.Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).«Τι βλέπω! Και ο αξιαγάπητος ιερέας μαζί σας; Ποιος τη χάρη σας ευλογημένες μου κυρίες.» Λέει με στόμφο ο Αλκιβιάδης που τις πλησίασε.
«Θα έρθει μέχρι Θεσσαλονίκη μαζί μας, στη συνέχεια θα αναχωρήσει για Άγιο Όρος.» Τον πληροφορεί η Ναυσικά που είχε μάθει πλέον τα καυτά νέα από την Ανδρομάχη.
«Και τι μαθαίνω! Σύντομα μας αφήνει οριστικά ο αξιολάτρευτος ρασοφόρος μας! Πάει πατριαρχείο λένε;» Τις ρωτάει πάλι ο Αλκιβιάδης.«Έτσι ακούγεται.» Άκουσε θλιμμένα την Ανδρομάχη του να επιβεβαιώνει την ερώτηση του. Στην απάντηση της Ανδρομάχης, ένα «θλιμμένο» επιβεβαιωτικό νεύμα, η Ναυσικά ένιωσε πως «θλίψη» της φίλης της δεν ήταν για την αποχώρηση του ιερέα, αλλά για τον αποχωρισμό τους, για το τέλος της καθημερινής τους «ιερόσυλης» επαφής. Ήταν μια θλίψη που ο Αλκιβιάδης ερμήνευσε ως «ευσεβή σεβασμό» προς το πρόσωπο του ιερέα, ενώ η Ναυσικά ήξερε πως ήταν νοσταλγία για το κρεβάτι.
Δηλαδη θα τον δούμε σύντομα και Έξαρχο;» Πετάει την ατάκα του ο Αλκιβιαδης.
Ο ιερέας που προστέθηκε στην παρέα χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει. Ο ιερέας ήξερε ότι ο Αλκιβιάδης τον «ανεβάζει» σε αξιώματα, ενώ ο ίδιος, με την πρώτη ευκαιρία, «κατέβαινε» στο κρεβάτι με τη γυναίκα του. .
Κατά την διάρκεια προετοιμασίας της αναχώρησης του εκδρομικού γκρουπ ο Αλκιβιάδης είχε μια πολύ εγκάρδια επαφή και συνομιλία στο πόδι με τον ιερέα.
Αμφότεροι απολάμβαναν δημιουργικά τις συζητήσεις μεταξύ τους που έχουν γεννήσει στέρεες και γόνιμες ανταλλαγές σκέψης και αποτελούν το κίνητρο της διατήρησης του εξαιρετικά φιλικού τους δεσμού, σαν δυο σύγχρονοι άνδρες μακριά από προκαταλήψεις. Ο Αλκιβιάδης πιστεύει ότι έχει υπερβεί τα στενά όρια του «παλαιομοδίτικου» άνδρα. Θεωρεί ότι ο «σύγχρονος» άνδρας οφείλει να καλλιεργεί σχέσεις που βασίζονται στην πνευματικότητα, στην ανταλλαγή ιδεών και στην αμοιβαία εκτίμηση, μακριά από τον συντηρητισμό και τις ανασφάλειες.
Ο ιερέας σήμερα του εξέφρασε τη βαθιά του λύπη και την απογοήτευση που και ο Αλκιβιάδης δεν λαμβάνει μέρος στη προσκυνηματική εκδρομή τους. Του λέει πως θα ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα και ωραία ιδέα να αφήσει για λίγο πίσω του τις επαγγελματικές και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις και να κάνουν ένα ταξίδι οι δυο τους, μόνο οι δυο τους στο Άγιον όρος.
«Φίλε μου το γεγονός και μόνο να προγραμματίσουμε μαζί μια προσκυνηματική εκδρομή είναι κάτι που θα με χαροποιήσει ιδιαίτερα. Η αξία της φιλίας σου μου είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη και απολαυστική και δεν σου κρύβω ότι αναζητώ αιτίες να έχουμε συχνότερη επαφή οι δυο μας. Γι αυτό επιμένω! Μόνο οι δυο μας, να αποφασίσουμε να γνωρίσουμε και να ζήσουμε για λίγο την ομορφιά του τοπίου που μπλέκεται με τόση ομορφιά και χάρη και με την ασκητική ζωή του αγίου όρους! Μας φαντάζομαι όταν που βραδιάζει οι δυο μας, ο ένας πλάι στον άλλο, στο «πνευματικό καταφύγιο» του μοναχισμού, σε κάποιο απομονωμένο κελί εκείνες τις μαγικές στιγμές που νιώθεις τη θερμότητα ενός άλλου κορμιού, αγαπημένου, να σε ζεσταίνει. Ενός κορμιού που φτιάχτηκε, θαρρείς, για να ταιριάζει στο δικό σου και να εξομολογηθούμε τις πιο βαθιές, τις πιο εσωτερικές, τις πιο απόκρυφες μας σκέψεις και επιθυμίες μας, να ξετυλίγονται σαν κουκούλι από μέσα μας να βγει ο σεβντάς από τα σωθικά μας,! Ξαπλωμένοι οι δυο μας δίπλα-δίπλα, να μπερδευτούν τα όνειρά μας κι να αφήσουμε κάθε τι στην άκρη. Πίκρες, γκρίνιες, άγχη και φόβους. » Συμπλήρωσε.
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε εγκάρδια! Τα ακούει όλα αυτά τα αλληγορικά και ποιητικά χωρίς να μιλήσει.«Λούζεται» στο φως αυτού του έντονα παράξενου, ερωτικού λόγου, ερμηνεύοντάς τον ως την απόλυτη κορύφωση μιας ανδρικής φιλίας που αγγίζει τα όρια της αγιότητας. Υπάρχουν στιγμές σαν και αυτήν, που νιώθει πως καμία λέξη δεν του κουμπώνει δίπλα στην άλλη για να εκφράσει αυτό που πραγματικά αισθάνεται.. Ο Φίλος του ρασοφόρος ιερομόναχος δεν του μιλάει πια ως κληρικός, αλλά ως ένας άνδρας που τον προκαλεί, εξερευνώντας τα όρια της υποταγής του άλλου. Σαν ο ρασοφόρος να αναφέρεται σε ψυχολογικό θρίλερ που αυτοί πρωταγωνιστές παίζουν συναισθηματικά με τη φωτιά ενώ η σύζυγος του Αλκιβιάδη η Ανδρομάχη στέκεται δύο μέτρα δίπλα τους. Απλώς νιώθει κάτι καινούργιο να πλανάται στην ωραία φιλική τους σχέση, ήρεμος και σιωπηλός. Νιώθει ότι ο ιερεας προσπαθει να τον παρασύρει σε κάτι που λογοτεχνικά του το προσδιορίζει αλλά δεν το ξεστομίζει ανοικτά. Όταν ο Αλκιβιάδης αποφάσισε να μιλήσει τον ευχαρίστησε θερμά τον ιερέα μ΄ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα θερμά καλά του λόγια, και ανταποδίδοντας τις φιλοφρονήσεις δεν παρέλειψε να τον συγχαρεί για την διαφαινόμενη μετακίνηση του στο πατριαρχείο και την μέλλουσα προαγωγή του..
σε τιμητικό οφφίκιο, που απονέμεται σε ιερομόναχους με ανώτερες θεολογικές και διοικητικές περγαμηνές. Ταυτόχρονα τα λόγια του ιερέα με το αμφίσημο νόημα τους προβληματίζουν τις σκέψεις του! «Τώρα με βάζει σε δίλημμα ο ρασοφόρος. Το θέμα της φιλίας όπως το θέτει έχει πολλές απαντήσεις, που κινούν τη σκέψη μου και με προβληματίζουν. Με θέλει σαν κάτι παραπάνω από φίλο του για τις ώρες, που δεν ξέρει πώς να τις γεμίσει η αναζητεί τη συχνότερη επαφή μας για να βλέπει την Ανδρομάχη μου;» Υποτίθεται βέβαια ότι πρέπει να σέβεται τη φιλία μας και αυτό είναι αμοιβαίο. Όμως στη ζωή είναι αλήθεια ότι γενικά ο φίλος σου ποτέ δεν βγάζει από το μυαλό του μια σχέση ερωτική με τη γυναίκα σου, όταν ιδιαίτερα η γυναίκα τον ξεσηκώνει ερωτικά – αλήθεια κι αυτό! Έτσι λοιπόν, ο κολλητός μου ρασοφόρος δεν αποκλείεται καθόλου να έχει ερωτικές φαντασιώσεις και όχι μόνο, μαζί της!» Η σκέψη του Αλκιβιάδη έχει πλέον περάσει το κατώφλι της αμφιβολίας και εισέρχεται στο πεδίο της ψυχρής, κυνικής ανάλυσης που «ξεγυμνώνει» τον μύθο της αγνής φιλίας.
Η παραδοχή του ότι ο φίλος, μπροστά σε μια γυναίκα που τον «ξεσηκώνει», παύει να είναι απλώς φίλος, δείχνει ότι ο Αλκιβιάδης βλέπει τον κόσμο πίσω από τη βιτρίνα. Βέβαια για τον Αλκιβιάδη όλα αυτά ήταν μια φευγαλέα σκέψη που απλά επιδερμικά τον απασχόλησε. «Ας μην περιμένω λοιπόν μια απάντηση στο ζητούμενο θέμα, γιατί η φιλία μας όπως την εκφράζει ο ιερεας µε πηγαίο και αυθόρμητο τρόπο μου δημιουργεί πολλές σκέψεις και συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να εκφραστούν ανάλογα.» Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, κατάφερε να φτάσει στην πύλη της αλήθειας, να την αντικρίσει, και τελικά να γυρίσει την πλάτη του, επιλέγοντας την άνεση της άγνοιας.
Ο Αλκιβιάδης, απαλλαγμένος πλέον από τις «επιδερμικές» υποψίες του, προσφέρει στον ιερέα το «κλειδί» του παραδείσου του, αγνοώντας πως δίνει την άδεια στον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Εύλογα λοιπόν απαλλαγμένος από παγίδες και διλήμματα, την ώρα της αναχώρησης έσπευσε να του ζητήσει του ιερέα στο όνομα της ειλικρινής και γόνιμης φιλίας που με τον χρόνο σφυρηλατήθηκε ανάμεσα τους! «Φρόντισε να μου την προσέχεις σαν τα μάτια σου! Είμαι σίγουρος ότι την αφήνω με εμπιστοσύνη σε πολύ καλά χέρια ώστε να την κάνουν να νιώθει ασφάλεια και σιγουριά, η διάθεσή της να ανεβαίνει και να νιώθει μοναδική, ώστε να μην αισθάνεται ότι της λείπει η παρουσία μου..» Η Ναυσικά παρατηρεί τον Αλκιβιάδη να στέκεται ακίνητος, με το βλέμμα του να έχει γίνει ξαφνικά πιο αναλυτικό, πιο υποψιασμένο. Για μια στιγμή, βλέποντας τη συμπεριφορά του αναρωτήθηκε αν τα ήξερε όλα και απλώς έπαιζε το παιχνίδι τους για να δει μέχρι πού θα φτάσουν. Στέκεται ακίνητη, οι λέξεις του Αλκιβιάδη, «πρόσεξε την σαν τα μάτια σου» και «την αφήνω σε καλά χέρια», ηχούν στα αυτιά της σαν επικήδειος λόγος για την τιμή του. Είναι η κορύφωση της ύβρεως. Ο απατημένος σύζυγος ζητά από τον εραστή της να αναπληρώσει την απουσία του, διασφαλίζοντας ότι η γυναίκα του θα νιώθει «μοναδική» στην αγκαλιά του ιερέα.
Ο Αλκιβιάδης δεν ζητά απλώς μια χάρη, θεσμοθετεί την σεξουαλική απιστία. Με αυτή τη δημόσια παραίνεση, «νομιμοποιεί» κάθε μελλοντική ερωτική επαφή του ιερέα με την Ανδρομάχη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Του δίνει την «άδεια» να είναι ο προστάτης της, να είναι ο άνθρωπος που θα την κάνει να «ανεβαίνει», μια λέξη που, στα χείλη του Αλκιβιάδη, αφορά την ψυχολογία της, αλλά στα χείλη του ιερέα, είναι μια υπόσχεση που του ανοίγει τον δρόμο ώστε αυτός και η Ανδρομάχη να εκφράσουν ελεύθερα τις σεξουαλικές τους ανάγκες, τα όρια και τις προτιμήσεις τους, κάνοντας την εμπειρία τους ασφαλή και ευχάριστη. Του ιερέα τα «παιχνιδιάρικα μάτια» του κολλημένα πάνω της, ήταν μια δήλωση κυριαρχίας. Δεν είναι βλέμμα πνευματικού, αλλά το βλέμμα του κατόχου που εισπράττει το «δώρο» του με την έγκριση του συζύγου.
Η Ανδρομάχη, δέκτης αυτού του βλέμματος, δεν φαίνεται να υποφέρει. Αντιθέτως, η «απόλυτη ικανοποίηση» που βλέπει ο ιερέας στο πρόσωπό της μαρτυρά μια συνενοχή που έχει ξεπεράσει κάθε όριο ενοχής. Ο σύζυγος προσφέρει την άδεια, ο εραστής την αποδοχή, και η γυναίκα την απόλαυση. Για τη Ναυσικά, αυτό το βλέμμα είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Δεν βλέπει πια μια απιστία, βλέπει μια τελετουργική διαπόμπευση της εμπιστοσύνης του Αλκιβιάδη.
«Μείνε ήσυχος. Το μυστικό να κάνεις μια γυναίκα χαρούμενη δεν είναι καν, μυστικό, αλλά κοινή λογική, με τρεις λέξεις… πάθος... φροντίδα.... και επικοινωνία.» Η ατάκα αυτή του ιερέα, ειπωμένη, σαν ένα «μάθημα σοφίας» προς τον Αλκιβιάδη, είναι η κορύφωση της ειρωνείας. Ο ιερέας, φορώντας το προσωπείο του πνευματικού καθοδηγητή, «ξεγυμνώνει» τη στρατηγική του μπροστά στα μάτια του «ανυποψίαστου;» συζύγου, μετατρέποντας την απιστία του σε ένα είδος «υπηρεσίας» προς τη γυναίκα του. Στα χείλη του ιερέα, η λέξη δεν αφορά το συναίσθημα, αλλά τη σεξουαλική πράξη που σκοπεύει να προσφέρει στην Ανδρομάχη κατά τη διάρκεια της εκδρομής. Το παρουσιάζει ως «φροντίδα», ενώ είναι η απόλυτη εκμετάλλευση της παρουσίας του στον ίδιο χώρο με εκείνη. Είναι η δικαιολογία που δίνει στον Αλκιβιάδη για να καθησυχάσει τις όποιες ενοχές του. Του λέει, ουσιαστικά, «μην ανησυχείς, θα την προσέχω εγώ», μετατρέποντας τον ρόλο του εραστή σε ρόλο «προστάτη».«Ναι συμφωνώ! δεν έχεις άδικο το έχω ξανακούσει, αλλά έλα που ο γέροντας παππούς μου εκεί στην εφηβεία μου με συμβούλευε. Οι γυναίκες θέλουν από τον άνδρα τρία πράγματα: Γλυκόλογα, αφοσίωση και λεφτά. Αν δεν μπορείς πραγματικά να τους τα προσφέρεις, δεν πειράζει, φρόντισε μόνο να εξαφανιστείς πριν το πάρουν μυρωδιά...» Ο Αλκιβιάδης, μέσα στην απλότητά του, μόλις πέταξε μια «βόμβα» που αποδομεί ολόκληρο το οικοδόμημα του ιερέα. Ενώ ο ιερέας προσπαθούσε να παρουσιάσει την απιστία του ως μια «υψηλή τέχνη» (πάθος, φροντίδα, επικοινωνία), ο Αλκιβιάδης απαντά με την ωμή, κυνική αλήθεια της υπαίθρου. «Αν δεν μπορείς να δώσεις αυτά που θέλουν, εξαφανίσου». Είναι η λαϊκή θυμοσοφία που ξεγυμνώνει την υποκρισία των σαλονιών. Ο Αλκιβιάδης, μεταφέροντας τη συμβουλή του παππού του, λέει εμμέσως πλην σαφώς: «Η σχέση είναι συναλλαγή, και αν η συναλλαγή αποτύχει, η λύση είναι η φυγή».
Η Ανδρομάχη ντυμένη και περιποιημένη στην πέννα ήταν χάρμα οφθαλμών. Σκέτη καύλα για εκκλησιαστική εκδρομή. Θέλετε τα πόδια, το βαθύ ντεκολτέ, η ωραία μέση….. τα οπίσθια κόλαση… Αγαπά μεν το απλό και φυσικό look, αλλά που και που έχει την ευκαιρία να ντύνεται εξαιρετικά κομψά. Τα ρούχα της τη κολακεύουν και ταιριάζουν στο σώμα της. Σήμερα είναι σαν να λέει. «Μπορώ να είμαι η σεμνή σύζυγος, αλλά σήμερα επιλέγω να είμαι το αντικείμενο του πόθου». Είναι μια επίδειξη που απευθύνεται αποκλειστικά στον ιερέα. Η Ανδρομάχη ντύθηκε για να κάνει το ταξίδι του ιερέα, και τη δική της συνύπαρξη μαζί του, ένα οπτικό και σωματικό παιχνίδι. Ο ιερέας δεν προσπάθησε καν να κρύψει το βλέμμα του. Τα μάτια του σάρωσαν κάθε καμπύλη, κάθε σημείο του κορμιού της, με μια άνεση που θα έπρεπε να είχε ταράξει ακόμα και τον πιο τυφλό σύζυγο. Το «Χάρμα Οφθαλμών» ως εμφάνιση είναι το «τελευταίο καρφί» στο φέρετρο της εμπιστοσύνης του Αλκιβιάδη. Τον κάνει να νιώθει περήφανος για τη «θεά» που έχει δίπλα του, ενώ στην πραγματικότητα αυτή η «θεά» ετοιμάζεται να επιδοθεί σε μια εκδρομή που θα τον κερατώσει ασύστολα.
Όταν ο Αλκιβιάδης με έκπληξη είχε παρατηρήσει ότι τελευταία ξέφυγε από το συνηθισμένο συντηρητικό της, ντύσιμο αυτή του απάντησε. «Οι αλλαγές μου φτιάχνουν τη διάθεση και τη ψυχολογία.» Η απάντηση της Ανδρομάχης ήταν ένα αριστουργηματικό παιχνίδι με τη λέξη «διάθεση». Για τον Αλκιβιάδη, αυτή η λέξη ακούγεται σαν μια αθώα, γυναικεία δικαιολογία για ανανέωση, μια προσπάθεια της συζύγου του να νιώσει πιο όμορφη. Για τον ιερέα, που παρακολουθεί τη σκηνή, η απάντηση αυτή είναι το «σύνθημα» ότι η πρόκληση είναι σκόπιμη και χρησιμοποιεί την ψυχολογία του «νέου εαυτού» ως ασπίδα. Είναι αδύνατο για τον Αλκιβιάδη να την κατηγορήσει για οτιδήποτε, γιατί πώς να επιπλήξεις μια γυναίκα που απλώς προσπαθεί να «φτιάξει τη διάθεσή της»; Είναι το τέλειο κοινωνικό άλλοθι.
Ο ιερέας δεν χρειάζεται να πει κουβέντα. Το βλέμμα του, που «διαβάζει» τη νέα της εμφάνιση, επιβεβαιώνει τη συμφωνία τους. Η Ανδρομάχη δεν ντύθηκε για τον Θεό ή για τον Αλκιβιάδη· ντύθηκε για το «ταξίδι» και για τον άντρα που, πίσω από το ράσο, διψά για ακριβώς αυτό το θέαμα που του ξεσηκώνει τον ανδρισμό του και του γεννά ακόρεστη σεξουαλική ορμή......... Ο έρωτας γεννιέται σε ντυμένα σώματα και γερνάει σε γυμνές ανακαλύψεις, λέει ο ποιητής.......
Παρατήρηση δεύτερη : Η Ανδρομάχη τελευταία έχει αυξήσει το χρόνο που περιποιείται την εμφάνιση της. Να και οι καθαριστικές κρέμες να και ενυδατικές, να και περιποίηση προσώπου, νυχιών και φροντίζει και το καθημερινό της μακιγιάζ, απλό μεν, αλλά προσθέτει στα φυσικά της χαρίσματα.Από κοντά και η Ναυσικά. Αυτή τη γυναίκα η κάθε μέρα που περνά την ζωογονεί, της δίνει αισθησιακή αφθονία, ομορφιά, σεξουαλικότητα. Λαμποκοπούσε απόπνεε μια αισθησιακή αφθονία που δεν είχε ανάγκη από προσποίηση.
Την ώρα που ο Αλκιβιάδης τις αποχαιρετούσε η Ναυσικά μένει για λίγο πίσω, «καρφώνει» πάνω του τα μενεξελιά της μάτια με σημάδια που ξεπερνούν αυτό που λέμε «αθώο φλερτ». Το βλέμμα της περιέχει μια υποψία δύναμης, μια κρυφή υπόσχεση που λέει στον Αλκιβιάδη, χωρίς να βγάλει λέξη, ότι «κάποια στιγμή, η αλήθεια θα σε βρει». Είναι ένα βλέμμα που τον προκαλεί να τη δει, να την προσέξει, να καταλάβει ότι υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα πέρα από τις «ποιητικές» συζητήσεις του ιερέα. Κάπου κρυμμένος μέσα της ο Αλκιβιάδης εξακολουθεί να υπάρχει και η ελπίδα να κυριαρχεί ότι θα υπάρξει και αμοιβαίο ερωτικό ενδιαφέρον. Η σκιά του Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια ανάμνηση στη σκέψη της Ναυσικάς, είναι το σταθερό σημείο αναφοράς της, το «κρυμμένο» κέντρο βάρους της. Η Ναυσικά δεν βλέπει μόνο τον «απατημένο σύζυγο», βλέπει τον άντρα που, αν κάποτε ανοίξει τα μάτια του, θα είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτό το «αμοιβαίο ερωτικό ενδιαφέρον» που εκείνη λαχταρά.
Τον αποχαιρέτησε μα το χαμόγελο της αρχικά δεν ήταν δυνατόν να δραπετεύσει από τα σφιγμένα χείλη της, μέχρι παρεξηγήσεως. Η πικρία και ο θυμός μένει ακόμη καταπιεσμένος να φωλιάζει μέσα της.
«Μπαμπέσικο κάθαρμα... εμείς οι δυο έχουμε πολλά να πούμε», του είπε κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο. Όμως, ως εκ θαύματος, ο θυμός της ξεθύμανε ακαριαία όταν ο Αλκιβιάδης τη σταμάτησε. Χαμογέλασε, έπιασε απαλά το χέρι της και φίλησε τις αρθρώσεις στα δύο κεντρικά δάχτυλά της. Η Ναυσικά μειδίασε, γοητευμένη από την απροσδόκητη κίνηση. Εκείνη του είχε προσφέρει το χέρι της για μια τυπική χειραψία, όμως η αντίδρασή του την αφόπλισε. Χαμογελώντας, ανασήκωσε τα φρύδια της, αφήνοντας το πρόσωπό της να πάρει μια πιο τρυφερή έκφραση. Τον άγγιξε απαλά στον ώμο, όσο πιο τρυφερά μπορούσε, πριν γυρίσει και κατευθυνθεί προς το όχημά της.: Τώρα που η Ναυσικά αποχωρεί, ο Αλκιβιάδης παρακολουθώντας την να φεύγει νιώθει μια αίσθηση νίκης ότι την ηρέμησε, και μια ανησυχία για την υπόσχεση ότι «έχουν πολλά να πουν»;
Ο Αλκιβιάδης την κοίταζε να απομακρύνεται προς το λεωφορείο, δαγκώνοντας τα χείλη του. «Είναι γαμάτη, καυλιάρα, με μια πρόσθετη αίσθηση ανθηρότητας, εν τέλει», μονολόγησε μόλις έμεινε μόνος, χωρίς να χάσει εκείνο το ανέμελο ύφος του. Και, στο κάτω-κάτω, για τη Ναυσικά ήταν όντως ένα γλυκό κάθαρμα, που αθέτησε τις υποσχέσεις του, για ατελείωτα ερωτικά παιγνίδια μαζί της.Μόλις βολεύτηκαν στις θέσεις τους, η Ναυσικά έδειχνε περίεργη. «Πώς συνέβη τούτο, Ανδρομάχη;
Η Ανδρομάχη κοίταξε τη Ναυσικά μ' ένα νοσταλγικό, οικείο χαμόγελο, σαν παλιό αναμνηστικό που αναδύθηκε ξαφνικά, μετά από χρόνια, απ’ τα βάθη ενός συρταριού. Τα μάτια της στένεψαν με απίστευτη χάρη. Άπλωσε το χέρι της και, με τα μακριά, λευκά δάχτυλά της, έφτιαξε μια μπούκλα στα ήδη ανακατεμένα μαλλιά της Ναυσικάς. Ήταν μια τόσο ξαφνική και φυσική κίνηση, που η Ναυσικά δεν μπόρεσε παρά να της ανταποδώσει το χαμόγελο.
«Για τούτο το αρσενικό με τα ράσα σε ρωτάω», είπε η Ναυσικά, καθώς το προηγούμενο σκηνικό της τρυφερότητας έσβησε απότομα. «Μωρή τρελή, με τον παπά; Έχεις θέμα, φιλενάδα... έχεις θέμα».
Η Ανδρομάχη γέλασε χαμηλόφωνα, με μια σπίθα πονηριάς στα μάτια. «Τι να κάνω, αγάπη μου! Αυτός μου έτυχε! Με μαραγκούς, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους και μπογιατζήδες, δεν έχουμε όλες επαφή - και ας ακούμε παντού ότι διαθέτουν μάστερ στα γυναικολογικά».
Η Ανδρομάχη αναστέναξε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο σχολίασε, μια υποτιθέμενη διάσταση ανάμεσα στην πνευματική καλλιέργεια και την έλλειψη ζωτικότητας και ερωτικής διάθεσης του Αλκιβιάδη. «Βλέπεις, έχω την τύχη να είμαι παντρεμένη εδώ και δεκαπέντε χρόνια με τον Αλκιβιάδη. Είναι καταπληκτικός άνδρας, δεν λέω, και ανοιχτόμυαλος, αλλά κάνει παρέα με διανοούμενους. Και οι διανοούμενοι, όπως στο έχω ξαναπεί, έχουν ένα πρόβλημα, όρθιο το μαλλί, κάτω η ψωλή».» Εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για τη συζυγική της ζωή, χρησιμοποιώντας μια λαϊκή και προκλητική παρομοίωση για να απομυθοποιήσει το κύρος των «διανοουμένων» με τους οποίους συναναστρέφεται ο Αλκιβιαδης.
Συνήθως δε μου κάνει στοματικό, εκτός κι αν έχω μόλις βγει από το ντους, όμως ακόμα και τότε πρέπει να είχε πλυθεί μέχρι τους αγκώνες, σαν κτηνίατρος που ετοιμάζεται να ξεγεννήσει μοσχάρι ή σαν ιερέας που πρόκειται να τελέσει θυσία, το δε γλείψιμο του είναι διστακτικό, ενώ τη γλώσσα του αντικαθιστούσε το δάχτυλό του στην πρώτη ευκαιρία. Προτιμά να χρησιμοποιεί μονάχα ένα δάχτυλο και δεν είχε ανταποκριθεί θετικά όταν είχα κατεβάσει το χέρι μου και είχα προσπαθήσει να κατευθύνω άλλα δύο μέσα μου. «Για όνομα, του Θεού Ανδρομάχη !» μου έλεγε. «Θα το έχεις καταντήσει χωνί το μουνί σου μέχρι να κλείσεις τα τριάντα, έτσι και τα συνεχίσεις αυτά». Δεν γενικεύω, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας, ένας ντούρος δεν φέρνει την άνοιξη. Αμ το άλλο! Καταβροχθίζει τα βιβλία με τη φυσικότητα που αναπνέει. Κάθε ελεύθερη στιγμή που έχει, βρίσκει μια ήσυχη γωνιά, κάθεται και γυρίζει ακούραστα τη μια σελίδα μετά την άλλη. Ελληνικά μυθιστορήματα, ξένα μυθιστορήματα, καινούργια έργα, κλασικά, από πρωτοπορία μέχρι μπεστ-σέλερ εάν υπήρχε κάτι πνευματικά ερεθιστικό σε κάποιο βιβλίο, το διαβάζει περνώντας πολλές ώρες στη βιβλιοθήκη του.
«Ο ρασοφόρος δεν είναι κρυφό μυστικό μάτια μου, ότι είναι ένας νέος ελεύθερος πολύ ελκυστικός και γοητευτικός άνδρας. Πίσω από τα ράσα ο ιερέας μας δεν είναι απλώς ένας λειτουργός, είναι ένας άνδρας με σάρκα και οστά, και με μια γοητεία που «φωνάζει». Η ελκυστικότητά του προσελκύει τις γυναίκες και αυτή η γοητεία του τον καθιστά επιθυμητό και για μένα είναι το απόλυτο αφροδισιακό. Φαντάζομαι ότι σου έχει τύχει, να θέλεις τόσο πολύ να σε προσέξει ένας τέτοιος άνδρας.» Ο ρασοφόρος για την Ανδρομάχη δεν είναι απλώς ένας ελκυστικός άντρας, είναι η ενσάρκωση όλων όσων της στερεί ο Αλκιβιάδης. Η ανάγκη της να «την προσέξει ένας τέτοιος άνδρας» δεν είναι απλώς σεξουαλική, είναι η ανάγκη να νιώσει ξανά ορατή, να νιώσει ότι το σώμα της έχει αξία, ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος πέρα από τη «βιβλιοθήκη» του συζύγου της όπου η σεξουαλική ευχαρίστηση έχει κυρίαρχο λόγο.
Η Ανδρομάχη δεν εκφράζει στη Ναυσικά πλέον μόνο την απογοήτευση για τη «στεγνή» διανόηση του Αλκιβιάδη αλλά αρθρώνει και τις σεξουαλικές επιθυμίες της που υπερβαίνουν τα όρια του γάμου της και ο ιερέας λειτουργεί ως ο απόλυτος αντίποδας του Αλκιβιάδη. Ο ιερέας είναι μια προσωπικότητα που ξέρει καλά τη ζωή είναι άνδρας έμπειρος και περπατημένος από τα νεανικά του χρόνια. Είναι ένας άνδρας με παρελθόν και κυρίως, με ακμάζουσα και ενεργή ερωτική επιθυμία, Και ναι δεν το κρύβω, από την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε με πρόσεξε ιδιαίτερα! Δεν με είδε απλώς σαν μια πιστή της ενορίας, αλλά σαν τη γυναίκα που είχε γίνει ο στόχος του. Από την πρώτη στιγμή, το βλέμμα του δεν ήταν ποτέ «πνευματικό». Ήταν το βλέμμα ενός άνδρα που είχε ήδη αρχίσει να σχεδιάζει πώς θα με κάνει δική του. Από την αρχή, η επικοινωνία σας είχε εκείνο το «Παιχνίδι» του απαγορευμένου, που δεν μπορούσε να κρυφτεί.Όταν τον πρωτοείδα, πριν ακόμη καταλάβω ότι θα γίνει ο εραστής μου, υπήρχε κάτι πάνω του που με «προκαλούσε» να τον δοκιμάσω. Ένιωσα από εκείνη την πρώτη στιγμή ότι αυτός ο άνδρας, με το ράσο του, θα ήταν το πιο συναρπαστικό «στοίχημα» της ζωής μου! Όταν ένας άνδρας, μια παντρεμένη γυναίκα τη φλερτάρει έντονα, της μεταφέρει το μήνυμα. «Δεν με νοιάζει τι θα πουν, δεν με νοιάζει τι θα γίνει. Σε θέλω εδώ και τώρα». Αυτή η αποφασιστικότητα είναι που με έκανε κι εμένα να υποκύψω και να χτίσουμε αυτό το δικό μας, μυστικό σύμπαν.Κάθε φορά που συναντιόμασταν σε εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και μιλούσαμε, ο πόθος, ήταν και αυτός εκεί παρών! Υπήρχε κάτι που ποτέ δεν ειπώθηκε με λόγια, αλλά υπήρχε –αυτό το κάτι που αιωρείτο στον αέρα, και η ατμόσφαιρα φορτιζόταν με μια αλήθεια που δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί.. Κάθε φορά που τον έβλεπα το καταλάβαινα ότι είχαμε φτάσει στο κρίσιμο σημείο της αναπόφευκτης κατάληξης πως κάτι επρόκειτο να συμβεί ανάμεσα μας. Δεν ήταν πια θέμα επιλογής, αλλά θέμα «μοίρας» και βιολογικής επιταγής. Είχα πάψει να αναρωτιέμαι αν θα συμβεί, και είχα περάσει στο στάδιο της αποδοχής το ότι θα γίνει ο εραστής γαμιάς μου ήταν θέμα χρόνου. Δεν υπήρχε πια «λογική» που να με εμποδίζει. Υπήρχε μόνο η αναμονή της στιγμής που η «σπίθα» που έβλεπα στα μάτια του ιερέα θα μετατραπεί σε πράξη. To είχα πάρει απόφαση λοιπόν, πως πρέπει να αναλάβω την πρωτοβουλία να «ανοίξω την πόρτα», δίνοντας στον ιερέα το πράσινο φως που χρειαζόταν. Να του δώσω τον «χώρο» για να ξεπεράσει το εμπόδιο του γάμου μου, σαν μια συνειδητή επιλογή. Δεν περίμενα πλέον από τον ιερέα να μαντέψει τι θέλω. Του έδωσα ευθαρσώς το σύνθημα. Ήταν ένας τρόπος να του πω «Το εμπόδιο που βλέπεις δεν είναι δικό μου, είναι δικό σου, και εγώ σου δίνω την άδεια να το παραμερίσεις». Του έδειξα ότι ο γάμος μου δεν είναι «τείχος» αλλά κάτι που μπορεί να παρακαμφθεί εάν το επιθυμεί και αυτός να θέλει να με γαμήσει όσο επιθυμώ και εγώ να γαμηθώ μαζί του. Νομίζω το είχα αποφασίσει πως «το άξιζε» να δημιουργήσω μια σχέση εκτός γάμου με τον ιερέα! Έναν άνδρα με αυτοπεποίθηση και με προοδευτικές αντιλήψεις που δεν το φοβάται να εκδηλώσει πως με γουστάρει! Ο Αλκιβιάδης είναι «ασφαλής», είναι ο πατέρας των παιδιών μου, είναι η καθημερινότητα μου. Αλλά ο ιερεας! Ο ιερέας είναι εκείνος που βλέπει τη γυναίκα μέσα μου, όχι τη νοικοκυρά. Αρρενωπός άνδρας που αναδύει μια πνευματική και συναισθηματική αρρενωπότητα. Πρακτικά έχει ότι χρειάζεται για να προσεγγίσει μια γυναίκα και εγώ από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα ήθελα όσο τίποτε άλλο να βρεθώ στην αγκαλιά του να γευτώ τα χάδια του, τα φιλιά του και το καυλί του στο μουνί μου. Η Ανδρομάχη βρίσκεται πλέον μέσα στην ίδια της την επιθυμία, έτοιμη να μετατρέψει τη σκέψη σε πράξη. Ο ιερέας, ως φορέας αυτής της επιθυμίας της, δεν θα είναι απλώς ένας εραστής, ήταν το μέσο για να επιστρέψει η Ανδρομάχη στον εαυτό της, να νιώσει ξανά «γυναίκα» με όλη τη σημασία της λέξης.
Μέχρι να τον γνωρίσω δεν περνούσε από τη σκέψη μου να πατήσω το στεφάνι μου, αλλά όταν τον γνώρισα βρέθηκα σε μια απίστευτη φάση της διέγερσης. Αυτός ο ρασοφόρος με αναστάτωνε τρομερά! Μια αναστάτωση που γινόταν ρίγη ηδονικά, και αυτό βέβαια έχει σαν αποτέλεσμα μερικές φορές να μην μπορώ να αντισταθώ στις ερωτικές επιθυμίες μου να κάνω παιχνίδι μαζί του και αναζητούσα την ευκαιρία για να κάνω πράξη την έντονη επιθυμία μου να γαμηθώ μαζί του.
Ο ιερεας το είχε καταλάβει αυτό και με έπαιζε, με έπαιζε ήρεμα και το απολάμβανε, ελέγχοντας το παιχνίδι και με έκανε κάθε φορά που τον έβλεπα να λιγώνομαι. Η παρουσία του είχε καταλάβει όλο τον εσωτερικό μου κόσμο. Οι φαντασιώσεις μου ήταν τόσο έντονες, που το σώμα μου αντιδρούσε σαν να βρισκόταν ήδη εκείνος μπροστά μου. Είχε εισβάλει στο μυαλό μου και στις πιο ιδιωτικές μου στιγμές, μετατρέποντας τον αυνανισμό μου σε μια συνεχή τελετουργία προετοιμασίας για εκείνον. Ο αυνανισμός μου ήταν η απόδειξη ότι ο ιερέας είχε γίνει η σεξουαλική εμμονή μου. Στη σκέψη του οι επιθυμίες μου ήταν κάτι πέρα από το συνηθισμένο! Δεν μου αρκούσε η σεξουαλική μετριότητα. Με τρέλαινε η ιδέα να αφήνομαι στα χέρια αυτού του έμπειρου γαμιά και μαζί του να αγγίζω τα όρια του απόλυτου και του αρχέγονου. Τον φανταζόμουν ξεδιπλώνοντας τις πιο άγριες φαντασιώσεις μου, να μου κάνει παθιασμένο σεξ με καθηλωτικό ερωτικό πάθος.
Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:





'


