ADS

click to open

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Ta Monopatia Pou Odigousan Gia to Sxolio

.....Ήρθε, λοιπόν, μια μέρα, στο τέλος εκείνου του καλοκαιριού, που οι γονείς του τού είπαν πως είχε φτάσει η ώρα να μάθει γράμματα. «Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο», έλεγαν οι παλιοί, κι αυτή η λαϊκή σοφία ήταν αρκετή για να σημαδέψει την αρχή μιας καινούριας πορείας. Για τα παιδιά που ζούσαν στους απόμακρους συνοικισμούς, το σχολείο δεν ήταν μια γειτονική αυλή. Ήταν ένας καθημερινός αγώνας. Ένα μικρό ταξίδι προς τη γνώση, που ξεκινούσε πριν ακόμη ανατείλει καλά-καλά ο ήλιος, με την ελπίδα πως τα γράμματα θα τους άνοιγαν έναν δρόμο σε μια καλύτερη ζωή. Τα παιδιά από τα Μπουμπουτσέλια διένυαν κάθε μέρα πέντε ολόκληρα χιλιόμετρα. Μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο, πάνω σε κακοτράχαλα μονοπάτια, ανάμεσα σε ρεματιές, πέτρες και ανηφοριές, ώσπου να φτάσουν στο σχολείο των Κουλεντίων. Για τα παιδικά τους πόδια, εκείνη η διαδρομή έμοιαζε ατέλειωτη. Κι όμως, την περπατούσαν χειμώνα και καλοκαίρι, χωρίς παράπονο, σαν να ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους.
Ήταν φθινόπωρο. Η γη είχε αρχίσει να πρασινίζει ύστερα από τις πρώτες βροχές. Ο τόπος ανέπνεε ήρεμα. Οι χωρικοί ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, ενώ τα κοπάδια απλώνονταν νωχελικά στις πλαγιές του βουνού. Μέσα σε εκείνη τη γαλήνη, άρχιζε και το δικό του ταξίδι· όχι μόνο προς το σχολείο, αλλά προς τη γνώση, τη ζωή και την ενηλικίωση. Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, μέσα στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, η μάνα πλησίαζε το λιτό ξύλινο κρεβάτι όπου κοιμόταν το μικρό παιδί της. Χάιδευε απαλά το μέτωπό του, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο φώτιζε για λίγο το αυλακωμένο από τα βάσανα πρόσωπό της. Ύστερα, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, του ψιθύριζε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω, μην σε πάρει η μέρα. Ο δρόμος είναι μακρύς.»
Εκείνος σηκωνόταν αμέσως, ντυνόταν βιαστικά, έπαιρνε το μικρό δεματάκι με το λιτό κολατσιό που του είχε ετοιμάσει η μάνα του και, αφού αποχαιρετούσε τον πατέρα του, στεκόταν στην πόρτα του σπιτιού. Η μάνα τον σταύρωνε, τον φιλούσε με όλη τη στοργή που έκρυβε στην ψυχή της και τον ξεπροβόδιζε με την ίδια πάντοτε ευχή: «Άντε, καλό δρόμο, γιε μου. Στην ευχή του Θεού… και να προσέχεις, παιδί μου.»
Κι εκείνος, με τη σχολική τσάντα στον ώμο και τη «Μπέττυ», την πιστή του σκυλίτσα, να βαδίζει χαρούμενα πλάι του, έπαιρνε τον χωματόδρομο που χανόταν πίσω από τη δυτική πλαγιά του αντικρινού λόφου. Από εκεί άρχιζε το καθημερινό μονοπάτι για τα Κουλέντια, την έδρα του οικισμού· ένα μονοπάτι που κάθε πρωί τον οδηγούσε όχι μόνο στο σχολείο, αλλά και ένα βήμα πιο κοντά στη ζωή.
Ανηφορίζοντας προς τα βορειοδυτικά του οικισμού, περνούσε δίπλα από ένα μικρό δασύλλιο με χαρουπιές, απλωμένες σε πλούσιες φυλλωσιές, που τις λίκνιζε αδιάκοπα το πρωινό αεράκι. Ένιωθε τότε μια γλυκιά δροσιά να πλημμυρίζει την ψυχή του, σαν ανάλαφρη πνοή ζωής. Προχωρούσε μεθυσμένος από τις ευωδιές και τους χυμούς της φύσης. Το φθινοπωρινό χώμα ήταν παντού νοτισμένο από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς ο ήλιος αναδυόταν αργά πίσω από τις κορυφογραμμές, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του τραβούσαν την υγρασία από τη γη και τη χλόη. Εκείνη ανασηκωνόταν αργά, σχηματίζοντας διάφανες κουρτίνες αχνού κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, σαν να ξυπνούσε μαζί τους ολόκληρη η φύση. Φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, στεκόταν για λίγο και άφηνε το βλέμμα του να χαθεί στην άλλη πλευρά. Μπροστά του απλωνόταν το Μεγάλο Ρέμα, η πλατιά κοιλάδα που χώριζε τον λόφο του συνοικισμού από τον λόφο του χωριού. Εκεί, στις μικρές πλατωσιές της κοιλάδας, ήταν σκόρπια τα καλλιεργήσιμα χωράφια, ανάμεσα σε ελιές, συκιές και αμυγδαλιές. Και λίγο πιο πέρα, σαν ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, υψωνόταν ένα πυκνό δάσος από ορεινά κυπαρίσσια, με τους κορμούς και τις φυλλωσιές τους σφιχταγκαλιασμένους, λες και η φύση είχε θελήσει να φυλάξει εκεί ένα δικό της μυστικό. Οι πλαγιές της κοιλάδας κατηφόριζαν γλυκά και αρμονικά προς τα χαμηλά και άνοιγαν διάπλατα στον μακρινό ορίζοντα, εκεί όπου, τις καθαρές μέρες, αχνοφαινόταν μια γαλάζια λουρίδα του Μυρτώου πελάγους.
 Όταν έμπαινε σ' εκείνη τη φωλιά της φύσης, η ψυχή του σπαρταρούσε σαν μικρό πουλί. Τον μεθούσαν οι ευωδιές από το θυμάρι, τις κουμαριές και τις λυγαριές. Κι ύστερα ήταν τα κοπάδια που έβοσκαν τριγύρω. Τα κουδούνια τους αντηχούσαν αδιάκοπα στις πλαγιές, πλημμυρίζοντας τον τόπο με μια μουσική που έμοιαζε να χαρίζει καινούργια ζωή και να κάνει την ανάσα του πιο βαθιά, πιο ελεύθερη. Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύννεφα, το ένα πίσω από το άλλο, που κατέβαιναν και σκέπαζαν ολόκληρη την κοιλάδα. Μα όταν ο ουρανός άνοιγε ξανά, γινόταν διάφανος και ξάστερος, ροδοβαμμένος από το πρώτο φως. Χαμογελούσε ως πέρα, στις βουνοκορφές και στις μακρινές ράχες, ενώ ο ήλιος, χρυσαφένιος όσο δεν έπαιρνε άλλο, άπλωνε πάνω στο Μεγάλο Ρέμα ένα φως γλυκό, σαν μέλι που ξεχυνόταν αργά πάνω στη γη. 
Στη μέση σχεδόν της διαδρομής, εκεί όπου άρχιζε η ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του Μεγάλου Ρέματος και το μονοπάτι οδηγούσε από τον συνοικισμό στο χωριό, απλωνόταν ένα μικρό πλάτωμα. Στη ρίζα ενός βράχου ανάβλυζε αδιάκοπα γάργαρο, κρυστάλλινο νερό. Πλάι στην πηγή υπήρχαν πάντοτε δυο-τρεις νεροκολοκύθες, κομμένες στα δύο, τα παλιά φλασκιά των χωρικών. Ήταν το κοινό ποτήρι όλων των περαστικών. Από εκεί έπιναν οι γεωργοί, οι βοσκοί, οι διαβάτες, τα παιδιά του σχολείου και κάθε κουρασμένος οδοιπόρος που σταματούσε για μια ανάσα πριν συνεχίσει την ανηφορική πορεία στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Το πλάτωμα εκείνο ήταν ευλογία για τον ταξιδιώτη. Ύστερα από το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους και τα λιθόστρωτα μονοπάτια, πρόσφερε λίγη σκιά, δροσερό νερό και μια πολύτιμη στιγμή ξεκούρασης. Εκεί χαμήλωνε η ανάσα, καταλάγιαζε η κούραση και ξανάπαιρνε δύναμη το σώμα. Έπειτα ο καθένας συνέχιζε τον δρόμο του, λες και η μικρή εκείνη πηγή του είχε χαρίσει λίγη ακόμη ζωή. Στο διάβα τους, οι ταξιδιώτες σταματούσαν για λίγο στην πηγή. Κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι, κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης, φουντωτής σκαμνιάς, έπιναν από το γάργαρο νερό και ξαπόσταιναν, μαζεύοντας τις δυνάμεις που χρειάζονταν για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Καθισμένοι στη δροσιά του ίσκιου, με το χέρι να χαϊδεύει αφηρημένα το μαλακό, νοτισμένο χώμα, ένιωθαν την κούραση να φεύγει σιγά σιγά από το σώμα τους. Για λίγες στιγμές γίνονταν ένα με τον τόπο. Άκουγαν το κελάρισμα του νερού, το θρόισμα των φύλλων και τα κουδούνια από τα κοπάδια στις απέναντι πλαγιές. Ήταν από εκείνες τις μικρές στάσεις που δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα, αλλά γαληνεύουν και την ψυχή.
Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης ένιωθε τον νου του να ξαλαφρώνει. Το βλέμμα χανόταν στις πλαγιές, στα βουνά και στη μακρινή λουρίδα της θάλασσας, κι η σιωπή της φύσης γινόταν μια σιωπή γεμάτη φωνές. Θα 'λεγες πως άκουγε τις μυστικές συνομιλίες του ανέμου με τα κυπαρίσσια, των βράχων με τα σύννεφα, της γης με τον ουρανό. Δίπλα του η πηγή κυλούσε αδιάκοπα, χαρίζοντας νερό γλυκό και παγωμένο, σαν να πρόσφερε στον οδοιπόρο όχι μόνο δροσιά αλλά και λίγη δύναμη για τον δρόμο που απέμενε. Ήταν ένας τόπος που καλούσε τον άνθρωπο να σταθεί για λίγο, να πάρει ανάσα και να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του. Εκεί, κάτω από τον ίσκιο της φουντωτής σκαμνιάς, γεννιούνταν σκέψεις που δύσκολα γεννιούνται μέσα στη βοή της καθημερινότητας. Τα όνειρα ξανάβρισκαν τη χαμένη τους πνοή, οι ελπίδες ζωντάνευαν και οι αγωνίες γίνονταν ελαφρύτερες. Ο καθένας, μικρός ή μεγάλος, έφευγε από το πλάτωμα λίγο πιο δυνατός απ' όσο είχε φτάσει.
Κι ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να μπορεί να το εξηγήσει, ένιωθε πως κάθε πρωί, περνώντας από εκεί, δεν πήγαινε μονάχα προς το σχολείο. Διέσχιζε ένα μονοπάτι που τον έφερνε όλο και πιο κοντά στη φύση, στους ανθρώπους της και, σιγά σιγά, στον ίδιο του τον εαυτό.
Ίσως γι' αυτό, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εκείνο το μικρό πλάτωμα με τη γάργαρη πηγή παρέμενε στη μνήμη του πιο ζωντανό κι από πολλούς μεγάλους δρόμους που περπάτησε αργότερα στη ζωή του.
Οι στρατοκόποι μπορούσαν να βυθιστούν στις σκέψεις τους και να αρχίσουν έναν σιωπηλό διάλογο με τον εαυτό τους, έχοντας έντονη την αίσθηση πως η φύση έκρυβε κάτι βαθύτερο από αυτό που φανέρωνε στα μάτια. Να αφεθούν στη γαλήνη του τόπου και να ταξιδέψουν με τον νου πέρα από τα ορατά, εκεί όπου το μυστήριο της ύπαρξης αγγίζει για μια στιγμή τον άνθρωπο.
Εκεί, ο ίδιος ο τόπος γινόταν ο πρωταγωνιστής. Η άγρια ερημιά του, μακριά από τον θόρυβο και τη βιασύνη των ανθρώπων, κυριαρχούσε στο πνεύμα, μιλούσε αθόρυβα στις αισθήσεις και έδειχνε το μονοπάτι προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Ήταν στιγμές που η γαλήνη πλημμύριζε τις κουρασμένες ψυχές, όπως η πρώτη βροχή ποτίζει τη διψασμένη γη και την κάνει να ξαναβλαστήσει. Και τότε ο άνθρωπος ένιωθε πως, έστω και για μια στιγμή, ανήκε ολοκληρωτικά στη φύση και στο αδιάκοπο θαύμα της ζωής.
Μια αρχέγονη, σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθούσε να ζωντανεύει με τη φαντασία του τους ανθρώπους που έζησαν σ' αυτόν τον τόπο, που μόχθησαν και πάλεψαν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Σ' αυτή τη σκληρή, χέρσα γη, κάθε πέτρα έμοιαζε να είναι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα, των κόπων και των ελπίδων τους. Άθελά του παρασυρόταν στα περασμένα. Το τοπίο δεν ήταν πια μόνο χώμα, βράχια και δέντρα· γινόταν ζωντανή μνήμη. Σαν να μπορούσε, με όλες του τις αισθήσεις, να αφουγκραστεί τον κόσμο μιας άλλης εποχής και να νιώσει την ανάσα των ανθρώπων που είχαν περάσει από εκεί πριν από αυτόν. Εκείνες τις ώρες, αμέτρητες λεπτομέρειες ξεπρόβαλλαν μπροστά του σαν σκόρπιες ψηφίδες μιας μεγάλης τοιχογραφίας. Κάθε εικόνα αποκάλυπτε κι ένα μικρό κομμάτι του παρελθόντος, τόσο ζωντανό και τόσο πυκνό, που έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να χωρέσει ολόκληρη τη θάλασσα μέσα στο βλέμμα του.
Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνέχιζε το μονοπάτι που, σαν αποκριάτικη κορδέλα, ξετυλιγόταν κάτω από τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του.
Στα ανατολικά, ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου χάριζε στα σταφύλια τους αρωματικούς χυμούς τους, ενώ στα ώριμα σύκα το μέλι ξεχείλιζε, αφήνοντας στην άκρη τους μια σταγόνα διάφανη σαν ρουμπίνι. Πολύχρωμα ζουζούνια φτερούγιζαν αδιάκοπα γύρω του και αγριοπούλια πετάγονταν ξαφνιασμένα από τις ήσυχες φωλιές τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα και οι φασκομηλιές μοσχοβολούσαν, ενώ τα πρώτα φθινοπωρινά κρινάκια ξεπρόβαλλαν δειλά, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές.
Όταν τελείωνε η σχολική μέρα, το ίδιο μονοπάτι έμοιαζε διαφορετικό. Στον δρόμο της επιστροφής, το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε όψη καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη δύση. Το φως γινόταν βαθύτερο, σχεδόν διάφανο, και όλα γύρω λαμποκοπούσαν σαν κρύσταλλο. Οι διάσπαρτες ελιές άστραφταν με ασημένιες ανταύγειες, ενώ οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν τη στιλπνή απόχρωση του γρανίτη, αναδεικνύοντας το βαθύ πράσινο των πεύκων που φύτρωναν ανάμεσά τους. Σιγά σιγά το χρυσοπράσινο των φύλλων σκοτείνιαζε και φανέρωνε την αληθινή τους όψη· γεμάτη νεανική δύναμη και ζωή. Ένας ανήσυχος ψίθυρος σηκωνόταν μέσα από τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τις κορφές, βάφοντας τον δυτικό ορίζοντα με το κατακόκκινο αίμα του.
Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης, συνεχίζει να περιπλανιέται στα μονοπάτια της παιδικής του ηλικίας. Κι εκείνο που του απομένει, ύστερα από τόσα χρόνια, είναι η αίσθηση πως βαθιά μέσα του εξακολουθεί να είναι εκείνο το μικρό παιδί που ξεκίνησε κάποτε τον δρόμο του στον κόσμο. Στο μακρύ ταξίδι της ζωής δεν κουβάλησε πολλές αποσκευές· μονάχα τη μνήμη. Μια μνήμη γεμάτη εικόνες από έναν τόπο οικείο και πατρικό, που δεν έπαψε ποτέ να κατοικεί μέσα του σαν αιώνιο παρόν. Κουβαλά ακόμη το άρωμα του θυμαριού, τον ψίθυρο των πεύκων, το γάργαρο νερό της πηγής, το Μεγάλο Ρέμα και τα μονοπάτια που οδηγούσαν στο σχολείο. Μα μαζί τους κουβαλά και τις σκιές. Γιατί στο κάδρο της μνήμης δεν υπάρχουν μόνο οι φωτεινές εικόνες της παιδικής ηλικίας· υπάρχουν και εκείνες που γεννήθηκαν μέσα στους δύσκολους καιρούς, εικόνες που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ψυχή και δεν έσβησαν ποτέ.
Έτσι είναι η μνήμη. Δεν διαλέγει μόνο τα όμορφα. Φυλάσσει με την ίδια επιμονή το φως και το σκοτάδι, τη χαρά και τον πόνο, γιατί και τα δύο έγιναν το χώμα πάνω στο οποίο μεγάλωσε ο άνθρωπος.
Κάποια καλοκαίρια το τοπίο φάνταζε ανεμοδαρμένο, σαν να το είχε σμιλέψει ο ίδιος ο χρόνος. Κι όμως, η φύση έμοιαζε να μένει αναλλοίωτη, πεισματικά ίδια, σαν να αντιστεκόταν στο πέρασμα των χρόνων. Σήμερα, ανακαλώντας εκείνες τις εικόνες, διαπιστώνει πως πολλές λεπτομέρειες ξεγλιστρούν από τη μνήμη του. Ίσως γιατί ανήκουν σε μια εποχή τόσο μακρινή, όπου η ζωή κυλούσε με άλλους ρυθμούς και οι άνθρωποι επικοινωνούσαν μόνο με τα πόδια, τη φωνή και την ανθρώπινη παρουσία.
Στα μέρη εκείνα δεν υπήρχε ίχνος από τις μηχανές και τις ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες. Μονάχα μονοπάτια, μουλαρόδρομοι, άνθρωποι, ζώα και η σιωπή του βουνού, που ένωνε τους οικισμούς πολύ περισσότερο απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει οποιοσδήποτε δρόμος.
Ήταν οι εποχές που, κάτω από την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού, οι χωρικοί έβγαιναν στα χωράφια πριν ακόμη ξεμυτίσει ο ήλιος. Άρχιζαν τον κοπιαστικό θερισμό, κρατώντας στο ένα χέρι το δρεπάνι και στο άλλο την παλαμαριά, το ξύλινο προστατευτικό που φύλαγε την παλάμη από τις κοφτερές λεπίδες και συγκρατούσε τα στάχυα.
«Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί. Κι ύστερα ακουγόταν το γνώριμο φραπ-φραπ από τα δρεπάνια που έκοβαν ρυθμικά τα χρυσοκίτρινα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος τις πρωινές ώρες, όσο ακόμη η δροσιά δρόσιζε τη γη! Μα όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο. Οι θεριστάδες άφηναν τα δρεπάνια στη γη και τραβούσαν στον ίσκιο κάποιου δέντρου, στην άκρη του χωραφιού. Εκεί άνοιγαν τα ταπεινά τους δισάκια, έτρωγαν το λιτό φαγητό τους, γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και αντάλλασσαν ιστορίες και χωρατά. Ύστερα πλάγιαζαν για λίγο πάνω στο χώμα, ώσπου να μαλακώσει η κάψα της ημέρας. Και μόλις έπεφτε πάλι η απογευματινή δροσιά, σηκώνονταν αμίλητοι, έπιαναν ξανά τα δρεπάνια και συνέχιζαν τον αγώνα τους με τη γη, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος.
Στα ψηλώματα, στους λιβαδότοπους, συναντούσες τα πέτρινα κυκλικά αλώνια, χτισμένα σε διαλεγμένες τοποθεσίες, εκεί όπου οι καλοκαιρινοί νοτιάδες φυσούσαν με δύναμη και βοηθούσαν το λίχνισμα του καρπού. Γύρω από το αλώνι υψώνονταν οι ντραλίκοι, μεγάλες όρθιες πέτρες, τοποθετημένες κυκλικά, που οριοθετούσαν τον χώρο και εμπόδιζαν τα στάχυα να σκορπίζουν στον άνεμο. Καλότυχοι θεωρούνταν όσοι είχαν δίπλα στο αλώνι τους ένα δέντρο με πλατιά, πυκνή φούντα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, εκεί έβρισκαν καταφύγιο από τον καυτό ήλιο. Κάθονταν στον ίσκιο του, έτρωγαν το λιτό τους φαγητό, ξάπλωναν για λίγο πάνω στα άχυρα να ξαποστάσουν και περίμεναν να γείρει ο ήλιος. Ύστερα σηκώνονταν, έπιαναν πάλι τη δουλειά και το αλώνι ξαναγέμιζε φωνές, γέλια και τον μονότονο ήχο του μόχθου.
«Στριφογυρίζει τ' άλογο στ' αλώνι τριγυρνά, τ' αστάχυα, καλοπάτητα, ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.»
Η καλλιέργεια του σιταριού και του κριθαριού άρχιζε με τις χειμωνιάτικες σπορές του Δεκέμβρη και αποτελούσε τον ίδιο τον κύκλο της ζωής του χωριού. Η σπορά, ο θερισμός, το αλώνισμα και τέλος η άλεση του καρπού δεν ήταν απλώς αγροτικές εργασίες· ήταν οι σταθμοί μιας ολόκληρης ζωής, δεμένοι με τις εποχές, τον καιρό και την ελπίδα.
Σήμερα τα παλιά αλώνια στέκουν σιωπηλά, πέτρινες κορνίζες μιας άλλης εποχής. Δεν ακούγονται πια τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, ούτε οι φωνές των αλωνιστάδων. Μονάχα ο άνεμος περνά ανάμεσά τους, σαν να ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων που μόχθησαν πάνω σ' αυτή τη γη.
Κι ίσως γι' αυτό επιβιώνει ακόμη στα σοκάκια του χωριού εκείνη η παλιά λαϊκή συμβουλή, που ταξιδεύει από στόμα σε στόμα:
«Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι,
γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει.»
Ήταν όμως και εποχές που το τοπίο διένυε τα πιο αδυσώπητα καλοκαίρια. Το λιοπύρι γινόταν ανυπόφορο, ένα ολόφλογο καμίνι που έπεφτε πάνω στη σάρκα σαν βροχή από πυρωμένες βελόνες. Ούτε πνοή ανέμου δεν φυσούσε. Τα φύλλα των δέντρων έμεναν ακίνητα, τα λιγοστά νερά της μικρής λιμνούλας λαμποκοπούσαν ακίνητα, σαν λιωμένο μέταλλο ή σαν λάδι, και στους γύρω λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες στέκονταν ασάλευτα, θαρρείς και είχαν πεθάνει. Τα πουλιά λούφαζαν βαθιά μέσα στις φυλλωσιές, αναζητώντας λίγη σκιά και λίγη δροσιά.
Οι ξεροπόταμοι είχαν στεγνώσει. Στην επιφάνεια της γης σχηματιζόταν μια λεπτή, σκληρή κρούστα, ενώ τα αγριόχορτα είχαν καεί από τον ήλιο και είχαν απομείνει μονάχα οι ρίζες τους. Η ατμόσφαιρα γινόταν διάφανη και αραιή, ο ουρανός ολοένα και πιο ξέθωρος, κι όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ξεθώριαζαν και τα χρώματα της γης. Το κοκκινόχωμα έπαιρνε μια τριανταφυλλιά απόχρωση και το γκρίζο χώμα άσπριζε κάτω από το ανελέητο φως. Μέσα στα χαντάκια το χώμα διαλυόταν σε ψιλή σκόνη, ενώ τα μυρμήγκια ξεχύνονταν σε ατέλειωτες πορείες προς τα σιτοχώραφα, λες και προαισθάνονταν πως κάθε σπυρί ήταν πολύτιμο για τον χειμώνα που θα ερχόταν.
Υπήρχαν όμως και μέρες που το λιοπύρι γινόταν τόσο δυνατό και αβάσταχτο, ώστε πάνω στις πέτρες θαρρούσες πως μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το αδιάκοπο τραγούδι του τζίτζικα, η φωνή της λαύρας, χυνόταν παντού, σπάζοντας τη βαριά σιωπή του τόπου.
Κι όμως, η ζωή ακολουθούσε υπομονετικά τον δρόμο της. Όταν η ανομβρία παρατεινόταν, όλο το χωριό συγκεντρωνόταν στην εκκλησία. Ο παπάς, κρατώντας τον Σταυρό και τις εικόνες, έβγαινε μπροστά, και πίσω του σχηματιζόταν η λιτανεία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά ξεκινούσαν για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο, ενώ ο γαρμπής, λιοβόρι πυρωμένο, σκόρπιζε κύματα καυτής ανάσας και η λαύρα του ανέμου έκαιγε τη διψασμένη γη.
Όταν έφθαναν στα χωράφια, όλοι γονάτιζαν πάνω στο ξερό χώμα. Έκαναν τον σταυρό τους και ύψωναν τα μάτια στον γαλανό ουρανό, παρακαλώντας τον Θεό να λυπηθεί τον τόπο.
«Αμήην!» αντηχούσε από τα χείλη μικρών και μεγάλων. Ήθελαν να βουίξουν οι ξεραμένες λαγκαδιές από τη δέηση τους, να φτάσει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου και να ανοίξουν επιτέλους οι ουρανοί. Μα η λιτανεία τελείωνε κάτω από έναν ουρανό ανέφελο, σκληρό και πυρωμένο, ενώ ο ήλιος συνέχιζε να καίει σαν αναμμένο μαγκάλι πάνω από τα κεφάλια τους. Ήταν οι παλιές «λιτανείες της ανομβρίας», όταν οι άνθρωποι, πριν εμπιστευθούν τη μοίρα τους στις καιρικές προβλέψεις, την εμπιστεύονταν στην προσευχή.»....
Τελειώνοντας την πεζοπορία στον ατέλειωτο μαίανδρο των μονοπατιών, αφήνει πίσω του τις στροφές, τις ανηφοριές και τις σιωπηλές συνομιλίες με τη φύση. Μπαίνει πλέον στον κύριο χωματόδρομο και μπροστά στα μάτια του ανοίγεται το χωριό.
Τα Κουλέντια.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!.....

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

O Tritos Gios! Se Xeskepo Spiti Sas Gennissa

Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

Πριν η Ελένη γίνει η ξακουστή Ελένη της Τροίας, ήταν η Ελένη της Σπάρτης. Η γυναίκα με το μοναδικό κάλλος, που η ομορφιά της πέρασε στους αιώνες και έγινε μύθος. Λένε πως οι γυναίκες της Σπάρτης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, μα και για τη δύναμη του χαρακτήρα τους. Γιατί η γη που τις μεγάλωνε δεν ήταν εύκολη. Ήταν μια γη αυστηρή, που ζητούσε από τον άνθρωπο αντοχή, υπομονή και καρδιά δυνατή. Η μητέρα του ήταν γνήσια Σπαρτιάτισσα. Μια αυθεντική ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. Γεννημένη σε μια ακραία και περήφανη περιοχή, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, εκεί όπου τα βουνά συναντούν το Μυρτώο πέλαγος. Είναι ένας τόπος δύσκολος και συνάμα μαγευτικός. Κακοτράχαλα βουνά, χαραγμένα από βαθιά φαράγγια, απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά και διάσπαρτα δέντρα που επιμένουν μέσα στην άνυδρη γη. Συκιές, αμυγδαλιές και ελιές, που με τον πολύτιμο καρπό τους κρατούν ζωντανή τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Ένας ήλιος ανελέητος και ταυτόχρονα ευεργετικός.
Τα καλοκαίρια εκεί η γη πυρώνεται. Η πέτρα κρατά τη ζέστη της ημέρας και μόνο το αδιάκοπο τραγούδι των τζιτζικιών σπάει τη σιωπή του τοπίου. Πεζούλες και ξερολιθιές μαρτυρούν τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου με τη φύση. Η Ρειχιά, η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας, οι μικρές αγροικίες στα Καρίκια, στα Πιστάματα, στον Λαδόκαμπο.
Χωριά και τόποι που δεν χτίστηκαν για να επιβληθούν στο τοπίο, αλλά για να δεθούν μαζί του. Σπίτια που μοιάζουν σαν να φύτρωσαν μέσα από την ίδια την πέτρα, σαν φυσική συνέχεια της γης. Και ανάμεσά τους οι μικρές καλλιέργειες. Πεζούλες που για αιώνες δέχονται το ίδιο βασανιστικό έργο. Το όργωμα, το σκάψιμο, τη σπορά, τον θερισμό. Η γη που τρίζει, που ανασαίνει, που αλλάζει με τον μόχθο των ανθρώπων της.
Εδώ έζησαν γενιές ανθρώπων που δεν προσπάθησαν να νικήσουν τη φύση, αλλά να συνυπάρξουν μαζί της. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα ζωής. Και ανατολικά, το Μυρτώο πέλαγος. Τα νερά του σβήνουν πάνω στα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα των ακτών, ενώ ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας χαράζουν συνεχώς τις πέτρες, όπως ο χρόνος χαράζει τις ζωές των ανθρώπων. Εκεί γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης.
Μόνο όποιος έχει περπατήσει αυτά τα χώματα μπορεί πραγματικά να καταλάβει. Γιατί αυτή η γη δεν είναι απλώς ένας τόπος. 
Είναι ζωντανή μαρτυρία.
Κρατά στις πέτρες της τις ιστορίες των ανθρώπων της. Κρατά τον μόχθο τους, τα όνειρά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Είναι η γη που έμαθε στον άνθρωπο να στέκεται όρθιος.
Να αντέχει.
Να δημιουργεί.
Να επιμένει.
Παράστημα καλοφτιαγμένο και όμορφο. Σκελετός εύρωστος, κορμοστασιά στητή, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους. Μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά, με καθαρά χρώματα και βλέμμα βαθύ, ευθύ, που φανέρωνε άνθρωπο χωρίς φόβο και χωρίς προσποίηση. Ένα πρόσωπο μοναδικό, με χαρακτηριστικά αρμονικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης.
Μια ομορφιά ξεχωριστή.
Μια ομορφιά που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση, αλλά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που το πρόσωπό τους γίνεται καθρέφτης της ψυχής τους. Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα, με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά, σαν δώρο Θεού. Το βήμα της σταθερό. Η παρουσία της αγέρωχη, περήφανη. Κι όμως, πίσω από αυτή την ομορφιά υπήρχε κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η δύναμη της μάνας.
«Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα.»
Όπως οι γυναίκες της αρχαίας Σπάρτης, έτσι κι εκείνη πίστευε πως η ανατροφή των παιδιών δεν ήταν μόνο θέμα αγάπης, αλλά και ευθύνης. Είχε επιλέξει να ακολουθεί έναν αυστηρό κώδικα ζωής. Δεν μεγάλωνε παιδιά που θα έκαναν πάντα ό,τι ήθελαν, αλλά ανθρώπους που θα γνώριζαν τα όρια, την τιμή και την ευθύνη των πράξεών τους. Τα καθοδηγούσε με αυστηρότητα, αλλά πίσω από κάθε αυστηρή της λέξη κρυβόταν η αγάπη. Ακόμη και σήμερα θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη χαρακτηριστική νουθεσία της κάθε φορά που τα παιδιά έκαναν κάποια παιδική σκανταλιά: «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
Δεν ήταν απλή φράση.
Ήταν ένα μήνυμα.
Ήθελε να τους θυμίζει πως η ζωή τους πρέπει να είναι καθαρή και αληθινή. Πως οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να μπορούν να σταθούν μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, χωρίς φόβο και χωρίς ντροπή. Πως ο άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να κρύψει δεν φοβάται το φως.
«Η ζωή σας να λάμπει… αλλά να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης», τους έλεγε. Να λάμπει, αλλά να παραμένει αληθινή.
Το αγόρι που ήρθε στον κόσμο εκείνες τις ημέρες ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι της Ιοκάστης. Πριν από εκείνον είχαν έρθει ο Αλκιβιάδης και ο Τηλέμαχος.
Και η μάνα τους ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
Μια νέα γυναίκα, με τρεις γιους πλέον στην αγκαλιά της, αλλά με μια ψυχή ήδη σφυρηλατημένη από τη ζωή.
Τ’ αστέρια φέγγιζαν ακόμη και η μέρα είχε τραβήξει μονάχα μια αχνή πινελιά φωτός χαμηλά στον ανατολικό ουρανό. Οι κόκορες είχαν αρχίσει από ώρα το πρωινό τους κάλεσμα. Ένα δροσερό αεράκι, ευχάριστο και απαλό, χάιδευε τα μαλλιά και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών, που είχαν ήδη ξεκινήσει τον καθημερινό αγώνα της εποχής. Στο αλώνι μετέφεραν τα δεμάτια του σταριού. Τα κουβαλούσαν ένα-ένα και τα στοίβαζαν στη μεγάλη θημωνιά, περιμένοντας την ώρα που θα άρχιζε το αλώνισμα. Ήταν ο Αλωνάρης, ο μήνας του Ιουλίου, η εποχή που η γη παρέδιδε τον καρπό της στον άνθρωπο ύστερα από μήνες κόπου, αγωνίας και προσμονής. Το αλώνι βρισκόταν σε ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού, εκεί όπου το χτυπούσαν οι άνεμοι. Ο αέρας ήταν πολύτιμος σύντροφος εκείνες τις ημέρες, γιατί βοηθούσε αργότερα στο λίχνισμα, ξεχωρίζοντας τον καρπό από το άχυρο. Για τους ανθρώπους του μικρού οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό πρωινό. Ένα ακόμη πρωινό από εκείνα που άρχιζαν πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος. Ξυπνούσαν νωρίς, όσο κρατούσε ακόμη η δροσιά της νύχτας, γιατί όλοι γνώριζαν πως λίγες ώρες αργότερα η ζέστη θα γινόταν βαριά και αμείλικτη. Έπρεπε να προλάβουν. Να ετοιμάσουν το αλώνι, να φέρουν τα ζώα, να ξεκινήσουν τη δουλειά πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κι ενώ οι άνθρωποι ετοίμαζαν τον μόχθο της ημέρας, η φύση συνέχιζε το δικό της τραγούδι. Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρών πουλιών τιτίβιζε ασταμάτητα και φτεροκοπούσε ανάμεσα στα κλαδιά, όπου κρέμονταν οι μικροί, στυφοί καρποί τους.
Ήταν ένα ακόμη πρωινό στον Πάρνωνα.
Ένα πρωινό γεμάτο φως, εργασία και ζωή.
Η Ιοκάστη, η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι εκείνη, με την κοιλιά στο στόμα, χωρίς να εγκαταλείπει ούτε για μια στιγμή την προσπάθεια. Ήταν ήδη στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της.
Εκείνα τα χρόνια οι γυναίκες της υπαίθρου δεν γνώριζαν πολυτέλειες και ξεκούραση. Η εγκυμοσύνη δεν ήταν λόγος να σταματήσει η ζωή. Συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή. Στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Πολλές φορές οι πόνοι του τοκετού τις έβρισκαν εκεί, ανάμεσα στη γη που καλλιεργούσαν και στον καρπό που με τόσο κόπο είχαν βοηθήσει να γεννηθεί.
Η αυγή ήρθε γρήγορα. Στην αρχή μια αχνή γραμμή φωτός στον ορίζοντα. Έπειτα ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, και τέλος μια έκρηξη φωτιάς, καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από τη θάλασσα της Μονεμβασιάς και πλημμύρισε τον τόπο με το χρυσό του φως. Από μικρός ακόμη, συχνά απορούσε με τη δύναμη που έκρυβε μέσα της η μητέρα του.
Μια δύναμη σιωπηλή, σιδερένια. Μπορούσε να αντέξει την κούραση, την κακουχία, τη στέρηση και την πείνα σχεδόν καλύτερα κι από τον πιο δυνατό άντρα. Δεν παραπονιόταν. Δεν λύγιζε. Προχωρούσε.
«Πού βρίσκει τόση δύναμη;» αναρωτιόταν. Δεν γνώριζε τότε πως η δύναμη μιας μάνας δεν μετριέται μόνο στο σώμα.
Βγαίνει από την καρδιά.
Και από την αγάπη για τα παιδιά της.
Και τώρα, εκείνο το πρωινό, μέσα στη βοή του αλωνιού και στον αδιάκοπο ρυθμό της δουλειάς, η φωνή της έσκισε ξαφνικά τον αέρα.
Μια φωνή αγωνίας.
Όλοι σταμάτησαν.
«Τη μαμή!» φώναξε. «Φωνάξτε τη μαμή!»
Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν για μια στιγμή σαστισμένοι.
Η ώρα είχε φτάσει.
Η Ιοκάστη ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό της αγραπιδιάς. Με αργές κινήσεις, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει ακόμη την αξιοπρέπειά της μέσα στον πόνο, γλίστρησε σιγά σιγά και ξάπλωσε στη ρίζα του δέντρου. Οι γυναίκες άφησαν αμέσως το λίχνισμα. Τα χέρια που πριν κρατούσαν τα εργαλεία της δουλειάς τώρα έτρεχαν να βοηθήσουν. Άφησαν πίσω το αλώνι, το στάρι και τον καθημερινό μόχθο. Για λίγο, όλος ο κόσμος σταμάτησε. Γιατί ερχόταν μια νέα ζωή.
Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου περνούσαν ανάμεσα από το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με χρυσές κηλίδες φωτός το χλωμό, λουσμένο στον κρύο ιδρώτα πρόσωπο της .
Έφωτιζαν τη μορφή της μητέρας του. Τη γυναίκα εκείνη που λίγες στιγμές πριν κρατούσε ακόμη το ρυθμό της δουλειάς στο αλώνι και τώρα πάλευε με τον μεγαλύτερο πόνο και το μεγαλύτερο θαύμα της ζωής.
Άρχισαν οι πόνοι.
Η στιγμή είχε φτάσει.
Ο πατέρας του, μόλις κατάλαβε πως δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε γρήγορα για το χωριό, να φέρει τη μαμή που ξεγεννούσε τις γυναίκες όχι μόνο του δικού τους οικισμού, αλλά και των γύρω χωριών. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν ανέσεις, ούτε γιατροί κοντά, ούτε δρόμοι εύκολοι. Υπήρχαν μόνο οι πρακτικές μαμές. Γυναίκες με πείρα, με γνώση που είχε περάσει από γενιά σε γενιά, που πολλές φορές έφταναν μέσα στη νύχτα, με κρύο, βροχή ή ζέστη, όπου τις καλούσε η ανάγκη. Και όταν ακόμη κι αυτές δεν προλάβαιναν να φτάσουν, πολλές γυναίκες της υπαίθρου γεννούσαν μόνες τους, βοηθώντας η μία την άλλη με ό,τι μέσα είχαν.Με αγωνία περίμεναν την επιστροφή.
Και όταν επιτέλους , όλοι μαζί, με μεγάλη προσπάθεια και κόπο, κατάφεραν να μεταφέρουν την κυρά  στην αυλή του σπιτιού. Εκεί, κάτω από τον ίδιο ουρανό που είχε δει τους κόπους και τις χαρές τους, θα ερχόταν στον κόσμο ο μικρότερος γιος της οικογένειας.
Ο Αλκιβιάδης θυμάται πως έκανε μεγάλη ζέστη εκείνο το απομεσήμερο. Ήταν ένα από εκείνα τα λακωνικά καλοκαιρινά απογεύματα, όπου ο ήλιος έκαιγε την πέτρα, ο αέρας μύριζε χώμα και στάρι, και μέσα σε αυτή τη σκληρή αλλά ζωντανή φύση γεννιόταν ένα ακόμη παιδί.
Ο μικρότερος αδελφός του.
Ήταν Ιούλιος. Στον μικρό οικισμό επικρατούσε ησυχία. Μια βαθιά καλοκαιρινή ησυχία, που μόνο τα τζιτζίκια την έσπαζαν με το ασταμάτητο τραγούδι τους. Το ερωτικό κάλεσμα των αρσενικών, όπως λένε οι άνθρωποι της φύσης, γέμιζε τον τόπο με εκείνον τον χαρακτηριστικό ήχο του καλοκαιριού, που άλλοτε νανουρίζει κι άλλοτε σχεδόν ξεκουφαίνει. Δίπλα στη μητέρα του είχε σταθεί η γειτόνισσά τους, η κυρά Γιώργαινα η Καραστατήρη. Γυναίκα με πείρα στις γέννες, γνώριζε τα σημάδια, τους πόνους, τις δύσκολες στιγμές. Δίπλα της βοηθούσε και η εξαδέλφη του πατέρα του, η κυρά Καλλιόπη του Σεμπέπου, προσφέροντας κι εκείνη τη δική της συνδρομή. Εκείνα τα χρόνια η γέννα ήταν υπόθεση των γυναικών. Μια γνώση που περνούσε από στόμα σε στόμα, από μάνα σε κόρη, από γενιά σε γενιά.
Από τον κοντινό ναό του Αγίου Παντελεήμονα έφεραν το εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας. Άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν σιωπηλά για την καλή έκβαση του τοκετού. Γιατί η γέννα, όσο φυσική κι αν είναι, παραμένει πάντα μια στιγμή αβεβαιότητας. Μια στιγμή όπου ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί, αλλά αφήνει και χώρο στην «εξ ύψους βοήθεια». Στην αυλή του σπιτιού άναψαν τον πέτρινο φούρνο. Έβαλαν τη σιδεριά πάνω στη φωτιά, τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και άρχισαν να ζεσταίνουν νερό.
Όλα ήταν έτοιμα.
Το σπίτι, οι γυναίκες, η προσευχή, η φωτιά.
Κι ολόκληρος ο μικρός οικισμός, σιωπηλός μάρτυρας, περίμενε τη στιγμή που θα ερχόταν στον κόσμο μια νέα ζωή. Η ξαδέλφη τους, η κυρά Καλλιόπη, κατέβηκε στο μπροστινό χαντάκι και διάλεξε μια μεγάλη επίπεδη πέτρα, με φυσική υφή και λεία επιφάνεια από το πέρασμα του χρόνου. Την έπλυνε προσεκτικά με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι, σαν να ετοίμαζε ένα ιερό μέρος για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Ύστερα πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού, ράντισε την πέτρα και έπλυνε τα χέρια των γυναικών. Ήταν μια πράξη καθαρισμού και φροντίδας, αλλά και μια σιωπηλή προσευχή. Η κυρά Γιώργαινα, όμως, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
Η αγωνία την είχε κυριεύσει. Πηγαινοερχόταν νευρικά, έκανε μικρές ασυνείδητες κινήσεις, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει το σώμα της ακίνητο από την ένταση της στιγμής. Μικρά βήματα, μικρά πηδηματάκια από την αγωνία, σαν να ήθελε με την κίνηση να επισπεύσει τον χρόνο. Ήταν «σε αναμμένα κάρβουνα».
Το μεγάλο της άγχος ήταν ένα:
Να προλάβουν.
Να αντέξει η λεχώνα μέχρι να φτάσει η μαμή.
Γύριζε κάθε τόσο προς τον δρόμο, περιμένοντας να φανεί η γνώριμη μορφή της γυναίκας που τόσες φορές είχε βοηθήσει να έρθουν παιδιά στον κόσμο.
Κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να δυσκολεύεται, της μιλούσε αυστηρά, όπως μιλούν οι γυναίκες της υπαίθρου όταν η αγάπη τους ντύνεται με αγωνία: «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», της έλεγε.
Δεν ήταν θυμός.
Ήταν φόβος.
Ο φόβος εκείνος που γεννιέται όταν κρατάς στα χέρια σου την ευθύνη μιας ζωής.
Στο φαρδύ πεζούλι, δίπλα στην πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον βαθύ ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς, έστρωσαν τη μαντανία. Το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με το μπαμπακερό στημόνι και το μάλλινο υφάδι, στολισμένο με όμορφους γεωμετρικούς σχηματισμούς και υφασμένο διπλής όψεως, απλώθηκε πάνω στην πέτρα και στο χώμα της αυλής σαν ένα μικρό καταφύγιο για τη μεγάλη στιγμή. Επάνω της τοποθέτησαν την καθαρή, πλυμένη πέτρα που είχε ετοιμάσει η κυρά Καλλιόπη. Με προσοχή βοήθησαν τη λεχώνα να καθίσει. Οι γυναίκες γύρω της γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν. Με τα χέρια τους στήριζαν τη μέση και την κοιλιά της, με λόγια κουράγιου προσπαθούσαν να της δώσουν δύναμη. Ήταν εκεί, γονατιστές δίπλα της, με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, περιμένοντας τη στιγμή που μια νέα ζωή θα περνούσε από τον κόσμο της μητέρας στον κόσμο όλων.
Και ύστερα ήρθε εκείνη η στιγμή. Το παιδί έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο. Για μια ανάσα ο χρόνος σταμάτησε. Η αγωνία τόσων ωρών λύθηκε μέσα σε μια κραυγή χαράς.
Η κυρά Γιώργαινα ανακουφίστηκε. Όμως, σαν να μην μπορούσε να αφήσει αμέσως τον φόβο που την είχε κρατήσει τόση ώρα σφιγμένη, συνέχισε να γκρινιάζει, όπως κάνουν οι άνθρωποι όταν η μεγάλη συγκίνηση ψάχνει έναν τρόπο να βγει από μέσα τους.
«Κακούργα, το έβγαλες! Το έβγαλες, κακούργα!» Τα λόγια της ακούγονταν αυστηρά. Μα μέσα στην αγωνία τους έκρυβαν μια απέραντη τρυφερότητα.
Ήταν τα λόγια μιας γυναίκας που μόλις είχε ξαναδεί τη ζωή να νικά. Δεν άργησε να φανεί στον δρόμο και ο σύζυγός της μαζί με τη μαμή.
Μα η κυρά είχε ήδη γεννήσει. Το παιδί είχε δει το φως του κόσμου και η πρώτη του κραυγή, εκείνο το γνώριμο «ουά - ουά» του νεογέννητου, γέμισε την αυλή και έφτασε μέχρι τα γύρω σπίτια.
«Αγόρι!... Αγόρι!» φώναξαν όλες μαζί οι γυναίκες
«Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό, ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του τη ζωή!»
Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σχεδόν σαν από θαύμα, είχε γεννηθεί αρτιμελές και ζωηρό το στερνοπαίδι της οικογένειας.
Ο Ιάσονας. Και αυτό το χρωστούσε η μάνα του στην αγάπη, στην πείρα και στην αμέριστη συμπαράσταση των γυναικών του μικρού οικισμού, που στάθηκαν δίπλα της την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Μια καθαρή, πανέμορφη μελωδία απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Όχι μια μελωδία από μουσικά όργανα, αλλά από φωνές, χαμόγελα, ευχές και ανακουφισμένες ανάσες. Μια μελωδία ζεστή και πλούσια, γεμάτη τα ζωηρά χρώματα της χαράς, που καθρεφτίζονταν στα πρόσωπα όλων.
Ήταν όλοι ευτυχισμένοι.
Όλοι συγκινημένοι.
Όλοι μοιράζονταν τη χαρά της οικογένειας σαν να ήταν δική τους.
Και η φύση γύρω τους έμοιαζε να συμμετέχει στη γιορτή. Απέναντι από το χαντάκι, πίσω από την αχυρώνα του γείτονά τους, του μπάρμπα Παναγιώτη, στις αγραπιδιές και στις συκιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν χαρούμενα.Σαν να καλωσόριζαν κι αυτά το νέο μέλος της μικρής κοινωνίας τους.
Η λεχώνα, μετά τη γέννα, έμεινε στο δωμάτιο μαζί με το μωρό της. Ήταν ένας άγραφος νόμος εκείνων των χρόνων: κανείς δεν έπρεπε να την ενοχλεί. Η μάνα και το παιδί χρειάζονταν ησυχία, ξεκούραση και προστασία. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα ημέρες. Οι παλιές αντιλήψεις, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες εκείνης της εποχής λειτουργούσαν σαν ένα αόρατο προστατευτικό τείχος γύρω από τη λεχώνα και το νεογέννητο. Φυλαχτά και σύμβολα της βασκανίας συνόδευαν τις πρώτες ημέρες της ζωής του παιδιού, με την ελπίδα να το προφυλάξουν από κάθε κακό. Ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας, μια σκελίδα σκόρδο, ένα φλουρί, ένα μικρό «μάτι» στο μωρό· όλα αυτά ήταν συνηθισμένα μέχρι το σαράντισμα. Και όταν πέρασαν οι σαράντα ημέρες, η μάνα, κρατώντας μέσα της τη χαρά και την ευγνωμοσύνη για το θησαυρό που της είχε χαρίσει η ζωή, δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας στη Μονεμβασιά.
Ήταν ταμένος στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσε πως η εκκλησία δεν ήταν μόνο ένας τόπος προσευχής. Ήταν ένα ασφαλές λιμάνι, όπου μπορούσε να εμπιστευτεί το παιδί της στις προστατευτικές δυνάμεις της πίστης της.
Και ύστερα ο χρόνος συνέχισε τον δρόμο του.Το αλώνι σήμερα αποτελεί μνημειακό κατάλοιπο και κομμάτι της παραδοσιακής μνήμης του μικρού οικισμού.
Μα είναι έρημο.
Βουβό.
Δεν ακούγονται πια τα ξεφωνητά του βαλμά, δεν ακούγεται το ποδοβολητό των αλόγων, δεν ανεβαίνει στον αέρα η σκόνη από τα στάχυα και το λίχνισμα.
Έμεινε μόνο η πέτρα, να θυμάται.
Η αχρησία και ο χρόνος άρχισαν να φθείρουν το πλακόστρωτο. Σιγά σιγά οι αρμοί ανοίγουν, οι πλάκες αποσαθρώνονται και ίσως κάποτε να μην απομείνουν παρά μόνο λίγα ίχνη, κρυμμένα μέσα στη γη.
Έτσι αλλάζουν οι καιροί.
Οι άνθρωποι περνούν.
Οι φωνές σβήνουν.
Μα οι τόποι κρατούν μέσα τους τη μνήμη όσων έζησαν επάνω τους.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!
.....

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

O Deyteros Gios Kai To Alogo

......Ήταν Φλεβάρης του 1954. Τέσσερα χρόνια είχαν περάσει από τη γέννηση του Αλκιβιάδη, όταν η Ιοκάστη έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της.
Ένα ακόμη αγόρι.
Τον Τηλέμαχο.
Η γέννησή του γέμισε ξανά το μικρό σπίτι στα Μπουμπουτσέλια με χαρά, παιδικά κλάματα και καινούριες ελπίδες. Η οικογένεια μεγάλωνε και μαζί της μεγάλωναν και τα όνειρα των γονιών.
Κάθε νέο παιδί φέρνει μαζί του μια νέα αρχή.
Μα φέρνει και μεγαλύτερες ευθύνες.
Το ψωμί έπρεπε πια να μοιράζεται σε περισσότερα στόματα, οι ανάγκες πλήθαιναν και οι κόποι του Κλέαρχου και της Ιοκάστης γίνονταν ακόμη βαρύτεροι. Όμως ούτε η φτώχεια ούτε οι στερήσεις μπορούσαν να θαμπώσουν τη χαρά τους. Για τους ανθρώπους εκείνης της γενιάς τα παιδιά δεν ήταν βάρος· ήταν ευλογία, παρηγοριά και η πιο μεγάλη τους ελπίδα για το αύριο. Ο μικρός Αλκιβιάδης, χωρίς ακόμη να καταλαβαίνει πόσο είχε αλλάξει η ζωή του, περιεργαζόταν με απορία τον νεογέννητο αδελφό του. Τον πλησίαζε διστακτικά, άγγιζε τα μικροσκοπικά του χεράκια και τον κοιτούσε με εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Η οικογένεια είχε πια αποκτήσει δύο γιους. Δύο μικρές ζωές που έδιναν νόημα σε κάθε θυσία και σε κάθε όνειρο των γονιών τους.
ο ευτυχές γεγονός συνέβη αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ.
Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ανάμεσα στην Τρίτη και στο ξημέρωμα της Τετάρτης, στα μέσα του Φλεβάρη του 1954. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε δείξει από νωρίς τα δόντια του. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες του μήνα είχε ενσκήψει δριμύ ψύχος. Ασταμάτητες βροχές, παγωμένοι βοριάδες και ξαφνικές καταιγίδες σάρωναν τον Πάρνωνα, ενώ ο άνεμος σφύριζε αδιάκοπα ανάμεσα στις ξερολιθιές και στα γυμνά δέντρα του μικρού οικισμού. Μέσα σ' εκείνη τη νύχτα της παγωνιάς και της κακοκαιρίας, όταν η φύση έμοιαζε να δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων, ένα ακόμη παιδί ερχόταν στον κόσμο.
Ο δεύτερος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Τηλέμαχος.
Κι έτσι, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, γεννήθηκε άλλη μια άνοιξη για το μικρό τους σπίτι.
Τα φυλλοβόλα δέντρα στις γυμνές χωμάτινες πλαγιές του οικισμού είχαν απογυμνωθεί. Τα σαπισμένα φύλλα, ποτισμένα από τις ασταμάτητες βροχές, στρώνονταν σαν φαιό χαλί πάνω στο μαλακωμένο χώμα, ενώ ο παγωμένος αγέρας τα παρέσερνε πότε εδώ και πότε εκεί με έναν μονότονο ψίθυρο. Το μικρό αγροτόσπιτο του Κλέαρχου και της Ιοκάστης, στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στεκόταν μόνο του μέσα στη νύχτα. Το είχε κυκλώσει ένα πηχτό, αδιαπέραστο σκοτάδι. Ούτε φεγγάρι ούτε αστέρια φώτιζαν τον ουρανό· μονάχα ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και στις πέτρες του λόφου, λες και κάτι αθέατο περιδιάβαινε τον τόπο. Τέτοιες νύχτες ο κόσμος αλλάζει όψη. Οι γνώριμες μορφές χάνονται μέσα στις σκιές, οι ήχοι αποκτούν άλλη δύναμη και η φαντασία ταξιδεύει εκεί όπου το φως της ημέρας δεν την αφήνει να φτάσει. Ό,τι μένει καλά κρυμμένο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου βρίσκει τότε τον δρόμο να αναδυθεί, καθώς η νύχτα απλώνει σιωπηλά το πέπλο της πάνω στη γη.
Ο Κλέαρχος στεκόταν μπροστά στο τζάκι κρατώντας ένα μακρύ ξύλο. Βυθισμένος στις σκέψεις του, σκάλιζε αργά τη φωτιά, σπρώχνοντας προς το κέντρο τα πυρωμένα ξύλα και τα λιγοστά αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω από τις φλόγες. Κάθε τόσο μια σπίθα πεταγόταν ψηλά και χανόταν μέσα στην καπνισμένη καμινάδα. Ανά τακτά διαστήματα γύριζε το κεφάλι προς την ορθάνοιχτη ξύλινη εξώπορτα. Ο παγωμένος αέρας εισχωρούσε στο σπίτι, κουβαλώντας τον μονότονο συριγμό του βοριά και το ψιθύρισμα της βροχής. Στεκόταν ακίνητος για λίγες στιγμές, με την ανάσα κομμένη, προσπαθώντας να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο της νύχτας έναν διαφορετικό ήχο· το ποδοβολητό ενός ζώου, ανθρώπινες φωνές ή το τρίξιμο μιας ρόδας πάνω στη λάσπη.
Περίμενε. Και όσο περνούσε η ώρα, η προσμονή βάραινε την ψυχή του περισσότερο κι από τον χειμωνιάτικο ουρανό. Η φωτιά φούντωσε ξαφνικά και οι φλόγες της πέταξαν φωτεινές μαχαιριές στους ασβεστωμένους τοίχους της μικρής κάμαρας. Έξω από την ανοιχτή πόρτα σχηματίστηκε ένα τρεμουλιαστό τετράγωνο φως, που έσπρωχνε για λίγο το σκοτάδι και την παγωνιά της νύχτας, ενώ οι σκιές χόρευαν πάνω στους τοίχους στον αργό ρυθμό της φωτιάς.
Την εξώπορτα την είχαν αφήσει ορθάνοιχτη, όπως συνήθιζαν στα χωριά, τόσο στις χαρές όσο και στις λύπες. Ήταν σαν να καλούσαν όλο τον κόσμο να μπει στο σπίτι και να μοιραστεί ό,τι έφερνε η μοίρα.
Πάνω από τη στέγη ο βοριάς σφύριζε περνώντας ανάμεσα στα κεραμίδια, ενώ από τις χαραμάδες άρχισε να τρυπώνει ένα ψιλό, παγωμένο ανεμοβρόχι. Ο Κλέαρχος ανασήκωσε για λίγο το βλέμμα. Ήξερε να «διαβάζει» τον καιρό όπως διάβαζε το πρόσωπο ενός ανθρώπου. Το χρώμα του ουρανού, το τρέξιμο των σύννεφων, το πέταγμα των πουλιών, το βουητό του ανέμου στις ρεματιές και στις βουνοκορφές ήταν γι' αυτόν σημάδια πιο σίγουρα κι από κάθε πρόβλεψη.
«Χιονιάς έρχεται», έλεγαν οι χωρικοί όταν φυσούσε δυνατός βοριάς και η παγωνιά τρυπούσε τα κόκαλα, ακόμη κι αν στο χωριό τους το χιόνι ήταν σπάνιο και συνήθως έπεφτε χιονόνερο. Κι όταν τον χειμώνα αστραποβολούσε από τον βορρά, το ήξεραν όλοι πως θα ακολουθούσαν μέρες δύσκολες. Οι δουλειές στα χωράφια και στους μπαξέδες σταματούσαν, τα ζώα έμεναν στους στάβλους και οι άνθρωποι κλείνονταν στα σπίτια τους, περιμένοντας να κοπάσει η κακοκαιρία.
Εκείνο το βράδυ ο Κλέαρχος δεν έμοιαζε με τον εαυτό του. Η συνηθισμένη του ψυχραιμία είχε δώσει τη θέση της σε μια σιωπηλή αγωνία που τον έτρωγε από μέσα. Περίμενε, όπως περιμένει ο βαριά άρρωστος τον γιατρό που θα του φέρει την ελπίδα.
Ξαφνικά, μέσα στο κατάμαυρο σκοτάδι, φάνηκαν δυο σκιές να ανηφορίζουν προς το σπίτι. Ο Κλέαρχος έσκυψε χωρίς να μιλήσει, έριξε ακόμη λίγα ξύλα στο τζάκι και οι φλόγες φούντωσαν. Η μικρή κάμαρα πλημμύρισε ζεστό φως. Οι δυο γυναίκες πλησίαζαν βιαστικά. Ανέβαιναν το μονοπάτι σχεδόν τρέχοντας, με την ανάσα κομμένη και τα στήθη τους να ανεβοκατεβαίνουν από την κούραση. Το κρύο είχε κοκκινίσει τα πρόσωπά τους και η παγωνιά της νύχτας είχε ποτίσει τα ρούχα τους.
Ήταν η μαμή του χωριού και μαζί της η μεσόκοπη γειτόνισσά τους. Μόλις πέρασαν το κατώφλι, ο Κλέαρχος τις υποδέχθηκε με ένα βουβό νεύμα. Εκείνες μπήκαν γρήγορα στην κάμαρα και έκλεισαν ερμητικά πίσω τους την ξύλινη πόρτα, κρατώντας έξω τον άνεμο και τη νύχτα.
Για πρώτη φορά ύστερα από πολλή ώρα ο Κλέαρχος ένιωσε την καρδιά του να ξαλαφρώνει. Ήταν σαν να διαλύθηκε ξαφνικά η πυκνή ομίχλη που βάραινε τον νου του. Η αγωνία δεν είχε ακόμη τελειώσει, όμως δεν ήταν πια μόνος απέναντί της. Με το που έκλεισε η ξύλινη πόρτα, η παγωμένη ανάσα του βοριά έμεινε έξω. Η νύχτα αποκλείστηκε από το μικρό σπίτι σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης.
Δυο μικρές κάμαρες όλες κι όλες· αυτό ήταν το φτωχικό τους. Οι δυο γυναίκες στάθηκαν για λίγο μπροστά στο τζάκι. Άπλωσαν τα παγωμένα τους χέρια προς τις φλόγες, αφήνοντας τη ζεστασιά να διαπεράσει σιγά σιγά τα μουσκεμένα τους ρούχα και να διώξει τη νυχτερινή υγρασία από τα κόκαλά τους. Ύστερα άφησαν τη φωτιά και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας.
Εκεί, πάνω σ' ένα ξύλινο κρεβάτι σκεπασμένο με μια λευκή φλοκάτη, ήταν ξαπλωμένη η Ιοκάστη. Μια μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε τους ώμους της. Βρισκόταν ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, ώσπου αντιλήφθηκε την παρουσία τους και άνοιξε αργά τα μάτια.Την ίδια στιγμή ένα κύμα πόνου διαπέρασε ολόκληρο το κορμί της. Ξεκίνησε βαθιά, από τα σωθικά της, απλώθηκε αργά σαν κύκλος στο νερό και χάθηκε, αφήνοντας πίσω του μια σύντομη ανάσα ανακούφισης. Ύστερα ήρθε κι άλλο. Πιο δυνατό. Πιο βαθύ. Ένιωθε πως μέσα της πάλλονταν μια νέα ζωή που ζητούσε επίμονα τον δρόμο προς το φως. Ανάμεσα στις συσπάσεις άπλωνε ασυναίσθητα το χέρι πάνω στην κοιλιά της, σαν να ήθελε να προστατέψει εκείνο το μικρό, εύθραυστο πλάσμα που σε λίγο θα άφηνε για πάντα το ασφαλές καταφύγιό του. Ο φόβος και η χαρά, ο πόνος και η προσμονή είχαν γίνει ένα. Καθώς οι ωδίνες δυνάμωναν και έρχονταν ολοένα συχνότερα, ένιωθε πως το σώμα της δεν της ανήκε πια· υπάκουε μόνο στον αρχέγονο νόμο της γέννησης. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Η μαμή έπιασε αμέσως δουλειά. Με γοργές, σίγουρες κινήσεις έλεγξε ένα προς ένα όλα όσα θα χρειάζονταν για τη γέννα. Τίποτε δεν άφηνε στην τύχη· η πείρα πολλών χρόνων οδηγούσε τα χέρια της.
Το μικρό σπίτι είχε καθαριστεί από νωρίς. Παντού μύριζε ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Όλα ήταν νοικοκυρεμένα, σαν να περίμεναν έναν ξεχωριστό επισκέπτη. Με ευλάβεια κατέβασαν από το εικονοστάσι την εικόνα της Παναγίας. Τη φίλησαν σταυροκοπούμενες και προσευχήθηκαν να πάνε όλα κατ' ευχήν. Άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα του και έριξαν λίγο λιβάνι στη φωτιά. Το άρωμά του γέμισε την κάμαρα, ανακατεύτηκε με τη μυρωδιά των ξύλων που έκαιγαν και χάρισε στο φτωχικό μια γαλήνη σχεδόν εκκλησιαστική. Η προσμονή βάραινε τις καρδιές όλων. Ήξεραν πως η γέννα είναι έργο του Θεού και της μάνας μαζί. Σ' εκείνες τις ώρες δεν χωρούσαν βιασύνες· μόνο υπομονή, πίστη και η ελπίδα πως, με τη βοήθεια της Παναγίας, το νέο παιδί θα ερχόταν γερό στον κόσμο.
Για την Ιοκάστη ο χρόνος γύρω της είχε σχεδόν μειώνει ακίνητος. Έξω όλα έμοιαζαν να έχουν βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή. Μα μέσα της συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Εκεί είχε στηθεί ένα αθέατο πανηγύρι ζωής. Κάθε κύμα του πόνου τής θύμιζε πως η ώρα πλησίαζε. Κάθε ανάσα γινόταν βαθύτερη. Κάθε χτύπος της καρδιάς δυνατότερος, σαν να συντονιζόταν με τον παλμό της νέας ζωής που ετοιμαζόταν να αντικρίσει το φως. Ένιωθε πως ολόκληρη η πλάση κρατούσε την ανάσα της μαζί της.
Σε λίγο θα κρατούσε στην αγκαλιά της το δεύτερο παιδί της. Έναν ακόμη γιο. Ένα ακόμη θαύμα.
Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, ακούστηκαν ξαφνικά αλυχτήματα στην αυλή, ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου, πνιχτές φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, βαριά βήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας.
Ήταν από εκείνες τις ώρες που η νύχτα μοιάζει πιο πυκνή λίγο πριν αρχίσει να ξημερώνει. Η ξύλινη πόρτα άνοιξε απότομα. Ένας άντρας τυλιγμένος στο βρεγμένο πανωφόρι του πέρασε το κατώφλι, αφήνοντας πίσω του τον βοριά να μουγκρίζει και τη βροχή να στάζει από τους ώμους του. Τινάχτηκε ελαφρά, σαν να άφηνε έξω μαζί με το νερό και την αγριάδα της νύχτας.
Ήταν ο απρόβλεπτος, ιδιόρρυθμος φίλος της οικογένειας. Άνθρωπος με τραχύ χιούμορ και καρδιά πλατιά, που ήξερε να σκορπά το γέλιο ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Μπήκε στην κάμαρα με την ορμή του χειμωνιάτικου ανέμου, μα μαζί του έφερε κι έναν αέρα ανακούφισης· σαν να έδιωχνε μονομιάς το βάρος της αγωνίας που τόσες ώρες σκέπαζε το μικρό σπίτι. Στάθηκε για λίγο ακίνητος μπροστά στο τζάκι. Η ζωηρή φλόγα φώτισε το βρεγμένο πρόσωπό του και τα μάτια του γέμισαν από τη θαλπωρή του σπιτιού. Έκλεισε για μια στιγμή τα βλέφαρα, πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε, σαν να ένιωσε κι εκείνος πως μέσα σε εκείνη τη φτωχική κάμαρα είχε μόλις γεννηθεί κάτι μεγαλύτερο από έναν άνθρωπο: είχε γεννηθεί η ίδια η ελπίδα.
Ο Κλέαρχος δεν έκανε καμία ερώτηση. Δεν χρειαζόταν. Η απάντηση βρισκόταν ήδη μπροστά του. Τον υποδέχθηκε μ' ένα ζεστό χαμόγελο, χωρίς να σχολιάσει ούτε την απρόσμενη άφιξη ούτε το περασμένο της ώρας. Άναψε το φανάρι, πήρε τα γκέμια από το άλογο και βγήκε στην αυλή για να το τακτοποιήσει στον μικρό αχυρώνα, δίπλα στο σπίτι.
Είχαν περάσει πια τα μεσάνυχτα. Η νύχτα παρέμενε βαριά και παγωμένη, μα μέσα στο φτωχικό η ζωή είχε νικήσει το σκοτάδι. Ο νυχτερινός επισκέπτης ήταν ο Πολυζώης, μακρινός ξάδελφος του Κλέαρχου· ένας άνθρωπος δεμένος με την οικογένεια περισσότερο με τους δεσμούς της καρδιάς παρά του αίματος.
Ο Πολυζώης ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που σε κέρδιζαν από την πρώτη στιγμή. Σε τραβούσε κοντά του με την ανοιχτή καρδιά και τον εύθυμο χαρακτήρα του. Σε γοήτευαν τα φερσίματα του, η καλοσύνη του και εκείνο το μοναδικό χιούμορ που στόλιζε ακόμη και την πιο απλή κουβέντα του.
Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες χωρίς προσπάθεια, τον θαύμαζες και περίμενες τη συντροφιά του. Ήταν από εκείνες τις παρουσίες που, μόλις έμπαιναν σ’ έναν χώρο, άλλαζαν αμέσως την ατμόσφαιρα. Είχε διασχίσει μέσα στη νύχτα την απόσταση από τον οικισμό στην ανατολική πλευρά του λόφου, για να μοιραστεί τη χαρά τους. Άλλωστε δεν είχε έρθει μόνο ως συγγενής και φίλος· σε λίγο καιρό θα γινόταν ο νονός του παιδιού. Η μαμή, με βαθιά συγκίνηση, πήρε απαλά το νεογέννητο αγόρι και το ακούμπησε στην αγκαλιά της μητέρας του. Χάιδεψε τρυφερά το μικρό του κεφάλι και χαμογέλασε. «Ε, λοιπόν… όλα έχουν την ώρα τους και τον τρόπο τους», είπε με εκείνο το ήρεμο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν δει πολλά στη ζωή τους. Ένα κύμα χαράς πλημμύρισε τη μικρή κάμαρα. Τα βαριά σύννεφα που τόσες ώρες σκέπαζαν τις σκέψεις του Κλέαρχου διαλύθηκαν. Ένιωσε το βάρος να φεύγει από τους ώμους του και μια ξεχασμένη δύναμη να επιστρέφει μέσα του. Εκείνη τη νύχτα, στο φτωχικό σπιτάκι του Αγίου Παντελεήμονα, δεν είχε γεννηθεί μόνο ένα παιδί. Είχε γεννηθεί ξανά και η ελπίδα.
Στην κάμαρα έπεσε για λίγο σιωπή. Μόνο το κλάμα του νεογέννητου αντηχούσε μέσα στον μικρό χώρο, σκεπάζοντας ακόμη και το ήρεμο τριζοβόλημα της φωτιάς στο τζάκι. Ο Πολυζώης, αφού συνήλθε από τη συγκίνηση που τον είχε κυριεύσει, πήρε μια βαθιά ανάσα και ξαφνικά, με τη γνώριμη ζωηράδα του, αναφώνησε χαρούμενα: «Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι!»
Σαν να ήθελε να μοιραστεί με όλους τη χαρά που είχε σκορπίσει η νύχτα αυτή σε ολόκληρο τον κόσμο του.
Ύστερα γύρισε προς τη μαμή και τη ρώτησε: «Πες μου, τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω;»
Και πριν προλάβει εκείνη να απαντήσει, πρόσθεσε με το γνωστό του ενθουσιασμό: «Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε. «Τελείωσαν όλα καλά. Δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να κάνεις τώρα.» Μάλλον όμως κατάλαβε πως η απάντησή της ήταν λίγο απότομη και θέλησε αμέσως να διορθώσει τον τόνο της. Τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη διάθεση και του είπε: «Θα ήθελες στ’ αλήθεια να βοηθήσεις;»
Ο Πολυζώης δεν χρειάστηκε δεύτερη σκέψη. «Σου το είπα. Είμαι ολόκληρος στη διάθεσή σου.»
Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και, κοιτάζοντας τον Πολυζώη με εκείνη τη ζεστασιά που έχουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν πως η χαρά πρέπει να μοιράζεται, του είπε:
«Αφού θέλεις τόσο πολύ να βοηθήσεις, πες μας την ιστορία της Άρτεμης. Πες μας για το άλογό σου. Να ακούσουμε κι εμείς κάτι όμορφο αυτή τη νύχτα».
Και ήταν σαν να άλλαξε ολόκληρη η ατμόσφαιρα μέσα στη μικρή κάμαρα. Λίγες στιγμές πριν, όλοι κρατούσαν ακόμη μέσα τους την αγωνία της γέννας, τον φόβο της νύχτας, το βάρος των δύσκολων καιρών που είχαν περάσει. Τώρα όμως, η φωτιά στο τζάκι έμοιαζε πιο δυνατή, οι σκιές στους τοίχους χόρευαν πιο χαρούμενα και το κλάμα του νεογέννητου ακουγόταν σαν το πρώτο τραγούδι μιας καινούργιας εποχής. Ο Πολυζώης χαμογέλασε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που κουβαλούσαν μαζί τους φως. Η παρουσία του δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Έφτανε η φωνή του, ένα αστείο του, μια ιστορία του, για να διώξει τη βαριά σκιά που άφηναν πίσω τους οι δύσκολοι καιροί.
Και εκείνο το βράδυ, στο μικρό φτωχικό σπίτι του Αγίου Παντελεήμονα, δύο γεννήσεις είχαν φέρει χαμόγελα.
Στην αγκαλιά της μάνας είχε έρθει ένας γιος.
Στον στάβλο, λίγες ώρες πριν, είχε έρθει στον κόσμο ένα μαύρο πουλάρι με το λευκό σημάδι στο μέτωπο.
Και οι δύο έμοιαζαν σαν μηνύματα ελπίδας. Σαν να ήθελε η ζωή να τους θυμίσει πως, ακόμη και μετά τις πιο σκοτεινές νύχτες, πάντα υπάρχει μια αυγή που περιμένει.
Ο οικισμός τους τα Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα)
Ο οικισμός αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα. Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα διάσπαρτα σπίτια των Καραστατήρη και προχωρώντας με τα πόδια προς την κορφή του χωριού, συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικία του Πολυζώη. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
Για τον Πολυζώη η ενασχόληση με τα άλογα δεν ήταν ένα απλό χόμπι. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν μια σχέση που είχε μέσα της αγάπη, σεβασμό και βαθιά γνώση. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα, καταλάβαινε πολλά. Ήξερε την ηλικία τους, τον χαρακτήρα τους, τις ιδιοτροπίες τους, ακόμη και τη διάθεσή τους. Ένα άλογο για εκείνον δεν ήταν βάρος ούτε εργαλείο μόνο για τη δουλειά. Ήταν ζωντανή ύπαρξη, σύντροφος του ανθρώπου στις χαρές, στις δυσκολίες και στη μοναξιά της υπαίθρου. Ήταν άλλες εποχές τότε. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν ακόμη στην περιοχή και οι μετακινήσεις, οι μεταφορές και οι αγροτικές εργασίες γίνονταν με τα ζώα. Τα μουλάρια, τα άλογα, τα κάρα και οι άμαξες ήταν η δύναμη του τόπου. Ήταν η συνέχεια των χεριών του ανθρώπου. Ο Πολυζώης είχε τρία άλογα. Δύο από αυτά τα χρησιμοποιούσε στις αγροτικές του εργασίες. Η Άρτεμις όμως ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν η μεγάλη του αδυναμία, η ξεχωριστή του αγάπη ανάμεσα σε όλα τα άλογα που είχε αποκτήσει στη ζωή του.
Η Άρτεμις ήταν μια πανέμορφη αραβική φοράδα. Είχε υπάρξει άλογο αγώνων και είχε χαρίσει πολλές χαρές στον προηγούμενο ιδιοκτήτη της, μέχρι τη στιγμή που ένας πρόωρος τραυματισμός την ανάγκασε να αποσυρθεί. Όμως η αξία της δεν είχε χαθεί. Η ομορφιά της, η περηφάνια της και η αρχοντιά της παρέμεναν. Τον τελευταίο καιρό είχε ζευγαρώσει με έναν αραβικό επιβήτορα και εκείνη την παγωμένη νύχτα του χειμώνα, λίγες ώρες πριν από τη γέννηση του δεύτερου γιου του Κλέαρχου, έφερε στον κόσμο, εύκολα και χωρίς επιπλοκές, μέσα στη ζεστασιά του αχερώνα, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
Ο Πολυζώης το θεώρησε καλό σημάδι. Στο μυαλό του ανθρώπου της υπαίθρου η ζωή είχε τους δικούς της συμβολισμούς. Τα δυνατά και όμορφα αρσενικά άλογα θεωρούνταν σημάδι δύναμης, προκοπής και καλής τύχης. Κι εκείνο το πουλάρι είχε γεννηθεί σε μια παράξενη στιγμή. Όχι μέσα στους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού, όπως συνήθως συνέβαινε, όταν η φύση ήταν γενναιόδωρη και η τροφή άφθονη, αλλά μέσα στη βαριά καρδιά του χειμώνα. Για τον Πολυζώη αυτό δεν ήταν τυχαίο.
Όταν θα ερχόταν η ώρα του απογαλακτισμού και του αποχωρισμού από τη μάνα του, το κραταιό και όμορφο νιόβγαλτο πουλάρι θα είχε έναν ξεχωριστό προορισμό. Θα το πρόσφερε στην οικογένεια του Κλέαρχου, και ιδιαίτερα στο νεογέννητο αγόρι.
«Η θεά Τύχη το έφερε έτσι», τους είπε χαμογελώντας. «Γεννήθηκαν την ίδια νύχτα. Ας μεγαλώσουν μαζί». Και με την ευχή του, τους παρέδωσε το δώρο του. Ένα δώρο που δεν ήταν απλώς ένα άλογο.
Ήταν μια υπόσχεση συντροφιάς, δύναμης και συνέχειας. Και η μητέρα του μικρού αγοριού το δέχτηκε με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη με την οποία κρατούσε στην αγκαλιά της τον γιο της. Γιατί και τα δύο ήταν πλάσματα που η ζωή της εμπιστεύτηκε να προστατεύσει.
Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο. Το κατάμαυρο τρίχωμά του γυάλιζε στον ήλιο και στο μέτωπό του ξεχώριζε εκείνο το λευκό αστέρι, σαν σημάδι που η ίδια η φύση είχε αφήσει επάνω του. Είχε εκπληκτική αντοχή, εξαιρετική αντίληψη και μια περηφάνια που φαινόταν σε κάθε του κίνηση. Ο Πολυζώης, όταν το αντίκριζε, θυμόταν πάντα την Άρτεμη, τη μάνα του, και πίστευε πως κάποια από την αρχοντιά της είχε περάσει και στο παιδί της.
Κεραυνός. Αυτό ήταν το όνομα που του έδωσαν. Και δεν μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό όνομα για ένα τέτοιο άτι. Ήταν γρήγορο, δυνατό, ατίθασο. Ένα άλογο που δεν δεχόταν εύκολα διαταγές και συχνά έκανε του κεφαλιού του. Ήθελε χρόνο, υπομονή και γνώση για να μάθει να εμπιστεύεται τον άνθρωπο. Και η Ιοκάστη είχε όλα αυτά. Με την ίδια υπομονή και αφοσίωση που μεγάλωνε τον μικρό της γιο, φρόντιζε και τον Κεραυνό. Τον καθάριζε, τον περιποιόταν, του μιλούσε ήρεμα και τον πλησίαζε χωρίς φόβο. Δεν προσπάθησε ποτέ να τον νικήσει με τη δύναμη. Κατάλαβε πως η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται· κερδίζεται. Και σιγά σιγά το περήφανο άλογο άρχισε να αλλάζει. Η ανυπότακτη φύση του μαλάκωσε. Εκεί που άλλοτε αντιδρούσε, τώρα περίμενε τη φωνή της. Εκεί που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν, τώρα πλησίαζε μόνο όταν άκουγε τα βήματά της. Με τον καιρό αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μια ξεχωριστή φιλία. Ο Κεραυνός εμπιστευόταν την Ιοκάστη περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ήταν η μόνη που του επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του χωρίς ανησυχία, η μόνη που μπορούσε να τον οδηγήσει χωρίς χαλινάρι φόβου, μόνο με τη δύναμη της σχέσης τους. Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μάθημα που έδινε εκείνο το περήφανο άλογο: πως ακόμη και οι πιο ελεύθερες ψυχές δεν χρειάζονται δεσμά για να ακολουθήσουν κάποιον. Χρειάζονται μόνο έναν άνθρωπο που να τις καταλαβαίνει. Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται πραγματικά. Μέσα του καίει πάντα η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την περήφανη και ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρεί την εμπιστοσύνη του μόνο σε εκείνους που επιλέγει το ίδιο. Δεν υποτάσσεται· απλώς παραχωρεί τον εαυτό του. Και το κάνει μόνο σε ανθρώπους που μπορούν να κοιτάξουν την ψυχή του μέσα από τα μάτια του.
Η Ιοκάστη, από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, είχε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να καταλαβαίνει τα άλογα. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να ηρεμήσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. Τα αρσενικά άλογα, ιδιαίτερα τα περήφανα και δυνατά, συχνά παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στον χειρισμό τους. Σε στιγμές έντασης, οι αντιδράσεις τους δεν είναι πάντα εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη. Όμως η Ιοκάστη δεν προσπάθησε ποτέ να νικήσει τον Κεραυνό. Προσπάθησε να τον καταλάβει. Γιατί τα άλογα δεν αγαπούν το αφεντικό τους από υποχρέωση ή από τυφλή υποταγή. Η εμπιστοσύνη τους κερδίζεται. Χρειάζεται χρόνος, υπομονή και σεβασμός. Και όταν ένας άνθρωπος καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός αλόγου, δεν αποκτά απλώς ένα ζώο για συντροφιά ή εργασία· αποκτά έναν αληθινό φίλο. Αυτή ακριβώς ήταν η σχέση της Ιοκάστης με τον Κεραυνό. Μια σχέση αγνή και ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, αμοιβαία κατανόηση και σιωπηλή επικοινωνία. Το μαύρο άτι υπάκουε στις προσταγές της όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ανέβαινε στη ράχη του και το οδηγούσε μόνο με το σώμα της, με μια μικρή κίνηση, ένα νεύμα, ένα άγγιγμα. Δεν της χρειάζονταν χαλινάρια ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους είχαν τον δικό τους τρόπο να συνομιλούν. Με τα μάτια, με τις κινήσεις, με την ανάσα τους. Και όταν ξεκινούσαν, άνθρωπος και άλογο γίνονταν ένα. Κάλπαζαν σαν τον άνεμο, ελεύθεροι πάνω στη γη του Πάρνωνα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον ήχο των βημάτων και τη σκόνη του δρόμου.
Τον τελευταίο χρόνο, πριν η οικογένεια αφήσει το χωριό και κατέβει στο αστικό κέντρο, είχε δημιουργηθεί και ανάμεσα στον μικρό Αλκιβιάδη και τον Κεραυνό ένας ξεχωριστός δεσμός. Ήταν μόλις επτά χρονών όταν τόλμησε να ανέβει στη ράχη του. Και η έκπληξη όλων ήταν μεγάλη. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνο το περήφανο, ατίθασο άλογο, που δεν δεχόταν εύκολα κανέναν άνθρωπο, θα άφηνε ένα μικρό παιδί να το οδηγήσει; Μα ο Κεραυνός γνώριζε. Όπως είχε επιλέξει τη μητέρα του, έτσι είχε επιλέξει και εκείνον.
Όταν η οικογένεια αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό, ο Κεραυνός επέστρεψε στον Πολυζώη. Δεν ήταν εύκολο για κανέναν. Όμως κάποια πράγματα, όσο κι αν αλλάζουν οι δρόμοι της ζωής, παραμένουν για πάντα χαραγμένα μέσα στην ψυχή.
Τα χρόνια πέρασαν.
Η μητέρα του, η Ιοκάστη, αραιά και πού επέστρεφε στα πάτρια χώματα. Κάθε συνάντησή της με τον Κεραυνό ήταν μια μικρή γιορτή. Εκείνος την αναγνώριζε πριν ακόμη τη δει. Κι εκείνη ένιωθε πως για λίγες στιγμές ξαναγύριζε η παλιά της ζωή. Όσο όμως ο χρόνος περνούσε και το άλογο γερνούσε, απέφευγε αυτές τις συναντήσεις. Την πονούσαν. Ήταν δύσκολο να βλέπει τον αέρα της νιότης της να βαραίνει από τα χρόνια. Ώσπου έμαθε πως ο Κεραυνός είχε πλέον προβλήματα υγείας. Και τότε κατάλαβε πως δεν μπορούσε να αφήσει άλλο τον φόβο της απώλειας να την κρατά μακριά.
Έπρεπε να τον ξαναδεί. Ο Κεραυνός βρισκόταν ακόμη στον παλιό αχερώνα.
Όμως η εικόνα που αντίκρισε δεν θύμιζε σε τίποτα το περήφανο άτι των περασμένων χρόνων. Το μαύρο του τρίχωμα είχε χάσει τη λάμψη του. Η δυνατή του κορμοστασιά είχε λυγίσει από τα χρόνια. Η εκπληκτική του αντοχή είχε φύγει και η όρασή του είχε αδυνατίσει.
Μα η ψυχή του ήταν ακόμη εκεί. Μόλις ένιωσε την παρουσία της, σήκωσε το κεφάλι του. Την οσμίστηκε και, με όση δύναμη του είχε απομείνει, χλιμίντρησε χαρούμενα. Ήταν το ίδιο χλιμίντρημα που γνώριζε τόσα χρόνια. Μόνο που τώρα ερχόταν από ένα σώμα κουρασμένο.Τα σκούρα, συννεφιασμένα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Η Ιοκάστη πλησίασε αργά, τον χάιδεψε απαλά και έφερε το πρόσωπό της κοντά στο λιπόσαρκο μέτωπό του. Για μια στιγμή δεν υπήρχε ούτε χρόνος ούτε απόσταση.
Υπήρχαν μόνο οι δυο τους.
Η αμαζόνα των νεανικών χρόνων και το περήφανο άτι που κάποτε κάλπαζε σαν τον άνεμο. Η Ιοκάστη δεν μπόρεσε να κρατήσει τη θλίψη της.
Δάκρυσε. 
Όχι μόνο για τον γερασμένο Κεραυνό. Δάκρυσε για όλα όσα πέρασαν και δεν θα επέστρεφαν ποτέ

Η συνέχεια στο...

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

O Prototokos Gios.. H Simfiliossi

..... Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, η Ελλάδα βγήκε βαθιά λαβωμένη. Ο τόπος κουβαλούσε ακόμη τις πληγές της αδελφοκτόνας σύγκρουσης. Ο φόβος, η καχυποψία και ο διχασμός συνέχιζαν να βαραίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ πολλοί γνώρισαν τις φυλακές, τις εξορίες ή τον ξεριζωμό. Οι συνέπειες του πολέμου δεν έσβησαν με την υπογραφή της ειρήνης· παρέμειναν για χρόνια χαραγμένες στις ψυχές των ανθρώπων. Ο Κλέαρχος, όπως χιλιάδες νέοι της γενιάς του, υπηρέτησε μετά τη λήξη του πολέμου τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό. Επέστρεψε αποφασισμένος να αφήσει πίσω του όσα τον είχαν σημαδέψει και να χτίσει μαζί με την Ιοκάστη μια ζωή που να στηρίζεται στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και στην ελπίδα. Η επόμενη μέρα, ύστερα από τη μεγάλη οικογενειακή θύελλα, απαιτούσε ψυχραιμία, υπομονή και σιωπή. Δεν ήταν ώρα για νέες συγκρούσεις ούτε για πικρές κουβέντες. Ήταν η ώρα να καταλαγιάσουν τα πάθη, να επουλωθούν οι πληγές και να βρουν όλοι το κουράγιο να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον χωρίς θυμό. Έτσι είναι η ζωή. Ύστερα από κάθε ανεμοστρόβιλο μετράς τις απώλειες, μαζεύεις τα συντρίμμια και ξαναρχίζεις. Ο χρόνος γίνεται ο πιο πιστός σύμμαχος του ανθρώπου. Δεν σβήνει όσα συνέβησαν, μα απαλύνει τις αιχμές τους και αφήνει χώρο στη συγχώρεση να ριζώσει αργά, σαν δέντρο που μεγαλώνει αθόρυβα.
Και τότε, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ζωή άρχισε να ξαναγεννιέται.
Ήρθε η άνοιξη.
Οι αμυγδαλιές άνθισαν ξανά στις πλαγιές του Πάρνωνα, τα θυμάρια μοσχοβόλησαν, οι πρώτες παπαρούνες κοκκίνισαν τις πεζούλες, κι από τα νότια γύρισαν τα χελιδόνια, σαν αγγελιοφόροι μιας καινούργιας αρχής. Η φύση έμοιαζε να ψιθυρίζει εκείνο που οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ακόμη να πουν.
«Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να έρθει.» Και πράγματι, η Άνοιξη ερχόταν. Όχι μόνο στα βουνά και στα χωράφια.
Ερχόταν και στις καρδιές. Έφερνε μαζί της το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να χαρίσει στη μικρή οικογένεια του Κλέαρχου και της Ιοκάστης: τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού. Του Αλκιβιάδη. Του Θεού-Δώρο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα γινόταν ο πρώτος κρίκος της συμφιλίωσης. Το παιδί που θα ένωνε σιγά σιγά όσα ο πόλεμος είχε χωρίσει.
Ήταν άνοιξη. Η νιότη του χρόνου· κι όπως η άνοιξη είναι η νιότη της φύσης, έτσι και η γέννηση ενός παιδιού είναι η άνοιξη της ζωής. Ένα γαλάζιο πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα — μήνα σημαδιακού, μήνα αναγέννησης — όταν τα γοργόφτερα χελιδόνια είχαν ήδη επιστρέψει στις παλιές τους φωλιές, η Ιοκάστη ένιωσε πως είχε φτάσει η μεγάλη ώρα.
Ήταν παράξενα ήρεμη.
Σαν να είχε αφήσει πίσω της κάθε φόβο, κάθε πίκρα, κάθε δοκιμασία που της είχε επιφυλάξει η ζωή. Μέσα στη γαλήνη εκείνου του ανοιξιάτικου πρωινού έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί.
Τον Αλκιβιάδη.
Το Θεού-Δώρο της.
Και μαζί με το πρώτο του κλάμα ήταν σαν να γεννήθηκε ξανά και η ελπίδα.
Το μικρό εκείνο βρέφος δεν έφερε μόνο χαρά στο φτωχικό τους σπίτι. Έφερε μαζί του την αθόρυβη προσδοκία πως θα έσβηνε σιγά σιγά το μαύρο των περασμένων χρόνων· πως θα άνοιγαν ξανά οι δρόμοι που είχαν κλείσει ανάμεσα στους ανθρώπους, πως οι πληγές θα άρχιζαν κάποτε να επουλώνονται και οι καρδιές να μαλακώνουν. Η Ιοκάστη κράτησε το παιδί στην αγκαλιά της και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Δεν ήταν δάκρυα θλίψης. Ήταν δάκρυα λύτρωσης.
Πόσο γρήγορα είχε κυλήσει ο χρόνος…
Σαν να ήταν χθες που, με μια μικρή βαλίτσα και μια μεγάλη απόφαση στην καρδιά, άφηνε πίσω της το πατρικό της σπίτι, για να ακολουθήσει τον δρόμο που της έδειχνε η αγάπη. Και τώρα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον πρωτότοκο γιο της, ένιωθε πως η ζωή, ύστερα από τόσες θύελλες, της χάριζε επιτέλους μια γαλήνια αυγή. Οι γειτόνισσες και οι γείτονες του μικρού οικισμού είχαν μαζευτεί από νωρίς στο ταπεινό τους σπίτι. Στα φτωχικά εκείνα χρόνια, η γέννηση ενός παιδιού δεν ήταν υπόθεση μόνο της οικογένειας· ήταν χαρά ολόκληρης της γειτονιάς. Όλοι περίμεναν με την ίδια αγωνία, σαν να ερχόταν στον κόσμο δικό τους παιδί. Ξαφνικά ακούστηκε αναστάτωση μέσα από τη μικρή κάμαρα. Ένα βιαστικό ποδοβολητό, ψίθυροι που έγιναν φωνές και, την αμέσως επόμενη στιγμή, ο γυναικόκοσμος όρμησε συγκινημένος προς την πόρτα.
«Γεννήθηκε!... Γεννήθηκε!...» Η χαρμόσυνη κραυγή ξεχύθηκε σαν κύμα και γέμισε το μικρό σπίτι. Έτρεμε από συγκίνηση η φωνή της μαμής καθώς σήκωνε το νεογέννητο στην αγκαλιά της. Τα πρόσωπα φωτίστηκαν, τα μάτια βούρκωσαν και τα χαμόγελα άνθισαν αυθόρμητα. Για μια στιγμή, ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Το φτωχικό σπίτι, που τόσες φορές είχε γνωρίσει τη σιωπή, τον μόχθο και τη στενοχώρια, πλημμύρισε τώρα από γέλια, ευχές και δοξολογίες. Κι έξω, πάνω από τις κεραμιδοσκεπές των Μπουμπουτσελιών, τα χελιδόνια γύριζαν χαρούμενα στον ανοιξιάτικο ουρανό, σαν να έφερναν κι εκείνα το δικό τους μήνυμα πως η ζωή, όσο κι αν δοκιμάζεται, βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξαναρχίζει.
«Αγόρι!... Αγόρι, ανιψιέ!... Αρσενικό!... Να σας ζήσει! Να το χαρείτε!»
Πρώτη ξεπρόβαλε από τη μικρή κάμαρα η κυρά Γιώργαινα, η γυναίκα του Γιώργη του Καραστατήρη, το αγαπημένο «Κιαπέ» της γειτονιάς και θεία του Κλέαρχου. Το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, λες και ήθελε να μοιραστεί το ευχάριστο νέο με ολόκληρο τον κόσμο.
«Δόξα τω Θεώ! Αγόρι είναι! Θεόσταλτο παιδί! Δώρο του Θεού!»
Η φωνή της αντήχησε από σπίτι σε σπίτι και απλώθηκε σε όλον τον μικρό οικισμό. Μέσα σε λίγες στιγμές, τα Μπουμπουτσέλια γέμισαν ευχές, χαμόγελα και συγκίνηση. Οι καμπάνες δεν χτύπησαν, όμως οι ανθρώπινες καρδιές χτυπούσαν σαν πανηγυρικές καμπάνες εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό.
Ήταν ένα φωτεινό πρωινό, στα τέλη του Μάρτη του χίλια εννιακόσια πενήντα. Ο ήλιος πλημμύριζε τις πλαγιές του Πάρνωνα, τα χελιδόνια έσκιζαν τον καταγάλανο ουρανό και η άνοιξη μοσχοβολούσε σε κάθε γωνιά του μικρού οικισμού. Εκείνη την ημέρα γεννήθηκε ο πρωτότοκος γιος του Κλέαρχου και της Ιοκάστης.
Ο Αλκιβιάδης.
Η αφεντιά του.
Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το πρώτο φως της ημέρας άπλωνε τις χρυσαφένιες ανταύγειές του πάνω στις πλαγιές του Πάρνωνα, ενώ ο ήλιος, στην καρδιά πλέον του καλοκαιριού, ανέβαινε αργά στον ουρανό. Ήταν μια λαμπρή, ηλιόλουστη μέρα.
Η Ιοκάστη φορούσε ένα λευκό φόρεμα, λιτό, σχεδόν νυφικό, και στα πλούσια καστανά μαλλιά της είχε στερεώσει λίγα φρεσκοκομμένα αγριολούλουδα. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο.
Ήταν όμορφη.
Μα η ομορφιά της δεν γεννιόταν από τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Πήγαζε από την ψυχή της. Ήταν εκείνη η σπάνια ομορφιά που κάνει έναν άνθρωπο να φωτίζει τον τόπο γύρω του χωρίς να το επιδιώκει. Θύμιζε τη μυθική Ψυχή, που, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, μάγευε τους ανθρώπους όχι μόνο με την απαράμιλλη μορφή της αλλά και με την καθαρότητα της ύπαρξής της.
Ο ήλιος τη βρήκε να βαδίζει στον ίδιο δρόμο από τον οποίο, λίγους μήνες πριν, είχε φύγει με την καρδιά βαριά, μα με το κεφάλι ψηλά.
Τώρα επέστρεφε.
Όχι για να απολογηθεί.
Ούτε για να δικαιωθεί.
Επέστρεφε γιατί η καρδιά της δεν είχε γνωρίσει ποτέ το μίσος.
Όπως ο ήλιος σκορπά το φως του αδιάκριτα σε όλους, χωρίς να ζητά αντάλλαγμα, έτσι κι εκείνη άνοιγε την αγκαλιά της χωρίς υστεροβουλία, χωρίς πικρία, χωρίς να περιμένει επαίνους ή δικαιολογίες. Είχε αφήσει πίσω της την αδικία, όχι επειδή την είχε ξεχάσει, αλλά επειδή είχε επιλέξει να μην αφήσει την ψυχή της να γίνει αιχμάλωτος της.
Στην αγκαλιά της κρατούσε σφιχτά το τεσσάρων μηνών παιδί της.
Τον Αλκιβιάδη.
Ήταν μια περήφανη μάνα. Περπατούσε με σταθερό βήμα, μα έμοιαζε να πετά. Στο πρόσωπό της άνθιζε ένα γαλήνιο χαμόγελο, εκείνο το χαμόγελο που χαρίζει μόνο η αγάπη όταν έχει νικήσει τον φόβο. Πόσο διαχρονική είναι η εικόνα μιας μάνας που κρατά το παιδί της στην αγκαλιά...
Πόσο απλή.
Και συνάμα πόσο ιερή.
Οι γυναίκες της γειτονιάς την καμάρωναν πίσω από τα παράθυρά τους. Τα ήρεμα καστανά μάτια της ήταν χαμηλωμένα, όχι από συστολή, αλλά από σεμνότητα. Με αρχοντιά και λεβεντιά κατηφόριζε προς το πατρικό της σπίτι.
Κοίταζε μόνο μπροστά.
Τα χθεσινά τα είχε παραδώσει στον χρόνο.
Δεν αναζητούσε νικητές και ηττημένους.
Αναζητούσε μόνο τους ανθρώπους της.
Δίπλα της βάδιζε ο Κλέαρχος. Τον αγκάλιασε τρυφερά, όπως αγκαλιάζει κανείς τον σύντροφο της ζωής του ύστερα από μεγάλη φουρτούνα. Δεν είχαν πλούτη να επιδείξουν ούτε αξιώματα. Είχαν μόνο ο ένας τον άλλον και το παιδί τους.
Κι αυτό ήταν αρκετό.
Όταν η οικογένειά της αντίκρισε το νέο ζευγάρι και το μικρό βρέφος στην αγκαλιά της Ιοκάστης, κάτι έσπασε μέσα στις καρδιές τους.
Οι πίκρες δεν έσβησαν μονομιάς.
Οι πληγές δεν έκλεισαν μέσα σε μια στιγμή.
Όμως μπροστά σε μια νέα ζωή, ακόμη και οι πιο σκληρές καρδιές βρίσκουν τη δύναμη να μαλακώσουν.
Κι έτσι, χωρίς μεγάλες κουβέντες, χωρίς θριάμβους και χωρίς απολογίες, άνοιξε ξανά η πόρτα του πατρικού σπιτιού.
Η άτακτη κόρη είχε επιστρέψει.
Όχι ως η κόρη που κάποτε έφυγε.
Αλλά ως μητέρα.
Και μαζί της είχε φέρει το πολυτιμότερο δώρο.
Τη συμφιλίωση.
Ο παππούς και η γιαγιά καμάρωναν το πρώτο τους εγγόνι. Το μικρό αγόρι είχε γεμίσει το σπίτι τους με παιδικές φωνούλες, κατσαρά γέλια και την ευωδιά μιας καινούργιας ζωής. Ήταν σαν να είχε ξαναζωντανέψει το σπιτικό τους. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα. Η επίσκεψη, που όλοι υπολόγιζαν πως θα κρατούσε λίγες μόνο ημέρες, παρατάθηκε σχεδόν αβίαστα. Κανείς δεν βιαζόταν να αποχωριστεί κανέναν. Η οικογένεια ξανάβρισκε τον χαμένο της ρυθμό και κάθε μέρα που περνούσε έσβηνε λίγο ακόμη από τις σκιές του παρελθόντος. Όταν όμως ήρθε η ώρα του γυρισμού, η συγκίνηση ήταν διάχυτη. Ο καθένας τη ζούσε διαφορετικά, όλοι όμως είχαν την ίδια γαλήνη στην καρδιά.
Ο πιο ευτυχισμένος απ' όλους ήταν ο παππούς. Είχε ήδη αρχίσει να πλάθει όνειρα για τον εγγονό του. Τον έβλεπε να μεγαλώνει, να τρέχει στις πλαγιές του Πάρνωνα, να γίνεται λεβέντης, τίμιος άνθρωπος και άξιος συνεχιστής της γενιάς τους. Στα μάτια του το μικρό παιδί δεν ήταν μόνο το πρώτο του εγγόνι· ήταν η απόδειξη πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν χαμένα.
Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν περιορίστηκε στις ευχές. Με τη διακριτική γενναιοδωρία των ανθρώπων της υπαίθρου, πρόσφερε στον Κλέαρχο κι στην Ιοκάστη ένα γαϊδουράκι, πολύτιμο βοήθημα για τις μετακινήσεις και τις αγροτικές τους δουλειές, μια κατσίκα, για να μη στερηθεί ποτέ γάλα ο μικρός Αλκιβιάδης, και λίγα χρήματα, όσα μπορούσε να διαθέσει, για να τακτοποιήσει ο Κλέαρχος τις τελευταίες εκκρεμότητες του πρώτου του γάμου.
Δεν ήταν πλούσιος. Έδινε όμως ό,τι είχε.
Και πολλές φορές η αξία ενός δώρου δεν μετριέται από το μέγεθός του, αλλά από την αγάπη με την οποία προσφέρεται. Ο Κλέαρχος κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ο πεθερός του δεν του χάριζε μόνο λίγα υπάρχοντα. 
Του εμπιστευόταν την κόρη του.
Τον εγγονό του.
Και, μαζί μ' αυτά, του άνοιγε οριστικά την πόρτα της οικογένειας.
Σε εκείνα τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που η φτώχεια και η πείνα όριζαν την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων της ελληνικής υπαίθρου, ένα γαϊδουράκι δεν ήταν απλώς ένα ζώο. Ήταν πολύτιμος σύντροφος της οικογένειας, εργάτης ακούραστος και, για τους φτωχούς αγρότες, το μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και αγαθών.
Στην αγροτική Ελλάδα της εποχής, ακόμη και το ζώο που είχε κάποιος μαρτυρούσε, ως έναν βαθμό, την οικονομική του κατάσταση. Οι προύχοντες και οι εύποροι καβαλούσαν άλογα. Όσοι είχαν καλύτερη οικονομική επιφάνεια χρησιμοποιούσαν μουλάρια, ανθεκτικά και δυνατά στα δύσβατα μονοπάτια. Ο απλός κόσμος, οι ξωμάχοι και οι φτωχοί χωρικοί, είχαν συνήθως ένα γαϊδουράκι — πιστό, υπομονετικό και ακούραστο.
Το ταπεινό αυτό ζώο έγινε σύμβολο της ελληνικής υπαίθρου. Μετέφερε ανθρώπους, ξύλα, νερό, σιτάρι, ελιές, λάδι και ό,τι άλλο χρειαζόταν μια οικογένεια για να ζήσει. Περπάτησε αμέτρητες φορές τα κακοτράχαλα μονοπάτια των βουνών, εκεί όπου κανένα κάρο και κανένα άλλο μέσο δεν μπορούσε να φτάσει.
Αργότερα, όταν άρχισαν να ανοίγονται δρόμοι, να κυκλοφορούν τα πρώτα αγροτικά οχήματα και να εκμηχανίζεται η γεωργία, ο ρόλος του γαϊδουριού περιορίστηκε ολοένα και περισσότερο. Ένα ζώο που επί αιώνες είχε στηρίξει τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου πέρασε σιγά σιγά στο περιθώριο.
Γι' αυτό και το δώρο του παππού προς τον Κλέαρχο δεν ήταν μια απλή προσφορά.
Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο ζωής.
Ήταν μια μικρή περιουσία.
Ήταν μια έμπρακτη ευχή να μπορέσει η νέα οικογένεια να σταθεί στα πόδια της.

Η συνέχεια στο...
Click to Open
Ο Δευτερότοκος υιός.. Και ο Κεραυνός
.....

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Mpoumpoutselia

..Μπουμπουτσέλια! Looking over the ruins of my family home!

.....1948–1949.

Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην Πελοπόννησο, ο Εμφύλιος στην περιοχή ουσιαστικά έφθανε στο τέλος του.Πολλά μέλη της ακροδεξιάς παραστρατιωτικής οργάνωσης «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη δράση στην περιοχή του Ζάρακα και του Πάρνωνα κατά την περίοδο της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και, κυρίως, κατά τα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), άρχισαν σταδιακά να αποχωρούν, καθώς η οργάνωση έχανε πλέον τον λόγο ύπαρξής της και οδηγήθηκε στη διάλυση. Ο Κλέαρχος ήταν από τους πρώτους που εγκατέλειψαν τις τάξεις της. Λίγο αργότερα εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία στον Ελληνικό Στρατό και προσπάθησε να αφήσει πίσω του τα δύσκολα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης.
......Ιούνιος 1949. Καθώς το πρώτο φως έσχιζε το σκοτάδι και η νύχτα παραχωρούσε τη θέση της στις πρώτες ανάσες της καινούριας μέρας, έφτασαν οι τραγικές ειδήσεις. Το χωριό πάγωσε. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν σιωπηλοί· κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Εκείνο το μοιραίο ξημέρωμα της ανήγγειλαν τον θάνατο του αγαπημένου της αδελφού. Έναν βίαιο και άδικο θάνατο. Ο Λάμπρος έπεσε σε ενέδρα στις πλαγιές του Πάρνωνα και σκοτώθηκε από ενόπλους που ανήκαν στην οργάνωση «Χ», η οποία είχε αναπτύξει έντονη αντικομμουνιστική δράση στην περιοχή κατά τα τελευταία χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου Πολέμου. Για τους διώκτες του ήταν ένας επικίνδυνος αντίπαλος. Για τους δικούς του ανθρώπους, όμως, ήταν ο αγαπημένος τους Λάμπρος· ένας νέος άνθρωπος, «πέτρινος και αέρινος, αντάρτης και συνάμα τρυφερός».
Το χάραμα, που μόλις είχε πάρει τον δρόμο του ήλιου, σφραγίστηκε από τον θάνατό του. Οι σφαίρες τον βρήκαν αμέσως. Ο Λάμπρος λύγισε, διπλώθηκε στα δύο και κύλησε λίγο πιο πέρα. Μα τη ζητωκραυγή του για τη λευτεριά δεν την πέτυχαν τα βόλια. Εκείνη την αντιβούιζε ολόκληρος ο Πάρνωνας. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Πάνω στο άνθος της νιότης του.
Η Ιοκάστη ντύθηκε στα μαύρα και έκλαψε απαρηγόρητα τον άγριο χαμό του αδελφού της. «Θεέ μου Μεγαλοδύναμε… ω Θεέ μου Μεγαλοδύναμε! Γιατί; Γιατί να έρθουν έτσι τα πράγματα, αφού ο εφιάλτης του πολέμου είχε πια τελειώσει;»
Το χτύπημα έμοιαζε βγαλμένο από την ίδια την κόλαση. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους της πως, ενώ οι άνθρωποι περίμεναν να ξαναβρούν την ειρήνη, ο θάνατος συνέχιζε να θερίζει.Έκλαψε τη νιότη του. Έκλαψε τα όνειρά του που έμειναν ανεκπλήρωτα. Μα μαζί με τα δικά του όνειρα ένιωθε πως χάθηκαν και τα όνειρα όλων των αδελφών του. Έσβησε μια κοινή πορεία, μια ζωή που ονειρεύονταν να χτίσουν μαζί. Από εκείνη την ημέρα, κάθε χαρά της οικογένειας θα είχε μέσα της μια σκιά. Το όνομα του Λάμπρου δεν θα ακουγόταν πια σαν προσμονή, αλλά σαν μνήμη· μια μνήμη που πονούσε, μα δεν έσβηνε.
Σπαραγμός ψυχής. Ανείπωτος θρήνος. Το φτωχικό τους σπίτι μεταβλήθηκε σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας. Η γιαγιά μοιρολογούσε ασταμάτητα, κι η φωνή της έσκιζε τη σιωπή του χωριού. Ήταν ένα μοιρολόι που ράγιζε καρδιές· δεν θρηνούσε μονάχα τον γιο της, μα όλη τη χαμένη νιότη που καταβρόχθισε ο Εμφύλιος. Ο πόνος της ξεπέρασε τα όρια του σπιτιού τους. Έγινε πόνος όλων. Ήθελε να ουρλιάξει. Να σκίσει τον ουρανό με τη φωνή της. Μα ο λαιμός της είχε στεγνώσει. Το στόμα της άνοιγε και δεν έβγαινε ήχος. Μόνο τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα, σαν να είχαν αποφασίσει να κλάψουν εκείνα αντί για τη φωνή της. Ένιωθε πως, αν μπορούσε, θα πλημμύριζε με τα δάκρυά της ολόκληρο τον κόσμο. Ο πόνος είχε γίνει χείμαρρος μέσα της, έτοιμος να παρασύρει κάθε σκέψη, κάθε ελπίδα, κάθε παρηγοριά. Κανένας λόγος δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε μια μάνα που θρηνούσε το παιδί της. Καταράστηκε τον πόλεμο, καταράστηκε όσους γεννούν τους πολέμους και όσους τους συντηρούν. Το μοιρολόι της υψώθηκε σαν αρχαία κατάρα, σκίζοντας τον αέρα του χωριού. Έμοιαζε να καλεί τη γη να ανοίξει και τα βουνά να ραγίσουν, γιατί δεν χωρούσε ανθρώπινος νους τέτοιο κακό. Έκλαιγε τον νέο που έπεσε πάνω στο άνθος της ηλικίας του, τον λεβέντη που δεν πρόλαβε να ζήσει, κι ένιωθε πως μαζί του σκοτείνιασε ο ουρανός και βουβάθηκε ο κόσμος.
«Αχ, παιδί μου...»
Τα χείλη της έτρεμαν, μα η φωνή της δεν λύγιζε. Μόνο τα μάτια της πλημμύριζαν από έναν πόνο που δεν είχε τέλος.
Πώς να βαστάξει έναν τέτοιο κεραυνό;
Κι όμως, έπρεπε.
Έπρεπε να σταθεί όρθια, να γίνει πέτρα και ατσάλι, όπως στάθηκαν τόσες άλλες μανάδες που είδαν τα παιδιά τους να χάνονται στα χρόνια της φωτιάς και του αδελφοκτόνου μίσους. Έπρεπε να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του, γιατί μόνο η μνήμη μπορούσε να αντισταθεί στη λησμονιά. Έσκυψε το κεφάλι, σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος και ψιθύρισε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
«Γλυκό μου αγόρι... έχε γεια.»
Σαν έφυγαν οι κατακτητές —όπως φεύγουν όλοι οι κατακτητές, αργά ή γρήγορα— ήρθαν τα καταραμένα χρόνια του Εμφυλίου. Χρόνια που ο αδελφός σήκωνε το όπλο στον αδελφό, ο γείτονας στον γείτονα και ο φίλος στον φίλο. Ας πάνε στον αγύριστο τέτοια χρόνια. Θεός να φυλάει τον άνθρωπο από τον πόλεμο με τον ξένο· μα πιο πολύ από τον πόλεμο με τον ίδιο του τον αδελφό.
....Σεπτέμβριος του χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Σε λίγο θα χάραζε η καινούργια μέρα, κι εκείνη θα περνούσε ακόμη μία νύχτα άυπνη, παλεύοντας να κατανοήσει όλα όσα είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της και να ξαναβρεί τον προσανατολισμό της ζωής της.
Μπορούσε άραγε;
Η αποπνικτική ζέστη και η βαριά υγρασία εκείνης της νύχτας έκαναν την αγρύπνια της ακόμη πιο βασανιστική. Ξαπλωμένη ανάσκελα, στη μέση του κρεβατιού, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι, κοιτούσε αφηρημένα το ταβάνι. Το πρόσωπό της παρέμενε νέο και σφριγηλό· τίποτε δεν πρόδιδε την εξάντληση από τις ατέλειωτες αϋπνίες που τη βασάνιζαν όλον αυτόν τον καιρό. Γύρω απλωνόταν απόλυτη σιωπή. Από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε η ανάσα της νύχτας μαζί μ' ένα ανεπαίσθητο αεράκι. Πότε πότε ακουγόταν το τραγούδι ενός γρύλου. Για λίγες στιγμές η μονότονη, κι όμως γλυκιά φωνή του σκέπαζε κάθε άλλον ήχο της νύχτας, εκείνο το λεπτό κουδούνισμα που χαρίζει στις καλοκαιρινές νύχτες μια παράξενη γαλήνη.
Τα τριζόνια, λένε, διαλέγουν ένα ταίρι και μένουν μαζί του μια ζωή. «Μήπως είμαι κι εγώ ένα τριζόνι;» ψιθύρισε και, σαν να φοβήθηκε ακόμη και τα ίδια της τα λόγια, έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη.
Ένα δροσερό αεράκι μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο, φουσκώνοντας απαλά την κουρτίνα και παίρνοντας μαζί του λίγη από τη βαριά ατμόσφαιρα του δωματίου.
Τα τριζόνια είχαν πια σωπάσει.
Ένιωθε μια γλυκιά θαλπωρή να τυλίγει το κορμί της και μια βαθιά χαλάρωση να απλώνεται σε κάθε ίνα του σώματός της. Ήταν η στιγμή που ξημέρωνε· όταν το σκοτάδι υποχωρεί αργά, παραδίδοντας τη θέση του στο φως και στους πρώτους ήχους της καινούργιας ημέρας.
Η είδηση της έπεσε στο σπιτικό τους σαν κεραυνός. Η απόφασή της να φύγει μαζί του αναστάτωσε τους πάντες. Μέσα σε λίγες μόνο στιγμές ανατράπηκαν όσα θεωρούσαν βέβαια. Το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή· κανείς δεν έβρισκε λόγια να μιλήσει.
Η γιαγιά έμεινε άφωνη. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως η κόρη της αποφάσισε να ενώσει τη ζωή της με έναν άνθρωπο που, στα δικά της μάτια, ανήκε στην απέναντι πλευρά. Πώς να δεχτεί μια τέτοια απόφαση, όταν τα χρόνια του Εμφυλίου είχαν σημαδέψει την οικογένειά τους με αίμα, φόβο και αβάσταχτο πόνο;
«Πώς μπόρεσες, παιδί μου;» ψιθύρισε.
Στο μυαλό της γύριζαν ξανά και ξανά οι δύσκολες εκείνες μέρες, τότε που —όπως συνήθιζαν να λένε στο χωριό— «οι συμμορίες» είχαν μετατρέψει τη ζωή των ανθρώπων σε μια ατέλειωτη δοκιμασία, γεμάτη φόβο, στερήσεις και ανασφάλεια.
Στα μάτια της δεν ήταν απλώς ένας γάμος. Ήταν μια πληγή που άνοιγε ξανά. Ένα σκάνδαλο για την οικογένεια. Δεν χωρούσε στον νου της πως η κόρη της είχε διαλέξει να πορευτεί με έναν άντρα από την αντίπαλη παράταξη, λες και δεν υπήρχαν άλλα παλικάρια να της ζητήσουν το χέρι. Ένα μεγάλο «Γιατί;» αιωρούνταν ανάμεσά τους, βαρύ σαν σύννεφο πριν από την καταιγίδα. Ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν μπορούσε να απαντήσει και που έκανε τη σιωπή ακόμη πιο ασήκωτη.
«Γιατί, παιδί μου;» ψιθύριζε η μάνα της. «Γιατί τώρα, που ο πόνος είναι ακόμη τόσο νωπός;»
Η κόρη τους... Το κορίτσι που το βλέμμα του έκλεβε καρδιές. Εκείνη που όλα τα παλικάρια της περιοχής καμάρωναν κι ονειρεύονταν να την κάνουν γυναίκα τους. Κι όμως, εκείνη είχε δώσει την καρδιά της αλλού. Όσο κι αν προσπαθούσαν να της αλλάξουν γνώμη, όσο κι αν της έλεγαν πως ο άνθρωπος που αγάπησε δεν ήταν αντάξιός της, τα λόγια τους έπεφταν πάνω σε μια απόφαση που είχε ήδη ριζώσει βαθιά μέσα της. Για τους δικούς της δεν ήταν μόνο ένας έρωτας. Ήταν μια επιλογή που άνοιγε ξανά τις πληγές του Εμφυλίου και έφερνε την οικογένεια αντιμέτωπη με τους πιο σκοτεινούς φόβους της.
Ώσπου άνοιξε μια δύσκολη κουβέντα. Δεν υπήρχε πια χώρος για τρυφερότητα. Οι φωνές υψώθηκαν, οι βαριές κουβέντες διαδέχονταν η μία την άλλη και οι βρισιές αντηχούσαν στο μικρό τους σπίτι, ώσπου ακούγονταν ως την πλατεία του χωριού. Ο μικρός αδελφός της, τυφλωμένος από θυμό, της επιτέθηκε με λόγια σκληρά.
«Έφερες τον Χίτη μέσα στο σπίτι μας!» της φώναξε.
Η Ιοκάστη δεν ανταπέδωσε. Ήξερε πως η οργή γεννάει μόνο περισσότερη οργή και πως η φωτιά δεν σβήνει με φωτιά.
Τον κοίταξε κατάματα. Στα μάτια του έβλεπε περισσότερο πόνο παρά μίσος. «Ξέρω πως πονάς», του είπε ήρεμα. «Μα μη με πληγώνεις άλλο με τα λόγια σου. Δεν είμαι ο εχθρός σου.»
Για μια στιγμή ο χρόνος πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα οι βαριές ανάσες τους ακούγονταν μέσα στο σπίτι, σαν να κουβαλούσε ο καθένας τον δικό του σταυρό.
Η Ιοκάστη και ο πατέρας της κοιτάχτηκαν κατάματα. Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Η σιωπή που απλώθηκε ανάμεσά τους ήταν πιο βαριά από τις φωνές που είχαν προηγηθεί. Εκείνος περίμενε να λυγίσει, να δακρύσει, να κάνει πίσω. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Δεν αντιμίλησε. Δεν ύψωσε τη φωνή της. Δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Μόνο τον κοίταζε με βλέμμα καθαρό και αποφασισμένο.
Η απόφασή της είχε ήδη παρθεί και τίποτε δεν μπορούσε να τη μετακινήσει. Άκουσε τα λόγια τους, ένιωσε τον πόνο, την οργή και τον φόβο τους, όμως η καρδιά της είχε χαράξει τον δικό της δρόμο.
Ήξερε πως η επιλογή της θα πλήγωνε τους ανθρώπους που αγαπούσε. Το γνώριζε καλύτερα από όλους. Κι όμως, δεν μπορούσε να προδώσει αυτό που ένιωθε βαθιά μέσα της. Για πρώτη φορά στη ζωή της αποφάσιζε μόνη της για το μέλλον της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το βάρος της απόφασής της
Το έμαθε κι εκείνος· ο λεβέντης, ο ερωτοχτυπημένος νιος, το καμάρι απ' το Κυπαρίσσι. Την πρόλαβε λίγο πριν φύγει. Στάθηκε μπροστά της. «Μη φεύγεις...» της είπε με φωνή που έτρεμε. «Σε παρακαλώ, μείνε. Μη με αρνηθείς τώρα. Είναι βαρύ τούτο το αντίο. Αν όμως η μοίρα σε πάρει μακριά μου, κράτησε με τουλάχιστον μέσα στην καρδιά σου. Κι εγώ, όπου κι αν βρεθώ, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, θα σε περιμένω.»
Η Ιοκάστη είχε ήδη δώσει την καρδιά της αλλού. Δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής ούτε μια απόφαση που θα άλλαζε από τον φόβο, τις πιέσεις ή τα δάκρυα των δικών της. Είχε διαλέξει τον δρόμο της και ήξερε πως θα τον περπατούσε πληρώνοντας βαρύ τίμημα.
Δεν λύγιζε.
Όχι γιατί δεν πονούσε, αλλά γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει κάποτε να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα του και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Μπροστά της άνοιγε ένας άγνωστος κόσμος, γεμάτος κινδύνους, αβεβαιότητα και δοκιμασίες. Δεν τον υποδεχόταν με αφέλεια· τον αντίκριζε με καθαρό βλέμμα και με μια θέληση που δεν μπορούσαν να δαμάσουν ούτε οι απειλές ούτε οι προκαταλήψεις ούτε οι πληγές που είχε αφήσει πίσω του ο Εμφύλιος.
Ήξερε πως δεν θα ήταν εύκολο. Κι όμως, δεν έκανε πίσω.
Ο πατέρας της στεκόταν βουβός.
Η ψυχή του ήταν σκοτεινιασμένη από τα χρόνια του αδελφοκτόνου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές· το μίσος έκαιγε ακόμη τις καρδιές των ανθρώπων και κάθε κουβέντα μπορούσε να γίνει σπίθα που θα άναβε καινούρια φωτιά.
Δεν ήθελε να φουντώσουν άλλα ανώφελα πάθη.
Σήκωσε αργά το κεφάλι και κοίταξε έναν έναν τους δικούς του.
«Ακούστε με καλά...» είπε με φωνή σταθερή. «Ό,τι ήταν να ειπωθεί, ειπώθηκε. Από δω και πέρα, κανείς δεν θα πειράξει την κόρη μου. Είναι αίμα μου και θα την σεβαστείτε όλοι.»
Στο σπίτι απλώθηκε βαθιά σιωπή.
Έπειτα στράφηκε προς την Ιοκάστη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, σαν να πάλευαν μέσα του ο πόνος, η πίκρα και η πατρική αγάπη.
«Ο δρόμος που διάλεξες είναι δικός σου», της είπε. «Εγώ δεν μπορώ να τον αλλάξω. Να πας στην ευχή του Θεού, κόρη μου. Ο Θεός να σε φυλάει όπου κι αν βρεθείς και να σου δίνει δύναμη στις δύσκολες ώρες.»
Δεν την αγκάλιασε. Δεν μπορούσε ακόμη.
Όμως η ευχή του ήταν το πιο μεγάλο κατευόδιο που μπορούσε να της δώσει εκείνη την ώρα.
Υπάρχουν άνθρωποι σαν την Ιοκάστη, φτιαγμένοι από άλλο κράμα. Όχι γιατί δεν πονάνε ούτε γιατί δεν λυγίζουν. Λυγίζουν κι αυτοί. Μα βρίσκουν πάντοτε τη δύναμη να ξανασηκωθούν. Κρατιούνται από μια μικρή σπίθα ελπίδας, όταν όλα γύρω τους μοιάζουν χαμένα. Αγαπούν με όλη τους την ψυχή. Δεν ζητούν να αλλάξουν τον άνθρωπο που αγαπούν ούτε να τον κάνουν όπως τον θέλουν. Τον δέχονται όπως είναι και χαίρονται να τον βλέπουν να προχωρεί και να ανθίζει. Δεν φοβούνται να δώσουν την καρδιά τους, ακόμη κι όταν ξέρουν πως μπορεί να πληγωθούν. Προτιμούν έναν αληθινό έρωτα με όλο το τίμημά του, παρά μια ζωή ασφαλή, δίχως πάθος και δίχως όνειρα. Το μυαλό τους δεν γνωρίζει σύνορα. Ταξιδεύει εκεί όπου η ψυχή λαχταρά να φτάσει. Κι όσο το σώμα μπορεί να περιοριστεί, η ψυχή τους μένει πάντοτε ελεύθερη. Αν η ζωή σου χαρίσει έναν τέτοιο άνθρωπο, κράτησε τον κοντά σου. Είναι σπάνιο δώρο.
«Τη δύναμή σου την τρανή, Έρωτα,
όποιος δε σε γνωρίζει,
μάταια ελπίζει να ιδωθεί
τι μέγα κρύβουν οι ουρανοί.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωθε ευλογημένος, γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν η μητέρα του. Όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως η παρουσία της στη ζωή του δεν ήταν απλώς μια ευτυχής συγκυρία. Ήταν η μεγαλύτερη ευλογία που του χάρισε η μοίρα. Εκείνη του έμαθε πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στη σκληρότητα, αλλά στην αγάπη· όχι στην εκδίκηση, αλλά στη συγχώρεση· όχι στον φόβο, αλλά στην ελπίδα.
Από τι κράμα ήταν πλασμένη;
Είχε κορμοστασιά περήφανη, λεβέντικη, και μια αυθεντική αρχοντιά που δεν την χάριζε ούτε η ομορφιά ούτε τα νιάτα της, αλλά η δύναμη της ψυχής της. Το πρόσωπό της έλαμπε με εκείνο το ήρεμο φως των ανθρώπων που έχουν πάρει τις αποφάσεις τους.
Ξεκίνησε το ταξίδι της μέρα μεσημέρι.
Δεν έτρεξε. Δεν κρύφτηκε. Δεν κιότεψε.
Με το κεφάλι ψηλά και το βήμα αργό, μα σταθερό, διέσχισε τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Οι γειτόνισσες άφηναν τις δουλειές τους και στέκονταν στα παράθυρα. Οι άντρες σώπαιναν στις αυλόπορτες. Άλλοι τη λυπόταν, άλλοι την κατέκριναν, άλλοι τη θαύμαζαν κρυφά.
Εκείνη δεν γύρισε να κοιτάξει κανέναν.
Τα μάτια της είχαν μια σκιά θλίψης, μα στην καρδιά της κατοικούσε μια δύναμη που δεν λύγιζε. Ήξερε πως κάθε βήμα την απομάκρυνε από τον κόσμο όπου γεννήθηκε και την οδηγούσε σ' έναν άλλον, άγνωστο και δύσκολο.
Κι όμως προχωρούσε.
Η καρδιά οδηγούσε τα βήματά της.
Η ζωή της Ιοκάστης έγινε η ζωή όλων εκείνων των ανθρώπων που σηκώνουν στους ώμους τους βαρύ φορτίο, χωρίς ποτέ να το απαρνηθούν και χωρίς να το αφήσουν να τους λυγίσει.
Με το δείλι βρέθηκαν στη Μονεμβασιά. Περπατούσαν αγκαλιά οι δυο τους στην ακρογιαλιά, κι ο ήλιος έμοιαζε να τους ζηλεύει καθώς βουτούσε αργά πίσω από το βουνό. Η ανήσυχη θάλασσα ηρεμούσε, γινόταν μια λίμνη σκοτεινής μελάνης, πλαισιωμένη από τις αχνές, σταχτογάλανες σκιές του μεγάλου βράχου. Απάνωθε της ο ουρανός, ντυμένος με πορφύρες και χρυσάφια, άπλωνε τα τελευταία του χρώματα, ανακατεμένα με μαβιά αντιφεγγίσματα, σαν να αποχαιρετούσε τη μέρα με μια τελευταία μεγαλοπρέπεια.
Η Ιοκάστη σταμάτησε για λίγο.
Κοίταξε μακριά, προς το πέλαγος, και ένα παράξενο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της. «Θεέ μου... μόλις συνειδητοποίησα κάτι που τις τελευταίες εβδομάδες δεν είχα προσέξει.»
Το χαμόγελό της ήταν μυστηριώδες και ο Κλέαρχος δεν μπορούσε να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό της.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.
«Δεν μαντεύεις;»
«Όχι.»
Πήρε μια μικρή ανάσα. Σαν να φοβόταν πως, μόλις το έλεγε, η στιγμή θα γινόταν πραγματικότητα.
«Νομίζω πως μπορεί να είμαι έγκυος...»
Τα λόγια της βγήκαν χαμηλά, σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Κλέαρχος την κοίταξε για μια στιγμή. Έπειτα έστρεψε αργά το βλέμμα του προς το πέλαγος.
Η θάλασσα μπροστά τους συνέχιζε να σκοτεινιάζει ήρεμα, σαν να κρατούσε κι αυτή το μυστικό τους.
«Σοβαρολογείς;»
Η φωνή του είχε μέσα της ενθουσιασμό, αλλά και μια μικρή αναστάτωση. Σαν να προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε λίγες στιγμές μια ολόκληρη καινούργια πραγματικότητα.
Η Ιοκάστη σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Για μια στιγμή έμοιαζε σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε αφήσει στην άκρη, κάτι που τώρα επέστρεφε ξαφνικά μπροστά της.
«Νομίζω πως έγινε εκείνη τη βραδιά...» είπε χαμηλά.
Σταμάτησε για λίγο.
«Έχω καθυστέρηση. Μεγάλη καθυστέρηση. Τεσσάρων εβδομάδων... Το είχα ξεχάσει εντελώς.»
Τα λόγια της συνοδεύτηκαν από έναν βαθύ, παρατεταμένο αναστεναγμό, σαν να άφηνε να φύγει από μέσα της όλη η αγωνία των τελευταίων ημερών.
Ο Κλέαρχος την άκουγε σιωπηλός.
Ένα ρίγος πέρασε μέσα του.
Ξαφνικά ένιωσε πως το ήξερε κι αυτός. Ήταν σαν μια ξεχασμένη σκέψη να επέστρεφε από το βάθος της μνήμης του. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, το πάθος που τους είχε παρασύρει, τη στιγμή που για μια αστραπή είχε περάσει από το μυαλό του η σκέψη πως ίσως η Ιοκάστη να κρατούσε μέσα της ένα παιδί.
Ύστερα την είχε διώξει από το μυαλό του.
Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Τώρα όμως η σκέψη εκείνη στεκόταν ξανά μπροστά του, όχι σαν φόβος, αλλά σαν πιθανότητα μιας νέας ζωής.
Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε απαλά το μάγουλό της.
Η Ιοκάστη γύρισε προς το μέρος του.
Τα μάτια της ήταν γεμάτα ελπίδα.
«Θα το επιβεβαιώσω τη Δευτέρα», του είπε με φωνή ελάχιστα πιο δυνατή από ψίθυρο.
Ύστερα τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.
Κανείς από τους δυο τους όμως δεν μπορούσε ακόμη να δώσει μια βέβαιη εξήγηση για την καθυστέρηση. Δεν της είχε συμβεί ποτέ μέχρι τότε. Οι μέρες που θα ακολουθούσαν θα ήταν γεμάτες αγωνία, προσμονή και σκέψεις.
Θα ήταν ένα μακρύ Σαββατοκύριακο.
Και ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση.
Μια καινούργια ζωή είχε αρχίσει να μεγαλώνει μέσα της.
Ήταν το παιδί που γεννήθηκε από μια συνάντηση απρόσμενη, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που κουβαλούσαν διαφορετικές μνήμες, διαφορετικές πληγές και διαφορετικά παρελθόντα.
Ο Αλκιβιάδης.
Ο γιος του νεαρού «χίτη» από τη νότια Λακωνία και της πανέμορφης νεαρής Ιοκάστης, από ένα παραδοσιακό ορεινό χωριό γαντζωμένο στις πλαγιές του Πάρνωνα.
Ένα παιδί που, χωρίς να το γνωρίζει ακόμη, θα κουβαλούσε μέσα του δύο κόσμους. Την πέτρα και τη θάλασσα. Τη μνήμη και τη λήθη. Τον πόνο μιας εποχής και την ελπίδα μιας καινούργιας ζωής.
Αφήνοντας πίσω τους το τρικυμιώδες παρελθόν και αναλαμβάνοντας την ευθύνη των επιλογών τους, ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη έβλεπαν μπροστά τους να ανοίγεται μια καινούργια ζωή.
Δεν είχαν περιουσίες, δεν είχαν υλικά αγαθά. Είχαν όμως κάτι πολυτιμότερο: αρχές, αξιοπρέπεια και τη δύναμη να σταθούν όρθιοι απέναντι στις δυσκολίες.
Ο Αλκιβιάδης πάντα θυμάται τη μητέρα του, την Ιοκάστη, περήφανη και αξιοπρεπή, τίμια και αυθεντική. Μια γυναίκα που δεν έκανε θόρυβο για τη δύναμή της, όπως το βαθύ ποτάμι που όσο πιο μεγάλο και βαθύ είναι, τόσο πιο αθόρυβα κυλά.
Ρίζωσαν σ’ έναν απόμερο μικρό οικισμό δυτικά της Μονεμβασιάς.
Τα Μπουμπουτσέλια.
Εκεί βρήκαν καταφύγιο στο παλιό, εγκαταλειμμένο πατρικό σπίτι του Κλέαρχου, μια φτωχική κληρονομιά από τη μητέρα του που είχε φύγει πρόωρα από τη ζωή.
Η γιαγιά του Αλκιβιάδη είχε πεθάνει μόλις στα τριάντα πέντε της χρόνια. Ο Κλέαρχος έμεινε ορφανός από μητέρα όταν ήταν μόλις έξι ετών. Και σαν να μην έφτανε αυτή η απώλεια, τρία χρόνια αργότερα έχασε και τον πατέρα του.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με τις απουσίες να βαραίνουν τους ώμους του.
Ο παππούς του Αλκιβιάδη, άλλωστε, είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του από πολύ νωρίς, όταν ακόμη ο Κλέαρχος δεν είχε καλά καλά αρχίσει να περπατά.
Έτσι, μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, σε έναν μικρό ξεχασμένο οικισμό, δύο άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τον πόνο προσπάθησαν να χτίσουν κάτι που τους είχε στερηθεί: μια οικογένεια.
Ο Αλκιβιάδης ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία αγόρια της νέας οικογένειας.
Ένα μικρό αγόρι, ψηλό και λιπόσαρκο. Το μπόι του έμοιαζε με λιγνό κυπαρισσάκι που πάλευε να φτάσει τον ουρανό. Είχε θεληματικό πιγούνι, καστανά μαλλιά και έξυπνα, ερευνητικά σκούρα μάτια, μάτια που έμοιαζαν να παρατηρούν τον κόσμο πριν ακόμη τον γνωρίσουν. Γεννήθηκε στην ενδοχώρα, στον μικρό οικισμό Μπουμπουτσέλια, μιας φτωχής και ξεχασμένης περιοχής του ελληνικού Νότου, στις ανατολικές άγονες πλαγιές του Λακωνικού Πάρνωνα. Ήταν ένας τόπος δυσπρόσιτος, που είχε παραμείνει σχεδόν ανέγγιχτος από τον χρόνο. Τα χωριά ήταν φωλιασμένα στις πλαγιές των βουνών. Δεν υπήρχαν εύκολοι δρόμοι για να τα προσεγγίσεις· υπήρχαν όμως εκατοντάδες μονοπάτια που γνώριζαν μόνο οι άνθρωποι του τόπου. Δεν υπήρχαν μεγαλοπρεπή χωριά ούτε εντυπωσιακά κτίσματα. Υπήρχε όμως κάτι πιο σπάνιο: μια χούφτα ξωμάχοι που αντιστέκονταν στη φθορά του χρόνου.
Άνθρωποι φιλόξενοι και ταπεινοί, κουρασμένοι από τη σκληρότητα της ζωής, μα περήφανοι για την καταγωγή τους. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους, που ήξεραν να αντέχουν, να περιμένουν και να συνεχίζουν.
Το κυρίως χωριό, τα Κουλέντια, ήταν από εκείνα τα βουνίσια χωριά που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές των βουνών και μοιάζουν μεταξύ τους. Όμορφα, μα φτωχά. Και ο μικρός τους οικισμός, τα Μπουμπουτσέλια, χωμένος σε μια απόμερη γωνιά του χωριού, ήταν ένας ξεχωριστός μικρός κόσμος. Ένας απομονωμένος αγροτοκτηνοτροφικός οικισμός με δεκαπέντε χαμηλά σπίτια και ισάριθμες αιωνόβιες χαρουπιές να στέκουν γύρω τους σαν σιωπηλοί φρουροί του χρόνου. Μικρός και ασήμαντος οικισμός, θα έλεγες πως στεκόταν σκυφτός από κάποια βαθιά στενοχώρια. Γκρίζος και λιγοστός, όπως όλα εκείνα τα μέρη όπου οι άνθρωποι ζουν μακριά από την εποχή τους. Απόμεροι, ξεχασμένοι, δεμένοι όμως με τη γη τους. Η ορεινή ύπαιθρος γύρω τους ήταν μια άγονη γη, γεμάτη πέτρα, που τις ζεστές μέρες του χρόνου λουζόταν από το ανελέητο, εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Οι λιγοστοί κάτοικοι πάλευαν με κόπο και ιδρώτα να κερδίσουν τη ζωή τους. Από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, στις χέρσες εκτάσεις με το γκρίζο χώμα, καλλιεργούσαν λίγες ελιές, λίγες συκιές, μερικά αμπέλια και μικρά περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και λαχανικά.
Δεν κυνηγούσαν τον πλούτο. Κυνηγούσαν το απαραίτητο.
Το ψωμί.
Το καρβέλι της ημέρας.
Και αυτό ήταν δύσκολο πράγμα.
Όμως η γης ήτανε για κείνους πλάσμα ζωντανό. Κρύωνε, πυρωνόταν, θρασομανούσε να δεχτεί τον σπόρο, κοιλοπονούσε για να γεννήσει τον καρπό της. Οι βροχές έπεφταν μετρημένες, κι έτσι πολλές φορές το χώμα δεν άνοιγε αρκετά για να ποτιστεί βαθιά η γη. Τα αλέτρια όργωναν και ξαναόργωναν τα λιγοστά υγρά χωράφια, παλεύοντας για μια καλή σπορά, για μια καλύτερη σοδειά. Οι ξωμάχοι χωρικοί έτρεχαν κάθε τόσο να τη συντρέξουν. Τη μια μέρα ζευγάδες και σποριάδες, την άλλη θεριστές και μαζωχτές. Όλη τους η ζωή δεμένη με τον κύκλο της γης και τις προσταγές των εποχών.
Δύσκολα χρόνια.
Η γη ήταν λίγη και φτωχή στο μερτικό τους. Αδυνατούσε να τους θρέψει όπως θα ήθελαν και να τους χαρίσει εκείνη τη ζωή που ο καθένας πλάθει μέσα στα όνειρά του. Υπήρχαν όμως ακόμη κάποιοι προνομιούχοι νοικοκυραίοι που κατείχαν τις πιο εύφορες εκτάσεις, στις μικρές κοιλάδες με το κόκκινο χώμα. Εκεί καλλιεργούσαν όσπρια και σιτηρά, σε γη πιο γενναιόδωρη από την πετρώδη γη των φτωχότερων χωριανών. Ήταν ιδιοκτησίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά και παλιότερα ανήκαν σε τουρκικές φαμίλιες που κατοικούσαν στο χωριό στα χρόνια της οθωμανικής παρουσίας. Στενοί χωματόδρομοι και στριφογυριστά μονοπάτια, που θύμιζαν λαβύρινθο από μυρμηγκοφωλιές, συνέδεαν τους μικρούς οικισμούς μεταξύ τους και με την καλλιεργήσιμη γη. Οι απαραίτητες μεταφορές ανθρώπων και αγαθών γίνονταν με μουλάρια, άλογα και γαϊδούρια. Αυτά ήταν τα μέσα που κουβαλούσαν το βάρος της καθημερινότητας, μεταφέροντας σοδειές, προμήθειες και ανθρώπους μέσα από δύσβατα περάσματα. Η σταδιακή ανάπτυξη που σημειωνόταν με το πέρασμα των χρόνων στα βορειότερα τμήματα της λακωνικής πεδιάδας του Ευρώτα δεν είχε ακόμη φτάσει στις τοπικές κοινωνίες του Νότου. Οι μικροί και απομονωμένοι οικισμοί παρέμεναν δεμένοι με έναν παλιότερο τρόπο ζωής. Οι κάτοικοι συνήθιζαν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με τη μέθοδο της αγροτικής οικονομίας. Άλλος είχε λάδι, άλλος σιτάρι, άλλος κρασί ή ζώα, και με αυτόν τον τρόπο κατάφερναν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Και, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάπως βολευόταν η κατάσταση. Φτωχοί άνθρωποι οι περισσότεροι, είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό, όταν ερχόταν η ώρα να καλλιεργήσουν τη γη, συνήθως συνεταιρίζονταν. Αν κάποιος είχε ένα «καματερό» ζώο, ένα βόδι ή ένα μουλάρι, το έκανε ζευγάρι με κάποιου άλλου και μαζί όργωναν και έσπερναν τα χωράφια και των δύο. Στο θέρισμα, που χρειαζόταν πολλά χέρια, βοηθούσαν όλοι. Το ίδιο γινόταν και στο αλώνισμα. Μέσα σε όλες αυτές τις ελλείψεις, η ζωή τους παρέμενε ήσυχη και γεμάτη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι του χωριού ένιωθαν ζεστασιά στις σχέσεις τους και στις καθημερινές τους επαφές. Ήταν πάντα έτοιμοι να προσφέρουν πρόθυμα τη βοήθειά τους σε όποιον τη χρειαζόταν. Τα συναισθήματά τους ήταν πιο άμεσα, πιο δυνατά. Η φιλία είχε μεγαλύτερη αξία, γιατί στηριζόταν στην ανάγκη, στην εμπιστοσύνη και στη συντροφικότητα. Η καλοσύνη, η τιμιότητα και η χαρά υπήρχαν σε αφθονία μέσα στο χωριό. Κι ας ήταν τα σπίτια μικρά, έφταναν να χωρέσουν μέσα τους την αγάπη, τη συμπόνια, τη φιλοξενία και την ανθρωπιά. Όταν στο χωριό ερχόταν κάποια λύπη ή κάποια χαρά, δεν ανήκε ποτέ σε έναν μόνο άνθρωπο. Την ένιωθαν και τη μοιράζονταν όλοι οι κάτοικοι. Στις γιορτές και στα πανηγύρια, η αληθινή χαρά απλωνόταν σε κάθε γωνιά του χωριού.
Ανηφορίζοντας από τη δυτική πλευρά του λόφου, με τα πόδια, προς την κορφή του οικισμού, αφήνεις πίσω σου μια συστάδα σπιτιών ομοιόμορφα κτισμένων, το ένα δίπλα στο άλλο. Τα περισσότερα ήταν δίπατα, σκεπασμένα με στέγες από κατακόκκινα κεραμίδια.
Ήταν η γειτονιά με τις οικογένειες των Καραστατήρηδων.
Στην κορφή του λόφου συναντάς τη μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη, ανάμεσα στα πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας.
Κατηφορίζοντας προς τα ανατολικά, φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα. Εκεί μπροστά σου βρίσκεται το παλιό ελαιοτριβείο και, σε μικρή απόσταση, πέντε έξι σπίτια, ομοιόμορφα κι αυτά, κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι η γειτονιά των Αρώνηδων.
Οι νοσταλγικές αναδρομές έρχονται σαν μυροβόλο αεράκι. Τον δροσίζουν, τον αναζωογονούν και τον τυλίγουν απαλά, σαν αναρριχώμενος κισσός που αγκαλιάζει τον παλιό τοίχο της μνήμης.
Οι σκέψεις του γυρίζουν στα παλιά. Νιώθει βαθιά νοσταλγία και επιθυμεί να ξαναζήσει εκείνο το παραδοσιακό πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, που με τόση χάρη γινόταν στη μικρή πλατεία του οικισμού. Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά ερχόταν όταν γιόρταζε ο Άγιος. Προσκυνούσαν, προσεύχονταν, έπιναν, γλεντούσαν. Και οι νέοι, ανάμεσα στα τραγούδια και στους χορούς, έψαχναν τις μέλλουσες νύφες τους στου Αγίου το πανηγύρι. Ο Άγιος Παντελεήμονας ακόμη και σήμερα είναι ένα μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στο ψηλότερο σημείο ενός υψώματος. Προστάτης και φύλακας του οικισμού, αγναντεύει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και τα βουνά του τόπου, περιτριγυρισμένος από τη μοναδική πλατεία του οικισμού, πάνω στον λόφο. Τέτοιες μέρες ολόκληρο το χωριό σηκώνεται στο πόδι. Βουίζει από κίνηση και ζωή και οι καμπάνες του χτυπούν χαρούμενα, ξυπνώντας μέσα του τη νοσταλγία για το παλιό πανηγύρι. Πλήθος κόσμου μαζεύεται στη γιορτή του Αγίου. Τα τραπεζάκια και οι καρέκλες στήνονται από τα χαράματα στον περίβολο του ναού, όταν ακόμη ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται πάνω στην απλωσιά του λόφου. Η γη ανατριχιάζει κάθε τόσο από τις ανάλαφρες ριπές του ανέμου, τα δέντρα θροΐζουν και ο ουρανός παίρνει όλες τις αποχρώσεις του γαλάζιου και του ρόδινου.
Καθώς ο ήλιος ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα ώσπου χάνεται ολότελα. Και τότε όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: τα σχήματα, οι όγκοι, οι απλωσιές και τα ψηλώματα, τα σπίτια, τα δέντρα, οι πλαγιές. Τα νερά της μικρής λίμνης αστράφτουν, οι πέτρες και ο αέρας μοιάζουν να λαμπυρίζουν, και γύρω από τον περίβολο του ναού στριμώχνεται ένα πολύχρωμο, γραφικό πλήθος ανθρώπων, σαν μια παλιά ζωγραφιά που ζωντανεύει ξανά μπροστά στα μάτια του.
Του φαίνεται πως είναι ακόμη μικρό παιδί, μια μέρα του Ιούλη, και ολόκληρος ο κόσμος του μοιάζει ευτυχισμένος. Το ακορντεόν και τα βιολιά, με τους χαρούμενους ήχους τους, γεμίζουν τον προαύλιο χώρο της εκκλησιάς. Οι φωτιές από τις ψησταριές φωτίζουν με την κοκκινωπή τους λάμψη και προβάλλουν πάνω στον λευκό ασβέστη του τοίχου τις ευκίνητες φιγούρες των μουσικών, αλλά και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των γυναικών και των αγοριών που γελούν και διασκεδάζουν, χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς της Πελοποννήσου. Το πανηγύρι κρατά και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Συνεχίζεται ακόμη κι όταν τ’ αστέρια έχουν ανέβει ψηλά πάνω από την εκκλησιά, σαν να τα έχει συνεπάρει κι εκείνα ο ρυθμός του χορού, σαν να συμμετέχουν σιωπηλά στη χαρά των ανθρώπων.Σήμερα, κουρασμένος στρατοκόπος της ζωής, σταματά για λίγο στο διάβα του και θυμάται το τότε. Οι παιδικές του αναμνήσεις, σαν μαγευτικές νεράιδες, χορεύουν για λίγο μπροστά του στον δικό τους ρυθμό. Προσπαθεί να ξανανιώσει, να γίνει πάλι παιδί, έστω και μόνο με τη δύναμη της σκέψης. Τα πρώτα χρόνια στην ξενιτιά, η άνοιξη τον αναστάτωνε. Τα όνειρα της ζωής του άνθιζαν μέσα του, όπως οι μοβ περικοκλάδες ανάμεσα στις πέτρες του παλιού νεκροταφείου του χωριού του.
Ήταν μια αδυναμία που περνούσε με τις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού και τότε άφηνε τη φαντασία του να ταξιδεύει ολόγυρα, σε τόπους μακρινούς και αγαπημένους, εκεί όπου η μνήμη κρατούσε ακόμη ζωντανές τις εικόνες της πρώτης του πατρίδας.
Θυμάται τα πρώτα εκείνα χρόνια, τότε που ένιωθε απλώς παιδί, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τον κόσμο με τις απαιτήσεις και τα βάρη του. Τότε που, αμέριμνο και ξυπόλητο, ξέγνοιαστο και πεινασμένο, γυρνούσε στις γειτονιές, στους δρόμους και στα χωράφια, χωρίς φόβους και χωρίς να λογαριάζει κινδύνους.
Ήταν χρόνια τόσο πλούσια σε φτώχεια.
Ήξερε πως ήταν φτωχοί. Ήξερε πως οι άνθρωποι έπρεπε να δουλεύουν για να ζήσουν. Έβλεπε τους γονείς του να παλεύουν με τη χέρσα γη και καταλάβαινε πως, όταν μεγάλωνε, θα ερχόταν και η δική του σειρά να δουλέψει. Το γνώριζε όπως γνώριζε πως κάθε βράδυ ο ήλιος βασιλεύει και χάνεται πίσω από το Μεγάλο Ρέμα. Το γιατί όμως όλων αυτών δεν μπορούσε ακόμη να το συλλάβει. Στα παιδικά χρόνια όλα τα παίρνουμε όπως φαίνονται. Μαζεύουμε εικόνες, ήχους και χρώματα· ζωγραφιές της ζωής που μένουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας. Κι αυτό δεν σημαίνει πως δεν καταλαβαίναμε τον κόσμο. Τον νιώθαμε με έναν άλλον τρόπο. Όχι με τη λογική του μεγάλου ανθρώπου, αλλά με την καθαρή ματιά του παιδιού.
Εικόνες της εποχής, από τότε που μόλις είχε μάθει να περπατά καλά, και στιγμή δεν καθόταν. Έτρεχε μέσα στα πεζούλια και στις πλαγιές και ήταν ελεύθερος σαν τον άνεμο, χαρούμενος σαν την Άνοιξη και ανέμελος σαν το Καλοκαίρι. Ήταν η εποχή που πότιζε το μικρό τους μποστάνι χαμηλά στη ρεματιά, ανάμεσα στα νεροκάλαμα, εκείνο το στενό λουρί γης που τους έδινε τους καρπούς του. Έτρεχε ξέγνοιαστος, τσαλαβουτώντας μέσα στα νερά και στη μαγεία του βρεγμένου χορταριού και της λάσπης, με τα γυμνά του πόδια, το κοντοβράκι του και το μακρύ φτυάρι στα αδύνατα χέρια του. Άλλαζε τα κανάλια του ποτιστικού νερού ανάμεσα στα παρτέρια με τα λαχανικά και στις κολοκυθιές, φορτωμένες με πορτοκαλιά λουλούδια, μεγάλα σαν χάλκινες τρομπέτες. Κι ήταν ευτυχισμένος σαν το πουλί επάνω στο κλαδί του. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθόταν στον ίσκιο κάτω από τον μεγάλο πλάτανο. Στα κλαδιά του πετούσαν και κελαηδούσαν τα πουλιά, ενώ τα χελιδόνια βουτούσαν χαριτωμένα για να πιουν το δροσερό νερό της λιμνούλας. Τι ήταν τότε ο κόσμος γι’ αυτόν παρά ένα απέραντο περιβόλι; Ένα καταπράσινο και μοσχοβολημένο περιβόλι, όπου η φύση βρισκόταν στο αποκορύφωμα της λάμψης της, λουσμένη στις χρυσές ακτίνες του ήλιου.
Σαν στρέφει προς τα πίσω στο παρελθόν τα μάτια και τη σκέψη του, τον γυρίζουν στα περασμένα και του φέρνουν στον νου εικόνες. Όλα του φαντάζουν σαν ένα ανάγλυφο τοπίο μέσα στην ομίχλη· ό,τι ξεπροβάλλει από τη λησμονιά, ό,τι κατορθώνει να δραπετεύσει από τον χρόνο. Αράθυμος ο νους του περιδιαβαίνει το τοπίο και αφήνεται στον ρεμβασμό, στα «περασμένα κι αλησμόνητα» στιγμιότυπα της εφήμερης ύπαρξής του. Εικόνες παλιές, συννεφιασμένες· άλλες πικρές και άλλες φωτεινές, χαρούμενες, γεμάτες ευτυχία.
Η γαλήνια ομορφιά του τοπίου αναδύεται ξανά μπροστά του, μαζί με τη σιλουέτα του μικρού τους σπιτιού. Στεκόταν στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, στη νοτιοανατολική άκρη του μικρού οικισμού. Ένα μικρό ισόγειο πετρόχτιστο σπίτι με δύο κάμαρες, ασβεστωμένους τοίχους, χρωματιστά πορτοπαράθυρα και κόκκινη κεραμοσκεπή. Ένα ταπεινό σπιτικό, που δε διέθετε τίποτε από την πολυτέλεια του κόσμου, είχε όμως μέσα του όλη τη ζεστασιά της οικογένειας.
Και καθώς η μνήμη το ξαναφέρνει μπροστά του, το σπίτι αυτό, δεμένο αρμονικά με την ομορφιά της φύσης γύρω του, μεταμορφώνεται σε ένα τοπίο μοναδικό· έναν μικρό κόσμο που έκλεινε μέσα του τα πρώτα του βήματα, τις χαρές, τις στερήσεις και την αθωότητα μιας ολόκληρης εποχής.
Εμπρός νότιο-ανατολικά, στο τέλος της αυλής ήταν ένα χαντάκι. Ανάβαθο. Το χαντάκι γεμάτο γκρίζες πέτρες και βράχους. Μερικές γκορτσιές εδώ και εκεί, φραγκοσυκιές στις άνυδρες όχθες του και μερικές συστάδες από σκίνα. Η μια συστάδα σε απόσταση από την άλλη. Με τον ερχομό της άνοιξης θρασομανούν τ’ αγριάγκαθα και το χαντάκι γεμίζει γαλάζιους ίσκιους. Θάμνοι γυμνοί, αγκαθωτοί και ξερά χόρτα που δυναστεύουν το τοπίο. Και για την ανάγκη τους χρησίμευε και για το σκουπίδι. Το σπίτι ταπεινό χαμηλό, με την μεγάλη αυλή του να κοιτά στο νοτιά χωρίς μαντρότοιχο εμπρός του, και με το λίθο-χτισμένο φούρνο στο τέλος της αυλής, δίπλα στη μεγάλη γέρικη αμυγδαλιά που όταν άνθιζε την άνοιξη η αμυγδαλιά ξαναγέμιζε πουλιά. Στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του σπιτιού ήταν ένα καλύβι χτισμένο με ξερολιθιά, για αποθήκη χρησίμευε όπου έβαζε η φαμίλια τα φτωχικά εισοδήματα τους, καρπούς, το σιτάρι, το λάδι και το κρασί που έβγαζε η άνυδρη γη τους, «τα λιγοστά χτήματα τους», οι κόποι κι ο ιδρώτας των γονιών του. Πίσω από την αποθήκη, ήταν κι ένα άλλο μεγαλύτερο καλύβι που έβαζαν τα ζωντανά τους, μερικές κότες και γαλοπούλες, δυο κατσίκες, μια γαϊδουρίτσα, το εργαλείο τους στις αγροτικές εργασίες και μεταφορικό μέσο εκείνα τα χρόνια. Αργότερα απέκτησαν κι ένα εξαίσια όμορφο κατάμαυρο άτι μ’ ένα λευκό αστέρι κόσμημα στο μέτωπο. Δυτικότερα στις αποθήκες, στο βάθος ήταν ένα ευρύχωρο και άνυδρο κτηματάκι, μια πεζούλα, περιφραγμένη με ξερολιθιά και φραγκοσυκιές όπου φύτρωναν αγκινάρες και εκεί στον υπαίθριο χώρο οι κότες και τα κοκόρια βοσκούσαν ελεύθερα.
Νοτιοανατολικά, σύνορο με την αυλή του σπιτιού είναι ο χωματόδρομος, στη συνέχεια μια αρκετά δύσκολη κατηφορική διαδρομή, ένα φιδοειδές μονοπάτι, και μετά από  τριακόσια μέτρα περίπου σταματά σ' ένα μικρο διάσελο όπου μια μικρή πηγή ανάβλυζε όλο το χρόνο λιγοστό γάργαρο νερό, διαυγές και κελαρυστό, όμοιο με διάφανο χρυσάφι, μέσα από τα βράχια που σχημάτιζαν έναν κατακόρυφο γκρεμό σαν φυσικό πέτρινο τείχος. Η πηγή αυτή ήταν το μέρος από όπου προμηθεύονταν νερό οι κάτοικοι του οικισμού δυτικά του Αγίου Παντελεήμονα. Σε περιοχές όπου το νερό ήταν δυσεύρετο, ήταν πηγή ζωής για τους ανθρώπους. Το περισσευούμενο είχαν φτιάξει μια ευρύχωρη στεγανοποιημένη τσιμεντένια στέρνα, δίπλα σε μια μεγάλη κλαίουσα ιτιά, και ήταν πολύ σημαντική για τις μικρές υπαίθριες καλλιέργειες κηπευτικών των κατοίκων στην περιοχή του της δυτικής πλευράς του οικισμού. Το έδαφος της περιοχής δεν μπορούσε να συγκρατήσει νερό, απαραίτητο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Έτσι, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει αυλάκια με νερό που έφταναν με κατάλληλο σχεδιασμό και με κανάλια πότιζαν τα περιβόλια και τους μπαξέδες στις μικρές πεζούλες τις κατάλληλα διαμορφωμένες για τις καλλιέργειες που απλώνονταν ως την άλλη μεριά της ρεματιάς. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζαν το απαιτούμενο πότισμα τόσο στους λαχανόκηπους και τα διάφορα μικρά μποστάνια, όσο και για το πότισμα των οικόσιτων ζώων.
Χάνεται σε σκέψεις και αναμνήσεις! Περασμένη ώρα και του φαίνεται ότι κρατάει έναν πέτρινο τοίχο που καταρρέει και δεν ξέρει αν προτιμότερο θα ήταν όλα να είχαν σκεπαστεί απ' την ομίχλη και όλα να είχαν βυθιστεί μέσα στη λήθη.
( Ω χώματα της γης μου!
Χώμα «Μπουμπουτσελιάνικο»**
πρωτόχωμα
τιτάνια ζύμη του κορμιού μου
του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!)  Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος Γ΄ 
**Λευκαδίτικο)

Click to Open
Ο Πρωτότοκος υιός. Ο Αλκιβιάδης
.....
 
Web Informer Button