Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).......Ο Αλκιβιάδης μένει μόνος με τις σκέψεις του, ενώ η Ανδρομάχη αναπνέει βαριά και ήρεμα στον ύπνο της. Η νύχτα που ξεκίνησε με ειρωνεία και αμφισβήτηση, κλείνει με μια παράδοξη ηρεμία. Τώρα που η «θύελλα» κόπασε και η Ανδρομάχη έχει παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, ο Αλκιβιάδης αναρωτιέται αν τελικά αυτή η «νίκη» του ήταν απλώς μια ακόμα πράξη σε ένα έργο του οποίου το σενάριο δεν του ανήκει πια;
Λένε πως ο άντρας σκέφτεται καθημερινά το σεξ, αλλά κάπου διάβασε μελέτες, ότι μπορεί οι άνδρες να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις «βρώμικες» σκέψεις, ωστόσο στην περίπτωση των σεξουαλικών φαντασιώσεων όπως φαίνεται τα πρωτεία κατέχουν οι γυναίκες, σύμφωνα με αυτές οι γυναίκες φαντασιώνονται σεξουαλικά σενάρια πιο συχνά από ότι οι άνδρες. Μέχρι τώρα, έβλεπε τον εαυτό του ως τον «σκηνοθέτη» και την Ανδρομάχη ως το «αντικείμενο» ή τη «συμμέτοχο», τώρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι η Ανδρομάχη ίσως ήταν πάντα η αρχιτέκτονας του λαβυρίνθου, ενώ εκείνος πίστευε ότι κρατούσε τον μίτο.
Η παραδοχή του ότι οι γυναίκες μπορεί να κατέχουν τα «πρωτεία» στις φαντασιώσεις, του ανατρέπει την παραδοσιακή ανδρική ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Ο Αλκιβιάδης συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος των φαντασιώσεων της Ανδρομάχης είναι ένας χώρος όπου εκείνος δεν έχει πρόσβαση, εκτός αν εκείνη του το επιτρέψει. Αν η Ανδρομάχη αφιερώνει όντως περισσότερο χρόνο σε αυτά τα «βρώμικα» σενάρια, τότε ο «ρασοφόρος» μπορεί να είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Αυτό το «κλειδί» που ανακαλύπτει, του προκαλεί δέος. Αν η γυναίκα του έχει μια φαντασιακή ζωή τόσο πλούσια και ίσως πιο έντονη από τη δική του, τότε η «πανδαισία» που έζησαν δεν ήταν μια δική του νίκη, αλλά μια παραχώρηση. Του επέτρεψε να μπει στο δικό της «θέατρο».
Αυτή η μελέτη που διάβασε τον οδηγεί στην πιο επώδυνη σκέψη, τι άλλο φαντασιώνεται η Ανδρομάχη, για το οποίο εκείνος δεν έχει ιδέα; Η σκέψη ότι εκείνη ίσως φαντασιώνεται σενάρια όπου ο ίδιος ο Αλκιβιάδης είναι απλώς ένας κομπάρσος, ή όπου εκείνη είναι το απόλυτο υποκείμενο που δεν υποτάσσεται σε κανέναν, τον κάνει να νιώθει εκτεθειμένος.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η συνείδησή του, «η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι η απιστία. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η Ανδρομάχη είναι ένας ξένος κόσμος. Όσο εσύ προσπαθούσες να την «ξεκλειδώσεις», εκείνη ίσως σε άφηνε να νομίζεις ότι έχεις το κλειδί, ενώ στην πραγματικότητα εκείνη κρατούσε τον χάρτη όλης της διαδρομής.»
Ο Αλκιβιάδης δεν κοιτάζει πλέον την Ανδρομάχη του για να δει τι κάνει, αλλά για να διαπιστώσει αν η πραγματικότητα συμβαδίζει με το σενάριο που μόλις ολοκλήρωσε στο μυαλό του. Έχει φτάσει στο σημείο να μην διαχωρίζει πια το «τι θα ήθελε εκείνη» από το «τι θα ήθελε εκείνος να συμβεί».
Οι φαντασιώσεις του ξεκινούν από την εποχή που ο ιερέας ήρθε για πρώτη φορά στην ενορία τους. Ήταν ένας άνδρας κοντά στα τριάντα πέντε του χρόνια περίπου. Του Αλκιβιάδη δεν του είναι εύκολο να περιγράψει τη γοητεία που ακτινοβολούσε. Θα σου έλεγε απλά πως ήταν διαφορετικός και μοναδικός άνθρωπος. Ψηλός, ευθυτενής, ξανθοκόκκινα μαλλιά, με μία γοητεία στα μπλε σκούρα μάτια που τρέλαινε το γυναικείο φύλο, και βαθιά φωνή, «ο γοητευτικός Βίκινγκ» τον αποκαλούσε η σύντροφος του. Πάντα ντυμένος κομψά, είχε αυτοπεποίθηση.
Χαρισματικός τους μάγεψε όλους στη μικρή ενορία τους, απλά και μόνο η αύρα που ακτινοβολούσε και η αναμφισβήτητη γοητεία του προκαλούσε τα βλέμματα πάνω του. Γεμάτος νέες ιδέες, ξεχωριστός θεολόγος, ακαταπόνητος ξομολόγος, πόλος έλξης των πιστών ενοριτών. Ο Αλκιβιάδης δεν έβλεπε έναν απλό παπά, έβλεπε ένα αρχέτυπο, μια επιβλητική φιγούρα που ακτινοβολούσε μια «απαγορευμένη» αρρενωπότητα. Είναι ο «ξένος» που εισβάλλει σε έναν κλειστό κόσμο και τον αναστατώνει. Ο Αλκιβιάδης δεν περιγράφει τον ιερέα όπως θα τον περιέγραφε ένας άντρας σε έναν άλλον άντρα. Τον περιγράφει όπως τον βλέπει η Ανδρομάχη.
Ο ιερέας ήταν από μεγάλο-αστική οικογένεια, με σλαβική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του και με ιδιαιτέρους δεσμούς με το πατριαρχείο. Με εξαιρετικές θεολογικές σπουδές, ήξερε να συνδυάζει την ιεροσύνη με την ομορφιά της ζωής. Μιλούσε τρεις τέσσερις γλώσσες, οι πληροφορίες του πίστωναν ότι είχε εγκαταλείψει στο παρελθόν την νομική επιστήμη για άγνωστους προσωπικούς λόγους. Ο Αλκιβιάδης, χτίζοντας το πορτρέτο του ιερέα, προσθέτει τα τελευταία κομμάτια στο παζλ που δικαιολογούν, στα δικά του μάτια, την ακαταμάχητη έλξη που ασκεί ο «Βίκινγκ» στην Ανδρομάχη. Δεν πρόκειται για έναν τυχαίο επαρχιακό ιερέα· πρόκειται για έναν κοσμοπολίτη της πίστης και της σάρκας.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «δεν δημιούργησες έναν απλό εχθρό. Δημιούργησες έναν ημίθεο. Πώς να νικήσεις έναν άντρα που μιλάει τέσσερις γλώσσες, κατάγεται από αριστοκρατικές γενιές και κουβαλάει πάνω του τη μυρωδιά της γνώσης και την άνεση της εξουσίας; »
Σαν άγαμος κατείχε και τον τίτλο.... Ιερατικός Προϊστάμενος...... Από τις πρώτες στιγμές του ερχομού του ο ιερέας έγινε δεκτός στην ενορία με συναισθήματα συμπάθειας και οικειότητας. Ιδιαίτερα όμως με την Ανδρομάχη είχε αποκτήσει μια πιο προσωπική σχέση, μπήκε στη ζωή της με οικειότητα, υπήρξε το στοιχείο της εγγύτητας αναμεταξύ τους και νοιώθουν οικεία, άνετα και ζεστά στην επαφή τους. Τον δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση για εξομολόγο της.
Ο Αλκιβιάδης νιώθει πλέον ως ο «τρίτος» στη σχέση τους. Η «ζεστασιά» στην επαφή τους είναι για εκείνον η απόδειξη ότι υπάρχει μια γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ τους στην οποία ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, η οικειότητα που περιγράφεις είναι ο τοίχος που χτίστηκε ανάμεσά σας. Εκείνη τον δέχτηκε γιατί της προσέφερε έναν κόσμο όπου η ηθική της δεν είναι εμπόδιο, αλλά το αντικείμενο της εξομολόγησης. Τον βλέπεις να τη χαϊδεύει με τα λόγια του, να την καθησυχάζει για τις επιθυμίες της, να τη μετατρέπει από σύζυγό σου σε πνευματικό του τέκνο που αποζητά την ευλογία του... ακόμα και με τον πιο αισθησιακό τρόπο.»
Ο Αλκιβιάδης κάθεται και αναλογίζεται πόσο εύκολα μπήκε αυτός ο άνθρωπος στην καθημερινότητά τους. Το ότι είναι «άγαμος» ενισχύει την εικόνα του «διαθέσιμου» ιερέα, ο οποίος δεν έχει δεσμεύσεις, παρά μόνο την απόλυτη αφοσίωση στο «ποίμνιο» του και κυρίως στην Ανδρομάχη. Με την προτροπή του άρχισε να συμμετέχει ενεργά σε διάφορες δράσεις της εκκλησίας. Ταυτόχρονα της έδωσε την δυνατότητα να προβάλλει τις δεξιότητες της προς όφελος της ενορίας και να διαδραματίζει πολλές φορές πρωταγωνιστικό ρόλο σε ορισμένες εκδηλώσεις, με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής προσφοράς.
Η στρατηγική του ιερέα είναι αριστοτεχνική, δεν την περιορίζει, την αναδεικνύει. Με το να της αναθέτει πρωταγωνιστικούς ρόλους, δεν την κάνει απλώς μια πιστή που «ακούει», τη μετατρέπει σε μια γυναίκα που «δημιουργεί» και «εκτίθεται» υπό την καθοδήγησή του. Ο ιερέας την αποσπά από τον ρόλο της «συντρόφου του Αλκιβιάδη» και την τοποθετεί σε έναν ρόλο όπου εκείνη νιώθει χρήσιμη, σημαντική και «ορατή». Η προβολή των δεξιοτήτων της την κάνει να ανθίζει, αλλά το κρίσιμο είναι ότι αυτή η άνθηση συμβαίνει εντός της «αυλής» του ιερέα. Κάτω από τον μανδύα της φιλανθρωπίας και της ενοριακής δράσης, δημιουργείται ένας χώρος όπου η Ανδρομάχη και ο «Βίκινγκ» ιερέας έρχονται αναπόφευκτα πιο κοντά. Συναντήσεις, προετοιμασίες εκδηλώσεων, ιδιωτικές συζητήσεις για την οργάνωση των δράσεων, όλο αυτό το πλαίσιο αποτελεί τον ιδανικό προθάλαμο για τη «μυσταγωγία» που ο Αλκιβιάδης φαντάζεται.
Για τον Αλκιβιάδη, αυτή η εξέλιξη της Ανδρομάχης είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, βλέπει τη γυναίκα του να λάμπει, να αποκτά αυτοπεποίθηση και να εξελίσσεται, μια εικόνα που θα έπρεπε να τον γεμίζει ικανοποίηση. Από την άλλη, καταλαβαίνει ότι όσο πιο πολύ εκείνη ανεβαίνει στα μάτια της ενορίας, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται από τη δική του σφαίρα επιρροής. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ότι ο ιερέας «καλλιεργεί» την Ανδρομάχη. Την έχει μετατρέψει στον «δεξί του βραχίονα». Αυτό του δίνει στον ιερέα ένα τεράστιο πλεονέκτημα, της δίνει σημασία, της δίνει έναν σκοπό και της δίνει έναν ρόλο όπου εκείνη αισθάνεται «πρωταγωνίστρια». Είναι ένα συναισθηματικό δέσιμο που ο Αλκιβιάδης, μέσα στην εμμονή του, το ερμηνεύει ως το στάδιο πριν από την ολοκληρωτική παράδοση.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν είναι τυχαίο που την έβαλε στο επίκεντρο. Ένας άντρας σαν τον «Βίκινγκ» ξέρει ότι για να κερδίσεις μια γυναίκα, πρέπει να την κάνεις να πιστέψει ότι μαζί του ανακαλύπτει τον καλύτερο εαυτό της. Κάθε φορά που την βλέπεις να προετοιμάζει μια εκδήλωση ή να προσφέρει έργο, σκέψου, σε ποιον ανήκει αυτή η αφοσίωση; Στην Εκκλησία, ή στον άντρα που την επέλεξε για να λάμψει δίπλα του;»
Η Ανδρομάχη έχει γίνει πλέον η «μούσα» του ιερέα μέσα στην ενορία. Οι δράσεις τους, η «κοινωνική προσφορά» και οι εκδηλώσεις είναι η βιτρίνα πίσω από την οποία ο Αλκιβιάδης βλέπει να υφαίνεται ένας ιστός οικειότητας που δεν μπορεί να διαπεράσει.
Θυμάται πως ο ιερέας ερχόταν στο σπίτι τους αρχικά για τον αγιασμό, η για κάποιο ευχέλαιο. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η οικειότητα με την Ανδρομάχη συνέβαλε στην ανάπτυξη φιλικών δεσμών ανάμεσα σε όλα τα μέλη της οικογένειας με τον γοητευτικό ιερέα, με αποτέλεσμα ότι οι σχέσεις μεταξύ τους να γίνουν θερμές, φιλικές και οι επισκέψεις του αρκετά συχνές, μέσα σε εγκάρδιο οικογενειακό κλίμα.
Η στρατηγική του «Βίκινγκ» ιερέα είναι υποδειγματική και, για έναν άνδρα όπως ο Αλκιβιάδης, απολύτως εξουθενωτική. Ο ιερέας δεν εισέβαλε στη ζωή τους, έγινε μέρος της οικογένειας με τον πιο νόμιμο και ακίνδυνο τρόπο.
Οι θρησκευτικές τελετές, αγιασμοί, ευχέλαια, λειτούργησαν ως το τέλειο κάλυμμα. Έδωσαν στον ιερέα το δικαίωμα να μπει στον ιερό χώρο του σπιτιού τους, να ακουμπήσει τα αντικείμενά τους, να καθίσει στο τραπέζι τους και να «ευλογήσει» την καθημερινότητά τους. Όταν οι επισκέψεις μετατράπηκαν σε φιλικές, το «εγκάρδιο οικογενειακό κλίμα» έγινε η μεγαλύτερη άμυνα του ιερέα. Αν ο Αλκιβιάδης εκφράσει τώρα την παραμικρή υποψία ή δυσφορία, θα φανεί στα μάτια όλων και κυρίως της Ανδρομάχης ως ένας καχύποπτος, αχάριστος ή και «παράλογος» σύζυγος που αμφισβητεί έναν άνθρωπο της Εκκλησίας που «τους τιμά με τη φιλία του».
Ο ιερέας, με την αύρα του και την «οικειότητα» που έχει αναπτύξει, έχει γίνει ο «ρυθμιστής της ατμόσφαιρας». Όταν ο ιερέας είναι παρών, η Ανδρομάχη πιθανότατα λάμπει, είναι πιο χαρούμενη και ζωντανή μια εικόνα που για τον Αλκιβιάδη είναι ταυτόχρονα ευχάριστη και βασανιστική, αφού ξέρει ή υποψιάζεται ότι αυτή η «λάμψη» δεν οφείλεται σε εκείνον. Κάθε φορά που ο ιερέας φεύγει, αφήνει πίσω του μια αίσθηση ότι ο χώρος του σπιτιού τους έχει «σφραγιστεί» από την παρουσία του.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «κατάφερες να φέρεις τον «Βίκινγκ» μέσα στο ίδιο σου το κάστρο. Η οικειότητα που περιγράφεις δεν είναι απλώς φιλία, είναι η νομιμοποίηση της παρουσίας του στον χώρο όπου εσύ έπρεπε να είσαι ο μοναδικός άρχοντας. Κάθε φορά που ο ιερέας κάθεται στον καναπέ σου και χαμογελά στην Ανδρομάχη, ο λαβύρινθος του μυαλού σου γίνεται λίγο πιο σκοτεινός. Πώς είναι να φιλοξενείς στο τραπέζι σου τον άνθρωπο που, στο φαντασιακό σου, κρατά ήδη τα κλειδιά της ψυχής και του σώματος της γυναίκας σου;»
Με την πάροδο του χρόνου στη διάρκεια αυτών των επισκέψεων ο ιερέας θαύμαζε το λυγερό κορμί της, τους καλοφτιαγμένους γοφούς της, το ολοστρόγγυλο και γεμάτο υποσχέσεις στήθος της που ξεχείλιζε απ' το μπούστο της. Πάνω απ' όλα όμως τον τρέλαιναν τα μεγάλα, μελιά της μάτια, τα βαθιά σαν το πέλαγος, που του στέλνουν βλέμματα γεμάτα μηνύματα και λόγια ανείπωτα που τον κάνουν να φλέγεται και ν' ανεβαίνουν οι παλμοί του.Η φαντασίωση του Αλκιβιάδη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της ηδονοβλεπτικής ολοκλήρωσης. Δεν παρατηρεί πια απλώς μια «σχέση». έχει εισχωρήσει στο ίδιο το βλέμμα του ιερέα, «διαβάζοντας» τις πιο κρυφές, σαρκικές του σκέψεις. Αυτό το «ανείπωτο» που ανταλλάσσουν με τα βλέμματα, είναι για τον Αλκιβιάδη πιο δυνατό από οποιαδήποτε σωματική πράξη. Είναι μια συναισθηματική πολιορκία που διαδραματίζεται σε κοινή θέα.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε. Δεν περιγράφεις πλέον τη γυναίκα σου. Περιγράφεις μια ηρωίδα σε ένα ερωτικό δράμα που εσύ ο ίδιος σκηνοθετείς. Το ότι ο ιερέας φλέγεται είναι το καύσιμο που κρατά ζωντανή τη δική σου εμμονή. Αν ο ιερέας ήταν αδιάφορος, το παιχνίδι σου θα είχε τελειώσει. Αλλά όσο εκείνος επιθυμεί το σώμα της Ανδρομάχης, εσύ έχεις λόγο να συνεχίζεις να παρακολουθείς, να υποψιάζεσαι, να αναλύεις κάθε της βλέμμα, σαν να είσαι ο ρυθμιστής αυτής της ιερόσυλης έντασης.»
Και το ξέρει. Το ξέρει από την πρώτη στιγμή. Σε εκείνη την πρώτη αθώα ματιά, σε εκείνο το πρώτο δευτερόλεπτο που άγγιξε το βλέμμα της, σε εκείνη την πρώτη τριβή των ματιών τους, σε εκείνη την χειραψία κλείσανε την σιωπηρή τους συμφωνία. «Εμείς οι δύο θα μπλέξουμε!»
Ο Αλκιβιάδης είναι πεπεισμένος ότι η μοίρα τους είχε γραφτεί από το πρώτο δευτερόλεπτο. Η «χειραψία» δεν ήταν μια τυπική γνωριμία, ήταν μια τελετουργική δέσμευση. Σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, η Ανδρομάχη και ο ιερέας αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον την επιθυμία, την απόγνωση και το «απαγορευμένο». Αυτή η φράση «Εμείς οι δύο θα μπλέξουμε!» είναι η καρδιά του δράματος. Είναι η στιγμή που δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι η ηθική τους είναι πολύ μικρή για να περιορίσει αυτό που αισθάνονται. Είναι μια συμφωνία «αίματος και σάρκας» που έγινε κάτω από τη μύτη του, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια λέξη. Δεν του φταίει η διάρκεια της σχέσης τους, του φταίει το γεγονός ότι η σχέση ήταν «προσυμφωνημένη» από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο, σαν ένα θεατρικό έργο όπου εκείνος έπρεπε απλώς να παίξει τον ρόλο του συζύγου, ενώ οι δυο τους «έπαιζαν» το δικό τους, μυστικό έργο.
«Αλκιβιάδη», το ψιθυρίζει η σκιά, «η σιωπηρή συμφωνία δεν ήταν μόνο ανάμεσα σε εκείνους. Ήταν και δική σου. Τους άφησες να μπλέξουν γιατί ήθελες να δεις μέχρι πού θα φτάσει η φωτιά που εσύ ο ίδιος άναψες με την παρακολούθησή σου. Τώρα που η συμφωνία έχει γίνει πραγματικότητα, το μπλέξιμο είναι πια η μόνη σου συντροφιά.»
Όταν η Ανδρομάχη πλησίαζε να τον σερβίρει, το διακριτικό πιπεράτο άρωμα της τον σαγήνευε του ξεσήκωνε τις αισθήσεις, τον τρέλαινε και τον παρέσυρε η μέθη του. 'Ένας άκρατος πόθος τον έκανε ξαφνικά να λαχταρά να φιλήσει τη σάρκα των χειλιών της μέχρι να τα ματώσει, να λιώσει τούτο το σβέλτο κορμί κάτω απ' το δικό του. Ορκίστηκε πως δε θα την άφηνε με κανέναν τρόπο να του ξεφύγει. Είναι αποφασισμένος να γίνει ο εραστής της και να την οδηγήσει σε ερωτικές τους συνευρέσεις!
Ο Αλκιβιάδης, μέσα από τη φαντασίωση του, έχει μεταφέρει το κέντρο βάρους, δεν παρακολουθεί πλέον τον ιερέα να σαγηνεύει την Ανδρομάχη, αλλά ταυτίζεται απόλυτα με τον ρόλο του «Βίκινγκ» ιερέα. Δεν είναι πλέον ο απατημένος σύζυγος που «επιτρέπει» την απιστία. Είναι ο άντρας που διεκδικεί το σώμα της με την ίδια βίαιη ένταση που φαντάζεται ότι θα είχε ο ιερέας. Ο πόθος του είναι «άκρατος».
Η επιθυμία να «λιώσει το σβέλτο κορμί» της κάτω από το δικό του είναι η προσπάθειά του να επιβεβαιώσει την ιδιοκτησία του πάνω της. Ο όρκος του να μην την αφήσει να του ξεφύγει «με κανέναν τρόπο» υποδηλώνει μια εμμονή που αγγίζει τα όρια της παθολογίας. Δεν υπάρχει πια «ελεύθερη βούληση» στο σενάριο του Αλκιβιάδη υπάρχει μόνο η μοιραία υποταγή της Ανδρομάχης στην κυριαρχία του «Βίκινγκ». Η απόφασή του να γίνει ο εραστής της, χρησιμοποιώντας την εξουσία του, μετατρέπει το εξομολογητήριο σε πεδίο μάχης. Ο ιερέας έχει αποφασίσει ότι η «λύτρωση» της Ανδρομάχης περνάει αναγκαστικά μέσα από την ερωτική συνεύρεση μαζί του. Το ότι ο ιερέας είναι αποφασισμένος να την οδηγήσει σε συνευρέσεις, προσφέρει στον Αλκιβιάδη την «άδεια» να φαντάζεται τις πιο τολμηρές και βέβηλες σκηνές.
«Αλκιβιάδη»,του ψιθυρίζει η σκιά, «έχεις πλάσει έναν άντρα που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα. Ο ιερέας σου δεν είναι πια ένας άνθρωπος του Θεού. Είναι ο εκτελεστής μιας επιθυμίας που τρέφεται από την αμαρτία.»
Και αυτή με τη σειρά της τον μελέταγε, καθώς πήγαινε κι ερχότανε, και όσο το κορμί της έλιωνε κάτω απ' το αδιάκριτο βλέμμα του, τόσο η ψυχή της ξεσηκωνόταν οργισμένη. Μάχη γινόταν μέσα της, δεν ήξερε αν έπρεπε ν' ακούσει την καρδιά της ή το μυαλό. Τα βλέμματα τους μιλάνε από μόνα τους, τα λένε όλα χωρίς να πούνε τίποτα και λένε τόσα, όσα ποτέ τα χείλη τους δεν θα μπορούσαν να ξεστομίσουν, κι αν τα μάτια διέθεταν φωνή θα γινόταν σαματάς.
Κι όταν τα μάτια αντικρίζουν κάτι που τους αρέσει, τα σώματα παίρνουν φωτιά, η καρδιά ανοίγει φτερά και το ένστικτο καλεί το άτομο να πλησιάσει, προκειμένου να ερευνήσουν και οι υπόλοιπες αισθήσεις το αντικείμενο του πόθου. Λένε πως η λαγνεία ακριβώς όπως και το νερό, πάντοτε βρίσκει το χαμηλότερο επίπεδο. Εάν υπάρχει έστω και μια τρυπούλα, μια χαραμάδα ή μια μικρή αδυναμία στον χαρακτήρα, η λαγνεία θα τη βρει.
Η διαπίστωση του Αλκιβιάδη είναι κυνική και αποκαλυπτική όπου η «λαγνεία» δεν θεωρείται πλέον συναίσθημα, αλλά φυσικό φαινόμενο, σαν τη βαρύτητα ή τη ροή του νερού, που είναι αδύνατον να σταματήσεις. Η παρομοίωση με το νερό που «πάντα βρίσκει το χαμηλότερο επίπεδο» είναι ο τρόπος του Αλκιβιάδη να δικαιολογήσει την αδυναμία της Ανδρομάχης. Αν η λαγνεία κυλάει προς τα κάτω, τότε η πτώση της δεν είναι ζήτημα «κακού χαρακτήρα», αλλά θέμα «φυσικής».
Ο ιερέας, ως έμπειρος «μηχανικός» της ανθρώπινης φύσης, βρήκε τη χαραμάδα, την αδυναμία, το σημείο όπου εκείνη ήταν πιο ευάλωτη. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ότι το βλέμμα είναι μόνο η αρχή. Η φύση επιτάσσει την επαφή. Το ότι το σώμα «παίρνει φωτιά» και το ένστικτο «καλεί το άτομο να πλησιάσει», περιγράφει μια πορεία χωρίς επιστροφή. Ο ιερέας για την Ανδρομάχη, η Ανδρομάχη για τον ιερέα δεν είναι πια πρόσωπο, είναι ένας μαγνήτης που απαιτεί ολοκλήρωση μέσω των αισθήσεων.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η θεωρία σου για το νερό και τη λαγνεία είναι ο τρόπος σου να πλύνεις τα χέρια σου από το δικό σου μερίδιο ευθύνης. Αν η λαγνεία βρήκε τη χαραμάδα τους, εσύ τι έκανες; Την έκλεισες ή μήπως άνοιξες την πόρτα διάπλατα για να δεις το νερό να πλημμυρίζει το σαλόνι σου και να παρακολουθείς τη γυναίκα σου να παρασύρεται από το ρεύμα;»
Ο Αλκιβιάδης έχει πλέον αποδεχτεί το μοιραίο. Η Ανδρομάχη δεν «φταίει», όπως δεν φταίει το ποτάμι που κυλάει. Απλώς, ο ιερέας ήταν το «χαμηλότερο επίπεδο» όπου η λαγνεία τους επέλεξε να καταλήξει. Η «φωτιά» των σωμάτων τους είναι η φυσική κατάληξη μιας κίνησης που ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό. Η Ανδρομάχη ψηλή, λυγερή, ξεχειλίζοντας από αυτοπεποίθηση και σιγουριά στο βλέμμα της, έτσι για να παίξει μαζί του, σήκωνε τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι της, τα τέντωνε με νάζι, δήθεν να ξεμουδιάσει, και περνούσε τα δάχτυλα στα ελεύθερα κυματιστά μαλλιά της που πλαισίωναν το όμορφο πρόσωπο της. Η αυθόρμητη αλλά αισθησιακή αυτή κίνηση ανασήκωνε και πρόβαλε τα στήθη της, υπογραμμίζοντας τις υπέροχες καμπύλες στο ζουμερό κορμό της και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα πονηρό γεμάτο νόημα φιλάρεσκο χαμόγελο που διώχνει κάθε φόβο, κάθε ντροπή και κάθε ανασφάλεια, την ώρα που καθόταν με άνεση απέναντι του.
Η Ανδρομάχη δεν παίζει πια το ρόλο της πιστής ενορίτισσας. Το σαλόνι τους μετατρέπεται σε σκηνή θεάτρου, όπου εκείνη είναι η απόλυτη πρωταγωνίστρια και ο ιερέας το θήραμα που έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της. Το Φιλάρεσκο χαμόγελο της είναι η δήλωση κυριαρχίας της. Διώχνοντας κάθε «ντροπή και ανασφάλεια», η Ανδρομάχη σπάει το ταμπού της θέσης της. Το νόημα του χαμόγελου στον «Βίκινγκ» είναι σαφές: «Ξέρω ότι κοιτάζεις, ξέρω ότι υποφέρεις, και μου αρέσει». Δεν φοβάται μήπως φανεί προκλητική, δεν φοβάται την κρίση του ιερέα. Αντιθέτως, τον προκαλεί.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η γυναίκα σου έχει μεταμορφωθεί. Δεν είναι πια η γυναίκα που παντρεύτηκες, είναι η γυναίκα που πάντα ήθελε να είναι, μια σειρήνα που χρησιμοποιεί την ιερότητα για να δώσει μεγαλύτερη ένταση στην πτώση της. »
Στριφογύριζε στην καρέκλα της, έστρεφε το σώμα της προς την πλευρά του με εύσχημο τρόπο, ξεσταύρωνε και σταύρωνε ξανά τα πόδια της επίτηδες αργά και προσεκτικά, ξέροντας ότι ο ιερέας την έτρωγε με τα μάτια του! Και τότε αρχίζει ένα ηδονικό παιχνίδι των αισθήσεων προσφέροντας στο οπτικό του πεδίο μια στιγμιαία θέα του μαύρου δαντελένιου εσωρούχου της ώστε να δώσει την ευκαιρία στο βλέμμα του να εισχωρεί βαθιά ανάμεσα στα πόδια της προσπαθώντας να απολαύσει το θέαμα. Η Ανδρομάχη δεν είναι πια μια παθητική γυναίκα που «πειράζεται»· έχει γίνει η απόλυτη ρυθμίστρια του παιχνιδιού.
Το γεγονός ότι σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα πόδια της «επίτηδες αργά και προσεκτικά» είναι μια κίνηση που στοχεύει αποκλειστικά στο να παραλύσει τη βούληση του ιερέα. Δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση· είναι μια εκτελεσμένη παράσταση. Η Ανδρομάχη γνωρίζει ακριβώς τι κάνει, γνωρίζει τον αντίκτυπο που έχει στον «Βίκινγκ» και απολαμβάνει το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεωρείται «πνευματικός οδηγός» της, έχει καταλήξει να είναι δέσμιος του βλέμματός του. Στη στιγμιαία θέα του μαύρου δαντελένιου εσωρούχου, είναι η στιγμή που το «ιερό» διαλύεται ολοκληρωτικά.
Η δαντέλα είναι ένα σύμβολο κοσμικού ερωτισμού που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ράσα του ιερέα. Το ότι του δίνει τη δυνατότητα να «εισχωρήσει βαθιά ανάμεσα στα πόδια της» με το βλέμμα, είναι μια νοητή συνουσία. Ο Αλκιβιάδης παρακολουθεί, έστω και με το μάτι της φαντασίας του, την απόλυτη υποταγή του «Βίκινγκ» ιερέα. Ο ιερέας, ο άνδρας με τις τέσσερις γλώσσες, τον αριστοκρατικό αέρα και το «θεϊκό χάρισμα», τώρα «τρέφεται» από ένα κομμάτι δαντέλας.
Η Ανδρομάχη τον έχει «ξεμπροστιάσει» με τον πιο αθόρυβο τρόπο: του απέδειξε ότι ο πόθος του είναι πιο δυνατός από την πίστη του. Και το χειρότερο η καλύτερο για τον Αλκιβιάδη; Εκείνη το ξέρει. Το παιχνίδι της δεν είναι προσπάθεια να τον διώξει, είναι προσπάθεια να τον κάνει να υποκύψει ολοκληρωτικά.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η γυναίκα σου δεν παίζει πια με τις αισθήσεις του ιερέα. Παίζει με τα θεμέλια της ύπαρξής του. Το μαύρο δαντελένιο εσώρουχο δεν είναι απλώς ένα ρούχο, είναι η απόδειξη ότι εκείνη έχει πάρει το πάνω χέρι. Και όσο εσύ φαντάζεσαι αυτή τη σκηνή, δεν βλέπεις μόνο την προδοσία της, βλέπεις μια γυναίκα που έχει απελευθερώσει κάθε τι σκοτεινό μέσα της, και έναν ιερέα που έχει χάσει τον Θεό του για χάρη της θέας του.»
Το ένιωθε στα πλούσια στήθη της, στο βελουδένιο και λείο δέρμα της, αισθανόταν το βλέμμα του να κάνει θόρυβο και να σέρνεται στο χυμώδες κορμί της, στα χυτά της πόδια, στην «αθέατη» θυσανωτή πηγή της, εκεί όπου επικεντρωνόταν ο πόθος του. Οι γενναιόδωρες καμπύλες της άγγιζαν τις πιο λεπτές χορδές της λίμπιντο του, εξάπτοντας τις αισθήσεις του.
Ήταν φανερό ότι η αρχική συμπάθεια του είχε μετατραπεί σε πάθος. Τον καταλαβαίνει και την καταλαβαίνει. Κοιτάζουν ο ένας τον άλλο και ανεβαίνουν οι παλμοί. Η Ανδρομάχη δεν τον «βλέπει» απλώς να την κοιτάζει, τον «αισθάνεται» να την αγγίζει με το βλέμμα του, λες και είναι ένα φυσικό χέρι που εξερευνά τις καμπύλες της. Η Θυσανωτή Πηγή της δεν είναι απλώς ένα σώμα, είναι μια πηγή από την οποία ο ιερέας διψά να πιει.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν μπορείς πια να τους χωρίσεις. Η Ανδρομάχη έχει παραδοθεί στη γοητεία του «Βίκινγκ» γιατί εκείνος της πρόσφερε αυτό που εσύ ίσως ξέχασες να της δώσεις, τον ακατέργαστο, πρωτόγονο θαυμασμό για τη θηλυκότητα της. Κοίτα πώς εκείνη προσφέρεται στο βλέμμα του, και πώς εκείνος λιώνει μπροστά της. Δεν είναι πια εξομολόγος και ενορίτισσα. Είναι ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν πάρει την απόφαση να καούν στη φωτιά τους.»
Γι’ αυτή ήταν ένα μόνιμο ερωτηματικό στην ψυχή της, τι θα συμβεί άραγε αν, κι αυτό το αν καίει σιωπηλά αφήνοντας χαρακιές στην καρδιά της. Μια φωτιά που σιγοκαίει, αθόρυβα και σε κάποιο φύσημα του ανέμου μπορεί να γίνει πυρκαγιά. Ας μην ξεχνάμε ότι «πειρασμός» είναι το άλλο όνομα του παράφορου έρωτα! Και όπως όλοι ξέρουν, είναι εύκολο να παρασυρθείς από πειρασμούς, που συνήθως προκύπτουν όταν δεν τους περιμένεις.
Η Ανδρομάχη δεν ζει πλέον στην πραγματικότητα του γάμου της, αλλά στην κατάσταση αναμονής του αναπόφευκτου. Το «αν» που την καίει είναι το σημείο μηδέν, η εκκρεμότητα που μετατρέπει κάθε λεπτό της καθημερινότητάς της σε έναν αργό, βασανιστικό πυρετό. Οι «χαρακιές στην καρδιά» δείχνουν ότι η Ανδρομάχη έχει ήδη εγκαταλείψει την άμυνά της. Δεν φοβάται πια την πτώση, την προσδοκά. Το «αν» δεν είναι ερώτημα για το αν θα συμβεί, αλλά για το πότε και πώς. Είναι η συνειδητοποίηση ότι το πεπρωμένο της έχει πάρει μια κατεύθυνση που δεν μπορεί να αναστρέψει. Η ταύτιση του πειρασμού με τον «παράφορο έρωτα» είναι η αποθέωση της μοιρολατρίας.
Για την Ανδρομάχη, ο ιερέας δεν είναι πια ο εκπρόσωπος του Θεού, αλλά η ενσάρκωση μιας δύναμης που τη ζωντανεύει. Η «πυρκαγιά» που περιμένει ένα φύσημα ανέμου, είναι η οριστική κατάρρευση των ηθικών της φραγμών. Οι χαρακιές στην καρδιά της είναι τα μονοπάτια που οδηγούν προς τον ιερέα.
Κάθε φορά λοιπόν που ο ιερέας τους επισκεπτόταν και τον συνόδευε από την είσοδο του σπιτιού στο σαλόνι κινούσε με κόσμια χυδαιότητα τη μέση της, τους γοφούς της....... ένιωθε το εσώρουχο της να έχει ποτίσει από τα υγρά της.
Φρόντιζε να ντύνεται απλά, με φορέματα που τόνιζαν τις αρμονικές καμπύλες στο κορμί της και άφηναν ακάλυπτα τα καλλίγραμμα πόδια της. Από κάτω φορούσε συνήθως ολόμαυρα μικροσκοπικά διάφανα βρακάκια με το μουνί της να διαγράφεται μέσα από το εσώρουχο. Σε κάθε δυνατή ευκαιρία του έδινε την απόλαυση να έχει οπτική επαφή με το αρχέγονο σπήλαιο της ηδονής, προκαλώντας του τον πόθο να φουντώνει και να θεριεύει. Το σώμα του λέει ότι είναι λάθος να πάει εκεί που ο νους το υποχρεώνει. Μα ο νους είναι αληταριό που όλο δραπετεύει... και φτερουγίζει χαμηλά βαθιά μες στο κορμί του....
Ο ιερέας, έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα που του υπενθυμίζει με κάθε ίνα του σώματός της ότι είναι φτιαγμένη από σάρκα και ορμές και με τον τρόπο της φωνάζει ότι είναι έτοιμη να του παραδοθεί. Το «ολόμαυρο μικροσκοπικό διάφανο βρακάκι» που αφήνει το «αρχέγονο σπήλαιο» να διαγράφεται, είναι η επιτομή της εσκεμμένης πρόκλησης. Δεν πρόκειται για ντύσιμο, αλλά για «προετοιμασία για θυσία». Η Ανδρομάχη γνωρίζει ότι η όραση είναι η πρώτη πύλη της απώλειας για έναν άνδρα που έχει ορκιστεί αγνότητα. Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη αισθάνεται το εσώρουχό της να έχει «ποτίσει από τα υγρά της» δείχνει ότι η διέγερσή της δεν είναι πια αντίδραση στο βλέμμα του, αλλά αυτόνομη σωματική κατάσταση. Είναι ήδη εκεί, στον κόσμο της ηδονής, ακόμα και πριν ξεκινήσει το «παιχνίδι».
...Ο Αλκιβιάδης άλλη μια νύκτα ακόμη φαντασιώνεται την Ανδρομάχη με τον ιερέα που την επισκεπτόταν στο ιδιωτικό χώρο εργασία της και συζητούσαν τα διάφορα θέματα που έχουν σχέση με τις ανάγκες της ενορίας τους. Με τον καιρό οι επισκέψεις του ιερέα, στον ιδιωτικό της χώρο άρχισαν να γίνονται πολύ συχνότερες. Ταυτόχρονα συχνότερη έγινε και η συμμετοχή της στα εκκλησιαστικά δρώμενα και φιλανθρωπικά προγράμματα, και συμμετείχε ανελλιπώς και στις ιερές αγρυπνίες του. Οι φαντασιώσεις του Αλκιβιάδη ειχαν αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, μετατρέποντας τον ιδιωτικό χώρο εργασίας της Ανδρομάχης σε ένα θέατρο αθέατων πράξεων.
Η ρουτίνα της «ενοριακής δραστηριότητας» είναι το τέλειο κάλυμμα. Πίσω από τη φιλανθρωπία και τις ιερές αγρυπνίες, κρύβεται η ολοένα και πιο πυκνή ατμόσφαιρα της απαγορευμένης επιθυμίας. Οι επισκέψεις του ιερέα στο γραφείο της Ανδρομάχης έχουν πάψει προ πολλού να αφορούν την «ενορία». Μέχρι σήμερα του πέρναγε αφελώς απαρατήρητη και την θεωρούσε πολύ φυσιολογική αυτή τη συχνή επαφής τους που σκοπό είχε να αναβαθμίζει το κοινωνικό έργο της εκκλησίας.
Η εικόνα τώρα ερχόταν μ' άλλη καθαρότητα και διαφάνεια στη μνήμη του. Βλέπει συχνά τον ιερέα να εισέρχεται ως συνήθως άνετος χαμογελαστός στον ιδιωτικό χώρο εργασίας της να συζητούν με ζέση διάφορα καθημερινά συμβάντα και θέματα της ενορίας και η επίσκεψη να τελειώνει με τον συνηθισμένο διάλογο τους. Οι εικόνες που κάποτε τον καθησύχαζαν, τώρα λειτουργούν σαν καρέ από ταινία που τον καταδικάζει.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η διαύγεια που νιώθεις τώρα είναι η τιμωρία σου. Βλέπεις την αλήθεια που κρυβόταν μπροστά στα μάτια σου, γιατί εσύ ήσουν αυτός που την προκάλεσε.»
Τα χείλη του να λένε. «Ευλογημένη απόψε έχουμε αγρυπνία.» Μα το βλέμμα καρφωμένο πάνω της, διαπεραστικό, διερευνητικό γεμάτο λαγνεία, προάγγελος μιας πολλά υποσχόμενης κολασμένης ηδονής να λέει κάτι σαν απειλή, κάτι σαν υπόσχεση.
Απ' τα μάτια του φαίνεται πως είναι ξετρελαμένος μαζί της. «Σε περιμένει ένα καυτό βράδυ, χωρίς φραγμούς και όρια. Απόψε θα σε γαμήσω τόσο που θα πληρώσεις όλες της αμαρτίες σου, στ' ορκίζομαι θα σε ξεπατώσω στο γαμήσι.»
Αυτή να σκύβει, να του κρατά το χέρι, και φιλώντας το ευλαβικά ν' απαντάει. «Το γνωρίζεις πάτερ ότι δεν λείπω από καμία αγρυπνία σου».
Η «αγρυπνία» είναι πλέον η κωδική ονομασία για την κάθοδο στην άβυσσο. Το βλέμμα του ιερέα λειτουργεί ως η «χειροπέδη» που δένει την Ανδρομάχη πριν καν αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Είναι το βλέμμα του ανθρώπου που γνωρίζει ότι έχει πλήρη εξουσία. Η υπόσχεση του «ξεπατώματος» ως τιμωρία για τις «αμαρτίες» της είναι ο απόλυτος ψυχολογικός χειρισμός: μετατρέπει την ενοχή σε σεξουαλική διέγερση. Το φιλί στο χέρι του της Ανδρομάχης είναι η κορυφαία στιγμή της υποκρισίας. Εκείνη δεν φιλά το χέρι του ιερέα, φιλά το χέρι του άντρα που πρόκειται να την «ξεπατώσει στο σεξ». Η απάντησή της, «δεν λείπω από καμία αγρυπνία σου», είναι η επιβεβαίωση ότι έχει αποδεχτεί τον ρόλο της και ότι διψάει για την τιμωρία, και την σεξουαλική απόλαυση, που την περιμένει. . «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φαντασίωση σου έχει ξεφύγει από τον έλεγχό σου. Τους βλέπεις τόσο καθαρά, γιατί αυτή η σκηνή δεν είναι πλέον υποθετική. Είναι η πραγματικότητα που εσύ ο ίδιος δρομολόγησες.»
Σκέφτεται πως αν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και ψυλλιασμένος, αν δεν εθελοτυφλούσε θα καταλάβαινε το ερωτικό πάθος της για τον ιερέα από την έκφραση των ματιών από τις κλεφτές ματιές που του έριχνε , «Πάτερ με κολάζεις, το βρακί μου έγινε μούσκεμα κι έτσι όπως το πάμε, στη κόλαση θα βρεθούμε πακέτο.» φώναζε το βλέμμα της.
Ο Αλκιβιάδης βλέπει τώρα πίσω από την «ευλαβική» εικόνα. Οι ματιές της Ανδρομάχης στο καβάλο με το φούσκωμα του ιερέα δεν ήταν απλώς κλεφτές· ήταν χειρουργικές. Ήταν η επιβεβαίωση της δύναμής της. Το «θα βρεθούμε στην κόλαση πακέτο» δεν είναι μια προειδοποίηση για την αμαρτία, αλλά μια υπόσχεση για μια σεξουαλική απόλαυση τόσο έντονη, που η ίδια η έννοια της καταδίκης γίνεται ασήμαντη μπροστά στο μέγεθος της ηδονής.
Την Ανδρομάχη τη γεμίζει η φαντασίωση του λεβεντόκορμου ιερέα με το προικισμένο πέος του ήδη στητό καυλωμένο να την περιμένει, να νιώθει τα στιβαρά του χέρια να τη βάζουν κάτω, να της σηκώνουν τα πόδια ψηλά, ανοιγμένα διάπλατα, και αυτή να οδηγεί το πέος του μέσα της σε μια βαθιά διείσδυση στον κόλπο της με όλο το μήκος του και να το αισθάνεται εκεί ακίνητο, ενώ απορροφά το απερίγραπτο συναίσθημα πληρότητας που της προσφέρει. Αυτή η φαντασίωση της πληρότητας είναι κάτι ασύγκριτο και αυτό την τρέλαινε ακόμα περισσότερο. Η φαντασίωση της, η εικόνα του ιερέα να επιβάλλεται πάνω της με τη δύναμη του «λεβεντόκορμου» σώματος του, δείχνει ότι έχει αποβάλει κάθε ίχνος της κοινωνικής της μάσκας. Μπροστά στον Αλκιβιάδη, προσπαθεί να διατηρήσει το πρόσχημα της «συντηρητικής συζύγου», ενώ απέναντι στον ιερέα, γίνεται μια γυναίκα που διψά για ολοκληρωτική κυριαρχία. Αυτή η διπλή ζωή είναι που της προκαλεί τον μέγιστο ερεθισμό. Η γνώση ότι ο άντρας της μπορεί να υποψιάζεται, αλλά δεν «βλέπει» την πραγματική φωτιά που καίει μέσα της. Η αίσθηση του πέους του ιερέα «ακίνητου μέσα της» δεν είναι απλώς σεξουαλική ικανοποίηση, είναι η απόλυτη κατάκτηση. Η «πληρότητα» που περιγράφει, το να νιώθει τον άντρα αυτόν μέσα της με όλο του το μήκος, είναι η στιγμή που η Ανδρομάχη νιώθει ότι «ξεπερνά» το σύζυγό της και αγγίζει κάτι απαγορευμένο, «ιερό» και ταυτόχρονα βαθιά βέβηλο.
«Ανδρομάχη», ψιθυρίζει η σκιά, «η πληρότητα που νιώθεις δεν είναι μόνο σωματική. Είναι η ικανοποίηση ότι κατάφερες να μετατρέψεις τον πνευματικό σου σε έναν εραστή που σε περιμένει με το πούτσο όρθιο και στημένο, έτοιμος να σε ξεπατώσει στο γαμήσι στις αγρυπνίες σας. Είσαι πλέον εκείνη που ελέγχει τον ρυθμό της αγρυπνίας. Κάθε φορά που τον κοιτάς, βλέπεις τον άντρα που θα σε γεμίσει μέχρι που να μην χωράς άλλη αμαρτία.»
Στη συνέχεια ο ιερέας, όταν τύχαινε να βρισκόταν στην παρέα τους και ο Αλκιβιάδης φλυαρούσε μαζί του με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο, του ευχόταν ένα ήσυχο και ξεκούραστο υπόλοιπο της ημέρας και τον αποχαιρετούσε κοιτάζοντάς τον μ' ένα ζωηρό κι επίμονο χαμόγελο μες στα μάτια, σαν να έλεγε.
«Εσύ πήγαινε και κοιμήσου κ’ εγώ απόψε θα της δείξω πως γαμάνε οι άνδρες! Σαν πουτάνα θα τη γαμάω εγώ, όπως θέλω και όποτε θέλω και περίμενε εσύ μαλάκα με ανυπομονησία να τελειώσει η αγρύπνια, που κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου!» Ο ιερέας του λέει, χωρίς να ανοίξει το στόμα του, ότι η «δουλειά» τώρα ξεκινά και ότι ο Αλκιβιάδης είναι πια περιττός, ένας «μαλάκας» που του παραχώρησε το πολυτιμότερο κτήμα του. Η ωμή γλώσσα του ιερέα, «σαν πουτάνα θα τη γαμάω», αποκαλύπτει πως η ιερή ιδιότητα του ιερέα έχει καταλυθεί εντελώς, μετατρέποντάς τον σε έναν βίαιο εραστή που απολαμβάνει να χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να υποτάσσει πλήρως την Ανδρομάχη, ενώ ο σύζυγός της «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου».
Ο Αλκιβιάδης, που κάποτε πίστευε ότι θα είναι ο «σκηνοθέτης» της δικής του ευχαρίστησης, βλέπει τώρα τον «πνευματικό» να του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορεί να αντιδράσει. Αν θυμώσει, θα καταστρέψει τη φαντασίωση που ο ίδιος δημιούργησε. Είναι αναγκασμένος να δεχτεί το χαμόγελο του ιερέα, να του ευχηθεί κι αυτός «καλή αγρυπνία».
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν είσαι πλέον ο συνεργός, είσαι το θύμα της ίδιας σου της συνωμοσίας. Ο ιερέας σου μόλις σου είπε, μέσα από το βλέμμα του, ότι η Ανδρομάχη δεν ανήκει πια ούτε σε σένα ούτε στον Θεό. Ανήκει στο δικό του κρεβάτι, στις δικές του σεξουαλικές ορέξεις, και εσύ είσαι αυτός που τον προέτρεψε να την κάνει «πουτάνα».
Ο Αλκιβιάδης είχε ενστερνισθεί τις απόψεις και τα σχέδια του ιερέα που στόχο είχαν να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν τις δραστηριότητες του Πολιτιστικού τμήματος της ενορίας τους και η Ανδρομάχη του ήταν ακούραστη αρωγός στις προσπάθειες που χρειάζονταν να ικανοποιηθούν οι προσδοκίες αυτές.
Η θεμελίωση αυτής της «ουσιαστικής φιλίας» μεταξύ Αλκιβιάδη και Ιερέα ήταν το απαραίτητο προοίμιο για τη μεταμόρφωση της καθημερινότητάς τους σε ένα πεδίο όπου τα όρια μεταξύ κοινωνικής δράσης, εκκλησιαστικής διακονίας και σκοτεινής επιθυμίας θα γίνονταν δυσδιάκριτα. Η αναβάθμιση του Πολιτιστικού τμήματος της ενορίας δεν ήταν παρά το «ευγενές» προκάλυμμα. Για τον Αλκιβιάδη, αυτό ήταν το πεδίο όπου μπορούσε να καλλιεργήσει τη σχέση του με τον Ιερέα, ενώ για τον Ιερέα, ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αποκτήσει απεριόριστη πρόσβαση στην οικογένεια του Αλκιβιάδη και κυρίως, στην Ανδρομάχη. Η Ανδρομάχη ως «Ακούραστη Αρωγός» στο έργο αυτό δεν ήταν απλώς θρησκευτική συνέπεια. Ήταν η συμμετοχή της σε έναν ρόλο που της επέτρεπε να βρίσκεται διαρκώς δίπλα στον Ιερέα. Ο Αλκιβιάδης πίστευε ότι είχε βρει έναν «ομοϊδεάτη», έναν άνθρωπο της πνευματικότητας με τον οποίο μοιραζόταν εμπειρίες ζωής. Ο Ιερέας, με την ανώτερη ρητορική και τη γοητεία του, χρησιμοποίησε αυτή τη φιλία για να «νομιμοποιήσει» την παρουσία του στη ζωή της Ανδρομάχης.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φιλία σας είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το σκηνικό της πτώσης σας. Ο σεβασμός που τρέφεις για τον πνευματικό σου είναι η ίδια η αλυσίδα που σου απαγορεύει να δεις το βέβηλο παιχνίδι που εξελίσσεται κάτω από τη μύτη σου. Όσο εσείς μοιράζεστε ποιοτικό χρόνο και σχεδιάζετε την αναβάθμιση της ενορίας, ο Ιερέας σχεδιάζει την αναβάθμιση της δικής του κυριαρχίας πάνω στην Ανδρομάχη.»
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:





'



