ADS

click to open

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Tha Perassei Kai Afti I Kataigida

....  Ο ήχος από την βροντή τον αιφνιδίασε, τον κατέλαβε απροετοίμαστο, ήρθε να διαταράξει την ηρεμία του. Σηκώθηκε όρθιος, κοίταξε έξω από το παράθυρο του μικρού του γραφείου να δει τι συνέβαινε. Παρατήρησε πως οι δρόμοι άδειαζαν από τους πεζούς και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Τα πυκνά σύννεφα που συσσωρεύονταν, είχαν σκεπάσει τον ήλιο και προμήνυαν μια επερχόμενη καταιγίδα. Ήταν βαριά, φορτωμένα, συνδεδεμένα με την καταιγίδα που πλησίαζε, σκεπάζοντας το φως της ημέρας και δημιουργώντας μια αίσθηση αναμονής και οι άκρες τους είχαν ακόμη φωτεινές ανταύγειες που λαμπύριζαν σαν χαλκόχρωμο κεχριμπάρι, σαν κρυσταλλιασμένο αλάτι. Το βράδυ της προηγούμενης ημέρας τα δεδομένα στο ευαίσθητο βαρόμετρο του, δεν προμήνυαν το ξέσπασμα της καταιγίδας που θα ακολουθήσει. Αυτός για άλλη μια φορά, κοιτάζει πέρα στον ορίζοντα, που τον συνεπαίρνει και τον εμπνέει να δραπετεύσει το μυαλό του απ'το εδώ και το τώρα. Δεν εστιάζει στα κοντινά, αλλά αναζητά το μακρινό και ορίζοντας γίνεται μια οθόνη για τις αναμνήσεις του.
Τα μικρά καφέ της πλατείας απέναντι, είχαν γεμίσει όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες και η πρώτη εκθαμβωτική αστραπή έσκισε στα δυο τον ορατό ορίζοντα εμπρός του. Όταν έβλεπε αστραπή είχε την συνήθεια να μετρά τα δευτερόλεπτα από την αντίληψη της αστραπής μέχρι την αντίληψη της βροντής. Την άκουσε τη βροντή όταν είχε μετρήσει με μια χρήσιμη μέθοδο μέτρησης των δευτερολέπτων «εννέα» και υπολόγισε πως η αστραπή είχε πέσει σε απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου.  Η βροχή δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Μια καθαρτική μπόρα που κατέβαινε µε βρυχηθμούς από τα ξεκοιλιασμένα σύννεφα. Το νερό έτρεχε ορμητικά στις πλαϊνές υδρορροές των δρόμων κατακαθίζοντας την σκόνη, κρατώντας τους δρόμους καθαρούς. Ένιωσε την αναπάντεχη δροσιά να γλιστράει στο δωμάτιο και να απλώνεται σαν κομπρέσα στους τοίχους. Ένιωσε ένα δροσερό αερικό να τον πλησιάζει και να χαϊδεύει το μέτωπό του. Έβρεχε, έβρεχε, η πόλη ξεπλενόταν. Οι όποιες σκέψεις του θα πρέπει να σκορπίστηκαν όταν στον ουρανό πρόβαλλε ένα διπλό ουράνιο τόξο μέσα από τα σύννεφα. Οι τελευταίες σταγόνες πιτσίλιζαν τα πεζοδρόμια οι βροντές μάκρυναν πέρα βόρειο ανατολικά αφήνοντας πίσω τους ένα μακρινό σιγανό μουρμουρητό. Η καταιγίδα είχε περάσει και η κεντρική πλατεία εκεί έξω άρχισε και πάλι να γεμίζει από ζωή.
Η ζωή στον πλανήτη μας, είναι ένα εύθραυστο και λεπτό φαινόμενο που ισορροπεί πάνω στην κόψη ενός ξυραφιού, ανάμεσα στις σφοδρές εναλλαγές του κλίματος μουρμούρισε χαμηλόφωνα. Ο άνθρωπος ωστόσο δεν ικανοποιείται από τους κινδύνους που κρύβει η φύση. Αντιθέτως παρεμβαίνοντας με θράσος στο οικοσύστημα, σκάβει με επιμελημένη προσοχή τον ίδιο του τον τάφο.
Αυτός χαλάρωσε πίσω από το μεγάλο παράθυρο μισόκλεισε τα μάτια του ξεφυλλίζοντας τη σιωπή που καμωμένη από σκέψεις, που τον συντροφεύει και τον παρασύρει στα άδυτα της μνήμης και στα μεγάλα και ζόρικα ταξίδια του, που έντονα του τα θυμίζει η σημερινή κακοκαιρία. Αξέχαστες εμπειρίες, που του χάρισαν τόσα πολλά και έντονα συναισθήματα! Τον πλημμυρίζουν οι αναμνήσεις του, εκείνες οι πολύτιμες κι ανεκτίμητες αναμνήσεις του, που δεν ξεθωριάζουν ποτέ. Συσσωρευμένη βρυχάται μέσα του η αλμύρα και το αλάτι που τόσα χρόνια πότισε την υπόσταση του και ψάχνει να βρει διέξοδο και να τον ταξιδέψει σ΄ εκείνες τις εποχές σ' εκείνα τα ταξίδια. 
Ας τον ακολουθήσουμε! Σύνορα Γερμανίας Ελβετίας στα χίλια εννιακόσια εβδομήντα πέντε. Το τραίνο δεν έκοψε ταχύτητα καθώς σκαρφάλωνε πάνω στους σκιερούς λόφους. Δυτικά στον φλογισμένο ουρανό διαγραφόταν οι βουνοκορφές των Άλπεων, λουσμένες μέσα στις τελευταίες αχτίδες του Ήλιου που έδυε. Το σκοτάδι έπεφτε τόσο απότομα ώστε η πλαγιές των βουνών χάνονταν μέσα σ’ αυτό αφήνοντας μόνο τις κορυφές να φαίνονται λουσμένες στο φως, με τον ήλιο να χάνεται αιωρούμενος στον ορίζοντα μέχρι να σβήσει και η τελευταία αχτίδα του και οι κορυφές να χαθούν μέσα στο σκοτάδι.
Η μεγάλη παρέα στο βαγόνι του τραίνου ήταν Έλληνες ναυτικοί που ξεμπαρκάρισαν από τον λιμένα Μπρεμερχάφεν (Bremerhaven) που βρίσκεται στις εκβολές του ποταμού Βέζερ, ένα εμπορικό λιμάνι από τα πιο σημαντικά γερμανικά λιμάνια, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στο εμπόριο της Γερμανίας. Από το Μπρέμεν λοιπόν της Γερμανίας οι ναυτικοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα με το τραίνο, το φημισμένο «ακρόπολις εξπρές» της εποχής που εκτελούσε τα δρομολόγια Μόναχο- Θεσσαλονίκη- Αθήνα....
"«Ακρόπολις Εξπρές», το επονομαζόμενο «τρένο της ξενιτιάς», κουβαλούσε, τα καλοκαίρια ειδικά, στοιβαγμένους στα κουπέ και τους διαδρόμους, Έλληνες, αλλά και Τούρκους «γκασταρμπάιτερ» σε μια περιπετειώδη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη μέσω Γιουγκοσλαβίας προς το Μόναχο και αντίστροφα, η οποία κρατούσε κοντά δύο ημέρες.
Ήταν το τρένο που μετέφερε ελπίδες, προσδοκίες και όνειρα, από τη μεταπολεμική Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60 στη Γερμανία. που αγωνίζεται να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Τα βαγόνια του τρένου φυλάσσουν στο εσωτερικό τους ερμητικά κλεισμένες, χιλιάδες ιστορίες διαφορετικών ηρώων, που με ένα φτερούγισμα στην καρδιά εξορμούσαν για να κατακτήσουν μια καινούργια ζωή, μακριά από την Ελλάδα της δυστυχίας, με μόνη τους αποσκευή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο και κοινό τους στόχο η κατάκτηση του ονείρου."
Την παρέα των ναυτικών την αποτελούν, ο Γιάννης ο Τρίτος μηχανικός από την Ελευσίνα, ο Ιπποκράτης ο καμαρότος ομογενής εξ Αιγύπτου, ο Αγγελής ο ναύτης από τον προσφυγικό μαχαλά της Καισαριανής, ο Γιώργος Ανθυποπλοίαρχος από την Λευκάδα, ο Πασχάλης ο ναύτης, ένα γιγαντόσωμο θεριό από την Σαμοθράκη, ο Επαμεινώνδας ο λοστρόμος από την ναυτομάνα Άνδρο, και ο νεαρός δόκιμος μηχανικός μας από τα χωριά του Νότιου Πάρνωνα. 
Όλοι αυτοί συνθέτουν μια παρέα εύθυμη, ταλαιπωρημένη μεν αλλά άκρως ζωντανή που η πείνα για ζωή και εμπειρίες ξεχειλίζει μέσα τους.
Προχωρώντας η βραδιά ο νεαρός μηχανικός σηκώθηκε από την θέση του και έκανε το γύρο της κουκέτας να ξεμουδιάσει την απραξία του. Από τον τρόπο που περπατούσε, ένας έμπειρος ταξιδιώτης θα μπορούσε να καταλάβει πως ο νεαρός ήταν σχετικά νεόφερτος σε ταξίδι με το τραίνο. Οι κινήσεις του ήταν κάπως απότομες σε αντίθεση με τον ανάλαφρο, σταθερό βηματισμό πολλών συνταξιδιωτών του. Έριξε μια ματιά στο εξωτερικό τοπίο αλλά τα φώτα στο βαγόνι τον εμπόδιζαν να δει καθαρά εκεί έξω το σκοτεινό τοπίο. Μ’ αυτή τη σκέψη ετοιμάστηκε να γυρίσει στη θέση του όταν ξαφνικά βρέθηκαν σε σήραγγα κι ενστικτωδώς τραβήχτηκε μακριά απ’ το παράθυρό ανοίγω-κλείνοντας τα μάτια του.
 Όλο το υπόλοιπο πλήρωμα αντιμετώπιζαν το νεαρό μηχανικό με φιλική διάθεση και τον ενθάρρυναν να πάρει μέρος στην συζήτηση που είχε ανάψει για τα καλά στο διπλανό κουπέ. Τα κουπέ είναι για έξι άτομα αλλά συνήθως ποτέ δεν είναι γεμάτα στα χειμερινά τους δρομολόγια. Η παρέα τους είχε κάνει κατάληψη σε τρία κουπέ του βαγονιού. Ο ίδιος βρέθηκε να συνταξιδεύουν με τον Αγγελή και έναν Τούρκο φοιτητή από την Κωνσταντινούπολη.
Με τον Τούρκο φοιτητή η γνωριμία ήταν μια ευχάριστη νότα του ταξιδιού. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν μια σιωπηλή αλληλοεκτίμηση διαχύθηκε στα πρόσωπα τους. Ο νεαρός μηχανικός χαμογέλασε και στο πρόσωπο του σχηματίστηκαν σκιερές αυλακιές όμοιες μ’ αυτές του γύρω αλπικού τοπίου. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και ήταν εγκάρδια φιλικές παρά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου που ήταν ακόμη νωπά. Η σπίθα που είχε ανάψει στο νησί ήταν παρούσα γύρω τους. Το ότι δεν ξέσπασε πόλεμος σκέφτηκε ο νεαρός μηχανικός οφειλόταν σε μια τραγική συγκυρία περιστάσεων και όχι σε μια εσκεμμένη τακτική των κρατών μας. Η ισχυρογνωμοσύνη τόσο το χουντικού καθεστώτος όσο και του βαθύ κράτους της Γείτονος είχαν φέρει σαν μια κακόγουστη φάρσα σε τροχιά σύγκρουσης τα δυο έθνη. Δικαιολογίες υπήρχαν και για τις δυο πλευρές. Άλλωστε πάντα υπάρχουν.
Απολάμβανε στο ταξίδι να βλέπει τα τοπία να περνούν από μπροστά του σαν μεγάλη οθόνη που κάποιο αόρατο χέρι την άλλαζε συνεχώς.
Ξάπλωσε αναπαυτικά στην κουκέτα του τραίνου, ακούμπησε πίσω στη μαλακή ταπετσαρία κι έκλεισε τα βλέφαρα του. Το τραίνο ταξίδευε με σταθερή ταχύτητα σ’ ένα απαλό νανουριστικό γλίστρημα άλλα ο νεαρός μηχανικός δεν κοιμήθηκε. Αντίθετα σκεπτόταν έντονα τα γεγονότα του τελευταίου ταξιδιού στην μακρινή άπω ανατολή. Στο τραίνο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να παραδοθεί στα όνειρα του. 
Θέλησε να βουλιάξει στη σιωπή και στις αναμνήσεις του, σαν το πλοίο που το καταπίνουν σύννεφα από αφρούς που στροβιλίζονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
............... Το τελευταίο ταξίδι ήταν από τη δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη θάλασσα της Ινδονησίας και από εκεί θα συνέχιζαν για Ευρώπη.
Τις τελευταίες ώρες ο ουρανός καλύφθηκε ολόκληρος με μαύρα σύννεφα και απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα έρχονταν βροντές κι αστραπές που έκαναν την νύχτα μέρα. Αν και αρχικά τα μετεωρολογικά δελτία του καιρού προέβλεπαν σχετικά καλές καιρικές συνθήκες ο καιρός άρχισε να διαμορφώνεται διαφορετικά από αυτό που προβλέπει το μοντέλο. Γύρω τους ο ουρανός ήταν σκούρος και μαβής και ο ήλιος άσπρος και λερωμένος ταξίδευε γοργά, μέσα στα σύννεφα λες και βιαζόταν να κρυφτεί.
Οι ασύρματοι σε όλα τα μήκη και πλάτη του βορειοδυτικού Ειρηνικού, ωκεανού άρχισαν να στέλνουν αδιάκοπα μηνύματα για την μεγάλη καταιγίδα που εξελισσόταν σε τυφώνα. Είχε ξεκινήσει ανατολικά των Φιλιππίνων και σάρωνε ανεξέλεγκτα τον απέραντο ωκεανό, κινούμενος με τρομαχτική ταχύτητα βόρεια, βορειοανατολικά. Τα πλοία που ταξίδευαν κοντά σε απάνεμα λιμάνια, κόλπους ή προφυλαγμένα νησιά, έσπευσαν να αγκυροβολήσουν για λόγους ασφαλείας, μετά τις απανωτές προειδοποιήσεις που έστελναν τα ερτζιανά.
Πλάκωσε η νύχτα. Και τι νύχτα! Κόλαση σωστή. Ούτε άστρο στον ουρανό. Τα φώτα της καμπίνας του άναψαν καθώς βρήκε το διακόπτη και τον γύρισε. Για ένα λεπτό αισθανόταν πολύ ζαλισμένος για να κάνει κάτι και έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας στο κενό.
Σηκώθηκε. Ακολούθησε τον αλουέ του πλοίου μέχρι την έξοδο του ντέκ.
Το πλοίο χόρευε στα λυσσασμένα κύματα τα οποία λες και ήθελαν να το καταπιούν.
 Αγκομαχούσε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας κι όλο κλυδωνιζόταν και μούγκριζε κάτω από το ανελέητο σφυροκόπημα των κυμάτων.
Όταν κόπασαν οι αστραπές δεν μπορούσε να δει τίποτα, η νύχτα ποτέ δεν ήταν τόσο σκοτεινή όσο αυτή.
Όσα πλοία βρέθηκαν όμως μεσοπέλαγα, το μόνο που ήλπιζαν οι ναυτικοί τους, ήταν να μη βρεθεί στη ρότα τους τούτος ο ανισόρροπος τυφώνας που άλλαζε πορεία και κατεύθυνση συνεχώς. Μια διέσχιζε τον ωκεανό προς τα βορειοανατολικά, μια γύριζε απότομα νότια, και εκεί που περίμεναν όλοι οι μετεωρολόγοι πως θα κόπαζε και θα ξεθύμαινε, αυτός θαρρείς και έπαιρνε αιφνίδιες δυνάμεις, έστρεφε και πάλι βορειοανατολικά με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.
Στη γέφυρα υπήρχε σύσκεψη για τα επερχόμενα.
Ο πλοίαρχος ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα, αλλά τα μαλλιά του ήσαν ακόμη αρκετά μαύρα και πυκνά. Ανήκε στη κατηγορία των όχι εξαιρετικά όμορφων ατόμων που εμπνέουν όμως εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή που τα συναντάει κανένας. Έδινε την εντύπωση του ευχάριστου πεπειραμένου πλοιάρχου που δεν νοιαζόταν να δίνει συμβουλές χωρίς προκατάληψη, ωστόσο είχε πολύ καλή επαφή με τα πληρώματα του. Μια χρυσή καρδιά κάτω από μια τραχιά μορφή είχε σκεφτεί ο νεαρός μηχανικός στην αρχική τους γνωριμία και είχε επιδοκιμάσει με τον νου του την κοινοτοπία του χαρακτηρισμού του. Ο Γραμματικός του πλοίου ήταν ο καπετάν Γεράσιμος που ήταν γραμματικός με κεφαλαία γράμματα. Γεροδεμένος, τετράγωνες πλάτες, μετρίου αναστήματος, με αεικίνητα γαλάζια μάτια, που δεν άφηναν τίποτα απαρατήρητο. Τα εγγλέζικα του ήταν πολύ καλύτερα από του καπετάνιου και μιλούσε πέντε έξι γλώσσες ακόμα.
Είχε περάσει μια ώρα πριν βεβαιωθούν ότι η τροπική καταιγίδα έδειχνε μεταβαλλόμενη αλλαγή πορείας με άμεσο κίνδυνο να διασταυρωθεί με το δρομολόγιο του πλοίου, αλλά ακόμη δεν μπορούσαν να αποφανθούν ποσό σύντομα θα συνέβαινε αυτό.
Ο αμείλικτος δείκτης του βαρομέτρου στη γέφυρα του πλοίου τυλιγμένο μέσα στο πέπλο της νύκτας διέγραφε τα τελευταία λεπτά συνεχή πτώση κάνοντας αντιληπτά τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν.
Ο γραμματικός μίλησε πρώτος
«Όλοι φεύγουν σα να τους κυνηγάει ο διάβολος. Ο καιρός μπορεί να γίνει πολύ ζόρικος σε τούτα τα μέρη. Έχω ταξιδέψει στην καραϊβική θάλασσα τα πρώτα μου ναυτικά χρόνια, κι έχω δει μερικούς τυφώνες στα ταξίδια μου, άλλα τίποτα δεν συγκρίνεται με έναν κυκλώνα του Ειρηνικού.»
«Έχουμε μόνο δυο επιλογές να κάνουμε» είπε.
«Μπορούμε να μειώσουμε ταχύτητα να παραμείνουμε στην θαλάσσια περιοχή που βρισκόμαστε αναμένοντας ότι τελικά η καταιγίδα θα πάρει τη συνηθισμένη βορειοανατολική πορεία που ακολουθούν οι καταιγίδες της περιοχής αυτή την εποχή και να περάσει σε ασφαλή απόσταση από την θέση μας.»
Η άλλη λύση είναι να κάνουμε αναστροφή πορείας να γυρίσουμε νοτιά νοτιοανατολικά και να αναμένουμε το ξέσπασμα της μέχρι να εξαντληθεί στα βόρεια. Ας ελπίσουμε πως δεν θα χρειαστεί να δοκιμάσουμε την δεύτερη λύση.» Συμπλήρωσε.
Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η συνεχώς μεταβαλλόμενη και απρόβλεπτη πορεία της καταιγίδας. Ο καπετάνιος σκέφτηκε πως είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει χειρότερο μαντάτο. Έκανε μερικούς αριθμητικούς υπολογισμούς με το μυαλό του για να υπολογίσει την ακριβή απόσταση της καταιγίδας και τις πιθανές πορείες της. Αν και αισθανόταν ότι το πλοίο θα ήταν φοβερά εκτεθειμένο στην απόφαση του αποφάσισε να ακολουθήσουν την πρώτη λύση.
Απόμεινε να διαπιστωθεί εάν η πρώτη λύση που αποφασίστηκε ήταν και η πιο κατάλληλη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της καταιγίδας.
Βρίσκονταν κάπου νοτιοανατολικά της Ιαπωνίας και η θεομηνία να μην είχε σκοπό να λιγοστέψει. Όσο πήγαινε, και φούντωνε. Η θάλασσα σφυροκοπούσε το πλοίο απ’ άκρη σ’ άκρη και κυνηγούσαν το ένα το άλλο τα κύματα, ψήλωναν σαν θεριά ανήμερα καβαλίκεψαν το κατάστρωμα και σάρωναν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και περνούσαν μανιασμένα αφήνοντας τους αφρούς καταπάνω τους.
Τρεις ημέρες αργότερα ξημέρωσε με τον ουρανό και τη θάλασσα να έχουν ακόμη μια θωλομάρα που σου έσφιγγε την καρδιά. Κατά το μεσημέρι ο ήλιος έσχισε τα σύγνεφα κι έριξε μιαν αχτίνα του μακριά. Αν και δεν είχαν οριστικά μείνει ακόμη μακρυά από την ακτίνα δράσης της καταιγίδας, το πλοίο ανακτούσε ταχύτητα καθώς η αντίσταση της κακοκαιρίας λιγόστεψε.
Μπορεί να είχαν ακόμη δρόμο μέχρι να απομακρυνθούν τελείως και να βγουν έξω από την ακτίνα δράσης της και σε ασφαλή πορεία, μα ήξεραν ότι είχε περάσει κι αυτή η καταιγίδα, άγρια όπως όλες που χτυπάνε χωρίς λύπη και έλεος… και… κάποια στιγμή αρχίζει να χαράζει ο Ήλιος ζωηρός και τα πάντα γεμίζουν με φως. Τα νερά του ωκεανού ήρεμα καθρεφτίζουν τις ακτίνες του. Υπέροχες στιγμές. Χρειάζονται μοναχά λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάξεις τέτοιες εικόνες, για να νιώσεις ευτυχισμένος άνθρωπος. Να ζεστάνεις την ψυχή σου με την ανάσα σου. Και να σκεφτείς πόσα πράγματα σημαντικά έχεις να κάνεις, μόλις περάσει η καταιγίδα. Κι όταν η καταιγίδα θα έχει περάσει, δεν θα θυμάσαι πως τα κατάφερες ή πως επιβίωσες.
Γιατί ότι γίνει στη θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Έγινε πέρασε, πάει με τ’ αγέρι, με το κύμα, με τον αφρό, με του καιρού τη  διάβα. 
Πόσο διαφορετική είναι τούτες τις ώρες η θάλασσα.
Γαλήνια! Μια ήρεμη γαλήνη, μια αβίαστη γαλήνη, μια απόμακρη γαλήνη. .............................

Η χαρούμενη παρέα των ναυτικών μας τις περισσότερες ώρες τις περνούσαν συνήθως μαζεμένοι σε μια κουκέτα φλυαρώντας ευχάριστα. Οι συζητήσεις τους περιφέρονταν γύρω από τα της πατρίδος και συμπληρωματικά με τη γνώση των αναγκών του επαγγέλματος τους, που οι αρχαιότεροι της παρέας μετέφεραν την συσσωρευμένη πείρα τους στους νεώτερους. Ο ανθυποπλοίαρχος ήταν αυτός που άλλαξε πρώτος το αντικείμενο της συζήτησης. Το να περάσεις την κουβέντα από την επαγγελματική συζήτηση στη πολιτική δε χρειαζόταν και μεγάλη δεξιοτεχνία, γιατί τις ήμερες εκείνες η πολιτική αποτελούσε το κύριο θέμα. Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία, πως όλοι θα είχαν και κάποιο πειστικό επιχείρημα στο λόγο τους, και αν κάποιος προσπαθούσε να τους αντικρούσει θα του πρόβαλλαν τις συνηθισμένες κοινωνικές θεωρίες. Ο ανθυποπλοίαρχος είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συζητήσεις και με το ταλέντο του ομιλητή με την βαθιά καλλιεργημένη και ειλικρινή φωνή του έδινε προοδευτικά ζωηρό τόνο στην συζήτηση ώστε να μην καταλήξει σε ανιαρή κουβέντα. Χαμηλόφωνος και πάντα τόσο χαμογελαστός που σε προτρέπει να υποψιαστείς ότι ο πολίτικος διάλογος δεν του είναι μια άγνωστη πρακτική, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι ο κλασσικός τύπος επαναστάτη που θέλει να ανατρέψει τα σύγχρονα πολιτικά δρώμενα.
Έπεσε μια ξαφνική σιωπή στην κουκέτα. Μόνο το σφύριγμα της ατμομηχανής και το τρίξιμο των τροχών του σιδηροδρομικού συρμού ακουγόταν στην ατμόσφαιρα. Η πολύβουη παρέα είχε σταματήσει την κουβέντα της για να μπορέσει να ακούσει την αναγγελία από τα μεγάφωνα. Ο νεαρός μηχανικός έστρεψε το βλέμμα του προς τα διαγράμματα πάνω από τις πόρτες για να αναγνωρίσει τον σταθμό άφιξης του τραίνου.
 «Πλησιάζουμε το Ζάγκρεμπ.» Πληροφόρησε την ομήγυρη, στη συνέχεια περπάτησε όχι πολύ σταθερά προς το κοντινότερο παράθυρο κόλλησε το πρόσωπο του στο τζάμι, κοίταξε ίσια μπροστά του και σε μερικά δευτερόλεπτα εμφανίζεται σαν φωτεινή όαση σε σκοτεινή έρημο η πολιτεία του Ζάγκρεμπ. Έμεινε κολλημένος στο τζάμι παρατηρώντας εκεί που ο μεγάλος μεταλλικός θόλος του σταθμού έλαμπε στο ομιχλώδες πρωινό κάτω από το φως των λαμπτήρων.
Ένα μεγάλο γκρουπ με ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας καταλαμβάνουν με θορυβώδη τρόπο τα μπροστινά βαγόνια, γεμίζουν με ζωή τα σαλόνια και τα παράθυρα των βαγονιών.
Οι νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν στο τραίνο και ξεκίνησαν να βολεύονται στις θέσεις τους.
Για μια στιγμή το βλέμμα του ταξίδεψε στον σκοτεινό καθρέφτη του γυάλινου διαχωριστικού κι είδε το είδωλο της κάπως μισοφωτισμένο καθώς προβαλλόταν στο καθρέφτη. Το είδωλο μιας κοπέλας να στέκεται πίσω στο διάδρομο. Η ελκυστική εμφάνισή της τον απορρόφησε να την παρατηρεί, κι όσο περισσότερο την κοιτούσε του ήταν αδύνατο να τραβήξει τα μάτια του απ’ το είδωλό της. Έμοιαζε με έφηβη, και σίγουρα δεν ήταν πάνω από είκοσι χρόνων. Όλα τα χαρακτηριστικά της, ως κι ο τρόπος που στεκόταν, έμοιαζαν να τονίζουν την παιδικότητα του προσώπου της, και σύντομα κατάλαβε ότι η θέα της είχε αρχίσει να τον εξάπτει. Εκείνη βέβαια δεν φαινόταν να τον προσέχει, αλλά για να αποφύγει το βλέμμα του να συναντήσει το δικό της, κοίταξε για μια στιγμή αμήχανος τα χέρια του. Στο μυαλό του εξακολουθούσε να βλέπει το είδωλο της άγνωστης κοπέλας. 
Ξανασήκωσε το βλέμμα του.... Τότε, είδε το ίδιο καστανόξανθο κεφάλι, και μαζί του την υπόλοιπη εικόνα της. Στεκόταν όρθια στην είσοδο της κουκέτας χαμογελώντας ανάλαφρα, στα χέρια της κρατούσε ένα μεγάλο δερμάτινο ταξιδιωτικό σάκο, και είχε το βλέμμα της στραμμένο προς την πινακίδα της κουκέτας.
Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν. Ασυναίσθητα αυτός τραβήχτηκε προς τα πίσω, την ίδια στιγμή, όμως δεν σταμάτησε να την κοιτάζει. Αν και η κοπέλα προσποιούνταν ότι η προσοχή της χάνονταν στην πινακίδα, αισθανόταν το βλέμμα του να την εξερευνά, έδειξε αμήχανη όπως κι εκείνος. Τον κοίταξε μια στιγμή και μετά έριξε το βλέμμα πάνω από το κεφάλι του…. Έμεινε λοιπόν ακίνητη για μερικά λεπτά, ξαφνικά έστρεψε τα μάτια της πάνω του και είδε στο βλέμμα της «ματιά καθαρή» που πάσχιζε να ρωτήσει. Ίσιωσε το κορμί του σαν να δανειζόταν ενέργεια η αυτοπεποίθησή του κίνησε τα χείλη του σ’ ένα «την κουκέτα σας ψάχνεται» κ' επειδή δε βγήκε καθαρός ήχος.... πρόσθεσε βουβά «τι πριγκιπική κορμοστασιά θεέ μου». Ήταν ψηλή και στητή σαν λαμπάδα, ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι, με εμφάνιση «νεράιδας» παρατηρούσε γοητευμένος το παράστημα της. Το ταξίδι απόχτησε άλλης ποιότητας ενδιαφέρον… σκέφτηκε.
*Ναʼ την έρχεται λικνισμένη με χάρη
Μ’ έναν πανέμορφο κότσο 
Με γυρισμένες προς τα επάνω τις άκρες των μαλλιών της.
Όπως το πουλί μέσα στα σύννεφα.
Μ’ ένα λινό φόρεμα.
Απλά ντυμένη.
Με πόση χάρη κουνούσε ανάλαφρα το κορμί της.
Η λεπτή και χαριτωμένη κορμοστασιά της.
Α! Τι εκπληκτική ομορφιά.
Μ’ αλαβάστρινα δάχτυλα που έμοιαζαν 
Με τους βλαστούς του μπαμπού την άνοιξη.
Τα ροδοκόκκινα χείλια της,
Στόλιζαν το αρωματισμένο στόμα της.
(*Το ποίημα προέρχεται από την κινεζική μυθολογία...)
Και τα δικά της χείλη κινήθηκαν επίσης. «Είναι ελεύθερα» ρώτησε μ’ ευχάριστα φιλικό τόνο δείχνοντας τις άδειες θέσεις. Η φωνή της έστω και στις τετριμμένες λέξεις ηχεί βαθιά, βελούδινη στ’ αυτιά του!
Κάτι πήγε να της πει αλλά τον πρόλαβε εκείνη λέγοντας: «Είστε Έλληνας; Η κάνω λάθος;»
«Ναι, ναι πραγματικά από την Ελλάδα είμαι… Αλήθεια και εσείς;  Πολύ ενδιαφέρον.».
«Νομίζω εδώ είναι η θέση μου! Μπορώ να καθίσω;;»
«Ναι βέβαια γιατί όχι».
Ξεπερνώντας την αρχική του αμηχανία ο νεαρός μηχανικός περπάτησε σιωπηλός την απόσταση που τους χώριζε, την πλησίασε να την βοηθήσει, ζήτησε ευγενικά τον ταξιδιωτικό σάκο τον πήρε στα στιβαρά του χεριά και τον τακτοποίησε στον ουρανό της κουκέτας.
Τον ευχαρίστησε που τη βοήθησε. «Ευχαριστώ πολύ ήταν, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας» του είπε.
Η αρχική του αμηχανία ήταν ορατή με γυμνό μάτι. Φαινόταν ντροπαλός - σα να είχε καταπιεί τη γλώσσα του μολονότι η κοπέλα μιλούσε την γλώσσα του.
Την κοίταξε «Δεν είναι απαραίτητο να μ’ ευχαριστήσετε καν. Ακολούθησα κανόνες της λακωνικής γης.» της απάντησε βρίσκοντας το χαμόγελο του.
Έμεινε για λίγο ευχάριστα άναυδη «αιφνιδιασμένη».
«Μη μου πείτε! Και εσείς Λάκωνας» είπε.
Το πανωφόρι της παλλόταν στους ώμους όπως τον προσπερνούσε στα θυρόφυλλα της κουκέτας που έκλεισαν πίσω τους, γλίστρησε σαν χορεύτρια, ήταν υπέροχη, ήταν ένα όνειρο και το άρωμά της έμεινε εκεί δα, στη νοτισμένη πρωινή ατμόσφαιρα της κουκέτας.
Ένοιωσε και πάλι τον εαυτό του να κοκκινίζει ελαφρά.
«Από τα περίχωρα της Μονεμβασιάς» και προτείνοντας το χέρι του μ’ εγκαρδιότητα συστήθηκε.
Αυτή δίστασε ανεπαίσθητα, βλεφάρισε αντικρίζοντας δυο μάτια στο χρώμα του καπουτσίνο που θα έβαζαν σε πειρασμό κάθε γυναίκα. Μετά πήρε το χέρι του και το κράτησε για λίγο σφιχτά. «Να υποθέσω ότι θα βρεθούμε και συγγενείς;» αναρωτήθηκε «φορώντας» ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. «Από τα ορεινά χωριά του Ζάρακα η καταγωγή μου. Τα κρυμμένα ανάμεσα στα βουνά», συμπλήρωσε, και της ξέφυγε ένας στεναγμός ευχαρίστησης καθώς καθόταν αναπαυτικά στην άδεια θέση. Και μόνο η σκέψη της απρόσμενης συνάντησης σ’ αυτό τον απόμακρο σιδηροδρομικό σταθμό των Βαλκανίων την έκανε να χαμογελάσει. Ίσως το ταξίδι της να μην εξελισσόταν άσχημα. Ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός.
Ένιωσαν το απαλό συναίσθημα της επιτάχυνσης της αμαξοστοιχίας και μετά μια αόριστη, ελάχιστη αντιληπτή, αίσθηση ταχύτητας.
Η κοπέλα, πραγματικά ήταν πολύ όμορφη, το ντύσιμο της αν και ευπρεπές άφηνε αρκετά ερεθιστικά σημεία ακάλυπτα. 
Ο νεαρός μας μηχανικός προσποιήθηκε ότι άκουγε τον διπλανό του, τον Αγγελή τον ναύτη για να μην της δώσει να καταλάβει ότι χάζευε τις χυτές γάμπες της. Στο μεταξύ αναλογίστηκε το εσωτερικό του δίλημμα πως θα προετοιμάσει το έδαφος για ένα φλερτ. Ύστερα συγκράτησε την παρόρμηση του να πει κάτι «χαριτωμένο». Ήταν καθαρή διαίσθηση. Πρέπει να προσέξει πάρα πολύ καλά την αρχή, πώς θα το πάει. Σε πρώτη φάση τα βλέμματα τον γυναικών τον προσπερνούν. Βλέπουν έναν νεαρό άντρα µε όχι ιδιαίτερα προσεγμένα παπούτσια, µ’ ένα φθαρμένο τζιν κι από πάνω ένα βαμβακερό μπλουζάκι. Τα μαλλιά του είναι επίτηδες ανακατωμένα. Είχε μαλλιά που του το επιτρέπουν. Σκεφτόταν. «Μπας και πολύ το βασανίζω το θέμα;»
Αυτή η σκέψη ήταν τόσο έντονη που παρέλειψε όλες τις τυπικότητες και μπήκε κατευθείαν στην ουσία. Η νεαρή γυναίκα παρουσίαζε πλέον έντονο ενδιαφέρον για εκείνον ως άντρα. 
Είτε θα της έλεγε κατευθείαν την αλήθεια για τις σκέψεις του, ξέροντας τον κίνδυνο ότι η έλξη μεταξύ τους θα έκανε φτερά αν προσπαθούσε να δώσει μια ώθηση πέρα από τα επιτρεπτά όρια. Στριφογύρισε στη θέση του έτσι ώστε να την κοιτάζει κατάματα, ακουμπώντας το χέρι στην πλάτη του καθίσματος και γέρνοντας προς το μέρος της, τη ρώτησε όταν εκείνη έμεινε σιωπηλή: «Αν σας κάνω μια προσωπική ερώτηση, υπόσχεσαι να μην με παρεξηγήσετε;» 
«Εξαρτάται από την ερώτηση.»
Έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. Ήταν ένας αναστεναγμός ανακούφισης. «Με συγχωρείς» είπε «Κλασσική γυναικεία απάντηση.»
Μισόκλεισε τα µάτια της. Τι άραγε να ρωτούσαν αυτά τα μισόκλειστα µάτια. «Α, ώστε το πρόσεξες ότι είμαι γυναίκα».
Χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της, έθαψε προς στιγμήν τα δάχτυλά του στα μαλλιά του και τα τράβηξε ανέμελα προς τα πίσω, µε αποτέλεσμα να ανακατευτούν ακόμα πιο πολύ. Στο μεταξύ δεν κοιτούσε πια τον διπλανό του. Ήταν σαν να μην υπήρχε πια. Σαν να ήταν πια µόνο οι δυο τους. Η κοπέλα του χαμογέλασε. Και δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το σύντομο εξεταστικό βλέμμα που άφησε να γλιστρήσει πάνω από το υπόλοιπο σώμα του. Προφανώς της άρεσε αυτό που έβλεπε, γιατί το χαμόγελό της έγινε πιο πλατύ, δείχνοντας έτσι τα ωραία δόντια της. Και το χαμόγελο το νεαρού μηχανικού πλάτυνε και τα μάτια του τώρα λένε τόσα πολλά όσα δεν τολμά η φλύαρη γλώσσα του. Ήταν δυνατόν να μην προσέξει κάτι τέτοιο. Η αλήθεια ήταν ότι του άρεσε πολύ η νεαρή γυναίκα διπλά του. «Ναι και βέβαια το πρόσεξα πως είστε μια όμορφη και ενδιαφέρουσα γυναίκα και θα χαιρόμουν να γνωριστούμε καλύτερα.» 
«Δε νομίζετε πως βιάζεστε κύριε .....;»
«Αλκιβιαδης! Δίκιο έχετε, πάντα βιάζομαι για κάτι που μ’ ενδιαφέρει πολύ. Αυτό που στη γλώσσα μας ονομάζεται «τακτ», μου είναι δύσκολο να το εφαρμόσω,..»
«Μυρτώ! Βοηθάει όμως στις καλές σχέσεις δεν συμφωνείται;. »
«Οφείλω να δεχτώ πως έχετε δίκιο αλλά..... »
«Αλλά; Τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει και δεν το λέτε;».
«Όπως δείχνουν τα πράγματα, ας πούμε είστε εσείς.» της είπε αυτός χαμογελώντας.
«Βιάζεστε, βιάζεστε. Θα δούμε…προς το παρόν πρέπει πρώτα να γνωριστούμε».
«Σωστά, αλήθεια είστε δεσποινίς ή κυρία;». Παίρνει νέα ρίσκα  να την προσεγγίσει.
«Παίζει ρόλο αυτό; Στην εποχή μας ο διαχωρισμός αυτός είναι περιττός.»
«Ναι βέβαια, αλλά είναι ένας τρόπος να μάθω αν είστε παντρεμένη…».
«Και σε τι θα σας ωφελούσε αυτό;».
«Ε, πως, αν είστε παντρεμένη θα πρέπει να σας διεκδικήσω από το σύζυγο αν είστε δεσμευμένη…».
«Α, έτσι μπορείτε να φτάσετε ως εκεί; Δε θα χρειαστεί, δεν είμαι παντρεμένη».
 Ο Αλκιβιάδης δεν μπόρεσε να μη γελάσει. Κατάλαβε ότι η έμπνευση της στιγμής είχε αγγίξει την  νεαρή κοπέλα. ««Εμείς οι δυο έχουμε ακόμη πολλά να πούμε!»
Την είδε να ξεροκαταπίνει και πρόσεξε τη διαστολή στις κόρες των ματιών της, που μαρτυρούσε την στιγμιαία διέγερση της.
Τα σώθηκα του πήραν φωτιά. Όταν ανεβαίνει το θερμόμετρο, τα πάντα μπορούν να συμβούν.
Έκατσε πιο βαθιά στο κάθισμα κι έπαιξε με τα δάχτυλα την άκρη από το κορδόνι του πανωφοριού του, αφήνοντας το μυαλό του να παρασυρθεί σε προσωπικές σκέψεις.
«Η Ρηχειά ήταν στη νηπιακή ηλικία η καλοκαιρινή μου διαμονή. Αλλά και στην εφηβεία μου πέρασα δυο ολόκληρα καλοκαίρια εκεί. Στο δρόμο προς τη Βλυχάδα, τοπίο μαγικό η Ράχη. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως πολύ κοντά σε αυτό τον ορεινό οικισμό βρίσκεται η μαγευτική παραλία της Βλυχάδας. Άγνωστη για τους πολλούς, ακριβό προνόμιο για αυτούς που την γνωρίζουν. Είναι βίωμα, μαγεία, και δεν παίρνει περιγραφή η μαγευτική αυτή παραλία, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει σε χιλιάδες σταγόνες φωτός. Ένα τοπίο με μυστική παρθενικότητα, με αρώματα βουνού και ψιθύρους της θάλασσας στη σκιά των βράχων, θαυμάζοντας το μαγευτικό και σπάνιο χρώμα των νερών. Παραλία δυσπρόσιτη, με ανοίγματα στους συμπαγείς βράχους, όπου σχηματίζεται ο εντυπωσιακός όρμος της Βλυχάδας. Η πρόσβαση γίνεται μέσα από μονοπάτια με πικροδάφνες, γαλατσίδες, κιτρινοξιλιές, συκιές και σκίνα. Τα καλοκαιρινά βράδια στη Βλυχάδα είναι δροσερά. Είναι ο γλυκός νυκτερινός αέρας που κατεβαίνει από τα βουνά του Ζάρακα με τα έλατα και περνάει από τα αμπέλια, τις ελιές, τις χαρουπιές και τις συκιές και φέρνει μαζί το θυμάρι που σμίγει με τη θαλασσινή αύρα. Αυτή η αύρα είναι που μαζί με τον ήσυχο παφλασμό του νερού σε νανουρίζουν τα βράδια κοντά στο κύμα, όταν αποκαμωμένος από το κολύμπι ησυχάζεις. Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανούν τα μελτέμια.» Της είπε.
Είδε τη λάμψη στο χαμόγελο του προσώπου της, λες και κάποιος το είχε αποτυπώσει εκεί. Το μυαλό της πρέπει να ταξίδεψε σε ευτυχισμένες στιγμές....... σε χαρούμενους τόπους. Της χαμογέλασε καθησυχαστικά, και στο χαμόγελο του φάνηκε μια λάμψη ευχαρίστησης στην ανάμνηση αυτών των καλοκαιριών.
«Πως βρεθήκατε στο Ζάγκρεμπ;»
«Σπουδάζω σ' αυτή την πόλη.»
«Είστε Ελληνίδα και σπουδάζετε εδώ στο Ζάγκρεμπ;».
«Γιατί σπουδάζω στην Κροατία;. Εκτός από την ομορφιά της χώρας, η υψηλή ποιότητα σπουδών σε συνδυασμό με τα χαμηλά δίδακτρα είναι δέλεαρ.»
«Α, μάλιστα. Είστε τόσο νέα. Έχετε σκέψεις για κάποια ακαδημαϊκή καριέρα;»»
«Υπερβολές. Σπουδάζω ιατρική. Το κάνω γιατί μ’ αρέσει… αλλά πέστε μου εσείς πως ασχοληθήκατε με την θάλασσα;»
«Που το καταλάβατε;»
«Άκουσα κάποιες στιχομυθίες με τους φίλους σας και κατάλαβα..»
Πήγαν παρακάτω, μίλησαν όμως περισσότερο για τα ενδιαφέροντα τους παρά για την προσωπική τους ζωή. Τους απασχόλησε ακόμα η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη άλλαζε αλλά κανένας δεν θα μπορούσε να βεβαιώσει πως πήγαινε προς το καλύτερο. Στην πατρίδα, έλεγαν, είχε επανέλθει η δημοκρατία αλλά πώς να επανέλθει κάτι που δεν είχε φύγει μια και δεν είχε υπάρξει; 
Πάνω από δυο ώρες, συζήτησαν. Εκείνη ξέσπασε πολλές φορές σε γέλια «Αγαπητέ μου, μένω κατάπληκτη! Γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα, τα χωριά του Πάρνωνα.»
«Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε θα μου περνούσε από το μυαλό ότι κάποτε θα αντάμωνα κάτω από τέτοιες συνθήκες μια Ζαρακιτισα με γνήσια ομορφιά και αντάξια απόγονο της πεντάμορφης Στάμω, την Παναρίτη. Της λυγερής της Στάμω, με την αέρινη κορμοστασιά».
«Με κολακεύετε. Πολύ φοβάμαι ότι δεν γνωρίζω, για το πρότυπο που μου λέτε.» Του αποκρίθηκε χαμογελώντας.
Του φάνηκε παράξενο που δεν γνώριζε την ιστορία τούτη.
Τις επόμενες ώρες της αφηγήθηκε την «ιστορία» της φημισμένης Στάμω.
Την αιχμάλωτη του Ιμπραήμ. ...........
"......... Την ώρα που ο ήλιος καταπόρφυρος, αναδυόταν βαθιά στον ορίζοντα, μέσα στα καταγάλανα νερά του Μυρτώου, άρχισε το μακελειό. Σκοτείνιασε ο ουρανός και ο ουρανός και ο ήλιος κρύφτηκε μες στη μεγάλη εκείνη σκοτεινιά. Άναψαν τα τούρκικα γιαταγάνια, καθώς τα σφαγμένα κορμιά κατρακύλαγαν το ένα πίσω από το άλλο στο βάθος της βαθιάς εκείνης λαγκάδας.
«Α! Ετούτη τη μορφονιά αφέντη μου, μην τη χαλάσουμε» είπε ο δήμιος στο σερασχέρη δείχνοντας με το ματωβαμμένο χέρι του τη Στάμω, που κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της το δωδεκάχρονο αδελφό της τον Αντώνη. «Είναι πολύ γκιουζέλ. Θα χαρεί ο πασάς σαν του την πάμε να την έχει στολίδι στο χαρέμι του»
Έτσι, την όμορφη Στάμω, την Παναρίτη και τον μοναδικό αδερφό της, τον Αντώνη, τους μπάρκαραν σε ένα πλεούμενο, και από την Πύλο βρέθηκαν στην Αλεξάνδρεια, συστημένοι για το χαρέμι του μεγάλου πασά. Τη λυγερή τη Στάμω,με την αέρινη κορμοστασιά, εκείνος ο πασάς τη στόλισε στα μετάξια και τα χρυσαφικά. Την έκανε βασίλισσα του χαρεμιού του. ....................."
.....Υπήρχε κάποιο πάθος και βαθύ αίσθημα πίσω από τα λόγια του, που έκρυβε μια βαθιά εσωτερική ζεστασιά. Είχε χαθεί μέσα στις λεπτομέρειες της αφήγησης του για αρκετή ώρα όταν άκουσε μ’ ευχαρίστηση την απαλή μουσική που πλημμύρισε ξαφνικά το βαγόνι, χωρίς να διασπασθεί η ροή της ιστορίας του. Όπως ξαφνικά άρχισε η μουσική έτσι ξαφνικά σταμάτησε. Μεσολάβησε μια σύντομη σιγή, και μια γλυκιά διακριτική φωνή ανήγγειλε τον επόμενο σταθμό.
Το τραίνο πλησίαζε τώρα στο τέλος του ταξιδιού του. Θα έφτανε στη Θεσσαλονίκη σε λιγότερο από μια ώρα. Στα μάτια του νεαρού μηχανικού απλώθηκε μια ονειροπόλα έκφραση. Κοίταξε την κοπέλα δίπλα του σιωπηλός. Την περίμενε αυτή την εξέλιξη. Όταν όμως το τέλος του ταξιδιού και ο χωρισμός όσο και αν είναι αναμενόμενος, γίνεται πραγματικότητα, πάντα προκαλεί ένα τρεμούλιασμα στην καρδιά. Είναι δύσκολη η αντιμετώπιση της πικρής αυτής αλήθειας, που σε βγάζει από έναν εφήμερο απατηλό παράδεισο. Για λίγο οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ο ένας με τον άλλον, εκτιμώντας, μελετώντας, ξεπερνώντας τα σύνορα της συστολής που χώριζαν τη σύντομη γνωριμία τους. Κάτι αναταράχτηκε μέσα τους, κι ορθώθηκε όπως το τρομαγμένο άλογο.
Άφιξη στη Θεσσαλονίκη.
Αισθάνθηκαν τον κρύο αέρα να τυλίγει τα πόδια τους και παγωμένες ψιχάλες βροχής να πέφτουν πάνω τους. Ζύγωνε η ώρα του χωρισμού.
Η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά στο στήθος.
Ήταν ένα φυσικό συναίσθημα, ωστόσο δεν ήθελαν να το αφήσουν να έλθει στην επιφάνεια.
Αυτή δεν ήταν χαρούμενη, ούτε ανάλαφρη η ομιλητική.
Μια σκιά απλώθηκε στο πρόσωπο της. « Έως εδώ ήταν λοιπόν;». Και κάποιο ίχνος παράκλησης φάνηκε στη φωνή της.
Την κοίταξε ερωτηματικά στα μάτια, με αμφιβολία για μια στιγμή, κι είπε.
«Δεν είμαι σίγουρος τι εννοείς μ’ αυτό. Ακούγεται σα μια θετική πρόταση.»
Εκείνη τον πλησίασε κι αυτός χωρίς δισταγμό την αγκάλιασε. Έβαλε το δάχτυλο της στα χείλια του κι αυτός το φίλησε ανάλαφρα. Κοιτάζοντας τον με ελαφρά δακρυσμένα τα γκριζοπράσινα μάτια της του είπε. «Φαινόσουν τόσο ευτυχισμένος τόσο χαρούμενος εκεί μέσα στην κουκέτα. Έμεινα κουρνιασμένη στον ώμο σου και άκουγα την καρδιά σου να κτυπάει γρήγορα στην αρχή και μετά αργά και πιο αργά.»
«Πρέπει να χωρίσουμε τώρα.» του είπε.
Εκείνος δίστασε και μετά έσκυψε και την φίλησε. Έμειναν αγκαλιασμένοι για λίγο.
«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα.» Της είπε.
«Το ελπίζω» του μουρμούρισε με θλίψη και κίνησε για το μικρό αυτοκίνητο που την ανέμενε εκεί έξω στην είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης.
Τα βλέμματα τους αποχωρίστηκαν με την σιωπηλή αλληλοεκτίμηση αυτών , που επιθυμούν οι δρόμοι τους να σμίγουν ξανά.
Στεκόταν ακίνητος στη μέση της αποβάθρας κι άκουγε τα βήματά της που απομακρύνονταν, την παρακολουθούσε μέχρι που έκλεισε η πόρτα του αυτοκινήτου πίσω της.
Κατέβασε τα μάτια του τα στύλωσε στο έδαφος και δεν τα σήκωσε παρά μόνο όταν τα μεγάφωνα του σταθμού ανήγγειλαν την αναχώρηση του τραίνου. Προχώρησε προς την σκάλα ανόδου μελαγχολικά και ανέβηκε στο βαγόνι για τη συνεχεία του ταξιδιού και το τέλος της διαδρομής. Δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα καθώς καθόταν στη φωτισμένη κουκέτα του. Το τραίνο ξεκίνησε.
Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα του, κοίταζε από το αχνισμένο τζάμι το σταθμό που έμενε πίσω τους με μάτια που δεν έβλεπαν. Ένοιωθε την καρδιά του να κτυπάει ξέφρενα στο στήθος του.
Την ονειρευόταν συχνά ...... όχι απόλυτα ερωτικά........ όταν επέστρεψε στα επαγγελματικά του θαλασσινά ταξίδια. Στα όνειρα του έβλεπε πάντα ότι ήταν αδύνατο να τη φτάσει. Δεν τον άκουγε όταν τη φώναζε. Του έφευγε, όσο την πλησίαζε.
Τα όνειρα αδυνάτισαν με τον καιρό.

............
**Τώρα που πίσω από πέλαγα
έχουν χαθεί τα παλαιά μου οράματα
και δεν με φθάνει η μορφή τους
κι η ανάμνηση τους μ’ άφησε…

Δεν τό ’θελα ποτέ
σε τέτοιες σκέψεις να γυρίσω.
Μα είναι νύχτες,
κάποιες ατέλειωτες,
που από τα πέλαγα
όλως ακούραστα
τα παλαιά μου οράματα
τα φέρνω πίσω.

**Από τη συλλογή Έρεβος (1956)
[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 62005, σ. 14]

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Ta Kata Sinthiki Pseudi

«Την πρώτη φορά που η βιβλιοθηκάριος της δημοτικής βιβλιοθήκης της Λαμίας μου μίλησε για το μυθιστόρημα «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου, ήμουν έφηβος και έμεινα ξετρελαμένος με τον συγγραφέα. Κάποιες φράσεις που μου άρεσαν, τις σημείωνα με μολύβι και τις απομνημόνευα σαν να ήταν κείμενα από κάποιες ιερές γραφές.
...Δυο λόγια, εξ αντιγραφής, για τον συγγραφέα (1849-1923). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του εβραϊκής καταγωγής Αυστριακού στοχαστή Μαξιμίλιαν Ζίντφελντ, γιατρός στο επάγγελμα, έζησε στο Παρίσι, όπου βρήκε ιδανικές συνθήκες να εξειδικευτεί στην κοινωνική κριτική και στο ξεμπρόστιασμα του αστικού φαρισαϊσμού. Στον πρόλογο ο ίδιος, με λεοντή προφήτη, προειδοποιεί. «Πολλοί αναγνώστες θ’ αγανακτήσουν, προ πάντων εκείνοι που θα διαβάσουν εδώ τις πιο μύχιες γνώμες τους». Υποστηρίζει. «Η μεγάλη ασθένεια της εποχής μας είναι η δειλία. Δεν έχουμε θάρρος να πούμε ανοιχτά τη γνώμη μας, ν’ αναλάβουμε ευθύνη για όσα πιστεύουμε στ’ αλήθεια». Κατά τον Νορντάου, ακόμα χειρότερο είναι ότι. «Δεν θέλουμε να ψυχράνουμε κανέναν, ούτε να χτυπήσουμε καμιά πρόληψη. Κι αυτό το λέμε σεβασμό των πεποιθήσεων του άλλου. Αλλά οι άλλοι είναι εκείνοι που δεν σέβονται καθόλου τις δικές μας πεποιθήσεις, τις κακολογούν, τις κυνηγάνε με μίσος». Μύλος, έτσι;»

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

....Erotiki Mythoplassia I ...O Epilogos

..Επίλογος! 
..........Περίμενε ότι ο Αλκιβιάδης θα δίσταζε ή θα συνοφρυωνόταν, εκείνος όμως την κοίταξε σκεπτικός. Κατόπιν, πήρε τα χέρια της συντρόφου του μέσα στα δικά του και εξέτασε τα νύχια της, όπως έκανε στα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους, και μετά την κοίταξε κατάματα.
.«Ένα τραπέζι» είπε. «Πράγματι. Ωραία ιδέα».
«Ένα πολύ ιδιαίτερο, αποχαιρετιστήριο, τραπέζι, με μοναδικούς καλεσμένους τον ιερέα μας και τη φιλενάδα σου την Ναυσικά μας και κύριο πιάτο τη συγκίνηση.» Της είπε με τρυφερότητα.
Το τραπέζι αποφασίστηκε να γίνει στη πίσω βεράντα του σπιτιού τους, τηρούσε τις καλύτερες προϋποθέσεις από άποψη περιβάλλοντος. Η μεγάλη βεράντα με την πέργκολα που την σκέπαζαν η κληματαριά και οι βουκαμβίλιες μεταμορφώθηκε σε τραπεζαρία. Το τραπέζι στρώθηκε με λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο και οι μυρωδιές έκαναν την βεράντα σαν εξοχική ταβέρνα. Τα τζιτζίκια τερέτιζαν, στα απέναντι πεύκα πανταχού παρόντα αλλά αθέατα, η βραδιά ήταν ζεστή.
Η Ανδρομάχη χαιρόταν αυτή την επιλογή, της άρεσε που, ενώ ήταν στο σπίτι της, ένιωθε σαν να βρισκόταν εντελώς αλλού. Αν και είχε κάποιους φόβους για το επικείμενο εγχείρημα, τους έδιωξε γρήγορα πίνοντας μια ρακή ήδη από την κουζίνα.
Ως τότε, δεν έπινε ποτέ πάνω από ένα δυο ποτηράκια κρασί, έτσι όταν ήπιε μια ρακή, δεν ήξερε αν βούρκωσε εξαιτίας του ποτού ή αν έφταιγε η γλυκόπικρη βεβαιότητα ότι ο ιερέας έφευγε την επόμενη μέρα. Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι με μια πομπώδη χειρονομία και έκανε αέρα στο πρόσωπό της πριν ξεσπάσει σε δάκρυα. Το αποχαιρετιστήριο τραπέζι τους είχε γαρίδες με σκορδάτη, μαγιονέζα με κρίταμα, φρεσκότατα ζουμερά σκουμπριά στη σχάρα, μαϊντανοσαλάτα με πλιγούρι, λεμονάτη καπνιστή μελιτζανοσαλάτα και μία δροσερή σαλάτα με αγγούρι πιπεριές και άνηθο. Όλα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια της.
Τα θαλασσινά συνόδευε ένα κρασί με νεύρο και όγκο, ένα λευκό ξηρό κρασί από την ποικιλία Σαββατιανό …αρχίζοντας και τελειώνοντας το δείπνο με μια ρακή.
Δύσκολος ο αποχαιρετισμός σε μια φαντασιακή ερωτική σχέση που εξατμίζεται στο πέρασμα του χρόνου.
Ο ιερέας! Και η Ναυσικά! Δυο φαντασιακά πρόσωπα! Δυο υπέροχες υπάρξεις, δυο αέρινες παρουσίες, οι οποίες τους χαρακτηρίζουν και πολλές φορές ταυτίζονται μαζί τους.
Πρόσωπα τόσο οικεία που τον βασανίζει ένα ερώτημα! Θα μπορούσε να είναι αυτοί οι ίδιοι;
Αυτός πάντως τους αγάπησε και την ερωτική του ιστορία την διηγείται με τρυφερότητα. Είναι ίδια η δική τους ερωτική ιστορία, παθιασμένη, που αποκαλύπτεται ισορροπώντας ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό, στην καθημερινή τους αλήθεια και στο ιδανικό παραμύθι. Ο πραγματικός του κόσμος σταμάτησε για λίγο, καθώς μπήκε κι ο ίδιος στον κόσμο του παραμυθιού του. Συνδέθηκε με τους ήρωες του μέσα από την αναζήτηση στις λέξεις, στα συναισθήματά τους, αλλά και με το διάβα του χρόνου. Μπορεί οι περισσότεροι έρωτες να εξατμίζονται στο πέρασμα του χρόνου, αυτό δεν συμβαίνει όμως με την περίπτωση του. Αυτός προτιμά να κρατήσει άσβεστο το πάθος του. Και την κάθε μέρα μέσα από το όνειρο του να το ξαναζωντανεύει.
Γι αυτό και σήμερα οι λέξεις του έχουν σκοινιά και οι προτάσεις σύρματα αγκαθωτά καθώς επιχειρεί  να τους αποχωριστεί. Είναι όμως η κατάλληλη ώρα να τελειώσει το παραμύθι του. Να αποσυνδέσει τον διακόπτη, να κλείσει απαλά την πόρτα, αφήνοντας απ' έξω τις μορφές τους, όσο και αν οι σκέψεις του δεν περιγράφονται με λόγια. Να σβήσει από τη μνήμη του τις φιγούρες τους και να φύγουν με τον ίδιο τρόπο όπως εμφανίστηκαν στο συναισθηματικό φαντασιακό του κόσμο. Η νύχτα ήρθε συμπονετική δροσερή άπλωσε σεντόνια σιωπής, μερικά σύννεφα ψηλά στον ουρανό έτρεχαν και άλλαζαν σχήμα σαν να κυνηγούσαν την ιδεατή μορφή τους.
Έκλεισε τα μάτια του και χαλάρωσε, έμεινε σιωπηλός και αφέθηκε στη ροή των σκέψεων του, ακολουθώντας τις αναμνήσεις του και άρχισε να ακούει με προθυμία όλα εκείνα τα πολύχρωμα παραμύθια με τα οποία ο πόθος και η φαντασία μάγευαν τις αισθήσεις του σαν Σειρήνες μες στο στήθος του που δεν μπορεί να τους αντισταθεί. Θυμήθηκε και του ήρθαν η εικόνες της πρώτης επαφής του με την Ανδρομάχη του σαν να ήταν φύλλα και κλαράκια που επέπλεαν σε ένα ποταμάκι. Ένα ποτάμι τον πλημμύρισε με εικόνες από την κοινή ζωή τους. Έτσι γεννήθηκε ο σπόρος του θαυμαστού φυτού της αγάπης τους. Και φύτρωσε, άφθονα και μεγάλωσε και θέριεψε, και αυτός δεν πρόκειται ποτέ, με κάποια ποταπή πράξη, να κλαδέψει τα φύλλα και τους μίσχους του! Θυμάται λεπτομέρειες πολλές, σημάδια και χνάρια της ζωής τους στο χρόνο, που δεν είχαν χαθεί! Τίποτα δεν έχει αλλάξει στη διάβα του χρόνου. Τι γλυκιά μελωδία που έχουν αλήθεια κάποιες αναμνήσεις. Τον έπνιξε μια τρυφερή νοσταλγία.
Απόψε σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη τρυφερότητα  οι δυο τους στη βεράντα, αυτός σύντροφος σταθερός αταλάντευτος, ζουν μαζί τις χαρές και τις λύπες τους. Και δεν υπήρξε ποτέ η εποχή που η ζωή τους να είχε μπροστά της δρόμους και μονοπάτια για πολλές επιλογές. Η διαδρομή τους ήταν πάντα μια, η εξαιρετική διαδρομή που οδηγούσε στα ιδανικά λημέρια της οικογένειας τους.
Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα.Διότι δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία του ενός για τον άλλον.
Κι αυτό δεν είναι ένα τραπέζι λύπης και θλίψης, αλλά ένα τραπέζι χαράς με πρωταγωνιστές τους δυο τους γιατί απόψε γιορτάζουν τα δέκα πέντε χρόνια συμβίωσης και ήταν τόσο χαρούμενοι που πραγματικά έλαμπαν στο γιορτινό τους τραπέζι.
Η ευτυχία είναι γύρω τους, κοντά τους, τους πολιορκεί από παντού και δεν έπαψε να τους χτυπά την πόρτα θέλοντας να φτάσει στην καρδιά τους με τον αέρα που αναπνέουν.
«Τι μεγάλη χαρά να βλέπω γύρω μου χαρούμενους ανθρώπους.» Του λέει, με τα μάτια της να λάμπουν ηδονικά.
«Και εγώ άγγελε μου! Κι όταν εμείς είμαστε ευτυχισμένοι και οι γύρω μας είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.»
Την αγκάλιασε και προχώρησαν προς την έσοδο του σπιτιού. Κάτω από τη μεγάλη πόρτα του σαλονιού, σταμάτησε. Τον κοίταξε παράξενα, ένιωθε κάτι περίεργο να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Αισθάνθηκε τόσο περίεργα, ήταν αυτή και αυτός, κανείς άλλος. Ήταν μια γυναίκα έτοιμη να βρυχηθεί. Ήταν η στιγμή τους. Κρεμάστηκε στους ώμους του, ένιωσε τη ζεστασιά της να διαπερνά το κορμί του. Νιώθοντας πως ήθελε περισσότερα από εκείνη, αγκάλιασε τη μέση της με το χέρι του και τράβηξε το κορμί της να κολλήσει στο δικό του. Το πρόσωπό της βρίσκεται κάπου στο στήθος του, τα χείλη της φιλούν το λαιμό του, τα χέρια της έχουν αγκαλιάσει τη μέση του. 
Γλιστράνε στην άκρη του αναπαυτικού καναπέ καθώς αυτός γονατίζει στο πάτωμα, με το ένα του χέρι αγκάλιασε από τη μέση το καυτό κορμί της και το άλλο κατέβηκε από την κοιλιά της και έπιασε το σημείο ανάμεσα στο δαντελένιο εσώρουχό της. Βρήκε αυτό που αναζητούσε και το χάιδεψε ανελέητα με τις άκρες των δαχτύλων του.
Ακόμα και με τόσο λίγα προκαταρκτικά, εκείνη ήταν ήδη έτοιμη, ένιωσε την υγρή ζεστασιά της να τον τυλίγει. Την κράτησε σταθερά καθώς συνέχιζε να τη χαϊδεύει, ώσπου εκείνη τεντώθηκε σαν τόξο, τίναξε το κεφάλι της πίσω και τα νύχια της γαντζώθηκαν στους ώμους του, ενώ οι βρυχηθμοί της απλώθηκαν στις τέσσερις γωνίες του σαλονιού.
..Οι φαντασιώσεις τους κλείδωσαν στο συζυγικό τους κρεβάτι, εκεί ο ένας δίπλα στον άλλο, τα μάτια τους αντικρίζουν μόνο εκείνους. Ο χρόνος σταματάει. Οι λέξεις περισσεύουν η ανάσα τους κόβεται, μένουν μόνο τα βλέμματα τους να μιλήσουν και να καλύψουν όλα τα κενά που υπάρχουν μέσα τους. Οι ανάσες κι οι χτύποι της καρδιάς τους συντονίζονται, χαράζουν κοινές νότες ευτυχίας κι αισθάνονται «ένας» όπως δεκαπέντε χρόνια τώρα.
Σε μια ρουτίνα που δε μιλάνε τα χείλη αλλά τα βλέμματα. Καταργούνται οι λέξεις και απλά της φανερώνει την αγάπη του με πράξεις. Και μαζί ανταμώνουν τ’ όνειρο σ ’έναν κόσμο δικό τους κάτω απ’ την επήρεια εθιστικών αγγιγμάτων, κι αισθήσεων που συγκρούονται κι εκρήγνυται σε ένα ερωτικό παραλήρημα που δίνει ενέργεια στις σεξουαλικές φαντασιώσεις τους.
Τα δάχτυλα και τα χέρια του, της χαρίζουν λυτρωτικά χάδια και χαλαρώνουν κάθε της αντίσταση, κάθε της ενδοιασμό. Το μασάζ σε κάθε σημείο του σώματός της την κάνουν να παραδίνεται άνευ όρων και να ξεχνά κάθε «πρέπει», «μη» και «δεν». Μαζί του δεν υπάρχουν «απαγορεύεται» κι «επιτρέπεται» και όλα γίνονται σκόνη που τη φυσάει, κάθε φορά που αφήνει μικρές αναπνοές πάνω στο κορμί της. Κάνει το σώμα της δικό του κι αυτή δοκιμάζει και δοκιμάζεται, παίζει, ταξιδεύει, τρελαίνεται και του προσφέρεται. Κάθε φορά που την κάνει να «τελειώνει», νιώθει να δαμάζεται κι απολαμβάνει δυνατά τον ρόλο της.Τον νιώθει να εισχωρεί στο κορμί της και τον εκλιπαρεί να μη σταματήσει. Όταν είναι υπό το καθεστώς της καύλας, δεν κρατά μεζούρες. Μόνο παρακαλά αυτός ο «τύραννος» να συνεχίσει να τη βασανίζει. Μόνη της λύτρωση η ένωσή τους και αυτό που θα κάνει όλες τους τις αισθήσεις να χτυπήσουν συναγερμό και να φτάσει το μυαλό τους στο «κόκκινο». Λόγια, κραυγές, μουγκρητά, ιδρώτας, δύναμη κι αδυναμία, όλα καταθέτονται στο βωμό της απόλαυσης και της κορύφωσης.
,,,,,,Ξάπλωσε δίπλα της άνοιξε τα καυτά χείλη του αιδοίου της, και άρχισε απαλά να γλείφει το θάμνο γύρω του. Η Ανδρομάχη αρχίζει να αναδεύεται ανήσυχα, αρχίζει να βογκά και να αναστενάζει γεμάτη λαγνεία.
Αμέσως μετά η γλώσσα του βυθίζεται και το κορμί της σφαδάζει φρενιασμένα. Όσο τη ρουφάει και τη πηδάει με τη γλώσσα του, νιώθει ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, τύλιξε τα πόδια της στο λαιμό του και τον κράτησε εκεί.
Της αρέσει αυτή η στάση. Δεν δέχονται όλες οι γυναίκες να πέσει ένας οποιοσδήποτε άντρας ανάμεσα στα σκέλια τους, πρέπει πρώτα να τις κερδίσει για να του δώσουν το σινιάλο. Με τη γλώσσα του διαχώρισε τα δυο χείλη και όταν τ' άνοιξε πια ήταν υγρά και έτριψε τη γλώσσα του πάνω κάτω ανάμεσα στα στρώματα της ευαίσθητης της σάρκας, πέρασε τα χέρια του κάτω απ' τα γόνατα της, έπιασε τους γοφούς της και τη κοιλιά της με της παλάμες του, την χάιδεψε και της άνοιξε τα πόδια. 
Όλα γίνονται απαλά, με ευγένεια, είναι μια προσευχή που θέλει την ώρα της.
Τον ικανοποιεί βαθιά το να φέρνει τη σύντροφο του σε σπασμούς έκστασης με τα φιλιά του.
Το πιστεύει βαθιά ότι μεταξύ δύο συντρόφων δεν υπάρχει καμία διαφθορά, ενοχή ή ντροπή, γιατί η σαρκική ανισότητα παύει να υπάρχει στο κρεβάτι. Υπάρχει μόνο η υπόσχεση της ευχαρίστησης και η εκπλήρωση των αμοιβαίων επιθυμιών.
Η θέα των χειλιών του αιδοίου και των αστραφτερών ρόδινων πτυχών έστειλαν όλο το αίμα από το σώμα του να ξεχυθεί σαν χείμαρρος στο πέος του. 
Εκείνη βόγκηξε απελπισμένα. «Σε παρακαλώ» είπε λαχανιασμένα, τον ικέτεψε να βάλει ένα τέλος στα ηδονικά βασανιστήρια που της έκανε με τη γλώσσα του.
Καθώς εκείνος ξεκίνησε να κινείται με αργές ωθήσεις, εκείνη ανασηκώθηκε για να τον συναντήσει, άρχισε να κινείται ρυθμικά μέσα της σ’ ένα ξέφρενο οργασμό που δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει, οι απότομοι σπασμοί του ξύπνησαν μέσα της κύματα, σαν φλόγες, αστραφτερές που έκαναν τα σωθικά της να λιώνουν. Είναι σαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, πολλά κύματα ευχαρίστησης. Σχεδόν σαν πυροτεχνήματα, όπου υπάρχει μια έκρηξη και μετά έρχεται μια άλλη, λίγο μετά μια ακόμα και είναι όλες υπέροχες.. Η απελευθέρωσή του ήρθε καυτή, ο σφυγμός του σφυροκοπούσε στα αυτιά του και ούτε που κατάλαβε τις άναρθρες κραυγές της σαν πληγωμένο θηλυκό ζώο που δεν έβγαζαν κανένα νόημα, καθώς άλλος ένας οργασμός που την κυρίευσε της εξουθένωσε σώμα και ψυχή. Έμεινε να βαριανασαίνει με κλειστά μάτια για καμπόση ώρα και μετά τον έβγαλε απότομα από μέσα της, καθώς συνερχόταν σιγά σιγά.
Ο Αλκιβιάδης κατέρρευσε δίπλα της κατάκοπος και γαλήνιος. Και της ψιθυρίζει στο αυτί πως η χημεία τους όπως κι η μαγεία δε χάνονται. Μια όαση είναι που μέσα της παρασύρονται και χάνονται μέχρι να τους βρει το ξημέρωμα αγκαλιά.
Είχαν αγαπηθεί όπως ποτέ, και καμιά λέξη, κανένα βλέμμα δεν ήταν πιο εκφραστικό απ’ τα κορμιά τους που είχαν νιώσει τόσο έντονα την ηδονή. Ο Αλκιβιαδης κουλουριάστηκε σαν χαδιάρης γάτος πάνω στην Ανδρομάχη του. Τα κορμιά τους εφάρμοσαν φυσικά, το ένα θηλύκωσε στο άλλο, αυτός πίσω της. Το μυώδες στομάχι του κούμπωσε στην καμάρα της πλάτης της, οι μηροί του βρήκαν τη θέση τους στην κοιλότητα των λυγισμένων ποδιών της. Φωλιασμένη μέσα στα μακριά μυώδη μπράτσα του και νανουρισμένη από το απαλό λίκνισμα του, η Ανδρομάχη αποκοιμήθηκε πρώτη.
Και κάθε φορά του υπενθυμίζει πως όταν κοιμούνται μαζί, ν’ αφήνει το πνεύμα του στα χέρια της με ασφάλεια, και δε θα βγει ποτέ από τα δίχτυα της. Όχι ότι αυτός άλλωστε θέλει να ξεφύγει, από την ισόβια σύντροφό του, που τον σαγηνεύει με την άδολη χάρη της και τον φυσικό αισθησιασμό της. Φαινομενικά εύθραυστη, αλλά προικισμένη με τεράστια δύναμη επιβίωσης, ικανή να προσφέρει ασφάλεια και προστασία στην σχέση τους και την οικογένεια τους. Δεν θα δειλιάσει στιγμή να σταθεί στο πλευρό αυτών που αγαπά και να γυρίσει αν χρειαστεί για το χατήρι τους τον κόσμο ανάποδα.
Αυτή η μία και μοναδική που είναι το λιμάνι τους. Ο κυματοθραύστης τους και ο σηματοφόρος της χαράς τους που η παρουσία της πέφτει σαν τη σταγόνα του λαδιού στο νερό, σταγόνα που απλώνεται και γαληνεύει την υδάτινη επιφάνεια.
Είναι σημαντικό γι αυτόν μετά από τόσα χρόνια έγγαμου βίου, την αγάπησε από μέσα προς τα έξω, νοιάζεται για την Ανδρομάχη του, ξέρει ότι μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να κυνηγάνε σκιές αναζητώντας το καλύτερο απ' αυτό που έχουν.
Μαζί λοιπόν προσπαθούν και ζουν με περίσσια αγάπη, με τις συμφωνίες αλλά και τις διαφωνίες τους, και με τις λιακάδες και με τις βροχές, πάντα δίπλα ο ένας στον άλλο, όχι απέναντι.
Αυτό είναι μια καλή συνταγή για μια σχέση τους που ξέρει να μαγειρεύει, αλλά και ξέρει να τρώει!
Ο δε παλιόφιλος καπετάνιος , αφού πρώτα τον κάθισε σε αναμμένα κάρβουνα, ερμηνεύοντας με σαφήνεια όσα οι έρευνες και οι αναλύσεις λένε, τρέχει τώρα τη φωτιά να σβήσει, ανήσυχος για μια εξέλιξη ανεπανόρθωτη στην οικογενειακή ζωή του φίλου του.! 
Πριν αναχωρήσει για τα μακρινά του ταξίδια, του τόνισε με έμφαση.....
Μιας και σίγουρα μετά από την συζήτηση μας η καχυποψία σου έχει φτάσει σε επίπεδα στρατόσφαιρας, καλό θα ήταν πριν καταδικάσεις τη σύντροφό σου ως μοιχαλίδα σε αναμονή, να μπεις στην ακριβώς αντίστροφη διαδικασία που λέει το εξής απλό: Αν μία γυναίκα περνάει καλά, δεν κάνει «σχέδια» παρά μόνο για τον άντρα στον οποίο οφείλει την ευτυχία της.
Ξέρεις, επομένως, τι πρέπει να κάνεις. Άλλωστε, φίλε μου καλέ, ποτέ σου να μην ξεχνάς ότι και η Πηνελόπη, με τον Οδυσσέα έμεινε.
Η μαγκιά είναι το ταίρι σου να είναι προορισμένο για σένα και με τη συμπεριφορά σου να το καλύπτεις τόσο και με τέτοιον τρόπο που να μη βρίσκει τρύπα να μπουκάρει ο δαίμονας.
Και τέλος μια χρήσιμη και βασική συμβουλή που πρέπει να έχεις υπόψη σου .
Το σεξ δεν επιβάλλεται, ούτε απαιτείται. Δεν είναι σωστό ή λάθος, είναι η ανάγκη σου για εκείνη, να τη θέλεις στο μυαλό και στο σώμα σου. Να γουστάρεις τη γυναίκα σου, να θες να κάνετε σεξ. 
Βασικός νόμος και απαράβατος! Η γυναίκα το σεξ το έχει στα σκέλια της. Είναι αυτή που κρατάει το κλειδί του σεξ στα χέρια της. Άμα θέλει, σε κάνει και τρέχεις. Μπορεί να σε φέρει από την άκρη του κόσμου, γιατί ξέρει καλά το κουμπί του άντρα που λέγεται πόθος.
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.1: Το σεξ δεν είναι έγκλημα.... Η περιγραφή του γιατί πρέπει να είναι;
.......Θυμάμαι την εποχή που ο αέρας ήταν καθαρός και το σεξ βρώμικο .....Μπερνς Τζώρτζ..........
::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::
Υ.Γ.2: Υπάρχει ο ιδανικός σύντροφος;
«Στο μυαλό μας μπορεί να υπάρχει. Αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα θα μας χτυπήσει την πόρτα αφού ο ιδανικός άλλος είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος με διαφορετικά βιώματα και προσδοκίες.
Οι δύο πλευρές συναισθάνονται ότι ποτέ δεν θα γίνουν ένα σώμα αλλά θα είναι δύο ξεχωριστά άτομα. Η πρόκληση από εδώ και πέρα είναι να διατηρηθεί ένας κοινός κόσμος, αντιλήψεις και προσδοκίες.
Και τελικά αυτό το πρόσωπο που επιλέξαμε μπορεί να μην είναι το τέλειο ταίρι αλλά εμείς το επιλέξαμε και πάλι αυτό θα διαλέγαμε με όλα τα λάθη και τις αντιθέσεις. Ένας αληθινός άνθρωπος με πολλά χαρίσματα και πτυχές συμπεριφορών που ακόμη εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε και φυσικά να αγαπάμε. Οτιδήποτε άλλο, είναι συνέταιρος και η σχέση σύμβαση......γι αυτό τη σημερινή μας εποχή τόσες αποτυχημένες συμβάσεις καταγγέλλονται πλέον τόσο συχνά.»!

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2024

Mia Kainourgia Mera

....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ  ....Part:6». ....«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.......Η νέα μέρα έσκασε πάνω στον παραθαλάσσιο οικισμό σαν μια υπόσχεση αναγέννησης. Για τον Νικηφόρο, το ξημέρωμα έμοιαζε με μια ολόκληρη, καινούργια ζωή. Το φως μπήκε παιχνιδιάρικα από το παράθυρο, ενώ το πρωινό αεράκι χάιδευε τις χαραμάδες. Άνοιξε τα μάτια του αργά, με μια βαθιά, γαλήνια σιωπή να τον τυλίγει μετά από έναν ύπνο βαθύ και λυτρωτικό.
Ξαπλωμένος ακόμα στα αχνάρια των νυχτερινών του ονείρων, τεντώθηκε χαλαρά, μα τα χέρια του βρήκαν δίπλα τους κρύα, άδεια σεντόνια. Η φλοκάτη ήταν μόνη. Η Νεφέλη είχε ήδη χαθεί από νωρίς, αφήνοντας πίσω της το άρωμα της χθεσινής νύχτας.
Με σώμα ανάλαφρο σαν να αναδυόταν από τα κύματα, κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Το ζεστό νερό ξύπνησε κάθε του κύτταρο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έπιασε το ξυράφι με αργές, μεθοδικές κινήσεις και, αφότου έδωσε μερικές τόνωση στα μάγουλά του, πέρασε στην ιεροτελεστία του καφέ.
Βγαίνοντας στη βεράντα με την κούπα του αχνιστού εσπρέσο στο χέρι, η πρωινή δροσιά του Παγασητικού τον τύλιξε. Ο αέρα του Σεπτέμβρη ήταν διαυγής, κρυστάλλινος. Το τοπίο έλουζε μια απέραντη ησυχία, λες και ο χρόνος είχε παγώσει. Όμως, μέσα του, η φλόγες της προηγούμενης νύχτας συνέχιζαν να καίνε δυνατά, περιμένοντας τη επιστροφή της.
Στηριγμένος στα ξύλινα κάγκελα, ο Νικηφόρος σάρωσε με το βλέμμα την ακρογιαλιά, ψάχνοντας μάταια τη Νεφέλη, που είχε γλιστρήσει έξω από το σπίτι τόσο αθόρυβα, σαν να μην είχε αφήσει ποτέ το χνάρι της πλάι του.
Η ματιά του όμως σκάλωσε αλλού, τραβηγμένη από μια κίνηση στη διπλανή αυλή. Η Φαίδρα, τυλιγμένη σε ένα αέρινο, ανοιχτόχρωμο κιμονό που άφηνε γυμνούς τους ώμους της, έσκύβε νωχελικά πάνω από τις γλάστρες, ποτίζοντας τους βασιλικούς με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Στα λίγα μέτρα πιο πέρα, η Δανάη καθόταν οκλαδόν στα πέτρινα σκαλοπάτια· τα πόδια της ήταν αστόλιστα, γυμνά, κι η προσοχή της καρφωμένη στο πέλαγος, καθώς τύλιγε τα δάχτυλα γύρω από μια αχνιστή κούπα.
Ξαφνικά, η Δανάη γύρισε το κεφάλι. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του χωρίς δισταγμό —μια ματιά γεμάτη θρασύτητα και νιότης αψηφισιά, σαν να μπορούσε να διαβάσει πάνω στο δέρμα του τα ίχνη της νυχτερινής αμαρτίας με τη θεία της. Ο Νικηφόρος τής ανταπέδωσε το χαμόγελο, αφήνοντας το πρωινό αεράκι να του δροσίσει το πρόσωπο. Η ατμόσφαιρα μύριζε Σεπτέμβρη, υγρασία και θάλασσα.
Ο εσπρέσο στην κούπα του είχε παγώσει, αλλά η σκέψη του παρέμενε κολλημένη πίσω, στο ζεστό δωμάτιο: στα τσαλακωμένα σεντόνια και στο άρωμα της Νεφέλης, η οποία είχε εξαφανιστεί στο πρωινό φως, αφήνοντας υποσχέσεις για όσα θα ακολουθούσαν.
Καθώς ο Νικηφόρος αναρωτιόταν πού να είχε χαθεί, ένα ελαφρύ τρίξιμο στα ξύλινα σκαλοπάτια έκοψε τη σκέψη του. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε κι η Νεφέλη στάθηκε μπροστά του.
Τυλιγμένη μόνο σε ένα φαρδύ, λευκό αντρικό πουκάμισο που άφηνε ακάλυπτα τα πόδια της, με τα μαλλιά της λυμένα και ανάκατα από τον ύπνο, κρατούσε ένα πιάτο με μυρωδάτα παξιμάδια και φρέσκες ντομάτες. Κινούταν με την άνεση μιας γυναίκας που ζούσε εκεί χρόνια.
«Ψάχνεις κάτι στον ορίζοντα, Νικηφόρε;,» είπε με φωνή βραχνή, ζεστή, σημαδεμένη από τα ξενύχτια και τα χάδια. Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στο πρωινό φως, κρύβοντας μια πονηρή, ασυγκράτητη σπίθα.
Νεφέλη! Έκείνη που, σύμφωνα με το όνομα της, κουβαλάει και χύνει το ζωογόνο νερό. Ήταν μια γυναίκα πλασμένη με τους δικούς της κανόνες, πιστή στο μότο πως η ηθική είναι σαν το πιπέρι στη σούπα· ελάχιστη νοστιμίζει το πιάτο, μα με το παραπάνω το κάνει αβίωτο.
Ο Νικηφόρος τη γνώριζε καλά. Ήταν πάντα η υπεύθυνη, η ακούραστη νοικοκυρά που στεκόταν στα πόδια της από τη χαραυγή. Την ώρα που οι υπόλοιποι πάλευαν με το μαξιλάρι, αναβάλλοντας το αναπόφευκτο μέχρι να τους πετάξει έξω από τα σκεπάσματα ο πανικός του ρολογιού, σαν φρυγανιέρα που πετάει το καλοψημένο ψωμί, η Νεφέλη λειτουργούσε με έναν εντελώς δικό της, ξεχωριστό ρυθμό.
Ξυπνούσε αμετάκλητα στις έξι, ένα αίνιγμα που ο Νικηφόρος ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει. Η Νεφέλη ήταν μια γυναίκα φτιαγμένη από θάρρος και ορμή, έτοιμη να διεκδικήσει ό,τι ποθούσε. Στην κρεβατοκάμαρα, γινόταν η απόλυτη κυρίαρχος του παιχνιδιού: ζητούσε ολοκληρωτική παράδοση, απαίτησε πάθος, έπαιρνε τα ηνία και σε απογείωνε.
Εκείνος στάθηκε στο κάγκελο, κρατώντας μισογεμάτη την κούπα του καφέ, κοιτάζοντάς την με δέος. Το λευκό, φαρδύ πουκάμισο έπεφτε πάνω στο κορμί της με μια προκλητική αμέλεια, προδίδοντας τις καμπύλες μιας γυναίκας που ζούσε με τους δικούς της κανόνες, αδιάφορη για τα «πρέπει» του κόσμου.
«Έτσι ακριβώς, ε;,» της είπε εκείνος μειδιώντας σαρδόνια κι αφήνοντας το πιάτο στο τραπεζάκι. — Αναρωτιέμαι πραγματικά αν έχεις κουρδισμένη την καρδιά σου με ξυπνητήρι ή αν απλώς ζηλεύεις τις στιγμές που κοιμάμαι ήσυχα μόνος μου.
Η Νεφέλη τον πλησίασε με κινήσεις αργές, σχεδόν υπνωτικές. Τα γυμνά της πόδια γλιστρούσαν αθόρυβα στο ξύλινο πάτωμα μέχρι που στάθηκε κολλημένη πάνω του, αφήνοντας την ανάσα της να αναμιχθεί με το άρωμα του καφέ.
«Ο ύπνος είναι για όσους περιμένουν παθητικά τη ζωή, Νικηφόρε, του ψιθύρισε με φωνή αισθησιακή, σχεδόν προκλητική, ακουμπώντας την απαλή παλάμη της ακριβώς πάνω στον παλμό της καρδιάς του. 
«Εγώ προτιμώ να την προλαβαίνω. Και να 'σαι σίγουρος πως ό,τι κερδίζω από τη χαραυγή, ανήκει ολόκληρο σε σένα.

Τα μάτια της φεγγοβολούσαν μες στην πρόκληση, έτοιμα να παρασύρουν το πρωινό σε μια νέα, αχαλίνωτη τροχιά, τη στιγμή που στη διπλανή αυλή τα αδιάκριτα βλέμματα της Φαίδρας και της Δανάης παρακολουθούσαν κάθε τους κίνηση σαν σιωπηλοί θεατές ενός απαγορευμένου θεάτρου.
Ο Νικηφόρος χάθηκε για λίγο στις σκέψεις του, κοιτάζοντας το απέναντι βουνό με βλέμμα αφηρημένο. Ο καιρός κρατούσε μια παράξενη ισορροπία· ο ουρανός ήταν βαρύς, συννεφιασμένος, αλλά η ατμόσφαιρα είχε μια δροσερή γλυκάδα. Ο ήλιος πάλευε να τρυπώσει μέσα από τα μπλαβιά, παχιά σύννεφα της χθεσινής μπόρας, αφήνοντας διάσπαρτες, χρυσαφένιες πινελιές πάνω στη γη.
Άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει ξανά, από τις ψηλές ράχες του Πηλίου ως τα ανακατεμένα, γκρίζα νερά του Παγασητικού, εκεί όπου η μυρωδιά της βροχής μπλεκόταν ακόμα με την ανάμνηση του καλοκαιριού.
Στάθηκε δίπλα του, αφήνοντας το αεράκι να τυλίξει τα λυμένα μαλλιά της και να διαγράψει τις γραμμές του σώματός της μέσα από το βρεγμένο, λευκό πουκάμισο. Η γαλήνη του κόλπου έκρυβε πάντα μια υπόγεια απειλή, μια ηρεμία που προμήνυε καταιγίδα.
«Κοίτα τα σύννεφα, Νικηφόρε,»  ψιθύρισε ακουμπώντας το πηγούνι της στον ώμο του. — Νομίζεις πως χάθηκε το φως κι όμως, ξαφνικά, σε καίει στην πλάτη...
Λίγο πιο πέρα, στη διπλανή βεράντα, η Φαίδρα παρακολουθούσε αμίλητη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος κάτω από το αέρινο κιμονό. Η Δανάη, σκυμμένη πάνω από τα σκαλοπάτια, μάζεψε το άδειο φλιτζάνι της, κρύβοντας τη φωτιά και τη ζήλια που της προκαλούσε εκείνη η απροκάλυπτη οικειότητα.
Ο Παγασητικός σφράγιζε τα στόματα μες στη σιωπή του, μα τα δίχτυα μιας νέας, επικίνδυνης μέρας είχαν ήδη αρχίσει να κλείνουν γύρω τους.
Στο βάθος του κήπου, οι κόκοροι λαλούσαν αντίλαλο στον αέρα που κουβαλούσε ακόμα το μεθυστικό άρωμα από τους ανθούς της λεμονιάς.
Η υγρασία της θάλασσας δεν τον άγγιζε. Αντίθετα, ο ουρανός με τα σύννεφα του χάριζε στο τοπίο μια βαθιά, δραματική ομορφιά. Τα δέντρα κρατούσαν το πράσινό τους, μα ο ψίθυρος του φθινοπώρου είχε ήδη τρυπώσει στις άκρες των φύλλων, βάφοντας τα χρυσαφιά, μελιά, πορτοκαλί και κεχριμπαρένια. Το φθινόπωρο δεν ήταν παρά ο άνεμος στα φυλλώματα, μια αξεπέραστη μουσική των δέντρων. Οι ντάλιες και τα χρυσάνθεμα είχαν πια σιγήσει, αφήνοντας τον αέρα να γεμίσει από τις πιο αρχέγονες μυρωδιές: ξερά φύλλα, βρεγμένους φλοιούς και ώριμα φρούτα. Ήξερε καλά πως κάθε εποχή είχε το άρωμά της, μα η άνοιξη και το φθινόπωρο ήταν οι μόνες που τουρτούριζαν την ψυχή του.
Άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε αυτή τη μυσταγωγία της φύσης, όπου ο επίλογος του καλοκαιριού έμοιαζε με μια γενναιόδωρη, μεθυστική μεταμόρφωση. Στον αέρα, το άρωμα από τις ανθισμένες λεμονιές έσμιγε με την αύρα του βρεγμένου χώματος και των ώριμων καρπών, καθρεφτίζοντας την ίδια του την ψυχή: μια βαθιά, αγωνιώδη εγρήγορση.
Στέκοντας πια δίπλα του στη βεράντα, η Νεφέλη παρατήρησε πώς τα μάτια του χάνονταν στα χρυσαφί φυλλώματα.
«Λατρεύεις να συνομιλείς με τα δέντρα, έτσι;,» του ψιθύρισε, τυλίγοντας τα δάχτυλά της σφιχτά γύρω από τη δική του παλάμη. «Μόνο που οι εποχές προχωρούν αμείλικτες γιατί δεν ξέρουν να μένουν ακίνητες. Και το φθινόπωρο, να θυμάσαι, ξέρει να κρατά τις πιο άγριες φωτιές σκεπασμένες κάτω από τα ξερά του φύλλα...»
Ένα ξερό κλαδάκι που έσπασε στη διπλανή αυλή έκοψε την ανάσα της στιγμής.
Η Φαίδρα στεκόταν πια ολοφάνερη στο προαύλιο της, κι η Δανάη, χωμένη ανάμεσα στις μυρωδάτες λεμονιές στην άκρη του περιβολιού, τους κρυφοκοιτούσε με ένα βλέμμα αινιγματικό και προκλητικό. Έμοιαζε έτοιμη να απελευθερώσει τη δική της θύελλα, έτοιμη να ταράξει τα ήσυχα, επικίνδυνα νερά του Παγασητικού.
Ξαφνικά, η γάτα τρύπωσε στα πόδια του, απαιτώντας με ζωηρά νιαουρίσματα τα χάδια του και τραβώντας τον για λίγο από τον περίγυρο. Με βλέμμα δήθεν ικετευτικό κι ύφος πονηρό, τριβόταν πάνω του, αφήνοντας την ουρά της να γλιστρά παρατεταμένα στη γάμπα του σαν ένα σιωπηλό χάδι-εκβιασμό. Τη χρησιμοποιούσε η άτιμη κατά βούληση, έχοντας «τουμπάρει» τη Νεφέλη από εκείνη τη μέρα που παραλίγο να τη πατήσει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου της, μια αφορμή που η Νεφέλη είχε αδράξει για να την υιοθετήσει και να της χαρίσει μια νέα ζωή.
Ο Νικηφόρος έσκυψε, βυθίζοντας τα δάχτυλά του στο μαλακό της τρίχωμα με ένα τρυφερό μειδίαμα.
«Κοίτα σύμπτωση, Νεφέλη,» της ψιθύρισε με χαμόγελο, καθώς το ζώο συνέχιζε να τον τυλίγει στα πλοκάμια του. «Από τούμπανο σε τούμπανο με πηγαίνει κι αυτή... Σαν εσένα, που με στριμώχνεις στη γωνία δίχως καν να κοπιάζεις.
Ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του, η Νεφέλη κοίταξε τη γάτα με μια απροσδόκητη, σχεδόν τρυφερή αδυναμία που σπάνια άφηνε να φανεί πίσω από το ατρόμητο προσωπείο της.
«Εγώ απλώς γνωρίζω τι ζητάω και πώς να το κατακτήσω, Νικηφόρε,» του ψιθύρισε, περνώντας τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. 
« Ακριβώς όπως έκανα και με τούτο το μικρό αλήτικο. Παραλίγο να την αφήσω στις ρόδες μου, κι τώρα με έχει μετατρέψει σε έρμαιο των διαθέσεών της. Σαν εσένα κι εγώ... υποτάσσουμε τα θηράματα μας χαμογελώντας.»
Το γατί συνέχισε να καρφώνει τα μάτια του στον Νικηφόρο με μια πονηρή, συνενοχική σιγουριά, σαν να υπέγραφε το σύμφωνο του παιχνιδιού. Στο μεταξύ, η πνοή του φθινοπώρου δυνάμωσε, φέρνοντας στη βεράντα το έντονο, μεθυστικό άρωμα του βρεγμένου πεύκου και της αρμύρας.
Παρά το πρωινό, η Νεφέλη έδειχνε λες και είχε αναγεννηθεί. Η επιδερμίδα της ανάβλυζε φρεσκάδα, τα μάτια της φεγγοβολούσαν κι τα μάγουλά της είχαν το χρώμα του ώριμου φρούτου, σημαδεμένα από τους χθεσινοβραδυνούς οργασμούς που είχαν λειτουργήσει σαν το πιο ισχυρό, φυσικό ελιξήριο. Χωρίς ίχνος μακιγιάζ ή ψεύτικης συστολής, κουβαλούσε πάνω της όλη τη μέθη και την πληρότητα της ηδονής.
«Έχουν κίνηση διπλανά, Νεφέλη;,» της πέταξε με υπονοούμενο, κυλώντας την κούπα ανάμεσα στα δάχτυλά του.
«Ή μήπως σε ξύπνησε από τα χαράματα η ξαδέρφη σου;»
Εκείνη πλησίασε, ακούμπησε με σιγουριά τα χέρια στα κάγκελα και γύρισε το βλέμμα της κατά πάνω του. Τα μάτια της άναψαν εκείνη την επικίνδυνη, ανυπότακτη σπίθα, έτοιμη να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.
«Η Φαίδρα είναι απορροφημένη στα δικά της, και η Δανάη γυροφέρνει σαν αγριοκάτσικο ανάμεσα στα δέντρα, του ψιθύρισε εκείνη, γέρνοντας ολόκληρη πάνω του ώστε η ζεστασιά και το άρωμα του δέρματος της να αναμιχθούν με την ανάσα του.
«Εγώ, όμως, δεν σκοπεύω να σπαταλήσω ούτε στιγμή. Η μέρα ανοίγεται μπροστά μας, και τα ωραιότερα κεφάλαιά της είναι ακόμα ανέγγιχτα.»
Δίπλα τους, η γάτα τέντωσε νωχελικά τα πόδια της, σαν να συμμετείχε κι εκείνη σε αυτή τη σιωπηλή συνωμοσία που απειλούσε να τινάξει στον αέρα την ψεύτικη γαλήνη του Παγασητικού.
«Ήρθαν μόλις χθες το βράδυ, εξήγησε η Νεφέλη με μια αδιάφορη χάρη, με αφορμή το τριήμερο. Η Φαίδρα, η ξαδέρφη και γειτόνισσά μας, μαζί με τη μικρή τη Δανάη. Μάλιστα, πέρασε από εδώ αργά επειδή είδε φως, για να δώσει μια καλησπέρα... Μα, βλέπεις, εμείς βρισκόμασταν ήδη σε άλλο κόσμο. Σε εκείνο το παράλληλο σύμπαν όπου η σάρκα κυβερνούσε κι οι φωνές μας ξέφευγαν χωρίς έλεγχο. Επόμενο ήταν να ακούσει τα παθιασμένα, βρώμικα βογγητά μας. Κατάλαβε τα πάντα, φυσικά, κι απλώς επέλεξε να αποσυρθεί. Να τος λοιπόν ο κίνδυνος, εκεί που νιώθεις ασφαλής, κάποιος παραφυλάει πάντα για να σε πιάσει στα πράσα.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Animation of the Immortal Game (1851)

The Original Immortal Chess Game | Anderssen vs Kieseritzky 1851
Anderssen vs Kieseritzky 1851

..................
Και ... Ένας εντυπωσιακός σκακιστής: Rashid Gibiatovich Nezhmetdinov
Nezhmetdinov:...Nezhmetdinov VS Chernikov 
Nezhmetdinov VS Chernikov. Εντυπωσιακή θυσία βασίλισσας που έχει μείνει στην ιστορία του σκακιού. Μία παρτίδα διαμάντι από τον δυνατό και επιθετικό σκακιστή Nezhmetdinov. Πρώτα μαθαίνουμε λίγα πράγματα για το ποιος ήταν ο Nezhmetdinov και μετά βλέπουμε την παρτίδα με την εντυπωσιακή θυσία βασίλισσας!

Rashid Nezhmetdinov shows why they call him "No Reverse Gear Rashid"
Lev Polugaevsky vs Rashid Gibiatovich Nezhmetdinov 
"Nezhmet Kismet" Sochi 28th RSFSR ch (1958)
 Old Indian Defense: Ukrainian Variation
 (A54) 1. d4 Nf6 2. c4 d6 3. Nc3 e5 4. e4 ed4 5. Qd4 Nc6 6. Qd2 g6 7. b3 Bg7 8. Bb2 O-O 9. Bd3 Ng4 10. Nge2 Qh4 11. Ng3 Nge5 12. O-O f5 13. f3 Bh6 14. Qd1 f4 15. Nge2 g5 16. Nd5 g4 17. g3 fg3 18. hg3 Qh3 19. f4 Be6 20. Bc2 Rf7 21. Kf2 Qh2 22. Ke3 Bd5 23. cd5 Nb4 24. Rh1 Rf4 25. Rh2 Rf3 26. Kd4 Bg7 27. a4 c5 28. dc6 bc6 29. Bd3 Ned3 30. Kc4 d5 31. ed5 cd5 32. Kb5 Rb8 33. Ka5 Nc6 

.... I beat Nezhmetdinov a dozen times, but I would trade all my wins against him to win a game like this one..... Lev Polugaevsky.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

«Giati oi Kontoi Echoun Tis Kaliteres Gomenes?»

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγησή της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα , γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. «Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι.  Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
Αλήθεια, γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά;»
Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν.  
Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά. Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Άλκηστις χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Άλκηστις την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία IΙ: (Part.. 3)
.....

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Ena Vradi Me Augoustiatiko Fegari

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part: 3)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει. Άναψαν τα φώτα στις κολώνες του δημοτικού φωτισμού κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου που διέσχιζε το παραλιακό μέτωπο. Τα πρώτα αστέρια τίναζαν την ασημόσκονη τους στον λουλακί ουρανό, ενώ το νυχτολούλουδο στην αυλή τους άνοιγε τα μικρά του άνθη και άρχιζε να μεθά την ατμόσφαιρα με το άρωμά του. Οι σκιές των δέντρων μάκραιναν στον κήπο και έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στους κορμούς, καθώς η ώρα περνούσε και η νυχτερινή ζωή του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού άρχιζε να ξυπνά. Η απογευματινή ραστώνη έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη βραδινή κίνηση.
Περασμένες εννέα, ξεκίνησαν για τη μικρή, παραδοσιακή ψαροταβέρνα της περιοχής, που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και αποτελούσε πόλο έλξης τόσο για τους μόνιμους κατοίκους όσο και για τους λιγοστούς παραθεριστές.
Η Εριφύλη και η Άλκηστις είχαν φορέσει από ένα πανομοιότυπο μίντι πουκάμισο-φόρεμα, ίδιο σχέδιο αλλά διαφορετικό χρώμα. Ένα θηλυκό, αέρινο και δροσερό ρούχο, απλό και άνετο, που ταίριαζε απόλυτα στο καλοκαιρινό βράδυ και αναδείκνυε τη σιλουέτα τους.
Ήταν ντυμένες λες και, απόψε, είχαν αποφασίσει να προκαλέσουν τα βλέμματα όλης της ανδρικής παρέας της ταβέρνας.
Μόλις ο Νικηφόρος τις αντίκρισε, η καρδιά του σκίρτησε. Οι παλμοί του ανέβηκαν και το βλέμμα του στάθηκε πάνω τους για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τα μάτια του έλεγαν μια ολόκληρη ιστορία πριν προλάβουν τα χείλη του να πουν λέξη.
Ξεκλείδωσε αυθόρμητα το χαμόγελό του, σαν να ξαναβρήκε ξαφνικά την παιχνιδιάρικη διάθεση του αγοριού που έκρυβε μέσα του. Και τότε, εντελώς ασυναίσθητα, οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του.
«Απόψε, βλέπω πως αποφασίσατε να αναστατώσετε ολόκληρη την παραλία!»
Στην είσοδο της ταβέρνας. «Ωχ, Παναγία μου και Χριστέ μου! Τι μουνάρες!» Η αυθόρμητη αναφώνηση ξέφυγε από τα χείλη του Νικηφόρου πριν προλάβει να τη συγκρατήσει. Ο συνδυασμός της ξανθιάς με την κοκκινομάλλα, τόσο διαφορετικές και ταυτόχρονα τόσο αρμονικά ταιριαστές, είχε πλημμυρίσει το βλέμμα του με ερεθίσματα που δύσκολα μπορούσε να κρύψει.
Φυσικά, τον άκουσαν και οι δύο. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που άκουγαν μια τέτοια αυθόρμητη αντρική αντίδραση.
«Σ’ αρέσουμε, αγορίνα μου;» τον ρώτησε η Εριφύλη, όχι τόσο επειδή περίμενε τη γνώμη του, όσο επειδή ήθελε να ακούσει από τα χείλη του εκείνες τις μαγικές λέξεις που κάνουν μια γυναίκα να αισθάνεται λίγους πόντους ψηλότερη.
«Είστε και οι δύο υπέροχες, μωρό μου! Η εμφάνισή σας απόψε θα κάψει καρδιές στην ταβέρνα. Θα κάνετε τον αντρικό πληθυσμό να λιώνει σαν βούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί. Έχετε γοητεία και σεξαπίλ που τραβούν το βλέμμα σαν μαγνήτης. Είστε ακαταμάχητες!»
Σταμάτησε για μια στιγμή και τις κοίταξε με θαυμασμό. «Για να δω όμως κι εμένα τον 
κακομοίρη. Μόλις μπούμε στην ταβέρνα και με δουν να συνοδεύω δύο τέτοιες γυναίκες, θα πουν από μέσα τους. Καλώς τον κερατά!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Μη φορτώνεις έτσι, ρε μωρό μου. Όλες μας πιάνει πού και πού η διάθεση να ντυθούμε λίγο πιο… προκλητικά. Δεν σημαίνει κάτι. Μπορεί απλώς να θέλουμε να αρέσουμε ή, γιατί όχι, να σου δείξουμε ότι αρέσουμε, για να σε έχουμε κι εσένα λίγο στην τσίτα.»
Ο Νικηφόρος έσπευσε να τις υπερασπιστεί, σαν σωστός άντρας.
«Αν δεν τα βάλετε τώρα, πότε θα τα βάλετε;» Μέσα του βέβαια ήξερε πολύ καλά πως οι δυο τους γνώριζαν τη γοητεία τους. Αλλά άλλο να το ξέρουν κι άλλο να τους δώσει ο ίδιος την ευκαιρία να τον πειράξουν γι’ αυτό. Κι αν στην ταβέρνα φαινόταν λίγο… φλώρος, ας το κατάπινε.
Η Άλκηστις άρχισε να γελάει. «Αρέσουμε, αγορίνα μου, αρέσουμε! Πώς να το κάνουμε; Κι αν οι άντρες μας κοιτάζουν, εμείς τι φταίμε; Για πες μου, έχω άδικο;»
«Όχι, δεν έχεις άδικο», απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να κρατήσει σοβαρό ύφος.
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τόσο καλά γνώριζε.
«Έτσι πρέπει να είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, κούκλε μου. Να υπάρχει πάθος. Το πάθος 
είναι το καύσιμο που κρατά μια σχέση ζωντανή και κάνει την καθημερινότητα πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Όταν υπάρχει αυτή η ένταση και η χημεία, όλα τα υπόλοιπα έρχονται πολύ πιο φυσικά.» Τους  λέει η Άλκηστις.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό, προσποιούμενος τον απελπισμένο. «Άγιε μου Φανούρη, μεγάλη η χάρη σου! Τα κορίτσια μου άναψαν φωτιές και μου πήραν το μυαλό. Χάρισε μου, τουλάχιστον, χίλια μάτια για να τις θωρώ!»
Η Άλκηστις γέλασε δυνατά, ενώ η Εριφύλη τον έπιασε από το μπράτσο.
«Έλα, ποιητή μου. Πριν μας κάψεις όλους, πάμε να βρούμε τραπέζι!»
«Χαχαχα! Επική ατάκα! Φαίνεται πως το κλίμα σήμερα είναι πολύ ανεβασμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Ο Άγιος Φανούρης, αγορίνα μου, είναι γνωστός πως φανερώνει τα χαμένα αντικείμενα, αλλά βλέπω πως εσύ του ζητάς ειδική μεταχείριση για πιο απαιτητικές καταστάσεις! Με τέτοια διάθεση, η βραδιά μας προβλέπεται πολύ ενδιαφέρουσα.» Η Άλκηστις σιγόνταρε την Εριφύλη με χαμόγελο. Είχαν βρει εκείνον τον ιδιαίτερο κοινό κώδικα που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο γυναίκες όταν η μία στηρίζει αυθόρμητα την άλλη. Ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα πείραγμα αρκούν πολλές φορές για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και των δύο.
Για τον Νικηφόρο, αυτή η μικρή συμμαχία ήταν ταυτόχρονα απολαυστική και κάπως προκλητική. Έβλεπε την Εριφύλη του να αισθάνεται άνετη με τον εαυτό της, να ξέρει τι θέλει και να μην αφήνει 
τα βλέμματα των άλλων να επηρεάζουν τη διάθεσή της. Και τώρα είχε δίπλα της την Άλκηστις, που λειτουργούσε σαν φυσικός σύμμαχος στο παιχνίδι των πειραγμάτων. Του άρεσε να βλέπει αυτή την πλευρά της γυναίκας του. Ίσως μάλιστα η παρουσία της ξαδέλφης της να την έκανε ακόμη πιο τολμηρή στην έκφρασή της. Κι εκείνος, φυσικά, δεν έχανε την ευκαιρία να απολαύσει το παιχνίδι.
«Εντάξει, ρε Άλκηστις, το έπιασα το νόημα.»
«Χαίρομαι που βρήκαμε κοινό κώδικα επικοινωνίας!» απάντησε εκείνη γελώντας. «Το σημαντικό είναι να υπάρχει κατανόηση, για να μπορούμε να τα λέμε χαλαρά και χωρίς παρεξηγήσεις.»
«Εννοείται! Αυτό είναι το καλύτερο. Όταν η κουβέντα ρέει ελεύθερα, χωρίς φίλτρα και χωρίς να ψάχνουμε κρυφά νοήματα στα λόγια του άλλου, όλα γίνονται πιο ενδιαφέροντα και πιο ανθρώπινα.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε προς την ταβέρνα και έπειτα ξανά τις δύο γυναίκες. «Έχεις όρεξη για ωραία κουβέντα απόψε. Για πες, λοιπόν… καμιά συμβουλή για τα πικρόχολα σχόλια που μπορεί να ακούσω; Γιατί κάτι μου λέει πως, έτσι όπως πάμε, θα χρειαστώ και λίγη ψυχολογική υποστήριξη μέχρι να φτάσουμε στο τραπέζι!»
«Χαλάρωσε και μη μασάς, ρε χαζέ! Όρεξη έχω πάντα για ωραία κουβέντα, και το θέμα με τα σχόλια είναι μεγάλη πίστα! Όλοι τα ακούμε, από φίλους, γνωστούς ή και αγνώστους, και η διαχείριση τους είναι ολόκληρη τέχνη.Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, που δεν κάνουν φασαρία! Όταν ακούς κάτι ειρωνικό ή κακεντρεχές, η καλύτερη απάντηση είναι συχνά η ψυχραιμία. Μην τους δίνεις την ικανοποίηση να σε δουν να τσιμπάς. Απόλαυσε τη γυναικάρα σου, αγορίνα μου, να φοράει ό,τι θέλει. Είναι δικαίωμά της, μέσα βέβαια στα όρια του ανεκτού. Άμα δεν συμφωνούσες, δεν θα έμπλεκες 
με μια γυναίκα που ντύνεται έτσι. Δεν το ανακάλυψες τώρα, υποθέτω! Μακάρι όλοι οι άντρες να είχαν το πρόβλημά σου! Οι εννιά στους δέκα θα σε ζηλεύουν μόλις σας δουν μαζί. Παίξ’ το θυμωμένος και φορτωμένος, εσύ βέβαια, για να μην παίρνει και πολλά θάρρητα η ξαδέρφη. Κατά βάθος, όμως, να χαίρεσαι αυτό που έχεις. Τόσα χρόνια είστε μαζί! Εντάξει, τη φάση «μπιμπιμπό» κάποια στιγμή θα την ξεπεράσει. Γι’ αυτό μην σκας. Άσε που μπορεί να το έχεις συνηθίσει κι εσύ και να έχει πάψει πια να σε ενοχλεί τόσο! Αχ, σας ζηλεύω σαν ζευγάρι… Άντε και στα δικά μου!» συμπλήρωσε η Άλκηστις γελώντας.
«Ναι, ρε ξαδέρφη, καταλαβαίνω τι λες. Σωστή η τοποθέτησή σου! Η ελευθερία στην επιλογή και ο αλληλοσεβασμός είναι τα θεμέλια για να λειτουργεί μια σχέση χωρίς καταπίεση. Συμφωνώ απόλυτα. Από την άλλη, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ρομπότ. Έχω κι εγώ τα ένστικτά μου και θεωρώ φυσιολογικό κάτι τέτοιο να με ενοχλεί κάπου, έστω και επιδερμικά, και να με βάζει σε σκέψεις. Ο κόσμος, βλέπεις, είναι… κουτσομπόλης.»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της και χαμογέλασε. «Ξέρεις ένα αρχαίο ρητό που λέει: Σε όλα υπάρχει νόμος, στο μάτι όχι όμως! Κάτι θα ήξεραν όσοι το είπαν.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. Η κουβέντα τους είχε αποκτήσει εκείνη την άνετη, παιχνιδιάρικη οικειότητα που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν την ώρα. Κι όμως, η ταβέρνα τούς περίμενε.
Επειδή ήταν μεσοβδόμαδα, οι πελάτες ήταν λιγοστοί. Σε ένα από τα τραπέζια, ωστόσο, ξεχώριζε μια παρέα τριών νεαρών στρατιωτών. Από την εμφάνιση τους έμοιαζε να είχαν έρθει από κάποιο μακρινό στρατόπεδο, αφού στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε στρατιωτική μονάδα.
Οι τρεις νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, γελούσαν πού και που και έδειχναν να απολαμβάνουν την έξοδό τους. Η άφιξη της Εριφύλης και της Άλκηστης, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Νικηφόρος το αντιλήφθηκε αμέσως.
Και η Άλκηστις, όπως φάνηκε από το χαμόγελό της, μάλλον το είχε αντιληφθεί κι εκείνη.
Οι κυρίες ήταν πραγματικά καταπληκτικές. Κομψότητα, πρόκληση και αισθησιασμός συνυπήρχαν πάνω τους με έναν τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Οι ματιές των περαστικών, αλλά και των θαμώνων της ταβέρνας, έπεφταν πάνω τους σχεδόν αυθόρμητα.
Ξαφνικά, από το τραπέζι των στρατιωτών ακούστηκαν κάποιες αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού για τα δύο υπέροχα θηλυκά. Τα ανάλαφρα φουστανάκια τους ήταν αρκετά τολμηρά, αφήνοντας ακάλυπτους τους καλλίγραμμους μηρούς και, με κάθε τους βήμα, αφήνοντας να φανεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ίσως θα επέτρεπε η συνηθισμένη διακριτικότητα.
Οι δυο γυναίκες έδειχναν αδιάφορες στις εκδηλώσεις θαυμασμού, ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να 
φαίνονται. Κατηφόριζαν προς το τραπέζι τους, συνεχίζοντας αμέριμνες την κουβέντα τους, ενώ οι τρεις στρατιώτες είχαν πια στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή τους πάνω τους, απολαμβάνοντας και την πίσω θέα καθώς απομακρύνονταν.
Ο Νικηφόρος τις ακολουθούσε από πολύ κοντά. Όταν έφτασε στο ύψος τους και αντιλήφθηκε τα βλέμματα των στρατιωτών, άκουσε έναν από αυτούς να αναφωνεί, «εις επήκοον όλων», δείχνοντας τις δύο γυναίκες:
« Ορίστε, κύριοι! Αυτοί είναι κώλοι! Βολιώτικοι, εκατό χρόνια μπροστά!» Η ατάκα έσκασε σαν πυροτέχνημα μέσα στην ησυχία της βραδιάς.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο κυριολεκτικά πάνω στο κύμα, με θέα μοναδική στον όμορφο κόλπο. Το φεγγάρι αναδύθηκε από τη θάλασσα, μισό ακόμη στον ορίζοντα, σαν ένα τεράστιο πορτοκάλι παράξενα φωτισμένο, που έμοιαζε με πλεούμενο να έρχεται από μακριά.
Η ζέστη τύλιγε τα σώματα τους και οι δυο γυναίκες, παραδομένες στη μαγεία της πανσελήνου, απομακρύνθηκαν από την ταβέρνα και προχώρησαν προς την αμμουδιά. Έβγαλαν τα σανδάλια τους και, ξυπόλυτες, μπήκαν στο ρηχό νερό, περπατώντας πάνω στον ασημένιο θαλασσινό διάδρομο που 
σχημάτιζε το φεγγαρόφωτο. Πλατσούριζαν με τα πόδια τους, γελώντας, πειράζοντας η μία την άλλη και πιτσιλώντας η μία την άλλη με το νερό.
Τα σώματα τους ανατρίχιασαν από τη δροσιά, ενώ το φως του φεγγαριού γλιστρούσε πάνω στις 
σιλουέτες τους και έπαιζε με το ανάλαφρο ύφασμα των φορεμάτων τους.
Λίγο πιο πέρα, πάνω στα βράχια της ακτής, δυο παιδιά κυνηγούσαν τα καβούρια που έκαναν τον μεθυσμένο περίπατό τους πάνω στην υγρή άμμο. Από το βάθος, στο έμπα του κόλπου, ακούστηκε ένα τραγούδι. Στην άκρη της ακρογιαλιάς διακρίνονταν αμυδρά οι σιλουέτες μιας μικρής παρέας, λουσμένες στο νυχτερινό φως. Η χορωδία ακολουθούσε τη φωνή του πρώτου τραγουδιστή, ενώ η βαρκαρόλα απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα και έφτανε ως την ακτή.
Στο ύψωμα, τα γέρικα ελαιόδεντρα άρχισαν πρώτα να τρέμουν ελαφρά κι ύστερα να κυματίζουν, καθώς η θαλάσσια αύρα χάιδευε τα φύλλα και τους τραχείς κορμούς τους. Ο δίσκος του φεγγαριού φώτιζε τους λόφους και τη θάλασσα, ενώ το τραγούδι συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα.
«Λέω να βγάλουμε τα φουστάνια και να μπούμε στο νερό,»
 είπε η Άλκηστις.
«Ανάθεμά σε, Άλκηστις!» χαμογέλασε πονηρά η Εριφύλη.
Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμήχανα. Ένα ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα τους, αυτή τη φορά όχι μόνο από τη δροσιά του νερού. Ύστερα, σχεδόν ταυτόχρονα, στράφηκαν προς την ταβέρνα.
Και τότε το είδαν. Ο Νικηφόρος τις αναζητούσε.
Το μενού περιελάμβανε μικρές, τραγανές και πεντανόστιμες κουτσομουρίτσες, που τρώγονταν σαν πασατέμπο, γαρίδες ψητές στα κάρβουνα, περασμένες σε καλαμάκια, με άρωμα σκόρδου και εσπεριδοειδών, καλαμάρια στα κάρβουνα , ο τέλειος μεζές για τσίπουρο, και μια δροσερή πατατοσαλάτα με μπόλικο μαϊντανό, ιδανική για να συνοδεύσει τα ποτηράκια τους.
Η κυρά της ταβέρνας, γνωρίζοντας καλά την αδυναμία του Νικηφόρου, του επιφύλασσε πάντα και μια μικρή ευχάριστη έκπληξη, μια μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα, που έφτανε στο τραπέζι ως κέρασμα στο τέλος.
Ο Νικηφόρος ένιωθε αυτή την 
ταβέρνα σαν δεύτερο σπίτι του. Ερχόταν συχνά, άλλοτε με την παρέα του κι άλλοτε με την οικογένεια του, και κάθε φορά απολάμβανε την απλότητα του χώρου, το καλό φαγητό και εκείνη τη γνώριμη, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα που τον έκανε να αισθάνεται οικεία.
Όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο φανερό πως τα φανταράκια δυσκολεύονταν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τις δύο γυναίκες. Κι εκείνες, με τις τολμηρές στιλιστικές επιλογές τους, δεν άφηναν 
και πολλά στη φαντασία. Μετά από δυο-τρία ποτηράκια τσίπουρο, η ευθυμία μεγάλωσε, το κέφι ξεχείλισε και οι δυο  τους χαλάρωσαν ακόμη περισσότερο. Γελούσαν, πείραζαν η μία την άλλη και έδειχναν να απολαμβάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη τα βλέμματα που συγκέντρωναν.
Ήταν νέες, όμορφες και ξέγνοιαστες. Για εκείνο το βράδυ τουλάχιστον, έμοιαζε να έχουν αφήσει στην άκρη σκοτούρες, υποχρεώσεις και κάθε είδους έγνοια. Είχαν μόνο τη θάλασσα, το καλοκαίρι, το 
τσίπουρο, το γέλιο και την αίσθηση πως μπορούσαν να χαρούν τη στιγμή όπως ακριβώς ήθελαν.
Και ο Νικηφόρος το διασκέδαζε. Χάρηκε ιδιαίτερα βλέποντας τις δυο γυναίκες τόσο ανέμελες, να απολαμβάνουν τις διακοπές τους και να αφήνονται στο κλίμα της βραδιάς. Τις κοίταξε για λίγο, χαμογέλασε αμυδρά και πονηρά και είπε. «Μπράβο, ρε κορίτσια! Είμαι χαρούμενος που το απολαμβάνετε! Αλλά, ρε κορίτσια… σεμνάαα!»
«Το απολαμβάνουμε όσο δεν φαντάζεσαι! απάντησε η Άλκηστις, δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα τα χείλη της. Γιατί σεμνά; Γιατί, καλέ; Μα τι κάναμε;»
«Ρε κορίτσια! Τι κάνατε; Ή μάλλον… τώρα που καθίσατε, θα έχετε και πολλά να αποκαλύψετε! Άτακτα κορίτσια, με τα καυτά φορεματάκια που φορέσατε! Με μια κίνηση παραπάνω και αφήνετε τα φανταράκια να κάνουν ολόκληρη τη βραδινή τους… περιήγηση!
Οι δυο γυναίκες γέλασαν. « Και τι το κακό κάνουμε; είπε η Εριφύλη. Τους αφήνουμε να απολαύσουν λίγο τις ομορφιές της φύσης! ]
«Αυτό που κάνετε είναι να τους δημιουργείτε προσδοκίες που μάλλον δεν πρόκειται να εκπληρωθούν! απάντησε εκείνος γελώντας. Είναι ολοφάνερο ότι σας τρώνε με τα μάτια. Έτσι όπως είστε ντυμένες, τους έχετε πάρει τα μυαλά! Τα μάτια τους βγάζετε κάθε φορά που σας βλέπουν!
Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προς το τραπέζι των στρατιωτών και συμπλήρωσε με πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο… μια χαρά ομορφόπαιδα είναι και τα φανταράκια!
«Και της το έλεγα της ξαδέρφης μου: «Εριφύλη, έξω βγαίνουμε, σε ταβέρνα πάμε! Οι σικ κυρίες, όταν θέλουν να αισθάνονται περισσότερο θηλυκές και σέξι, δεν φοράνε εσώρουχα. Αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες. Δεν τις νοιάζει πώς θα καθίσουν ή πώς θα σηκωθούν, γιατί απλώς δεν τις απασχολεί αν κάποιος κοιτάζει ή όχι».
«Διαβολοκόριτσα είστε! Αυτό που λένε… πέτρα του σκανδάλου! Θα τους τρελάνετε! Δεν σας έμαθαν ότι μόνο στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες, ενώ οι γυναίκες, όταν τις εκφράζουν ανοιχτά, μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές;»
«Ε, ναι! Και εμείς αυτό είμαστε! Καυλιάρες, λάγνες και αμαρτωλές από πάνω μέχρι κάτω!» είπε 
ναζιάρικα η Άλκηστις, ζαρώνοντας παιχνιδιάρικα τη μυτούλα της και σουφρώνοντας τα χείλη της.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο, χαμογελώντας, και κούνησε το κεφάλι. «Πάντως, ξαδερφούλα μου, μου δημιούργησες μια μικρή αμφιθυμία. Από τη μία είσαι ωραία και σε πάω, γιατί δεν μασάς πουθενά. Από την άλλη, αναρωτιέμαι πόσο σωστό είναι αυτό το free spirit που δείχνεις στο ντύσιμο και γενικότερα στη συμπεριφορά σου.»
«Τι εννοείς, ξαδέρφη; Τι ακριβώς ρωτάς; »απόρησε η Άλκηστις.
«Να… την ιστορία με τις κιλότες! Δεν τα δείχνεις εύκολα αυτά σε ξένους ανθρώπους. Αλλά και όλο 
το στυλ σου απόψε, ρε παιδί μου… βγάζει μια πονηριά, μια αταξία. Σαν να σου αρέσει να προκαλείς, ιδιαίτερα όταν είσαι με ανθρώπους που νιώθεις δικούς σου.»
Η Άλκηστις σήκωσε τους ώμους. «Εξαρτάται από την παρέα! Μα, αν δεν αισθάνομαι άνετα μαζί σας, τότε με ποιους θα αισθανθώ; Στο κάτω κάτω, μου αρέσει να καταλαβαίνω ότι είμαι ποθητή. Ακόμη κι από τους «ξένους». Και δεν αισθάνομαι τύψεις επειδή θέλω να δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό.»
Το είπε με ένα πονηρό χαμόγελο, ρίχνοντας για μια στιγμή το βλέμμα της στον Νικηφόρο. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα, χωρίς να πει τίποτα. Η Άλκηστις κράτησε για λίγο ακόμη το χαμόγελό της, σαν να είχε μόλις αφήσει στον αέρα μια φράση που μπορούσε να σημαίνει περισσότερα απ’ όσα είχαν ακουστεί.
«Έχει τα δίκια της η ερωτιάρα ξαδερφούλα μας. Και, όπως λέει κι ο σοφός λαός, οι σωστοί άντρες υποκλίνονται εις του μουνιού τη χάρη», τόνισε ο Νικηφόρος.
Το κλίμα είχε αρχίσει να πυροδοτεί μέσα του μια διάθεση να πει περισσότερα. Έπιανε τον εαυτό του να παρασύρεται από την ατμόσφαιρα, από τα πειράγματα και από τη γυναικεία παρουσία γύρω του. 
Παρ’ όλα αυτά, πρόσεχε κάθε του λέξη. Δεν ήθελε ούτε στιγμή να παρεξηγηθεί ούτε να δώσει στην Εριφύλη την εντύπωση ενός επιπόλαιου λιγούρη. Άλλωστε, για εκείνον, μια σωστή σχέση στηριζόταν, πάνω απ’ όλα, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στον σεβασμό.
Απόψε, όμως, με τις δυο γυναίκες δίπλα του, είχε πάθει την πλάκα του. Είχε φάει φλας με την πάρτη τους.Κι εκείνες, από την πλευρά τους, έδειχναν να απολαμβάνουν το παιχνίδι.
Το κλίμα ήταν απολαυστικά χαλαρό. Στο βάθος του υπαίθριου χώρου της ταβέρνας, κάτω από τη μεγάλη πέργκολα, καθόταν μια πολυπληθής παρέα από γνωστούς και φίλους του Νικηφόρου. Αφού τους χαιρέτησε από μακριά και ζήτησε την άδειά τους, ετοιμάστηκε να σηκωθεί από το τραπέζι, αφήνοντας τις δύο γυναίκες να συνεχίσουν την ανεμελιά και την κουβέντα τους.
 Μόλις όμως πήγε να σηκωθεί, η Εριφύλη τον έπιασε από το χέρι. Τον τράβηξε απαλά να σκύψει κοντά της και του ψιθύρισε στο αυτί, με φωνή που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας:
«Μην αργήσεις! Να ξέρεις ότι σε περιμένει ένα κολασμένο βράδυ ερωτικής απόλαυσης. Και ελπίζω να έχεις αντοχές. Σε θέλω ταύρο απόψε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με έκπληξη και χαμόγελο. «Για μένα το λες αυτό;»
«Εσύ τι λες; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω μας;»
«Δεν ξέρω… Μπορεί να σας γυάλισε καμιά διαθέσιμη πούτσα στον περίγυρο και να ερεθιστήκατε.
Η Εριφύλη δεν έχασε ευκαιρία. «Πούτσες θέλεις να πεις». Και άμεσα διαθέσιμες μάλιστα. Με ένα διακριτικό νεύμα, του έδειξε προς την κατεύθυνση των νεαρών στρατιωτών. Ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση.
Ο Νικηφόρος κάθισε για λίγο ακόμη δίπλα της. Εκείνη τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να τον καμάρωνε. «Τι κούκλος που είσαι, ρε μωράκι μου!» του ψιθύρισε αισθησιακά.
Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Για μια στιγμή ξέχασε εντελώς την παρέα που τον περίμενε κάτω από την πέργκολα.
Τα χείλη της είχαν αφήσει στο μάγουλό του ένα καλοσχηματισμένο κόκκινο σημάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει εκεί, σαν μικρό τρόπαιο, σαν να ήθελε να επιδεικνύει το δικό της «κατόρθωμα». Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη και, με μια διακριτική κίνηση του χεριού της, το έσβησε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η αντίδρασή του, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εριφύλη. Εκείνη κατάλαβε αμέσως την επίδραση που είχε πάνω του και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Έσκυψε λίγο πιο κοντά του, κάτω από το 
τραπέζι, και τον πείραξε διακριτικά. Τα μάτια της έλαμψαν από ικανοποίηση, καθώς συνάντησαν τα δικά του.
« Μωράκι μου εσύ!» του ψιθύρισε.
Ο Νικηφόρος αναστέναξε χαμογελώντας. «Εεε! Κάτσε φρόνιμα! Περίμενε να πάμε σπίτι… Μας βλέπει ο κόσμος!»
«Ε, άντε, ρε μανάρι μου! Πήγαινε στους φίλους σου, αφού θέλεις. Και μην αργήσεις. Πού τους έχεις δει;»
«Εδώ, στο βάθος της αλέας είναι, μωρούλι μου. Πηγαίνω και επιστρέφω σύντομα!»της είπε χαμογελαστά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και, καθώς απομακρυνόταν, άφησε πίσω του για λίγα δευτερόλεπτα μια παράξενη σιωπή.
Η Εριφύλη τον παρακολούθησε να φεύγει και χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Μμμμ… έτσι, μωρό μου. Έτσι, καυλιάρη μου. Μην αργήσεις, μωρό μου!»
Ο Νικηφόρος γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι προς το μέρος της. «Πουτανίτσα μου… αυτά μου κάνεις και με αναστατώνεις περισσότερο!»
Εκείνη του έστειλε ένα τελευταίο πονηρό χαμόγελο, πριν στραφεί πάλι προς την Άλκηστη.
«Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτα, μωρό μου!» του τόνισε ναζιάρικα και του έκλεισε το μάτι.
«Και πού να ήξερες τι σε περιμένει…» μονολόγησε μέσα της, καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται. Η ερωτική βραδιά τους, ένιωθε, μόλις είχε αρχίσει.
Η Εριφύλη διαισθανόταν πως ο Νικηφόρος είχε ήδη παρασυρθεί από το παιχνίδι που είχαν στήσει μεταξύ τους. Τον γνώριζε καλά· ήξερε πότε το πείραγμα της τον αναστάτωνε και πότε η επιθυμία του γινόταν δύσκολο να κρυφτεί.
Χαμογέλασε μόνη της. «Πού να ξέρεις, καυλιάρη μου, τι σου ετοιμάζω απόψε…»
Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, έπιανε τον εαυτό της να αφήνει τη φαντασία της να ταξιδεύει σε πιο τολμηρά σενάρια. Κάποιες φορές, σε αυτές τις φαντασιώσεις, υπήρχε και η Άλκηστις. Απόψε, όμως, η σκέψη είχε αποκτήσει μια παράξενη ζωντάνια. Η ιδέα την αναστάτωνε και την ίδια. Όχι μόνο επειδή γνώριζε τη γοητεία της ξαδέρφης της, αλλά επειδή είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως η έλξη δεν ήταν μονόπλευρη. Τα βλέμματα, τα πειράγματα, εκείνες οι μικρές στιγμές σιωπής ανάμεσα στην Άλκηστη και τον Νικηφόρο… όλα έμοιαζαν να δημιουργούν ένα παιχνίδι που κανείς τους δεν είχε ακόμη τολμήσει να ονομάσει.
Και η ίδια; Η ίδια είχε αποφασίσει απόψε να μην το αφήσει απλώς στη φαντασία. Η σκέψη ενός ερωτικού παιχνιδιού και με τους τρεις τους τής φαινόταν ταυτόχρονα τολμηρή, επικίνδυνη και συναρπαστική. Ήξερε, βέβαια, πως άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα. Στη φαντασία 
όλα είναι εύκολα· στην πραγματική ζωή υπάρχουν βλέμματα, ζήλια, ανασφάλειες και συναισθήματα που δεν υπακούν πάντα στη λογική.
Όμως απόψε δεν ήθελε να σκέφτεται τόσο μακριά. Ήθελε να παίξει με τη φωτιά. «Άντε, τυχερέ μου…» σκέφτηκε χαμογελώντας. «Απόψε μπορεί να ανακαλύψεις πως η ζωή έχει μερικές εκπλήξεις που ούτε στα πιο τολμηρά σου όνειρα δεν θα περίμενες.»
Και με τη σκέψη αυτή, η Εριφύλη ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού να την κατακλύζει. Η νύχτα ήταν 
ακόμη νέα και η θάλασσα απέναντί της λαμπύριζε κάτω από το φεγγάρι. Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.
Την ίδια ώρα, στο τραπέζι των φαντάρων, το κουτσομπολιό για τις δύο γυναίκες και το τολμηρό τους στυλ είχε πάρει φωτιά. Τα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει όλο το βράδυ, οι κινήσεις τους και η άνεση με την οποία απολάμβαναν την παρέα τους είχαν γίνει αντικείμενο ασταμάτητων σχολίων.
«Μαλάκες, μόνο που τις σκέφτομαι και μου γυρίζει το μυαλό!» είπε ο πρώτος φαντάρος, παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του.
«Συγκρατήσου, ρε αγορίνα μου, και ήρεμα!» Οι κυρίες συνοδεύονται, προσπάθησε να τον προσγειώσει ο πιο νηφάλιος της παρέας.
«Ναι, ρε φίλε, αλλά δεν φταίω εγώ! Αφού αυτές από κάποια στιγμή και μετά χαλάρωσαν τελείως. Και εσύ τα έβλεπες!»
«Ε, ναι… είπε ο τρίτος. Μάλλον το απολαμβάνουν κιόλας. Και ο άλλος εκεί, χαμπάρι δεν παίρνει!»
«Ποιος; Ο δικός τους;» ρώτησε ο δεύτερος.
«Αυτός! Όλη την ώρα τις πειράζει και χαϊδολογιέται μαζί τους. Τις βλέπει να γελάνε, να τον κοιτάζουν και να του κάνουν παιχνίδια, κι εκείνος σαν να βρίσκεται στον κόσμο του!»
Ο πρώτος κούνησε το κεφάλι. «Εγώ πάντως πολύ θα ήθελα να ξέρω τι παίζει μεταξύ τους. Γιατί δεν μου φαίνεται απλώς ότι είναι παρέα.»
«Κι εγώ αυτό σκέφτομαι,» είπε ο τρίτος.  «Ειδικά η μικρότερη… την έχει φάει με τα μάτια της όλο το βράδυ.»
«Λες να είναι γκόμενος της μεγαλύτερης και η πιτσιρίκα να του την πέφτει;»
«Ποιος ξέρει; Αλλά κάτι υπάρχει εκεί. Δεν είδες πώς τον κοιτάζει;»
Ο πρώτος γέλασε πονηρά. « Εγώ πάντως, αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα διάλεγα τη μεγαλύτερη. Αυτή είναι θάνατος! Η μικρή ωραία είναι, αλλά η άλλη έχει κάτι… κάτι που σε κάνει να λες πως θα σε λιώσει.»
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια.
Ο πιο ψύχραιμος σήκωσε το ποτήρι του και τους κοίταξε με νόημα. « Ρε σεις, αφήστε τα σενάρια και πιείτε το τσίπουρο σας. Σε λίγο θα τους έχετε φτιάξει ολόκληρη ιστορία και στο τέλος θα αποδειχθεί ότι είναι απλώς ένα ζευγάρι που κάνει διακοπές!
«Ε, τότε ακόμα χειρότερα!» απάντησε ο πρώτος γελώντας. Και το κουτσομπολιό συνεχίστηκε, με τις υποθέσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ από το άλλο τραπέζι οι δύο γυναίκες δεν είχαν ιδέα για το μικρό «συμβούλιο» που είχε στηθεί εις βάρος τους.
Φεύγοντας από το τραπέζι τους, ο Νικηφόρος συνέχιζε να αναλογίζεται εκείνο το παράξενο μήνυμα που είχε αρχίσει να αιωρείται από νωρίς στη βραδιά:
«Απόψε σε θέλουμε.» Χαμογέλασε μόνος του και κούνησε το κεφάλι.
«Ανάθεμά το το μουνί, τόσα κακά που σέρνει! Το έβαλαν σκοπό η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της να παίξουν απόψε με τις αντοχές μου;»
Ένιωθε πως η βραδιά είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Και οι δυο γυναίκες είχαν έναν τρόπο να τον αναστατώνουν, καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της ενέργεια.
«Είναι όμως κι οι δυο τους από εκείνες τις γυναίκες που δεν τις αντιμετωπίζεις χαλαρά», σκέφτηκε. «Ή θα μπεις στο παιχνίδι τους με όλη σου την ψυχή ή καλύτερα κάνε πως δεν κατάλαβες τίποτα!»
Χαμογέλασε ξανά.«Απόψε… θα γίνει της κόλασης!»
Μένοντας οι δυο κοπέλες μόνες στο τραπέζι, η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο προσωπική, σχεδόν εξομολογητική. Το τσίπουρο, με τη ζεστασιά του, λειτουργούσε σαν καταλύτης, χαλάρωνε τις τυπικότητες και κατέβαζε τις άμυνες που, πολλές φορές, υψώνει κανείς ασυναίσθητα στην καθημερινότητα. Οι λέξεις άρχισαν να ρέουν πιο αβίαστα, με εκείνη την ειλικρίνεια που μόνο μια βαθιά και δοκιμασμένη οικειότητα μπορεί να αντέξει....

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 3)
.....
 
Web Informer Button