέσης τους. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έδινε εκείνο το περήφανο άλογο: πως ακόμη και οι πιο ελεύθερες ψυχές δεν χρειάζονται δεσμά για να ακολουθήσουν κάποιον. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο που να τις καταλαβαίνει. Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται πραγματικά. Μέσα του καίει πάντα η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την περήφανη και ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρεί την εμπιστοσύνη του μόνο σε εκείνους που επιλέγει το ίδιο. Δεν υποτάσσεται· απλώς παραχωρεί τον εαυτό του. Και το κάνει μόνο σε ανθρώπους που μπορούν να κοιτάξουν την ψυχή του μέσα από τα μάτια του.
Η Ιοκάστη, από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να καταλαβαίνει τα άλογα. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να ηρεμήσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. Τα αρσενικά άλογα, ιδιαίτερα τα περήφανα και δυνατά, συχνά παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στον χειρισμό τους. Σε στιγμές έντασης, οι αντιδράσεις τους δεν είναι πάντα εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη. Όμως η Ιοκάστη δεν προσπάθησε ποτέ να νικήσει τον Κεραυνό. Προσπάθησε να τον καταλάβει. Γιατί τα άλογα δεν αγαπούν το αφεντικό τους από υποχρέωση ή από τυφλή υποταγή. Η εμπιστοσύνη τους κερδίζεται. Χρειάζεται χρόνος, υπομονή και σεβασμός. Και όταν ένας άνθρωπος καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός αλόγου, δεν αποκτά απλώς ένα ζώο για συντροφιά ή εργασία· αποκτά έναν αληθινό φίλο. Αυτή ακριβώς ήταν η σχέση της Ιοκάστης με τον Κεραυνό. Μια σχέση αγνή και ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, αμοιβαία κατανόηση και σιωπηλή επικοινωνία. Το μαύρο άτι υπάκουε στις προσταγές της όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ανέβαινε στη ράχη του και το οδηγούσε μόνο με το σώμα της, με μια μικρή κίνηση, ένα νεύμα, ένα άγγιγμα. Δεν της χρειάζονταν χαλινάρια ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους είχαν τον δικό τους τρόπο να συνομιλούν. Με τα μάτια, με τις κινήσεις, με την ανάσα τους. Και όταν ξεκινούσαν, άνθρωπος και άλογο γίνονταν ένα. Κάλπαζαν σαν τον άνεμο, ελεύθεροι πάνω στη γη του Πάρνωνα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον ήχο των βημάτων και τη σκόνη του δρόμου.
Τον τελευταίο χρόνο, πριν η οικογένεια αφήσει το χωριό και κατέβει στο αστικό κέντρο, είχε δημιουργηθεί και ανάμεσα στον μικρό Αλκιβιάδη και τον Κεραυνό ένας ξεχωριστός δεσμός. Ήταν μόλις επτά χρονών όταν τόλμησε να ανέβει στη ράχη του. Και η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνο το περήφανο, ατίθασο άλογο, που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν άνθρωπο, θα άφηνε ένα μικρό παιδί να το οδηγήσει; Μα ο Κεραυνός γνώριζε. Όπως είχε επιλέξει τη μητέρα του, έτσι είχε επιλέξει και εκείνον.
Όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό, ο Κεραυνός επέστρεψε στον Πολυζώη. Δεν ήταν εύκολο για κανέναν. Όμως κάποια πράγματα, όσο κι αν αλλάζουν οι δρόμοι της ζωής, παραμένουν για πάντα χαραγμένα μέσα στην ψυχή.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η μητέρα του, η Ιοκάστη, αραιά και πού επέστρεφε στα πάτρια χώματα. Κάθε συνάντησή της με τον Κεραυνό ήταν μια μικρή γιορτή. Εκείνος την αναγνώριζε πριν ακόμη τη δει. Κι εκείνη ένιωθε πως για λίγες στιγμές ξαναγύριζε η παλιά της ζωή. Όσο όμως ο χρόνος περνούσε και το άλογο γερνούσε, απέφευγε αυτές τις συναντήσεις. Την πονούσαν. Ήταν δύσκολο να βλέπει τον αέρα της νιότης της να βαραίνει από τα χρόνια. Ώσπου έμαθε πως ο Κεραυνός είχε πλέον προβλήματα υγείας. Και τότε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αφήσει άλλο τον φόβο της απώλειας να την κρατά μακριά.
Έπρεπε να τον ξαναδεί. Ο Κεραυνός βρισκόταν ακόμη στον παλιό αχερώνα.
Όμως η εικόνα που αντίκρισε δεν θύμιζε σε τίποτα το περήφανο άτι των περασμένων χρόνων. Το μαύρο του τρίχωμα είχε χάσει τη λάμψη του. Η δυνατή του κορμοστασιά είχε λυγίσει από τα χρόνια. Η εκπληκτική του αντοχή είχε φύγει και η όρασή του είχε αδυνατίσει.
Μα η ψυχή του ήταν ακόμη εκεί. Μόλις ένιωσε την παρουσία της, σήκωσε το κεφάλι του. Την οσμίστηκε και, με όση δύναμη του είχε απομείνει, χλιμίντρησε χαρούμενα. Ήταν το ίδιο χλιμίντρημα που γνώριζε τόσα χρόνια. Μόνο που τώρα ερχόταν από ένα σώμα κουρασμένο.Τα σκούρα, συννεφιασμένα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η Ιοκάστη πλησίασε αργά, τον χάιδεψε απαλά και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο λιπόσαρκο μέτωπό του. Για μια στιγμή δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε απόσταση.
Υπήρχαν μόνο οι δυο τους.
Η αμαζόνα των νεανικών χρόνων και το περήφανο άτι που κάποτε κάλπαζε σαν τον άνεμο. Η Ιοκάστη δεν μπόρεσε να κρατήσει τη θλίψη της.
Δάκρυσε. 
Όχι μόνο για τον γερασμένο Κεραυνό. Δάκρυσε για όλα όσα πέρασαν και δεν θα επέστρεφαν ποτέ

Η συνέχεια στο...

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

O Prototokos Gios.. H Simfiliossi

..... Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, η Ελλάδα βγήκε βαθιά λαβωμένη. Ο τόπος κουβαλούσε ακόμη τις πληγές της αδελφοκτόνας σύγκρουσης. Ο φόβος, η καχυποψία και ο διχασμός συνέχιζαν να βαραίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ πολλοί γνώρισαν τις φυλακές, τις εξορίες ή τον ξεριζωμό. Οι συνέπειες του πολέμου δεν έσβησαν με την υπογραφή της ειρήνης· παρέμειναν για χρόνια χαραγμένες στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Κλέαρχος, όπως χιλιάδες νέοι της γενιάς του, υπηρέτησε μετά τη λήξη του πολέμου τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό. Επέστρεψε αποφασισμένος να αφήσει πίσω του όσα τον είχαν σημαδέψει και να χτίσει μαζί με την Ιοκάστη μια ζωή που να στηρίζεται στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και στην ελπίδα. Η επόμενη μέρα, ύστερα από τη μεγάλη οικογενειακή θύελλα, απαιτούσε ψυχραιμία, υπομονή και σιωπή. Δεν ήταν ώρα για νέες συγκρούσεις ούτε για πικρές κουβέντες. Ήταν η ώρα να καταλαγιάσουν τα πάθη, να επουλωθούν οι πληγές και να βρουν όλοι το κουράγιο να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον χωρίς θυμό. Έτσι είναι η ζωή. Ύστερα από κάθε ανεμοστρόβιλο μετράς τις απώλειες, μαζεύεις τα συντρίμμια και ξαναρχίζεις. Ο χρόνος γίνεται ο πιο πιστός σύμμαχος του ανθρώπου. Δεν σβήνει όσα συνέβησαν, μα απαλύνει τις αιχμές τους και αφήνει χώρο στη συγχώρεση να ριζώσει αργά, σαν δέντρο που μεγαλώνει αθόρυβα.
Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ζωή άρχισε να ξαναγεννιέται.
Ήρθε η άνοιξη.
Οι αμυγδαλιές άνθισαν ξανά στις πλαγιές του Πάρνωνα, τα θυμάρια μοσχοβόλησαν, οι πρώτες παπαρούνες κοκκίνισαν τις πεζούλες, κι από τα νότια γύρισαν τα χελιδόνια, σαν αγγελιοφόροι μιας καινούργιας αρχής. Η φύση έμοιαζε να ψιθυρίζει εκείνο που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ακόμη να πουν.
«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να έρθει.» Και πράγματι, η Άνοιξη ερχόταν. Όχι μόνο στα βουνά και στα χωράφια.
Ερχόταν και στις καρδιές. Έφερνε μαζί της το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να χαρίσει στη μικρή οικογένεια του Κλέαρχου και της Ιοκάστης: τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Του Αλκιβιάδη. Του Θεού-Δώρο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα γινόταν ο πρώτος κρίκος της συμφιλίωσης. Το παιδί που θα ένωνε σιγά σιγά όσα ο πόλεμος είχε χωρίσει.
Ήταν άνοιξη. Η νιότη του χρόνου· κι όπως η άνοιξη είναι η νιότη της φύσης, έτσι και η γέννηση ενός παιδιού είναι η άνοιξη της ζωής. Ένα γαλάζιο πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα — μήνα σημαδιακού, μήνα αναγέννησης — όταν τα γοργόφτερα χελιδόνια είχαν ήδη επιστρέψει στις παλιές τους φωλιές, η Ιοκάστη ένιωσε πως είχε φτάσει η μεγάλη ώρα.
Ήταν παράξενα ήρεμη.
Σαν να είχε αφήσει πίσω της κάθε φόβο, κάθε πίκρα, κάθε δοκιμασία που της είχε επιφυλάξει η ζωή. Μέσα στη γαλήνη εκείνου του ανοιξιάτικου πρωινού έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.
Τον Αλκιβιάδη.
Το Θεού-Δώρο της.
Και μαζί με το πρώτο του κλάμα ήταν σαν να γεννήθηκε ξανά και η ελπίδα.
Το μικρό εκείνο βρέφος δεν έφερε μόνο χαρά στο φτωχικό τους σπίτι. Έφερε μαζί του την αθόρυβη προσδοκία πως θα έσβηνε σιγά σιγά το μαύρο των περασμένων χρόνων· πως θα άνοιγαν ξανά οι δρόμοι που είχαν κλείσει ανάμεσα στους ανθρώπους, πως οι πληγές θα άρχιζαν κάποτε να επουλώνονται και οι καρδιές να μαλακώνουν. Η Ιοκάστη κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν δάκρυα θλίψης. Ήταν δάκρυα λύτρωσης.
Πόσο γρήγορα είχε κυλήσει ο χρόνος…
Σαν να ήταν χθες που, με μια μικρή βαλίτσα και μια μεγάλη απόφαση στην καρδιά, άφηνε πίσω της το πατρικό της σπίτι, για να ακολουθήσει τον δρόμο που της έδειχνε η αγάπη. Και τώρα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον πρωτότοκο γιο της, ένιωθε πως η ζωή, ύστερα από τόσες θύελλες, της χάριζε επιτέλους μια γαλήνια αυγή. Οι γειτόνισσες και οι γείτονες του μικρού οικισμού είχαν μαζευτεί από νωρίς στο ταπεινό τους σπίτι. Στα φτωχικά εκείνα χρόνια, η γέννηση ενός παιδιού δεν ήταν υπόθεση μόνο της οικογένειας· ήταν χαρά ολόκληρης της γειτονιάς. Όλοι περίμεναν με την ίδια αγωνία, σαν να ερχόταν στον κόσμο δικό τους παιδί. Ξαφνικά ακούστηκε αναστάτωση μέσα από τη μικρή κάμαρα. Ένα βιαστικό ποδοβολητό, ψίθυροι που έγιναν φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, ο γυναικόκοσμος όρμησε συγκινημένος προς την πόρτα.
«Γεννήθηκε!... Γεννήθηκε!...» Η χαρμόσυνη κραυγή ξεχύθηκε σαν κύμα και γέμισε το μικρό σπίτι. Έτρεμε από συγκίνηση η φωνή της μαμής καθώς σήκωνε το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Τα πρόσωπα φωτίστηκαν, τα μάτια βούρκωσαν και τα χαμόγελα άνθισαν αυθόρμητα. Για μια στιγμή, ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Το φτωχικό σπίτι, που τόσες φορές είχε γνωρίσει τη σιωπή, τον μόχθο και τη στενοχώρια, πλημμύρισε τώρα από γέλια, ευχές και δοξολογίες. Κι έξω, πάνω από τις κεραμιδοσκεπές των Μπουμπουτσελιών, τα χελιδόνια γύριζαν χαρούμενα στον ανοιξιάτικο ουρανό, σαν να έφερναν κι εκείνα το δικό τους μήνυμα πως η ζωή, όσο κι αν δοκιμάζεται, βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξαναρχίζει.
«Αγόρι!... Αγόρι, ανιψιέ!... Αρσενικό!... Να σας ζήσει! Να το χαρείτε!»
Πρώτη ξεπρόβαλε από τη μικρή κάμαρα η κυρά Γιώργαινα, η γυναίκα του Γιώργη του Καραστατήρη, το αγαπημένο «Κιαπέ» της γειτονιάς και θεία του Κλέαρχου. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, λες και ήθελε να μοιραστεί το ευχάριστο νέο με ολόκληρο τον κόσμο.
«Δόξα τω Θεώ! Αγόρι είναι! Θεόσταλτο παιδί! Δώρο του Θεού!»
Η φωνή της αντήχησε από σπίτι σε σπίτι και απλώθηκε σε όλον τον μικρό οικισμό. Μέσα σε λίγες στιγμές, τα Μπουμπουτσέλια γέμισαν ευχές, χαμόγελα και συγκίνηση. Οι καμπάνες δεν χτύπησαν, όμως οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούσαν σαν πανηγυρικές καμπάνες εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό.
Ήταν ένα φωτεινό πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα. Ο ήλιος πλημμύριζε τις πλαγιές του Πάρνωνα, τα χελιδόνια έσκιζαν τον καταγάλανο ουρανό και η άνοιξη μοσχοβολούσε σε κάθε γωνιά του μικρού οικισμού. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Αλκιβιάδης.
Η αφεντιά του.
Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το πρώτο φως της ημέρας άπλωνε τις χρυσαφένιες ανταύγειές του πάνω στις πλαγιές του Πάρνωνα, ενώ ο ήλιος, στην καρδιά πλέον του καλοκαιριού, ανέβαινε αργά στον ουρανό. Ήταν μια λαμπρή, ηλιόλουστη μέρα.
Η Ιοκάστη φορούσε ένα λευκό φόρεμα, λιτό, σχεδόν νυφικό, και στα πλούσια καστανά μαλλιά της είχε στερεώσει λίγα φρεσκοκομμένα αγριολούλουδα. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο.
Ήταν όμορφη.
Μα η ομορφιά της δεν γεννιόταν από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Πήγαζε από την ψυχή της. Ήταν εκείνη η σπάνια ομορφιά που κάνει έναν άνθρωπο να φωτίζει τον τόπο γύρω του χωρίς να το επιδιώκει. Θύμιζε τη μυθική Ψυχή, που, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, μάγευε τους ανθρώπους όχι μόνο με την απαράμιλλη μορφή της αλλά και με την καθαρότητα της ύπαρξής της.
Ο ήλιος τη βρήκε να βαδίζει στον ίδιο δρόμο από τον οποίο, λίγους μήνες πριν, είχε φύγει με την καρδιά βαριά, μα με το κεφάλι ψηλά.
Τώρα επέστρεφε.
Όχι για να απολογηθεί.
Ούτε για να δικαιωθεί.
Επέστρεφε γιατί η καρδιά της δεν είχε γνωρίσει ποτέ το μίσος.
Όπως ο ήλιος σκορπά το φως του αδιάκριτα σε όλους, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, έτσι κι εκείνη άνοιγε την αγκαλιά της χωρίς υστεροβουλία, χωρίς πικρία, χωρίς να περιμένει επαίνους ή δικαιολογίες. Είχε αφήσει πίσω της την αδικία, όχι επειδή την είχε ξεχάσει, αλλά επειδή είχε επιλέξει να μην αφήσει την ψυχή της να γίνει αιχμάλωτος της.
Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά το τεσσάρων μηνών παιδί της.
Τον Αλκιβιάδη.
Ήταν μια περήφανη μάνα. Περπατούσε με σταθερό βήμα, μα έμοιαζε να πετά. Στο πρόσωπό της άνθιζε ένα γαλήνιο χαμόγελο, εκείνο το χαμόγελο που χαρίζει μόνο η αγάπη όταν έχει νικήσει τον φόβο. Πόσο διαχρονική είναι η εικόνα μιας μάνας που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά...
Πόσο απλή.
Και συνάμα πόσο ιερή.
Οι γυναίκες της γειτονιάς την καμάρωναν πίσω από τα παράθυρά τους. Τα ήρεμα καστανά μάτια της ήταν χαμηλωμένα, όχι από συστολή, αλλά από σεμνότητα. Με αρχοντιά και λεβεντιά κατηφόριζε προς το πατρικό της σπίτι.
Κοίταζε μόνο μπροστά.
Τα χθεσινά τα είχε παραδώσει στον χρόνο.
Δεν αναζητούσε νικητές και ηττημένους.
Αναζητούσε μόνο τους ανθρώπους της.
Δίπλα της βάδιζε ο Κλέαρχος. Τον αγκάλιασε τρυφερά, όπως αγκαλιάζει κανείς τον σύντροφο της ζωής του ύστερα από μεγάλη φουρτούνα. Δεν είχαν πλούτη να επιδείξουν ούτε αξιώματα. Είχαν μόνο ο ένας τον άλλον και το παιδί τους.
Κι αυτό ήταν αρκετό.
Όταν η οικογένειά της αντίκρισε το νέο ζευγάρι και το μικρό βρέφος στην αγκαλιά της Ιοκάστης, κάτι έσπασε μέσα στις καρδιές τους.
Οι πίκρες δεν έσβησαν μονομιάς.
Οι πληγές δεν έκλεισαν μέσα σε μια στιγμή.
Όμως μπροστά σε μια νέα ζωή, ακόμη και οι πιο σκληρές καρδιές βρίσκουν τη δύναμη να μαλακώσουν.
Κι έτσι, χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς θριάμβους και χωρίς απολογίες, άνοιξε ξανά η πόρτα του πατρικού σπιτιού.
Η άτακτη κόρη είχε επιστρέψει.
Όχι ως η κόρη που κάποτε έφυγε.
Αλλά ως μητέρα.
Και μαζί της είχε φέρει το πολυτιμότερο δώρο.
Τη συμφιλίωση.
Ο παππούς και η γιαγιά καμάρωναν το πρώτο τους εγγόνι. Το μικρό αγόρι είχε γεμίσει το σπίτι τους με παιδικές φωνούλες, κατσαρά γέλια και την ευωδιά μιας καινούργιας ζωής. Ήταν σαν να είχε ξαναζωντανέψει το σπιτικό τους. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Η επίσκεψη, που όλοι υπολόγιζαν πως θα κρατούσε λίγες μόνο ημέρες, παρατάθηκε σχεδόν αβίαστα. Κανείς δεν βιαζόταν να αποχωριστεί κανέναν. Η οικογένεια ξανάβρισκε τον χαμένο της ρυθμό και κάθε μέρα που περνούσε έσβηνε λίγο ακόμη από τις σκιές του παρελθόντος. Όταν όμως ήρθε η ώρα του γυρισμού, η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Ο καθένας τη ζούσε διαφορετικά, όλοι όμως είχαν την ίδια γαλήνη στην καρδιά.
Ο πιο ευτυχισμένος απ' όλους ήταν ο παππούς. Είχε ήδη αρχίσει να πλάθει όνειρα για τον εγγονό του. Τον έβλεπε να μεγαλώνει, να τρέχει στις πλαγιές του Πάρνωνα, να γίνεται λεβέντης, τίμιος άνθρωπος και άξιος συνεχιστής της γενιάς τους. Στα μάτια του το μικρό παιδί δεν ήταν μόνο το πρώτο του εγγόνι· ήταν η απόδειξη πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν περιορίστηκε στις ευχές. Με τη διακριτική γενναιοδωρία των ανθρώπων της υπαίθρου, πρόσφερε στον Κλέαρχο κι στην Ιοκάστη ένα γαϊδουράκι, πολύτιμο βοήθημα για τις μετακινήσεις και τις αγροτικές τους δουλειές, μια κατσίκα, για να μη στερηθεί ποτέ γάλα ο μικρός Αλκιβιάδης, και λίγα χρήματα, όσα μπορούσε να διαθέσει, για να τακτοποιήσει ο Κλέαρχος τις τελευταίες εκκρεμότητες του πρώτου του γάμου.
Δεν ήταν πλούσιος. Έδινε όμως ό,τι είχε.
Και πολλές φορές η αξία ενός δώρου δεν μετριέται από το μέγεθός του, αλλά από την αγάπη με την οποία προσφέρεται. Ο Κλέαρχος κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο πεθερός του δεν του χάριζε μόνο λίγα υπάρχοντα. 
Του εμπιστευόταν την κόρη του.
Τον εγγονό του.
Και, μαζί μ' αυτά, του άνοιγε οριστικά την πόρτα της οικογένειας.
Σε εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που η φτώχεια και η πείνα όριζαν την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ένα γαϊδουράκι δεν ήταν απλώς ένα ζώο. Ήταν πολύτιμος σύντροφος της οικογένειας, εργάτης ακούραστος και, για τους φτωχούς αγρότες, το μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών.
Στην αγροτική Ελλάδα της εποχής, ακόμη και το ζώο που είχε κάποιος μαρτυρούσε, ως έναν βαθμό, την οικονομική του κατάσταση. Οι προύχοντες και οι εύποροι καβαλούσαν άλογα. Όσοι είχαν καλύτερη οικονομική επιφάνεια χρησιμοποιούσαν μουλάρια, ανθεκτικά και δυνατά στα δύσβατα μονοπάτια. Ο απλός κόσμος, οι ξωμάχοι και οι φτωχοί χωρικοί, είχαν συνήθως ένα γαϊδουράκι — πιστό, υπομονετικό και ακούραστο.
Το ταπεινό αυτό ζώο έγινε σύμβολο της ελληνικής υπαίθρου. Μετέφερε ανθρώπους, ξύλα, νερό, σιτάρι, ελιές, λάδι και ό,τι άλλο χρειαζόταν μια οικογένεια για να ζήσει. Περπάτησε αμέτρητες φορές τα κακοτράχαλα μονοπάτια των βουνών, εκεί όπου κανένα κάρο και κανένα άλλο μέσο δεν μπορούσε να φτάσει.
Αργότερα, όταν άρχισαν να ανοίγονται δρόμοι, να κυκλοφορούν τα πρώτα αγροτικά οχήματα και να εκμηχανίζεται η γεωργία, ο ρόλος του γαϊδουριού περιορίστηκε ολοένα και περισσότερο. Ένα ζώο που επί αιώνες είχε στηρίξει τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου πέρασε σιγά σιγά στο περιθώριο.
Γι' αυτό και το δώρο του παππού προς τον Κλέαρχο δεν ήταν μια απλή προσφορά.
Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο ζωής.
Ήταν μια μικρή περιουσία.
Ήταν μια έμπρακτη ευχή να μπορέσει η νέα οικογένεια να σταθεί στα πόδια της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο Δευτερότοκος υιός.. Και ο Κεραυνός
.....

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Mpoumpoutselia

..Μπουμπουτσέλια! Looking over the ruins of my family home!

.....1948–1949.

Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην Πελοπόννησο, ο Εμφύλιος στην περιοχή ουσιαστικά έφθανε στο τέλος του.Πολλά μέλη της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή του Ζάρακα και του Πάρνωνα κατά την περίοδο της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και, κυρίως, κατά τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν, καθώς η οργάνωση έχανε πλέον τον λόγο ύπαρξής της και οδηγήθηκε στη διάλυση. Ο Κλέαρχος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν τις τάξεις της. Λίγο αργότερα εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τα δύσκολα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης.
......Ιούνιος 1949. Καθώς το πρώτο φως έσχιζε το σκοτάδι και η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στις πρώτες ανάσες της καινούριας μέρας, έφτασαν οι τραγικές ειδήσεις. Το χωριό πάγωσε. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν σιωπηλοί· κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα της ανήγγειλαν τον θάνατο του αγαπημένου της αδελφού. Έναν βίαιο και άδικο θάνατο. Ο Λάμπρος έπεσε σε ενέδρα στις πλαγιές του Πάρνωνα και σκοτώθηκε από ενόπλους που ανήκαν στην οργάνωση «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη αντικομμουνιστική δράση στην περιοχή κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Για τους διώκτες του ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Για τους δικούς του ανθρώπους, όμως, ήταν ο αγαπημένος τους Λάμπρος· ένας νέος άνθρωπος, «πέτρινος και αέρινος, αντάρτης και συνάμα τρυφερός».
Το χάραμα, που μόλις είχε πάρει τον δρόμο του ήλιου, σφραγίστηκε από τον θάνατό του. Οι σφαίρες τον βρήκαν αμέσως. Ο Λάμπρος λύγισε, διπλώθηκε στα δύο και κύλησε λίγο πιο πέρα. Μα τη ζητωκραυγή του για τη λευτεριά δεν την πέτυχαν τα βόλια. Εκείνη την αντιβούιζε ολόκληρος ο Πάρνωνας. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Πάνω στο άνθος της νιότης του.
Η Ιοκάστη ντύθηκε στα μαύρα και έκλαψε απαρηγόρητα τον άγριο χαμό του αδελφού της. «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε… ω Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! Γιατί; Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα, αφού ο εφιάλτης του πολέμου είχε πια τελειώσει;»
Το χτύπημα έμοιαζε βγαλμένο από την ίδια την κόλαση. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πως, ενώ οι άνθρωποι περίμεναν να ξαναβρούν την ειρήνη, ο θάνατος συνέχιζε να θερίζει.Έκλαψε τη νιότη του. Έκλαψε τα όνειρά του που έμειναν ανεκπλήρωτα. Μα μαζί με τα δικά του όνειρα ένιωθε πως χάθηκαν και τα όνειρα όλων των αδελφών του. Έσβησε μια κοινή πορεία, μια ζωή που ονειρεύονταν να χτίσουν μαζί. Από εκείνη την ημέρα, κάθε χαρά της οικογένειας θα είχε μέσα της μια σκιά. Το όνομα του Λάμπρου δεν θα ακουγόταν πια σαν προσμονή, αλλά σαν μνήμη· μια μνήμη που πονούσε, μα δεν έσβηνε.
Σπαραγμός ψυχής. Ανείπωτος θρήνος. Το φτωχικό τους σπίτι μεταβλήθηκε σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η γιαγιά μοιρολογούσε ασταμάτητα, κι η φωνή της έσκιζε τη σιωπή του χωριού. Ήταν ένα μοιρολόι που ράγιζε καρδιές· δεν θρηνούσε μονάχα τον γιο της, μα όλη τη χαμένη νιότη που καταβρόχθισε ο Εμφύλιος. Ο πόνος της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού τους. Έγινε πόνος όλων. Ήθελε να ουρλιάξει. Να σκίσει τον ουρανό με τη φωνή της. Μα ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το στόμα της άνοιγε και δεν έβγαινε ήχος. Μόνο τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, σαν να είχαν αποφασίσει να κλάψουν εκείνα αντί για τη φωνή της. Ένιωθε πως, αν μπορούσε, θα πλημμύριζε με τα δάκρυά της ολόκληρο τον κόσμο. Ο πόνος είχε γίνει χείμαρρος μέσα της, έτοιμος να παρασύρει κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε παρηγοριά. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε μια μάνα που θρηνούσε το παιδί της. Καταράστηκε τον πόλεμο, καταράστηκε όσους γεννούν τους πολέμους και όσους τους συντηρούν. Το μοιρολόι της υψώθηκε σαν αρχαία κατάρα, σκίζοντας τον αέρα του χωριού. Έμοιαζε να καλεί τη γη να ανοίξει και τα βουνά να ραγίσουν, γιατί δεν χωρούσε ανθρώπινος νους τέτοιο κακό. Έκλαιγε τον νέο που έπεσε πάνω στο άνθος της ηλικίας του, τον λεβέντη που δεν πρόλαβε να ζήσει, κι ένιωθε πως μαζί του σκοτείνιασε ο ουρανός και βουβάθηκε ο κόσμος.
«Αχ, παιδί μου...»
Τα χείλη της έτρεμαν, μα η φωνή της δεν λύγιζε. Μόνο τα μάτια της πλημμύριζαν από έναν πόνο που δεν είχε τέλος.
Πώς να βαστάξει έναν τέτοιο κεραυνό;
Κι όμως, έπρεπε.
Έπρεπε να σταθεί όρθια, να γίνει πέτρα και ατσάλι, όπως στάθηκαν τόσες άλλες μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να χάνονται στα χρόνια της φωτιάς και του αδελφοκτόνου μίσους. Έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, γιατί μόνο η μνήμη μπορούσε να αντισταθεί στη λησμονιά. Έσκυψε το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος και ψιθύρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
«Γλυκό μου αγόρι... έχε γεια.»
Σαν έφυγαν οι κατακτητές —όπως φεύγουν όλοι οι κατακτητές, αργά ή γρήγορα— ήρθαν τα καταραμένα χρόνια του Εμφυλίου. Χρόνια που ο αδελφός σήκωνε το όπλο στον αδελφό, ο γείτονας στον γείτονα και ο φίλος στον φίλο. Ας πάνε στον αγύριστο τέτοια χρόνια. Θεός να φυλάει τον άνθρωπο από τον πόλεμο με τον ξένο· μα πιο πολύ από τον πόλεμο με τον ίδιο του τον αδελφό.
....Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούργια μέρα, κι εκείνη θα περνούσε ακόμη μία νύχτα άυπνη, παλεύοντας να κατανοήσει όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της ζωής της.
Μπορούσε άραγε;
Η αποπνικτική ζέστη και η βαριά υγρασία εκείνης της νύχτας έκαναν την αγρύπνια της ακόμη πιο βασανιστική. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι. Το πρόσωπό της παρέμενε νέο και σφριγηλό· τίποτε δεν πρόδιδε την εξάντληση από τις ατέλειωτες αϋπνίες που τη βασάνιζαν όλον αυτόν τον καιρό. Γύρω απλωνόταν απόλυτη σιωπή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η ανάσα της νύχτας μαζί μ' ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Πότε πότε ακουγόταν το τραγούδι ενός γρύλου. Για λίγες στιγμές η μονότονη, κι όμως γλυκιά φωνή του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο της νύχτας, εκείνο το λεπτό κουδούνισμα που χαρίζει στις καλοκαιρινές νύχτες μια παράξενη γαλήνη.
Τα τριζόνια, λένε, διαλέγουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του μια ζωή. «Μήπως είμαι κι εγώ ένα τριζόνι;» ψιθύρισε και, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τα ίδια της τα λόγια, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, φουσκώνοντας απαλά την κουρτίνα και παίρνοντας μαζί του λίγη από τη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
Τα τριζόνια είχαν πια σωπάσει.
Ένιωθε μια γλυκιά θαλπωρή να τυλίγει το κορμί της και μια βαθιά χαλάρωση να απλώνεται σε κάθε ίνα του σώματός της. Ήταν η στιγμή που ξημέρωνε· όταν το σκοτάδι υποχωρεί αργά, παραδίδοντας τη θέση του στο φως και στους πρώτους ήχους της καινούργιας ημέρας.
Η είδηση της έπεσε στο σπιτικό τους σαν κεραυνός. Η απόφασή της να φύγει μαζί του αναστάτωσε τους πάντες. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές ανατράπηκαν όσα θεωρούσαν βέβαια. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· κανείς δεν έβρισκε λόγια να μιλήσει.
Η γιαγιά έμεινε άφωνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως η κόρη της αποφάσισε να ενώσει τη ζωή της με έναν άνθρωπο που, στα δικά της μάτια, ανήκε στην απέναντι πλευρά. Πώς να δεχτεί μια τέτοια απόφαση, όταν τα χρόνια του Εμφυλίου είχαν σημαδέψει την οικογένειά τους με αίμα, φόβο και αβάσταχτο πόνο;
«Πώς μπόρεσες, παιδί μου;» ψιθύρισε.
Στο μυαλό της γύριζαν ξανά και ξανά οι δύσκολες εκείνες μέρες, τότε που —όπως συνήθιζαν να λένε στο χωριό— «οι συμμορίες» είχαν μετατρέψει τη ζωή των ανθρώπων σε μια ατέλειωτη δοκιμασία, γεμάτη φόβο, στερήσεις και ανασφάλεια.
Στα μάτια της δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια πληγή που άνοιγε ξανά. Ένα σκάνδαλο για την οικογένεια. Δεν χωρούσε στον νου της πως η κόρη της είχε διαλέξει να πορευτεί με έναν άντρα από την αντίπαλη παράταξη, λες και δεν υπήρχαν άλλα παλικάρια να της ζητήσουν το χέρι. Ένα μεγάλο «Γιατί;» αιωρούνταν ανάμεσά τους, βαρύ σαν σύννεφο πριν από την καταιγίδα. Ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει και που έκανε τη σιωπή ακόμη πιο ασήκωτη.
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύριζε η μάνα της. «Γιατί τώρα, που ο πόνος είναι ακόμη τόσο νωπός;»
Η κόρη τους... Το κορίτσι που το βλέμμα του έκλεβε καρδιές. Εκείνη που όλα τα παλικάρια της περιοχής καμάρωναν κι ονειρεύονταν να την κάνουν γυναίκα τους. Κι όμως, εκείνη είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Όσο κι αν προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, όσο κι αν της έλεγαν πως ο άνθρωπος που αγάπησε δεν ήταν αντάξιός της, τα λόγια τους έπεφταν πάνω σε μια απόφαση που είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα της. Για τους δικούς της δεν ήταν μόνο ένας έρωτας. Ήταν μια επιλογή που άνοιγε ξανά τις πληγές του Εμφυλίου και έφερνε την οικογένεια αντιμέτωπη με τους πιο σκοτεινούς φόβους της.
Ώσπου άνοιξε μια δύσκολη κουβέντα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τρυφερότητα. Οι φωνές υψώθηκαν, οι βαριές κουβέντες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι βρισιές αντηχούσαν στο μικρό τους σπίτι, ώσπου ακούγονταν ως την πλατεία του χωριού. Ο μικρός αδελφός της, τυφλωμένος από θυμό, της επιτέθηκε με λόγια σκληρά.
«Έφερες τον Χίτη μέσα στο σπίτι μας!» της φώναξε.
Η Ιοκάστη δεν ανταπέδωσε. Ήξερε πως η οργή γεννάει μόνο περισσότερη οργή και πως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά.
Τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του έβλεπε περισσότερο πόνο παρά μίσος. «Ξέρω πως πονάς», του είπε ήρεμα. «Μα μη με πληγώνεις άλλο με τα λόγια σου. Δεν είμαι ο εχθρός σου.»
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι βαριές ανάσες τους ακούγονταν μέσα στο σπίτι, σαν να κουβαλούσε ο καθένας τον δικό του σταυρό.
Η Ιοκάστη και ο πατέρας της κοιτάχτηκαν κατάματα. Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από τις φωνές που είχαν προηγηθεί. Εκείνος περίμενε να λυγίσει, να δακρύσει, να κάνει πίσω. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Δεν αντιμίλησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μόνο τον κοίταζε με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.
Η απόφασή της είχε ήδη παρθεί και τίποτε δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Άκουσε τα λόγια τους, ένιωσε τον πόνο, την οργή και τον φόβο τους, όμως η καρδιά της είχε χαράξει τον δικό της δρόμο.
Ήξερε πως η επιλογή της θα πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κι όμως, δεν μπορούσε να προδώσει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσιζε μόνη της για το μέλλον της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το βάρος της απόφασής της
Το έμαθε κι εκείνος· ο λεβέντης, ο ερωτοχτυπημένος νιος, το καμάρι απ' το Κυπαρίσσι. Την πρόλαβε λίγο πριν φύγει. Στάθηκε μπροστά της. «Μη φεύγεις...» της είπε με φωνή που έτρεμε. «Σε παρακαλώ, μείνε. Μη με αρνηθείς τώρα. Είναι βαρύ τούτο το αντίο. Αν όμως η μοίρα σε πάρει μακριά μου, κράτησε με τουλάχιστον μέσα στην καρδιά σου. Κι εγώ, όπου κι αν βρεθώ, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, θα σε περιμένω.»
Η Ιοκάστη είχε ήδη δώσει την καρδιά της αλλού. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής ούτε μια απόφαση που θα άλλαζε από τον φόβο, τις πιέσεις ή τα δάκρυα των δικών της. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και ήξερε πως θα τον περπατούσε πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Δεν λύγιζε.
Όχι γιατί δεν πονούσε, αλλά γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει κάποτε να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπροστά της άνοιγε ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος κινδύνους, αβεβαιότητα και δοκιμασίες. Δεν τον υποδεχόταν με αφέλεια· τον αντίκριζε με καθαρό βλέμμα και με μια θέληση που δεν μπορούσαν να δαμάσουν ούτε οι απειλές ούτε οι προκαταλήψεις ούτε οι πληγές που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος.
Ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο. Κι όμως, δεν έκανε πίσω.
Ο πατέρας της στεκόταν βουβός.
Η ψυχή του ήταν σκοτεινιασμένη από τα χρόνια του αδελφοκτόνου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές· το μίσος έκαιγε ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων και κάθε κουβέντα μπορούσε να γίνει σπίθα που θα άναβε καινούρια φωτιά.
Δεν ήθελε να φουντώσουν άλλα ανώφελα πάθη.
Σήκωσε αργά το κεφάλι και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του.
«Ακούστε με καλά...» είπε με φωνή σταθερή. «Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από δω και πέρα, κανείς δεν θα πειράξει την κόρη μου. Είναι αίμα μου και θα την σεβαστείτε όλοι.»
Στο σπίτι απλώθηκε βαθιά σιωπή.
Έπειτα στράφηκε προς την Ιοκάστη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, σαν να πάλευαν μέσα του ο πόνος, η πίκρα και η πατρική αγάπη.
«Ο δρόμος που διάλεξες είναι δικός σου», της είπε. «Εγώ δεν μπορώ να τον αλλάξω. Να πας στην ευχή του Θεού, κόρη μου. Ο Θεός να σε φυλάει όπου κι αν βρεθείς και να σου δίνει δύναμη στις δύσκολες ώρες.»
Δεν την αγκάλιασε. Δεν μπορούσε ακόμη.
Όμως η ευχή του ήταν το πιο μεγάλο κατευόδιο που μπορούσε να της δώσει εκείνη την ώρα.
Υπάρχουν άνθρωποι σαν την Ιοκάστη, φτιαγμένοι από άλλο κράμα. Όχι γιατί δεν πονάνε ούτε γιατί δεν λυγίζουν. Λυγίζουν κι αυτοί. Μα βρίσκουν πάντοτε τη δύναμη να ξανασηκωθούν. Κρατιούνται από μια μικρή σπίθα ελπίδας, όταν όλα γύρω τους μοιάζουν χαμένα. Αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Δεν ζητούν να αλλάξουν τον άνθρωπο που αγαπούν ούτε να τον κάνουν όπως τον θέλουν. Τον δέχονται όπως είναι και χαίρονται να τον βλέπουν να προχωρεί και να ανθίζει. Δεν φοβούνται να δώσουν την καρδιά τους, ακόμη κι όταν ξέρουν πως μπορεί να πληγωθούν. Προτιμούν έναν αληθινό έρωτα με όλο το τίμημά του, παρά μια ζωή ασφαλή, δίχως πάθος και δίχως όνειρα. Το μυαλό τους δεν γνωρίζει σύνορα. Ταξιδεύει εκεί όπου η ψυχή λαχταρά να φτάσει. Κι όσο το σώμα μπορεί να περιοριστεί, η ψυχή τους μένει πάντοτε ελεύθερη. Αν η ζωή σου χαρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο, κράτησε τον κοντά σου. Είναι σπάνιο δώρο.
«Τη δύναμή σου την τρανή, Έρωτα,
όποιος δε σε γνωρίζει,
μάταια ελπίζει να ιδωθεί
τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ευλογημένος, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η μητέρα του. Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως η παρουσία της στη ζωή του δεν ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία. Ήταν η μεγαλύτερη ευλογία που του χάρισε η μοίρα. Εκείνη του έμαθε πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στη σκληρότητα, αλλά στην αγάπη· όχι στην εκδίκηση, αλλά στη συγχώρεση· όχι στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.
Από τι κράμα ήταν πλασμένη;
Είχε κορμοστασιά περήφανη, λεβέντικη, και μια αυθεντική αρχοντιά που δεν την χάριζε ούτε η ομορφιά ούτε τα νιάτα της, αλλά η δύναμη της ψυχής της. Το πρόσωπό της έλαμπε με εκείνο το ήρεμο φως των ανθρώπων που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους.
Ξεκίνησε το ταξίδι της μέρα μεσημέρι.
Δεν έτρεξε. Δεν κρύφτηκε. Δεν κιότεψε.
Με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αργό, μα σταθερό, διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Οι γειτόνισσες άφηναν τις δουλειές τους και στέκονταν στα παράθυρα. Οι άντρες σώπαιναν στις αυλόπορτες. Άλλοι τη λυπόταν, άλλοι την κατέκριναν, άλλοι τη θαύμαζαν κρυφά.
Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν.
Τα μάτια της είχαν μια σκιά θλίψης, μα στην καρδιά της κατοικούσε μια δύναμη που δεν λύγιζε. Ήξερε πως κάθε βήμα την απομάκρυνε από τον κόσμο όπου γεννήθηκε και την οδηγούσε σ' έναν άλλον, άγνωστο και δύσκολο.
Κι όμως προχωρούσε.
Η καρδιά οδηγούσε τα βήματά της.
Η ζωή της Ιοκάστης έγινε η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που σηκώνουν στους ώμους τους βαρύ φορτίο, χωρίς ποτέ να το απαρνηθούν και χωρίς να το αφήσουν να τους λυγίσει.
Με το δείλι βρέθηκαν στη Μονεμβασιά. Περπατούσαν αγκαλιά οι δυο τους στην ακρογιαλιά, κι ο ήλιος έμοιαζε να τους ζηλεύει καθώς βουτούσε αργά πίσω από το βουνό. Η ανήσυχη θάλασσα ηρεμούσε, γινόταν μια λίμνη σκοτεινής μελάνης, πλαισιωμένη από τις αχνές, σταχτογάλανες σκιές του μεγάλου βράχου. Απάνωθε της ο ουρανός, ντυμένος με πορφύρες και χρυσάφια, άπλωνε τα τελευταία του χρώματα, ανακατεμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα, σαν να αποχαιρετούσε τη μέρα με μια τελευταία μεγαλοπρέπεια.
Η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο.
Κοίταξε μακριά, προς το πέλαγος, και ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Θεέ μου... μόλις συνειδητοποίησα κάτι που τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχα προσέξει.»
Το χαμόγελό της ήταν μυστηριώδες και ο Κλέαρχος δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δεν μαντεύεις;»
«Όχι.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. Σαν να φοβόταν πως, μόλις το έλεγε, η στιγμή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Νομίζω πως μπορεί να είμαι έγκυος...»
Τα λόγια της βγήκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Κλέαρχος την κοίταξε για μια στιγμή. Έπειτα έστρεψε αργά το βλέμμα του προς το πέλαγος.
Η θάλασσα μπροστά τους συνέχιζε να σκοτεινιάζει ήρεμα, σαν να κρατούσε κι αυτή το μυστικό τους.
«Σοβαρολογείς;»
Η φωνή του είχε μέσα της ενθουσιασμό, αλλά και μια μικρή αναστάτωση. Σαν να προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε λίγες στιγμές μια ολόκληρη καινούργια πραγματικότητα.
Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε αφήσει στην άκρη, κάτι που τώρα επέστρεφε ξαφνικά μπροστά της.
«Νομίζω πως έγινε εκείνη τη βραδιά...» είπε χαμηλά.
Σταμάτησε για λίγο.
«Έχω καθυστέρηση. Μεγάλη καθυστέρηση. Τεσσάρων εβδομάδων... Το είχα ξεχάσει εντελώς.»
Τα λόγια της συνοδεύτηκαν από έναν βαθύ, παρατεταμένο αναστεναγμό, σαν να άφηνε να φύγει από μέσα της όλη η αγωνία των τελευταίων ημερών.
Ο Κλέαρχος την άκουγε σιωπηλός.
Ένα ρίγος πέρασε μέσα του.
Ξαφνικά ένιωσε πως το ήξερε κι αυτός. Ήταν σαν μια ξεχασμένη σκέψη να επέστρεφε από το βάθος της μνήμης του. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, το πάθος που τους είχε παρασύρει, τη στιγμή που για μια αστραπή είχε περάσει από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως η Ιοκάστη να κρατούσε μέσα της ένα παιδί.
Ύστερα την είχε διώξει από το μυαλό του.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Τώρα όμως η σκέψη εκείνη στεκόταν ξανά μπροστά του, όχι σαν φόβος, αλλά σαν πιθανότητα μιας νέας ζωής.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Η Ιοκάστη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα ελπίδα.
«Θα το επιβεβαιώσω τη Δευτέρα», του είπε με φωνή ελάχιστα πιο δυνατή από ψίθυρο.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.
Κανείς από τους δυο τους όμως δεν μπορούσε ακόμη να δώσει μια βέβαιη εξήγηση για την καθυστέρηση. Δεν της είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν γεμάτες αγωνία, προσμονή και σκέψεις.
Θα ήταν ένα μακρύ Σαββατοκύριακο.
Και ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση.
Μια καινούργια ζωή είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα της.
Ήταν το παιδί που γεννήθηκε από μια συνάντηση απρόσμενη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κουβαλούσαν διαφορετικές μνήμες, διαφορετικές πληγές και διαφορετικά παρελθόντα.
Ο Αλκιβιάδης.
Ο γιος του νεαρού «χίτη» από τη νότια Λακωνία και της πανέμορφης νεαρής Ιοκάστης, από ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό γαντζωμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ένα παιδί που, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, θα κουβαλούσε μέσα του δύο κόσμους. Την πέτρα και τη θάλασσα. Τη μνήμη και τη λήθη. Τον πόνο μιας εποχής και την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Αφήνοντας πίσω τους το τρικυμιώδες παρελθόν και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών τους, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη έβλεπαν μπροστά τους να ανοίγεται μια καινούργια ζωή.
Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν υλικά αγαθά. Είχαν όμως κάτι πολυτιμότερο: αρχές, αξιοπρέπεια και τη δύναμη να σταθούν όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Αλκιβιάδης πάντα θυμάται τη μητέρα του, την Ιοκάστη, περήφανη και αξιοπρεπή, τίμια και αυθεντική. Μια γυναίκα που δεν έκανε θόρυβο για τη δύναμή της, όπως το βαθύ ποτάμι που όσο πιο μεγάλο και βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβα κυλά.
Ρίζωσαν σ’ έναν απόμερο μικρό οικισμό δυτικά της Μονεμβασιάς.
Τα Μπουμπουτσέλια.
Εκεί βρήκαν καταφύγιο στο παλιό, εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι του Κλέαρχου, μια φτωχική κληρονομιά από τη μητέρα του που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή.
Η γιαγιά του Αλκιβιάδη είχε πεθάνει μόλις στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ο Κλέαρχος έμεινε ορφανός από μητέρα όταν ήταν μόλις έξι ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτή η απώλεια, τρία χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με τις απουσίες να βαραίνουν τους ώμους του.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη, άλλωστε, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο Κλέαρχος δεν είχε καλά καλά αρχίσει να περπατά.
Έτσι, μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, σε έναν μικρό ξεχασμένο οικισμό, δύο άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον πόνο προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που τους είχε στερηθεί: μια οικογένεια.
Ο Αλκιβιάδης ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της νέας οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό και λιπόσαρκο. Το μπόι του έμοιαζε με λιγνό κυπαρισσάκι που πάλευε να φτάσει τον ουρανό. Είχε θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα, ερευνητικά σκούρα μάτια, μάτια που έμοιαζαν να παρατηρούν τον κόσμο πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Γεννήθηκε στην ενδοχώρα, στον μικρό οικισμό Μπουμπουτσέλια, μιας φτωχής και ξεχασμένης περιοχής του ελληνικού Νότου, στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν ένας τόπος δυσπρόσιτος, που είχε παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτος από τον χρόνο. Τα χωριά ήταν φωλιασμένα στις πλαγιές των βουνών. Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι για να τα προσεγγίσεις· υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια που γνώριζαν μόνο οι άνθρωποι του τόπου. Δεν υπήρχαν μεγαλοπρεπή χωριά ούτε εντυπωσιακά κτίσματα. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στη φθορά του χρόνου.
Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τη σκληρότητα της ζωής, μα περήφανοι για την καταγωγή τους. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, που ήξεραν να αντέχουν, να περιμένουν και να συνεχίζουν.
Το κυρίως χωριό, τα Κουλέντια, ήταν από εκείνα τα βουνίσια χωριά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και μοιάζουν μεταξύ τους. Όμορφα, μα φτωχά. Και ο μικρός τους οικισμός, τα Μπουμπουτσέλια, χωμένος σε μια απόμερη γωνιά του χωριού, ήταν ένας ξεχωριστός μικρός κόσμος. Ένας απομονωμένος αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός με δεκαπέντε χαμηλά σπίτια και ισάριθμες αιωνόβιες χαρουπιές να στέκουν γύρω τους σαν σιωπηλοί φρουροί του χρόνου. Μικρός και ασήμαντος οικισμός, θα έλεγες πως στεκόταν σκυφτός από κάποια βαθιά στενοχώρια. Γκρίζος και λιγοστός, όπως όλα εκείνα τα μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, ξεχασμένοι, δεμένοι όμως με τη γη τους. Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη, γεμάτη πέτρα, που τις ζεστές μέρες του χρόνου λουζόταν από το ανελέητο, εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν τη ζωή τους. Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, στις χέρσες εκτάσεις με το γκρίζο χώμα, καλλιεργούσαν λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και μικρά περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά.
Δεν κυνηγούσαν τον πλούτο. Κυνηγούσαν το απαραίτητο.
Το ψωμί.
Το καρβέλι της ημέρας.
Και αυτό ήταν δύσκολο πράγμα.
Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό. Κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να δεχτεί τον σπόρο, κοιλοπονούσε για να γεννήσει τον καρπό της. Οι βροχές έπεφταν μετρημένες, κι έτσι πολλές φορές το χώμα δεν άνοιγε αρκετά για να ποτιστεί βαθιά η γη. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα λιγοστά υγρά χωράφια, παλεύοντας για μια καλή σπορά, για μια καλύτερη σοδειά. Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν. Τη μια μέρα ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές και μαζωχτές. Όλη τους η ζωή δεμένη με τον κύκλο της γης και τις προσταγές των εποχών.
Δύσκολα χρόνια.
Η γη ήταν λίγη και φτωχή στο μερτικό τους. Αδυνατούσε να τους θρέψει όπως θα ήθελαν και να τους χαρίσει εκείνη τη ζωή που ο καθένας πλάθει μέσα στα όνειρά του. Υπήρχαν όμως ακόμη κάποιοι προνομιούχοι νοικοκυραίοι που κατείχαν τις πιο εύφορες εκτάσεις, στις μικρές κοιλάδες με το κόκκινο χώμα. Εκεί καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, σε γη πιο γενναιόδωρη από την πετρώδη γη των φτωχότερων χωριανών. Ήταν ιδιοκτησίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά και παλιότερα ανήκαν σε τουρκικές φαμίλιες που κατοικούσαν στο χωριό στα χρόνια της οθωμανικής παρουσίας. Στενοί χωματόδρομοι και στριφογυριστά μονοπάτια, που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές, συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς μεταξύ τους και με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαραίτητες μεταφορές ανθρώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Αυτά ήταν τα μέσα που κουβαλούσαν το βάρος της καθημερινότητας, μεταφέροντας σοδειές, προμήθειες και ανθρώπους μέσα από δύσβατα περάσματα. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρόνων στα βορειότερα τμήματα της λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη φτάσει στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Οι μικροί και απομονωμένοι οικισμοί παρέμεναν δεμένοι με έναν παλιότερο τρόπο ζωής. Οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας. Άλλος είχε λάδι, άλλος σιτάρι, άλλος κρασί ή ζώα, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Και, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάπως βολευόταν η κατάσταση. Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η ώρα να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιρίζονταν. Αν κάποιος είχε ένα «καματερό» ζώο, ένα βόδι ή ένα μουλάρι, το έκανε ζευγάρι με κάποιου άλλου και μαζί όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Στο θέρισμα, που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι. Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα. Μέσα σε όλες αυτές τις ελλείψεις, η ζωή τους παρέμενε ήσυχη και γεμάτη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωθαν ζεστασιά στις σχέσεις τους και στις καθημερινές τους επαφές. Ήταν πάντα έτοιμοι να προσφέρουν πρόθυμα τη βοήθειά τους σε όποιον τη χρειαζόταν. Τα συναισθήματά τους ήταν πιο άμεσα, πιο δυνατά. Η φιλία είχε μεγαλύτερη αξία, γιατί στηριζόταν στην ανάγκη, στην εμπιστοσύνη και στη συντροφικότητα. Η καλοσύνη, η τιμιότητα και η χαρά υπήρχαν σε αφθονία μέσα στο χωριό. Κι ας ήταν τα σπίτια μικρά, έφταναν να χωρέσουν μέσα τους την αγάπη, τη συμπόνια, τη φιλοξενία και την ανθρωπιά. Όταν στο χωριό ερχόταν κάποια λύπη ή κάποια χαρά, δεν ανήκε ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Την ένιωθαν και τη μοιράζονταν όλοι οι κάτοικοι. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, η αληθινή χαρά απλωνόταν σε κάθε γωνιά του χωριού.
Ανηφορίζοντας από τη δυτική πλευρά του λόφου, με τα πόδια, προς την κορφή του οικισμού, αφήνεις πίσω σου μια συστάδα σπιτιών ομοιόμορφα κτισμένων, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα ήταν δίπατα, σκεπασμένα με στέγες από κατακόκκινα κεραμίδια.
Ήταν η γειτονιά με τις οικογένειες των Καραστατήρηδων.
Στην κορφή του λόφου συναντάς τη μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη, ανάμεσα στα πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας.
Κατηφορίζοντας προς τα ανατολικά, φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα. Εκεί μπροστά σου βρίσκεται το παλιό ελαιοτριβείο και, σε μικρή απόσταση, πέντε έξι σπίτια, ομοιόμορφα κι αυτά, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι η γειτονιά των Αρώνηδων.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σαν μυροβόλο αεράκι. Τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν και τον τυλίγουν απαλά, σαν αναρριχώμενος κισσός που αγκαλιάζει τον παλιό τοίχο της μνήμης.
Οι σκέψεις του γυρίζουν στα παλιά. Νιώθει βαθιά νοσταλγία και επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνο το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, που με τόση χάρη γινόταν στη μικρή πλατεία του οικισμού. Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά ερχόταν όταν γιόρταζε ο Άγιος. Προσκυνούσαν, προσεύχονταν, έπιναν, γλεντούσαν. Και οι νέοι, ανάμεσα στα τραγούδια και στους χορούς, έψαχναν τις μέλλουσες νύφες τους στου Αγίου το πανηγύρι. Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος. Προστάτης και φύλακας του οικισμού, αγναντεύει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένος από τη μοναδική πλατεία του οικισμού, πάνω στον λόφο. Τέτοιες μέρες ολόκληρο το χωριό σηκώνεται στο πόδι. Βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπούν χαρούμενα, ξυπνώντας μέσα του τη νοσταλγία για το παλιό πανηγύρι. Πλήθος κόσμου μαζεύεται στη γιορτή του Αγίου. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμη ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται πάνω στην απλωσιά του λόφου. Η γη ανατριχιάζει κάθε τόσο από τις ανάλαφρες ριπές του ανέμου, τα δέντρα θροΐζουν και ο ουρανός παίρνει όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του ρόδινου.
Καθώς ο ήλιος ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα ώσπου χάνεται ολότελα. Και τότε όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: τα σχήματα, οι όγκοι, οι απλωσιές και τα ψηλώματα, τα σπίτια, τα δέντρα, οι πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουν, οι πέτρες και ο αέρας μοιάζουν να λαμπυρίζουν, και γύρω από τον περίβολο του ναού στριμώχνεται ένα πολύχρωμο, γραφικό πλήθος ανθρώπων, σαν μια παλιά ζωγραφιά που ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια του.
Του φαίνεται πως είναι ακόμη μικρό παιδί, μια μέρα του Ιούλη, και ολόκληρος ο κόσμος του μοιάζει ευτυχισμένος. Το ακορντεόν και τα βιολιά, με τους χαρούμενους ήχους τους, γεμίζουν τον προαύλιο χώρο της εκκλησιάς. Οι φωτιές από τις ψησταριές φωτίζουν με την κοκκινωπή τους λάμψη και προβάλλουν πάνω στον λευκό ασβέστη του τοίχου τις ευκίνητες φιγούρες των μουσικών, αλλά και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που γελούν και διασκεδάζουν, χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς της Πελοποννήσου. Το πανηγύρι κρατά και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη κι όταν τ’ αστέρια έχουν ανέβει ψηλά πάνω από την εκκλησιά, σαν να τα έχει συνεπάρει κι εκείνα ο ρυθμός του χορού, σαν να συμμετέχουν σιωπηλά στη χαρά των ανθρώπων.Σήμερα, κουρασμένος στρατοκόπος της ζωής, σταματά για λίγο στο διάβα του και θυμάται το τότε. Οι παιδικές του αναμνήσεις, σαν μαγευτικές νεράιδες, χορεύουν για λίγο μπροστά του στον δικό τους ρυθμό. Προσπαθεί να ξανανιώσει, να γίνει πάλι παιδί, έστω και μόνο με τη δύναμη της σκέψης. Τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά, η άνοιξη τον αναστάτωνε. Τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του.
Ήταν μια αδυναμία που περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και τότε άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα, σε τόπους μακρινούς και αγαπημένους, εκεί όπου η μνήμη κρατούσε ακόμη ζωντανές τις εικόνες της πρώτης του πατρίδας.
Θυμάται τα πρώτα εκείνα χρόνια, τότε που ένιωθε απλώς παιδί, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τον κόσμο με τις απαιτήσεις και τα βάρη του. Τότε που, αμέριμνο και ξυπόλητο, ξέγνοιαστο και πεινασμένο, γυρνούσε στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς φόβους και χωρίς να λογαριάζει κινδύνους.
Ήταν χρόνια τόσο πλούσια σε φτώχεια.
Ήξερε πως ήταν φτωχοί. Ήξερε πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Έβλεπε τους γονείς του να παλεύουν με τη χέρσα γη και καταλάβαινε πως, όταν μεγάλωνε, θα ερχόταν και η δική του σειρά να δουλέψει. Το γνώριζε όπως γνώριζε πως κάθε βράδυ ο ήλιος βασιλεύει και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί όμως όλων αυτών δεν μπορούσε ακόμη να το συλλάβει. Στα παιδικά χρόνια όλα τα παίρνουμε όπως φαίνονται. Μαζεύουμε εικόνες, ήχους και χρώματα· ζωγραφιές της ζωής που μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας. Κι αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίναμε τον κόσμο. Τον νιώθαμε με έναν άλλον τρόπο. Όχι με τη λογική του μεγάλου ανθρώπου, αλλά με την καθαρή ματιά του παιδιού.
Εικόνες της εποχής, από τότε που μόλις είχε μάθει να περπατά καλά, και στιγμή δεν καθόταν. Έτρεχε μέσα στα πεζούλια και στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι. Ήταν η εποχή που πότιζε το μικρό τους μποστάνι χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, εκείνο το στενό λουρί γης που τους έδινε τους καρπούς του. Έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά και στη μαγεία του βρεγμένου χορταριού και της λάσπης, με τα γυμνά του πόδια, το κοντοβράκι του και το μακρύ φτυάρι στα αδύνατα χέρια του. Άλλαζε τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και στις κολοκυθιές, φορτωμένες με πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρομπέτες. Κι ήταν ευτυχισμένος σαν το πουλί επάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθόταν στον ίσκιο κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν τα πουλιά, ενώ τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα για να πιουν το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τι ήταν τότε ο κόσμος γι’ αυτόν παρά ένα απέραντο περιβόλι; Ένα καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, όπου η φύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λάμψης της, λουσμένη στις χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Σαν στρέφει προς τα πίσω στο παρελθόν τα μάτια και τη σκέψη του, τον γυρίζουν στα περασμένα και του φέρνουν στον νου εικόνες. Όλα του φαντάζουν σαν ένα ανάγλυφο τοπίο μέσα στην ομίχλη· ό,τι ξεπροβάλλει από τη λησμονιά, ό,τι κατορθώνει να δραπετεύσει από τον χρόνο. Αράθυμος ο νους του περιδιαβαίνει το τοπίο και αφήνεται στον ρεμβασμό, στα «περασμένα κι αλησμόνητα» στιγμιότυπα της εφήμερης ύπαρξής του. Εικόνες παλιές, συννεφιασμένες· άλλες πικρές και άλλες φωτεινές, χαρούμενες, γεμάτες ευτυχία.
Η γαλήνια ομορφιά του τοπίου αναδύεται ξανά μπροστά του, μαζί με τη σιλουέτα του μικρού τους σπιτιού. Στεκόταν στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στη νοτιοανατολική άκρη του μικρού οικισμού. Ένα μικρό ισόγειο πετρόχτιστο σπίτι με δύο κάμαρες, ασβεστωμένους τοίχους, χρωματιστά πορτοπαράθυρα και κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένα ταπεινό σπιτικό, που δε διέθετε τίποτε από την πολυτέλεια του κόσμου, είχε όμως μέσα του όλη τη ζεστασιά της οικογένειας.
Και καθώς η μνήμη το ξαναφέρνει μπροστά του, το σπίτι αυτό, δεμένο αρμονικά με την ομορφιά της φύσης γύρω του, μεταμορφώνεται σε ένα τοπίο μοναδικό· έναν μικρό κόσμο που έκλεινε μέσα του τα πρώτα του βήματα, τις χαρές, τις στερήσεις και την αθωότητα μιας ολόκληρης εποχής.
Εμπρός νότιο-ανατολικά, στο τέλος της αυλής ήταν ένα χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γεμάτο γκρίζες πέτρες και βράχους. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές στις άνυδρες όχθες του και μερικές συστάδες από σκίνα. Η μια συστάδα σε απόσταση από την άλλη. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Το σπίτι ταπεινό χαμηλό, με την μεγάλη αυλή του να κοιτά στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο εμπρός του, και με το λίθο-χτισμένο φούρνο στο τέλος της αυλής, δίπλα στη μεγάλη γέρικη αμυγδαλιά που όταν άνθιζε την άνοιξη η αμυγδαλιά ξαναγέμιζε πουλιά. Στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του σπιτιού ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη χρησίμευε όπου έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, το σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η άνυδρη γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας των γονιών του. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο μεγαλύτερο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά τους, μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα, το εργαλείο τους στις αγροτικές εργασίες και μεταφορικό μέσο εκείνα τα χρόνια. Αργότερα απέκτησαν κι ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο. Δυτικότερα στις αποθήκες, στο βάθος ήταν ένα ευρύχωρο και άνυδρο κτηματάκι, μια πεζούλα, περιφραγμένη με ξερολιθιά και φραγκοσυκιές όπου φύτρωναν αγκινάρες και εκεί στον υπαίθριο χώρο οι κότες και τα κοκόρια βοσκούσαν ελεύθερα.
Νοτιοανατολικά, σύνορο με την αυλή του σπιτιού είναι ο χωματόδρομος, στη συνέχεια μια αρκετά δύσκολη κατηφορική διαδρομή, ένα φιδοειδές μονοπάτι, και μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, διαυγές και κελαρυστό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα. Σε περιοχές όπου το νερό ήταν δυσεύρετο, ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους. Το περισσευούμενο είχαν φτιάξει μια ευρύχωρη στεγανοποιημένη τσιμεντένια στέρνα, δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, και ήταν πολύ σημαντική για τις μικρές υπαίθριες καλλιέργειες κηπευτικών των κατοίκων στην περιοχή του της δυτικής πλευράς του οικισμού. Το έδαφος της περιοχής δεν μπορούσε να συγκρατήσει νερό, απαραίτητο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Έτσι, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει αυλάκια με νερό που έφταναν με κατάλληλο σχεδιασμό και με κανάλια πότιζαν τα περιβόλια και τους μπαξέδες στις μικρές πεζούλες τις κατάλληλα διαμορφωμένες για τις καλλιέργειες που απλώνονταν ως την άλλη μεριά της ρεματιάς. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζαν το απαιτούμενο πότισμα τόσο στους λαχανόκηπους και τα διάφορα μικρά μποστάνια, όσο και για το πότισμα των οικόσιτων ζώων.
Χάνεται σε σκέψεις και αναμνήσεις! Περασμένη ώρα και του φαίνεται ότι κρατάει έναν πέτρινο τοίχο που καταρρέει και δεν ξέρει αν προτιμότερο θα ήταν όλα να είχαν σκεπαστεί απ' την ομίχλη και όλα να είχαν βυθιστεί μέσα στη λήθη.
( Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!)  Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄ 
**Λευκαδίτικο)

Click to Open
Ο Πρωτότοκος υιός. Ο Αλκιβιάδης
.....

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022

Klearchos Kai Iokasti

........... Αν είναι αλήθεια πως ο έρωτας ξεκινά με ένα βλέμμα, τότε η ιστορία τους άρχισε κάπως έτσι. Ο Κλέαρχος την πρωτοείδε μια μέρα που η Ιοκάστη κλείνοντας την αυλόπορτα πίσω της και βγαίνοντας στον ζεστό απογευματινό ήλιο, κοιτάει ψηλά τα επιβλητικά κυπαρίσσια που «σκίζουν» τον λαμπερό γαλανό ουρανό και στέκουν περήφανα εδώ κι εκατό χρόνια στην αυλή του σπιτιού της οικογένειάς της. Ήταν ένα από εκείνα τα τυχαία απογεύματα, που το σύμπαν αποφασίζει να σταματήσει τον χρόνο για δύο ανθρώπους. Εκείνη κοίταξε προς την πλευρά του δρόμου, κι εκείνος έτυχε να σηκώσει το βλέμμα ακριβώς εκείνη τη στιγμή. Θαμπώθηκε όταν την πρώτο-είδε. Το βλέμμα κλείδωσε, η καρδιά του έκανε ένα μικρό, αδιόρατο σκίρτημα, και ο κόσμος γύρω του – έγινε μια θολή, ασπρόμαυρη εικόνα. Ήταν μια στιγμή που κράτησε όσο ένας χτύπος της καρδιάς, αλλά του έμοιαζε με αιωνιότητα. Εκείνο το πρώτο, αμήχανο αλλά ηλεκτρισμένο βλέμμα, έγραψε την πρώτη σελίδα μιας ιστορίας που, όπως φάνηκε, ήταν γραφτό να συμβεί.
Κι αν λένε πως τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής, εκείνο το απόγευμα, οι ψυχές τους είχαν ήδη συναντηθεί, πριν καν τα χείλη τους προφέρουν το πρώτο «γεια». 
Όμορφη σαν την Άνοιξη, με τους είκοσι Απρίληδες - ρόδα στα μάγουλά της. Μια γνήσια  ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Ο Ζάρακας είναι μια ακραία γωνιά της Πελοποννήσου, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ελλάδας, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Κακοτράχαλα βουνά, χαρακωμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, συκιές, αμυγδαλιές και ελιές σκορπισμένες μέσα σε μια άνυδρη γη που μοιάζει να παλεύει καθημερινά με τον ήλιο. Έναν ήλιο εκτυφλωτικό, αλλά ταυτόχρονα ζωογόνο. Το καλοκαίρι εδώ δεν χαρίζεται. Το λιοπύρι βαραίνει τις πέτρες, η γη διψά και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Μόνο όποιος έχει περπατήσει σ’ αυτά τα χώματα μπορεί να καταλάβει τη δύναμή τους. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος, είναι ζωντανή μαρτυρία μιας ιστορίας αιώνων. Κρατά στις πέτρες της τα ίχνη των ανθρώπων του βουνού, των ξωμάχων, των ανθρώπων που με ιδρώτα και επιμονή πάλεψαν με τη φύση για να επιβιώσουν.Είναι η γη που γέννησε περήφανους ανθρώπους, σκληραγωγημένους από την ανέχεια, αλλά δεμένους βαθιά με τον τόπο τους. Είναι η γη των προγόνων του Αλκιβιάδη.
Η Ιοκάστη πρόσωπο μοναδικό πάνω σε λυγερή κορμοστασιά με σωματικά χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης. Μια ομορφιά ξεχωριστή, με βλέμμα καθρέφτη της ψυχής. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα. Μια φυσική ομορφιά ευλογία και δώρο θεού.
Ψηλή, ευθυτενής, χυτό κορμί χτισμένο σε πόδια δυνατά, πρόσωπο γαλήνιο με σκούρα μελόχρυσα μαλλιά, στη χαίτη απλωμένα και τα μάγουλά της τραγανά, με ρόδινα φεγγίσματα και κερασένια χείλη . Ήταν στο ύψος του, και όπως κι αυτός, είχε περήφανο βάδισμα και ίσια πλάτη.Ο Κλέαρχος νόμισε ότι έβλεπε τον ίδιο τον ήλιο να περνά. Άγρια ομορφιά, ατίθαση κοπέλα με αμαρτωλές καμπύλες. Τα φλογερά αμυγδαλωτά της μάτια αεικίνητα, στέλνουν σινιάλα στον ορίζοντα, σαν φάροι που με πάθος καρτερούν τον ερχομό της νύχτας. Αυτός όταν την είδε, έμεινε άφωνος, κυριολεκτικά ένιωσε την ανάσα του να κόβεται, χάθηκε μέσα στα βλέφαρα της. Βυθίστηκε στο μελένιο βυθό των ματιών της, τα γεμάτα φως και ρέμβη και δεν μίλησε. Δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών και ο Κλέαρχος κι είχε δεθεί κόμπος η γλώσσα του μπροστά σ΄ αυτή τη ξεχωριστή ομορφιά.
Την ερωτεύτηκε. Από κείνη τη μέρα στηνόταν στο παράθυρό της και την περίμενε να βγει. Την ακολουθούσε στους δρόμους, στις αγορές και της ζήταγε να γευτεί τον έρωτά του.
Η γλώσσα του λύθηκε. Σαν κρασί από λιαστό σταφύλι ξεχείλισαν τα λόγια του. «Τα όμορφα τα µάτια σου θάλασσα από μέλι σε μια ματιά σου να πνιγώ καθόλου δε µε μέλλει.».
Εκείνη χαμογέλασε ευχαριστημένη με τα λόγια του. Το χαμόγελό της ήταν τόσο εγκάρδιο και ζεστό που θα μπορούσε να λιώσει παγετώνα. Γι αυτόν ήταν ο πιο όμορφος ήχος που είχε ακούσει στη ζωή του. «Και γιατί να πνιγείς;» τον ρώτησε με απίστευτη γλυκύτητα, απλότητα και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ο Κλέαρχος δε βιάζεται να της απαντήσει. Αντίθετα, συνεχίζει να την παρατηρεί. Από τόσο μικρή απόσταση που βρίσκονται η Ιοκάστη μπορεί να καταλάβει ότι τα ρούχα παραλλαγής που φορά είναι φθαρμένα αλλά καθαρά, τα μαλλιά του είναι ανακατεμένα αλλά πολύ σέξι, λες και μόλις σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στο βλέμμα του υπάρχει μια λάμψη που την αφήνει με την εξής απορία, τελικά τα μάτια του είναι σκούρα μαύρα ή μελιά; Δύσκολο να απαντήσει μέσα σε αυτή την απογευματινή αντηλιά όπως ότι έχει μαύρα μαλλιά. Όχι πολύ μαύρα. Μάλλον σκούρα καφέ. Δεν διαλέγεις το «πότε», δεν διαλέγεις το «πού» και κυρίως δεν διαλέγεις το «ποιον» θα ερωτευθείς. Αυτός είναι ο απαράβατος κανόνας που μάλλον η Ιοκάστη παντελώς αγνοούσε, καθώς από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τα σαρκώδη χείλη και το στιβαρό κορμί του Κλεαρχου έπρεπε να έχει καταλάβει πού πάει να μπλέξει. Το γοητευτικό του πρόσωπο την τράβα σαν μαγνήτης και πριν καλά-καλά προλάβει να συνειδητοποιήσει τι της συμβαίνει, της ξυπνά μία αρχέγονη έλξη που δεν έχει νιώσει ποτέ ξανά. 
Την κοίταζε καταγοητευμένος, εκστασιασμένος και δίχως να πάψει να της χαμογελάει με τα γλυκά του μάτια γεμάτα από επιθυμία, αφήνοντας να φανούν ανάμεσα από τα κόκκινα χείλη τα άσπρα δόντια του λες και ήθελε να τη δαγκώσει. Και εκείνη δεν ένοιωθε ντροπή κάτω από το αδηφάγο βλέμμα του. Αντιθέτως, είχε καιρό να νοιώσει πάνω της αυτό το βλέμμα. Ήρθε κοντά της. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα μάτια. Πλησίασε το πρόσωπο της, χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της λέγοντας:  «Καλημέρα ήλιε μου!».
Εκείνο το απομεσήμερο ο ήλιος σαν να άργησε, θαρρείς, να πάει να ξαπλώσει. Οι παπαρούνες του αγρού έκαναν υπόκλιση στην αγάπη που κατέβαινε από τα μάτια στα χείλη τους.
Όμορφος και νέος ο Κλέαρχος, πανέμορφη η Ιοκάστη, ερωτεύτηκαν σφόδρα. Αγαπήθηκαν πολύ για νύχτες και νύχτες.  Ανάσαναν μαζί. Ζούσε ο ένας για τον άλλον και χίλια όνειρα ευτυχίας πλημμύριζαν τη σκέψη τους.
«Κ' όταν θα νιώθεις χαμένη και θα χρειάζεσαι καθοδήγηση, απλώς άκου τις φωνές των προγόνων σου ανάμεσα στο θρόισμα των κυπαρισσιών, να σου τραγουδούν και να σε καθοδηγούν».  Αυτή είναι η Ιοκάστη η μητέρα του Αλκιβιάδη στα είκοσι της χρόνια.
......Την προσοχή της τράβηξε το ξαφνικό άνοιγμα της κλειστής πόρτας. Λουσμένη από κρύο ιδρώτα, κάρφωσε τα μάτια της στην πόρτα και μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε μετά βίας μία όχι και τόσο άγνωστη αντρική φιγούρα.
«Εσύ!» τραύλισε ξέπνοα, «Μα…μα πώς…δεν άκουσα…»
Η Ιοκάστη κυριολεκτικά άκουσε την ανάσα της να κόβεται. Και η ανάσα της είχε τον ήχο μιας αραχνοΰφαντης κουρτίνας που την ανοίγουμε ένα ήρεμο πρωινό για ν’ αφήσουμε να μπει το φως του ήλιου και να ξυπνήσει κάποιον που αγαπάμε πολύ. 
Με δυο δρασκελιές έφτασε ακριβώς δίπλα της και γονάτισε μπροστά στο κρεβάτι. «Συγνώμη», απολογήθηκε, αγγίζοντας απαλά τα καστανά μαλλιά της,  την έπιασε πολύ ελαφρά, τρυφερά από το σαγόνι και έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του και την κοίταξε. Σαν να θαύμαζε έναν αριστουργηματικό πίνακα με την πιο λιτή απεικόνιση της αναδυόμενης Αφροδίτης Γάλλου ζωγράφου! «Είσαι υπέροχη. Δεν καταλαβαίνεις πόσο γοητευτική είσαι!» Το πρόσωπο της Ιοκάστης κοκκίνισε, άπλωσε το χέρι της και εντελώς ανεπιτήδευτα άγγιξε ελαφρά το χέρι του Κλέαρχου. Η καρδιά της άρχισε να κτυπάει γοργά σαν άλογο που καλπάζει σε κακοτράχαλα μονοπάτια. Κάποια στιγμή ζεστά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλα της καθώς ο ένας αγκάλιαζε τον άλλον. Τα δάκρυά έγιναν λυγμοί. Δεν είχε κλάψει καθόλου όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα μια λέξη ήταν αρκετή για να την κάνει να ξεσπάσει σε δάκρυα του σεβντά και του θανάτου μόνο. Τα χείλη του σκέπασαν τα δικά της. Το φιλί του ήταν απαλό, υπομονετικό. Περίμενε ανταπόκριση από εκείνη. Δεν άργησε να έρθει. Λυγμοί, δάκρυα και φιλιά έγιναν ένα. Τώρα το φιλί είχε γίνει πιο έντονο, πιο απαιτητικό. Και εκείνη απλά υπάκουε. Παραδομένη σ’ αυτή την αναπάντεχη και ξαφνική ηδονή. Τα χέρια του χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της, τον αυχένα της. Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στα πλούσια, καστανά μαλλιά της. Άγγιξε τους ώμους της και άφησε τα δάχτυλά του να ταξιδέψουν μέχρι τους καρπούς της και ξανά πάλι προς τα πάνω. Χάιδεψε την πλάτη, τη μέση και τους γοφούς της. Την έσφιξε πιο πολύ πάνω του, κάνοντας το κάθε σημείο του κορμιού της να ακουμπάει πάνω στο δικό του. Ήθελε να γίνουν ένα. Το απαιτούσε, δεν το ζήταγε.Και έτσι να ήταν, εκείνη δεν έφερνε αντίρρηση. Είχε πια αφεθεί ολοκληρωτικά σε εκείνον. Ένοιωσε την έξαψη του και χαμογέλασε. Με μια αποφασιστική κίνηση την πήρε στα χέρια του και την έβαλε να ξαπλώσει. Με γρήγορες κινήσεις απαλλάχτηκε από τα ρούχα του και ξάπλωσε και ο ίδιος. Οι ματιές που αντάλλασσαν ήταν φλογερές, κατ έκαιγαν χωρίς οίκτο σώματα και ψυχές. «Πανέμορφη», μουρμούρισε ο Κλέαρχος βραχνά, αλλά η Ιοκάστη δεν μπορούσε να πει τίποτ’ άλλο γιατί η ηδονή που της χάριζαν τα επιδέξια χέρια του θόλωνε το μυαλό της. «Πανέμορφη, επαναστάτρια και απίστευτα σέξι.» Η Ιοκάστη αναδεύτηκε ανήσυχα πάνω του, μη αντέχοντας άλλο όσα της έκαναν τα χέρια του. «Και ζητούσα απελπισμένα την προσοχή σου!», του υπενθύμισε, τυλίγοντας το ένα της χέρι γύρω απ’ το λαιμό του και τραβώντας τον πάνω της. Και χωρίς να χρειαστεί περισσότερη ενθάρρυνση, ο Κλέαρχος έσκυψε το κεφάλι του και της πρόσφερε όλη την προσοχή που χρειαζόταν, γιατί όταν τα πάντα είχαν ειπωθεί ξεκάθαρα, δεν χρειάζονταν περαιτέρω λόγια.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
    mpoumpoutselia
.....

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2022

O Klearchos

....Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την Απελευθέρωση και την έναρξη του αιματοβαμμένου Εμφυλίου, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με μια νέα δοκιμασία. Οι σκληρές ένοπλες αναμετρήσεις ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση και τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που μόλις είχαν προλάβει να γνωρίσουν τον πόλεμο και την Κατοχή. Μέσα σε αυτή τη θυελλώδη εποχή ο Κλέαρχος, ο πατέρας του Αλκιβιάδη, είχε μόλις μπει στην άνοιξη των δεκαοκτώ του χρόνων.
Ήταν ένας νέος που δεν είχε προλάβει να χαρεί πραγματικά την παιδική του ηλικία. Τα χρόνια που για άλλους θα ήταν χρόνια παιχνιδιού και ανεμελιάς, για εκείνον είχαν γεμίσει στερήσεις, περιπλανήσεις και αγώνα για επιβίωση. Τώρα, στην ηλικία που ένας άνθρωπος αρχίζει να ονειρεύεται το μέλλον του, η ιστορία τού ζητούσε ξανά να αντιμετωπίσει μια δύσκολη πραγματικότητα. Ο Κλέαρχος δεν μεγάλωσε απλώς μέσα σε μια εποχή αναταραχής. Ήταν παιδί της Κατοχής και νέος του Εμφυλίου. Οι πληγές της οικογένεια του συναντούσαν τις πληγές μιας ολόκληρης χώρας. Εκείνη την εποχή, περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο αναζητώντας εργασία και τροφή, ο Κλέαρχος βρέθηκε ξανά κοντά στη γη της καταγωγής του, στις άγονες νοτιοδυτικές πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν μια περιοχή σκληρή, όπως και η ζωή των ανθρώπων της. Μικρά χωριά, σκαρφαλωμένα στις ορθοπλαγιές της νότιας λακωνικής χερσονήσου, κοντά στο ακρωτήριο Μαλέας, απλώνονταν σε έναν τόπο φτωχό και δύσβατο, όπου η γη έδινε λίγα και ο άνθρωπος έπρεπε να παλέψει πολύ για να επιβιώσει. Χωριά ξεχασμένα στον χρόνο, όπως τόσα άλλα της Ελλάδας στα χρόνια του Εμφυλίου. Σπίτια με βαριές, ασφαλισμένες πόρτες, αυλές κρυμμένες πίσω από μάντρες και φράχτες, παράθυρα μισόκλειστα και κουρτίνες που κουνιούνταν στον άνεμο, σαν να φύλαγαν μέσα τους μυστικά και φόβους. Ήταν ένας κόσμος χωρισμένος. Οι τοίχοι των σπιτιών δεν προστάτευαν μόνο από τον καιρό, πολλές φορές προστάτευαν από την καχυποψία, από τον φόβο και από τις πληγές μιας κοινωνίας βαθιά διχασμένης. 
Και πάνω απ’ όλα υπήρχε η ζέστη του νότου. Όλο τον χρόνο σχεδόν καλοκαίρι. Ο ήλιος αμείλικτος, η κάψα βαριά, η πέτρα να καίει κάτω από τα πόδια των ανθρώπων. Η φτώχεια στα παντοπωλεία, η κυρά που τρέχει φευγαλέα και κρυφά στη συνάντηση με τον εραστή της, τα ξοφλημένα καφενεία όπου είχε λείψει η χαρά και είχε σβήσει νωρίς η φλόγα στα μάτια των γερόντων που παρέμεναν στις ίδιες καρέκλες, εκεί όπου κάποτε αντηχούσαν οι φωνές των ξωμάχων αγροτών. Ένας κόσμος που είχε αλλάξει. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν πλέον και οι χωροφύλακες του νέου κράτους, μαζί με τους φόβους, τις υποψίες και τις σκιές που άφησε πίσω του ο διχασμός. Αυτό το τοπίο δεν ήταν απλώς μια εικόνα φτώχειας. Ήταν το αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής, μιας πρόσφατης ιστορικής περιόδου όπου οι άνθρωποι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο ερώτημα: πώς θα μπορούσε να ξανασταθεί όρθια η κοινωνική συνοχή μέσα από τα τραύματα και τις πληγές που είχαν αφήσει ο πόλεμος και ο Εμφύλιος.
Και σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια της κοινωνικής ανασυγκρότησης δεν στάθηκαν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Υπήρχαν άνθρωποι που πάλεψαν με αξιοπρέπεια, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν τις νέες συνθήκες, τις φοβίες και τις ανάγκες των άλλων. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, ο τόπος παρέμενε ένας τόπος ιδιαίτερος. Μια δυσπρόσιτη περιοχή, φωλιασμένη στα βουνά, που είχε κρατήσει κάτι από την παλιά της αυθεντικότητα. 
Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι να τη διασχίσεις. Υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια, χαραγμένα από τα βήματα των ανθρώπων και των ζώων τους. Δεν υπήρχαν μεγαλόπρεπα σπίτια και πλούτη. Υπήρχαν όμως λίγοι ξωμάχοι που αντιστέκονταν στον χρόνο. Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τον μόχθο και τις δυσκολίες, αλλά περήφανοι για τη γη τους, την καταγωγή τους και την ιστορία που κουβαλούσαν. Σε αυτόν τον τόπο, ανάμεσα στη σκληρότητα της φύσης και στη σκληρότητα των καιρών, ο Κλέαρχος προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του. Στην πρώιμη εφηβική του ηλικία ο Κλέαρχος είχε ήδη γνωρίσει την ορφάνια δύο φορές. Είχε χάσει τη μητέρα του και είχε στερηθεί την παρουσία του πατέρα του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποχωρίστηκε και τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος έφυγε για τη Στερεά Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία. Έτσι ο Κλέαρχος έμεινε μόνος. 
Συνέχισε τις περιπλανήσεις του στα χωριά της περιοχής, κάνοντας κάθε είδους δουλειά που μπορούσε να βρεθεί μπροστά του. Ήταν ακόμη παιδί, αλλά η ζωή δεν του επέτρεπε να φέρεται σαν παιδί. Έζησε ως εργάτης και κάποτε ως επαίτης. Μάζευε ό,τι μπορούσε από περιβόλια και χωράφια, αναζητώντας κάθε μικρή ευκαιρία επιβίωσης. Υπήρχαν φορές που, μετά από μέρες περιπλάνησης και εξάντλησης, έφτανε μπροστά σε πόρτες σπιτιών και χτυπούσε ζητώντας βοήθεια. Δεν ντρεπόταν να ζητήσει δουλειά. 
Πρόσφερε τα χέρια του για κάθε μικρή εργασία, με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό. Ήξερε πως η περηφάνια δεν ήταν να μη ζητάς ποτέ, αλλά να προσπαθείς να σταθείς όρθιος ακόμη και όταν όλα γύρω σου σε έχουν γονατίσει. Πέρασε πολλές μέρες στο χείλος της πείνας. Χρόνια αργότερα θυμόταν εκείνες τις περιπέτειες, όχι μόνο ως στιγμές στέρησης, αλλά και ως χρόνια που τον έμαθαν να αντέχει. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε μια ξεχωριστή ικανότητα στη γη. Ήξερε να καλλιεργεί, να παρατηρεί τις εποχές, να αξιοποιεί τη βλαστική περίοδο του τόπου. Η γεωργία δεν ήταν απλώς εργασία γι’ αυτόν, ήταν ένας τρόπος ζωής, μια γνώση που την είχε αποκτήσει από την ανάγκη και την εμπειρία. Η σχολική του μόρφωση κράτησε λίγο. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον κόσμο των βιβλίων. Ήξερε όμως να γράφει και να διαβάζει, να κάνει τις βασικές πράξεις της αριθμητικής, όσα πίστευε πως χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να τα βγάλει πέρα στη ζωή. Το σχολείο το εγκατέλειψε περίπου στα δέκα με έντεκα χρόνια του, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή η ζωή τον κάλεσε αλλού. Τον πρώτο καιρό ακολούθησε τον δρόμο του μεγαλύτερου αδελφού του, στους δύσκολους δρόμους της επιβίωσης.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα χρόνια 1945-1946. Η Ελλάδα μόλις είχε βγει από τον μεγάλο πόλεμο και βρισκόταν ήδη μπροστά στη νέα δοκιμασία του Εμφυλίου. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή ο Κλέαρχος ήταν μόλις δεκαοκτώ χρονών. Ήταν ένας μελαχρινός, όμορφος νεαρός, με αθλητική κορμοστασιά και τα χαρακτηριστικά εκείνα των ανδρών της Νότιας Ελλάδας. Ένας άνθρωπος που μόλις είχε αφήσει πίσω του την εφηβεία, αλλά η ζωή τον είχε ήδη σκληραγωγήσει. Ήταν άγουρος ακόμη ως άνδρας, αλλά γεροδεμένος, δυνατός και γεμάτος ενέργεια. Οι στερήσεις των παιδικών του χρόνων δεν είχαν σβήσει μέσα του τη ζωντάνια της ηλικίας του. Αντίθετα, η νιότη αναζητούσε τώρα τον δικό της δρόμο. Όπως πολλοί νέοι της εποχής του, ανακάλυπτε τον κόσμο των σχέσεων, της επιθυμίας και του έρωτα. Η ανδρική του παρουσία είχε αρχίσει να γίνεται αισθητή στην τοπική κοινωνία, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι ισορροπίες στα χωριά είχαν αλλάξει βαθιά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, πολλά χωριά είχαν μείνει κυρίως με γυναίκες, νεαρά κορίτσια και παιδιά. Πολλοί άνδρες είχαν χαθεί, είχαν ξενιτευτεί ή βρίσκονταν μακριά, είτε στον στρατό είτε μέσα στις σκληρές συγκρούσεις του Εμφυλίου. Οι γυναίκες που είχαν μείνει πίσω συνέχιζαν τη ζωή. Δούλευαν στα χωράφια, κρατούσαν τα σπίτια, μεγάλωναν παιδιά και προσπαθούσαν μέσα στις δυσκολίες να ξαναβρούν μικρές στιγμές χαράς και ανθρώπινης επαφής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ενηλικιώθηκε και ο Κλέαρχος. Η γη, η εργασία, η επιβίωση αλλά και ο έρωτας ήταν όλα μέρος του ίδιου κόσμου που διαμόρφωνε τον χαρακτήρα του. Στα χωριά εκείνης της εποχής ο έρωτας είχε τις δικές του σιωπηλές διαδρομές. Οι άνθρωποι μπορεί να μιλούσαν λίγο γι’ αυτά, όμως όλοι γνώριζαν πως η ζωή δεν σταματούσε επειδή οι άνδρες έλειπαν στον πόλεμο ή στην ξενιτιά.
 Με τη λαϊκή σοφία και το χωρατό τους, οι άνθρωποι παρομοίαζαν πολλές φορές το γυναικείο σώμα με έναν κήπο που χρειάζεται φροντίδα. Οι σύζυγοι ήταν οι φυσικοί «κηπουροί» αυτού του κήπου, όμως όταν εκείνοι έλειπαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ανθρώπινη φύση και οι ανάγκες της ζωής δημιουργούσαν τις δικές τους πραγματικότητες. Ήταν μια εποχή αντιθέσεων. Από τη μια η αυστηρότητα των ηθών, η τιμή και το βλέμμα της μικρής κοινωνίας, από την άλλη οι κρυφές επιθυμίες, οι μοναξιές και οι ανάγκες ανθρώπων που προσπαθούσαν να συνεχίσουν να ζουν μέσα σε δύσκολους καιρούς.
Περιπλανώμενος από χωριό σε χωριό, ο Κλέαρχος είχε προσωρινά ριζώσει σε ένα μικρό αγροτοκτηνοτροφικό χωριό του ακρωτηρίου Μαλέα. Εκείνες τις ημέρες τον είχε προσλάβει μια ηλικιωμένη χήρα που ζούσε σ’ ένα παλιό δίπατο σπίτι, με έναν μεγάλο κήπο που κάποτε θα πρέπει να ήταν το καμάρι του σπιτιού, αλλά τώρα είχε αφεθεί στη μοίρα του. Όταν παρουσιάστηκε ζητώντας δουλειά και ένα πιάτο φαγητό, η γυναίκα βρισκόταν ήδη σε απόγνωση. Ο κήπος της είχε γεμίσει αγριόχορτα και χρειαζόταν χέρια πρόθυμα να τον ξαναζωντανέψουν. Η γειτονιά βρισκόταν στο βορειοδυτικό άκρο του χωριού, μακριά από τη φασαρία, απομονωμένη και ήσυχη. Το σπίτι της ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Ήταν το μοναδικό δίπατο κτίσμα στην περιοχή και έμοιαζε να κουβαλάει πάνω του τη μνήμη μιας άλλης εποχής. 
Η χήρα είχε και μια κόρη. Ήταν άγαμη, γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε χρόνια, όπως μπόρεσε να υπολογίσει ο Κλέαρχος. Ένα κορίτσι με λιπόσαρκο κορμί και στεγνό πρόσωπο, σαν να είχε πάνω του αποτυπωθεί η μακρά αναμονή. Περίμενε χρόνια τον άνθρωπο που είχε φύγει στην ξενιτιά. Στην αρχή ίσως περίμενε με πίστη, με την υπομονή εκείνων των γυναικών που μεγάλωσαν με την ιδέα πως η ζωή τους ήταν δεμένη με την επιστροφή κάποιου άλλου.  Όμως τα χρόνια περνούσαν. Έκλαψε μέχρι που τα δάκρυά της στέρεψαν. Μέχρι που η προσμονή κουράστηκε μέσα της. Μέχρι που η καρδιά της, από τόση αναμονή και σιωπή, άρχισε να μοιάζει με έρημο τόπο.
Τον παρακολουθούσε αθέατη από το δωμάτιό της, κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες. Δυο μέρες τώρα τον έβλεπε να δουλεύει ακούραστα στον κήπο που είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί. Έσκαβε το χώμα, τακτοποιούσε τα παρτέρια, ξερίζωνε τα αγριόχορτα που είχαν πνίξει τον χώρο, καθάριζε τους λάκκους γύρω από τα δέντρα και πότιζε τις ρίζες τους. Με κάθε κίνηση έμοιαζε να ξαναφέρνει ζωή εκεί όπου ο χρόνος είχε αφήσει τη σιωπή του. Κι εκείνη τον κοιτούσε.
 Ήταν νέος. Ήταν όμορφος. Κι εκείνη, μια μικροκαμωμένη γυναίκα που τα χρόνια της αναμονής είχαν αφήσει πάνω της τα σημάδια τους, ένιωθε παράξενα μπροστά σε αυτή τη ζωντάνια που είχε μπει ξαφνικά στο σπίτι της. Κάποιες στιγμές ευχόταν να ήταν διαφορετική. Λίγο πιο γεμάτη, λίγο πιο δυνατή, σαν τις γυναίκες που φανταζόταν πως τραβούν ευκολότερα τα βλέμματα των ανδρών. Τα μάτια του, σκοτεινά και ζωντανά, περιπλανιούνταν στον χώρο καθώς εργαζόταν. Το πρόσωπό του είχε τη σκληράδα του ανθρώπου που είχε μεγαλώσει με τη γη και τη δυσκολία. Τον παρατηρούσε καθώς έσκυβε στο χώμα, καθώς σηκωνόταν, άλλαζε εργαλεία και σκούπιζε με την ανάστροφη της παλάμης τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Και χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν παρακολουθούσε πια μόνο έναν εργάτη που περιποιούνταν τον κήπο της. Παρακολουθούσε την επιστροφή μιας ζωής που πίστευε πως είχε τελειώσει.Τον είχε παρατηρήσει πολλές φορές κρυφά. Όχι μόνο για την ομορφιά του νεαρού άνδρα, αλλά γιατί μέσα από τις κινήσεις του έβλεπε κάτι που είχε λείψει από τη ζωή της. Δύναμη, νιότη, παρουσία. Τον έβλεπε να δουλεύει στον κήπο, να σκύβει πάνω από το χώμα, να σηκώνεται κουρασμένος, να σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Κάθε του κίνηση είχε κάτι απλό και φυσικό, κάτι που της θύμιζε πως η ζωή συνέχιζε να κυλά, παρά τα χρόνια που εκείνη είχε μείνει ακίνητη περιμένοντας. Και τότε άρχισαν να ξυπνούν μέσα της σκέψεις που πίστευε πως είχαν πια σβήσει. Σήκωσε το βλέμμα της προς το ηλιοβασίλεμα. Ο ουρανός είχε πάρει εκείνο το βαθύ άλικο χρώμα της ώρας που η μέρα παραδίδεται στη νύχτα. Μέσα σε μια παράξενη ομίχλη της φαντασίας της είδε τον εαυτό της αλλιώς· όχι όπως τον είχε συνηθίσει στον καθρέφτη, αλλά όπως θα ήθελε να είναι.
Είδε μια γυναίκα ζωντανή, ελεύθερη, απαλλαγμένη από την αναμονή και τη σιωπή. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσε πως μέσα της υπήρχε ακόμη ένας κόσμος που δεν είχε τελειώσει. Επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα που είχαν μείνει κρυμμένα κάτω από το βάρος της καθημερινότητας. Την τρόμαζε αυτή η αλλαγή, αλλά ταυτόχρονα την έκανε να νιώθει ξανά άνθρωπος. Έμεινε για λίγο ακίνητη μέσα στο άδειο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Δεν ήταν μόνο ο νεαρός εργάτης που είχε αναστατώσει τη σκέψη της. Ήταν η ξαφνική ανακάλυψη πως η καρδιά της δεν είχε γεράσει όσο νόμιζε. Κάπου βαθιά μέσα της, κάτω από τη σκόνη των χρόνων και της μοναξιάς, υπήρχε ακόμη μια γυναίκα που περίμενε να ξυπνήσει. 
Η κόρη πίστευε πως είχε καταφέρει να μείνει αθέατη. Δεν είχε καταλάβει όμως πως ο Κλέαρχος το είχε αντιληφθεί από την πρώτη κιόλας μέρα. Είχε προσέξει την ελαφριά κίνηση της κουρτίνας στο παράθυρο, εκείνη τη μικρή αλλαγή που πρόδιδε ένα βλέμμα κρυμμένο πίσω από το ύφασμα. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να καταλάβει. Δεν άλλαξε όμως τη συμπεριφορά του. Συνέχισε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια ηρεμία, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έσκαβε το χώμα, καθάριζε τα παρτέρια, φρόντιζε τα δέντρα και την άφηνε να παρακολουθεί. Ίσως, κατά βάθος, του άρεσε αυτό το σιωπηλό παιχνίδι. Η αίσθηση πως κάποιος τον πρόσεχε, πως η παρουσία του είχε σημασία για έναν άλλο άνθρωπο. Ήταν νέος, γεμάτος ζωή και αυτοπεποίθηση. Είχε μεγαλώσει μέσα στη στέρηση, όμως τώρα ανακάλυπτε τη δύναμη που του έδινε η ηλικία του, η εμφάνισή του, η επίδραση που μπορούσε να έχει στους άλλους. Κάποιες φορές άφηνε σκόπιμα τη σιωπή να κρατήσει περισσότερο. Δεν βιαζόταν. Παρατηρούσε μόνο την κίνηση της κουρτίνας και χαμογελούσε μέσα του. Δεν ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν εκείνη η γυναίκα. Άλλωστε ο άνθρωπος, έλεγε μέσα του, είναι ένας κόσμος δύσκολος να διαβαστεί. Οι επιθυμίες του κρύβονται πίσω από φόβους, αναμνήσεις και ανάγκες που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν καταλαβαίνει.
Κι έτσι αποφάσισε να περιμένει. Να αφήσει το παιχνίδι να εξελιχθεί με τον δικό της ρυθμό.
«Έχει καταλάβει την κρυψώνα μου», σκεφτόταν η γυναίκα κάθε φορά που εκείνος έστρεφε το σώμα του προς την πλευρά του παραθύρου της. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. Ίσως ήταν μόνο η φαντασία της, ίσως όμως και όχι. Κάθε του κίνηση τής φαινόταν σαν ένα σιωπηλό μήνυμα που δεν ήξερε αν έπρεπε να αγνοήσει ή να ακούσει. Εκείνος συνέχιζε τη δουλειά του στον κήπο με την ίδια αργή, σταθερή κίνηση. Ήξερε πως πίσω από την κουρτίνα υπήρχε ένα βλέμμα που τον ακολουθούσε, και αυτή η γνώση του έδινε μια παράξενη αυτοπεποίθηση.
Δεν υπήρχαν λόγια ανάμεσά τους. Μόνο μικρές κινήσεις, στιγμές σιωπής και η αίσθηση πως κάτι είχε αρχίσει να γεννιέται χωρίς κανείς από τους δύο να το έχει ομολογήσει. Εκείνη προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα της. Ήταν η έλξη για έναν νέο άνδρα ή η ξαφνική επιστροφή μιας ζωής που είχε πιστέψει πως είχε τελειώσει; Κι εκείνος, με την απλότητα και την αλαζονεία της νιότης του, αναρωτιόταν πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος όταν μια ξεχασμένη επιθυμία ξυπνά ύστερα από χρόνια σιωπής. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πάντα εύκολο να διαβαστεί. Κρύβει μέσα του ανάγκες, φόβους και όνειρα που πολλές φορές ούτε ο ίδιος δεν τολμά να παραδεχτεί.
Από κοντά του φάνηκε διαφορετική απ’ ό,τι την είχε φανταστεί. Ήταν μια γυναίκα που κουβαλούσε πάνω της χρόνια στέρησης και μοναξιάς. Δεν ήταν μόνο η εμφάνισή της· ήταν περισσότερο εκείνη η αίσθηση πως κάποια κομμάτια της ζωής της είχαν μείνει πίσω, σαν να περίμεναν ακόμη να τα αγγίξει κάποιος. Ο Κλέαρχος διέκρινε την αμηχανία της. Έβλεπε μια γυναίκα που ήθελε να πλησιάσει, αλλά ταυτόχρονα φοβόταν τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης. Η επιθυμία και ο φόβος πάλευαν μέσα της. Για πρώτη φορά ίσως κατάλαβε πως η έλξη δεν ήταν μόνο δύναμη και πάθος. Ήταν και ευθύνη. Ήταν η στιγμή που ο άνθρωπος έπρεπε να μάθει να ξεχωρίζει το δικό του θέλω από το θέλω του άλλου. Και τότε, μέσα στη μνήμη του, γύρισε σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της νιότης του, όταν η ζωή του έμοιαζε ένας δρόμος χωρίς κανόνες. Ήταν ένας κόσμος όπου οι άνθρωποι ζούσαν με τα πάθη τους φανερά, αλλά πολλές φορές πλήρωναν ακριβά τα λάθη τους. Οι γυναίκες εκείνης της εποχής κουβαλούσαν μοναξιές που δεν έλεγαν, και οι άντρες μεγάλωναν γρήγορα, μαθαίνοντας τη ζωή μέσα από εμπειρίες που άλλοτε τους ωρίμαζαν και άλλοτε τους άφηναν πληγές. Ο Κλέαρχος δεν ήταν ακόμη ο άνδρας που θα γινόταν. Ήταν ένα παιδί που προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο, μέσα σε μια κοινωνία φτώχειας, στερήσεων και σιωπηλών επιθυμιών. Αλαφιασμένη, έμεινε για λίγο ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όσα συνέβαιναν μέσα της. Δεν ήταν μόνο η παρουσία ενός άνδρα δίπλα της· ήταν η ξαφνική αίσθηση πως κάποιος έβλεπε τη μοναξιά της, τη σιωπή των χρόνων που είχαν περάσει και την ανάγκη της να νιώσει ξανά ζωντανή. Χωρίς πολλά λόγια, πλησίασε. Άφησε για λίγο την άμυνά της στην άκρη και αναζήτησε μια αγκαλιά, όχι μόνο ως επιθυμία, αλλά ως καταφύγιο. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τόσο κοντά σε έναν άνθρωπο, τόσο κοντά σε μια παρουσία που της θύμιζε πως υπήρχε ακόμη μέσα της κάτι που δεν είχε σβήσει. Ο Κλέαρχος την κοίταξε σιωπηλός. Μέσα στη νεανική του αυτοπεποίθηση υπήρχε ακόμη η αμηχανία ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει απότομα. Δεν καταλάβαινε ακόμη πως οι άνθρωποι δεν ζητούν μόνο πάθος· ζητούν κατανόηση, τρυφερότητα και την ασφάλεια πως κάποιος τους ακούει. Εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα στους δυο τους δεν υπήρχε μόνο έλξη. Υπήρχαν δύο μοναξιές που για λίγο συναντήθηκαν.
Την τρίτη μέρα, αργά το απόγευμα έσπρωξε την πόρτα της αποθήκης ελαφρά, και την άνοιξε αργά-αργά, προσπάθησε οι κινήσεις της να είναι απαλές, να μην κάνει θόρυβο και πριν την κλείσει πίσω της σάρωσε με το βλέμμα τον περίγυρο. Τον βρήκε όρθιο, η σιλουέτα του σκυφτή πάνω από μια λεκάνη νερό να πλένεται και τα νερά να στάζουν από πάνω του, κόμπιασε, είχε παραλύσει. Όχι από φόβο. Αμέσως προχώρησε ευθεία μπροστά κι εκείνος την είδε, δεν έκανε καμία κίνηση, σαν να την περίμενε ανασήκωσε τον κορμό του και την κοίταξε όπως τα αρπακτικά το θήραμά τους. Η μάνα της δεν τη ρώτησε τι έκανε τόση ώρα και γιατί άργησε αδικαιολόγητα, μπήκε στο σπίτι, διότι δεν άντεχε τώρα να κοιτάξει τη μάνα της στα μάτια παρά χώθηκε στην κάμαρά της κι έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Φοβόταν μην τυχόν και ανοίξει την πόρτα η μάνα της και τότε θα την άρχιζε στις ερωτήσεις. Αισθάνθηκε την κιλότα της να μουλιάζει από τα υγρά ανάμεσα στα πόδια της είχε ακόμη την αίσθηση του εκεί, χαμηλά. Άκουγε ακόμη τον εαυτό της να ψιθυρίζει με μισόσβηστη και λιγωμένη φωνή. «Μη! σταμάτα σε παρακαλώ!» Μα εκείνος δεν άκουγε τίποτα, ήξερε τι έκανε και το έκανε καλά, σφιχτά όσο έπρεπε, και ήταν τόσο απαλό το χέρι του, πολύ πιο απαλό από την κόχη του κρεβατιού της όπου ξέδινε κάποια πρωινά, μόλις ξυπνούσε, διακριτικά, μην τυχόν και την πάρει είδηση η μητέρα της.
Η μάνα της το έμαθε από τους «καλοθελητές». Σε χωριά με λίγους ανθρώπους, τα μυστικά σπάνια μένουν κρυφά για πολύ. Δεν χρειάζεται να ρωτήσεις· πάντα θα βρεθεί κάποιος να έρθει πρώτος, να χαμηλώσει τη φωνή και να σου διηγηθεί αυτά που «όλος ο κόσμος ξέρει». Και όπως η στάμνα που πηγαινοέρχεται στη βρύση κάποια στιγμή ραγίζει και σπάει, έτσι κι αυτή η ιστορία, με τα πολλά κρυφά βλέμματα και τις ψιθυριστές κουβέντες, δεν μπορούσε να μείνει για πάντα κρυμμένη. Γιατί μια φορά μπορεί να ξεγελάσεις τη μοίρα, δυο φορές μπορεί να σταθείς τυχερός, αλλά η συνήθεια κάποτε προδίδει τον άνθρωπο. Κι έτσι, μια βραδιά, ήρθε η στιγμή που εκείνη που όλοι περίμεναν λιγότερο, αυτή που πίστευε πως γνώριζε καλύτερα την κόρη της, βρέθηκε μπροστά στην αλήθεια. Μια αλήθεια που δεν έφερε μόνο θυμό, αλλά και πόνο, ντροπή και φόβο για το αύριο.
Κοντά στο ηλιοβασίλεμα η γριά μητέρα της τής είπε πως θα πήγαινε στον εσπερινό. Θα αργούσε να επιστρέψει· ήθελε να προσευχηθεί, να μιλήσει με τον Θεό, να βρει λίγη γαλήνη. Της ζήτησε μόνο να προσέχει το σπίτι. Εκείνο το απόγευμα, όταν τον είδε να περνά την αυλόπορτα, δεν ένιωσε πια την ανάγκη να κρυφτεί. Οι κουβέντες τους έγιναν πιο ήρεμες, πιο προσωπικές. Για πρώτη φορά ένιωθε πως κάποιος την άκουγε πραγματικά. Τα μάτια της έλαμπαν και μέσα της πάλευαν η χαρά, ο φόβος και η προσμονή. Τον οδήγησε στο δωμάτιό της. Ήταν η πρώτη φορά που ένας ξένος περνούσε το κατώφλι αυτού του χώρου που τόσα χρόνια φύλαγε τις σιωπές και τα όνειρά της. Ένα απαλό άρωμα από τριαντάφυλλα γέμιζε τον αέρα. Και τότε η ησυχία έσπασε. Η πόρτα άνοιξε απότομα. Φωνές, βαριά βήματα και θυμός γέμισαν το σπίτι. Άνθρωποι οπλισμένοι μπήκαν στην αυλή με άγριες διαθέσεις. Ήταν συγγενείς της, όπως έλεγαν, αλλά πίσω τους ακολουθούσε και η δύναμη της κοινότητας: η «τάξη» του χωριού και ο γραμματέας της κοινότητας. Εκείνη τη στιγμή δεν εισέβαλαν μόνο σε ένα σπίτι. Εισέβαλαν σε μια κρυφή ζωή που μέχρι τότε ανήκε μόνο στους δύο τους.
Ο Κλέαρχος έμεινε ακίνητος, με την αμηχανία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Προσπάθησε να κρατήσει κρυφό το κύμα πανικού που φούσκωνε μέσα του, μα η αγωνία είχε ήδη αρχίσει να τον κυριεύει. Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλάβει τις διαθέσεις τους. Τα βλέμματα, οι φωνές, ο τρόπος που στέκονταν απέναντί του, όλα μαρτυρούσαν πως δεν είχαν έρθει για κουβέντα. Η κοπέλα, χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι σε ανθρώπους που δεν γνώριζε αν ήθελαν να τον φοβίσουν ή να τον τιμωρήσουν.
Για λίγες στιγμές απλώθηκε στο δωμάτιο μια βαριά σιωπή. Μια σιωπή πιο τρομακτική κι από τις φωνές. Ο Κλέαρχος ένιωθε σαν να είχε ξυπνήσει μέσα σε έναν εφιάλτη. Όσα άκουγε δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Μέχρι πριν από λίγο βρισκόταν σε ένα δωμάτιο όπου νόμιζε πως άνοιγε ένας καινούργιος κόσμος μπροστά του· τώρα βρισκόταν αντιμέτωπος με έναν κόσμο γεμάτο απειλές.
Τη σιωπή έσπασε ο γραμματέας της κοινότητας. «Τι κάνουμε μ’ αυτόν;» είπε.Τα λόγια έπεσαν βαριά στον χώρο.
Ο Κλέαρχος ένιωσε ένα κρύο μούδιασμα να απλώνεται μέσα του. Ήξερε πως εκείνα τα χρόνια, σε εκείνους τους τόπους, η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να κριθεί μέσα σε λίγα λεπτά. Οι παλιές έχθρες, η ντροπή, η εκδίκηση και ο φόβος μπορούσαν εύκολα να μετατρέψουν μια ανθρώπινη στιγμή σε τραγωδία.
«Κοιμήθηκες με ορφανό, απροστάτευτο κοριτσόπουλο. Κόρη χήρας. Είναι ζήτημα τιμής, θρησκευτικών και ηθικών επιταγών. Ο νόμος της κοινωνίας μας ορίζει πως ο γάμος είναι η μόνη λύση».Τα λόγια τους έπεσαν βαριά μέσα στο δωμάτιο.
Ο Κλέαρχος ήθελε να απαντήσει. Ήθελε να πει πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα παρουσίαζαν. Πως το κορίτσι δεν ήταν τόσο αθώο και ανυποψίαστο όσο ήθελαν να πιστεύουν. Μα τα χείλη του έμειναν κλειστά. Δεν ήταν η έλλειψη λόγων που τον σταμάτησε. Ήταν η γνώση πως κάθε λέξη του μπορούσε να χειροτερέψει τη θέση του. Ένιωθε την απειλή να σφίγγει γύρω του σαν μέγγενη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια περιπλάνησης και αγώνα για επιβίωση ένιωθε πάλι εκείνο το παλιό συναίσθημα της αδυναμίας. Σαν το ορφανό παιδί που δεν είχε κανέναν να υπερασπιστεί το δίκιο του.
Χαμήλωσε το κεφάλι και κάθισε στον ξηλωμένο καναπέ.
Ήξερε την απάντηση πριν ακόμη του τη ζητήσουν. Τον κανόνα αυτόν τον είχε ακούσει πολλές φορές στη ζωή του. Στους τόπους εκείνους η τιμή της οικογένειας δεν ήταν απλώς μια λέξη· ήταν ένας νόμος βαρύτερος από την προσωπική επιθυμία. Ποιος ήταν λοιπόν αυτός που μπορούσε να αρνηθεί;
Το χέρι του πήρε το χαρτί. Για μια στιγμή δίστασε. Ήταν σαν να υπέγραφε όχι μόνο ένα γάμο, αλλά και την αποδοχή μιας μοίρας που άλλοι είχαν ήδη αποφασίσει γι’ αυτόν.
«Δώστε μου να υπογράψω…» ψέλλισε.
Και ο ίδιος δυσκολευόταν να πιστέψει πως αυτές οι λέξεις βγήκαν από το στόμα του.
Όσο περνούσε η ώρα, το πρώτο μούδιασμα άρχισε να υποχωρεί. Στη θέση του έμενε ένας βουβός, βραδυφλεγής θυμός που μεγάλωνε μέσα του. Δεν ήταν μόνο η οργή για όσα είχαν συμβεί· ήταν περισσότερο η αίσθηση πως κανείς δεν τον είχε ρωτήσει τι ήθελε. Του έδωσαν τα χαρτιά. Τα αμυδρά χαμόγελα στα πρόσωπά τους, που για μια στιγμή μαλάκωναν τη σκληράδα τους, φανέρωναν την ικανοποίησή τους. Για εκείνους η υπόθεση είχε τελειώσει. Η τιμή της οικογένειας είχε αποκατασταθεί, η κοινωνική τάξη είχε ξαναμπεί στη θέση της.
«Όλα εντάξει», έμοιαζαν να λένε. «Δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι».
Μα ο Κλέαρχος φοβόταν. Γύρω του δεν υπήρχε ειρήνη. Η χώρα βρισκόταν ακόμη μέσα στον σπαραγμό του εμφυλίου πολέμου. Η ζωή του ανθρώπου μπορούσε να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι ισορροπίες στα χωριά ήταν εύθραυστες και εκείνοι που είχαν δύναμη την χρησιμοποιούσαν χωρίς δισταγμό. Οι άνθρωποι της εξουσίας, ο σταθμάρχης της χωροφυλακής, οι πληροφοριοδότες και όσοι κινούνταν στο σκοτάδι των φόβων της εποχής, δεν ήταν άγνωστοι σε κανέναν. Ο Κλέαρχος ήξερε πως η ζωή του κρεμόταν από λεπτές κλωστές.
Και έτσι, μέσα στη νύχτα, έγινε ο γάμος. Χωρίς γιορτή, χωρίς χαρά, χωρίς εκείνη την προσμονή που συνοδεύει μια τέτοια στιγμή. Με παπά, κουμπάρο και την πόρτα της κοινότητας ανοιχτή για να καταγραφεί αμέσως το γεγονός. Από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος.
Ένας νέος άνθρωπος, που μόλις είχε αρχίσει να γνωρίζει τη ζωή, βρέθηκε δεμένος με μια γυναίκα που δεν είχε επιλέξει και για μια μοίρα που άλλοι είχαν αποφασίσει. Και το πιο βαρύ δεν ήταν ο γάμος. Ήταν πως δεν είχε κανέναν να πει τον πόνο του.
Τον καιρό εκείνο εκτυλίσσεται γύρω του, μια ανθρώπινη τραγωδία, ένας εμφύλιος σπαραγμός, συνθήκες όπου απειλείται η ζωή του καθενός με ευκολία. Και εκείνοι πού 'χαν τον πάνω λόγο (και το πάνω χέρι) στο χωριό τα τελευταία χρόνια, ήταν ο σταθμάρχης της χωροφυλακής και οι χαφιέδες που ποτέ δεν έλειψαν, όπως τώρα που το έκαναν φανερά και φυσικά φοβήθηκε για την ζωή του. 
Άγρια μεσάνυχτα συνοπτικά έγινε γάμος με παπά και κουμπάρο και με την γραμματεία της κοινότητας ανοικτή να δηλωθεί πάραυτα. Από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε παντρεμένος. Που να πει τον πόνο του; με μια γυναίκα μεγαλύτερη του που δεν την ήθελε. Αξημέρωτα πήγε κρυφά σ' ένα φιλικό του σπίτι, με το γιο αχώριστοι από μικρά παιδιά. Στην ίδια γειτονιά μεγάλωσαν, τα ίδια παιχνίδια έπαιξαν.
Μέσα του έβραζε ο θυμός για την προσβολή που έπαθε και είχε το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια χάμω. Βρίσκει τη λύση στην σιωπή γιατί τον πνίγει η ντροπή του.
Του δάνεισαν το άλογο τους. Ο Κλέαρχος δεν έχασε λεπτό, καβάλησε το άλογο τράβηξε τα χαλινάρια και ξεκίνησε, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Χύθηκε σαν τον άνεμο καλπάζοντας πέρα από τους λόφους πήδηξε πάνω από μια συστάδα θάμνων και χάθηκε μέσα στη βλάστηση και ανάμεσα στα ελαιόδεντρα. 
Έφθασε στους Μολάους. Αναζήτησε βοήθεια και στήριξη από τον αδελφό της θετής μητέρας του. Με τις γνωριμίες του θείου του, στρατολογήθηκε στις παραστρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής, στα τάγματα εθνοφυλακής «ΧΙΤΕΣ». Ο Θείος του ήταν μια περίεργη υπόθεση, ένας δύσκολος άνθρωπος, μερακλής, μόρτης, παθιασμένος με τα κουμπούρια και τους τσαμπουκάδες, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «Τσαχλαμπούρης». Μόνο σε φονικά δεν ήταν μπλεγμένος. Μετέπειτα ο «Τσαχλαμπούρης» έγινε ο νονός του Αλκιβιάδη. Ο Κλέαρχος χειρίζεται κι αυτός σαν τον θείο του με ικανότατα τα όπλα. Γενναίος, υγιής από φυσικού του, πολύ σύντομα τον εμπιστεύθηκαν σε μια ομάδα που στρατοπέδευσε στο ορεινό χωριό της οικογένειας της Ιοκάστης. Το σπίτι του παππού ήταν αρκετά μεγάλο, οι παραστρατιωτικοί επίταξαν ένα μέρος του μαζί με τα τρόφιμα, τις προμήθειες και μερικά ζώα του. Οι παρακρατικές αυτές οργανώσεις είχαν  στρατιωτική δομή, αντίστοιχη εκπαίδευση και αυστηρή ιεραρχία. Η οργανωμένη δράση τους ασκούσε εξουσία στις περιοχές τους.  
Αργότερα όταν ο εγγονός του, ο Κλέαρχος τζούνιορ τον ρωτούσε τον παππού του. «Τι έκανες στα νιάτα σου παππού». Αυτός του απαντούσε με μία λιγόλογη και αόριστη αναφορά. «Ήμουν σε μια συμμορία αγόρι μου.» 
Η Ιοκάστη τον μάλωνε. «Σιώπα τι είναι αυτά που λες στο παιδί» Και συμπλήρωνε. «Στρατιώτης στο στρατό ξηράς ήταν καρδούλα μου.»
..... Ο επικεφαλής της οργάνωσης έστειλε μήνυμα στους συγγενείς της κοπέλας και τους απείλησαν ότι εάν τολμήσουν να πειράξουν το παλικάρι του δε θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα στα σπίτια τους· όλα θα γκρεμιστούν!
Έστειλαν και υστερόγραφο. Ο γραμματέας της κοινότητας και ο παπάς της ενορίας τους να κινήσουν τάχιστα διαδικασίες ακύρωσης του γάμου αυτοδικαίως ως μηδέποτε γενόμενος: να θεωρηθεί ως  «λευκός» γάμος.... και απείλησαν σοβαρά ότι θα κρεμάσουν το γραμματέα στην πλατεία του χωριού, και τον παπά στο καμπαναριό της εκκλησίας.
Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Τις μέρες εκείνες οι αντίπαλες  παρατάξεις  έκαψαν πολλά σπίτια στα χωριά τους. (ανταρτών, χιτών μεταξύ τους).

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Klearchos Kai Iokasti
.....

 
Web Informer Button