ADS

click to open

Πέμπτη 22 Μαΐου 2025

Alexandra

... Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part: 1)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
Οι δυο γυναίκες είχαν επενδύσει χρόνο και φροντίδα στη φιλία τους. Η τακτική τους συντροφιά είχε γίνει ένα μικρό, πολύτιμο καταφύγιο μέσα στην καθημερινότητα και, όπως έλεγαν μεταξύ σοβαρού και αστείου, έκανε καλό και στην υγεία τους.
«Κοριτσάκι μου…»
«Κοριτσάκι μου και κουκλίτσα μου!»
Έτσι μιλούσαν η μία στην άλλη. Με υποκοριστικά, γλυκόλογα και εκείνη την τρυφερή οικειότητα που μόνο οι πραγματικά στενές φίλες μπορούν να έχουν χωρίς να ακούγεται υπερβολική. Καμάρωναν η μία για την άλλη, νοιάζονταν, μοιράζονταν τις πίκρες τους και γιόρταζαν μαζί τις χαρές τους. Όταν κάποια πονούσε, μπορούσαν να ξημερωθούν στο τηλέφωνο. Όταν η μία είχε ανάγκη την άλλη, η απόσταση γινόταν λεπτομέρεια· θα έκαναν τα πάντα για να βρεθούν δίπλα της. Πήγαιναν αγκαζέ στα μαγαζιά, έπιναν καφέδες τον έναν μετά τον άλλον, έλεγαν τα δικά τους, συνόδευαν η μία την άλλη στον γιατρό όταν υπήρχε κάποια ανησυχία, αντάλλασσαν μυστικά και μικρές εξομολογήσεις.
Κάποιες φορές, βέβαια, τσακώνονταν. Και τότε ακολουθούσε η γνωστή διαδικασία: λίγη σιωπή, λίγα μούτρα, ένα τηλεφώνημα, μια αγκαλιά, ένα φιλί και…«Άντε, καλά! Ξέχασε το.»
«Το ξέχασα ήδη.»
«Ούτε γάτα ούτε ζημιά!»
Και ύστερα, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, ξανάρχιζαν τα κουτσομπολιά. Γιατί, ως γνωστόν, τα κουτσομπολιά έχουν μια αξιοθαύμαστη ικανότητα να μεταδίδονται μεταξύ φίλων σχεδόν σαν τα συμπτώματα της γρίπης. Η Ελπινίκη, μάλιστα, διέθετε ένα ιδιαίτερο χάρισμα, μια αστείρευτη, σχεδόν σκανδαλοθηρική περιέργεια για τις ανθρώπινες ιστορίες. Δεν ήταν κακοπροαίρετη, απλώς αγαπούσε τις λεπτομέρειες, τις αντιφάσεις, τα μυστικά και κυρίως εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι προσπαθούν να κρύψουν πίσω από κλειστές πόρτες και ευγενικά χαμόγελα. Έτσι, αφού πρώτα άφησε την κουβέντα να κυλήσει χαλαρά, τη γλύκανε με λίγη τρυφερότητα και μια στάλα πονηριάς, κατάφερε να την οδηγήσει εκεί ακριβώς όπου ήθελε.
Στο καυτό θέμα του αποτυχημένου γάμου της Αλεξάνδρας, της γειτόνισσας της Εριφύλης.
Η Ελπινίκη έκανε πως ενδιαφερόταν δήθεν αδιάφορα. «Παρεμπιπτόντως, κοριτσάκι μου…»
Η Εριφύλη την κοίταξε από το πλάι. Ήξερε αυτό το «παρεμπιπτόντως». Ήταν το προοίμιο κάθε κουβέντας που η Ελπινίκη έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει.
«Τι θέλεις να μάθεις;» τη ρώτησε, χαμογελώντας.
Η Ελπινίκη έκανε την ανήξερη. «Εγώ; Τίποτα. Απλώς… για την Αλεξάνδρα λέγαμε τις προάλλες, δεν θυμάσαι;»
«Θυμάμαι.»
«Και τελικά… τι έγινε με εκείνον τον γάμο;»
Η Εριφύλη αναστέναξε.
«Α, μάλιστα. Εκεί το πήγαινες τόση ώρα.»
«Ε, φιλενάδα μου! Εσύ ξέρεις την ιστορία από πρώτο χέρι. Εγώ τι να κάνω; Να κάθομαι να φαντάζομαι;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εσύ, Ελπινίκη μου, αν δεν ξέρεις κάτι, είσαι ικανή να το συμπληρώσεις μόνη σου.»
«Ε, λοιπόν; Θα μου πεις;»
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι.
«Θα σου πω. Αλλά να ξέρεις… η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.»
Η Ελπινίκη τακτοποιήθηκε στη θέση της, έτοιμη να ακούσει. «Αυτό ακριβώς μου αρέσει. Όταν μια ιστορία αρχίζει με το δεν είναι τόσο απλή…»
Η Εριφύλη γέλασε. «Είσαι αδιόρθωτη.»
«Και εσύ με αγαπάς έτσι.»
«Ακριβώς έτσι.»
Και η κουβέντα, όπως ήταν φυσικό, πήρε τον δρόμο της προς την ιστορία της Αλεξάνδρας.
Η Αλεξάνδρα βρισκόταν τότε στην πιο ζωντανή περίοδο της νιότης της. Μόλις είκοσι δύο ετών, με όλη τη ζωή μπροστά της, βρέθηκε ξαφνικά μέσα σε έναν γάμο που αντί να εξελιχθεί σε μια ευτυχισμένη ένωση, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο και, τελικά, σε οριστική ακύρωση. Η Αλεξάνδρα και η Εριφύλη ήταν συνομήλικες και γειτόνισσες. Η φιλία τους είχε αρχίσει από τα χρόνια της νιότης και είχε μείνει δυνατή μέσα στον χρόνο. Και οι δύο, μάλιστα, χαμογελούσαν με εκείνη την παλιά λαϊκή δοξασία που έλεγε πως οι γυναίκες, τάχα, χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: εκείνες που γεννήθηκαν γριές και εκείνες που, επειδή αγαπούν τη ζωή και τον έρωτα, μένουν πάντα νέες. Η Αλεξάνδρα ανήκε, χωρίς αμφιβολία, στη δεύτερη κατηγορία. Ήταν μια γυναίκα τρυφερή, αγαπησιάρα, γεμάτη ζωντάνια , και η περιπέτεια του γάμου της είχε αφήσει μέσα της ένα τραύμα που δεν φαινόταν εύκολα πίσω από το χαμόγελό της.
Ο γάμος είχε γίνει με προξενιό. Κάποιοι στενοί συγγενείς της, που ζούσαν στη μακρινή Αυστραλία, της είχαν γνωρίσει έναν άνδρα τον οποίο θεωρούσαν κατάλληλο για εκείνη. Η Αλεξάνδρα, νέα και άπειρη, εμπιστεύτηκε την κρίση τους. Η πρώτη νύχτα του γάμου, όμως, αποδείχθηκε μια σκληρή αποκάλυψη.
Ο άνδρας που της είχαν προξενέψει αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες στη σεξουαλική του ζωή, τόσο σοβαρές ώστε το ζευγάρι να μην μπορέσει να αποκτήσει ποτέ την οικειότητα που εκείνη περίμενε από έναν γάμο. Οι «κακές γλώσσες» της οικογένειας, φυσικά, δεν άργησαν να δώσουν τις δικές τους εξηγήσεις και να μετατρέψουν ένα βαθιά προσωπικό ζήτημα σε αντικείμενο σχολίων και ψιθύρων.
Για την Αλεξάνδρα, όμως, το θέμα δεν ήταν τα κουτσομπολιά. Ήταν η διάψευση μιας ολόκληρης προσδοκίας. Ο γάμος της έμεινε ουσιαστικά χωρίς την ουσιαστική συζυγική ζωή που περίμενε. Το «εις σάρκα μίαν» έμεινε γι’ αυτούς περισσότερο μια φράση παρά μια βιωμένη πραγματικότητα. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο η σιωπή και η αμηχανία ανάμεσα τους μεγάλωναν. Έτσι, η κοινή τους ζωή κατέληξε να μοιάζει περισσότερο με μια επιβεβλημένη συμβίωση παρά με γάμο. Τελικά, ύστερα από συζήτηση και με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, η ένωση λύθηκε και ο γάμος ακυρώθηκε ως μη γενόμενος.
«Καταλαβαίνεις το τραυματικό σοκ της κοπέλας», είπε η Εριφύλη στην Ελπινίκη. «Και φυσικά, αντίστοιχο ήταν και το σούσουρο στη γειτονιά. Γιατί, ως γνωστόν, μια γειτονιά μπορεί να ξέρει για τη ζωή σου πράγματα που ούτε εσύ δεν έχεις προλάβει να μάθεις.»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε. «Αυτό το τελευταίο, το πιστεύω απόλυτα.»
«Για να πνίξει, όμως, τον πόνο της η Αλεξάνδρα, δεν χρειάστηκε ούτε τάματα ούτε προσευχές ούτε παρακλήσεις. Βρήκε πολύ σύντομα έναν άνθρωπο που της ξύπνησε ξανά τη διάθεση για ζωή.»
Η Ελπινίκη ανασήκωσε αμέσως τα φρύδια. «Α, εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον!»
Η Εριφύλη γέλασε. «Τον Μιλτιάδη.»
«Ποιον Μιλτιάδη;»
«Τον Μιλτιάδη της γειτονιάς μας, ένα νεαρός άνδρας τότε, μικρο-παντρεμένος..»
Η Ελπινίκη έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή. Ύστερα έγειρε προς το μέρος της.
«Περίμενε… παντρεμένος;»
«Ακριβώς.»
Το βλέμμα της Ελπινίκης άλλαξε αμέσως. Η περιέργεια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρυβόταν πίσω από μια δήθεν αδιάφορη έκφραση, έγινε ολοφάνερη.
«Και;»
«Και τι;»
«Μη μου κάνεις την ανήξερη. Τι έγινε με τον Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη χαμογέλασε.Ήξερε πολύ καλά πως είχε πατήσει το κουμπί της αδυναμίας της φίλης της.
Η Ελπινίκη, όταν άκουγε μια πιπεράτη ιστορία της γειτονιάς, αποκτούσε μια σχεδόν ακατανίκητη ανάγκη να μάθει όλες τις λεπτομέρειες. Όχι από κακεντρέχεια· περισσότερο από εκείνη την ανθρώπινη περιέργεια που θέλει να καταλάβει πώς οι ζωές των άλλων μπορούν, μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, να πάρουν δρόμους που κανείς δεν είχε προβλέψει.
«Λοιπόν;» επέμεινε. «Τώρα θα μου τα πεις όλα.»
«Όλα;»
«Όλα όσα ξέρεις.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Εντάξει. Αλλά να ξέρεις πως η ιστορία της Αλεξάνδρας δεν τελειώνει εκεί όπου νομίζεις.»
Η Ελπινίκη ανακάθισε στη θέση της. «Τότε, κοριτσάκι μου, συνέχισε. Γιατί τώρα μου κέντρισες για τα καλά την περιέργεια.»
Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που εκδόθηκε το διαζύγιο, όταν η Αλεξάνδρα αποφάσισε να ασχοληθεί με το σπίτι που της είχαν παραχωρήσει οι γονείς της. Ήταν μια μικρή, κομψή μονοκατοικία με μεγάλο κήπο, ακριβώς δίπλα στο πατρικό της. Το εσωτερικό ήταν κατοικήσιμο, όμως εξωτερικά το σπίτι είχε μείνει ημιτελές. Τα μπαλκόνια περίμεναν ακόμη την τελική τους επένδυση και, όσο περνούσε ο καιρός, η εικόνα του σπιτιού της θύμιζε περισσότερο εργοτάξιο παρά όμορφη κατοικία.
Η Αλεξάνδρα αποφάσισε λοιπόν να τελειώσει τις εργασίες. Και ποιον να προτιμήσει από τον κοντινό της γείτονα, τον Μιλτιάδη; Ο Μιλτιάδης ήταν οικοδόμος-τεχνίτης και αναλάμβανε εργασίες επένδυσης εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών με μάρμαρα και πλακίδια.
«Μαρμαράδες δεν τους λένε, Ελπινίκη μου;» ρώτησε η Εριφύλη, χαμογελώντας.
«Έτσι τους λένε. Συνέχισε.»
Η συμφωνία ήταν απλή. Ο Μιλτιάδης θα αναλάμβανε την αποπεράτωση των εξωτερικών μπαλκονιών και, σύμφωνα με τον υπολογισμό του, η δουλειά θα απαιτούσε περίπου μία εβδομάδα.
Η Αλεξάνδρα συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνο που, από την αρχή, τα πράγματα δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχε υπολογίσει. Τη δεύτερη ημέρα των εργασιών είχε περάσει η ώρα και ο Μιλτιάδης δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Η Αλεξάνδρα κοίταξε το ρολόι της.Ύστερα κοίταξε τα μισοτελειωμένα μπαλκόνια. Και μετά ξανακοίταξε το ρολόι. Η υπομονή της άρχισε να εξαντλείται. «Μα είναι δυνατόν;» μονολόγησε. Τα μπαλκόνια έμοιαζαν ακόμη σαν γιαπί. Υλικά, εργαλεία και μισοτελειωμένες επιφάνειες τής θύμιζαν διαρκώς πως η δουλειά είχε αρχίσει, αλλά κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς θα τελείωνε.
Είχε ακούσει, άλλωστε, αρκετές ιστορίες για τεχνίτες οικοδομών που, σύμφωνα με τα παράπονα των ιδιοκτητών, είχαν τη δική τους αντίληψη για το τι σήμαινε «θα έρθω αύριο» ή «σε μία εβδομάδα θα έχει τελειώσει».Η Αλεξάνδρα δεν ήθελε να γίνει μία ακόμη ιδιοκτήτρια που θα περίμενε μάταια.
Και καθώς περνούσε η ώρα, ο εκνευρισμός της μεγάλωνε. «Μου είπε ότι θα ερχόταν πρωί-πρωί! Τώρα πού είναι;» Πήρε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό του Μιλτιάδη. Χτύπησε αρκετές φορές. Καμία απάντηση. Η Αλεξάνδρα άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και σταύρωσε τα χέρια.
«Ωραία… Μάλιστα.»
Δεν ήξερε ακόμη ότι η καθυστέρηση του Μιλτιάδη, όσο εκνευριστική κι αν της φαινόταν εκείνη τη στιγμή, θα γινόταν η αφορμή για μια γνωριμία που θα άλλαζε εντελώς την πορεία των επόμενων ημερών. Και η Ελπινίκη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε αμίλητη, κατάλαβε πως η ιστορία μόλις άρχιζε να αποκτά ενδιαφέρον.Ο Μιλτιάδης έφτασε τελικά στο σπίτι της Αλεξάνδρας, αρκετά καθυστερημένος. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε. Χρειάστηκε να περάσουν μερικές στιγμές ώσπου να ανοίξει η πόρτα. Η Αλεξάνδρα εμφανίστηκε μπροστά του φορώντας μια ανάλαφρη ρόμπα μπάνιου, χαλαρά δεμένη, με την εμφάνισή της να αποκαλύπτει περισσότερο απ’ όσο ίσως σκόπευε. Ήταν ελαφρώς ιδρωμένη από τις δουλειές του σπιτιού, όμως, ακόμη κι έτσι, παρέμενε κοκέτα και περιποιημένη. Είχε αλλάξει και το χτένισμά της, δίνοντάς του μια πιο σύγχρονη, παιχνιδιάρικη γραμμή, ενώ το βλέμμα της είχε εκείνη τη μικρή, αδιόρατη πονηριά που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο γοητευτική.
Ο Μιλτιάδης αιφνιδιάστηκε. Το βλέμμα του στάθηκε για μια στιγμή στο πρόσωπό της και ύστερα, σχεδόν παρά τη θέλησή του, κατέβηκε στο εντυπωσιακό ντεκολτέ που άφηνε η ρόμπα. Του φάνηκε σαν ένα ξαφνικό ηλιοβασίλεμα μέσα σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη μέρα. Ήταν εκείνο το είδος θέας που σε κάνει να σταματάς για μια στιγμή, όπως όταν αντικρίζεις απρόσμενα ένα τοπίο που σε καθηλώνει. Ο Μιλτιάδης προσπάθησε αμέσως να επαναφέρει το βλέμμα του.
«Αλεξάνδρα, συγγνώμη για την καθυστέρηση. Δεν υπολόγιζα ότι θα αργούσα τόσο. Έπρεπε εκτάκτως να πάω εγώ τον μικρό στο νηπιαγωγείο και, όπως καταλαβαίνεις, με κράτησαν εκεί περισσότερο απ’ όσο περίμενα.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει αμέσως. «Σε κράτησαν;»
«Ναι. Με φώναξαν στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων για κάτι ενημερώσεις που αφορούσαν τον μικρό μας…» είπε, χαμογελώντας αμήχανα. «Έχει μια τάση να μας κάνει γνωστούς στο νηπιαγωγείο.»
Η Αλεξάνδρα προσπάθησε να συγκρατήσει το χαμόγελό της. «Άτακτος ο μικρός, λοιπόν;»
«Ε, λίγο ζωηρός. Πολύ ζωηρός, για την ακρίβεια.»
«Κατάλαβα.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε περισσότερο την πόρτα.
«Έλα μέσα. Αλλά να ξέρεις, Μιλτιάδη, η δουλειά δεν περιμένει. Έχουμε ήδη καθυστερήσει.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο.»
Πέρασε το κατώφλι.
Κι ενώ εκείνος προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε αναλάβει, η Αλεξάνδρα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο την είχε κοιτάξει.
Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. Η μέρα μόλις άρχιζε.
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και έκανε μια καθησυχαστική κίνηση με το χέρι. «Σε καταλαβαίνω, Μιλτιάδη. Σε συμμερίζομαι. Δεν χρειάζεται να δικαιολογείσαι.»
Ύστερα χαμογέλασε λίγο αμήχανα. «Κι εγώ, όμως, πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη που σε άφησα να περιμένεις τόση ώρα στην εξώπορτα. Συγύριζα το σπίτι, είχα βάλει την ηλεκτρική σκούπα και δεν άκουσα το κουδούνι με την πρώτη.»
«Μην ανησυχείς. Συμβαίνουν αυτά.»
Ο Μιλτιάδης άρχισε να βγάζει τα εργαλεία του και να τακτοποιεί τα υλικά του. Η Αλεξάνδρα, ακόμη με τη ρόμπα του μπάνιου, πήγε στην κουζίνα και του έφερε έναν καφέ.
Εκείνος την παρακολουθούσε διακριτικά. Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε   τη νεανική της φρεσκάδα της Αλεξάνδρας. Το πρόσωπό της, το δέρμα της, η κομψότητά της όλα πάνω της έδιναν την αίσθηση μιας γυναίκας που, παρά όσα είχε περάσει με τον αποτυχημένο γάμο της , παρέμενε γεμάτη ζωντάνια.
Η Αλεξάνδρα ακούμπησε τον καφέ δίπλα στα εργαλεία του. Καθώς έσκυψε, η χαλαρά δεμένη ζώνη της ρόμπας λύθηκε λίγο περισσότερο. Το άνοιγμα έγινε μεγαλύτερο και για μια στιγμή η Αλεξάνδρα βρέθηκε εκτεθειμένη περισσότερο απ’ όσο είχε υπολογίσει.
Ο Μιλτιάδης πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ήξερε πού να κοιτάξει. Η ξαφνική εικόνα τον είχε αιφνιδιάσει και η μέχρι τότε επαγγελματική του ψυχραιμία πήγε περίπατο. Η Αλεξάνδρα αντιλήφθηκε αμέσως τι είχε συμβεί. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Κανείς δεν μίλησε. Κι εκείνη η μικρή σιωπή είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
Ο Μιλτιάδης, παρασυρμένος από την έλξη της στιγμής, ψιθύρισε. «Άστη τη ρόμπα, ρε Αλεξάνδρα… Άστη λίγο. Να θαυμάσω τη γυναίκα που έχω μπροστά μου.»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε στα μάτια. «Δηλαδή… σου αρέσω σαν γυναίκα;»
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Δεν βιάστηκε να κλείσει τη ρόμπα της, ούτε να απομακρυνθεί. Έκλεισε μόνο τα μάτια, σαν να άφηνε τον εαυτό της να ακούσει πρώτα αυτό που της έλεγε η εσωτερική της φωνή. 
Ο Μιλτιάδης έχασε για λίγο τα λόγια του. «Τι είναι αυτά που λες, ρε κούκλα μου; Αν μου αρέσεις;» είπε τελικά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του. «Πώς να μη με τρελαίνεις με τέτοια παρουσία; Από την πρώτη στιγμή που σου άνοιξα την πόρτα, προσπαθώ να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά με τραβάς σαν μαγνήτης. Και ξέρεις κάτι; Είναι επικίνδυνο να βρίσκομαι τόσο κοντά σου.»
Η Αλεξάνδρα άνοιξε τα μάτια της. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Δεν υπήρχε πια μόνο αμηχανία. Υπήρχε και μια δόση περιέργειας, ίσως ακόμη και πρόκλησης.
Ο Μιλτιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα ήθελες…» σταμάτησε για μια στιγμή, σαν να αναζητούσε τις σωστές λέξεις, «…να γίνω ο άντρας σου για λίγο σήμερα;»
Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε μόνο. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ο Μιλτιάδης κατάλαβε πως η ερώτησή του είχε αλλάξει οριστικά τη σχέση ανάμεσά τους.
Η Αλεξάνδρα, από την άλλη, ένιωσε κάτι που είχε καιρό να αισθανθεί: όχι απλώς ότι κάποιος την επιθυμούσε, αλλά ότι κάποιος την έβλεπε ξανά ως ποθητή γυναίκα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Η απόσταση ανάμεσά τους είχε πια χαθεί και οι δυο τους είχαν αφεθεί στη δύναμη της στιγμής. Το βλέμμα της Αλεξάνδρας στάθηκε για λίγο πάνω στον Μιλτιάδη, με μια περιέργεια που δεν προσπάθησε να κρύψει. Ύστερα ένα χαμόγελο, μισό αμήχανο και μισό γεμάτο ικανοποίηση, φώτισε το πρόσωπό της.
«Αα… απ’ ό,τι βλέπω, έχεις πλούσια τα ελέη του Θεού!» είπε πειραχτικά, βρίσκοντας έναν τρόπο να εκφράσει τον θαυμασμό της χωρίς να χάσει το χιούμορ της. Ο Μιλτιάδης γέλασε χαμηλόφωνα. Η αυτοπεποίθησή του είχε ήδη επιστρέψει.
«Θέλεις να πάμε μέσα, στο κρεβάτι;» τη ρώτησε απλά.
Η Αλεξάνδρα, αναψοκοκκινισμένη, έγνεψε καταφατικά. Ύστερα από όσα είχε ζήσει στον αποτυχημένο γάμο της, ένιωθε σαν να ξυπνούσε μέσα της μια πλευρά που για καιρό είχε μείνει σιωπηλή. Δεν σκεφτόταν πια εξηγήσεις, συνέπειες ή το αύριο. Εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο η ανάγκη να νιώσει ξανά γυναίκα, να αφεθεί στη ζεστασιά μιας αμοιβαίας έλξης. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη του Μιλτιάδη καθώς την πλησίασε και την αγκάλιασε. Εκείνη ανταποκρίθηκε χωρίς δισταγμό. Βρέθηκαν στο κρεβάτι, κοντά ο ένας στον άλλον, αφήνοντας τη σιωπή και την ένταση της στιγμής να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Ο Μιλτιάδης την κοίταξε για λίγο σαν να προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς είχε βρεθεί εκεί. Η γυναίκα που μέχρι τότε ήταν απλώς η όμορφη γειτόνισσα είχε γίνει ξαφνικά μια απρόσμενη πραγματικότητα μέσα στη ζωή του. Και μέσα του πέρασε μια σκέψη σχεδόν ειρωνική. η μοναξιά της, η απογοήτευση από τον γάμο της και η ανάγκη της να ξαναβρεί τον εαυτό της ήταν εκείνα που τον είχαν οδηγήσει, χωρίς να το καταλάβει, ακριβώς στο κρεβάτι της.
Κανείς από τους δυο δεν μιλούσε. Για λίγο, όμως, δεν χρειαζόταν. Ενώ συνέχιζαν να φιλιούνται ο Μιλτιάδης δεν άφηνε στιγμή τα χείλη της και τη γλώσσα της. Η Αλεξάνδρα ένιωθε υπέροχα μέσα στην αγκαλιά του. Της πιάνει τα πόδια και τα περνάει πάνω από τη μέση του ενώ της χώνει το πουτσοκέφαλο μέσα στο μουνί της. Τα μουνόχειλα ήταν στενά και στην αρχή ο πούτσος του έμπαινε με δυσκολία, μάλλον είχε καιρό να γαμηθεί.
«Αχχχχ,» αναφώνησε ηδονικά η Αλεξάνδρα.
«Μωρό μου!  Βλέπω σου αρέσει πολύ γι' αυτό απόλαυσε τη συνέχεια.» της λέει με νόημα ο Μιλτιάδης.
Της πιάνει τη μέση και τη γαμάει αργά και αισθησιακά. Νιώθει με λεπτομέρεια κάθε του κίνηση μέσα της.
«Σου αρέσει, μωρό μου όπως σε γαμάω;»
«Αχχ! Ναι συνέχισε. Μη σταματάς»
Με τα χέρια της του χούφτωνε τον κώλο και που και του έπαιζε με τα αρχίδια του ενώ ούρλιαζε από ηδονή. Φαινόταν πεινασμένη η Αλεξάνδρα για έναν αληθινό γαμιά. Και ο Μιλτιάδης ήταν ο τυχερός!
Την γαμούσε ιεραποστολικά για δέκα λεπτά και μετά σηκώθηκε πάνω!
«Που πας;»
«Θέλω τώρα εγώ να είμαι από κάτω σου!» της λέει.
Η Αλεξάνδρα δίχως να φέρει αντίρρηση σηκώθηκε ανεμίζοντας λίγο τα μαλλιά της, τον καβάλησε!
Αυτή τη φορά δεν μιλούσαν ακουγόταν μόνο το κλαπ-κλαπ-κλαπ από τον πούτσο και τα αρχίδια του που κοπάναγαν το μουνί της ενώ η Αλεξάνδρα μούγκριζε από ηδονή. Μετά από άλλα δέκα λεπτά ένιωσε πια ότι ήταν έτοιμος να χύσει! Τον έβγαλε έξω και τον έπαιξε για λίγο!
«Χύνω!» φώναξε και σχεδόν αμέσως εκσπερμάτωσε πάνω τους. 
«Κανείς ποτέ δεν με γάμησε τόσο τέλεια!» του είπε λαχανιασμένα
Κάθισαν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι, κολλητά ο ένας στον άλλον, κάνοντας τα αστεία τους και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Η αμηχανία της πρώτης στιγμής είχε πια χαθεί και στη θέση της είχε μείνει μια παράξενη οικειότητα.
Για την Αλεξάνδρα, η εμπειρία αυτή ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από όσα είχε γνωρίσει μέχρι τότε. Ήταν σαν να αποκτούσε, ύστερα από χρόνια απογοήτευσης, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το τι μπορούσε να σημαίνει η ερωτική συντροφικότητα. Δεν ήταν πια οι αδέξιες αναμνήσεις των εφηβικών χρόνων ούτε η ψυχρότητα ενός γάμου που είχε τελειώσει πριν καλά-καλά αρχίσει. Ήταν η αίσθηση ότι μπορούσε ακόμη να νιώσει επιθυμητή, ζωντανή και ελεύθερη.
Όταν, ύστερα από αρκετή ώρα, αποφάσισαν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, ο Μιλτιάδης σηκώθηκε, φόρεσε τα ρούχα του και πήρε τα εργαλεία του. Το μπαλκόνι τον περίμενε και η δουλειά, όσο κι αν είχε αλλάξει η ατμόσφαιρα της ημέρας, παρέμενε δουλειά. Πέρασαν έτσι μερικές ακόμη ώρες. Κάποια στιγμή το ρολόι έδειξε έξι το απόγευμα και ο Μιλτιάδης άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Στην πόρτα στάθηκε για λίγο και την κοίταξε με εκείνο το γνώριμο, πονηρό χαμόγελο.
«Να υποθέσω ότι σου άρεσε η… επαφή μας;»
Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε προσποιούμενη την αγανακτισμένη. «Με κοροϊδεύεις τώρα;»
Γέλασαν και οι δυο. Πριν φύγει, συμφώνησαν να ξανασυναντηθούν, όταν θα μπορούσαν να βολέψουν και οι δύο τον χρόνο τους. Η Αλεξάνδρα, όμως, δεν τον άφησε να φύγει χωρίς την απαραίτητη υπενθύμιση. «Και σε κανέναν τίποτα, έτσι;»
Ο Μιλτιάδης της έκλεισε το μάτι. «Συμφωνία.» Και έφυγε.
Καθώς κατηφόριζε τον δρόμο, σκέφτηκε με μια εσωτερική ικανοποίηση. Η δουλειά μου εδώ τελείωσε… για σήμερα.
Η Αλεξάνδρα έμεινε στην πόρτα και τον παρακολούθησε μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Ύστερα δάγκωσε παιχνιδιάρικα τα χείλη της και μουρμούρισε μόνη της: «Πω, πω… Αλεξάνδρα, τι ήταν κι αυτό; Μας άρεσε, ε; Κι ας μην είναι δα και κανένας… Απολλώνιος!» Χαμογέλασε στον εαυτό της.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά, ύστερα από πολύ καιρό, που δεν την απασχολούσε αν ο άντρας απέναντι της ήταν εντυπωσιακός στα μάτια των άλλων.
Της αρκούσε που, στα δικά της, είχε αφήσει κάτι που της έλειπε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί: την αίσθηση ότι ήταν ξανά ζωντανή.
«Ενδιαφέρουσα ιστορία μού ακούγεται!» είπε η Ελπινίκη, με εκείνο το βλέμμα που φανέρωνε πως ήθελε να μάθει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Η Εριφύλη χαμογέλασε.
«Το σεξ, για να διατηρείται σε καλό επίπεδο, θέλει προσπάθεια και φαντασία, Ελπινίκη μου. Έχω ακούσει πως η κοπέλα έχει… αχόρταγη διάθεση. Κάτι σαν εκείνες τις γυναίκες που, ύστερα από μεγάλη περίοδο μοναξιάς, αποφασίζουν να ξαναζήσουν με όλη τους την ένταση. Τον καημένο τον μαρμαρά τον είχε να μην προλαβαίνει να πάρει ανάσα!»
Η Ελπινίκη γέλασε. «Είναι δηλαδή καλός εραστής ο Μιλτιάδης;»
«Η ερώτησή σου, καλός;, Ελπινίκη μου, μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Μπορεί να μιλάς για την εμφάνισή του, για το αν είναι ελκυστικός, για τον χαρακτήρα του, για τη συμπεριφορά του…»
«Άσε τις φιλοσοφίες και πες μου!»
«Λοιπόν, από εμφάνιση καλός είναι. Όχι κανένας ιδιαίτερα ωραίος άνδρας, αλλά ένας ευπαρουσίαστος τριαντάρης σήμερα, με καλοφτιαγμένο σώμα. Τώρα, για τα υπόλοιπα προσόντα… τι να σου πω; Μπορείς να ρωτήσεις την Αλεξάνδρα. Εκείνη ηξερε καλύτερα!»
Η Ελπινίκη την κοίταξε με έκπληξη και ύστερα χαμογέλασε πονηρά.«Ένα-ένα μας τα λέει το κορίτσι μας! Και που τον γνώριζες εσύ τόσο καλά τον κύριο Μιλτιάδη;»
Η Εριφύλη σήκωσε τους ώμους.  «Είναι δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερος μου. Από μικρά παιδιά γνωριζόμασταν στη γειτονιά. Και, όπως συμβαίνει καμιά φορά στα παιδικά παιχνίδια, εκείνος προσπαθούσε να πλησιάσει περισσότερο απ’ όσο εγώ ήθελα.»
Η Ελπινίκη την κοίταξε για μια στιγμή πιο σοβαρά. «Και εσύ;»
«Εγώ δεν ήθελα τέτοιες επαφές τότε. Ήμουν παιδί και δεν μου άρεσε να παραβιάζει κάποιος τα όρια μου. Όταν κάποιος άπλωνε χέρι χωρίς να το θέλω, αντιδρούσα, θύμωνα και τον σταματούσα. Τόσο απλά.»
Η Ελπινίκη έγνεψε καταφατικά. «Και καλά έκανες. Άλλο το παιχνίδι των παιδιών κι άλλο να μη σέβεσαι το όχι του άλλου.»
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Βλέπεις λοιπόν; Από μικρή ήξερα τι μου άρεσε και τι όχι. Το θέμα είναι πως, μεγαλώνοντας, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο… περίπλοκα.»
«Ε, αυτό ακριβώς προσπαθώ να καταλάβω τόση ώρα!» είπε η Ελπινίκη γελώντας. «Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η ιστορία της Αλεξάνδρας έχει πολύ περισσότερα κεφάλαια απ’ όσα μου είπες στην αρχή.»
«Και μόλις ανοίξαμε το πρώτο…» απάντησε η Εριφύλη, αφήνοντας ένα πονηρό χαμόγελο να φανεί στα χείλη της.
«Ρε Εριφύλη, τώρα που το σκέφτομαι με τον μάστορα, μου έβαλες ιδέες στο μυαλό!» είπε η Ελπινίκη, και το βλέμμα της γυάλισε πονηρά.
Η Εριφύλη γύρισε προς το μέρος της. «Δηλαδή χρειάζεσαι μάστορα για να περιποιηθεί τα απεριποίητα παρτέρια στην αυλή σου;»
«Ακριβώς! Αν είναι καλός μάστορας, να τον φωνάξω κι εγώ να με εξυπηρετήσει… με το αζημίωτο, φυσικά! Έχουν μείνει παρατημένα τόσο καιρό, που χρειάζονται ένα γερό φρεσκάρισμα. Αρμοί στα μάρμαρα, σοβατεπιά, στεγανοποιήσεις, αδιαβροχοποίηση στις στέγες… ολόκληρο συνεργείο θέλω!»
Η Εριφύλη την κοίταξε δήθεν σοβαρά. «Δε μου λες, κορίτσι μου… για όλα αυτά χρειάζεσαι τον μάστορα ή μήπως θέλεις να αναλάβει και καμιά άλλη… πιο προσωπική επισκευή, που έχει μείνει καιρό χωρίς συντήρηση;»
Η Ελπινίκη δεν έχασε στιγμή. «Εγώ θέλω έναν μάστορα υπεύθυνο, με εχεμύθεια πάνω απ’ όλα. Νεαρό κατά προτίμηση, για να αντέχει τον φόρτο εργασίας, με σχετική εμπειρία και τα κατάλληλα εργαλεία. Να καλύπτει τις ανάγκες μου όπου και όταν τον χρειάζομαι. Και, φυσικά, να παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες εξαιρετικής ποιότητας, με αξιοπιστία, ανθεκτικότητα και αποτελεσματικότητα, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις μου και, ει δυνατόν, να ξεπερνά τις προσδοκίες μου!»
Η Εριφύλη ξέσπασε στα γέλια. «Κατάλαβα! Δεν θέλεις μάστορα, κορίτσι μου. Θέλεις σύμβαση μακράς διάρκειας με παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών!»
«Γιατί όχι;» απάντησε η Ελπινίκη ατάραχη. «Και να του επισημάνω, μάλιστα, ότι υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης της συνεργασίας, εφόσον μείνουμε αμφότερες οι πλευρές απόλυτα ικανοποιημένες.»
«Εγώ, πάντως, για ολοκληρωμένες υπηρεσίες, λέω πως τον θέλεις τον μάστορα, Ελπινίκη μου! Και μάλιστα εύρωστο, στιβαρό, νταβραντισμένο και με… αξιόπιστο εξοπλισμό!»
«Τώρα μάλιστα! Άρχισες να μιλάς τη γλώσσα μου!»
«Σαν εκείνο το ανέκδοτο με τον νταβραντισμένο κόκορα και το κοτέτσι με τις εκατόν ογδόντα κότες!»
«Δεν το έχω ακούσει!»
«Θα στο πω άλλη ώρα. Έχει πολύ γέλιο.»
Η Ελπινίκη γέλασε και ύστερα, με ύφος δήθεν ερευνητικό, συνέχισε:
«Να σε ρωτήσω όμως κάτι. Αυτό που λένε ότι οι μάστορες έχουν κάτι ιδιαίτερα… τεχνικές ικανότητες, ισχύει ή είναι κι αυτό ένας από τους μύθους του επαγγέλματος;»
Η Εριφύλη σήκωσε τα φρύδια.«Τι να σου πω! Γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι μύθοι, προκαταλήψεις και ψευδείς αλήθειες. Fake news, όπως λένε και στα Λιόσια!»
«Δηλαδή δεν επιβεβαιώνεις τίποτα;»
«Εγώ; Ποτέ! Είμαι σοβαρή γυναίκα.»
«Α, μάλιστα…» είπε η Ελπινίκη, κρύβοντας δύσκολα το γέλιο της. «Και τότε γιατί χαμογελάς έτσι;»
«Επειδή σε ξέρω. Και ξέρω πολύ καλά πού θέλεις να καταλήξει αυτή η… τεχνική συζήτηση!»
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ύστερα ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. Η «εργολαβία» είχε πλέον πάρει εντελώς διαφορετική τροπή.

Δευτέρα 19 Μαΐου 2025

Alfred Charles Kinsey Scale

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.Η παράσταση τελείωσε με ένα θέατρο γεμάτο που ο κόσμος στο τέλος έδειξε έμπρακτα την αγάπη του, στους συντελεστές που ήταν όλοι μαζί γύρω από τη σκηνή ευχαριστώντας τους με θερμό χειροκρότημα για την υπέροχη και αξέχαστη παράσταση! Μπορεί η θεατρική παράσταση να τελείωσε, η ιστορία όμως συνεχίζεται μακρυά από το θέατρο και οι δυο ξαδέρφες έρχονται αντιμέτωπες με κομμάτια της ζωής τους που ζουν και αγωνιούν σε ένα κόσμο που γρήγορα αλλάζει θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, στην πίεση που δημιουργούν τα «πρέπει» και τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία ιδίως στις γυναίκες που ακόμη και σήμερα εγκλωβίζονται σε «κουτάκια» ακολουθώντας στερεοτυπικές συμπεριφορές! Τις δυο ξαδέρφες τις ενώνει μία δοκιμασμένη σχέση και ουδέποτε μεχρι το τελευταίο καλοκαίρι είχε υπάρξει κάποιο σεξουαλικό υπονοούμενο στο τοπίο των επιθυμιών της. Η επιθυμίες τους, όμως, αυτές καθαυτές, δεν είναι μονοδιάστατες, όπως τελικά αποδείχθηκε! Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε! Για την Εριφύλη και την Άλκηστις η απαγκίστρωση από τα πρέπει και τα μη στην προσωπική τους σεξουαλική ικανοποίηση έχει πλέον να κάνει με μια λεπτή απόκλιση από τα πρέπει όταν αποφάσισαν να διερευνήσουν τις πλευρές του σεξουαλικού τους προσανατολισμού, σε μία απόπειρα κατανόησης τόσο του φύλου, όσο και των ανικανοποίητων αναγκών τους! Οι δυο γυναίκες ενθάρρυναν η μια την άλλη το τελευταίο καλοκαίρι στις διακοπές τους να προεκτείνουν τους ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς τους και να συνευρίσκονται ερωτικά αναζητώντας την σεξουαλική τους ευχαρίστηση, συνάπτοντας τελικά και ερωτική σχέση αν και ξεκάθαρα είναι δυο ετεροφυλόφιλες γυναίκες. Είναι όμως ξεκάθαρα 100% ετεροφυλόφιλες; η ανήκουν σ' έναν ζωντανό κόσμο που είναι ένα συνεκτικό σύνολο όλων του των διαστάσεων σύμφωνα με τον Άλφρεντ Κίνσεϊ. Η κλίμακα του Κίνσεϊ δίνει μια απάντηση και προσπαθεί να περιγράψει την σεξουαλική τους επιθυμία και τα επεισόδια της σεξουαλικής τους δραστηριότητας σε δεδομένη χρονική στιγμή. Η Εριφύλη μια γυναίκα είκοσι οκτώ ετών, μια ζωή ετεροφυλόφιλη και παντρεμένη με δυο μικρά παιδιά και έναν ευτυχισμένο γάμο - μάλιστα με έναν κούκλο άντρα,- όλα φυσιολογικότατα στην ρουτίνα της ζωή της. Η Άλκηστις στα είκοσι τρία χρόνια της ετεροφυλόφιλη που σαν φοιτήτρια δήλωνε ικανοποιημένη από τη σεξουαλική της ζωή. Δεν έχει και καμία σημασία ποια από τις δυο τους έκανε την αρχή. Το φλερτ, όταν το καλλιεργούν και οι δύο, πάντα κάπου καταλήγει. Κάποια στιγμή είχε προχωρήσει τόσο πολύ, που δε μπορούσαν να κάνουν πίσω! Το ήθελαν με όλο τους το είναι! Και θα βρουν χίλιες δυο δικαιολογίες για τον εαυτό τους -και στο σύντροφό της η Εριφύλη,- έτσι ώστε να απενοχοποιηθούν και να το απολαύσουν. Σαν ξαδέρφες πάντα ήταν πολύ κοντά, κολλητές!  Φτάσανε και οι δύο να μιλάνε για προσωπικά θέματα, και την ερωτική τους ζωή, υπήρχε μια χημεία, μια αύρα στη σχέση τους. Υπήρχε το πρόσφορο συναισθηματικά έδαφος που δεν άργησε η αρχική φιλική σύμπνοια να μετατραπεί σε ερωτική έλξη. Ήταν κάτι που το θέλανε και οι δύο να συμβεί και όταν αργότερα, το συζήτησαν διεξοδικά οι δυο τους, καταλήξανε ότι μάλλον είναι περίεργες και φιλήδονες γυναίκες. Πάνω κάτω κάθε γυναίκα περνάει κάποτε τέτοια φάση στη ζωή της, άλλες το αποδέχονται και το ζουν, άλλες όχι. Φυσικά την Εριφύλη την διακατέχει και αυτή η καταραμένη αύρα του απαγορευμένου, που κάνει τον καρπό να φαίνεται πολύ δελεαστικότερος, από ό,τι θα της φαινόταν υπό άλλες συνθήκες (αν π.χ. ήταν ελεύθερη). Είναι και αυτά τα παιχνίδια του μυαλού, που όλα από εκεί ξεκινούν και καταλήγουν στις κρεβατοκάμαρες και όχι μόνο. Και οι δυο γυναίκες άφησαν αυτή την εμπειρια να τους συνεπάρει σαν να ζουν όταν συναντιούνται κάποια ιδιαίτερα βράδια τρελού καρναβαλιού και όπως είναι γνωστό στον έρωτα και στο καρναβάλι όλα επιτρέπονται! Τις αποφορτίζει από όλη την καθημερινότητα και τις κάνει να ξανανιώθουν ανέμελες, ερωτικές και πάνω από όλα, γυναίκες. Απλά θέλουν να ζήσουν αυτό το συναίσθημα και να το ευχαριστηθούν, έως ότου ελπίζουν να τους περάσει.
Είναι αργά κοντεύει μεσάνυχτα που οι δυο γυναίκες γυρίζουν στο σπίτι.
«Είμαι μούσκεμα με το που πάμε σπίτι θα βάλω το στραπόν να γαμηθούμε και να φαντασιωνόμαστε το καυλί του Νικηφόρου.» λέει η Άλκηστις.
«Αχ, μη μου κολάζεις τον εγκέφαλο και προσπαθώ πάρα πολύ να μην χάσουμε τον έλεγχο.»
«Χαλάρωσε Μωρό μου. Πάντως τώρα που μας μπήκε το σκουλήκι, εάν δεν είχε συμβεί μεταξύ μας αργά ή γρήγορα θα θέλαμε να πάρουμε «μεζέ» από αλλού.»
«Ήμαρτον Δέσποτα νυχτιάτικα! Τι σκέφτεται και λέει το κορίτσι. Και δεν μου λες; Για πες μου. Πιστεύεις πως οι bi κοπέλες, πάνε στην κόλαση η στον παράδεισο;» 
«Ξαδέρφη τζάμπα τρως τα συκώτια σου! Και εγώ και εσύ, θέλουμε να τις «εφαρμόσουμε» τις φαντασιώσεις μας. Να το «τρίψουμε» μαζί το πιπέρι.»
«Μωρό μου βλέπω δεν άντεξες, ξέσπασες και μου τα λες χύμα και τσουβαλάτα. Όχι ότι δεν το περίμενα. Και σε ερωτώ λοιπόν! Παίζει να μας περάσει; Όχι βέβαια παίρνοντας ασπιρίνη, με τον καιρό εννοώ»...
«Όχι, καλή μου ξαδέρφη! Δε θα μας περάσει. Δεν είναι αρρώστια για να μας περάσει. Είναι η προσωπική μας επιλογή. Μια επιλογή  κρυμμένη τόσα χρόνια στο υποσυνείδητό μας. Πιθανόν να είχαμε νιώσει ερωτικά σκιρτήματα και για κάποιες άλλες κοπέλες στο παρελθόν, στις οποίες δεν δώσαμε την πρέπουσα σημασία από φόβο, λόγω κοινωνικής και οικογενειακής κατακραυγής, κλπ.
Το απωθήσαμε Και ήρθε τώρα η ώρα  και οι συνθήκες που ξύπνησαν τα τόσο έντονα συναισθήματα που δεν είχαμε ξανανιώσει η μια για την άλλη. Είναι σα να είχαμε πονόδοντο και να φοβόμασταν να πάμε στον οδοντίατρο. Προτιμούσαμε τα γιατροσόφια της γιαγιάς και κάποια στιγμή υποκύψαμε στα «θέλω» που προστάζει η φύση μας.»
«Ξέρω εγώ, νομίζω ότι συμβαίνει κάποια στιγμή να γουστάρει ένας ή μια έγγαμος και κάτι εκτός γάμου, αλλά όσο τουλάχιστον έχει τα μυαλά στον τόπο και συγκρατείται έως ότου του περάσει και ελπίζω ότι δεν είναι και τόσο τραγικό.»
«Δηλαδή αφού έχεις που έχεις τις τύψεις να το κάνεις και πράξη τουλάχιστον να μην πάνε χαμένες;»
«Εύχομαι να καταλαγιάσει αυτό το συναίσθημα γιατί έχω αρχίσει να παραφέρομαι.» προσπαθει να κλείσει το διάλογό η Εριφύλη.
«Δεν μπορείς να ελέγξεις το πότε θα σκιρτήσει η καρδιά σου, αλλά στο εξοχικό με τον κουμπάρο γαμιόσουν ένα ολόκληρο τριήμερο πουτανίτσα μου ξεδιάντροπη. Κι εκεί που τα λεγες όλα μαζί μου ώρες είναι να μου ζητήσεις να μην σε πιέζω.» Της λέει κοφτά η Άλκηστις σαν κάπως με παράπονο.
«Αα γι αυτό μου έκανες μανούρα στο τηλέφωνο τις μέρες εκείνες, και πως τάχα μου σε ξέχασα και πως δεν σου έλεγα ούτε μια γλυκιά κουβέντα; και καπάκι μου ζωγράφιζες καρδούλες, στο MSN και μου έστελνες μηνύματα;. να μου γράφεις όμορφα λόγια, να μου λες πόσο πολύ με φαντασιώνεσαι;»
«Ως ερωτευμένη, λειτούργησα κτητικά και παραφέρθηκα ζητώντας εξηγήσεις και να σου πω αυτά που νιώθω. Εμείς, που τα λέγαμε όλα και εσύ να ξεδίνεις τις καύλες σου με τον κουμπάρο σου και εγώ να το μαθαίνω από άλλους; Με το ζόρι κρατιόμουν να μη βαλαντώσω, πήγα και κλείστηκα και ξέσπασα σε κλάματα στην τουαλέτα τη μέρα εκείνη. Όλα τα παραπάνω ήθελα να στα πω κατάμουτρα, αλλά ήξερα πως είχες κάποια προσωπικά προβλήματα και αφού τη φιλία μου τη χρειάζεσαι, αυτή προσπαθούσα να σου την παρέχω. Και στα λέω σήμερα, γιατί όσο τα φυλάω μέσα μου θα εκραγώ.»
«Ηρέμησε ρε Μωρό μου! Και εγώ τον πρώτο καιρό μου ήταν αδιανόητο να έχω έρθει συναισθηματικά τα πάνω κάτω και να νιώθω ότι απλά ήταν ένα παιχνίδι. Τώρα ισορρόπησα. Τώρα μπορώ να το διαχειριστώ πλέον εξερευνώντας τη σεξουαλικότητά μου και νιώθω άνετα με τις επιθυμίες μου .»
«Ξαδέρφη εφόσον όλα είναι συναινετικά, δικαιούμαστε να απολαύσουμε τα πάντα όσο το δυνατόν περισσότερο κατά τη διάρκεια του σεξ.»

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Cevahir....(Tzivaeri)

Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
............Μετά από μια δύσκολη και κοπιαστική ημέρα έχοντας διασχίσει την ταραγμένη θάλασσα, ο Νικηφόρος μ' ένα βαθύ στεναγμό, εξουθενωμένος, τεντώθηκε ηδονικά, σήκωσε το κεφάλι κι άφησε το σπίρτο του βλέμματός του να πλανηθεί έξω απ' το μεγάλο φινιστρίνι του γραφείου του. Στο βάθος του ορίζοντα, οι τελευταίες αχτίδες από το φως της μέρας έκαναν τον χώρο να μοιάζει βυθισμένος στις σκούρες μπλε και μαβιές σκιές του δειλινού, του ωκεάνιου δειλινού που ποτέ δεν προλάβαινε να τις χαρεί, γιατί είναι τόσο σύντομες. 
Κατέβασε μια γουλιά απ’ το παλιό κονιάκ με την κεχριμπαρένια όψη και το ευγενικό του άρωμα, περίμενε δυο τρία λεπτά πριν από τη δεύτερη γουλιά.... ύστερα άφησε το ποτήρι του, απλώθηκε στον αναπαυτικό καναπέ του γραφείου του και αφέθηκε εις την σιωπή της βαθιάς σκέψης και εις την γαλήνη των ονειροπολήσεων του προκειμένου να ακούσει το μέσα του… την καρδιά του, την ψυχή του… την πεμπτουσία της ύπαρξης του! 
Σε ελάχιστα λεπτά, η νύχτα θα έπεφτε, βαριά και βελούδινη, στον κόσμο γύρω του. Καθώς περνούν ώρες ονειροπολώντας η φαντασία του τείνει να υπερβάλλει σκέφτηκε μ’ ένα αθέλητο χαμόγελο. 
To βράδυ τoν βρήκε χωμένο στην πολυθρόνα του γραφείο του, κρατώντας το ποτήρι με το κονιάκ. Αν και αργά, συνεχίζει να ατενίζει την θάλασσα που άλλαζε χρώμα! Πόσο τον ηρεμούσε η γαλήνη της θάλασσας! Η μουσική από το cd του Αντρέα Μποτσέλι «Best Songs Of Andrea Bocelli» στους ήχους του «Can't Help Falling In Love», ήταν για αυτόν πηγή έμπνευσης! Πόσο τον άγγιζε αυτό το τραγούδι, τον ταξίδευε σ΄ έναν ονειρεμένο τόπο γεμάτο με την αγάπη τους. Με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά του στο άκουσμά του. Πώς είναι δυνατόν να είναι ευτυχισμένος ένας άνθρωπος μακριά από τα πρόσωπα που αγαπά και τον κάνουν ευτυχισμένο;
Ο Νικηφόρος σήμερα δεν είχε επαφή με το «Τζιβαέρι» του, τον θησαυρό του την Εριφύλη. Στην τελευταία επαφή τους τον είχε πληροφορήσει ότι η Άλκηστις έχει κατεβεί στην Αθήνα και έχουν προγραμματίσει την σημερινή ημέρα να πάνε παρέα στο θέατρο. Παίζεται μια πρωτότυπη διασκευή για το θέατρο, σε ένα κορυφαίο αντιπολεμικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος». Ένα έργο για τον έρωτα, τον πόλεμο και τον σκληρό αγώνα μιας κοινωνίας να επιλέξει ανάμεσα στην ηθική και την επιβίωση που ζωντανεύει επί σκηνής. Ο Νικηφόρος έχει διαβάσει το βιβλίο και το θεωρεί ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία όλων των εποχών, που χάρισε και μια από τις πιο μνημειώδεις ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.
Το Φθινόπωρο έφερε μαζί του τη θεατρική άνοιξη στην Αθήνα, μια καλλιτεχνική αναγέννηση με νέες ενδιαφέρουσες παραστάσεις και projects. Τον Οκτώβριο οι θεατρικές αίθουσες γεμίζουν με δυνατές ερμηνείες, σκηνοθετικά πειράματα και ιστορίες που προκαλούν σκέψη. Από την υπαρξιακή αγωνία μέχρι τη σκοτεινή μαγεία το θεατρικό ρεπερτόριο έχει κάτι για όλους. Μια βουτιά στο συναίσθημα, τη δράση και το απροσδόκητο. Από αρχαίους μύθους σε σύγχρονα κοινωνικά δράματα, η αθηναϊκή σκηνή γεμίζει με ιστορίες που αξίζει να δουν. Η Εριφύλη και η Άλκηστις ετοιμάστηκαν για να πάνε να δουν ένα θεατρικό έργο που πιστεύουν πως δεν πρέπει να χάσουν! Το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος».Θα ήταν μια υπέροχη βραδινή έξοδος, κάτι που η Εριφύλη δεν μπορούσε να έχει συχνά πια τέτοιες εξόδους σαν παντρεμένη γυναίκα με δυο πολύ μικρά παιδιά.  Ωστόσο, αυτό το βράδυ οι γονείς της προσφέρθηκαν να πάρουν τα μικρά παιδιά και οι δυο γυναίκες ξεκίνησαν με χαρά το ραντεβού τους με το θέατρο.
Σαν νέες γυναίκες με αέρα δροσιάς ντύθηκαν ωραία μεν όσο πιο άπλα μπορούσαν δε. Η Εριφύλη κλασσικό ταγέρ ως «μεγαλοκυρία» και η Άλκηστις με ένα «χλιαρό» ριχτό φόρεμα η οποία παρά το υπέροχο σώμα της έχει αποδείξει ξανά και ξανά πως «δεν τόχει» με τη μόδα. Έτσι και αλλιώς για την Άλκηστις τι είναι όμορφο και πως θα δείχνεις ιδανικά το γυναικείο σώμα δεν ήταν βέβαιη ότι έχουν όλοι την ίδια άποψη για το… ιδανικό! Η ίδια νιώθει πως είναι σε κανονικό σχετικά βάρος, προσέχει τη διατροφή της για να παραμένει υγιής. Οτιδήποτε άλλο το θεωρεί ότι είναι υπερβολή και δεν οδηγεί πουθενά. Τέλος το χτένισμα τους και τα μαλλιά τους ήταν απλοϊκά και συνηθισμένα, καθώς απλώς πήγαιναν σε μια συνηθισμένη θεατρική παράσταση..
Η παράσταση τελείωσε με ένα θέατρο γεμάτο που ο κόσμος στο τέλος έδειξε έμπρακτα την αγάπη του, στους συντελεστές που ήταν όλοι μαζί γύρω από τη σκηνή ευχαριστώντας τους με θερμό χειροκρότημα για την υπέροχη και αξέχαστη παράσταση! Μπορεί η θεατρική παράσταση να τελείωσε, η ιστορία όμως συνεχίζεται μακρυά από το θέατρο και οι δυο ξαδέρφες έρχονται αντιμέτωπες με κομμάτια της ζωής τους που ζουν και αγωνιούν σε ένα κόσμο που γρήγορα αλλάζει θέτοντας ερωτήματα και διλήμματα, στην πίεση που δημιουργούν τα «πρέπει» και τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινωνία ιδίως στις γυναίκες που ακόμη και σήμερα εγκλωβίζονται σε «κουτάκια» ακολουθώντας στερεοτυπικές συμπεριφορές!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Danae

...Ένα μικρο απόσπασμα από τo...Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ...(Part:6)...Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε λεπτομέρειες στο Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία: ΙΙ (Part..1).....
.........«Σε ευχαριστώ, Νικηφόρε... Το εκτιμώ πραγματικά που αναλαμβάνεις τον κόπο,» του ψιθύρισε η Φαίδρα.
Η φωνή της τον άγγιξε σαν ζεστή, πυκνή σοκολάτα, διαπερνώντας τον με ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Τα κλειδιά της μηχανής και της αποθήκης βρέθηκαν στην παλάμη του, βαριά από την ευθύνη της αποστολής. Λίγο αργότερα, οι γυναίκες έφυγαν με προορισμό το ορεινό χωριό, συνδυάζοντας την υποχρέωση με την επίσκεψη στην ηλικιωμένη μητέρα της Φαίδρας και τη συμμετοχή τους στον απογευματινό εσπερινό.
Ο Νικηφόρος έμεινε μόνος πίσω, με τα κλειδιά να κρυώνουν στην τσέπη του και το σπίτι να βυθίζεται σε μια προσμονή που μύριζε βροχή και αδιευκρίνιστο κίνδυνο.
Στέκοντας μόνος στην αυλή, παρακολούθησε το αυτοκίνητο να χάνεται στον χωματόδρομο αφήνοντας πίσω του μια αχλή από σκόνη. Με την αποχώρηση των γυναικών, το τοπίο βυθίστηκε σε μια ηλεκτρισμένη σιωπή, γεμάτη μόνο από τους ήχους της φύσης και του κόλπου. Τα κλειδιά στην παλάμη του κρατούσαν ακόμα τη θερμοκρασία της Φαίδρας.
Πλησίασε το θηριώδες δίτροχο στη σκιά της βεράντας, το ατσάλινο αποτύπωμα του απόντος συζύγου. Καθώς πέρασε το πόδι του πάνω από τη σέλα και γύρισε τη μίζα, το βαθύ, βραχνό μούγκρισμα του κινητήρα έσπασε την ησυχία, δονώντας το σώμα του και δίνοντας το σύνθημα για μια νύχτα χωρίς επιστροφή.
Προτιμώντας τη θορυβώδη και τα πειράγματα της παρέας της στην καφετέρια του χωριού, η Δανάη είχε αρνηθεί να ακολουθήσει τις μεγαλύτερες στην εκκλησία. Τα θρησκευτικά τελετουργικά ποτέ δεν την άγγιζαν πέρα από τα τυπικά της παράδοσης.
Όταν όμως η ώρα έφτασε, πέταξε μια γρήγορη δικαιολογία στις φίλες της για ένα επείγον «ραντεβού στο σπίτι» και μια δήθεν αγγαρεία, να υποδεχτεί τον Νικηφόρο και να τον βοηθήσει να τακτοποιήσει τη μηχανή του πατέρα της στην αποθήκη. Κανείς στην παρέα δεν υποψιάστηκε το παραμικρό. Εκείνη όμως ήξερε ακριβώς τι παιχνίδι άρχιζε να παίζεται.
....Το απόγευμα ήταν ακόμη ηλιόλουστο όταν έφθασε ο Νικηφόρος με τη μηχανή και βρήκε τη Δανάη να τον περιμένει στο σπίτι της γιαγιά της. Τη βρήκε έξω στην αυλή, πάνω από τον κήπο τον γεμάτο λουλούδια. Καθόταν σε ένα παγκάκι στο πλάι της πλακόστρωτης αυλής. 
Ένα μωρό super-sexy. Ο θησαυρός της άγουρης της νιότης, στα δεκαεννέα της χρόνια, ψηλή, καστανό-μελαχρινή και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα.«Αχ! τα νιάτα!» θα σκεφτόταν όποιος την έβλεπε. 
Τα μάτια της, ιριδίζοντα, αστραφτερά, πλαισιωμένα από μακριές, γυριστές βλεφαρίδες που δεν σταματούσαν να γελούν, ήταν σκέτη πρόκληση. Ένα κολασμένο πλάσμα, φτιαγμένο για να γκρεμίζει βεβαιότητες, να διαλύει οικογένειες και να σε στέλνει στην κόλαση με εισιτήριο διαρκείας.
Καθώς την αντίκρισε, ο Νικηφόρος έμεινε ακίνητος, με το πρόσωπό του να προδίδει την απόλυτη έκπληξη και μια βαθιά, ηδονική ζάλη.
Κάτω από το απογευματινό φως, η Δανάη έδειχνε ασύλληπτα γοητευτική. Τα γκρίζα της μάτια, γεμάτα πράσινες και γαλάζιες ανταύγειες σαν πολύτιμα οπάλια, άλλαζαν χρώμα και διάθεση, αιχμαλωτίζοντάς τον ολοσχερώς.
Με εκείνο το ναζιάρικο μουτράκι, τη σκανταλιάρικη μύτη και το κορμί ψηλής θεάς δεκαεννιά χρονών, η Δανάη ήταν ένας ακατανίκητος πειρασμός. Ο Νικηφόρος πάγωσε, μαγνητισμένος από τα οπάλια μάτια της που έπαιζαν με το φως του δειλινού. Κάθε λογική υποχρέωση, μηχανές, αποθήκες, χωριό, κατέρρευσε μπροστά στην πρωτόγονη ορμή του πόθου.
«Είσαι η πιο επικίνδυνη φωτιά αυτού του τόπου, μικρή...,» ψιθύρισε βραχνά, αφήνοντας τα χειριστήρια να  γλιστρήσουν από τα δάχτυλα του. 
Η Δανάη τον κοίταξε με θριαμβευτικό, αρπακτικό βλέμμα. Η προσμονή την έκαιγε· ήθελε να ορμήσει πάνω του, να τον αρπάξει από τον λαιμό και να τον σύρει στα σκοτεινά ενδότερα της αποθήκης. Γιατί μέσα της, σαν μόνιμος, εξοντωτικός ρυθμός, χτυπούσαν οι μνήμες από τις κρυφές νυχτερινές κραυγές της Νεφέλης, εκείνες οι αχαλίνωτες στιγμές ηδονής που είχε ακούσει από τον διπλανό τοίχο και τώρα απαίτησε να ζήσει στο πετσί της.
Τη χθεσινή νύχτα, οι ώρες είχαν κυλήσει βασανιστικά για τη Δανάη. Στο σκοτάδι του δωματίου της, το μυαλό της είχε γίνει θέατρο ακολασίας, αναπαριστώντας λεπτό προς λεπτό πώς ο Νικηφόρος κατέκτησε τη Νεφέλη, αφήνοντάς την να ουρλιάζει από ηδονή. Εκείνη, μόνη και παγωμένη στα σκεπάσματα, ξεχείλιζε από μια ακόρεστη δίψα να γευτεί την ίδια φωτιά, με το στήθος της να σπαρταρά από προσμονή.
Το αγόρι της, παρά την εξωτερική του ομορφιά, αποδεικνυόταν ανίκανο να αγγίξει τα βαθύτερα, άγρια ένστικτά της, ήταν πολύ μαλακός, πολύ προβλέψιμος. Η Δανάη λαχταρούσε έναν άντρα άγριο, έτοιμο να την υποτάξει και να την ξεσκίσει στο κρεβάτι. Και ο Νικηφόρος στεκόταν τώρα μπροστά της σαν η απόλυτη, ζωντανή απάντηση στις πιο βρόμικες φαντασιώσεις της.
Οι σκέψεις της για το τι επρόκειτο να κάνει με τον Νικηφόρο έκαναν το σώμα της να φλέγεται. Μπροστά στην προσδοκία αυτής της συνεύρεσης, το αγόρι της φάνταζε μια θλιβερή, ανώριμη ανάμνηση, ανίκανο να τιθασεύσει το πυρακτωμένο κορμί της.
Αποφασισμένη να πάρει τα ηνία, η Δανάη ξεπρόβαλε από τη γωνία με αέρα αρπακτικού, τα καστανά της μαλλιά να ανεμίζουν και τις φακίδες της να πολλαπλασιάζουν τη σκανδαλιάρικη γοητεία της. Με τις γυναίκες να βρίσκονται ήδη καθ' οδόν στην εκκλησία, το σκηνικό ήταν έτοιμο.
«Κάποιος έπρεπε να σε καθοδηγήσει στα διαδικαστικά της μηχανής, δεν νομίζεις; του είπε με πονηρό υπονοούμενο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, καταλαβαίνοντας αμέσως πως το «ραντεβού» που επινόησε δεν είχε καμία σχέση με σίδερα και αποθήκες.
«Για λέγε, Δανάη... Πού προτείνεις να την αφήσουμε για να είμαστε σίγουροι πως δεν θα την ενοχλήσει κανείς;»
Ακίνητη, με το πηγούνι ψηλά, η Δανάη άφησε το βλέμμα της να κατέβει αργά και προκλητικά στο σώμα του, προδίδοντας την απόλυτη γνώση της επίδρασης που είχε πάνω του.
«Εκεί που δεν θα μας βλέπει ψυχή...», πέρασε από το μυαλό της, θυμίζοντας τις μυημένες συμβουλές της φίλης της για τα μυστικά καταφύγια της αποθήκης και το απαραίτητο κλείδωμα από μέσα.
«Μην κατεβαίνεις από τη μηχανή, κύριε Νικηφόρε...» είπε με μια φωνή που έσταζε πονηριά. Έχω μια τελευταία εξυπηρέτηση να σου ζητήσω, κι ελπίζω να μην αρνηθείς.
Η φωνή της ακούστηκε γλυκιά, σχεδόν αθώα, αλλά τα μάτια της πρόδιδαν όλο το πονηρό παιχνίδι που είχε στήσει στο μυαλό της. 
Ο Νικηφόρος έμεινε πάνω στη σέλα της βαριάς μηχανής, με το μοτέρ να σιγομουγκρίζει, και την κοίταξε κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ψεύτικη συγκατάβαση των λόγων της και στη γυμνή, προκλητική πραγματικότητα του κορμιού της τον τρέλαινε. Το ύφασμα του t-shirt της είχε κολλήσει πάνω στις ορθωμένες θηλές της, μια αδιαμφισβήτητη υπογραφή της καύλας της που τον καλούσε ανοιχτά σε μάχη.
Το δέκα-εννιάχρονο διαβολάκι κοντοστέκεται στο πλατύσκαλο της αυλής και ξεκινά να σχεδιάζει με σκοπό να του στείλει ορατά σήματα, που να του αρέσουν. Να του στείλει σήματα από αυτά που πυροδοτούν το ανθρώπινο σώμα στο αρχικό στάδιο την επιθυμία. Σκύβει ότι τάχα μου κάτι της έπεσε, ψάχνει και κάνει πως δεν το βρίσκει. Σκύβοντας, τα πόδια της είναι ενωμένα και δεν έχει λυγίσει τα γόνατα. 
Ψάχνοντας στριφογυρίζει στη θέση της με τον Νικηφόρο να βρίσκεται ακόμη καβάλα στη μηχανή ακριβώς πίσω της χαμηλά στην είσοδο της αυλής και σε κάποια σχετική απόσταση..
«Κοίτα το καυλιάρικο μωρό! Μου δείχνει το «μύδι» της! Μωρρρροοό μου!!!!» Μονολόγησε ο Νικηφόρος ερεθισμένος από τη θέα που του προσέφερε η έφηβη γυναίκα.
Το βλέμμα του είχε καρφωθεί αμετάκλητα εκεί. Η εικόνα του τρυφερού, νεανικού της κορμιού λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ στον ήδη τεντωμένο από την επιθυμία άντρα, διαλύοντας κάθε ψήγμα λογικής. Το σώμα του είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης από ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ορμονών.
Ο σκληραγωγημένος ναυτικός, ο άνθρωπος που είχε δαμάσει αγριεμένες θάλασσες και είχε μάθει να κρατάει πάντα τα ηνία, λύγισε μέσα σε ένα μόλις δευτερόλεπτο μπροστά στη σαγηνευτική ορμή ενός δεκαεννιάχρονου κοριτσιού.
Δεν ήταν πια απλή σαρκική επιθυμία. Μια υπόγεια, εκρηκτική χημεία τον είχε παραλύσει, σαρώνοντας και την τελευταία ηθική δικλείδα. Η παρουσία της Δανάης ξυπνούσε μέσα του τα πιο άγρια, χρόνια θαμμένα ένστικτα.
«Είσαι ο μεγαλύτερος μπελάς που θα μπορούσε να συναντήσει κανείς... της ψιθύρισε με βραχνή φωνή, αφήνοντας τελικά το τιμόνι της μηχανής.
Η Δανάη χαμογέλασε με τη σιγουριά του νικητή.
Ο Νικηφόρος, στα τριάντα τρία του χρόνια, στην απόλυτη ακμή της αρσενικής του δύναμης σαν αγριόγατος έτοιμος για οίστρο, συνειδητοποίησε πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Μπροστά σε αυτό το κορίτσι, οι κοινωνικές συμβάσεις και η λογική κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος, αφήνοντας χώρο μόνο στην πρωτόγονη, αμείλικτη φλόγα του πάθους.
Χωρίς ίχνος ενοχής ή δισταγμού, ο Νικηφόρος την κοίταξε κατάματα. Στα τριάντα τρία του, με την αρσενική του ακμή στο απόγειο, ένιωθε έτοιμος να κατασπαράξει οτιδήποτε στεκόταν ανάμεσα σε εκείνον και την επιθυμία του.
Τα οπάλια μάτια της Δανάης φώναζαν ακόρεστη πείνα. Ένα πονηρό, θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα κόκκινα χείλη της, καθώς τον πλησίαζε.
Ο Νικηφόρος φλεγόταν από στεγνό πυρετό. Το κορίτσι αυτό, με τις ρώγες της να τρεμοπαίζουν κάτω από τα ρούχα καθώς κατέβαινε το πλατύσκαλο, εξέπεμπε μια ακατανίκητη, σαρκική φλόγα. Βίωνε κι εκείνη τον ίδιο ασύδοτο οίστρο, τη φλογερή αντάρα που δεν άφηνε ούτε χώρο ούτε χρόνο για ύπνο.
Μια παροδική, ηλεκτρισμένη σιωπή πλανήθηκε ανάμεσά τους. Ο Νικηφόρος, αν και έμπειρος και ικανός να προσφέρει απόλαυση, στερούνταν εκείνης της σκοτεινής, διεφθαρμένης σπίθας που η Δανάη λαχταρούσε απεγνωσμένα. Κοιτάζοντάς την, κατάλαβε πως η αθωότητα ήταν απλώς ένα προσωπείο πίσω από το οποίο κρυβόταν ένα αρπακτικό.
Βλέποντας τον να διστάζει, η Δανάη έκανε το αποφασιστικό βήμα, στήθηκε μπροστά στη μηχανή και τον προκάλεσε ανοιχτά.
«Αν φοβάσαι να με ακολουθήσεις μόνος σου, μπορείς απλά να πεις όχι... Αν και θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον να μάθω τι σε τρομάζει περισσότερο: εγώ ή ο φόβος της αποκάλυψης;»
Η πρόκληση χτύπησε ευθέως τον αντρικό του εγωισμό. Ο Νικηφόρος, με το βλέμμα σκοτεινό από την πρόκληση, άρπαξε τα χέρια της και τα πίεσε πάνω στο φουσκωμένο του στήθος, να νιώσει πώς χτυπούσε η καρδιά του.
«Να σε φοβηθώ εσένα;» της ψιθύρισε. «Φοβάμαι μόνο μη διαλύσει η μηχανή από το βάρος της φωτιάς σου...»
Η Δανάη, ανυποχώρητη, του έδωσε τη χαριστική βολή με την ανάσα της στον λαιμό του.
«Τότε αποδείξ' το, θείο..»
Ο Νικηφόρος λύγισε οριστικά. Το βρυχηθμό της μηχανής διαδέχθηκε η απόλυτη απόφαση. Με ένα αυστηρό, υποσχόμενο βλέμμα, της έδωσε το σύνθημα.
«Ανέβα.Και να ξέρεις,, μη με περιορίσεις εμένα....τρελαίνομαι.»  Χαμογέλασε, έχοντας νωπή στη μνήμη του την εικόνα της στο πλατύσκαλο να σκύβει τόσο αποκαλυπτικά.
«Μου φαίνεται πως η δεσποινίδα δεν είναι και πολύ φρόνιμη..». της είπε με ψεύτικη αυστηρότητα.
«Γιατί, καλέ; Τι έκανα πάλι;» ρώτησε εκείνη με ψεύτικη αθωότητα.
«Λάθος μου... Ήθελα να πω πως δεν είσαι και πολύ συνετή»
«Λάθος σου, ε;» τον πείραξε η Δανάη, αφήνοντας τα οπάλια μάτια της να λάμψουν από πονηριά. 
«Εγώ μια χαρά ξέρω τι κάνω, θείο Νικηφόρε. Απλώς μερικές φορές τα πράγματα πέφτουν... και κάποιος πρέπει να σκύψει να τα πιάσει.»
Η ανάμνηση εκείνης της αργής, λυγισμένης κίνησης στο πλατύσκαλο χτύπησε τον Νικηφόρο σαν ηλεκτροσόκ, υπενθυμίζοντάς του ακριβώς τι τον περίμενε.
Το αίμα χτυπούσε μανιασμένα στους κροτάφους του Νικηφόρου. Η πρόκληση είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
«Πρόσεχε πώς παίζεις με το σχοινί, μικρή... » της είπε με φωνή βραχνή και απειλητική.«Γιατί αν σπάσει, θα καούμε και οι δύο, κι εγώ δεν έχω μάθει να φρενάρω.»
Εκείνη, χωρίς την παραμικρή διάθεση υποχώρησης, βυθίστηκε ακόμα πιο κοντά του, αφήνοντας το κορμί της να τον αγγίξει.
«Αυτό ακριβώς θέλω...», ομολόγησε σιωπηλά η Δανάη.
Μια βαριά, ηλεκτρισμένη σιωπή έπεσε ανάμεσά τους. Χωρίς πια δεύτερες σκέψεις, ο Νικηφόρος έκανε το βήμα προς το μέρος της, έρμαιο μιας πρωτόγονης ορμής που δεν χωρούσε ούτε σχέδια ούτε αναβολές.
Μέσα του, το ηφαίστειο ήταν έτοιμο να εκραγεί. Την ονειρευόταν γυμνή, παραδομένη, να ουρλιάζει κάτω από το κορμί του. Κι όμως, απ' έξω, ο Νικηφόρος παρέμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, με τα δάχτυλα σφιγμένα πέτρινα πάνω στις χειρολαβές.
Η αιφνίδια, παγωμένη σιωπή του αποσταθεροποίησε τη Δανάη. Η σιγουριά που ένιωθε κλονίστηκε για ένα δευτερόλεπτο, καθώς ένιωσε το παιχνίδι να της ξεγλιστρά.
«Τι έπαθες, θείο;» του είπε με τρεμάμενη φωνή, κάνοντας ένα αργό, διστακτικό βήμα για να ανέβει στη σέλα. «Ξαφνικά χάθηκες...»
Ακίνητος σαν άγαλμα, ο Νικηφόρος συνέχισε να τη μετρά με το βλέμμα, αφήνοντας τη σιωπή να γίνει το πιο σκληρό του όπλο. Ήξερε πως την τρέλαινε.
«Για υπολογιστή μιλάς ή μήπως έχεις αλλού το μυαλό σου;» της πέταξε με ειρωνικό χαμόγελο.«Μου φαίνεται πως είσαι βαριά ερωτευμένη, μικρή...»
Η Δανάη τσίμπησε αμέσως, στήνοντας το δικό της παιχνίδι.
«Μα τι ωραία κοπλιμέντα μου κάνεις!» είπε, φτιάχνοντας τα μαλλιά της με μια ναζιάρικα προκλητική κίνηση που άφηνε ελάχιστα στη φαντασία. «Τη μία απρόσεχτη, την άλλη ξεχασιάρα... Για λέγε, τι άλλο θα υποθέσεις;»
Ένα χαμηλό, λάγνο γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της, κομψό και ταυτόχρονα προκλητικό. Το απογευματινό φως φώτιζε τα φωτεινά μάτια της, τα προσχήματα είχαν πια καεί ολοσχερώς.
Ο Νικηφόρος ζύγισε τη κατάσταση. Το «Κύριε Νικηφόρε» δεν ήταν παρά το κλειδί μιας παγίδας που η ίδια του είχε στήσει, παίζοντας με την ηλικία και την πείρα του.
Ήξερε πια την αλήθεια. Ο υπολογιστής ήταν απλώς στάχτη στα μάτια. Το μόνο που μετρούσε τώρα ήταν η φωτιά που ετοίμαζε να καταπιεί κάθε τους ενδοιασμό.
Ένα σαρδόνιο, επικίνδυνο χαμόγελο χάραξε τα χείλη του. «Ο υπολογιστής σου έλειψε, ε;» της είπε με φωνή βραχνή και γεμάτη υπονοούμενα, σταυρώνοντας τα χέρια. «Ή μήπως άφησες πίσω κάτι άλλο που σε καίει;»
Η Δανάη δεν κρύφτηκε πια. Το παιχνίδι είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. «Τι να κάνουμε, κύριε Νικηφόρε... η μάθηση θέλει θυσίες, είπε με ψεύτικη αθωότητα. «Αρκεί να βρω τον κατάλληλο καθηγητή για την πρακτική...»
«Θείο...», σκέφτηκε, με την ανάσα της να καίει τον αέρα, «στα μαθήματα σου δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με τίποτα λιγότερο από το άριστα».
Η ιδέα να την κουβαλήσει πίσω του στη μηχανή τον τρόμαζε, όχι για την οδήγηση, αλλά για το κορμί της που θα τον τύλιγε στενά. Ωστόσο, οι άμυνες του είχαν καταρρεύσει σαν τα γκρεμισμένα τείχη από το παλιό λιοτρίβι.
Καθώς η Δανάη ανέβηκε στη σέλα και τα πόδια της αγκάλιασαν σφιχτά τα πλευρά του, ο Νικηφόρος έσφιξε τα δόντια του.
«Σου ορκίζομαι, Δανάη... της ψιθύρισε βραχνά, με τα χέρια του έτοιμα να εκραγούν πάνω στα χειριστήρια. «Στον δρόμο για πάνω, οι φωνές σου θα ακούγονται ως το απέναντι νησί. Κράτα γερά!
Η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας το απογευματινό δειλινό, εκτινασσόμενη στον χωματόδρομο με προορισμό τη σιωπή του εξοχικού.
«Λοιπόν! Είπαμε, Νικηφόρο με λένε! Και, δεν θέλω να μου χρωστάς. Χαρά μου να σε εξυπηρετήσω! Άλλωστε, ποιος δεν θα ήθελε να πάει μια βόλτα με τη μηχανή με ένα τόσο εξαίσιο πλάσμα, και θα το αρνηθώ εγώ;
«Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πάρω αυτό! Πώς να το ερμηνεύσω...»
«Να το πάρεις σαν κομπλιμέντο! Που διαμαρτύρεσαι πως κάνω άσχημα σχόλια! Είσαι ό,τι πιο δροσερό υπάρχει στο χωριό σας.»
«Ευχαριστώ! Μπάρμπα-Νικηφόρε! Χαίρομαι, και με κάνεις να νιώθω πολύ όμορφα μαζί σου!»
«Κι εγώ χαίρομαι. Από την κουβέντα μας νιώθω ότι είσαι πολύ καλή παρέα.»
«Δεν ξέρω πώς να το εκλάβω αυτό... της απάντησε εκείνος, πιασμένος στα δίχτυα της.»
«Εννοώ πως είσαι κύριος, όχι κανένα παιδαρέλι...»
Η λέξη «κύριος» λειτούργησε σαν σπίθα. Ο Νικηφόρος την προκάλεσε να κοιτάξει πιο βαθιά, πέρα από το προσωπείο, αποκαλύπτοντας τον αγριόγατο που έκρυβε μέσα του.
«Για πρόσεξε καλύτερα, μικρή μου. Μην τύχει και ανακαλύψεις κάτω από το κουστούμι του «κυρίου» τίποτα αγριόγατους που δεν εξημερώνονται με καλούς τρόπους.»
«Αυτό ακριβώς περιμένω, θείο... ε, Νικηφόρο!» Του πέταξε με θράσος εκείνη.  «Τα λόγια τα βαρέθηκα.»
Με ένα ξαφνικό ξέσπασμα γέλιου, ο Νικηφόρος έβαλε τέλος στα «κυριλίκια».
«Τέλος τα «κύριε» και τα σχετικά, Δανάη. Νικηφόρος σκέτο, ή μπάρμπα ή όπως αλλιώς τραβάει η ψυχή σου...»
«Ε... όχι και μπάρμπα! Δεν είσαι και τόσο μεγάλος πια, αν και...» Η Δανάη έκανε μια μικρή, μελετημένη παύση και μετά πέταξε το καρφί της.
«Αν και, κρίνοντας από κάποιες φωνές χθες το βράδυ στην παραλία, σε μερικά πράγματα μάλλον είσαι μεγάλος!»
Ο Νικηφόρος πάτησε απότομα φρένο στο γέλιο του, σαν κάποιος να του είχε κόψει με μαχαίρι. Το πείραγμα της Δανάης έσκασε στο μυαλό του με τη δύναμη κεραυνού, ξεγυμνώνοντας τα πάντα. Έτσι, λοιπόν, δεν ήταν μόνο η Νεφέλη που είχε χάσει τον έλεγχο χθες το βράδυ, υπήρχε και ένα ζευγάρι μάτια και αυτιά κολλημένα στο σκοτάδι, να καταγράφουν κάθε κραυγή, κάθε ηχηρή απόδειξη της αρσενικής του δύναμης.
Τα μάτια του στένεψαν, χάνοντας για μια στιγμή την παιχνιδιάρικη λάμψη τους, καθώς την κοίταξε με ένα μείγμα έκπληξης και ξαφνιασμένου θαυμασμού. Η μικρή όχι μόνο ήξερε, αλλά του το πετούσε στη μούτρα με μια θρασύτητα που του έκοβε τα πόδια.
Κοιτάζοντας την τώρα, ο έμπειρος ναυτικός ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Το θρασύ αυτό κορίτσι δεν έπαιζε απλώς παιχνίδια· κρατούσε τα χαρτιά στα χέρια της.
«Ώστε ήσουν στα κλεφτά, ε;» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή και απειλητική.  «Και τι έβγαλες για συμπέρασμα; Ότι οι μεγαλύτεροι ξέρουν καλύτερα;»
Εκείνη δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο. «Αν θες να σε λέω Νικηφόρο, απόδειξε μου ότι τα έργα σου ξεπερνούν τη φήμη της παραλίας...»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Το γκάζι άνοιξε βίαια, η μηχανή ούρλιαξε σκίζοντας τον αέρα και οι δυο τους χάθηκαν στο βάθος του χωματόδρομου, έτοιμοι να περάσουν το σημείο χωρίς επιστροφή.
Με ένα χαμόγελο θριάμβου, η Δανάη γλίστρησε πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του, αφήνοντας το κορμί της να γίνει ένα με το δικό του.
Καθώς το κοπάδι με τα πρόβατα τους έκλεισε τον δρόμο, ο Νικηφόρος τράβηξε το τιμόνι προς έναν τραχύ, χωμάτινο μουλαρόδρομο.
«Κρατήσου γερά, μικρή...» της φώναξε πάνω από τον θόρυβο της μηχανής. «Έχει νεροφαγώματα. Σε θέλω ασφαλή όταν γυρίσουμε...»
Εκείνη, αντί για κουβέντα, κόλλησε ακόμα πιο σφιχτά πάνω του, αφήνοντας την πλάτη της να πιέζει το φουσκωμένο του στήθος, ενώ τα χείλη της άγγιξαν τον λαιμό του πίσω από το αυτί, κάνοντάς τον να χάσει κάθε αίσθηση του δρόμου.
«Μην ανησυχείς για μένα, Νικηφόρε...» του φώναξε μέσα στον αέρα, με τα χείλη της να αγγίζουν σχεδόν το αυτί του.  
«Κοίτα μόνο να μην ξεχάσεις που στρίβεις...»
Ο Νικηφόρος χαμογέλασε σφιχτά. Κάθε λακκούβα, κάθε τίναγμα της μηχανής στα νεροφαγώματα του χωματόδρομου έκανε το κορμί της να πιέζεται βίαια πάνω στο δικό του. Η τριβή αυτή ήταν ένα βασανιστήριο αργό και απολαυστικό, μια σιωπηλή υπόσχεση για όσα θα ακολουθούσαν όταν τα σώματά τους θα έμεναν εντελώς ελεύθερα μακριά από τα βλέμματα όλων.
Στην αρχή, ο Νικηφόρος ζύγιζε προσεκτικά το γκάζι της εντούρο, νιώθοντας τα άλογά της να αφηνιάζουν στο ανώμαλο έδαφος. Σύντομα όμως, το βάρος της οδήγησης έγινε δευτερεύον.
Η Δανάη δεν προσπαθούσε καν να κρύψει τις προθέσεις της. Με κάθε λακκούβα, το κορμί της λικνιζόταν και τριβόταν πάνω στην πλάτη του, μετατρέποντας τη διαδρομή σε αισθησιακό μαρτύριο. Τα χέρια της τον έσφιγγαν ασφυκτικά, ενώ η ζεστή επαφή από τα μάγουλα και την ανάσα της στον λαιμό του τον έκαναν να παραλύσει απόδρασης.
Ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τους μυς του. Η μικρή έπαιζε χαρτιά φωτιάς, και ο Νικηφόρος ήξερε πως το τέλος αυτής της διαδρομής δεν θα είχε επιστροφή.
«Θες ντε και καλά να με ρίξεις στα χαντάκια, ε; της φώναξε μέσα στον θόρυβο της εξάτμισης.»
Εκείνη, ακουμπώντας τα χείλη της στον καυτό του σβέρκο, τον προκάλεσε. «Σε δοκιμάζω, Νικηφόρε... να δω αν τα ηνία είναι γερά ή αν θα λυγίσεις πριν φτάσουμε.»
Η εσωτερική του πάλη ήταν βασανιστική. Οι αναστολές, η διαφορά ηλικίας, η φωνή της λογικής, όλα κατέρρεαν μπροστά στον ανάρμοστο, σκοτεινό πόθο του. Και τότε, τα γρήγορα, πεταχτά της φιλιά στον λαιμό ήρθαν σαν σπίθες σε ξερό χόρτο. Ο Νικηφόρος έχασε κάθε έλεγχο. Οι άμυνες έγιναν στάχτη, και ο δρόμος προς το εξοχικό μετατράπηκε σε μια πορεία χωρίς γυρισμό.
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το ξανασκεφτεί. Με μια βίαιη κίνηση, άρπαξε το γκάζι και τίναξε τη μηχανή μπροστά, ενώ την ίδια στιγμή το χέρι της γλίστρησε χαμηλότερα, ψηλαφώντας το φουσκωμένο του παντελόνι και σφίγγοντας το σκληρό του πέος.
Ο Νικηφόρος έχασε τον κόσμο. Η αμηχανία διαλύθηκε σε μια έκρηξη αντρικής κυριαρχίας. Χωρίς να το σκεφτεί, άρπαξε τον καρπό της με δύναμη, ακινητοποιώντας το χέρι της πάνω του.
«Έι... τι πας να κάνεις; της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, ενώ τα μάτια του φλόγιζαν.»
Ο Νικηφόρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του, εντελώς εμβρόντητος από το θράσος της. Τα νερά του είχαν χαθεί οριστικά.
«Τι κάνω;» του ψιθύρισε εκείνη με χάρη.
«Τι κάνεις;.. Με έχεις κάψει, βρε παλιοκόριτσο! Δεν το καταλαβαίνεις;»
Η λαβή του στον καρπό της ήταν βαριά αλλά όχι απειλητική, ήταν η απεγνωσμένη άμυνα ενός άντρα που παραδεχόταν την ήττα του. Η μηχανή κυλούσε σχεδόν αυτόνομα στον χωματόδρομο, ενώ η Δανάη, ακίνητη μέσα στην παγίδα του χεριού του, του πρόσφερε το πιο θριαμβευτικό, λαμπερό της χαμόγελο.
«Σκοπός μου είναι να ξεχάσεις και τ' όνομά σου, Νικηφόρε..». του ψιθύρισε με χάδι και φωτιά. «Εσύ δεν έλεγες πως δεν ξέρεις από φρένα;»
Ο Νικηφόρος δεν άντεξε άλλο. Άφησε τον καρπό της, άρπαξε το τιμόνι και σαν τρελός τίναξε τη μηχανή μπροστά, γκρεμίζοντας τα μέτρα μέχρι την έρημη αυλή του εξοχικού.
«Και τώρα που φτάσαμε στην ερημιά και καις, τι περνάει από το μυαλό σου;» τον πείραξε εκείνη.
«Σταμάτα, ρε κορίτσι μου, τι λες τώρα;... Μη μου βάζεις τέτοιες ιδέες! Δεν είναι σωστό...» ψέλλισε εκείνος, παίζοντας το χαρτί της ηθικής ενώ η ψυχή του είχε ήδη παραδοθεί.
Η Δανάη, νιώθοντας πια τη νίκη της ολοκληρωτική, έκλεισε σφιχτά την παλάμη της πάνω στον καυτό καβάλο του.
«Αν σε προκαλέσω κι άλλο, δηλαδή, τι θα κάνεις; Θα με αποπλανήσεις;»
«Μα τι λες, κορίτσι μου... ψέλλισε εκείνος, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. «Νομίζεις πως θέλει πολύ; Ένα βήμα ακόμα θέλω για να σε καταβροχθίσω!»
Εκείνη, με ένα προκλητικό, πονηρό σκέρτσο, τον αποτελείωσε. «Γιατί, τι έχω και το σκέφτεσαι; Μήπως φοβάσαι μη σε κολλήσω τίποτα;»
Για μια στιγμή άφησε τον εαυτό του να το σκεφτεί, καθώς φαντάστηκε την πρωτόγονη ικανοποίηση που θα ένιωθε αν τη διεκδικούσε, αν τη σήκωνε στα μπράτσα του και τη μετέφερε με μια ζωώδη επιθυμία, έτοιμος να τη ρίξει στο ζεστό από τον ήλιο χορτάρι και να την ικανοποιήσει, χάνοντας μαζί της τον έλεγχο.
Τα σαγόνια του Νικηφόρου κόντευαν να σπάσουν από το σφίξιμο. Τα τελευταία του τείχη έγιναν στάχτη κάτω από την παλάμη της που έκαιγε τον καβάλο του.
«Αν σου πω την αλήθεια, θα καείς μαζί μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, καθώς η μηχανή άρχισε να κυλά αργά. Μακάρι να ήταν αρρώστια να υπήρχε γιατρικό. Αυτό όμως είναι φωτιά που με έχει κάνει ήδη στάχτη...
Το μυαλό του θόλωσε. Ένας πρωτόγονος, ζωώδης παλμός τον κυρίευσε: η εικόνα να την αρπάζει στα χέρια, να τη ξαπλώνει στο ζεστό χορτάρι και να ξεσπάει πάνω της όλη η καταπιεσμένη του λαχτάρα.
Ο Νικηφόρος κούνησε το κεφάλι του για να καθαρίσει το μυαλό του, ανήσυχος από τον δρόμο που είχαν πάρει οι σκέψεις του...  Δεν ήταν θηρευτής της βίας, αλλά η φαντασίωση είχε γίνει πια σάρκα και οστά.
Η Δανάη δεν του άφησε περιθώρια για άλλες αναλύσεις . Τον τύλιξε με τα πόδια της, φέρνοντάς τον σε μεθυστική επαφή.
«Δείξε μου αντάξιος σου, θείο...» του ψιθύρισε.
Οι αντιστάσεις κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος. Η επαφή του κορμιού της, η τριβή, η φωτιά που έκαιγε τα σωθικά του διέγραψαν κάθε ηθικό φραγμό. Ο Νικηφόρος το κατάλαβε οριστικά. Στους μεγάλους πειρασμούς δεν αντιστέκεσαι. Υποκύπτεις, για να λυτρωθείς.
Τα όρια είχαν καταρρεύσει. Χωρίς στερεότυπα και δισταγμούς, η Δανάη έλυσε με γρήγορες κινήσεις τη ζώνη του και κατέβασε το φερμουάρ, λαχταρώντας να αντικρίσει αυτό που ένιωθε ήδη η παλάμη της.
Καθώς το χέρι της γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο του και τύλιξε τη φωτιά του, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από έναν πρωτόγονο ενθουσιασμό.
«Ακόμα δεν έχω αρχίσει καν, αγορίνα μου... τού ψιθύρισε, ανεβοκατεβάζοντας τα δάχτυλά της στο σκληρό του κορμί.»
Και καθώς το θέαμα απλώθηκε μπροστά της, ένα αυθόρμητο, λαχταριστό αναφώνημα ξέφυγε από τα χείλη της.
«Ουάου... Εντυπωσιακό!»
Το χέρι της μέσα από το παντελόνι του έκοψε κάθε σκέψη. Ο Νικηφόρος λύγισε, η ανάσα του έγινε κοφτή.
«Ο φίλος μου λέει πως ξέρω να φροντίζω καλά τον πούτσο του πριν με γαμήσει..». του ψιθύρισε προκλητικά εκείνη.
Η ζήλια φούντωσε για ένα δευτερόλεπτο, πριν καταπνιγεί κάτω από το κύμα της ηδονής.
«Θα σε κάνω να χύσεις στη χούφτα μου, αγορίνα μου...»
«Θεέ μου, μη... ψέλλισε ο Νικηφόρος, παλεύοντας απεγνωσμένα με τα τελευταία του αποθέματα ψυχραιμίας, ξέροντας πως το τέλος αυτής της μάχης πλησίαζε απειλητικά.
Τα πόδια τους πάτησαν επιτέλους το χώμα της έρημης αυλής. Ο Νικηφόρος, νιώθοντας τη φωτιά να τον καίει συθέμελα, άφησε μια βαριά ανάσα να του ξεφύγει.
«Να πάρει...» ψιθύρισε, με τα μάτια του να φλόγιζαν. «Θα το κάνω. Ακόμα κι αν ξέρω πως μετά θα γίνω στάχτη.»
Η οριστική πτώση ήρθε αθόρυβα αλλά σαρωτικά. Τα λόγια της λειτουργούσαν σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη, ξυπνώντας τον θηριώδη, ακόρεστο εαυτό του. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε ποτέ μπροστά στη φωτιά· την αποζητούσε, την έκανε οξυγόνο του. Τώρα πια, η λογική ήταν ένα κουρέλι που πετιόταν στην άκρη της αυλής.
Ο Νικηφόρος δεν άφησε άλλα περιθώρια. Με μια κίνηση καταλυτική, έγειρε πάνω της, πιάνοντας το πρόσωπό της στις παλάμες του. Τα μάτια του φλόγιζαν.
«Σκόνη θα γίνουμε, μικρή μου...» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σαν υπόσχεση και κατάρα μαζί. «Μα μέχρι να καούμε, θα ζήσεις κάθε σταγόνα αυτής της φωτιάς.»
Το φιλί τους ήταν μια έκρηξη που γκρέμισε και τα τελευταία σύνορα. Κι όμως, ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, με το κορμί της να λυγίζει κάτω από το βάρος του, η Δανάη δεν έχασε το θάρρος της:
«Για να δω... τι θα κάνεις τώρα;» τον ρώτησε μαργιόλικα, έχοντας πετύχει ακριβώς αυτό που επεδίωκε.
Μια ξαφνική, σχεδόν κωμική φιλοσοφική διάθεση έπιασε τον Νικηφόρο, που ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί την ηθική του θέση.
«Ρε Δανάη, έχω εγώ δικαίωμα πρόσβασης εδώ πέρα; Παντρεμένος άνθρωπος είμαι, πρέπει να φυλάγομαι από τους πειρασμούς σου... Είναι άδικο να με κοιτάζεις έτσι κι εγώ να κάνω τον Κινέζο για να τιμήσω το στεφάνι μου!»
Εκείνη, με το σαρακατσαναίικο, μελωμένο της ιδίωμα και τα πονηρά της τσαχπίνικα, του έδωσε την πληρωμένη απάντηση χωρίς δισταγμό.
«Ε, δεν χρειάζεται να το πατήσεις το στεφάνι... απλώς το πηδάς!»
Τα λόγια της έσταζαν πάντα μια ακαταμάχητη, ξετσίπωτη λαγνεία, στολισμένα με πιπεράτες παροιμίες που τον άφηναν άφωνο και του άναβαν ακόμα περισσότερο τα αίματα. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρρευση της σοβαροφάνειας, στο γέλιο που λυτρώνει τον Νικηφόρο και στην παράδοσή του στο πνεύμα της.
Μια έκρηξη γέλιου πήγε να ξεφύγει από τα χείλη του Νικηφόρου. Η αφοπλιστική της ατάκα διέλυσε και την τελευταία ρανίδα δήθεν σοβαρότητας.
«Ρε συ, είσαι απίστευτη...» της είπε, κοιτάζοντάς την με μάτια γεμάτα λατρεία, ενώ τα τείχη του κατέρρεαν ολοσχερώς. «Που τα μαθαίνεις αυτά, ρε μικρό διαβολάκι; Μεγάλο σχολείο σε περνάω...»
Ένα πονηρό, ατίθασο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της Δανάης, καθώς το κορμί της έτριβε με νέα ορμή το δικό του.
«Στα βουνά, θείο μου... ε, Νικηφόρε, »του είπε με ένα σκανδαλιάρικο χαχανητό. «Εκεί μάθαμε πως, όταν η φωτιά πιάνει, δεν κάθεσαι να την κοιτάς. Της δίνεις χώρο να θεριέψει. Τέλος οι φιλοσοφίες τώρα· η ώρα της εξέτασης έφτασε!»
Τα όρια είχαν οριστικά καεί. Ο Νικηφόρος άφησε τον «κυνηγό» να βγει στην επιφάνεια με όλη του την αγριάδα. Τα χέρια του άρπαξαν τα ρούχα της, σηκώνοντας και φέρνοντας το κορμί της ακόμα πιο κοντά του, αποφασισμένος να αποδείξει την αξία του.
Την κοίταξε με ένα πονηρό, προκλητικό μειδίαμα, όπου η απόλυτη παράδοση στον πειρασμό πάλευε για μια τελευταία στιγμή με τον σκεπτικισμό του «στεφανιού».
Η Δανάη δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να το βάλει στα σκαριά. 
«Είναι μάταιο να αντιστέκεσαι Νικηφόρε...» ψέλλισε ο Νικηφόρος.
Ένα βραχνό, βαθύ μουγκρητό ξέφυγε από μέσα του κι αμέσως τα χέρια του την περικύκλωσαν. Στην αρχή, η σκέψη μιας απόκρουσης πέρασε από το μυαλό του, μα αμέσως διαψεύστηκε· την έσφιξε με δύναμη, κολλώντας το κορμί της πάνω στο καυτό του στέρνο. Τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της σαν σπίθα πριν της ψιθύρισε με λάγνο χαμόγελο:
«Ποιος είμαι εγώ, άλλωστε, να χαλάσω μια τέτοια περιπέτεια;»
Η λαχτάρα της φούντωσε σαν πυρκαγιά.
«Αφού θες παιχνίδια, ας παίξουμε...» της ψιθύρισε και εκείνη, τριβόταν πάνω του με μια ορμή που της έκοβε την ανάσα.
Η επαφή ήταν αποθεωτική. Με κλειστά μάτια και τρεμάμενα δάχτυλα χωμένα στα μαλλιά του, η Δανάη παραδόθηκε ολοσχερώς. Ο Νικηφόρος, παρότι πάσχιζε ακόμα να χαλιναγωγήσει τα «πρέπει» του, ένιωσε το κορμί του να λιώνει. Δεν μπορούσε να τα σβήσει όλα, όχι ακόμα, αλλά μπορούσε να βουτήξει σε αυτή την κόλαση και να τη γευτεί μέχρι το μεδούλι.
Η ανταπόκρισή του ήρθε σαν έκρηξη. Ο Νικηφόρος την άρπαξε από τα μαλλιά, τραβώντας της ελαφρά το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ οι θηλές της, τεντωμένες και σκληρές πίσω από το υφασμα, έκαιγαν το στέρνο του.
«Σου φαίνεται διασκεδαστικό να παίζεις μ’ έναν παντρεμένο; τη ρώτησε με φωνή βραχνή από τη δίψα.»
Εκείνη δεν δείλιασε ούτε δευτερόλεπτο. Τα μάτια της άστραψαν. «Αν ήξερες πόσο σέξι και απειλητικός είσαι, γλυκέ μου...»
Εκείνος δεν άντεξε άλλο. Το βλέμμα του σκοτείνιασε:
«Ήρεμα, γλύκα μου... Με κοιτάζεις έτσι και το μόνο που θέλω είναι να σε ρίξω χάμω, να σου πετάξω τα μάτια έξω...»
Το κορμί της καίγονταν από μια ακατανίκητη δίψα. Τον άρπαξε από το κεφάλι, ενώνοντας τα χείλη τους σε μια έκρηξη υγρής, ασυγκράτητης φωτιάς.
Το φιλί τους έπαψε να είναι παιχνίδι· έγινε σύγκρουση, πάλη, καταστροφή. Ο Νικηφόρος ένιωσε τα τείχη του να γκρεμίζονται συθέμελα. Τα χέρια του την έσφιξαν στην πλάτη της με τόση δύναμη, που τα κορμιά τους έγιναν ένα κομμάτι σάρκας.
«Με πας γυρεύοντας... μικρό μου θηρίο,» της ψιθύρισε στο στόμα, με φωνή βραχνή από την παράκρουση.
Η αναπνοή της είχε χαθεί σε έναν βρόχο ηδονής. Με τα δάχτυλα να τρέμουν από τη δίψα, άρπαξε το πουκάμισό του και το σκίσε βίαια, ξεφορτώνεται τα κουμπιά για να βυθίσει τα χέρια της στο καυτό, ιδρωμένο του δέρμα.
«Τότε κάν’ το... αποτελείωσε με, Νικηφόρε! του ούρλιαξε στο στόμα με τα μάτια φλεγόμενα από παράκρουση. «Μη με λυπάσαι ούτε στιγμή!»
Τα φρένα είχαν σπάσει για τα καλά. Ο Νικηφόρος την άρπαξε μεμιάς από τη μέση, τη σήκωσε ψηλά και την απέθεσε βίαια στο στρώμα. Σαν αγριεμένος λύκος που πέφτει πάνω στη λεία του, χώθηκε πάνω της, σβήνοντας κάθε ίχνος παλιού εαυτού.
«Και κάτι μου λέει πως θα τα καταφέρεις περίφημα... του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα. «Ήρθε η ώρα να μου πετάξεις τα μάτια έξω, διάολε!»
Ο Νικηφόρος έδιωξε κάθε σκέψη, αφήνοντας χώρο μόνο στο ένστικτο. Τα χείλη του γλίστρησαν από το πάνω στο κάτω χείλι της, κλειδώνοντας ξανά τα στόματά τους σε έναν αέναο, ασυγκράτητο χορό. Τα φιλιά διαδέχονταν το ένα το άλλο χωρίς ανάσα, πλεγμένα με κοφτά αγγίγματα και σπρωξίματα.
Η ηδονή τον χτυπούσε κύματα στις φλέβες. Η δίψα του είχε γίνει φλόγα· ήθελε να σκίσει τα ρούχα της, να γευτεί κάθε εκατοστό της επιδερμίδας της, να χαράξει με τα χείλη του τα κρυφά μονοπάτια του κορμιού της.
Εκείνη, τυλίγοντας σφιχτά τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, άντεξε την επίθεση των αισθήσεων που έρχονταν από παντού. Και κατέφθαναν σαρωτικές.
Αν δεν υπήρχαν τα υφάσματα ανάμεσά τους, η αυλή του ερημικού εξοχικού θα είχε ήδη γίνει μάρτυρας ενός ολοκληρωτικού, άγριου σμιξίματος.
Ο Νικηφόρος τη φιλούσε επίμονα, παρατείνοντας τον χρόνο όχι από ανάγκη, αλλά από έναν βαθύ, μουδιασμένο φόβο για το τι θα σήμαινε η επόμενη κίνηση. Όταν τα χείλη τους επιτέλους χώρισαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια, δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος από τους δύο είχε ζαλιστεί περισσότερο από τον σεισμό που προκάλεσαν.
Κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τα προσχήματα και να βάλει φρένο στον κατήφορο, την άρπαξε από τα μάγουλα, στενεύοντας το βλέμμα του:
«Για στάσου... Πες μου την αλήθεια. Δεν είσαι παρθένα, έτσι;»
Η Δανάη τον κοίταξε με μια απορία που γρήγορα έδωσε τη θέση της σε ένα πονηρό, ώριμο χαμόγελο.
«Όχι, βέβαια... Μα ποτέ πριν δεν είχα νιώσει αυτή τη φωτιά, αυτή την παράκρουση. Τα υπόλοιπα ήταν απλώς σκιές.»
Ο Νικηφόρος δεν χρειάστηκε άλλη απόδειξη. Το βλέμμα του μαλάκωσε, πήρε φωτιά και ξαναγύρισε στην κυριαρχία του:
«Τότε έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, μικρή μου...»
Το νέο φιλί τους ήταν μια καταιγίδα. Τα χείλη άνοιξαν με βουλιμία, οι ανάσες μπερδεύτηκαν και το κορμί της Δανάης κύρτωσε ξανά κάτω από το βάρος του.
«Σε θέλω,» της ψιθύρισε με φωνή βραχνή, στα πρόθυρα της έκρηξης.
«Αργείς...» του αποκρίθηκε με ένα λαχανιασμένο, θριαμβευτικό ψίθυρο.
Τον άρπαξε από το χέρι, τραβώντας τον αποφασιστικά μέσα στο σπίτι.
«Πάμε μέσα... θα είμαστε πιο άνετα. Έχουμε τουλάχιστον τρεις ώρες προτού γυρίσουν από το μοναστήρι.»
Το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα ήταν πως ο Νικηφόρος, ο «κυνηγός», της είχε παραδώσει τα ηνία χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν το ύφασμα, μέχρι που το φόρεμα ανέβηκε. Το χέρι του γλίστρησε κάτω από το εσώρουχο, βυθιζόμενο στην καυτή, υγρή της δίοδο. Εκείνη, λυγίζοντας τη μέση και τεντώνοντας το κορμί της προς τα πίσω, τον κάλεσε πιο βαθιά, εντελώς παραδομένη στη δίνη της παράκρουσης.
«Σ’ αρέσει να το φαντάζεσαι;» της ψιθύρισε στο αυτί, νιώθοντας την υγρή της ζεστασιά.  «Κοίτα πως είσαι... Αν βάλω τρία δάχτυλα, θα με δεχτείς χωρίς αντίσταση.»
Ένα βραχνό γέλιο χάθηκε στον λαιμό της, καθώς τα δάχτυλά του άρχισαν να παίζουν με την κλειτορίδα της σε αργούς, μαρτυρικά νωχελικούς κύκλους.
«Σε παρακαλώ...»  κατάφερε να ψελλίσει εκείνη, αποκομμένη από κάθε λογικό συναίσθημα, με το κορμί του να την πιέζει ασφυκτικά.
Εκείνος, με τα χείλη κολλημένα στον ώμο της, χάιδευε το δέρμα της σαν να ’θελε να το πιει στάλα-στάλα.
Ο χρόνος είχε σταματήσει. Γυμνοί αγκαλιά πάνω στο στρώμα, με τη Δανάη να αναπαύεται στο φαρδύ του στέρνο και τα δάχτυλά του να μπλέκονται στα μαλλιά της. Τα χείλη του γλίστρησαν στα στήθη της, κάνοντας τις σφιχτές, τεντωμένες ρώγες της να φλέγονται.
Το παιχνίδι τους έγινε μαρτύριο. Τα φίλια του ακουμπούσαν παντού, χαϊδεύοντας και φεύγοντας, μέχρι που η δίψα της έφτασε στο κόκκινο. Όταν τελικά βυθίστηκε στο κέντρο της, κάνοντάς την να λιώνει από τους χυμούς της, ο Νικηφόρος απολάμβανε να την φέρνει στα πρόθυρα του σπασμού και να αποσύρεται, γλιστρώντας πιο χαμηλά, αφήνοντας τα χείλη του να εξερευνούν κάθε ευαίσθητη γωνιά της.
«'Ελα γαμιά μου! Μη το σκέφτεσαι άλλο! Βάλε μου τον πούτσο σου μέσα στο μουνάκι μου! Θέλω γαμήσι σε παρακαλώ. Στην πραγματικότητα θέλω να με σκίσεις στο γαμήσι. Πάρε με! Μην σταματήσεις για τίποτα τώρα, έτοιμη είμαι…σκίσε με!  Άρχισε τις παλινδρομικές κινήσεις. Ήταν υπέροχο. Βρήκε έναν ρυθμό που της άρεσε. Το καταλάβαινε από τις εκφράσεις του προσώπου της. Όσο τη γαμούσε τον κοίταζε στα μάτια. Την κοίταζε και αυτός. Δεν μιλούσαν, απλά απολάμβαναν τη στιγμή.
Το δωμάτιο σείστηκε από τους πνιχτούς ήχους του πάθους. Τα δόντια του Νικηφόρου βυθίστηκαν προκλητικά στον λαιμό της, ενώ η Δανάη γαντζώθηκε στους ώμους του σαν να κρεμόταν από γκρεμό.
Η μετάβαση από τη χάρη στην αγριάδα ήταν κεραυνoβόλα, ορμητικός σαν ταύρος, την παρέσυρε σε έναν ανεμοστρόβιλο ηδονής, μέχρι που η τελική έκρηξη τους διέλυσε.
Λίγο αργότερα, με τις ανάσες τους βαριές και συγχρονισμένες, ξάπλωσαν στο πλάι. Ο Νικηφόρος την τύλιξε σφιχτά στην αγκαλιά του, με κτητικότητα και τρυφερότητα μαζί, αφήνοντας το άρωμα του ιδρώτα και της βανίλιας να σφραγίσει τη στιγμή τους.
Μέσα στο ημίφως, το βλέμμα του Νικηφόρου είχε μαλακώσει, αποβάλλοντας την άγρια δίψα της προηγούμενης στιγμής. Τα δάχτυλά του συνέχιζαν να κυλούν απαλά στην πλάτη της, καθώς οι μωβ σκιές του δειλινού άρχισαν να πλημμυρίζουν το δωμάτιο.
Η ηρεμία αυτή, ωστόσο, έκρυβε μια υπόγεια ένταση. Το ρολόι κυλούσε, και ο Νικηφόρος ήξερε καλά πως το παραμύθι είχε ημερομηνία λήξης.
Ο έξω κόσμος, το χωριό, η Φαίδρα, η Νεφέλη, τα αδιάκριτα βλέμματα, άρχισαν σιγά-σιγά να τρυπώνουν ξανά στο μυαλό του Νικηφόρου, θυμίζοντάς του πως η απομόνωση είχε ημερομηνία λήξης.
«Αν συνεχίσουμε έτσι, η σχολή σου θα σε διαγράψει, μικρό μου θηρίο, και εγώ θα χρειαστώ καρδιολόγο...» της ψιθύρισε στα μαλλιά.
Εκείνη, όμως, δεν πτοήθηκε ούτε στο ελάχιστο. Ένα πονηρό, ζεστό χαχανητό δόνησε το στήθος του.
«Ας με διώξουν...» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον κατάματα, με τα μάτια της να φλογίζονται. «Το πτυχίο μου το πήρα κιόλας σήμερα. Με άριστα μάλιστα!»
Ο Νικηφόρος αναγκάστηκε να χαμογελάσει, νικημένος από τη φλόγα της.
Με ένα χαμόγελο ικανοποίησης που φαινόταν ακόμα στην άκρη των χειλιών της, η Δανάη άφησε το κεφάλι της να βυθιστεί στο φαρδύ του στέρνο, ακούγοντας τον παλμό του να χτυπάει μανιασμένα.
«Απόλυτη επιτυχία, θείο μου...» ψιθύρισε σχεδόν αθόρυβα, παραδομένη στη γλυκιά νωθρότητα της κούρασης.
Την ίδια ώρα, έξω από το παράθυρο, οι σκιές του δειλινού πύκνωναν, κλείνοντας προστατευτικά γύρω από το μικρό τους καταφύγιο.
Στη διαδρομή της επιστροφής προς το χωριό, η Δανάη ήταν κολλημένη πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Τα χάδια και τα κοφτά φιλιά της στην πλάτη και τον λαιμό του λειτουργούσαν σαν ζωντανή απόδειξη μιας κορύφωσης που δεν είχε ακόμη ξεθυμάνει. Εκείνος, νιώθοντας την αντρική του ματαιοδοξία και το πάθος του να δικαιώνονται, χαμογελούσε μέσα στο κράνος του.
Μόλις έσβησαν τη μηχανή στην αποθήκη, η πρόσκληση ήρθε αβίαστα, γεμάτη απόλυτη βεβαιότητα και πάλι.
«Το ξέρεις καλά πως το θέλω... » της ομολόγησε εκείνος .
Εκείνη, με μια φωνή που έσταζε πόθο και διαβρωτική οικειότητα, του έδωσε την χαριστική βολή.
«Τότε μη χάνουμε χρόνο. Εδώ και τώρα, στα όρθια...»
Η πρότασή της έπεσε μέσα στη σιωπή της αποθήκης σαν σπίθα σε μπαρουταποθήκη. Ο Νικηφόρος δεν το σκέφτηκε ούτε δευτερόλεπτο· το κορμί του είχε ήδη πάρει φωτιά.
Πριν προλάβει να αρθρώσει ολόκληρη την ένσταση, μια τελευταία, αδύναμη σκιά της λογικής, η Δανάη τον είχε ήδη αρπάξει σφιχτά, τυλίγοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του.
«Το ξέρεις πως δεν πρέπει..». ψέλλισε εκείνος, με τα μάτια του καρφωμένα στα δικά της.
«Γιατί δεν πρέπει;» τον προκάλεσε εκείνη, κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του, έτοιμη να γκρεμίσει και τα τελευταία τείχη.
«Το παρατραβάμε, σου λέω...»
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει πως παίζουμε με τη φωτιά.»
«Ας καούμε τότε!» του πέταξε εκείνη κατάμουτρα, με μια αγνή, θcτική σιγουριά που τον τσάκιζε. «Θέλω να ξανασμίξουμε, εδώ, τώρα.»
Η παλάμη της έσφιξε με ορμή το σώμα του πάνω από το ύφασμα, κάνοντάς τον να χάσει κάθε λογική. Ο Νικηφόρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο· ένα βραχνό, λυτρωτικό βογκητό ξέφυγε από τα χείλη του.
«Εσύ κι εγώ... και ορμάει μαζί μας κι αυτός εδώ.»
Ο Νικηφόρος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από έναν πρωτόγνωρο, πραγματικό φόβο.
«Άσε με να τον νιώσω... του ψιθύρισε εκείνη, τρελή από την καύλα, με τα χέρια της να γλιστρούν αδίστακτα.
«Θα μας πάρουν χαμπάρι, στο ορκίζομαι...» προσπάθησε να αμυνθεί.
Μα η Δανάη, τυλίγοντας τη γλώσσα της στον λαιμό και το αυτί του, τον διέλυσε ολοσχερώς.
«Τον πιάνω... είναι σαν πάσσαλος, θεέ μου!» του ούρλιαξε χαμηλά στο στόμα.
«Σου λέω, μην..». άρχισε να τρέμει εκείνος, πριν του κλείσει το στόμα με ένα ασυγκράτητο φιλί.
«Σταμάτα, Δανάη, στο ορκίζομαι... Δεν είμαι πέτρα, θα γίνει κακό! Θυμήσου ποιοι έρχονται,» της ψιθύρισε με κομμένη την ανάσα από τον πανικό και τον πόθο.
Εκείνη, αγνοώντας κάθε προειδοποίηση, τον άρπαξε βίαια, καρφώνοντας το κορμί της στον τοίχο της αποθήκης.
«Θέλω να με τελειώσεις, τώρα...» ούρλιαξε μέσα του.
Ο Νικηφόρος, κάνοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια, την έσπρωξε μακριά του. Η απότομη άρνηση πάγωσε τον αέρα.
«Τέλος, δεν γίνεται...» της είπε κοφτά.
Ένα βλέμμα οργής και απογοήτευσης έσβησε τη φωτιά από τα μάτια της. Τα χέρια της έπεσαν βαριά στο πλάι, και η φωνή της έχασε κάθε ίχνος ερωτισμού:
«Γιατί, γαμώτο... γιατί τα χαλάς όλα;»
Η απογοήτευσή της έπεσε σαν παγερό νερό στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα, αλλά η καρδιά του Νικηφόρου συνέχισε να χτυπάει μανιασμένα στα πλευρά του. Ο πανικός της αποκάλυψης, ο φόβος για τα μάτια του χωριού που επίμονα και ίσως κακοπροαίρετα παραμόνευαν, λειτούργησε σαν μαχαιριά που έκοψε τον πυρετό.
Δεν καταλαβαίνεις...» της ψιθύρισε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του. Αν μας ανακάλυπταν εδώ, δεν θα γλυτώσουμε με μια απλή επίπληξη. Θα καιγόμασταν ολοσχερώς.
Με τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά πάνω από το στήθος της που ανάσαινε βαριά, η Δανάη τον στόλισε με ένα βλέμμα γεμάτο φωτιά και περιφρόνηση. Ο θυμός της συναντιόταν με τη δίψα που είχε μείνει μετέωρη.
«Σοβαρά τώρα; του πέταξε με πικρία στα δόντια, στρέφοντας επιδεικτικά το κεφάλι αλλού. Τελειώσαμε; Θα ξαναφορέσουμε τις μάσκες μας και θα το παίξουμε καλοί και άγιοι για το χωριό;
Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, ο Νικηφόρος έπιασε τους ώμους της και την ανάγκασε να γυρίσει, να τον κοιτάξει στα μάτια. Η άρνησή του δεν ήταν παρά μια ασπίδα χάρτινη· η φωτιά έκαιγε ακόμα από κάτω.
«Δεν είναι θέμα φόβου, είναι θέμα επιβίωσης...» της ψιθύρισε, με τη φωνή του να βαραίνει σαν καταιγίδα. «Μα αυτό δεν αλλάζει τίποτα. Απλώς μαζεύουμε δυνάμεις. Όταν έρθει η ώρα, πίστεψέ με, τίποτα δεν θα μας σταματήσει.»
Ο χώρος ήταν ακόμα ποτισμένος από το μεθυστικό άρωμα του ιδρώτα, της βανίλιας και της ανεκπλήρωτης φωτιάς. Η μηχανή στη γωνία φαινόταν σαν σιωπηλός μάρτυρας της ορμής τους, που τώρα είχε παγώσει απότομα.
Η Δανάη, τσιτωμένη από την οργή και το ανικανοποίητο πάθος, τον κοιτούσε με βλέμμα που έσκιζε.
«Σοβαρά τώρα;» του πέταξε κατάμουτρα, με τη φωνή της να τρέμει από θυμό. «Με αφήνεις μετέωρη εξαιτίας μιας φανταστικής απειλής;»
Ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στα μαλλιά του, νιώθοντας τα δίχτυα να σφίγγουν γύρω του. Το σώμα του φώναζε το ίδιο πράγμα με το δικό της, αλλά η σκιά του χωριού ήταν βαριά σαν μόλυβδος.
«Άκουσέ με... Αν σκάσουν τώρα η Φαίδρα και η Νεφέλη από το μοναστήρι, τελειώσαμε οριστικά. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.»
Εκείνη όμως είχε χάσει κάθε επαφή με τη λογική. Έκανε ένα βήμα πάνω του, με τα μάτια της να στάζουν φωτιά και απόγνωση.
«Στο μουνί μου η Φαίδρα και η Νεφέλη!» ούρλιαξε ψιθυριστά, σχεδόν κολλώντας τα χείλη της στο στόμα του. «Εγώ σε θέλω εδώ, τώρα, και δεν με νοιάζει τίποτα άλλο στον κόσμο!»
Ένας ήχος από χαλίκια που έτριζαν κάτω από τους τροχούς και τα δυνατά φώτα ενός αυτοκινήτου να σαρώνουν τους τοίχους της αποθήκης έκοψαν τον αέρα στη μέση.
Ο Νικηφόρος πάγωσε σαν να τον χτύπησε ρεύμα. Η Δανάη γύρισε απότομα το βλέμμα της στην πόρτα, έτοιμη να εκραγεί από την οργή.
Η φωτιά έσβησε απότομα κάτω από τη σκιά της πραγματικότητας. Ο Νικηφόρος δεν δίσταζε επειδή δεν τη ποθούσε· ο φόβος της αποκάλυψης, ο τρόμος μήπως γκρεμίσουν τα πάντα και πληγώσουν οικογένειες, λειτουργούσε σαν αόρατη λεπίδα που έκοβε το πάθος στη μέση. Υπήρχαν όρια που δεν μπορούσε να αγνοήσει, όσο κι αν η ψυχή του φώναζε το αντίθετο.
....Τελικά η Δανάη αποφάσισε με δυο εξαδέλφες της να πάνε σε μια μουσική εκδήλωση! Τις στιγμές εκείνες που ετοιμάζονταν προς αναχώρηση βρήκε ευκαιρία να ξεμοναχιάσει το Νικηφόρο, να του δώσει ένα πεταχτό ρουφηχτό φιλί και καπάκι μια γεμάτη γονατιά στα σκέλια με στόχο τα γεννητικά του όργανα.
«Καυλιάρη μου εσύ σε πόνεσα;» 
«Τι με πόνεσες βρε μωρό μου! στο χέρι μου τα 'δωσες.»
«Με συγχωρείς άλλα είμαι πολύ θυμωμένη μαζί σου και δεν ηρεμώ όσο το σκέφτομαι ότι απόψε θα γαμήσεις πάλι τη μιλφάρα!.» Εννοεί τη Νεφέλη βέβαια. 
Ο Νικηφόρος διπλώθηκε στα δύο, βγάζοντας έναν βραχνό, πνιχτό γογγυσμό που κόπηκε απότομα στον λαιμό του.  Καθώς ο οξύς πόνος άρχισε να καταλαγιάζει, αφήνοντας πίσω του έναν μουδιασμένο παλμό, η αντρική του περηφάνια προσπαθούσε απεγνωσμένα να σωθεί από τα συντρίμμια.
«Στα χέρια σου μου τα παρέδωσες... ψιθύρισε με στραπατσαρισμένη φωνή, σφίγγοντας τα δόντια του για να μη λυγίσει. «Είσαι με τα καλά σου; Ήθελες να με αποτελειώσεις πριν καν προλάβουμε να βγούμε από την αποθήκη;»
Όρθια από πάνω του, η Δανάη έμοιαζε έτοιμη να εκραγεί. Το παιχνιδιάρικο νεύμα της είχε δώσει τη θέση του σε μια άγρια, καυστική ζήλια που έσταζε από κάθε της λέξη.
«Η κωλόγρια...» του πέταξε με αποστροφή, αδυνατώντας να χωνέψει την ιδέα πως αυτός ο άντρας θα μοιραζόταν αργότερα τη ζωή και τον χώρο του με κάποια άλλη.
Ο Νικηφόρος σήκωσε το βλέμμα του, βαρύς από τη συνειδητοποίηση. Τα σύνορα ανάμεσα στο παράνομο πάθος και στην απόλυτη κτητικότητα είχαν μόλις καταρρεύσει.
Ένα σαρδόνιο, προκλητικό χαμόγελο πήγε να σχηματιστεί στα χείλη του.
«Γιατί, σε τρώει η ζήλια;» της πέταξε μες στα δόντια, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία του.
Εκείνη όμως δεν αστειευόταν. Το βλέμμα της ήταν κοφτερό σαν λεπίδα.
«Δεν ζηλεύω, απαιτώ,» του ξεκαθάρισε, πριν τον πετσοκόψει με τις μνήμες της προηγούμενης νύχτας. «Να θυμάσαι τι άκουσα χθες στην παραλία. Η Νεφέλη δεν ξεχνιέται εύκολα... ούτε όμως και το πως της φέρθηκες. Οπότε, άνοιξε τα μάτια σου καλά, γιατί μπορεί η υπομονή μου να τελειώσει.»
«Μη γίνεσαι έτσι, μικρή μου...» της ψιθύρισε προσπαθώντας να μαλακώσει τον τόνο.
«Έλα μαζί μας στη ντισκοτέκ,» τον προκάλεσε εκείνη με ένα δηλητηριώδες χαμόγελο. «Άσε τη Νεφέλη να χαρεί την αποψινή νύχτα όπως της αξίζει, αφού ούτως ή άλλως ρόλοι και υποσχέσεις γίνονται στάχτη.»
«Το μυαλό σου έχει κολλήσει σε έναν αέναο κύκλο, σαν κολλημένη βελόνα του πικ απ Δανάη..». της απάντησε εκείνος, νιώθοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια του να τρέμει.
Εκείνη δεν έκανε ούτε μισό βήμα πίσω. Το βλέμμα της τον έκαιγε, διαπερνώντας τις άμυνες που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ορθώσει.
«Σαν πικάπ, στα λέω...» τον κατηγόρησε με μια φωνή που έσταζε ειρωνεία και δηλητήριο.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε, οι προκλήσεις, και η τριπλή φωτιά, δούλευε σαν σαράκι μέσα του, ξυπνώντας ένστικτα που ούτε ο ίδιος ήθελε να παραδεχτεί.
Με μια απότομη κίνηση, η Δανάη έκοψε τη κουβέντα στη μέση. Η οργή της μεταμορφώθηκε σε μια παγωμένη, υποσχόμενη ηδονή.
Γυρίζοντας την πλάτη, άρπαξε την τσάντα της και τράβηξε για την έξοδο, καθώς οι φωνές από τις εξαδέλφες της άρχισαν να πλησιάζουν στην αυλή. Πριν χαθεί στο φως της ημέρας, τον κοίταξε για τελευταία φορά.
«Τράβα σε εκείνη απόψε...» του πέταξε μες στα δόντια. «Μα ο λογαριασμός μας δεν έχει κλείσει.»
Θέλοντας να απομακρύνει τη συζήτηση από το επικίνδυνο πεδίο τους, ο Νικηφόρος έστρεψε αλλού την κουβέντα.
«Με τη Φαίδρα τα πάτε καλά; Μου φαίνεται πως υπάρχει μια μόνιμη κόντρα ανάμεσά σας.»
Η Δανάη αναστέναξε με περιφρόνηση.
«Είναι γοητευτική, ναι, αλλά ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Με τη μάνα μου μπορούμε να πιαστούμε στα χέρια για το τίποτα. Ξέρεις τι φταίει; Η αγαμησιά, σου λέω! Όταν μια γυναίκα μένει στεγνή και απότιστη, βγάζει φαρμακερή χολή σε όλους. Θέλει έναν άντρα γερό να τη στρώσει, να τη βάλει στη θέση της! Να την πασσαλώσει.
Ένα ειρωνικό, λάγνο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του Νικηφόρου, παρά την ένταση που μόλις είχε προηγηθεί.
«Δηλαδή αυτή είναι η ρίζα του κακού;» ρώτησε, κουνώντας απελπιστικά το κεφάλι του.
Η Δανάη του πέταξε ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά.
«Ακριβώς αυτό, αγάπη μου. Οπότε, να έχεις το νου σου απόψε. Μη αφήσεις καμία παραπονεμένη στο χωριό, γιατί ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα γλιτώσεις από τα νύχια μας!»
Η σιλουέτα της χάθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας όμως πίσω της έναν ηλεκτρισμό που έκαιγε ακόμα τον αέρα. Η Δανάη απομακρύνθηκε λικνιζόμενη με υπολογισμένη χάρη, κάθε της βήμα και ένα ράπισμα στον εγωισμό του.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει, πιστεύοντας πως κρατούσε τα ηνία, αγνοώντας πως είχε ήδη πιαστεί χειροπόδαρα στον ιστό της. Η παγίδα είχε κλείσει, και η νύχτα υποσχόταν να είναι αμείλικτη.
Μόνος στην αυλή πια, ο Νικηφόρος έσυρε τα χέρια στις τσέπες του, με τα νεύρα του τεντωμένα σαν χορδή. Το άρωμά της φάνηκε να ποτίζει τον αέρα, άρρηκτα δεμένο με το χνάρι της οργής και της ηδονής που του άφησε.
Ο έμπειρος ναυτικός, ο σκληρόπετσος άντρας που νόμιζε πως τιθασεύει τα πάντα, είχε γονατίσει από μια δεκαοκτάχρονη. Και το πιο πικρό; Πως ο ίδιος είχε στρώσει το χαλί για να πέσει στην παγίδα της, γουστάροντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της ορμονικής ήττας.
Η σιωπή της νύχτας έπεσε σαν βαρύ κάλυμμα πάνω από το χωριό, αλλά ήταν μια σιωπή που έκρυβε καταιγίδα. Ο Νικηφόρος, παλεύοντας να ηρεμήσει τους μαινόμενους παλμούς του και να εξαφανίσει τα ίχνη της φωτιάς από πάνω του, δεν ήξερε ακόμα πως το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο. Η νύχτα υποσχόταν εκπλήξεις που θα σάρωναν τα πάντα στο πέρασμά τους.
Ο κλοιός έσφιγγε απειλητικά. Από τη μία η Φαίδρα, με το βλέμμα της να διαπερνά τα πάντα σαν ξυράφι· από την άλλη η Νεφέλη, να πλησιάζει με εκείνο το επικίνδυνο, υποσχόμενο χαμόγελο. Ο Νικηφόρος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, ακριβώς τη στιγμή που η απουσία της Δανάης άφηνε τον αέρα ηλεκτρισμένο και έτοιμο να εκραγεί.
Μόνος με τη Νεφέλη πια, ο Νικηφόρος προσπάθησε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα. Η καχύποπτη ματιά της δεν άργησε να πέσει πάνω του.
«Τσακωθήκατε με τη μικρή;» τον ρώτησε κοφτά.
«Κουβέντα κάναμε...»  απάντησε εκείνος, κρύβοντας την ταραχή του πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Μα η σκέψη του ούτως ή άλλως είχε καρφωθεί αλλού. Αν η Νεφέλη ήξερε τι «δυναμίτης» κρυβόταν πίσω από τη νεαρή ηλικία της Δανάης και πώς τον είχε αφήσει λειψό, τα πόδια της θα τρέμανε εξίσου.
Η Νεφέλη τον ζύγισε με βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για αυταπάτες. Τα σταυρωμένα χέρια της ανέδιδαν μια προκλητική αμυντικότητα, γεμάτη υποψίες.
«Πολύ «συμβουλευτικός» έχεις γίνει τελευταία, Νικηφόρε...» του πέταξε με υπονοούμενο. «Και φοβάμαι πως το παιχνίδι σας θα αφήσει καμμένα ερείπια.»
Εκείνος προσπάθησε να γελάσει την κατάσταση, κρύβοντας τον πυρετό που τον έκαιγε από μέσα.
«Σοβαρεύσου, σου λέω... Εμείς οι μεγαλύτεροι απλώς βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.»
Η Νεφέλη έκλεισε την απόσταση με μια κίνηση γεμάτη υποσχέσεις, τυλίγοντας τον με το άρωμά της. Το βλέμμα της γλίστρησε πάνω του, διαβάζοντας κάθε ίχνος της ταραχής του.
«Στους νέους, λες;» ψιθύρισε με φωνή που ακουγόταν σαν χάδι και πρόκληση μαζί. «Εγώ βλέπω έναν άντρα πιασμένο στην παγίδα του, που μάλλον περνάει υπέροχα μέσα στα δίχτυα του.»



Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Summer vacation is over.

..Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ....Part...7»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).......Βρισκόμαστε πλέον στην εποχή του Φθινοπώρου.  Στην εποχή κατά την οποία ο γαλανός ουρανός, οι ηλιόλουστες μέρες και οι δροσερές νύχτες προσθέτουν σταδιακά εκατοντάδες κίτρινες, πορτοκαλί και κόκκινες πινελιές στους δασοσκέπαστους λόφους. Έχουν περάσει τρεις γεμάτες εβδομάδες που τελείωσαν οι διακοπές του καλοκαιριού για τις οικογένειες τους.  Η «θερινή ραστώνη» η δύναμη που τα ισοπεδώνει όλα, ή η «καλοκαιρινή ραστώνη» που εύκολα χρησιμοποιεί όποιος θέλει να χαρακτηρίσει την πλήρη αδράνεια, τη χαλαρότητα που επικρατεί το καλοκαίρι και ειδικότερα τον Αύγουστο κάτω από έναν ήλιο που στέκει αγέρωχος εκεί ψηλά και δίνει ώθηση στα ενδόμυχα όνειρα και τις επιθυμίες μας, να ζούμε πιο έντονα, να σκεφτόμαστε θετικά πράγματα, να χαράσσουμε το μέλλον μας και ο,τι μπορεί να συμβεί να μετατίθεται σε μέλλοντα χρόνο. Στις μέρες μας όπου το άγχος και οι ρυθμοί της καθημερινότητας μας είναι αυξημένοι, οι διακοπές και οι μικρές αποδράσεις μπορούν να μας δώσουν μια ανάσα ξεκούρασης, η όποια έχει πολύ ευεργετικές επιπτώσεις και στην μετέπειτα ζωή μας. Απελευθερωνόμαστε, ηρεμούμε για να ξεφύγουμε από πίεση, άγχος και απαιτήσεις και θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα. Αυτές λοιπόν οι ανέμελες στιγμές που έζησαν οι οικογένειες τους έχουν μείνει εκεί στις ακρογιαλιές του πανέμορφου κόλπου. στη θάλασσα όπου το νερό ξέπλενε τις αισθήσεις τους και το αλάτι επούλωνε τις πληγές τους. Οι διακοπές φαντάζουν πλέον ανάμνηση και το κάθε μέλος της ευρύτερης οικογένειας βρίσκεται σήμερα και πάλι ενεργό στα εργασιακά και οικογενειακά τους καθήκοντα. Για πολλούς, είναι η επιστροφή στη δουλειά ή το σχολείο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, κάτι που δίνει μια αίσθηση ανανέωσης και οργανωτικότητας. Είναι η στιγμή που βάζουμε νέους στόχους και οργανώνουμε τις υποχρεώσεις μας, με μια αίσθηση φρεσκάδας και νέας ενέργειας. Ο Σεπτέμβριος είναι ένας μήνας γεμάτος μεταβατικές στιγμές και αντιθέσεις, που τον καθιστούν μοναδικό και ίσως τον καλύτερο μήνα του χρόνου. Από τη μία πλευρά, το καλοκαίρι αποχαιρετά, με τη ζέστη να υποχωρεί σιγά σιγά, και από την άλλη, το φθινόπωρο αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του, με την ατμόσφαιρα να γίνεται πιο δροσερή και γλυκιά. Αυτός ο μήνας φέρνει μαζί του και την εποχική μετάβαση στη φύση. Τα φύλλα των δέντρων αρχίζουν να αλλάζουν χρώμα, με τα ζωντανά πράσινα να δίνουν τη θέση τους σε χρυσοκίτρινες και κόκκινες αποχρώσεις. Η φύση προετοιμάζεται για τον ερχομό του χειμώνα, και αυτή η αλλαγή δημιουργεί μια μοναδική αίσθηση γαλήνης και ομορφιάς.
.....Η Εριφύλη πέρα από τις οικογενειακές καθημερινές υποχρεώσεις της σαν μητέρα δυο μικρών παιδιών που μεριμνά για την σωστή ανατροφή τους και την άρτια σχολική εκπαίδευση τους, με προσμονή και έντονο ενδιαφέρον ανέμενε την έναρξη των μαθημάτων στο Εργαστήρι Βυζαντινής Αγιογραφίας όπου έκανε ελεύθερες σπουδές ζωγραφικής και βυζαντινής αγιογραφίας. Συνέχισε να πηγαίνει τους μικρούς γιους της  κολυμβητήριο το χειμώνα – ή για την ακρίβεια, και το χειμώνα! Δεν το θεωρούσε καθόλου κακή ιδέα διότι πιστεύει πως η κολύμβηση όπως και κάθε σωματική άσκηση δυναμώνει το ανοσοποιητικό τους σύστημα και το κολύμπι είναι μια πολύ υγιεινή άσκηση για όλο το σώμα, που γυμνάζει χωρίς να επιβαρύνει, δεν προκαλεί τραυματισμούς και δυναμώνει τους πνεύμονες. 
Ταυτόχρονα ξεκίνησε και πάλι το γυμναστήριο που είχε διακόψει τους καλοκαιρινούς μήνες και απλώς αφιέρωνε λίγο χρόνο στον εαυτό της κάνοντας γυμναστική στην ύπαιθρο. Πηγαίνει στο ίδιο γυμναστήριο εδώ και τρία χρόνια, όμως τη νέα σαιζόν, ο καινούργιος γυμναστής είναι πολύ όμορφος με όλα αυτά τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός σέξι γυμναστή (κοιλιακοί, μούσκουλα, αρρενωπότητα).  Εκεί, ο γυμναστής έδειξε αμέσως το ενδιαφέρον του για εκείνη και μετά το δεύτερο κιόλας μάθημα την περίμενε απ’ έξω, της έπιασε κουβέντα και στο τέλος της ζήτησε να πάνε για ποτό. Καθόλου δεν το εκτίμησε το ενδιαφέρον του η Εριφύλη απεναντίας της θύμισε τον γείτονα της τον ταξιτζή,(Αυτόν τον Λιγούρη που το μάτι του διαθέτει ραντάρ, το οποίο πιάνει ό,τι σε θηλυκό κινείται εντός του οπτικού του πεδίου. Αυτός πιστεύει ότι όλες γυναίκες γράφουν «γάμησε με» στο κούτελο και στο δικό του έχει πάρει ανεξίτηλο μαρκαδόρο και έχει γράψει «θέλω να σε πηδήξω.») οπότε είπε ευγενικά όχι και αποχώρησε. Ωστόσο, στα μαθήματα συνέχισε να ασχολείται κυρίως μαζί της και να προσπαθει κάθε φορά να την ακουμπήσει για να τη διορθώσει. Μέχρι που του έθεσε ξεκάθαρα τα όρια της για να νιώθει άνετη και ελεύθερη, να γυμναστεί όπως θέλει, χωρίς να νιώθει την απειλή ότι κάποιος θα έρθει να της πιάσει την κουβέντα σφίγγοντας επιδεικτικά τα μπράτσα του. Και αν πρέπει να της δείξει μια άσκηση, να τη ρωτήσει πρώτα αν μπορεί να την αγγίξει.
Στην απορία της φιλενάδας της, της Ελπινίκης γιατί δεν αλλάζει γυμναστήριο και κάθεται και ανέχεται τον κάθε γλοιώδη τύπο, η Εριφύλη αντέδρασε. «Γιατί αν είναι να αλλάζουμε γυμναστήρια και χώρους δραστηριοποίησης γενικά κάθε φορά που μας παρενοχλούν, δεν θα μπορούμε να πάμε πουθενά στο τέλος. Δεν είναι το θέμα να φεύγουμε εμείς σαν κυνηγημένες, το θέμα είναι να μαζευτούν οι σάλιαγκες. Που μου σταυροκοπιέσαι με απορία κιόλας…»
....Η Άλκηστις αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τα πτυχιακά της μαθήματα. Για να πάρει πτυχίο χρωστά ένα μάθημα και τη πτυχιακή της εργασία και είναι απλά θέμα χρόνου να περάσει τον πρώτο από τους δυο σκοπέλους. Τον δεύτερο όσο και καλή διάθεση και αν έχει απαιτεί διάβασμα, και δε θέλει να πάει και άλλο μακριά η βαλίτσα του πτυχίου της. Ταυτόχρονα απασχολείται part time στη ρεσεψιόν πολυτελούς ξενοδοχείου στην πολιτεία καταγωγής και διαμονής της. Με την Εριφύλη έχουν σχεδόν καθημερινή επαφή μέσα από τα sosial media. Όταν ο χρόνος της το επιτρέπει  η Άλκηστις κατεβαίνει στην Αθήνα στην ξαδέλφη της...............

 
Web Informer Button