ADS

click to open

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

One Night Stand at Thessaloniki

.Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Part:2)....Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε για περισσότερες λεπτομέρειες:
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)
Η Ναυσικά ένιωσε μια πρωτόγνωρη έξαψη να την κατακλύζει. Η πρόταση της Ανδρομάχης δεν ήταν απλώς μια πρόταση, ήταν ένα στοίχημα. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν είχε ξανακούσει, έναν ρυθμό ρυθμικό, σχεδόν προκλητικό. Η Ανδρομάχη δεν της ζήτησε απλώς να πάνε ένα ταξίδι. Της ζήτησε να συνωμοτήσουν, να γίνουν οι αρχιτέκτονες ενός παιχνιδιού όπου οι ρόλοι θα αντιστρέφονταν. Το βλέμμα της Ανδρομάχης παρέμενε καρφωμένο πάνω της, βαρύ από υποσχέσεις και μια σιγουριά που τρόμαζε και συνάμα μαγνήτιζε τη Ναυσικά. «Τρεις μέρες και δύο νύχτες...» ψιθύρισε η Ναυσικά, με τη φωνή της να ακούγεται ασυνήθιστα σταθερή, παρά την εσωτερική της αναταραχή. «Στη Θεσσαλονίκη, εδώ που ο αέρας μυρίζει πάντα θάλασσα και ανυπακοή.» Έσφιξε ανεπαίσθητα το χέρι της Ανδρομάχης, παρασυρμένη από την ένταση της στιγμής. Η λογική της, που πάντα την έκανε να ζυγίζει τα βήματά της, εκείνη τη στιγμή φάνταζε σαν ένα παλιό, ξεθωριασμένο ρούχο που δεν χρειαζόταν πια. «Δεν είναι μόνο η πρόκληση, Ανδρομάχη», απάντησε η Ναυσικά, τολμώντας να την κοιτάξει με μια νέα αυθάδεια. «Είναι η απελευθέρωση. Το να αφήσουμε άλλους να νομίζουν ότι κρατούν τα ηνία, ενώ εμείς θα κινούμαστε στις σκιές, παρατηρώντας τους να πέφτουν στην παγίδα της δικής μας αδιαφορίας... ή της δικής μας γοητείας. Είναι ένα παιχνίδι που δεν έχω παίξει ποτέ, αλλά νιώθω ότι οι κανόνες του είναι γραμμένοι στο αίμα μου.» Ένα μικρό, σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ναυσικάς. Η σκέψη των αντρών που θα πίστευαν πως ήταν οι κυρίαρχοι, ενώ στην πραγματικότητα θα ήταν απλώς πιόνια σε μια παρτίδα που η ίδια και η Ανδρομάχη θα διηύθυναν, της έδωσε μια αίσθηση δύναμης που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. «Δέχομαι το στοίχημα», είπε η Ναυσικά, και η φωνή της τώρα είχε τη σιγουριά μιας γυναίκας που μόλις είχε αποφασίσει να κάψει τις γέφυρες με τον παλιό της εαυτό. 
Η Ανδρομάχη σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το αεράκι του Θερμαϊκού να της ανακατέψει τα μαλλιά, και με το βλέμμα στραμμένο προς το βάθος του ορίζοντα, συμπλήρωσε με φωνή που έμοιαζε να κουβαλάει όλη τη μαγεία της πόλης: «Απόψε στη Θεσσαλονίκη ο έρωτας περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών! Είναι ένας έρωτας αλλιώτικος, Ναυσικά. Δεν κρατάει χάρτη και δεν υπόσχεται επιστροφές. Περιφέρεται ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και τις σκιές των στενών, και μας περιμένει γιατί η Θεσσαλονίκη δεν κοιμάται ποτέ όταν έρχεται η νύχτα.». 
Η Ναυσικά έγνεψε καταφατικά, νιώθοντας πως η βραδιά μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται σαν ένα σπάνιο χειρόγραφο.
«Και ο ρασοφόρος;» ρώτησε η Ναυσικά, χαμηλώνοντας λίγο τον τόνο της φωνής της.
«Ο ρασοφόρος;» επανέλαβε η Ανδρομάχη, αφήνοντας το όνομα να γλιστρήσει από τα χείλη της σαν μια λέξη χωρίς πια κανένα βάρος.» Έκανε ένα βήμα πιο κοντά, τόσο που η Ναυσικά μπορούσε να νιώσει την ανάσα της, μια ανάσα που μύριζε υπόσχεση και ελευθερία. «Ξέχνα τον, Ναυσικά. Στη Θεσσαλονίκη, τα κλαμπ δεν είναι ναοί σιωπής. Είναι φωτεινές αρένες, γεμάτες ζωή, παλμό και δίψα. Εκεί θα βρεις δεκάδες ρασοφόρους. Θα είναι σαν κι εμάς, άνθρωποι που αναζητούν την ένταση για να νιώσουν ζωντανοί.» Η Ανδρομάχη χτύπησε ελαφρά το χέρι της Ναυσικάς, σαν να επικύρωνε μια συμφωνία. «Φαντάσου το. Να μπαίνουμε μέσα, να γινόμαστε το επίκεντρο χωρίς να προσπαθούμε, και να βλέπουμε τον καθέναν από αυτούς να προσπαθεί να μας κερδίσει, πιστεύοντας πως είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Θα παίξουμε μαζί τους, θα τους αφήσουμε να μας πλησιάσουν, θα τους αφήσουμε να πιστέψουν πως μας κατέκτησαν... και τη στιγμή που θα νομίζουν ότι έχουν τον έλεγχο, εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντάς τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε. Λοιπόν; Θα πάμε να βρούμε την πυρκαγιά που μας περιμένει;»
«Εμείς θα έχουμε ήδη φύγει, αφήνοντας τους να αναρωτιούνται τι τους χτύπησε! Και αν μας ανάψουν φωτιές;» τη ρωτάει προβληματισμένη η Ναυσικά. 
Η Ανδρομάχη χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που δεν έφτανε μόνο στα χείλη, αλλά φώτιζε όλο της το πρόσωπο με μια άγρια, σχεδόν αρχέγονη ικανοποίηση. «Αν μας ανάψουν φωτιές, Ναυσικά... τότε το παιχνίδι σταματά να είναι δικό τους και γίνεται δικό μας», απάντησε η Ανδρομάχη, «Αν μας ανάψουν φωτιές, δεν τις σβήνουμε. Τις αφήνουμε να φουντώσουν, γιατί μόνο μέσα στη φλόγα μπορείς να δεις ποιος άντρας έχει το θράσος να αντέξει το κάψιμο.» Σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας το βλέμμα της να περιπλανηθεί στο κενό, σαν να έβλεπε ήδη τις σκηνές που θα εκτυλίσσονταν στα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. «Αν μας ανάψουν φωτιές, τους αφήνουμε να μας πλησιάσουν όσο πιο κοντά αντέχουν. Και όταν νιώσουν τη δύναμη της δικής μας πυρκαγιάς, όταν καταλάβουν πως η δική μας φλόγα είναι πολύ πιο ισχυρή, πολύ πιο καταστροφική από τη δική τους, τότε τους αναγκάζουμε να μας παραδοθούν. Δεν είναι πια θέμα κυριαρχίας, είναι θέμα επιβίωσης. Αν ένας άντρας ανάψει φωτιά μπροστά μας, θα απαιτήσουμε να μας την προσφέρει ολόκληρη. Θα τον κάνουμε να μας κοιτάξει και να καταλάβει πως, από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του περιστρέφεται γύρω από τη δική μας θέληση.
Δεν φοβόμαστε τις πυρκαγιές, Ναυσικά. Εμείς είμαστε εκείνες που τις τροφοδοτούν. Αν κάποιος τολμήσει να παίξει μαζί μας, θα τον αφήσουμε να μας κάψει ακριβώς όσο χρειαζόμαστε για να νιώσουμε ζωντανές, και μετά... μετά θα τον αφήσουμε να καίγεται μόνος του, αναρωτώμενος πώς έχασε τα πάντα μέσα σε μια νύχτα. Είσαι έτοιμη να γίνεις η φωτιά που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει;»
......Ο Αλκιβιάδης θυμόταν ολοκάθαρα πόσο πολύ είχε προσπαθήσει η Ανδρομάχη για αυτό το ταξίδι που είχε οργανώσει η ενορία τους με την προτροπή και τη συμμετοχή του ιερέα. Η προσμονή της, ο τρόπος που το σχεδίαζε, η δίψα της για αυτή την απόδραση στη Θεσσαλονίκη έδειχναν έναν άνθρωπο που μετρούσε τις μέρες να βρίσκεται δίπλα στον πνευματικό της. Και ξαφνικά, η είδηση ότι ο πνευματικός της δεν έμεινε καν μαζί τους στο ξενοδοχείο αλλά τράβηξε κατευθείαν για το Άγιο Όρος, συνοδεύτηκε από εκείνη την αλλόκοτη, υποδόρια ανακούφιση στη φωνή της. 
Η εξήγηση που σχηματίστηκε στο μυαλό του Αλκιβιάδη φάνταζε πλέον η πιο λογική, και ταυτόχρονα η πιο εκρηκτική.
 Ίσως όλη αυτή η προσμονή δεν αφορούσε απλώς ένα χαλαρό ταξίδι με τη Ναυσικά. Ίσως η παρουσία του «ρασοφόρου» να ήταν η αόρατη αφορμή, η σκιά που κινούσε τα νήματα. Μέχρι που η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα. Μια στιγμή, μια εικόνα, μια αποκάλυψη, όταν η Ανδρομάχη είδε τον πνευματικό, αυτόν τον άνθρωπο που θεωρούσε καθοδηγητή, να «σαλιαρίζει» απροκάλυπτα με τη νεαρή φοιτήτρια.
Η οργή εκείνης της στιγμής λειτούργησε σαν αρνητικός καταλύτης. Απότομα, γκρέμισε κάθε ιδεαλισμό, διέλυσε την αυταπάτη και έκαψε μονομιάς όποια συναισθηματική σύνδεση και οικειότητα, υπήρχε μεταξύ τους. Και τώρα, ελεύθερη από προσδοκίες, προδομένη αλλά και ξαφνικά απελευθερωμένη από μια σιωπηλή χειροπέδη, η Ανδρομάχη βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη όχι για να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα, αλλά για να κάψει τα παλιά και να ζήσει τη νύχτα με τους δικούς της όρους.
 ..Θυμήθηκε τα λόγια του φίλου του ...του «κατεργάρη» ρασοφόρου... που με σοβαροφάνεια και ιερό ζήλο του είχε υποσχεθεί να είναι ο άγρυπνος φρουρός της Ανδρομάχης. Του είχε τάξει πως με την προσευχή, την ευλογία και την καθοδήγησή του θα κρατούσε την ηθική της συνείδηση σε εγρήγορση, ώστε να μην παρασυρθεί στα πλοκάμια του διαβόλου, που παραμονεύουν τις παντρεμένες γυναίκες για να τις ρίξουν στην αμαρτία της εξωσυζυγικής σχέσης.
 Και τι έκανε αυτός ο «φύλακας άγγελος»; Αντί να μείνει δίπλα της, να αποτελεί το ηθικό της στήριγμα και να την προστατεύει από τους ύπουλους πειρασμούς της σάρκας, τα παράτησε όλα! Όχι μόνο την άφησε έκθετη στους πειρασμούς των Πρωτοπλάστων, αλλά ο ίδιος ενέδωσε πρώτος, σαλιαρίζοντας με τη φοιτήτρια πριν αναχωρήσει άρον-άρον για την ασφάλεια του Αγίου Όρους! 
Τώρα πια , πίσω στη Θεσσαλονίκη, στο κρυμμένα μπαρ στις στοές, οι ισορροπίες θα ανατραπούν πλήρως, σκέφτεται ο Αλκιβιάδης και οι σκέψεις διαδέχονταν η μία την άλλη σαν χείμαρρος.
 Πόση ασφάλεια θα ένιωθε αν ήξερε ότι ο ιερομόναχος, με τη στιβαρή του παρουσία και τη μεγάλη πείρα που είχε αποκτήσει από το γυναικείο κοινό της ενορίας του, βρισκόταν πράγματι δίπλα της! Θα ήταν εκεί για να την προστατεύσει από τις ύπουλες παγίδες του Σατανά, που γλιστρούν πονηρά στον γυναικείο νου με χίλιους δυο τρόπους, μετατρέποντας τις σκέψεις σε πράξεις και σπρώχνοντας την ψυχή στον κατήφορο της αμαρτίας και των ενοχών. Αν ο ρασοφόρος στεκόταν σαν άγρυπνος φύλακας άγγελος, ο Αλκιβιάδης θα κοιμόταν ήσυχος στην Αθήνα, βέβαιος πως η Ανδρομάχη δεν θα υπέκυπτε σε κανένα ερωτικό παραστράτημα. 
Αντί για αυτό, όμως, οι μεγαλόστομες υποσχέσεις αποδείχθηκαν κενό γράμμα. Ο «άγιος» πατέρας πήρε τα όρη και τα βουνά της Χαλκιδικής, αφήνοντας την Ανδρομάχη ανεπιτήρητη και ελεύθερη στο πιο επικίνδυνο, ατμοσφαιρικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης.
 «Δηλαδή, αυτός ο άνθρωπος δεν προβληματίζεται καθόλου;» 
Δεν περνάει καν από το μυαλό του ρασοφόρου ότι αυτή ακριβώς τη νύχτα, μέσα στους καπνούς και τη χαμηλή μουσική του μπαρ της στοάς, ένας αδέσποτος εραστής της μιας βραδιάς μπορεί να κερδίσει το προνόμιο να παρασυρθεί μαζί της σε απαγορευμένα ερωτικά παιχνίδια; Ότι κάποιος άγνωστος θα γεύεται τη θηλυκότητα της και τα θεσπέσια καπούλια της, την ίδια ώρα που ο «πνευματικός» απολαμβάνει τη γαλήνη του Αγίου Όρους;
 ............Η Ανδρομάχη και η Ναυσικά, κουρασμένες αλλά ενθουσιασμένες από το πλούσιο εκδρομικό πρόγραμμα, επέστρεψαν στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει το ταξιδιωτικό γκρουπ. Καθώς ανανέωναν τα ρούχα τους για τη βραδινή έξοδο, η πόρτα χτύπησε, ήταν η ξαδέρφη της Ναυσικάς, η οποία ζει και αναπνέει στους ρυθμούς της Θεσσαλονίκης λόγω του μεταπτυχιακού της.
 «Girls' night out στη Θεσσαλονίκη επιβάλλεται!» αναφώνησε η ξαδέρφη μόλις μπήκε στο δωμάτιο. «Αφού έχετε εμένα για ντόπια ξεναγό, ξεχάστε τα τουριστικά. Η Θεσσαλονίκη είναι ξεκάθαρα η πρωτεύουσα του αυθόρμητου φλερτ και της non-stop διασκέδασης. Ξεχνάτε τις στημένες καταστάσεις, εδώ το φλερτ γίνεται όρθιο, με ένα ποτό στο χέρι, ιδανικό έδαφος για κόσμο που βγαίνει με διάθεση για γνωριμίες και για άμεσο και χαλαρό φλερτ και με μουσικές που ανεβάζουν τη διάθεση καθώς πέφτει η νύχτα..
Με τα σχέδια έτοιμα, οι τρεις τους βγήκαν στους ζωντανούς δρόμους της Θεσσαλονίκης, έτοιμες να απολαύσουν μια αξέχαστη βραδιά!
Η επιλογή της ξαδέρφης αποδείχθηκε ακριβώς αυτό που χρειάζονταν. Καθώς προχωρούσαν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, τα βήματά τους τις οδήγησαν μακριά από τη φασαρία του κεντρικού δρόμου, στην είσοδο μιας ατμοσφαιρικής στοάς.
Η μετάβαση ήταν σχεδόν μαγική, μόλις πέρασαν την καμάρα της στοάς, ο ήχος της πόλης χαμήλωσε και τη θέση του πήρε η ζεστή, μπάσα μουσική που αγκάλιαζε τον χώρο. Το μπαρ φανερώθηκε μπροστά τους σαν ένας κρυμμένος θησαυρός. Η αισθητική του, ένας συνδυασμός ρετρό λεπτομερειών, χαμηλού, θερμού φωτισμού και ξύλινων στοιχείων, έδινε την αίσθηση ότι είχες μεταφερθεί σε μια άλλη εποχή ή σε μια κρυφή γωνιά κάποιου ευρωπαϊκού μητροπολιτικού μπαρ.
Καθώς μπήκαν μέσα, η φιλόξενη ενέργεια του χώρου τις έκανε αμέσως να χαλαρώσουν. Δεν υπήρχε ίχνος επιτηδευμένης αμηχανίας· ήταν ένας χώρος που απέπνεε απόλυτη ασφάλεια, οικειότητα και σεβασμό, από εκείνα τα στέκια όπου μια γυναίκα ή μια γυναικεία παρέα μπορεί να νιώσει 100% ο εαυτός της, είτε θέλει να χορέψει είτε απλώς να συζητήσει με το ποτό της.
Η είσοδός τους ήταν σαν σκηνή από ταινία που γυρίστηκε σε αργή κίνηση. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η ξαδέρφη της διέσχισαν τη στοά και πέρασαν το κατώφλι του μπαρ με έναν αέρα απόλυτα φυσικό, αέρινο και ανεπιτήδευτο. Η φυσική τους ομορφιά, φωτισμένη από τον θερμό, χαμηλό φωτισμό του χώρου, δεν χρειαζόταν τίποτα το υπερβολικό για να ξεχωρίσει.
Όμως ήταν η Ανδρομάχη που σαν μαγνήτης τράβηξε πάνω της την ατμόσφαιρα του χώρου. Σε κάθε της βήμα αποτύπωνε μια ήρεμη βεβαιότητα, μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν να επιβληθεί, απλώς υπήρχε. Τα βλέμματα, ανδρικά και γυναικεία, στράφηκαν πάνω της, συνοδεύοντάς την από την είσοδο μέχρι τη γωνιά της μπάρας. Φλογερές ματιές, γεμάτες θαυμασμό και περιέργεια, γλίστραγαν πάνω της, αλλά εκείνη τις προσπερνούσε με μια διακριτική, σχεδόν αριστοκρατική αδιαφορία.
Δεν ήταν θέμα αλαζονείας. Ήταν γιατί η προσοχή της ήταν αλλού.
Η καρδιά της χτυπούσε με έναν δικό της, εσωτερικό ρυθμό. Τα μάτια της, ενώ έδειχναν να κοιτούν το περιβάλλον με ηρεμία, σάρωναν διακριτικά κάθε γωνιά της στοάς, κάθε σκιά κοντά στην μπάρα, κάθε παρέα που γελούσε κάτω από τα χαμηλά φώτα. Ήξερε, ή τουλάχιστον η διαίσθησή της την έκανε να θέλει να πιστεύει βαθιά,πως εκείνο το βράδυ, σε αυτό ακριβώς το κρυμμένο στέκι της Θεσσαλονίκης, βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε έρθει να αναζητήσει.
Η Ναυσικά και η ξαδέρφη της προχωρούσαν δίπλα της χαμογελαστές, απολαμβάνοντας την ενέργεια της βραδιάς, χωρίς να έχουν καταλάβει ακόμα πλήρως την αληθινή αποστολή της Ανδρομάχης...
 Η παντρεμένη Ανδρομάχη δεν είχε πια κανέναν «φύλακα» πάνω από το κεφάλι της, ούτε κανένα ηθικό φρένο. Ο πνευματικός της την είχε ελευθερώσει άθελα του. Οι καταπιεσμένες σεξουαλικές της ανάγκες, η διψασμένη για περιπέτεια θηλυκότητα της και η ατμόσφαιρα της νύχτας έσμιγαν επικίνδυνα.
Με το ποτήρι στο χέρι και τη Ναυσικά δίπλα της, η Ανδρομάχη κοίταξε προς την άκρη της μπάρας. Ο «πειρασμός» δεν άργησε να φανεί.
«Οκ... πάμε στα βαθιά!»
Η σκέψη πέρασε από το μυαλό της Ανδρομάχης σαν μια ηλεκτρική εκκένωση, συνοδευόμενη από ένα κρυφό, αφοπλιστικό χαμόγελο στα χείλη της. 
Η απόφασή της είχε πλέον αποκρυσταλλωθεί: καμία δέσμευση, καμία υπόσχεση για το αύριο, καμία προσδοκία που θα βάραινε τη στιγμή. Ήξερε απόλυτα τι ήθελε και ακόμα πιο σημαντικά τι δεν επιθυμούσε.
Κάποιες συναντήσεις έχουν ανυπολόγιστη αξία ακριβώς επειδή γεννιούνται, ανθίζουν και ολοκληρώνονται μέσα στα όρια μιας μοναδικής νύχτας, χωρίς να ζητούν τίποτα περισσότερο.
 Αυτό που αναζητούσε ήταν ένας νέος άνδρας με έντονο ερωτισμό, έμφυτη αυτοπεποίθηση και την τόλμη να βουτήξει μαζί της σε μια νύχτα γεμάτη αμοιβαία απόλαυση. Ήθελε κάποιον που να μπορεί να ακολουθήσει τον ρυθμό της, να αποκωδικοποιήσει τις επιθυμίες της χωρίς βιασύνη, χαρίζοντας της μια εμπειρία που θα την έκανε να νιώσει ξανά απόλυτα ζωντανή, ελεύθερη και ακαταμάχητη. 
Στο μυαλό της Ανδρομάχης, η αλήθεια ήταν απλή και αδιαπραγμάτευτη.
 Ένας εραστής, εντελώς απαλλαγμένος από τη φθορά της καθημερινότητας, τη ρουτίνα των λογαριασμών, τα άγχη της συμβίωσης και την κούραση των χρόνων, διατηρεί πάντα ζωντανό το ένστικτο του κυνηγού και του θαυμαστή. Είναι εκεί αποκλειστικά για να απολαύσει, να προσέξει, να χαρίσει το κομπλιμέντο τη στιγμή ακριβώς που πρέπει και να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί ξανά μοναδική, ποθητή και στο επίκεντρο του κόσμου.
Αντίθετα, σε μια μακροχρόνια σχέση ή έναν γάμο, σαν αυτόν με τον Αλκιβιάδη, η οικειότητα συχνά λειτουργεί σαν ύπουλος δολοφόνος του ρομαντισμού. Τα πράγματα γίνονται αυτονόητα. Τα βλέμματα χαρίζονται σιωπηλά, τα λόγια θαυμασμού λιγοστεύουν όχι επειδή χάθηκε η αγάπη, αλλά επειδή η συνήθεια σκεπάζει τα πάντα με μια βαριά, γκρίζα σκόνη. Η ανάγκη να εκφραστεί ο πόθος πνίγεται κάτω από το βάρος της κοινής ζωής. 
Και για μια γυναίκα όπως η Ανδρομάχη, που διψούσε για επιβεβαίωση, για το βλέμμα που καίει και την προσοχή που αποδεικνύει ότι η θηλυκότητα της παραμένει ακέραια και ακαταμάχητη, αυτή η έλλειψη είχε γίνει ασήκωτη. 
Γύρισε ελαφρώς το κεφάλι της, κοιτάζοντας σαν να βρισκόταν μπροστά της ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα, και άφησε τα λόγια να φύγουν από τα χείλη της με μια ήρεμη, αφοπλιστική σιγουριά.
«Η μάχη είναι, όπως και να το κάνουμε, Αλκιβιάδη, άνιση», είπε με ένα αδιόρατο, σαγηνευτικό χαμόγελο. 
«Στο δικό μου μυαλό, τουλάχιστον, ο εραστής ξεκινά πάντοτε με προβάδισμα.» 
Στα μάτια της Ανδρομάχης, ο εραστής είχε το πλεονέκτημα της προσμονής, της καινούργιας γνωριμίας και της ανάγκης να κατακτήσει. Πρόσεχε τις λεπτομέρειες, χάριζε απλόχερα τον θαυμασμό του και έκανε τη γυναίκα να αισθάνεται μοναδική. Ο μόνιμος σύντροφος, αντίθετα, συχνά παρασυρόταν από τη δύναμη της συνήθειας, αφήνοντας την καθημερινότητα να σκεπάσει όσα κάποτε εξέφραζε με ευκολία.
Ίσως να μην ήταν πάντα έτσι. Ίσως να υπήρχαν σχέσεις που διέψευδαν αυτή την πεποίθηση. Εκείνη, όμως, εκείνη τη στιγμή της ζωής της, ήταν βέβαιη πως, στη δική της προσωπική ζυγαριά, ο εραστής έβγαινε νικητής. 
Ο Αλκιβιάδης έφερνε συνεχώς στο μυαλό του την ίδια εικόνα. Η Ανδρομάχη, μαζί με την κολλητή της, τη Ναυσικά, και την ξαδέρφη της, να μπαίνουν όλες μαζί σε ένα από τα δημοφιλή club/bar της Θεσσαλονίκης. Μια παρέα τριών γυναικών που απολάμβαναν τη βραδινή τους έξοδο, χωρίς να δείχνουν ότι αναζητούσαν γνωριμίες, κρατώντας διακριτικά τις αποστάσεις τους από κάθε βιαστική προσέγγιση. Στη φαντασία του, αυτή η στάση δεν αποτελούσε άρνηση, αλλά έναν τρόπο να διατηρούν τον έλεγχο της βραδιάς. Να επιλέγουν εκείνες πότε, με ποιον και μέχρι ποιο σημείο θα άφηναν μια κουβέντα ή ένα φλερτ να εξελιχθεί. Ίσως, συλλογιζόταν, αυτή η διακριτική αυτοσυγκράτηση να έκανε την παρουσία τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα στα μάτια των θαμώνων. 
Το παιχνίδι της γνωριμίας αποκτούσε έτσι έναν αέρα μυστηρίου, όπου τίποτε δεν ήταν δεδομένο και κάθε επόμενη κίνηση έπρεπε να κερδηθεί με ευγένεια, χιούμορ και υπομονή. Δεν ήξερε αν όλα αυτά συνέβαιναν πραγματικά ή αν ήταν αποκυήματα της ζήλιας και της φαντασίας του. Όσο περισσότερο, όμως, άφηνε το μυαλό του να πλάθει τέτοιες εικόνες, τόσο πιο αληθινές έμοιαζαν μέσα του.
 Δεν υπήρχε σχεδόν κανένα ανδρικό βλέμμα που να μην κοντοστεκόταν πάνω της. Η παρουσία της μαγνήτιζε την προσοχή με έναν τρόπο αβίαστο, σαν να εξέπεμπε μια γοητεία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Βάδιζε με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνώριζε καλά τη δύναμη της εμφάνισης και της προσωπικότητάς της, χωρίς να έχει ανάγκη να την επιδεικνύει. 
Όποιος την παρατηρούσε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι, πριν τελειώσει η βραδιά, κάποιος θα είχε καταφέρει να κερδίσει το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εκείνη έδινε τέτοια δικαιώματα, αλλά επειδή η αύρα της άφηνε να αιωρείται η υπόσχεση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις. Η Ανδρομάχη άφηνε το βλέμμα της να περιπλανιέται αργά στον χώρο. Παρατηρούσε διακριτικά τους θαμώνες, αναζητώντας εκείνο το βλέμμα που θα συναντούσε το δικό της και θα γεννούσε έναν αμοιβαίο, σιωπηλό διάλογο. Δεν την ενδιέφερε απλώς ένας όμορφος άνδρας, αναζητούσε εκείνη τη μορφή που, με την παρουσία και την αυτοπεποίθησή της, θα της ξυπνούσε τη διάθεση να φλερτάρει. Σάρωνε τα πρόσωπα ένα προς ένα, όμως κανένα δεν κατάφερνε να της κινήσει πραγματικά το ενδιαφέρον. Η μουσική γέμιζε την αίθουσα, οι παρέες γελούσαν, τα ποτήρια υψώνονταν σε πρόποση, μα εκείνη συνέχιζε να ψάχνει ανάμεσα στο πλήθος κάποιον που να ξεχωρίζει. Όταν έφτασε στη μεγάλη ξύλινη μπάρα, λουσμένη στον χαμηλό, ζεστό και ατμοσφαιρικό φωτισμό του club/bar, επιβράδυνε το βήμα της. Και τότε, σχεδόν αναπάντεχα, το βλέμμα της σταμάτησε. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, καθώς μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Το βλέμμα της στάθηκε πάνω σε έναν νεαρό άνδρα που έμοιαζε να ξεχωρίζει αβίαστα από το πλήθος. Ήταν ψηλός, ευθυτενής, με αρρενωπά χαρακτηριστικά και μια σχεδόν αρμονική συμμετρία στο πρόσωπό του που του χάριζε μια διακριτική αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία. Δεν έκανε τίποτε για να τραβήξει την προσοχή, κι όμως, η παρουσία του αρκούσε για να τον κάνει να ξεχωρίζει μέσα στον χαμηλό φωτισμό του χώρου. Η Ανδρομάχη ένιωσε το βλέμμα της να μένει καρφωμένο πάνω του για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ' όσο συνήθιζε. Μια ευχάριστη έκπληξη ζωγραφίστηκε ασυναίσθητα στο πρόσωπό της. Δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως ο άγνωστος έμοιαζε εντυπωσιακά με την εικόνα που είχε πλάσει στη φαντασία της πριν ακόμη βγει εκείνο το βράδυ. Ήταν σαν να είχε πάρει σάρκα και οστά μια αόριστη προσδοκία, κάνοντάς την να αναρωτηθεί αν η νύχτα επρόκειτο τελικά να της επιφυλάσσει περισσότερες εκπλήξεις απ' όσες είχε τολμήσει να φανταστεί. Η μόνη διαφορά ήταν πως της φάνηκε ακόμη πιο νέος απ' ότι τον είχε φανταστεί. Τα καστανά, ανέμελα μαλλιά του έπεφταν ατημέλητα πάνω στο όμορφο πρόσωπό του, χαρίζοντας του εκείνη τη φυσική γοητεία που δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Ήταν το προσεγμένο χάος της νιότης, οι ατίθασες τούφες έμοιαζαν σαν να μην είχαν ποτέ γνωρίσει χτένα, λες και μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και είχε βγει στον κόσμο με την ίδια ανεπιτήδευτη άνεση. Η εικόνα του απέπνεε φρεσκάδα, ζωντάνια και μια αβίαστη αρρενωπότητα που τον έκανε να ξεχωρίζει χωρίς καμία προσπάθεια. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ο άγνωστος στεκόταν απέναντί της σχεδόν όπως τον είχε πλάσει η φαντασία της, μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνυόταν ακόμη πιο γοητευτική. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που την έκανε να διστάζει. Τα μάτια του έμοιαζαν να αλλάζουν χρώμα καθώς έπεφτε πάνω τους ο χαμηλός φωτισμός του club/bar. Ήταν πράσινα ή μπλε; Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Οι σκιές και οι αντανακλάσεις της νύχτας έκαναν το χρώμα τους να μεταμορφώνεται διαρκώς, προσθέτοντας ακόμη περισσότερο μυστήριο στην παρουσία του. Στα χείλη του σχηματιζόταν ένα χαμόγελο διακριτικό, με μια ανεπιτήδευτη παιχνιδιάρικη διάθεση. Δεν είχε τίποτε το επιτηδευμένο· έμοιαζε με το χαμόγελο ενός ανθρώπου που είχε μάθει να απολαμβάνει τις μικρές εκπλήξεις της ζωής και να αντιμετωπίζει τους άλλους με φυσική αυτοπεποίθηση. Η Ανδρομάχη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η εμφάνισή του θα του άνοιγε συχνά πόρτες. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που τραβούν τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκουν. Κι εκείνη τη στιγμή χαμογέλασε κι η ίδια. Ίσως, συλλογίστηκε, αυτή η φυσική γοητεία να έκανε λίγο πιο εύκολη και τη δική τους πρώτη γνωριμία, αν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονταν εκείνο το βράδυ.
Το τζιν του είναι λίγο φθαρμένο, και φοράει επώνυμης μάρκας παπούτσια. Είναι ένας ενδιαφέρον τύπος και άρχισε να σκέφτεται ότι αυτό το χρωστάει στο λακκάκι που έχει στο πιγούνι του. Τον κάνει ακόμα πιο αινιγματικό, και σ’ αυτό δύσκολα μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί. Μπορεί να μην ήταν καμία έφηβη, εξάλλου είχε κλείσει τα τριάντα πέντε της, όμως τέτοιον άντρα ήταν αδύνατον να τον προσπεράσει αδιάφορα. Καμιά γυναίκα δεν θα μπορούσε να περάσει από δίπλα του και να μην τον κοιτάξει. Είχε, επιτέλους, εντοπίσει τον άνδρα που είχε τραβήξει πραγματικά το ενδιαφέρον της. Κάτι στην παρουσία του, στον τρόπο που στεκόταν και στο βλέμμα του, της έδινε την αίσθηση πως η νύχτα αυτή ίσως να μην έμοιαζε με καμία άλλη. Δεν γνώριζε ακόμη αν η πρώτη εντύπωση θα επιβεβαιωνόταν, όμως η περιέργεια και η έλξη είχαν ήδη αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. 
«Ίσως αυτή η ιστορία να έχει συνέχεια», σκέφτηκε, νιώθοντας μια ανεπαίσθητη ενοχή να περνά από μέσα της. Την ίδια στιγμή, όμως, αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα και τις αισθήσεις της να ξυπνούν. Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν, μια έντονη προσμονή είχε φωλιάσει μέσα της. 
Η ατμόσφαιρα στο μπαρ είχε αρχίσει να θερμαίνεται επικίνδυνα, αποκτώντας έναν πιο χαλαρό και παιχνιδιάρικο παλμό. Η Ναυσικά, με τη ζωντάνια και το ακαταμάχητο χιούμορ της, δεν άργησε να τραβήξει τα βλέμματα και να γίνει η ψυχή της παρέας.Με μια αβίαστη κίνηση, εκείνη και η ξαδέρφη της απομακρυνθήκαν ελαφρώς από τη γωνία της μπάρας και ενσωματώθηκαν σε μια διπλανή παρέα νεαρών φοιτητών που έπιναν τα ποτά τους γεμάτοι ενέργεια. Το γέλιο δεν άργησε να ανάψει, τα πειράγματα έπεφταν βροχή και η χημεία ανάμεσά τους ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα.
Η Ναυσικά, απολαμβάνοντας την απόλυτη ελευθερία της βραδιάς, είχε πάρει τα ηνία του παιχνιδιού. Ήταν ολοφάνερο πως, ανάμεσα στα πειράγματα και τις έξυπνες ατάκες, κάποιος από τους τυχερούς φοιτητές εκείνο το βράδυ επρόκειτο να παρακολουθήσει τα πιο συναρπαστικά, «επικουρικά μαθήματα σεξολογίας» της ζωής του, με μια απόλυτα έμπειρη, σαγηνευτική και αριστοτεχνική δασκάλα.
Και την ίδια ώρα, καθώς η Ναυσικά δίνει τα δικά της... μαθήματα, η Ανδρομάχη με τον μυστηριώδη άγνωστο στη δική τους γωνιά, η βραδιά τους μόλις άρχιζε και δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα την οδηγούσε. Ως έμπειρη και δυναμική γυναίκα γνώριζε πως η πραγματική γοητεία δεν βρισκόταν στις βιαστικές κινήσεις ούτε στα προφανή μηνύματα. Αν ήθελε να τραβήξει την προσοχή του, θα το έκανε με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή που θα έμοιαζε σχεδόν τυχαία, ώστε η πρώτη τους επαφή να εξελιχθεί αβίαστα. Δεν επιθυμούσε να προδώσει από την πρώτη στιγμή τις πραγματικές της προθέσεις. Προτιμούσε το παιχνίδι της προσέγγισης, όπου το ενδιαφέρον γεννιέται σταδιακά, μέσα από βλέμματα, μικρές συμπτώσεις και λίγες καλά διαλεγμένες κουβέντες. Ήθελε να κινήσει την περιέργειά του, να τον κάνει να αναζητήσει κι εκείνος το βλέμμα της και να επιθυμήσει να τη γνωρίσει καλύτερα.  Αρχικά αντάλλαξε μαζί του μόνο μερικές διακριτικές ματιές. Όσο γοητευτικός κι αν της φαινόταν, πρόσεξε να μη σταθεί επίμονα πάνω του. Προτιμούσε να αφήνει την περιέργεια να γεννιέται αργά, μέσα από σύντομες συναντήσεις των βλεμμάτων και μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις. Δεν άργησε, ωστόσο, να αντιληφθεί ότι είχε ήδη τραβήξει την προσοχή του. 
Αφού αντάλλαξαν τις πρώτες, διστακτικές ματιές, η Ανδρομάχη στράφηκε αργά προς την μπάρα για να παραγγείλει το ποτό της. Κάθε της κίνηση ήταν ήρεμη και μελετημένη, όχι από επιτήδευση, αλλά από τη σιγουριά μιας γυναίκας που γνώριζε ότι η γοητεία βρίσκεται συχνά σε όσα αφήνεις τον άλλον να ανακαλύψει μόνος του. Του έδωσε τον χρόνο να την παρατηρήσει, να σχηματίσει τη δική του πρώτη εντύπωση, να προσέξει τη φυσική της ομορφιά, την κομψότητα της εμφάνισής της και την αβίαστη αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Όταν πήρε το ποτήρι της και γύρισε ξανά προς την αίθουσα, ένιωσε σχεδόν αμέσως το βλέμμα του να την αναζητά. Για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια τους συναντήθηκαν ξανά. Εκείνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα ούτε επέμεινε περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Του χάρισε μόνο ένα ανεπαίσθητο, γεμάτο αυτοπεποίθηση χαμόγελο και μια ματιά που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας γνωριμίας, χωρίς όμως να προδίδει τις προθέσεις της.
Ο νεαρός έμεινε ακίνητος, σαν να είχε αιφνιδιαστεί από τη δύναμη της παρουσίας της. Ύστερα σήκωσε αργά το ποτήρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο. Ένιωθε πως εκείνη η άγνωστη γυναίκα είχε διαταράξει απροσδόκητα την ηρεμία του. Χωρίς να έχει ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί της, είχε ήδη καταφέρει να κεντρίσει την περιέργειά του και να μονοπωλήσει τη σκέψη του. Η Ανδρομάχη διέκρινε σχεδόν αμέσως την ανεπαίσθητη αμηχανία του. Η πρώτη τους οπτική επαφή, όσο σύντομη κι αν ήταν, έδειχνε πως εκείνος δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν έπρεπε να κάνει το επόμενο βήμα ή να αφήσει την ευκαιρία να χαθεί. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Το ένστικτό της τής έλεγε πως αυτή ακριβώς η στιγμή του δισταγμού ήταν η κατάλληλη για να πάρει εκείνη διακριτικά την πρωτοβουλία. Χωρίς βιασύνη, του χάρισε το πιο γλυκό και ζεστό χαμόγελό της. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν υποσχόταν τίποτα, αλλά ούτε και απέκλειε τίποτα. Ένα χαμόγελο που έλεγε απλώς πως μια γνωριμία θα ήταν καλοδεχούμενη. Το βλέμμα της έμεινε πάνω του για μια στιγμή ακόμη. Δεν υπήρχε πρόκληση, μόνο μια σιωπηλή πρόσκληση να αφήσει πίσω του την αμηχανία και να πλησιάσει. Μέσα της γεννήθηκε μια σκέψη, σχεδόν σαν ψίθυρος:
«Ίσως απόψε οι δρόμοι μας να μην τέμνονται τυχαία. Ίσως αυτή η νύχτα να κρύβει μια ιστορία που αξίζει να αρχίσει.»
Και, για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο μπαρ, ένιωσε πως η συνέχεια δεν εξαρτιόταν αποκλειστικά από εκείνη. Τώρα περίμενε να δει αν εκείνος θα έβρισκε το θάρρος να κάνει το επόμενο βήμα. Η ματιά της έμοιαζε να του μιλά πριν ακόμη προλάβει να αρθρώσει λέξη.
 «Σε νιώθω...» συλλογίστηκε. «Βλέπω την αμηχανία σου, την έλξη σου, τον τρόπο που προσπαθείς να κρύψεις όσα προδίδει το βλέμμα σου. Κι ίσως να μη διαφέρουμε και τόσο. Γιατί κι εγώ, από τη στιγμή που σε αντίκρισα, αισθάνομαι πως κάτι μέσα μου ξύπνησε.» 
Το χαμόγελό της έγινε λίγο πιο ζεστό, σχεδόν συνωμοτικό. «Απόψε δεν αναζητώ υποσχέσεις ούτε εξηγήσεις. Θέλω μόνο να ζήσω μια νύχτα έξω από τον χρόνο, όπου θα υπάρχουν μόνο η έλξη, η χημεία και η ελευθερία να είμαστε ο εαυτός μας. Χωρίς ρόλους, χωρίς «πρέπει» και «μη», χωρίς να μας απασχολεί το αύριο. Μόνο να αφήσουμε τη νύχτα να μας παρασύρει και να δούμε πού θα μας οδηγήσει, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.» 
«Αχ... και να ήξερες», θα έλεγε ίσως ένας αόρατος αφηγητής, «πως τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν είναι τόσο τυχαίο όσο νομίζεις. Κάποια πράγματα έχουν ήδη πάρει τον δρόμο τους, ακολουθώντας ένα σχέδιο που εσύ αγνοείς.» Και ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, αν γνώριζε την αλήθεια, ίσως να δίσταζε. Ίσως να πρόσεχε περισσότερο τις κινήσεις της ή να άφηνε τον φόβο να επισκιάσει τον αυθορμητισμό της. Όμως η Ανδρομάχη δεν γνώριζε τίποτε απ' όλα αυτά. Με το ποτήρι στο χέρι, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο στα χείλη και την καρδιά της να χτυπά λίγο πιο γρήγορα, συνέχισε να βαδίζει προς την ιστορία που, χωρίς να το αντιλαμβάνεται ακόμη, είχε ήδη αρχίσει να γράφεται.
«Προχώρα, Ανδρομάχη...» ψιθύριζε σχεδόν ειρωνικά η μοίρα. 
«Βρίσκεσαι ακριβώς εκεί όπου πρέπει να είσαι.» Οι κλεφτές ματιές και τα διακριτικά, παιχνιδιάρικα χαμόγελα είχαν αρχίσει να δημιουργούν ανάμεσά τους μια αδιόρατη, αλλά ολοένα ισχυρότερη σύνδεση. Κάθε νέα συνάντηση των βλεμμάτων τους έμοιαζε να λέει περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις. Το πρόσωπο του νεαρού φωτίστηκε από μια ευχάριστη έκπληξη. Ήταν φανερό πως η παρουσία της τον είχε αιχμαλωτίσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε διακριτικά πάνω της, θαυμάζοντας την κομψότητα της σιλουέτας της, την αρμονία των κινήσεών της και την αυτοπεποίθηση που εξέπεμπε. Στο μυαλό του σχηματιζόταν η εικόνα μιας γυναίκας γοητευτικής, με έντονη προσωπικότητα και μια εσωτερική φλόγα που έκανε την παρουσία της ακόμη πιο ελκυστική. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτήν, κι όμως ένιωθε πως πίσω από το ήρεμο χαμόγελο και το σικ παρουσιαστικό της κρυβόταν μια γυναίκα που ζούσε τις στιγμές με πάθος και αυθεντικότητα. Η Ανδρομάχη δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που ένας άγνωστος είχε καταφέρει να την αναστατώσει τόσο. Και τότε, σαν να υπάκουσε σε μια αόρατη δύναμη, εκείνος γύρισε απότομα προς το μέρος της. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν ξανά και, αυτή τη φορά, κανείς από τους δύο δεν βιάστηκε να τα απομακρύνει. 
«Τον θέλω...» σκέφτηκε, νιώθοντας την καρδιά της να σφυροκοπά. Η ένταση της στιγμής την αιφνιδίαζε ακόμη και την ίδια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει μόνο μέσα από λίγες κλεφτές ματιές είχε καταφέρει να καταλάβει τόσο χώρο στη σκέψη της. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, να αποσπάσει το μυαλό της, να στραφεί αλλού. Μάταια. Κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα, το έβρισκε να επιστρέφει σ' εκείνον. Έπρεπε να υπάρξει μια αρχή.
Χωρίς να βιαστεί, σκέφτηκε μια απλή, απολύτως φυσική αφορμή για να τον πλησιάσει. Μια ερώτηση, μια μικρή πληροφορία, αρκετή για να σπάσει τον πάγο χωρίς να φανεί πως η προσέγγιση ήταν προσχεδιασμένη. Άλλωστε, ήξερε πως οι περισσότερες γνωριμίες ξεκινούν από τις πιο ασήμαντες αφορμές. Πήρε μια βαθιά ανάσα, χαμογέλασε διακριτικά και έκανε το πρώτο βήμα. Εκείνος, από την άλλη, έμοιαζε να περιμένει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Από την πρώτη στιγμή που την είχε προσέξει, ευχόταν να βρεθεί μια ευκαιρία να της μιλήσει. Όταν την είδε να πλησιάζει, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Η νύχτα, όπως όλα έδειχναν, μόλις άρχιζε να γράφει τη δική της ιστορία.
«Κυρία μου, θα είναι μεγάλη μου χαρά να σας βοηθήσω», είπε με ένα ευγενικό χαμόγελο. «Σας ακούω. Πείτε μου τι ακριβώς αναζητάτε.» Μιλούσε με ηρεμία και μια φυσική ευγένεια που δεν έμοιαζε προσποιητή. Έπειτα άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε τη χειραψία. Τη στιγμή που οι παλάμες τους συναντήθηκαν, ένιωσε μια ανεξήγητη συγκίνηση να τη διαπερνά. Δεν ήταν παρά μια τυπική χειρονομία· κι όμως, υπήρχε κάτι στον τρόπο που την κοίταζε, στη ζεστασιά του αγγίγματος του και στην αβίαστη αυτοπεποίθησή του που έκανε εκείνη τη στιγμή να μοιάζει ξεχωριστή. Για λίγα δευτερόλεπτα έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια. Η βοή του μπαρ έμοιαζε να απομακρύνεται, ενώ γύρω τους απλωνόταν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας, σαν να είχαν γνωριστεί πολύ πριν από εκείνη τη νύχτα. Η αμοιβαία έλξη ήταν πλέον φανερή, όχι μέσα από μεγάλες κινήσεις, αλλά από τις μικρές σιωπές, τα χαμόγελα και τις ματιές που διαρκούσαν λίγο περισσότερο απ' όσο επέβαλλε η ευγένεια. Η Ανδρομάχη προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Δεν συνήθιζε να αφήνει τα συναισθήματά της να προδίδονται τόσο εύκολα, όμως εκείνος είχε ήδη καταφέρει να κλονίσει τη συνήθη αυτοκυριαρχία της. Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. «Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Για μια στιγμή επικράτησε μια ευχάριστη σιωπή, σαν κανείς από τους δύο να μη βιαζόταν να τη διακόψει. «Θα μου επιτρέψεις μια μικρή παράκληση;» τη ρώτησε με διακριτικότητα. «Νομίζω πως θα ήταν πιο όμορφο να μιλάμε στον ενικό. Συμφωνείς;» Η Ανδρομάχη έγνεψε καταφατικά, αφήνοντας ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να φωτίσει το πρόσωπό της. «Φυσικά», απάντησε. «Άλλωστε, μόλις γνωριστήκαμε. Δεν υπάρχει λόγος για τόσες επισημότητες.» Ο Φίλιππος χαμογέλασε με εμφανή ανακούφιση. Η διακριτική, γεμάτη αυτοπεποίθηση προσέγγισή του την είχε κολακέψει. Χωρίς να γίνεται πιεστικός ή υπερβολικός, είχε καταφέρει να την κάνει να νιώσει ξεχωριστή. Η αυτοπεποίθησή της ανέβηκε ακόμη περισσότερο και ένιωσε πως η αρχική αμηχανία είχε πλέον δώσει τη θέση της σε μια αβίαστη οικειότητα. Η συζήτηση μπορούσε πλέον να κυλήσει φυσικά, σαν να γνωρίζονταν περισσότερο απ' όσο μαρτυρούσε η πρώτη τους συνάντηση. 
Η Ναυσικά παρακολουθούσε διακριτικά τη φίλη της και δεν άργησε να καταλάβει ότι εκείνο το βράδυ δεν επρόκειτο για ένα ακόμη αθώο φλερτ. Ήξερε την Ανδρομάχη όσο λίγοι άνθρωποι. Αναγνώριζε κάθε της βλέμμα, κάθε ανεπαίσθητο χαμόγελο, κάθε κίνηση που πρόδιδε πως είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. «Ωχ...», σκέφτηκε χαμογελώντας μέσα της. «Αυτός ο καημένος δεν έχει καταλάβει ακόμη με ποια έχει μπλέξει.» Η Ανδρομάχη δεν ήταν γυναίκα των βιαστικών κινήσεων. Προτιμούσε τις έμμεσες προσεγγίσεις, εκείνες που έμοιαζαν να γεννιούνται αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα έκρυβαν υπομονή, παρατηρητικότητα και αυτοπεποίθηση. Προχωρούσε αργά, αφήνοντας την έλξη να χτίζεται φυσικά, μέχρι ο άλλος να θελήσει από μόνος του να τη γνωρίσει καλύτερα. Η Ναυσικά διέκρινε εύκολα πως ο νεαρός όχι μόνο είχε προσέξει την Ανδρομάχη, αλλά ανταποκρινόταν ολοένα και περισσότερο στην παρουσία της. Το ενδιαφέρον του φαινόταν ειλικρινές, σχεδόν αφοπλιστικό. Κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνταν, εκείνος έμοιαζε να ξεχνά για λίγο οτιδήποτε συνέβαινε γύρω του.
«Τον έχει ήδη κερδίσει», μονολόγησε μέσα της με μια δόση πειράγματος. «Κι ούτε που θα καταλάβει πότε μια απλή γνωριμία θα μετατραπεί σε μια νύχτα που θα θυμάται για πολύ καιρό.»
Η Ναυσικά, με εκείνο το κοφτερό, γυναικείο αισθητήριο που τη χαρακτήριζε, κατάλαβε αμέσως πως η δική της αποστολή εκεί είχε ολοκληρωθεί. 
Η Ανδρομάχη βρισκόταν πλέον στον δικό της παράδεισο, κι ένας τρίτος άνθρωπος δίπλα τους θα ήταν απλώς περιττός.
Άλλωστε, ούτε η ίδια η Ναυσικά σκόπευε να αφήσει τη νύχτα να πάει χαμένη.
Ο νεαρός φοιτητής που την είχε πλησιάσει λίγο νωρίτερα, γεμάτος ενθουσιασμό και τη δίψα της νιότης, είχε ήδη προτείνει στην παρέα να μεταφερθούν σε ένα μέρος πιο ζωντανό, όπου η μουσική θα έκαιγε και ο χορός θα έσπαγε κάθε φραγμό.
Με ένα διακριτικό σκούντημα στην ξαδέρφη της, της έδωσε το σύνθημα για την έξοδο. 
Ύστερα, έσκυψε ελαφρά προς την Ανδρομάχη, αφήνοντας ένα συνωμοτικό χαμόγελο να διαγράψει τα χείλη της.
«Εμείς με τους φίλους της ξαδέρφης μου θα συνεχίσουμε τη βόλτα μας. Λέμε να πάμε κάπου που έχει και χορό», της είπε χαμηλόφωνα, κλείνοντας της το μάτι. 
«Θα τα πούμε αργότερα στο ξενοδοχείο... αν καταφέρουμε να επιστρέψουμε!»
Η Ανδρομάχη ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα θερμό, ευχαριστήριο χαμόγελο. Υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στις δύο φίλες. Μια συνενοχή που δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.
Χωρίς να καθυστερήσουν, η Ναυσικά και η ξαδέρφη της ενσωματώθηκαν στην παρέα των νεαρών φοιτητών και απομακρύνθηκαν αθόρυβα, και χάθηκαν μέσα στους καπνούς και τον κόσμο του μπαρ.
Τώρα, η γωνία της μπάρας άδειασε από κάθε «προστατευτικό» τοίχος. Η Ανδρομάχη έμεινε μόνη, απέναντι στον Φίλιππο. Η απόσταση ανάμεσά τους έμοιαζε πλέον να έχει εκμηδενιστεί.
Ο νεαρός άνδρας, με το αινιγματικό του βλέμμα και το ανεπαίσθητο λακάκι στο πηγούνι, την κοίταξε στα μάτια. Η αύρα του εξέπεμπε εκείνη την καθαρή, ακατέργαστη αυτοπεποίθηση που την είχε αιχμαλωτίσει από την πρώτη στιγμή.
..«Λοιπόν...» είπε εκείνος χαμηλόφωνα, μόλις έμειναν οι δυο τους, αφήνοντας τη φωνή του να χρωματιστεί από μια ζεστή, υποσχόμενη χροιά. 
«Νομίζω πως τώρα μπορούμε να γνωριστούμε καλύτερα.»
«Νομίζω πως έχεις δίκιο», απάντησε εκείνη, σηκώνοντας αργά το ποτήρι της.
Το παιχνίδι δεν είχε πια επιστροφή. Η νύχτα στη Θεσσαλονίκη άνοιγε διάπλατα την αγκαλιά της, κι εκείνοι ήταν έτοιμοι να βουτήξουν στα πιο βαθιά της νερά.
Ο νεαρός χαμογέλασε ξανά, αυτή τη φορά με περισσότερη ζεστασιά. 
«Επιτρέψτε μου να συστηθώ», είπε. «Με λένε Φίλιππο.»
«Ανδρομάχη», απάντησε εκείνη, χωρίς να αποσύρει αμέσως το βλέμμα της. 
Και κάπως έτσι, με μια απλή χειραψία και δύο ονόματα που μόλις είχαν ανταλλαχθεί, άρχισε μια γνωριμία που έμοιαζε να υπόσχεται πως η νύχτα θα είχε πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από όσο έδειχνε το ρολόι.
«Χάρηκα πολύ, Ανδρομάχη», είπε ο Φίλιππος ευγενικά. «Είναι πραγματική χαρά που σε γνωρίζω.»
«Κι εγώ χάρηκα πολύ, Φίλιππε», ανταπέδωσε εκείνη, κοιτώντας τον στα μάτια.
Ο Φίλιππος δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, στάθηκε ακριβώς δίπλα της στη μπάρα, διατηρώντας εκείνη την ιδανική απόσταση που συνδύαζε τον σεβασμό με τον υπονοούμενο πόθο. Το λακάκι στο πηγούνι του φάνηκε καθαρά καθώς χαμογελούσε, δίνοντας του μια σχεδόν αφοπλιστική γλυκύτητα που ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με την αρρενωπή, ατίθαση αύρα του.
«Θεσσαλονικιά ή περαστική από την Αθήνα;» ρώτησε εκείνος, γέρνοντας ελαφρώς προς το μέρος της για να υπερνικήσει τον χαμηλό, μπάσο ρυθμό της μουσικής. Το βλέμμα του, ανάμεσα σε πράσινο και μπλε κάτω από τις σκιές, την κοιτούσε με μια ειλικρινή, αδιάκριτη περιέργεια.
Η Ανδρομάχη ένιωσε την αυτοπεποίθησή της να επανέρχεται στο φουλ. Το παιχνίδι είχε πλέον αρχίσει και οι κανόνες γράφονταν από κοινού.
«Ας πούμε ότι ζωγράφισα έναν καμβά στην Αθήνα και ήρθα να τον τελειώσω εδώ», απάντησε με ένα νόημα που φαινόταν να τον αιφνιδιάζει και να τον εξάπτει ακόμα περισσότερο.
«Τότε ελπίζω να έχω κι εγώ μια θέση σε αυτόν τον καμβά», της απάντησε αμέσως, χωρίς δισταγμό, με μια φωνή που υποσχόταν ότι η νύχτα αυτή είχε μόλις ανοίξει την πιο ενδιαφέρουσα σελίδα της. 
Καθώς η Ναυσικά και η ξαδέρφη με την παρέα τους χάθηκαν διακριτικά μέσα στο πλήθος των θαμώνων, αφήνοντας την Ανδρομάχη και τον Φίλιππο μόνοι στην άκρη της μπάρας, η ατμόσφαιρα έγινε ακόμα πιο πυκνή και ηλεκτρική.
Η απομάκρυνση της φίλης της λειτούργησε σαν τελικό σύνθημα. Η προστατευτική ασπίδα που κρατούσε από ένστικτο είχε πλέον πέσει ολοκληρωτικά, δίνοντας τη θέση της στην καθαρή, ακατέργαστη προσμονή. Ο Φίλιππος, με τη σειρά του, φάνηκε να απελευθερώνεται πλήρως από την αρχική του επιφύλαξη. Το γεγονός ότι έμειναν οι δυο τους έδωσε στη συζήτηση μια πιο προσωπική, σχεδόν συνωμοτική χροιά.
Οι κουβέντες τους για τη Θεσσαλονίκη, τα ταξίδια και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του συνεδρίου έδωσαν γρήγορα τη θέση τους σε κάτι πιο ουσιαστικό, στα βλέμματα, στα υπονοούμενα και στη σιωπηλή γλώσσα των αισθημάτων. Κάθε φορά που ο Φίλιππος έσκυβε ελαφρώς για να την ακούσει καλύτερα πάνω από τους ήχους της μουσικής, η Ανδρομάχη ένιωθε το άρωμά του να αναδύεται, ανακατεμένο με τη μυρωδιά του ποτού και τη δροσερή νυχτερινή αύρα της πόλης.
Το απαλό της κοκκίνισμα, εκείνη η ανεπαίσθητη παιδική αμηχανία που την ξάφνιασε και την ίδια, δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να την κάνει ακόμα πιο γοητευτική στα μάτια του. 
Γιατί ο Φίλιππος δεν έβλεπε απλώς μια εντυπωσιακή γυναίκα, έβλεπε μια γυναίκα που, πίσω από την αψεγάδιαστη, ώριμη αυτοπεποίθησή της, έκρυβε μια αληθινή, ζωντανή φλόγα.
«Ξέρεις κάτι, Ανδρομάχη;» της είπε ξαφνικά, χαμηλώνοντας τη φωνή του και κοιτάζοντάς την κατάματα με εκείνα τα αινιγματικά, πράσινο-μπλε μάτια του. «Αυτό το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε ως μια τυπική επαγγελματική υποχρέωση. Αλλά τώρα... νομίζω πως ο μόνος λόγος που θα θυμάμαι απόψε είναι αυτή ακριβώς η στιγμή.»
Η καρδιά της ένιωσε έναν χτύπο. Η πρότασή του δεν είχε ούτε ίχνος κοινότυπου φλερτ· ήταν άμεση, ειλικρινής και άφηνε να φανεί καθαρά πως η έλξη ήταν απολύτως αμοιβαία.
«Τότε ίσως να οφείλεις ένα ευχαριστώ στη συμπρωτεύουσα», απάντησε εκείνη με ένα χαμόγελο που φώτιζε ολόκληρο το πρόσωπό της, αφήνοντας το βλέμμα της να γλιστρήσει πάνω στο χαρακτηριστικό λακάκι στο πηγούνι του. «Ή μήπως στη μοίρα;»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε πονηρά, σηκώνοντας το ποτήρι του.
«Σε ό,τι κι αν το οφείλουμε... το σημαντικό είναι ότι συνέβη. Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να φύγουμε από εδώ; Η νύχτα έχει ακόμα πολύ δρόμο, και η Θεσσαλονίκη έχει κρυμμένες γωνιές που αξίζει να ανακαλύψουμε μαζί, μακριά από τη φασαρία.»
Η πρόσκληση ήταν σαφής. Η γραμμή ανάμεσα στη «γνωριμία στο μπαρ» και στην πραγματική περιπέτεια είχε μόλις διαβηθεί. Η Ανδρομάχη ένιωσε το κύμα της αδρεναλίνης να την κατακλύζει. 
Οι ευθύνες, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα, η σκιά του «πνευματικού» στα βουνά της Χαλκιδικής, όλα είχαν σβηστεί εντελώς. Υπήρχε μόνο το τώρα, η ελευθερία της και ένας άνδρας έτοιμος να την παρασύρει εκεί που η νύχτα ορίζει τους δικούς της νόμους.
«Πάμε», του απάντησε χαμηλόφωνα, με μια σιγουριά που δεν άφησε περιθώρια για δεύτερες σκέψεις.Η Ανδρομάχη ένιωθε τον παλμό της καρδιάς της να χτυπά σε έναν ζωηρό, μεθυστικό ρυθμό. Το αλκοόλ, τα λόγια του Φίλιππου και κυρίως η συνειδητοποίηση της απόλυτης ελευθερίας της είχαν ανεβάσει την αδρεναλίνη στα ύψη. Η ατάκα της. «φλερτάρω κι ερωτεύομαι», δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα της βραδιάς, αλλά η επιβεβαίωση μιας βαθύτερης ανάγκης να ζήσει, να νιώσει και να αφεθεί χωρίς ενοχές.
Ο Φίλιππος, με το αινιγματικό του βλέμμα και το ακαταμάχητο λακάκι στο πηγούνι, στεκόταν ακριβώς στο ύψος των προσδοκιών της. Ώριμος, ξεκάθαρος, τολμηρός και απόλυτα έτοιμος να διεκδικήσει αυτό που η χημεία τους φώναζε από την πρώτη στιγμή.
«Συμφωνώ απόλυτα», του απάντησε η Ανδρομάχη, σηκώνοντας το βλέμμα της και κοιτάζοντάς τον κατάματα, με μια φωνή που δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας. Το χαμόγελό της είχε γίνει πιο τολμηρό, πιο υποσχόμενο. «Μηδέν εξηγήσεις, μηδέν τύψεις. Μόνο το εδώ και το τώρα.»
Ο Φίλιππος χαμογέλασε με μια έκφραση απόλυτης ικανοποίησης. Άφησε το ποτήρι του στην μπάρα, έκανε ένα βήμα πιο κοντά της, κλείνοντας και την τελευταία απόσταση που απέμενε ανάμεσά τους, και της άπλωσε το χέρι με μια κίνηση γεμάτη βεβαιότητα και αρρενωπότητα.
«Τότε, Μάχη μου... ας πάμε να γράψουμε τη δική μας ιστορία για απόψε», της είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά πάνω από τους ήχους της μουσικής.
Η Ανδρομάχη ακούμπησε την παλάμη της στη δική του, αφήνοντας τα δάχτυλά τους να πλεχτούν φυσικά. Χωρίς άλλη καθυστέρηση, απομακρύνθηκαν από τη μπάρα, προσπερνώντας τα αδιάκριτα βλέμματα των γύρω τους και των φοιτητριών που τους κοιτούσαν με μισό μάτι.
Η νύχτα στη Θεσσαλονίκη άνοιγε διάπλατα τις πόρτες της, έτοιμη να τους παρασύρει στις πιο κρυφές, παθιασμένες διαδρομές της, μακριά από τον κόσμο, μέχρι το πρώτο φως της αυγής.
.....Ο Αλκιβιάδης τίναξε απαλά το κεφάλι του, διώχνοντας με μια κίνηση όλη αυτή την κινηματογραφική, σχεδόν βασανιστική προβολή που είχε πλάσει το μυαλό του. Ήταν απλώς οι δικοί του φόβοι, οι ανασφάλειες και η σκιά της απόστασης που έδιναν σάρκα και οστά σε σενάρια άγνωστα και ανεπιβεβαίωτα. Στην πραγματικότητα, η Ανδρομάχη βρισκόταν απλώς σε ένα ταξίδι αναψυχής με τη φίλη της, απολαμβάνοντας τη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης.
Την ίδια ώρα πίσω στη συμπρωτεύουσα, η πραγματικότητα έρεε με τους δικούς της, αυθόρμητους ρυθμούς. Το ταξί κυλούσε ομαλά στους φωτισμένους δρόμους, αφήνοντας πίσω του τη φασαρία του κέντρου και κατευθυνόμενο προς το ξενοδοχείο του Φίλιππου. Η ατμόσφαιρα στο πίσω κάθισμα ήταν ανάλαφρη, γεμάτη γέλια, πειράγματα και την ακαταμάχητη χημεία δύο ανθρώπων που είχαν αποφασίσει να ζήσουν το τώρα χωρίς δεύτερες σκέψεις.
«Εκεί μένεις;»
«Όχι μένω εδώ στο κοντινό ξενοδοχείο όπου έχω και το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ! Για ευκολία αν  συμφωνείς και εσύ προτείνω να πάρουμε ταξί.»
«Συμφωνώ», είπε η Ανδρομάχη με ένα φωτεινό χαμόγελο. «Απόψε θα αφήσω στην άκρη κάθε δεύτερη σκέψη και θα αφεθώ στη μαγεία της στιγμής. Εσύ ανέλαβε το τιμόνι κι ας μας οδηγήσει η νύχτα όπου εκείνη θελήσει.» Ο Φίλιππος ανταπέδωσε το χαμόγελο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. 
«Τότε ας αφήσουμε τη βραδιά να γράψει τη δική της ιστορία.» 
Η Ανδρομάχη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά πιο γρήγορα. Το μυαλό της γέμισε εικόνες ανέμελες και φωτεινές· ανθρώπους που γελούσαν, ζευγάρια που αντάλλασσαν τρυφερά βλέμματα και χέρια που έσμιγαν χωρίς δισταγμό. Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν την απασχολούσε το αύριο. Την ενδιέφερε μόνο η στιγμή, η συντροφιά του και η γλυκιά αίσθηση πως η νύχτα έκρυβε ακόμη εκπλήξεις που περίμεναν να αποκαλυφθούν.
 Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Άφησε τη φαντασία της να την παρασύρει εκεί όπου συνήθως δεν τολμούσε να ταξιδέψει. Φαντάστηκε τον εαυτό της πιο τολμηρό, πιο ελεύθερο, απαλλαγμένο από τις αναστολές που τη συνόδευαν τόσα χρόνια. Σαν να άφηνε πίσω της τη γυναίκα που όφειλε πάντοτε να είναι και να συναντούσε εκείνη που κρατούσε καλά κρυμμένη μέσα της.
 Η παρουσία του Φίλιππου λειτουργούσε σαν αθόρυβη πρόσκληση να εμπιστευτεί το ένστικτό της. Για πρώτη φορά έπειτα από καιρό, ένιωθε έτοιμη να αφήσει τον εαυτό της να παρασυρθεί από τη μαγεία της στιγμής, να ζήσει χωρίς φόβο όσα μέχρι τότε κρατούσε μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και να επιτρέψει στη νύχτα να γράψει τη δική της ιστορία.
......Ο Αλκιβιάδης γνώριζε από πρώτο χέρι πως η Ανδρομάχη, προικισμένη με μια σπάνια φυσική γοητεία, είχε την ικανότητα να κεντρίζει το ενδιαφέρον των ανδρών σχεδόν αβίαστα. Όταν έβαζε έναν στόχο στο μυαλό της, διέθετε εκείνο το ιδιαίτερο κράμα αυτοπεποίθησης, εξυπνάδας και θηλυκότητας που δύσκολα άφηνε κάποιον ασυγκίνητο. Η φαντασία του άρχισε να πλάθει εικόνες.Τους έβλεπε να βγαίνουν από το club, να επιβιβάζονται σε ένα ταξί και να χάνονται στους φωτισμένους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Τους φανταζόταν να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, τόσο κοντά ώστε κάθε στροφή του αυτοκινήτου να μικραίνει ακόμη περισσότερο την απόσταση μεταξύ τους. Το χαμηλό φως της πόλης περνούσε από τα παράθυρα, ενώ η κουβέντα τους γινόταν ολοένα πιο προσωπική, γεμάτη πειράγματα, χαμόγελα και υπαινιγμούς. Η Ανδρομάχη, με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος που τη χαρακτήριζε όταν ένιωθε άνετα, έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και τον κοίταξε με μάτια που έμοιαζαν να προκαλούν περισσότερο παρά να ρωτούν. Γλίστρησε ακόμη πιο κοντά του, ώσπου ο ώμος της άγγιξε τον δικό του. Έγειρε ελαφρά προς το μέρος του και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μου φαίνεται», είπε με ένα αργό, παιχνιδιάρικο χαμόγελο, «ότι η γνωριμία μας σε έχει αναστατώσει περισσότερο απ' όσο θέλεις να παραδεχτείς.» Ο Φίλιππος ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει. Χαμογέλασε αμήχανα και έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του προς το παράθυρο, λες και εκεί θα έβρισκε την ψυχραιμία που του ξέφευγε. «Είναι τόσο φανερό;» ρώτησε τελικά. 
Η Ανδρομάχη τον κοίταξε χωρίς να απομακρυνθεί. Τα μάτια της έμειναν καρφωμένα στα δικά του για μια στιγμή παραπάνω απ' όσο επέτρεπε η ευγένεια. «Αρκετά», ψιθύρισε. Ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. «Και, μεταξύ μας... το βρίσκω πολύ κολακευτικό.»
Άφησε τη σιωπή να αιωρηθεί ανάμεσά τους, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του, σαν να απολάμβανε την αμηχανία του λίγο περισσότερο απ' όσο θα παραδεχόταν.
Η αμηχανία του μετατράπηκε σε γέλιο. Η ένταση που υπήρχε ανάμεσά τους δεν χρειαζόταν πλέον υπερβολικές χειρονομίες ή τολμηρές κουβέντες. Ήταν ήδη παρούσα, κρυμμένη στις σιωπές, στα βλέμματα και στην προσμονή για όσα θα μπορούσε να επιφυλάσσει η συνέχεια της νύχτας. Κόλλησε δίπλα του και άρχισε να του χαϊδεύει το φούσκωμα στο καβάλο του παντελονιού του. Του έριξε ένα πονηρό βλέμμα και χαμογέλασε. «Ε! Τι βλέπω εδώ; Αντίσκηνο έχεις στήσει!» τον πείραξε χαμηλόφωνα. «Το είχα προσέξει ήδη από το κλαμπ ότι ήσουν... κάπως αναστατωμένος. Συμβαίνει συχνά αυτό ή έχω την τιμητική μου απόψε; Φταίω εγώ γι' αυτή την... αναστάτωση;»
Ο νεαρός άνδρας αιφνιδιάστηκε από το πείραγμα της και, για μια στιγμή, ένιωσε να τον κυριεύει αμηχανία. Απέφυγε το βλέμμα της, στρέφοντας το κεφάλι του προς το παρμπρίζ. Σχεδόν ενστικτωδώς έριξε μια διακριτική ματιά στον καθρέφτη του ταξί, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν ο οδηγός είχε αντιληφθεί την κουβέντα τους. Ευτυχώς, ο ταξιτζής έμοιαζε απορροφημένος στην οδήγηση, αδιάφορος για όσα διαδραματίζονταν στο πίσω κάθισμα.
Ο Φίλιππος άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό ανακούφισης, ενώ ένα αμήχανο χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του. Σιγά σιγά οι δισταγμοί του άρχισαν να υποχωρούν. Η παρουσία της, η οικειότητα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά τους και η σιωπηλή επιβεβαίωση που αντάλλασσαν με τα βλέμματά τους τού έδιναν το θάρρος να πλησιάσει περισσότερο. 
Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. 
«Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. 
Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. 
«Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
Με μια αργή, κίνηση, άφησε το χέρι του να ακουμπήσει απαλά πάνω στους μηρούς της αναζητώντας πρώτα τη συναίνεση της μέσα από το βλέμμα της. Εκείνη δεν αποτραβήχτηκε, αντίθετα, του χαμογέλασε ζεστά. Τότε τα δάχτυλά του γλίστρησαν απαλά κάτω από το φουστάνι της, σε ένα τρυφερό χάδι που εξέφραζε την αμοιβαία έλξη και την επιθυμία να μειώσουν κι άλλο την απόσταση ανάμεσα τους σε μια κίνηση πάθους. Οι άκρες των δαχτύλων του ταξίδευαν κατά μήκος των εσωτερικών μηρών της Ανδρομάχης, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στο κέντρο της ηδονής της..................... 
Έπιασε το απαλό κιλοτάκι της και άρχισε να της το χαϊδεύει ενώ η Ανδρομάχη άνοιξε τα πόδια της να τον διευκολύνει. Μετακίνησε αργά το κάτω μέρος της κιλότα της και εξερεύνησε απαλά τα βάθη της ενώ η Ανδρομάχη συνέχιζε με το ένα της χέρι στο καβάλο του να του χαιδευει τον πούτσο εκεί ακριβώς που ήταν έτοιμος να εκραγεί από το φούσκωμα. Τον νιώθει να σκληραίνει και να μεγαλώνει και είναι πλέον έρμαιο στο χέρι της, δικός της!
Ο νεαρός άνδρας δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Ήταν σαν να ήταν σε νιρβάνα! 
Εκείνη χαμογέλασε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Απ' ό,τι βλέπω», του είπε πειρακτικά, «σου έχω προκαλέσει μεγάλη... αναστάτωση. Νομίζω, λοιπόν, πως έχω κι ένα μικρό χρέος να την αποκαταστήσω.» Το είπε γελώντας, αφήνοντας τα λόγια της να αιωρηθούν ανάμεσα τους σαν ένα διακριτικό πείραγμα, ενώ το βλέμμα της πρόδιδε τρυφερότητα και πρόκληση. 
Έριξε μια φευγαλέα ματιά πάνω του και χαμογέλασε με νόημα. «Και αυτόν», είπε πειρακτικά, «δεν γίνεται να τον αφήσουμε να... διαμαρτύρεται έτσι. Έχει σηκωθεί αγέρωχος, σαν τη βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας που δείχνει πεισματικά πάντα προς τον Βορρά.» Γέλασε χαμηλόφωνα και τον κοίταξε στα μάτια. 
«Μάλλον του έχεις χάσει τον έλεγχο απόψε.» Του ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά, τόσο χαμηλόφωνα ώστε μόνο εκείνος να μπορεί να την ακούσει. Στα μάτια της χόρευε μια παιχνιδιάρικη σπίθα, ενώ το χαμόγελό της άφηνε να εννοηθούν περισσότερα απ' όσα αποκάλυπταν τα λόγια της. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά και μια αδιόρατη πρόκληση που τον έκανε να την κοιτάξει ακόμη πιο έντονα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει όσα έκρυβε πίσω από το βλέμμα της.
«Μωρό μου…» της ψιθύρισε κι εκείνος, σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος της. «Έχεις δίκιο. Απόψε όλα μοιάζουν σαν να είχαν από την αρχή χαράξει την ίδια πορεία, προς έναν προορισμό που και οι δυο θέλαμε να ανακαλύψουμε.» Χαμογέλασε, χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. «Κι έχω μια αίσθηση πως αυτός ο προορισμός θα ήθελα να μην είναι μόνο για απόψε. Υπάρχει κάτι ανάμεσα μας που με κάνει να θέλω να παρατείνω κάθε λεπτό αυτής της βραδιάς.  Και «Αυτός» ανυπομονεί για τη συνέχεια. Να περιποιηθεί το μουνάκι σου και να το ικανοποιήσει! Αυτό είναι το γιατρικό του.» Την πλησίασε, της έπιασε απαλά το πρόσωπο και αργά έσκυψε και τη φίλησε απαλά στα χείλη της. 
«Σε θέλω! Σε θέλω πολύ…» της ψιθύρισε κοιτώντας τη στα μάτια και παραδόθηκαν σ΄ ένα ατελείωτο φιλί το οποίο ένιωσαν πως κράτησε για ώρες λες και τα χείλη τους δε σταματούσαν να αναζητούν τη λύτρωση.
«Απόψε είμαι δική σου. Το σώμα μου το ζητά και όλη τη νύχτα θα είμαστε ένα μωρό μου. Θέλω τόσο πολύ να σε νιώθω να με αγγίζεις... Να νιώθω το κορμί σου πάνω στο δικό μου, να σε νιώθω μέσα μου! Γι αυτό βαστήξου και μετά θα το ευχαριστηθείς καλύτερα, η προσμονή κάνει θαύματα.» του ψιθύρισε κι αυτή και συνέχισε να του χαιδευει το πούτσο προσπαθώντας τώρα να βάλει το χέρι της μέσα από το παντελόνι του χωρίς όμως να τα καταφέρει.  
Χαμένοι στην ένταση της σύνδεσής τους, απολάμβαναν το γλυκό βασανιστήριο της προσμονής. Η Ανδρομάχη κατέβηκε πρώτη από το ταξί, ο νεαρός άνδρας είχε μείνει πίσω να την κοιτάει. Εισήλθε στην είσοδο του ξενοδοχείου και χωρίς χρονοτριβή κατευθύνθηκε κατευθείαν προς τη ρεσεψιόν και εκεί τον περίμενε να τη φτάσει δίνοντας του το μήνυμα ότι δε χωράνε ντροπές και δεν την ενδιέφερε το εστιατόριο και η μουσική στη πισίνα αλλά ένα ευρύχωρο καυτό κρεβάτι που τους περιμένει να περάσουν μερικές ώρες μοναδικής απόλαυσης με απίστευτη όρεξη για καυτές καταστάσεις και να καούν μαζί στις φλόγες του πάθους σβήνοντας τις καύλες τους! Φυσικά ο νεαρός άνδρας δεν άργησε να την ακολουθήσει. Έκλεισαν δωμάτιο σαν ερωτευμένο ζευγάρι και παράγγειλαν room service αλλά με λύπη ο ρεσεψιονίστ τους πληροφόρησε ότι το room service είχε κλείσει από τις 21:30 Ευγενικά τους πληροφόρησε ότι είχε τον τρόπο να τους εξυπηρετήσει. Τον ευχαρίστησαν για την καλοσύνη του παρήγγειλαν, τους οδήγησε στο ασανσέρ, και θα τους τηλεφωνούσε στο δωμάτιο όταν έλθει η παραγγελία τους! 
Έφτασαν στον όροφο ανοίγοντας η πόρτα του ανελκυστήρα στο διάδρομο η Ανδρομάχη ενστικτωδώς τραβήχτηκε από την αγκαλιά του. Ρίχνει μια ανήσυχη ματιά τριγύρω! Ένιωσε ένα μείγμα ενθουσιασμού και ανησυχίας να κυλάει στις φλέβες της. Ένα μέρος της ήθελε να αγκαλιάσει τη νέα της τόλμη και την ευκαιρία να απολαύσει την επιθυμία της για σεξ με το νεαρό άνδρα αλλά ένα άλλο μέρος της ανησυχούσε!
«Νιώθω μια ανησυχία» παραδέχεται ψιθυριστά όλα αυτά μου έχουν έρθει πολύ απότομα!
«Αν θέλεις, μπορούμε να φύγουμε»». την καθησυχάζει ο Φίλιππος και γνέφει προς την πόρτα του ασανσέρ. 
«Όλα αυτά έχουν έρθει πολύ απότομα! Δίνω την εντύπωση ότι είμαι εύκολη.» Επαναλαμβάνει προσπαθώντας να χωνέψει την τολμηρή απόφαση της ότι κάνει κάτι που ήταν εντελώς νέο, απρόσμενο, πολύ προχωρημένο και επικίνδυνο.
«Δε θέλω να φύγεις», λέει ο Φίλιππος και την πιάνει από τα μπράτσα. Την τραβάει κοντά του και κολλάει το σώμα του πάνω της. Την κοιτάζει ίσια στα μάτια και τη ρωτάει: «Τι θέλεις;» 
«Εσένα». Κολλάει πάνω του. Τον φιλάει. Το κορμί του είναι σκληρό σαν πέτρα. Αυτή την ώρα θεωρεί ότι δε χρειάζονται ευγένειες. Να τις βράσει τις ευγένειες! Ο άντρας αυτός απόψε την κάνει να τον θέλει με τρόπο που δε χαρακτηρίζει μια κυρία. Επομένως γιατί να προσποιείται;
.Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους, αποκόπτοντας τον έξω κόσμο και αφήνοντας πίσω κάθε δισταγμό, κάθε σκέψη για το τι θεωρείται «πρέπει» και κάθε ίχνος παλιού ρόλου. Η ατμόσφαιρα γέμισε από την έντονη, σχεδόν αποπνικτική μυρωδιά του ανυπόμονα απελευθερωμένου πάθους.Ο Φίλιππος, κυριευμένος από μια πρωτόγνωρη ορμή, την είχε παγιδεύσει ανάμεσα στα χέρια του και την πόρτα, νιώθοντας κάθε παλμό του κορμιού της να συντονίζεται με τον δικό του. Η εσωτερική της διέγερση είχε πλέον μετατραπεί σε μια ακαταμάχητη, επιτακτική φλόγα. Η Ανδρομάχη δεν έκρυβε ούτε την ανάγκη ούτε τη δίψα της, τα πόδια της τυλίχθηκαν γύρω από τη μέση του με μια κίνηση απόλυτης κυριαρχίας και παράδοσης ταυτόχρονα, ενώ τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί βαθύ, απαιτητικό και λυτρωτικό 
Ο χρόνος σταμάτησε να έχει σημασία. Μέσα στο ημίφως του δωματίου, οι αντιστάσεις γκρεμίστηκαν συθέμελα, δίνοντας τη θέση τους σε μια αχαλίνωτη, πρωτόγονη ένωση. Ο Φίλιππος αποδείχθηκε ανεξάντλητος, ένας εραστής που διψούσε να την κάνει να ξεχάσει τα πάντα, γεμίζοντας κάθε εκατοστό του κορμιού της με την ακατέργαστη ενέργειά του. Η Ανδρομάχη, έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στα χέρια του και στους δικούς της, ασύδοτους πια πόθους, παραδόθηκε σε μια νύχτα χωρίς όρια, χωρίς ενοχές και χωρίς αύριο. Ήταν η στιγμή της απόλυτης λύτρωσης, όπου κάθε προσδοκία μετατράπηκε σε σάρκα και φωτιά, αφήνοντας τους να καίγονται μαζί μέχρι τις πρώτες πρωινές ακτίνες της αυγής.Το πρωινό του Σαββάτου βρήκε την Ανδρομάχη τυλιγμένη σε μια μοναδική, διπλή πραγματικότητα. 
Από τη μία πλευρά, βρισκόταν στην αγκαλιά του Φίλιππου, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά, τα χάδια και την απόλυτη ικανοποίηση μιας νύχτας που είχε ξεπεράσει κάθε προσδοκία. 
Από την άλλη, κρατούσε το τηλέφωνο στο αυτί της, παίζοντας με άνεση το γνώριμο παιχνίδι των ρόλων και των δικαιολογιών απέναντι στον ανυπόμονο Αλκιβιάδη στην Αθήνα.
Η υπόλοιπη ημέρα του Σαββάτου εξελίχθηκε σε έναν αληθινό ερωτικό τυφώνα.
Χωρίς ίχνος υποκριτικής σεμνοτυφίας, χωρίς τα βαριά «πρέπει» και τους κοινωνικούς καθωσπρεπισμούς που έπνιγαν την καθημερινότητά τους πίσω στην πρωτεύουσα, η Ανδρομάχη και ο Φίλιππος αφέθηκαν σε έναν χορό παθιασμένης επαφής. Ήταν ακριβώς όπως η ποίηση της Τζοκόντα Μπέλι. Σώματα που μιλούσαν τη γλώσσα της απόλυτης επιθυμίας, δέρμα που καιγόταν, αγγίγματα που δεν ζητούσαν άδεια και μια πρωτόγονη, ακατέργαστη ομορφιά στο «εδώ και τώρα».
Το ένα night stand δεν ήταν απλώς μια πράξη, ήταν μια δήλωση ανεξαρτησίας. Χωρίς ιστορίες, χωρίς υποσχέσεις για το αύριο, χωρίς το βάρος καμιάς συναισθηματικής διαπλοκής. Μόνο η καθαρή, λυτρωτική χαρά του να ανακαλύπτεις ξανά το κορμί σου, την ηδονή και τη ζωντάνια σου. Η Μάχη είχε αφήσει πίσω της κάθε ανασφάλεια, καίγοντας στις φλόγες αυτού του διημέρου κάθε ίχνος της παλιάς της ταυτότητας.
.......«Αυτά και άλλα τόσα είναι τα σενάρια που υφαίνει ασταμάτητα το μυαλό μας, όταν η φαντασία παίρνει τα ηνία», συλλογίστηκε φευγαλέα ο Αλκιβιάδης.
 «Συχνά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα, είναι απλώς οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι αμφιβολίες μας που γεμίζουν τα κενά εκεί όπου λείπει η βεβαιότητα. Οι γνωστοί γρύλοι του μυαλού...» σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης. «Εκείνες οι επίμονες σκέψεις που αρχίζουν σαν ένας αθώος συλλογισμός και, πριν το καταλάβεις, μετατρέπονται σε αλυσίδα υποθέσεων. Όταν το μυαλό σκαλώνει, η μία αρνητική σκέψη διαδέχεται την άλλη, τα σενάρια διογκώνονται και οι λεπτομέρειές τους αποκτούν σχεδόν χειροπιαστή υπόσταση. Κι όσο περισσότερο τα αναπαράγεις, τόσο πιο αληθινά μοιάζουν, ακόμη κι αν δεν στηρίζονται σε κανένα πραγματικό γεγονός.» Τα σενάρια στο μυαλό του αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι εικόνες γίνονταν τόσο παραστατικές, ώστε άρχιζε να δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τι ήταν πραγματικότητα και τι αποκύημα της φαντασίας του. Κι εκεί ακριβώς ξεκινούσε ο πραγματικός κίνδυνος, όταν οι υποθέσεις φορούν το προσωπείο της αλήθειας, μπορούν εύκολα να γεννήσουν φόβους, παρεξηγήσεις και αποφάσεις που δεν στηρίζονται σε γεγονότα, αλλά στις ίδιες μας τις ανασφάλειες. Ο Αλκιβιάδης, όμως, δεν άφησε τη φαντασία του να του χαλάσει τη διάθεση. Συνειδητοποίησε πως όλα όσα είχε πλάσει στο μυαλό του δεν ήταν παρά υποθέσεις, χωρίς πραγματική βάση. «Δεν χρειάζεται να βασανίζομαι με εικασίες», σκέφτηκε. «Όσο δεν γνωρίζω την αλήθεια, κάθε συμπέρασμα είναι απλώς μια ιστορία που κατασκευάζει το μυαλό μου. Και δεν υπάρχει λόγος να αφήσω τη φαντασία να μεταμφιέζεται σε πραγματικότητα.» Χαμογέλασε αμυδρά και έδιωξε τις σκέψεις αυτές από το μυαλό του. Προτίμησε να μείνει σε όσα γνώριζε και όχι σε όσα υπέθετε. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την αφήνεις να ασφυκτιά κάτω από το βάρος ατελείωτων υποθέσεων και διλημμάτων», σκέφτηκε ο Αλκιβιάδης.
«Κι όμως, η απιστία είναι από εκείνα τα ενδεχόμενα που εμφανίζονται συνήθως όταν δεν τα περιμένεις. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μια τέτοια σκέψη θα μπορούσε να αγγίξει και τον ίδιο, να χτυπήσει τη δική του πόρτα, τη στιγμή μάλιστα που όλα στη σχέση του έμοιαζαν να κυλούν ήρεμα και αρμονικά.». 
Η συνέχεια στην ...

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Mantis Tiresias..

Είναι γνωστός ο μύθος που καταδιώκει επί αιώνες τη γυναικεία σεξουαλικότητα.
..........«Ο μύθος θέλει το μάντη Τειρεσία να τυφλώνεται από το εκδικητικό μένος της θεάς Ήρας, όταν τόλμησε να μην τη στηρίξει στη διαμάχη της με το Δία σχετικά με το ποιος έχει τον πιο έντονο οργασμό -ο άντρας ή η γυναίκα. Όταν εκείνος δήλωσε με βεβαιότητα ότι ο γυναικείος οργασμός είναι πολλάκις πιο ισχυρός από τον αντρικό, η Ήρα, νιώθοντας ότι ο Τειρεσίας πρόδωσε το πιο απόκρυφο γυναικείο μυστικό, τον τύφλωσε.».. 
(«νευρικός επιταχυντής»....Όταν η φύση «σχεδιάζει» κάτι τόσο ισχυρό, είναι παράλογο να περιμένουμε από το άτομο να το «απενεργοποιήσει» επειδή έτσι επιβάλλει ένα συμβόλαιο γάμου.)

Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία Ι: (Μέρος .Ι)....

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

HorseRiders

..Συνταξιούχος ο Αλκιβιάδης, όταν αρχίζει να σουρουπώνει, παίρνει το μονοπάτι που οδηγεί στην ακτή, όπου κάθεται ώρες ολόκληρες εκεί που σκάει το κύμα, στην άμμο την ποτισμένη από την αλμύρα, και αγναντεύει το πέλαγος. Βλέπει τα  κύματα να παφλάζουν στην αμμουδιά στα πόδια του, τα νιώθει να του ψιθυρίζουν ολόγυρα από το σώμα του. Έκλεισε  τα μάτια του για ν' ακούσει τη μουσική τους μα δεν τ' άκουγε παρά μόνο τον παφλασμό τους. Ήταν η αντάρα της ψυχής του, που βούβαινε τα πάντα γύρω του. Το μυαλό του ανασύρει από τα ξεχασμένα υπόγειά του αναμνήσεις, είναι οι στιγμές που εύχεται να μπορούσε να γκρεμίσει τα σύνορα του Χώρου και του Χρόνου. Αισθάνεται τη μαγεία να αναβλύζει από κάθε κόκκο άμμου στην ακρογιαλιά, να εξαπλώνεται γύρω του με τα κύματα του νερού και του αέρα. Ξαναγυρίζει στα χρόνια της ξέγνοιαστης παιδικότητας, που τα κορμιά τους ήτανε στητά σαν λαμπάδες, τα πρόσωπα αρυτίδωτα σαν χυμώδη φρέσκα ροδάκινα, τα μάτια λαμπερά, γεμάτα φλόγα και το κεφάλι σκεπασμένο από πλούσια ατίθασα μαλλιά. Τα κύματα του σιγοτραγουδούσαν τραγούδια δίχως μουσική, σφύριζαν σκοπούς δίχως λόγια, με μόνο στόμα, με μόνη γλώσσα κι έκφραση, τη γλώσσα των κυμάτων.               «Αγαπά τη θάλασσα… είναι ο χώρος που αναπνέει καλύτερα… γεμίζει τα πνευμόνια του με αρμύρα και χάνεται το βλέμμα του στο μπλε… Αρχίζω να τρέχω στην αμμουδιά και χάνομαι στα κύματα… η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας… κι εκεί που χάνεται το βλέμμα του και ζαλίζεται απ’ την τόση ομορφιά, εκεί στο τέλος της αμμουδιάς, εκεί που η εικόνα είχε γίνει όσο μαγική νόμιζε ότι μπορούσε, ξεπροβάλλει η μορφή ενός μοναδικού αλόγου… Τον μαγνήτισε και απορεί με το πόσο πολύ ταίριαζε στη μαγεία της στιγμής… ελευθερία, πάθος, δύναμη, μαγεία… άλογα… Αγνάντευε τη χαίτη του έτσι όπως ξεκίναγε από την αμμουδιά και χτένιζε τα κύματα… έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξεχωρίσει τον παφλασμό από τον καλπασμό του και η ηχώ της στιγμής γέμισε την ανάσα του… αν έπρεπε να φυλακίσει μια στιγμή μέσα του και να την κάνει όλο-δικιά του για πάντα θα ‘ταν αυτή… Μα δε φυλακίζεται η ελευθερία, ούτε το περήφανο αυτό ζώο που χάθηκε από μπροστά του όπως εμφανίστηκε… κι ήταν η σπίθα στα μάτια του πιο λαμπερή κι απ’ το ηλιοβασίλεμα»...... 
HorseRiders

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Ta Logia Tis Tavernas

«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.........«Άτιμο το Ζουζούνι!» λέει η Εριφύλη.  Μας ταξίδεψε απόψε, μια καλοκαιρινή νύχτα, με τη μυθοπλαστική αφήγηση της, που με τόση δεξιοτεχνία έρχεται να ρίξει φως στα πιθανά σενάρια γύρω από τα εξωσυζυγικά παραστρατήματα της πεθεράς μου! Η εξαιρετική πλοκή της περιγράφει τα υποτιθέμενα γεγονότα με τρόπο σχεδόν μαγικό. Κι όταν τα ακούς έτσι, με τόση ζωντάνια και λεπτομέρεια, δύσκολα μένεις αδιάφορος. 
Όλα πρέπει να είχαν ξεκινήσει μια φλογισμένη καλοκαιριάτικη μέρα, σ’ ένα καταπράσινο, γαλήνιο και μυρωδάτο τοπίο, με καταπληκτική θέα στον κάμπο. Τριγύρω αγριόχορτα, μυρωδικά, λουλούδια κάθε λογής και χρώματος, κι ένας πλούσιος ίσκιος από θεόρατα πλατάνια. 
Δίπλα τους το αρτεσιανό με το γάργαρο νερό του. Μια ειδυλλιακή γωνιά, απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, που έκανε τους δυο τους να αισθάνονται ελεύθεροι. Ήταν μόνοι. Εντελώς μόνοι. Γύρω τους κανείς. Μόνο το τιτίβισμα των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων. Και η φύση ολόκληρη να μοιάζει σαν να τους καλεί να ξεχάσουν για λίγο τον κόσμο.
Ο Λέανδρος την κοιτούσε με φανερό πόθο. «Ρε Ηρώ, της είπε, η μέρα είναι ακόμη μπροστά μας και σήμερα οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες. Στα δελτία μιλάνε για καύσωνα, γαμώ την τύχη μας! Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Τι θα έλεγες να περάσουμε μαζί μία-δυο ευχάριστες ώρες;
Η Ηρώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. «Αφεντικό, δε ντρέπεσαι; Εγώ, μια παντρεμένη γυναίκα, μαζί σου;» «Κορίτσι μου, τέτοια θα κοιτάμε τώρα; Πώς να στο πω πιο όμορφα; Καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω. Κι εγώ καταλαβαίνω πως κάτι ανάλογο αισθάνεσαι κι εσύ. Μη μου κάνεις τη δύσκολη. 
«Πραγματικά έχω πέσει από τα σύννεφα,» του είπε. «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ζητάς τέτοια πράγματα τόσο ανοιχτά. Δε γίνεται τίποτα. Βρες καμιά άλλη. Τζάμπα χάνεις την ώρα σου.»
 Ο Λέανδρος χαμογέλασε. «Η αδυναμία μου, όμως, είσαι εσύ. Κι ό,τι θέλεις από μένα, θα το έχεις.»
Η Ηρώ δεν είχε ξαναβρεθεί σε μια τέτοια κατάσταση. Κι όμως, εκείνη τη μέρα όλα έμοιαζαν να έχουν συμβεί χωρίς σχεδιασμό, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, σχεδόν αυθόρμητα. Ίσως έτσι να γεννιούνται μερικές ιστορίες, όχι επειδή τις προγραμματίζει κανείς, αλλά επειδή κάποια στιγμή οι συνθήκες συναντιούνται και δημιουργούν τη δική τους δυναμική.
Μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, το χλοερό γρασίδι έφτανε μέχρι τα πόδια τους και το αρτεσιανό κελάρυζε δίπλα τους. Η Ηρώ γέλασε. Ύστερα χαμήλωσε για λίγο τα μάτια και κοίταξε τον Λέανδρο. 'Ηταν ωραίος άντρας. Ψηλός, καστανός, γεροδεμένος, λεβέντης. Και εκείνη τη στιγμή, ίσως για πρώτη φορά, αναγνώρισε μέσα της κάτι που μέχρι τότε είχε προσπαθήσει να κρύψει ακόμη κι από τον ίδιο της τον εαυτό. Μια επιθυμία. Μια φαντασίωση. Ίσως μια αλήθεια που τόσο καιρό είχε σπρώξει κάτω από το χαλί.
Η συνέχεια, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του «Ζουζουνιού,» δεν άργησε να έρθει. Και το παράξενο είναι πως η ιστορία της, παρόλο που ήταν φτιαγμένη από μυθοπλασία, μου φάνηκε τόσο βαθιά δεμένη με την πραγματική ζωή, ώστε για λίγο παρασύρθηκα κι εγώ. Τελικά, είπα, άσε την Ηρώ και τον Λέανδρο. Άλλαξε θέμα, γιατί θα μας πάρει το ξημέρωμα!
«Αλήθεια, ρε Ζουζούνι τι ηλικία έχει αυτός ο πώς τον λες… ο Γλίτσας;»
«Γύρω στα σαράντα πέντε »τον κάνω.
«Και με τη Φαίδρα, δηλαδή, τι παίζει; Πώς και έμπλεξε με τον κομψευόμενο τζιτζιφιόγκο; Είναι και κοντός, ανάθεμα τον! Για λέγε… Το θέμα είναι γαργαλιστικό και οι λεπτομέρειές του ακόμη γαργαλιστικότερες!»
Η Άλκηστις γέλασε. «Γιατί τον λες τζιτζιφιόγκο τον άνθρωπο, ξαδέρφη; Τι σημαίνει αυτό;»
«Τζιτζιφιόγκος είναι λαϊκή, σκωπτική λέξη. Λέγεται για άντρα με επιτηδευμένο ντύσιμο και παρουσιαστικό, που παριστάνει τον γόη.»
«Και πού το κατάλαβες ότι ο τύπος είναι τζιτζιφιόγκος;»
«Τι να σου πω, ξαδερφούλα μου; Αυτός κάνει μπαμ από χιλιόμετρα. Ντύνεται και 
συμπεριφέρεται επιδεικτικά, λες και είναι κόμης. Ένας ψευτοδανδής! Ένα χάρχαλο! Δεν ξέρω κιόλας αν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που παριστάνει.»
«Όπως κι αν τον χαρακτηρίζει κανείς, όσο τον αφορά, η συχνή συναναστροφή του με τη Φαίδρα εξάπτει τα κουτσομπολιά και δίνει τροφή για σχόλια. Ιδίως από τη στιγμή που ο σύζυγός της είναι ναυτικός και συνήθως απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικογένεια και το συζυγικό τους κρεβάτι. Ε, όπως λένε… δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.»
«Ναι είναι αλήθεια! Έτσι λένε για τη φωτιά και τον καπνό! Αναρωτιέμαι! Γιατί οι κοντοί έχουν πάντα τις καλύτερες γκόμενες; Είχε δίκιο η γιαγιά μας που μας έλεγε ότι «όλα τα καλά αιδοία έχουν πάει στους κοντούς»!
«Μπράβο η γιαγιά! Δηλαδή χωρίς ντροπή έλεγε τέτοια πράγματα;»
«Ντροπή-ξεντροπή, το ως άνω αξίωμα ότι όλα τα καλά αιδοία, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, έχουν καταλήξει στους κοντούς, δεν είναι κάτι αόριστο και νεφελώδες. Επαληθεύεται πανηγυρικά!»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της, διασκεδάζοντας. « Α, ώστε επαληθεύεται πανηγυρικά; Δεν έχω λόγους να το αμφισβητήσω ούτε βάσιμες αντιρρήσεις για την αλήθεια ή την ορθότητα του. Άλλωστε, όπως λες κι εσύ, τα ίδια τα γεγονότα φαίνεται να το επαληθεύουν. Ε, έτσι είναι η ζωή, καλή μου ξαδέρφη. Συμβαίνουν αυτά.» Και, αφού πήρε μια μικρή ανάσα, συνέχισε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που ετοιμάζεται να εκφωνήσει σπουδαία κοινωνιολογική θεωρία. «Ειδικότερα στην παρούσα συγκυρία, όπου ο ερίτιμος σύζυγος της Φαίδρας απουσιάζει από τη συζυγική κλίνη και τον περισσότερο καιρό αλωνίζει τους ωκεανούς με τα καράβια. Είναι αναγκασμένος, βλέπεις, από το επάγγελμα που διάλεξε, να αγωνίζεται για να προσφέρει πλουσιοπάροχα τον άρτον της οικογένειας του.
Η Εριφύλη χαμογέλασε. «Και λοιπόν;»
«Και λοιπόν, καλή μου, όταν η μοναξιά κρατάει πολύ, η νοσταλγία γίνεται επίμονη και η επιθυμία αρχίζει να χτυπάει την πόρτα, τότε είναι που εμφανίζεται ο διάολος. Κι ο διάολος, όπως ξέρουμε, δεν χρωστάει ποτέ καλό!
«Δηλαδή ρε Ζουζούνι;»
«Δηλαδή βάζει την ουρά του στις ατέλειωτες μέρες και νύχτες που τη Φαίδρα την αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη και η νοσταλγία της ερωτικής συντροφιάς. Κι όταν η ανάγκη μεγαλώνει, η φαντασία αρχίζει να αναζητά διεξόδους. Πρώτα στις ονειροπολήσεις και ύστερα, ποιος ξέρει, μπορεί και στην πραγματική ζωή.
Η Εριφύλη την κοίταξε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Μάλιστα… Άρα έχουμε πλέον και κοινωνιολογική ανάλυση.»
«Όχι μόνο κοινωνιολογική, Ζουζούνι μου. Έχουμε και εμπειρική έρευνα!»
Και οι δυο ξέσπασαν στα γέλια.
«Υποψιάζομαι πως μια εσωτερική σύγκρουση, από εκείνες τις συνηθισμένες ψυχολογικές διεργασίες που ταλαιπωρούν συχνά τις γυναίκες των ναυτικών, βασάνιζε και τη Φαίδρα.
Ήταν, λοιπόν, εγκλωβισμένη στο γνωστό δίπολο. «Παναγία ή Πόρνη». Από τη μια η γυναίκα που οφείλει να είναι σεμνή, υπομονετική, πιστή, αφοσιωμένη στο σπίτι και στην οικογένεια. Από την άλλη η γυναίκα που έχει επιθυμίες, φαντασιώσεις, ανάγκες και το δικαίωμα να αναγνωρίζει το σώμα και τη σεξουαλικότητά της ως δικά της.
Και κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές φωνές βρισκόταν η Φαίδρα.
Η μία ήταν η φωνή της φύσης. Εκείνη η βαθιά, επίμονη εσωτερική επιθυμία που δεν ενδιαφέρεται για κοινωνικούς κανόνες και στερεότυπα. Η άλλη ήταν η φωνή της κοινωνίας, η φωνή του «καλού κοριτσιού», που έχει διαμορφωθεί μέσα από αιώνες αντιλήψεων και θέλει τη γυναίκα παθητική, σεμνή, εγκρατή και προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά στον ρόλο της συζύγου και της νοικοκυράς.
Και η Φαίδρα βρισκόταν ανάμεσα στις δύο. Η μια φωνή της έλεγε. «Είναι φυσιολογικό να τον θέλεις.» Η άλλη ψιθύριζε. «Τι θα πουν οι άλλοι;» Κι εκεί ακριβώς γεννιόταν ο φόβος. Όχι τόσο ο φόβος της επιθυμίας, όσο ο φόβος της κρίσης. 
Και τότε η σεξουαλικότητα παύει να είναι απλώς μια ερωτική υπόθεση. Γίνεται ζήτημα ταυτότητας. Γίνεται η προσπάθεια μιας γυναίκας να αποφασίσει ποια είναι όταν κανείς δεν την κοιτάζει και δεν της υπαγορεύει πώς πρέπει να συμπεριφέρεται.
Το κλειδί, ίσως, δεν βρίσκεται ούτε στην καταπίεση ούτε στην άκριτη παράδοση στην επιθυμία., Βρίσκεται στην αποδοχή. Στην αποδοχή του εαυτού της και στην επαναδιαπραγμάτευση των προσωπικών της ορίων. Γιατί η επιθυμία από μόνη της δεν κάνει μια γυναίκα ούτε καλή ούτε κακή. Είναι απλώς ένα κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.
Η Φαίδρα είχε πάρει την υπομονή της μητέρας της και μπορούσε να αντέξει πολλά πριν χάσει την ψυχραιμία της. Και δεν υπήρχε λόγος να τη χάσει στη συγκεκριμένη περίσταση. Τα βράδια όταν τα παιδιά της  κοιμόντουσαν, αυνανιζόταν στα σκοτάδια προσπαθώντας να καταπραΰνει την κάψα που ένοιωθε. Ήταν ένα ένοχο μυστικό, που ακόμα και τώρα, μετά τα τριάντα της χρόνια, τη βασάνιζε. Ο γάμος της με το πέρασμα του χρόνου δεν κάλυπτε τα ερωτικά της κενά, με αποτέλεσμα οι σεξουαλικές της επιθυμίες να επιστρέφουν ως φαντασιώσεις διαφυγής. Νιώθει την ανάγκη να παρακάμψει τους κανόνες τώρα να βρει επιτέλους το θάρρος να διεκδικήσει αυτό που πραγματικά επιθυμεί! Ίσως ένας εραστής να είναι αυτό ακριβώς που περιμένει. Ένιωθε έντονη επιθυμία να παρακάμψει τους κανόνες και να ικανοποιήσει την ανάγκη στις σεξουαλικές της ορμές!
 Παραβιάζοντας λοιπόν τους κανόνες τουλάχιστον δεν θα πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα. Οπότε ο καθηγητής της κόρης της δεν ήταν ο πρώτος τυχόντας, ήταν και άμεσα διαθέσιμος και μια κάποια λύση. 
«Μη μου πεις ότι παίζει και «φάση» με τη Φαίδρα, και ότι έχει εμπλακεί σε μία σχέση μόνο για το σεξ μαζί του. Μα είναι δυνατόν! Είναι τόσο τυχερός ο τζιτζιφιόγκος που του κάθεται η κυρία;»  
«Είναι άλλωστε «κοινό μυστικό»  ότι έχουν περιστασιακά συνευρεθεί σε ερωτικές επαφές μεταξύ τους. Στην Αθήνα μάλιστα οι κακές γλώσσες του περίγυρου της τάξης της κόρης λένε διάφορα λίγο έως πολύ καυστικά! σχόλια.»
«Όπως;» 
«Ο «τζιτζιφιόγκος» είχε αναλάβει «φιλικά» τα καθήκοντα να βοηθά επικουρικά την κόρη της στα μαθήματα την χρονιά που ετοιμαζόταν για τις πανελλήνιες εξετάσεις της και η Φαίδρα ένιωθε βαθιά την υποχρέωση και αναζητούσε εύσχημο τρόπο να βγάλει την υποχρέωση και να τον ευχαριστήσει που παρείχε μαθησιακή καθοδήγηση στην κόρη της. Ταυτόχρονα όμως, και ο «Λιμοκοντόρος» έψαχνε την ευκαιρία για να πηδήξει την Φαίδρα. 
Η Φαίδρα δεν άργησε να του ανταποδώσει και αυτή την υποχρέωση της. Εε! Να οι κακόβουλες διαδόσεις, αφήνουν υπαινιγμούς και λένε ότι δέχεται απροσκόπτως τις επισκέψεις του και τον αποζημιώνει για την βοήθεια που προσφέρει στην κόρη της και τον πληρώνει καλά, και όταν χρειάζεται να την βοηθήσει καμία ώρα παραπάνω τον πληρώνει.. ακόμα πιο καλά... »
«Όταν λες ακόμα πιο καλά... πώς το εννοείς;»
«Ε, χρυσή μου, οι κακές γλώσσες δεν χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση για να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Λένε πως η Φαίδρα, αφού ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη μαθησιακή βοήθεια που πρόσφερε στην κόρη της, έβρισκε κι εκείνη τον δικό της τρόπο να τον… ανταμείβει. Και όσο πιο πρόθυμος ήταν εκείνος να προσφέρει «έκτακτες» ώρες διδασκαλίας, τόσο πιο γενναιόδωρη γινόταν η κυρία στην… ανταπόδοση.»
«Δηλαδή, θέλεις να πεις πως όλη αυτή η ιστορία με τα μαθήματα ήταν απλώς η αφορμή;»
«Αυτό ακριβώς ψιθυρίζουν. Εγώ, βέβαια, δεν ξέρω τι από όλα αυτά είναι αλήθεια και τι είναι δημιούργημα της γειτονιάς. Ξέρεις πώς γίνεται. Μια επίσκεψη για μάθημα γίνεται δύο επισκέψεις, οι δύο γίνονται συχνές επισκέψεις και, πριν καλά-καλά το καταλάβεις, έχει γραφτεί ολόκληρο μυθιστόρημα.»
«Και ο τζιτζιφιόγκος; Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό;»
«Μάλλον όχι.»
«Και η Φαίδρα;»
«Η Φαίδρα είναι άλλη ιστορία. Αυτή δεν είναι γυναίκα που την παίρνει εύκολα ο άνεμος. Μπορεί να κάνει υπομονή, μπορεί να σωπαίνει, μπορεί να κουβαλάει πολλά μέσα της. Όταν όμως αποφασίσει πως θέλει κάτι, δύσκολα κάνει πίσω.»
«Άρα;»
«Άρα, χρυσή μου, αν οι φήμες έχουν έστω και μια σταγόνα αλήθειας, δεν ήταν μόνο εκείνος που έψαχνε ευκαιρία. Μπορεί να έψαχνε και η ίδια μια διέξοδο από τη ζωή που είχε αρχίσει να τη στενεύει.»
Η Άλκηστις την κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που προμήνυε πως η κουβέντα δεν είχε τελειώσει.
«Δηλαδή έχουμε έναν καθηγητή που προσφέρει επιπλέον ώρες και μια παντρεμένη γυναίκα που δείχνει ιδιαίτερη… ευγνωμοσύνη;»
«Εγώ δεν είπα τίποτα τέτοιο.»
«Όχι, βέβαια. Οι κακές γλώσσες το είπαν.»
«Ακριβώς. Εμείς απλώς τις ακούμε.»
«Και τις πιστεύουμε;»
«Αυτό είναι το δύσκολο. Στα κουτσομπολιά ποτέ δεν ξέρεις που τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η φαντασία.»
«Από την πίσω πόρτα, ε; Ή αλλιώς… οθωμανικό! Χμμμ… ωραία φάση είναι αυτή!»
«Ξαδέρφη, έχω μια απορία. Γιατί το λένε οθωμανικό;»
«Γιατί οι Τούρκοι μας πήραν καβάλα τετρακόσια χρόνια και το μάθανε!»
«Σοβαρά το λες;»
«Καλέ όχι! Υπάρχει και ένας πιο επίσημος, ιστορικοφανής και επιστημονικοφανής τρόπος να το εξηγήσουμε. Αν και, απ’ ό,τι φαίνεται, μάλλον πρόκειται για λάθος ορισμό που ταξιδεύει από λαό σε λαό.»
«Για λέγε…»
«Οι Δυτικοί το λένε «ελληνικό», εμείς «οθωμανικό», οι Τούρκοι «περσικό», ενώ οι Πέρσες το λένε «Qazvin style». Το Qazvin είναι πόλη της Περσίας που, σύμφωνα με τη σχετική φήμη, έχει αποκτήσει… ιδιαίτερη παράδοση σ’ αυτά τα πράγματα και αποτελεί πηγή ανεκδότων. Κάτι σαν τα δικά μας τα Ποντιακά.»
«Παράδειγμα;»
«Να, ένα απ’ αυτά τα παλιά μαύρα ανέκδοτα. Μια μάνα χάνει το παιδί της και πάει στην αστυνομία να δώσει περιγραφή. Οκτώ χρονών, στρουμπουλά μπούτια, φορούσε σορτσάκι, ροδαλά μαγουλάκια… Ο αστυνομικός αρπάζει τον ασύρματο και λέει. Οκτάχρονος αγνοούμενος στην περιοχή του νότιου Qazvin!»
Η Άλκηστις ξέσπασε στα γέλια.
«Άρα, αν το κατάλαβα σωστά, οι Δυτικοί το φορτώνουν σ’ εμάς, εμείς στους Τούρκους, οι Τούρκοι στους Πέρσες και οι Πέρσες… σε συγκεκριμένους Πέρσες!»
«Ακριβώς! Ένας ατελείωτος γεωγραφικός κύκλος ευθυνών!»
«Πάντως, όπως και να το λένε και ό,τι κι αν λέμε, ρε Άλκηστις, ένα είναι βέβαιο: η Φαίδρα είναι πραγματικά πολύ όμορφη γυναίκα. Αυτό που λέμε μπουκιά και συχώριο. Μου θυμίζει μάλιστα εκείνη την ηθοποιό που έπαιζε στο… Πρόεδρος για μια Μέρα. Πώς τη λένε, διάβολε; Μου διαφεύγει τώρα.»
«Και πού τη θυμήθηκες;»
«Έτσι μου ήρθε. Ίσως γιατί έχει εκείνη την κομψότητα, την αρχοντιά, αυτό το…κυρία με τα όλα της. Γι’ αυτό και δεν το πιστεύω ότι μπλέχτηκε μ’ αυτόν τον λιμοκοντόρο.»
«Γιατί, τι σου φταίει ο άνθρωπος;»
«Τι μου φταίει; Δεν μου φταίει τίποτα! Αλλά αυτή είναι κοκέτα, περιποιημένη, με παρουσία… κι αυτός, αγάπη μου, είναι σαν ζαρωμένη ρέγκα!»
«Καλά, καλά… Μην τον σταυρώνεις κιόλας!»
«Εγώ; Εγώ απλώς απορώ. Τόσος κόσμος κυκλοφορεί εκεί έξω και η κυρία βρήκε τον συγκεκριμένο για να του κάνει τα χατίρια!»
«Έρωτας είναι αυτός, ξαδέρφη μου. Ο έρωτας δεν παίρνει πάντα σωστές διαστάσεις και μετρήσεις!»
«Ή μήπως παίρνει… και τις δικές του διαστάσεις;»
Η Άλκηστις την κοίταξε για μια στιγμή και ξέσπασε πάλι στα γέλια. «Άντε, παράτα μας! Εσύ θα μας πεθάνεις σήμερα! Εριφύλη! Sigourney Weaver τη λένε. Και, απ’ όσο γνωρίζω, είναι και η μεγάλη αδυναμία του Νικηφόρου.»
«Ποια; Η Φαίδρα;»
«Για την ηθοποιό λέω, καλέ! Για τη Φαίδρα δεν ξέρω. Λες να τη γουστάρει ο Νικηφόρος; Διόλου απίθανο. Εσύ δεν λες ότι είναι πολύ ωραία γκόμενα; Λογικό το βρίσκω να κολλάει το ματάκι του.»
«Λογικό; Αμ, άμα θέλει να του τα βγάλω! Άκου λογικό! Πόσο χρονών είναι η Φαίδρα και πόσο η κόρη της;»
«Πρέπει να είναι γύρω στα τριάντα έξι με τριάντα επτά η Φαίδρα και δεκαοκτώ με δεκαεννιά η κόρη της.»
«Δηλαδή η Φαίδρα παντρεύτηκε πολύ μικρή;»
«Ναι. Οι κακές γλώσσες,που, ως συνήθως, στα χωριά δεν χρωστούν καλό σε άνθρωπο, λένε πως ήταν από μικρή λίγο ζωηρή και άτακτη, δεδομένης και της αναμφισβήτητης ομορφιάς της αλλά και του ιδιαιτέρως φλογερού ταμπεραμέντου της. Βεβαίως, ως γνωστόν, καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει και ίσως κάτι να υπήρχε πίσω απ’ όλα αυτά.»
«Και οι γονείς της;»
«Οι γονείς της την απέκτησαν σε μεγάλη ηλικία. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί και ήθελαν να τη δουν αποκαταστημένη, με έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να τη φροντίζει και να της προσφέρει μια ασφαλή ζωή. Γι’ αυτό φρόντισαν να την παντρέψουν νωρίς μ’ έναν κοντοχωριανό της, ναυτικό στο επάγγελμα.»
«Έτσι απότομα;»
«Έτσι περίπου. Εγώ υποψιάζομαι πως υπήρξε και αρκετή πίεση από την πλευρά των γονιών της. Έρωτας, πάντως, δεν νομίζω να υπήρχε ιδιαίτερος στην αρχή τουλάχιστον. Περισσότερο μια συμφωνία ζωής, όπως γινόταν συχνά παλιότερα.»
«Και τώρα;»
«Τώρα ζουν στην Αθήνα τον χειμώνα και το καλοκαίρι επιστρέφουν στο χωριό για διακοπές. Ο άντρας της λείπει μεγάλα διαστήματα στη θάλασσα κι εκείνη περνάει αρκετό καιρό μόνη της. Κι όπως καταλαβαίνεις… στα χωριά οι απουσίες είναι πάντα πιο εύκολες να σχολιαστούν απ’ όσο να εξηγηθούν.»
«Μάλιστα…» Η Εριφύλη την κοίταξε πλάγια. «Κι εσύ, βλέπω, έχεις αρχίσει να μου φτιάχνεις ολόκληρο βιογραφικό της γυναίκας.»
«Ε, κάπως πρέπει να καταλάβουμε και την ιστορία, δεν μπορούμε να πετάμε κουβέντες στον αέρα!»
«Άλκηστις, εσύ δεν καταλαβαίνεις την ιστορία. Την κατασκευάζεις!»
«Ε, καλά είπαμε… Ιστορικός με φαντασία είμαι, όχι ληξίαρχος!»
«Εννοείται, ξαδέρφη, πως δεν επικροτούμε την απιστία της. Σεβόμαστε όμως το δικαίωμά της να ζει όπως εκείνη επιλέγει και να μοιράζεται τον έρωτα με όποιον θέλει. Η νεαρή δεν ξέρει τίποτα;»
«Ίσως και να υποψιάζεται. Τι να σου πω; Δανάη τη λένε. Είναι κι αυτή πολύ όμορφη, μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο εντυπωσιακή από τη μάνα της. Έχει ζωντανό ταμπεραμέντο, ψάχνεται, γνωρίζει κόσμο και, απ’ ό,τι μαθαίνω, τελευταία ερωτοτροπεί δεξιά κι αριστερά. Γι’ αυτό και έχει συχνούς καβγάδες με τη γιαγιά και τη μητέρα της, κάθε φορά που ξεπορτίζει και γυρίζει αργά.»
«Δηλαδή δεν είναι από τις κοπέλες που περιορίζουν εύκολα τον εαυτό τους.»
«Όχι ιδιαίτερα. Είναι λίγο κακομαθημένη, βέβαια, ίσως επειδή ξέρει πολύ καλά πως η εμφάνιση της της ανοίγει πόρτες. Την ομορφιά την κληρονόμησε από τη μάνα της. Η Φαίδρα, όμως, είναι πιο ήπια, πιο εκλεπτυσμένη και, θα έλεγα, πολύ πιο συμπονετική φύση. Η Δανάη έχει περισσότερο ανήσυχο πνεύμα· η μητέρα της περισσότερη τρυφερότητα.»
Η Εριφύλη κοίταξε για λίγο το ρολόι της και ύστερα μάζεψε αργά τα πράγματα της. «Τι λες; Ώρα δεν είναι να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά; Ας φωνάξουμε τον Νικηφόρο. 

Η συνέχεια εδώ..
Click to Open
Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 4) .....

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Logia Tis Prymnis

..Ένα μικρο απόσπασμα από τo.......Ναυτικός! Το Δεύτερο Μπάρκο, Τρίτος μηχανικός...... Βλέπε: https://katianouba.blogspot.com/......
...........Τρεις ημέρες αργότερα τελειώνοντας την εκφόρτωση το πλοίο αμόλησε κάβους ελεύθερο για να αποπλεύσει και ξεκίνησε την έναρξη μιας νέας πορείας,! Αφήσαμε πίσω μας τη Χάβρη στο γλυκό απογευματινό φως και βάλαμε πλώρη νοτιοδυτικά, σαλπάραμε για τις ακτές της Νιγηρίας προς φόρτωση με προορισμό εκφόρτωσης τις Ολλανδικές Αντίλλες στην καραϊβική θάλασσα. Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας διασχίζαμε τον ωκεανό με πλώρη στο νοτιά, αφήνοντας πίσω μας στα βορειοδυτικά την σκοτεινή θάλασσα των Σαργάσσων και με το πλοίο να πλέει λουσμένο στο ασημένιο φεγγαρόφωτο. Ολόκληρη η περιοχή χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά ευμετάβλητες καιρικές συνθήκες και ιδιαιτέρως έντονα μετεωρολογικά φαινόμενα τα οποία είναι συνήθως εντελώς απρόβλεπτα και βραχύβια. Περασμένα μεσάνυχτα έχουμε τελειώσει την δεύτερη τετράωρη βάρδια και βρισκόμαστε με τον ανθυποπλοίαρχο τον καπετάν Επαμεινώνδα στην πρύμνη του πλοίου για ένα τελευταίο τσιγάρο. Εκεί, στην πρύμνη, με τον καπετάν Επαμεινώνδα, η σιωπή δεν είναι κενή, είναι γεμάτη. Γύρω μας επικρατεί ηρεμία, γαλήνη. Σιωπηροί κοιτάζουμε την ήρεμη θήλασα βυθισμένοι ο καθένας στις σκέψεις του. Ο θόρυβος από την προπέλα του πλοίου που στροβίλιζε ρυθμικά στα ήσυχα νερά ήταν ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν σαν μουσική που κάλυπτε όλους τους άλλους ήχους. Είναι η ώρα που αφήνουμε τις σκέψεις μας να ταξιδέψουν μαζί με το αφρισμένο απόνερο του πλοίου. Ο ρυθμός της προπέλας είναι ο μόνος σταθερός σύντροφος τέτοια ώρα. Σε κάνει να νιώθεις ότι ο χρόνος δεν κυλάει με τα ρολόγια, αλλά με τα μίλια. Η σιωπή παρατείνεται. Στο φως του φεγγαριού που κρεμόταν σαν χρυσοκόκκινο μενταγιόν στον ουρανό, ένα νησί ξεπρόβαλε μεσ’ από τα σκοτεινά νερά σαν μια ασαφή γραμμή στο σημείο που έσμιγαν ουρανός και θάλασσα,  Ο καπετάν Επαμεινώνδας μένει ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στα σκούρα, ασημένια νερά του ωκεανού. Κάποια στιγμή στρέφει αργά το κεφάλι του προς το μέρος μου. Το φως του φεγγαριού ζωγραφίζει αυλακώσεις στο πρόσωπό του, τονίζοντας κάθε γραμμή που χάραξε πάνω του η αλμύρα και ο χρόνος. Τα μάτια του, καθρεφτίζοντας το ασημένιο πέλαγος, μοιάζουν να βλέπουν πράγματα που κανένας ναυτικός χάρτης δεν μπορεί να αποτυπώσει. «Η θάλασσα των Σαργάσσων...» ψιθυρίζει, και η φωνή του μοιάζει να χάνεται μέσα στον απόκοσμο ψίθυρο των φυκιών που γλιστρούν αθέατα κάτω από την καρίνα μας. «Εδώ, το νερό δεν είναι απλώς νερό. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει. Σ’ αυτές εδώ τις θάλασσες αγγίζουμε το μυστήριο. Κάθε τι που μας περιβάλλει και που δεν είναι ορατό, είναι μυστήριο.»
Τα λόγια του μοιάζουν να κουβαλούν το βάρος και την ηρεμία αμέτρητων νυχτών στη γέφυρα. Αφήνω τη σιωπή να επανέλθει για λίγο, νιώθοντας την αρμύρα να υγραίνει τον αέρα. Η αίσθηση του μυστηρίου, για την οποία μιλά, δεν είναι κάτι απόμακρο, είναι παρούσα στον ήχο του νερού που σχίζεται από την πλώρη και στις σκιές που παίζουν στο κατάστρωμα. Η απάντησή μου, έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τη ναυτική μεταφυσική του καπετάν Επαμεινώνδα. Είναι η κλασική διαμάχη ανάμεσα στον ναυτικό που έχει μάθει να «διαβάζει» τη θάλασσα μέσα από το δέος του αγνώστου και στον άνθρωπο που επιζητεί την απόλυτη εξήγηση για να νιώσει ασφαλής.
«Εγώ πιστεύω ότι αυτά είναι μύθοι και δεισιδαιμονίες. Προϊόντα καλπάζουσας φαντασίας ή φυσικά φαινόμενα που πήραν διαστάσεις λόγω άγνοιας.» Του απάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας αφήνει ένα χαμηλό, σχεδόν αθέατο γέλιο να δραπετεύσει από τα χείλη του. Δεν είναι γέλιο ειρωνείας, αλλά μια βαθιά, παλιά απόκριση κάποιου που έχει ακούσει αυτή την απάντηση εκατοντάδες φορές, σε δεκάδες διαφορετικά καταστρώματα. Γέρνει ελαφρώς προς το μέρος μου, και το βλέμμα του αποκτά μια ένταση που σε κάνει να νιώθεις πως το φεγγαρόφωτο δεν είναι αρκετό για να αποκαλύψει όλα όσα κρύβονται στο πρόσωπό του. «Εσύ θεωρείς πως η άγνοια είναι εκείνη που γεννά τον μύθο. Εγώ θα έλεγα πως ο μύθος είναι μια άλλη μορφή γνώσης, πιο αρχαία, που οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεχάσουν όσο πιο πολύ εξελίσσονται. Όταν λες πως όλα αυτά είναι «απλώς φυσικά φαινόμενα», δεν μειώνεις το μυστήριο; Δεν το κάνεις πιο μικρό, πιο βολικό; Τότε γιατί, όταν κοιτάζεις το σύμπαν, δεν νιώθεις πλήρης, αλλά αναζητάς μια απάντηση πέρα από την απόδειξη; Αν η λογική σου είναι η μόνη σου άμυνα απέναντι στο άγνωστο, τι θα γίνει αν μια μέρα έρθεις αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να εξηγηθεί, ούτε με τους νόμους της φύσης, ούτε με τη δύναμη της παρατήρησης;» μου αντέτεινε. Και με μια φευγαλέα κίνηση αγγίζει με το χέρι του τον ξύλινο στυλοβάτη της σημαίας στην πρύμνη, προκειμένου να επικαλεστεί την προστασία του και να μη μας συμβεί κάποιο κακό από κάτι που μόλις ειπώθηκε.
«Πάνε πάνω από έξι χιλιάδες χρόνια που η θεία εκδίκηση αλυσόδεσε στο βράχο τον Προμηθέα και ο Ηρακλής τον ελευθέρωσε για να απαλλαγούμε απ’ αυτά τα δεσμά.» Του ανταπάντησα.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας σωπαίνει. Το βλέμμα του, που πριν ήταν καρφωμένο στο ασημένιο νερό, τώρα υψώνεται προς τον έναστρο ουρανό, σαν να αναζητά τον αστερισμό του Ηρακλή ανάμεσα στις μυριάδες φώτα. Μια βαριά σιωπή πέφτει ανάμεσά μας, την οποία διακόπτει μόνο ο ρυθμικός παφλασμός της θάλασσας στα πλευρά του πλοίου.
«Ο Προμηθέας...» ψιθυρίζει τελικά, και το όνομα του Τιτάνα ακούγεται σχεδόν ιερό μέσα στη νύχτα. «Έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά. Τη γνώση, δηλαδή. Την ικανότητα να βλέπουν στο σκοτάδι. Και η τιμωρία του ήταν ακριβώς αυτή. Να βλέπει, να κατανοεί, αλλά να μην μπορεί να αγγίξει την ελευθερία που ο ίδιος προσέφερε στους άλλους.»
Δεν υπήρχε στη σκέψη μου κάτι άλλο που θα μπορούσα να προσθέσω στη μακροσκελή συζήτηση για αντεπιχείρημα και ούτε το επιθυμούσα, από σεβασμό προς το πρόσωπο με το οποίο συζητούσα. Το θεώρησα απόλυτα φυσιολογικό, σε μια έντονη ανταλλαγή απόψεων, να νιώθω ότι πλησίασα το όριο όπου η επιχειρηματολογία μου μπορούσε να εκληφθεί ως επίθεση. Διαισθάνθηκα ότι ξεπέρασα από τις κόκκινες γραμμές με την αρνητική μου θέση στη συζήτηση μας και στα πιστεύω του και δεν το επιθυμούσα να χαρακτηριστώ αναιδής από τον συνομιλητή μου. Μερικές φορές, η μεγαλύτερη δύναμη σε έναν διάλογο δεν κρύβεται στο αντεπιχείρημα, αλλά στη σιωπή και στην ικανότητα να αναγνωρίζεις πότε είναι η ώρα να σταματήσεις. Συμφωνήσαμε ότι, διαφωνούμε με μια κομψή και ώριμη έξοδο κινδύνου στη δύσκολη συζήτηση! Έμεινα σιωπηλός με το βλέμμα στραμμένο στον έναστρο ουρανό. Μπροστά στην απεραντοσύνη του ουρανού, οι εντάσεις μιας ανθρώπινης διαφωνίας μοιάζουν μικρότερες. 
Παροδικά με συνεπήρε μια συγκίνηση ενθυμούμενος παρόμοιες συζητήσεις και στιγμές από τις πιο γλύκες της μέχρι τώρα ζωής μου. Την τελευταία χρονιά φοίτησης στην Ναυτική Ακαδημία, είχαμε την τύχη να έχουμε καθηγητή έναν νεαρό αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Η μελέτη του μαθήματος ξέφευγε από τα συνηθισμένα και διεισδούσε σε μονοπάτια σκέψης σαν τα αποψινά. Ο λόγος του σε αιχμαλώτιζε, αβίαστα κυλούσε σαν μέλι στις παλλόμενες αρτηρίες των ακροατών του που είχαν την ευτυχία να τον ακούν. Υπάρχουν δάσκαλοι που δεν διδάσκουν απλώς μια ύλη, αλλά ανοίγουν το μυαλό των μαθητών τους, προσφέροντάς τους εργαλεία για να επεξεργαστούν τον κόσμο πολύ μετά το πέρας των σπουδών τους.
Ένιωσα μια βαθιά συγκίνηση το πώς, μέσα στη σιωπή της αποψινής μου διαφωνίας κάτω από τον έναστρο ουρανό, το μυαλό μου επέλεξε να ανασύρει αυτή τη συγκεκριμένη ανάμνηση. Ίσως γιατί εκείνα τα συγκεκριμένα μαθήματα στη Ναυτική Ακαδημία μου έμαθαν κάτι που σήμερα χρησιμοποιώ υποσυνείδητα, ότι η ουσία της επικοινωνίας δεν βρίσκεται στην επικράτηση, αλλά στη διαδικασία της αναζήτησης. Εκείνος ο νεαρός αξιωματικός, με το να μας έδειχνε αυτά τα «μονοπάτια σκέψης», μας άφηνε μια κληρονομιά που υπέρβαινε την επαγγελματική μας κατάρτιση. Μας έδωσε την ικανότητα να εκτιμάμε τη δύναμη του λόγου, αλλά και την ωριμότητα να αναγνωρίζεις πότε ο λόγος πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στη σιωπή.
Μείναμε εκεί έξω στην πρύμνη γύρω στα δέκα λεπτά και αναχωρήσαμε για ύπνο. «Έχουμε χρόνο να τα ξαναπούμε για το θέμα αυτό αγαπητέ μου φίλε,» Του είπα αναχωρώντας. Έτσι και αλλιώς η σχέση μας είχε βάθος και διάρκεια, οπότε δεν χρειαζόταν να εξαντληθεί όλο το θέμα σε μία μόνο βραδιά.
Ο καπετάν Επαμεινώνδας, είναι ο πρακτικός τρίτος πλοίαρχος του πλοίου, ένας σαρανταπεντάρης λεπτός, στεγνός, ζωντανός άνδρας, αγαπητός και χαμογελαστός, καταδεχτικός και πρόσχαρος, τόσο χαριτωμένος, που όλοι μας στο πλοίο τον αποκαλούσαν «ο καλός μας φίλος».
Εκτελώντας τις ίδιες βάρδιες, είχαμε αποκτήσει μεταξύ μας μια έκδηλη οικειότητα, κάνοντας ταυτόχρονα πολύ καλή παρέα και τελειώνοντας τις βάρδιες μας παίρναμε το βραδινό δείπνο παρέα.
Τον ενθυμούμαι που ποτέ του δεν με άφησε να τελειώσω ένα πλήρες χορταστικό γεύμα. «Από τραπέζι είναι απαράβατος κανόνας να σηκώνεσαι πεινασμένος.» Μου έλεγε. Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.
Περνώντας τα χρόνια ομολογώ πόσο δίκιο είχε.................

Click to Open
 
Web Informer Button