...Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)...Το ταξιδιωτικό γκρουπ βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής αργά Κυριακή απόγευμα! Τέλος Αυγούστου πρώτες μέρες φθινοπωρινές, λαμπερές, κρυστάλλινες! Οι Τελευταίες ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλάγια, φωτίζοντας με μύριες αποχρώσεις τον κόσμο, γλυκαίνοντας ακόμη περισσότερο τους απαλούς όγκους του Ολύμπου και τον απέναντι το Κίσαβο όταν το λεωφορείο μέσα από ένα δαίδαλο των στενών των Τεμπών με το φιδίσιο δρόμο, κατευθύνεται στο κάμπο της
Λάρισας. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχαν ήδη φτάσει στις λίμνες της Υλίκης, άναβαν τα φώτα σιγά σιγά και ο τόπος ήταν πλημμυρισμένος από έντονα χρώματα. Η Ναυσικά απολαμβάνει να παρατηρεί το πρώτο φεγγάρι. Είναι όμορφο της προσφέρει ηρεμία, αλλά ταυτόχρονα μαγεύεται εγείρει τη φαντασία της και όμορφες σκέψεις της έρχονταν στο μυαλό. Ένιωθε πολύ γεμάτη και μόνο υπέροχα συναισθήματα ξεπηδούσαν από τη ψυχή της, ήταν σε καλή διάθεση και η χθεσινοβραδινή ιδέα δεν λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό της.
«Που αρμενίζει το μυαλουδάκι σου Ναυσικά;»
Η φωνή της Ανδρομάχης, χαμηλή και γεμάτη μια γλυκιά οικειότητα, την επανέφερε απαλά στην πραγματικότητα του λεωφορείου. Η Ναυσικά έστρεψε το κεφάλι της από το παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα της να συναντήσει τα μάτια της φίλης της που καθόταν ακριβώς δίπλα της.
Το ηλιοβασίλεμα είχε ήδη βάψει την Υλίκη με πορφυρές και χρυσαφένιες ανταύγειες, ενώ το πρώτο φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν στα ήρεμα νερά της λίμνης.
«Αρμενίζει εκεί που το άφησες εσύ χθες το βράδυ, Μάχη μου...» ψιθύρισε η Ναυσικά με ένα πονηρό, όλο νόημα χαμόγελο, φέρνοντας το πρόσωπό της τόσο κοντά που μόνο η Ανδρομάχη μπορούσε να την ακούσει πάνω από τον μονότονο θόρυβο της μηχανής.
Έπιασε διακριτικά το χέρι της Ανδρομάχης κάτω από τη ζακέτα που είχαν ρίξει στα γόνατά τους, μπλέκοντας τα δάχτυλά της με τα δικά της, νιώθοντας την ίδια θερμή, ηλεκτρισμένη οικειότητα που τις είχε ενώσει στη Θεσσαλονίκη.
«Το μυαλό αρμενίζει σαν καράβι στο πέλαγος Ανδρομάχη, με πάει πολλές φορές σε στιγμές υπέροχες σχεδόν ψεύτικες.»
«Μόνο με ευχές δεν αρμενίζουν τα καράβια. Θέλουν νερό, αέρα και καπετάνιο. Έτσι και το μυαλουδάκι μας Ναυσικά, γι΄ αυτό κάνε ποδήλατο με σπασμένα φρένα στις όμορφες σκέψεις σου!»
Η Ναυσικά Χαμογέλασε, πήρε μια βαριά ανάσα και άρχισε ήρεμα τη διήγηση στο που ταξιδεύει το μυαλό της!
Η φωνή της, χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή για να μην την ακούει κανείς άλλος, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα της φαντασίας της.
«Ρε φιλενάδα το νιώθεις και εσύ ότι το ταξίδι της επιστροφής μας, μετά από την τριήμερο εκδρομή μου φαίνεται πιο σύντομο απ’ ότι αυτό που κάναμε για να φτάσουμε στον προορισμό μας αρχικά;»
Αν και πολύ κουρασμένη, το μυαλό της δεν ξεκολλάει από τη συζήτηση που είχανε με την φιλενάδα της στη βραδινή ερωτικής τους περιπλάνηση.
«Μωρό μου γλυκό το σκέφτηκα. Όλα θα ξεκινήσουν στο νησί της Τήνου. Πριν ανοίξουν τα σχολεία ξέρω ότι πηγαίνεις για προσκύνημα κάθε χρόνο και σε συνοδεύει ανελλιπώς και ο κούκλος σου. Αλήθεια πες μου πως το καταφέρνεις αυτό;
«Ποιο;»
«Ποιο άλλο;» της απάντησε ψιθυριστά, σκύβοντας λίγο πιο κοντά της, ώστε η φωνή της να χάνεται στον βόμβο της μηχανής. «Το πως καταφέρνεις κάθε χρόνο να κουβαλάς τον μονογαμικό και ηθικό σου σύζυγο στο νησί της Μεγαλόχαρης, να κάνετε τάματα, νηστείες και προσευχές... και την ίδια στιγμή να έχεις το μυαλό σου έτοιμο να γκρεμίσει όλα τα ταμπού! Πώς του τα καταφέρνεις και σε ακολουθεί
παντού, σαν καλό παιδί, ενώ εσύ... εσύ οργανώνεις επαναστάσεις στο κρεβάτι μας;»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, την κοίταξε με μια σπίθα διασκέδασης στα μάτια και, παρά την κούραση της διαδρομής, ένα σαρδόνιο, γλυκό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
Κράτα και λίγο σεξουαλικό μυστήριο στη συζήτηση, ώστε να προετοιμάσεις το έδαφος, με πρόθεση να τον διεγείρεις και να αφεθεί στα σεξουαλικά μας ερεθίσματα, προκειμένου να ευχαριστηθεί. Έτσι και αλλιώς δεμένο στο βρακί σου τον έχεις, και εκεί θα κάνουμε τα πράγματα που μας αρέσουν. Πιστεύω να συμφωνείς και συ να καλέσουμε και το ρασοφόρο ώστε σ’ ένα τόσο σημαντικό γεγονός όπως η σχεδιασμένη αναχώρηση του να έχει τον θερμό αποχαιρετισμό μας, θα χαρεί πολύ να ταξιδέψει μαζί μας.
«Χμμ μάλλον πιο πολύ θα χαρεί που θα είναι και ο Αλκιβιάδης μαζί μας.» Σκέφτεται, με το γνωστό της ελαφρώς πρόστυχο ύφος, ρίχνοντας ένα χαμόγελο κατανόησης στην Ανδρομάχη.
Η Ανδρομάχη δεν κατάλαβε. Δεν είδε το πονηρό χαμόγελο που έσκασε η Ναυσικά. Δεν πονηρεύτηκε.
«Είσαι αδιόρθωτη, Ναυσικά...» ψιθύρισε η Ανδρομάχη με φωνή βραχνή, αλλά γεμάτη ενθουσιασμό.
«Αλλά ξέρεις τι;» συνέχισε η Μάχη, σκύβοντας τόσο κοντά που οι ανάσες τους ενώθηκαν ξανά, με τα φώτα της Αττικής να διαγράφονται πια στον ορίζοντα καθώς ζύγωναν στην Αθήνα. «Το πρόγραμμα θα γίνει. Ο Αλκιβιάδης θα χαρεί, ο ρασοφόρος θα κάνει τις προσευχές του... κι εμείς οι δυο θα γράψουμε τους δικούς μας κανόνες. Αφού το είπες κι εσύ, τα φρένα έχουν σπάσει για τα καλά. Στην Τήνο, λοιπόν...»
«Έχεις απόλυτο δίκιο, φιλενάδα...Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Οι εποχές που οι άνδρες κρατούσαν τα στεγανά με κλειστά μάτια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, ηδονίζονται με την ιδέα της ελευθερίας μας, τη ζητούν, τη διεκδικούν, γίνονται μέρος της.»
«Και ο δικός μου...» συνέχισε με φωνή χαμηλή, γεμάτη υποσχέσεις, «ξέρει καλά να ακούει, να παρατηρεί και να ενδίδει εκεί που οι άλλοι φοβούνται να κοιτάξουν. Αν του δώσεις την κατάλληλη ώθηση, αν του το παρουσιάσεις με τον σωστό τρόπο... όχι μόνο δεν θα σοκαριστεί, αλλά θα κάψουμε μαζί κάθε ταμπού.»
«Στηρίξου επάνω μου!» Λέει η Ναυσικά. «Κάτι ξέρω από παρτούζες μωρό μου! Αποφάσισα λοιπόν, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Ήδη φαντάζομαι τις σκηνές που θα δίνουν σάρκα και οστά στις ερωτικές φαντασιώσεις μας στην σουίτα ενός ξενοδοχείου και να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και την ηδονή να φωλιάζει μέσα μας. Θα έχουμε δυο άντρες στο κρεβάτι οι οποίοι θα δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να μας ικανοποιήσουν και να μας βγάζουν τα κρυμμένα τρόπαια της ηδονής…
Η Ανδρομάχη την κοίταξε με τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά, νιώθοντας ένα θερμό κύμα να τη διαπερνά από την κορυφή ως τα νύχια. Η τόλμη της Ναυσικάς ξεπερνούσε πλέον κάθε προσδοκία, μετατρέποντας τις απλές σκέψεις σε ένα ολοκληρωμένο, εκρηκτικό σχέδιο.
«Δύο άντρες...;» ψιθύρισε η Μάχη, με τη φωνή της να σπάει ελαφρά από την προσμονή, καθώς το λεωφορείο έκανε τους τελευταίους ελιγμούς του πριν σταματήσει εντελώς. «Εσύ δεν παίζεις απλώς
με τη φωτιά, Ναυσικά... εσύ βάζεις φωτιά σε ολόκληρο το σκηνικό!»
...............Ο Αλκιβιάδης, περασμένη ώρα εκεί που αρχίζει να φθίνει η μέρα και ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψει, βρίσκεται στον προαύλιο χώρο της μικρής εκκλησίας τους αναμένοντας την επιστροφή της Ανδρομάχης με την κολλητή της φίλη τη Ναυσικά από τη προσκυνηματική εκδρομή τους.
Εκεί στο μεγάλο προαύλιο χώρο συνάντησε και τον ιερέα ο οποίος είχε επιστρέψει νωρίς το απόγευμα από την Θεσσαλονίκη αεροπορικώς και ανέμενε ομοίως το σεβαστό ποίμνιο της ενορίας του.
Ο ήλιος, μια γιγάντια πορτοκαλί σφαίρα, έσταζε τις τελευταίες του αχτίδες πάνω στα κεραμίδια της μικρής ενοριακής εκκλησίας, βάφοντας τους τοίχους και τα γύρω πεύκα με ένα βαθύ, σχεδόν αλχημικό χρυσαφί. Η απογευματινή κάψα της Αττικής αρνιόταν να υποχωρήσει, κι έτσι ο αέρας στο προαύλιο παρέμενε βαρύς, φορτισμένος με την ανάμεικτη μυρωδιά του καψαλισμένου ρετσινιού και του γλυκού λιβανιού που αναδυόταν από το εσωτερικό του ναού.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, κοιτάζοντας κατά διαστήματα τον κεντρικό δρόμο. Απέναντί του, σε απόσταση ελάχιστων βημάτων, ο ιερέας τον παρατηρούσε με ένα βλέμμα ήρεμο, σχεδόν διαπεραστικό. Η εικόνα του παπά δεν παρέπεμπε σε αυστηρό γέροντα·,τα ράσα του, ραμμένα από ένα ελαφρύ, ποιοτικό ύφασμα που ανέμιζε ανεπαίσθητα στο λιγοστό αεράκι, είχαν μια σύγχρονη, γραμμή που αγκάλιαζε τη στιβαρή του κορμοστασιά. Ήταν περιποιημένος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, από το καλοχτενισμένο μούσι μέχρι τη διακριτική καθαριότητα στα χέρια του.
Οι δυο τους μοιράζονταν το ίδιο ακριβώς ανάστημα, κάτι που έκανε την οπτική τους επαφή άμεση, σχεδόν ισότιμη, χωρίς τη συνηθισμένη απόσταση που επιβάλλει το σχήμα του ιερέα.
«Αργούν, Αλκιβιάδη...» είπε ο ιερέας με τη μπάσα, γαλήνια φωνή του, σπάζοντας τη σιωπή του δειλινού. «Αλλά η διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη τέτοια ώρα, Κυριακή απογευματάκι, έχει πάντα την ταλαιπωρία της. Σημασία έχει πως επιστρέφουν πλήρεις... πνευματικά.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ελαφρά, νιώθοντας την οικειότητα που τον έδενε με τον ιερέα, αλλά και μια περίεργη ανυπομονησία να δει την Ανδρομάχη.
«Το ξέρω, πάτερ» απάντησε ο Αλκιβιάδης. «Η Ανδρομάχη περίμενε πως και πως αυτό το τριήμερο. Με τη Ναυσικά παρέα, φαντάζομαι θα είχαν πολλά να πουν στη διαδρομή. Εσείς, πάντως, γλιτώσατε την ταλαιπωρία του λεωφορείου με την πτήση.»
Ο ιερέας έκαμε μια μικρή, ανεπαίσθητη κίνηση με το κεφάλι, ενώ τα μάτια του άστραψαν στο ημίφως του ηλιοβασιλέματος.
«Η πτήση ήταν σύντομη, πράγματι. Όμως το ταξίδι της ψυχής, Αλκιβιάδη, μένει πάντα πίσω... στους
δρόμους και στις συζητήσεις που γίνονται μακριά από τη συνήθεια της καθημερινότητας.
«Πως και έτσι σε εκκλησιαστικό χώρο; Κατά λάθος ξεπέζεψες εδώ μέσα;», τον ρώτησε πειρακτικά, περισσότερο σαν προσπάθεια να χαλαρώσουν.
«Κάθε άλλο! Τα εκκλησιαστικά πανηγύρια, και οι εκκλησιαστικες εκδρομές είναι ο κρυφός καημός μου». Του απάντησε επίσης πειρακτικά ο Αλκιβιάδης.
Ο ιερέας ξέσπασε σε ένα βαθύ, γάργαρο γέλιο που αντήχησε στον άδειο προαύλιο χώρο, ενώ τα μάτια του έλαμψαν γεμάτα νόημα κάτω από τα πυκνά του φρύδια. Ήταν ολοφάνερο πως η οικειότητα μεταξύ τους είχε ξεπεράσει προ πολλού τα τυπικά όρια μιας απλής ενοριακής σχέσης.
«Κρυφός καημός, ε;» είπε ο ιερέας, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο με μια χειρονομία γεμάτη δύναμη. «Πρόσεχε μόνο τι εύχεσαι, Αλκιβιάδη... Γιατί τα πανηγύρια και οι εκδρομές της Εκκλησίας έχουν μια περίεργη δύναμη να βγάζουν στην επιφάνεια πράγματα που δεν τα περιμένει κανείς. Κι αν αποφασίσει η Μεγαλόχαρη να σου εκπληρώσει τις κρυφές σου επιθυμίες, μετά δεν έχει υπαναχώρηση!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε, νιώθοντας την ατμόσφαιρα να αλαφραίνει, αν και η ατάκα του παπά άφησε ένα αδιόρατο, πονηρό υπονοούμενο να αιωρείται στον θερμό αέρα.
«Δεν φοβάμαι τις επιθυμίες μου, πάτερ» απάντησε ο Αλκιβιάδης με μια σιγουριά που έκρυβε τη δική της ένταση. «Εξάλλου, όπως λέτε κι εσείς, όλα για κάποιο λόγο γίνονται.»
«Έτσι είναι...» ψιθύρισε ο ιερέας, ισιώνοντας τα ελαφριά, μοντέρνα ράσα του, καθώς η νύχτα άρχιζε πια να απλώνεται για τα καλά πάνω από την εκκλησία, σκεπάζοντας τα πεύκα και το προαύλιο με βαθιές σκιές. «Και κάτι μου λέει πως η αποψινή επιστροφή της Ανδρομάχης θα φέρει μαζί της έναν αέρα που θα μας εκπλήξει όλους.»
Στη συνέχεια αναλώθηκαν σε φιλική συζήτηση με θέμα το ταξίδι του ιερέα στο Άγιο Όρος.
«Αν και είναι πολύ δύσκολο κανείς να εκφράσει με λόγια τις εμπειρίες του απ’ αυτό το μοναδικό ταξίδι, την μνημειακή του διάσταση, το μεγαλείο του.
Ένα ταξίδι στο μύθο, στην πραγματικότητα και στην ιστορία. Φίλε μου κάλε! Μες στο μυαλό μου ήσουνα συνεχώς! Γιατί δεν ήρθες; Θα περνούσαμε καλά εμείς οι δύο, είμαι σίγουρος»
«Την επομένη φορά άγιε πατέρα θα πάμε παρέα. Στο υπόσχομαι!»
«Ναι, το θέλω κι εγώ πολύ! Θα είναι πολύ καλύτερα όταν θα είμαστε μόνοι μας χωρίς αυτή τη μόνιμη μιζέρια των ενοριτών. Μη μου στερήσεις τη συντροφιά σου, και αυτή τη χαρά! Εγώ είμαι πάντα διαθέσιμος ψυχή και σώμα και το γνωρίζεις ότι πάντα την αναζητώ τη συντροφιά σου άλλα εσύ διστάζεις και όταν με αποφεύγεις με κομματιάζεις.»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός, αιφνιδιασμένος από την απρόσμενη συναισθηματική ένταση και την αφοπλιστική ειλικρίνεια στα λόγια του ιερέα. Το ημίφως του προαυλίου έκρυβε τις εκφράσεις των προσώπων τους, όμως η ατμόσφαιρα είχε πλέον φορτιστεί με μια βαθιά, σχεδόν εξομολογητική οικειότητα.
«Δεν σε αποφεύγω, πάτερ...» απάντησε ο Αλκιβιάδης με χαμηλή, ήρεμη φωνή, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά. «Απλώς οι υποχρεώσεις, η καθημερινότητα, η οικογένεια... ξέρεις πώς είναι. Όμως εκτιμώ αφάνταστα τη φιλία σου και την εκτίμηση που μου δείχνεις. Σου το υπόσχομαι, την επόμενη φορά στο Όρος θα είμαστε οι δυο μας, μακριά από όλους και από όλα.»
Ο ιερέας τον κοίταξε στα μάτια, με το βλέμμα του να μαλακώνει. «Κράτα την υπόσχεσή σου, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε ο ιερέας, ισιώνοντας ξανά τα ράσα του και παίρνοντας την επίσημη
στάση του οικοδεσπότη. «Γιατί εγώ δεν ξεχνώ ποτέ όσα τάματα γίνονται.»
«Πάτερ! Κάπου με αδικείς! Με τα εκκλησιαστικά δρώμενα ίσως έχεις ένα δίκιο! Το υπόσχομαι πως την επόμενη φορά θα πάμε παρέα στο άγιο όρος.»
Το σκοτάδι έχει πέσει, μικρές δέσμες φωτός περιμετρικά του προαυλίου της φρεσκοβαμμένης εκκλησίας φωτίζουν το χώρο. Το φεγγάρι στο καθαρό ουρανό μοιάζει με ένα δίσκο από νεφρίτη. Το σεληνόφως που ξεχύθηκε τους βρίσκει αναπαυτικά καθισμένους στο ξύλινο παγκάκι κάτω από ένα μεγάλο πεύκο.
Η ησυχία που απλώθηκε στο προαύλιο μετά την αναχώρηση της γυναίκας ήταν σχεδόν απόκοσμη. Το σεληνόφως έπεφτε γλυκά πάνω στο ξύλινο παγκάκι κάτω από το πεύκο, ενώ ο αέρας κουβαλούσε τη γνώριμη, ζεστή μυρωδιά του ρετσινιού και του λιβανιού.
Οι δύο άντρες κάθονταν αναπαυτικά ο ένας δίπλα στον άλλον. Με την εγγύηση ότι θα έμεναν ανενόχλητοι μέχρι να φανεί το λεωφορείο με το ποίμνιο, η ατμόσφαιρα ανάμεσα τους χαλάρωσε ξανά, παίρνοντας μια πιο οικεία και βαθιά εξομολογητική τροπή.
Ο ιερέας ακούμπησε την πλάτη του στο ξύλο, ίσιωσε τα ελαφριά του ράσα και κοίταξε τον
Αλκιβιάδη με ένα χαμόγελο που έκρυβε μια δόση αυτοσαρκασμού αλλά και μια αφοπλιστική ειλικρίνεια.
«Λοιπόν, Αλκιβιάδη...» άρχισε να λέει χαμηλόφωνα, αφήνοντας τη βαρύτονη φωνή του να ενωθεί με το θρόισμα των βελονών του πεύκου. «Αφού έχουμε ακόμα χρόνο μέχρι να καταφθάσει το λεωφορείο με την Ανδρομάχη και τους υπόλοιπους, πες μου... Πώς βλέπεις εσύ τα πράγματα; Γιατί καλή η κουβέντα για το Άγιο Όρος και τις εκδρομές, αλλά ξέρω πως το μυαλό σου ταξιδεύει κι αλλού. Και πίστεψέ με, ως εξομολόγος έχω μάθει να διαβάζω τους ανθρώπους πριν καν ανοίξουν το στόμα τους.»Η εκκλησία είναι σχετικά μικρή, με ωραίο όμως και πολύ μεγάλο περιβάλλοντα χώρο, με πολλά δέντρα.
Η γυναίκα που φροντίζει την εκκλησία τους μεταφέρει την πληροφορία πως υπάρχει καθυστέρηση στην άφιξη των εκδρομέων και αν ο ιερέας δεν τη χρειάζεται κάτι άλλο να πάει μέχρι το σπίτι της που είχε κάποια δουλειά και θα γύριζε και πάλι αργότερα. Ο ιερέας της λέει θα κλείσει αυτός την εκκλησία, δεν είναι απαραίτητο να ξανάρθει. Τους είχε συνεπάρει η συνομιλία τους και φρόντιζε να μείνουν ανενόχλητοι.
Η γυναίκα ήταν γύρω στα σαράντα πέντε μελαχρινή ψηλή, του Αλκιβιάδη του έμοιαζε για νότια Ιταλίδα, σφριγηλό κορμί, όντας γεροδεμένη κράτα το κεφάλι ψηλά και την πλάτη ίσια προτάσσοντας το στήθος, διατηρούσε έναν αέρα σιγουριάς.
Το εφαρμοστό τζιν που φορούσε της αναδείκνυε τις καμπύλες και το λίκνισμα των γοφών της. Διασχίζοντας αγέρωχη με αργό βήμα τον προαύλιο χώρο εμπρός τους κουνώντας όσο πρέπει τους γοφούς, στη κίνησή της υπήρχε κάποια νωχέλεια που φάνταζε να εκπέμπει ερωτικό λίκνισμα και σεξουαλική αύρα που ταυτόχρονα δήλωνε αυτοπεποίθηση και δυναμισμό.
Η παρουσία της γυναίκας λειτούργησε σαν μαγνήτης που αιχμαλώτισε αμέσως την προσοχή και των δύο ανδρών. Κάθε της βήμα πάνω στις πλάκες του προαυλίου άφησε έναν ανεπαίσθητο, ρυθμικό ήχο, καθώς το σεληνόφως αγκάλιαζε τη σιλουέτα της, τονίζοντας τις έντονες καμπύλες και τον αέρα της μεσογειακής της ομορφιάς.
Ο Αλκιβιάδης παρακολουθούσε τη νωχελική της κίνηση χωρίς να κρύβει τον θαυμασμό του, νιώθοντας την ατμόσφαιρα στο προαύλιο να φορτίζεται από μια ξαφνική, αδιόρατη ένταση.
«Βλέπεις αυτό που βλέπω, πάτερ;» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, χωρίς να απομακρύνει τα μάτια του από την ψηλή, μελαχρινή γυναίκα που διάσχιζε τον χώρο με απόλυτη αυτοπεποίθηση.
«Υπάρχουν γυναίκες που απλώς περπατούν... κι υπάρχουν κι εκείνες που, σε κάθε τους βήμα, επιβάλλουν την παρουσία τους χωρίς να πουν ούτε λέξη.»
Ο ιερέας δίπλα του έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του, στενεμένα κάτω από το φως του φεγγαριού, ακολούθησαν την πορεία της μελαχρινής γυναίκας, ενώ το βλέμμα του πρόδιδε πως η σεξουαλική αύρα που εξέπεμπε δεν είχε περάσει καθόλου απαρατήρητη.
«Η ομορφιά και ο δυναμισμός, Αλκιβιάδη,» είπε ο ιερέας με τη μπάσα, ήρεμη φωνή του, αν και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στη γωνία των χειλιών του, «είναι δώρα που λίγοι άνθρωποι ξέρουν να τα κουβαλούν με τέτοια χάρη. Και μια τέτοια γυναίκα... ξέρει ακριβώς τη δύναμη που διαθέτει.»
Η γυναίκα συνέχισε την πορεία της αγέρωχη, αφήνοντας πίσω της ένα ελαφρύ άρωμα που μπερδεύτηκε γλυκά με τη μυρωδιά του πεύκου και του λιβανιού, ενώ η προσμονή για την άφιξη του λεωφορείου αποκτούσε πλέον μια εντελώς νέα, απρόσμενη τροπή.
Ο Αλκιβιάδης παρακολουθούσε την κάθε της κίνηση, νιώθοντας την ανάσα του να βαρύνει. Το λίκνισμα των γοφών της γυναίκας, έτσι όπως διαγράφονταν στο σφιχτό τζιν κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, ξύπνησε μέσα του μια άγρια, απροκάλυπτη λαγνεία.
Ο μεταλλικός ήχος της καγκελόπορτας που έκλεισε πίσω από τη γυναίκα αντήχησε στη σιγαλιά της νύχτας, σφραγίζοντας την απομόνωσή τους στο προαύλιο. Ο Αλκιβιάδης έμεινε να κοιτάζει το σημείο όπου είχε χαθεί η σιλουέτα της, νιώθοντας ακόμα το αίμα του να κοχλάζει από την ερωτική της αύρα.
Όμως, το λίκνισμα εκείνο λειτούργησε σαν καταλύτης. Στο μυαλό του, η εικόνα της γυναίκας μεταμορφώθηκε αστραπιαία στη μορφή της Βαλερίας. Ξαναζούσε κάθε δευτερόλεπτο από τη χθεσινή τους απρόσμενη συνάντηση ανάμεσα στους διαδρόμους του super market, τα βλέμματα που
διασταυρώθηκαν, την ηλεκτρισμένη αμήχανη σιωπή, τον υπόγειο πόθο που ξύπνησε ακαριαία.
Η καρδιά του σκίρτησε άγρια, απειλώντας να διαλύσει την ψυχραιμία του.Αμέσως όμως, η εσωτερική φωνή της ηθικής, οι κανόνες και οι δεσμεύσεις που πάντα προσπαθούσε να ζυγίζει, ύψωσαν τείχος. Το μυαλό του προέβαλε αντιρρήσεις, φέρνοντας μια έντονη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο ακατανίκητο πάθος και την τάξη της ζωής του.
Έριξε μια βαθιά ανάσα, φύσηξε και ξεφύσηξε δυνατά, αφήνοντας τον δροσερό νυχτερινό αέρα να γεμίσει τα στήθη του, μέχρι που η αναπνοή του άρχισε σιγά σιγά να βρει ξανά τον κανονικό της ρυθμό.
Ο ιερέας, παρατηρώντας την έντονη αναστάτωση και την προσπάθεια του Αλκιβιάδη να συγκεντρωθεί, χαμογέλασε με νόημα. Άπλωσε το χέρι του και του χτύπησε ελαφρά την πλάτη.
«Μεγάλος ο πειρασμός, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε ο παπάς με τη χαμηλή, βαρύτονη φωνή του. «Βλέπω τη μάχη που δίνεις μέσα σου. Η σάρκα ζητάει το δικό της, αλλά το μυαλό βάζει φρένο. Μόνο που μερικές φορές, όσο περισσότερο προσπαθείς να σβήσεις μια φωτιά, τόσο εκείνη φουντώνει στις σκιές.»
Στρέφοντας το βλέμμα του προς την είσοδο του προαυλίου, ο ιερέας πρόσθεσε:
«Και τώρα, ετοιμάσου. Σε λίγο φτάνουν οι δικοί μας... και φοβάμαι πως η αποψινή νύχτα δεν θα αφήσει κανέναν μας σε ησυχία.»
Η κουβέντα κυλούσε αβίαστα, σχεδόν ανάλαφρα και ο ιερέας χαμογελούσε αινιγματικά, αόριστα! Ερημιά και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει γύρο τους όταν έμειναν μόνοι οι δύο τους. Ο ιερέας δήθεν αυστηρά τον επιπλήττει και ζύγωσε δίπλα του κόλλησαν οι μηροί τους..
«Τι είναι αγορίνα μου; Φουσκοθαλασσιές; Τι βλέπω; έπαθες την πλάκα σου με τον πισινό της κυράς;».
«Μμμμ…» συνέχισε ο ιερέας κοιτάζοντας με πονηρό χαμόγελο το φούσκωμα στο παντελόνι του φίλου του. «Η κυρία είναι βέβαια της παλιάς σχολής γυναίκα αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι για την ηλικία της έχει ασύλληπτα όμορφο και σφιχτό κώλο. Είναι και η φύση έτσι που ο άνδρας βλέπει μια γυναίκα με ωραία τα οπίσθια και τη θέλει. Φαντάζεται κατευθείαν πως θα ήταν αν κάνανε πρωκτικό ή τέτοια πράγματα... πάει μόνο του το μυαλό! Λέει πω-πω μια κουκλάρα και εννοει τον κώλο της!»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει τη ζεστή επαφή των μηρών τους, καθώς το σκοτάδι έχει αγκαλιάσει πλέον για τα καλά το προαύλιο της εκκλησίας. Η απόσταση ανάμεσά τους έχει μηδενιστεί, και η βαριά, νυχτερινή ησυχία κάνει κάθε λέξη του ιερέα να αντηχεί με μια αφοπλιστική, σχεδόν προκλητική αμεσότητα.
Χαμογελά αμήχανα, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά το βλέμμα του ιερέα, καρφωμένο πάνω του με απόλυτη σιγουριά, δεν αφήνει περιθώρια για δικαιολογίες.
«Πάτερ, εσύ δεν χαρίζεσαι σε κανέναν, έτσι;» μουρμουρίζει ο Αλκιβιάδης με φωνή χαμηλή, νιώθοντας
την πίεση στο παντελόνι του και τη θερμότητα από το σώμα του ιερέα να τον διαπερνά. «Αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς ότι τέτοιες εικόνες δεν αφήνουν κανέναν άντρα ασυγκίνητο. Ακόμη κι εσύ, με τα ράσα, παρατήρησες την κάθε λεπτομέρεια...»
Ο ιερέας γλιστράει το χέρι του λίγο πιο κοντά στον μηρό του Αλκιβιάδη, αφήνοντας ένα μικρό, υπόκωφο γέλιο να ξεφύγει από τα χείλη του.
«Τα ράσα, Αλκιβιάδη μου, ντύνουν τον παπά, δεν σβήνουν όμως τη φύση του άντρα» ψιθυρίζει, γέρνοντας τόσο κοντά που η ανάσα του αγγίζει το αυτί του Αλκιβιάδη. «Κι όταν ένας άντρας βλέπει την επιθυμία να φουσκώνει δίπλα του... οφείλει να είναι ειλικρινής. Μην ντρέπεσαι. Εδώ είμαστε οι δυο μας, κάτω από το φεγγάρι. Πες μου λοιπόν... ήταν μόνο η κυρία που σε ξεσήκωσε, ή μήπως η σκέψη σου γυρνάει ήδη σε όσα πρόκειται να συμβούν όταν φτάσει το λεωφορείο;»
«Η κυρία έρχεται συχνά στην εκκλησία;» Τον ρωτάει ο Αλκιβιαδης.
«Ναι σήμερα είχε έρθει από νωρίς για να καθαρίσει την εκκλησία. Να τακτοποιήσει τα κεριά, να γυαλίσει τις εικόνες, να απλώσει το αρωματισμένο πανί στα ιερά μάρμαρα. Όπως κάθε νοικοκυρά που τακτοποιεί και αγαπάει το σπίτι της, το φροντίζει σαν παιδί που έχει ανάγκη, έτσι και η κυρία Ευτέρπη την αγαπά την εκκλησία του Αϊ – Γιάννη. Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ ένιωσε. Καθόλου παράξενο λοιπόν που η εκκλησία για εκείνη να είναι συνδεδεμένη τόσο έντονα με τις ανέμελες στιγμές των παιδικών της χρόνων.»
Ο Αλκιβιάδης άκουσε τον ιερέα με προσοχή, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί για λίγο στα σκιερά σημεία του προαυλίου, εκεί όπου τα ψηλά πεύκα έπαιρναν παράξενες μορφές κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού. Η αποκάλυψη της ταυτότητας και της ιστορίας της γυναίκας,της κυράς Ευτέρπης, έδωσε μια άλλη διάσταση στη σκηνή που μόλις είχε εκτυλιχτεί, συνδέοντας το παρόν με τις ρίζες αυτού του τόπου.
«Η Ευτέρπη...» επαναλήφθηκε χαμηλόφωνα ο Αλκιβιάδης, αισθανόμενος τους μηρούς τους να ακουμπούν ακόμα ζεστά στον ξύλινο πάγκο. «Λογικό, λοιπόν, να κουβαλάει αυτή την αύρα. Όταν ένας άνθρωπος είναι δεμένος με έναν τόπο από τα γεννοφάσκια του, αυτό φαίνεται στο περπάτημα του, στον τρόπο που στέκεται, ακόμα και στον αέρα που αφήνει πίσω του φεύγοντας.»
Ο ιερέας χαμογέλασε, ισιώνοντας τα μανίκια από τα ελαφριά του ράσα, ενώ η οικειότητα μεταξύ τους είχε πια πυκνώσει, μετατρέποντας τη συζήτηση σε μια ψιθυριστή εξομολόγηση μέσα στη νυχτερινή ησυχία.
«Ακριβώς έτσι, φίλε μου» συμφώνησε ο ιερέας, με τη φωνή του να παίρνει έναν τόνο πιο μελαγχολικό, αλλά ταυτόχρονα βαθιά αισθησιακό. «Οι άνθρωποι εδώ πέρα είναι φτιαγμένοι από μνήμη και χώμα. Ξέρουν κάθε γωνιά, κάθε πέτρα, κάθε ρυτίδα του ναού. Και η Ευτέρπη, παρά τα χρόνια της, διατηρεί αυτή τη φλόγα... μια φλόγα που, είτε το θέλουμε είτε όχι, ξυπνάει ένστικτα που η καθημερινότητα προσπαθεί μάταια να θάψει.»
Έκανε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας πλαγίως τον Αλκιβιάδη με τα μάτια του να γυαλίζουν στο ημίφως.
«Άλλωστε, οι εκκλησίες και τα προαύλια τους δεν είναι μόνο για προσευχές, Αλκιβιάδη...» πρόσθεσε με νόημα, αφήνοντας τα δάχτυλά του να ακουμπήσουν διακριτικά το γόνατο του φίλου του. «Είναι και τα μέρη όπου οι άνθρωποι συναντούν τις αλήθειες τους. Ή μήπως όχι;»
Ο Αλκιβιάδης καθώς στεκόταν σιωπηλός και βυθισμένος στις σκέψεις του, τη ροή τους διέκοψε ένα άγγιγμα.
«Μη παίρνεις αυτό το ύφος φίλε μου. Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς, μακάρι να ήξερα.»
Ο Αλκιβιαδης δεν του απάντησε. Έκλεισε νωχελικά τα μάτια του αφήνοντας την καλοκαιρινή μυρωδιά να ποτίσει τα ρουθούνια του. Ήταν το χέρι του ιερέα που τον ξάφνιασε. Στην αρχή ζάρωσε προσπαθώντας να αποφύγει το άγγιγμα του, μόλις είδε ότι ο ιερέας είχε απλώσει το χέρι του σαν καμουφλαρισμένο ερωτικό χάδι. Από τη μία ξαφνιάστηκε, για να πει το παραμικρό, αλλά δεν έκανε και καμία κίνηση να αλλάξει θέση, από την άλλη ένιωσε σαν κάπως να του αρέσει το άγγιγμα που και τόσο ανάλαφρο είναι κι ας κουβαλάει πάνω του φόβο, αμηχανία, μα και πάθος αλλιώτικο. Ανατρίχιασε καθώς η ατμόσφαιρα είχε γίνει καυτή.
«Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα.» Σκέφτηκε και έδειχνε έκπληκτος.
Το χέρι του ιερέα, ελαφρύ σαν πούπουλο αλλά βαρύ από την υποβόσκουσα ένταση, παρέμενε ακουμπισμένο στο πόδι του.
Το δέρμα του Αλκιβιάδη έκαιγε κάτω από το ύφασμα του παντελονιού, δεχόμενο αυτή την απρόσμενη, σχεδόν ιερόσυλο χαϊδολόγημα μέσα στη σιωπή του προαυλίου.
«Όλα μπορούν να συμβούν...» επαναλήφθηκε η φωνή του ιερέα χαμηλά, σχεδόν σαν ψίθυρος που μπλέχτηκε με το θρόισμα των πεύκων.
«Αρκεί να αφήσεις την ψυχή και το κορμί σου να παραδεχτούν αυτό που ήδη ξέρουν.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την αναπνοή του να κολλάει στο λαιμό του. Η πάλη ανάμεσα στη λογική και στο πρωτόγονο κύμα της ηδονής που φούσκωνε χαμηλά στην κοιλιά του είχε γίνει πλέον άνιση. Κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, η παρουσία του ιερέα δίπλα του έπαψε να είναι απλώς η φιλική παρουσία ενός συγχωριανού· είχε μεταμορφωθεί σε έναν πειρασμό τόσο τολμηρό, που έμοιαζε να γκρεμίζει μονομιάς χρόνια κοινωνικών κανόνων και στεγανών.
Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, άφησε το σώμα του να γύρει ελάχιστα προς το μέρος του, αποδεχόμενος τη ζεστασιά και τον κίνδυνο που κουβαλούσε αυτή η επαφή. Η νύχτα απλωνόταν βαθύτερη, και οι σκέψεις για την Ανδρομάχη, τη Ναυσικά και όσα επρόκειτο να συμβούν όταν το λεωφορείο θα έφτανε τελικά στην είσοδο έμοιαζαν πια με μακρινό όνειρο, μπροστά στην πυρακτωμένη πραγματικότητα αυτού που απρόσμενα συνέβαινε στο ξύλινο παγκάκι.
Ο ιερέας άρχισε να του ανοίγεται περισσότερο. Έψαχνε να βρει τρόπους, ομαλής προσέγγισης χωρίς να φέρει σε άβολη θέση το φίλο του αλλά να φτάσει και στον επιθυμητό του στόχο.
Γελώντας του λέει. «Κοκκίνισες; Ντρέπεσαι ε; Μετά τις αμαρτωλές και έκφυλες σκέψεις έρχεται η ντροπή;. Τι βλέπω;! Έτσι και το πουλί σου βρει ακόμη μία αφορμή και καυλώσει και άλλο θα σκίσει το παντελόνι σου! Μ’ αρέσει που έχεις βρώμικο μυαλό και προικισμένο εργαλείο. Εργαλείο να σου ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου». Συνέχισε ο ιερέας.
Το χαμηλό, πονηρό γέλιο του ιερέα έσπασε τη νυχτερινή σιωπή του προαυλίου, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ηλεκτρισμένη. Το χέρι του στον μηρό του Αλκιβιάδη έγινε πιο πιεστικό, αφήνοντας την παλάμη του να νιώσει καθαρά το σκληρό, παλμικό φούσκωμα κάτω από το ύφασμα.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το αίμα του να χτυπάει δυνατά στους κροτάφους του.
Η τόλμη των λόγων του παπά, τόσο ακατάλληλη για το σχήμα του, αλλά ταυτόχρονα τόσο απελευθερωτική, διέλυσε και τα τελευταία προσχήματα.
«Παραδέξου το, πάτερ...» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης με βραχνή, σχεδόν κοφτή φωνή, γυρνώντας να τον κοιτάξει κατάματα μέσα στο νεφριτένιο φως του φεγγαριού.
«Ξέρεις ακριβώς τι κουμπιά να πατήσεις. Οι πύλες του Παραδείσου ίσως να είναι μακριά, αλλά ο τρόπος που το πας, φοβάμαι πως θα μας στείλεις κατευθείαν στην κόλαση χωρίς επιστροφή.»
Ένα αδιόρατο, αδίστακτο φως άστραψε στα μάτια του ιερέα, που έσκυψε ακόμα πιο κοντά, σχεδόν
ακουμπώντας τα χείλη του στο αυτί του.
«Η κόλαση, φίλε μου, έχει πολύ καλύτερη παρέα από τον Παράδεισο...» του απάντησε ψιθυριστά, καθώς η σκιά του μεγάλου πεύκου σκέπαζε ξανά τα κορμιά τους, αφήνοντάς τους μόνους μέσα στο
πιο σκοτεινό και τολμηρό παιχνίδι της ζωής τους.
«Μπορεί να έχω ένα βρώμικο μυαλό, αλλά αν καταλαβαίνω σωστά και κάποιος άλλος κάνει βρώμικες σκέψεις αλλά διστάζει να τις εκφράσει γιατί φοβάται μην τον κακοχαρακτηρίσω .» λέει ο Αλκιβιάδης.
«Αυτό είναι αλήθεια. Μια αθώα, και χαρούμενη καντηλανάφτισα, αποδεικνύει πόσο βρώμικο μπορεί να μετατραπεί το μυαλό μας.»
«Η καντηλανάφτισα;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης με μια σπίθα πονηρής απορίας στα μάτια, αφήνοντας το χέρι του ιερέα να κινείται νωχελικά πάνω στον μηρό του. «Για ποια λες, πάτερ; Μήπως εννοείς την κυρά Ευτέρπη που μόλις μας άφησε χρόνους;»
Ο ιερέας χαμογέλασε πλατιά, γέρνοντας ακόμα πιο κοντά του, νιώθοντας την προστατευτική σκιά του πεύκου και το απόλυτο σκοτάδι του προαυλίου να τους κλείνουν σε έναν δικό τους, μυστικό κόσμο.
«Ακριβώς γι’ αυτήν μιλάω» απάντησε ο ιερέας με φωνή χαμηλή και γεμάτη υπονοούμενα, καθώς τα δάχτυλά του πίεζαν ελαφρά το πόδι του ψηλά στο καβάλο.
«Τη βλέπεις εσύ σοβαρή, μετρημένη και προσερχόμενη να ανάβει τα καντήλια με ευλάβεια. Αλλά αν ήξερες τι κρύβεται πίσω από αυτό το αυστηρό προσωπείο... Πόσες φορές, όταν αδειάζει ο ναός και μένουμε οι δυο μας να κλείνουμε τις πόρτες, τα μάτια της δεν κοιτούν τις εικόνες αλλά τα δικά μου ράσα. Οι πιο αθώες φαινομενικά ψυχές είναι συχνά εκείνες που διψούν περισσότερο για την αμαρτία. Η ευλάβεια, φίλε μου, είναι το καλύτερο καμουφλάζ για τα πιο άγρια πάθη.»
Ο Αλκιβιάδης άκουγε τον ιερέα, νιώθοντας το μυαλό του να τρέχει με χίλιες στροφές. Η εικόνα της κυράς Ευτέρπης, με το σφιχτό τζιν και το λικνιστικό περπάτημα, δεν είχε φύγει λεπτό από το μυαλό του, και τώρα, οι αποκαλύψεις του παπά έριχναν λάδι στη φωτιά της φαντασίας του.
«Λες ε;» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, με το βλέμμα του να καρφώνεται στα χείλη του ιερέα. «Δηλαδή, αν τη θέλαμε πραγματικά απόψε, θα μας έλεγε κι ευχαριστώ;»
«Αν την έφερνες σε αυτή την κατάσταση που λες...» απάντησε ο ιερέας με ένα βραχνό γέλιο, «δεν θα ζήταγε απλώς να προσευχηθεί. Θέλει κι αυτή τα δικά της, όπως όλοι μας κάτω από αυτόν τον ουρανό.»
Τον Αλκιβιάδη την ώρα εκείνη απορίες τον βασάνιζαν. Είναι μια πανάρχαια ιστορία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι μέχρι σήμερα ο ιερέας εκδήλωνε πολύ συγκρατημένα τον ερωτισμό του και η επαφή τους έμενε σε επίπεδο με σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς τολμηρές αισθησιακές χειρονομίες. Απόψε η φιλική του σχέση είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Και πλέον οι ηθικές άμυνες του Αλκιβιάδη έχουν ατονήσει επικίνδυνα....
Η διαπίστωση αυτή έπεσε σαν βαρύ, μεθυστικό πέπλο πάνω στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Τα πράγματα δεν ήταν πια όπως τις προηγούμενες φορές. Τα ασαφή υπονοούμενα, οι έξυπνες ατάκες και τα μισόλογα που μέχρι τώρα κρατούσαν την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας, είχαν δώσει τη θέση τους σε μια απτή, σαρκική πραγματικότητα. Το χέρι του ιερέα πάνω στον μηρό του δεν ήταν απλώς μια κίνηση οικειότητας· ήταν μια δήλωση πρόθεσης, μια εισβολή που γκρέμιζε ένα προς ένα τα τείχη της λογικής του.
Οι απορίες τον βασάνιζαν, αλλά ήταν απορίες που δεν ζητούσαν απαραίτητα απαντήσεις, παρά μόνο τροφοδοτούσαν τη φωτιά που έκαιγε χαμηλά στα σωθικά του. Τι ήταν αυτό που έκανε τον ιερέα να
αποτινάξει απόψε κάθε προσωπείο συγκράτησης; Ήταν η ατμόσφαιρα της νύχτας, το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, η προσμονή της άφιξης των γυναικών, ή μήπως η ίδια η παρουσία του Αλκιβιάδη που πλέον δεν πρόβαλλε καμία ουσιαστική αντίσταση;
Ο Αλκιβιάδης έπαψε να ψάχνει ηθικά ερείσματα. Η σκέψη της Βαλερίας, οι εικόνες της κυράς Ευτέρπης, η προσμονή της Ανδρομάχης και της Ναυσικάς, όλα μπερδεύτηκαν γλυκά με τη ζεστή, πιεστική επαφή του άντρα που καθόταν δίπλα του. Οι αμυντικοί μηχανισμοί που επιστράτευε πάντα για να κρατά τις ισορροπίες είχαν παραλύσει.
«Έχεις αλλάξει απόψε, πάτερ...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης, με τη φωνή του να προδίδει την απόλυτη παράδοσή του στη στιγμή, καθώς έστρεψε ελαφρά το γόνατό του προς το μέρος του ιερέα, σφίγγοντας την επαφή τους. «Άλλοτε πρόσεχες τις λέξεις σου, κρατούσες τα χέρια σου στη μέση. Τώρα... τώρα φαίνεται πως δεν σε νοιάζει αν θα καούμε.»
Ο ιερέας, νιώθοντας την ανταπόκριση του Αλκιβιάδη και την ολοκληρωτική κατάρρευση των ηθικών του αναστολών, χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι. Η παλάμη του ανέβηκε ακόμη λίγο πιο ψηλά στον μηρό του φίλου του, εκεί όπου η θερμότητα του σώματος ξεπερνούσε κάθε ύφασμα.
«Όταν το φρούτο είναι ώριμο, Αλκιβιάδη, δεν περιμένεις να πέσει μόνο του... το αγγίζεις»
ψιθύρισε ο ιερέας, νιώθοντας την ανατριχίλα που διαπέρασε το κορμί του Αλκιβιάδη. «Απόψε δεν υπάρχουν κανόνες. Υπάρχουμε μόνο εμείς, η νύχτα που μας καλύπτει και όσα τολμάμε να πάρουμε πριν φτάσει το λεωφορείο.»
Ενώ η συζήτηση γινόταν πιο έντονη o Αλκιβιαδης φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Τι έγινε; Όλα καλά; Τι έπαθες και είσαι ξαφνικά σκεφτικός;» του λέει ο ιερέας.
«Θα μου περάσει...κάτι σκεφτόμουν» απαντά ο Αλκιβιαδης.
Καταλαβαίνοντας τις ενστάσεις του Αλκιβιάδη ο ιερεας αυθόρμητα του λέει:«Νιώθεις πως σε ενοχλώ;» Δεν απαντάει ο Αλκιβιαδης μα ούτε μαζεύεται.
«Ούτε να σε φέρω και σε δύσκολη θέση θέλω.»
«Γιατί να με φέρεις σε δύσκολη θέση;»
«Ούτε να σε προβάλλω, σε προσβάλλω;» συνεχίζει ο ιερέας και το χέρι του έχει χουφτώσει για τα καλά το φούσκωμα του παντελονιού. Κοιτάζονται. Ήταν αρκετά έντονη η στιγμή! Ο ιερεας του είπε: «Μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό που βλέπω και χαϊδεύω κι επειδή όπως είπα δε θέλω ούτε να σε ενοχλήσω, ούτε να σε προσβάλλω, άσε τουλάχιστον μόνο να το χαϊδεύω.»
«Και όταν σου αρέσει κάποιος τι κάνεις;» τον ρωτάει ο Αλκιβιάδης.
Η ανάσα του ιερέα κόλλησε για ένα δευτερόλεπτο. Η ερώτηση του Αλκιβιάδη έπεσε ανάμεσά τους βαριά, κοφτή και γεμάτη πρόκληση, διαπερνώντας την ψευδαίσθηση της οποιασδήποτε δήθεν αμηχανίας ή ηθικής αναστολής. Τα δάχτυλά του έσφιξαν ακόμα πιο βαθιά, πιο απαιτητικά πάνω στο πυρακτωμένο φούσκωμα του παντελονιού, νιώθοντας τους παλμούς του να χτυπούν μανιασμένα κάτω από την παλάμη του.
Ο ιερέας δεν απομάκρυνε το χέρι του· αντίθετα, έσκυψε ακόμα πιο κοντά, με το πρόσωπό του να απέχει ελάχιστα από του Αλκιβιάδη, ενώ τα μάτια του άστραφταν μέσα στο σκοτάδι από μια πρωτόγονη, απροκάλυπτη λαγνεία.
«Όταν μου αρέσει κάποιος, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν κοφτή, καθώς η θερμότητα του σώματός του τον τύλιγε ολόκληρο, «δεν κρύβομαι πίσω από λέξεις, ούτε αφήνω τη στιγμή να χαθεί. Παίρνω αυτό που ποθούμε, χωρίς φόβο και χωρίς τύψεις.»
Έκανε μια μικρή, κοφτή παύση, αφήνοντας την απάντηση του να αιωρείται στον νυχτερινό αέρα, φορτισμένη με μια ηλεκτρισμένη προσμονή.
«Και εσύ...» συνέχισε, ενώ τα δάχτυλα του άρχισαν να κινούνται αργά, ρυθμικά, ασκώντας μια απολαυστική πίεση που διέλυε και τα τελευταία απομεινάρια της λογικής. «Εσύ τι κάνεις όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος μ' αυτό που θες, αλλά δεν τολμάς να το ομολογήσεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό;»....
«Μόνο τον χαϊδεύεις;» και του δείχνει με νόημα το καβάλο του! «Δεν κάνεις τίποτ’ άλλο;»
Ο ιερεας σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε καλά, σα να θελε να ξεκρίνει τι ιδέες έχει ο Αλκιβιαδης μα φαίνεται δεν μπόρεσε να καταλάβει πολλά πράματα και κούνησε με περίσκεψη το κεφάλι του.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης.
«Πολλές σκέψεις περνούν από το μυαλό μου. Τα πάντα είναι θέμα timing . Βρες τη σωστή στιγμή που θα έχουν ανάψει τα αίματα για να αρχίσεις τις πρόστυχες κουβέντες. Δυστυχώς, αν ο άλλος δε θέλει, απλά μένω εκεί.»
«Κακό αυτό! Απλά πες αυτό που σκέφτεσαι όσο Kinky κι αν είναι. Δεν ισχύει αν σκέφτεσαι τι χρώμα έχει η Σελήνη!»
Είπε γελώντας ο Αλκιβιαδης εκτός και αν ασκητεύεις. «Τη ξέρεις την ιστορία με τον ασκητή; Πάτερ;»
«Όχι για λεγε!»
«Τα συναξάρια λένε πως ένας ασκητής μια φορά, είδε μια γυναίκα, σκανταλίστηκε, πήρε ένα μπαλτά και ξέρεις τι έκανε…»
Παύση και οι δύο.
«Σαν πολύ Καζαντζάκη μου διαβάζεις φίλε μου. Δίκιο είχε ο Ζορμπάς που έλεγε «Τον κακό του τον καιρό! που μάντεψε τι θα λεγε ο γραφιάς. Αυτό να κόψει! να χαθεί ο κουτεντές! Μα αυτό το βλογημένο ποτέ δεν εμποδίζει…»
«Πώς! επέμεινε ο Αλκιβιαδης παίρνοντας το μέρος του γραφιά. Εμποδίζει, και πολύ μάλιστα.»
«Σε τι;» αντιλέγει ο ιερεας σαν άλλος Ζορμπάς.
«Να μπεις στη βασιλεία των ουρανών.» Επιμένει ο Αλκιβιάδης σαν άλλος γραφιάς.
Ο ιερέας σαν άλλος Ζορμπάς τον λοξοκοίταξε κοροϊδευτικά.
«Μα αυτό, είπε, κουτέ, είναι το κλειδί για τον Παράδεισο, και πίστεψε με, οι αυθεντικές Πύλες του Παραδείσου, είναι ο ανδρικός κώλος που κλονίζει και αναστατώνει παραμένοντας μακριά από τη δημόσια θέα!»
Ο Αλκιβιάδης ξέσπασε σε ένα χαμηλό, πνιχτό γέλιο που δονούσε το στήθος του, καθώς τα λόγια του ιερέα έπεσαν σαν τολμηρή, αιρετική σταγόνα στη σιωπή της νύχτας. Η αναλογία του Ζορμπά και του γραφιά είχε απογυμνώσει κάθε ιεροπρέπεια, αφήνοντας γυμνή την πιο πρωτόγονη, ανθρώπινη αλήθεια.
«Ο Ζορμπάς σου μέσα, πάτερ...» του είπε ο Αλκιβιάδης, με το βλέμμα του να αστράφτει στο ημίφως, καθώς ένιωθε το χέρι του ιερέα να συνεχίζει να ασκεί μια επίμονη, θερμή πίεση χαμηλά στο σώμα του. «Αλλά ξέρεις κάτι; Ίσως να έχεις δίκιο. Ο Παράδεισος, τελικά, δεν κερδίζεται με την άρνηση, αλλά με την ολοκληρωτική παράδοση σε ό,τι μας καίει.»
Ο ιερέας χαμογέλασε πλατιά, ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά και αχαλίνωτο πάθος που δεν χωρούσε πια πίσω από κανένα ράσο. Η απόσταση ανάμεσα τους είχε εκμηδενιστεί τελείως.
«Ακριβώς, φίλε μου» ψιθύρισε ο ιερέας, πλησιάζοντας το πρόσωπό του τόσο κοντά, που η ανάσα του μπερδευόταν με τη δική του. «Κι αφού οι Πύλες είναι εδώ, μπροστά μας... ποιος ο λόγος να κοιτάζουμε τον ουρανό;»
Στα χείλη του Αλκιβιάδη του ήρθε να του πει του ιερέα πως θα έδειχνε ωραίος γυμνός και ξαπλωμένος αλλά «κρατήθηκε». Το μυαλό του είχε κολλήσει στην ιδέα τι ωραία θα ήταν να έχει το λυγερό κορμί του ιερέα αγκαλιά και ήταν κούκλος με το μαύρο Μάο πουκάμισο μέσα από το ράσο του. Τρελάθηκε στην ιδέα και με τον πέος του να ξυπνάει στη σκέψη του τι θα μπορούσε να συμβεί σύντομα αν είχε καταλάβει σωστά και δεν παρεξηγούσε τα λεγόμενα του. Ο ιερεας παίρνοντας περίσσιο θάρρος απ' την έλλειψη αντίδρασης του Αλκιβιάδη το εκλαμβάνει ως σιωπηλή συναίνεση και πράσινο φως για να προχωρήσει σε πιο έντονες ή τολμηρές χειρονομίες σεξουαλικού χαρακτήρα, αγγίζοντας τον πάνω από τα ρούχα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, σε μια κλιμάκωση της ερωτικής σωματικής επαφής, όπου η σιωπή του Αλκιβιάδη ερμηνεύεται από τον ιερέα ως αποδοχή και ενθάρρυνση για τη συνέχεια της πράξης του. Ο Φαλλός του Αλκιβιάδη άρχισε να συσπάται και να γίνεται πιο σκληρός.
Το άγγιγμα του ιερέα πάνω από το ύφασμα εντείνει το στοιχείο του αισθησιασμού του, καθώς η επαφή του είναι άμεση αλλά ταυτόχρονα του δημιουργεί μια αίσθηση ανυπομονησίας για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η αναπνοή του έγινε πιο βαριά καθώς η ζεστασιά του χεριού του διαπερνούσε το ρούχο. Κάθε του κίνηση του ιερέα ήταν αργή, γεμάτη πρόθεση, εντείνοντας την προσμονή ανάμεσά τους. ο Αλκιβιαδης έκλεισε τα μάτια, παραδιδόμενος στην αίσθηση, ενώ η απόσταση ανάμεσα τους έμοιαζε να εκμηδενίζεται κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε.
Πίσω από τον ψηλό φράχτη ακούστηκαν κορναρίσματα παρατεταμένα, φωνές και φασαρία, το λεωφορείο με τους εκδρομείς είχε αφιχθεί......
Η φασαρία έξω από τον φράχτη έκοψε τη στιγμή απότομα, σαν κοφτερό μαχαίρι. Οι κόρνες και οι χαρούμενες φωνές των συνεπιβατών έφεραν πίσω την πραγματικότητα, γκρεμίζοντας μονομιάς τον πυκνό, απομονωμένο κόσμο που είχαν χτίσει οι δυο τους πάνω στο ξύλινο παγκάκι.
Ο ιερέας αποσύρθηκε αστραπιαία, ισιώνοντας τα ράσα του με μια γρήγορη, σχεδόν μηχανική κίνηση, ενώ το μαύρο Μάο πουκάμισο φάνηκε καθαρά κάτω από το ανοιχτό ύφασμα, δίνοντάς του ξανά την
αυστηρή του εικόνα. Το βλέμμα του όμως, όταν συναντήθηκε για τελευταία φορά με του Αλκιβιάδη, έκρυβε όλη την ένταση και την υπόσχεση εκείνων των λίγων λεπτών κάτω από το φεγγάρι.
Ο Αλκιβιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του και να εξαφανίσει το εμφανές φούσκωμα από το παντελόνι του, καθώς τα φώτα από τους προβολείς του λεωφορείου έλουσαν το προαύλιο.
«Έφτασαν...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης χαμηλόφωνα, με τη φωνή του να τρέμει ελαφρά από την αδρεναλίνη και το ανικανοποίητο πάθος που ζητούσε διέξοδο.
Το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο, και η νύχτα υποσχόταν πως τίποτα πια δεν θα έμενε κρυφό.
Η ατμόσφαιρα στο προαύλιο γέμισε ξαφνικά από τις χαρούμενες φωνές και τα γέλια των εκδρομέων που κατέβαιναν από το λεωφορείο, κουβαλώντας τη ζεστασιά και τη γαλήνη μιας πετυχημένης προσκυνηματικής εκδρομής.
Μέσα στο γενικότερο ανακάτεμα, η Ανδρομάχη ξεχώριζε αμέσως. Η κομψότητά της, ο αέρας της απόλυτης θηλυκότητας και η χάρη με την οποία κινήθηκε προς το μέρος του Αλκιβιάδη έσβησαν στη στιγμή κάθε άλλη σκέψη.
«Κατεβαίνει!» του είχε ψιθυρίσει ο ιερέας λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα, με το βλέμμα του να κρύβει μια περίεργη, διπλή φλόγα.
Και τώρα, η Ανδρομάχη ήταν στην αγκαλιά του. Τα χέρια της τυλιγμένα σφιχτά γύρω από τον λαιμό του, η ανάσα της ζεστή και λαναρισμένη πάνω στο δέρμα του, να του ψιθυρίζει πόσο της είχε λείψει.
Ο Αλκιβιάδης την έσφιξε πάνω του, νιώθοντας την οικεία, αγαπημένη της μυρωδιά να μπλέκεται με το ρετσίνι του πεύκου και τη νυχτερινή δροσιά.
Όμως, παρότι τα χέρια του την κρατούσαν με τόση τρυφερότητα, το μυαλό του δεν μπορούσε να αποκοπεί από όσα είχαν προηγηθεί μόλις λίγα λεπτά πριν, κάτω από τη σκιά του ίδιου δέντρου. Τα λόγια του ιερέα, η ζεστή πίεση του χεριού του στον μηρό του, οι τολμηρές εικόνες και η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στροβιλίζονταν στο κεφάλι του σαν μεθυστικός καπνός.
Καθώς η Ανδρομάχη συνέχιζε να τον φιλάει απαλά στον λαιμό, ο Αλκιβιάδης έστρεψε αδιόρατα το βλέμμα του προς το μέρος του ιερέα. Εκείνος στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, διορθώνοντας με μια τυπική, αυστηρή κίνηση τα ράσα του, αλλά τα μάτια του , σκοτεινά και διαπεραστικά κάτω από το φεγγάρι, είχαν καρφωθεί πάνω τους. Ένα σχεδόν αδιόρατο, πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του παπά, υπενθυμίζοντας σιωπηλά στον Αλκιβιάδη ότι το παιχνίδι της νύχτας
μόλις είχε αρχίσει και κανείς τους δεν ήταν πια ασφαλής από τα ίδια του τα πάθη.
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι





'
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου