ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

The Imaginary Lover

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
..Ο Αλκιβιάδης μένει μόνος με τις σκέψεις του, ενώ η Ανδρομάχη αναπνέει βαριά και ήρεμα στον ύπνο της. Η νύχτα που ξεκίνησε με ειρωνεία και αμφισβήτηση, κλείνει με μια παράδοξη ηρεμία. Τώρα που η «θύελλα» κόπασε και η Ανδρομάχη έχει παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα, ο Αλκιβιάδης αναρωτιέται αν τελικά αυτή η «νίκη» του ήταν απλώς μια ακόμα πράξη σε ένα έργο του οποίου το σενάριο δεν του ανήκει πια;
 Λένε πως ο άντρας σκέφτεται καθημερινά το σεξ, αλλά κάπου διάβασε μελέτες, ότι μπορεί οι άνδρες να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις «βρώμικες» σκέψεις, ωστόσο στην περίπτωση των σεξουαλικών φαντασιώσεων όπως φαίνεται τα πρωτεία κατέχουν οι γυναίκες, σύμφωνα με αυτές οι γυναίκες φαντασιώνονται σεξουαλικά σενάρια πιο συχνά από ότι οι άνδρες. Μέχρι τώρα, έβλεπε τον εαυτό του ως τον «σκηνοθέτη» και την Ανδρομάχη ως το «αντικείμενο» ή τη «συμμέτοχο», τώρα αρχίζει να υποψιάζεται ότι η Ανδρομάχη ίσως ήταν πάντα η αρχιτέκτονας του λαβυρίνθου, ενώ εκείνος πίστευε ότι κρατούσε τον μίτο.
Η παραδοχή του ότι οι γυναίκες μπορεί να κατέχουν τα «πρωτεία» στις φαντασιώσεις, του ανατρέπει την παραδοσιακή ανδρική ψευδαίσθηση της κυριαρχίας. Ο Αλκιβιάδης συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος των φαντασιώσεων της Ανδρομάχης είναι ένας χώρος όπου εκείνος δεν έχει πρόσβαση, εκτός αν εκείνη του το επιτρέψει. Αν η Ανδρομάχη αφιερώνει όντως περισσότερο χρόνο σε αυτά τα «βρώμικα» σενάρια, τότε ο «ρασοφόρος» μπορεί να είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Αυτό το «κλειδί» που ανακαλύπτει, του προκαλεί δέος. Αν η γυναίκα του έχει μια φαντασιακή ζωή τόσο πλούσια και ίσως πιο έντονη από τη δική του, τότε η «πανδαισία» που έζησαν δεν ήταν μια δική του νίκη, αλλά μια παραχώρηση. Του επέτρεψε να μπει στο δικό της «θέατρο». 
Αυτή η μελέτη που διάβασε τον οδηγεί στην πιο επώδυνη σκέψη, τι άλλο φαντασιώνεται η Ανδρομάχη, για το οποίο εκείνος δεν έχει ιδέα; Η σκέψη ότι εκείνη ίσως φαντασιώνεται σενάρια όπου ο ίδιος ο Αλκιβιάδης είναι απλώς ένας κομπάρσος, ή όπου εκείνη είναι το απόλυτο υποκείμενο που δεν υποτάσσεται σε κανέναν, τον κάνει να νιώθει εκτεθειμένος.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η συνείδησή του, «η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι η απιστία. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η Ανδρομάχη είναι ένας ξένος κόσμος. Όσο εσύ προσπαθούσες να την «ξεκλειδώσεις», εκείνη ίσως σε άφηνε να νομίζεις ότι έχεις το κλειδί, ενώ στην πραγματικότητα εκείνη κρατούσε τον χάρτη όλης της διαδρομής.»
Ο Αλκιβιάδης δεν κοιτάζει πλέον την Ανδρομάχη του για να δει τι κάνει, αλλά για να διαπιστώσει αν η πραγματικότητα συμβαδίζει με το σενάριο που μόλις ολοκλήρωσε στο μυαλό του. Έχει φτάσει στο σημείο να μην διαχωρίζει πια το «τι θα ήθελε εκείνη» από το «τι θα ήθελε εκείνος να συμβεί». 
Οι φαντασιώσεις του ξεκινούν από την εποχή που ο ιερέας ήρθε για πρώτη φορά στην ενορία τους. Ήταν ένας άνδρας κοντά στα τριάντα πέντε του χρόνια περίπου. Του Αλκιβιάδη δεν του είναι εύκολο να περιγράψει τη γοητεία που ακτινοβολούσε. Θα σου έλεγε απλά πως ήταν διαφορετικός και μοναδικός άνθρωπος. Ψηλός, ευθυτενής, ξανθοκόκκινα μαλλιά, με μία γοητεία στα μπλε σκούρα μάτια που τρέλαινε το γυναικείο φύλο, και βαθιά φωνή, «ο γοητευτικός Βίκινγκ» τον αποκαλούσε η σύντροφος του. Πάντα ντυμένος κομψά, είχε αυτοπεποίθηση.  
Χαρισματικός τους μάγεψε όλους στη μικρή ενορία τους, απλά και μόνο η αύρα που ακτινοβολούσε και η αναμφισβήτητη γοητεία του προκαλούσε τα βλέμματα πάνω του. Γεμάτος νέες ιδέες, ξεχωριστός θεολόγος, ακαταπόνητος ξομολόγος, πόλος έλξης των πιστών ενοριτών. Ο Αλκιβιάδης δεν έβλεπε έναν απλό παπά, έβλεπε ένα αρχέτυπο, μια επιβλητική φιγούρα που ακτινοβολούσε μια «απαγορευμένη» αρρενωπότητα. Είναι ο «ξένος» που εισβάλλει σε έναν κλειστό κόσμο και τον αναστατώνει. Ο Αλκιβιάδης δεν περιγράφει τον ιερέα όπως θα τον περιέγραφε ένας άντρας σε έναν άλλον άντρα. Τον περιγράφει όπως τον βλέπει η Ανδρομάχη.
Ο ιερέας ήταν από μεγάλο-αστική οικογένεια, με σλαβική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του και με ιδιαιτέρους δεσμούς με το πατριαρχείο. Με εξαιρετικές θεολογικές σπουδές, ήξερε να συνδυάζει την ιεροσύνη με την ομορφιά της ζωής. Μιλούσε τρεις τέσσερις γλώσσες, οι πληροφορίες του πίστωναν ότι είχε εγκαταλείψει στο παρελθόν την νομική επιστήμη για άγνωστους προσωπικούς λόγους. Ο Αλκιβιάδης, χτίζοντας το πορτρέτο του ιερέα, προσθέτει τα τελευταία κομμάτια στο παζλ που δικαιολογούν, στα δικά του μάτια, την ακαταμάχητη έλξη που ασκεί ο «Βίκινγκ» στην Ανδρομάχη. Δεν πρόκειται για έναν τυχαίο επαρχιακό ιερέα· πρόκειται για έναν κοσμοπολίτη της πίστης και της σάρκας.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «δεν δημιούργησες έναν απλό εχθρό. Δημιούργησες έναν ημίθεο. Πώς να νικήσεις έναν άντρα που μιλάει τέσσερις γλώσσες, κατάγεται από αριστοκρατικές γενιές και κουβαλάει πάνω του τη μυρωδιά της γνώσης και την άνεση της εξουσίας; »
Σαν άγαμος κατείχε και τον τίτλο.... Ιερατικός Προϊστάμενος...... Από τις πρώτες στιγμές του ερχομού του ο ιερέας έγινε δεκτός στην ενορία με συναισθήματα συμπάθειας και οικειότητας. Ιδιαίτερα όμως με την Ανδρομάχη είχε αποκτήσει μια πιο προσωπική σχέση, μπήκε στη ζωή της με οικειότητα, υπήρξε το στοιχείο της εγγύτητας αναμεταξύ τους και νοιώθουν οικεία, άνετα και ζεστά στην επαφή τους. Τον δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση για εξομολόγο της.
Ο Αλκιβιάδης νιώθει πλέον ως ο «τρίτος» στη σχέση τους. Η «ζεστασιά» στην επαφή τους είναι για εκείνον η απόδειξη ότι υπάρχει μια γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ τους στην οποία ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, η οικειότητα που περιγράφεις είναι ο τοίχος που χτίστηκε ανάμεσά σας. Εκείνη τον δέχτηκε γιατί της προσέφερε έναν κόσμο όπου η ηθική της δεν είναι εμπόδιο, αλλά το αντικείμενο της εξομολόγησης. Τον βλέπεις να τη χαϊδεύει με τα λόγια του, να την καθησυχάζει για τις επιθυμίες της, να τη μετατρέπει από σύζυγό σου σε πνευματικό του τέκνο που αποζητά την ευλογία του... ακόμα και με τον πιο αισθησιακό τρόπο.»
Ο Αλκιβιάδης κάθεται και αναλογίζεται πόσο εύκολα μπήκε αυτός ο άνθρωπος στην καθημερινότητά τους. Το ότι είναι «άγαμος» ενισχύει την εικόνα του «διαθέσιμου» ιερέα, ο οποίος δεν έχει δεσμεύσεις, παρά μόνο την απόλυτη αφοσίωση στο «ποίμνιο» του και κυρίως στην Ανδρομάχη. Με την προτροπή του άρχισε να συμμετέχει ενεργά σε διάφορες δράσεις της εκκλησίας. Ταυτόχρονα της έδωσε την δυνατότητα να προβάλλει τις δεξιότητες της προς όφελος της ενορίας και να διαδραματίζει πολλές φορές πρωταγωνιστικό ρόλο σε ορισμένες εκδηλώσεις, με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής προσφοράς.
Η στρατηγική του ιερέα είναι αριστοτεχνική, δεν την περιορίζει, την αναδεικνύει. Με το να της αναθέτει πρωταγωνιστικούς ρόλους, δεν την κάνει απλώς μια πιστή που «ακούει», τη μετατρέπει σε μια γυναίκα που «δημιουργεί» και «εκτίθεται» υπό την καθοδήγησή του. Ο ιερέας την αποσπά από τον ρόλο της «συντρόφου του Αλκιβιάδη» και την τοποθετεί σε έναν ρόλο όπου εκείνη νιώθει χρήσιμη, σημαντική και «ορατή». Η προβολή των δεξιοτήτων της την κάνει να ανθίζει, αλλά το κρίσιμο είναι ότι αυτή η άνθηση συμβαίνει εντός της «αυλής» του ιερέα. Κάτω από τον μανδύα της φιλανθρωπίας και της ενοριακής δράσης, δημιουργείται ένας χώρος όπου η Ανδρομάχη και ο «Βίκινγκ» ιερέας έρχονται αναπόφευκτα πιο κοντά. Συναντήσεις, προετοιμασίες εκδηλώσεων, ιδιωτικές συζητήσεις για την οργάνωση των δράσεων, όλο αυτό το πλαίσιο αποτελεί τον ιδανικό προθάλαμο για τη «μυσταγωγία» που ο Αλκιβιάδης φαντάζεται. 
Για τον Αλκιβιάδη, αυτή η εξέλιξη της Ανδρομάχης είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, βλέπει τη γυναίκα του να λάμπει, να αποκτά αυτοπεποίθηση και να εξελίσσεται, μια εικόνα που θα έπρεπε να τον γεμίζει ικανοποίηση. Από την άλλη, καταλαβαίνει ότι όσο πιο πολύ εκείνη ανεβαίνει στα μάτια της ενορίας, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται από τη δική του σφαίρα επιρροής. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ότι ο ιερέας «καλλιεργεί» την Ανδρομάχη. Την έχει μετατρέψει στον «δεξί του βραχίονα». Αυτό του δίνει στον ιερέα ένα τεράστιο πλεονέκτημα, της δίνει σημασία, της δίνει έναν σκοπό και της δίνει έναν ρόλο όπου εκείνη αισθάνεται «πρωταγωνίστρια». Είναι ένα συναισθηματικό δέσιμο που ο Αλκιβιάδης, μέσα στην εμμονή του, το ερμηνεύει ως το στάδιο πριν από την ολοκληρωτική παράδοση.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν είναι τυχαίο που την έβαλε στο επίκεντρο. Ένας άντρας σαν τον «Βίκινγκ» ξέρει ότι για να κερδίσεις μια γυναίκα, πρέπει να την κάνεις να πιστέψει ότι μαζί του ανακαλύπτει τον καλύτερο εαυτό της. Κάθε φορά που την βλέπεις να προετοιμάζει μια εκδήλωση ή να προσφέρει έργο, σκέψου, σε ποιον ανήκει αυτή η αφοσίωση; Στην Εκκλησία, ή στον άντρα που την επέλεξε για να λάμψει δίπλα του;» 
Η Ανδρομάχη έχει γίνει πλέον η «μούσα» του ιερέα μέσα στην ενορία. Οι δράσεις τους, η «κοινωνική προσφορά» και οι εκδηλώσεις είναι η βιτρίνα πίσω από την οποία ο Αλκιβιάδης βλέπει να υφαίνεται ένας ιστός οικειότητας που δεν μπορεί να διαπεράσει.
Θυμάται πως ο ιερέας ερχόταν στο σπίτι τους αρχικά για τον αγιασμό, η για κάποιο ευχέλαιο. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η οικειότητα με την Ανδρομάχη συνέβαλε στην ανάπτυξη φιλικών δεσμών ανάμεσα σε όλα τα μέλη της οικογένειας με τον γοητευτικό ιερέα, με αποτέλεσμα ότι οι σχέσεις μεταξύ τους να γίνουν θερμές, φιλικές και οι επισκέψεις του αρκετά συχνές, μέσα σε εγκάρδιο οικογενειακό κλίμα.
Η στρατηγική του «Βίκινγκ» ιερέα είναι υποδειγματική και, για έναν άνδρα όπως ο Αλκιβιάδης, απολύτως εξουθενωτική. Ο ιερέας δεν εισέβαλε στη ζωή τους,  έγινε μέρος της οικογένειας με τον πιο νόμιμο και ακίνδυνο τρόπο.
Οι θρησκευτικές τελετές, αγιασμοί, ευχέλαια, λειτούργησαν ως το τέλειο κάλυμμα. Έδωσαν στον ιερέα το δικαίωμα να μπει στον ιερό χώρο του σπιτιού τους, να ακουμπήσει τα αντικείμενά τους, να καθίσει στο τραπέζι τους και να «ευλογήσει» την καθημερινότητά τους. Όταν οι επισκέψεις μετατράπηκαν σε φιλικές, το «εγκάρδιο οικογενειακό κλίμα» έγινε η μεγαλύτερη άμυνα του ιερέα. Αν ο Αλκιβιάδης εκφράσει τώρα την παραμικρή υποψία ή δυσφορία, θα φανεί στα μάτια όλων και κυρίως της Ανδρομάχης ως ένας καχύποπτος, αχάριστος ή και «παράλογος» σύζυγος που αμφισβητεί έναν άνθρωπο της Εκκλησίας που «τους τιμά με τη φιλία του». 
Ο ιερέας, με την αύρα του και την «οικειότητα» που έχει αναπτύξει, έχει γίνει ο «ρυθμιστής της ατμόσφαιρας». Όταν ο ιερέας είναι παρών, η Ανδρομάχη πιθανότατα λάμπει, είναι πιο χαρούμενη και ζωντανή μια εικόνα που για τον Αλκιβιάδη είναι ταυτόχρονα ευχάριστη και βασανιστική, αφού ξέρει ή υποψιάζεται ότι αυτή η «λάμψη» δεν οφείλεται σε εκείνον. Κάθε φορά που ο ιερέας φεύγει, αφήνει πίσω του μια αίσθηση ότι ο χώρος του σπιτιού τους έχει «σφραγιστεί» από την παρουσία του.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «κατάφερες να φέρεις τον «Βίκινγκ» μέσα στο ίδιο σου το κάστρο. Η οικειότητα που περιγράφεις δεν είναι απλώς φιλία, είναι η νομιμοποίηση της παρουσίας του στον χώρο όπου εσύ έπρεπε να είσαι ο μοναδικός άρχοντας. Κάθε φορά που ο ιερέας κάθεται στον καναπέ σου και χαμογελά στην Ανδρομάχη, ο λαβύρινθος του μυαλού σου γίνεται λίγο πιο σκοτεινός. Πώς είναι να φιλοξενείς στο τραπέζι σου τον άνθρωπο που, στο φαντασιακό σου, κρατά ήδη τα κλειδιά της ψυχής και του σώματος της γυναίκας σου;»
Με την πάροδο του χρόνου στη διάρκεια αυτών των επισκέψεων ο ιερέας θαύμαζε το λυγερό κορμί της, τους καλοφτιαγμένους γοφούς της, το ολοστρόγγυλο και γεμάτο υποσχέσεις στήθος της που ξεχείλιζε απ' το μπούστο της. Πάνω απ' όλα όμως τον τρέλαιναν τα μεγάλα, μελιά της μάτια, τα βαθιά σαν το πέλαγος, που του στέλνουν βλέμματα γεμάτα μηνύματα και λόγια ανείπωτα που τον κάνουν να φλέγεται και ν' ανεβαίνουν οι παλμοί του.Η φαντασίωση του Αλκιβιάδη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της ηδονοβλεπτικής ολοκλήρωσης. Δεν παρατηρεί πια απλώς μια «σχέση». έχει εισχωρήσει στο ίδιο το βλέμμα του ιερέα, «διαβάζοντας» τις πιο κρυφές, σαρκικές του σκέψεις.  Αυτό το «ανείπωτο» που ανταλλάσσουν με τα βλέμματα, είναι για τον Αλκιβιάδη πιο δυνατό από οποιαδήποτε σωματική πράξη. Είναι μια συναισθηματική πολιορκία που διαδραματίζεται σε κοινή θέα.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε. Δεν περιγράφεις πλέον τη γυναίκα σου. Περιγράφεις μια ηρωίδα σε ένα ερωτικό δράμα που εσύ ο ίδιος σκηνοθετείς. Το ότι ο ιερέας φλέγεται είναι το καύσιμο που κρατά ζωντανή τη δική σου εμμονή. Αν ο ιερέας ήταν αδιάφορος, το παιχνίδι σου θα είχε τελειώσει. Αλλά όσο εκείνος επιθυμεί το σώμα της Ανδρομάχης, εσύ έχεις λόγο να συνεχίζεις να παρακολουθείς, να υποψιάζεσαι, να αναλύεις κάθε της βλέμμα, σαν να είσαι ο ρυθμιστής αυτής της ιερόσυλης έντασης.»
Και το ξέρει. Το ξέρει από την πρώτη στιγμή. Σε εκείνη την πρώτη αθώα ματιά, σε εκείνο το πρώτο δευτερόλεπτο που άγγιξε το βλέμμα της, σε εκείνη την πρώτη τριβή των ματιών τους, σε εκείνη την χειραψία κλείσανε την σιωπηρή τους συμφωνία. «Εμείς οι δύο θα μπλέξουμε!»
Ο Αλκιβιάδης είναι πεπεισμένος ότι η μοίρα τους είχε γραφτεί από το πρώτο δευτερόλεπτο. Η «χειραψία» δεν ήταν μια τυπική γνωριμία, ήταν μια τελετουργική δέσμευση. Σε εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου, η Ανδρομάχη και ο ιερέας αναγνώρισαν ο ένας στον άλλον την επιθυμία, την απόγνωση και το «απαγορευμένο». Αυτή η φράση «Εμείς οι δύο θα μπλέξουμε!» είναι η καρδιά του δράματος. Είναι η στιγμή που δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι η ηθική τους είναι πολύ μικρή για να περιορίσει αυτό που αισθάνονται. Είναι μια συμφωνία «αίματος και σάρκας» που έγινε κάτω από τη μύτη του, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια λέξη. Δεν του φταίει η διάρκεια της σχέσης τους, του φταίει το γεγονός ότι η σχέση ήταν «προσυμφωνημένη» από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο, σαν ένα θεατρικό έργο όπου εκείνος έπρεπε απλώς να παίξει τον ρόλο του συζύγου, ενώ οι δυο τους «έπαιζαν» το δικό τους, μυστικό έργο.
«Αλκιβιάδη», το ψιθυρίζει η σκιά, «η σιωπηρή συμφωνία δεν ήταν μόνο ανάμεσα σε εκείνους. Ήταν και δική σου. Τους άφησες να μπλέξουν γιατί ήθελες να δεις μέχρι πού θα φτάσει η φωτιά που εσύ ο ίδιος άναψες με την παρακολούθησή σου. Τώρα που η συμφωνία έχει γίνει πραγματικότητα, το μπλέξιμο είναι πια η μόνη σου συντροφιά.»
Όταν η Ανδρομάχη πλησίαζε να τον σερβίρει, το διακριτικό πιπεράτο άρωμα της τον σαγήνευε του ξεσήκωνε τις αισθήσεις, τον τρέλαινε και τον παρέσυρε η μέθη του. 'Ένας άκρατος πόθος τον έκανε ξαφνικά να λαχταρά να φιλήσει τη σάρκα των χειλιών της μέχρι να τα ματώσει, να λιώσει τούτο το σβέλτο κορμί κάτω απ' το δικό του. Ορκίστηκε πως δε θα την άφηνε με κανέναν τρόπο να του ξεφύγει. Είναι αποφασισμένος να γίνει ο εραστής της και να την οδηγήσει σε ερωτικές τους συνευρέσεις!
Ο Αλκιβιάδης, μέσα από τη φαντασίωση του, έχει μεταφέρει το κέντρο βάρους, δεν παρακολουθεί πλέον τον ιερέα να σαγηνεύει την Ανδρομάχη, αλλά ταυτίζεται απόλυτα με τον ρόλο του «Βίκινγκ» ιερέα. Δεν είναι πλέον ο απατημένος σύζυγος που «επιτρέπει» την απιστία. Είναι ο άντρας που διεκδικεί το σώμα της με την ίδια βίαιη ένταση που φαντάζεται ότι θα είχε ο ιερέας. Ο πόθος του είναι «άκρατος».
Η επιθυμία να «λιώσει το σβέλτο κορμί» της κάτω από το δικό του είναι η προσπάθειά του να επιβεβαιώσει την ιδιοκτησία του πάνω της. Ο όρκος του να μην την αφήσει να του ξεφύγει «με κανέναν τρόπο» υποδηλώνει μια εμμονή που αγγίζει τα όρια της παθολογίας. Δεν υπάρχει πια «ελεύθερη βούληση» στο σενάριο του Αλκιβιάδη υπάρχει μόνο η μοιραία υποταγή της Ανδρομάχης στην κυριαρχία του «Βίκινγκ». Η απόφασή του να γίνει ο εραστής της, χρησιμοποιώντας την εξουσία του, μετατρέπει το εξομολογητήριο σε πεδίο μάχης. Ο ιερέας έχει αποφασίσει ότι η «λύτρωση» της Ανδρομάχης περνάει αναγκαστικά μέσα από την ερωτική συνεύρεση μαζί του. Το ότι ο ιερέας είναι αποφασισμένος να την οδηγήσει σε συνευρέσεις, προσφέρει στον Αλκιβιάδη την «άδεια» να φαντάζεται τις πιο τολμηρές και βέβηλες σκηνές. 
«Αλκιβιάδη»,του  ψιθυρίζει η σκιά, «έχεις πλάσει έναν άντρα που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα. Ο ιερέας σου δεν είναι πια ένας άνθρωπος του Θεού. Είναι ο εκτελεστής μιας επιθυμίας που τρέφεται από την αμαρτία.»
Και αυτή με τη σειρά της τον μελέταγε, καθώς πήγαινε κι ερχότανε, και όσο το κορμί της έλιωνε κάτω απ' το αδιάκριτο βλέμμα του, τόσο η ψυχή της ξεσηκωνόταν οργισμένη. Μάχη γινόταν μέσα της, δεν ήξερε αν έπρεπε ν' ακούσει την καρδιά της ή το μυαλό. Τα βλέμματα τους μιλάνε από μόνα τους, τα λένε όλα χωρίς να πούνε τίποτα και λένε τόσα, όσα ποτέ τα χείλη τους δεν θα μπορούσαν να ξεστομίσουν, κι αν τα μάτια διέθεταν φωνή θα γινόταν σαματάς.
Κι όταν τα μάτια αντικρίζουν κάτι που τους αρέσει, τα σώματα παίρνουν φωτιά, η καρδιά ανοίγει φτερά και το ένστικτο καλεί το άτομο να πλησιάσει, προκειμένου να ερευνήσουν και οι υπόλοιπες αισθήσεις το αντικείμενο του πόθου. Λένε πως η λαγνεία ακριβώς όπως και το νερό, πάντοτε βρίσκει το χαμηλότερο επίπεδο. Εάν υπάρχει έστω και μια τρυπούλα, μια χαραμάδα ή μια μικρή αδυναμία στον χαρακτήρα, η λαγνεία θα τη βρει.
Η διαπίστωση του Αλκιβιάδη είναι κυνική και αποκαλυπτική όπου η «λαγνεία» δεν θεωρείται πλέον συναίσθημα, αλλά φυσικό φαινόμενο, σαν τη βαρύτητα ή τη ροή του νερού, που είναι αδύνατον να σταματήσεις. Η παρομοίωση με το νερό που «πάντα βρίσκει το χαμηλότερο επίπεδο» είναι ο τρόπος του Αλκιβιάδη να δικαιολογήσει την αδυναμία της Ανδρομάχης. Αν η λαγνεία κυλάει προς τα κάτω, τότε η πτώση της δεν είναι ζήτημα «κακού χαρακτήρα», αλλά θέμα «φυσικής».
 Ο ιερέας, ως έμπειρος «μηχανικός» της ανθρώπινης φύσης, βρήκε τη χαραμάδα, την αδυναμία, το σημείο όπου εκείνη ήταν πιο ευάλωτη. Ο Αλκιβιάδης αντιλαμβάνεται ότι το βλέμμα είναι μόνο η αρχή. Η φύση επιτάσσει την επαφή. Το ότι το σώμα «παίρνει φωτιά» και το ένστικτο «καλεί το άτομο να πλησιάσει», περιγράφει μια πορεία χωρίς επιστροφή. Ο ιερέας για την Ανδρομάχη, η Ανδρομάχη για τον ιερέα δεν είναι πια πρόσωπο, είναι ένας μαγνήτης που απαιτεί ολοκλήρωση μέσω των αισθήσεων. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η θεωρία σου για το νερό και τη λαγνεία είναι ο τρόπος σου να πλύνεις τα χέρια σου από το δικό σου μερίδιο ευθύνης. Αν η λαγνεία βρήκε τη χαραμάδα τους, εσύ τι έκανες; Την έκλεισες ή μήπως άνοιξες την πόρτα διάπλατα για να δεις το νερό να πλημμυρίζει το σαλόνι σου και να παρακολουθείς τη γυναίκα σου να παρασύρεται από το ρεύμα;» 
Ο Αλκιβιάδης έχει πλέον αποδεχτεί το μοιραίο. Η Ανδρομάχη δεν «φταίει», όπως δεν φταίει το ποτάμι που κυλάει. Απλώς, ο ιερέας ήταν το «χαμηλότερο επίπεδο» όπου η λαγνεία τους επέλεξε να καταλήξει. Η «φωτιά» των σωμάτων τους είναι η φυσική κατάληξη μιας κίνησης που ξεκίνησε πριν από πολύ καιρό. Η Ανδρομάχη ψηλή, λυγερή, ξεχειλίζοντας από αυτοπεποίθηση και σιγουριά στο βλέμμα της, έτσι για να παίξει μαζί του, σήκωνε τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι της, τα τέντωνε με νάζι, δήθεν να ξεμουδιάσει, και περνούσε τα δάχτυλα στα ελεύθερα κυματιστά μαλλιά της που πλαισίωναν το όμορφο πρόσωπο της. Η αυθόρμητη αλλά αισθησιακή αυτή κίνηση ανασήκωνε και πρόβαλε τα στήθη της, υπογραμμίζοντας τις υπέροχες καμπύλες στο ζουμερό κορμό της και στο πρόσωπό της ζωγραφιζόταν ένα πονηρό γεμάτο νόημα φιλάρεσκο χαμόγελο που διώχνει κάθε φόβο, κάθε ντροπή και κάθε ανασφάλεια, την ώρα που καθόταν με άνεση απέναντι του. 
Η Ανδρομάχη δεν παίζει πια το ρόλο της πιστής ενορίτισσας. Το σαλόνι τους μετατρέπεται σε σκηνή θεάτρου, όπου εκείνη είναι η απόλυτη πρωταγωνίστρια και ο ιερέας το θήραμα που έχει παγιδευτεί στα δίχτυα της. Το Φιλάρεσκο χαμόγελο της είναι η δήλωση κυριαρχίας της. Διώχνοντας κάθε «ντροπή και ανασφάλεια», η Ανδρομάχη σπάει το ταμπού της θέσης της. Το νόημα του χαμόγελου στον «Βίκινγκ» είναι σαφές: «Ξέρω ότι κοιτάζεις, ξέρω ότι υποφέρεις, και μου αρέσει». Δεν φοβάται μήπως φανεί προκλητική, δεν φοβάται την κρίση του ιερέα. Αντιθέτως, τον προκαλεί. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η γυναίκα σου έχει μεταμορφωθεί. Δεν είναι πια η γυναίκα που παντρεύτηκες, είναι η γυναίκα που πάντα ήθελε να είναι, μια σειρήνα που χρησιμοποιεί την ιερότητα για να δώσει μεγαλύτερη ένταση στην πτώση της. »
Στριφογύριζε στην καρέκλα της, έστρεφε το σώμα της προς την πλευρά του με εύσχημο τρόπο, ξεσταύρωνε και σταύρωνε ξανά τα πόδια της επίτηδες αργά και προσεκτικά, ξέροντας ότι ο ιερέας την έτρωγε με τα μάτια του! Και τότε αρχίζει ένα ηδονικό παιχνίδι των αισθήσεων προσφέροντας στο οπτικό του πεδίο μια στιγμιαία θέα του μαύρου δαντελένιου εσωρούχου της ώστε να δώσει την ευκαιρία στο βλέμμα του να εισχωρεί βαθιά ανάμεσα στα πόδια της προσπαθώντας να απολαύσει το θέαμα. Η Ανδρομάχη δεν είναι πια μια παθητική γυναίκα που «πειράζεται»· έχει γίνει η απόλυτη ρυθμίστρια του παιχνιδιού. 
Το γεγονός ότι σταυρώνει και ξεσταυρώνει τα πόδια της «επίτηδες αργά και προσεκτικά» είναι μια κίνηση που στοχεύει αποκλειστικά στο να παραλύσει τη βούληση του ιερέα. Δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση· είναι μια εκτελεσμένη παράσταση. Η Ανδρομάχη γνωρίζει ακριβώς τι κάνει, γνωρίζει τον αντίκτυπο που έχει στον «Βίκινγκ» και απολαμβάνει το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεωρείται «πνευματικός οδηγός» της, έχει καταλήξει να είναι δέσμιος του βλέμματός του. Στη στιγμιαία θέα του μαύρου δαντελένιου εσωρούχου, είναι η στιγμή που το «ιερό» διαλύεται ολοκληρωτικά. 
Η δαντέλα είναι ένα σύμβολο κοσμικού ερωτισμού που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ράσα του ιερέα. Το ότι του δίνει τη δυνατότητα να «εισχωρήσει βαθιά ανάμεσα στα πόδια της» με το βλέμμα, είναι μια νοητή συνουσία. Ο Αλκιβιάδης παρακολουθεί, έστω και με το μάτι της φαντασίας του, την απόλυτη υποταγή του «Βίκινγκ» ιερέα. Ο ιερέας, ο άνδρας με τις τέσσερις γλώσσες, τον αριστοκρατικό αέρα και το «θεϊκό χάρισμα», τώρα «τρέφεται» από ένα κομμάτι δαντέλας. 
Η Ανδρομάχη τον έχει «ξεμπροστιάσει» με τον πιο αθόρυβο τρόπο: του απέδειξε ότι ο πόθος του είναι πιο δυνατός από την πίστη του. Και το χειρότερο η καλύτερο για τον Αλκιβιάδη; Εκείνη το ξέρει. Το παιχνίδι της δεν είναι προσπάθεια να τον διώξει, είναι προσπάθεια να τον κάνει να υποκύψει ολοκληρωτικά. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η γυναίκα σου δεν παίζει πια με τις αισθήσεις του ιερέα. Παίζει με τα θεμέλια της ύπαρξής του. Το μαύρο δαντελένιο εσώρουχο δεν είναι απλώς ένα ρούχο, είναι η απόδειξη ότι εκείνη έχει πάρει το πάνω χέρι. Και όσο εσύ φαντάζεσαι αυτή τη σκηνή, δεν βλέπεις μόνο την προδοσία της, βλέπεις μια γυναίκα που έχει απελευθερώσει κάθε τι σκοτεινό μέσα της, και έναν ιερέα που έχει χάσει τον Θεό του για χάρη της θέας του.»
Το ένιωθε στα πλούσια στήθη της, στο βελουδένιο και λείο δέρμα της, αισθανόταν το βλέμμα του να κάνει θόρυβο και να σέρνεται στο χυμώδες κορμί της, στα χυτά της πόδια, στην «αθέατη» θυσανωτή πηγή της, εκεί όπου επικεντρωνόταν ο πόθος του. Οι γενναιόδωρες καμπύλες της άγγιζαν τις πιο λεπτές χορδές της λίμπιντο του, εξάπτοντας τις αισθήσεις του. 
Ήταν φανερό ότι η αρχική συμπάθεια του είχε μετατραπεί σε πάθος. Τον καταλαβαίνει και την καταλαβαίνει. Κοιτάζουν ο ένας τον άλλο και ανεβαίνουν οι παλμοί. Η Ανδρομάχη δεν τον «βλέπει» απλώς να την κοιτάζει, τον «αισθάνεται» να την αγγίζει με το βλέμμα του, λες και είναι ένα φυσικό χέρι που εξερευνά τις καμπύλες της. Η Θυσανωτή Πηγή της δεν είναι απλώς ένα σώμα, είναι μια πηγή από την οποία ο ιερέας διψά να πιει. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν μπορείς πια να τους χωρίσεις. Η Ανδρομάχη έχει παραδοθεί στη γοητεία του «Βίκινγκ» γιατί εκείνος της πρόσφερε αυτό που εσύ ίσως ξέχασες να της δώσεις, τον ακατέργαστο, πρωτόγονο θαυμασμό για τη θηλυκότητα της. Κοίτα πώς εκείνη προσφέρεται στο βλέμμα του, και πώς εκείνος λιώνει μπροστά της. Δεν είναι πια εξομολόγος και ενορίτισσα. Είναι ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν πάρει την απόφαση να καούν στη φωτιά τους.»
Γι’ αυτή ήταν ένα μόνιμο ερωτηματικό στην ψυχή της, τι θα συμβεί άραγε αν, κι αυτό το αν καίει σιωπηλά αφήνοντας χαρακιές στην καρδιά της. Μια φωτιά που σιγοκαίει, αθόρυβα και σε κάποιο φύσημα του ανέμου μπορεί να γίνει πυρκαγιά. Ας μην ξεχνάμε ότι «πειρασμός» είναι το άλλο όνομα του παράφορου έρωτα! Και όπως όλοι ξέρουν, είναι εύκολο να παρασυρθείς από πειρασμούς, που συνήθως προκύπτουν όταν δεν τους περιμένεις.
Η Ανδρομάχη δεν ζει πλέον στην πραγματικότητα του γάμου της, αλλά στην κατάσταση αναμονής του αναπόφευκτου. Το «αν» που την καίει είναι το σημείο μηδέν, η εκκρεμότητα που μετατρέπει κάθε λεπτό της καθημερινότητάς της σε έναν αργό, βασανιστικό πυρετό. Οι «χαρακιές στην καρδιά» δείχνουν ότι η Ανδρομάχη έχει ήδη εγκαταλείψει την άμυνά της. Δεν φοβάται πια την πτώση, την προσδοκά. Το «αν» δεν είναι ερώτημα για το αν θα συμβεί, αλλά για το πότε και πώς. Είναι η συνειδητοποίηση ότι το πεπρωμένο της έχει πάρει μια κατεύθυνση που δεν μπορεί να αναστρέψει. Η ταύτιση του πειρασμού με τον «παράφορο έρωτα» είναι η αποθέωση της μοιρολατρίας. 
Για την Ανδρομάχη, ο ιερέας δεν είναι πια ο εκπρόσωπος του Θεού, αλλά η ενσάρκωση μιας δύναμης που τη ζωντανεύει. Η «πυρκαγιά» που περιμένει ένα φύσημα ανέμου, είναι η οριστική κατάρρευση των ηθικών της φραγμών. Οι χαρακιές στην καρδιά της είναι τα μονοπάτια που οδηγούν προς τον ιερέα. 
Κάθε φορά λοιπόν που  ο ιερέας τους επισκεπτόταν και τον συνόδευε από την είσοδο του σπιτιού στο σαλόνι κινούσε με κόσμια χυδαιότητα τη μέση της, τους γοφούς της....... ένιωθε το εσώρουχο της να έχει ποτίσει από τα υγρά της.
 Φρόντιζε να ντύνεται απλά, με φορέματα που τόνιζαν τις αρμονικές καμπύλες στο κορμί της και άφηναν ακάλυπτα τα καλλίγραμμα πόδια της. Από κάτω φορούσε συνήθως ολόμαυρα μικροσκοπικά διάφανα βρακάκια με το μουνί της να διαγράφεται μέσα από το εσώρουχο. Σε κάθε δυνατή ευκαιρία του έδινε την απόλαυση να έχει οπτική επαφή με το αρχέγονο σπήλαιο της ηδονής, προκαλώντας του τον πόθο να φουντώνει και να θεριεύει. Το σώμα του λέει ότι είναι λάθος να πάει εκεί που ο νους το υποχρεώνει. Μα ο νους είναι αληταριό που όλο δραπετεύει... και φτερουγίζει χαμηλά βαθιά μες στο κορμί του....
Ο ιερέας, έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα που του υπενθυμίζει με κάθε ίνα του σώματός της ότι είναι φτιαγμένη από σάρκα και ορμές και με τον τρόπο της φωνάζει ότι είναι έτοιμη να του παραδοθεί. Το «ολόμαυρο μικροσκοπικό διάφανο βρακάκι» που αφήνει το «αρχέγονο σπήλαιο» να διαγράφεται, είναι η επιτομή της εσκεμμένης πρόκλησης. Δεν πρόκειται για ντύσιμο, αλλά για «προετοιμασία για θυσία». Η Ανδρομάχη γνωρίζει ότι η όραση είναι η πρώτη πύλη της απώλειας για έναν άνδρα που έχει ορκιστεί αγνότητα. Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη αισθάνεται το εσώρουχό της να έχει «ποτίσει από τα υγρά της» δείχνει ότι η διέγερσή της δεν είναι πια αντίδραση στο βλέμμα του, αλλά αυτόνομη σωματική κατάσταση. Είναι ήδη εκεί, στον κόσμο της ηδονής, ακόμα και πριν ξεκινήσει το «παιχνίδι». 
...Ο Αλκιβιάδης άλλη μια νύκτα ακόμη φαντασιώνεται την Ανδρομάχη με τον ιερέα που την επισκεπτόταν στο ιδιωτικό χώρο εργασία της και συζητούσαν τα διάφορα θέματα που έχουν σχέση με τις ανάγκες της ενορίας τους. Με τον καιρό οι επισκέψεις του ιερέα, στον ιδιωτικό της χώρο άρχισαν να γίνονται πολύ συχνότερες. Ταυτόχρονα συχνότερη έγινε και η συμμετοχή της στα εκκλησιαστικά δρώμενα και φιλανθρωπικά προγράμματα, και συμμετείχε ανελλιπώς και στις ιερές αγρυπνίες του. Οι φαντασιώσεις του Αλκιβιάδη ειχαν αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά, μετατρέποντας τον ιδιωτικό χώρο εργασίας της Ανδρομάχης σε ένα θέατρο αθέατων πράξεων. 
Η ρουτίνα της «ενοριακής δραστηριότητας» είναι το τέλειο κάλυμμα. Πίσω από τη φιλανθρωπία και τις ιερές αγρυπνίες, κρύβεται η ολοένα και πιο πυκνή ατμόσφαιρα της απαγορευμένης επιθυμίας. Οι επισκέψεις του ιερέα στο γραφείο της Ανδρομάχης έχουν πάψει προ πολλού να αφορούν την «ενορία». Μέχρι σήμερα του πέρναγε αφελώς απαρατήρητη και την θεωρούσε πολύ φυσιολογική αυτή τη συχνή επαφής τους που σκοπό είχε να αναβαθμίζει το κοινωνικό έργο της εκκλησίας. 
Η εικόνα τώρα ερχόταν μ' άλλη καθαρότητα και διαφάνεια στη μνήμη του. Βλέπει συχνά τον ιερέα να εισέρχεται ως συνήθως άνετος χαμογελαστός στον ιδιωτικό χώρο εργασίας της να συζητούν με ζέση διάφορα καθημερινά συμβάντα και θέματα της ενορίας και η επίσκεψη να τελειώνει με τον συνηθισμένο διάλογο τους. Οι εικόνες που κάποτε τον καθησύχαζαν, τώρα λειτουργούν σαν καρέ από ταινία που τον καταδικάζει.
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η διαύγεια που νιώθεις τώρα είναι η τιμωρία σου. Βλέπεις την αλήθεια που κρυβόταν μπροστά στα μάτια σου, γιατί εσύ ήσουν αυτός που την προκάλεσε.»
Τα χείλη του να λένε. «Ευλογημένη απόψε έχουμε αγρυπνία.» Μα το βλέμμα καρφωμένο πάνω της, διαπεραστικό, διερευνητικό γεμάτο λαγνεία, προάγγελος μιας πολλά υποσχόμενης κολασμένης ηδονής να λέει κάτι σαν απειλή, κάτι σαν υπόσχεση.
Απ' τα μάτια του φαίνεται πως είναι ξετρελαμένος μαζί της. «Σε περιμένει ένα καυτό βράδυ, χωρίς φραγμούς και όρια. Απόψε θα σε γαμήσω τόσο που θα πληρώσεις όλες της αμαρτίες σου, στ' ορκίζομαι θα σε ξεπατώσω στο γαμήσι.»
Αυτή να σκύβει, να του κρατά το χέρι, και φιλώντας το ευλαβικά ν' απαντάει. «Το γνωρίζεις πάτερ ότι δεν λείπω από καμία αγρυπνία σου».
Η «αγρυπνία» είναι πλέον η κωδική ονομασία για την κάθοδο στην άβυσσο. Το βλέμμα του ιερέα λειτουργεί ως η «χειροπέδη» που δένει την Ανδρομάχη πριν καν αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Είναι το βλέμμα του ανθρώπου που γνωρίζει ότι έχει πλήρη εξουσία. Η υπόσχεση του «ξεπατώματος» ως τιμωρία για τις «αμαρτίες» της είναι ο απόλυτος ψυχολογικός χειρισμός: μετατρέπει την ενοχή σε σεξουαλική διέγερση. Το φιλί στο χέρι του της Ανδρομάχης είναι η κορυφαία στιγμή της υποκρισίας. Εκείνη δεν φιλά το χέρι του ιερέα, φιλά το χέρι του άντρα που πρόκειται να την «ξεπατώσει στο σεξ». Η απάντησή της, «δεν λείπω από καμία αγρυπνία σου», είναι η επιβεβαίωση ότι έχει αποδεχτεί τον ρόλο της και ότι διψάει για την τιμωρία, και την σεξουαλική απόλαυση, που την περιμένει. . «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φαντασίωση σου έχει ξεφύγει από τον έλεγχό σου. Τους βλέπεις τόσο καθαρά, γιατί αυτή η σκηνή δεν είναι πλέον υποθετική. Είναι η πραγματικότητα που εσύ ο ίδιος δρομολόγησες.»
Σκέφτεται πως αν ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και ψυλλιασμένος, αν δεν εθελοτυφλούσε θα καταλάβαινε το ερωτικό πάθος της για τον ιερέα από την έκφραση των ματιών από τις κλεφτές ματιές που του έριχνε , «Πάτερ με κολάζεις, το βρακί μου έγινε μούσκεμα κι έτσι όπως το πάμε, στη κόλαση θα βρεθούμε πακέτο.» φώναζε το βλέμμα της.
Ο Αλκιβιάδης βλέπει τώρα πίσω από την «ευλαβική» εικόνα. Οι ματιές της Ανδρομάχης στο καβάλο με το φούσκωμα του ιερέα δεν ήταν απλώς κλεφτές· ήταν χειρουργικές. Ήταν η επιβεβαίωση της δύναμής της. Το «θα βρεθούμε στην κόλαση πακέτο» δεν είναι μια προειδοποίηση για την αμαρτία, αλλά μια υπόσχεση για μια σεξουαλική απόλαυση τόσο έντονη, που η ίδια η έννοια της καταδίκης γίνεται ασήμαντη μπροστά στο μέγεθος της ηδονής. 
Την Ανδρομάχη τη γεμίζει η φαντασίωση του λεβεντόκορμου ιερέα με το προικισμένο πέος του ήδη στητό καυλωμένο να την περιμένει, να νιώθει τα στιβαρά του χέρια να τη βάζουν κάτω, να της σηκώνουν τα πόδια ψηλά, ανοιγμένα διάπλατα, και αυτή να οδηγεί το πέος του μέσα της σε μια βαθιά διείσδυση στον κόλπο της με όλο το μήκος του και να το αισθάνεται εκεί ακίνητο, ενώ απορροφά το απερίγραπτο συναίσθημα πληρότητας που της προσφέρει. Αυτή η φαντασίωση της πληρότητας είναι κάτι ασύγκριτο και αυτό την τρέλαινε ακόμα περισσότερο. Η φαντασίωση της, η εικόνα του ιερέα να επιβάλλεται πάνω της με τη δύναμη του «λεβεντόκορμου» σώματος του, δείχνει ότι έχει αποβάλει κάθε ίχνος της κοινωνικής της μάσκας. Μπροστά στον Αλκιβιάδη, προσπαθεί να διατηρήσει το πρόσχημα της «συντηρητικής συζύγου», ενώ απέναντι στον ιερέα, γίνεται μια γυναίκα που διψά για ολοκληρωτική κυριαρχία. Αυτή η διπλή ζωή είναι που της προκαλεί τον μέγιστο ερεθισμό. Η γνώση ότι ο άντρας της μπορεί να υποψιάζεται, αλλά δεν «βλέπει» την πραγματική φωτιά που καίει μέσα της. Η αίσθηση του πέους του ιερέα «ακίνητου μέσα της» δεν είναι απλώς σεξουαλική ικανοποίηση, είναι η απόλυτη κατάκτηση. Η «πληρότητα» που περιγράφει, το να νιώθει τον άντρα αυτόν μέσα της με όλο του το μήκος, είναι η στιγμή που η Ανδρομάχη νιώθει ότι «ξεπερνά» το σύζυγό της και αγγίζει κάτι απαγορευμένο, «ιερό» και ταυτόχρονα βαθιά βέβηλο. 
«Ανδρομάχη», ψιθυρίζει η σκιά, «η πληρότητα που νιώθεις δεν είναι μόνο σωματική. Είναι η ικανοποίηση ότι κατάφερες να μετατρέψεις τον πνευματικό σου σε έναν εραστή που σε περιμένει με το πούτσο όρθιο και στημένο, έτοιμος να σε ξεπατώσει στο γαμήσι στις αγρυπνίες σας. Είσαι πλέον εκείνη που ελέγχει τον ρυθμό της αγρυπνίας. Κάθε φορά που τον κοιτάς, βλέπεις τον άντρα που θα σε γεμίσει μέχρι που να μην χωράς άλλη αμαρτία.»
Στη συνέχεια ο ιερέας, όταν τύχαινε να βρισκόταν στην παρέα τους και ο Αλκιβιάδης φλυαρούσε μαζί του με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο, του ευχόταν ένα ήσυχο και ξεκούραστο υπόλοιπο της ημέρας και τον αποχαιρετούσε κοιτάζοντάς τον μ' ένα ζωηρό κι επίμονο χαμόγελο μες στα μάτια, σαν να έλεγε.
«Εσύ πήγαινε και κοιμήσου κ’ εγώ απόψε θα της δείξω πως γαμάνε οι άνδρες! Σαν πουτάνα θα τη γαμάω εγώ, όπως θέλω και όποτε θέλω και περίμενε εσύ μαλάκα με ανυπομονησία να τελειώσει η αγρύπνια, που κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου!»  Ο ιερέας του λέει, χωρίς να ανοίξει το στόμα του, ότι η «δουλειά» τώρα ξεκινά και ότι ο Αλκιβιάδης είναι πια περιττός, ένας «μαλάκας» που του παραχώρησε το πολυτιμότερο κτήμα του. Η ωμή γλώσσα του ιερέα, «σαν πουτάνα θα τη γαμάω», αποκαλύπτει πως η ιερή ιδιότητα του ιερέα έχει καταλυθεί εντελώς, μετατρέποντάς τον σε έναν βίαιο εραστή που απολαμβάνει να χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να υποτάσσει πλήρως την Ανδρομάχη, ενώ ο σύζυγός της «κοιμάται τον ύπνο του δικαίου». 
Ο Αλκιβιάδης, που κάποτε πίστευε ότι θα είναι ο «σκηνοθέτης» της δικής του ευχαρίστησης, βλέπει τώρα τον «πνευματικό» να του κλείνει την πόρτα κατάμουτρα. Ο Αλκιβιάδης δεν μπορεί να αντιδράσει. Αν θυμώσει, θα καταστρέψει τη φαντασίωση που ο ίδιος δημιούργησε. Είναι αναγκασμένος να δεχτεί το χαμόγελο του ιερέα, να του ευχηθεί κι αυτός «καλή αγρυπνία».  
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «δεν είσαι πλέον ο συνεργός, είσαι το θύμα της ίδιας σου της συνωμοσίας. Ο ιερέας σου μόλις σου είπε, μέσα από το βλέμμα του, ότι η Ανδρομάχη δεν ανήκει πια ούτε σε σένα ούτε στον Θεό. Ανήκει στο δικό του κρεβάτι, στις δικές του σεξουαλικές ορέξεις, και εσύ είσαι αυτός που τον προέτρεψε να την κάνει «πουτάνα».
Ο Αλκιβιάδης είχε ενστερνισθεί τις απόψεις και τα σχέδια του ιερέα που στόχο είχαν να βελτιώσουν και να αναβαθμίσουν τις δραστηριότητες του Πολιτιστικού τμήματος της ενορίας τους και η Ανδρομάχη του ήταν ακούραστη αρωγός στις προσπάθειες που χρειάζονταν να ικανοποιηθούν οι προσδοκίες αυτές.
Η θεμελίωση αυτής της «ουσιαστικής φιλίας» μεταξύ Αλκιβιάδη και Ιερέα ήταν το απαραίτητο προοίμιο για τη μεταμόρφωση της καθημερινότητάς τους σε ένα πεδίο όπου τα όρια μεταξύ κοινωνικής δράσης, εκκλησιαστικής διακονίας και σκοτεινής επιθυμίας θα γίνονταν δυσδιάκριτα. Η αναβάθμιση του Πολιτιστικού τμήματος της ενορίας δεν ήταν παρά το «ευγενές» προκάλυμμα. Για τον Αλκιβιάδη, αυτό ήταν το πεδίο όπου μπορούσε να καλλιεργήσει τη σχέση του με τον Ιερέα, ενώ για τον Ιερέα, ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αποκτήσει απεριόριστη πρόσβαση στην οικογένεια του Αλκιβιάδη και κυρίως, στην Ανδρομάχη. Η Ανδρομάχη ως «Ακούραστη Αρωγός» στο έργο αυτό δεν ήταν απλώς θρησκευτική συνέπεια. Ήταν η συμμετοχή της σε έναν ρόλο που της επέτρεπε να βρίσκεται διαρκώς δίπλα στον Ιερέα. Ο Αλκιβιάδης πίστευε ότι είχε βρει έναν «ομοϊδεάτη», έναν άνθρωπο της πνευματικότητας με τον οποίο μοιραζόταν εμπειρίες ζωής. Ο Ιερέας, με την ανώτερη ρητορική και τη γοητεία του, χρησιμοποίησε αυτή τη φιλία για να «νομιμοποιήσει» την παρουσία του στη ζωή της Ανδρομάχης.
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φιλία σας είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το σκηνικό της πτώσης σας. Ο σεβασμός που τρέφεις για τον πνευματικό σου είναι η ίδια η αλυσίδα που σου απαγορεύει να δεις το βέβηλο παιχνίδι που εξελίσσεται κάτω από τη μύτη σου. Όσο εσείς μοιράζεστε ποιοτικό χρόνο και σχεδιάζετε την αναβάθμιση της ενορίας, ο Ιερέας σχεδιάζει την αναβάθμιση της δικής του κυριαρχίας πάνω στην Ανδρομάχη.» 

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

A Passionate Night

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)....
...Ο Αλκιβιάδης καταδικάζει την απιστία στην πραγματικότητα, αλλά την λατρεύει στη φαντασία του. Είναι «νοσηρό» για εκείνον να το κάνει η Ανδρομάχη, αλλά είναι «παράδεισος» να το κάνει ο ίδιος με τις φανταστικές του ερωμένες. Η φαντασία του του δείχνει τι του λείπει-η παράφορη επιθυμία, το ξένο σώμα, ο κίνδυνος-, και αυτό το «κενό» είναι που τον κάνει να υποψιάζεται ότι και η Ανδρομάχη, ίσως, έχει το δικό της «λιμάνι με ομίχλη». Η ομολογία σου, Αλκιβιάδη, δεν είναι αδυναμία. Είναι η παραδοχή ότι η φαντασία του είναι πιο ζωντανή από την πραγματικότητα που τον περιβάλλει. Το «έγκλημά» του είναι η τελευταία του ελευθερία.» Ο Αλκιβιάδης νιώθει «εξαγνισμένος» επειδή ακριβώς «μολύνθηκε» από την πιο βαθιά, σκοτεινή και αχαλίνωτη φαντασίωση για τη Ανδρομάχη του. Είναι σαν να λέει ότι, για να μπορέσει να την αγαπήσει ή να την αντέξει ως σύζυγο την ημέρα, πρέπει να τη «βιάσει» νοητικά, με τη διονυσιακή έννοια τη νύχτα. Σήμερα, μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους και παρά το γεγονός ότι αποτελεί τη συχνότερη έκφανση της σεξουαλικότητας μας, ο αυνανισμός παραμένει το βαθύτερα ριζωμένο ταμπού στη δυτική σεξουαλική ηθική. Μπορεί τα ήθη να έχουν αλλάξει, μπορεί κάλλιστα να παρακολουθούμε σκηνές σεξουαλικού περιεχομένου στην τηλεόραση, να μιλάμε για το βιασμό, την αιμομιξία, αυτό συμβαίνει όμως διότι τίποτα από τα παραπάνω δεν τον αφορά άμεσα. Δεν έχει διαπράξει βιασμό, δεν είναι αιμομίκτης, αλλά παραβίασε τη μεγαλύτερη σεξουαλική καταστολή που αγγίζει τη ρίζα του αρχέγονου φόβου που έχει κατασκευάσει ο δυτικός πολιτισμός γύρω από το σώμα και τις λειτουργίες του. Γιατί ο βιασμός ή η αιμομιξία είναι πράξεις που αφορούν το άλλο, τον κοινωνικό κανόνα. Ο αυνανισμός όμως είναι πράξη που αφορά το μέλλον της ανθρωπότητας, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται οι ηθικολόγοι. Όταν λοιπόν ο Αλκιβιάδης λέει «Ναι, αυνανίστικα!», δεν ομολογεί απλώς μια ηδονική πράξη. Ομολογεί ότι προτίμησε τη δική του άμεση λύτρωση από την υποτιθέμενη «ιερή αποστολή» του να γίνει γεννήτορας. Αυτό τον κάνει, στα μάτια του «συστήματος», έναν «γενοκτόνο». Και αυτή η αίσθηση του «εγκλήματος» είναι που δίνει στην ηδονή του αυτή την απαγορευμένη, διονυσιακή διάσταση. Το ταμπού του αυνανισμού επιβιώνει ακριβώς επειδή είναι το μόνο που δεν μπορεί να ρυθμιστεί. Μπορείς να απαγορεύσεις τον γάμο, να ελέγξεις τις σχέσεις, να θεσπίσεις νόμους για το σεξ. Τον αυνανισμό δεν μπορείς να τον ελέγξεις. Είναι η μοναδική «σεξουαλική ιδιοκτησία» που δεν μπορεί να κλαπεί, να επιβληθεί ή να εμπορευματοποιηθεί. Γι' αυτό ο Αλκιβιάδης νιώθει αυτή τη βαθιά, αίσθηση εξαγνισμού, γιατί τη στιγμή που «σπατάλησε» το σπέρμα του, αρνήθηκε τον ρόλο του ως «υπηρέτης του είδους» και διεκδίκησε την κυριότητα της ύπαρξής του. «Άργησες!», του είπε η γοητευτική συντροφος του με ναζιάρικη φωνή, κάνοντας αυτά τα «κουταβίσια μάτια», όλο χάρη και γοητεία, όταν τον είδε να ξεπροβάλλει στην πόρτα του δωματίου. Η σκηνή που ξεδιπλώνεται μπροστά του είναι σαν χτύπημα από κεραυνό μέσα στη νύχτα. Ο Αλκιβιάδης, που πριν από λίγα λεπτά ήταν «ένοχος» στο δικό του ιερό λιβάδι, τώρα έρχεται αντιμέτωπος με μια Ανδρομάχη που δεν είχε δει εδώ και πολύ καιρό. Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι αυτή η αλλαγή της Ανδρομάχης μοιάζει με την «Ανδρομάχη της φαντασίας του». Είναι σαν να «διάβασε» εκείνη τη δική του νυχτερινή επιθυμία και να αποφάσισε να τη μεταφέρει στο δωμάτιο τους. «Μουτράκια μωρό μου και αργείς να έλθεις στο κρεβάτι μας τα βράδια;» του λέει χαδιάρικα. Η ερώτηση της, διατυπωμένη με αυτή τη χαδιάρικη οικειότητα, δεν είναι απλώς μια παρατήρηση, είναι ένα άνοιγμα, μια πρόσκληση που έρχεται να ανατρέψει ολόκληρο το οικοδόμημα των ανασφαλειών του. Το «Μουτράκια» και το «μωρό μου» είναι λέξεις που του θυμίζουν την εποχή που όλα ήταν απλά. Όμως, επειδή ο Αλκιβιάδης έχει περάσει τις τελευταίες ώρες στο δικό του «σκοτεινό λιβάδι» της φαντασίωσης και της αυτοκριτικής, αυτή η τρυφερότητα του προκαλεί ένα είδος πνευματικού ιλίγγου. «Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;» Η άρνηση του Αλκιβιάδη είναι το «τείχος της αυτοπροστασίας του. Μέσα του, η διονυσιακή μέθη και η ομολογία του «μοναχικού εγκλήματος» είναι ακόμα νωπά, και η σκέψη ότι η Ανδρομάχη θα μπορούσε να διεισδύσει σε αυτό το ιερό, αλλά και βέβηλο, κομμάτι του εαυτού του, του προκαλεί τρόμο. Όταν λέει «Όχι βέβαια! Γιατί να το κάνω αυτό;», λειτουργεί σαν ένα ανάχωμα που προσπαθεί να συγκρατήσει το χείμαρρο. Το «Γιατί να το κάνω;»: Είναι μια ρητορική ερώτηση που κρύβει την απόλυτη άρνηση να αποκαλύψει την ευαλωτότητά του. Αν της πει την αλήθεια, ότι φαντασιώνεται την ίδια με τρόπους που εκείνη ούτε καν υποψιάζεται, τότε η «εξουσία» του πάνω στη φαντασίωση του θα χαθεί. Θα γίνει ένας άντρας που «χρειάζεται» τη φαντασίωση για να αντέξει τη γυναίκα του. Την ώρα που η Ανδρομάχη είναι χαδιάρα, εκείνος επιλέγει να είναι απόμακρος. «Μα δεν με πλησιάζεις τελευταία στο κρεβάτι, ούτε καν αναφέρεις κάτι.» Του λέει. «Εγώ ήμουν πάντα εδώ! Απλά σέβομαι τις επιθυμίες σου οι οποίες τελευταία δεν συμπεριλαμβάνουν το κομμάτι αυτό στη συμβίωσή μας.» Ωστόσο, η Ανδρομάχη δεν είναι από εκείνες που παραδίνονται στον «εχθρό» αμαχητί. Είχε, λοιπόν, έτοιμο το «καρφί» που του το πέταξε στη συνέχεια. «Αυτό, κούκλε μου, µου το λες τώρα ως απειλή;.» Το «καρφί» της είναι η απόλυτη αποδόμηση της «ιπποτικής» του στάσης. Το «Κούκλε μου»: Είναι ένα υποτιμητικό, σχεδόν ειρωνικό υποκοριστικό, που τον απογυμνώνει από τη σοβαρότητα που προσπαθεί να επιβάλει. Τον επαναφέρει από τον ρόλο του «πληγωμένου συζύγου» σε αυτόν του «άντρα που παίζει παιχνίδια εξουσίας». Η αλήθεια είναι ότι αυτός τα έχει χάσει μπροστά στον απροκάλυπτο τρόπο που η σύντροφος του ερωτοτροπεί απόψε. Στα μάτια της που του χαμογελούσαν μελιστάλαχτα, διακρίνεται διάχυτος ερωτισμός, αρκούντως ερεθιστικός…. «πολλά υποσχόμενος.» Έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα-σειρήνα, που δεν του αφήνει κανένα περιθώριο να κρυφτεί πίσω από το προσωπείο του «αδικημένου συζύγου». Ο ερωτισμός της είναι τόσο απροκάλυπτος και τόσο «πολλά υποσχόμενος», που τον αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπος με την εξής αλήθεια: Αν η Ανδρομάχη είναι αυτή η γυναίκα, τότε ποιος είναι εκείνος που κρυβόταν στο σκοτάδι και αυνανιζόταν για να την «κατακτήσει» νοητικά; Η Ανδρομάχη με όλη την ομορφιά της απλώθηκε στο κρεβάτι σαν γάτα, αισθησιακή και νωχελική, επιτρέποντας στο σεντόνι που κρατούσε δήθεν από ντροπή να γλιστρήσει, αποκαλύπτοντας ωστόσο με ακριβή και προσεχτική επιμέλεια, κάποιες γωνιές του κορμιού της, ασφαλώς για να φαίνεται πιο προκλητική και να μπορεί να διεγείρει την φαντασία του καλύτερα, ξυπνώντας μέσα του όλα τα «άγρια» και «ατίθασα» ένστικτα του έρωτα. Η Ανδρομάχη δεν κινείται σαν σύζυγος, κινείται σαν μια έμπειρη κυνηγός που γνωρίζει ακριβώς ποια χορδή του μυαλού του πρέπει να αγγίξει. Το σεντόνι, που γλιστράει με αυτή την «προσεκτική επιμέλεια», είναι το πιο ισχυρό όπλο της. Δεν αποκαλύπτει τα πάντα, αυτό θα ήταν βιαστικό. Αποκαλύπτει «γωνιές», αφήνοντας τη φαντασία του να συμπληρώσει τα κενά. Η Ανδρομάχη παίζει το παιχνίδι του. Με τις νωχελικές της κινήσεις, επιβεβαιώνει στον Αλκιβιάδη ότι το «λιβάδι της διονυσιακής μέθης» όπου εκείνος περιπλανήθηκε μόνος του, δεν ήταν μόνο δικό του. Είναι σαν να του λέει χωρίς λέξεις: «Είδα πού κρυβόσουν, και ήρθα να σε βρω εκεί». Μπροστά σε αυτή τη θέα, η λογική του, το «Γιατί να το κάνω;», η «απειλή», το «μουτράκια», χάνει κάθε σημασία. Η Ανδρομάχη έχει επιλέξει να τον προκαλέσει στο δικό του πεδίο, στον κόσμο της σάρκας και της εικόνας. Το «ντουλάπι» όπου είχε φυλαχτεί η επιθυμία άνοιξε βίαια, και τα περιεχόμενα του ξεχύθηκαν στο δωμάτιο, γεμίζοντας τον χώρο με μια μυρωδιά από «άγριο» και «ατίθασο» έρωτα. Δεν λειτουργεί πια ως η «σύζυγος της καθημερινότητας». Έχει αναλάβει τον ρόλο της Σειρήνας. Αυτό που βλέπει δεν είναι μια αυθόρμητη κίνηση, αλλά μια συνειδητή απόφαση να ανατρέψει το status quo. Η ενέργεια που εκπέμπει είναι μεταδοτική. Ο Αλκιβιάδης, που πριν λίγο ένιωθε «νωχελικός» και βαρύς από τις σκέψεις του, τώρα βιώνει μια έκρηξη αδρεναλίνης. «Μήπως ενοχλώ τη βραδινή σου ηρεμία και ρουτίνα;» της λέει με μια ελαφρά ειρωνεία στη φωνή του. Ένα πονηρό χαμόγελο ανέβηκε στα χείλη της, καθώς έλεγε: «Αγάπη μου! Σε διαβεβαιώνω, δεν έχω ενοχληθεί στο ελάχιστο. Ίσως θα θέλεις να μου κάνεις παρέα.» και απόμεινε εσκεμμένα σιωπηλή για μια στιγμή. Ο Αλκιβιαδης χαμογέλασε όχι με ιδιαίτερη ικανοποίηση. «Πολύ δελεαστική προσφορά!» Αγνοώντας τη προκλητική στάση της Ανδρομάχης προσπαθώντας να ξεπεράσει τη νευρικότητά στις συνθήκες αυτής της απρόσμενης έκπληξης. «Αντιλαμβάνομαι πως το διασκεδάζεις, να με πειράζεις απόψε! Κάνω λάθος;» «Το διασκεδάζω πολύ. Και μη μου πεις, αγάπη μου, ότι απόψε νιώθεις κουρασμένος.!» «Όχι ιδιαίτερα! Γιατί ρωτάς μωρό μου;» «Γιατί απόψε σε αναμένουν έχτρα υποχρεώσεις αγάπη μου.» Του ψιθύρισε ναζιάρικα. Η ειρωνεία είναι τραγική, η ίδια του η «μούσα», η ίδια του η Ανδρομάχη, τον έχει φέρει στα όρια της εξάντλησης, και ο ίδιος, αν και «πτώμα» από την ένταση της νύχτας, οφείλει να κρατήσει τη στάση του «κυνηγού» που δεν λυγίζει ποτέ. Αν ο Αλκιβιάδης δηλώσει κουρασμένος ή αρνηθεί τις «έξτρα υποχρεώσεις», θα καταστρέψει το οικοδόμημα της δικής του διεστραμμένης φαντασίωσης που ο ίδιος έχτισε. Είναι αναγκασμένος να πει «ναι», ακόμη και αν δεν ξέρει ακριβώς τι περιλαμβάνουν αυτές οι υποχρεώσεις. Δεν είναι πια η «θεοσεβούμενη ενορίτισσα» που περιμένει οδηγίες. Είναι η γυναίκα που έχει καταλάβει ακριβώς ποια είναι τα τρωτά σημεία του συζύγου της. Το γεγονός ότι «διασκεδάζει» δείχνει ότι το παιχνίδι, είναι ο τρόπος της να τον ελέγξει ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας τον πόθο του ως λουρί. «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η νύχτα, «δεν σε ρωτάει αν αντέχεις. Σε προειδοποιεί. Οι «έξτρα υποχρεώσεις» που σου υπόσχεται μπορεί να είναι η αρχή της δικής σου δοκιμασίας. Είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις αυτό που θα ζητήσει.» Ο Αλκιβιάδης γνωρίζει καλά πως αν ομολογήσει το «σφάλμα» του, το γεγονός ότι η ενέργεια του έχει ήδη αναλωθεί στο «μοναχικό έγκλημα» του καναπέ, θα καταστρέψει τη μαγεία της στιγμής. Για εκείνον, το να παραδεχτεί την κούραση μπροστά σε μια Ανδρομάχη που «σκανδαλίζει και σαγηνεύει» θα ήταν σαν να παραδίδει τα όπλα. Δεν του επιτρέπεται να είναι «κουρασμένος» όταν η γυναίκα του αποφάσισε να γίνει «ζωντανή». Ο Αλκιβιάδης πρέπει τώρα να «παίξει» τον ρόλο του ακούραστου εραστή, ενώ το σώμα του έχει ήδη ζήσει τον δικό του «θάνατο» στη διονυσιακή του εκτόνωση. Η Ανδρομάχη, αν και δεν ξέρει το «μυστικό» του, διαισθάνεται τη δύναμη που ασκεί πάνω του. Η στάση της, η «ναζιάρικη» προτροπή της για δουλειά, δεν είναι τυχαία. Είναι σαν να τον προκαλεί, «θα αντέξεις; Με μια κίνηση που φανερώνει ότι έχει κατανοήσει πλήρως το παιχνίδι, ισιώνει τους ώμους του. Αν εκείνη θέλει «δουλειά», εκείνος θα γίνει ο πιο εργατικός εραστής που έχει δει ποτέ. Δεν θα υποπέσει στο «σφάλμα» της ειλικρίνειας. Θα παίξει το παιχνίδι της μέχρι τέλους, γιατί τώρα συνειδητοποιεί ότι η «δουλειά» αυτή είναι ο μόνος τρόπος να εξορκίσει οριστικά τα φαντάσματα που τον στοίχειωναν. Η Ανδρομάχη τον περιμένει στο κρεβάτι, σαν μια αισθησιακή «παγίδα» που δεν μπορεί να αποφύγει. Δεν είπε τίποτα, μόνο σήκωσε ελαφρά το σεντόνι και γλίστρησε αθόρυβα στο κρεβάτι δίπλα της. Το χέρι της άρχισε να διατρέχει το σώμα του, κινούμενο «επικίνδυνα» προς τις «κάτω περιοχές», αυτές τις «άκρως ανδρικές»! «Ουπς! Τι έχουμε εδώ; Σαν μαραμένη γλαδιόλα είναι αγάπη μου.» Η ατμόσφαιρα, που μέχρι πριν λίγο ήταν γεμάτη υποσχέσεις και ναζιάρικη πρόκληση, παγώνει στιγμιαία. Το «καρφί» της Ανδρομάχης, αυτή η αιχμηρή, ειρωνική παρατήρηση για τη «μαραμένη γλαδιόλα», είναι η σύγκρουση δύο κόσμων, της φαντασίωσης που εκείνη έπλασε για να τον προκαλέσει και της βιολογικής πραγματικότητας που ο Αλκιβιάδης φέρνει μαζί του, μετά τη διονυσιακή εκτόνωση στον καναπέ. Το σχόλιο της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν χειρουργικό νυστέρι. Δεν τον προσβάλλει μόνο, τον ξεσκεπάζει. Αυθόρμητα, δίχως σκέψη και προετοιμασία ενέδωσε στο πειρασμό να πάρει το αίμα της πίσω για τις προσωπικές αιχμές που της απηύθυνε με αιχμηρό τρόπο στη τελευταία σύγκρουση τους για τη σεξουαλική συμπεριφοράς της, καθώς είχε θέσει υπό ενοχή την ηθική της. «Η γυναίκα είναι πάντα έτοιμη για την εκδίκηση της» είπε κάποτε ο Μολιέρος Η Ανδρομάχη δεν παίζει πια το παιχνίδι της «Σειρήνας» για να τον σαγηνεύσει, χρησιμοποιεί τον ερωτισμό της ως όπλο για να τον ισοπεδώσει.. «Ήθελες να με γαμήσεις ε! Με τι;» Του λέει καθώς έτριβε το μαραμένο του πέος στα κωλομέρια της. «Σου σηκώνεται καθόλου; Πόσο καιρό έχει να σου σηκωθεί άχρηστε; Παραδέξου ότι δεν μπορείς !!» Αποφασισμένη να παρατείνει το πιάτο της εκδίκησης που τρώγεται κρύο….. πετάει το σεντόνι από πάνω της και μένει ολόγυμνη μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, με τα πόδια της ανασηκωμένα και ορθάνοιχτα, με τα χέρια της να πιάνει το μουνάκι της ξεδιάντροπα να το χαϊδεύει και να του λέει με τρόπο προκλητικό. 
 «Μόνο για να το γλείψεις είσαι ικανός! Σε αυτό τα καταφέρνεις αρκετά καλά! Αλλά για να το γαμήσεις; Τίποτα. Ο πουτσάκος σου, ο καημένος. Τι να κάνει; Είναι τόσο αδύναμος, τόσο ανύπαρκτος! Μόνο για κατούρημα κάνει. Μόνο λόγια είσαι! Τι να κάνει αυτό το πλαδαρό πραγματάκι; Σε αυτό το μουνί που καίγεται για γαμήσι;
 Νομίζεις ότι με έχεις γαμήσει καμιά φορά καλά; Ο παπάς μάλιστα, άντρας με δυο οκάδες αρχίδια. Είναι φοβερός και πάντα έτοιμος! Έχω βαρεθεί να σε ακούω να μου λες ότι με καυλώνουν οι παπάδες. Αλήθεια αυτό δεν ήταν που έλεγες; Ή μήπως, όλα όσα έλεγες ήταν παραμύθια φούμαρα και τώρα έχεις μετανιώσει; Ε, ναι, λοιπόν!. Νόμιζες πως δεν θα το έκανα;» 
«Ρε μωρό μου! Αλήθεια με έχεις κερατώσει με τον ρασοφόρο φίλο μας;» 
«Περίεργος είσαι αλλά δεν πειράζει, θα στα πω.» 
«Για πες;! Λες την αλήθεια ότι το έκανες μαζί του;» «Φυσικά! Απ’ το μυαλό μου νομίζεις το έβγαλα! Ότι σε κοροϊδεύω; Δεν με πίστευες όταν σου έλεγα να προσέχεις τι λες γιατί στην πρώτη ευκαιρία θα στα φορέσω τα κέρατα για να σου δώσω να καταλάβεις τι χάνεις.» 
«Σοβαρά ρε μωρό; Μ' αυτόν τον μαλάκα τον παπά! Θεέ μου.» 
«Μαλάκας αγορίνα μου, αλλά εκείνη την μέρα έχυσα δέκα φορές. Φταίει που μου έβαλε φωτιά στη μήτρα μου και δεν μπορούσα να κρατηθώ;». 
«Δηλαδη ένα «καζάνι» που έβραζε έγινε η μήτρα σου από τη φωτιά που σ' άναψε ο ιερέας;! Πες μου στ΄ αλήθεια φέρθηκες σαν ξεμυαλισμένη πουτάνα! » 
Τον κοίταξε στα μάτια. «Χα, χα, χα... Καυλιάρη μου γουστάρεις ιστοριούλες με τη γυναικούλα σου ε;» «Ναι πολύ!» «Είσαι σίγουρος Μωρό μου ότι θέλεις να μάθεις,» Τον ξαναρώτησε διακωμωδώντας τη συζήτηση με τον τρόπο της. «Θέλεις και λεπτομέρειες;» 
 «Ναι! Αφού το γνωρίζεις, οι γαργαλιστικές αφηγήσεις σου οι προκλητικές, αυτές που με διεγείρουν είναι απόλαυση! Με ξεσηκώνουν»
 «Καυλώνεις βλέπω αγόρι μου! Τι άλλο θες; Σε ικανοποιεί η σκέψη να ξενοπηδιέται η Ανδρομάχη σου με το ρασοφόρο. Πες να σ' ακούσω πως θα ήθελες να ήσουν εκεί μπροστά και να βλέπεις;» 
«Δεν ξέρω! Όμως με ερεθίζει η σκέψη να σε σκέφτομαι στο κρεβάτι, να το κάνεις με το ρασοφόρο με ξεσηκώνει αφάνταστα.» Κοιτάζει πάνω από τον ώμο της τα μαλακά σεντόνια στο κρεβάτι τους και φαντάζεται την Ανδρομάχη ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά και ο ρασοφόρος με τα καυλί στο χέρι είναι έτοιμος να τη γαμήσει και κάτι μέσα του σκιρτάει, ενώ αρχίζει να του ανεβαίνει η ηδονική έκσταση. «Μπα! Μπα!!! Σε ερεθίζει η σκέψη ότι η αγαπημένη σύντροφος σου γυρεύει σε άλλη ανδρική αγκαλιά γαμήσι...... Και θέλεις να μάθεις και πως το έκαναν εεε;» 
«Χμμμ ναι! Αλλά για πες μου εσύ δεν έχεις τύψεις που με κεράτωσες;» 
«Τύψεις; Όχι μωρό μου, γιατί κατάλαβα τι έχανα τόσο καιρό.» 
Ο Αλκιβιάδης τ' άκουγε όλα αυτά που έλεγε η Ανδρομάχη! 
 «Και…» «Τι και! Εσύ τι λες!» «Εγώ τι να πω Μωρό μου! Ο ιερεας αγάπη μου σε μια γκόμενο συζήτηση που είχαμε μου εξομολογήθηκε πως νιώθει πολύ μόνος και εδώ και κάτι μήνες στεγνός από γυναικεία αγκαλιά. Πήρε όλο το θάρρος σαν πνευματικός σου και οικογενειακός μας φίλος και με ρώτησε αν έχεις καμιά φιλενάδα «καλή περίπτωση» έτσι απλά χωρίς δεσμεύσεις και συναίσθημα όπως κατάλαβα, για να εκτονωθεί σαν άνδρας. Του είπα πως εγώ δεν ξέρω καμιά φιλενάδα της Ανδρομάχης διαθέσιμη αλλά με τις τσούλες που κυκλοφορούν και πάνε με τον καθένα είναι επικίνδυνα πράματα αυτά, και στην ανάγκη θα έπρεπε κάτι να κάνει γι αυτόν η θεοσεβούμενη ενορίτισσα και καλή του φίλη, δηλαδή εσύ, και του πρότεινα να βρει το θάρρος και να απευθυνθεί σε σένα.». 
«Σοβαρά τ λες! Εννοείς να τον εξυπηρετήσω εγώ στις καύλες του!;» 
«Εε όλο και κάποια πεινασμένη φιλενάδα θα έχεις.» 
«Και αν δεν έχω! Τι μου προτείνεις να του κάτσω εγώ;» «Δική σου η απόφαση Μωρό μου το τι θα κάνεις!» Η συζήτηση ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και την Ανδρομάχη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της απλής συζυγικής τριβής και έχει εισέλθει σε μια περιοχή όπου η ωμή ειλικρίνεια και η διαστροφή αλληλοσυμπληρώνονται. 
«Με το «Δική σου η απόφαση Μωρό μου», ο Αλκιβιάδης παύει να είναι ο σύζυγος που θέτει όρια. Γίνεται ο «σκηνοθέτης» της απιστίας της, ο άνθρωπος που της δίνει την άδεια να παραβιάσει τον ιερότερο κανόνα του γάμου τους, μετατρέποντας την προδοσία σε ένα παιχνίδι εξουσίας και ηδονής. Αυτή η «απόφαση» που αφήνει στα χέρια της, δεν είναι μια πράξη ελευθερίας για την Ανδρομάχη, είναι ένας ψυχολογικός εγκλωβισμός. 
 Αν η Ανδρομάχη αρνηθεί, θα φανεί ως η «συντηρητική» και η «πικρόχολη», που αρνείται να παίξει το παιχνίδι που ο ίδιος της πρότεινε, διατηρώντας μια υποκριτική ηθική. Αν η Ανδρομάχη δεχτεί, Θα γίνει το αντικείμενο της δικής του ηδονής, ένα «όργανο» που εξυπηρετεί τις φαντασιώσεις του. 
«Εγώ αγάπη μου, θα κάνω αυτό που θα μου πεις εσύ, χωρίς κανένα δισταγμό, αρκεί αυτό να είναι αυτό που πραγματικά θέλεις εσύ». 
«Δηλαδή για να λέμε τα πράματα ντόμπρα και με το όνομά τους, θα πας μαζί του;» 
«Για να μην κουράζεσαι! Αν το θες εσύ μωρό μου, είμαι διαθέσιμη να σε βοηθήσω να εξυπηρετήσεις τον καλό σου φίλο.»
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η νύχτα, «το παιχνίδι που ξεκίνησε ως πόλεμος, μόλις μετατράπηκε σε μια μαύρη ιεροτελεστία. Δεν είσαι πια ο άντρας που διεκδικεί την τιμή του, αλλά ο άντρας που παρακαλάει τη γυναίκα του να τον εξευτελίσει λίγο ακόμα. Η «φωτιά στη μήτρα της» είναι το καμίνι μέσα στο οποίο λιώνει η τελευταία σου αξιοπρέπεια.» 
 Ο Αλκιβιάδης νιώθει το κορμί του να τρέμει, όχι από θυμό, αλλά από μια ηδονική αναμονή που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Η «γλαδιόλα» του, που πριν λίγο ήταν «μαραμένη», αρχίζει να αντιδρά σε αυτή την ανείπωτη κατάχρηση της φαντασίας του, που αναρωτιέται. 
«Είναι αλήθεια; Μήπως φαντασιώνεται;» και αυτό τον κρατάει σε μια διαρκή κατάσταση «ετοιμότητας. Τον μετατρέπει σε έναν άντρα που «καίγεται» για να μάθει, που «διψάει» για τη συνέχεια.
 «Γιατί δεν απαντάς; Πες μου! Μήπως δεν σε καυλώνω αρκετά, αγόρι μου;» τον ρώτησε πρόστυχα. 
«Το αντίθετο, θα έλεγα! Με καυλώνεις και μάλιστα πάρα πολύ! Και το εννοώ! Και το ξέρεις!» 
 «Μωρό μου! Ούτως ή άλλως, θα μου ήταν αδιανόητο, να με γαμήσει άλλος άνδρας. Και δεν νομίζω, να μπορεί να συγκριθεί κανένας μαζί σου στο κρεβάτι!» Του είπε πρόστυχα και με πόζα όλο νόημα στήνεται στα τέσσερα αφήνοντας εκτεθειμένα τα σμιλεμένα της οπίσθια προκαλώντας τον, ήταν απίστευτη! 
Αρχίζει να λικνίζεται αισθησιακά κουνώντας με προκλητικό τρόπο τους γοφούς της, όπως μόνο αυτή ξέρει να κάνει και του προσφέρει αφειδώς το πρησμένο από ηδονή αιδοίο με τα υγρά της να τρέχουν ποτάμια. Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχει γίνει, μια ατμόσφαιρα όπου η λογική έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στα ένστικτα. 
Η Ανδρομάχη, με την κίνηση αυτή, δεν προσφέρει απλώς το σώμα της, καταργεί κάθε απομένουσες άμυνες του Αλκιβιάδη. Η πόζα της στα τέσσερα, με τα οπίσθια σμιλεμένα να προσκαλούν και να προκαλούν, είναι η απόλυτη οπτικοποίηση της κυριαρχίας της. Τα υγρά της, που «τρέχουν ποτάμια», είναι η αδιάψευστη απόδειξη της δικής της «φωτιάς», μια φωτιά που ο Αλκιβιάδης καλείται τώρα να δαμάσει.
 «Ούτε ο ρασοφόρος σου; Συγκρίνεται μαζί μου;» Τη ρωτάει. 
«Γύρισε ελαφρώς το κεφάλι της, κοιτάζοντάς τον μέσα από τα μισόκλειστα μάτια της με ένα βλέμμα αινιγματικό.»
Η σιωπή της Ανδρομάχης είναι ο πιο ισχυρός τρόπος να τον κρατά σε αγωνία. Δεν είναι απάθεια, είναι μια σκόπιμη άρνηση. Σε αυτό το παιχνίδι εξουσίας που παίζουν, η σιωπή της λειτουργεί ως το απόλυτο εργαλείο βασανισμού, τον αναγκάζει να αμφιβάλλει για τη θέση του, για την ικανότητα του, για το ίδιο το μέγεθος της «νίκης» του. 
«Δεν άκουσα! Δε μου απαντάς σ’ αυτό που σε ρωτάω..» Εξακολουθούσε να σωπαίνει, αφήνοντας ένα αργό, νωχελικό κούνημα των γοφών της να γίνει η μοναδική της απάντηση. 
Τίποτα η Ανδρομάχη. Η σιωπή της είναι μια υπόνοια ότι η σύγκριση, ίσως, δεν είναι τόσο υπέρ του όσο θα ήθελε να πιστεύει. 
«Σου αρέσει πολύ η ιδέα ή μου φαίνεται; Δεν μιλάς ε; Εντάξει λοιπόν, κατάλαβα…»» της λέει. «Λοιπόν, το κανονίσαμε… Πες μου τι θες να σου κάνει ο ρασοφόρος καύλα μου!» είπε. 
«Πες μου τι θες να σου κάνει μουνάρα μου καυλιάρα…» επέμεινε. Της αρέσει τόσο πολύ αυτό που συμβαίνει. Δεν αντέχει πια και με φωνή βραχνή και σπασμένη από καύλα του λέει: «Θα με γαμήσεις;» Η Ανδρομάχη σε έκσταση οργασμού, παραδίδεται, χωρίς αντίσταση, εθελουσίως, στον εισβολέα παρακαλώντας τον να μην της αφήσει αλώβητη καμία είσοδο. 
Και όταν η Ανδρομάχη του στεκόταν έτσι, με τα στρογγυλά, προκλητικά οπίσθια της μπροστά του, αποτελεί για τον Αλκιβιάδη σεξουαλική ωρολογιακή βόμβα, καθώς στα γεννητικά του όργανα η τριβή είναι μεγάλη ένιωθε έναν καυτό πόθο να φουντώνει μέσα του. Σαν να επιδίωκε να χαράξει την εικόνα της επάνω σε κάθε του κύτταρο και να τυπώσει μέσα του μνήμες ανεξίτηλες. ...
Κάποια στιγμή ηρέμησαν, της χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά και η μπάσα φωνή του αντήχησε στα αυτιά της. «Μωρό μου... ποια με γάμησε μόλις τώρα;» της αστειεύτηκε γλυκά. 
Αυτή προσπάθησε να του χαμογελάσει, αλλά δεν είχε τη δύναμη. Ένιωθε ακόμα αυτό το τυραννικό λίγωμα εκεί χαμηλά στην κοιλιά της... «Θεούλη μου, θέλω κι άλλο...» Εντελώς αυθόρμητα άπλωσε τα χέρια του και την έκλεισε μέσα στην αγκαλιά του. 
«Μωρό μου … ∆εν ξέρω αλλά … Σήμερα … Είσαι πολύ καυλιάρα». Της ψιθύρισε τρυφερά στο αυτί. «Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι» της είπε.
«Σίγουρα» 
«Είμαι καλός;» 
Έγειρε το κεφάλι της νωχελικά στο μαξιλάρι και «κάρφωσε» την ματιά της στον καθρέφτη του δωματίου τους, που σαν ασάλευτος παρατηρητής, έβλεπε, εδώ και χρόνια, όλες τις προσωπικές στιγμές τους. Έκλεισε τα µάτια της και..... «Σ’ αγαπώ» ήταν η τελευταία της λέξη. Αμέσως μετά, σαν μικρό παιδί, αποκοιμήθηκε. 
Το «Σ’ αγαπώ»! Είναι μια λύτρωση. Μετά από όλο αυτό το κυνικό παιχνίδι, μετά από την παραδοχή της απιστίας και της βεβήλωσης, η τελευταία της λέξη πριν τον ύπνο απογυμνώνει τα πάντα. Είναι σαν να λέει: «Ό,τι κι αν συμβαίνει έξω από αυτό το κρεβάτι, όσα φαντάσματα κι αν καλούμε, στο τέλος, είμαστε μόνο εμείς». 
Η ερώτησή του «Είμαι καλός;» προδίδει όλη την ανασφάλεια που τον κατέτρωγε. Χρειαζόταν την επιβεβαίωση όχι ως εραστής, αλλά ως «κυρίαρχος» της στιγμής, ως ο άνθρωπος που κατάφερε να αντεπεξέλθει στην «ακαταπόνητη» ενέργεια της. Η Ανδρομάχη αποκοιμιέται «σαν μικρό παιδί». «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η αυγή, «το παιχνίδι τελείωσε για απόψε. 
Η Ανδρομάχη κοιμάται, κουβαλώντας στα όνειρά της όσα δεν τόλμησε να πει, κι εσύ μένεις ξάγρυπνος, κοιτάζοντας το είδωλό σας στον καθρέφτη. Κατάφερες να την «κερδίσεις» για άλλη μια φορά, αλλά το τίμημα ήταν να αφήσεις το σκοτάδι να μπει μόνιμα στο υπνοδωμάτιό σας. Από εδώ και πέρα, δεν θα ξέρετε ποτέ αν το «σ' αγαπώ» αφορά τον άντρα που είναι δίπλα της, ή τον «ρασοφόρο» που φαντασιώνεται ότι την άγγιζε.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Was Will Das Weib?

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)...«Αλκιβιάδη, η αγάπη είναι ο χάρτης, αλλά η απιστία είναι ο καιρός. Μπορεί να έχεις τον καλύτερο χάρτη στον κόσμο, αλλά αν ξεσπάσει η καταιγίδα, το πλοίο θα κουνηθεί. Το να λες ότι η αγάπη δεν αφήνει χώρο για απιστία, είναι σαν να λες ότι ο ωκεανός δεν αφήνει χώρο για κύματα. Η αγάπη είναι το καταφύγιο, αλλά το ένστικτο, είναι η άγρια θάλασσα που έρχεται και χτυπάει την πόρτα του καταφυγίου.» 
Ο καπετάνιος, με το βλέμμα στον ορίζοντα, ξεστομίζει την απόλυτη αλήθεια που ο Αλκιβιάδης φοβόταν να αντικρίσει. «Κανα ξέρεις» του τόνισε απτόητος την συνέχεια της ανάλυσις ο θαλασσόλυκος. «Φυσιολογικοί άνθρωποι δεν υπάρχουν, είναι ένας μύθος η κανονικότητα. Όταν οι «μάσκες πέφτουν» παύουν να είναι όλα καλά και φυσιολογικά. Ακόμα κι εκείνος που σου φαίνεται τόσο κανονικός, τόσο απλός, κρύβει στην ντουλάπα του σκελετούς και δυναμίτες, πτώματα, ενοχές και πόθους. Οι μόνοι φυσιολογικοί άνθρωποι είναι αυτοί που δεν γνωρίζουμε!» Ο καπετάνιος του δίνει το πιο πολύτιμο μάθημα. Δεν υπάρχει «φυσιολογική σχέση που να μην έχει περάσει από τη φωτιά. Η «αγάπη» που πίστευε ο Αλκιβιάδης πως ήταν ο τοίχος ενάντια στην απιστία, αποδεικνύεται πως ήταν απλώς το σεντόνι που κάλυπτε το χάος. 
Ο Αλκιβιάδης δεν πρέπει να προσπαθεί να επιστρέψει στο «φυσιολογικό», γιατί αυτό δεν υπήρξε ποτέ. Πρέπει να μάθει να ζει μέσα στο χάος και να σταμάτα να ζητά μια σχέση που να είναι «όλα καλά». Τέτοιες υπάρχουν μόνο στα παραμύθια ή στους αγνώστους που βλέπει στον δρόμο. Στη δική του ζωή, το μόνο που μένει είναι να αποφασίσει αν θα κάψει τα πτώματα στην ντουλάπα και θα φύγει, ή αν θα μάθει να συνυπάρχει με τους σκελετούς του.»
«Γεννηθήκαμε άπιστοι!» Διακηρύσσει ο καπετάνιος, και έρχεται να επιβεβαιώσει τη βιολογική πραγματικότητα «Το σεξ δεν αποδέχεται την ηθική γιατί το σεξ είναι και ανήθικο και ακόλαστο. Δεν μπορείς να το μετρήσεις με όρους ηθικούς. Μπορεί να δώσει κάποιος εντολή σε μία επιθυμία που είναι «πρωτόγονη!» όχι! Το σεξ δεν ρωτάει αν είσαι παντρεμένος, δεν ρωτάει αν είναι ηθικό. Ρωτάει μόνο αν έχεις τη φωτιά να το ζήσεις. Κι αν η φωτιά σας έσβησε, δεν φταίει η ηθική. Φταίει το ότι το καύσιμο εξαντλήθηκε. 
Η προσπάθεια να επιβληθεί ηθική στο σεξ είναι σαν να προσπαθείς να βάλεις λουρί σε έναν τυφώνα. Η σεξουαλική επιθυμία γεννιέται στο πιο αρχέγονο μέρος του εγκεφάλου μας, εκεί που η λογική και οι κοινωνικές συμβάσεις δεν έχουν καμία εξουσία. Το να ζητάς από έναν άνθρωπο να «υπακούσει» στην ηθική όταν η επιθυμία του «φωνάζει», είναι σαν να του ζητάς να μην αναπνέει. 
Γνωρίζουμε τη διάσημη αυτή φράση του Freud,! Ο Φρόιντ, μετά από τριάντα χρόνια που πέρασε αναλύοντας τα σκοτεινά μονοπάτια του υποσυνείδητου, κατέληξε σε αυτή τη διαβόητη ομολογία αδυναμίας.
«Was will das Weib?» «Τι θέλει επιτέλους η γυναίκα;».
«Αλκιβιάδη η ερώτηση «τι θέλει η γυναίκα» είναι ίσως η πιο άχρηστη ερώτηση στον κόσμο. Η γυναίκα θέλει να είναι ελεύθερη να είναι αυτό που η φύση της επιτάσσει ανά πάσα στιγμή. Θέλει την ένταση, θέλει τον ηλεκτρισμό, θέλει την αναγνώριση της δύναμής της. 
Τώρα που η «αυθεντία» (ο καπετάνιος) και η «επιστήμη» (ο Φρόιντ) συμφωνούν στο ότι η γυναικεία επιθυμία είναι μια άγνωστη δύναμη, αισθάνεται και ο Αλκιβιάδης πως το μυστήριο δεν είναι κάτι που λύνεται, αλλά κάτι που απλώς, συμβαίνει. 
Ο θαλασσόλυκος, με το βλέμμα του γεμάτο μια σκληρή, γνώριμη αλήθεια του λέει. «Να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Ο εραστής δεν ρωτάει πολλά. Δεν θέλουν να γίνουν φιλαράκια, ούτε θα λύσουν την οικονομική κρίση. Δεδομένου του περιορισμένου χρόνου, εστιάζουν στο θέμα που τους αφορά. Το σεξ. Ο εραστής δεν κάνει σχέδια για το μέλλον. Το πιο πιθανό είναι ότι το μέλλον του είναι ήδη τόσο γεμάτο από σχέδια, που δεν χωράει ούτε ένα μικρό σκίτσο. Περιορίζονται λοιπόν στο σχέδιο της επόμενης συνάντησης, εκτός απροόπτου δηλαδή.
Ταυτόχρονα υπάρχει μια ζωώδης αλήθεια της γυναικείας επιθυμίας.! Ο εραστής της βγάζει τον πιο ακομπλεξάριστο εαυτό της και δεν αφήνει χώρο σε ντροπές και στερεότυπα. Τα «μη», τα «όχι» και τα «πρέπει» τα έχει ήδη. Στην αγκαλιά του, τα όρια μεταξύ «επιτρεπτού» και «απαγορευμένου» καταρρέουν. Ο εραστής δεν ρωτάει «τι έχεις;» ο εραστής ξέρει ακριβώς τι έχει, γιατί το βλέπει στο σώμα της, στις ανάσες της, στην ένταση που εκείνη απελευθερώνει.
Και αν ο εραστής είναι και νεαρός είναι καλύτερος. Οι λόγοι είναι προφανείς! Είναι η ενέργεια που δεν σπαταλιέται σε λογαριασμούς και στόχους. Με τον νεαρό εραστή, το βλέμμα της αλλάζει. Εκείνος δεν την κοιτάζει για να δει «αν πληρώθηκαν τα κοινόχρηστα». Εκεί που ο σύζυγος βλέπει υποχρεώσεις και προγραμματισμό, ο εραστής βλέπει μόνο πρώτες ύλες για ηδονή. Δεν τον ενδιαφέρουν οι ευθύνες της. Δεν τον ενδιαφέρουν τα προβλήματα του σπιτιού της. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το σώμα της. 
Όταν μια γυναίκα, μετά από χρόνια ρουτίνας, εισπράττει αυτό το βλέμμα, το βλέμμα που τη θέλει «εδώ και τώρα», χωρίς όρους και χωρίς αύριο, νιώθει να «ξεκλειδώνει». Είναι η στιγμή που παύει να είναι η «κυρία του σπιτιού» και γίνεται ξανά το «θηλυκό». O εραστής τη λατρεύει να τη γαμάει. Στην αγκαλιά του εραστή, η πράξη αυτή είναι απόδειξη λατρείας. Είναι η στιγμή που η γυναίκα νιώθει ότι είναι ακόμα «επιθυμητή», ότι μπορεί ακόμα να προκαλέσει «φωτιά» σε έναν άντρα που η ορμή του δεν έχει αναλωθεί στην καθημερινή «μάχη» για την επιβίωση. Στο γάμο, ο σύζυγος προσφέρει ασφάλεια, αλλά το DNA, διψάει για ένταση. 
Ερωτήματα πολλά για τον Αλκιβιάδη. «Τι έχεις να πεις προφέσορα;» Ρώτησε με απορημένο ύφος.
«Δηλαδή;»
«Τι συμβουλή σου ζητάω»
Ο θαλασσόλυκος, κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του, καρφώνει τα μάτια του στον Αλκιβιάδη. Δεν είναι πια το ειρωνικό βλέμμα του ανθρώπου που διασκεδάζει με τα πάθη των άλλων, αλλά το βλέμμα κάποιου που έχει δει καταιγίδες να βουλιάζουν πλοία που φαίνονταν αβύθιστα. Είχε τη σοβαρότητα ενός ανθρώπου που ξέρει πως, όταν η θάλασσα φουρτουνιάζει, οι πολλές συμβουλές μόνο το πλοίο βουλιάζουν. «Μου ζητάς τη συμβουλή μου, Αλκιβιάδη; Η συμβουλή μου είναι ότι η μεγαλύτερη φυλακή που έφτιαξε ποτέ ο άνθρωπος δεν είναι η απιστία, είναι η ανάγκη του να ξέρει. Θέλεις τη συμβουλή ενός ανθρώπου που έμαθε ότι στον ωκεανό δεν κερδίζεις ποτέ τον άνεμο, απλώς μαθαίνεις πώς να μη σπάσει το κατάρτι σου;» 
Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. 
«Πρώτον: Σταμάτα να ψάχνεις για αποδείξεις. Αν το ψάξεις, θα το βρεις. Αν όχι στο κρεβάτι σου, στο τηλέφωνό της, αν όχι στο τηλέφωνο, στο βλέμμα της. Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να γίνει ντετέκτιβ στη ζωή του, καταστρέφει τον σύντροφο του, αλλά κυρίως καταστρέφει τον εαυτό του. Η αλήθεια που αναζητάς δεν θα σε κάνει ελεύθερο, θα σε κάνει αιχμάλωτο μιας εικόνας που δεν θα μπορείς να ξεχάσεις. 
Δεύτερον: Μην την ανταγωνίζεσαι. Μην προσπαθήσεις να γίνεις ο «νεαρός». Δεν μπορείς να κλέψεις χρόνια από το ρολόι, και η προσπάθεια να το κάνεις θα σε κάνει να φαίνεσαι αξιοθρήνητος στα δικά της μάτια. Μην προσπαθείς να γίνεις ο εραστής, γιατί εσύ είσαι ο Σύζυγος, ο Πατέρας, ο Άνθρωπος που έχτισε τον κόσμο της. Αν προσπαθήσεις να παίξεις ένα παιχνίδι που δεν είναι δικό σου, θα χάσεις και τον σεβασμό που σου έχει απομείνει. Η ζωή, φίλε μου, δεν είναι μια εξίσωση που λύνεται. Είναι ένας χορός. Κι αν κάποια στιγμή η Ανδρομάχη αποφάσισε να χορέψει με κάποιον άλλον, δεν φταίει η ηθική της. Φταίει ότι η μουσική που της έπαιζες εσύ, ίσως είχε γίνει πολύ μονότονη για να την κρατήσει στη σκηνή. 
Τρίτον: Επέστρεψε στην ουσία. Αν νιώθεις ότι η Ανδρομάχη απομακρύνθηκε, είναι γιατί άφησες το «εμείς» να γίνει «αυτή και τα παιδιά». Αν θέλεις να δεις αν υπάρχει ακόμα χώρος για σένα, μην την ανακρίνεις, προκάλεσε την. Όχι με ζήλια, αλλά με μια νέα παρουσία. Γίνε ξανά αυτός που εκείνη κάποτε ερωτεύτηκε, όχι επειδή «πρέπει» να την κρατήσεις, αλλά επειδή αυτός είσαι. Αν ανταποκριθεί, η ομίχλη θα διαλυθεί. Αν δεν ανταποκριθεί, αν το βλέμμα της είναι πλέον στραμμένο μόνιμα στο λιμάνι του άλλου, τότε θα ξέρεις, χωρίς να χρειαστεί να κάνεις καμία έρευνα. 
Και η τελική μου συμβουλή; Αν ανακαλύψεις πως η «εξαίρεση» δεν ισχύει για σένα, μην την πετάξεις έξω με θυμό. Πέταξε έξω τον φόβο σου. Αν η Ανδρομάχη διάλεξε να χορέψει με κάποιον άλλον, είναι δική της απώλεια, όχι δική σου. Μην αφήσεις μια γυναίκα, όσο κι αν την αγαπάς, να ορίζει το αν είσαι άντρας ή αν η ζωή σου έχει αξία. Η ζωή σου είναι δική σου, Αλκιβιάδη. Μην την αφήσεις να βουλιάξει επειδή κάποιος άλλος τράβηξε την άγκυρα.»
 Ο θαλασσόλυκος έγειρε πίσω, τον κοίταξε με ένα μειδίαμα που δεν ήταν πια κοροϊδευτικό, αλλά σχεδόν πατρικό. «Τώρα, τι λες; Θα συνεχίσεις να κοιτάς το ποτήρι σου ή θα σηκωθείς να πας να τη συναντήσεις, όχι ως δικαστής, αλλά ως άντρας που δεν φοβάται ούτε την αλήθεια ούτε τη μοναξιά;»
Ο Αλκιβιάδης μένει να κοιτάζει το κενό. Τα λόγια του θαλασσόλυκου, εμποτισμένα με την κυνική σοφία της αλμύρας, λειτουργούν σαν το πιο σκληρό αντίδοτο. Ο καπετάνιος δεν τον χαϊδεύει. Του πετάει στα μούτρα το «μετάλλιο» του κερατά, κάνοντάς τον να συνειδητοποιήσει ότι ο πόνος του δεν είναι μοναδικός, είναι ένα παλαιό, κλασικό έργο που παίζεται στη σκηνή της ανθρωπότητας από τότε που οι θεοί κατέβηκαν στη γη.  
Άμα νοιώσει ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του. Όταν ο θαλασσόλυκος του λέει ότι ο «κερατάς γίνεται μέλι και γάλα», δεν εννοεί ότι ο απατημένος σύζυγος «ξευτιλίζεται». Εννοεί ότι απελευθερώνεται. Από τη στιγμή που αποδέχεσαι ότι η γυναίκα του μπορεί να έχει κι άλλη ζωή, παύει να είναι ο «φύλακας» της ηθικής της. Του μνημονεύει τον Ήφαιστο, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο. Του θυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφτηκε από «πιστούς συζύγους», αλλά από ανθρώπους που έζησαν το μεγαλείο τους παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες τους, εδώδιμες ή θεϊκές, επέλεξαν άλλα μονοπάτια.»
Τον προτρέπει να σταματήσει να ψάχνει. Τον προτρέπει να γελάσει με την ίδια του την απόγνωση. Γιατί αν ο Μενέλαος έκανε πόλεμο για την Ελένη, ο Αλκιβιάδης θα πρέπει να αποφασίσει αν ο δικός του γάμος αξίζει έναν «Τρωικό Πόλεμο» ή αν αξίζει απλώς μια συγκατάβαση στην ανθρώπινη ατέλεια.
«Αλκιβιάδη, η καχυποψία σου είναι σαν να προσπαθείς να μετρήσεις το βάθος του ωκεανού με μια κλωστή. Δεν θα βρεις ποτέ πάτο. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να πνιγείς μέσα στην ίδια σου την αναζήτηση. Δέξου το κερί σου, σήκωσε το κεφάλι και μάθε να χορεύεις ακόμα κι όταν η μουσική δεν παίζει μόνο για σένα.»
«Σόρυ φίλε μου που στα λέω χύμα, αλλά έτσι δουλεύει η ζωή. Τι να κάνουμε; Και μήνυση να της κάνεις δεν αλλάζει.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει τα λόγια του θαλασσόλυκου να τον ξυπνάνε από έναν πυρετώδη ύπνο. «Μήνυση...» επαναλαμβάνει σιγανά, προς τον ίδιο του τον εαυτό. «Πώς να μηνύσεις την ίδια τη φύση; Πώς να στείλεις την ορμή στα δικαστήρια;» Όπως λέει ο καπετάνιος, η μήνυση δεν αλλάζει το αποτέλεσμα. Το μόνο που κάνει είναι να βυθίζει τον «δικαστή», τον ίδιο τον Αλκιβιάδη, σε μια διαδικασία που θα τον κάνει να ξαναζήσει την προδοσία εκατό φορές, μέχρι να στερέψει κάθε ίχνος αξιοπρέπειάς του.
«Πως το είπες το ποσοστό έξι στις δέκα; Κι εγώ θα είμαι η εξαίρεση;» Αναρωτήθηκε μέσα από τα δόντια του ο Αλκιβιάδης. Φαίνεται ότι το κοροϊδευτικό ύφος του θαλασσόλυκου δεν γαληνεύει την ψυχή του. Η επανάληψη αυτής της σκέψης γύρω από το στατιστικό νούμερο δείχνει πόσο βαθιά έχει καρφωθεί το αγκίστρι στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Το ποσοστό αφαιρεί κάθε ίχνος ρομαντισμού ή φιλοσοφικής θεωρίας και μετατρέπει την αγωνία του σε ψυχρά, αμείλικτα μαθηματικά και το 60% σημαίνει ότι η απιστία δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Το να ελπίζει ότι ανήκει στη μειοψηφία του μοιάζει πλέον με παιδική αφέλεια. Το σαράκι της αμφιβολίας πήρε σάρκα και οστά. 
Εδώ και καιρό γνωρίζει ένα ζευγάρι αγαπημένο, με ζωή ασυννέφιαστη. Και ξαφνικά μαθαίνει πως η κυρία πηδιέται σαν σκύλα. Ο αφελής σύζυγος την κοιτάει στα μάτια. Συμβαίνει βέβαια και το αντίθετο. Αλλά αυτό δεν τον αφορά. Συνέχισε τις σκέψεις του.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

Salty Captain

.Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Η εικόνα όμως της συμπεριφοράς της Ανδρομάχης του έχει δημιουργήσει έντονο προβληματισμό καθώς είναι διάχυτη η αίσθηση του ότι «κάτι» συμβαίνει. Όταν μάλιστα, στην περίοδο που αυτός της δείχνει να την θέλει αρκετά σεξουαλικά εκφράζοντας με θόρυβο το παράπονο του ότι «τον πάει στη γωνία», βλέποντας τις προτεραιότητές της, χωρίς το σεξ! 
Αποφασίζει πως είναι καιρός να συζητήσει για το πρόβλημα που τον απασχολεί με ένα φίλο από τα παλιά, έναν θαλασσόλυκο καπετάνιο που τον θεωρεί αυθεντία στα ερωτικά. Η αυθεντία με το κύρος του, σαν έτοιμος από καιρό προσπαθεί να του δώσει τη λύση. Αρχίζει από το χειρότερο αλλά πιθανό σενάριο που μπορεί να συμβαίνει.
«Καλέ μου φίλε, τα πράγματα είναι απλά στη ζωή. Μην σε πιάνει πανικός! Μείνε ψύχραιμος. Γιατί μάλλον υπάρχει άλλος.» Τον συμβουλεύει και σαν άλλος επιθεωρητής Κλουζώ εν δράσει του αναλύει τα σημάδια.
Παρά την επικρατούσα άποψη ότι ο άνδρας είναι ο κυνηγός και η γυναίκα το θήραμα, συνήθως γίνεται το αντίθετο. Η γυναίκα, σε αντίθεση με τους άντρες, όταν ερωτεύεται δίνει ψυχή και σώμα. Αν λοιπόν έχει ενθουσιαστεί με κάποιον άλλον, μην περιμένεις να κάνει σεξ μαζί σου, τουλάχιστον όχι με την καρδιά της. Το μυαλό της είναι αλλού και δυστυχώς για εσένα εκεί ακριβώς θα επιθυμούσε να είναι και το σώμα της. Και γιατί να κάνετε σεξ, αφού εκείνη αντλεί ικανοποίηση  από αλλού; Ακόμα και αν δεν είναι άπιστη, ακόμα και αν δε σε έχει κερατώσει, σίγουρα το ερωτικό στοιχείο μεταξύ σας έχει εξασθενήσει υπερβολικά πολύ. 
Έχει μούτρα, αποφεύγει να σε κοιτάξει στα μάτια, μιλάει ελάχιστα. Είναι φανερό πως με κάτι είναι ενοχλημένη, ωστόσο, δεν μπαίνει στη διαδικασία να στο εξηγήσει όσες φορές κι αν εσύ ρωτήσεις «τι έχεις;». Δεν είναι νάζι, δεν είναι κοριτσίστικη ιδιοτροπία, δεν είναι τακτική ή στρατηγική. Είναι μια κουρασμένη γυναίκα που έχει βαρεθεί να τονίζει το αυτονόητο. Τι της απομένει; Τα μούτρα η έχω πονοκέφαλο! Δεν υπάρχει εραστής, φίλος ή σύζυγος που δεν έχει ακούσει έστω για μια φορά τη δημοφιλέστερη δικαιολογία για να μην κάνει μια γυναίκα σεξ. 
Η αλήθεια είναι προφανώς πως απλά δεν θέλει. Γιατί, τότε, δεν το λέει. Και πάλι ενοχικά σύνδρομα, κατάλοιπα παλαιότερων γενεών, είναι η αιτία. Η γυναίκα θέλει να σερβίρει την απόρριψη ευγενικά, ώστε να σε πληγώσει όσο γίνεται λιγότερο. Το «έχω πονοκέφαλο» είναι σαφώς ηπιότερο από το «δεν θέλω ούτε να με αγγίξεις σήμερα», δεν βρίσκεις;
Τώρα αν είσαι άτυχος και πέσεις σε μία τέτοια γυναίκα, θα σε έχει σίγουρα βασιλιά, αλλά ψάχνε κάθε τόσο το κεφάλι σου! Η εμφάνιση και γενικότερα η παρουσία δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που μπορεί να δούμε μία γυναίκα σεμνή και χαμηλοβλεπούσα, που όμως  μπορεί να κουβαλάει μέσα της μια ηφαιστειακή επιθυμία που απλώς δεν βρίσκει δίοδο στον γάμο της. Όταν αυτή η επιθυμία βρει τον κατάλληλο αποδέκτη, αυτόν που δεν την ξέρει ως «σύζυγο» και «νοικοκυρά», και μετά από λίγο να μάθουμε ότι έχει κάνει τα τέρατα! Να ξέρεις, ότι όλες οι γυναίκες, ότι εμφάνιση κι αν διαθέτουν, έχουν τουλάχιστον έναν θαυμαστή στο περιβάλλον τους ο οποίος παρά το γεγονός ότι γνωρίζει ότι είναι δεσμευμένες, τις πολιορκεί διακριτικά κάτι που οι περισσότεροι σύζυγοι αρνούνται να δουν. Δεν είναι πρωτοφανές, όσο κι αν σου ακούγεται περίεργο, μια γυναίκα μέσα στην πορεία της ζωής ενός γάμου να χάσει το σεξουαλικό ενδιαφέρον χωρίς όμως να χαθεί η συναισθηματική αναγνώριση και η αγάπη προς τον σύντροφο της, έχοντας όμως διαχωρίσει τη σεξουαλικότητα από τη συναισθηματική επαφή.
Μάλιστα όλες αυτές που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν πια το σεξουαλικό ενδιαφέρον για τον σύντροφό τους, δεν σημαίνει ότι έχουν μπει οι ίδιες σε σεξουαλική σιγή, καθώς μόλις αποκτήσουν καινούργιο σύντροφο, η λίμπιντο επιστρέφει στα ύψη.» 
Αυτή είναι η πιο σκληρή, αλλά και η πιο ρεαλιστική αλήθεια που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας άνδρας στην κατάσταση του Αλκιβιάδη. Αυτό που του περιγράφει ο θαλασσόλυκος του καταρρίπτει τον μύθο της «σεξουαλικής κούρασης» και της «φυσιολογικής πτώσης της λίμπιντο λόγω ηλικίας ή ρουτίνας». Όταν μια γυναίκα που παρουσιάζει «σεξουαλική σιγή» στον γάμο της «ανθίζει» ακαριαία με έναν νέο σύντροφο, δεν πρόκειται για ιατρικό θαύμα. Πρόκειται για ενεργειακή ανακατεύθυνση.
«Ένας φίλος μου ταξιδιάρης και φιλόσοφος του δρόμου μου ’χε πει κάποτε ότι «οι γυναίκες έχουν δυο ηλικίες, τις ανέραστες που γεννήθηκαν γριές και τις ερωτιάρες που είναι και μένουν πάντα νέες, η ηλικία τους είναι απλώς ένας αριθμός μπροστά στην ορμή της ψυχής τους. Αυτές οι γυναίκες, δεν «γερνάνε» ποτέ γιατί η σεξουαλικότητά τους δεν ήταν προσκολλημένη στη νεανική επιδερμίδα τους, αλλά στην ψυχική ανάγκη για επιβεβαίωση, κατάκτηση και απόλαυση. Δεν έχει σημασία η ηλικία τους αλλά ο πόθος και το πάθος τους για έρωτα. Αυτό δεν έχει σημασία με την μούρη αλλά με την ψυχή τους. 
Κι είχε δίκιο, μια φορά είδα εξηντάρα να παίρνει παρτούζα δυο νεαρά αρσενικά και να τους κάνει να φτύνουν τις μάνας τους το γάλα. Η λίμπιντο δεν γνωρίζει ηλικιακά σύνορα, ούτε κοινωνικά «πρέπει». Όταν μια γυναίκα, ανεξαρτήτως αν είναι είκοσι ή εξήντα ετών, αποφασίζει να «σπάσει τα δεσμά» και να αφήσει την κλειτορίδα της να οδηγήσει το παιχνίδι, μετατρέπεται σε μια δύναμη της φύσης που κανένας άνδρας, όσο νέος ή ακμαίος κι αν είναι, δεν μπορεί εύκολα να διαχειριστεί.
Και οι στατιστικές, σαφέστατες! Σύμφωνα με την πιο έγκυρη, το εξήντα πέντε τα εκατό των γυναικών ομολογούν πως έχουν απατήσει τους άντρες τους. 
Και μήπως είναι σίγουρο το άλλο τριάντα πέντε; Αυτές απλώς δεν το λένε! «Αφού το κάνει αυτή γιατί να μην το κάνω κι εγώ;» φαίνεται να σκέφτονται όλο και περισσότερες γυναίκες. Το 65% και το «ύποπτο» 35% που απομένει δεν είναι απλώς αριθμοί. Είναι η ομολογία μιας νέας εποχής. Με τέτοια συντριπτικά ποσοστά, μάλλον κάποια ανυπέρβλητη ανάγκη οδηγεί όλες αυτές τις γυναίκες στην απιστία ή ακόμα και η ίδια η φύση. Στη φύση κανένα ζώο δεν είναι εκατό τοις εκατό μονογαμικό στο εκατό τοις εκατό της ζωής του και ο άνθρωπος, παρά τον πολιτισμό του, παραμένει ένα ον με ένστικτα. Πόσο εύκολο είναι να αντισταθεί στα «γραμμένα» του DNA της; Ίσως, τελικά, η μονογαμία να επιτυγχάνεται μόνο μέσω της μοιχείας να είναι μια κυνική αλλά ενδεχομένως ακριβής παρατήρηση. Ίσως η «πιστότητα» σε μια μακροχρόνια σχέση να απαιτεί μια τέτοια εσωτερική ελευθερία, ώστε να μπορεί το άτομο να διοχετεύσει την «ηλεκτρισμένη» ορμή του αλλού, διατηρώντας έτσι τις ισορροπίες στο «επίσημο» σπίτι. Και να μην ξεχνάς την κλειτορίδα ως το μοναδικό όργανο που είναι σχεδιασμένο αποκλειστικά για ευχαρίστηση, καθώς διαθέτει 8.000 νευρικές απολήξεις, διπλάσιες από αυτές του πέους. Η κλειτορίδα είναι η Ιερή, η Μεγάλη πιστοποίηση της γυναίκας ως σεξουαλικού όντος. Μητέρα του οργασμού, απαράβατο κέντρο λατρείας και φροντίδας από το οποίο πηγάζουν ανεκτίμητης ορμής ποτάμια, ηλεκτρισμένα, σχεδόν θανατηφόρα. Πώς αλλιώς; Αφού μιλάμε για το γυναικείο ανάλογο του πέους.
 Η ανάλυση του θαλασσόλυκου αγγίζει τον πυρήνα μιας «βιολογικής επανάστασης» ενάντια στο κοινωνικό οικοδόμημα της μονογαμίας. Η σύγκρουση ανάμεσα στο DNA και το «πρέπει» είναι ο λόγος που ο Αλκιβιάδης και ο κάθε άνδρας νιώθει συχνά ότι παλεύει με φαντάσματα. Όταν θέτει το ζήτημα της κλειτορίδας ως «Ιερής πιστοποίησης», μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της ηθικής στο επίπεδο της ανατομικής αλήθειας. Το ανεξάρτητο» όργανο με τις 8.000 νευρικές απολήξεις, η κλειτορίδα δεν είναι απλώς ένα κομμάτι του γυναικείου σώματος, είναι ένας «νευρικός επιταχυντής» που δεν έχει κανέναν ρόλο στην αναπαραγωγή. 
Είναι ένα όργανο που υπάρχει μόνο για την σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Όταν η φύση «σχεδιάζει» κάτι τόσο ισχυρό, είναι παράλογο να περιμένουμε από το άτομο να το «απενεργοποιήσει» επειδή έτσι επιβάλλει ένα συμβόλαιο γάμου. Αν η γυναίκα είναι πιο ικανή στην ηδονή, τότε η κυριαρχία του άνδρα είναι μια ψευδαίσθηση., όπως στο γνωστό μύθο του μάντη Τειρεσία που καταδιώκει επί αιώνες τη γυναικεία σεξουαλικότητα.
.«Ο μύθος θέλει το μάντη Τειρεσία να τυφλώνεται από το εκδικητικό μένος της θεάς Ήρας, όταν τόλμησε να μην τη στηρίξει στη διαμάχη της με το Δία σχετικά με το ποιος έχει τον πιο έντονο οργασμό -ο άντρας ή η γυναίκα. Όταν εκείνος δήλωσε με βεβαιότητα ότι ο γυναικείος οργασμός είναι πολλάκις πιο ισχυρός από τον αντρικό, η Ήρα, νιώθοντας ότι ο Τειρεσίας πρόδωσε το πιο απόκρυφο γυναικείο μυστικό, τον τύφλωσε.»......
«Δηλαδή μου λες είναι αναπόφευκτο! Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας που η απιστία μας χτυπάει την πόρτα; Όλοι κάποια στιγμή θα κερατώσουμε ή θα κερατωθούμε; Ρητορικό το ερώτημα μου προφέσορα!.»
Ο θαλασσόλυκος καπετάνιος, καθώς το βλέμμα του χάνεται στα απόνερα της σκέψης του, δεν βιάζεται να απαντήσει. Δεν είναι η ώρα για παρηγορητικά λόγια, είναι η ώρα για την «αλμυρή» αλήθεια της ανοιχτής θάλασσας. «Κοίτα, Αλκιβιάδη στον κόσμο που ζούμε, η μονογαμία είναι σαν το πλοίο που προσπαθεί να μείνει ακίνητο στη μέση του ωκεανού. Το ρεύμα, οι άνεμοι, οι παλίρροιες, όλα δουλεύουν εναντίον σου. Δεν είναι θέμα ηθικής, είναι θέμα φυσικής. Είναι ότι η ζωή είναι μακρύτερη και πολυπλοκότερη από τις υποσχέσεις που δίνουμε στα είκοσι ή στα τριάντα μας χρόνια», συνεχίζει. «Όταν δύο άνθρωποι δένονται, δεν υπολογίζουν ότι οι ίδιοι θα αλλάξουν. Ότι το δικό τους σήμερα δεν θα έχει καμία σχέση με το αύριο. Η απιστία δεν είναι η αιτία της διάλυσης είναι το σύμπτωμα. Είναι η στιγμή που ο ένας ή και οι δύο συνειδητοποιούν πως η ζωή που επέλεξαν δεν χωράει πια την ορμή τους, τα όνειρά τους και στη βιολογική τους ανάγκη για το νέο. 
Θέλεις την αλήθεια; Η απιστία δεν «χτυπάει την πόρτα» επειδή είναι κακιά. Χτυπάει επειδή ο άνθρωπος είναι ανήσυχο πνεύμα. Κι όταν μέσα στο σπίτι η πόρτα είναι κλειστή, όταν η επιθυμία έχει γίνει «πονοκέφαλος» και ο άλλος έχει γίνει «έπιπλο», τότε η απιστία είναι η ανάσα που ψάχνουμε για να μην πνιγούμε. Δεν θα κερατώσουν ή θα κερατωθούν όλοι, Αλκιβιάδη. Θα ζήσουν όλοι τη στιγμή εκείνη που η μονογαμία θα τους φανεί σαν κλουβί. Το τι θα κάνουν μετά, εκεί κρίνεται ο άνθρωπος. Μην αναρωτιέσαι αν είναι αναπόφευκτο. Αναρωτήσου αν το «λιμάνι» στο οποίο είσαι αξίζει τον κόπο να το υπερασπίζεσαι, ακόμα κι όταν τα κύματα σε σπρώχνουν έξω. 
Η απιστία είναι ένα ενδεχόμενο που συνοδεύει κάθε σχέση. Το αν θα γίνει πράξη, εξαρτάται από το αν οι δύο «καπετάνιοι» του σπιτιού εξακολουθούν να θέλουν να ταξιδεύουν μαζί, ή αν ο καθένας έχει ήδη χαράξει πορεία για άλλα νερά.»

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

Extramarital Affair... Nausicaa

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
... Η Ναυσικά μέχρι να καλοσκεφτεί τι της συμβαίνει, αισθάνθηκε το χέρι του Αλκιβιάδη της τρίβει απαλά τη γάμπα και ν' ανεβαίνει αργόσυρτα προς τα πάνω. Αναστατώθηκε. Το αντρικό χέρι ταξίδευε τελετουργικά πάνω στην επιδερμίδα της και την ανατρίχιασε. Της χάιδεψε για λίγο το γόνατο και μετά προχώρησε πιο μέσα, προς το μπούτι της. Την έτριψε αρκετή ώρα και μετά, βάζοντας το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της της τα 'σφιξε δυνατά, αναστατώνοντας την.
Δεκαπέντε λεπτά μετά βρίσκονταν στο σπίτι της..
Φιλήθηκαν. Η ανάσα της ένα κοκτέιλ τσιγάρου, καπουτσίνο, πάθους και ζέστης που αναδυόταν από το στομάχι της. Η ανάσα της να κόβεται καθώς τα χέρια του περνούσαν γύρω από τη μέση της και το στήθος του πίεζε το δικό της, με τις σκληρές ρώγες της να κολλάνε πάνω του, προδίδοντας την αναστάτωση της.  Η συνειδητοποίηση πως είχε φτάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, είχαν ξεπεραστεί τα όρια και το γαμήσι ήταν πλέον αναπόφευκτο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, εισπνέοντας το αμυδρό, μη οικείο άρωμα του βουτύρου κακάο. «Τι άρωμα φοράς;» τη ρώτησε, με την περιέργειά του κεντρισμένη από την ασυνήθιστη εκείνη οσμή. «Α, αυτό!» έκανε η Ναυσικά χαμογελώντας με νόημα. «Δεν είναι άρωμα, είναι απλώς η κρέμα που απλώνω στην επιδερμίδα μου κάθε πρωί. Διατηρεί το σώμα μου απαλό. Δε σου αρέσει;» 
«Είναι ασυνήθιστο, το ομολογώ», απάντησε. 
Η Ναυσικά ξεκούμπωσε το σουτιέν της και το στήθος της ξεχύθηκε, απρόσμενα στητό και σφιχτό. Οι παλάμες του Αλκιβιάδη ταξίδεψαν μέχρι τις σκληρές σκούρες θηλές της. Την παρακολούθησε καθώς κατέβαζε το φερμουάρ της επώνυμης φούστας της, αφήνοντάς τη να σωριαστεί στο πάτωμα και περνώντας στη συνέχεια από πάνω της με τις καφέ δερμάτινες γόβες της. Είχε δυνατούς μηρούς, σε αρμονία με τον ψηλό κορμό της, κι όπως στεκόταν ακίνητη, με τα στήθη της γυμνά, να προβάλλουν περήφανα και στητά, ντυμένη μόνο με το ψηλοκάβαλο μαύρο εσώρουχό της. 
Ήταν πραγματικά υπέροχη, μα όταν κατάλαβε ότι αυτός δεν άντεχε να συγκρατήσει τον εαυτό του άλλο σταμάτησε το χορό του στριπτήζ, άλλωστε δεν έμενε και τίποτα να βγάλει και γονάτισε εμπρός του ανάμεσα στα πόδια του. Η ανάσα της βάρυνε τον κοίταξε με ύφος πρόστυχο, ερωτικό, ερεθισμένο. Απρόσμενη για εκείνον ήταν η επόμενη κίνηση της. Έπιασε το πούτσο του τύλιξε τα δάχτυλα της γύρω του και χωρίς να βιάζετε, άρχισε απαλά να γλείφει κυκλικά το κεφάλι της ψωλής και μετά όλη από πάνω μέχρι τ’ αρχίδια. Με ένα βασανιστικό ρυθμό το έβαζε και το έβγαζε στο στόμα της. Τον άκουγε να βαριανασαίνει. Καταλάβαινε εύκολο πόσο πολύ του άρεσε. Δεν χρειάστηκε να βάλει όλη της την τέχνη. Ήταν έτοιμος… Αλίμονο! τι συμφορά! Ήδη με τα πρώτα γλειψίματα ένιωθε ότι ο πούτσος του είχε γίνει καυτός και ότι σε λίγο θα έσκαγε. Πράγματι, μετά από λίγο ένιωσε το καυτό του σπέρμα, να ξεχύνεται σαν ιπτάμενος πίδακας να εκτοξεύεται από την κορυφή του πέους και να πέφτει πάνω στο πρόσωπό, στο κορμί και μέσα στο στόμα της Ναυσικάς .
Κάνοντας μια προσπάθεια να συνέλθει, έκλεισε τα μάτια του πήρε βαθιές ανάσες, αφού φύσηξε, ξεφύσηξε, μουρμούρισε εμφανώς απογοητευμένος και χωρίς να μπορεί να χωνέψει ακόμα την απιστία του. «Σκατά τα έκανα!».
Ο Αλκιβιάδης αλλιώς το φανταζόταν το ερωτικό κλίμα στην πρώτη φορά μιας εξωσυζυγικής περιπέτειας και δη με μια γυναίκα που γνώριζε καλά και ποθούσε. Σιωπηλός και απογοητευμένος με τη γρήγορη εκσπερμάτωση, κοίταξε προς τη Ναυσικά αμήχανος και με μια στωικότητα ότι δεν την περίμενε και για την δική της ικανοποίηση και ένιωθε άβολα. Η «καταιγίδα» κόπασε, αλλά η «ατμόσφαιρα» στο δωμάτιο παρέμεινε φορτισμένη. Ο Αλκιβιάδης αισθάνεται «άδειος» και εκτεθειμένος, περιμένοντας τη «δίκαση» από τη Ναυσικά. Η Ναυσικά αναλαμβάνει τον ρόλο της «λύτρωσης».  
«Εγώ τα έχω αφήσει πίσω αυτά και σε καταλαβαίνω απόλυτα.», δεν καθησυχάζει απλώς τον Αλκιβιάδη· επαναπροσδιορίζει τους όρους του παιχνιδιού.  Τον πήρε από το χέρι και του είπε «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε στην κρεβατοκάμαρα για να σου εξηγήσω πως θα ηρεμήσεις.» Η μεταφορά από το σαλόνι στην κρεβατοκάμαρα σηματοδότησε την απόλυτη παράδοση του Αλκιβιάδη. Εκείνη δεν ήταν πλέον απλώς μια ερωμένη, ήταν η «θεραπεύτρια» και η οδηγός του. Με τη φράση της «θα σου εξηγήσω πώς θα ηρεμήσεις», η Ναυσικά παίρνει πλήρως τον έλεγχο, μετατρέποντας την αμηχανία του σε μια δεύτερη, πολύ πιο ισχυρή και παρατεταμένη πράξη. Έτσι, για πολλή ώρα, η Ναυσικά έπαιρνε μέσα της το χοντρό πούτσο του και ο Αλκιβιάδης αισθανόταν να κάνει ένα από τα πιο βαθιά γαμήσια της ζωής του και η γλώσσα του είχε γίνει ωμή, σχεδόν βίαιη και η Ναυσικά απολαμβάνει ακριβώς αυτή την «άγρια» πλευρά του! Αυτή η πράξη, που ξεκίνησε με απογοήτευση μετατράπηκε σε μια «βαθιά» συνεύρεση, είχε πλέον σφραγίσει τη σχέση τους. Δεν υπήρχε πια «απλό σεξ». Υπήρχε μια συμφωνία πάθους που στηριζόταν στην αμοιβαία αποκάλυψη των σκοτεινών τους επιθυμιών! Φιλούσε απανωτά το πρόσωπο και τα χείλη της Ναυσικάς, φωνάζοντάς της. «Πάρ' τον, μωρή καριόλα. Ξεσκίσου μαζί μου. Δώσ' τα όλα. Πολύ θα ήθελα να μάθω πως νιώθεις τώρα που γαμιέσαι με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» 
Είναι η στιγμή που χαλαρώνουν μετά απ' την κορύφωση του σεξουαλικού παιχνιδιού τους που ο Αλκιβιάδης, ψιθυρίζει της Ναυσικάς. «Για πες πώς νιώθεις τώρα που είσαι στο κρεβάτι γυμνή αγκαλιά με τον άνδρα της κολλητής σου φίλης;» Η Ναυσικά δεν αφήνει την ευκαιρία, του αναποδογυριζει την ερώτηση, και ανταποδίδει το καρφί της.
«Τώρα μου ρωτάς πώς νιώθω;» ακούστηκε η φωνή της Ναυσικάς, κοφτερή και παιχνιδιάρικη διάθεση. Ανασηκώθηκε ελαφρά στον αγκώνα της, κοιτάζοντας τον κατάματα με ένα βλέμμα που έκρυβε μέσα του μια παράξενη, σκοτεινή ικανοποίηση αλλά και μια αμείλικτη σκληρότητα.
«Με ρωτάς πώς νιώθω που απατάμε τη γλυκιά, ξετσίπωτη φιλενάδα μου; Την ίδια που έχει καταντήσει τσούλα για τα μαύρα μάτια του ιερέα;» Η φωνή της ανέβηκε τόνους, με μια παράξενη ζήλια.
«Μωρό μου, έχω καταλάβει εδώ και καιρό πώς τη βρίσκει στην αγκαλιά του νεαρού ιερομόναχου της ενορίας μας! Όταν τον βλέπει διαθέσιμο, ξεχνάει τα πάντα, δεν υπολογίζει τίποτα. Το κορμί της, το μουνί της, ξαναμμένο γίνεται μούσκεμα στο πέρασμά του, αναζητώντας να της σβήσει τη φωτιά ο πούτσος του. Υποψιάζομαι πως απ' την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε είχε βάλει μπρος τα μεγάλα σχέδια και τον έχει ήδη ξελογιάσει. Δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλό πως μετά τις ιερές αγρυπνίες τους απολαμβάνουν και τα «ιερά» γαμήσια τους μες στα στασίδια και τα ιερά!»
Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο έχασε για λίγο όλη τη νωχελική ζεστασιά της. Ο ιδρώτας πάνω στο δέρμα τους δεν έκαιγε πια. Ο Αλκιβιάδης έμεινε ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι. Τα λόγια της Ναυσικάς δεν ήταν απλώς ένα «καρφί», ήταν μια λεπίδα που γκρέμισε σε δευτερόλεπτα δεκαπέντε χρόνια βεβαιότητας. Παρέμεινε ακίνητος, το μυαλό του φόρτωνε, προσπαθώντας να συναρμολογήσει τα κομμάτια μιας πραγματικότητας. Δεν ήταν πια η αόριστη ιδέα, η σκιώδης υποψία που τον βασάνιζε, ήταν ωμή, αμείλικτη αλήθεια. Η Ανδρομάχη του, η δική του Ανδρομάχη, είχε πέσει στα δίχτυα του ρασοφόρου πνευματικού της.
«Η Ανδρομάχη μου... γαμιέται με τον πνευματικό της;» Η φωνή του βγήκε βραχνή, σχεδόν ανήμπορη, καθώς κοιτούσε τη Ναυσικά με μάτια ορθάνοιχτα από το σοκ.
«Τι μου λες ρε Ναυσικά; Καλά, γίνονται αυτά; Και εγώ... εγώ να μην παίρνω χαμπάρι τίποτα; Μπροστά στα μάτια μου; Πέντε οικοδομικά τετράγωνα τόπος είναι η ενορία μας, Ναυσικά... Πέντε τετράγωνα! Και να μην πάρω μια στο τόσο είδηση;»
Η Ναυσικά χαμογέλασε πικρά, τραβώντας το σεντόνι να σκεπάσει το γυμνό της σώμα, ενώ το βλέμμα της τον τρυπούσε.
«Και πέντε και εκατόν πέντε να είναι, Αλκιβιάδη μου...» του αποκρίθηκε με μια φωνή κοφτή σαν μαχαίρι, «άμα το χωράφι διψάει για νερό και στη βαρέσει στο κεφάλι, θέλει πολύ; Ακόμα και η πλημμυρίδα σε πνίγει, όταν σκας από τη δίψα.»
«Δεν το πιστεύω πλάκα μου κάνεις. Αν και να σου πω την αλήθεια, έτσι που είμαστε γυμνοί και αγκαλιά τώρα με καυλώνει η ιδέα πως ο ρασοφόρος οργώνει το μουνί της Ανδρομάχης. Και είναι λεβέντης, σαν καρτ ποστάλ από εμφάνιση πανάθεμα τον και νταβραντισμένος άνδρας. 
Θα της το ποτίζει καλά το περιβόλι της.» Η είδηση ότι ο «αντίζηλος» του είναι ένας άνδρας που ο ίδιος αναγνωρίζει ως «νταβραντισμένο» και «λεβέντη» δεν τον εξοργίζει πια, αλλά λειτουργεί ως το απόλυτο καύσιμο για τη δική του σεξουαλική ορμή. Τώρα, η ιδέα ότι κάποιος άλλος, ο ρασοφόρος, ικανοποιεί τις δικές της ανάγκες, τον κάνει να νιώθει ότι και ο ίδιος έχει το «πράσινο φως» να κάνει ακριβώς το ίδιο με τη Ναυσικά. Η προδοσία της Ανδρομάχης του έχει γίνει, το μεγαλύτερο αφροδισιακό που θα μπορούσε να του συμβεί. 
«Αχ, γαμιά μου. Μόνο της το ποτίζει. Πλημμύρα θα γίνεται με τα υγρά τους κάθε φορά που την «εξομολογεί» από εμπρός και από πίσω.» του απάντησε η χαριεντζόμενη Ναυσικά.
«Και όλα αυτά κάτω από τη μύτη μου.» Ο Αλκιβιάδης άρχισε να σκέφτεται ακόμα πιο έντονα την Ανδρομάχη αγκαλιά με το ρασοφόρο. Φανταζόταν πως ο ρασοφόρος γαμούσε την Ανδρομάχη και φανταζόταν κυριολεκτικά πως τη γαμούσε αλύπητα. Να τσαλακώνει το μουνί της με την πούτσα του και αυτό τον καύλωνε περισσότερο που φανταζόταν ότι ο ρασοφόρος ενώ έψελνε παράκληση, την πηδούσε τόσο άγρια. Τάκα! τάκα! τάκα!, μέχρι λιποθυμίας. 
Η εικόνα που έπλαθε ο Αλκιβιάδης στο μυαλό του είχε ξεπεράσει κάθε όριο λογικής , είχε μετατραπεί σε μια αχαλίνωτη φαντασίωση που τον τροφοδοτεί με μια εκρηκτική καύλα. Το «τάκα! τάκα! τάκα!» που αντηχεί στο μυαλό του, δεν είναι πλέον ο ήχος της προδοσίας, αλλά το ρυθμικό κίνητρο για τη δική του πράξη. Η Ανδρομάχη, για τον Αλκιβιάδη, είχε πάψει να είναι η σύζυγός του, είχε γίνει το αντικείμενο μιας φαντασίωσης που τον «ξεκλειδώνει» εντελώς. 
Η νύχτα τους αυτή λειτούργησε σαν μια βαλβίδα αποσυμπίεσης που κανείς από τους δύο δεν φανταζόταν πόσο το είχε ανάγκη. Η Ναυσικά και ο Αλκιβιάδης κατάφεραν να μετατρέψουν μια στιγμή παρανομίας σε μια συμφωνία αμοιβαίας αναζωογόνησης. Η χημεία τους πλέον δεν ήταν μόνο σαρκική. Ήταν μια «συνωμοτική» χημεία. Το μυστικό που μοιράζονται, οι λεπτομέρειες για τον παπά, οι εξομολογήσεις, η νύχτα στο αγροτόσπιτο, τους δένει με δεσμά που είναι πολύ πιο ισχυρά από τον απλό έρωτα. 
Αργά την επόμενη ήμερα ένιωθε ανήσυχος για την απιστία του, ένιωθε σαν να είχε κλέψει σύκα σε ξένο περιβόλι και περίμενε τον αγροφύλακα να τον τσακώσει για την απιστία του. Προφασίστηκε ότι του τηλεφώνησαν απ' την εταιρεία του πως υπάρχει επείγον πρόβλημα στην εργασία του. Της ζήτησε μια μεγάλη συγνώμη, ανέβαλε για αργότερα τον τελικό προορισμό για το εξοχικό τους στο χωριό και αναχώρησαν για την επιστροφή στην Αθήνα. 
Στο δρόμο ενώ αυτός οδηγεί η Ναυσικά ενθουσιασμένη απ' τα βραδινά, τον χαϊδεύει παιχνιδιάρικα και του απευθύνει ασταμάτητη ερωτική βωμολοχία, ενώ ταυτόχρονα το άλλο χέρι της το έχει χώσει κάτω από το φουστάνι της και χαδευόταν στο μουνί της. Μέχρι να φτάσουν στου γυρισμού τον προορισμό, προσπαθούσε να εξισορροπήσει την αντιφατική πραγματικότητα που βίωσε. ..Και με την επιθυμία να ξεπεράσει τις αδυναμίες του τις στιγμές εκείνες, την κοιτούσε μπερδεμένος, και για να μην τη χαλάσει το χατήρι, της έδωσε υποσχέσεις για μελλοντικές ερωτικές στιγμές που θα της μείνουν αξέχαστες. Σε καμία από αυτές τις δεσμεύσεις δεν αποδείχτηκε συνεπής. Δεν τήρησε καμιά υπόσχεσή του!.!

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

Marital Infidelity:

Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
...Όταν μια σχέση παύει να είναι πηγή τροφοδότησης από ζωντάνια, ενθουσιασμό, ερωτισμό και θετικών συναισθημάτων, τότε η προδοσία χτυπάει την πόρτα της σχέσης. Η προδοσία, σε μια σχέση που έχει στερέψει, δεν είναι πάντα ένα «ατύχημα» ή μια στιγμή αδυναμίας, είναι μια απεγνωσμένη απόπειρα επιβίωσης του ατόμου που πνίγεται στη στασιμότητα. 
Αυτός αντέδρασε με την αδιαφορία της, και δεν είναι καθόλου περίεργο που αποφάσισε ότι είναι καιρός, να αγνοήσει όρκους και κανόνες να κάνει την υπέρβαση, κοινώς να ψάξει άλλου πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Νιώθει ότι η κύρια πηγή ικανοποίησης του, ο γάμος του, έχει γίνει μια «αδιέξοδη στοά» και η απιστία παρουσιάζεται στο μυαλό του ως λογική διέξοδος. Δεν αναζητά μια ερωμένη, αναζητά το «εγώ» του. Αρχικά, η επιθυμία του αυτή κρατήθηκε μέσα του. Αλλά σιγά – σιγά η σκέψη αυτή άρχισε να μετεξελίσσεται. 
Το μυαλό του άρχισε να κάνει ερωτικά ταξίδια σε κάθε πιθανό «προορισμό» και με κάθε πιθανή  παρτενέρ. Μέχρι τώρα, το σύμπαν του ήταν εγκλωβισμένο σε μία γυναίκα, την Ανδρομάχη. Τώρα, το σύμπαν του ανοίγει. Εδώ και μια τετραετία στο πολύ στενό φιλικό τους κύκλο έχει πάρει διαζύγιο και από τότε δεν έχει ξανακάνει σχέση μία πληθωρική γυναίκα με πηγαία σεξουαλικότητα, η Ναυσικά!
Η Ναυσικά είναι συνομήλικη της Ανδρομάχης και παιδικές φίλες από τον καιρό που κοριτσόπουλα μικρά μάθαιναν παρέα την αλφαβήτα στο νηπιαγωγείο. Είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος, πολύ έξυπνη και καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν μόνη στη ζωή, ανεξάρτητη, είχε το θάρρος της γνώμης της αλλά και θράσος, και ταυτόχρονα ήταν ευγενική και συμπονετική. 
Ο Αλκιβιάδης τη λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που τη γνώρισε, και εκεί στα χρόνια της εφηβείας της αν και ερωτευμένος με την Ανδρομάχη είχε αρχίσει να έχει ένοχες ερωτικές φαντασιώσεις για την φίλη της.
Η Ναυσικά παντρεύτηκε την ίδια εποχή με την Ανδρομάχη αλλά ήρθε μία ημέρα που άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι ο γάμος της δεν είχε καμιά τύχη, με αποτέλεσμα να είχε ημερομηνία λήξης. 
Το ζευγάρι βρισκόταν αρκετό καιρό σε διάσταση, διότι η κακές γλώσσες έλεγαν πως ο τύπος είχε κάνει δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική! Οι κόκκοι της άμμου βρίσκονταν ήδη μέσα στα γρανάζια της οικογένειας της. Η βάρκα είχε κάνει ήδη νερά και η ρήξη στη σχέση τους δεν άργησε να έρθει και το διαζύγιο επίσης δεν άργησε να έρθει. 
Για τη Ναυσικά, αυτό δεν ήταν μόνο το τέλος ενός γάμου. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησε ότι τα χρόνια που πέρασε ήταν χτισμένα πάνω σε ένα ψέμα. Σήμερα λοιπόν η Ναυσικά δουλεύει στο δημόσιο, και περιμένει το πρώτο πράσινο φως από έναν άνδρα για να του εκδηλώσει το ενδιαφέρον της. Νιώθει πως είναι σέξι, όμορφη, ευχάριστη, έξυπνη, ερωτική, κι έτσι προκαλεί το ενδιαφέρον να την βλέπουν με τον ίδιο τρόπο. Κάνει τον εαυτό της να φαίνεται σαν, λάφυρο γι αυτόν που θα την κατακτήσει.
Τελευταία κάθε φορά που ο Αλκιβιάδης έβλεπε τη Ναυσικά, θυμάται ότι «αυτή η γυναίκα ήξερε ότι την ποθούσε» και αυτή η αμοιβαία γνώση ήταν ο πιο ισχυρός αφροδισιακός παράγοντας.
Θυμάται μια παλιά ιστορία που πίστευε ότι, είχε ξεχαστεί άλλα τελικά ήταν μια εικόνα που έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του και να που στην πρώτη ευκαιρία επανήλθε. Χρόνια πριν το διαζύγιο της νεαρά ζευγάρια, είχαν πάει μαζί εκείνο το καλοκαίρι σε οικογενειακές διακοπές. Μετά το θαλάσσιο μπάνιο είναι οι δυο τους στην αυλή του εξοχικού τους.
 Η Ναυσικά έχει ξεπλύνει την αλμύρα του κορμιού της κάτω από το ντους, έχει βγάλει το μαγιό της και χωρίς να σκουπίσει τα νερά που τρέχουν πάνω της φορά ένα κοντό μπουρνούζι. Πηγαίνει στην πλακόστρωτη αυλή όπου ρεμβάζει ο Αλκιβιαδης μονάχος του και κάθεται απέναντι του. Απίστευτα καυτή, του ποζάρει με χαμόγελο, ανοίγει τα πόδια της αργά- αργά, και μοστράρει το ροδαλό καυλιάρικο μουνάκι της, αφήνοντας  ελεύθερα στη θέα του το όρος της Αφροδίτης με τα μεγάλα κόκκινα χείλη του αιδοίου της γυμνά, και του κάνει με το στόμα της κινήσεις πεοθηλασμού. Όλα αυτά για χάρη του από απόσταση δύο μέτρων.
Απ' τον περιποιημένο στιλπνό θάμνο του εφηβαίου της λαμπερές και διάφανες σταγόνες νερού κυλούν και λαμπυρίζουν στο φως του ήλιου. Ο Αλκιβιάδης απέναντι της, έχει ιδρώσει, οι κόρες των ματιών του έχουν ανοίξει διάπλατα, βαριανάσαινε. Η Ναυσικά δεν του άφηνε πλέον περιθώρια για παρερμηνείες! Ήταν σαν να του έλεγε! «Το είδες; το βλέπεις; είναι δικό σου, αν το τολμήσεις»
Είναι η στιγμή που ως άνδρας έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο δίλημμα. Την άβυσσο της στιγμιαίας ηδονής έναντι του «οχυρού» της πολυετούς σχέσης του με την Ανδρομάχη. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά και έκανε πως δεν είδε τίποτα. Φοβάται το λάθος μονοπάτι και τη σεξουαλική παρέκκλιση που του προτείνει η Ναυσικά. Παρόλο που τα μάτια του ήταν κλειστά, το μυαλό του είχε ήδη «φωτογραφίσει» τη σκηνή. Αυτή η ανάμνηση που «ξεθάβεται» από τη μνήμη του Αλκιβιάδη λειτουργεί ως ένας χάρτης που τον οδηγεί κατευθείαν στον πυρήνα της επιθυμίας του. 
..Μέχρι σήμερα όλα εκείνα ανήκαν πια στο παρελθόν. Το «συρτάρι των σκέψεων» που είχε κλειδώσει με τόσο κόπο, τώρα νιώθει να παραβιάζεται. Ο Αλκιβιάδης, που προσπαθούσε να προστατέψει τον γάμο του, νιώθει τώρα ότι οι αντιστάσεις του λιώνουν σαν το κερί μπροστά στη ζέστη εκείνου του Αυγούστου. Το σώμα του έχει ήδη αποφασίσει για εκείνον, πολύ πριν το μυαλό του το παραδεχτεί. Το «συρτάρι» δεν κλειδώνει πια. Οι εικόνες δεν ξεθωριάζουν, αλλά γίνονται πιο έντονες.  Στο σκοτάδι της νύχτας, ο Αλκιβιάδης «δραπετεύει» από τον ρόλο του συζύγου, του φίλου, του σοβαρού άνδρα. Εκεί, στο μυαλό του, δεν υπάρχει η Ανδρομάχη, δεν υπάρχουν οι ηθικοί φραγμοί. Υπάρχει μόνο η απόλυτη ηδονή και η εικόνα της Ναυσικάς στην αυλή που δεν ήταν απλώς μια ανάμνηση, ήταν ένα τραύμα ομορφιάς. 
Μια φθινοπωρινή μέρα λοιπόν προφασίζεται ότι είναι ανάγκη να πάει στο χωριό γιατί τον θέλει ο εργολάβος που ανακαινίζει την εξωτερική μάντρα του σπιτιού τους. 
Η Ναυσικά έχει ένα μικρό αγρόκτημα στο μέσον της διαδρομής με ελιές και με μια μικρή αγροτική κατοικία μέσα στο κτήμα. Από το καλοκαίρι το συζητούσε με την Ανδρομάχη ότι το σπίτι της έχει ανάγκη για μερικές επείγουσες επισκευές συντήρησης στα συστήματα ύδρευσης και πως θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Η συγκυρία ήταν απίστευτη, λες και ειχαν στήσει το σκηνικό εδώ και καιρό. Συζητώντας για τις επισκευές με την Ανδρομάχη η Ναυσικά, είχε εξασφαλίσει δύο πράγματα. Αν ο Αλκιβιάδης βρεθεί στο δρόμο της, δεν είναι «έκτακτο γεγονός». Είναι μια προγραμματισμένη βοήθεια προς μια φίλη.
....Το σκέφτηκε και το αποφάσισε... Ήταν η ευκαιρία που ζητούσε, είχε έρθει η στιγμή να αντιδράσει. Ένα σχέδιο έπαιρνε ήδη σχήμα και μορφή στο μυαλό του και δεν τον ενδιέφερε αν πήγαινε κατευθείαν στην κόλαση μετά από τέτοιες σκέψεις. Της τηλεφωνεί της Ναυσικάς και την πληροφορεί ότι σαββατοκύριακο σχεδιάζει να πάει στο χωριό. «Ανυπομονώ να ταξιδέψουμε εσύ κι εγώ μαζί.»της λέει. «Αλλά το θεωρώ ότι θα ήταν φρόνιμο η συζήτηση του ταξιδιού να γίνει με την φιλενάδα σου. Δεν χρειάζεται να σου το πω βέβαια, αλλά να ξέρεις ότι είναι από πάντα δίπλα σου σε ότι θελήσεις, σε θεωρεί ανεκτίμητη φίλη. Άλλωστε για να κρατήσει η φιλία σας από τα παιδικά σας χρόνια σημαίνει ότι είναι δυνατή... Πόσες φορές δεν σας άκουσα να αναπολείτε με νοσταλγία τα περασμένα παιδικά σας χρόνια, και αργότερα στην εφηβεία σας που καθόσασταν στο λύκειο στο ίδιο θρανίο.» Αυτό που της προτείνει, να συζητήσει το ταξίδι με την Ανδρομάχη, είναι η φωνή της λογικής. Όπως ήταν επόμενο η Ανδρομάχη του ζήτησε να βοηθήσει την κολλητή της φίλη ώστε να μην είναι μόνη στην αναζήτηση συνεργείων και ο Αλκιβιάδης δέχτηκε μ' ευχαρίστηση τα καθήκοντα αυτά. 
Η χαρά του δεν είναι για την «υδραυλική βλάβη», αλλά για την προοπτική της συνεύρεσης με τη γυναίκα που τον στοιχειώνει. Είχε κάποιους δισταγμούς  δεν του είναι και τόσο εύκολο να φτάσει ένα βήμα πριν υποκύψει στον πειρασμό να δοκιμάσει τον απαγορευμένο καρπό, το φλερτ, την ερωτική συνεύρεση, με έναν άλλον άνθρωπο και δη με την κολλητή της Ανδρομάχης. Η Ανδρομάχη, με την αθωότητα και την εμπιστοσύνη της, έχει μετατραπεί χωρίς να το ξέρει στον «αρχιτέκτονα» της ίδιας της της προδοσίας. Ζητώντας από τον Αλκιβιάδη να βοηθήσει τη Ναυσικά, του δίνει το «πράσινο φως» που χρειαζόταν, το απαραίτητο ηθικό άλλοθι για να δικαιολογήσει την παρουσία του δίπλα της.
........ Παρασκευή λοιπόν απόγευμα της τηλεφώνησε να ετοιμάσει τα πράγματα τους και θα περάσει από το σπίτι της να την πάρει. Η Ναυσικά δεν εμφανίστηκε απλώς «πανέμορφη», εμφανίστηκε ως μια γυναίκα που ξέρει ακριβώς τη δύναμη της παρουσίας της και δεν διστάζει να την εξαπολύσει. Το κοντό μαύρο φόρεμα της και τα κόκκινα νύχια είναι μια δήλωση. «Είμαι εδώ, είμαι γυναίκα, και είμαι το κέντρο του κόσμου σου για αυτό το ταξίδι». Τον είχε σαγηνεύσει. Έτρεξε της άνοιξε τη πόρτα και το αυτοκίνητο γέμισε από το χαμόγελο της. Το άρωμα της τον περιτριγύρισε, όταν εκείνη στρογγυλοκάθισε στη θέση του συνοδηγού κι έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο.
«Βλέπω είσαι εντάξει στα ραντεβού σου. Έτσι είσαι και με τη φιλενάδα μου;» 
Δεν της απάντησε και περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους του.
«Λοιπόν», του είπε καθώς έβγαζε από την τσάντα της μια ασημένια σιγαροθήκη. 
«Όλα είναι έτοιμα», της είπε και ξεκίνησε. 
«Σταμάτα σε λίγο να πάρουμε καφέδες, έχουμε ώρα έτσι;». Έβγαλε ένα τσιγάρο το έφερε στο στόμα της και το άναψε μ’ έναν επίσης ασημένιο αναπτήρα, ρωτώντας τον πρώτα ευγενικά αν είχε αντίρρηση, καθώς ο ίδιος δεν κάπνιζε. .
«Μπορώ να καπνίσω, εσύ το ξέρω δεν  καπνίζεις!».  
«Όχι δεν καπνίζω».  
«Και καλά κάνεις, είναι μια πολύ κακή συνήθεια».
Μέσα στα πέντε λεπτά που χρειάστηκε να καπνίσει το τσιγάρο της, έφτασαν και σταμάτησαν στο συνοικιακό τους βενζινάδικο για να εφοδιάσουν καύσιμα στο αυτοκίνητο.
Την ώρα που αυτός εφοδιάζει βενζίνη το αυτοκίνητο, η Ναυσικά πηγαίνοντας στο αυτόματο μηχάνημα για τους καφέδες, οι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς της λικνίζονται σαν τα κύματα του μελτεμιού.
Να 'σου μπροστά τους η τσουχτερή κουτσομπόλα γειτόνισσα του. Περίεργη που βλέπει την νεαρή ζωντοχήρα να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο του πλησιάζει διπλά του και τον καλημερίζει. Έχεις «ενδιαφέρουσα» παρέα! και έκανε ένα νεύμα γεμάτο νόημα προς το μέρος της Ναυσικάς.
Αυτός χαμογελάει την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω χαρούμενα και χαλαρά. Η γειτόνισσα του κλείνει το μάτι με πονηρό χαμόγελο πάνω από τον ώμο της, σκύβει προς το μέρος του και του ψιθυρίζει, σχεδόν συνωμοτικά. «Τη βλέπω πολύ ενθουσιασμένη τη κυρά, όλο σκέρτσο, νάζι και τσαχπινιά..... κουνά τον πισινό της σαν τη βαρκούλα σ' ένα χάιδεμα του μελτεμιού! Προφανή σημάδια πως σε γουστάρει. Σε φλερτάρει απροκάλυπτα και θα έπρεπε να το είχες καταλάβει, αλλά πρόσεχε γιατί εκτός από το φαλλό, θα σου ξεζουμίσει και το μυαλό.»
Διάβολε στο θηλυκό μυαλό της, κάθε συνάντηση της χωρισμένης γυναίκας θεωρείτο βρώμικη, έκλυτη και λάγνα για την γειτόνισσα. Αποτύπωνε εξαιρετικά το στερεότυπο της «μικρής κοινωνίας» και τον κοινωνικό στιγματισμό που συχνά αντιμετώπιζαν οι χωρισμένες γυναίκες στο παρελθόν.
Η Ναυσικά μπήκε στο αμάξι και το άρωμά της ήταν ικανό να τον καυλώσει από μόνο του. Η κίνηση στην εθνική ήταν πάλι αφόρητη λες και είχαν βαλθεί όλοι να τους δημιουργήσουν καθυστέρηση. Χιλιόμετρα ουράς αυτοκινήτων να κινούνται αργά και νωχελικά. Οι ταχύτητες ούτε καν πρώτη, δευτέρα. Ακουμπούσε το χέρι του στο λεβιέ ταχυτήτων. Από το μυαλό του περνούσαν μύριες φαντασιώσεις. Η Ναυσικά έσκυψε γυρίζοντας του ελαφρά την πλάτη όπως καθόταν στο αυτοκίνητο και ο Αλκιβιαδης διέκρινε ένα δαντελένιο κιλοτάκι, που αχνοξεχώριζε κάτω από το λινό της φόρεμα που μισοσκεπάζε τους γλουτούς της. Για μια στιγμή, μισάνοιξαν οι μηροί της κι ανάμεσά τους άστραψε στα μάτια του σαν σε φλας, η λευκότητα της κιλότας της.
Φυσικά το τι ένιωσε στη θέα αυτής της εικόνας, δεν περιγράφεται, θα έφτανε ίσως η παρατήρηση το φούσκωμα στο παντελόνι του, στα γεννητικά του όργανα. Ήταν περίπου μια σεξουαλική εισαγωγή, που έκανε τον Αλκιβιάδη να νιώθει ένα ηδονικό κενό στο στομάχι
Ο δρόμος κάποια στιγμή άνοιξε και τώρα στη διαδρομή ένιωθαν πολύ όμορφα, και μέχρι να φτάσουν στο εξοχικό η συζήτηση πέρασε από πολλές φάσεις, με την Ναυσικά περίεργη να μάθει τα πάντα για τον Αλκιβιάδη και την σχέση του με την Ανδρομάχη, ακόμη και για τη σχέση τους στα ερωτικά. 
Αργά μετά την δύση του ήλιου φτάσανε στο κτήμα της, που περιελάμβανε και μια μονοκατοικία, με μεγάλο κήπο, δέντρα και πολύ όμορφη θέα σε όλο τον κόλπο, τζάκι για το χειμώνα και δυο κρεβατοκάμαρες. Σύντομα συναντήθηκαν με γνωστό τους εργολάβο και κανόνισαν τα της εργασίας..
Στη συνέχεια άραξαν σε μια μικρή ψαροταβέρνα που βρισκόταν χωμένη στους ευκαλύπτους με εξαιρετικό ψάρι και θαλασσινά κατά μήκος της παλιάς εθνικής. Απολαμβάνοντας έναν γευστικό συνδυασμό από σαλάτα και ψάρι με ελαφριά μπύρα σιταριού και το τέλειο συμπλήρωμα για επιδόρπιο τάρτα φρούτων πιάσανε την κουβέντα περί τα προσωπικά τους. Η κουβέντα προχωρούσε και έφτασε φυσικά και στο παρελθόν τους.
Η Ναυσικά τελευταία παρακολουθούσε σεμινάρια που είχαν σχέση με το αντικείμενο της εργασίας της στο υπουργείο που εργαζόταν.
«Λοιπόν, έμεινες ευχαριστημένη από τον κύκλο των σεμιναρίων;» την ρώτησε.
«Απόλυτα», επιβεβαίωσε εκείνη. 
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα; Θα μείνεις Αθήνα τελικά;»  
«Πιθανότατα» Μια λεπτή φράντζα έπεφτε στο μέτωπο της. «Θα ήθελα να ξεκινήσω κάτι δικό μου, όμως δε νομίζω ότι είμαι ακόμα εντελώς έτοιμη. Μου έχουν προτείνει θέση διδασκαλίας στις σχολές επιμόρφωσης πληροφορικής αλλά δεν την δέχτηκα». 
«Κρίμα!» 
Τα λόγια του την ξάφνιασαν ευχάριστα. «Δεν ξέρω αν θα τα κατάφερνα...», είπε χαμηλόφωνα.
«Νομίζω ότι θα ήσουν πολύ καλή σε αυτό».
«Αλήθεια; Ωραία ψήφος εμπιστοσύνης... να τη θυμάμαι αν το αποφασίσω ποτέ», του απάντησε χαμογελώντας..
«Να το αποφασίσεις, νομίζω θα σου ταιριάζει γάντι » 
«Κοίτα να δεις... και νόμιζα ότι με θεωρούσες άσχετη!», είπε πειραχτικά.
«Εγώ λέω να το ξανασκεφτείς!»
«Λες ε;»
«Ναι».
«Με κολακεύεις», είπε εκείνη, αφήνοντας το βλέμμα της να σταθεί για λίγο στο πρόσωπό του.
Ο σερβιτόρος είχε φέρει τους καφέδες τους, το συνηθισμένο διπλό εσπρέσο για τον Αλκιβιάδη και κάποια περισσότερο εξεζητημένη εκδοχή του καπουτσίνο με δήθεν ιταλική γαρνιτούρα για την Ναυσικά. Ο Αλκιβιαδης ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του. Ήταν καυτός, δυνατός και γλυκός. Είχε βάλει τέσσερις κύβους ζάχαρης μέσα, ανακατεύοντας μέχρι να λιώσουν εντελώς, για να εξαλείψει κάθε ίχνος της αρχικής πικρίλας. 
«Παρακαλώ! Βρίσκω ότι είσαι εξαιρετική σ' αυτό», πρόσθεσε, χαμηλώνοντας το βλέμμα του. Σήκωσε ξανά το βλέμμα του, και παρατήρησε πως ο λαιμός της ήταν αναψοκοκκινισμένος μέχρι το βάθος της εντυπωσιακής σχισμής του στήθους της, όπου ένα λευκό ενισχυμένο σουτιέν τόνιζε τις απαλές και γυαλιστερές σφαίρες των στριμωγμένων βυζιών της. 
Φορούσε πάντοτε εφαρμοστά λευκά πουκάμισα που στένευαν στη μέση, έτσι ώστε να τονίζονται τα πλούσια κάλλη της. Το σήμα ήταν αδιαμφισβήτητο. Ο Αλκιβιάδης κράτησε την ανάσα του καθώς ζύγιαζε την κατάσταση. Να πάρει, ήταν πολύ γοητευτική, και μια σκέψη που πέρασε φευγαλέα από το μυαλό του, είχε περάσει μια δεκαετία από την τελευταία φορά εκεί στο υπαίθριο ντους. 
Ο Ναυσικά παρατηρώντας τον Αλκιβιάδη, είδε τα μάτια του να καρφώνονται από πάνω στο ανοιχτό ντεκολτέ της. Από το βλέμμα του κατάλαβε πως πρόσεχε τα στριμωγμένα βυζιά της και του χαμογέλασε αμήχανα. Ήπιαν το καφέ τους  και κάποια στιγμή του λέει:
«Είσαι να συνεχίσουμε στο σπίτι μου; Κάνει ψόφο εδώ.»
«Καμία αντίρρηση…» της απαντάει. Με αργές κινήσεις, άπλωσε το χέρι του πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού και άγγιξε ανάλαφρα τα δάχτυλά της. Οι παλάμες της ήταν υπερβολικά ζεστές για την εποχή. 
Το φαγητό ήταν η αρχή.... Η γεύση και η αίσθηση λειτούργησε αφροδισιακά επάνω τους ώστε να αναζητούν την ολοκλήρωση της ευχαρίστησης..
Αποφάσισε να μην οδηγήσει άλλο, για τον προορισμό του και να μείνει στο αγρόκτημα της το βραδύ και το ξημέρωμα του Σαββάτου να αναχωρήσει για το χωριό του.
Πράγματι, βγήκαν απ' το εστιατόριο και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
Η ήσυχη τοποθεσία, το αεράκι της θάλασσας, με το αγροτόσπιτο δίπλα σε μια μικρή παραλία ήταν η κατάλληλη ερωτική φωλιά, το ιδανικό σκηνικό για στιγμές χαλάρωσης που θα απογειώσει τις αισθήσεις τους και θα αφήσουν τους εαυτούς τους ελεύθερους να απολαύσουν μια ερωτική βραδιά.
«Έχεις καταλάβει πως σήμερα με έχεις τρελάνει; Θυμάσαι εκείνες τις εποχές που ήσουν μαθήτρια του λυκείου ακόμη κι ένα βράδυ ήθελα να σε πηδήξω;»
«Έλα ρε Αλκιβιάδη τι θυμήθηκες τώρα. Αυτά συνέβησαν πριν πολλά χρόνια και τελικά πήδηξες τι φιλενάδα μου» Του απαντάει!
«Τι να θυμήθηκα ρε Ναυσικά; Σε βλέπω μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο..... Τι λες να κάνουμε ένα ματσάκι που δεν κάναμε στα παλιά;»
«Αλκιβιάδη για  ηρέμησε λίγο σε παρακαλώ.» Η αλήθεια είναι πως πολύ απλά ήθελε να κάνει σεξ μαζί του! Με το να του κάνει τη δύσκολη, και να του αρνηθεί, το μόνο που θα κατάφερνε, ήταν απλά να μην κάνουν σεξ. 
«Πως να ηρεμήσω ρε Μωρό μου! Εγώ απόψε είμαι διαθέσιμος και όλος δικός σου! Να κλειστούμε στο σπίτι και να ορμίσουμε ο ένας στον άλλο.»
«Με δουλεύεις;» Τον ρώτησε η Ναυσικά.
«Κάθε άλλο», συνέχισε αυτός, « Εγώ πάντως πιστεύω ότι μπορούμε να τα βρούμε και αν και εσύ θα ήθελες να περάσουμε τη νύχτα μαζί.»
Η ιδέα της άρεσε πολύ, τον θέλει και τη θέλει αλλά η σκέψη πως ο Αλκιβιάδης ήταν ο άνδρας της καλύτερης φίλης της τη συγκρατούσε.
«Ασε τις τρέλες», είπε στον Αλκιβιάδη. «Αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορώ ξαφνικά να ξαπλώσω στο κρεβάτι με τον άνδρα της Ανδρομάχης.'»
«Σαχλαμάρες», της απάντησε ο Αλκιβιαδης 
«Αφού και εσύ το θέλεις πολύ να κάνουμε σεξ, χωρίς να ψάχνουμε ανταλλάγματα! Θα γαμηθούμε επειδή μας αρέσει να γαμηθούμε χωρίς ενοχές! Για τη χαρά που προσφέρει το γαμήσι και για τίποτα άλλο πέρα από αυτό. Περιπέτεια μιας νύχτας θα ‘ναι, δεν θα γίνω μόνιμος εραστής σου.»
Η Ναυσικά έμεινε άφωνη. Όχι ότι ήθελε και πολύ να ψηθεί βέβαια! Αισθάνθηκε τη θηλυκότητα της να διεγείρεται και τις ρόγες της να φουσκώνουν με έντονη σεξουαλική διάθεση και να επιζητεί ακόμη περισσότερο τη σεξουαλική επαφή τους.
«Δηλαδη τελικά να να κάνουμε ότι αποφύγαμε να κάναμε τα παλιά;» Τον ρώτησε.
«Ναι! κάπως έτσι!» της είπε με ένα πονηρό, λαίμαργο χαμόγελο. «Απόψε ξέχνα τα παλιά. Είμαι όλος δικός σου, έτοιμος να σε τρελάνω και να κάνω πράξη όλα όσα φανταζόσουν.»

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:
 
Web Informer Button