......Ήταν Φλεβάρης του 1954. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από τη γέννηση του Αλκιβιάδη, όταν η Ιοκάστη έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της.
Ένα ακόμη αγόρι.
Τον Τηλέμαχο.
Η γέννησή του γέμισε ξανά το μικρό σπίτι στα Μπουμπουτσέλια με χαρά, παιδικά κλάματα και καινούριες ελπίδες. Η οικογένεια μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωναν και τα όνειρα των γονιών.
Κάθε νέο παιδί φέρνει μαζί του μια νέα αρχή.
Μα φέρνει και μεγαλύτερες ευθύνες.
Το ψωμί έπρεπε πια να μοιράζεται σε περισσότερα στόματα, οι ανάγκες πλήθαιναν και οι κόποι του Κλέαρχου και της Ιοκάστης γίνονταν ακόμη βαρύτεροι. Όμως ούτε η φτώχεια ούτε οι στερήσεις μπορούσαν να θαμπώσουν τη χαρά τους. Για τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς τα παιδιά δεν ήταν βάρος· ήταν ευλογία, παρηγοριά και η πιο μεγάλη τους ελπίδα για το αύριο. Ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πόσο είχε αλλάξει η ζωή του, περιεργαζόταν με απορία τον νεογέννητο αδελφό του. Τον πλησίαζε διστακτικά, άγγιζε τα μικροσκοπικά του χεράκια και τον κοιτούσε με εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Η οικογένεια είχε πια αποκτήσει δύο γιους. Δύο μικρές ζωές που έδιναν νόημα σε κάθε θυσία και σε κάθε όνειρο των γονιών τους.
ο ευτυχές γεγονός συνέβη αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ.
Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ανάμεσα στην Τρίτη και στο ξημέρωμα της Τετάρτης, στα μέσα του Φλεβάρη του 1954. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε δείξει από νωρίς τα δόντια του. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του μήνα είχε ενσκήψει δριμύ ψύχος. Ασταμάτητες βροχές, παγωμένοι βοριάδες και ξαφνικές καταιγίδες σάρωναν τον Πάρνωνα, ενώ ο άνεμος σφύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στις ξερολιθιές και στα γυμνά δέντρα του μικρού οικισμού. Μέσα σ' εκείνη τη νύχτα της παγωνιάς και της κακοκαιρίας, όταν η φύση έμοιαζε να δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων, ένα ακόμη παιδί ερχόταν στον κόσμο.
Ο δεύτερος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Τηλέμαχος.
Κι έτσι, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, γεννήθηκε άλλη μια άνοιξη για το μικρό τους σπίτι.
Τα φυλλοβόλα δέντρα στις γυμνές χωμάτινες πλαγιές του οικισμού είχαν απογυμνωθεί. Τα σαπισμένα φύλλα, ποτισμένα από τις ασταμάτητες βροχές, στρώνονταν σαν φαιό χαλί πάνω στο μαλακωμένο χώμα, ενώ ο παγωμένος αγέρας τα παρέσερνε πότε εδώ και πότε εκεί με έναν μονότονο ψίθυρο. Το μικρό αγροτόσπιτο του Κλέαρχου και της Ιοκάστης, στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στεκόταν μόνο του μέσα στη νύχτα. Το είχε κυκλώσει ένα πηχτό, αδιαπέραστο σκοτάδι. Ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια φώτιζαν τον ουρανό· μονάχα ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και στις πέτρες του λόφου, λες και κάτι αθέατο περιδιάβαινε τον τόπο. Τέτοιες νύχτες ο κόσμος αλλάζει όψη. Οι γνώριμες μορφές χάνονται μέσα στις σκιές, οι ήχοι αποκτούν άλλη δύναμη και η φαντασία ταξιδεύει εκεί όπου το φως της ημέρας δεν την αφήνει να φτάσει. Ό,τι μένει καλά κρυμμένο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου βρίσκει τότε τον δρόμο να αναδυθεί, καθώς η νύχτα απλώνει σιωπηλά το πέπλο της πάνω στη γη.
Ο Κλέαρχος στεκόταν μπροστά στο τζάκι κρατώντας ένα μακρύ ξύλο. Βυθισμένος στις σκέψεις του, σκάλιζε αργά τη φωτιά, σπρώχνοντας προς το κέντρο τα πυρωμένα ξύλα και τα λιγοστά αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω από τις φλόγες. Κάθε τόσο μια σπίθα πεταγόταν ψηλά και χανόταν μέσα στην καπνισμένη καμινάδα. Ανά τακτά διαστήματα γύριζε το κεφάλι προς την ορθάνοιχτη ξύλινη εξώπορτα. Ο παγωμένος αέρας εισχωρούσε στο σπίτι, κουβαλώντας τον μονότονο συριγμό του βοριά και το ψιθύρισμα της βροχής. Στεκόταν ακίνητος για λίγες στιγμές, με την ανάσα κομμένη, προσπαθώντας να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο της νύχτας έναν διαφορετικό ήχο· το ποδοβολητό ενός ζώου, ανθρώπινες φωνές ή το τρίξιμο μιας ρόδας πάνω στη λάσπη.
Περίμενε. Και όσο περνούσε η ώρα, η προσμονή βάραινε την ψυχή του περισσότερο κι από τον χειμωνιάτικο ουρανό. Η φωτιά φούντωσε ξαφνικά και οι φλόγες της πέταξαν φωτεινές μαχαιριές στους ασβεστωμένους τοίχους της μικρής κάμαρας. Έξω από την ανοιχτή πόρτα σχηματίστηκε ένα τρεμουλιαστό τετράγωνο φως, που έσπρωχνε για λίγο το σκοτάδι και την παγωνιά της νύχτας, ενώ οι σκιές χόρευαν πάνω στους τοίχους στον αργό ρυθμό της φωτιάς.
Την εξώπορτα την είχαν αφήσει ορθάνοιχτη, όπως συνήθιζαν στα χωριά, τόσο στις χαρές όσο και στις λύπες. Ήταν σαν να καλούσαν όλο τον κόσμο να μπει στο σπίτι και να μοιραστεί ό,τι έφερνε η μοίρα.
Πάνω από τη στέγη ο βοριάς σφύριζε περνώντας ανάμεσα στα κεραμίδια, ενώ από τις χαραμάδες άρχισε να τρυπώνει ένα ψιλό, παγωμένο ανεμοβρόχι. Ο Κλέαρχος ανασήκωσε για λίγο το βλέμμα. Ήξερε να «διαβάζει» τον καιρό όπως διάβαζε το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Το χρώμα του ουρανού, το τρέξιμο των σύννεφων, το πέταγμα των πουλιών, το βουητό του ανέμου στις ρεματιές και στις βουνοκορφές ήταν γι' αυτόν σημάδια πιο σίγουρα κι από κάθε πρόβλεψη.
«Χιονιάς έρχεται», έλεγαν οι χωρικοί όταν φυσούσε δυνατός βοριάς και η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα, ακόμη κι αν στο χωριό τους το χιόνι ήταν σπάνιο και συνήθως έπεφτε χιονόνερο. Κι όταν τον χειμώνα αστραποβολούσε από τον βορρά, το ήξεραν όλοι πως θα ακολουθούσαν μέρες δύσκολες. Οι δουλειές στα χωράφια και στους μπαξέδες σταματούσαν, τα ζώα έμεναν στους στάβλους και οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια τους, περιμένοντας να κοπάσει η κακοκαιρία.
Εκείνο το βράδυ ο Κλέαρχος δεν έμοιαζε με τον εαυτό του. Η συνηθισμένη του ψυχραιμία είχε δώσει τη θέση της σε μια σιωπηλή αγωνία που τον έτρωγε από μέσα. Περίμενε, όπως περιμένει ο βαριά άρρωστος τον γιατρό που θα του φέρει την ελπίδα.
Ξαφνικά, μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι, φάνηκαν δυο σκιές να ανηφορίζουν προς το σπίτι. Ο Κλέαρχος έσκυψε χωρίς να μιλήσει, έριξε ακόμη λίγα ξύλα στο τζάκι και οι φλόγες φούντωσαν. Η μικρή κάμαρα πλημμύρισε ζεστό φως. Οι δυο γυναίκες πλησίαζαν βιαστικά. Ανέβαιναν το μονοπάτι σχεδόν τρέχοντας, με την ανάσα κομμένη και τα στήθη τους να ανεβοκατεβαίνουν από την κούραση. Το κρύο είχε κοκκινίσει τα πρόσωπά τους και η παγωνιά της νύχτας είχε ποτίσει τα ρούχα τους.
Ήταν η μαμή του χωριού και μαζί της η μεσόκοπη γειτόνισσά τους. Μόλις πέρασαν το κατώφλι, ο Κλέαρχος τις υποδέχθηκε με ένα βουβό νεύμα. Εκείνες μπήκαν γρήγορα στην κάμαρα και έκλεισαν ερμητικά πίσω τους την ξύλινη πόρτα, κρατώντας έξω τον άνεμο και τη νύχτα.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλή ώρα ο Κλέαρχος ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει. Ήταν σαν να διαλύθηκε ξαφνικά η πυκνή ομίχλη που βάραινε τον νου του. Η αγωνία δεν είχε ακόμη τελειώσει, όμως δεν ήταν πια μόνος απέναντί της. Με το που έκλεισε η ξύλινη πόρτα, η παγωμένη ανάσα του βοριά έμεινε έξω. Η νύχτα αποκλείστηκε από το μικρό σπίτι σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης.
Δυο μικρές κάμαρες όλες κι όλες· αυτό ήταν το φτωχικό τους. Οι δυο γυναίκες στάθηκαν για λίγο μπροστά στο τζάκι. Άπλωσαν τα παγωμένα τους χέρια προς τις φλόγες, αφήνοντας τη ζεστασιά να διαπεράσει σιγά σιγά τα μουσκεμένα τους ρούχα και να διώξει τη νυχτερινή υγρασία από τα κόκαλά τους. Ύστερα άφησαν τη φωτιά και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας.
Εκεί, πάνω σ' ένα ξύλινο κρεβάτι σκεπασμένο με μια λευκή φλοκάτη, ήταν ξαπλωμένη η Ιοκάστη. Μια μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε τους ώμους της. Βρισκόταν ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, ώσπου αντιλήφθηκε την παρουσία τους και άνοιξε αργά τα μάτια.Την ίδια στιγμή ένα κύμα πόνου διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Ξεκίνησε βαθιά, από τα σωθικά της, απλώθηκε αργά σαν κύκλος στο νερό και χάθηκε, αφήνοντας πίσω του μια σύντομη ανάσα ανακούφισης. Ύστερα ήρθε κι άλλο. Πιο δυνατό. Πιο βαθύ. Ένιωθε πως μέσα της πάλλονταν μια νέα ζωή που ζητούσε επίμονα τον δρόμο προς το φως. Ανάμεσα στις συσπάσεις άπλωνε ασυναίσθητα το χέρι πάνω στην κοιλιά της, σαν να ήθελε να προστατέψει εκείνο το μικρό, εύθραυστο πλάσμα που σε λίγο θα άφηνε για πάντα το ασφαλές καταφύγιό του. Ο φόβος και η χαρά, ο πόνος και η προσμονή είχαν γίνει ένα. Καθώς οι ωδίνες δυνάμωναν και έρχονταν ολοένα συχνότερα, ένιωθε πως το σώμα της δεν της ανήκε πια· υπάκουε μόνο στον αρχέγονο νόμο της γέννησης. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Η μαμή έπιασε αμέσως δουλειά. Με γοργές, σίγουρες κινήσεις έλεγξε ένα προς ένα όλα όσα θα χρειάζονταν για τη γέννα. Τίποτε δεν άφηνε στην τύχη· η πείρα πολλών χρόνων οδηγούσε τα χέρια της.
Το μικρό σπίτι είχε καθαριστεί από νωρίς. Παντού μύριζε ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Όλα ήταν νοικοκυρεμένα, σαν να περίμεναν έναν ξεχωριστό επισκέπτη. Με ευλάβεια κατέβασαν από το εικονοστάσι την εικόνα της Παναγίας. Τη φίλησαν σταυροκοπούμενες και προσευχήθηκαν να πάνε όλα κατ' ευχήν. Άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα του και έριξαν λίγο λιβάνι στη φωτιά. Το άρωμά του γέμισε την κάμαρα, ανακατεύτηκε με τη μυρωδιά των ξύλων που έκαιγαν και χάρισε στο φτωχικό μια γαλήνη σχεδόν εκκλησιαστική. Η προσμονή βάραινε τις καρδιές όλων. Ήξεραν πως η γέννα είναι έργο του Θεού και της μάνας μαζί. Σ' εκείνες τις ώρες δεν χωρούσαν βιασύνες· μόνο υπομονή, πίστη και η ελπίδα πως, με τη βοήθεια της Παναγίας, το νέο παιδί θα ερχόταν γερό στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη ο χρόνος γύρω της είχε σχεδόν μειώνει ακίνητος. Έξω όλα έμοιαζαν να έχουν βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή. Μα μέσα της συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Εκεί είχε στηθεί ένα αθέατο πανηγύρι ζωής. Κάθε κύμα του πόνου τής θύμιζε πως η ώρα πλησίαζε. Κάθε ανάσα γινόταν βαθύτερη. Κάθε χτύπος της καρδιάς δυνατότερος, σαν να συντονιζόταν με τον παλμό της νέας ζωής που ετοιμαζόταν να αντικρίσει το φως. Ένιωθε πως ολόκληρη η πλάση κρατούσε την ανάσα της μαζί της.
Σε λίγο θα κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο παιδί της. Έναν ακόμη γιο. Ένα ακόμη θαύμα.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, ακούστηκαν ξαφνικά αλυχτήματα στην αυλή, ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου, πνιχτές φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, βαριά βήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας.
Ήταν από εκείνες τις ώρες που η νύχτα μοιάζει πιο πυκνή λίγο πριν αρχίσει να ξημερώνει. Η ξύλινη πόρτα άνοιξε απότομα. Ένας άντρας τυλιγμένος στο βρεγμένο πανωφόρι του πέρασε το κατώφλι, αφήνοντας πίσω του τον βοριά να μουγκρίζει και τη βροχή να στάζει από τους ώμους του. Τινάχτηκε ελαφρά, σαν να άφηνε έξω μαζί με το νερό και την αγριάδα της νύχτας.
Ήταν ο απρόβλεπτος, ιδιόρρυθμος φίλος της οικογένειας. Άνθρωπος με τραχύ χιούμορ και καρδιά πλατιά, που ήξερε να σκορπά το γέλιο ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Μπήκε στην κάμαρα με την ορμή του χειμωνιάτικου ανέμου, μα μαζί του έφερε κι έναν αέρα ανακούφισης· σαν να έδιωχνε μονομιάς το βάρος της αγωνίας που τόσες ώρες σκέπαζε το μικρό σπίτι. Στάθηκε για λίγο ακίνητος μπροστά στο τζάκι. Η ζωηρή φλόγα φώτισε το βρεγμένο πρόσωπό του και τα μάτια του γέμισαν από τη θαλπωρή του σπιτιού. Έκλεισε για μια στιγμή τα βλέφαρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε, σαν να ένιωσε κι εκείνος πως μέσα σε εκείνη τη φτωχική κάμαρα είχε μόλις γεννηθεί κάτι μεγαλύτερο από έναν άνθρωπο: είχε γεννηθεί η ίδια η ελπίδα.
Ο Κλέαρχος δεν έκανε καμία ερώτηση. Δεν χρειαζόταν. Η απάντηση βρισκόταν ήδη μπροστά του. Τον υποδέχθηκε μ' ένα ζεστό χαμόγελο, χωρίς να σχολιάσει ούτε την απρόσμενη άφιξη ούτε το περασμένο της ώρας. Άναψε το φανάρι, πήρε τα γκέμια από το άλογο και βγήκε στην αυλή για να το τακτοποιήσει στον μικρό αχυρώνα, δίπλα στο σπίτι.
Είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα. Η νύχτα παρέμενε βαριά και παγωμένη, μα μέσα στο φτωχικό η ζωή είχε νικήσει το σκοτάδι. Ο νυχτερινός επισκέπτης ήταν ο Πολυζώης, μακρινός ξάδελφος του Κλέαρχου· ένας άνθρωπος δεμένος με την οικογένεια περισσότερο με τους δεσμούς της καρδιάς παρά του αίματος.
Ο Πολυζώης ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που σε κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή. Σε τραβούσε κοντά του με την ανοιχτή καρδιά και τον εύθυμο χαρακτήρα του. Σε γοήτευαν τα φερσίματα του, η καλοσύνη του και εκείνο το μοναδικό χιούμορ που στόλιζε ακόμη και την πιο απλή κουβέντα του.
Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες χωρίς προσπάθεια, τον θαύμαζες και περίμενες τη συντροφιά του. Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που, μόλις έμπαιναν σ’ έναν χώρο, άλλαζαν αμέσως την ατμόσφαιρα. Είχε διασχίσει μέσα στη νύχτα την απόσταση από τον οικισμό στην ανατολική πλευρά του λόφου, για να μοιραστεί τη χαρά τους. Άλλωστε δεν είχε έρθει μόνο ως συγγενής και φίλος· σε λίγο καιρό θα γινόταν ο νονός του παιδιού. Η μαμή, με βαθιά συγκίνηση, πήρε απαλά το νεογέννητο αγόρι και το ακούμπησε στην αγκαλιά της μητέρας του. Χάιδεψε τρυφερά το μικρό του κεφάλι και χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν… όλα έχουν την ώρα τους και τον τρόπο τους», είπε με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν δει πολλά στη ζωή τους. Ένα κύμα χαράς πλημμύρισε τη μικρή κάμαρα. Τα βαριά σύννεφα που τόσες ώρες σκέπαζαν τις σκέψεις του Κλέαρχου διαλύθηκαν. Ένιωσε το βάρος να φεύγει από τους ώμους του και μια ξεχασμένη δύναμη να επιστρέφει μέσα του. Εκείνη τη νύχτα, στο φτωχικό σπιτάκι του Αγίου Παντελεήμονα, δεν είχε γεννηθεί μόνο ένα παιδί. Είχε γεννηθεί ξανά και η ελπίδα.
Στην κάμαρα έπεσε για λίγο σιωπή. Μόνο το κλάμα του νεογέννητου αντηχούσε μέσα στον μικρό χώρο, σκεπάζοντας ακόμη και το ήρεμο τριζοβόλημα της φωτιάς στο τζάκι. Ο Πολυζώης, αφού συνήλθε από τη συγκίνηση που τον είχε κυριεύσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά, με τη γνώριμη ζωηράδα του, αναφώνησε χαρούμενα: «Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι!»
Σαν να ήθελε να μοιραστεί με όλους τη χαρά που είχε σκορπίσει η νύχτα αυτή σε ολόκληρο τον κόσμο του.
Ύστερα γύρισε προς τη μαμή και τη ρώτησε: «Πες μου, τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;»
Και πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, πρόσθεσε με το γνωστό του ενθουσιασμό: «Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε. «Τελείωσαν όλα καλά. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να κάνεις τώρα.» Μάλλον όμως κατάλαβε πως η απάντησή της ήταν λίγο απότομη και θέλησε αμέσως να διορθώσει τον τόνο της. Τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη διάθεση και του είπε: «Θα ήθελες στ’ αλήθεια να βοηθήσεις;»
Ο Πολυζώης δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. «Σου το είπα. Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και, κοιτάζοντας τον Πολυζώη με εκείνη τη ζεστασιά που έχουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η χαρά πρέπει να μοιράζεται, του είπε:
«Αφού θέλεις τόσο πολύ να βοηθήσεις, πες μας την ιστορία της Άρτεμης. Πες μας για το άλογό σου. Να ακούσουμε κι εμείς κάτι όμορφο αυτή τη νύχτα».
Και ήταν σαν να άλλαξε ολόκληρη η ατμόσφαιρα μέσα στη μικρή κάμαρα. Λίγες στιγμές πριν, όλοι κρατούσαν ακόμη μέσα τους την αγωνία της γέννας, τον φόβο της νύχτας, το βάρος των δύσκολων καιρών που είχαν περάσει. Τώρα όμως, η φωτιά στο τζάκι έμοιαζε πιο δυνατή, οι σκιές στους τοίχους χόρευαν πιο χαρούμενα και το κλάμα του νεογέννητου ακουγόταν σαν το πρώτο τραγούδι μιας καινούργιας εποχής. Ο Πολυζώης χαμογέλασε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν μαζί τους φως. Η παρουσία του δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Έφτανε η φωνή του, ένα αστείο του, μια ιστορία του, για να διώξει τη βαριά σκιά που άφηναν πίσω τους οι δύσκολοι καιροί.
Και εκείνο το βράδυ, στο μικρό φτωχικό σπίτι του Αγίου Παντελεήμονα, δύο γεννήσεις είχαν φέρει χαμόγελα.
Στην αγκαλιά της μάνας είχε έρθει ένας γιος.
Στον στάβλο, λίγες ώρες πριν, είχε έρθει στον κόσμο ένα μαύρο πουλάρι με το λευκό σημάδι στο μέτωπο.
Και οι δύο έμοιαζαν σαν μηνύματα ελπίδας. Σαν να ήθελε η ζωή να τους θυμίσει πως, ακόμη και μετά τις πιο σκοτεινές νύχτες, πάντα υπάρχει μια αυγή που περιμένει.
Ο οικισμός τους τα Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα)
Ο οικισμός αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα. Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα διάσπαρτα σπίτια των Καραστατήρη και προχωρώντας με τα πόδια προς την κορφή του χωριού, συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικία του Πολυζώη. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Για τον Πολυζώη η ενασχόληση με τα άλογα δεν ήταν ένα απλό χόμπι. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν μια σχέση που είχε μέσα της αγάπη, σεβασμό και βαθιά γνώση. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα, καταλάβαινε πολλά. Ήξερε την ηλικία τους, τον χαρακτήρα τους, τις ιδιοτροπίες τους, ακόμη και τη διάθεσή τους. Ένα άλογο για εκείνον δεν ήταν βάρος ούτε εργαλείο μόνο για τη δουλειά. Ήταν ζωντανή ύπαρξη, σύντροφος του ανθρώπου στις χαρές, στις δυσκολίες και στη μοναξιά της υπαίθρου. Ήταν άλλες εποχές τότε. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ακόμη στην περιοχή και οι μετακινήσεις, οι μεταφορές και οι αγροτικές εργασίες γίνονταν με τα ζώα. Τα μουλάρια, τα άλογα, τα κάρα και οι άμαξες ήταν η δύναμη του τόπου. Ήταν η συνέχεια των χεριών του ανθρώπου. Ο Πολυζώης είχε τρία άλογα. Δύο από αυτά τα χρησιμοποιούσε στις αγροτικές του εργασίες. Η Άρτεμις όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν η μεγάλη του αδυναμία, η ξεχωριστή του αγάπη ανάμεσα σε όλα τα άλογα που είχε αποκτήσει στη ζωή του.
Η Άρτεμις ήταν μια πανέμορφη αραβική φοράδα. Είχε υπάρξει άλογο αγώνων και είχε χαρίσει πολλές χαρές στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, μέχρι τη στιγμή που ένας πρόωρος τραυματισμός την ανάγκασε να αποσυρθεί. Όμως η αξία της δεν είχε χαθεί. Η ομορφιά της, η περηφάνια της και η αρχοντιά της παρέμεναν. Τον τελευταίο καιρό είχε ζευγαρώσει με έναν αραβικό επιβήτορα και εκείνη την παγωμένη νύχτα του χειμώνα, λίγες ώρες πριν από τη γέννηση του δεύτερου γιου του Κλέαρχου, έφερε στον κόσμο, εύκολα και χωρίς επιπλοκές, μέσα στη ζεστασιά του αχερώνα, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Ο Πολυζώης το θεώρησε καλό σημάδι. Στο μυαλό του ανθρώπου της υπαίθρου η ζωή είχε τους δικούς της συμβολισμούς. Τα δυνατά και όμορφα αρσενικά άλογα θεωρούνταν σημάδι δύναμης, προκοπής και καλής τύχης. Κι εκείνο το πουλάρι είχε γεννηθεί σε μια παράξενη στιγμή. Όχι μέσα στους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, όπως συνήθως συνέβαινε, όταν η φύση ήταν γενναιόδωρη και η τροφή άφθονη, αλλά μέσα στη βαριά καρδιά του χειμώνα. Για τον Πολυζώη αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Όταν θα ερχόταν η ώρα του απογαλακτισμού και του αποχωρισμού από τη μάνα του, το κραταιό και όμορφο νιόβγαλτο πουλάρι θα είχε έναν ξεχωριστό προορισμό. Θα το πρόσφερε στην οικογένεια του Κλέαρχου, και ιδιαίτερα στο νεογέννητο αγόρι.
«Η θεά Τύχη το έφερε έτσι», τους είπε χαμογελώντας. «Γεννήθηκαν την ίδια νύχτα. Ας μεγαλώσουν μαζί». Και με την ευχή του, τους παρέδωσε το δώρο του. Ένα δώρο που δεν ήταν απλώς ένα άλογο.
Ήταν μια υπόσχεση συντροφιάς, δύναμης και συνέχειας. Και η μητέρα του μικρού αγοριού το δέχτηκε με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη με την οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον γιο της. Γιατί και τα δύο ήταν πλάσματα που η ζωή της εμπιστεύτηκε να προστατεύσει.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο. Το κατάμαυρο τρίχωμά του γυάλιζε στον ήλιο και στο μέτωπό του ξεχώριζε εκείνο το λευκό αστέρι, σαν σημάδι που η ίδια η φύση είχε αφήσει επάνω του. Είχε εκπληκτική αντοχή, εξαιρετική αντίληψη και μια περηφάνια που φαινόταν σε κάθε του κίνηση. Ο Πολυζώης, όταν το αντίκριζε, θυμόταν πάντα την Άρτεμη, τη μάνα του, και πίστευε πως κάποια από την αρχοντιά της είχε περάσει και στο παιδί της.
Κεραυνός. Αυτό ήταν το όνομα που του έδωσαν. Και δεν μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό όνομα για ένα τέτοιο άτι. Ήταν γρήγορο, δυνατό, ατίθασο. Ένα άλογο που δεν δεχόταν εύκολα διαταγές και συχνά έκανε του κεφαλιού του. Ήθελε χρόνο, υπομονή και γνώση για να μάθει να εμπιστεύεται τον άνθρωπο. Και η Ιοκάστη είχε όλα αυτά. Με την ίδια υπομονή και αφοσίωση που μεγάλωνε τον μικρό της γιο, φρόντιζε και τον Κεραυνό. Τον καθάριζε, τον περιποιόταν, του μιλούσε ήρεμα και τον πλησίαζε χωρίς φόβο. Δεν προσπάθησε ποτέ να τον νικήσει με τη δύναμη. Κατάλαβε πως η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· κερδίζεται. Και σιγά σιγά το περήφανο άλογο άρχισε να αλλάζει. Η ανυπότακτη φύση του μαλάκωσε. Εκεί που άλλοτε αντιδρούσε, τώρα περίμενε τη φωνή της. Εκεί που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν, τώρα πλησίαζε μόνο όταν άκουγε τα βήματά της. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μια ξεχωριστή φιλία. Ο Κεραυνός εμπιστευόταν την Ιοκάστη περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ήταν η μόνη που του επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του χωρίς ανησυχία, η μόνη που μπορούσε να τον οδηγήσει χωρίς χαλινάρι φόβου, μόνο με τη δύναμη της σχέσης τους. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έδινε εκείνο το περήφανο άλογο: πως ακόμη και οι πιο ελεύθερες ψυχές δεν χρειάζονται δεσμά για να ακολουθήσουν κάποιον. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο που να τις καταλαβαίνει. Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται πραγματικά. Μέσα του καίει πάντα η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την περήφανη και ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρεί την εμπιστοσύνη του μόνο σε εκείνους που επιλέγει το ίδιο. Δεν υποτάσσεται· απλώς παραχωρεί τον εαυτό του. Και το κάνει μόνο σε ανθρώπους που μπορούν να κοιτάξουν την ψυχή του μέσα από τα μάτια του.
Η Ιοκάστη, από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να καταλαβαίνει τα άλογα. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να ηρεμήσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. Τα αρσενικά άλογα, ιδιαίτερα τα περήφανα και δυνατά, συχνά παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στον χειρισμό τους. Σε στιγμές έντασης, οι αντιδράσεις τους δεν είναι πάντα εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη. Όμως η Ιοκάστη δεν προσπάθησε ποτέ να νικήσει τον Κεραυνό. Προσπάθησε να τον καταλάβει. Γιατί τα άλογα δεν αγαπούν το αφεντικό τους από υποχρέωση ή από τυφλή υποταγή. Η εμπιστοσύνη τους κερδίζεται. Χρειάζεται χρόνος, υπομονή και σεβασμός. Και όταν ένας άνθρωπος καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός αλόγου, δεν αποκτά απλώς ένα ζώο για συντροφιά ή εργασία· αποκτά έναν αληθινό φίλο. Αυτή ακριβώς ήταν η σχέση της Ιοκάστης με τον Κεραυνό. Μια σχέση αγνή και ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, αμοιβαία κατανόηση και σιωπηλή επικοινωνία. Το μαύρο άτι υπάκουε στις προσταγές της όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ανέβαινε στη ράχη του και το οδηγούσε μόνο με το σώμα της, με μια μικρή κίνηση, ένα νεύμα, ένα άγγιγμα. Δεν της χρειάζονταν χαλινάρια ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους είχαν τον δικό τους τρόπο να συνομιλούν. Με τα μάτια, με τις κινήσεις, με την ανάσα τους. Και όταν ξεκινούσαν, άνθρωπος και άλογο γίνονταν ένα. Κάλπαζαν σαν τον άνεμο, ελεύθεροι πάνω στη γη του Πάρνωνα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον ήχο των βημάτων και τη σκόνη του δρόμου.
Τον τελευταίο χρόνο, πριν η οικογένεια αφήσει το χωριό και κατέβει στο αστικό κέντρο, είχε δημιουργηθεί και ανάμεσα στον μικρό Αλκιβιάδη και τον Κεραυνό ένας ξεχωριστός δεσμός. Ήταν μόλις επτά χρονών όταν τόλμησε να ανέβει στη ράχη του. Και η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνο το περήφανο, ατίθασο άλογο, που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν άνθρωπο, θα άφηνε ένα μικρό παιδί να το οδηγήσει; Μα ο Κεραυνός γνώριζε. Όπως είχε επιλέξει τη μητέρα του, έτσι είχε επιλέξει και εκείνον.
Όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό, ο Κεραυνός επέστρεψε στον Πολυζώη. Δεν ήταν εύκολο για κανέναν. Όμως κάποια πράγματα, όσο κι αν αλλάζουν οι δρόμοι της ζωής, παραμένουν για πάντα χαραγμένα μέσα στην ψυχή.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η μητέρα του, η Ιοκάστη, αραιά και πού επέστρεφε στα πάτρια χώματα. Κάθε συνάντησή της με τον Κεραυνό ήταν μια μικρή γιορτή. Εκείνος την αναγνώριζε πριν ακόμη τη δει. Κι εκείνη ένιωθε πως για λίγες στιγμές ξαναγύριζε η παλιά της ζωή. Όσο όμως ο χρόνος περνούσε και το άλογο γερνούσε, απέφευγε αυτές τις συναντήσεις. Την πονούσαν. Ήταν δύσκολο να βλέπει τον αέρα της νιότης της να βαραίνει από τα χρόνια. Ώσπου έμαθε πως ο Κεραυνός είχε πλέον προβλήματα υγείας. Και τότε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αφήσει άλλο τον φόβο της απώλειας να την κρατά μακριά.
Έπρεπε να τον ξαναδεί. Ο Κεραυνός βρισκόταν ακόμη στον παλιό αχερώνα.
Όμως η εικόνα που αντίκρισε δεν θύμιζε σε τίποτα το περήφανο άτι των περασμένων χρόνων. Το μαύρο του τρίχωμα είχε χάσει τη λάμψη του. Η δυνατή του κορμοστασιά είχε λυγίσει από τα χρόνια. Η εκπληκτική του αντοχή είχε φύγει και η όρασή του είχε αδυνατίσει.
Μα η ψυχή του ήταν ακόμη εκεί. Μόλις ένιωσε την παρουσία της, σήκωσε το κεφάλι του. Την οσμίστηκε και, με όση δύναμη του είχε απομείνει, χλιμίντρησε χαρούμενα. Ήταν το ίδιο χλιμίντρημα που γνώριζε τόσα χρόνια. Μόνο που τώρα ερχόταν από ένα σώμα κουρασμένο.Τα σκούρα, συννεφιασμένα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η Ιοκάστη πλησίασε αργά, τον χάιδεψε απαλά και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο λιπόσαρκο μέτωπό του. Για μια στιγμή δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε απόσταση.
Υπήρχαν μόνο οι δυο τους.
Η αμαζόνα των νεανικών χρόνων και το περήφανο άτι που κάποτε κάλπαζε σαν τον άνεμο. Η Ιοκάστη δεν μπόρεσε να κρατήσει τη θλίψη της.
Δάκρυσε.
Όχι μόνο για τον γερασμένο Κεραυνό. Δάκρυσε για όλα όσα πέρασαν και δεν θα επέστρεφαν ποτέ
Η συνέχεια στο...





'




.jpg)