ADS

click to open

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Tria Kofta Ki Ena Paratetameno Sfirigma Toy Apoxeretismou

..... Το απομεσήμερο έφτασαν στη Μονεμβασιά. Λίγα μόλις μέτρα μπροστά τους απλωνόταν η θάλασσα, με τις γαλαζοπράσινες αποχρώσεις της να λαμπυρίζουν κάτω από το φως του δειλινού. Στα δεξιά, πάνω από τη Φοινίκη, ο ήλιος ετοιμαζόταν να βυθιστεί στα νερά του Λακωνικού κόλπου, σκορπίζοντας στον ουρανό πορφυρές και χρυσοκόκκινες ανταύγειες. Μπροστά τους ορθώνονταν τα μεσαιωνικά τείχη της Μονεμβασιάς. Πίσω τους, σαν να φύλαγαν ένα πολύτιμο μυστικό αιώνων, κρυβόταν η καστροπολιτεία με τα πέτρινα σπίτια, τα στενά καλντερίμια, τα αρχοντικά και τις βυζαντινές εκκλησίες της.
Ο πελώριος Βράχος υψωνόταν αγέρωχος πάνω από τη θάλασσα. Η άγρια πέτρα συνομιλούσε με το απέραντο γαλάζιο, κι έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει εκεί, αφήνοντας ανέγγιχτη την ανάσα των περασμένων αιώνων. Ο Αλκιβιάδης στάθηκε και κοίταζε μαγεμένος. Ποτέ άλλοτε δεν είχε αντικρίσει τη θάλασσα τόσο κοντά. Τόσο μεγάλη. Τόσο απέραντη. Χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, στεκόταν μπροστά στο πρώτο μεγάλο θαλασσινό κατώφλι της ζωής του. Ήταν κοντά στο ηλιοβασίλεμα, στα τέλη του Ιούλη, και η ζέστη ήταν διαβολεμένη. Εκεί όμως, στην ακροθαλασσιά, όπου άρχιζε η τσιμεντένια προβλήτα του λιμανιού, το δροσερό θαλασσινό αγέρι δρόσιζε τον τόπο και κρατούσε τη θερμοκρασία σε ανεκτά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, είχαν λουστεί στον ιδρώτα καθώς περίμεναν να επιβιβαστούν στο μικρό επιβατικό καΐκι που θα τους μετέφερε στο μεγάλο καράβι. Εκείνο στεκόταν φουνταρισμένο αρόδο, στον ανοιχτό κόρφο του λιμανιού, και φάνταζε στα μάτια του μικρού Αλκιβιάδη σαν ένα πελώριο ασπρόμαυρο κάστρο. Πάμφωτο, επιβλητικό και περήφανο, λικνιζόταν απαλά πάνω στη θάλασσα, που ήταν γεμάτη μικρές ρυτίδες από το απογευματινό αεράκι.
Κατάμαυρο ήταν το σκαρί του. Ολόλευκη η γέφυρα. Και στην πλώρη, γραμμένο με λευκή λαδομπογιά, ξεχώριζε το όνομά του μαζί με το νηολόγιο του.
Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσο μεγάλο πλοίο. Του φαινόταν πως δεν ήταν φτιαγμένο από σίδερο, αλλά από όνειρα. Σαν να είχε έρθει από κάποιον άλλον κόσμο για να παραλάβει ανθρώπους και ζωές και να τους μεταφέρει σε μια καινούργια μοίρα. Στο άκρο της τσιμεντένιας προβλήτας της μικρής μαρίνας του λιμανιού είχε πλαγιοδετήσει η «Αρτεμισία», ένα παραδοσιακό ξύλινο επιβατικό καΐκι, καλοδιατηρημένο και καλοτάξιδο, που μόλις είχε βγει από τον ταρσανά του Γυθείου, ολόφρεσκο βαμμένο. Ήταν γερό σκαρί, φροντισμένο με μεράκι, με ξύλινα καθίσματα για τους επιβάτες και όλα όσα χρειάζονταν για τα σύντομα θαλασσινά περάσματα. Τα πλευρά του, φρεσκοβαμμένα, λουστραρισμένα και κατάλευκα, λαμποκοπούσαν κάτω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, ενώ το ξύλο μοσχοβολούσε ακόμη μπογιά και θάλασσα. Ο καπετάνιος, ήρεμος και ατάραχος μέσα στο απογευματινό μελτέμι, καλωσόριζε τους επιβάτες και τους καθοδηγούσε, έναν-έναν, να πάρουν με ασφάλεια τις θέσεις τους. Οι κινήσεις του είχαν εκείνη τη σιγουριά που αποκτά μόνο όποιος έχει περάσει τη ζωή του πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν λίγο πριν ο ήλιος βουλιάξει στα νερά του Λακωνικού κόλπου και χαθεί πίσω από τον ορίζοντα, όταν ο καπετάνιος του καϊκιού, με την ήρεμη και σίγουρη φωνή του, έγνεψε στον άνθρωπο της προβλήτας. Εκείνος έλυσε τους κάβους. Ο καπετάνιος έβαλε εμπρός τη μηχανή και κράτησε σταθερά την τιμονιέρα στα χέρια του. Η Αρτεμισία ανασηκώθηκε ελαφρά και λικνίστηκε, καθώς έβαλε όπισθεν για να απομακρυνθεί από την προβλήτα. Με μια επιδέξια μανούβρα έστρεψε την πλώρη προς τα ανατολικά και πήρε πορεία για το μεγάλο καράβι που περίμενε φουνταρισμένο στ’ ανοιχτά. Θα μπορούσε να οδηγήσει το καΐκι ακόμη και με κλειστά μάτια. Είχε κάνει αυτό το πέρασμα αμέτρητες φορές, τόσες ώστε είχε πάψει να τις μετρά. Κι όμως, ποτέ δεν του έγινε συνήθεια. Κάθε απόπλους είχε τη δική του ψυχή, το δικό του χρώμα, τη δική του ανάσα. Κρατώντας το τιμόνι, ένιωθε πάντοτε την ίδια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας που του χάριζαν η θάλασσα και ο ανοιχτός ουρανός. Και καθώς το καΐκι γλιστρούσε πάνω στο νερό, αφουγκραζόταν τον γνώριμο, καθησυχαστικό βόμβο της μηχανής, σαν να άκουγε έναν παλιό φίλο να του μιλά.
Η «Αρτεμισία» ταρακουνήθηκε ελαφρά καθώς άφηνε την προβλήτα του μικρού λιμανιού και γλιστρούσε προς τα βαθιά νερά.Ο καιρός ήταν μαλακός, καλοκαιρινός, με έναν ήπιο πουνέντε να χαϊδεύει τη θάλασσα. Μα εκεί, κοντά στην προβλήτα, το καΐκι άρχισε να μποτζάρει από τ’ αντιμάμαλο, που γεννιόταν καθώς το κύμα χτυπούσε στο τσιμέντο και γύριζε πίσω αφρισμένο. Ο καπετάνιος κρατούσε σταθερά το τιμόνι. Με μικρές, ανεπαίσθητες κινήσεις έφερνε την «Αρτεμισία» πότε δεξιά και πότε αριστερά, σχεδιάζοντας οχτάρια πάνω στο νερό ώσπου να βγει από τα ανακατεμένα απόνερα και να πατήσει την ήρεμη θάλασσα. Σαν να μην υπήρχε η παραμικρή δυσκολία, σιγοτραγουδούσε κιόλας. Το απαλό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους. Ήταν ζεστό, παρόλο που το σούρουπο είχε κιόλας αρχίσει ν' απλώνεται. Λευκά, ακίνδυνα σύννεφα σκόρπιζαν εδώ κι εκεί στον ορίζοντα, ενώ τα νερά που έσκιζε η «Αρτεμισία» ήταν καταγάλανα και γαλήνια. Όταν η «Αρτεμισία» έβαλε πλώρη για τ’ ανοιχτό πέλαγος και άρχισε ν' απομακρύνεται από την ακτή, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως μαζί με το καΐκι απομακρυνόταν κι ένα κομμάτι από την ίδια του τη ζωή. Πίσω του έμενε ο μικρός, φτωχός οικισμός τους. Έμενε το πετρόκτιστο, ασβεστωμένο σχολείο στα Κουλέντια. Έμενε η μικρή καταπράσινη λιμνούλα στου Μεϊμέτ Αγά, με το λιγοστό τρεχούμενο νερό που πότιζε τα περιβόλια του οικισμού. Έμεναν οι ελιές, οι ξερολιθιές, τα μονοπάτια, οι άνθρωποι του.
Δεν ήξερε αν θα τα ξανάβλεπε ποτέ.
Κι αυτή η σκέψη, χωρίς ακόμη να μπορεί να τη διατυπώσει με λόγια, βάρυνε την παιδική του καρδιά περισσότερο κι από τη σιωπή της θάλασσας. Πριν γνωρίσει την απεραντοσύνη της θάλασσας, ο Αλκιβιάδης είχε γνωρίσει τη μικρή τεχνητή λιμνούλα στα δυτικά όρια του οικισμού τους, κάτω από τη σκιά ενός γιγάντιου, αιωνόβιου πλατάνου. Ένα πυκνό στεφάνι από βάτα, σφεντάμια, φτέρες και ανθοφόρους θάμνους αγκάλιαζε τη μικρή ασημένια λίμνη με τα κρυστάλλινα νερά της. Ξεπρόβαλε γαλήνια πίσω από τον πελώριο πλάτανο, στο τέλος μιας διχάλας του μονοπατιού που φιδόσερνε ανάμεσα στα περιβόλια.
Στην ήρεμη επιφάνειά της επέπλεαν υδρόβια φυτά, ενώ γύρω της άνθιζαν πολύχρωμα αγριολούλουδα, συνθέτοντας μια πανδαισία χρωμάτων. Ο αέρας ήταν πλημμυρισμένος από χιλιάδες ευωδιές· θυμάρι, δυόσμο, άγρια μέντα, ανθισμένους θάμνους και νοτισμένο χώμα. Ανέπνεες βαθιά και νόμιζες πως η ίδια η φύση γέμιζε τα πνευμόνια σου με τη μυρωδιά της ζωής. Εκεί γνώρισε το πρώτο νερό που αγάπησε. Εκεί έμαθε να στέκεται σιωπηλός και να κοιτάζει το είδωλό του να τρεμοπαίζει στην ατάραχη επιφάνειά του. Δεν μπορούσε τότε να φανταστεί πως, λίγα χρόνια αργότερα, η μοίρα θα τον οδηγούσε μπροστά σε μιαν άλλη υδάτινη απεραντοσύνη, εκεί όπου ο ορίζοντας χανόταν μέσα στη θάλασσα.
Το μακρινό ταξίδι του ξενιτεμού μόλις είχε αρχίσει. Πρώτος του σταθμός ήταν το ασπρογάλαζο καΐκι, η «Αρτεμισία», που τους απομάκρυνε σιγά σιγά από τη στεριά. Ήταν το πρώτο βήμα μιας πορείας χωρίς γυρισμό.
Η φαμίλια άφηνε πίσω της τον τόπο όπου γεννήθηκε, μόχθησε και ονειρεύτηκε. Πάνω απ’ όλους, όμως, η Ιοκάστη ήταν εκείνη που είχε πάρει μέσα της τη μεγάλη απόφαση. Γύρισε την πλάτη της σε ό,τι αγαπούσε, σε ό,τι της ήταν γνώριμο και οικείο. Όχι γιατί το αρνήθηκε, αλλά γιατί η αγάπη της για τα παιδιά της ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη της για τον τόπο της. Το τίμημα ήταν βαρύ. Μα μπροστά στην ελπίδα να τους χαρίσει μια ζωή πιο ανθρώπινη, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες στερήσεις, κάθε πόνος έμοιαζε μικρότερος.
Δεν εγκατέλειπε την πατρίδα της. Την κουβαλούσε μέσα στην καρδιά της, μαζί με τις προσευχές, τις μνήμες και την ελπίδα πως μια μέρα τα παιδιά της θα δικαίωναν αυτή τη μεγάλη θυσία.
Ο Τηλέμαχος, ο τετράχρονος αδελφός του, άκουσε τον υπόκωφο παφλασμό των κυμάτων καθώς χτυπούσαν στον καθρέφτη του καϊκιού και το λίκνιζαν απαλά. Ήταν η πρώτη του επαφή με τη θάλασσα και τρόμαξε. Έμεινε ακίνητος. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε από τον φόβο και τα μικρά του χέρια άρχισαν να τρέμουν. Ασυναίσθητα άρπαξε το παντελόνι του συνεπιβάτη που στεκόταν μπροστά του και το κράτησε σφιχτά, σαν να ήταν το μοναδικό του στήριγμα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Ο άγνωστος κύριος γύρισε, τον κοίταξε με καλοσύνη, ακούμπησε απαλά το χέρι του στον ώμο του και του μίλησε με ήρεμη, καθησυχαστική φωνή. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε. Άφησε δειλά το παντελόνι, σήκωσε για λίγο το βλέμμα και το χαμήλωσε πάλι. Ένιωθε μικρός, ανήμπορος και χαμένος μέσα σ' έναν κόσμο που δεν γνώριζε. Κάθισε καταγής στο κατάστρωμα, αγκάλιασε τα γόνατά του, ακούμπησε επάνω τους το πηγούνι του και ξέσπασε σ' ένα σιγανό, πνιγμένο κλάμα. Η μητέρα του έσπευσε κοντά του. Τον σήκωσε απαλά και, βλέποντας το πρόσωπό του λουσμένο στα δάκρυα, παρέδωσε το δίχρονο παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά της στον άνδρα της. Έβγαλε τη ζακέτα της, τύλιξε μ' αυτήν τον μικρό και τον έκλεισε στην αγκαλιά της. Ο Τηλέμαχος κουλουριάστηκε επάνω της και γράπωσε σφιχτά τα δάχτυλά της. «Ψυχή μου…» του ψιθύριζε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. «Εδώ είμαι εγώ. Δεν θα σ' αφήσω ποτέ.»
Τον κράτησε πάνω στο στήθος της όπως τότε που ήταν ακόμη μωρό, λικνίζοντας τον ανεπαίσθητα, ώσπου το κλάμα του άρχισε να σβήνει. «Εδώ είναι η μανούλα σου», του είπε γλυκά και ακούμπησε ένα φιλί στο μέτωπό του. Ο Τηλέμαχος αναστέναξε βαθιά. Σιγά σιγά η ανάσα του γαλήνεψε. Σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στο πρόσωπό της. Εκεί όπου πριν λίγο κατοικούσε ο φόβος, τώρα άρχισε να φωλιάζει η ανακούφιση. Τα μάτια του έλαμψαν ξανά. Γιατί, όσο βρισκόταν στην αγκαλιά της μητέρας του, ένιωθε πως κανένα κύμα δεν μπορούσε να τον βλάψει.
Η «Αρτεμισία» προχωρούσε με τη μισή της ταχύτητα, σκαμπανεβάζοντας ακόμη από το πάλεμα της με την παλίρροια. Ύστερα από λίγο έφτασε στο έμπα του λιμανιού, εκεί όπου, λίγο πιο πέρα, ορθωνόταν αγκυροβολημένο το μεγάλο ποστάλι. Ο καπετάνιος έκοψε κι άλλο ταχύτητα. Με μια προσεκτική στερνή μανούβρα έστριψε το τιμόνι για να καβατζάρει και να φέρει το καΐκι στην υπήνεμη πλευρά του πλοίου, εκεί όπου το κύμα έσπαζε πιο ήμερα. Μόλις μπήκαν στην απανεμιά, η «Αρτεμισία» γαλήνεψε. Το ελαφρύ λίκνισμα παρέμενε, μα η θάλασσα δεν είχε πια την αγριάδα του ανοιχτού πελάγους.
«Στις θέσεις σας, παρακαλώ!» φώναξε ο καπετάνιος με στεντόρεια αλλά καθησυχαστική φωνή. «Ένας-ένας στη σκάλα. Πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά.» Ένα σωρό δειλά πρόσωπα στράφηκαν προς το μέρος του. Για μια στιγμή επικράτησε απόλυτη σιωπή. Ύστερα οι επιβάτες, σαν να πήραν όλοι μαζί θάρρος από τη σιγουριά της φωνής του, έσπευσαν να υπακούσουν.
Τρία κοφτά κι ένα παρατεταμένο σφύριγμα έσκισαν τον απογευματινό αέρα. Ήταν ο χαιρετισμός και μαζί ο αποχαιρετισμός του καραβιού. Οι προπέλες άρχισαν να αναδεύουν τα νερά του λιμανιού. Ψηλά, στο κατάστρωμα, στη γέφυρα και στην προκυμαία, μαντίλια υψώθηκαν και ανέμισαν στον αέρα.Το καράβι σφύριζε την αναχώρησή του και, παίρνοντας αργά φόρα, χυνόταν ελεύθερο προς το ανοιχτό πέλαγος. Μαζί του αποκρίνονταν και τα μικρά καΐκια του λιμανιού, σφυρίζοντας κι εκείνα το δικό τους αντίο στους ταξιδιώτες. Ήταν ο αποχαιρετισμός για όσους έφευγαν. Για εκείνους που άφηναν πίσω τον τόπο τους και ξεκινούσαν για άλλες πολιτείες, για μια καινούργια ζωή, γεμάτη ελπίδες αλλά και άγνωστες δοκιμασίες. Καθώς το πλοίο αύξανε σιγά σιγά ταχύτητα, οι επιβάτες εξακολουθούσαν να κουνάνε τα μαντίλια τους με όση δύναμη είχαν ακόμη στα χέρια τους, σαν να μπορούσαν έτσι να κρατήσουν ζωντανό τον τελευταίο δεσμό με τα αγαπημένα πρόσωπα που ολοένα μίκραιναν στην ακτή
Και όταν πια οι μορφές χάθηκαν μέσα στην απόσταση, τα μαντίλια δεν έπαψαν αμέσως να ανεμίζουν. Έμεναν υψωμένα για λίγες ακόμη στιγμές, σαν να αρνούνταν να παραδεχθούν πως ο αποχωρισμός είχε γίνει πια πραγματικότητα.
Ο ήλιος τραβούσε δυτικά, πίσω από τα ψηλώματα, και οι τελευταίες του αχτίδες πορφυροβάφανε τα νερά, που έμοιαζαν με στρωμένο γυαλί. Οι ίσκιοι έπεφταν βιαστικοί πάνω στα κύματα της λακωνικής ακτής. Μπροστά απλωνόταν το Μυρτώο Πέλαγος, κι εκεί το πλοίο χάραζε τη δική του πορεία στον ανοιχτό ορίζοντα. Πίσω τους έμενε η Παλιά Μονεμβασιά, γαντζωμένη στον μεγάλο Βράχο, μικραίνοντας ολοένα μέσα στο σούρουπο. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Ένα-ένα τα πρώτα αστέρια άναβαν στο στερέωμα.
Ο επτάχρονος Αλκιβιάδης στεκόταν ακίνητος στο κατάστρωμα και κοίταζε τη στεριά που χανόταν. Δεν το γνώριζε ακόμη. Εκείνο το βράδυ αποχαιρετούσε για πρώτη φορά την πατρίδα του∙ χρόνια αργότερα, όμως, η θάλασσα θα γινόταν η δεύτερη πατρίδα του.
Το σούρουπο παρέδωσε αθόρυβα τη σκυτάλη στη νύχτα, που μοσχοβολούσε την υγρή ανάσα της θάλασσας. Το φεγγάρι, ένας χρυσαφένιος δίσκος, αναδυόταν αργά στον μακρινό ορίζοντα, έτοιμο κι αυτό να αρχίσει το δικό του ταξίδι στον ουρανό, πάνω από πέλαγα και ωκεανούς, πάνω από θάλασσες άγνωστες και μακρινές. Ο Αλκιβιάδης, ακουμπισμένος στην κουπαστή του ποσταλιού, παρακολουθούσε σιωπηλός τη στεριά που τον γέννησε να χάνεται σιγά σιγά μέσα στα αφρισμένα απόνερα της προπέλας. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε πως η πατρίδα μπορεί να μικραίνει μπροστά στα μάτια σου, ώσπου να γίνει μια αχνή σκιά στον ορίζοντα, κι όμως να μεγαλώνει ολοένα μέσα στην καρδιά σου. Οι τελευταίες ανταύγειες της δύσης έσβηναν πίσω από τις βουνοκορφές. Το σούρουπο σκέπαζε το Μυρτώο Πέλαγος, ενώ πέρα από την κορυφή της Κουλοχέρας βυθίζονταν στο σκοτάδι τα χωριά του Ζάρακα. Ένας μεγαλόπρεπος γλάρος βούτηξε στα ήρεμα νερά, κι οι ομόκεντροι κύκλοι που άφησε πίσω του άνοιγαν ολοένα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια της θάλασσας. Μπροστά τους πρόβαλε η βραχονησίδα Παραπόλα. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια μικρή σκοτεινή κουκκίδα στο βάθος του αστροφώτιστου ορίζοντα. Όσο όμως το καράβι πλησίαζε, η άμορφη σκιά αποκτούσε σχήμα και όγκο, σαν να αναδυόταν αργά μέσα από τη θάλασσα για να τους καλωσορίσει στο πρώτο βήμα της μεγάλης τους ξενιτιάς.
Και πίσω, πολύ μακριά πια, μια άλλη σκοτεινή κουκκίδα, καταμεσής του Μυρτώου Πελάγους, ξεχώριζε ακόμη. Ήταν ο πελώριος βράχος της Μονεμβασιάς. Η αγέρωχη καστροπολιτεία απομακρυνόταν ολοένα, σαν πέτρινο καράβι αγκυροβολημένο αιώνες τώρα ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα.
«Κυρά Μονοβασιά μου, πέτρινο καράβι μου.
Χιλιάδες οι φλόκοι σου και τα πανιά σου.
Κι όλο ασάλευτη μένεις να με αρμενίζεις μες στην οικουμένη.»
Έτσι ύμνησε ο Γιάννης Ρίτσος τον γενέθλιο τόπο του. Εκείνον τον μοναχικό βράχο, την αρχαία Άκρα Μινώα, που, σύμφωνα με την παράδοση και τις ιστορικές μαρτυρίες, αποκόπηκε από την Πελοπόννησο ύστερα από ισχυρό σεισμό τον 4ο αιώνα μ.Χ., παίρνοντας τη μορφή που διατηρεί ως σήμερα.
Ο Αλκιβιάδης δεν γνώριζε τότε ούτε την ιστορία του βράχου ούτε τους στίχους του ποιητή. Εκείνο που ήξερε ήταν πως, όσο το καράβι απομακρυνόταν, τόσο εκείνος ένιωθε πως άφηνε πίσω του ολόκληρη τη ζωή του.
Είχε πια σχεδόν νυχτώσει.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Άφιξη στο Λιμάνη του Πειραιά!
.....

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

H Mera Ths Anachorisis

...1958.. Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια...
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του. Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει.Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
1958 Η αναχώρηση από τα Μπουμπουτσέλια
Τις τελευταίες ημέρες η Ιοκάστη ήταν βυθισμένη σε σκέψεις ακαθόριστες, σπασμένες σε μικρές εικόνες και συναισθήματα που έρχονταν και έφευγαν σαν σκιές. Σκεφτόταν τα μελλούμενα που τους περίμεναν. Άλλοτε την κυρίευε ο φόβος για το άγνωστο, άλλοτε όμως μια βαθύτερη δύναμη μέσα της την έκανε να κοιτάζει μπροστά. Στο μυαλό της περνούσαν φευγαλέες εικόνες από μια άλλη ζωή, από έναν κόσμο πιο ανοιχτό, όπου θα μπορούσαν ίσως να παρουσιαστούν ευκαιρίες που στον μικρό τους τόπο έμοιαζαν απρόσιτες. Ήταν σαν να ήθελε να ανοίξει διάπλατα τα παράθυρα του σπιτιού τους και να αφήσει να μπει μέσα ο αέρας ενός καινούργιου κόσμου. Τα συναισθήματά της μπερδεύονταν. Η λύπη για όσα άφηναν πίσω τους, ο φόβος για όσα δεν γνώριζαν, αλλά και η ελπίδα πως αυτή η μεγάλη αλλαγή θα μπορούσε να γίνει η αρχή μιας καλύτερης ζωής.
Τα παιδιά της ήταν η μεγαλύτερη δύναμή της. Στα πρόσωπα τους έβλεπε τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να τολμήσει. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη μέσα στη φτώχεια και στις δυσκολίες του τόπου τους. Η ζωή ήταν σκληρή, το γνώριζε καλά. Όμως το να βλέπει κανείς μόνο εμπόδια, ήταν για εκείνη μια μορφή παραίτησης. Και η Ιοκάστη δεν ήταν άνθρωπος που παραδινόταν εύκολα. Ήξερε πως η αλλαγή δεν υπόσχεται πάντοτε ευτυχία. Ήξερε πως ο νέος δρόμος θα είχε δυσκολίες, πως τίποτα δεν χαρίζεται και πως κάθε ελπίδα απαιτεί κόπο, θυσίες και προσωπικό αγώνα.
Όμως προτιμούσε τον δύσκολο δρόμο της προσπάθειας από τη σιγουριά μιας ζωής χωρίς προοπτική.
Κοίταζε τη ζωή κατάματα.
Και μέσα της γεννιόταν η αποφασιστικότητα να δώσει στα παιδιά της κάτι που η ίδια δεν είχε γνωρίσει αρκετά: την ευκαιρία να ονειρευτούν, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να χτίσουν το δικό τους μέλλον. Έτσι, ενώ η καρδιά της πονούσε για τον τόπο που άφηναν, η ψυχή της προχωρούσε ήδη προς τον νέο ορίζοντα. Γιατί κάποιες φορές η αγάπη για την οικογένεια δεν φαίνεται μόνο από το πόσο μένεις. Φαίνεται και από το πόσο γενναία αποφασίζεις να φύγεις.
Η τελευταία νύχτα στα Μπουμπουτσέλια.
Το τελευταίο βράδυ στάθηκε όρθια μπροστά στο παράθυρο τους, με τα σκούρα μελιά μάτια της καρφωμένα στο σκοτάδι. Κοίταζε ακίνητη, σαν να προσπαθούσε να φυλακίσει μέσα της ό,τι θα άφηνε πίσω της την επόμενη μέρα. Το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω της και την έκανε να μοιάζει σχεδόν άυλη. Τα αστέρια έλαμπαν με το ψυχρό τους φως και η ημισέληνος άπλωνε μια ασημένια γαλήνη πάνω στον μικρό τους κόσμο. Εκείνη όμως δεν έβλεπε μόνο τον ουρανό. Έβλεπε τον δρόμο που άνοιγε μπροστά τους.
Σε ξένα μέρη πηγαίνουμε… σαν πρόσφυγες.
Τι άραγε μας περιμένει;
Τι μέρες είναι να ξημερώσουν;
«Μανούλα, τι κοιτάζεις;» ακούστηκε η φωνή του Αλκιβιάδη.
«Τίποτα, αγάπη μου… Απλώς κάτι σκέφτομαι.»
Η φωνή της ήταν αλλιώτικη. Κάπως βραχνή, σαν να είχε κουραστεί από τις σκέψεις και τις αγωνίες των τελευταίων ημερών. Το πρόσωπό της ήταν σφιγμένο, συννεφιασμένο, ακίνητο.
Για λίγο τα μάτια της ξαναχάθηκαν εκεί έξω, στην απεραντοσύνη του ουρανού, σαν κάτι βαθύ μέσα της να πάλευε να βρει απάντηση.
Ύστερα γύρισε προς τα παιδιά της.
Το πρόσωπό της μαλάκωσε. Χαμογέλασε και άνοιξε τα χέρια της.
Τα παιδιά πλησίασαν κοντά της. Τα φίλησε στα μάγουλα και τα κράτησε για λίγο στην αγκαλιά της, σαν να ήθελε να τους αφήσει μέσα στην καρδιά της μια τελευταία εικόνα από το σπίτι τους.
Άρχισε να τους μιλά για τον κόσμο που υπήρχε πέρα από τα βουνά τους, πέρα από τη θάλασσα. Για τις ευκαιρίες που περίμεναν εκεί έξω. Για ανθρώπους που δημιουργούν, που αγωνίζονται, που φτιάχνουν καινούργιους δρόμους. Τους είπε πως η ζωή δεν χαρίζεται σε κανέναν. Πως κάθε στιγμή είναι μια επιλογή, μια απόφαση, μια μάχη. Και πως όποιος τολμά να ονειρευτεί μπορεί ίσως να αλλάξει τη μοίρα του. Ύστερα τους μίλησε για την αναχώρηση.Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. Τους κοίταζε με εκείνη τη σιωπηλή στοργή που μόνο η μάνα γνωρίζει.
Και τα δικά τους μάτια βούρκωσαν.
Σύρθηκαν μέσα στα απλωμένα της χέρια και κουλουριάστηκαν πάνω της. Εκείνη τα έσφιξε όσο πιο κοντά μπορούσε.
«Μανούλα, μην κλαις…» είπε ο Αλκιβιάδης με μια παράξενη, συρτή παιδική φωνή.
Και σαν να ήθελε εκείνος να γίνει για μια στιγμή ο μεγάλος, της ψιθύρισε:
«Μη φοβάσαι… εμείς είμαστε εδώ.»
Η Ιοκάστη δεν μίλησε ξανά. Τους κράτησε στην αγκαλιά της σιωπηλή, συνεχίζοντας να τους χαϊδεύει απαλά, μέχρι που σιγά σιγά τα δάκρυά της αραίωσαν και τη θέση τους πήραν βαθιοί αναστεναγμοί.
Κρατώντας σφιχτά τα παιδιά της, ό,τι πιο γλυκό και ιερό είχε στη ζωή της, ένιωθε πως όλα γύρω της ήταν πίκρα και καημός. Όμως μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή γεννιόταν κάτι άλλο. Μια σιωπή βαθιά, βαριά, σαν την πίσσα που απλώνεται και σκεπάζει το χώμα· μια σιωπή γεμάτη νόημα, ελπίδα, δύναμη και αυθεντικότητα.
Ήταν η στιγμή που ονειρευόταν για χάρη τους μια καλύτερη τύχη. Να σηκωθούν κάποτε και να πετάξουν ψηλά, σαν τους νεοσσούς αετούς που, αφού μεγάλωσαν, άνοιξαν τα φτερά τους και αναζήτησαν τον δικό τους ουρανό.
Και τότε, μέσα στην κουρασμένη φαντασία της, όλα άλλαξαν μορφή. Η νύχτα άρχισε να γίνεται μέρα. Το σκοτάδι παραχώρησε τη θέση του στο φως. Κι όλα γύρω της έμοιαζαν ξαφνικά σαν μια κοιλάδα που ξαναγεννιέται την άνοιξη. Τότε ένας τελευταίος βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από το στήθος της και έσπασε τη σιωπή. Και ακούστηκε ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι νοσταλγίας και ξενιτιάς. Ένα τραγούδι χωρίς μουσική, χωρίς όργανα, μόνο με τη γυμνή ανθρώπινη φωνή. Λίγες νότες, μα με αμέτρητες παραλλαγές πόνου και ελπίδας.
Για χρόνια ο Αλκιβιάδης θα το θυμόταν.Στο μυαλό του θα αντηχούσε σαν το τραγούδι της οικογένειάς τους. Έκλεινε τα μάτια του και άκουγε ξανά τη ζεστή, γλυκιά φωνή της μητέρας του. Και μέσα στις σκέψεις του επέστρεφαν πάντα τα σκούρα μελιά μάτια της, που έλαμπαν σαν αστέρια.
Η ημέρα του φευγιού από τα Μπουμπουτσέλια
Τη μέρα του φευγιού, από τα χαράματα ακόμη, ο Αλκιβιάδης σηκώθηκε και βγήκε έξω. Κατέβηκε στο διάσελο, εκεί που βρισκόταν η στέρνα των περιβολιών, πέρασε στο περιβόλι τους και έκανε έναν τελευταίο γύρο στις πεζούλες. Αποχαιρέτησε βιαστικά το νερό, το χώμα, τον αγέρα του τόπου του. Έσκυψε και μάζεψε λίγα μυριστικά αγριόχορτα, κι οι παλάμες του γέμισαν αρώματα από θρούμπι, φασκόμηλο και θυμάρι. Ήταν σαν να προσπαθούσε, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, να πάρει μαζί του ένα κομμάτι από τη γη που τον είχε μεγαλώσει. Ύστερα ανέβηκε στο ψήλωμα, στ’ αλώνι, και στάθηκε εκεί ψηλά κοιτάζοντας ολόγυρα τον τόπο τους. Ήθελε να τον χορτάσει με τα μάτια του, να τον φυλάξει μέσα του, να τον πάρει μαζί του στο άγνωστο ταξίδι που άνοιγε μπροστά του. Αυστηρό και σοβαρό το τοπίο, με τα σκούρα δέντρα και τα χρωματιστά λουλούδια που έλαμπαν στο πρωινό φως του ήλιου.
Μακριά, κατά το νότο, πέρα από τα Φούτια, η παραλία της Καστέλας με το μικρό αμμουδερό νησάκι λαμποκοπούσε τριανταφυλλένια, ενώ οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έβαφαν τη φύση με χρώματα ζεστά και ήρεμα. Και πέρα δυτικά, στο Μεγάλο Ρέμα, απλώνονταν οι ελιές, οι συκιές, λίγα αμπέλια εδώ κι εκεί. Στα απάνεμα γούπατα, ανάμεσα στα μικρά βουνά, στέκονταν οι πλατωσιές γυρισμένες προς τον νότο, με ξινόδεντρα, μουριές και μικρά μποστάνια. Ώρα πολλή στεκόταν εκεί ψηλά και χαιρόταν τους απαλούς κυματισμούς της γης, τις ζώνες που σχημάτιζαν οι βαθύσκιωτες συκιές, οι ασημόφυλλες ελιές, οι ηλιοκαμένες αμυγδαλιές, οι σκουροπράσινες σκαμνιές και οι χαρουπιές που απλώνονταν μπροστά του.
Ήταν ο τελευταίος του αποχαιρετισμός.
Όχι ακόμη ένας αποχαιρετισμός που καταλάβαινε με το μυαλό του· αλλά εκείνος ο βαθύτερος, ο σιωπηλός, που γράφεται μέσα στην ψυχή και μένει για πάντα.Και πέρα, κατά τον νότο, στραφτάλιζε η θάλασσα, απέραντη και έρημη, απλωνόταν μέχρι τα Κύθηρα και την Κρήτη. Έμοιαζε ετούτο το τοπίο του χωριού του λιγόλογο, λυτρωμένο από περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο. Δεν είχε τη χλιδή, είχε όμως τη δική του περηφάνια. Ήταν ένας τόπος σκληρός, μα αληθινός. Ένας τόπος που δεν υποσχόταν εύκολη ζωή, μα χάριζε στον άνθρωπο ρίζες. Από το περιβόλι τους έφτανε ως εκεί το άρωμα από τις λεμονιές και τις πορτοκαλιές, σαν ένας τελευταίος χαιρετισμός της γης που τον είχε μεγαλώσει.
Στεκόταν ώρα πολλή και κοιτούσε. Ήθελε να φυλάξει μέσα του κάθε εικόνα, κάθε χρώμα, κάθε μυρωδιά. Να πάρει μαζί του όχι μόνο την ανάμνηση, αλλά τον ίδιο τον τόπο. Το χώμα που πάτησε τα πρώτα του βήματα, τα μονοπάτια που περπάτησε, τη ρεματιά που τον φόβισε και τον γοήτεψε, τις ελιές που στέκονταν χρόνια ακίνητες σαν φύλακες της ζωής τους. Τα μάτια του γέμιζαν τον τόπο για τελευταία φορά.
«Το χωριό μου!» μουρμούρισε. Και η καρδιά του αναπετάρισε.
Ήταν μια παράξενη στιγμή. Δεν ήξερε ακόμη τι σημαίνει να αφήνεις πίσω σου έναν κόσμο ολόκληρο. Δεν γνώριζε πως ο άνθρωπος μπορεί να ταξιδέψει μακριά και όμως ένα κομμάτι του να μένει για πάντα εκεί όπου έζησε τα πρώτα του χρόνια. Εκείνο το πρωινό δεν αποχαιρετούσε απλώς ένα χωριό.
Αποχαιρετούσε την παιδική του ηλικία. Κατέβηκε από το αλώνι και πήρε το μονοπάτι του Αγίου Παντελεήμονα. Ήταν Κυριακή, μα ο παπάς λειτουργούσε αυτή τη βδομάδα στα Λυρά και η εκκλησία ήταν έρημη. Στάθηκε για λίγο. Κι ευθύς, μόλις πήρε το μάτι του την παρέα, η καρδιά του σκίρτησε. Οι σκέψεις του κόπηκαν απότομα. Μπροστά του ήταν τα παιδιά του οικισμού. Τα κορίτσια του Πολυζώη του Μάρκου, τα αγόρια και τα κορίτσια του Καραστατήρη, του Κατσουλώτου, των Αρώνη. Όλα εκείνα τα πρόσωπα που ανήκαν στον μικρό κόσμο του, στις καθημερινές του χαρές, στα παιχνίδια και στις γνώριμες διαδρομές του. Μόλις τον αντίκρισαν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν. Η αραιωμένη παρέα πύκνωσε αμέσως και όλα μαζί τα παιδιά τον καλημέρισαν με τις γάργαρες φωνές τους. Ήταν σαν να ήθελε ο τόπος, πριν τον αφήσει να φύγει, να του χαρίσει μια τελευταία ζεστή ανάμνηση. Την ίδια στιγμή ο Παναγιώτης του Πολυζώη Αρώνη ανέβηκε και χτύπησε την καμπάνα του Αγίου. Ο ήχος της απλώθηκε στον αέρα. Ήταν χαρούμενος, παιχνιδιάρικος, γεμάτος ζωή. Δεν ήταν απλώς ο ήχος μιας καμπάνας· ήταν η φωνή του μικρού τους κόσμου, που εκείνο το πρωινό αποχαιρετούσε χωρίς να το ξέρει ένα παιδί που θα έφευγε για πάντα. Και για μια στιγμή, πριν συνεχίσει τον δρόμο του, ο Αλκιβιάδης ένιωσε πως όλα ήταν ακόμη στη θέση τους.
Ο ήλιος είχε ψηλώσει πια και ο ουρανός ήταν κατακάθαρος. Στριμώχτηκε στις αγκαλιές τους και κοίταξε δυστυχισμένος το Μυρτώο πέλαγος. Ένιωθε το σώμα του να πλέει σε μια απέραντη θάλασσα και ο νους του, ακολουθώντας τον ρυθμό των κυμάτων, γινόταν κι αυτός κύμα· παραδινόταν χωρίς αντίσταση στον χορευτικό παλμό της θάλασσας. Κάτι σάλευε βαθιά μέσα του. Ήταν ανάμεικτα όλα: επιθυμίες, φόβοι, ελπίδες, προσδοκίες. Κάπου μέσα στην ψυχή του περίμενε τη λύτρωση, μια καινούργια αρχή που ακόμη δεν μπορούσε να φανταστεί. Άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του, σαν να ήθελε να τους χωρέσει όλους μέσα της. Τους αγκάλιασε έναν έναν, σταυρωτά, τους φίλησε και τους αποχαιρέτησε με λόγια γεμάτα ζεστασιά και ευγνωμοσύνη.
«Καλή τύχη, ό,τι κι αν κάνεις», του ευχήθηκαν.
Και τα λόγια αυτά έμειναν μέσα του σαν φυλαχτό. Γιατί εκείνη τη στιγμή δεν αποχαιρετούσε μόνο ανθρώπους· αποχαιρετούσε τα παιδικά του χρόνια, τις φωνές, τα μονοπάτια, τις μυρωδιές της γης και όλα όσα μέχρι τότε ονόμαζε ζωή. Το μονοπάτι από το σπιτάκι τους στον οικισμό μέχρι τη δημόσια χωματόστρατα ανηφόριζε προς τα επάνω, στηριγμένο σε τοιχία ξερολιθιάς. Κατσιασμένοι πρίνοι, πικραμυγδαλιές και γκορτσιές ορθώνονταν άτακτα στις άκρες του στενού, ελικοειδούς δρόμου, σπαρμένου με λιθάρια.
Ο Αλκιβιάδης περπατούσε αργά, σαν τα πόδια του να αρνούνταν να τον υπακούσουν. Κάθε τόσο σταματούσε και γύριζε πίσω το βλέμμα του να κοιτάξει το σπιτάκι τους, χωμένο ανάμεσα στις δυο αιωνόβιες ελιές και τη μυγδαλιά στη νότια πλευρά της αυλής, πάνω από το χαμηλό τοίχος της ξερολιθιάς. Πιο κάτω το χαντάκι με τις φραγκοσυκιές, το φυσικό σύνορο που τους χώριζε από την ιδιοκτησία του μπάρμπα Παναγιώτη.
Του φαινόταν σαν φωλιά. Μια αληθινή φωλιά.
Κάθε φορά που έφευγε από τον οικισμό για το σχολείο στο χωριό, το κοίταζε έτσι· με τρυφερότητα και μια ανεξήγητη μελαγχολία. Μα σήμερα ήταν αλλιώτικα. Σήμερα δεν έφευγε για λίγες ώρες. Σήμερα έφευγε για πάντα.
Ένιωθε σαν ένα πουλί που αποδημεί, αφήνοντας πίσω του ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτό. Άφηνε πίσω τη δύναμη που του έδινε η πατρική γη, τη σιωπή του τόπου του, την απομόνωση που ήταν μαζί και μοναξιά και ασφάλεια. Και καθώς ανηφόριζε προς τη δημοσιά, περνώντας ανάμεσα από ρείκια και χαμηλά πουρνάρια, του φαινόταν πως δεν ήταν απλώς ένα παιδί που πήγαινε σ’ έναν καινούργιο τόπο. Ήταν ένας μικρός προσκυνητής που άφηνε πίσω τον παλιό του κόσμο και πορευόταν προς το άγνωστο· σ’ έναν μακρινό τόπο δοκιμασίας, ελπίδας και αλλαγής.
Και ενώ δούλευαν στο μυαλό του αυτά τα ονειροπολήματα, έκανε στροφή προς τα πίσω να δει τη μητέρα του. Εκείνη είχε μείνει ακίνητη και κοιτούσε προς το καμπαναριό της εκκλησίας του χωριού του, που υψωνόταν περήφανο κόντρα στην ανατολική πλευρά του ουρανού. Για λίγες στιγμές στάθηκε κι εκείνη ακίνητη. Θαύμασε το χρώμα του ουρανού, αναλογίστηκε τον καθημερινό μόχθο τους για την επιβίωση και έκανε τον σταυρό της.
«Καλέ μου Θεέ, βοήθησε μας», προσευχήθηκε σιωπηλά.
Ο Αλκιβιάδης αναρίγησε. Αγαπούσε το χωριό του. Ήταν ένας ξεχωριστός τόπος γι’ αυτόν. Εκεί είχε γεννηθεί. Εκεί γνώρισε τα πρώτα σκιρτήματα της ζωής. Εκεί βρισκόταν όλη η ευτυχία που είχε γευτεί μέχρι τότε στον κόσμο. Μα τώρα — τώρα ήταν ανάγκη να φύγουν.
Και μπροστά στην ανάγκη σκύβουν το κεφάλι ακόμη και οι θεοί, όπως τους είχε πει κάποτε ο δάσκαλός του μέσα στην τάξη. «Ανάγκη και θεοί πείθονται».
Μια φράση που τότε ίσως δεν μπορούσε να καταλάβει πλήρως ένα παιδί επτά χρονών, μα εκείνη τη στιγμή, καθώς άφηνε πίσω του το χωριό του, το Μεγάλο Ρέμα, το σπίτι τους και όλον εκείνον τον μικρό κόσμο που τον είχε μεγαλώσει, άρχισε να τη νιώθει βαθιά μέσα του. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν επιλέγει ο ίδιος τον δρόμο του. Είναι ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του από την ανάγκη, από τη μοίρα, από την ελπίδα για κάτι καλύτερο.
Και εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού του 1958, ο μικρός Αλκιβιάδης, κρατώντας μέσα του τη μυρωδιά της γης του, το άρωμα από το θυμάρι και το φασκόμηλο, τον ήχο της καμπάνας του Αγίου Παντελεήμονα και το απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου πελάγους, ξεκινούσε για έναν άγνωστο κόσμο.
Έφευγε από τον τόπο του.
Μα ο τόπος του δεν έφευγε ποτέ από μέσα του.
Βουβοί οι χωρικοί στέκονταν και τους κοιτούσαν. Έβλεπαν έναν άντρα να προχωρά μπροστά, τον πατέρα τους, με τον μπόγο στον ώμο του και το βήμα βαρύ, μα αποφασισμένο. Πίσω του ακολουθούσε μια νεαρή γυναίκα, η μητέρα τους, με δυο μικρά αγόρια στο πλευρό της και το μικρότερο παιδί στην αγκαλιά της.
Δεν μιλούσε κανείς.
Μόνο τα βήματα της οικογένειας ακούγονταν πάνω στον δρόμο της αναχώρησης.
Προχωρούσαν προς εκεί όπου άρχιζε ο πλατύς ανηφορικός δρόμος που οδηγούσε στην πολιτεία της Μονεμβασιάς. Ένας δρόμος γνωστός και άγνωστος μαζί· γνωστός γιατί τον είχαν περπατήσει πολλές φορές, άγνωστος γιατί αυτή τη φορά δεν οδηγούσε σε μια καθημερινή διαδρομή, αλλά σε μια καινούργια ζωή.
Πίσω τους έμενε ο τόπος τους.
Μπροστά τους άνοιγε ο κόσμος.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τρια Κοφτά Σφυρίγματα Ένα Παρατεταμένο!
.....

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

Etimasies Anachorisis

......Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που δεν τις καταλαβαίνει την ώρα που συμβαίνουν. Μόνο πολλά χρόνια αργότερα, όταν η μνήμη επιστρέφει σιωπηλά και ανοίγει τα παλιά της συρτάρια, αντιλαμβάνεται πως εκείνες οι ημέρες ήταν σταθμοί. Ήταν τα αόρατα σημάδια που χώριζαν μια εποχή από μια άλλη. Για τον μικρό Αλκιβιάδη πλησίαζε η στιγμή να αφήσει πίσω του τον κόσμο των Κουλεντίων. Το χωριό με τα λευκά σπίτια, τις ασβεστωμένες αυλές, τις λιθόχτιστες στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις φωνές των ανθρώπων του, θα έμενε πλέον πίσω του σαν ένας πολύτιμος θησαυρός φυλαγμένος βαθιά στην ψυχή του.
Οι ετοιμασίες είχαν αρχίσει. Μέσα στο σπίτι υπήρχε εκείνη η παράξενη αναστάτωση που συνοδεύει τις μεγάλες αλλαγές. Οι γονείς του μιλούσαν περισσότερο σιγανά, σαν να φοβόντουσαν μήπως οι λέξεις τους κάνουν την αναχώρηση πιο πραγματική. 
Το χωριό που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος του, άρχιζε σιγά σιγά να μικραίνει μπροστά στην ανάγκη της ζωής. Όμως μέσα του δεν θα μίκραινε ποτέ. Θα έμενε για πάντα εκεί, όπως ήταν τότε: με το καθαρό του φως, τις δύσκολες στράτες, τους ανθρώπους του μόχθου και την αγάπη που, χωρίς να το γνωρίζουν, του είχαν χαρίσει. Και ίσως αυτός να είναι ο τρόπος που οι τόποι συνεχίζουν να υπάρχουν.
Όχι στις πέτρες και στα σπίτια μόνο, αλλά στους ανθρώπους που τους κουβαλούν μέσα τους. Από τις πρώτες ημέρες της άνοιξης του 1958, όταν η φύση άρχισε ξανά να ξυπνά από τον βαθύ χειμωνιάτικο ύπνο της, όταν τα ζώα εγκατέλειπαν τις κρυψώνες τους και τα αποδημητικά πουλιά επέστρεφαν από τα μακρινά τους ταξίδια, ο Αλκιβιάδης άρχισε να διαισθάνεται πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε στο σπίτι τους. Ήταν μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά και ίσως γι’ αυτό παρατηρούσε περισσότερα. Δεν γνώριζε ακόμη την αλήθεια, ούτε κανείς του είχε μιλήσει καθαρά, όμως μέσα του είχε αρχίσει να σχηματίζεται μια αόριστη υποψία. Κάτι ετοίμαζαν οι γονείς του. Κάτι σημαντικό. Κάτι που δεν έμοιαζε με τις συνηθισμένες προετοιμασίες της καθημερινής ζωής. Δεν ήξερε λεπτομέρειες, δεν μπορούσε να φανταστεί την έκταση της αλλαγής που ερχόταν, αλλά ένιωθε πως η οικογένεια ετοιμαζόταν για ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Ο πατέρας του δεν έκρυβε πλέον τις προθέσεις του. Οι κινήσεις του, οι συζητήσεις του, οι προσεκτικές ενέργειες που έκανε μαζί με τη μητέρα του, ήταν σημάδια που δύσκολα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα. Για ένα παιδί, ακόμη και οι σιωπές των μεγάλων έχουν φωνή. Ο Αλκιβιάδης παρατηρούσε. Έβλεπε τα πράγματα που άλλαζαν θέση, τις προετοιμασίες που γίνονταν με τάξη και προσοχή, τον τρόπο που οι γονείς του συνεργάζονταν ήρεμα, σαν άνθρωποι που είχαν ήδη πάρει μια μεγάλη απόφαση και τώρα ακολουθούσαν βήμα προς βήμα τον δρόμο της πραγματοποίησής της.
Ήταν μια διαδικασία συστηματική και οργανωμένη, γεμάτη προνοητικότητα. Ο πατέρας του σχεδίαζε, η μητέρα του συμπαραστεκόταν, και μαζί προετοίμαζαν την αλλαγή που θα μετέφερε ολόκληρη την οικογένεια μακριά από τον τόπο που μέχρι τότε ήταν ολόκληρος ο κόσμος τους. Και ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να γνωρίζει όλες τις λεπτομέρειες, ένιωθε πως κάτι τελείωνε. Η παιδική του ζωή στα Κουλέντια, με τις στράτες, το Μεγάλο Ρέμα, τις ελιές και τις γνώριμες φωνές του χωριού, άρχιζε σιγά σιγά να περνά στην περιοχή της ανάμνησης. Οι σχεδιασμοί τους δεν αποκαλύπτονταν από λόγια, αλλά από τις ίδιες τους τις πράξεις.Υπήρχε μια βιασύνη, εκείνη η γνώριμη ανησυχία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους όταν ετοιμάζονται για ένα μεγάλο ταξίδι. Ο πατέρας μπαινόβγαινε συνεχώς, ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα που φανέρωνε πως ο νους του βρισκόταν ήδη αλλού. Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Στην καθημερινότητά του ο χρόνος έμοιαζε ξαφνικά να έχει λιγοστέψει. Κάθε ώρα είχε γίνει πολύτιμη και το μυαλό του έτρεχε στις αμέτρητες λεπτομέρειες που έπρεπε να τακτοποιηθούν πριν από την αναχώρηση. Κι όμως, πίσω από αυτή τη βιασύνη υπήρχε ένας βαρύς αποχωρισμός.Τα μικρά κτήματά τους, οι ελιές, τα χωράφια, όλα εκείνα που είχαν ποτιστεί με τον ιδρώτα του και είχαν κερδηθεί με σκληρή χειρωνακτική εργασία, άρχιζαν τώρα να δίνουν τους πρώτους καρπούς. Ήταν η ανταμοιβή χρόνων μόχθου, η ελπίδα πως η οικογένειά του θα μπορούσε να ζήσει με περισσότερη ασφάλεια και να μην στερείται τα απαραίτητα. Η γη, όμως, απαιτούσε ακόμη τη φροντίδα του. Ήθελε την παρουσία του, την καθημερινή επίβλεψη, την αφοσίωση που χρειάζεται κάθε καρποφόρο δέντρο και κάθε σπόρος για να μεγαλώσει. Και αυτή τη χρονιά, παρά την αγάπη του γι’ αυτήν, δεν μπόρεσε να της δώσει όσα της χρωστούσε. Η σκέψη του είχε ήδη ταξιδέψει αλλού. Ήταν σαν να είχε αρχίσει να ξεριζώνει ένα κομμάτι του εαυτού του από τη γη που τον μεγάλωσε, όχι επειδή έπαψε να την αγαπά, αλλά επειδή η ζωή τον καλούσε να αναζητήσει έναν διαφορετικό δρόμο για τη φαμίλια του.
Είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που είχαν αποκτήσει αυτά τα μικρά κτήματα. Για να τα αποκτήσει ο πατέρας χρειάστηκε πολύς κόπος, ατέλειωτη προσωπική εργασία και ένα μικρό αγροτικό δάνειο, που ακόμη δεν είχε καταφέρει να αποπληρώσει. Οι πρακτικές της εποχής, με τους συνεχείς ανατοκισμούς και τις επιβαρύνσεις, είχαν διογκώσει το χρέος, μετατρέποντάς το από μια προσωρινή βοήθεια σε ένα δυσβάσταχτο βάρος που τον ακολουθούσε ακόμη, παρά τις προσπάθειες και τις καταβολές που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια. Η γη, όσο κι αν την αγάπησε και όσο κι αν την πότισε με τον ιδρώτα του, δεν μπορούσε πάντα να ανταποκριθεί στις ανάγκες της οικογένειας. Οι σοδειές ήταν μικρές και εξαρτημένες από τις εποχές. Τα λίγα ζωντανά που είχαν δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν σταθερά την τροφή για ολόκληρο το σπιτικό. Έδιναν όσα μπορούσαν, αλλά όχι περισσότερα απ’ όσα ήδη πρόσφεραν.
Ακόμη και η μικρή συμμετοχή του στο ελαιοτριβείο του οικισμού, μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα επιπλέον εισόδημα, εξακολουθούσε να αποφέρει κάθε χρόνο κάποια κέρδη. Όμως κι αυτά δεν ήταν αρκετά. Όσο η φαμίλια μεγάλωνε, μεγάλωναν μαζί και οι ανάγκες της. Το εισόδημα δεν επαρκούσε πλέον για να καλύψει τις απαιτήσεις μιας οικογένειας που προχωρούσε μπροστά.
Και ο πατέρας βρέθηκε μπροστά στο δύσκολο δίλημμα: να παραμείνει δεμένος με τη γη που είχε αποκτήσει με τόσο κόπο ή να αναζητήσει αλλού έναν δρόμο που θα εξασφάλιζε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του.
Η απόφαση δεν ήταν εύκολη.
Δεν εγκατέλειπε απλώς χωράφια και περιουσία. Άφηνε πίσω του δέκα χρόνια μόχθου, ελπίδων και ονείρων, χαραγμένα πάνω στο χώμα εκείνων των μικρών κτημάτων.
Και όταν έπαιρνε να βραδιάζει, ο πατέρας, σε μια σιωπηλή στιγμή νοσταλγίας και αποχωρισμού, ατένιζε από απέναντι το βιός του.
Καθισμένος μπροστά στον Ναό του Αγίου Παντελεήμονα, άφηνε το βλέμμα του να πλανηθεί μακριά, πάνω στο τοπίο που είχε γίνει κομμάτι της ζωής του. Από εκεί ψηλά μπορούσε να βλέπει τα χωράφια τους στον απέναντι λόφο, τη γη που είχε αποκτήσει με κόπο, τα σημάδια του μόχθου του και τα μέρη όπου είχε αφήσει χρόνια από τη ζωή του. Εκείνη τη στιγμή όμως η φύση γύρω του δεν του φαινόταν όπως παλιά.
Του φαινόταν θλιμμένη.
Οι αιμασιές από τις φραγκοσυκιές, που έκλειναν τη γη τους από πάνω μέχρι κάτω, έμοιαζαν στα μάτια του σαν γκρίζοι πέτρινοι τοίχοι που σέρνονταν από πεζούλα σε πεζούλα, από τον λόφο μέχρι τη ρεματιά. Σαν να ήταν τα σύνορα ενός μικρού κόσμου που σε λίγο θα άφηνε πίσω του. Η βαθιά του θλίψη είχε αλλάξει τον τρόπο που έβλεπε τα πάντα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, πέτρες και φυτά. Ήταν η μνήμη του, οι κόποι του, οι ελπίδες του. Η σιωπή του τόπου έμοιαζε να συμμετέχει στον δικό του πόνο, σαν να καταλάβαινε πως ένας δεσμός χρόνων ετοιμαζόταν να κοπεί. Πέρα, στη γερτή πλαγιά της «Πάνω Λάκας», στεκόταν το καμίνι για τα ξυλοκάρβουνα. Ένα έργο υπομονής που είχε φτιάξει ο ίδιος, σιγά σιγά, με τα χρόνια, ακολουθώντας την παλιά παραδοσιακή μέθοδο. Πόσος κόπος, πόση υπομονή και πόσα ξημερώματα είχαν περάσει μέχρι να το δημιουργήσει.
Είχε φτάσει ήδη ο Μάρτης και το καμίνι έμενε ακόμη άκαυτο. Δεν πρόλαβε ούτε αυτό να το στήσει για να ενισχύσει το λιγοστό εισόδημα της οικογένειας. Και ίσως αυτό να ήταν που τον πονούσε περισσότερο: όχι μόνο ότι άφηνε πίσω του τη γη, αλλά ότι άφηνε πίσω του και πράγματα που είχαν μόλις αρχίσει να παίρνουν μορφή, σχέδια που περίμεναν ακόμη τη δικαίωσή τους.
Φτωχή και άνυδρη η γη τους, λίγη στο μερτικό που τους αναλογούσε, δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλίσει την επιβίωσή τους.
Η καλλιέργειά της ήταν πράγματι μια μεγάλη πρόκληση, όχι όμως κάτι ακατόρθωτο. Οι άνθρωποι του τόπου γνώριζαν καλά τα μυστικά της άνυδρης γης. Η σοφία των προηγούμενων γενεών είχε διδάξει τρόπους να αξιοποιούν κάθε κομμάτι χώματος, κάθε σταγόνα υγρασίας, κάθε δυνατότητα που τους πρόσφερε η φύση. Δεν ήταν απλώς μια λύση ανάγκης· ήταν ένας τρόπος ζωής, μια σχέση ανθρώπου και γης που είχε δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες. Όμως, όσο κι αν την αγαπούσαν και όσο κι αν πάλευαν μαζί της, αυτή η γη δεν μπορούσε να τους δώσει όσα ονειρεύονταν. Δεν μπορούσε να χαρίσει στα παιδιά τους εκείνη τη ζωή που κάθε γονιός επιθυμεί να προσφέρει στην οικογένειά του.
Εκεί, στην απομόνωση της επαρχίας, έλειπαν πολλά από εκείνα τα απλά αλλά απαραίτητα πράγματα που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου πιο εύκολη και πιο ανθρώπινη. Οι άντρες και οι γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου πάλευαν καθημερινά με τον μόχθο, τη φτώχεια και τις αβεβαιότητες της φύσης, προσπαθώντας να κρατήσουν όρθιες τις οικογένειές τους. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα έγινε μία από τις βασικές αιτίες του μεγάλου κύματος μετανάστευσης που σημάδεψε την Ελλάδα εκείνων των χρόνων. Άνθρωποι έφευγαν για τις πολιτείες, για τα εργοστάσια, για τα καράβια. Άλλοι γίνονταν εργάτες σε ξένους τόπους, άλλοι ταξίδευαν στις θάλασσες με φορτηγά πλοία και πετρελαιοφόρα, αναζητώντας μια ευκαιρία που ο τόπος τους δεν μπορούσε πλέον να τους προσφέρει.
Αυτά συλλογιζόταν κι ο πατέρας.
Δεν άφηνε πίσω του μόνο χωράφια και σπίτια. Άφηνε έναν ολόκληρο κόσμο που αγαπούσε, έναν κόσμο χτισμένο με ιδρώτα και υπομονή. Μα η αγάπη για τον τόπο του συγκρουόταν μέσα του με την αγωνία για το μέλλον των παιδιών του. Και μέσα σε αυτή τη δύσκολη απόφαση, κρατούσε την ελπίδα του στον Θεό. Προσευχόταν σιωπηλά για καλύτερες μέρες, για μια νέα αρχή, για έναν δρόμο που θα οδηγούσε την οικογένειά του σε μια ζωή πιο ασφαλή και πιο φωτεινή.
Καθώς περνούσαν τα πρώτα χρόνια από τον ερχομό τους στον φτωχό οικισμό, η Ιοκάστη και ο Κλέαρχος άρχισαν όλο και πιο συχνά να συζητούν για το μέλλον τους. Και όσο περισσότερο μιλούσαν γι’ αυτό, τόσο πιο καθαρά καταλάβαιναν πως το μικρό τους χωριουδάκι δεν μπορούσε να θρέψει ούτε εκείνους που είχαν γεννηθεί και ριζώσει σ’ αυτά τα χώματα από παλιά, ούτε τα παιδιά που μεγάλωναν μέσα σε αυτό. Η γη ήταν φιλόξενη μόνο σε όσους μπορούσαν να συμβιβαστούν με τη στέρηση. Δεν αρκούσε όμως για τα όνειρα μιας οικογένειας που μεγάλωνε και ζητούσε μια καλύτερη προοπτική.
Η ιδέα του Κλέαρχου να μεταναστεύσουν είχε εγκατασταθεί εδώ και καιρό στο μυαλό του. Όμως συνεχώς την ανέβαλε. Μια μέρα περνούσε στην άλλη, μια σκέψη διαδεχόταν την προηγούμενη, και η απόφαση παρέμενε μετέωρη. Ίσως ήταν ο φόβος για το άγνωστο. Ίσως η δυσκολία να αφήσει πίσω του έναν τόπο που είχε γίνει κομμάτι της ύπαρξής του. Ίσως πάλι εκείνη η ανθρώπινη αδυναμία που πολλές φορές μας κρατά δεμένους με όσα γνωρίζουμε, ακόμη κι όταν αυτά δεν μας αρκούν.
Πέρασε πολλές άγρυπνες νύχτες συλλογιζόμενος.
Στο σκοτάδι, όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνταν, εκείνος πάλευε μόνος με τις σκέψεις του. Ζύγιζε όσα άφηνε πίσω του και όσα ίσως κέρδιζε μπροστά του. Σκεφτόταν τα παιδιά του, τη γυναίκα του, το χρέος του ως πατέρα. Έπρεπε πρώτα να δώσει θάρρος στον ίδιο του τον εαυτό. Να πείσει την καρδιά του να μην δειλιάσει όταν θα ερχόταν η ώρα να ορίσει τη μέρα της αναχώρησης. Γιατί η απόφαση να φύγει δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι σε έναν άλλο τόπο. Ήταν ένας αποχωρισμός από μια ολόκληρη ζωή.
Είδε κι απόειδε ο πατέρας.
Κατάλαβε πως προκοπή σ’ εκείνο το χωριό δεν υπήρχε ούτε για τον ίδιο ούτε για τη φαμίλια του, και πήρε τη μεγάλη απόφαση. «Αργά ή γρήγορα, όλα φτάνουν σε τούτη τη ζωή», συλλογίστηκε.
Ήξερε πως κάποια στιγμή ο άνθρωπος πρέπει να πάρει τον δρόμο που του ανοίγει η ανάγκη, όσο δύσκολος κι αν είναι. Η παραμονή στον τόπο του δεν ήταν πια ζήτημα αγάπης· ήταν ζήτημα επιβίωσης.
Στο τέλος μίλησε στον αδελφό του και του εξέφρασε την επιθυμία του: αν μπορούσε να του βρει κάποια δουλειά στην πολιτεία, θα ήθελε να δοκιμάσει την τύχη του εκεί. Η ζωή στη χέρσα και άνυδρη γη είχε αρχίσει να τον βαραίνει. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τη γη του, ούτε γιατί δεν γνώριζε την αξία του μόχθου. Την είχε ποτίσει με τον ιδρώτα του και ήξερε καλά τι σημαίνει να παλεύεις με το χώμα και τον καιρό. Όμως ένιωθε πως εκείνη η ζωή τού έπαιρνε σιγά σιγά τα χρόνια της νιότης του χωρίς να του δίνει την ανταμοιβή που περίμενε. Δεν ήταν άνθρωπος που ονειρευόταν μια ζωή γεμάτη ανέσεις. Δεν είχε μάθει να ζητά πολλά. Ήθελε όμως να μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στην οικογένειά του, να προσφέρει στα παιδιά του περισσότερα από όσα μπορούσε να τους δώσει εκείνος ο φτωχός τόπος.
Γιατί, όσο κι αν κουραζόταν, όσο κι αν αμφέβαλλε για τις δυνάμεις του, παρέμενε άντρας μιας άλλης εποχής. Και τότε αρκούσε η παρουσία του, η σκιά του, για να αισθάνονται οι δικοί του πως είχαν έναν άνθρωπο μπροστά τους που θα προσπαθούσε να τους προστατεύσει.
Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τους φόβους του και τις αμφιβολίες του.
Αναρωτήθηκε πολλές φορές αν αυτή η κίνηση ήταν πράγματι η σωστή. Αν άξιζε να αφήσει πίσω του τον τόπο που τον γέννησε, τη γη που είχε δουλέψει με τα χέρια του, τα σπίτια, τους ανθρώπους και τις μνήμες μιας ολόκληρης ζωής. Όμως κάθε φορά που ο φόβος ερχόταν να τον κρατήσει πίσω, μπροστά του ορθωνόταν η πραγματικότητα. Η ανέχεια, οι λιγοστοί πόροι, η έλλειψη επιλογών και η απουσία εργασίας στον τόπο τους έδιναν την απάντηση. Δεν ήταν πια μόνο ένα όνειρο για κάτι καλύτερο· ήταν μια ανάγκη που απαιτούσε λύση. Και τότε ήρθαν και οι φήμες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα. «Οι Πολιτείες έχουν ευκαιρίες. Εκεί βρίσκεις εύκολα δουλειά. Εκεί το ψωμί σου το τρως με βούτυρο», έλεγαν όσοι είχαν ακούσει ή όσοι είχαν ήδη φύγει. Τα λόγια αυτά μεγάλωναν μέσα του την ελπίδα.
Υπήρχε ακόμη και ο αδελφός του, που ήταν παντρεμένος εκεί. Ίσως μπορούσε να τους προσφέρει μια πρώτη βοήθεια, μια γωνιά να σταθούν, ένα χέρι συμπαράστασης στα δύσκολα πρώτα βήματα.
Είχε ακούσει βέβαια και από άλλους συγχωριανούς πως στην πολιτεία χαμένος δεν έμενε κανείς. Όποιος είχε θέληση για δουλειά, έβρισκε τον δρόμο του. Ρώτησε ο πατέρας, ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες, ξαναρώτησε. Άκουσε, ζύγισε, συλλογίστηκε. Και όταν πια πήρε την απόφασή του, όλα έγιναν γρήγορα, σχεδόν σαν αστραπή. Η σκέψη που για μήνες και χρόνια πάλευε μέσα του, μέσα σε λίγες μέρες έγινε πράξη. Ο δρόμος της ξενιτιάς είχε ανοίξει μπροστά τους.
Άρχισαν οι ετοιμασίες για την αναχώρηση στη Λαμία, με το όνειρο να γνωρίσουν κι αυτοί τα αγαθά της μεγαλούπολης. Χρήματα όμως δεν υπήρχαν ούτε για τα εισιτήρια. Όταν υπάρχει ανάγκη, ο άνθρωπος βρίσκει δρόμο. Κάποιοι δέχτηκαν να του δώσουν τα χρήματα που χρειάζονταν, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της περιουσίας και του σπιτιού τους. Πούλησε το μικρό τους σπίτι με τον όμορφο φούρνο. Μαζί και το κτηματάκι δίπλα στον φούρνο με τις αγκινάρες. Πούλησε και το μικρό περιβολάκι πίσω από τη λιμνούλα.
Έναν τόπο που ο Αλκιβιάδης αγαπούσε βαθιά. Ένα μικρό περιβόλι με λίγα δέντρα στα σύνορά του, έναν κόσμο ολόκληρο στα παιδικά του μάτια. Όλα για ένα κομμάτι ψωμί. Για τα ναύλα της φαμίλιας με προορισμό τη Λαμία. Χαλάλι να γίνονταν σε εκείνον τον φίλο, τον αδερφικό, που τα παρέλαβε.
Και ήρθε η μέρα της αναχώρησης.
Η στιγμή που όλοι γνώριζαν πως κάποτε θα ερχόταν.
Με πόνο ψυχής πούλησαν και το τελευταίο απομεινάρι της περιουσίας τους: το κτήμα με τις ελιές, εκεί στο μάτι της ρεματιάς, στου Μεϊμέτ-αγά. Το κτήμα που ήταν σαν καρδιά που χτυπούσε στο στήθος τους.
Γιατί από εκεί ζούσαν.
Το πρώτο βήμα
Ακόμη και το πιο μακρινό ταξίδι, όσο δύσκολο κι αν είναι, αρχίζει πάντοτε με ένα απλό πρώτο βήμα.
Ήταν καλοκαίρι του 1958.
Η εσωτερική μετανάστευση στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο αποκορύφωμά της. Ένας ολόκληρος κόσμος της υπαίθρου ξεριζωνόταν από τα πατρογονικά του χώματα. Η αστυφιλία άπλωνε αργά αλλά σταθερά τη δύναμή της και πίεζε την καρδιά κάθε Λάκωνα, αδιάφορο αν κατοικούσε σε εύφορους κάμπους, σε δασωμένα βουνά ή σε φτωχές και άνυδρες γωνιές της γης.
Άνθρωποι έφευγαν.
Άλλοι με τα καράβια, άλλοι με τα τρένα, άλλοι με όποιον τρόπο μπορούσαν, αναζητώντας εργασία και μια ζωή που να τους προσφέρει περισσότερη ασφάλεια.
Νέοι άντρες και νέες γυναίκες άφηναν πίσω τους τα χωριά τους, με αποτέλεσμα η ύπαιθρος να αδειάζει σιγά σιγά και τα μεγάλα αστικά κέντρα να διογκώνονται. Οι πόλεις υπόσχονταν σταθερή εργασία, καλύτερες συνθήκες και ένα μέλλον που στον τόπο τους έμοιαζε δύσκολο να υπάρξει.
Ήταν η εποχή που πολλοί άνθρωποι πήραν στους ώμους τους την ίδια απόφαση που πήρε και η οικογένεια του Αλκιβιάδη.
Να αφήσουν πίσω τους τη γη που τους γέννησε.
Να αποχωριστούν τα γνώριμα μονοπάτια, τις αυλές, τα χωράφια, τα δέντρα και τις μνήμες, για να κυνηγήσουν μια ελπίδα.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι μνήμες των πρώτων παιδικών του χρόνων ξυπνούν μέσα του σαν κύματα που έρχονται από μακριά και πλημμυρίζουν τη σκέψη του.
Δεν μπορεί εύκολα να ξεχάσει.
Ο τόπος εκείνος επιστρέφει ξανά και ξανά στα όνειρά του. Οι πλαγιές, το Μεγάλο Ρέμα, οι ελιές, τα μονοπάτια, οι μυρωδιές της άνοιξης, όλα ζωντανεύουν μέσα του με μια γλυκιά μελαγχολία.
Εκεί περπάτησε τα πρώτα του βήματα.
Εκεί γνώρισε τον κόσμο.
Εκεί έμαθε τη χαρά, τον φόβο, τη μοναξιά, την αγάπη και τον αποχωρισμό.
Και τώρα, κοιτάζοντας πίσω, μετρά τα πεπραγμένα της ζωής του. Μιας ζωής που ακολούθησε τον δρόμο της ξενιτιάς, αλλά συγχρόνως άνοιξε νέους ορίζοντες, νέους τόπους και νέες εμπειρίες.
Ο δρόμος που τότε φάνταζε σαν απώλεια, έγινε τελικά και δρόμος δημιουργίας.
Και μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις επιστρέφει η φωνή του σοφού παππού του.
Εκείνου που πάντα, με το ήρεμο βλέμμα και το χαμόγελο στα χείλη, έβλεπε τη ζωή με περισσότερη γαλήνη.
«Γιε μου, τα στάσιμα νερά βρομίζουν».
Λόγια απλά, μα γεμάτα σοφία.
Γιατί γνώριζε πως ο άνθρωπος, όσο κι αν αγαπά τις ρίζες του, δεν είναι φτιαγμένος μόνο για να μένει ακίνητος. Χρειάζεται κάποτε να κινήσει τα νερά της ζωής του, να αναζητήσει νέους δρόμους, να δοκιμάσει τις δυνάμεις του απέναντι στο άγνωστο.
Και έτσι άρχισε κι εκείνο το μεγάλο ταξίδι.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Η Ημέρα της Αναχώρησης
.....

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Teleutaios chronos sta Koylentia...

.......Ένας βαθύς χειμώνας και μια ξέθωρη άνοιξη, γεμάτη μοναξιά και δοκιμασίες, ήταν το σχολικό έτος 1957-1958 για τον επτάχρονο Αλκιβιάδη. Ήταν μια χρονιά με ατέλειωτες δυσκολίες, που έπρεπε καθημερινά να αντιμετωπίζει στον μακρύ δρόμο του προς το σχολείο. Ένα παιδί μόλις επτά χρονών, αναγκασμένο να διασχίζει μόνο του δύσβατα μονοπάτια, εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και στους κινδύνους της ερημιάς, πολλές φορές έφτανε να βάζει ακόμη και τη ζωή του σε δοκιμασία. Το δημοτικό σχολείο του χωριού εκείνη τη χρονιά παρέμεινε και πάλι μονοθέσιο, όμως αποφασίστηκε παράλληλα να λειτουργήσει ως διτάξιο, με έναν μόνο δάσκαλο, δυστυχώς, για όλες τις τάξεις. Οι τρεις μεγαλύτερες τάξεις παρακολουθούσαν το μάθημα το πρωί και οι τρεις μικρότερες το απόγευμα. Από τον μικρό απομακρυσμένο οικισμό, τα Μπουμπουτσέλια, ο Αλκιβιάδης ήταν ο μοναδικός μαθητής που φοιτούσε στις μικρές τάξεις του σχολείου. Τα παιδιά των Καραστατήρηδων, των Αρώνηδων και των Κατσουλωτών ήταν όλα λίγο μεγαλύτερα από εκείνον.
Ο δάσκαλος του δείχνοντας φροντίδα και ανησυχία για την ασφάλεια του μαθητή του, όπου η επιστροφή στο σπίτι του μετά τη δύση του ηλίου ήταν επικίνδυνη, τον έδιωχνε νωρίτερα ώστε να μην τον βρει το σκοτάδι στο δρόμο της επιστροφής.  Ο Αλκιβιάδης ξεκινούσε το ταξίδι με το σχολικό δισάκι του στον ώμο, βιαστικά να μην τον προφτάσει η νύχτα, στου γυρισμού τη στράτα, στο Μεγάλο Ρέμα.
Ήταν ένα ήσυχο καθημερινό απόγευμα όταν ξεκίνησε το συνηθισμένο του δρομολόγιο της επιστροφής προς τον οικισμό τους, τα Μπουμπουτσέλια. Είχε αφήσει πίσω του τη νοτιοανατολική έξοδο του χωριού και είχε μπει στο παρακαμπτήριο μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό, απόμακρο οικισμό τους. Πρώτα διέσχισε τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο του γραφικού, κατάλευκου σπιτιού του νονού του. Το σπίτι του «Τσαχλαμπούρη», με τους λευκούς τοίχους και τα γαλάζια φωτεινά παραθυρόφυλλα και τις πόρτες, έμοιαζε να ακτινοβολεί καθαρότητα, αρχοντιά και ζωντάνια. Ήταν ένα μικρό σύμβολο της μεσογειακής γοητείας και της παλιάς αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του τόπου.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν διέσχιζε την επάνω στράτα στη δυτική πλαγιά του Μεγάλου Ρέματος. Το ρολόι του ήλιου, με δείκτη το απόσκιο του, ακολουθούσε αμείλικτα την πορεία του. Όταν δεν κρυβόταν πίσω από τα βαριά, μπλαβιά σύννεφα, μετακινούνταν γρήγορα από την κάτω στράτα του Μεγάλου Ρέματος προς την επάνω. Ήταν το σημάδι πως έπρεπε να βιαστεί. Έπρεπε να μαζέψει τη στράτα, πριν τον προλάβει η αφέγγαρη νύχτα που άρχιζε σιγά σιγά να απλώνεται πάνω από το ρέμα.
Εκεί, στην αρχή της στράτας που κατηφόριζε προς το μονοπάτι και οδηγούσε μέσα στο Μεγάλο Ρέμα, έκανε την εμφάνισή της η δωδεκάχρονη κόρη του κουμπάρου τους, του Πολυζώη του Μάρκου. Ήταν μαζί με ένα λευκό άλογο φορτωμένο με σακιά καρπό. Όταν στάθηκε δίπλα του, με το ένα της χέρι κρατούσε το χαλινάρι και με το άλλο, πότε πότε, χάιδευε τρυφερά τον λαιμό του ζώου, σαν να το καθησύχαζε.
«Περίμενέ με. Πάω γρήγορα στο χωριό να ξεφορτώσω το ζώο και γυρίζω σύντομα, να πάμε παρέα πίσω στον οικισμό. Δεν θα αργήσω. Η μέρα μεγαλώνει, φέγγει ακόμη ως αργά», του είπε. Το κοριτσόπουλο έμενε με τον γέροντα παππού της από τη μητέρα της, τον γείτονά τους, τον Λουκά τον Καραστατήρη. Ο ηλικιωμένος άντρας παρέμενε κλινήρης στο πατρικό τους, στον μικρό οικισμό, και εκείνη τον φρόντιζε και τον περιποιόταν με την αγάπη και την υπομονή ενός παιδιού που είχε μεγαλώσει πριν την ώρα του.
Η ώρα περνούσε και εκείνος, με αδημονία, κοίταζε συνεχώς τον ορίζοντα, περιμένοντας με την ελπίδα πως η κοπέλα, από στιγμή σε στιγμή, θα φανεί. Ο ήλιος, με μια τελευταία αναλαμπή, δεν άργησε να κρυφτεί πίσω από τη βουνοκορφή του Κούνου, στο ίδιο σημείο και την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Λίγο πριν χαθεί, άπλωσε στον δυτικό ουρανό όλο το μεγαλείο των χρωμάτων του: πορφυρά, χρυσά, κόκκινα, μοβ, κίτρινα και ρόδινα. Ήταν εκείνο το χρωματικό θαύμα που έκανε τον ήλιο βασιλιά του κόσμου για λίγες ακόμη στιγμές, πριν παραδώσει τη γη στη νύχτα. Ένα σμήνος από ψαρόνια πετούσε πάνω από τον δυτικό λόφο με κατεύθυνση προς τον νότο και τα Βάτικα. Όμως το φως της ημέρας στο Μεγάλο Ρέμα άρχισε σιγά σιγά να σβήνει. Όχι μόνο επειδή ερχόταν το απόβραδο, αλλά κι επειδή από τον βοριά έκανε την εμφάνισή του ένα βαρύ, γκρίζο σύννεφο που απλωνόταν πάνω από το ρέμα, προμηνύοντας μια δυνατή βροχή. Η γαλήνη του τοπίου άρχισε να αλλάζει. Το χρώμα του ουρανού σκοτείνιαζε και μαζί του μεγάλωνε η αίσθηση της μοναξιάς. Εκτός από το παράξενο τιτίβισμα των πουλιών, δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, κι αυτή η σιωπή έκανε ακόμη πιο έντονη την αίσθηση της μοναξιάς και της απομόνωσης του.
«Θα περιμένω», ψιθύρισε στον εαυτό του. «Θα περιμένω».
Τα άστρα έλαμψαν για λίγο, ασημώνοντας τον ουράνιο θόλο, όταν το γκρίζο σύννεφο, σαν σβησμένα κάρβουνα, μετακινούνταν αργά στον ουρανό, μια προς τα εδώ και μια προς τα εκεί, κρύβοντας κάθε τόσο το φως τους. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται παντού γύρω του. Η νύχτα σιγά σιγά έδιωχνε το μπλε, το άσπρο, το ροζ και το πράσινο του απογεύματος και τώρα του φαινόταν πελώρια, σαν να είχε απλωθεί και να είχε τυλίξει όλο τον κόσμο γύρω του.
Και η ώρα περνούσε.
Πότε πότε, ένα θαμπό φως από κάποιο αστέρι κατάφερνε να διαπεράσει τα σύννεφα, κι εκείνος συνέχιζε να περιμένει. Περίμενε ακόμη την κοπέλα που του είχε υποσχεθεί πως θα γύριζε.
Ο Αλκιβιάδης καθόταν αμίλητος στο πεζούλι, στην άκρη του χωματόδρομου. Προσπαθούσε να μη σκέφτεται, όμως η αγωνία τον έπνιγε. Άρχισε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας, ψάχνοντας μέσα στη σιωπή κάτι που θα μπορούσε να τον καθησυχάσει.
Για κάμποση ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Έπρεπε να κάνει την καρδιά του πέτρα και να το αποφασίσει. Έπρεπε, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να πάρει τον δρόμο μέσα από το σκοτεινό φαράγγι και να φτάσει στον οικισμό τους. Μα δεν τολμούσε. Ο χρόνος κυλούσε κι εκείνος παρέμενε πάντα στο ίδιο σημείο, περιμένοντας. Η αγωνία είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. Το Μεγάλο Ρέμα δεν ήταν πια ο γνώριμος τόπος που διέσχιζε κάθε μέρα· τώρα του φαινόταν μαύρο και ατέλειωτο.Κανένα φως δεν φαινόταν απέναντι.
Το βράδυ είχε πέσει πια και ο ορίζοντας είχε χαθεί. Δεν ξεχώριζε ούτε καν τους σκοτεινούς όγκους των πλαγιών. Μια όψη απογοήτευσης σκίασε το πρόσωπό του. Μια πικρία, μια βουβή στεναχώρια, ανακατεμένη με προσωπική απογοήτευση, τον κυρίευε όσο περνούσε η ώρα και περίμενε ακόμη μήπως φανεί το άλογο με τη γειτονοπούλα του. Προσπάθησε να βρει μέσα του τη δύναμη να νικήσει τους φόβους του και να ξεκινήσει τρέχοντας για τον προορισμό του. Μα το να διαβεί, επτάχρονο παιδί, μέσα στη νύχτα το Μεγάλο Ρέμα, ήθελε μεγάλη ψυχή.
Δεν τολμούσε. Ο ρυθμός της καρδιάς του είχε ξεφύγει από τον ήρεμο, φυσιολογικό χτύπο. Την ένιωθε να πηγαινοέρχεται σαν λίμνη που την ταράζουν συνεχώς κύματα.
Στα ψηλώματα της βουνοπλαγιάς στέκονταν τα γέρικα δέντρα, με τα φυλλώματα τους να θροΐζουν έναν απαλό, αδιάκοπο ήχο, σαν ψίθυρο. Κι ύστερα, υπήρχαν στιγμές που ο άνεμος σταματούσε και απλωνόταν στη φύση μια απόλυτη σιγή, χωρίς να σαλεύει ούτε ένα φύλλο. Κι αυτή η σιωπή δεν ήταν απλώς η απουσία ήχου. Ήταν μια ζωντανή παρουσία, μια δύναμη που την ένιωθε ο Αλκιβιάδης με όλες του τις αισθήσεις, γιατί μέσα στη μοναξιά του κάθε μικρός ήχος, κάθε παύση, κάθε ανάσα της φύσης γινόταν μεγαλύτερη. Ξαφνικά, πέρα μακριά, στο βάθος, από τα βόρεια και τα ορεινά του Μεγάλου Ρέματος, εκεί όπου απλωνόταν η πυκνή βλάστηση, μέσα στη βαθιά σιγαλιά της νύχτας ακούστηκαν τσακάλια να σπάνε τη σιωπή. Γαβγίσματα και «κλάματα», σαν μια άγρια χορωδία, αντηχούσαν στις πλαγιές. Ούρλιαζαν για να δηλώσουν την περιοχή τους, να καλέσουν τα μέλη της αγέλης τους, να θυμίσουν πως εκεί γύρω υπήρχε ακόμη ένας κόσμος άγριος και ζωντανός.
Ο Αλκιβιάδης ανατρίχιασε. Έμεινε για λίγο ακίνητος, αναποφάσιστος. Η εικόνα αυτή, η φωνή μιας φύσης ελεύθερης και άγριας, του προκάλεσε φόβο. Οι πνεύμονές του προσπαθούσαν να γεμίσουν με αέρα, σαν ο αέρας να έπρεπε να ανασυρθεί με κουβά από ένα πολύ βαθύ πηγάδι.
Όπου κι αν κοιτούσε γύρω του, υπήρχε μόνο σκοτάδι και ερημιά. Το βαθύ μαύρο της νύχτας τον φόβιζε· ένας φόβος όχι μόνο για όσα μπορούσαν να κρύβονται γύρω του, αλλά κι ένας ψυχολογικός φόβος, που απλωνόταν μέσα του. Τα μάτια του κουράστηκαν, η όρασή του άρχισε να θολώνει και όλα γύρω του έμοιαζαν πιο μεγάλα, πιο άγνωστα, πιο απειλητικά. Αποκαμωμένος, κατάλαβε πως δεν υπήρχε άλλη λύση. Έκανε στροφή και πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι του νονού του.
Τα πυκνά γκριζόμαυρα σύννεφα είχαν πια σκεπάσει τ’ αστέρια, στερώντας του ακόμη κι εκείνες τις μικρές αναλαμπές φωτός που θα μπορούσαν να του δείξουν το μονοπάτι.
Το σπίτι δεν ήταν κοντά. Έπρεπε να διανύσει αρκετή απόσταση και δεν είχε ούτε φακό ούτε φανάρι. Προχωρούσε περισσότερο με τη μνήμη του παρά με τα μάτια του. Μέσα στο σκοτάδι δεν ξεχώριζε καθαρά το μονοπάτι, όμως το γνώριζε καλά. Το είχε περπατήσει τόσες φορές, ώστε το σώμα του θυμόταν εκεί που το βλέμμα αδυνατούσε να δει: πού να πατήσει, πού να στρίψει, πού να προσέξει.
Αυτή η γνώση του δρόμου, χαραγμένη μέσα του από τις καθημερινές διαδρομές, τον προστάτευσε από τον πανικό. Τον βοήθησε να συνεχίσει, να εμπιστευτεί τη μνήμη του και να μην κάνει λάθος επιλογές μέσα στη νύχτα.
Μόλις έφτασε στην κορυφή του μονοπατιού, ένα φως φάνηκε μπροστά του μέσα στο σκοτάδι. Ήταν το φανάρι απέναντι από το σπίτι της νονάς του. Εκείνο το μικρό, τρεμάμενο φως τού έφερε ξαφνικά ανακούφιση και ασφάλεια. Μέσα στην απέραντη μοναξιά της νύχτας, του αποκάλυπτε πως υπήρχε ακόμη ανθρώπινη παρουσία, μια ζεστή γωνιά που τον περίμενε. Το φως του φαναριού έγινε για εκείνον ένα καταφύγιο. Τον βοήθησε να ηρεμήσει, να αφήσει πίσω του τον φόβο, την κούραση και την αγωνία που είχε συσσωρευτεί μέσα του από εκείνες τις δύσκολες ώρες. Η γλυκιά του νονά, η Αλεξάνδρα, τον πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε παρηγοριά. Το δακρυσμένο πρόσωπό του κρύφτηκε πάνω της, εκεί όπου ο φόβος του παιδιού μπορούσε επιτέλους να σβήσει.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα βλέφαρά του βαριά. Η εξάντληση τον νίκησε και αποκοιμήθηκε στο απαλό κρεβάτι, με τη νονά του φύλακα δίπλα του. Για άλλη μια φορά, με μια τρυφερή και φροντιστική κίνηση, έσκυψε πάνω του, τον φίλησε και τον σκέπασε προσεκτικά, έχοντας μόνο μία έγνοια: να μην κρυώσει, να είναι ασφαλής.
Και μέσα στη γαλήνη του ύπνου του, το παιδί ένιωσε πως είχε ξαναβρεί τον κόσμο που πριν λίγες ώρες είχε χάσει.
Η μάνα του!
Έσβησε το φανάρι της στο μισοσκόταδο του σπιτιού και μπήκε στην κάμαρα πατώντας προσεκτικά, αθόρυβα, σαν να φοβόταν μήπως διαταράξει τον ύπνο του παιδιού της. Η ένταση και η αγωνία των προηγούμενων ωρών ήταν ακόμη ζωγραφισμένες στο πρόσωπό της.
Πλησίασε στο λιτό κρεβάτι όπου κοιμόταν ο Αλκιβιάδης. Έσκυψε και χάιδεψε απαλά το μέτωπό του, ύστερα το πρόσωπό του, σαν να ήθελε με το άγγιγμα της να βεβαιωθεί πως ήταν πραγματικά εκεί, ασφαλής κοντά της. Ένα χαμόγελο άρχισε να φωτίζει το αυλακωμένο από την αγωνία πρόσωπό της. Ήταν η στιγμή που τα βαριά σύννεφα του φόβου της διαλύονταν σιγά σιγά, αν και τα σημάδια της δοκιμασίας παρέμεναν ακόμη επάνω της. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση, ένα αντίδοτο στην αγωνία που είχε φωλιάσει στην καρδιά της. Γιατί η μάνα, ακόμη κι όταν το παιδί της κοιμάται ήσυχο, συνεχίζει να αγρυπνά μέσα της. Στον ύπνο του τον βαθύ, του φάνηκε πως ένοιωσε το χέρι της στο μέτωπο του, πως τα μαλάκια του χάιδεψε και στο προσκέφαλο του έγειρε κι μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο μάγουλο απαλά τόνε φίλησε. Τον σταύρωσε τρεις φορές και την Παναγιά παρακάλεσε. «Παναγία Δέσποινα! προφύλαξε τον, σκέπασε τον με το γλυκό σου μάτι.» Και έφυγε σαν άστρο, σαν αχτίδα. «Καληνύχτα γιε μου! Καληνύχτα γλυκό μου αγοράκι. Καληνύχτα.» Ναι! ήταν η μάνα του! Η χρυσή του η μάνα του!  Άναψε πάλι το φανάρι της, τρύπησε το σκοτάδι και γύρισε πίσω στον οικισμό απελευθερωμένη από την αγωνία και την λαχτάρα της. Ήρθε το χρώμα στα μάγουλα της, η λάμψη στα μάτια και το χαμόγελο στα χείλη της, και ξανάγινε όμορφη κι ευδιάθετη μετά την κατσιφάρα που είχε τρυπώσει στην καρδιά της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Προετοιμασίες Αναχώρησης!
.....

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022

Enas Skilos Xarismatikos

Bouboutselia (Panagitsa) 1957

.Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που το παρελθόν εισβάλλει ορμητικά στο παρόν. Λειτουργεί σαν ένα αόρατο κλειδί που ξεκλειδώνει κλειστές πόρτες της μνήμης και μας θυμίζει πως τίποτε δεν χάνεται πραγματικά· απλώς μεταμορφώνεται σε ανάμνηση που μας συνοδεύει σιωπηλά στο πέρασμα των χρόνων. Είναι οι στιγμές που διαλύουν την ομίχλη της λήθης. Οι αναμνήσεις δεν έρχονται όταν τις καλούμε, αλλά όταν εκείνες το αποφασίσουν. Ξεσπούν ξαφνικά, με ορμή, παρασύροντας εικόνες, πρόσωπα, μυρωδιές και συναισθήματα που πιστεύαμε πως είχαν χαθεί για πάντα. Και τότε αντιλαμβανόμαστε πως δεν έφυγαν ποτέ· έμειναν καταχωνιασμένα στις πιο βαθιές γωνιές της ψυχής, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να ξαναζωντανέψουν.
Ήταν καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια πενήντα επτά κι εκείνος ήταν μόλις επτά χρονών.
Οι αναμνήσεις από εκείνο το θλιμμένο καλοκαιρινό απόγευμα δεν του φέρνουν χαρά, αλλά έναν γλυκόπικρο πόνο. Έναν πόνο παράξενα γλυκό, γιατί τον ταξιδεύει στα περασμένα, σε μια στιγμή που χάθηκε για πάντα, μα εξακολουθεί να ζει ολοζώντανη μέσα του. Έτσι είναι οι αληθινές μνήμες· πονάνε, αλλά δεν θα τις αντάλλασσες με καμία λησμονιά.Το τοπίο προβάλλει μπροστά του τόσο οικείο, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα. Στη βορειοανατολική πλευρά της αυλής του σπιτιού τους υψώνονταν δυο αιωνόβιες ελιές, με κορμούς τόσο μεγάλους που ένα παιδί αδυνατούσε να τους αγκαλιάσει. Ήταν δέντρα που έμοιαζαν να κουβαλούν πάνω τους ολόκληρη την ιστορία του τόπου. Στη ρίζα τους ήταν αγριελιές, σημάδι της αρχέγονης καταγωγής τους, πριν τις εξημερώσει ο άνθρωπος και τις μεταμορφώσει σε καρποφόρες ελιές. Ο κορμός της μιας ήταν πραγματικό δημιούργημα του χρόνου. Εξωτερικά εντυπωσίαζε με τα βαθιά του αυλάκια, ενώ στο εσωτερικό του ήταν κούφιος. Το καρδιόξυλο του είχε σαπίσει ύστερα από εκατοντάδες χρόνια ζωής, αφήνοντας μια φυσική κοιλότητα, μια μικρή σπηλιά, σμιλεμένη αργά και υπομονετικά από τον χρόνο. Εκεί, μέσα σ' εκείνη τη φυσική φωλιά, είχε βρει το καταφύγιό του ο άγρυπνος φύλακας του σπιτιού. Ένα θαυμάσιο θηλυκό κυνηγόσκυλο, λευκό με καστανέρυθρες πινελιές στο τρίχωμά του. Ήταν ένα αγγλικό Σέττερ.
Η Μπέττυ.
Ένας σκύλος χαρισματικός
Απ’ όταν θυμάται τον εαυτό του, θυμάται και τη Μπέτη. Μεγάλωναν μαζί, σχεδόν σαν δυο παιδιά της ίδιας οικογένειας. Μαζί της έμαθε να δίνει και να δέχεται αγάπη χωρίς όρους, να χαίρεται τη συντροφιά, να εμπιστεύεται και να δένεται με αφοσίωση. Ανάμεσά τους υπήρχαν όλα εκείνα τα απλά αλλά πολύτιμα συστατικά που γεννούν μια αληθινή φιλία. Όποιος έχει μεγαλώσει με έναν σκύλο γνωρίζει πως δύσκολα συγκρίνεται αυτή η σχέση με οποιαδήποτε άλλη. Είναι ένας δεσμός σιωπηλός, που δεν χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί. Ένα βλέμμα, ένα χάδι, ένα κάλεσμα αρκούν για να ειπωθούν όσα οι άνθρωποι συχνά δυσκολεύονται να πουν μεταξύ τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί ψυχίατροι υποστηρίζουν πως ο σκύλος αποτελεί τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με την άδολη παιδική μας φύση, με τον αρχέγονο εαυτό μας και τις βαθύτερες ρίζες της ύπαρξής μας. Κι όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομακρύνεται από τη φύση, τόσο περισσότερο φαίνεται να χρειάζεται την παρουσία των ζώων. Είναι σαν να του θυμίζουν την απλότητα, την πίστη και την αρμονία που ο ίδιος συχνά λησμονεί.
Για τον μικρό Αλκιβιάδη, η Μπέτη ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας σκύλος. Ήταν η πρώτη του φίλη, η σιωπηλή του συντροφιά, ο ακούραστος φύλακας του σπιτιού και των παιδικών του χρόνων. Ήταν ένα κομμάτι της οικογένειας, τόσο φυσικό και αναπόσπαστο όσο οι αιωνόβιες ελιές της αυλής, το χώμα που πατούσε ξυπόλυτος και ο αέρας που κατέβαινε από τις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ο Άργος και η Μπέτη
Το συγκλονιστικότερο ίσως παράδειγμα της αφοσίωσης ενός σκύλου που έχει διασωθεί στη λογοτεχνία βρίσκεται στην Οδύσσεια του Ομήρου. Είναι ο Άργος, ο πιστός σκύλος του Οδυσσέα. Είκοσι ολόκληρα χρόνια περίμενε τον αφέντη του. Κι όταν εκείνος γύρισε στην Ιθάκη μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, χωρίς να τον αναγνωρίσει κανένας άνθρωπος, ο Άργος ήταν ο μόνος που τον γνώρισε αμέσως.
Δεν είχε πια τη δύναμη να τρέξει κοντά του. Σήκωσε μόνο το κεφάλι, κούνησε αδύναμα την ουρά και, αφού αντάλλαξαν μια σιωπηλή ματιά γεμάτη αναγνώριση, άφησε την τελευταία του πνοή. Δεν αναγνώρισε μονάχα ο σκύλος τον κύριό του· αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον. Μια στιγμή που ο Όμηρος ύψωσε σε σύμβολο της πίστης, της μνήμης και της αγάπης που δεν αλλοιώνεται από τον χρόνο.
Ίσως γι' αυτό κάθε άνθρωπος που είχε την τύχη να αγαπηθεί από έναν σκύλο, διαβάζοντας αυτή τη σκηνή, νιώθει πως αναγνωρίζει ένα κομμάτι της δικής του ζωής.
Κάπως έτσι ήταν και η Μπέτη. Όχι ένας απλός σκύλος του σπιτιού, αλλά ένα μέλος της οικογένειας. Μια σιωπηλή παρουσία που μεγάλωσε δίπλα του, φύλαξε τα παιδικά του χρόνια και χάραξε μέσα του την πρώτη αίσθηση της απόλυτης αφοσίωσης.
Η Μπέτη
Η Μπέτη ήταν ένας σκύλος με ξεχωριστό χαρακτήρα. Πανέξυπνη, σε σημείο να τη λες πανούργα, γενναία, ζωηρή, αξιόπιστη και τρυφερή. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ευφυΐα που δεν φαινόταν μόνο στις κινήσεις της, αλλά κυρίως στον τρόπο που αντιλαμβανόταν τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω της.
Ήταν ένα εξαίρετο κυνηγόσκυλο, πλασμένο για την ύπαιθρο, μα πάνω απ' όλα ήταν ένας ανεκτίμητος σύντροφος για την οικογένειά μας. Άγρυπνη φρουρός του σπιτιού, αντιλαμβανόταν κάθε ξένο βήμα πολύ πριν φανεί στην αυλή. Με το πρώτο ύποπτο πλησίασμα υψωνόταν επιβλητική και το γάβγισμα της προειδοποιούσε πως ο χώρος φυλασσόταν.
Γνήσιο τέκνο της Ιρλανδίας, ένα λευκό και κόκκινο Σέτερ με αδάμαστο ταμπεραμέντο, συνδύαζε τη δύναμη με την ευγένεια. Στο κυνήγι γινόταν ακούραστη και αποφασιστική· στο σπίτι όμως μεταμορφωνόταν σε μια τρυφερή παρουσία, που ζητούσε ένα χάδι, ακολουθούσε τα παιδιά σε κάθε τους παιχνίδι και στεκόταν δίπλα τους με μια αφοσίωση που δύσκολα περιγράφεται με λόγια.
Δεν ήταν απλώς ένα κατοικίδιο. Ήταν μέλος της οικογένειας. Ένας σιωπηλός φύλακας, ένας πιστός φίλος, μια παρουσία που γέμιζε το σπίτι ασφάλεια και την παιδική του ηλικία με μια αγάπη ανιδιοτελή, από εκείνες που μόνο ένας σκύλος μπορεί να προσφέρει.
Αυτό το υπέροχο σκυλί γεννούσε στην ψυχή του συναισθήματα βαθιάς γαλήνης και ανείπωτης χαράς. Δεν θυμάται μόνο τη συντροφιά της· θυμάται κυρίως την ασφάλεια που ένιωθε δίπλα της, εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα που μόνο ένας πιστός σκύλος μπορεί να χαρίσει σ' ένα παιδί.
Μαζί μοιράζονταν τη φύση. Περιδιάβαιναν πλάι πλάι τα άγρια χορτάρια της άνοιξης, όταν η γη φορούσε τα γιορτινά της και οι μυρωδιές των λουλουδιών πλημμύριζαν τον αέρα. Πάνω από τα κεφάλια τους τα χελιδόνια έσκιζαν τον γαλανό ουρανό, ενώ μέλισσες, σφήκες και χρυσοπράσινες μύγες βούιζαν ασταμάτητα πάνω από τις παπαρούνες και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα, που ξεπρόβαλλαν ανάμεσα στο μονότονο πράσινο των χωραφιών και λικνίζονταν απαλά στο ανάλαφρο αεράκι. Ανέμελοι και ελεύθεροι έτρεχαν οι δυο τους στους μικρούς διάσπαρτους αγρούς, χαμένους μέσα στο πολύπλοκο ανάγλυφο των λόφων, μακριά από κάθε θόρυβο του κόσμου. Περιπλανιούνταν στο ρουμάνι του Μεγάλου Ρέματος, ανάμεσα στα σκίνα και τις πυκνές πουρναριές με το βαθύ τους πράσινο, στις κουμαριές που μένουν καταπράσινες χειμώνα και καλοκαίρι, ώσπου το φθινόπωρο στολίζονται με τα κατακόκκινα κούμαρα τους, σαν μικρές φλόγες ζωής μέσα στην αγριάδα του τόπου.
Σήμερα, κάθε φορά που η μνήμη του ανασαίνει ξανά εκείνες τις μυρωδιές, εκείνη την απεραντοσύνη του τοπίου και τη σιωπή της λακωνικής γης, όλα μοιάζουν να ξεπροβάλλουν μέσα από μια λεπτή ομίχλη. Σαν σκιές αγαπημένες που δεν ζητούν να επιστρέψουν, αλλά μόνο να τον αγκαλιάσουν για μια στιγμή. Και τότε νιώθει πως εκείνα τα παιδικά χρόνια δεν χάθηκαν ποτέ· εξακολουθούν να ζουν μέσα του, μαζί με τη Μπέτη, κάτω από τον ίδιο ουρανό, στις ίδιες πλαγιές, εκεί όπου η ψυχή ενός παιδιού έμαθε τι θα πει αγάπη χωρίς λόγια.
Ο χρόνος κυλούσε αθόρυβα. Η νύχτα υποχωρούσε σιγά σιγά και το πρώτο φως της ημέρας απλωνόταν πάνω στους λόφους και στις ρεματιές. Τα άστρα είχαν πια σβήσει και το φεγγάρι είχε χαθεί, παραδίδοντας τον ουρανό στην αυγή. Κάθε πρωί ξεκινούσαν μαζί για το σχολείο. Παιδί και σκύλος. Ακολουθούσαν το στενό μονοπάτι που, φιδογυρίζοντας ανάμεσα στα μικρά πλατώματα της ανατολικής πλαγιάς του οικισμού, κατηφόριζε στο Μεγάλο Ρέμα. Εκεί, στις όχθες του, απλωνόταν μια μικρή επίπεδη αμμουδιά. Τα ορμητικά νερά των χειμωνιάτικων βροχών είχαν ξεπλύνει το χώμα και είχαν φέρει στην επιφάνεια κάτασπρα χαλίκια, που άστραφταν κάθε πρωί κάτω από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Από εκεί περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στις ανηφόρες της δυτικής πλαγιάς, με προορισμό το χωριό και το σχολείο.
Η Μπέτη όμως δεν προχωρούσε ποτέ πιο πέρα. Έφθανε πάντοτε ως την άκρη της αμμουδιάς, στεκόταν ακίνητη και καθόταν ήσυχα στα πίσω της πόδια. Δεν χρειαζόταν καμία εντολή. Είχε ορίσει μόνη της το σημείο όπου τελείωνε η συνοδεία της. Από εκεί και πέρα άρχιζε ο δρόμος του μικρού της φίλου.
Έμενε ακίνητη και τον παρακολουθούσε να απομακρύνεται. Τα μάτια της τον συνόδευαν ώσπου να χαθεί πίσω από τη ράχη της απέναντι πλαγιάς. Μόνο τότε σηκωνόταν αργά, γύριζε την πλάτη και έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής προς την αυλή του σπιτιού.
Είχε χαράξει μέσα της, με μια σχεδόν ανεξήγητη ακρίβεια, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού. Δεν το ξεπερνούσε ποτέ.
Σήμερα, τόσες δεκαετίες αργότερα, εκείνη η εικόνα παραμένει ολοζώντανη μέσα του. Ένα παιδί που ανηφορίζει για το σχολείο και, πίσω του, ένας σκύλος να το ξεπροβοδίζει σιωπηλά, με το βλέμμα γεμάτο εμπιστοσύνη και αγάπη.
Τι ομορφιά…
Τι ανεπιτήδευτη, σχεδόν μαγική, μορφή αφοσίωσης....
«Είχε προσδιορίσει, με τον δικό της αλάνθαστο τρόπο, το σημείο του καθημερινού αποχαιρετισμού.»
Γιατί δεν επρόκειτο για μια τυχαία στάση. Ήταν μια ιεροτελεστία που επαναλαμβανόταν κάθε πρωί.
Η Μπέτη δεν περιμένει να της πει κάποιος να γυρίσει. Περιμένει μέχρι να χαθεί το παιδί από το οπτικό της πεδίο. Μόνο τότε επιστρέφει.  Είναι σαν να λέει: «Από εδώ και πέρα ο δρόμος είναι δικός σου. Εγώ θα είμαι εδώ όταν γυρίσεις.»
Ένα χειμωνιάτικο πρωινό συνέβη κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ άλλοτε. Η Μπέτη δεν βρισκόταν στην αυλή. Δεν ήταν εκεί για να τον συνοδέψει στον δρόμο για το σχολείο. Στην αρχή απόρησε. Έπειτα ανησύχησε. Ήταν κάτι αφύσικο, κάτι παράξενα ασυνήθιστο. Η Μπέτη δεν έλειπε ποτέ από το πρωινό τους ξεκίνημα. Ήταν πάντοτε εκεί, πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα του σπιτιού, έτοιμη να τον ακολουθήσει ως το γνώριμο σημείο του αποχαιρετισμού. Η νύχτα που είχε προηγηθεί ήταν σκοτεινή και άγρια. Από το βράδυ ακόμη η καταιγίδα δυνάμωνε ασταμάτητα. Ο άνεμος λυσσομανούσε στις πλαγιές, σφύριζε μέσα από τις χαράδρες και χτυπούσε με ορμή τις στέγες και τα δέντρα του μικρού οικισμού. Κατά τα μεσάνυχτα η μανία του είχε κορυφωθεί. Το πρωί ξημέρωσε βαρύ και μουντό. Ένας ουρανός σκεπασμένος από μολυβένια σύννεφα άφηνε ένα αδιάκοπο ψιλόβροχο να πέφτει πάνω στη διψασμένη γη. Δεν είχε ακόμη χαράξει καλά καλά και οι γύρω λόφοι ήταν τυλιγμένοι στην καταχνιά. Ο αέρας, υγρός και διαπεραστικά παγωμένος, έβρισκε τρόπο να περνά ακόμη και από τις χαραμάδες των σφαλισμένων παραθύρων, σκορπίζοντας μέσα στο σπίτι μια ανεξήγητη αίσθηση ψύχρας και ανησυχίας.
Κι όμως, περισσότερο από την κακοκαιρία, εκείνο που βάραινε την καρδιά του μικρού Αλκιβιάδη ήταν η απουσία της Μπέτης.
Η αυλή έμοιαζε παράξενα άδεια χωρίς εκείνη.
Μόλις άρχισε να χαράζει, κουκουλωμένος ως τ' αυτιά με το αδιάβροχο του, βγήκε στην αυλή. Το βλέμμα του σάρωσε ανήσυχο τον μικρό οικισμό, ώσπου στάθηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε προς το σπίτι του μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη. Σμίγοντας τα φρύδια του, προσπαθούσε να διακρίνει τη Μπέτη μέσα στην πρωινή καταχνιά. Μα δεν φαινόταν πουθενά. Έβαλε τα χέρια βαθιά στις τσέπες για να προφυλαχθεί από την παγωνιά και, με την καρδιά του να βαραίνει όλο και περισσότερο, άρχισε να ψάχνει μια εξήγηση για την παράξενη απουσία της. Διέσχισε βιαστικά το στενό μονοπάτι και έφτασε στον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη. Ο σεβάσμιος γέροντας στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Ψηλός και γεροδεμένος ακόμη, παρά τα χρόνια του, με πυκνά λευκά μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω, και με γενειάδα άσπρη, πυκνή και περιποιημένη, έμοιαζε σαν να είχε φυτρώσει κι αυτός μέσα σ' εκείνο το τραχύ τοπίο.
Ο Αλκιβιάδης τον πλησίασε με φανερή αγωνία. «Μπάρμπα Παναγιώτη, μήπως είδες τη Μπέτη;»
Ο γέροντας τον κοίταξε με καλοσύνη, κούνησε αργά το κεφάλι και του αποκρίθηκε: «Όχι, αγόρι μου... Δεν την είδα.»
Όταν άκουσε την αρνητική απάντηση, τον ευχαρίστησε μ' ένα αμυδρό νεύμα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Κούνησε αργά το κεφάλι, σαν να μην ήθελε να πιστέψει αυτό που άκουγε, και, χωρίς άλλη επιλογή, πήρε τον δρόμο για το σχολείο. Εκείνη την ημέρα τίποτα δεν έμοιαζε όπως τις άλλες. Στο σχολείο καθόταν ανήσυχος στο θρανίο του, μα ο νους του δεν βρισκόταν στην τάξη. Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά. Η σχολική μέρα τού φαινόταν ατέλειωτη, σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο μεγάλωνε μέσα του η αγωνία. Μια αδιόρατη ανησυχία απλωνόταν στην ψυχή του, περνούσε στο αίμα του, στα νεύρα του, κυρίευε ολόκληρη την ύπαρξή του. Προσπαθούσε να διώξει τις κακές σκέψεις, όμως εκείνες επέστρεφαν ολοένα και πιο επίμονες. Όταν τελείωσαν τα μαθήματα, πήρε σχεδόν τρέχοντας τον δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στο πέρασμα της ρεματιάς, στο Μεγάλο Ρέμα, το βλέμμα του στράφηκε αυθόρμητα στη γνώριμη θέση, εκεί όπου κάθε μεσημέρι τον περίμενε η Μπέτη.
Η θέση ήταν άδεια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται.
Για πρώτη φορά πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως είχε συμβεί κάτι κακό στην αγαπημένη του σκυλίτσα. Και αυτή η σκέψη ήταν πιο τρομακτική από οτιδήποτε άλλο μπορούσε να φανταστεί.
Και οι φόβοι του δεν άργησαν να επαληθευτούν.
Όταν έφτασε στο σπίτι, τη βρήκε κουλουριασμένη στο μικρό της καταφύγιο, στη ρίζα της γέρικης ελιάς. Η Μπέτη ήταν βαριά πληγωμένη. Το λευκό και κόκκινο τρίχωμά της ήταν ποτισμένο με αίμα και οι πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ακόμη.
Στάθηκε απέναντί της ακίνητος. Για μια στιγμή δεν μπόρεσε ούτε να κινηθεί ούτε να μιλήσει. Μόνο την κοιτούσε. Η σκέψη πως ίσως ψυχορραγούσε τον πάγωσε.
Έκανε λίγα διστακτικά βήματα και πλησίασε. Όσο την παρατηρούσε, τόσο μεγάλωνε μέσα του ο φόβος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ο σφυγμός του ανέβαινε και ένιωθε το στόμα του να στεγνώνει. Προσπαθούσε να καταπιεί, μα δεν μπορούσε.
Γονάτισε δίπλα της. Με απαλές κινήσεις πήρε το κεφάλι της στα μικρά του χέρια. Η Μπέτη δεν αντέδρασε. Η μουσούδα της ήταν ακόμη ζεστή κάτω από τη μαλακή γούνα και από τα ρουθούνια της έβγαινε ένα αχνό, κοφτό λαχάνιασμα, ανακατεμένο με ένα βαθύ, υπόκωφο βογκητό. Παρατηρούσε με αγωνία το στήθος της. Όταν είδε πως ανασηκωνόταν ακόμη, έστω και ανεπαίσθητα, από τις εύθραυστες αναπνοές της, ένιωσε μια μικρή σπίθα ελπίδας να ανάβει μέσα του.
«Μπέτη μου...» ψιθύρισε, χαϊδεύοντας της τρυφερά τα αυτιά.
«Μπέτη μου...» Εκείνη άνοιξε αργά τα μάτια της.
Ο Αλκιβιάδης ταράχτηκε. Δεν ήταν τα ζωηρά, λαμπερά μάτια που γνώριζε. Ήταν θολά, θαμπωμένα, σαν να κοιτούσαν κάπου πολύ μακριά. Για μια στιγμή νόμισε πως δεν τον αναγνώριζε.
Ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. «Εγώ είμαι...» της ψιθύρισε σχεδόν κλαίγοντας.
«Εγώ είμαι, Μπέτη μου...»
Σαν να αναγνώρισε τη φωνή του.
Τα μάτια της μαλάκωσαν για μια στιγμή. Προσπάθησε να κουνήσει την ουρά της και να ανασηκωθεί, μα οι δυνάμεις την εγκατέλειψαν. Το κορμί της έτρεμε και ξανάπεσε στο χώμα.
«Εδώ είμαι, αγάπη μου», της είπε γλυκά, χαϊδεύοντας της για τελευταία φορά το κεφάλι.
Έμεινε δίπλα της, κρατώντας την σιωπηλά. Το μόνο που γύριζε ασταμάτητα μέσα στο παιδικό του μυαλό ήταν ένα ερώτημα.
Τι είχε συμβεί στη Μπέτη!
Ανατολικά της αυλής τους, λίγο πιο πέρα από τις δυο αιωνόβιες ελιές, άρχιζε ένα ρηχό χαντάκι. Αμέσως μετά υψωνόταν ο στάβλος με τον αχερώνα του μπάρμπα Παναγιώτη και, νοτιότερα, το πέτρινο σπίτι του, χτισμένο με γκρίζα πέτρα και σκεπασμένο με κεραμίδια στο χρώμα του πηλού.
Η πρόσοψή του ήταν σχεδόν αθέατη. Μια θεόρατη πορφυρή μπιγκόνια και αναρριχώμενες τριανταφυλλιές είχαν σκεπάσει ολόκληρους τους τοίχους, πλέκοντας ένα πολύχρωμο, ευωδιαστό πέπλο. Δίπλα στο σπίτι απλωνόταν ο περιποιημένος κήπος του. Κάθε καλοκαίρι γέμιζε φράουλες, ντομάτες, πιπεριές, κολοκύθια και κάθε λογής ζαρζαβατικά και οπωροφόρα. Σε μια άκρη του κήπου βρισκόταν το μεγάλο κοτέτσι, χτισμένο με ξερολιθιά, όπου ο γέροντας φύλαγε με φροντίδα τις κότες του. Εκείνη τη νύχτα, μέσα στη μανιασμένη κακοκαιρία, μια μεγαλόσωμη κόκκινη αλεπού τρύπωσε στο κοτέτσι.
Όσοι μεγάλωσαν στην ύπαιθρο γνωρίζουν καλά την πονηριά και τη λαιμαργία της αλεπούς. Οι νυχτερινές επιδρομές της στα κοτέτσια ήταν πάντοτε αιφνιδιαστικές και, αν δεν βρισκόταν κάποιος να την αντιμετωπίσει, άφηνε πίσω της πραγματικό αφανισμό. Όμως εκείνη τη νύχτα βρήκε απέναντί της τη Μπέτη. Τα σημάδια στο χώμα μαρτυρούσαν πως είχε δοθεί σκληρή μάχη. Πατημασιές, χώματα ανασκαμμένα, τούφες από τρίχωμα και ίχνη αίματος οδηγούσαν μακριά από το κοτέτσι. Η πληγωμένη αλεπού είχε τραπεί σε φυγή. Η Μπέτη, πιστή στον ρόλο της ως φύλακας του σπιτιού, την καταδίωξε αλύπητα μέσα στη νύχτα. Η καταδίωξη συνεχίστηκε στις πλαγιές και στις ρεματιές, ώσπου έφτασαν σε μια απόμερη γωνιά, κλεισμένη από πυκνές φραγκοσυκιές, σκίνα και αγκαθωτούς θάμνους, σαν φυσικό τείχος. Εκεί γράφτηκε το τέλος της μάχης.
Η αλεπού δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα δόντια της.
Η Μπέτη την αποτελείωσε. Όμως η νίκη της είχε βαρύ τίμημα. Οι βαθιές πληγές που δέχτηκε στη σκληρή εκείνη συμπλοκή έμελλε να αποδειχθούν μοιραίες. Γιατί αυτή ήταν η φύση της. Δεν εγκατέλειπε ποτέ το καθήκον της. Και ό,τι καταδίωκε, το έφτανε μέχρι τέλους.
Το τίμημα εκείνης της σκληρής μάχης ήταν βαρύ. Πριν αφήσει κι εκείνη την τελευταία της πνοή, η ετοιμοθάνατη αλεπού είχε καταφέρει να πληγώσει βαριά τη Μπέτη. Τα βαθιά δαγκώματα και οι ανοιχτές πληγές στο κορμί της αιμορραγούσαν ασταμάτητα.
Χρειαζόταν άμεση βοήθεια. Οι πληγές έπρεπε να καθαριστούν, να δεθούν και να περιποιηθούν, ίσως μάλιστα κάποιες να χρειάζονταν και ράμματα. Όμως εκείνα τα χρόνια, σ' εκείνον τον απομονωμένο οικισμό, η ύπαρξη κτηνιάτρου ήταν κάτι σχεδόν αδιανόητο. Οι άνθρωποι έκαναν ό,τι μπορούσαν με τα λιγοστά μέσα που διέθεταν, ελπίζοντας περισσότερο στη δύναμη της φύσης και στην αντοχή του ζώου παρά στην επιστήμη. Οι μέρες περνούσαν και η αιμορραγία σταμάτησε. Οι πληγές άρχισαν σιγά σιγά να κλείνουν και η Μπέτη σώθηκε. Δεν έγινε όμως ποτέ ξανά η ίδια. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Το άλλοτε ζωηρό και ακούραστο κυνηγόσκυλο κουραζόταν εύκολα, έχασε τη σπιρτάδα και τη ζωντάνια του και δεν ξαναβρήκε ποτέ την παλιά του ρώμη. Οι πληγές μπορεί να έκλεισαν, όμως άφησαν μέσα της ένα τραύμα βαθύτερο, αόρατο, που την έκανε από τότε πιο ευάλωτη στις αρρώστιες και στις κακουχίες. Η μεγάλη εκείνη νίκη απέναντι στην αλεπού έσωσε το κοτέτσι του γείτονα, αλλά κόστισε στη Μπέτη ένα κομμάτι από τη ζωή της.
Ήταν ένα μακρόσυρτο, καλοκαιρινό φωτεινό απομεσήμερο. Όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι, κάτω από τη δροσερή σκιά της γέρικης ελιάς. Απέναντί του στεκόταν ο Άγιος Παντελεήμονας, η κατάλευκη, μικρή εκκλησούλα, σαν μια μεγάλη αναποδογυρισμένη φωλιά, στη μέση της πλατιάς αυλής της, τριγυρισμένη από μια συστάδα πεύκων.
Γύρω απλωνόταν μια βαθιά γαλήνη. Ένα ανεπαίσθητο αγέρι πέρασε για λίγο ανάμεσα στα φύλλα της ελιάς και ύστερα κόπασε. Έκοψε ένα τρυφερό κλαδάκι, έτριψε τα καταπράσινα φύλλα στις χούφτες του και εκείνα γέμισαν τα ακροδάχτυλα του με το γνώριμο άρωμά τους· μια ευωδιά από νοτισμένη γη, χλωρά φύλλα και καλοκαίρι.
Τότε την είδε. Η Μπέτη ερχόταν αργά προς το μέρος του. Περπατούσε νωχελικά, σχεδόν κουρασμένα, με το κεφάλι χαμηλωμένο, τη μουσούδα κοντά στο χώμα και την ουρά μαζεμένη. Δεν είχε πια τη ζωηρή κορμοστασιά που άλλοτε πρόδιδε τη δύναμη και τη λεβεντιά της. Έφτασε δίπλα του χωρίς βιασύνη. Κάθισε ήρεμα μπροστά του, τακτοποίησε προσεκτικά την ουρά της γύρω από τα πόδια της και, σαν να αναζητούσε παρηγοριά, ακούμπησε απαλά το σαγόνι της πάνω στα απλωμένα γόνατά του.
Ο Αλκιβιάδης δεν είπε λέξη. Άπλωσε μόνο το χέρι του και χάιδεψε αργά το κεφάλι της. Κι εκείνη έκλεισε τα μάτια της.
Ήταν σαν να καταλάβαιναν και οι δυο πως εκείνη η σιωπηλή στιγμή άξιζε περισσότερο από κάθε λόγο.
Μέσα του γεννήθηκε μια αδιόρατη ανησυχία. Στην αρχή ήταν μια ανεξήγητη αίσθηση· όσο όμως περνούσαν οι στιγμές, γινόταν ολοένα πιο συγκεκριμένη. Η αναπνοή της Μπέτης έβγαινε πια κοφτή και ακανόνιστη, σαν να πάλευε να κρατηθεί ακόμη λίγο στη ζωή.
Στο χρυσαφένιο φως του απογεύματος το κορμί της έτρεμε ανεπαίσθητα. Το στήθος της μόχθησε να γεμίσει αέρα και τα μάτια της, μεγάλα και βουβά, καρφώθηκαν στα δικά του. Είχαν χάσει τη γνώριμη ζωντάνια τους. Ήταν θολά, κουρασμένα, γεμάτα μια σιωπηλή παράκληση.
Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα να διατρέχει ολόκληρο το σώμα του. Του φάνηκε πως ο χρόνος σταμάτησε για μια μόνο ανάσα.
Ήταν λίγο πριν βασιλέψει ο ήλιος. Έμεινε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος, κρατώντας στα χέρια του το κεφάλι της. Γύρω τους απλώθηκε μια παράξενη σιωπή. Ούτε τα πουλιά ακούγονταν ούτε το αεράκι που πριν λίγο ανακάτευε τα φύλλα της ελιάς.
Τότε κατάλαβε. Χωρίς να μπορεί ακόμη να το εξηγήσει με λόγια, ένιωσε πως ο θάνατος στεκόταν εκεί, αθέατος, ανάμεσά τους.
Έρχεται πάντοτε έτσι.
Αθόρυβα.
Χωρίς βήματα.
Χωρίς φωνή.
Μόνο ένα ανεπαίσθητο πέρασμα του αφήνει πίσω του, κι έπειτα χάνεται, παίρνοντας μαζί του μια ζωή και αφήνοντας στους ανθρώπους τη σιωπή και τη μνήμη.
Η Μπέτη τον κοίταζε ακόμη. Τα μάτια της, θολά πια, έμεναν καρφωμένα στα δικά του, σαν να ήθελαν να του πουν ένα τελευταίο αντίο. Ύστερα η ανάσα της έγινε ακόμη πιο αργή. Το κουρασμένο της στήθος ανασηκώθηκε μία φορά... άλλη μία... και στάθηκε. Όλα έγιναν μέσα σε μια απέραντη σιωπή.
Στη λευκή μουσούδα της απλώθηκε εκείνη η γαλήνη που αφήνει πίσω του ο θάνατος.
Ο Αλκιβιάδης έμεινε ασάλευτος. Πλημμυρισμένος από θλίψη, δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει πως η πιστή του συντρόφισσα είχε φύγει. Η βουβή αυτή απώλεια ήρθε ξαφνικά να ταράξει τον μικρό του κόσμο. Του φάνηκε πως ακόμη και τα κλαδιά της γέρικης ελιάς έγειραν θλιμμένα από πάνω τους και πως ολόκληρη η φύση σώπασε, σαν να πενθούσε μαζί του.
Σούρουπωνε. Ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει πίσω από τον Κούνο. Τα τελευταία χρυσά χρώματα έσβηναν σιγά σιγά, παραδίδοντας τη θέση τους στην πορφυρή δύση και στις πρώτες γκρίζες σκιές του δειλινού.
Το τοπίο σκοτείνιαζε.
Εκείνος καθόταν ακόμη στο πεζούλι, ακίνητος, με το βλέμμα χαμηλωμένο στο άψυχο κορμί της. Τα βλέφαρά του ανοιγόκλειναν αργά, σαν να προσπαθούσε να διώξει τα μαύρα πέπλα που θόλωναν την όρασή του. Ήταν η μόνη κίνηση που είχε κάνει τόση ώρα.
Έσκυψε το κεφάλι.
Δύο δάκρυα κύλησαν αθόρυβα από τα μάτια του και έπεσαν πάνω στο λευκό τρίχωμα της Μπέτης.
Ήταν το τελευταίο του χάδι.
Η μικρή κατοικία του άγρυπνου φύλακα του σπιτιού ερήμωσε. Από εκείνη την ημέρα δεν έμενε πια μέσα της παρά μόνο η σιωπή. Κι όμως, το κενό που άφησε η Μπέτη δεν ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο από την παρουσία της, από τις αναμνήσεις της, από όλα όσα είχε προσφέρει με την αφοσίωση και την αγάπη της. Ο ήλιος βυθίστηκε αργά πίσω από τη βουνοκορφή, όπως έκανε κάθε απόγευμα. Απαρέγκλιτα. Αθόρυβα.
Έτσι είναι και η ζωή.
Κάθε δύση κρύβει μια μικρή απώλεια και κάθε αυγή μια νέα αρχή.
Μα υπάρχουν υπάρξεις που, ακόμη κι όταν φεύγουν, εξακολουθούν να φωτίζουν τη μνήμη μας.
Η Μπέτη ήταν μία από αυτές....

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τελευταίος Χρόνος στα Κουλέντα!.....

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2022

To diko Moy... Megalo Rema

..Χίλια εννιακόσια πενήντα επτά. Έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες με το διαζύγιο του Κλέαρχου. Έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση και ο Κλέαρχος είναι ελεύθερος να παντρευτεί την Ιοκάστη. Είναι αλήθεια πως ο Αλκιβιάδης δεν ξέχασε πως κι ο ίδιος παρά­στεκε κάτι περισσότερο από πνεύμα την ώρα που ευλογούσε ο παπάς το γάμο των γονιών τους. 
Το ζευγάρι το πάντρεψε η εξαδέλφη του Κλέαρχου η θεία Καλλιόπη, ενώ ο γάμος έγινε σε στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο, με δύο μάρτυρες. 
Παρόντες στην πολύ λιτή τελετή ο παππάς του χωριού οι κουμπάροι, δυο τρεις γείτονες και τα αγόρια τους. Ο βενιαμίν ο Ιάσονας στην αγκαλιά της Ιοκάστης, παρών και ο θείος «Πετράν.» 
Ο θείος Πέτρος είναι ο δέκα επτάχρονος τότε μικρότερος ετεροθαλής αδελφός του Κλέαρχου, ένας νεαρός πολύ χαρωπός, πρόσχαρος άνθρωπος, που πάντα τον θυμάται να έχει καλή, χαρούμενη διάθεση, δεν τον έβλεπες ποτέ κακόκεφο.
….. Μέχρι να τελειώσει το δημοτικό ο Αλκιβιάδης είχε ακόμη το επίθετο της οικογένειας της Ιοκάστης. Με τη χελώνα ταξίδευαν τα απαραίτητα έγγραφα. Χρειάστηκαν δυο χρόνια να φτάσουν στον προορισμό τους.
......Ήταν ένα γλυκό και δροσερό ανοιξιάτικο απομεσήμερο, ύστερα από τη μεσημεριανή βροχή. Βρισκόταν σ' ένα γυμνό πλάτωμα της ρεματιάς, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής από το καθημερινό σχολειό του. Μια ολόκληρη ώρα περπάτημα για τα παιδικά του πόδια.
Στο πρόσωπό του φυσούσε ένα απαλό βοριαδάκι, που ερχόταν μέσα από τους λόφους και τα πετροβούνια, με τις σταχτιές κορφές και τα καταπράσινα πλατώματα. Πάνω από το κεφάλι του είχε στηθεί ένα υπέροχο ουράνιο τόξο, ενώ μακριά, στον ορίζοντα, μουγκές αστραπές σκιρτούσαν κατά διαστήματα σαν πλοκάμια αράχνης. Η κυματιστή βροχή, που από ώρα έπεφτε απαλά στη ρεματιά και στις πλαγιές, είχε πια κοπάσει.
Ο τόπος μοσχοβολούσε από τ' ανθισμένα κλαδιά των αμυγδαλιών και των αχλαδιών της ρεματιάς. Στο βάθος, προς τη δύση, υψώνονταν τα αχνογάλαζα βουνά, ενώ στα νοτιοανατολικά άστραφτε η θάλασσα. Η κορυφή του Κούνου ήταν σκεπασμένη μ' ένα ανάλαφρο πέπλο πάχνης. Άκουγε μόνο τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα κελαηδοπούλια να υφαίνουν με το τραγούδι τους τη σιωπή της εξοχής. Από μακριά έφταναν τα κουδούνια των κοπαδιών και το αδιάκοπο θρόισμα του ανέμου, που είχε πάρει στο κατόπι τα σύννεφα, σπρώχνοντάς τα προς τα βορειοδυτικά. Το απαλό αεράκι έκανε τα φρεσκοφυτρωμένα αγριόχορτα, πλάι στα μονοπάτια και στους αγρούς, να λικνίζονται νωχελικά, σαν να χαιρετούσαν τον ερχομό της άνοιξης. Η ρεματιά είχε τώρα πάρει ένα χρυσαφένιο χρώμα, ένα γαλαζόχρυσο φως, λουσμένη στην αντανάκλαση του φωτεινού ουρανού. Η άνοιξη διάβαινε σκορπίζοντας την πνοή της στα μυρωδάτα χόρτα και στις ντελικάτες άσπρες μαργαρίτες, ενώ ο χρόνος, νωχελικά, άπλωνε τις στιγμές του και αποκοιμιόταν ανάμεσα στις παπαρούνες. Πιο χαμηλά, οι τρίλιες των μελισσοφάγων, κρυμμένων μέσα στα δέντρα, έδιναν μια μελωδική ζωντάνια στον τόπο και συνόδευαν το απαλό θρόισμα του βοριά. Ήχοι και εικόνες που πραγματικά μάγευαν. Στο φαράγγι είχε μαζευτεί άφθονο νερό από τις τελευταίες βροχές του Απρίλη. Η έντονη μυρωδιά από τις ιτιές της ρεματιάς, ανακατεμένη με την οσμή της βρεγμένης κοπριάς, γέμιζε τα ρουθούνια του.
Κατεβαίνοντας ακόμη χαμηλότερα, ακολουθούσε τις αυλακιές πλάι στην ελικοειδή λωρίδα χορταριού που είχε σχηματιστεί στη μέση του μονοπατιού. Κι από τις δυο πλευρές της ρεματιάς, οι αγκαθωτές, ακόμη κλειστές ροζέτες των γαϊδουράγκαθων υψώνονταν σχεδόν ως το μπόι του.
Ο Αλκιβιάδης έφτασε στο χαλικόστρωτο δρομάκι, πλαισιωμένο από κατακόκκινες παπαρούνες που φύτρωναν ανάμεσα στα χαλίκια. Το μονότονο μουρμουρητό των μικρών χειμάρρων έφτανε τώρα πιο καθαρά στ' αυτιά του. Ψηλά, προς τη δύση, τα σύννεφα έμοιαζαν με μπαμπακένιες τούφες σκορπισμένες στον ουρανό, ενώ περαστικά πουλιά διέσχιζαν κοπαδιαστά τον γαλανό θόλο και χάνονταν πίσω από τις κορφές των βράχων. Πάνω στις βουνοκορφές, το ελαφρύ αεράκι κυμάτιζε τις φυλλωσιές και ζωντάνευε τα γύρω δέντρα.
Λάτρευε την άνοιξη. Θα μπορούσε να μένει ώρες ολόκληρες ακίνητος, χαζεύοντας τη φύση και αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στα χρώματα, στους ήχους και στις μυρωδιές της.
Το αεράκι της ποταμιάς του χάιδευε το μέτωπο. Ο ανοιξιάτικος ήλιος κατηφόριζε νωχελικά προς τη δύση, πάνω από τον Λακωνικό κόλπο, λούζοντας με το απαλό του φως την καταπράσινη λαγκαδιά. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα του στάθηκε σε μια παράξενη σκιά που γλιστρούσε μέσα στη σκιά ενός περαστικού σύννεφου πάνω από τους λόφους.
Στην αρχή νόμισε πως ήταν παιχνίδισμα του φωτός. Ύστερα, καθώς πλησίαζε, η σκιά πήρε μορφή. Ξεπρόβαλε αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στα δεξιά του, πετώντας νωχελικά, με αργές, κυματιστές κινήσεις. Άνοιγε τις φτερούγες του με τόση χάρη, που έμοιαζε περισσότερο με πολύχρωμη πεταλούδα παρά με πουλί, καθώς οι εντυπωσιακοί χρωματισμοί τους άστραφταν στο φως.
Ύστερα προσγειώθηκε απαλά στη διχάλα μιας μικρής συκιάς, απέναντι από τα κτήματα του Λουκά του Αρώνη. Ο Αλκιβιάδης κοντοστάθηκε. Έμπλεξε τα δάχτυλά του και έμεινε να το παρατηρεί, σχεδόν μαγεμένος. Το πουλί έσκυβε πότε πότε και περιποιούνταν το πτέρωμα του με το μακρύ, λεπτό ράμφος του. Ήταν ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops), από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της λακωνικής γης. Το χρυσοκάστανο σώμα του, οι ασπρόμαυρες ρίγες των φτερών και το χαρακτηριστικό λοφίο με τις μαύρες άκρες το έκαναν να μοιάζει με μικρό βασιλιά της άνοιξης. Ο ήλιος έγερνε αργά προς τη δύση, πάνω από τον Κούνο, σκορπίζοντας μια καθάρια, χρυσογάλαζη ακτινοβολία στη ρεματιά. Μέσα σ' εκείνο το γλυκό απομεσήμερο, τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού άναβαν και έσβηναν στο φως, ενώ οι κομψές καμπύλες των φτερών του έμοιαζαν να είναι κεντημένες με χρυσάφι.
Ο Αλκιβιάδης, λουσμένος στη δροσιά της ανοιξιάτικης μέρας, ένιωθε μια απέραντη ευφορία να φουσκώνει μέσα του σαν παλίρροια. Είχε ήδη φτάσει στις παρυφές του Μεγάλου Ρέματος, στο μέσον της διαδρομής από τα Κουλέντια στα Μπουμπουτσέλια, εκεί όπου μια στροφή της κοίτης σχημάτιζε μια μικρή λιμνούλα. Γύρω της φύτρωναν καλάμια, σφεντάμια και φτέρες, ενώ από πάνω κρέμονταν οι κλαδωσιές μιας μεγάλης φτελιάς. Το ανοιξιάτικο χορτάρι ήταν απαλό και καταπράσινο.
Πεταλούδες φτερούγιζαν ανάλαφρα από λουλούδι σε λουλούδι, κυνηγώντας η μία την άλλη σ' έναν αδιάκοπο χορό. Πάνω στους κορμούς των ελιών τα τζιτζίκια ρουφούσαν τους χυμούς των δέντρων και πλημμύριζαν τον αέρα με το τραγούδι τους. Τα μυρμήγκια ακολουθούσαν ακούραστα τα αόρατα μονοπάτια τους, ενώ χρυσοκάνθαροι, μέλισσες και κάθε λογής μαμούνια βούιζαν ασταμάτητα μέσα στη λαγκαδιά.
Ακόμη και το αλογάκι της Παναγίας, ακίνητο ως πριν από λίγο πάνω σ' ένα χλωρό κλαράκι, παραδινόταν τώρα στο αρχέγονο κάλεσμα της αναπαραγωγής, υπακούοντας στον ίδιο ακατανίκητο νόμο που κυβερνά όλα τα πλάσματα της γης. Τότε, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ο μικρός Αλκιβιάδης ένιωσε πως ολόκληρη η ρεματιά ανέπνεε στον ίδιο ρυθμό. Τα πουλιά στον ουρανό, τα ψάρια στα νερά, τα κοπάδια στα βουνά, τα έντομα μέσα στα αγριόχορτα· όλα υπάκουαν στην ίδια αόρατη δύναμη που τα καλούσε να συνεχίσουν τη ζωή.
Στάθηκε μια στιγμή και αφουγκράστηκε. Όχι… Αυτό που άκουγε δεν ήταν το μουρμουρητό του χειμάρρου.
Έμεινε ακίνητος. Συγκέντρωσε όλες του τις αισθήσεις και κάρφωσε το βλέμμα του στο μονοπάτι. Έμοιαζε σαν όλη του η ψυχή να είχε μεταφερθεί στα μάτια του. Ανοιχτά, ακίνητα, δεν στρέφονταν ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Ήταν καρφωμένα στον μεγάλο νερόλακκο, εκεί όπου ο μικρός χείμαρρος διέσχιζε το μονοπάτι, σαν να ζητούσαν απαντήσεις. 
Κάτι έφτανε ως τ' αυτιά του. Ένας παράξενος, πνιχτός ήχος. Ο θόρυβος του νερού δεν τον άφηνε να ξεχωρίσει καθαρά τι ήταν. Έμοιαζε με βογκητό.
Να… κάτι σύρθηκε στα δεξιά του. Πάγωσε. Για μια στιγμή έμεινε άφωνος, κοιτάζοντας σαν χαμένος. Ύστερα, σιγά σιγά, άρχισε να καταλαβαίνει. Του ήρθε να βάλει τις φωνές. Μέσα στη λιμνούλα που είχε σχηματίσει ο χείμαρρος κειτόταν φαρδύς πλατύς ο μπάρμπα Παναγιώτης, ο γείτονάς τους· ένας εβδομηνταπεντάρης, ψηλός, λεβεντόκορμος και καλοσυνάτος γέροντας. Ήταν ξαπλωμένος μέσα στα ρηχά νερά, με τα χέρια και τα πόδια ορθάνοιχτα. Βόγκαγε βαριά. Έμοιαζε με πεθαμένο που είχε πάρει αναβολή από τον θάνατο.
Ο Αλκιβιάδης προσπάθησε να του μιλήσει. «Μπάρμπα Παναγιώτη…»
Καμιά απάντηση. Μόνο ακατάληπτα μουγκρητά έφταναν στ' αυτιά του, πνιγμένα από το μουρμουρητό του νερού. Το θέαμα τον τρόμαξε. Η βαριά, κοφτή ανάσα του γέροντα αντηχούσε μέσα στη σιωπή της ρεματιάς και έκανε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Ξυπολήθηκε βιαστικά και βούτηξε στα ρηχά νερά. Μόλις πλησίασε τον γέροντα, λίγο έλειψε να σωριαστεί από την αποπνικτική μπόχα του κρασιού που ανέδιδε η ανάσα του. Έσκυψε, τον έπιασε κάτω από τις μασχάλες και προσπάθησε να τον σύρει έξω από το χείμαρρο. Μάταια. Το τεράστιο κορμί του μπάρμπα Παναγιώτη δεν μετακινούνταν σχεδόν καθόλου. Τα βρεγμένα, λασπωμένα ρούχα του είχαν γίνει ασήκωτο φορτίο, λες και το σώμα του ζύγιζε διπλά. Ξαναδοκίμασε με όση δύναμη έκρυβαν τα παιδικά του χέρια. Έσφιξε τα δόντια, τράβηξε, γλίστρησε μέσα στη λάσπη. Τίποτε.
Στο τέλος άφησε τα χέρια του να πέσουν. Έσκυψε το κεφάλι, λαχανιασμένος. Είχε εξαντληθεί.
Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που άκουγε άνθρωπο να βογκά έτσι. Ένιωθε τους σπασμούς του κορμιού του και άκουγε τη βαριά, κοφτή ανάσα του. Καταλάβαινε πως, αν δεν κατάφερνε να τον βγάλει από το νερό, ο γέροντας ήταν χαμένος.
Από την υπεράνθρωπη προσπάθεια σωριαζόταν κάθε τόσο προς τα πίσω, λαχανιασμένος. Κάθε φορά πίστευε πως είχε φτάσει στα όριά του, πως δεν του είχε απομείνει ούτε ανάσα ούτε δύναμη. Στεκόταν για λίγες στιγμές σκυφτός, προσπαθώντας να ξαναβρεί την αναπνοή του. Κοίταζε τον μπάρμπα Παναγιώτη και, χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιανε πάλι την προσπάθεια από την αρχή.
Έσφιξε τα δόντια. Έσφιξε και τα χέρια του. Ξανάσκυψε στο πλευρό του γέροντα και, με όση δύναμη έκρυβε το παιδικό του κορμί, προσπάθησε άλλη μια φορά να τον ανασύρει από το χείμαρρο.
Ο κόσμος γύρω του σκοτείνιασε. Άπλωσε τα χέρια σαν τυφλός και σωριάστηκε στην όχθη. Δεν άντεχε άλλο. Έμεινε για λίγο ακίνητος, ανήμπορος να συνεχίσει την αγωνιώδη προσπάθεια.
«Δεν μπορώ... Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου...» μουρμούρισε με σβησμένη φωνή. Κι όμως, μέσα στην απόλυτη σιωπή της ρεματιάς, ήταν σαν να άκουσε μια άλλη φωνή να ψιθυρίζει:
«Πρέπει... Πρέπει να τα καταφέρεις.»
Σήκωσε αργά το κεφάλι. Η γαλήνη του τοπίου δεν είχε πια καμιά σημασία. Τα λουλούδια, τα δέντρα, το τραγούδι των πουλιών είχαν χαθεί πίσω από την αγωνία της στιγμής. Μπροστά του υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που χαροπάλευε. Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά ως τον λαιμό. Χοντρές στάλες ιδρώτα κυλούσαν από το πρόσωπό του και έπεφταν μία μία στο νερό. Ανακάθισε αποκαμωμένος, αφήνοντας για λίγο τους καταπονημένους μύες του να χαλαρώσουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κάρφωσε ξανά το βλέμμα του στον μπάρμπα Παναγιώτη.
Ξαφνικά, ένας ανεπαίσθητος ήχος τον διαπέρασε σαν κύμα ελπίδας. Σήκωσε απότομα το κεφάλι. Έμεινε ακίνητος και αφουγκράστηκε. Ο ήχος ξανακούστηκε. Μονότονος, ρυθμικός, ερχόταν από το βόρειο μέρος της πλατωσιάς, πίσω από το πυκνό σύδεντρο.
Η καρδιά του σκίρτησε. Προσπάθησε να θυμηθεί. Εκεί, στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς, απλωνόταν το μεγάλο κτήμα με τις ελιές, που στα σύνορά του υψωνόταν μια σειρά από κυπαρίσσια. Ο ρυθμικός εκείνος ήχος δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από χτυπήματα τσεκουριού. Ο κυρ Λουκάς ο Αρώνης βρισκόταν στο κτήμα του και έκοβε ξύλα για το τζάκι.
Η καρδιά του Αλκιβιάδη αναγάλλιασε. Ύστερα από τόση απόγνωση, η ελπίδα είχε φανεί ξαφνικά, απρόσμενα, σαν δώρο της ίδιας της ρεματιάς. Το λιγνό κορμί του τρανταζόταν από λυγμούς. Έμοιαζε με άνθρωπο που πάλευε με νύχια και με δόντια να κρατήσει τη ζωή, μα ένιωθε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Ξεκίνησε να τρέχει προς την άκρη του κτήματος με τα χέρια ανοιχτά, σαν να έτρεχε να αγκαλιάσει τον μοναδικό άνθρωπο που μπορούσε να τον σώσει. Τα χείλη του σάλευαν, όμως η φωνή δεν έβγαινε. Η αγωνία είχε σφίξει τον λαιμό του. Έτρεχε χωρίς να σταματά. Η λαχτάρα τον παρέσερνε σαν ορμητικό κύμα. Δυσκολευόταν να αρθρώσει λέξη. Και τότε, σαν να ξεπήδησε από μέσα του μια δύναμη που δεν ήξερε πως υπήρχε, σήκωσε το κεφάλι και μια κραυγή ξέσπασε, σχίζοντας τη σιωπή της ρεματιάς.
«Μπάρμπα Λουκά!... Μπάρμπα Λουκά!... Βοήθεια!... Βοήθεια!...» Η φωνή του αντιλάλησε στους βράχους και χάθηκε μέσα στις πλαγιές.
«Εδώ!... Εδώ!... Ο μπάρμπα Παναγιώτης πνίγεται!... Βοήθεια!...»
Ο κυρ Λουκάς άκουσε την κραυγή. Ευτυχώς. Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να την ακούσει εκεί, καταμεσής στην ερημιά του Μεγάλου Ρέματος.
Ο Αλκιβιάδης είχε θολώσει από την εξάντληση. Τα μάτια του δεν ξεχώριζαν πια καθαρά τον κόσμο γύρω του. Ο ήλιος έλαμπε αμυδρά πίσω από μια πρασινοκόκκινη θαμπάδα, κι η ρεματιά, τα βράχια και τα δέντρα έμοιαζαν να χάνονται μέσα σε μια πυκνή ομίχλη. Το νερό του χειμάρρου συνέχιζε να κυλά, όμως εκείνος δεν το άκουγε πια. Ένιωθε μόνο τα δάκρυά του να τρέχουν ασταμάτητα. Ήταν δάκρυα ανακούφισης. Είχε βρεθεί, επιτέλους, βοήθεια.
Ύστερα από επίμονες προσπάθειες, το πρόσωπο του γέροντα άρχισε σιγά σιγά να ζωντανεύει. Άνοιξε τα μάτια του, όμως δεν είχε ακόμη τη δύναμη να σταθεί όρθιος. Ο κυρ Λουκάς τον κοίταξε από πάνω ως κάτω.
«Θηρίο είναι ο μπάρμπα Παναγιώτης. Έλα, βοήθησε με να τον κρατήσουμε από τους ώμους.»
Γονάτισε δίπλα του, πέρασε το ένα του χέρι κάτω από τις μασχάλες του γέροντα και τον ανασήκωσε προσεκτικά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης άφησε ένα βαθύ μουγκρητό. Ύστερα ο κυρ Λουκάς τύλιξε το χέρι του γύρω από τον λαιμό του, για να τον στηρίξει.
«Σήκωσε το χέρι σου… Έτσι… Μπράβο.»
Ο γέροντας μούγκρισε ξανά και, με τη βοήθεια των δυο τους, κατάφερε να ανασηκωθεί. Λίγο λίγο τον έφεραν σε καθιστή θέση. Η ανάσα του εξακολουθούσε να είναι βαριά, όμως είχε επιστρέψει στη ζωή.
Μόλις ο Αλκιβιάδης κατάλαβε πως ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε σωθεί, ένιωσε την αγωνία να εγκαταλείπει το κορμί του. Μια γλυκιά ζεστασιά τον τύλιξε από την κορφή ως τα νύχια. Τα πόδια του λύγισαν από την εξάντληση και, για πρώτη φορά από τότε που τον είχε αντικρίσει μέσα στο νερό, αφέθηκε να καθίσει στην όχθη και να ξαποστάσει.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει. Μέσα στο ανάλαφρο πορτοκαλί φως του δειλινού, τα κατάλευκα σύννεφα του Απρίλη αργοκυλούσαν στον ουρανό. Πέρα, στα μακρινά βουνά της ανατολής, το σκοτάδι άρχιζε να απλώνεται σιγά σιγά. Παρ' όλη την ομορφιά του, το τοπίο είχε τώρα μια βαθιά μοναξιά· έδινε την αίσθηση ενός έρημου, ανεμόδαρτου κόσμου. Καθώς ο ήλιος χάθηκε πίσω από τις κορφές του Κούνου, ο αέρας δρόσισε. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε τα κουρασμένα μπράτσα του να ανατριχιάζουν. Φόρεσε τα παπούτσια του, τίναξε το λερωμένο πανωφόρι του πάνω στον κορμό της φτελιάς για να φύγει όσο περισσότερο χώμα γινόταν και το φόρεσε ξανά.
Στον αέρα πλανιόταν πάλι η μυρωδιά της βροχής. Ήξερε πως έπρεπε να βιαστούν πριν πέσουν οι πρώτες στάλες. Κι όμως, δεν του πήγαινε η καρδιά να φύγει χωρίς να συνοδεύσει τον μπάρμπα Παναγιώτη, που ακόμη στεκόταν ταραγμένος και εξαντλημένος από τη μεγάλη περιπέτεια.
Μάζεψαν το ήμερο τετράποδο που έβοσκε το παχύ, καταπράσινο χορτάρι δίπλα στα καλάμια και πήραν όλοι μαζί τον δρόμο για τον οικισμό. Όταν έφτασαν στα πρώτα σπίτια, το φεγγάρι είχε πια ανατείλει ψηλά και φώτιζε αθόρυβα τη ρεματιά που, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, βυθιζόταν ξανά στη νυχτερινή της γαλήνη.
Την επομένη έμαθαν τι είχε πραγματικά συμβεί. Ο μπάρμπα Παναγιώτης είχε πάρει μέρος σε μια φιλική κρασοκατάνυξη στο χωριό και, κατά την επιστροφή του στον οικισμό, ταξίδευε καβάλα στον γάιδαρό του. Φτάνοντας στο πέρασμα του χειμάρρου, το συμπαθές αλλά διόλου φιλότιμο ζώο αποφάσισε πως δεν είχε κανέναν λόγο να συνεχίσει να κουβαλά έναν αφέντη σκνίπα στο μεθύσι. Με μια απότομη κίνηση τον ξεφόρτωσε στα νερά και συνέχισε ατάραχο τον δρόμο του, αφήνοντάς τον να βογκά μόνος μέσα στη ρεματιά. Ο μπάρμπα Παναγιώτης, εκτός από παλικάρι στις χειρωνακτικές δουλειές, ήταν και γερό ποτήρι. Δεν έλεγε ποτέ όχι στο κρασάκι του Θεού και, όταν οι φίλοι τον καλούσαν σε παρέα, δεν τους χαλούσε ποτέ το χατίρι. Εκείνη την ημέρα, φαίνεται πως βρήκε καλή συντροφιά και ακόμη καλύτερο κρασί. Στην ταβέρνα το κέφι περίσσευε. Τα ποτήρια γέμιζαν και ξαναγέμιζαν, τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν και τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Χαμένοι στη ζεστασιά της παρέας, ξέχασαν την ώρα να περνά. Ένιωθαν άρχοντες ενός παλιού, ξέγνοιαστου καιρού.
Όταν, αργά πια, ο μπάρμπα Παναγιώτης πήρε τον δρόμο της επιστροφής, το κρασί είχε βαρύνει το βήμα και το μυαλό του. Στο πέρασμα του χειμάρρου ο γάιδαρος του τον ξεφόρτωσε, κι εκεί άρχισε η μεγάλη περιπέτεια. Αν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα δεν περνούσε από το Μεγάλο Ρέμα ο μικρός Αλκιβιάδης, ο γέροντας δύσκολα θα έβγαινε ζωντανός. Τα νερά, που κατέβαιναν ασταμάτητα από τις πλαγιές, φούσκωναν ολοένα τη γούρνα και, όσο περνούσε η ώρα, ο χείμαρρος γινόταν όλο και πιο ορμητικός. Ο μπάρμπα Παναγιώτης σώθηκε εκείνη την ημέρα όχι μόνο από τύχη, αλλά και γιατί ένα παιδί δεν προσπέρασε έναν άνθρωπο που είχε ανάγκη.
Θυμόταν ακόμη τα λόγια του γέροντα, μέρες αργότερα, όταν κάθονταν μαζί στη δυτική πλαγιά του χαμηλού λόφου του Αγίου Παντελεήμονα. Ο μπάρμπα Παναγιώτης αγαπούσε πολύ εκείνο το μέρος. Του άρεσε να αγναντεύει το ηλιοβασίλεμα και να αφήνει το βλέμμα του να χάνεται πίσω από τις κορφές του Κούνου. Εκείνο το δειλινό τον κοιτούσε χαρούμενος και γεμάτος ζωή. Ένιωθε την καρδιά του να ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη του τύχη, που οι δρόμοι τους είχαν συναντηθεί εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα και η περιπέτειά του είχε ευτυχισμένο τέλος.
Τα μάτια του έλαμπαν με μια βαθιά γαλήνη. Χτύπησε τον Αλκιβιάδη στοργικά στην πλάτη. Η φωνή του ήταν χαμηλή και τρυφερή, χωρίς ίχνος αστεϊσμού· είχε τη ζεστασιά και τη συγκίνηση ενός ανθρώπου που γνώριζε πως χρωστούσε τη ζωή του σ' ένα παιδί.
«Η μοίρα του καθενός μας είναι γραμμένη κάπου εδώ γύρω μας. Είμαστε δεμένοι μαζί της, χωρίς να ξέρουμε ούτε το γιατί ούτε το πότε. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει τι του επιφυλάσσει η επόμενη στιγμή. Εγώ, όμως, στάθηκα τυχερός. Γιατί εκείνη την ώρα βρέθηκες εσύ μπροστά μου. Στην πιο δύσκολη στροφή της ζωής μου, στάθηκες δίπλα μου.»
Μίλησε αρκετή ώρα ακόμη για εκείνη τη μέρα, για το πώς οι δρόμοι τους συναντήθηκαν απρόσμενα και για το πώς οι ζωές τους, χωρίς να το γνωρίζουν, είχαν δεθεί μεταξύ τους. Για εκείνον ο Αλκιβιάδης δεν ήταν απλώς ένα παιδί που τον βοήθησε· ήταν ο ευεργέτης του.
Και ύστερα, όπως συνήθιζε να λέει, κοίταξε το ηλιοβασίλεμα και αναστέναξε: «Άλλη μια μέρα πάει... Και ποιος ξέρει τι θα μας ξημερώσει αύριο, ε, γιε μου;»
Ένα κύμα ευτυχίας τον αγκάλιασε. Έσκυψε το κεφάλι και χαμογέλασε ντροπαλά, σχεδόν ταπεινά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε τον μπάρμπα Παναγιώτη να μιλάει έτσι. Τότε ένιωσε τη ζεστασιά ενός ρυτιδιασμένου χεριού να αγκαλιάζει το λιγνό κορμί του. Μια ζεστασιά απλώθηκε μέσα του, βαθιά στην καρδιά του. Εκείνη τη στιγμή ένιωθε μόνο περηφάνια για όσα είχε ζήσει και για όσα είχε καταφέρει.
Σήκωσε τα μάτια του και, όσο κρατούσε η σιωπή, άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στο κτήμα με τα λιόδεντρα που απλωνόταν στη δυτική πλαγιά του οικισμού. Έμεινε να κοιτάζει εκεί, μέχρι που η εικόνα άρχισε να χάνεται. Όχι γιατί έπεσε το σκοτάδι, αλλά γιατί τα μάτια του είχαν θολώσει.
Έμεινε βουβός, ακίνητος, χωρίς να βγάλει λέξη. Ήθελε να πει πολλά, μα το στόμα του δεν μπορούσε να σαλέψει. Κι ύστερα, αθόρυβα, σήκωσε την ανάστροφη παλάμη του και με τον καρπό σκούπισε τα δάκρυα του.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ένας Σκύλος Χαρσματικός!
.....

 
Web Informer Button