...Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)..Όταν τη γνώρισα στον Αλκιβιάδη άστραψε το μάτι του, τον εντυπωσίασε πάρα πολύ. Τον είδα να την κοιτάει με την άκρη του ματιού του, και να ρίχνει κλεφτές ματιές στη φιλενάδα μας προσπαθώντας να μη γίνει αντιληπτός.
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, με τα μάτια της να γυαλίζουν από τη μνήμη και τη διέγερση, καθώς οι εικόνες από το παρελθόν ζωντάνευαν ξανά μπροστά τους.
Η Ναυσικά παίρνει ένα πονηρό βλέμμα, του τύπου «ετοιμάσου και θα σε σκανταλίσω» κοιτάζει την Ανδρομάχη για να σιγουρευτεί ότι την βλέπει και της λέει.
«Αχ, δηλαδή ο Αλκιβιαδης; Αποκλείεται να τη κοίταξε τη φιλενάδα μας πονηρά, γιατί, απ’ ό,τι ξέρω, αυτός είναι ντροπαλός και δε σηκώνει τα μάτια του απ’ τη γη». Με το περιπαιχτικό ύφος που έπαιρνε όταν ήθελε να πειράξει τη φιλενάδα της και τα λόγια της ήταν διανθισμένα με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
Η Ανδρομάχη έβαλε τα γέλια. Πάντα της άρεσαν οι τσεκουράτοι τρόποι και τα λόγια της Ναυσικάς. «Δεν έχει και άδικο για τον κρεμανταλά μου», συλλογίστηκε! «Του γυάλισε στο μάτι η κολλητή μας μόλις του τη γνώρισα σου λέω! Τον είδα!
Στην αρχή επικράτησε μια αμηχανία αλλά στην συνέχεια που αρχίσαμε τις απαραίτητες συστάσεις τον συνεπήρε η εμφάνισή της. Τη κοιτούσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια της.
Διαπίστωσα πως το καλλίγραμμο κορμί της, τον εντυπωσίασε ιδιαιτέρως και τον είχε κάνει τόσο απρόσεκτο και άτακτο που πιάστηκε στα πράσα να φλερτάρει μαζί της, ένας γκόμενος με πονηρό βλέμμα και προκλητικό σέξι χαμόγελο!
Οι αποκαλύψεις και οι μνήμες είχαν μπλεχτεί τόσο γλυκά, που η παρουσία του Αλκιβιάδη στο μυαλό τους έμοιαζε πια με μια αστεία, ακίνδυνη υποσημείωση στη δική τους, μεγάλη νύχτα.
«Τελικά μόνο ντροπαλός δεν είναι ο Αλκιβιάδης;» είπε με μια φωνή γεμάτη θεατρική αφέλεια, τεντώνοντας τα χέρια της πάνω στα σεντόνια και πλησιάζοντας το πρόσωπο της κοντά στη Μάχη.
«Ο δικός σου ο νοικοκύρης, ο κύριος σεβασμός και τάξη, που όταν κλείνει η πόρτα του γραφείου του αναρωτιέσαι αν διαβάζει τα λογιστικά ή αν χαζεύει τις διαφημίσεις εσωρούχων στο ίντερνετ;»
Ένα πειραχτικό, πλατύ χαμόγελο άνοιξε στα χείλη της Ναυσικάς, ενώ με το δάχτυλό της άγγιξε απαλά και παιχνιδιάρικα τη μύτη της φίλης της.
«Μάχη μου, άνοιξε τα μάτια σου! Οι πιο ντροπαλοί άντρες είναι αυτοί που έχουν τα πιο σκοτεινά, τα πιο άγρια κουσούρια στο μυαλό τους. Ο Αλκιβιάδης μπορεί μπροστά σου να παίζει τον κύριο, αλλά πίσω από τις πλάτες μας, αν τύχαινε να βρεθεί μόνος του με τη μελαχρινή «αφροδισιακή σοκολάτα», όχι απλώς θα σήκωνε τα μάτια από τη γη... θα της είχε κάνει ολόκληρη ιατρική εξέταση με το βλέμμα!»
Η Ανδρομάχη έβαλε τα γέλια, ένα γέλιο ζεστό και προκλητικό, και της έριξε ένα ελαφρύ, παιχνιδιάρικο σκούντημα στα πλευρά.
«Ακριβώς έτσι!» είπε με ικανοποίηση. «Πιάστηκε στα πράσα! Ούτε καν προσπάθησε να το κρύψει καλύτερα. Τον κοίταζα και δεν πίστευα στα μάτια μου, ο σοβαρός, ο μετρημένος σύζυγός μου είχε γίνει λιώμα από ένα ζευγάρι τέλειες, αθλητικές γάμπες και ένα βλέμμα σοκολάτα!»
Στράφηκε πλάγια, στηριζόμενη στον έναν αγκώνα της, και κοίταξε τη Ναυσικά με μάτια που γυάλιζαν από πονηριά και απροκάλυπτη διάθεση για σκανταλιά. Η απόσταση ανάμεσα τους είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
«Και το καλύτερο ξέρεις ποιο είναι, μωρό μου;» συνέχισε η Ανδρομάχη, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε έναν τόνο απόλυτα εμπιστευτικό, ενώ το χέρι της γλίστρησε νωχελικά πάνω στον ώμο της φίλης της.
«Ενώ ο δικός μου ο κρεμανταλάς έλιωνε σαν παγωτό και προσπαθούσε να παίξει τον μοιραίο, εγώ δεν ζήλευα καθόλου τη φιλενάδα μας. Ξέρεις γιατί;»
Έκανε μια μικρή, δραματική παύση, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στα χείλη της Ναυσικάς.
«Γιατί κοιτάζοντας την... συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα απλώς να τη ζηλεύω όπως οι άλλοι. Την
κοίταζα και σκεφτόμουν ακριβώς αυτό που σκέφτεσαι κι εσύ τώρα: πώς θα ήταν να θωπεύσω κι εγώ αυτά τα τέλεια, σφιχτά πόδια, να βουλιάξω τα χέρια μου σε αυτά τα σοκολατένια μαλλιά και να τη φιλήσω μέχρι να χάσει την ανάσα της.
Ο Αλκιβιάδης απλώς... θα ζήλευε τη θέση μας!»
Και να δεις και αυτή η σκρόφα όση ώρα μιλούσαμε του έλεγε ότι είναι λάτρης της υγιεινής διατροφής και γυμναστικής και έκανε τάχα μου την αδιάφορη ότι δεν τη συγκινεί ο Αλκιβιάδης μα εγώ την έβλεπα να ρίχνει κλεφτές ματιές στα γεννητικά όργανα του για να μαντέψει το μέγεθός τους, και αν όντως τον καυλώνει ανάλογα με το πόσο φουσκώνει το παντελόνι του στο επίμαχο σημείο! Αυτός θάρρεψε το βλέμμα του περιπλανιόταν στο σώμα της και υποδήλωνε σεξουαλική επιθυμία. Ξάνοιγαν τα μάτια του και έλαμπαν σαν τη φλόγα του φαναριού που χοροπηδάει. Η κολλητή μας είχε «μεσογειακό ταμπεραμέντο». Είχε όλο το πακέτο και όλα τα χαρίσματα, που την έκαναν να ξεχωρίζει να εντυπωσιάζει!
Η Ναυσικά ξέσπασε σε ένα, πονηρό γέλιο, καθώς άκουγε την Ανδρομάχη να περιγράφει τη σκηνή με τόση λεπτομέρεια και ζωντάνια.
«Α, μιλάμε για ανώτερο επίπεδο στρατηγικής και υποκρισίας!» είπε η Ναυσικά, τινάζοντας το κεφάλι της πίσω στα μαξιλάρια, με τα μάτια της να φεγγίζουν από διασκέδαση. «Η άλλη τάχα μου η «κυρία», η λάτρης του μπρόκολου και της γιόγκα, να το παίζει αδιάφορη και ταυτόχρονα να κάνει ιατρική
εκτίμηση του Αλκιβιάδη από την κλίση του παντελονιού! Μα καλά, τι γυναίκες ήμασταν στην εφηβεία; Κανονικές κατάσκοποι της ηδονής!»
Η Ναυσικά ανασηκώθηκε στα γόνατα, πλαισιώνοντας το σώμα της Μάχης με μια κίνηση γεμάτη ακαταμάχητη χάρη και φωτιά. Τα δάχτυλά της γλίστρησαν ξανά, αυτή τη φορά ανεβαίνοντας από τον γλουτό της φίλης της προς τη μέση, χαϊδεύοντας αργά και προκλητικά το δέρμα της.
«Και εσύ, αγάπη μου...» ψιθύρισε η Ναυσικά, πλησιάζοντας τα χείλη της πολύ κοντά στο αυτί της Ανδρομάχης, με τη φωνή της να στάζει μέλι και πρόκληση.
«Ενώ όλοι αυτοί κοιτάζονταν και μετριόνταν με τα μάτια, εσύ καθόσουν και παρατηρούσες τα πάντα με ακρίβεια χειρουργού. Γι' αυτό σε αγαπάω, σου λέω. Δεν σου ξεφεύγει τίποτα.»
Έσκυψε και της έδωσε ένα αργό, βαθύ φιλί στον λαιμό, αφήνοντας την ανάσα της να καίει την ευαίσθητη περιοχή.
«Άσε τους άλλους να κοιτάζουν τα παντελόνια και να μετρούν τις φλόγες των φαναριών...» συνέχισε, χαμηλώνοντας τη φωνή της σε έναν τόνο απόλυτα κυριαρχικό και αισθησιακό.
«Εμείς εδώ έχουμε το δικό μας βασίλειο. Καιρός να δούμε αν ο δικός σου παλμός, μετά από τόσες
αποκαλύψεις, αντέχει αυτό που πρόκειται να σου κάνω τώρα.»
......«Έμενα με συγχωρείται αλλά θα πρέπει να πάω να πάρω το επόμενο λεωφορείο για το σπίτι μου. Θα πρέπει να περιμένω άλλες δύο ώρες αν χάσω εκείνο των πέντε!.» μας είπε κάποια στιγμή.
«Βαλερία καλή μου κοπέλα! Δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου! Θα πρέπει να είμαστε πολύ αγενείς εγώ και η φίλη σου ώστε να σε αφήσουμε να πάρεις το λεωφορείο! Σήμερα που γνωρίσαμε την πιο όμορφη φίλη της Ανδρομάχης μου;. Δεν δέχομαι αντίλογο! Θα σε πάμε εμείς σπίτι σου.»
Η ανάμνηση εκείνης της βραδιάς ζωντάνεψε μπροστά της με τόση ένταση, σαν να βρίσκονταν ξανά σε εκείνο το πεζοδρόμιο με τον Αλκιβιάδη να προσπαθεί απεγνωσμένα να παίξει τον ιππότη.
«Ο ιππότης με τη γυαλισμένη πανοπλία!» φώναξε σχεδόν η Μάχη,.
«Θυμάμαι τον τόνο της φωνής του! Τόσο στημένος, τόσο δήθεν φιλόξενος, ενώ το μυαλό του είχε ήδη καεί ολοσχερώς στη διαδρομή από το σπίτι της Βαλερίας μέχρι την εξώπορτα μας!»
Η Ναυσικά γέλασε κι αυτή δυνατά, συμπληρώνοντας τη σκηνή με κίνηση και θεατρικότητα.
«Και η Βαλερία, φυσικά, να παίζει το θύμα της μοίρας!»
«Ναι! Έκανε τη δύσκολη ότι δεν ήθελε να μας γίνει βάρος! «Όχι, δε χρειάζεται. Το λεωφορείο κάνει στάση σχεδόν έξω από εκεί που μένω.»
«Επιμένω» της είπε με απαλή φωνή, σαν να μπορούσε να διαβάσει τη σκέψη της ότι αυτό επιθυμούσε.
«Ευχαριστώ! Αν δεν σας χαλάω το πρόγραμμα σας.» Κοίταξε έμενα και κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε. Την πονηρή τη βλέπω πως πλευρίζει τον Αλκιβιάδη και κάνει και τσαλίμια. Μια χαρά το έπαιζε το θέατρο.
«Όχι βέβαια» της είπα ελαφρώς ενοχλημένη.
«Τελικά δέχθηκε; Την πήγατε σπίτι της;» ρωτάει η Ναυσικά.
Η Ανδρομάχη άφησε ένα ειρωνικό, κοφτό γέλιο, τινάζοντας το κεφάλι της προς τα πίσω στα μαξιλάρια. Τα μάτια της άστραφταν από τη ζωντάνια της ανάμνησης, ενώ η ελαφριά ζήλια εκείνης της στιγμής είχε μετατραπεί πια σε καθαρή, απολαυστική διασκέδαση.
«Ε βέβαια δέχθηκε!» αποκρίθηκε η Μάχη, σηκώνοντας ελαφρά τα φρύδια της και κοιτάζοντας τη
Ναυσικά κατάματα.
«Περίμενε να χάσει το λεωφορείο των πέντε! Ήξερε πολύ καλά τι έκανε η σκρόφα. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα ενέκρινε τη διαδρομή!»
Η Ναυσικά πλησίασε ακόμα πιο κοντά, ακουμπώντας το πηγούνι της στον ώμο της Ανδρομάχης, με την ανάσα της να γαργαλάει τον λαιμό της.
«Για λέγε, για λέγε...» της ψιθύρισε ανυπόμονα, γλιστρώντας το χέρι της πιο χαμηλά, με κινήσεις αργές και υπνωτικές της . «Τι έγινε στο πίσω κάθισμα; Μην κρατάς λεπτομέρειες για σένα!»
«Τι να γίνει;» συνέχισε η Μάχη με ύφος συνωμοτικό, χαμηλώνοντας τη φωνή της.
«Μπαίνουμε στο αμάξι. Εγώ μπροστά, συνοδηγός, να το παίζω η cool και ανυποψίαστη σύζυγος και πίσω η κυρία Βαλερία, να αράζει
απλώνοντας τα πόδια της σαν να ήταν λιμουζίνα. Και ο Αλκιβιάδης; Ο Αλκιβιάδης είχε κολλήσει τα μάτια στον καθρέφτη της οπισθοπορείας, προσπαθώντας δήθεν να προσέξει την κίνηση, αλλά η ματιά του καρφώθηκε κατευθείαν στα μπούτια της που φάνηκαν μόλις σταυροπόδισε!»
«Και το καλύτερο;» ψιθύρισε η Μάχη, κοιτάζοντάς τη με λαμπερά μάτια.
«Σε όλη τη διαδρομή, η Βαλερία του πετούσε ατάκες ολοφάνερες, τύπου α, τι ωραίο αυτοκίνητο, άνετο... εσείς οι άντρες ξέρετε να διαλέγετε, κι εκείνος κόκκινος σαν παντζάρι
προσπαθούσε να το παίξει σοβαρός οδηγός της χρονιάς. Εγώ από δίπλα έβλεπα τα μούτρα του και δάγκωνα τα χείλη μου για να μη βάλω τα γέλια!»
Η Ναυσικά άφησε ένα βαθύ, αισθησιακό αναστεναγμό, καθώς τα δάχτυλά της βρήκαν ακριβώς την κλειτορίδα, σημείο που η Μάχη ποθούσε περισσότερο, κάνοντας την ανάσα της να κοπεί.
«Εντάξει, οι άντρες μας μπορεί να ήταν αξιολύπητοι τότε...» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο στόμα, πριν τη φιλήσει παθιασμένα.
«Αλλά κοίτα πού καταλήξαμε εμείς απόψε. Ούτε πίσω καθίσματα ούτε ταξιτζήδες... Μόνο εσύ, εγώ, και η πραγματική αμαρτία. Λοιπόν, μωρό μου... θα μου πεις επιτέλους πώς τελείωσε εκείνη η ιστορία, ή προτιμάς να σου δείξω εγώ πώς τελειώνει η δική μας νύχτα;»
«Ναι! Και που να σου πω τη συνέχεια! Το καθίκι ο δικός μου στη διαδρομή δεν έχασε καιρό και με συγκαλυμμένα ύπουλο τρόπο άρχισε να τη ρωτάει τα προσωπικά της.»
«Βαλερία πως και έτσι μόνη μια τόσο όμορφη κοπέλα; Δεν έχεις κανένα φίλο για να σε προσέχει;»
«Δεν χρειάζεται! Είμαι ικανή να φροντίζω η ίδια τον εαυτό μου.» Του λέει
«Δηλαδή Βαλερία! Κάνεις τα πάντα μόνη σου!;» Τη ρώτησε ο Αλκιβιαδης μ’ έναν τόνο που και οι δυο μας καταλάβαμε ακριβώς τι εννοούσε! Και είμαι σίγουρη πως της έφερε ανατριχίλα κι ένα ξαφνικό μούδιασμα χαμηλά στη λεκάνη που φανέρωνε ότι η παρουσία του άρχισε να την επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό. Είτε μου άρεσε είτε όχι, οι δυο τους απέπνεαν έναν έντονο αισθησιασμό, που σίγουρα τους είχε ανοίξει την όρεξη για να κάνουν διάφορα πονηρά και ακατάλληλα για ανηλίκους παιχνίδια.
«Αρκετά, Αλκιβιάδη» επενέβην εγώ «Έχε το νου σου στο δρόμο να πάμε τη φιλενάδα στο σπίτι της και συμπεριφέρσου σαν κύριος.»
«Μην τον μαλώνεις Ανδρομάχη! Ο Αλκιβιαδης είναι ένας γλύκας χωρίς κακές προθέσεις.»
.Η Ανδρομάχη σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, κοιτάζοντας τη Ναυσικά.
«Η Βαλερία να τον υπερασπίζεται μπροστά μου; "Ο Αλκιβιάδης είναι ένας γλύκας χωρίς κακές προθέσεις! Ναι, καλά! Ο γλύκας είχε γίνει κατακόκκινος από την καύλα και κοίταζε από τον καθρέφτη αν μπορούσε να τη στριμώξει στο πορτμπαγκάζ!»
Η Ναυσικά γέλασε κι αυτή δυνατά, χώνοντας το πρόσωπο της στον λαιμό της Ανδρομάχης και αφήνοντας την ανάσα της να καίει το δέρμα της.
«Μα είναι απίστευτο!» είπε η Ναυσικά ανάμεσα στα γέλια, ανασηκώνοντας ελαφρά το σώμα της για
να την κοιτάξει κατάματα.
«Η ίδια η Βαλερία, που το έπαιζε θιγμένη και ανεξάρτητη, του έδινε πάσα με τα ίδια της τα χέρια! Και εσύ μπροστά, να κάνεις την αστυνομία της ηθικής: «Έχε το νου σου στο δρόμο, Αλκιβιάδη!», σαν να μην ήξερες πολύ καλά τι γινόταν πίσω από την πλάτη σου!»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε πονηρά, αφήνοντας το χέρι της να γλιστρήσει και να χαϊδέψει απαλά τα μαλλιά της Ναυσικάς. Η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους είχε ξαναγίνει πυκνή, ζεστή και αισθησιακή, με το γέλιο να δίνει τη θέση του σε μια πιο βαθιά, λαχανιασμένη προσμονή.
«Εντάξει, τότε μπορεί να το έπαιζα η αυστηρή σύζυγος για τα μάτια του κόσμου...» ψιθύρισε η Μάχη, πλησιάζοντας το πρόσωπό της πολύ κοντά σε εκείνο της φίλης της, με τα χείλη τους να απέχουν ελάχιστα χιλιοστά.
«Αλλά απόψε, καλή μου Ναυσικά, δεν υπάρχει κανένας Αλκιβιάδης να μας χαλάει τη διαδρομή. Ούτε γλύκες ούτε δρόμοι.»
Η Ναυσικά άφησε έναν βαθύ, αισθησιακό αναστεναγμό, καθώς το χέρι της πίεσε πιο σταθερά και απαιτητικά πάνω στο κορμί της Ανδρομάχης.
«Ακριβώς...» της ψιθύρισε στο στόμα, πριν τη φιλήσει αργά, παθιασμένα.
«Εμείς δεν έχουμε ανάγκη από καθρέφτες οπισθοπορείας. Για πες μου λοιπόν... αφού φτάσαμε μέχρι το σπίτι της Βαλερίας σε εκείνη την ιστορία, εσύ απόψε μέχρι πού σκοπεύεις να με πας;»
Ελα μου όμως που δεν τρώω ταραμά και καταλαβαίνω τις προθέσεις και των δύο. Να ’βλεπες πώς την κοίταζε τη κολλητή μας, του έτρεχαν τα σάλια. Είμαι σίγουρη ότι και αυτή είχε μουσκέψει τη κιλότα της. Παραδέχομαι ότι είναι ωραίος, αλλά παραείναι σίγουρος για τον εαυτό του και μ΄ όλα αυτά πολύ ήθελε δηλαδή να παρακινηθεί και να κάνει την αταξία του! Τέλος πάντων! Καμιά φορά είναι λογικό να τον εξιτάρει το καινούργιο και να τον γοητεύει μία ελκυστική κοπέλα που μόλις γνώρισε και εντυπωσιάστηκε. Απλά ήταν ένα στιγμιαίο ειδύλλιο και για τους δύο, που δεν είχε καμιά ελπίδα να απογειωθεί.
«Πλάκα κάνεις! Αν τον δεις, τον ερωτεύεσαι με τη μία, σίγουρα! Είναι πολύ ωραίος γκόμενος ο Αλκιβιαδης.»
Η Ανδρομάχη σταμάτησε απότομα, τα μάτια της στένεψαν ελαφρά μέσα στο σκοτάδι του δωματίου και ένα μείγμα έκπληξης και παιχνιδιάρικης ζήλιας πέρασε από το βλέμμα της. Η ατάκα της Ναυσικάς είχε πέσει σαν μικρή βόμβα πάνω στα σεντόνια, αλλάζοντας ξαφνικά τη χημεία της στιγμής.
«Για κάτσε, για κάτσε...» είπε η Μάχη, ανασηκώνοντας τον αγκώνα της και κοιτάζοντας τη φίλη της κατάματα με μια προκλητική, αυστηρή γλυκύτητα.
«Τι υπονοείς τώρα εσύ; Ότι πέρα από τα παλιά μας πειράγματα και τις εφηβικές ιστορίες, ο δικός μου ο κρεμανταλάς δεν σε αφήνει ούτε εσένα εντελώς αδιάφορη;»
Ένα πονηρό, σχεδόν σκανδαλιστικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ανδρομάχης, ενώ τα δάχτυλά της άγγιξαν το πιγούνι της Ναυσικάς, γυρίζοντας της το κεφάλι ακριβώς εκεί που ήθελε.
«Γιατί, για λέγε...» συνέχισε με φωνή χαμηλή, βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, πλησιάζοντας το πρόσωπό της επικίνδυνα κοντά της.
«Τώρα που το ξανασκέφτεσαι, εκτός από τη Βαλερία, ζαχάρωνες κι εσύ τον Αλκιβιάδη στα κρυφά; Μήπως όλο αυτό το παρελθόν μας είχε περισσότερα μυστικά απ' όσα μου έλεγες τόσα χρόνια;»
Η Ναυσικά δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα πονηρό, λαμπερό γέλιο. Αντί να τραβηχτεί, έφερε το χέρι της στη μέση της Μάχης, κολλώντας ξανά το κορμί της πάνω της, κάνοντας την επαφή τους καυτή και αδιαπέραστη.
«Και να τον ζαχάρωνα, μωρό μου...» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο στόμα, με τη φωνή της να στάζει αισθησιασμό και πρόκληση. «Τι σε νοιάζει εσένα απόψε; Ο Αλκιβιάδης είναι χιλιόμετρα μακριά, στο σπίτι του, να διαβάζει τα λογιστικά του. Ενώ εσύ... εσύ είσαι εδώ, αγκαλιά με μένα. Λοιπόν; Θα μου θυμώσεις για έναν άντρα που κοίταζε αλλού, ή θα προτιμήσεις να σου αποδείξω ποια από τις δυο μας ξέρει πραγματικά να σε τρελάνει;»
Η Ανδρομάχη είχε πέσει σε λογισμούς!
«Τι συλλογιέσαι;» της κάνει κουνώντας το κεφάλι της η Ναυσικά. Κρατάς ζυγαριά, με τα παλιά φλερτ του Αλκιβιάδη; Τα ζυγιάζεις με το γραμμάριο; »
«Μωρέ, το είχα πάρει απόφαση, από την αρχή που γνωριστήκαμε και έστειλα κατά διαόλου τις ζυγαριές και τα φιλήδονα κουσούρια του! Ας είναι! αλλουνού παπά τροπάρι είναι αυτό. Ας έρθουμε στα δικά μας τα αποψινά;» Της λέει και την έπιασε πρόσχαρο γέλιο!
«Γιατί γελάς,» έκανε ξαφνιασμένη η Ναυσικά.
«Να με συμπαθάς φιλενάδα, συνεπαρμένη από άξαφνο κέφι συλλογιζόμουν τα μαθητικά μας χρόνια! Γι αυτό λοιπόν κάθε λίγο και λιγάκι η Βαλερία ερχόταν σπίτι σου για να τη βοηθήσεις στα μαθηματικά.
Κι εγώ η μαλάκω καθόμουν κι σε περίμενα όλα μου το απογεύματα! Πού να φανταστώ ότι είχες αλλού τη φροντίδα σου;
Και μ’ έπρηζες κιόλας όταν δεν είχατε παιγνίδι να βγαίνουμε καμιά βόλτα με τις πουτάνες τις συμμαθήτριες μας. Σαν να τη βλέπω ακόμα τη «Μουλάτα» να γουργουρίζει δίπλα σου. Μα να είμαι το κορόιδο της ιστορίας; Αυτό δεν τρώγεται με τίποτα. Αλλά βλέπεις εσύ κορίτσι μου ήσουν αστέρι βλέπεις στα μαθηματικά και όχι μόνο.
Η Ναυσικά έμεινε για ένα δευτερόλεπτο με ανοιχτό το στόμα, κοιτάζοντας την Ανδρομάχη με απόλυτη έκπληξη. Και ξαφνικά, τα γέλια της ξέσπασαν ανεξέλεγκτα, τινάζοντας το κεφάλι της πίσω στα μαξιλάρια, καθώς το παλιό, καλά κρυμμένο μυστικό έβγαινε επιτέλους στο φως.
«Αγία μου Παναγία...» έλεγε η Ναυσικά ανάμεσα στα γέλια της, «Εσύ... εσύ νόμιζες ότι η Βαλερία ερχόταν για τα μαθηματικά; Ω, θεέ μου, είσαι απίστευτη! Αλήθεια, πίστευες ότι καθόμουν τόσες ώρες πάνω από τα κλάσματα και τις εξισώσεις;
«Μα είναι δυνατόν να ήσουν τόσο αθώα, μωρό μου;» της είπε με μια φωνή γεμάτη γλυκιά ειρωνεία. «Τα μαθηματικά ήταν η τέλεια κάλυψη! Η Βαλερία είχε το μυαλό της αλλού, κι εγώ... εγώ είχα άλλα ενδιαφέροντα να εξερευνήσω. Τότε, βλέπεις, τα δικά μου ενδιαφέροντα ήταν λίγο πιο... πειραματικά!»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε πλατιά, αν και τα μάτια της πέταξαν μια αστραπή παιχνιδιάρικου θυμού. Έσπρωξε ελαφρά τη Ναυσικά στο στήθος, κοιτάζοντάς τη μισοαστεία-μισοράβομαι.
«Α, έτσι ε;» της είπε η Μάχη, σηκώνοντας το φρύδι. «Με δούλευες κανονικά! Εγώ η καημένη περίμενα στα κρύα του λουτρού να τελειώσετε τα θεωρήματα για να βγούμε βόλτα, κι εσείς κάνατε ιδιαίτερα... άλλου τύπου; Και δεν ντρέπεσαι καθόλου; Με είχες για το κορόιδο της παρέας!»
«Για το κορόιδο; Καθόλου!» της απάντησε η Ναυσικά με μια φωνή βαθιά, αισθησιακή, γλιστρώντας ξανά το χέρι της με αργή, προκλητική κίνηση κάτω από το μπουρνούζι της Ανδρομάχης.
«Εσύ ήσουν το αστέρι μου από τότε. Απλώς... τότε δεν ήξερα πώς να σου το πω χωρίς να σε τρομάξω.»
Η Ναυσικά έσκυψε πάνω της, ακουμπώντας τα χείλη της στο αυτί της Μάχης.
«Αλλά τώρα...» ψιθύρισε η Ναυσικά, γλιστρώντας τα δάχτυλά της πιο βαθιά, στο μουνί της Ανδρομάχης κάνοντας την Ανδρομάχη να αναστενάξει με κομμένη την ανάσα.
«Τώρα δεν έχουμε ούτε μαθηματικά ούτε δικαιολογίες. Είσαι εδώ, είμαι εγώ, και θα σου αποδείξω ακριβώς πόσο σοβαρά παίρνω τα δικά μας... μαθήματα.»
.Η Ανδρομάχη άφησε ένα ελαφρύ, κοφτό αναφιλητό, μισό γέλιο, μισός στεναγμός και τίναξε το κεφάλι της πίσω στα μαξιλάρια, καθώς οι αποκαλύψεις της Ναυσικάς έπεφταν η μία πάνω στην άλλη σαν καταιγίδα.
«Ωραία τα μαθητικά μας χρόνια, δεν λέω...» είπε η Μάχη με μια φωνή γεμάτη γλυκιά ειρωνεία και αποπλάνηση, τεντώνοντας ελαφρά τα χέρια της πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια.
«Εσύ έκανες ιδιαίτερα στη «Μουλάτα»στα σεξουαλικά μυστήρια, και εγώ περίμενα με το βιβλίο της άλγεβρας ανά χείρας να τελειώσετε το... «διάβασμα»! Και μετά είχατε και το θράσος να βγαίνουμε βόλτες και να κρίνουμε τα αγόρια!»
Η Ναυσικά γέλασε χαμηλά, ένα ζεστό, ατίθασο γέλιο που δόνησε το στήθος της, ενώ τα
δάχτυλά της συνέχιζαν να κινούνται με έναν αργό, υπνωτικό ρυθμό που έκανε την Ανδρομάχη να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της.
«Είδες;» της ψιθύρισε η Ναυσικά, σκύβοντας πάνω της και ακουμπώντας το μέτωπό της σε εκείνο της Μάχης.
«Η θεωρία είναι καλή για τα θρανία, αλλά η πράξη... η πράξη θέλει τέχνη, φωτιά και καθαρό ένστικτο. Και επειδή οι άντρες, όπως λες κι εσείς, είναι απλώς οπτικοί τύποι που θέλουν να βλέπουν καμπύλες να λικνίζονται... ας τους αφήσουμε να χαζεύουν από μακριά.»
Η Ναυσικά σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, κοιτάζοντας την Ανδρομάχη κατάματα με ένα βλέμμα γεμάτο αχόρταγη πρόκληση, πριν της τραβήξει απαλά τη μέση και την ανασηκώσει ελαφρά προς το μέρος της.
Όλα ξεκίνησαν έτσι. Ένα βράδυ που βλέπαμε κάτι ερωτικό στην τηλεόραση με ημίγυμνες γυναίκες η «Μουλάτα» δεν έχασε χρόνο και έριξε την πρόταση. «Έλα εδώ!» μου λέει ρίχνοντάς μου αργόσυρτη προκλητική ματιά. «Όλα απαιτούν θυσίες. Αν θες να ξανασχοληθώ με τα σεξουαλικά σου, θα πρέπει να κάνεις κάτι για την κολλητή σου…»
«Δε σε βοηθάω στα μαθηματικά; Τι άλλο θέλεις!» της απαντώ.
«Άκου…» μου λέει. «Θέλω να νιώθω ότι είμαι η κολλητή σου. Για να γίνει αυτό πρέπει να είμαι πάνω από οποιονδήποτε αρσενικό σε διεκδικεί γι’ αυτό θα με αφήσεις να απολαύσω το κορμί σου έστω και για μια στιγμή».
Κόλλησα. «Τι εννοείς;» της λέω.
«Άκου: ωραίο γκομενάκι είσαι, παρθενάκι είσαι, το σωματάκι σου με ερεθίζει απίστευτα, και ξέρω ότι και εσύ όπως εγώ λυσσάς να τον φας και να ξεπαρθενευτείς. Έλα να τη βρούμε οι δυο μας και μετά κάνε ότι γουστάρεις με τα μαλακισμένα που σε τριγυρνάνε και εγώ μαζί σου».
«Άντε βρε μπαγαπόντισσα…» της απαντώ. «Τα κατάφερες πάλι με τον τρόπο σου να πάρουμε αυτό που θέλουμε και οι δυο μας».
Η Ανδρομάχη σταμάτησε απότομα, με τα μάτια της ορθάνοιχτα και το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα από την ένταση και την ξαφνική αποκάλυψη. Ο χρόνος στο δωμάτιο του ξενοδοχείου πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο, καθώς οι μνήμες από εκείνη την εφηβική νύχτα έσκασαν μπροστά της σαν κύμα.
«Αγία μου Παρθένα...» ψιθύρισε η Μάχη, κοιτάζοντας τη Ναυσικά με ένα μείγμα σοκ, θαυμασμού και απόλυτης καύλας.
«Να απολαύσει το κορμί σου έστω και για μια στιγμή... Δηλαδή η «Μουλάτα» σε είχε βάλει χέρι από τότε;»
Η Ναυσικά ξέσπασε σε ένα βαθύ, απολαυστικό γέλιο, αφήνοντας το κεφάλι της να γύρει πίσω στα μαξιλάρια, ενώ τα μάτια της φέγγιζαν από πονηριά και απόλυτη αυτοπεποίθηση.
«Είδες;» της είπε η Ναυσικά, τεντώνοντας τα χέρια της και αρπάζοντας την Ανδρομάχη από τη μέση για να τη φέρει ακόμα πιο κοντά της, κολλώντας τα κορμιά τους.
«Η Βαλερία ήξερε ακριβώς τι έκανε. Ήξερε πώς να διαπραγματεύεται τα πιο κρυφά μας όνειρα. Και εσύ, καημένη μου Μάχη, νόμιζες ότι ήσουν αθώα μαθήτρια, ενώ ήσουν το καλύτερο έπαθλο όλης της τάξης!»
Η Ανδρομάχη ένιωσε ένα ηλεκτρικό ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική της στήλη. Η ανάμνηση εκείνης της πρώτης, απαγορευμένης σπίθας ξύπνησε μέσα της όλα τα ανείπωτα θέλω, κάνοντας τη φωτιά του παρόντος να φουντώσει επικίνδυνα.
«Αυτό το μπαγαπόντισσα της ταιριάζε γάντι...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή,ν υγρή από τη διέγερση, καθώς τα χέρια της ανέβαιναν αργά για να πλέξουν τα δάχτυλά τους γύρω από τον λαιμό της Ναυσικάς. «Και να φανταστείς ότι εγώ νόμιζα πως ήμουν η μόνη που τολμούσα να σπάσω τους κανόνες απόψε... Εσύ τα έγραφες όλα στα παλιά σου τα παπούτσια από τότε!»
Η Ναυσικά χαμήλωσε το βλέμμα της στα χείλη της Ανδρομάχης, με την ανάσα τους να καίει η μία την άλλη.
«Οι κανόνες είναι φτιαγμένοι για τους άλλους, μωρό μου» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο στόμα, πριν τη φιλήσει αργά, βαθιά και απαιτητικά. «Και επειδή απόψε εμείς δεν έχουμε ούτε συζύγους ούτε δρόμους να διασχίσουμε... για πες μου. Η μαθήτρια είναι έτοιμη να πάρει άριστα στα νέα μας μαθήματα;»
«Για πες μου πως το κάνατε θέλω να το ακούσω.»
«Στην πρώτη ευκαιρία που βρίσκαμε, αρχίζαμε το γλέντι. Αρχίσαμε τα πλακομούνια και το πασπάτεμα με το δάχτυλο. Γινόμασταν μούσκεμα. Ρούφαγε η μια τα μουνόχειλα της άλλης.
«Και μετά το λύκειο ο καθένας τη ζωή του; δεν είχε συνέχεια;» της λέει η Ανδρομάχη.
«Όχι δεν είχε συνέχεια! Αυτή έφυγε στο εξωτερικό και τελείωσε τις σπουδές στην Ευρώπη, γύρισε στην Ελλάδα, παντρεύτηκε έναν άνδρα στη ηλικία της, αρκετά εμφανίσιμο, που δουλεύει σε real estate εταιρεία. Γνωρίστηκαν από τα φοιτητικά τους χρόνια και όταν τη γνώρισε την ερωτεύτηκε τρελά και παντρεύτηκαν αμέσως μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους. Παντρεύτηκε πολύ πιο γρήγορα από μένα και σήμερα η «Μουλάτα» όπως και εσύ το γνωρίζεις είναι καθηγήτρια φιλόλογος που δουλεύει σε Λύκειο σε μία περιοχή της Αθήνας. Δεν έχουμε πια πολλές σχέσεις και επαφές αλλά όταν τη συναντώ σε διαβεβαιώ παραμένει ακόμη ένα πραγματικά μελαχρινό άτι με τα μακριά μαύρα ίσα μαλλιά της. Τα πόδια της, ένα έργο τέχνης. Και το ξέρει. Ντύνεται όπως πάντα πολύ όμορφα, όχι προκλητικά-δεν την παίρνει και λόγω επαγγέλματος- και είμαι σίγουρη για τους μαθητές της στο σχολείο θα είναι μία μόνιμη βραδινή ονείρωξη. Το στήθος της ήταν σχετικά μέτριο στο μέγεθος αλλά σφιχτό. Ο κώλος της βέβαια διαγράφονταν από τις φούστες της ειδικά όταν φορούσε τα τακούνια της τόσο όμορφα που θα κόλαζε και άγιο. Ο άνδρας της καμαρώνει για αυτό, ίσως δυσκολεύεται να το παραδεχτεί αλλά είμαι σίγουρη ότι γουστάρει τρελά να μπαίνει η γυναίκα του σε ένα χώρο και να καυλώνει όλους τους άντρες. Και καλά κάνει.»
Η Ανδρομάχη άκουγε με κομμένη την ανάσα, τα μάτια της να γυαλίζουν στο ημίφως καθώς η ιστορία έκλεινε τον κύκλο της, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν. Ένα πονηρό, σχεδόν απολαυστικό χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στα χείλη της.
«Τελικά η «Μουλάτα» δεν έχασε ούτε λεπτό από τη ζωή της...» είπε η Μάχη, τινάζοντας ελαφρά το κεφάλι της και αφήνοντας ένα χαμηλό, ειρωνικό γέλιο. «Από τα ιδιαίτερα στα μαθηματικά, φιλόλογος σε λύκειο να κολακεύει τους μαθητές και να τρελαίνει τους άντρες της Αθήνας με τα τακούνια της! Και ο άντρας της, τι άλλο να κάνει; Αφού ξέρει τι θησαυρό κουβαλάει δίπλα του, λογικό είναι να καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι στο κλαρί!»
Η Ναυσικά πλησίασε ακόμα πιο κοντά, με την ανάσα της να καίει την επιδερμίδα της Ανδρομάχης. Το χέρι της, σταθερό και αχόρταγο, συνέχισε να κινείται με έναν αργό, υπνωτικό ρυθμό στα μουνοχειλα της Ανδρομάχης που έκανε κάθε σκέψη για τον έξω κόσμο να εξαφανιστεί.
«Άσε τη Βαλερία και τα λύκεια της Αθήνας» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο αυτί, δαγκώνοντας απαλά τον λοβό της. «Αυτή έγραψε τη δική της ιστορία. Εμείς εδώ, απόψε, γράφουμε τη δική μας. Και πίστεψέ με, μωρό μου... σε αυτή την τάξη, η μαθήτρια έχει πάρει ήδη φωτιά.»
Η Ανδρομάχη γύρισε απότομα, αρπάζοντας τη Ναυσικά από το σβέρκο και τραβώντας την πάνω της σε ένα βαθύ, παθιασμένο φιλί που έπνιξε τα τελευταία λόγια.
«Τότε...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή και παραδομένη, κοιτάζοντας τη κατάματα με μάτια που ζήτησαν την απόλυτη υπέρβαση, «δείξε μου τι άλλο μάθημα έχεις ετοιμάσει για απόψε...»
«Και εγώ έχω πολύ καιρό να τη δω. Χαθήκαμε από όταν έφυγε στο εξωτερικό. της λέει η Ανδρομάχη
Σπάνια τη συναντούσα! Πριν τέσσερα με πέντε χρόνια θέλαμε μια δασκάλα να βοηθήσει το μικρο μας γιο γιατί μετά από ένα οδυνηρό ατύχημα που του έτυχε είχε μείνει πίσω στα σχολικά του. Τότε ήταν που ο Αλκιβιαδης με ξάφνιασε. Ποια λες πως μου πρότεινε. «Ανδρομάχη δεν ρωτάς την πρώην κολλητή φίλη σου τη Βαλερία που είναι φιλόλογος μήπως μπορεί να τον αναλάβει;»
«Και;»
«Δεν είμαστε καλά!» σκέφτηκα. «Πως και τη θυμήθηκε;». Η απάντηση ήρθε από τον ίδιο: Την συνάντησε μου είπε στο σκακιστικό όμιλο του δήμου μας όπου η κυρία έκανε δωρεάν μαθήματα σε μικρούς μαθητές. Τον ρώτησα πως την είδε σαν εμφάνιση γιατί είχα πολύ καιρό να τη δω.»
Η Ναυσικά το διασκέδαζε. «Ο Αλκιβιάδης; Ο δικός σου ο σοβαρός νοικοκύρης συνάντησε τη Βαλερία... πού; Στον σκακιστικό όμιλο του δήμου να κάνει κοινωνικό έργο; Θεέ μου, δεν υπάρχει σωτηρία! Ο τύπος πήγε να παίξει σκάκι και βρήκε τη «Μουλάτα» να προσφέρει γνώση στα πιόνια! Και μετά σου την πρότεινε κιόλας για ιδιαίτερα στον γιο σας; Μα τι κλασικό, αριστουργηματικό άλλοθι! Ο άνθρωπος είναι ιδιοφυΐα της πονηριάς!»
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε στραβά, την ώρα που το χέρι της Ναυσικάς συνέχιζαν το αισθησιακό, ασταμάτητο παιχνίδι τους στο πλημμυρισμένο μουνί της.
«Είδες;» είπε η Μάχη με φωνή βραχνή, αναστενάζοντας απαλά καθώς η επαφή τους γινόταν ολοένα και πιο καυτή. «Εγώ καθόμουν και έλιωνα στις αμφιβολίες, κι εκείνος έστησε ολόκληρο σχέδιο εκστρατείας μέσα στα επιτραπέζια του δήμου! Αλλά τώρα... ας αφήσουμε τον σύζυγο και τις σκακιέρες του.»
Η Ναυσικά γύρισε απότομα, τραβώντας τη Μάχη πάνω της σε μια απόλυτη, σφιχτή αγκαλιά, με τα χείλη τους να ενώνονται σε ένα βαθύ, απαιτητικό φιλί.
«Για πες μου...» ψιθύρισε στην Ανδρομάχη, κοιτάζοντας τη κατάματα με μάτια που έκαιγαν από πόθο. «Όταν ρώτησες τον Αλκιβιάδης πως του φάνηκε η εμφάνιση της... εσύ τι του απάντησες; Ή μήπως προτιμάς να μου απαντήσεις έμπρακτα εδώ, τώρα, αποδεικνύοντας μου ποια από τις δυο μας ξέρει πραγματικά να κινεί τα πιόνια πάνω στο κρεβάτι;»
«Σαν μια γυναίκα που με τα δικά μου υποκειμενικά κριτήρια και τα δικά μου γούστα η γυναίκα είναι σαν να ξεπήδησε από κόμικ του Μίλο Μανάρα.» Μου λέει.
«Και;»
«Τι και! Η Απορία μου λύθηκε! Για πάμε και στο παρασύνθημα. Το βράδυ με γάμησε έτσι όπως είχε πολύ καιρό να με γαμήσει, με γαμούσε μεχρι το ξημέρωμα λες και γαμούσε το κόμικ του Μίλο Μανάρα!»
«Άλλο σε ρώτησα.»
«Για να μην τα πολυλογώ συμφωνήσαμε να πηγαίνει σπίτι της ο μικρός. Και κλείσαμε λοιπόν για δυο φορές την εβδομάδα μάθημα! Σιγά μην άφηνα εγώ να δοθεί ευκαιρία και προοπτική στον Αλκιβιάδη μιας «θερμής» σύνδεσης με το κόμικ του Μίλο Μανάρα.»
«Μάλιστα! κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε».
«Το κόμικ του Μίλο Μανάρα!» Η Ναυσικά γέλασε κι αυτή δυνατά, χώνοντας το πρόσωπο στον λαιμό της Ανδρομάχης και αφήνοντας την ανάσα της να καίει την επιδερμίδα της, ενώ τα δάχτυλά της γλιστρούσαν με απόλυτη αυτοπεποίθηση και δεξιοτεχνία πάνω στο κορμί της.
«Και εσύ, φυσικά, δεν έχασες δευτερόλεπτο!» είπε η Ναυσικά ανάμεσα στα γέλια, ανασηκώνοντας ελαφρά το σώμα της για να την κοιτάξει κατάματα.
«Έκλεισες αμέσως τα ιδιαίτερα, όχι για να σώσεις τα μαθηματικά του μικρού, αλλά για να περιφρουρήσεις τα σύνορα από το ζωντανό κόμικ του Μίλο Μανάρα! Κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε λοιπόν! »
«Ακριβώς αυτό...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή και αισθησιακή, τραβώντας τη φίλη της πιο κοντά της, μέχρι που τα στήθη τους ενώθηκαν. «Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσω το «κόμικ» παραστρατήσει μέσα στο σπίτι μου. Αλλά ξέρεις κάτι, Ναυσικά;»
Η Ανδρομάχη έκανε μια μικρή παύση, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στα χείλη της Ναυσικάς, πριν της ψιθυρίσει στο στόμα.
«Όλες αυτές οι ιστορίες με τους συζύγους, τα κόμικς και τα παλιά ιδιαίτερα... ήταν απλώς η προθέρμανση. Γιατι όλες αυτές οι ιστορίες και τα παλιά έχουν μείνει ριζωμένες μέσα μας Ναυσικά. Βλέπεις εκεί στην εφηβεία μας, τότε που μας κτυπούσαν τα βέλη του ερωτά στην τρυφερή μας ηλικία, τότε που προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε το σώμα μας, και τα σημεία που μας δίνουν ευχαρίστηση και ηδονή. Τότε που ανακαλύψαμε ότι κάπου εκεί κάτω χαμηλά μέσα στο εφηβικό μας βρακάκι, κρυμμένη μέσα στις τριχούλες, είχαμε μια βρυσούλα, που είχε αρχίσει να τρέχει και δεν θέλουμε να σταματήσει ποτέ! Τότε που ακόμη δεν τολμούσαμε να πλησιάσουμε το αντίθετο φύλο, ώστε να μας δώσει το τρυφερό του χάδι, και να κάνει το άγουρο κορμί μας να ριγήσει, εσύ με την μουλάτα είχατε βρει το τρόπο να εκφράζεται κάποιες μοναδικές ερωτικές εμπειρίες σας ή ακόμη και
φαντασιώσεις σας. Ενώ εγώ...»
«Εσύ είχες βρει άλλο τρόπο πως θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες σου και οι καύλες σου εκεί που είχε αρχίσει να ζει έντονα στο πετσί μας το σεξουαλικό εφηβικό ξύπνημα και καθώς τα πάθη μας είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν.»
«Εγώ! Τι έκανα!» Δηλώνει έκπληκτη η Ανδρομάχη..
«Ποδήλατο αγάπη μου! Αυτό έκανες! Ωραίο κορμάκι, βυζάκια στητά , ωραίο μικρό κωλαράκι, πάνω σε σέλα ποδηλάτου με ανατομικό και άνετο gel κάλυμμα! Και τα βυζάκια σου ανέμιζαν στον αέρα και πήγαιναν πάνω-κάτω, πάνω-κάτω με τα σκαμπανεβάσματα και το ρυθμό του ποδηλάτου στον ανώμαλο χωματόδρομο που μάθαινες να ιππεύεις και να ιδρώνει από τις καύλες το μουνί σου. Πως το λέει και το ρεφρέν. «Σε είδα στο ποδήλατο και ήσουν όλο τρέλα, μα ξαφνικά κατάλαβα πως έλειπε η σέλα.» Και έμαθες να ιππεύεις καλά! Και πράγματι έτσι είναι. Ιππεύεις καλά! Όχι μόνο το ποδήλατο πλέον! Έχω άδικο;»
Η Ανδρομάχη έμεινε ακίνητη για ένα δευτερόλεπτο, με τα μάτια της ορθάνοιχτα από την απόλυτη έκπληξη,
«Το ποδήλατο;» Και μου το θυμίζεις τώρα αυτό; Η σέλα με το τζελ και ο χωματόδρομος; Απίστευτο!»
«Ε βέβαια!» της είπε η Ναυσικά με φωνή ζεστή και προκλητική, ακουμπώντας το χέρι της στη μέση της και γλιστρώντας το αργά προς τα πάνω. «Νόμιζες ότι δεν σε έβλεπα; Εσύ όργωνες τους χωματόδρομους με το ποδηλατάκι, να ανεβοκατεβαίνεις στους ρυθμούς της σέλας, και μετά απορούσες γιατί γύριζες σπίτι κατακόκκινη και λαχανιασμένη! Η φύση είχε βρει τους τρόπους της πολύ πριν της Βαλερία και τα ιδιαίτερα!»
Η Ανδρομάχη ένιωσε πως τα λόγια της Ναυσικάς τη γύριζαν απευθείας στις πιο κρυφές, αισθησιακές της μνήμες.
«Καλά... το ποδήλατο τότε μπορεί να έκανε τη δουλειά του...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή και αισθησιακή, τραβώντας τη Ναυσικά πάνω της μέχρι να εξαφανιστεί κάθε χιλιοστό ανάμεσά τους. «Αλλά τι θυμάσαι τώρα, παλιού καιρού χαλάσματα. Ρε συ Ναυσικά τότε ήμασταν παιδιά.. Πιτσιρίκια όπως το λες. Ήμασταν αγνά κι αθώα παιδιά. Απονήρευτα. Θυμάμαι πώς ανεβαίναμε και κατεβαίναμε το χωματόδρομο της γειτονιάς με τα ποδήλατα μας »
«Πιτσιρίκια-Πιτσιρίκια αλλά όχι και απονήρευτα φιλενάδα μου. Θυμάμαι ότι πολύ γρήγορα ζήταγαν τα μουνάκια μας να θέλουν γαμήσι και εσύ νεαρό κορίτσι ακόμη μόλις είχες τελειώσει το Λυκειο που δεν άργησες να καβαλήσεις την πούτσα του Αλκιβιάδη. Ήταν το επόμενο «άλογο;» που αισθάνθηκες να ιππεύεις με αυτοπεποίθηση εκείνο τον καιρό;»
«Μα καλά, δεν έχεις ιερό και όσιο!» είπε η Μάχη, χτυπώντας ελαφρά τον ώμο της Ναυσικάς με το χέρι της, ενώ ένα πονηρό, κατακόκκινο χαμόγελο της πρόδιδε την αλήθεια.
«Από το ποδήλατο της γειτονιάς πήγες κατευθείαν στον Αλκιβιάδη; Τι γλώσσα είναι αυτή, ρε συ;»
Η Ναυσικά γέλασε χαμηλά, ένα βραχνό, προκλητικό γέλιο, και γλίστρησε ακόμα πιο κοντά της, ακουμπώντας το σώμα της πάνω στην Ανδρομάχη με απόλυτη ζεστασιά και οικειότητα.
«Ε, τι να κάνουμε, την αλήθεια λέω!» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο αυτί, δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα τον λοβό της.
«Τα ποδήλατα είναι καλά για την προπόνηση, αγάπη μου, αλλά η πράξη θέλει μάστορα. Και για λέγε... όταν ανέβηκες στο επόμενο «άλογο», όπως το λες, το θυμάσαι καθόλου; Ήταν τόσο καλό όσο λένε οι φήμες;»
Η Ανδρομάχη ένιωσε το κύμα της ηδονής να ανεβαίνει ξανά, καθώς η παλιά ανάμνηση έδινε τη θέση
της στο καυτό παρόν. Έπιασε τη Ναυσικά από το σβέρκο, τραβώντας την κοντά της μέχρι που τα χείλη τους βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής.
«Η αλήθεια είναι ότι από μικρή που ήμουν και ειδικά μόλις άρχισα να μπαίνω στην εφηβεία και ένιωθα τι ήταν αυτό που με γαργαλούσε ανάμεσα στα πόδια έβαζα πάντα το χέρι μου εκεί. Μέχρι που άρχισα να νιώθω ότι τα δάκτυλα μου δεν ήταν ακριβώς που αναζητούσε το φλογισμένο μουνάκι μου κι άρχισα να αναζητάω έναν πούτσο να μου πάρει αυτό το γαργαλητό.
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας την ανάσα της να κοπεί καθώς η ομολογία της κρεμόταν στον αέρα, βαριά και φορτισμένη από την ωμή, ασυγκράτητη αλήθεια της επιθυμίας της. Τα μάτια της, υγρά και σκοτεινά από τον πυρετό της στιγμής, κάρφωσαν τη Ναυσικά με μια άγρια, σχεδόν προκλητική ειλικρίνεια.
Τα δάχτυλα ήταν απλώς η αρχή, η προπόνηση για να μάθουμε που πονάμε και που καίμε. Αλλά όταν το κορμί αρχίζει να απαιτεί το κάτι παραπάνω... όταν το γαργαλητό γίνεται φωτιά που δεν σβήνει με τίποτα... τότε καταλαβαίνεις ότι θες το ολοκληρωτικό, το βαθύ, αυτό που σε γεμίζει ως το κόκαλο.
Ο Αλκιβιαδης εμφανίστηκε μια από αυτές τις μέρες που οι ορμόνες μου χτυπούσαν κόκκινο και ήθελα να γαμηθώ ακόμη και με τα πόμολα από την ντουλάπα του δωματίου μου. Ειλικρινά κάτι τέτοιες μέρες ένιωθα ότι θα καβαλήσω όποια πούτσα βρω μπροστά μου. Ήμουν πολύ καλή στο να το παίζω η μικρή καυτή πουτανίτσα, αλλά στην πράξη, όταν άρχιζαν «τα ωραία» με έπιανε ένα άγχος, κι ένας φόβος. Θυμάμαι την πρώτη μας φορά.
Ηταν τις ημέρες του Πάσχα. Σαν φιλικές οικογένειες περάσαμε μαζί τις ημέρες του Πάσχα. Μετά το πασχαλινό φαγοπότι, βρεθήκαμε εγώ και ο Αλκιβιάδης στο πίσω μέρος του σπιτιού μας με τα δέντρα. Ξέρεις εκεί ανάμεσα στη μεγάλη βερικοκιά και την ροδιά στο ξύλινο διπλό καναπέ καθίσαμε οι δυο μας. Θέλοντας να ξεμουδιάσω, έγειρα στην πλάτη του καναπέ και άπλωσα τα πόδια μου. Η κίνηση μου αυτή του αποκάλυψε το λευκό μου κιλοτάκι, πράγμα που κατάλαβα πως το βλέμμα του που είχε μείνει σταθερά προσηλωμένο εκεί και η γυναικεία αυταρέσκεια ήταν αυτά που μ έκαναν να μην του στερήσω το «θέαμα» που ήταν φανερό ότι του άρεσε.
Σιγά αλλά σταθερά, το χέρι του ανέβηκε στο μηρό μου. Δεν αντέδρασα, μου άρεσε! Και το χέρι του βρέθηκε να χαϊδεύει τις τριχούλες μου. Είχα ήδη κλείσει τα μάτια μου, από ευχαρίστηση, όταν ένα δάχτυλο άρχισε να με χαϊδεύει εκεί!
Ναι, στο παρθένο μου, εφηβικό μουνάκι, με τις ξανθές τριχούλες… Άνοιξα και το άλλο μου πόδι, προσπαθώντας να ρουφήξω την πρωτόγνωρη αυτή αίσθηση ! Το δάχτυλο μπαινόβγαινε μέχρι το σημείο που ένας γλυκός πόνος μ έκανε να τραβιέμαι ξέροντας ότι προερχόταν από τον παρθενικό μου υμένα. Κατά διαστήματα έβλεπα τον Αλκιβιάδη να γλύφει το δάχτυλο του αφού πρώτα το μύριζε. Ένας θόρυβος που ακούστηκε μέσα από το σπίτι, μας επανέφερε στην τάξη, κι έβαλε τέλος στη γλυκιά αυτή εμπειρία.
Αυτή ήταν η πρώτη μου «ερωτική επαφή» μας, και αυτός ο εφηβικός μου έρωτας ο πρώτος που άγγιξε το μουνάκι μου…Ο πρώτος που ένοιωσε τα καυτά μου υγρά. Ο πρώτος που ζωντάνεψε τη στενή μου τρυπούλα και την έκανε αυτό που έμελλε να γίνει. Ένα καυλιάρικο μουνί, πάντα καυτό, πάντα υγρό, πάντα έτοιμο και φυσικά πάντα αχόρταγο! Από τότε που τον γνώρισα δεν άργησε να φτάσει και η μεγάλη μέρα!»
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα από την ένταση και τα μάτια της να έχουν καρφωθεί στο κενό, σαν να έβλεπε ξανά μπροστά της εκείνο το ξύλινο διπλό καναπέ, ανάμεσα στη βερικοκιά και τη ροδιά. Το πρόσωπό της ήταν λουσμένο σε μια γλυκιά, σχεδόν υγρή νοσταλγία, αναμεμειγμένη με την ωμή, ασύστολη καύλα της ανάμνησης.
«Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά από τα δέντρα και το χώμα εκείνη τη μέρα...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή, σχεδόν υπνωτική.
«Ήμουν τόσο έτοιμη να παραδοθώ, που νόμιζα ότι ολόκληρος ο κόσμος γύρω μας μύριζε μόνο εμένα, τους χυμούς μου και το δέρμα μου. Και ο Αλκιβιάδης... ο Αλκιβιάδης να τρέμει σαν παιδί, αλλά να
μην τολμάει να τραβήξει το χέρι του πίσω.»
Η Ναυσικά δεν είχε πάρει τα μάτια της ούτε δευτερόλεπτο από πάνω της.
Άκουγε κάθε λέξη σαν να ήταν ιεροτελεστία, ενώ τα δάχτυλά της συνέχιζαν να κινούνται με μια αργή, βασανιστικά απολαυστική δεξιοτεχνία πάνω στο σώμα της Ανδρομάχης, παρακολουθώντας την κάθε της αναπνοή.
«Που το κάνατε πρώτη φορά;»
«Πήγαμε μια βόλτα με το αμάξι του και τελικά καταλήξαμε σε μια ερημική παραλία. Έσβησε την μηχανή και τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό μου. άρχισε να με φυλάει στο στόμα με πόθο και έβαζε την γλώσσα του βαθιά μέσα στο στόμα μου, άρχισα να πνίγομαι και να καυλώνω. Δεν με είχαν ποτέ φιλήσει με τόσο πόθο. Πήρα το θάρρος και άρχισα να τον χαϊδεύω, ενώ γρήγορα έλυσα την ζώνη του παντελονιού του και έχωσα το χεράκι μου μέσα στο σλιπ του, είχε καυλώσει πολύ, και η πούτσα του ήταν έτοιμη να εκραγεί, εγώ δεν είχα πιάσει ποτέ τόσο χοντρό πούτσο και μου φαίνονταν σαν όνειρο! Του χούφτωνα τα αρχίδια και του την έπαιζα ρυθμικά, ενώ αυτός μου έγλυφε τα μεγάλα βυζάκια μου και δάγκωνε τις ρώγες μου.
Όταν πλησίασε το χέρι του στο βρακάκι μου, παραλίγο να χύσω από την καύλα... Δεν με είχε ακουμπήσει άλλος άντρας στο μουνάκι μου. Ήταν υγρό, καυτό και έτρεχαν τα ζουμιά μου στα μπούτια μου, ένιωθα πολύ καυλωμένη, και ανυπομονούσα.Μου έβαλε το ένα δάκτυλο του μέσα στην τρυπούλα μου απότομα και το κούνησε για μερικά λεπτά μέσα έξω.
Αυτό ήταν, πολύ σύντομα έπαψα να είμαι παρθένα όταν η τεράστια ψωλάρα του μου ξέσκισε το στενό μουνάκι μου. Άντρας ωραίος και με μικροπεριπέτειες με διάφορα νυμφίδια κατά καιρούς, δεν είχε σοβαρό δεσμό με άλλη γυναίκα με αποτέλεσμα σύντομα να παντρευτούμε και από τότε, έχουμε γαμηθεί αμέτρητες φορές και έχουμε κάνει σχεδόν τα πάντα.
.Η Ανδρομάχη άφησε ένα βαθύ, λαχανιασμένο αναστεναγμό, με τα μάτια της κλειστά και το κεφάλι της γερμένο πίσω στα μαξιλάρια, καθώς η ίδια η ανάμνηση της πρώτης της ολοκληρωμένης φοράς την είχε κυριεύσει ολοσχερώς. Ο αέρας στο δωμάτιο μύριζε δέρμα, ιδρώτα και την ηλεκτρισμένη προσμονή του παρόντος.
«Εκείνη η παραλία...» ψιθύρισε η Μάχη, με τη φωνή της να τρέμει ελαφρά και τα δάχτυλά της να σφίγγονται πάνω στα σεντόνια. «Η μηχανή να σβήνει, ο αφρός από τα κύματα να ακούγεται στο βάθος, και η αίσθηση ότι ο κόσμος ολόκληρος είχε σταματήσει σε εκείνο το
αυτοκίνητο. Η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά τι σημαίνει να καίγεσαι ολοσχερώς από έναν άντρα.»
Η Ναυσικά δεν κουνήθηκε από δίπλα της. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, γεμάτο απόλυτη κατανόηση και μια άγρια, αχόρταγη δίψα. Με μια αργή, προσφυή κίνηση, έσκυψε πάνω από το κορμί της Ανδρομάχης, παρακολουθώντας κάθε της ανάσα, κάθε ρίγος στο δέρμα της.
«Ο Αλκιβιάδης μπορεί να άνοιξε τότε την πόρτα σε εκείνη την ερημική παραλία...» της ψιθύρισε η Ναυσικά στο στόμα, με τη φωνή της να στάζει μέλι και πρόκληση, ενώ το χέρι της γλίστρησε με απόλυτη αυτοπεποίθηση και κυριαρχία εκεί ακριβώς που η Μάχη φλεγόταν. «Αλλά απόψε, αγάπη μου, δεν είμαστε σε κανένα αμάξι. Και τα χέρια μου δεν πρόκειται να σε αφήσουν να πάρεις ούτε μια ανάσα ανακούφισης αν δεν σε κάνω να ξεχάσεις κάθε προηγούμενη φορά.»
Η Ναυσικά πίεσε πιο σταθερά, κάνοντας την Ανδρομάχη να τιναχτεί ελαφρά από την ορμή της ηδονής.
«Για να σε δω λοιπόν...» συνέχισε η Ναυσικά, σκύβοντας και κοιτώντας την με πάθος στα χείλη, γεύοντας τη μέχρι το μεδούλι.
«Αφού τα έχετε κάνει σχεδόν τα πάντα τόσα χρόνια... για πες μου, απόψε είσαι έτοιμη να μάθεις τι σημαίνει να σε αποτελειώνει μια γυναίκα;»
Έπεσα σε πολύ καλό σύζυγο και δυναμικό εραστή, που ξέρει να μεταχειριστεί με ιδιαίτερες ικανότητες μια γυναίκα στο κρεβάτι. Ξέρει πώς να γαμάει και να το ευχαριστιέται όχι μόνο εαυτός, αλλά και η παρτενέρ του. Και όταν έμεινα έγκυος δεν έχασε την ευκαιρία να με καλοπιάνει και να τα καταφέρει να με ξεπαρθενιάσει και από πίσω.».
«Εγώ ρε Μάχη από εκείνη την εποχή στην εφηβεία μας, θυμάμαι το νεαρό άνδρα από το κρεοπωλείο της άλλης γειτονιάς που σε προσέγγιζε και σε πολιορκούσε φορτικά αναζητώντας τον έρωτα σου. Τι έγινε τελικά έφαγε πόρτα για χάρη του Αλκιβιάδη. Τον θυμάμαι που με έντονη παρορμητικότητα και επίμονη, σχεδόν πολιορκητική διάθεση, σε προσέγγιζε ερωτικά και προσπαθούσε να σε πείσει να ενδώσεις στον έρωτα του αλλά εσύ, συνετή και μετρημένη, αντιστεκόσουν στις αυθόρμητες κινήσεις του και δεν ανταποκρινόσουν σε συναισθηματική δέσμευση μαζί του.»
Η Ανδρομάχη άφησε ένα βαθύ, λαχανιασμένο αναστεναγμό, με τα μάτια της κλειστά και το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα από την ένταση και τις αποκαλύψεις που έσκασαν σαν κύμα στο δωμάτιο. Το χαμόγελό της είχε μια πικρή, νοσταλγική γλύκα, καθώς οι παλιές μνήμες μπλέκονταν με την καυτή πραγματικότητα της στιγμής.
Η αλήθεια είναι πως αυτός ο τύπος άντρα με την έντονη πολιορκητική διάθεση, αποτυπώνεται πολύ έντονα στη μνήμη μας Ναυσικά. Τον θυμάμαι που σανπαθιασμένος εραστής, επιστρατεύει κάθε μέσο πειθούς, γοητείας και έντασης για να με διεκδικήσει σαν το αντικείμενο του πόθου του.
«Ο κρεοπώλης από την άλλη γειτονιά...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή, κουνώντας αργά το κεφάλι της. «Θεέ μου, είχα ξεχάσει πόσο επίμονος ήταν! Τον θυμάμαι να έρχεται ολοένα με το ποδήλατο, να με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που μύριζε τεστοστερόνη και κρέας, έτοιμος να με φάει λάχανο. Η αλήθεια είναι πως αυτός ο τύπος άντρα με την έντονη πολιορκητική διάθεση, αποτυπώνεται πολύ έντονα στη μνήμη μας Ναυσικά. Τον θυμάμαι που σαν παθιασμένος εραστής, επιστρατεύε κάθε μέσο πειθούς, γοητείας και έντασης για να με διεκδικήσει. Για κάποιες, γυναίκες αυτή η απόλυτη και η άμεση εκδήλωση του ενδιαφέροντος τις κολακεύει και τις συναρπάζει, για μένα αυτή η υπερβολική επιμονή και η παρορμητικότητα του ήταν κουραστική, μου θυμιζε καταδίωξη.
Εγώ να πιέζω τον εαυτό μου να φαίνομαι σοβαρή και μετρημένη για να κρατήσω την «εικόνα» προς τα έξω, όταν μέσα μου γινόταν χαμός και οι επιθυμίες μου δεν εξαφανίζονταν.
Η Ναυσικά γέλασε χαμηλά, ένα ζεστό, ατίθασο γέλιο, ενώ τα δάχτυλά της δεν σταμάτησαν ούτε δευτερόλεπτο να χαϊδεύουν με μαεστρία το κορμί της Ανδρομάχης, κάνοντας την επιδερμίδα της να ανατριχιάζει από ηδονή.
«Τι φοβόσουν; Είχες σκεφτεί ποτέ να γαμηθείς μαζί του; Πιστεύω ότι σίγουρα θα το είχες σκεφτεί γιατί κάποια φόρα που η φούστα σου ήταν αρκετά κοντή και του το κουνούσες το κωλαράκι σου σαν καυλιάρικο μωρό που ήσουν, σου το είχε πετάξει το υπονοούμενο.
«Κολάρα για σκίσιμο έχεις μανάρι μου! Θέλω σαν τρελός να βρεθούμε μωρό μου! Όλη μέρα σκέφτομαι άγρια σκηνικά μαζί σου ! » σου είχε πει και εσύ χαμογελούσες αυτάρεσκα. Το ζητούσε να κάνει παιγνίδι ο κώλος σου.
Η Ανδρομάχη άφησε ένα κοφτό, αισθησιακό αναφιλητό, καθώς τα λόγια της Ναυσικάς χτύπησαν ακριβώς πάνω στις πιο τολμηρές, κρυφές της φαντασιώσεις. Τα μάτια της σκοτείνιασαν από τον πυρετό της ανάμνησης και η ανάσα της έγινε βαριά και κοφτή.
«Αυτός ο αλήτης...» ψιθύρισε η Μάχη με φωνή βραχνή, τινάζοντας ελαφρά τα μαλλιά της στα μαξιλάρια. «Πώς τα θυμάται όλα! Ναι, μου το είχε πετάξει ακριβώς έτσι, μέσα στη μέση του δρόμου, με εκείνο το θράσος που σε έκανε να θες να τον κλωτσήσεις και ταυτόχρονα να του πέσεις στην αγκαλιά. Και η φούστα όντως... ήταν από εκείνες που δεν άφηναν και πολλά στη φαντασία!»
Η Ναυσικά πλησίασε ακόμα πιο κοντά, με τα χείλη της να ακουμπούν σχεδόν στο αυτί της, ενώ τα δάχτυλά της συνέχιζαν τον υπνωτικό, αμείλικτο ρυθμό τους πάνω στο κορμί της.
«Είδες;» της ψιθύρισε η Ναυσικά με φωνή που έσταζε πρόκληση και πονηριά. «Ο κώλος σου από τότε ζητούσε παιχνίδι, μωρό μου. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε, και γι' αυτό σελίδες ολόκληρες από τις εφηβικές σου μέρες είναι γεμάτες με αγριεμένα βλέμματα και υπονοούμενα.»
Η Ανδρομάχη γύρισε απότομα, αρπάζοντας τη Ναυσικά από τη μέση και τραβώντας
την πάνω της σε μια καυτή, αχόρταγη αγκαλιά, με τα χείλη τους να ενώνονται σε ένα βαθύ, απαιτητικό φιλί.
«Κοίτα, δεν λέω. Πραγματικά φαντασιωνόμουν κάποιες φορές που αναζητούσε να ξεδιψάσει από τις καύλες το μουνάκι μου να γαμιέμαι με τον φιλήδονο χασάπη που με πολιορκούσε αλλά πάντα φοβόμουν να το κάνω. Τότε καθόμουν μόνη μου και άρχιζα να σκέφτομαι πως να είναι άραγε το γαμήσι και να μετανιώνω για ευκαιρίες που άφηνα να πάνε χαμένες. Το μουνάκι μου ήθελε να γαμηθεί με κάποιον αλλά μιας και είχα μεγαλώσει με αρχές, πίστευα πως ποτέ δεν θα έκανα κάτι τέτοιο πριν αρραβωνιαστώ, και έπαιζα το μουνί μου για πάρτη του ενώ τον φανταζόμουν να με χαϊδεύει, να παίζει με τις ρόγες μου, να μου παίρνει την παρθενιά.»
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου