ADS

click to open

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

Kalokairi 1966

.....Καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι.
Ο Αλκιβιάδης είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα και από εκεί, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, θα συνέχιζε το ταξίδι για τη Μονεμβασιά. Η ιδέα είχε γεννηθεί από το Πάσχα ακόμη. Η Ερμιόνη τού είχε προτείνει να περάσουν μαζί έναν ολόκληρο μήνα στο χωριό, μακριά από τη βουή της πόλης και την καθημερινή ρουτίνα. Για τον Αλκιβιάδη η πρόταση αυτή ήταν κάτι περισσότερο από απλές καλοκαιρινές διακοπές. Ήταν μια ευκαιρία επιστροφής σε έναν τόπο που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά ξεχωριστή θέση μέσα του. Δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Ένα καλοκαίρι διαφορετικό, γεμάτο ελευθερία, φύση και χρόνο για να περιπλανηθεί, να παρατηρήσει, να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του.
Ακόμη κουβαλούσε μέσα του τις εικόνες από το προηγούμενο Πάσχα στο χωριό του παππού του. Τις κουβέντες μαζί του, τις ιστορίες του, τις βόλτες στα μονοπάτια, τα κοπάδια, τα μελίσσια, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ότι ανήκε κάπου βαθύτερα. Η νοσταλγία λειτουργούσε σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Το χωριό δεν ήταν απλώς ένας τόπος διακοπών. Ήταν ένας χώρος μνήμης, ένας τόπος όπου οι άνθρωποι, οι ιστορίες και τα συναισθήματα είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. Εκεί ο χρόνος έμοιαζε να κινείται διαφορετικά και η επιστροφή του έμοιαζε περισσότερο με αναζήτηση παρά με απλή μετακίνηση.
Ήταν ίσως αυτή η βαθύτερη ουσία της εφηβείας του: η ανάγκη να ανακαλύψει ποιος είναι, μέσα από τους ανθρώπους και τους τόπους που τον είχαν διαμορφώσει.
Τα μικρότερα αδέλφια του είχαν ήδη αναχωρήσει για την καλοκαιρινή παιδική κατασκήνωση. Εκείνη την εποχή οι κατασκηνώσεις αποτελούσαν έναν σημαντικό θεσμό για πολλές οικογένειες. Ήταν ένας κόσμος γεμάτος παιχνίδι, νέες φιλίες και εμπειρίες μακριά από το σπίτι, κάτι που τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία κάθε καλοκαίρι.
Ο Αλκιβιάδης, όμως, βρισκόταν πια σε μια διαφορετική ηλικία. Δεν αναζητούσε μόνο παιχνίδι και ξεγνοιασιά. Αναζητούσε εμπειρίες, εικόνες και απαντήσεις που θα τον βοηθούσαν να περάσει από την παιδική ηλικία στον κόσμο των ενηλίκων.
Η Ρειχιά ήταν από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ένας τόπος ξεχωριστός. Στα χρόνια της νηπιακής του ηλικίας ήταν ο τόπος των καλοκαιρινών διακοπών, η διαμονή στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Εκεί όπου η αγάπη τους τον αγκάλιαζε καθημερινά μέσα από παραμύθια, λιχουδιές, χατίρια και μικρές χαρές που μόνο οι παππούδες ξέρουν να προσφέρουν. Ήταν μέρες ξεγνοιασιάς, παιχνιδιού και ανεμελιάς. Ένας κόσμος διαφορετικός από την καθημερινότητα της πόλης, όπου ο χρόνος κυλούσε πιο αργά και κάθε εμπειρία αποκτούσε μια ξεχωριστή σημασία. Αργότερα, στην εφηβεία του, επέστρεψε ξανά στη Ρειχιά και πέρασε εκεί δύο ολόκληρα καλοκαίρια. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν πια το μικρό παιδί που αναζητούσε μόνο το παιχνίδι και την προστασία των μεγάλων. Ήταν ένας έφηβος που αναζητούσε τον εαυτό του, την ελευθερία του και τη θέση του στον κόσμο. Η σχέση του με τον παππού του είχε ιδιαίτερη δύναμη. Δίπλα του ένιωθε μια αίσθηση μοναδικότητας και εσωτερικής δύναμης. Τα λόγια του, οι ιστορίες του και η αποδοχή που του έδειχνε λειτουργούσαν σαν αόρατο στήριγμα. Του έδιναν αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ότι μπορούσε να σταθεί απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.
Η Ρειχιά όμως δεν ήταν μόνο τα βουνά και το ορεινό τοπίο του Πάρνωνα. Ήταν και η θάλασσα Στον δρόμο προς τη Βλυχάδα, το τοπίο αλλάζει και εμφανίζεται η Ράχη. Ένα τοπίο σχεδόν απίστευτο, όπου δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πως τόσο κοντά σε αυτόν τον ορεινό οικισμό κρύβεται μια από τις πιο όμορφες παραλίες της περιοχής.
Η Βλυχάδα παρέμενε για πολλούς άγνωστη, ένα προνόμιο μόνο για εκείνους που είχαν την τύχη να τη γνωρίζουν. Δεν ήταν απλώς ένας τόπος για κολύμπι· ήταν εμπειρία. Ένα βίωμα που δύσκολα χωράει σε λέξεις. Εκεί όπου η θάλασσα λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο, σπάζοντας το φως σε χιλιάδες μικρές αναλαμπές, το τοπίο κρατούσε ακόμη κάτι από την παλιά, μυστική του παρθενικότητα. Τα αρώματα του βουνού συναντούσαν την αρμύρα της θάλασσας. Τα μονοπάτια προς την ακρογιαλιά περνούσαν ανάμεσα από πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξυλιές, συκιές και σκίνα, σαν μια φυσική διαδρομή που οδηγούσε σε έναν κρυμμένο παράδεισο.
Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είχαν τη δική τους μαγεία. Όταν έπεφτε ο ήλιος, ένας γλυκός νυχτερινός αέρας κατέβαινε από τα βουνά του Ζάρακα, περνούσε πάνω από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές, κουβαλώντας μαζί του το άρωμα του θυμαριού. Εκείνο το άρωμα έσμιγε με τη θαλασσινή αύρα και δημιουργούσε μια αίσθηση μοναδικής γαλήνης. Κοντά στο κύμα, ο ήσυχος 
παφλασμός της θάλασσας γινόταν νανούρισμα. Ύστερα από ώρες κολύμπι και παιχνίδι στο νερό, αποκαμωμένος αλλά γεμάτος ευτυχία, άφηνε τον εαυτό του στη δροσιά της νύχτας και ένιωθε πως βρισκόταν σε έναν τόπο όπου ο χρόνος είχε σταματήσει.
Ήταν μια πολύ όμορφη και ξεχωριστή παρέα. Αρχηγός της εξόρμησης ο θείος Πέτρος. Μαζί του ο 
μικρός γιος του, ο Γιαννάκης, η γιαγιά Μαρία, η θεία Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης. Μια μικρή οικογενειακή ομάδα που ξεκινούσε για τη Βλυχάδα φορτωμένη με όλα τα απαραίτητα για να ζήσει μερικές μέρες δίπλα στη θάλασσα.
Κουβαλούσαν μαζί τους πατάτες, κρεμμύδια, ψωμί, ελιές, λάδι, λίγα λεμόνια, τουλουμίσιο τυρί και μια μεγάλη κατσαρόλα. Τα απλά υλικά που όμως, στα χέρια ανθρώπων μαθημένων να δημιουργούν με τα λίγα, μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε πραγματικό γεύμα γιορτής.
Με ορμητήριο τον χαρακτηριστικό βράχο που υψωνόταν μέσα στα νερά, το σήμα κατατεθέν του πανέμορφου μυχού της Βλυχάδας, είχαν εξασφαλισμένο και το βασικό συστατικό της γιορτής τους: τα ψάρια. Ο θείος Πέτρος αναλάμβανε τον ρόλο του μάγειρα και ετοίμαζε μια αυθεντική μπουγιαμπέσα, τη μεσογειακή ψαρόσουπα που ταίριαζε απόλυτα με το τοπίο και τη στιγμή. Ο Πέτρος, σύζυγος της δεύτερης αδελφής της Ιοκάστης, ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή με τον απλό τρόπο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Δεν χρειάζονταν πολλά για να δημιουργηθεί μια όμορφη ανάμνηση.
Έμεναν εκεί, στην παραλία των εφηβικών του χρόνων, σε πρόχειρες κατασκευές που τις έλεγαν τσαρδιά. Μικρές καλαμένιες καλύβες, σκεπασμένες με φυλλωσιές από φτέρες για προστασία από τον ήλιο και τη βροχή. Οι πόρτες τους ήταν κουρελούδες που κρέμονταν πρόχειρα, αρκετές όμως για να δημιουργήσουν την αίσθηση ενός μικρού καταφυγίου.
Και μέσα σε αυτή την απλότητα, ανάμεσα στη θάλασσα, στα βράχια και στη μυρωδιά της φωτιάς, ο Αλκιβιάδης ζούσε εμπειρίες που θα έμεναν για πάντα χαραγμένες μέσα του. Είναι αυτές οι αναμνήσεις του η ταυτότητά του, η ιστορία του, ο σημερινός του εαυτός. Είναι εκείνες οι στιγμές που επιστρέφουν ξανά και ξανά και ζωντανεύουν μέσα του την πιο νοσταλγική εποχή του χρόνου, τότε που οι μέρες έμοιαζαν ατέλειωτες, ξέγνοιαστες και όλα έμοιαζαν πιο απλά, πιο φωτεινά, σχεδόν ιδανικά. Και βέβαια δεν έλειπαν ποτέ τα απρόοπτα. Μικρά ή μεγάλα περιστατικά που έδιναν απρόβλεπτη τροπή στις ημέρες τους και συχνά κατέληγαν σε ιστορίες που έμεναν ζωντανές στη μνήμη. Γιατί οι ευτυχισμένες στιγμές της ζωής δεν μετριούνται με τη διάρκεια του χρόνου. Δεν χωρούν σε ημερολόγια και αριθμούς· μετριούνται μόνο με το αποτύπωμα που αφήνουν μέσα μας.
Στον πάτο του γκρεμού, εκεί όπου η θάλασσα συναντούσε την ακτή, το νερό περνούσε πάνω από τα βότσαλα και εισχωρούσε στη στεριά δημιουργώντας μια μικρή, ρηχή φυσική λίμνη. Δεν ξεπερνούσε σε έκταση τα είκοσι με είκοσι πέντε μέτρα, όμως στα μάτια του έμοιαζε με έναν ολόκληρο κόσμο. Όταν τα σκούρα μπλε κύματα του πελάγους έρχονταν με δύναμη και έσπαζαν πάνω στην αμμουδιά, το νερό που εγκλωβιζόταν στη μικρή λιμνούλα παρέμενε ήρεμο, διάφανο και πρασινωπό, σαν να είχε τη δική του ξεχωριστή ζωή. Μια μικρή παραλία μέσα στην παραλία, φτιαγμένη από καθαρή άμμο και στολισμένη με μικρούς λόφους από φύκια. Άλλα είχαν ασπρίσει κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, ενώ άλλα κρατούσαν ακόμη τη βαθιά καφετιά τους γυαλάδα. Ένας Θεός ήξερε από που είχαν ταξιδέψει αυτά τα φύκια. Σίγουρα όχι από εκεί κοντά, γιατί τα νερά ήταν τόσο καθαρά, ώστε μπορούσες να διακρίνεις ξεκάθαρα τον βυθό, τις πέτρες και κάθε μικρή κίνηση κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
«Ο βυθός της είναι γεμάτος χέλια», του είπε ο θείος του. «Και αν ρίξεις μέσα στη λίμνη γαλατσίδες —τον φλόμο δηλαδή, με τον γαλακτώδη και δηλητηριώδη χυμό που έχουν μέσα τους, τα χέλια ζαλίζονται και ανεβαίνουν στην επιφάνεια.»
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε την Ερμιόνη, θέλοντας να δει την εντύπωση που της είχαν κάνει τα λόγια του θείου Πέτρου. Το χαμόγελο της όμως το γνώριζε καλά. Δεν πίστευε ούτε λέξη από όσα είχε ακούσει για τα χέλια.
Κι όμως, ακόμη κι αν η ιστορία του θείου του ήταν μια από εκείνες τις υπερβολές που οι μεγαλύτεροι συνήθιζαν να λένε για να κρατούν ζωντανή τη φαντασία των νεότερων, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένα χέλι στον βυθό της μικρής λίμνης, εκείνος ένιωθε μια ακατανίκητη περιέργεια να το ανακαλύψει.
Ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια αυτόν τον κρυμμένο κόσμο που του περιέγραφε ο θείος Πέτρος. Να βεβαιωθεί αν κάτω από τα ήρεμα, διάφανα νερά της Βλυχάδας κρυβόταν πράγματι ένας βυθός γεμάτος ζωή ή αν ήταν ακόμη μία από εκείνες τις ιστορίες που, ανεξάρτητα από την αλήθεια τους, έκαναν τον κόσμο πιο μεγάλο και πιο μυστηριώδη.
Οι πελώριοι βράχοι υψώνονταν μπροστά του επιβλητικοί. Η άγρια ομορφιά τους ήταν τέτοια που ο Αλκιβιάδης πήρε την απόφαση να ανέβει μέχρι την κορυφή τους. Από εκεί ήθελε να φτάσει στο χορταριασμένο πλάτωμα που απλωνόταν ψηλότερα, ανάμεσα σε φραγκοσυκιές, αθάνατους και αμέτρητους θάμνους από γαλατσίδες. Άρχισε να ψάχνει προσεκτικά γύρω του, αναζητώντας κάποιο πέρασμα. Για αρκετή ώρα περιπλανήθηκε χωρίς αποτέλεσμα και ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την προσπάθεια απογοητευμένος. Την άνοιξη η πλαγιά θα πρέπει να πρασίνιζε από τη βλάστηση, όμως τώρα, μέσα στο καλοκαίρι, το χώμα ήταν ξερό, σκληρό και αφιλόξενο, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει μακριά κάθε ανεπιθύμητο επισκέπτη. Κι όμως, λίγο πριν τα παρατήσει, το βλέμμα του στάθηκε σε ένα λεπτό, φιδογυριστό σημάδι πάνω στη γη. Ένα κομμάτι εδάφους που έμοιαζε πατημένο από ανθρώπινα βήματα. Ίσως ήταν ένα παλιό μονοπάτι, ξεχασμένο από τον χρόνο, που οι χειμωνιάτικες νεροποντές και η διάβρωση των χρόνων είχαν αλλοιώσει μέχρι να κινδυνεύσει να χαθεί για πάντα. Ήταν ένα μονοπάτι κακοτράχαλο, απότομο και δύσκολο. Ένα μονοπάτι που, όπως θα έλεγε και ο ίδιος αργότερα, αν δεν το ήθελες μία φορά, εκείνο δεν σε ήθελε δέκα.
Παρόλα αυτά, δεν έκανε πίσω. Κοίταξε την ανηφορική διαδρομή και αποφάσισε πως άξιζε την προσπάθεια. Θα το ακολουθούσε. Σκαρφαλώνει λίγο ψηλότερα, σε μια άλλη γυαλιστερή εσοχή του παραλιακού γκρεμού, και αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στα βράχια και στους θάμνους, αναζητώντας εκείνα τα «μαγικά» φυτά που, σύμφωνα με την ιστορία του θείου του, θα έβγαζαν τα χέλια από τις κρυψώνες τους. Κάτω χαμηλά, στην αμμουδιά, η φιγούρα της Ερμιόνης πηγαινοερχόταν ανήσυχη. Έτρεχε πέρα δώθε κοιτάζοντας προς το μέρος του, ενώ η φωνή της, αδύναμη από την απόσταση, έφτανε μέχρι τ’ αυτιά του.
«Πρόσεχε!» του φώναζε. «Πρόσεχε πού πατούν τα πόδια σου!»
«Εντάξει, εντάξει! Καλά, ντε! Μη φωνάζεις! Προσέχω!» της απάντησε ο Αλκιβιάδης, περισσότερο για να την καθησυχάσει παρά γιατί είχε πραγματικά αντιληφθεί τον κίνδυνο. Τώρα η αμμουδιά είχε μείνει χαμηλά κάτω από τα πόδια του. Οι αγωνιώδεις φωνές της Ερμιόνης ακούγονταν καθαρά, μα έφταναν σαν από μακρινό σημείο. Εκείνος είχε απορροφηθεί από την αναζήτησή του, από την περιέργεια να ανακαλύψει αυτόν τον μικρό θησαυρό που έκρυβε ο βράχος.
Ξαφνικά όμως το έδαφος κάτω από το πόδι του υποχώρησε. Οι ρίζες ενός θάμνου, ξεραμένες και αδύναμες, δεν άντεξαν το βάρος του. Ο κύκλος της ζωής τους είχε τελειώσει και μαζί τους παρασύρθηκε ένα κομμάτι από το λεπτό στρώμα χώματος που τον κρατούσε. Για μια στιγμή ο κόσμος που νόμιζε σταθερό αποδείχτηκε εύθραυστος. Έχασε τη στήριξή του.
Οι πέτρες άρχισαν να κατρακυλούν μαζί του στην απότομη πλαγιά. Τα χέρια του τεντώθηκαν απελπισμένα, ψάχνοντας κάτι να πιαστούν, όμως η γη γλιστρούσε κάτω από τα δάχτυλά του. Για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσε πως ολόκληρος ο γκρεμός τον παρέσερνε. Και ύστερα σταμάτησε.
Με μια πνιχτή ανάσα πόνου βρέθηκε πεσμένος πάνω σε πουρνάρια και αγκάθια. Το σώμα του πονούσε, τα ρούχα του είχαν σκιστεί και η ανάσα του έβγαινε βαριά.
Όμως δεν φώναξε. Ο εγωισμός του, η ντροπή του που είχε τρομάξει τους άλλους, αλλά και η εφηβική του περηφάνια δεν τον άφησαν να βγάλει ούτε έναν ήχο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν ήταν πραγματικά καλά. Και τότε άκουσε ξανά τη φωνή της Ερμιόνης.
«Αλκιβιάδη! Είσαι καλά;» Η Ερμιόνη από κάτω τον κοιτούσε παγωμένη, με μια έκφραση όπου μπλέκονταν η αγωνία, η έκπληξη και ο τρόμος. Για μια στιγμή ένιωσε σαν να την είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Όλο της το σώμα μούδιασε. Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε αποσβολωμένος, σαν χάννος. Προσπάθησε να χαμογελάσει, όμως ένιωθε το στόμα του βαρύ και μουδιασμένο, όπως τότε που είχε χτυπήσει την κάτω σιαγόνα του πέφτοντας με το ποδήλατό του στον εποχιακό λάκκο του παράδρομου της εθνικής οδού, στη διαδρομή από τα Καμένα Βούρλα προς τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Κι όμως χαμογέλασε. Κατάφερε τουλάχιστον να διπλώσει τα χείλη του σε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, μια προσπάθεια περισσότερο να την καθησυχάσει παρά να εκφράσει πραγματική ανεμελιά. Ο πόνος ερχόταν σαν μικρές βελόνες σε όλο του το σώμα, αλλά περισσότερο τον ένοιαζε να ηρεμήσει την Ερμιόνη, να τη βοηθήσει να ξεφύγει από τις τρομακτικές σκέψεις που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό της.Έμεινε όσο πιο πίσω μπορούσε από την άκρη του γκρεμού. Του φάνηκε η πιο συνετή κίνηση.
Για λίγο επικράτησε απόλυτη σιγή. Ήταν σαν ακόμη και ο παφλασμός της θάλασσας να είχε χαμηλώσει, σαν η φύση ολόκληρη να είχε σταματήσει για μια στιγμή να παρακολουθεί.
Την κοίταξε, ενώ προσπαθούσε να επαναφέρει την αναπνοή του σε κανονικό ρυθμό. Η Ερμιόνη τον πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Ο ήχος των βημάτων της πάνω στα χαλίκια της παραλίας ήταν ο μοναδικός ήχος μέσα σε εκείνη τη βαριά σιωπή. Στάθηκε ακριβώς μπροστά του.
Κατά βάθος ο Αλκιβιάδης περίμενε τα πάντα. Περίμενε ένα χαστούκι. Περίμενε να ξεσπάσει, να χτυπήσει τις γροθιές της στο στήθος του από τον φόβο και τον θυμό της. Περίμενε μια μεγάλη σκηνή, ένα ξέσπασμα που ίσως και να ένιωθε πως το άξιζε.
Περίμενε επίπληξη. Δεν περίμενε όμως αυτό που είδε στο πρόσωπό της. «Ερμιόνη...» είπε.
Μα για μια στιγμή δεν ήξερε πώς να συνεχίσει. Η φωνή του κόλλησε στον λαιμό του. Έπειτα προσπάθησε ξανά.
«Ερμιόνη... μη μου φωνάξεις. Ηρέμησε. Γλίστρησα μόνο. Είμαι καλά. Το βλέπεις;»
Για ένα-δυο δευτερόλεπτα φάνηκε σαν να τον επηρέασε η δική της αντίδραση. Σαν να φοβήθηκε περισσότερο την αγωνία της παρά την πτώση του. Όμως αυτό κράτησε ελάχιστα. Η Ερμιόνη ήταν ακόμη αναστατωμένη. Ο φόβος που είχε νιώσει πριν λίγο είχε μετατραπεί σε θυμό.
«Είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου να σου λέω να μην επιχειρήσεις να ανέβεις στον βράχο! Είσαι αγύριστο κεφάλι! Δεν ακούς κανέναν!» Τα λόγια της έβγαιναν γρήγορα, σχεδόν χωρίς να τα ελέγχει. Τώρα που τον έβλεπε μπροστά της όρθιο, αρτιμελή, με λίγους μόνο μώλωπες, όλη η ένταση που είχε συσσωρευτεί μέσα της ζητούσε διέξοδο. Ήθελε να τον μαλώσει. Να τον βρίσει. Να τον ταρακουνήσει για να καταλάβει πόσο πολύ την είχε τρομάξει. Για μια στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να τον χτυπήσει από τον θυμό και την ανακούφιση μαζί.
Δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να περιορίσει την έντασή της. «Ηρέμησε, σε παρακαλώ. Μπορεί να έκανα λάθος υπολογισμό στο μονοπάτι. Το  παραδέχομαι. Έχεις δίκιο.»
Η Ερμιόνη κοίταξε πρώτα τα χέρια του, μετά το πρόσωπό του, ψάχνοντας σημάδια που ίσως δεν είχε προσέξει. Το βλέμμα της μαλάκωσε για μια στιγμή. Και τότε, μέσα στην ησυχία της παραλίας, ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός. Ήταν εκείνος ο αναστεναγμός που δεν βγαίνει από κούραση, αλλά από ανακούφιση. Ο αναστεναγμός του ανθρώπου που μόλις κατάλαβε ότι η μεγάλη συμφορά πέρασε και ότι αυτό που φοβήθηκε περισσότερο δεν έγινε πραγματικότητα.
Οι δύσκολες στιγμές φεύγουν τελικά όπως μια ξαφνική καλοκαιρινή νεροποντή. Έρχονται απότομα, σαρώνουν τα πάντα και ύστερα αφήνουν πίσω τους μια παράξενη ηρεμία.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε συγκαταβατικά, με εκείνο το παιδικό του ύφος που χρησιμοποιούσε όταν ήθελε να ξεφορτώσει μια δύσκολη κατάσταση. Προσπάθησε να αποφορτίσει το κλίμα, να τη μαλακώσει.
«Σταμάτα να φωνάζεις και άκουσέ με. Σ’ αγαπώ, θειούλα μου. Σε λατρεύω. Ηρέμησε, σε παρακαλώ.»
Και τότε η Ερμιόνη, παρά τον θυμό της, δεν μπόρεσε να κρύψει πως η καρδιά της είχε ήδη ηρεμήσει.
Πίσω στη Λαμία στη γειτονιά τους, στο ρέμα, εκείνον τον Αύγουστο επικρατούσε η γνωστή καλοκαιρινή χαλάρωση. Ο Λυκούργος βρισκόταν στην Υπάτη, καθώς η εταιρεία όπου εργαζόταν είχε αναλάβει μια μεγάλη επαγγελματική οικοδομή. Τα κορίτσια τους είχαν επίσης φύγει για καλοκαιρινές 
διακοπές, κοντά στους γονείς του Λυκούργου στην Ευρυτανία.
Από την παλιά παρέα είχαν μείνει πίσω στο ρέμα μόνο η Πανδώρα, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος.
Το εργοστασιακό συγκρότημα όπου εργάζονταν βρισκόταν σε προσωρινή παύση λειτουργίας, περιμένοντας τη νέα σοδειά του βαμβακιού και των ορυζώνων. Η Ιοκάστη είχε επιστρέψει περιστασιακά σε δουλειές σε σπίτια για να συμπληρώνει το εισόδημα, ενώ ο Κλέαρχος, όπως συνήθως, παρέμενε το μεγαλύτερο διάστημα χωρίς σταθερή εργασία. Τον τελευταίο καιρό, όμως, τον ταλαιπωρούσαν έντονοι πόνοι από κολικό του νεφρού. Όταν εμφανίστηκαν ξανά τα ύποπτα συμπτώματα, χρειάστηκε φαρμακευτική αγωγή και κρίθηκε απαραίτητη η εισαγωγή του σε κλινική για παρακολούθηση και θεραπεία. Όταν η Ιοκάστη έφυγε από το νοσηλευτικό ίδρυμα, ο Κλέαρχος, όπως έλεγαν στη γειτονιά, «έμεινε σε καλά χέρια».
Και τότε άρχισαν οι γνωστές ψιθυριστές ιστορίες.
Κάποιοι ισχυρίζονταν πως μια νοσοκόμα της βάρδιας, η Νύμφω, ήταν παλιά γνώριμη του Κλέαρχου. 
Μάλιστα, όπως διηγούνταν με το απαραίτητο χαμόγελο οι «καλοθελητές», είχε βρει λέει και τη λύση για να βοηθήσει τον οργανισμό να απαλλαγεί ευκολότερα από τις πέτρες. Η μέθοδος αυτή, σύμφωνα πάντα με τις φήμες, δεν ήταν άλλη από μια ιδιαίτερα... ευχάριστη θεραπευτική αγωγή. Φυσικά, κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει αν όλα αυτά είχαν βάση ή αν ήταν απλώς ένα ακόμη από τα πολλά πειράγματα της γειτονιάς. Όμως ο Κλέαρχος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που ποτέ δεν περνούσαν απαρατήρητοι. Είχε μια παρουσία που τραβούσε τα βλέμματα και μια φήμη που συχνά μεγάλωνε περισσότερο από την πραγματικότητα. Στο ρέμα, άλλωστε, οι ιστορίες ταξίδευαν γρηγορότερα από τα νέα.
Γυρίζοντας η Ιοκάστη στο σπίτι, ήταν ένα όμορφο αυγουστιάτικο βράδυ. Τα φυτά στις γύρω αυλές σκόρπιζαν σαν βάλσαμο τις ευωδιές τους, τα αστέρια ψηλά χάραζαν αθόρυβα την τροχιά τους και το λιγοστό νερό στο ρέμα κυλούσε αργά, ψιθυριστά, σαν να μιλούσε στις ψυχές των ανθρώπων.
Βορειοδυτικά του σπιτιού υπήρχε ένα κατηφορικό πλάτωμα που έφτανε μέχρι την πλούσια βλάστηση της υπερυψωμένης όχθης του ρέματος. Δεκάδες δέντρα, συκιές, ευκάλυπτοι και ακακίες, δημιουργούσαν ένα μικρό δάσος, κυριολεκτικά δίπλα στα σπίτια. Εκεί κούρνιαζαν οι καρακάξες με τα εντυπωσιακά ιριδίζοντα φτερά τους, τις μεταλλικές πράσινες και κυανές ανταύγειες, και τα διαπεραστικά καλέσματα τους. Ανάμεσα στα κλαδιά ακούγονταν σπουργίτια μέσα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι ήχων, ενώ κάπου πιο μακριά, οι κουκουβάγιες έδιναν τη δική τους νυχτερινή παρουσία.
Μια τέτοια βραδιά έκρυβε μέσα της την υπόσχεση μιας καινούργιας ηλιόλουστης μέρας. Μιας μέρας γεμάτης ξεγνοιασιά, χαρές και μικρές περιπέτειες που περίμεναν να εμφανιστούν. Η Ιοκάστη, όμως, ένιωθε εξαντλημένη. Το μόνο που ήθελε ήταν ένα χαλαρωτικό ντους. Στάθηκε απέναντι από τον καθρέφτη και κοίταξε το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο κουρασμένο, βαρύ, με μια θλίψη που δεν ήξερε πότε είχε εγκατασταθεί μέσα του. Δεν θυμόταν από πότε είχε γίνει έτσι. Ήταν σαν να είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που αναγνώριζε τον εαυτό της. Για μια στιγμή άφησε τις σκέψεις να την παρασύρουν. Ύστερα σταμάτησε. Δεν της άρεσε πια να σκέφτεται υπερβολικά. Ήθελε μόνο να ζει τις στιγμές. Παλιά σκεφτόταν συνεχώς. Ζύγιζε κάθε πράξη, κάθε απόφαση, κάθε πιθανή συνέπεια. Ίσως, πίστευε τώρα, αυτή η αδιάκοπη σκέψη να ήταν εκείνη που την άλλαξε και την έφερε στη σημερινή της
κατάσταση. 
Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε τα ρούχα της, τα δίπλωσε προσεκτικά και τα άφησε στο καλάθι των άπλυτων. Ύστερα άνοιξε το ντους. Μετά από μια ημέρα γεμάτη ένταση προσπαθούσε να κρατήσει μέσα της μια πιο θετική ματιά για τη ζωή.
«Δεν χρειάζεται να φοράς ροζ γυαλιά κάθε στιγμή για να βλέπεις τα καλά της ζωής. Αρκεί να σκέφτεσαι θετικά και ίσως τότε το σύμπαν να βρει έναν τρόπο να σου φέρει αυτό που ζητάς», ψιθύρισε στον εαυτό της. Ρύθμισε το νερό στη θερμοκρασία που της άρεσε και μπήκε κάτω από το ντους. Άπλωσε το αφρόλουτρο στο σώμα της και άφησε την αίσθηση της ζεστασιάς και της καθαριότητας να
σβήσει λίγο την κούραση της ημέρας. Για λίγες στιγμές υπήρχε μόνο εκείνη, το νερό και η σιωπή.
Τα χέρια της κινούνταν αργά, μηχανικά, σαν μια προσπάθεια να ξαναβρεί την επαφή με τον ίδιο της τον εαυτό. Τότε, μέσα στη σιωπή, σαν να άκουσε τη φωνή της Πανδώρας.
«Χτύπησε κανείς την πόρτα μου;» ρώτησε.
Δεν έβρισκε το μπουρνούζι της. Άρπαξε μια απαλή λευκή πετσέτα, τύλιξε το σώμα της και πρόχειρα μια δεύτερη στα μαλλιά της. Ύστερα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντάς την,βρέθηκε απέναντι στην Πανδώρα. Φορούσε ένα εφαρμοστό μαύρο καλοκαιρινό μπλουζάκι και ένα μαύρο κολάν που τόνιζε τη σιλουέτα της. Κρατούσε στο χέρι ένα μπουκάλι κρασί και είχε εκείνη τη γνώριμη, αλέγρα διάθεση που την έκανε πάντα να μοιάζει σαν να έφερνε μαζί της 
λίγο περισσότερο φως στον χώρο.
Η Ιοκάστη ένιωσε μια μικρή ενόχληση. Δεν της άρεσε που η επίσκεψη ερχόταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν άφησε να φανεί.
«Κορίτσαρε!» είπε η Πανδώρα με το χαρακτηριστικό της ύφος. «Συγγνώμη που σε διακόπτω, αλλά μήπως χάσατε κάποια κοπέλα; Αδύνατη, κοκκινομάλλα, με βιολετί μάτια; Έχει και πολύ εκφραστικό πρόσωπο. Μου είπαν πως την περιμένατε να έρθει να σας διώξει τη μοναξιά.»
Η Ιοκάστη την κοίταξε για 
μια στιγμή χωρίς να απαντήσει. Ύστερα άνοιξε περισσότερο την πόρτα και της έκανε χώρο να περάσει. Μάλλον απρόθυμα, για να είμαστε ειλικρινείς. Ήξερε την Πανδώρα. Ήταν άνθρωπος με 
αστείρευτη περιέργεια, πάντα αναζητούσε μια κουβέντα, μια παρέα, μια αφορμή να μοιραστεί σκέψεις και ιστορίες. Η ίδια όμως εκείνη τη βραδιά δεν ένιωθε μοναξιά.
Ήθελε απλώς να μείνει μόνη

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο λόφος του Αγίου Λουκά!
.....

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Efivikes Foyskodendries

.....Χίλια εννιακόσια εξήντα έξι. Ήταν τέλος Μαρτίου ή οι πρώτες  ημέρες του Απριλίου, παραμονές του Πάσχα, όταν η θεία του η Ερμιόνη τον προσκάλεσε να πάνε μαζί στο χωριό για τη γιορτή της Λαμπρής.
Η προτροπή είχε ξεκινήσει από την Ιοκάστη. Είχε ζητήσει από την αδελφή της να πάρει μαζί της και τον μεγάλο πλέον ανιψιό της, να τον βοηθήσει να ξεφύγει λίγο από την καθημερινότητά του. Τον τελευταίο καιρό της παραπονιόταν συχνά πως είχε επιθυμήσει να δει τον παππού και τη γιαγιά του.
Και ήταν αλήθεια. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ανεκτίμητη την αξία αυτού του δεσμού με τους γονείς της μητέρας του.  Κοντά τους αισθανόταν πως κρατούσε ένα νήμα που τον συνέδεε με το παρελθόν, με τις ρίζες του, με μια ιστορία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τον ίδιο.
Η παρουσία τους δεν ήταν μόνο μια οικογενειακή σχέση. Ήταν μια αίσθηση συνέχειας, μια άτυπη μαθητεία στη μνήμη, στις παραδόσεις και στις αφηγήσεις ενός κόσμου που σιγά σιγά άλλαζε και χανόταν.
Η Ερμιόνη ήταν το δέκατο παιδί της οικογένειας και το έκτο που είχε επιβιώσει. Το στερνοπούλι τους. Το πιο νέο και αγαπημένο μέλος της οικογένειας, η όμορφη Ερμιόνη. Ήταν η αγαπημένη του θεία και ταυτόχρονα ο φαντασιακός παιδικός του έρωτας. Είχαν μόλις έξι με επτά χρόνια διαφορά ηλικίας. Στον εσωτερικό του κόσμο, όπως πάντα θυμόταν, ήταν βαθιά ριζωμένη η αίσθηση πως δεν ήταν απλώς η θεία του, αλλά η μεγαλύτερη, η ξεχωριστή και αξιολάτρευτη αδελφή που ποτέ δεν είχε.
Η ιδιαίτερη, αισθησιακή φωνή της ερχόταν να ταιριάξει απόλυτα με την παρουσία της. Ήταν μια χαριτωμένη και όμορφη γυναίκα, η αδελφή της Ιοκάστης, που τότε βρισκόταν μόλις στα είκοσι δύο της χρόνια. Μια ευαίσθητη, χαρούμενη και φωτεινή παρουσία, που ενσάρκωνε τη φυσική κομψότητα και τη νεανική χάρη.
Σε αντίθεση με την αδελφή της, την Ιοκάστη, η Ερμιόνη εξέπεμπε μια διαφορετική θηλυκότητα. Η 
Ιοκάστη ήταν η γυναίκα της αντοχής και της ευθύνης· μια στιβαρή παρουσία, δοκιμασμένη στη 
σκληρή εργασία, ικανή να σηκώνει τα βάρη της καθημερινότητας και της οικογένειας χωρίς να λυγίζει.
Δύο αδελφές, δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας οικογενειακής ρίζας. Η μία σμιλεμένη από τις απαιτήσεις της ζωής και η άλλη διατηρώντας ακόμη τη φρεσκάδα, τη χαρά και την ανεμελιά της νεότητας.
Ο Αλκιβιάδης, ανατρέχοντας στα πολύ μικρά του χρόνια, θυμάται την Ιοκάστη τότε, ακόμη μια νεαρή γυναίκα, όταν τα καλοκαίρια πήγαιναν για μπάνιο στην Αγία Μαρίνα. Εκείνη την εποχή δεν είχε μαγιό και έμπαινε στη θάλασσα φορώντας το ελαφρύ καλοκαιρινό της φόρεμα. Όταν έβγαινε περπατώντας μέσα από τα ρηχά νερά, το βρεγμένο ύφασμα αγκάλιαζε το σώμα της και η εικόνα της έμενε χαραγμένη στη μνήμη του μικρού Αλκιβιάδη.
Ήταν μια γυναίκα με έντονη παρουσία, γεμάτη ζωντάνια και φυσική αυτοπεποίθηση. Ο τρόπος που περπατούσε, η κίνηση του σώματός της, η ανεμελιά της στιγμής και το καλοκαιρινό τοπίο δημιουργούσαν μια εικόνα γεμάτη δύναμη και ομορφιά. Χρόνια αργότερα, ο Αλκιβιάδης καταλάβαινε πως εκείνες οι απλές οικογενειακές στιγμές είχαν αποτυπωθεί μέσα του όχι μόνο ως εικόνες, αλλά ως σύμβολα μιας εποχής, μιας μητέρας νέας ακόμη, γεμάτης ενέργεια, πριν οι απαιτήσεις της ζωής φορτώσουν επάνω της τα βάρη των χρόνων.
 Όταν είσαι δεκαέξι χρονών, η ηλικία μοιάζει να ευνοεί τα νέα ξεκινήματα. Είναι η εποχή που ανοίγονται μπροστά σου νέες ευκαιρίες, που μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους, να αποκτήσεις καινούργιους φίλους, να ανακαλύψεις έναν διαφορετικό κόσμο και ίσως να γίνεις πιο αποδεκτός, πιο δημοφιλής. Ο Αλκιβιάδης πάντως ήταν έτοιμος. Δεν έχασε την ευκαιρία. Ήταν πλέον και επίσημα δεκαέξι χρονών και ένιωθε πως κάτι καινούργιο ξεκινούσε.
Ένα πρωινό Τετάρτης, μαζί με τη θεία του την Ερμιόνη, βρέθηκαν στον λιμένα του Πειραιά. Στο 
κατάστρωμα του επιβατηγού πλοίου «Μυρτιδιώτισσα» στεκόταν και παρατηρούσε το χαρακτηριστικό ασπρόμαυρο σκαρί του πλοίου με την κιτρινόλευκη τσιμινιέρα.
Ήταν το καράβι της λεγόμενης «μαύρης γραμμής», το πλοίο που συνέδεε τον Πειραιά με τα απομονωμένα λιμάνια της ανατολικής και νότιας Πελοποννήσου και των Κυθήρων.
Το δρομολόγιό του περνούσε από Κυπαρίσσι, Γέρακα, Μονεμβασιά, Νεάπολη, Ελαφόνησο, Αγία Πελαγία, Καψάλι, Πόρτο Κάγιο, Κυπριανό, Σολοτέρι, Γύθειο, Αντικύθηρα και άλλα μικρά παράκτια μέρη. Λιμάνια, όπως τα  γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρχαν. Η αποβίβαση επιβατών, εμπορευμάτων και δεμάτων γινόταν με μικρές βάρκες που πλησίαζαν το πλοίο. Η επικοινωνία με τη στεριά ήταν δύσκολη και συχνά εξαρτιόταν από τον καιρό και τη θάλασσα.
Για τον Αλκιβιάδη όμως εκείνη η αναχώρηση δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι. Ήταν μια μικρή έξοδος από τα γνώριμα του, ένα πέρασμα προς έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στη φαντασία του: τον κόσμο της θάλασσας, των μακρινών τόπων και των νέων εμπειριών.
Ήταν σούρουπο όταν έγινε ο κατάπλους του πλοίου στον κόλπο του Γέρακα. Ένα εντυπωσιακό σκηνικό απλωνόταν μπροστά στα μάτια του Αλκιβιάδη. Ο ουρανός είχε πάρει βαθιές κόκκινες αποχρώσεις ανάμεσα στα αραιά σύννεφα, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν αργά πίσω από τις πλαγιές  που κατέβαιναν από το βουνό και έμπαιναν μέσα στον Λακωνικό κόλπο.
Το ηλιοβασίλεμα εκείνο έμοιαζε σαν ζωγραφιά. Από εκείνες τις εικόνες που μένουν χαραγμένες στη μνήμη, όχι μόνο για την ομορφιά τους, αλλά και για το συναίσθημα που γεννούν. Ο Γέρακας φανταζόταν σαν ένας κρυμμένος τόπος, ένα μικρό θαύμα της φύσης που περίμενε υπομονετικά να το ανακαλύψει ο ταξιδιώτης. Το χωριό ήταν χτισμένο κυριολεκτικά μέσα σ’ ένα φυσικό φιόρδ. Ένας στενός θαλάσσιος όρμος εισχωρούσε βαθιά στη στεριά, σχηματίζοντας ένα απάνεμο φυσικό λιμάνι, μια ήρεμη αγκαλιά της θάλασσας προστατευμένη από τους ανέμους.
Γύρω από τα ήρεμα νερά της λιμνοθάλασσας η φύση είχε δημιουργήσει ένα μοναδικό τοπίο. Τα φυτά της, με τις κοκκινωπές αποχρώσεις τους, έδιναν στο νερό και στη γη μια ιδιαίτερη χρωματική αρμονία. Ένας τόπος ζωντανός, που φιλοξενούσε πλήθος αποδημητικών πουλιών και ερωδιών, ένα μικρό καταφύγιο ζωής ενταγμένο σήμερα στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000.
Ο Αλκιβιάδης όμως εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε τίποτε από όλα αυτά. Δεν ήξερε από οικοσυστήματα και προστατευόμενες περιοχές. Έβλεπε μόνο ένα καράβι να γλιστρά αργά στα ήρεμα νερά, έναν ουρανό που καιγόταν στα χρώματα της δύσης και έναν άγνωστο κόσμο να ανοίγεται μπροστά του.
Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η ψυχή κρατά χωρίς να το γνωρίζει μια εικόνα για πάντα.
Θα ’ταν περασμένα μεσάνυχτα όταν έφτασαν από τον Γέρακα στη Ρειχιά, στο πατρικό σπίτι του 
παππού του. Το χωριό τους υποδέχτηκε μέσα στη σιωπή της νύχτας, μα το σπίτι ήταν ακόμη ξύπνιο. Θερμές χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά και πολλά χαμόγελα από τους πολυάριθμους συγγενείς που είχαν έρθει για το καλωσόρισμα.
Ο Αλκιβιάδης, όπως συνήθιζε από τις πρώτες κιόλας ώρες, κόλλησε με τον πληθωρικό παππού του. Ήταν μια έντονη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος ζωντανός, γεμάτος χιούμορ, που γέμιζε τον χώρο μόνο και μόνο με την παρουσία του. Κοντά του ένιωθε οικειότητα και ασφάλεια. Απολάμβανε τις ώρες που περνούσαν μαζί, κυρίως όταν ο παππούς άρχιζε τις διηγήσεις του. Μιλούσε με γλαφυρό, άμεσο και παραστατικό λόγο. Δεν διηγούνταν απλώς ιστορίες· τις ζωντάνευε. Του πρόσφερε απλόχερα αγάπη, συμβουλές και έναν ολόκληρο κόσμο εμπειριών. Ήταν ένας παππούς που ήξερε να εξάπτει τη φαντασία του εγγονού του, μετατρέποντας την οικογενειακή τους ιστορία σε παραμύθι.
Μια βόλτα στις μάντρες με τα γίδια, μια επίσκεψη στα μελίσσια με τις παραδοσιακές κυψέλες, τα 
κοφινέλια, ή μια ανάβαση στην τούρλα, το μεγαλιθικό κτίσμα όπου το καλοκαίρι λημέριαζαν τα κοπάδια τους, δεν ήταν ποτέ απλές καθημερινές δραστηριότητες. Με τα λόγια του παππού γίνονταν εικόνες. Κάθε πέτρα, κάθε ζώο, κάθε τόπος αποκτούσε τη δική του ιστορία. Ακόμη και ένα απλό ταξίδι στη γειτονική Μονεμβασιά μπορούσε να μετατραπεί στα χείλη του σε μια μεγάλη περιπέτεια. Ο παππούς έτρεχε με τη φαντασία του πίσω στα νιάτα του, αναπολώντας έναν κόσμο που άλλαζε γρήγορα και κοιτάζοντας με περιέργεια τους νέους ρυθμούς της ζωής. Ήταν ο «ψεύτης παππούς», όπως τον αποκαλούσε χαμογελώντας ο Αλκιβιάδης. Όχι γιατί έλεγε ψέματα, αλλά γιατί ήξερε να ταξιδεύει τον ακροατή του πέρα από τα όρια της πραγματικότητας. Οι υπερβολές του ήταν ένας τρόπος να μεγαλώνει τις εικόνες, να δίνει χρώμα στις αναμνήσεις και να κάνει τον κόσμο πιο μαγικό.
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε πραγματικά τυχερός. Είχε έναν παππού με γνώσεις, εμπειρίες και μια σπάνια ικανότητα: να μετατρέπει την απλή καθημερινότητα σε ιστορία και τη μνήμη σε ζωντανή παράσταση.
Ο παππούς τον ρώτησε πώς τα πήγαινε με το σχολείο. Ο Αλκιβιάδης, χωρίς να προσπαθήσει να παρουσιάσει μια καλύτερη εικόνα του εαυτού του, του εξομολογήθηκε πως δεν ήταν ιδιαίτερα επιμελής. Δεν του ταίριαζε πολύ η αυστηρή πειθαρχία του προγράμματος· προτιμούσε να λειτουργεί αυθόρμητα, να ακολουθεί την περιέργειά του και να μαθαίνει με τον δικό του τρόπο. Του είπε όμως πως προσπαθούσε να είναι συνεπής απέναντι στους δασκάλους του και πως, τελικά, το αποτέλεσμα ήταν πάντα καλό. Χωρίς ίχνος έπαρσης ή διάθεση προβολής, του  εκμυστηρεύτηκε κάτι που του είχε πει ο δάσκαλός του: ότι ήταν καλός μαθητής, αγαπούσε τη μάθηση και είχε έντονη περιέργεια για τον κόσμο γύρω του.
Αυτή ακριβώς η περιέργεια ήταν που τον έκανε να ψάχνει, να εξερευνά και να μην περιορίζεται μόνο σε όσα διδάσκονταν μέσα στην τάξη. Του άρεσε να αναζητά νέες πηγές, να διαβάζει επιπλέον υλικό και να εμπλουτίζει μόνος του τις γνώσεις του. Ίσως ακόμη και τότε, χωρίς να το αντιλαμβάνεται πλήρως, να είχε ήδη μέσα του εκείνη τη δίψα για ανακάλυψη που αργότερα θα τον οδηγούσε να ονειρεύεται ταξίδια και μακρινούς ορίζοντες.
Ο Αλκιβιάδης, πολλά χρόνια αργότερα, επιστρέφει συχνά με τη σκέψη του στις στιγμές εκείνες με τον παππού του. Ανακαλεί μικρές και μεγάλες αναμνήσεις, όλα εκείνα τα ξεχωριστά στοιχεία που τον σημάδεψαν και που ήθελε βαθιά μέσα του να τα κρατήσει ζωντανά για πάντα. Θυμάται τη ζεστασιά της παρουσίας του, τις ιστορίες του, τον τρόπο που μιλούσε, τον τρόπο που μετέτρεπε τα απλά γεγονότα της καθημερινότητας σε εικόνες γεμάτες ζωή και φαντασία. Ήταν στιγμές που δεν ανήκαν μόνο στο παρελθόν, αλλά έγιναν μέρος της δικής του ταυτότητας.
Ο παππούς του δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από τη σκέψη του. Παρέμεινε εκεί, μέσα στις αναμνήσεις του, σαν μια σταθερή παρουσία που τον συνόδευε στον χρόνο. Ένας άνθρωπος που του πρόσφερε όχι μόνο αγάπη, αλλά και έναν τρόπο να βλέπει τον κόσμο: με φαντασία, περιέργεια και σεβασμό στις ρίζες του. 
Δεν είχαν συμπληρώσει καλά καλά ούτε μία εβδομάδα στο χωριό, όταν τον έπιασαν οι «φουσκοδεντριές» της εφηβείας. Μια τυχαία εξέλιξη, ένα απρόσμενο περιστατικό στο τέλος  εκείνης της πρώτης εβδομάδας, ήρθε να ξυπνήσει μέσα του εκείνες τις πρώιμες νεανικές  ανησυχίες, τους αδιευκρίνιστους πόθους και τις προσδοκίες που γεννιούνται στην ηλικία όπου όλα μοιάζουν πιθανά.
Ήταν άνοιξη. Η φύση γύρω του οργίαζε από ζωή· τα δέντρα είχαν γεμίσει χυμούς, τα κλαδιά είχαν φουσκώσει από τη δύναμη της αναγέννησης και παντού υπήρχε η αίσθηση μιας δημιουργίας που περίμενε να εκδηλωθεί.
Ο Αλκιβιάδης, με την ορμή της εφηβείας, ένιωθε πως κάτι νέο αναζητούσε μέσα του δρόμο να εκφραστεί. Περίμενε μια γνωριμία, μια τυχαία συνάντηση, μια στιγμή που θα μπορούσε να αλλάξει τη συνηθισμένη ροή των ημερών του. Μια περιπέτεια που, αν ευοδωνόταν, θα έφερνε μαζί της ανατροπή, έκπληξη και την αίσθηση ότι η ζωή μπορούσε ξαφνικά να αποκτήσει άλλο χρώμα. Ήταν η ανάγκη της 
ηλικίας του να ξεφύγει από τη ρουτίνα και τη μονοτονία, να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα από το απρόβλεπτο, μέσα από μια συνάντηση που θα έσπαζε την αδιαφορία του χρόνου που μέχρι τότε κυλούσε ήσυχα και χωρίς μεγάλες συγκινήσεις.
Ήταν Κυριακή των Βαΐων, ξημέρωμα.
«Κοιμάσαι;» τον ρώτησε η θεία Ερμιόνη επιφυλακτικά.
«Μμ…» μουρμούρισε και ασυναίσθητα γύρισε το βλέμμα του προς το ξυπνητήρι δίπλα στο κρεβάτι. Το ρολόι είχε εκείνους τους μεγάλους φωσφορίζοντες δείκτες, όμως μέσα στη θολούρα του πρωινού ξυπνήματος αδυνατούσε να διακρίνει την ώρα. Η εικόνα των δεικτών έφτανε στα μάτια του, αλλά ο νους του αργούσε ακόμη να την επεξεργαστεί. Ο εγκέφαλός του πάλευε να περάσει από την ασφάλεια του ύπνου στην εγρήγορση, σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα που προσπαθεί υπομονετικά να περάσει την κλωστή στη βελόνα.
Η Ερμιόνη άνοιξε το παράθυρο. Το πρωινό φως μπήκε στο δωμάτιο και μαζί με τον δροσερό αέρα βοήθησε τις αισθήσεις του να επιστρέψουν σιγά σιγά στην πραγματικότητα. Στα ανατολικά, στη θέση Κουλοχέρα, είχε ήδη φέξει για τα καλά. Τα κοκόρια είχαν από ώρα σταματήσει το αδιάκοπο λάλημα τους, εκείνο το επίμονο κάλεσμα που άκουγε τα ξημερώματα, λες και ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για κάτι άγνωστο ή να πάρουν εκδίκηση από τον κόσμο.
Είχε υποσχεθεί στη θεία Ερμιόνη πως θα πήγαιναν μαζί στην εκκλησία. Από νωρίς οι κάτοικοι του χωριού, ντυμένοι με τα γιορτινά τους, κατευθύνονταν προς τον ναό για την ακολουθία της Κυριακής των Βαΐων. Ήταν μια από εκείνες τις ανοιξιάτικες ημέρες όπου η φύση και η παράδοση έμοιαζαν να βαδίζουν μαζί.
Είχε ήδη αναγνωστεί η οπισθάμβωνος ευχή και ο ιερέας είχε ολοκληρώσει τη Θεία Λειτουργία με την τελευταία εκφώνηση. Άρχισε η διανομή του αντίδωρου και σιγά-σιγά οι πρώτοι πιστοί βγήκαν στον εξωτερικό περίβολο του ναού. Λίγο αργότερα, παρέες-παρέες, οι χωριανοί ξεχύθηκαν προς την κεντρική πλατεία. Η πλατεία ήταν η καρδιά του χωριού, ο τόπος όπου συναντιούνταν οι άνθρωποι, αντάλλασσαν νέα, σχολίαζαν τα γεγονότα της ημέρας και ξανάβρισκαν τους παλιούς δεσμούς τους στα δύο καφενεία. Η διαδρομή από την εκκλησία ως την πλατεία περνούσε μέσα από έναν στενό πλακόστρωτο δρόμο, όπου τα βήματα των ανθρώπων αντηχούσαν πάνω στις πέτρες, όπως συνέβαινε για γενιές ολόκληρες.
Τότε είδε το κορίτσι.
Κοντοστάθηκε και την κοίταξε. Συνέχισε να ακολουθεί με το βλέμμα του την πορεία της στον δρόμο και ένιωσε πως κάτι τον είχε μαγέψει. Την υπολόγισε περίπου στην ίδια ηλικία με τη δική του, δεκαπέντε με δεκαέξι χρονών.Κάποια στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για μια σύντομη στιγμή. Ήταν κι άλλοι γνώριμοι γύρω τους, άνθρωποι της γειτονιάς και του χωριού, όμως εκείνη τη στιγμή, στο έμπα της πλατείας, για τον Αλκιβιάδη υπήρχε μόνο ένα πρόσωπο. Εκείνη.
Δεν ήταν ένα όνειρο της φαντασίας του. Ήταν εκεί, μπροστά του, πραγματική και ζωντανή.
Χρόνια αργότερα θα θυμόταν κάθε μικρή λεπτομέρεια από εκείνη την εικόνα. Την έκφραση του προσώπου της, τις μικρές φακίδες, το ιδιαίτερο χρώμα στα μάτια της, εκείνη τη γαλάζια ίριδα με τις 
χρυσαφένιες αντανακλάσεις. Φορούσε ένα απλό φουστάνι με τιράντες και περπατούσε ήρεμα 
στον πλακόστρωτο δρόμο, χωρίς να δείχνει να αντιλαμβάνεται την αναστάτωση που προκαλούσε γύρω της. Έμεινε να την παρακολουθεί για λίγα δευτερόλεπτα, ίσως μόνο για ένα ή δύο, μα ο  χρόνος εκείνη τη στιγμή έμοιαζε να είχε σταματήσει. Σαν μια κινηματογραφική σκηνή που χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του, έβλεπε το προφίλ της, τη λεπτή γραμμή του προσώπου της, φωτισμένο από τον πρωινό ήλιο που είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. Ο ίδιος ήλιος που χυνόταν στα μπαλκόνια και έκανε τα λουλούδια στις γλάστρες να λάμπουν με έντονα κόκκινα και πορτοκαλί χρώματα.
Ήταν ένα μελαχρινό κορίτσι, με πρόσωπο που έμοιαζε ζωγραφισμένο και μια παρουσία που του προκάλεσε ένα πρωτόγνωρο σκίρτημα. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα και ένα παράξενο ρίγος να διαπερνά το σώμα του. Ήταν εκείνη η ανεξήγητη ταραχή της εφηβείας, όταν μια τυχαία συνάντηση μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις ονείρου και να μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη.
Όταν την είδε για πρώτη φορά, κάτι μέσα του ξύπνησε. Ήταν σαν ξαφνικός άνεμος από το Μυρτώο πέλαγος, μια δύναμη που αναστάτωνε τη σκέψη του και τον έκανε να αισθανθεί πως ένας καινούργιος κόσμος άνοιγε μπροστά του.
Δεν ήθελε απλώς να τη βλέπει. Ήθελε να τη γνωρίσει. Όλα εκείνα ήταν μια εσωτερική αναστάτωση που πλανιόταν μέσα του. Μια δύναμη άγνωστη, που όπως η φωτιά χρειάζεται οξυγόνο για να ζωντανέψει, έτσι και η νεανική επιθυμία αναζητά ένα βλέμμα, μια ανταπόκριση, ένα σημάδι ότι δεν υπάρχει μόνο στη φαντασία.
Οι επιθυμίες του ανθρώπου μοιάζουν με ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Περιμένουν τη στιγμή τους, αναζητούν την εκπλήρωση, ζητούν να αποκτήσουν χώρο μέσα στην πραγματικότητα. Και εκείνα τα χρόνια της εφηβείας, όλα έμοιαζαν πιο έντονα, πιο δυνατά, πιο δύσκολο να τιθασευτούν. Ήταν μια εποχή που η ευαισθησία των αισθήσεων είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της. Ένα χαμόγελο, μια ιδιαίτερη φωνή, ένα βλέμμα που κρατούσε λίγο περισσότερο, μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο, μπορούσαν να αφήσουν βαθύ αποτύπωμα στη σκέψη του. Μικρές στιγμές της καθημερινότητας αποκτούσαν τεράστια σημασία, γιατί η εφηβική φαντασία είχε τη δύναμη να μετατρέπει το απλό σε μοναδικό.
Σήμερα ένιωθε την ανάγκη να πλησιάσει αυτή τη νεανική παρουσία που είχε εμφανιστεί ξαφνικά στη ζωή του. Ήθελε να τη γνωρίσει, να ακούσει τη φωνή της, να ανακαλύψει τον άνθρωπο πίσω από την εικόνα που είχε χαραχτεί τόσο έντονα στη μνήμη του.
Τις επόμενες ημέρες προσπάθησε να βρει την κατάλληλη στιγμή, ακολουθώντας τις συμβουλές του σοφού παππού του. «Γιε μου», του έλεγε, «η ημέρα που σπέρνεις τον σπόρο δεν είναι η ημέρα που τρως τον καρπό. Η επιμονή και η υπομονή είναι τα καύσιμα που εξασφαλίζουν ότι η προσπάθεια θα καρποφορήσει, ακόμα κι αν χρειαστεί χρόνος».
Και ο Αλκιβιάδης, όπως κάθε νέος που ανακαλύπτει για πρώτη φορά τη δύναμη των συναισθημάτων του, έμαθε πως η προσμονή πολλές φορές είναι εξίσου δυνατή με την ίδια τη στιγμή της συνάντησης.
Μάταια όμως. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Συνάντησε έναν τοίχο απροσπέλαστο, πόρτες κλειστές που δεν άνοιγαν όσο κι αν προσπαθούσε. Οι προσπάθειές του έπεφταν στο κενό και η προσμονή του άρχισε σιγά-σιγά να μετατρέπεται σε απορία και απογοήτευση.
Η Ερμιόνη παρακολουθούσε την επιμονή του με κάποια ανησυχία. Έβλεπε την ένταση που είχε μέσα του, την αδρεναλίνη της ηλικίας του, αυτή τη νεανική ορμή που δεν γνώριζε ακόμη τα όριά της. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει με τον τρόπο που μόνο ένας μεγαλύτερος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει σε έναν έφηβο που βρίσκεται στην πρώτη μεγάλη αναστάτωση της ζωής του.
«Όλοι τα περνάνε αυτά! Στην αρχή τουλάχιστον της εφηβείας τους», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το βλέμμα του νέου ανθρώπου που νιώθει πως κανείς δεν μπορεί πραγματικά να καταλάβει την ένταση όσων βιώνει εκείνη τη στιγμή.
«Εύκολο είναι να δίνεις συμβουλές όταν πρόκειται για τους άλλους, έτσι δεν είναι;» της απάντησε. «Εσύ πες μου... δεν έχεις νιώσει ούτε μια φορά στη ζωή σου έτσι;»
Η ερώτησή του έμεινε για λίγο μετέωρη. Γιατί πίσω από την εφηβική πρόκληση δεν υπήρχε μόνο η επιθυμία. Υπήρχε η ανάγκη να ακούσει από έναν άνθρωπο που εμπιστευόταν πως αυτό που συνέβαινε μέσα του ήταν φυσιολογικό, πως δεν ήταν μόνος σ’ αυτή τη θύελλα των καινούργιων συναισθημάτων.
Η Ερμιόνη σοβαρεύτηκε. Άφησε στην άκρη τα πειράγματα και του μίλησε πιο αυστηρά. Του έκανε ένα μικρό κήρυγμα, προσπαθώντας να του εξηγήσει πως οι παρορμήσεις της ηλικίας του, αν δεν μάθει να τις ελέγχει, μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε καταστάσεις που αργότερα ίσως μετάνιωνε.
«Σου ζητάω απλώς να είσαι προσεκτικός! Νομίζω πως μπορώ να σου εκφράσω τη γνώμη μου, δεν νομίζεις;» του είπε, έχοντας τώρα ένα ύφος περισσότερο παρακλητικό παρά αυστηρό.
«Σου ζητάω μόνο να είσαι προσγειωμένος και συνετός. Να συγκρατηθείς, για να μη δημιουργηθούν προβλήματα. Μερικές φορές οι άνθρωποι παρασύρονται από τη στιγμή και μετά βρίσκονται μπροστά σε καταστάσεις που δεν μπορούν εύκολα να διαχειριστούν», συμπλήρωσε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε με εκείνο το μισό χαμόγελο της εφηβικής σιγουριάς, που έκρυβε όμως και την ανάγκη του να τον καταλάβουν.
«Ερμιόνη μου γλυκιά, μη με μαλώνεις. Είπα να δοκιμάσω. Κακό είναι να φλερτάρω κάτι που μου αρέσει; Αν το δούμε και λίγο... στατιστικά, είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να πετύχει», της είπε με το θάρρος της ηλικίας του.
Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Εντάξει, δώσε μου έναν καλό λόγο γιατί με αρνείται τόσο πεισματικά και σου υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να την ξαναενοχλήσω». Όσο κι αν το ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Είχε γευτεί την πρώτη εφηβική του απόρριψη. Ο εγωισμός του είχε δεχτεί ένα μικρό πλήγμα και, φυσικά, τον είχε πονέσει. Όμως δεν ήταν και το τέλος του κόσμου. Δεν θα γκρεμιζόταν επειδή ένα κορίτσι δεν ανταποκρίθηκε στο ενδιαφέρον του. Άλλωστε, έτσι είναι η ζωή. Ένα παιχνίδι πιθανοτήτων, γεμάτο μικρές νίκες και μικρές ήττες. Το ίδιο συμβαίνει και στον έρωτα. Κάποιες φορές κερδίζεις, κάποιες φορές χάνεις. Είχε ρισκάρει, γνωρίζοντας από την αρχή πως υπήρχε και το ενδεχόμενο της απόρριψης. Δεν χάλασε ιδιαίτερα. Η «χυλόπιτα» ήταν μέσα στα πιθανά 
σενάρια και, με έναν τρόπο, ήταν κι αυτή μια εμπειρία. Ένα πρώτο μάθημα για τον κόσμο των συναισθημάτων, εκεί όπου δεν αρκεί μόνο η επιθυμία του ενός.
Η Ερμιόνη, βλέποντας πως είχε κάπως ηρεμήσει, του χαμογέλασε. «Κάποια μέρα θα παντρευτείς ένα καλό κορίτσι και θα ξεχάσεις εντελώς αυτά τα εφηβικά σου σκιρτήματα. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως δεν πρέπει να βιάζεσαι. Κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του», του είπε.
Ο Αλκιβιάδης την κοίταξε και χαμογέλασε.
«Θα το θυμάμαι αυτό», της απάντησε.
Οι διακοπές του Πάσχα τελείωσαν. Ήρθε η ώρα της επιστροφής. Το λεωφορείο για τους Μολάους  ήταν γεμάτο κόσμο. Συνωστισμός, φωνές, βαλίτσες, σακούλες και ένα απίστευτο στρίμωγμα, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια στις υπεραστικές διαδρομές. Οι άνθρωποι ο ένας δίπλα  στον άλλον, άλλοι όρθιοι, άλλοι στριμωγμένοι στα καθίσματα, όλοι στον δρόμο της επιστροφής.
Και τότε... «Να τη πάλι!»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά διαφορετικά.
«Θεέ και Κύριε! Εσύ που με προίκισες με επιθυμίες, άκουσες την προσευχή μου», μουρμούρισε.
Η Ερμιόνη τον άκουσε και γύρισε προς το μέρος του.
«Είπες κάτι;»
«Ναι! Λέω την προσευχή της χαραυγής, μπας και με εισακούσει ο  «αποπάνω»!»
Η Ερμιόνη τον κοίταξε με απορία.
«Με δουλεύεις;»
Εκείνη τη στιγμή το μελαχρινό κορίτσι έφτασε αργοπορημένο κοντά τους. Η καρδιά του Αλκιβιάδη σφίχτηκε. Ήταν σαν να είχε επιστρέψει ξαφνικά μπροστά του η εικόνα που είχε μείνει χαραγμένη στη μνήμη του.
«Είναι με τη μητέρα της», τον πληροφόρησε η Ερμιόνη.
Ο Αλκιβιάδης κοίταξε τη γυναίκα δίπλα της και χαμογέλασε.
«Αυτή είναι η μητέρα της; Α, καλά λένε πως η ομορφιά περνάει από τη μια γενιά στην άλλη».
Η Ερμιόνη τον κοίταξε αυστηρά, αλλά με ένα κρυφό χαμόγελο.
«Ήσυχα και σε θέλω φρόνιμο και συνετό», του είπε.
Και ο Αλκιβιάδης, αν και προσπάθησε να δείξει σοβαρός, ένιωθε μέσα του εκείνη τη γνώριμη αναστάτωση που μόνο η εφηβεία μπορεί να δημιουργήσει. Κάθισε στο τέλος του συνωστισμού και μπήκε μαζί τους στο λεωφορείο. Δεν έχασε την ευκαιρία να βρεθεί όσο πιο κοντά μπορούσε στο μελαχρινό κορίτσι.
Το λεωφορείο είχε πλέον γεμίσει ασφυκτικά. Τόσοι άνθρωποι στριμωγμένοι σ’ έναν μικρό χώρο, πολύ πιο κοντά ο ένας στον άλλον απ’ όσο θα επέτρεπαν οι φυσιολογικές συνθήκες. Ήταν από εκείνες τις διαδρομές της εποχής που η επιστροφή γινόταν με υπομονή, στριμωγμένα σώματα και μια κοινή αποδοχή της ταλαιπωρίας.
Ένας ψηλός επιβάτης αναγκάστηκε να σκύψει λίγο προς τα εμπρός για να μπορέσουν να κλείσουν οι πόρτες πίσω του.
«Προχωρήστε στο βάθος, παρακαλώ», ακούστηκε η ευγενική αλλά ψυχρή φωνή κάποιου επιβάτη.
Κανείς όμως δεν κουνήθηκε. Δεν υπήρχε πλέον χώρος για μετακίνηση.
Οι πόρτες έκλεισαν τελικά και το πίσω μέρος του λεωφορείου έγινε μια ασφυκτική μάζα ανθρώπων. Οι υπόλοιποι επιβάτες τον κοίταξαν κάπως ενοχλημένοι, καθώς προσπαθούσε να χωρέσει σ’ ένα μικρό κενό δίπλα στην πόρτα, ακριβώς πίσω από τη μητέρα του κοριτσιού και την ίδια. Και τότε, πριν προλάβει να χαρεί την απρόσμενη αυτή εγγύτητα, άκουσε τη μητέρα της να της λέει:
«Πήγαινε μπροστά, παιδί μου. Είναι η θεία σου εκεί και ταξιδεύει μαζί μας».
Η κοπέλα υπάκουσε και προχώρησε προς τα εμπρός, αφήνοντας τον Αλκιβιάδη για άλλη μια φορά να παρακολουθεί από απόσταση εκείνο το πρόσωπο που είχε γίνει τόσο έντονη εικόνα στη σκέψη του.
Επικρατούσε μια μικρή οχλαγωγία και οι υπόλοιποι επιβάτες με δυσκολία σχημάτισαν ένα διάδρομο για να περάσει το κορίτσι και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε χαθεί στα μπροστινά καθίσματα. Προς μεγάλη του απογοήτευση και πάλι που θα έπρεπε να περάσει την επόμενη μισή περίπου ώρα τσιτωμένος και δυστυχής! 
...Η Ρειχιά είναι ένα ορεινό χωριό του Δήμου Μονεμβασιάς, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου εξακοσίων μέτρων, στο οροπέδιο του Πάρνωνα. Η σύνδεσή της με τους Μολάους γινόταν τότε μέσα από έναν επαρχιακό δρόμο που διέσχιζε το δύσκολο ορεινό ανάγλυφο του Κουρκουλοτσούγκαρου, με αμέτρητες στροφές και πολλές κλειστές φουρκέτες ήταν μια δοκιμασία ισορροπίας. Το λεωφορείο γεμάτο ασφυκτικά, οι επιβάτες στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, προσπαθούσαν να κρατηθούν από όπου μπορούσαν κάθε φορά που το όχημα έπαιρνε μια απότομη φουρκέτα. Με την πρώτη κίνηση του 
λεωφορείου όλοι μετακινήθηκαν απότομα. Σώματα που μέχρι πριν λίγα δευτερόλεπτα είχαν τον 
δικό τους χώρο, βρέθηκαν αναγκαστικά πιο κοντά. Ο Αλκιβιάδης, παρασυρμένος από την κίνηση 
του οχήματος, βρέθηκε για μια στιγμή πολύ κοντά στη μητέρα της κοπέλας. Η γυναίκα, 
προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία της, γύρισε ελαφρά το σώμα της και αμέσως μετά, με ένα χαμόγελο αμηχανίας, του ζήτησε συγγνώμη.
«Δεν πειράζει», της απάντησε εκείνος.
Ήταν μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, περιποιημένη, με μια φυσική κομψότητα και εκείνη τη σιγουριά που έχουν οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν συμφιλιωθεί με την παρουσία τους. Ο Αλκιβιάδης, στην ηλικία που όλα τα ερεθίσματα αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, ένιωσε για μια στιγμή τη σύγχυση της εφηβείας του. Η φαντασία του έτρεξε πιο γρήγορα από τη λογική του. Δεν ήταν μόνο η εικόνα μιας όμορφης γυναίκας. Ήταν η συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος των ενηλίκων, που μέχρι τότε παρατηρούσε από απόσταση, άρχιζε να ανοίγεται μπροστά του με  τρόπο άγνωστο και γοητευτικό. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, όχι τόσο από την επιθυμία όσο από την αμηχανία που ένιωθε μπροστά σε κάτι καινούργιο. Η εφηβεία του ήταν γεμάτη αντιφάσεις: από τη μια η ανάγκη να γνωρίσει, να πλησιάσει, να αγαπηθεί· από την άλλη ο φόβος μήπως ξεπεράσει όρια που ακόμη δεν καταλάβαινε καλά.
Θυμήθηκε τότε τις κουβέντες του ξαδέλφου του Μπότη, που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε πάντα το μυαλό του στα κορίτσια. Ο Μπότης μιλούσε για τον έρωτα με την απλότητα και την υπερβολή της νεότητας, σαν να ήταν ένα παιχνίδι χωρίς συνέπειες.
Ο Αλκιβιάδης τον άκουγε τότε με απορία. Πίστευε πως ο έρωτας δεν μπορούσε να είναι μόνο ένστικτο και επιθυμία. Έπρεπε να υπάρχει κάτι περισσότερο: μια ματιά, μια αποδοχή, μια αμοιβαιότητα. Κι ίσως αυτή ήταν η διαφορά του. Παρόλο που μέσα του ξυπνούσαν δυνατές επιθυμίες, αναζητούσε πάντα ένα σημάδι ανταπόκρισης, μια πραγματική σύνδεση με τον άλλο άνθρωπο. Ένα απαλό άρωμα έφτανε μέχρι εκείνον. Ήταν κάτι διαφορετικό μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του λεωφορείου, πολύ πιο ευχάριστο από τη βαριά μυρωδιά του ιδρώτα που συχνά πλημμύριζε τους κλειστούς χώρους τέτοια εποχή.
Η γυναίκα προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία της κάθε φορά που το λεωφορείο έπαιρνε τις απότομες στροφές του δρόμου. Μια ευτραφής επιβάτισσα δίπλα τους, καθώς έσκυβε να βγάλει ένα δέμα από την τεράστια τσάντα της, την έσπρωξε άθελά της προς τα πίσω, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον ήδη ελάχιστο χώρο που τους χώριζε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά. Το λεωφορείο τρανταζόταν, η απόσταση ανάμεσά τους είχε σχεδόν εξαφανιστεί και εκείνος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ένταση που δυσκολευόταν να διαχειριστεί. Ήταν ένα παράξενο μείγμα 
ενθουσιασμού και φόβου. Για πρώτη φορά ένιωθε τόσο έντονα τη δύναμη του σώματος, της επιθυμίας και της φαντασίας του. Ταυτόχρονα, κάπου μέσα του υπήρχε και μια φωνή που τον προειδοποιούσε να προσέχει, να μην παρασυρθεί από τη στιγμή.
«Κι αν το καταλάβει;» σκέφτηκε.
Η σκέψη αυτή τον έκανε να νιώσει αμήχανα. Δεν ήθελε να γίνει κάποιος που ξεπερνά τα όρια. Ήθελε μόνο να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα του, αυτό το καινούργιο κύμα επιθυμίας που τον είχε αιφνιδιάσει. Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα άλλαξε χέρι στη χειρολαβή για να στηριχτεί καλύτερα και τα χέρια τους βρέθηκαν για λίγο κοντά. Η απλή αυτή κίνηση τον ξάφνιασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που ένιωθε ήταν πραγματικό ή απλώς μια προβολή της δικής του έντονης φαντασίας.
Σιγά-σιγά άρχισε να ηρεμεί. Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη, χωρίς να δείχνει αναστάτωση. Ίσως να μην αντιλαμβανόταν τίποτα περισσότερο από την αναπόφευκτη αμηχανία ενός γεμάτου λεωφορείου. Ίσως πάλι να καταλάβαινε τη σύγχυση ενός νεαρού αγοριού που βρισκόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπο με τα δικά του συναισθήματα.
Κάποια στιγμή γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του και τον κοίταξε καλύτερα. Εκείνος κράτησε το βλέμμα του χαμηλωμένο, προσπαθώντας να δείξει ψυχραιμία, ενώ μέσα του γινόταν μια μικρή μάχη ανάμεσα στην επιθυμία και στη λογική.
Τότε εκείνη χαμογέλασε. «Εγγονός του μπάρμπα Οδυσσέα του Πρίφτη, δεν είσαι εσύ;» τον ρώτησε. «Ωραίο παλικάρι είσαι! Ψηλός κι εσύ. Το έχει το σόι σας. Πάντως, απ’ ό,τι βλέπω, πρέπει να μοιάζεις περισσότερο του πατέρα σου και όχι της μητέρας σου.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε να επιστρέφει απότομα στην πραγματικότητα. Δεν ήταν πια μια άγνωστη γυναίκα μέσα σε ένα στριμωγμένο λεωφορείο. Ήταν μια γνωστή του οικογένειας, ένας άνθρωπος από τον κόσμο του χωριού.
«Μάλλον έχεις δίκιο. Έτσι μου λένε όλοι», απάντησε.
«Τη μητέρα σου έχω ακούσει την ιστορία της. Πρέπει να είναι δυναμική γυναίκα, ε;» συνέχισε εκείνη.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ελαφρά.
«Εγώ τη θεωρώ απλά μοναδική», είπε χωρίς περισσότερα λόγια.
Ύστερα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα ήταν εντάξει, τη ρώτησε:
«Μήπως νιώθεις άσχημα μ’ αυτό το αναπόφευκτο στριμωξίδι;»
Η γυναίκα τον κοίταξε καθησυχαστικά.
«Όχι, αγόρι μου. Όλα καλά. Μην ανησυχείς.»
Και το λεωφορείο συνέχισε τον δρόμο του στις στροφές του βουνού, ενώ ο Αλκιβιάδης έμενε σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβει όχι μόνο τη γυναίκα απέναντί του, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό.
«Είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει;» αναρωτήθηκε.
Η σκέψη αυτή τον μπέρδευε περισσότερο απ’ όλα. Δεν ήξερε αν αυτό που συνέβαινε ήταν πραγματικότητα ή αν η δική του ταραγμένη φαντασία μεγάλωνε κάθε μικρή κίνηση, κάθε τυχαία επαφή, κάθε στιγμή μέσα στον ασφυκτικά γεμάτο χώρο του λεωφορείου. Το όχημα συνέχιζε να ανεβαίνει τις δύσκολες στροφές του ορεινού δρόμου, και κάθε τράνταγμα έκανε την αμηχανία του μεγαλύτερη. Προσπαθούσε να μείνει ακίνητος, ψύχραιμος, να μην προδοθεί από την ένταση που ένιωθε μέσα του.
Τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει. Δεν ήταν μόνο η επιθυμία· ήταν και ο φόβος. Ο φόβος μήπως φανεί, 
μήπως εκτεθεί, μήπως η στιγμή που για εκείνον είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις, για την 
άλλη πλευρά να ήταν απλώς ένα αναπόφευκτο στρίμωγμα ενός παλιού λεωφορείου.
Η γυναίκα παρέμενε ήρεμη. Συνέχιζε να του μιλά για τη μητέρα του, για την οικογένειά του, για 
ανθρώπους που γνώριζε από το χωριό. Η φυσικότητα της συμπεριφοράς της τον μπέρδευε ακόμη 
περισσότερο. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αντιλαμβανόταν την εσωτερική του αναστάτωση ή 
αν απλώς παρέμενε ευγενική μέσα σε μια δύσκολη συνθήκη. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τα λόγια 
της Ερμιόνης:
«Να είσαι φρόνιμος και συνετός.»
Χαμογέλασε μέσα του. «Δηλαδή πόσο συνετός; Και πόσο πιο φρόνιμος, ρε Ερμιόνη;»
Ήταν δεκαέξι χρονών. Η εφηβεία είχε ανοίξει μπροστά του έναν καινούργιο κόσμο, γεμάτο αντιφάσεις. Από τη μια η λογική, η ντροπή, οι συμβουλές των μεγαλύτερων· από την άλλη ένα κύμα συναισθημάτων που έμοιαζε να έρχεται από πολύ βαθύτερα σημεία του εαυτού του. Δεν ήταν μόνο η σωματική έλξη. Ήταν η ανακάλυψη ότι μπορούσε ξαφνικά να νιώσει τόσο έντονα, να ταράζεται από μια παρουσία, από ένα βλέμμα, από μια στιγμή που ίσως αύριο να είχε ξεχαστεί.
Και εκεί, μέσα στο παλιό λεωφορείο που ανέβαινε τις στροφές του Κουρκουλοτσούγκαρου, ανάμεσα σε γνωστούς ανθρώπους και καθημερινές κουβέντες, ο Αλκιβιάδης γνώριζε για πρώτη φορά τη δύναμη της επιθυμίας. Μια δύναμη που τότε του φαινόταν τεράστια, σχεδόν ανεξέλεγκτη, σαν να είχε δική της φωνή και δική της θέληση.
Η κοπέλα με τη μητέρα της αναχώρησαν για τη Σπάρτη. Αν ήταν στο χέρι του, θα συνέχιζε μαζί τους μέχρι την Αθήνα, αρκεί να μπορούσε να παρατείνει εκείνη τη μαγική, παράξενη στιγμή της εφηβικής του ταραχής.
Όμως η ζωή είχε τη δική της πορεία.
Ο δρόμος της επιστροφής τους οδηγούσε προς τη Μονεμβασιά. Η Ερμιόνη και ο Αλκιβιάδης επιβιβάστηκαν ξανά στη «Μυρτιδιώτισσα», το πλοίο που έμοιαζε να ενώνει όχι μόνο τόπους αλλά και 
διαφορετικούς κόσμους. Στο πλοίο συνάντησαν και μια πρώτη εξαδέλφη της Ερμιόνης , μια ακόμη θεία του, όπως την αποκαλούσε μέσα στην οικογενειακή τους παράδοση. Ήταν μόλις είκοσι χρονών και ζούσε στη Νέα Υόρκη, όπου έκανε τα πρώτα της βήματα στον χώρο του μόντελινγκ.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Δεν ήξερε πώς να περιγράψει αυτό που έβλεπε. Δεν ήταν μόνο η εμφάνιση· ήταν ο τρόπος που στεκόταν, η αυτοπεποίθηση, η διαφορετική αύρα ενός ανθρώπου που είχε γνωρίσει έναν άλλο κόσμο.Φορούσε μια κόκκινη ριγέ μίνι φούστα και η παρουσία της ξεχώριζε αμέσως ανάμεσα στους επιβάτες του πλοίου. Τα βλέμματα πολλών στράφηκαν επάνω της. Έμοιαζε να κουβαλά μαζί της κάτι από τη λάμψη μιας μακρινής πόλης, κάτι ξένο και γοητευτικό για ένα δεκαεξάχρονο αγόρι που μεγάλωνε ανάμεσα στα βουνά και στα χωριά του τόπου του.
«Σόι πάει το βασίλειο», σκέφτηκε χαμογελώντας. 
«Όμορφο το σόι της μητέρας μου.»
Τελικά εκείνο το δεκαπενθήμερο είχε αποδειχθεί πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι περίμενε. Είχε μέσα του μνήμες, εικόνες, γνωριμίες και συναισθήματα που θα έμεναν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Καλοκαίρι 1966!
.....

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

Ta Prota Chronia Stin Efivia

.1961–1962. Μία ακόμη σχολική χρονιά έφτανε στο τέλος της· η τελευταία του Αλκιβιάδη στο δημοτικό σχολείο. Ήταν μια χρονιά ξεχωριστή, ίσως η πιο καθοριστική της μέχρι τότε ζωής του, αν και τότε δεν μπορούσε ακόμη να το αντιληφθεί. Συχνά η ζωή αλλάζει πορεία όχι εξαιτίας των μεγάλων γεγονότων, αλλά από αφορμές που, τη στιγμή που συμβαίνουν, μοιάζουν εντελώς ασήμαντες. Ένα τυχαίο περιστατικό, μια σύντομη συνάντηση, μια γνωριμία, μια κουβέντα που ειπώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, μπορούν αργότερα να αποδειχθούν οι αόρατοι μοχλοί που αλλάζουν ολόκληρη την πορεία ενός ανθρώπου.
Έτσι και για τον Αλκιβιάδη.
Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί ότι μια φαινομενικά ασήμαντη εμπειρία θα φώλιαζε τόσο βαθιά μέσα του, ώστε να γεννήσει ένα όνειρο που θα τον συνόδευε για χρόνια. Ένα απλό παιδί της γειτονιάς άρχισε να ονειρεύεται τη θάλασσα. Να ονειρεύεται πως κάποτε θα γινόταν κι εκείνος ένας σύγχρονος Αργοναύτης, ταξιδευτής των ωκεανών, αναζητώντας τόπους μακρινούς, άγνωστους, που μέχρι τότε γνώριζε μόνο μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του. Χωρίς να το γνωρίζει, το πρώτο σπέρμα αυτού του ονείρου είχε ήδη πέσει μέσα του.
Έξω, οι δρόμοι λούζονταν από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Σχολώντας από το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης σεργιάνισε στις αλάνες της γειτονιάς περισσότερο απ' όσο έπρεπε. Το πλήρωσε ακριβά. Γέμισε μώλωπες, ενώ στην κνήμη του άνοιξε ένα βαθύ, εγκάρσιο σκίσιμο, σαν να την είχε χαράξει ξυράφι, τόσο βαθύ που έφτανε σχεδόν ως το κόκαλο. Με αφόρητους πόνους έτρεξε προς το τέλος της αλάνας, εκεί όπου δυο μικρόσωμα, καχεκτικά δέντρα έριχναν λίγη σκιά πάνω στο ξερό χώμα. Κάθισε λαχανιασμένος, προσπαθώντας να καταπραΰνει τον πόνο και να ξαναβρεί την ανάσα του. Κι εκεί, μέσα στη σιωπή εκείνου του ανοιξιάτικου απογεύματος, συνέβη κάτι που έμελλε να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη του.
Τα ξαφνιασμένα μάτια του είδαν έναν νεαρό άνδρα να ξεπροβάλλει από τον κήπο μιας παρακείμενης κατοικίας. Φορούσε ολόλευκη ναυτική στολή. Το λευκό της άστραφτε κάτω από το φως του ήλιου και έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, κρυμμένος πίσω από τη λιγοστή σκιά των δέντρων. Τον παρακολουθούσε χωρίς να μπορεί να αποσπάσει το βλέμμα του. Κάτι ανεξήγητο διαπέρασε ολόκληρο το κορμί του. Ήταν σαν μια αόρατη δύναμη να άγγιξε την ψυχή του και να άνοιξε μπροστά του έναν κόσμο που μέχρι τότε αγνοούσε.
Ένα λαμπερό μυστήριο τον τύλιξε. Ένα τρελό όνειρο γεννήθηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Με τα μάτια της φαντασίας του είδε τον εαυτό του να ταξιδεύει στα πέρατα της γης, να διασχίζει ωκεανούς, να γνωρίζει λιμάνια και πολιτείες που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο μέσα στα βιβλία του. Για λίγες στιγμές έπαψε να πατά στη γη. Ένιωσε πως αρμένιζε πάνω στα γαλανά νερά μιας απέραντης θάλασσας. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα είχε γεννηθεί μέσα του ο ναυτικός που θα γινόταν αργότερα.
Αγαπούσε τη θάλασσα με μια αγάπη που δύσκολα μπορούσε να εξηγήσει. Κάθε φορά που κατηφόριζε στις ακτές της Αγίας Μαρίνας, γέμιζε η ψυχή του χαρά. Μόλις έφτανε κοντά της, άπλωνε το βλέμμα του παγανιά να κυνηγήσει όλες τις ομορφιές της. Ακολουθούσε με τα μάτια τον μακρινό ορίζοντα και άφηνε τη φαντασία του να καλπάζει αχαλίνωτη, παρασύροντάς τον στα πιο μαγευτικά ταξίδια. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, εκεί, μπροστά στην απέραντη γαλάζια της αγκαλιά, άρχιζε να θεμελιώνεται το ίδιο του το πεπρωμένο. Η θάλασσα τον περίμενε υπομονετικά, σαν να γνώριζε ότι κάποτε θα τον δεχόταν στοργικά στους κόλπους της και θα τον έκανε δικό της άνθρωπο.
Αργότερα, όταν ωρίμασε, κατάλαβε πως η ζωή μοιάζει περισσότερο με ποτάμι παρά με δρόμο. Κυλά αδιάκοπα προς μία μόνο κατεύθυνση, από το παρελθόν προς το μέλλον, χωρίς ποτέ να γυρίζει πίσω. Όπως δεν μπορεί κανείς να αγγίξει δύο φορές το ίδιο νερό, έτσι και καμιά στιγμή δεν επιστρέφει. Ο άνθρωπος μπορεί να μάθει να κολυμπά μέσα στο ρεύμα του χρόνου, ποτέ όμως να το ανακόψει. Το ποτάμι του χρόνου μας ωριμάζει, μας μεταμορφώνει, σμιλεύει τον χαρακτήρα μας, μα συγχρόνως διαβρώνει πρόσωπα, τόπους και αναμνήσεις. Κι όμως, μέσα σ' αυτή την αδιάκοπη ροή, υπάρχουν στιγμές που στέκονται σαν βράχοι· στιγμές φαινομενικά ασήμαντες, που καθορίζουν ολόκληρη τη ζωή μας. Ίσως γι' αυτό ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες έγραψε: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασύρει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι». Γιατί ο χρόνος δεν είναι κάτι έξω από εμάς· είναι η ίδια η ύπαρξή μας που κυλά ασταμάτητα, ώσπου να συναντήσει τη δική της θάλασσα.
... Τελειώνοντας το δημοτικό, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας. Στη Λαμία της δεκαετίας του 1960 λειτουργούσαν δύο Γυμνάσια Αρρένων, που στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο, ένα Γυμνάσιο Θηλέων και το Οικονομικό Γυμνάσιο, το μοναδικό μικτό σχολείο της πόλης. Από τους μαθητές του Τρίτου Δημοτικού, μόνο ο Αλκιβιάδης και μία ακόμη συμμαθήτριά του επέλεξαν να συνεχίσουν εκεί τις σπουδές τους. Η επιλογή τους ξένισε αρκετούς. Οι περισσότεροι θεωρούσαν φυσικό δρόμο τα κλασικά γυμνάσια· το Οικονομικό φαινόταν διαφορετικό, πιο πρακτικό, πιο κοντά στην αγορά εργασίας. Εκείνη την εποχή, το Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας αποτελούσε ένα σημαντικό εκπαιδευτικό ίδρυμα για ολόκληρη την περιοχή. Μαζί με τη γενική μέση εκπαίδευση, παρείχε γνώσεις λογιστικής, εμπορικών μαθημάτων και οικονομικής οργάνωσης, προετοιμάζοντας τους μαθητές για επαγγέλματα που συνδέονταν με το εμπόριο, τις επιχειρήσεις και τη δημόσια διοίκηση. 
Ο Αλκιβιάδης, βέβαια, δεν γνώριζε ακόμη αν αυτή η επιλογή θα καθόριζε τη ζωή του. Άλλωστε, η καρδιά του ταξίδευε ήδη αλλού. Από τότε που είχε αντικρίσει εκείνον τον νεαρό ναυτικό με την κατάλευκη στολή, ένα καινούργιο όνειρο είχε ριζώσει μέσα του. Τα εμπορικά βιβλία και οι λογιστικές πράξεις μπορεί να γέμιζαν τις σχολικές αίθουσες, όμως εκείνος, κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα προς τον ουρανό ή άκουγε τη λέξη «λιμάνι», έβλεπε μπροστά του θάλασσες, καράβια και μακρινούς ορίζοντες. Κανείς δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πως το πραγματικό σχολείο της ζωής του δεν θα ήταν οι σχολικές αίθουσες, αλλά οι μηχανές των πλοίων, οι ωκεανοί και τα λιμάνια του κόσμου.
Θα ήταν ήδη δεκατεσσάρων χρονών ο Αλκιβιάδης όταν άλλαξαν και πάλι σπίτι. Νοίκιασαν ένα μεγαλύτερο, μόλις τρία κάθετα σοκάκια βορειοδυτικά από το προηγούμενο, ακολουθώντας την κοίτη του ίδιου ρέματος, μέσα στην ίδια παλιά συνοικία που τόσο αγαπούσαν. Τα παιδιά μεγάλωναν και οι γονείς τους κατάλαβαν πως ο μικρός χώρος δεν τους χωρούσε πια. Η νέα γειτονιά δεν διέφερε πολύ από την παλιά. Διατηρούσε την ίδια παραδοσιακή όψη, τον ίδιο χαρακτήρα. Στενά δρομάκια, σπίτια σκαρφαλωμένα το ένα πάνω από το άλλο στις πλαγιές του λόφου, αυλές γεμάτες βασιλικούς, γεράνια και γιασεμιά, κι ανάμεσά τους πέτρινα ή τσιμεντένια σκαλοπάτια που διευκόλυναν την πρόσβαση εκεί όπου η φυσική κλίση του εδάφους ήταν απότομη.
Τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν από την όχθη του ρέματος και ανηφόριζαν ψηλά, ώσπου κατέληγαν σ' ένα μεγάλο χωμάτινο πλάτωμα. Δεξιά κι αριστερά υψώνονταν τα σπίτια, λιτά αλλά επιβλητικά, σαν μικρές αετοφωλιές, τα περισσότερα διώροφα, άλλα με μικρές κι άλλα με μεγάλες αυλές. Από τα μπαλκόνια τους άνοιγε μπροστά τους ολόκληρη η πόλη, απλωμένη σαν ζωγραφιά, ενώ στο βάθος ο Σπερχειός και ο θεσσαλικός κάμπος χάνονταν μέσα στην αχλή των εποχών.
Το νέο σπίτι δεν ήταν απλώς μεγαλύτερο. Ήταν σαν να άνοιγε μπροστά τους έναν καινούργιο ορίζοντα. Οι τοίχοι του χωρούσαν πλέον τις φωνές τριών παιδιών που άφηναν πίσω τους την παιδικότητα και προχωρούσαν, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνουν, προς την εφηβεία.
Το σπίτι που νοίκιασαν ήταν διώροφο, με ισόγειο και έναν όροφο, χτισμένο στην αριστερή πλευρά, περίπου στο μέσον της μεγάλης πέτρινης κλίμακας. Ανήκε σε μια κοντούλα, στρουμπουλή γυναίκα, γύρω στα σαρανταπέντε, που είχε μείνει χήρα και κατοικούσε στο ισόγειο μαζί με τον δωδεκάχρονο γιο της.
Χαμηλά, στην όχθη του ρέματος, απλωνόταν μια παρόχθια δενδροστοιχία, ένα μικρό δάσος από πανύψηλες λεύκες. Με τους γερούς κορμούς και το βαθύ ριζικό τους σύστημα συγκρατούσαν το χώμα, προστατεύοντας τις όχθες από τη διάβρωση και τα πλατώματα όπου ήταν σκαρφαλωμένα τα σπίτια της γειτονιάς. Ήταν μια εικόνα ζωής, ένα μικρό οικοσύστημα μέσα στην πόλη. Οι λεύκες στέκονταν η μια πλάι στην άλλη, ψηλές και ευθυτενείς, σαν σιωπηλοί φρουροί του ρέματος. Στα πυκνά τους κλαδιά έβρισκαν καταφύγιο δεκάδες σπουργίτια και δεκαοχτούρες. Από τα χαράματα ως το σούρουπο ο αέρας γέμιζε από τα κελαηδήματα και τα φτερουγίσματά τους. Η φασαρία που ξεσήκωναν ήταν αντιστρόφως ανάλογη με το μικρό τους μέγεθος, χαρίζοντας στη γειτονιά μια αδιάκοπη μουσική υπόκρουση.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα, όταν φυσούσε το ελαφρύ αεράκι από τον Σπερχειό, οι κορφές των λευκών λεύκων κυμάτιζαν σαν πράσινη θάλασσα. Το θρόισμα των φύλλων τους γινόταν ένα γνώριμο νανούρισμα για τους ανθρώπους της γειτονιάς και, χωρίς να το καταλαβαίνουν, συνόδευε τις πιο απλές στιγμές της καθημερινής τους ζωής.
Πίσω από τις λεύκες, σ' ένα ευρύχωρο πλάτωμα, ήταν απλωμένα τα πρώτα σπίτια της γειτονιάς. Στη δεξιά του πλευρά υψώνονταν τρία σπίτια, όπου κατοικούσαν ισάριθμες οικογένειες δεμένες μεταξύ τους με στενούς συγγενικούς δεσμούς. Ήταν συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια, στις γειτονιές της επαρχίας, το πατρικό σπίτι να χωρίζεται ή να χτίζονται νέα σπίτια μέσα στο ίδιο οικόπεδο, ώστε να στεγάσουν τα παιδιά όταν δημιουργούσαν τις δικές τους οικογένειες. Έτσι γενιές ολόκληρες μεγάλωναν σχεδόν κάτω από την ίδια αυλή, μοιράζονταν τις ίδιες χαρές, τις ίδιες λύπες και τις ίδιες καθημερινές έγνοιες. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εγκατάστασής τους στη γειτονιά, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη είχαν αναπτύξει σχέσεις οικειότητας και αμοιβαίας εκτίμησης με τις οικογένειες αυτές. Οι πόρτες έμεναν συχνά ανοιχτές, οι επισκέψεις ήταν αυθόρμητες και η βοήθεια δεδομένη όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη. Στο μικρότερο από τα τρία σπίτια κατοικούσε μια χήρα γυναίκα μαζί με τους δύο γιους της, δυο νέους που είχαν ήδη φτάσει σε ηλικία γάμου. Η ζωή τους, όπως και των περισσότερων ανθρώπων της γειτονιάς, κυλούσε ήσυχα, χωρίς να γνωρίζουν πως πολύ σύντομα οι δρόμοι τους θα διασταυρώνονταν ουσιαστικά με εκείνους της οικογένειας του Αλκιβιάδη.
Ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να εξηγήσει αυτό που θυμόταν από τις γειτονιές που απλώνονταν κατά μήκος του ρέματος. Του φαινόταν πως σχεδόν κάθε δεύτερο σπίτι έκρυβε μια γυναίκα που πάλευε μόνη με τη ζωή. Άλλες είχαν χάσει τον άντρα τους και είχαν ντυθεί πρόωρα στα μαύρα· άλλες ήταν οι λεγόμενες «ζωντοχήρες», γυναίκες που ζούσαν ουσιαστικά μόνες, επειδή οι άντρες τους είχαν φύγει, τις είχαν εγκαταλείψει ή έλειπαν για χρόνια στα ξένα ή στη θάλασσα. Δεν ήταν μόνο προσωπικές ιστορίες· ήταν η εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Οι πόλεμοι, η φτώχεια, η μετανάστευση και η σκληρή εργασία είχαν αφήσει βαθιά σημάδια στην κοινωνία. Πολλοί άνδρες χάνονταν νωρίς, ενώ άλλοι αναζητούσαν αλλού την τύχη τους, αφήνοντας πίσω γυναίκες που σήκωναν μόνες το βάρος του σπιτιού και της ανατροφής των παιδιών.
Έτσι, στις φτωχικές συνοικίες της Λαμίας, οι γυναικείες μορφές κυριαρχούσαν στη γειτονιά. Ήταν οι γυναίκες που άναβαν τις σόμπες, κουβαλούσαν νερό, έπλεναν στη σκάφη, μεγάλωναν παιδιά, παρηγορούσαν αρρώστους και κρατούσαν όρθιο το σπιτικό με πείσμα και αξιοπρέπεια. Για τον μικρό Αλκιβιάδη αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απλώς γειτόνισσες· ήταν οι αθόρυβες ηρωίδες της καθημερινότητας, οι πραγματικοί στύλοι πάνω στους οποίους στηριζόταν η ζωή της γειτονιάς.
Στην πραγματικότητα, οι ζωντοχήρες της εποχής ζούσαν μέσα σε μια γκρίζα κοινωνική ζώνη. Στην κλειστή και βαθιά πατριαρχική κοινωνία της γειτονιάς, η απουσία του άνδρα –του «νοικοκύρη», όπως συνήθιζαν να λένε– έκανε τη θέση τους εύθραυστη. Κάθε τους κίνηση μπορούσε να γίνει αντικείμενο σχολιασμού, κάθε συναναστροφή να παρεξηγηθεί και κάθε χαμόγελο να αποκτήσει νόημα που ίσως ποτέ δεν είχε. Ζούσαν ισορροπώντας ανάμεσα στην ανάγκη να διαφυλάξουν την υπόληψή τους και στην ανάγκη να επιβιώσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Έπρεπε να δείχνουν δυνατές, αξιοπρεπείς και συνετές, γνωρίζοντας πως η κοινωνία ήταν πολύ αυστηρότερη απέναντι στις ίδιες απ' ό,τι στους άνδρες. Κι όμως, πίσω από αυτή τη διαρκή δοκιμασία, κρύβονταν γυναίκες με αξιοθαύμαστη αντοχή. Χωρίς να το επιδιώκουν, έγιναν σύμβολα καρτερίας και δύναμης. Κουβάλησαν μόνες τους το βάρος της οικογένειας, της εργασίας και της καθημερινότητας, αφήνοντας ένα αποτύπωμα πολύ μεγαλύτερο απ' όσο τους αναγνώριζε η κοινωνία της εποχής.
Στη δεύτερη και μεγαλύτερη κατοικία του πλατώματος έμενε η οικογένεια της μεγαλύτερης κόρης της χήρας. Ήταν μια ευρύχωρη, νεόδμητη οικοδομή, κατασκευασμένη από τσιμέντο και τούβλα, με τον καινούργιο τρόπο δόμησης που είχε αρχίσει πλέον να επικρατεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τα παλιά υλικά έδιναν σταδιακά τη θέση τους στις νέες κατασκευές, καθώς οι άνθρωποι αναζητούσαν πιο άνετα και πιο λειτουργικά σπίτια. Η οικογένεια είχε τρεις κόρες, ηλικίας από τεσσάρων έως δώδεκα ετών την εποχή που μετακόμισε η οικογένεια του Αλκιβιάδη στη νέα γειτονιά. Οι παιδικές φωνές τους έδιναν ζωή στο σπίτι και αποτελούσαν ένα ακόμη κομμάτι της καθημερινής κίνησης του μικρού αυτού κόσμου γύρω από το ρέμα.
Στην τρίτη κατοικία, μια πέτρινη μονοκατοικία, μικρότερη και λιγότερο ευρύχωρη, κατοικούσε η μικρότερη κόρη της χήρας μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Το παλιότερο όμως σπίτι ήταν εκείνο όπου έμενε η ίδια η χήρα μητέρα τους μαζί με τους δύο μικρότερους γιους της. Ήταν μια παλιά ξύλινη κατασκευή από συμπαγή ξυλεία, στηριγμένη πάνω σε πέτρινα θεμέλια για μεγαλύτερη αντοχή. Ένα σπίτι άλλης εποχής, από εκείνα που συναντούσε κανείς κυρίως σε ορεινές περιοχές και παραδοσιακούς οικισμούς.
Οι τρεις κατοικίες, η μία δίπλα στην άλλη, έμοιαζαν σαν μια μικρή οικογενειακή πολιτεία. Μέσα τους αποτυπωνόταν η πορεία μιας ολόκληρης κοινωνίας: από το παλιό ξύλινο σπίτι των γονιών, στο πέτρινο σπίτι της επόμενης γενιάς και τέλος στη νέα τσιμεντένια κατοικία των παιδιών που προσπαθούσαν να χτίσουν ένα διαφορετικό μέλλον.
Ο μεγαλύτερος γιος της χήρας ήταν ένας άνθρωπος με περιορισμένες γνωστικές και προσαρμοστικές δυνατότητες, αλλά με καλή σωματική υγεία και αξιοσημείωτη δύναμη. Παρά τις δυσκολίες του, είχε καταφέρει να ενταχθεί στην καθημερινότητα της γειτονιάς. Ήταν συνεργάσιμος, με μια αθώα και καλοπροαίρετη διάθεση, και εξέφραζε χωρίς δυσκολία τα συναισθήματά του. Εργαζόταν συνήθως ως βοηθός σε οικοδομικές εργασίες, όπου η σωματική του δύναμη ήταν πολύτιμη. Οι άνθρωποι της γειτονιάς τον γνώριζαν καλά και, παρά τις αδυναμίες του, τον αποδέχονταν ως ένα οικείο πρόσωπο της καθημερινότητάς τους. Το γεγονός ότι ήταν ερωτευμένος με την κοντούλα, στρουμπουλή σπιτονοικοκυρά της οικογένειας του Αλκιβιάδη αποτελούσε ένα από τα συχνά θέματα συζήτησης στη γειτονιά. Όχι απαραίτητα από κακία, αλλά επειδή στις μικρές κοινωνίες οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονταν εύκολα μέρος των καθημερινών συζητήσεων. Ο μικρότερος γιος εκείνη την εποχή υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος, μελαχρινός νέος, από εκείνους που τραβούσαν εύκολα την προσοχή. Όταν απολύθηκε από τον στρατό, επέστρεψε στο πατρικό σπίτι έχοντας μαζί του και μια γυναίκα από την Αθήνα, τη μέλλουσα σύζυγό του. Η συμβίωση όμως δεν κράτησε πολύ. Το μικρό ξύλινο σπίτι, που ήδη φιλοξενούσε τη μητέρα και τους δύο γιους της, αποδείχθηκε ανεπαρκής χώρος για τέσσερις ανθρώπους με διαφορετικές ανάγκες και χαρακτήρες. Όπως συχνά συμβαίνει στις κλειστές κοινωνίες, σύντομα άρχισαν οι ψίθυροι και οι υποθέσεις. Κάποιοι απέδιδαν την αποτυχία της σχέσης σε ασυμφωνίες χαρακτήρων, άλλοι μιλούσαν για δύσκολες οικογενειακές ισορροπίες και για μια πιθανή αντιπαλότητα ανάμεσα στη μητέρα και τη νέα γυναίκα που μπήκε στο σπίτι. Η αλήθεια, όμως, όπως συμβαίνει συνήθως, παρέμεινε κρυμμένη πίσω από τις πόρτες εκείνου του παλιού ξύλινου σπιτιού.
Κατά μήκος των τσιμεντένιων σκαλοπατιών που ξεκινούσαν από τον μικρό πεζόδρομο, παράλληλα με την όχθη του ρέματος, και ανηφόριζαν μέχρι το χωμάτινο πλάτωμα, υπήρχαν τρεις ή τέσσερις κατοικίες σε κάθε πλευρά. Δεξιά και αριστερά, τα σπίτια ήταν σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους και δημιουργώντας τη χαρακτηριστική εικόνα της παλιάς γειτονιάς.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε μια μεγάλη, υπερυψωμένη πέτρινη κατοικία στην ανατολική πλευρά των σκαλοπατιών, ακριβώς απέναντι από το σπίτι που είχε νοικιάσει η οικογένεια του Αλκιβιάδη. Ήταν χτισμένη σε προνομιακή θέση, με θέα προς το ρέμα, εκεί όπου η κοίτη του έκανε μια μεγάλη καμπή και ο χρόνος, το νερό και η φύση είχαν δημιουργήσει ένα μικρό υδάτινο φαράγγι με απόκρημνα τοιχώματα και πλούσια βλάστηση. Μπροστά από το σπίτι απλωνόταν ένα μεγάλο επικλινές οικόπεδο, που έφτανε από την υπερυψωμένη κοίτη του ρέματος μέχρι τις αποθήκες οι οποίες βρίσκονταν κάτω από το τεράστιο μπαλκόνι της κατοικίας. Ήταν ένας χώρος που έδινε την αίσθηση κτήματος μέσα στη γειτονιά, ένα σημείο που δέσποζε πάνω από τα υπόλοιπα σπίτια. Η κατοικία και το οικόπεδο ανήκαν σε έναν έμπορο της πόλης, ο οποίος διατηρούσε το κατάστημά του στο κέντρο. Ήταν περίπου πενήντα ετών, ένας άνθρωπος της αγοράς, συνηθισμένος στον καθημερινό αγώνα της δουλειάς. Η σύζυγός του, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ήταν σεμνή και χαμηλών τόνων, χωρίς να επιζητά την προσοχή. Το ζευγάρι είχε δύο κόρες που φοιτούσαν στο εξατάξιο γυμνάσιο της εποχής. Η μεγαλύτερη μάλιστα ολοκλήρωνε εκείνη τη χρονιά τις σπουδές της. Ήταν δύο όμορφα, χαμογελαστά, μελαχρινά κορίτσια, που έδιναν ζωή στο μεγάλο πέτρινο σπίτι και αποτελούσαν μέρος της καθημερινής εικόνας της γειτονιάς.
Η Ιοκάστη είχε αναπτύξει μια ζεστή και ειλικρινή φιλία και με τις δύο κόρες της χήρας. Η μεγαλύτερη, η Πανδώρα, ήταν περίπου συνομήλικη της, ενώ η μικρότερη, η Περσεφόνη, δύο με τρία χρόνια νεότερη. Η Πανδώρα δεν ήταν ούτε Αρσακειάς ούτε Ουρσουλίνα. Δεν ανήκε σε εκείνο το πρότυπο της μορφωμένης και αυστηρά πειθαρχημένης γυναίκας που πρόβαλλε η εποχή. Ήταν μια χαριτωμένη, μυρωδάτη κοκκινομάλλα, κοντή αλλά με αρμονικές αναλογίες, με ένα συμπαθητικό πρόσωπο χλωμό και λευκό, και δυο βιολετί μάτια που ασκούσαν μια αδιόρατη γοητεία. Το ζωηρό, πεταχτό περπάτημα της ταίριαζε με τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της. Ήταν αθεράπευτα ρομαντική, σταθερή στις απόψεις της και πολλές φορές αφελής με τον γλυκό τρόπο των ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο περισσότερο με την καρδιά παρά με τη λογική. Αν της έδινες αφορμή να μιλήσει, μπορούσε να ξεχάσει τον χρόνο και να συνεχίσει ακούραστα, ξεδιπλώνοντας σκέψεις, ιστορίες και όνειρα.
Αν όμως βρισκόταν απέναντι σε ανθρώπους που δεν συμπαθούσε –και στη μικρή κοινωνία της συνοικίας υπήρχαν αρκετοί που δεν ανήκαν στον δικό της κύκλο– γινόταν ξαφνικά σιωπηλή. Έκλεινε τον εαυτό της και δύσκολα άνοιγε συζήτηση. Η Πανδώρα είχε παντρευτεί έναν άνδρα αρκετά διαφορετικό από εκείνη. Ήταν ένας κοντός και λεπτός τριανταπεντάρης, με τα μαλλιά του συνήθως ατημέλητα και συχνά με αρκετές ημέρες αξύριστος. Εργαζόταν ως εργάτης στις οικοδομές, όπως πολλοί άνδρες της εποχής που πάλευαν καθημερινά με τη σκληρή χειρωνακτική εργασία για το μεροκάματο.
Η Περσεφόνη ήταν διαφορετικός χαρακτήρας από τη μεγαλύτερη αδελφή της. Μετρίου αναστήματος, με λευκή επιδερμίδα και λεπτό σκελετό, είχε μια ήρεμη και ντελικάτη παρουσία. Ήταν συμπαθητική γυναίκα, χωρίς έντονα εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά με μια φυσική ευγένεια που κέρδιζε εύκολα τη συμπάθεια των ανθρώπων. Τα καστανά μαλλιά της σχημάτιζαν μικρές απαλές μπούκλες γύρω από το πρόσωπό της, ενώ τα ανοιχτοκάστανα, υγρά μάτια της εξέπεμπαν μια γλυκύτητα και μια πραότητα που πρόδιδαν άνθρωπο με καλούς τρόπους, υπομονή και εσωτερική ισορροπία. Η Περσεφόνη είχε παντρευτεί έναν ψηλό, καστανό άνδρα με όμορφη κατατομή και ψηλό μέτωπο. Ήταν ένας άνθρωπος που ακολουθούσε αρκετά τα πρότυπα εμφάνισης της εποχής, με το ντύσιμό του συχνά επηρεασμένο από τις πιο έντονες, ακόμη και υπερβολικές, μόδες εκείνων των χρόνων. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην κοντινή μονάδα. Αργότερα εργάστηκε ως υδραυλικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε και με το εμπόριο, αναζητώντας πάντα ευκαιρίες για ένα καλύτερο εισόδημα. Ήταν άνθρωπος με έντονα ενδιαφέροντα και μεγάλο πάθος για το ποδόσφαιρο, όπως πολλοί άνδρες της εποχής, για τους οποίους η ομάδα τους αποτελούσε κομμάτι της καθημερινής τους ζωής.
Η Ιοκάστη και η Περσεφόνη, από τον πρώτο χρόνο που γνωρίστηκαν, συνδέθηκαν σχεδόν αμέσως. Υπήρξε από την αρχή μια όμορφη και αυθόρμητη επικοινωνία ανάμεσά τους. Οι χαρακτήρες τους ταίριαζαν χωρίς προσπάθεια και σύντομα ένιωσαν σαν να γνωρίζονταν από χρόνια. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να δημιουργηθεί εκείνη η ιδιαίτερη οικειότητα που δεν γεννιέται από τη συχνή παρουσία μόνο, αλλά από την αμοιβαία κατανόηση. Είχαν τα απαραίτητα στοιχεία μιας αληθινής φιλίας: εμπιστοσύνη, συμπάθεια, σεβασμό και τη δυνατότητα να μοιράζονται μικρές και μεγάλες στιγμές της καθημερινής τους ζωής. Όπως λέει και η παλιά σοφή σκέψη: «Ο καλός φίλος και η σκιά εμφανίζονται μόνον όταν ο ήλιος λάμπει». Και ίσως ο πιο ουσιαστικός ορισμός της φιλίας να είναι πως φίλος είναι εκείνος που γνωρίζει τις αδυναμίες σου, γνωρίζει την ιστορία σου, και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να σε αγαπά και να σε εκτιμά. Η Ιοκάστη δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ουσιαστική σχολική μόρφωση. Οι γνώσεις γραφής και ανάγνωσης που διέθετε ήταν περιορισμένες. Μπορούσε να γράψει το ονοματεπώνυμό της, συχνά με προσπάθεια, όμως δεν μπορούσε να διαβάσει ή να συντάξει ένα κείμενο. Ήταν μια πραγματικότητα αρκετά συνηθισμένη για πολλές γυναίκες των παλαιότερων γενεών, ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονταν από αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες ζωής, η φτώχεια και οι οικογενειακές ανάγκες συχνά στερούσαν από τα παιδιά τη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης εκπαίδευσης.
Η Ιοκάστη όμως είχε αποκτήσει μια άλλη μορφή γνώσης. Ήξερε να διαχειρίζεται ένα σπίτι, να μεγαλώνει παιδιά, να εργάζεται σκληρά, να καταλαβαίνει τους ανθρώπους και να στέκεται όρθια απέναντι στις δυσκολίες. Ήταν η γνώση που δεν γράφεται σε βιβλία, αλλά χαράζεται πάνω στη ζωή.
Η Περσεφόνη, έχοντας ολοκληρώσει τη βασική της εκπαίδευση, είχε αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες της εποχής: μπορούσε να διαβάζει και να γράφει με άνεση, κάτι που της επέτρεπε να έχει μια διαφορετική σχέση με τον γραπτό λόγο. Όταν γνωρίστηκαν με την Ιοκάστη, της μετέδωσε σιγά σιγά ένα προσωπικό της πάθος, μια μικρή αλλά πολύτιμη χαρά μέσα στην καθημερινότητα. Ήταν το πάθος μιας απλής γυναίκας και νοικοκυράς, η οποία δεν είχε εξωτερική αμειβόμενη εργασία, αλλά αφιέρωνε τον χρόνο και την ενέργειά της στην οικογένεια και στο σπίτι.
Μέσα στη λιτή ζωή της φτωχογειτονιάς, μέσα στις επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις και στις δυσκολίες της καθημερινότητας, τα οικογενειακά περιοδικά ποικίλης ύλης της εποχής έγιναν για εκείνη μια μικρή διέξοδος, ένας κόσμος ονείρου και φαντασίας. Ιδιαίτερα το «Ντόμινο» και το «Ρομάντζο», με τα δημοφιλή φωτορομάντζα τους, είχαν γίνει η αγαπημένη της συντροφιά. Τα αγόραζε ανελλιπώς κάθε εβδομάδα. Ύστερα, καθόταν στο προσήλιο της αυλής της, εκεί όπου ο ήλιος μαλάκωνε τις ώρες της ημέρας, και βυθιζόταν στις ιστορίες τους. Δεν τα διάβαζε απλώς· τα ζούσε με τη φαντασία της.
Κρατούσε όλα τα τεύχη προσεκτικά φυλαγμένα σε μια ντουλάπα στο δωμάτιό της. Και πολλές φορές, όταν το επέτρεπε ο χρόνος ή όταν αναζητούσε ξανά εκείνη τη γνώριμη αίσθηση, έβγαζε κάποιο παλιότερο τεύχος και το ξαναδιάβαζε, σαν να επισκεπτόταν έναν αγαπημένο τόπο που γνώριζε καλά.
Η Ιοκάστη, εντυπωσιασμένη από τα φανταχτερά εξώφυλλα των περιοδικών και τις εικόνες που έμοιαζαν να ανοίγουν ένα παράθυρο σε έναν διαφορετικό κόσμο, ζήτησε από την Περσεφόνη να της διαβάσει τα φωτορομάντζα τους.
Και κάπως έτσι, όπως αρχίζουν όλα τα παραμύθια, ξεκινούσε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Δυο άνθρωποι που η ζωή έφερνε κοντά, μέσα από συμπτώσεις, δυσκολίες και δοκιμασίες. Και ύστερα ερχόταν εκείνο το συναίσθημα που πάντα συγκινούσε τους ανθρώπους. Η αγάπη, ο έρωτας, η προσμονή, η ελπίδα.
Όταν η Περσεφόνη έφτασε στο τέλος της ιστορίας και η τελευταία φράση έγραφε το γνωστό «συνεχίζεται στο επόμενο τεύχος», η Ιοκάστη ένιωσε εκείνη τη γλυκιά αγωνία της αναμονής. Είχε ήδη δεθεί με τους ήρωες, ήθελε να μάθει την εξέλιξη της ιστορίας, να δει αν οι δυσκολίες θα ξεπερνιούνταν και αν στο τέλος η αγάπη θα νικούσε.
Έτσι, κάθε Σάββατο, όταν η Περσεφόνη αγόραζε το νέο τεύχος του «Ντόμινο» ή του «Ρομάντζου», οι δύο γυναίκες συνέχιζαν το μικρό τους τελετουργικό. Η Περσεφόνη διάβαζε τις νέες συνέχειες στην Ιοκάστη, και μαζί ταξίδευαν για λίγο μακριά από τις έγνοιες της καθημερινής ζωής.
Πολλές φορές, όταν η Περσεφόνη δεν μπορούσε ή όταν υπήρχε κάποια δυσκολία, τα περιοδικά περνούσαν στα χέρια του Αλκιβιάδη. Εκείνος, μικρό παιδί ακόμη, διάβαζε τις ιστορίες στη μητέρα του, χωρίς τότε να γνωρίζει ότι αυτές οι μικρές στιγμές, κάτω από το φως του σπιτιού τους, θα έμεναν χαραγμένες βαθιά στη μνήμη του.
Αισθήματα και αγάπες, έρωτες και λουλούδια, μικρές και μεγάλες δοκιμασίες. Αυτό ήταν το περιεχόμενο εκείνων των ιστοριών, σε μια εποχή όπου ο ρομαντισμός είχε ακόμη τη δική του θέση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Όνειρα σε συνέχειες. Όπως αργότερα έγιναν τα τηλεοπτικά σήριαλ, έτσι παλιότερα ήταν τα φωτορομάντζα των περιοδικών. Ιστορίες γεμάτες πάθη, χωρισμούς, παρεξηγήσεις, δοκιμασίες και τελικά την προσμονή της λύτρωσης. Πονεμένες ιστορίες που έκαναν τις ευαίσθητες ψυχές να συγκινούνται και πολλές φορές να δακρύζουν. Ήταν οι σαπουνόπερες μιας άλλης εποχής. Βάσανα, λυγμοί, κατατρεγμοί, αλλά πάντα με την ελπίδα ότι κάπου στο τέλος η αγάπη θα επικρατούσε και η δικαιοσύνη των συναισθημάτων θα αποκαθιστούσε την τάξη στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη, αυτές οι στιγμές λειτουργούσαν σαν ένα αντίβαρο στη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητάς της. Ανάμεσα στις δουλειές του σπιτιού, στις στερήσεις και στις ατελείωτες υποχρεώσεις, τα περιοδικά αυτά της πρόσφεραν λίγη πνευματική ανάσα, μια μικρή απόδραση, έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να ονειρευτεί. Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η διαχρονική δύναμη όλων των λαϊκών αναγνωσμάτων: στην ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύει κανείς σε μια ιστορία, σε ένα θαύμα, σε ένα παραμύθι που μπορεί, έστω και για λίγο, να κάνει τη ζωή πιο φωτεινή.
Γιατί η ανάγκη να ονειρευόμαστε είναι παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτή είναι που γέννησε και συνεχίζει να τρέφει κάθε μορφή αφήγησης, από τα παλιά φωτορομάντζα μέχρι τα σύγχρονα μυθιστορήματα και τις τηλεοπτικές ιστορίες.
Εκεί, στη γειτονιά τους, έρχονταν και οι μέρες του χιονιά. Οι μέρες εκείνες που ο χειμώνας κατέβαινε βαρύς από τα βουνά και τα πουλιά, διωγμένα από το κρύο, εγκατέλειπαν τα ψηλώματα. Χιλιάδες μαζί κατηφόριζαν προς τον κάμπο, πετούσαν χαμηλά πάνω από τις στέγες και σχημάτιζαν μεγάλα σμήνη στον γκρίζο ουρανό, αναζητώντας καταφύγιο και τροφή. Ήταν οι μέρες που η ζωή περιοριζόταν μέσα στο σπίτι. Οι ώρες περνούσαν αργά, με τη φωτιά να τριζοβολάει στο τζάκι ή στη σόμπα, να σκορπάει ζεστασιά και να συγκεντρώνει γύρω της την οικογένεια.
Αυτό θυμόταν περισσότερο από όλα ο Αλκιβιάδης: τη φωτιά. Τον ήχο της, τη μυρωδιά του ξύλου που καιγόταν, εκείνη τη μοναδική αίσθηση ασφάλειας που δημιουργούσε μέσα στο σπίτι, όταν έξω ο χιονιάς κάλυπτε τα πάντα. Ήταν μια εποχή όπου ο χρόνος έμοιαζε να κυλά διαφορετικά. Πιο αργά. Σαν οι επιθυμίες, τα όνειρα και οι ανησυχίες να έπρεπε κι αυτά να περιμένουν μέχρι να περάσει η βαριά ανάσα του χειμώνα.
Βρίσκονταν πλέον στο νέο τους σπίτι, πιο ευρύχωρο και πιο άνετο, ένα σπίτι που μπορούσε να καλύψει καλύτερα τις ανάγκες μιας οικογένειας που μεγάλωνε. Ένας νέος χώρος ζωής, όπου οι παλιές συνήθειες, οι οικογενειακές στιγμές και οι μνήμες συνέχιζαν να χτίζουν σιγά σιγά την ιστορία τους.
Τέτοιες μέρες ήταν που ξεκίνησε μια παράδοση στη γειτονιά τους. Ο Λυκούργος, ο σύζυγος της Πανδώρας, ήταν εκείνος που το πρότεινε και το οργάνωσε. Ήθελε να φέρει πιο κοντά τις οικογένειες, να δημιουργήσει μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις μέσα στις κρύες μέρες του χειμώνα, τότε που οι άνθρωποι είχαν περισσότερο ανάγκη τη ζεστασιά της παρέας. Του άρεσε το κρασάκι και τα μικρά μεζεδάκια που το συνόδευαν. Ήξερε πως η χαρά δεν βρίσκεται πάντα στα μεγάλα πράγματα, αλλά στις απλές στιγμές που μοιράζεσαι με ανθρώπους αγαπημένους.
Ήταν κοντός και γεροδεμένος, σχετικά λιπόσαρκος, αλλά με νεύρο και ζωντάνια. Στη γειτονιά τον χαρακτήριζαν δικαίως μερακλή. Ήξερε να απολαμβάνει τη ζωή και να βρίσκει αφορμές για χαμόγελο ακόμη και όταν οι συνθήκες δεν ήταν εύκολες.
Στην οικογένειά του μπορεί να έλειπαν αρκετά από τα υλικά αγαθά, όμως δεν έλειπε η διάθεση για χαρά, η συντροφικότητα και το γλέντι. Δεν αντιμετώπιζαν τη φτωχική τους ζωή με μοιρολατρία. Αντίθετα, έβρισκαν τρόπους να τη γεμίζουν με μικρές απολαύσεις, όπως μόνο οι άνθρωποι που έχουν μάθει να εκτιμούν τα απλά πράγματα μπορούν. «Τώρα είναι η ιδανική εποχή για να μαζευόμαστε στο σπίτι, με φίλους, μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, και να μοιραζόμαστε εμπειρίες και συναισθήματα», έλεγε. Και ίσως αυτό ακριβώς ήταν το βαθύτερο νόημα αυτών των συναντήσεων. Δεν ήταν μόνο το κρασί και οι μεζέδες. Ήταν η ανάγκη των ανθρώπων να μοιράζονται το βάρος της ζωής, να μιλούν για τις χαρές και τις αγωνίες τους, να αισθάνονται ότι κανείς δεν πορεύεται μόνος του.
Οι οικογενειακές αυτές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης άλλοτε γίνονταν στο σπίτι της Πανδώρας, που διέθετε ένα ευρύχωρο σαλόνι με τζάκι, και άλλοτε στο δικό τους σπίτι, γύρω από τη ζεστασιά της ξυλόσομπας.
Με τον καιρό, αυτές οι συναντήσεις δημιούργησαν έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στις οικογένειες. Δεν ήταν απλώς επισκέψεις και φιλοφρονήσεις της γειτονιάς· ήταν μια μορφή συντροφικότητας, ένας τρόπος να μοιράζονται τις χαρές, τις δυσκολίες και τις μικρές καθημερινές τους ιστορίες. Σπάνια συμμετείχε και η οικογένεια της Πηνελόπης. Ο σύζυγός της, φανατικός ποδοσφαιρόφιλος, συνήθως απουσίαζε, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί ούτε εκείνη στις συγκεντρώσεις.
Για την Ιοκάστη, όμως, αυτές οι ώρες είχαν ιδιαίτερη σημασία. Ήταν από τις λίγες στιγμές που μπορούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για τον εαυτό της. Για λίγο ξεχνούσε την κούραση της καθημερινότητας, τις απογοητεύσεις, τα όνειρα που είχαν μείνει πίσω και τις δυσκολίες μιας ζωής που πολλές φορές κουβαλούσε σχεδόν μόνη της. Δεν ήταν μόνο η σωματική κούραση από τις ατελείωτες δουλειές. Ήταν και εκείνη η βαθύτερη κόπωση ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι οι ευθύνες της οικογένειας βαραίνουν κυρίως στους δικούς του ώμους.
Ο Κλέαρχος δεν ήταν κακός άνθρωπος. Τον αγαπούσε και τον σεβόταν. Όμως δεν ήταν ο δυναμικός οικογενειάρχης που θα αναλάμβανε πρωτοβουλίες, θα έβλεπε μπροστά και θα μοιραζόταν ισότιμα το βάρος της καθημερινής ζωής. Ήταν ένας άνθρωπος της εποχής του, με τις αρετές και τις αδυναμίες του. Και η Ιοκάστη, μέσα από αυτές τις μικρές οικογενειακές συγκεντρώσεις, έβρισκε μια ανάσα· έναν χώρο όπου μπορούσε για λίγο να αφήσει στην άκρη τις υποχρεώσεις και να θυμηθεί πως, πέρα από μητέρα και σύζυγος, ήταν και η ίδια ένας άνθρωπος με ανάγκες, συναισθήματα και όνειρα.
Η καθημερινότητα φάνταζε πολλές φορές δυσβάσταχτη. Οι απαιτήσεις ήταν αμέτρητες και οι ώρες της ημέρας δεν έφταναν ποτέ για όλα όσα έπρεπε να γίνουν. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη πραγματικότητα, υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε σταθερά όρθιο το σπίτι τους: η Ιοκάστη.
Ήταν ο στυλοβάτης της οικογένειας. Όχι με μεγάλα λόγια και εντυπωσιακές κινήσεις, αλλά με τη σιωπηλή δύναμη της καθημερινής προσφοράς. Με το ξύπνημα νωρίς το πρωί, με τη φροντίδα των παιδιών, με τις ατελείωτες δουλειές, με την αγωνία να μη λείψει τίποτα από την οικογένειά της.
Η μεγαλύτερη επιθυμία της ήταν να βλέπει τα παιδιά της χαρούμενα. Να τους δώσει περισσότερα από όσα είχε η ίδια στερηθεί. Να τους ανοίξει δρόμους που εκείνη δεν μπόρεσε να ακολουθήσει.
Η Ιοκάστη ήταν μια ηρωίδα χωρίς τίτλο. Από εκείνες τις γυναίκες που δεν γράφονται στα βιβλία της ιστορίας, αλλά πάνω στις οποίες στηρίζονται ολόκληρες οικογένειες. Ο Κλέαρχος, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος με διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν ήταν κακός ούτε αδιάφορος για την οικογένειά του, αλλά συχνά άφηνε το μεγαλύτερο βάρος των ευθυνών στους ώμους της συντρόφου του. Η Ιοκάστη ήταν εκείνη που έπαιρνε τις πρωτοβουλίες, που αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και που κρατούσε την καθημερινότητα σε λειτουργία. Κι όμως, η σχέση τους είχε τη δική της ισορροπία. Η Ιοκάστη ήταν ο άνθρωπος που τον ηρεμούσε, που του πρόσφερε ασφάλεια και γαλήνη. Ο Κλέαρχος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση γνωρίζοντας πως δίπλα του είχε μια γυναίκα δυναμική, αυτάρκη και ικανή να αντιμετωπίσει όσα η ζωή τους έφερνε. Ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί πλήρως, στηριζόταν στη δύναμή της. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι δεν κρατούν απλώς μια οικογένεια ενωμένη· γίνονται οι ίδιοι το θεμέλιο της.
Ο Λυκούργος εργαζόταν κι αυτός σκληρά. Κάθε μέρα έδινε τη δική του μάχη για το μεροκάματο. Η οικοδομή ήταν ένας κόσμος σκληρός: κασμάς, φτυάρι, τενεκές, βάρη, σκόνη και ιδρώτας. Από τα αξημέρωτα σηκωνόταν και έφευγε, με το σώμα του να κουβαλά καθημερινά την κούραση της δουλειάς.
Βογκούσε και πάλευε να τα φέρει βόλτα. Όχι για πλούτη και ανέσεις, αλλά για μια ζωή με αξιοπρέπεια. Για το τραπέζι της φαμίλιας του. Για να μη λείψουν τα βασικά από το σπίτι του.
Όμως ο χρόνος και η σκληρή εργασία άφηναν το σημάδι τους. Στα τριάντα πέντε του χρόνια ένιωθε ήδη κουρασμένος. Το σώμα του πολλές φορές δεν ακολουθούσε τις επιθυμίες του. Μετά από μια ολόκληρη ημέρα βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, η ενέργεια και η διάθεσή του είχαν μειωθεί.
Η Πανδώρα, όμως, ήταν μια γυναίκα με έντονο ταμπεραμέντο. Της άρεσε η τρυφερότητα, το παιχνίδι, η ερωτική επικοινωνία μέσα στον γάμο τους. Είχε ανάγκη να νιώθει επιθυμητή και αγαπημένη. Και σταδιακά άρχισε να αισθάνεται πως κάτι είχε αλλάξει.
Δεν ήταν ότι ο Λυκούργος δεν την αγαπούσε. Την αγαπούσε με τον τρόπο που ήξερε. Όμως η κούραση, οι έγνοιες και η καθημερινή πάλη για επιβίωση είχαν αρχίσει να δημιουργούν μια απόσταση ανάμεσά τους. Η Πανδώρα ένιωθε πως δεν την πρόσεχε όπως παλιά. Ότι δεν της έδινε την προσοχή και τη φροντίδα που είχε ανάγκη. Τα παράπονά της πλήθαιναν.
«Δεν με προσέχεις πια», του έλεγε. «Δεν ενδιαφέρεσαι για μένα όπως παλιά».
Και πολλές φορές, όταν οι σκέψεις και τα παράπονά της γίνονταν βαριά, τα μοιραζόταν με την Ιοκάστη. Ίσως γιατί την εμπιστευόταν, ίσως γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που μπορούσε να καταλάβει τις δυσκολίες της συζυγικής ζωής. Η Πανδώρα, σε αντίθεση με πολλές άλλες γυναίκες της γειτονιάς, είχε περισσότερο χρόνο να φροντίσει τον εαυτό της. Ήταν νοικοκυρά και, παρότι η καθημερινότητά της είχε κι αυτή τις δυσκολίες της, δεν είχε το ίδιο αδιάκοπο βάρος εργασίας που κουβαλούσαν άλλες γυναίκες, όπως η Ιοκάστη.
Ήταν δεκαπέντε χρόνια παντρεμένη. Μέσα στη συνήθεια της οικογενειακής ζωής, των υποχρεώσεων και της καθημερινής επανάληψης, είχε κάπως ξεχάσει εκείνη τη νεαρή γυναίκα που υπήρξε κάποτε. Εκείνη που χαιρόταν με την προσοχή, που ήθελε να νιώθει όμορφη, επιθυμητή και ξεχωριστή.
Τελευταία άρχισε να επιστρέφει σε σκέψεις που για χρόνια είχε αφήσει στην άκρη. Στα τριάντα πέντε της ένιωθε πως βρισκόταν ακόμη σε μια ηλικία όπου μπορούσε να αναζητήσει ξανά πλευρές του εαυτού της που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες. Δεν αναζητούσε απαραίτητα μια μεγάλη ανατροπή ούτε μια άλλη ζωή. Ίσως περισσότερο αναζητούσε εκείνη τη μικρή επιβεβαίωση που κάνει έναν άνθρωπο να αισθάνεται ζωντανός. Ήθελε κάποιος να την προσέξει, να της δείξει ενδιαφέρον, να την κάνει να αισθανθεί πως εξακολουθεί να έχει γοητεία και παρουσία. Όχι απαραίτητα γιατί ζητούσε έναν μεγάλο έρωτα, αλλά γιατί μέσα της υπήρχε η ανάγκη να θυμηθεί πως, πέρα από σύζυγος και νοικοκυρά, ήταν ακόμη μια γυναίκα με επιθυμίες, όνειρα και συναισθήματα.
Η Πηνελόπη ζούσε στον δικό της κόσμο, έναν κόσμο φτιαγμένο από τις ιστορίες των φωτορομάντζων. Εκεί έβρισκε τη δική της παρηγοριά, τη δική τους αμείωτη και αυτάρκη ενέργεια. Οι ιστορίες αυτές δεν ήταν απλώς ένα ανάγνωσμα για εκείνη· ήταν ένα μικρό παράθυρο σε μια ζωή διαφορετική, γεμάτη συναίσθημα, περιπέτεια και ρομαντισμό. Στην πραγματική ζωή παρέμενε πάντοτε μια γυναίκα μειλίχια, ήρεμη, γαλήνια και προσιτή σε όλους. Δεν προκαλούσε εντάσεις και απέφευγε τις συγκρούσεις.
Ο σύζυγός της, αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος εξωστρεφής, «έξω καρδιά», με την αυθόρμητη και κάποιες φορές υπερβολική συμπεριφορά που χαρακτήριζε αρκετούς άνδρες της εποχής. Η μεγάλη του αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο και γι’ αυτό συχνά απουσίαζε από τις οικογενειακές συναθροίσεις. Όταν όμως τύχαινε να παρευρίσκεται και το κρασί έρρεε άφθονο, η διάθεσή του γινόταν πιο εκδηλωτική. Υπήρχαν στιγμές που το βλέμμα του σταματούσε στην Ιοκάστη. Ο θαυμασμός του για την παρουσία της ήταν φανερός και, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ίσως ο ίδιος, η συμπάθεια άρχισε να μετατρέπεται σε έλξη. Η Ιοκάστη ξεχώριζε. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της· ήταν η ζωντάνια της, η δύναμη του χαρακτήρα της, η ενέργεια που εξέπεμπε. Τα μελιά προς καστανά μάτια της, το γεροδεμένο και αρμονικό κορμί της, ο δυναμισμός και η χαρά που έβγαζε για τη ζωή την έκαναν να τραβά τα βλέμματα. Εκείνο το βράδυ, με το κρεμεζί φόρεμά της, τα καστανά μαλλιά της ελεύθερα και ατίθασα, είχε μια παρουσία που δεν περνούσε απαρατήρητη. Η Ιοκάστη, όμως, ήξερε να διαχειρίζεται τέτοιες καταστάσεις. Τον απέκρουε ευγενικά, χωρίς προσβολές και χωρίς ψυχρότητα. Με καλοσύνη, αλλά και με σαφή όρια. Και προς τιμή του, εκείνος σεβάστηκε τη στάση της. Δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια ούτε την παρενόχλησε. Η κοινωνία όμως γύρω τους ήταν διαφορετική. Τα βλέμματα, τα υπονοούμενα και τα σχόλια συχνά αποκάλυπταν μια άλλη πλευρά της εποχής. Η Πανδώρα, παρότι μπροστά στην Ιοκάστη έδειχνε φιλική και εγκάρδια, κάποιες φορές άφηνε πίσω της λόγια γεμάτα υπαινιγμούς. Σχόλια που γεννιούνταν από σύγκριση, ίσως από ζήλια, ίσως από τις δικές της ανικανοποίητες επιθυμίες.
Τα υπονοούμενα για την εμφάνιση της Ιοκάστης, για το σώμα της, για την παρουσία της, ήταν ένα δείγμα του καθημερινού σεξισμού που αντιμετώπιζαν πολλές γυναίκες εκείνης της εποχής. Ιδιαίτερα οι γυναίκες που εργάζονταν και κινούνταν σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούσαν ανδρικές αντιλήψεις.
Στο πρόσωπο της Ιοκάστης φαίνεται καθαρά αυτή η αντίφαση: μια γυναίκα που θαυμάζεται για τη δύναμη και την ομορφιά της, αλλά ταυτόχρονα γίνεται αντικείμενο σχολιασμού και κρίσης από την ίδια την κοινωνία που την περιβάλλει.
Ήταν μια εποχή που η Πανδώρα περνούσε τακτικά για φιλικές επισκέψεις από το χώρο εργασίας της  Ιοκάστης. Εκεί ανάμεσα στα μηχανήματα συναντούσε την Ιοκάστη, ήταν η μοναδική γυναίκα εργαζόμενη στο χώρο ευθύνης της και τρεις τέσσερις  άνδρες… Όπως μέσα στα πουλιά ξεχωρίζει το αηδόνι για τ’ όμορφο τραγούδι του έτσι ανάμεσα στους εργαζόμενους ξεχώριζε η Ιοκάστη που ακτινοβολούσε λάμψη, ομορφιά. Ακτινοβολούσε αγέρωχη χωρίς μακιγιάζ! Αφήνει το στίγμα της και ξεχωρίζει, δείχνει ότι έχει δυναμισμό αλλά και αυτοπεποίθηση για την φυσική της εμφάνιση.
Η Πανδώρα σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που αντίκρισε τη μέρα εκείνη. Ένας άνδρας που έκανε την καρδιά της να πεταρίσει σαν πετροχελίδονο που το χτυπάει η καταιγίδα πέρα στους λόφους του Αγίου Λουκά. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, με καστανά μακριά μαλλιά που ξεκουράζονταν στους φαρδιούς γεροδεμένους ώμους του, σαν νύμφες ξαπλωμένες στα βράχια. Χαμογελούσε και το χαμόγελό του έκανε τη Πανδώρα να την περιλούσει η ταραχή που την βυζοχτυπούσε την ώρα εκείνη. Η Πανδώρα ύψωσε το βλέμμα της και τα μάτια της διασταυρώθηκαν με εκείνα του εργάτη. Ένιωσε να  μουδιάζει από γλυκιά ηδονή καθώς τα μάτια του όργωναν το κορμί της κι ένα συγκαταβατικό χαμόγελο να παιχνιδίζει στα χείλη του.
Δάγκωσε τα χείλη της ηδονικά, ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, σαν να του έλεγε.«Είμαι διαθέσιμη, έτοιμη να τρυγήσω μαζί σου την ηδονή.» Το λαχνό της βλέμμα υποδηλώνει «σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτός ο άνδρας της διεγείρει τις αισθήσεις και το μυαλό. Είναι αυτό που λατρεύει στο σεξ.
Εστιάζει την προσοχή της στην Ιοκάστη. Τα σκούρα βιολετιά μάτια της έλαμπαν ζωηρά, και σήμερα ήταν αρκούντως φλύαρη.
«Βρε κορίτσι μου, στις ομορφιές σου είσαι όπως πάντα.... ελκυστική, σέξι! Πως τα καταφέρνεις!; Θέλω τη συμβουλή σου.» της λέει μ' ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο στα μάτια.
«Εδώ εργάζεται αυτό το ομορφόπαιδο; ολόκληρος παίδαρος είναι, δύο μέτρα» Τα λόγια της έβγαιναν βιαστικά με αδημονία και φανερή περιέργεια.
Η Ιοκάστη την κοίταξε συλλογισμένη, έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στη σφαίρα των καστανών μαλλιών της και άρχισε να ξύνει το κεφάλι της αμήχανα για μερικά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ναι. Είναι υπεύθυνος του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού της επιχείρησης.» Την πληροφορεί, ακούγοντας υπομονετικά τη φλυαρία της
«Γουάου, τι αρσενικό είναι ετούτο! Πω-πω!, Ρε, τι κούκλος είναι αυτός; Τι παίδαρος; Λοιπόν φιλενάδα προτείνω να το πας παρακάτω με τον γκόμενο! Να κάνεις κάποια κίνηση να πάρει κάποιο σήμα. Βγάλε πράσινο που έχουν κολλήσει οι σηματοδότες σου και ανάβουν κόκκινο ασταμάτητα.» Της είπε.
«Ααα. Εσύ τρελάθηκες. Τι λόγια είναι αυτά που λες κορίτσι μου.» Είπε η Ιοκάστη.
«Δεν το βλέπεις πως να σε γνωρίσει καλύτερα θελει ο κούκλος. Γι αυτό γίνονται οι σχέσεις φιλενάδα, για να γνωριστούν δυο άνθρωποι καλύτερα σε βάθος και πλάτος. Επαναλαμβάνω λοιπόν. Αν και εφόσον σε γουστάρει ο γκόμενος, μην καθυστερείς, διότι όσο το σουρντίζεις το πράγμα, και δεν «επιτίθεσαι», φιλενάδα έχεις εν πολλοίς χαμένο και παιχνίδι.»
Ταυτόχρονα ένας ακόμη παίδαρος από την απέναντι βιομηχανική μονάδα έρχεται να ρωτήσει για κάποιο μηχανολογικό πρόβλημα τον φίλο του. Η Πανδώρα δεν μπορεί να το πιστέψει μ’ αυτά τα όμορφα αντρικά κορμιά που βλέπει σήμερα.
«Εδώ ρε φιλενάδα μου δεν είναι βιοτεχνία. Εδώ χωρίς να το καταλάβω έχω βρεθεί σ΄ ένα ανδρολίβαδο! Τόσοι άνδρες; Και τι άνδρες! Ποιος τη χάρη σου, αχ και να είχα την τύχη σου! Μόνο μία απορία μου καρφώθηκε… Μπορείς, αλήθεια, ένα τέτοιο αρσενικό που κάνει «γκελ» στις γυναίκες χωρίς να καταβάλλει τη στοιχειώδη προσπάθεια να φλερτάρει να τον απορρίπτεις;» Της λέει.
Δεδομένου ότι η Πανδώρα δεν δουλεύει και μένει συνέχεια στο σπίτι έχει το προνόμιο να έχει άφθονο ελεύθερο χρόνο και ο κόσμος των φαντασιώσεων της είναι φλογερός και ορμητικός. Φαντασιώνεται μια πλούσια ερωτική ζωή και αφήνει τη φαντασία της να την παρασύρει σε ένα κλίμα αισθησιασμού, που ξυπνά μέσα της αναμνήσεις ή και κρυφούς πόθους εφηβικών και πρώιμων ενήλικων περιπλανήσεων. Εκεί που ο ερωτισμός της αντικαθιστά τον φόβο, και το ποθητό γίνεται σχεδόν προσιτό γνώριμο και την οδηγεί σε ανεξερεύνητα ερωτικά μονοπάτια και περιπετειώδης εμπειρίες. Ακόμα και αν τα σενάρια που φτιάχνει η φαντασία της είναι σοκαριστηκά.
Η Πανδώρα είχε αφεθεί σ’ έναν δικό της φαντασιακό κόσμο, έναν κόσμο επιθυμιών και ονείρων που ζούσε βαθιά μέσα της. Δεν ήταν απλώς κάποιες περαστικές σκέψεις ή μια στιγμιαία περιέργεια. Ήταν ένας ολόκληρος εσωτερικός κόσμος, που είχε δημιουργήσει μέσα στα χρόνια και που πολλές φορές ερχόταν να καλύψει όσα η καθημερινότητα δεν της είχε προσφέρει. Μέσα στη φαντασία της υπήρχαν πρόσωπα, ιστορίες, συναισθήματα και εικόνες μιας ζωής διαφορετικής. Ένας κόσμος όπου η γυναίκα μπορούσε να αισθάνεται επιθυμητή, ξεχωριστή, ζωντανή. Ένας κόσμος που δεν υπάκουε πάντα στους περιορισμούς της πραγματικής ζωής. Κι όμως, η σχέση της με την Ιοκάστη ήταν κάτι πολύ πιο σύνθετο. Την θαύμαζε. Θαύμαζε τη δύναμή της, την αυτοπεποίθησή της, τη λεβέντικη κορμοστασιά της, τον τρόπο που στεκόταν απέναντι στη ζωή. Η Ιοκάστη είχε κάτι που η Πανδώρα ένιωθε πως της έλειπε: μια εσωτερική σιγουριά, μια φυσική παρουσία που δεν ζητούσε επιβεβαίωση από κανέναν.
Ήθελε να της μοιάσει. Ίσως, κάπου βαθιά μέσα της, να ήθελε να γίνει σαν εκείνη. Όμως ο θαυμασμός πολλές φορές μπλέκεται με τη σύγκριση. Και η σύγκριση γεννά αντιφατικά συναισθήματα. Εκεί που η Πανδώρα ένιωθε θαυμασμό για την Ιοκάστη, ταυτόχρονα ένιωθε και μια μικρή ζήλια για όλα εκείνα που έβλεπε πάνω της και θα ήθελε να έχει η ίδια.
«Ίσως αυτό να ήταν που δυσκολευόταν τότε να καταλάβει», σκεφτόταν ο Αλκιβιάδης πολλά χρόνια αργότερα. «Η Πανδώρα δεν ζητούσε πραγματικά να γίνει κάποια άλλη. Ήθελε απλώς να ξαναβρεί ένα κομμάτι του εαυτού της που είχε χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις, στη συνήθεια και στον χρόνο».
Και ίσως γι’ αυτό η Ιοκάστη την γοήτευε τόσο. Γιατί έβλεπε σε εκείνη μια γυναίκα που, παρά τις δυσκολίες της ζωής, δεν είχε χάσει ποτέ την αίσθηση της παρουσίας της.
Η Ιοκάστη συνέχισε να εργάζεται σκληρά αφιερώνοντας πολλές ώρες στη δουλειά, πριν γυρίσει σπίτι για να συνεχίσει και τις δουλειές του σπιτιού.
Τελειώνοντας λοιπόν το δημοτικό σχολείο, ο Αλκιβιάδης γράφτηκε στο Οικονομικό Γυμνάσιο Λαμίας.
Έτσι, σχεδόν μόνος από τους παλιούς συμμαθητές του, ο Αλκιβιάδης πέρασε σε ένα νέο κεφάλαιο της ζωής του. Άφηνε πίσω του τη γνώριμη γειτονιά, τις αλάνες, τα παιχνίδια και τις παιδικές του αναμνήσεις και έμπαινε στην εφηβεία, σε έναν κόσμο με νέες απαιτήσεις, νέες γνωριμίες και νέες αναζητήσεις.
Τελειώνοντας η σχολική χρονιά στο γυμνάσιο, το καλοκαίρι του 1965, ο δεκαπεντάχρονος Αλκιβιάδης βρέθηκε μπροστά στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία της εφηβείας του. Ο πατέρας του, ο Κλέαρχος, τον μετέφερε στα Καμένα Βούρλα για να εργαστεί.
Ήταν η εποχή που τα Καμένα Βούρλα αποτελούσαν ένα από τα δημοφιλέστερα τουριστικά θέρετρα της χώρας και προσέφεραν πολλές ευκαιρίες εποχικής εργασίας. Εκεί ο Αλκιβιάδης έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο του τουρισμού. Ξεκίνησε πλένοντας ποτήρια στο μπαρ ενός γνωστού ξενοδοχείου, όμως πολύ σύντομα, με εργατικότητα και υπευθυνότητα, έγινε βοηθός σερβιτόρου, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου. Στα Καμένα Βούρλα πέρασε τρεις μοναχικούς μήνες.
Όταν τελείωνε η εργασία της ημέρας και η κίνηση του ξενοδοχείου σταματούσε, ο δεκαπεντάχρονος έφηβος δεν αναζητούσε πάντα την παρέα των άλλων. Έπαιρνε το ποδήλατό του, δύο κουβέρτες και κατευθυνόταν προς το πευκόδασος πάνω από την ακρογιαλιά του Κρυονερίου, όπου περνούσε πολλές νύχτες κοιμώμενος κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Του άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Ήταν μια καθαρά εφηβική εμπειρία, μια πρώτη γνωριμία με την ανεξαρτησία και τη σιωπή. Εκεί, μέσα στην ανία και στη μοναξιά της ερημιάς, μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού και τις γνώριμες φωνές της γειτονιάς, ένιωθε πως στηριζόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Και μέσα σε αυτή τη μοναχική δοκιμασία ανακάλυπτε μια δύναμη που μέχρι τότε δεν γνώριζε ότι έκρυβε μέσα του.
Με τα σκούρα μελένια μάτια του κοιτούσε ανάμεσα από τα δέντρα τον απέραντο ουρανό, τη θάλασσα και τη σιωπή του κόσμου. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνει, γεννιόταν μέσα του εκείνη η βαθιά ανάγκη για περιπλάνηση, για αναζήτηση και για ταξίδι.
Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς είχε ήδη εφαρμοστεί η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εκπαίδευση χωριζόταν πλέον σε δύο τριετείς κύκλους, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, ενώ καθιερώθηκε το «Ακαδημαϊκό Απολυτήριο» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Παράλληλα καταργήθηκαν οι εισαγωγικές εξετάσεις στα ΑΕΙ, καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα ως όργανο και αντικείμενο διδασκαλίας και τέθηκαν ως βασικοί στόχοι η διεύρυνση της πρόσβασης όλων των κοινωνικών τάξεων στην εκπαίδευση, η δωρεάν παιδεία και η ανάπτυξη ενός παράλληλου δικτύου τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για τον Αλκιβιάδη, όμως, αυτές οι μεγάλες αλλαγές της εποχής δεν ήταν απλώς πολιτικές και εκπαιδευτικές αποφάσεις. Ήταν μια πραγματικότητα που επηρέαζε άμεσα τη δική του ζωή. Από το Γυμνάσιο που είχε τελειώσει, για να συνεχίσει στο Λύκειο απαιτούνταν πλέον εισαγωγικές εξετάσεις. Και τότε η τύχη, ή ίσως εκείνο το παράξενο παιχνίδι των συμπτώσεων που πολλές φορές καθορίζει την πορεία μιας ζωής, παρενέβη.
Την ημέρα των εξετάσεων ένα απρόσμενο περιστατικό τον έκανε να χάσει το λεωφορείο της γραμμής από τα Καμένα Βούρλα προς τη Λαμία. Δεν κατάφερε να φτάσει έγκαιρα και δεν έλαβε μέρος στις εξετάσεις. Ήταν ένα γεγονός μικρό στην επιφάνεια, αλλά μεγάλο μέσα του. Στο μυαλό του είχε ήδη αρχίσει να φωλιάζει η σκέψη πως το Λύκειο αποτελούσε έναν δρόμο που οδηγούσε κυρίως προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και αργότερα σε θέσεις ευθύνης μέσα στην κοινωνία. Ένας δρόμος που απαιτούσε χρόνο, στήριξη και οικονομικές δυνατότητες. Και ο Αλκιβιάδης γνώριζε καλά την πραγματικότητα της οικογένειάς του. Δεν υπήρχε το οικονομικό υπόβαθρο που θα του επέτρεπε εύκολα να ακολουθήσει έναν τόσο μακρύ κύκλο σπουδών. Η ζωή του είχε ήδη αρχίσει να του δείχνει πως τα όνειρα δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν· χρειάζονται και τις κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσουν να ανθίσουν. Έτσι, ένα χαμένο λεωφορείο και μια χαμένη εξέταση έγιναν ένας ακόμη σταθμός στη διαδρομή του. Μια διαδρομή που σιγά σιγά τον απομάκρυνε από τον κόσμο των βιβλίων και τον έφερνε πιο κοντά στον κόσμο της εργασίας, της θάλασσας και της προσωπικής αναζήτησης.
Σκέφτεται μη ρεαλιστικές τις προσδοκίες για συνέχιση στις σπουδές του, κρίνοντας αντικειμενικά, ως ανυπέρβλητα τα εμπόδια που αποφέρουν οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από το οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, θεωρούσε τον εαυτό του ευάλωτο. Καθόλου περίεργο λοιπόν, που λίγο πριν ξεκινήσει το σχολικό έτος, το παράτησε οριστικά το λύκειο. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν μεγάλη σπατάλη χρόνου αν έμενε εκεί άλλα τρία χρόνια. Νόμιζε ότι ήταν σωστή η κίνησή του που έλαβε την απόφαση να παραιτηθεί από τη συνολική προσπάθεια ολοκλήρωσης των σπουδών του! Είχε αρχίσει δειλά-δειλά να σχεδιάζει το μέλλον του. Γυρίζοντας στη Λαμία και εγκαταλείποντας το Λύκειο είχε δυο σκέψεις στο μυαλό του. Πρώτον να βγάλει ναυτικό φυλλάδιο και δεύτερο να φοιτήσει στη σχόλη εμποροπλοιάρχων τη φημισμένη «ΛΑΜΙΑΚΗ». Οι απόφοιτοι της σχολής την εποχή εκείνη  ήταν περιζήτητοι στην εμπορική ναυτιλία.
Το ναυτικό φυλλάδιο, λόγω της ηλικίας του, απαιτούσε γονική συναίνεση. Από τον Κλέαρχο θα ήταν πολύ εύκολο να την εξασφαλίσει, όμως εκείνος επιθυμούσε η συγκατάθεση να έρθει από την Ιοκάστη. Ήθελε τη δική της αποδοχή, σαν να είχε μεγαλύτερη σημασία η δική της γνώμη.
Στην αρχή η Ιοκάστη ήταν ανένδοτη. Δεν μπορούσε εύκολα να δεχτεί ότι το παιδί της ήθελε να φύγει στη θάλασσα, σε έναν άγνωστο και δύσκολο κόσμο. Μαλάκωσε τις αντιστάσεις της όταν της υποσχέθηκε ότι μέχρι να παρουσιαστεί για τη στρατιωτική του θητεία δεν θα έφευγε. Βαθιά μέσα της πίστευε πως ίσως ήταν ένας νεανικός ενθουσιασμός που σύντομα θα περνούσε, κι έτσι τελικά έδωσε τη συγκατάθεσή της. Το πρόβλημα όμως της σχολής αποδείχτηκε ανυπέρβλητο. Ήταν ημερήσια σχολή και τα δίδακτρα ήταν δυσβάσταχτα για το οικογενειακό τους βαλάντιο. Έτσι, ως εναλλακτική λύση, αποφάσισε να φοιτήσει στο νυχτερινό τμήμα εργοδηγών μηχανολόγων της σχολής και παράλληλα να εργαστεί. Βρήκε δουλειά σε ένα κατάστημα χονδρεμπορικής δημητριακών προϊόντων στην περιοχή της λαχαναγοράς. Ταυτόχρονα έκανε και μερικές επιπλέον εργασίες, βοηθώντας στα ξεφορτώματα των φορτηγών, για να εξασφαλίζει κάποιο πρόσθετο χαρτζιλίκι. Ήταν όμως και η εποχή που απέκτησε τη βλαβερή συνήθεια του καπνίσματος. Την ίδια περίοδο, η υπεύθυνη της σχολής αγγλικών όπου φοιτούσε κάλεσε την Ιοκάστη και της εκμυστηρεύτηκε τις συχνές απουσίες του. Βλέπετε, ο νεαρός Αλκιβιάδης είχε ανακαλύψει τότε ένα άλλο πάθος. Το γαλλικό μπιλιάρδο του φαινόταν πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαθήματα. Και, όπως θα παραδεχόταν πολλά χρόνια αργότερα, εκείνο το παλικάρι της εποχής δεν είχε ακόμη μάθει πως τα όνειρα χρειάζονται, εκτός από φαντασία, και πειθαρχία για να πραγματοποιηθούν. 
Ο Αλκιβιάδης, από τότε που η οικογένειά του άλλαξε για άλλη μια φορά κατοικία, συναντούσε τη Μυρσίνη αραιά και πού. Όταν τύχαινε να βρεθούν, αντάλλασσαν νέα, έκαναν παρέα και συνέχιζαν μια σχέση που περιείχε «όλα μαζί»: φιλία, κοινωνική οικειότητα και μια λανθάνουσα ερωτική έλξη που ποτέ δεν είχε ξεκαθαριστεί απόλυτα. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος που οι συναντήσεις τους έγιναν πιο συχνές. Τότε ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο φλερτ. Όπως έλεγε ο σοφός παππούς του: «Όπου υπάρχει φλερτ, δεν υπάρχει αθωότητα».
Στα χρόνια της εφηβείας τους έγιναν αρκετές προσπάθειες να οδηγηθούν σε μια ολοκληρωμένη ερωτική συνεύρεση. Κάθε φορά, όμως, κάτι απρόβλεπτο συνέβαινε και, σαν από μηχανής Θεός, η Ιοκάστη εμφανιζόταν την πιο κρίσιμη στιγμή. Η παρουσία της λειτουργούσε καταλυτικά. Οι προσπάθειές τους διακόπτονταν, οι στιγμές έμεναν ανολοκλήρωτες και η υπόσχεση μιας επόμενης ευκαιρίας μεταφερόταν συνεχώς στο μέλλον, ένα μέλλον που τελικά δεν ήρθε ποτέ.
Ήταν μια κατάσταση παράξενη και δύσκολη να εξηγηθεί. Σαν η Ιοκάστη να διέθετε κάποια ανεξήγητη διαίσθηση, σαν να μπορούσε να αντιλαμβάνεται πράγματα πριν ακόμη συμβούν. Σαν κάποια αόρατη δύναμη να τη χρησιμοποιούσε ως προειδοποιητικό σημάδι, ως ένα «καμπανάκι» κινδύνου που έμπαινε ανάμεσά τους και ανέκοπτε την πορεία τους. Ίσως, μέσα στη φαντασία του Αλκιβιάδη σήμερα, να έμοιαζε σαν οι ίδιες οι δυνάμεις της ζωής να του ψιθύριζαν:
«Πρόσεχε. Μην μπλέξεις. Δεν ταιριάζουν οι δρόμοι τους. Δεν υπάρχει μέλλον εδώ. Άφησέ το να περάσει». Και πράγματι, πέρασε.
Με τον χρόνο οι συναισθηματικοί δεσμοί χαλάρωσαν, οι αναμνήσεις ξεθώριασαν και η σχέση τους πήρε τη θέση της στο αρχείο του παρελθόντος, εκεί όπου φυλάσσονται οι άνθρωποι και οι στιγμές που κάποτε έμοιαζαν σημαντικοί, αλλά τελικά ανήκαν μόνο σε μια άλλη εποχή της ζωής.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Εφηβικές Φουσκοδεντριές!.....

 
Web Informer Button