ADS

click to open

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2022

O Tilemaxos

... 1957! Η χρονιά αυτή σημαδεύτηκε με παρ' ολίγον δυσάρεστα γεγονότα που συνέβησαν στον δεύτερο αδελφό του τον Τηλέμαχο. Μια μαρτυρία όσων βίωσε ο μικρός Τηλέμαχος! Όπως! 
...... Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και να πέφτει το φως της μέρας, καθώς ο ήλιος δύει και ένα ολόγιομο χάλκινο φεγγάρι βγαίνει από τη μεριά της Μονεμβάσιας και ο μικρός Τηλέμαχος λείπει από την αυλή τους. Με το που έπεσε το σκοτάδι αμέσως σήμανε κινητοποίηση όλος ο οικισμός και έλαβε ενεργό μέρος προς ανεύρεση του στη φεγγαρόφωτη νύχτα. Αυτός καθόταν μαζεμένος σαν το λαγό σε μια χλοερή γωνιά κουλουριασμένος σε μια τρύπα μέσα στα βάτα πέρα στη απομακρυσμένη ρεματιά με τα χαλάσματα, κρύβεται φοβισμένος που νύχτωσε, δεν ξέρει που να πάει και δεν ακούει τους συγχωριανούς του, που τον ψάχνουν, σχεδόν θαμμένος μες «στο λαγούμι» του λουφάζει, ασάλευτος, χωμένος στην κρυψώνα του.  Επιτέλους το μικρο ταλαιπωρημένο αγόρι βγάζει μικρές κραυγές στο άκουσμα της φωνή της μητέρα τους που έντρομη καλούσε τ' όνομά του μες στη νυχτιά. Περνώντας η αγωνία κι η λαχτάρα, κόντεψε να τρελαθεί απ' τη χαρά πέφτοντας μέσα στην αγκαλιά της. Γαντζώθηκε πάνω της μη μπορώντας να βγάλει λέξη, «είχε πετρώσει απ’ την χαρά του».
Η Ιοκάστη τον έσφιξε στο στήθος της, τον έπνιγε στα φιλιά με αγάπη και τρυφερότητα... «Είμ' εδώ αγόρι μου, κοντά σου είμαι, μη φοβάσαι…. να μη φοβάσαι.» Μιλούσε ακατάπαυστα από χαρά για το αίσιο τέλος που είχε η περιπέτεια του Τηλέμαχου που χάθηκε στην ρεματιά και δεν καταλάβαινε ούτε η ίδια τα ίδια της τα λόγια.
Ο μικρός αδελφός του μπήκε στη περιοχή με τη πλούσια βλάστηση της ρεματιάς και έχασε τον προσανατολισμό του όταν έπεσε το σκοτάδι. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα, που εντοπίστηκε τελικά, καλά στην υγεία του αν και ταλαιπωρημένος. 
Ο ουρανός τώρα είχε πάρει ένα πολύ βαθύ γαλανό χρώμα. Τ' αστέρια εκεί ψηλά έμοιαζαν καρφιτσωμένα σε μια διάφανη σφαίρα. Η κορυφή του Κούνου  ξεχωρίζει πιο φωτεινή και το φεγγάρι μισό γέρνει και θα χαθεί σε λίγη ώρα.  Η ρεματιά αποτίναζε την κάψα  που της είχε προξενήσει ολημερίς ο ήλιος, το νοτισμένο χώμα αναδίνει το άρωμά του και τα φύλλα  της ιτιάς βαραίνουν στη βραδινή υγρασία.. Βαθιά μέσα στα βάτα και τα σκίνα κοιμούνται τα πουλιά και οι ελιές  στην πλαγιά στέκουν ακίνητες στην απόλυτη ησυχία ντυμένες με τα ασημένια τους φύλλα.
...... Καλοκαίρι, μεσημέρι και ντάλα ήλιος, ένα αναποφάσιστο αεράκι που έπνεε μόνο, όταν ξεκίνησαν ο Αλκιβιάδης με τον μικρό τρίχρονο αδελφό του να πάνε να φέρουν νερό διαβαίνοντας το κατηφορικό μονοπάτι που κουλουριαζόταν σαν ερπετό γύρω από τη λιπόσαρκη πλαγιά του λόφου. Ένα πέρασμα που στένευε σα κορδέλα, σα σκοινί και από κει οδηγούσε στο πλάτωμα της πηγής με το γάργαρο διάφανο νερό.   Στο πλάτωμα όπως έπαιζαν ανέμελα δίπλα στην μεγάλη ιτιά με την στέρνα, άθελα του έσπρωξε τον μικρό και τον έριξε μέσα... Μόλις είδε τον αδελφό του στο νερό, αναρίγησε τρομαγμένος, ένιωσε το αίμα να του πυρπολεί τα πόδια και τη φλόγα να ανεβαίνει από τις πατούσες και να του καίει τα σωθικά όπως μόνο τρόμος μπορεί  να κάψει. Για δευτερόλεπτα έγιναν όλα. Ο Αλκιβιάδης δαγκώθηκε νοερά. Η ιδέα ότι ο μικρός Τηλέμαχος πέφτοντας στο νερό μπορούσε  να πνιγεί είχε περάσει από την πρώτη στιγμή από το μυαλό του, αλλά ήταν ιδέα που τον έσφαζε και δεν ήθελε να τη σκέφτεται. Τον οδυνηρό τρόμο, τον ακολούθησε ένας βαθύς αναστεναγμός ανακούφισης. Πήρε κουράγιο που η στέρνα δεν ήταν γεμάτη... είχε χαμηλή στάθμη. Ένα εσωτερικό αίσθημα χαράς, και ευφορίας που μετατράπηκε σε αγκάλιασμα με απέραντη λατρεία, στοργή και αγάπη, όταν κατάφερε να τον ανασύρει ζωντανό και να τον σφίξει στην αγκαλιά του, με όση δύναμη του έμενε ακόμα από την αγωνιώδη προσπάθεια να τον βγάλει από το νερό... Βλέποντας λούτσα τον μικρο της γιο η μητέρα τους, είδε και το πρόσωπο του Αλκιβιάδη κατάλαβε την αγωνία του. Άνοιξε την πιο ζεστή της αγκαλιά, και την πρόσφερε απλόχερα. Αυτή ήταν η αντίδραση της. Ποτέ δεν πλησίαζαν ξανά σιμά στη στέρνα. Η μητέρα, τους το είχε απαγορεύσει.
...... Γλίτωσε τον πνιγμό στη στέρνα και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του, στη βούτα του ελαιοτριβείου. Στην ανατολική πλευρά του οικισμού, έστεκε το ιπποκίνητο παραδοσιακό ελαιοτριβείο ένας ενιαίος μονώροφος χώρος, ένα ιστορικό κτίριο της περιοχής με τη κτιστή γούρνα διαχωρισμού του λαδιού στο κέντρο και και βόρεια πλευρά η δουλεμένη ξύλινη βάση του ελαιοπιεστηρίου, ο «εργάτης», όπως έλεγαν το πιεστήριο. Πάνω στην κτιστή στρώση βρίσκονταν δύο βαριές λαδόπετρες π’ αλέθονταν οι ελιές, ενώ στα πλευρά της στο δάπεδο ήταν η κτιστή γούρνα περισυλλογής της ζύμης. Το δάπεδο στο λιοτρίβι ήταν από πατημένο χώμα. Στη νοτιοδυτική πλευρά του υπήρχε μεγάλο τζάκι, πού έβραζε νερό για το θέρμισμα πού κάναν στις ελιές για να βγάλουν περισσότερο λάδι.
Ο Κλέαρχος με τον κουμπάρο του τον Γ. τον Αρώνη ήταν οι λιοτριβικάρηδες, οι υπεύθυνοι, είχαν τον έλεγχο. Το άλογο έσερνε, τα λιθάρια γύριζαν, και οι ελιές άρχιζαν να σπάνε, να συνθλίβονται και να δίνουν το πρώτο ελαιόζουμο. Έπαιρναν το σπασμένο ελαιόκαρπο και τον έβαζαν στις τσαντίλες και τον πίεζαν  στην πρέσα.  Έτρεχε το πρώτο λάδι το αξεθέρμιγο όπως το έλεγαν. Αυτό το πρώτο λάδι ήταν καλό για τις καψάλες. Καψαλιστό ψωμί με λάδι κι αλάτι. Τα κούτσουρα τρίζαν στο τζάκι και o τρίχρονος αδελφός του ο Τηλέμαχος  πήρε μια ψημένη φέτα ψωμί και όπως οπισθοχώρησε από το τζάκι σκόνταψε στη βούτα και έπεσε μέσα στο λαδί… «Πάγωσε» από τρόμο ο πατέρας μόλις είδε το γιο του να πέφτει μέσα στη βούτα με το λάδι…. «Αυτό το παιδί, ώρες-ώρες είναι  σκέτη απελπισία.» Μουρμούρισε ξέπνοα.

Click to Open
......Το Μεγάλο Ρέμα!
.....

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Thimises Paidikes

"Μαζεύω τις θύμησες, τις παιδικές μου, απ’ τον οικισμό το μικρό, εκεί στα περίχωρα της Μονεμβασιάς. Σκαλίζω την μνήμη να βγάλει μέχρι και την τελευταία σταγόνα της θύμησης. Τις αποθέτω στο λευκό χαρτί εμπρός μου να ξαναφυτρώσουν."

Παρυφές της Πάρνηθας, χειμώνας του 2013.
Καθώς οι ψυχρές ριπές (σπιλιάδες) ενός ψυχρού καταβατικού άνεμου (τύπου Bora) που εμφανίζεται συχνά τον χειμώνα, κατέβαιναν απότομες, βίαιες με προσωρινές αυξήσεις της ταχύτητας του ανέμου μέσα από τις χαράδρες της Πάρνηθας, προκαλούσαν σημαντικά προβλήματα, ξυρίζοντας το οροπέδιο της πόλης παρασύροντας τα σύννεφα που κάλυπταν εναλλάξ το κόκκινο τ’ ουρανού με κηλίδες κατράμι, κι ο ήλιος που έγερνε πίσω τους πήρε να χάνεται, βουλιάζοντας προς το τα δυτικά απ' το Θριάσιο πεδίο ενώ ο εκκωφαντικός θόρυβος του αέρα είχε επιβάλλει μια αίσθηση «φυσικής εξουσίας» του απρόβλεπτου! Τις ώρες αυτές βούλιαζε κι εκείνος σε στιγμές περισυλλογής πάνω σε περασμένα γεγονότα, αποσύρεται από την πραγματικότητα, απομονώνεται από το περιβάλλον του, εστιάζοντας μόνο στον εσωτερικό του κόσμο, για να χαθεί στις αναμνήσεις του. 
Το βλέμμα στραμμένο στα μολυβένια σύννεφα του ουρανού, που έρχονταν από άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, από άλλο χρόνο, ίσκιοι αλαργινοί τον παρασέρνουν να περιπλανηθεί μακριά σ’ εκείνη την ιδιαίτερη γωνιά της γενέτειρας του γης, σε ένα ατέρμονο ταξίδι των παιδικών του χρόνων. Ήταν οι στιγμές που η φαντασία του τον ταξίδευε στο λαβύρινθο της μνήμης. 
Το τοπίο και η ζωή των ανθρώπων του χθες απλώνονται ολοζώντανα μπροστά του. Όλα ήταν στις αναμνήσεις του όπως τα θυμόταν από τον καιρό εκείνο. Το μικρό χωριό πλαγιασμένο νωχελικά στην ηλιόφωτη χορταριασμένη πλαγιά, με μυρωδάτη χλόη και πολύχρωμα λουλούδια. Μπορούσε να ακούσει τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων από το μικρό αλσύλλιο με τις χαρουπιές στα βορινά του οικισμού όταν λικνίζονταν στη πρωινή αύρα. Αγνάντευε πέρα δυτικά προς το βουνό του Κούνου που ορθωνόταν μεγαλοπρεπές από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του πράσινες από τα κυματιστά δέντρα και με τη γυμνή του κορφή ν’ αγγίζει τα σύννεφα. Σήμερα σαν πολίτης τρίτης ηλικίας που ζει και κινείται μέσα στην κοινωνική και οικονομική κρίση του αστικού ιστού είχε αβίαστα βγάλει το συμπέρασμα ότι άμα είσαι φτωχός στην πόλη δεν θα περάσεις καλά. Υπήρχαν όμως εποχές που σε κάποια μέρη ένας φτωχός μπορούσε να ζήσει λιτά, ευτυχισμένα και με αξιοπρέπεια. Ήταν η περίοδος της παιδικής του ηλικίας που οι φτωχοί χωρικοί, εξασφάλιζαν τα προς το ζην με τη λιγοστή γεωργική τους ασχολία και συμπλήρωναν τον επιούσιο με το κυνήγι.
.......Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα), Μονεμβασιάς το έτος 1957.. Το φθινόπωρο τη χρονιά εκείνη ήταν σαν ένα μακρύ καλοκαίρι. Έτσι κύλησαν οι πρώτοι μήνες του φθινοπώρου, που μόνο φθινόπωρο δεν ήταν. Με θερμοκρασίες υψηλές για την εποχή, ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβρης έδιναν την εντύπωση ενός παρατεταμένου Αυγούστου. Ο Νοέμβριος όμως φαίνεται εισάκουσε τις ευχές των κατοίκων του μικρού οικισμού. Οι βροχές τον μήνα αυτό ήταν θείο δώρο για όλα τα πλάσματα, μα περισσότερο για τους γεωργούς και κτηνοτρόφους που τις περιμένουν με μεγάλη ανυπομονησία. Η έναρξη της συλλογής του ελαιοκάρπου είχε ήδη ξεκινήσει, ειδικά για την παραγωγή του αγουρέλαιου (πρώιμο, πράσινο ελαιόλαδο) που σηματοδότησε την έναρξη της νέας ελαιοκομικής περιόδου, η οποία έδειξε ενθαρρυντικά μηνύματα, και το πρώτο αγουρέλαιο, άρχισε ήδη να γεμίζει τα πήλινα σταμνιά τους. Η φετινή τους παραγωγή αναμενόταν να είναι σημαντική, με τις πρώτες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για καλή ποιότητα, παρά τις κλιματικές προκλήσεις.
Ο χρόνος κυλούσε, ήρθε το τέλος του φθινόπωρου, τα δέντρα είχαν χάσει τα τελευταία τους φύλλα, ο χειμώνας είχε ξεκινήσει βαρύς, φορτωμένος κακοκαιρίες και με χαμηλές θερμοκρασίες, το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα, προμηνύοντας μια δύσκολη, ψυχρή περίοδο. Μέρες τώρα κατέφθαναν από τα βόρεια, τα αποδημητικά πουλιά του Βορρά που φωλιάζουν στις ψυχρές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και μεταναστεύουν προς το Νότο, παρακινημένα από το εσωτερικό τους «ρολόι» και ένστικτο, το οποίο τους υποδεικνύει πότε να ξεκινήσουν και ποια κατεύθυνση να ακολουθήσουν, προσδοκώντας να βρουν ένα πιο φιλόξενο περιβάλλον, μα βρέθηκαν σε αντίξοες συνθήκες. Τσίχλες, κοτσύφια, μπεκάτσες και κοκκινολαίμηδες, αφού τρύγησαν και την τελευταία ρόγα των αμπελιών, ρίχτηκαν στους λόγγους με τις κουμαριές και τα βάτα. Ευτυχώς κουμαριές, σκίνα, μυρτιές και αγριελιές είναι κατάφορτες, και οι τελευταίες βροχές είχαν μαλακώσει τους καρπούς τους. Το έδαφος στις πλαγιές ξηρό, ακατάλληλο για παραγωγή σκουληκιών, που αποτελούν την κύρια τροφή της τσίχλας και της μπεκάτσας. Οι σκιερές όχθες της ρεματιάς αποτελούν ίσως το μοναδικό κατάλληλο βιότοπο των ταλαιπωρημένων αυτών πουλιών. Τα μηνύματα πάντως που λαμβάνει ο πατέρας του είναι πως φέτος θα είναι μια πλούσια χρονιά σε τσίχλες και μπεκάτσες προς τέρψη των κυνηγών και κυρίως για τις παγίδες τους, που ήδη ετοιμάζουν τα καλάθια τους.
Ήταν αργά τ' απόγευμα και ο καιρός κλειστός μιας μουντής ημέρας. Ο ουρανός καλυμμένος με έντονη συννεφιά από γκρίζα και μαύρα σύννεφα πολύ παχιά και γεμάτα υγρασία, γι' αυτό το φως δεν περνούσε από μέσα τους. Στην ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί μια σκοτεινή, «δραματική» ατμόσφαιρα, που  προμήνυε έντονη βροχόπτωση και καταιγίδα. Η ατμόσφαιρα της περιοχής τους μπορεί να παλλόταν από τα άσχημα καιρικά φαινόμενα που επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή και τις δραστηριότητες του ανθρώπου, ο πατέρας του όμως δουλεύοντας πυρετωδώς συνέχιζε με προσήλωση και ικανότητα, να στήσει τις παγίδες του αγνοώντας για τα τερτίπια του καιρού, που συμβαίνουν γύρω τους. 
.... Το ρέμα που ξεκινά από τους δυτικούς λόφους του οικισμού ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, ρέει προς τα νότια διασχίζει τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, που αποτελούν μέρος του φυσικού τοπίου της περιοχής, κατηφορίζει μέχρι το λίμνασμα στους καλαμιώνες με την παρόχθια βλάστηση, εκεί συμβάλλει στο Μεγάλο Ρέμα που αγκαλιάζει τη χέρσα γη, και από εκεί το Μεγάλο Ρέμα συνεχίζει νοτιοανατολικά σε μυχό του Μυρτώου πελάγους.  Από τη μικρή λιμνούλα με την πλούσια βλάστηση και τα πλατάνια, μέχρι τους καλαμιώνες είναι μια απόσταση μερικές εκατοντάδες μέτρα. Θυμάται τον πατέρα του με το ερχομό του χειμώνα να θεωρεί το σύνορο αυτό τόπο ιερό για την διατροφή της φαμίλιας του. Δεν ήταν η κτηματική περιουσία του εκεί όμως έστηνε τις αγαπημένες του παγίδες για τα πουλιά. Εάν κάποιος συγχωριανός του καταπατούσε την περιοχή του, αγανακτούσε με μια βαθιά δυσαρέσκεια σαν τον ηγούμενο, που βλέπει να παραβιάζουν το κατώφλι του μοναστηριού του.
Πολλοί κυνηγοί της εποχής εκείνης χρησιμοποιούσαν τεχνικές παγίδευσης με δίχτυα και θηλιές που σήμερα δεν επιτρέπονται πλέον. Ο πατέρας του της παγωμένες νύκτες του Δεκέμβρη έπιανε μπεκάτσες με θηλιές που κατασκεύαζε από αλογότριχες, ώστε την επαύριον με τη λεία του να εξασφαλίζει περισσότερη τροφή στο φτωχικό τραπέζι της φαμίλιας. Το κυνήγι της μπεκάτσας και της τσίχλας με παγίδες το χειμώνα αποτελούσε ανταμοιβή του σκληρού καθημερινού μόχθου. Το κρέας τους, το πάστωναν σε κιούπια με λάδι, συνεχίζοντας να θυμίζουν τον τρόπο που κάποτε συντηρούνταν από το κυνήγι όλες οι οικογένειες ενός τόπου σκληρού, φτωχού και άγονου.
(Σήμερα η επέκταση των αστικών περιοχών, η κατασκευή μεγάλων αυτοκινητοδρόμων, οι προσχώσεις ελών και κοιλάδων, η παράχωση καλαμιώνων, η ισοπέδωση των λόφων και η αποψίλωση των δασών, και κάθε είδους άγριας βλάστησης, η καταστροφή βιοτόπων από τις επεκτάσεις οικιστικής και γεωργικής γης στερούν από τη πανίδα το φυσικό περιβάλλον που χρειάζονται.)
......Περιμένοντας να γυρίσει ο πατέρας του από την κοπιαστική ασχολία του με τις παγίδες, ανά διαστήματα έβρεχε, και η βροχή όσο έπεφτε, αυτός στεκόταν κάτω από τον πελώριο πλάτανο που ορθωνόταν επιβλητικά πλάι στην ανατολική πλευρά της πυκνόφυλλης όχθης της ρεματιάς. Οι επαναλαμβανόμενες αστραπές στην ατμόσφαιρα ήταν ένα εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, Ξαφνικά, ένα «φωτεινό ποτάμι» με εκτυφλωτική λαμπρότητα, ξεχύθηκε στην ατμόσφαιρα με φωτεινές διακλαδώσεις που σχίζουν τον σκοτεινό, γεμάτο σύννεφα ουρανό, τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να ανοιγοκλείσει τα μάτια του, και μετά  συνοδεύεται από τον ισχυρό χαρακτηριστικό παρατεταμένο ήχο της βροντής.  Θυμήθηκε το δάσκαλο στο σχολειό που τους δίδασκε ότι ο κεραυνός είναι ένα από τα πιο επιβλητικά φαινόμενα της φύσης, που συνδυάζει την καταστροφική ισχύ με την απόλυτη ομορφιά που βλέπουμε πρώτα τη λάμψη και μετά ακούμε τη βροντή, επειδή το φως ταξιδεύει πολύ πιο γρήγορα από τον ήχο. Τους δίδασκε πως η προστασία από κεραυνούς στην ύπαιθρο απαιτεί άμεση αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου και να αποφεύγουν να βρίσκουν καταφύγιο κάτω από ψηλά μεμονωμένα δέντρα. Ο τόπος γύρω του είχε δέντρα. Πολλά δέντρα. Άραγε να υπήρχε κίνδυνος γι’ αυτόν, τώρα με τα πολλά δέντρα γύρω του «αναρωτήθηκε».
Δεν ήξερε.
Θα βοηθούσε σε τίποτα αν δεν ακουμπούσε πάνω στο δέντρο;
Ούτε αυτό το γνώριζε με σιγουριά, αλλά με μια αυτόματη, παρορμητική αντίδραση για την αποφυγή μιας απειλής και μιας δυσάρεστης κατάστασης, χωρίς να μεσολαβήσει συνειδητή σκέψη, αντέδρασε ακαριαία για να προστατευτεί και απομακρύνθηκε ένα βήμα μακριά από τον κορμό του τεράστιου πλάτανου.
Περίμενε καρτερικά τον πατέρα του να γυρίσει εκεί που ήταν το σημείο αντάμωσης, στο ξέφωτο της ρεματιάς, καθώς το τελευταίο φως της ημέρας έσβησε γύρω του. Άστραφτε ακόμη πέρα στον ορίζοντα η καταιγίδα απομακρύνεται, αλλά τα φαινόμενα της, αστραπές και βροντές είναι ακόμα ορατά και ακουστά στο βάθος του ορίζοντα. Η συνεχής βροχή άρχισε να κοπάζει και ο ήχος της μοιάζει σαν ένα «χαμηλό μουρμουρητό». Η αντίληψη του χρόνου του φαίνεται να επιβραδύνεται να αλλοιώνεται, κάνοντας τις στιγμές της αναμονής να του φαίνονται ατελείωτες και δυσβάσταχτες όσο ο πατέρας του αργούσε να δώσει σημεία ζωής. Τα βαριά, γκρίζα σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό, παρασυρόμενα από ένα συνεχές θρόισμα του ανέμου τρέχουν χαμηλά, ορμητικά προς την ανατολή, με μια κίνηση κάπως χαοτική που ξεσπούν πάνω σ'έναν σκοτεινό, ορίζοντα με την αίσθηση του κρύου να εντείνεται, καθώς ο καιρός γίνεται ακόμη ποιο σκοτεινός και κλειστός. Και στις όχθες της ρεματιάς δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή. Εν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα σαν να κυλούν υποχθόνια νερά βγαίνει μέσα από την πυκνή βλάστηση που αναταράζεται αδιάκοπα, και ο ψίθυρος αυτός μετατρέπεται σε  βουερό ήχο, καθώς τα ρεύματα αέρα περνούν μέσα από τις φυλλωσιές και τα κλαδιά. από τα δέντρα με τις ψηλές κορφές. Και ξαφνικά, το φεγγάρι ανέτειλε μες από την θαμπή υγρασία και συννεφιά που αφήνει το φως να περάσει αλλά το κάνει να φαίνεται πιο αδύναμο. Τα μάτια του έπεσαν πέρα στους πελώριους δίδυμους γκρίζους βράχους που δέσποζαν στην κορυφή απέναντι στην ανηφορική πλαγιά του λόφου, τώρα που τους φώτιζε το φως του φεγγαριού. Κι οι βράχοι ορθώνονταν γκρίζοι και ψηλοί, με τις απότομες επιβλητικές πλαγιές τους, που ο άνεμος και η βροχή έχουν σμιλέψει την ασβεστολιθική τους επιφάνεια δίνοντας τους μια εικόνα άγριας, φυσικής ομορφιάς. Η ομορφιά τους έμοιαζε περισσότερο με αριστούργημα της τέχνης παρά με δημιούργημα της φύσης. Οι βράχοι αυτοί, φαντασμαγορικοί, ορθώνονταν στην άγονη απογυμνωμένη πλαγιά χιλιάδες χρόνια. Οι απρόσιτες και απόκρημνες κορφές τους αποτελούν ιδανικό καταφύγιο για μερικά ζευγάρια κιρκινέζια.  Ένα άγριο και επιβλητικό τοπίο, που γίνεται όμως απρόσιτο και πολύ επικίνδυνο όταν λυσσομανά η τραμουντάνα.
Για τα παιδιά του οικισμού, η επαφή τους με τους δίδυμους βράχους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις πρώιμες παιδικές αναρριχήσεις τους, εξαιρετικά τολμηρές και επικίνδυνες. Για τους δίδυμους βράχους η ανθρώπινη φαντασία, είχε δημιουργήσει έναν αστείρευτο πλούτο από παράξενες ιστορίες και δοξασίες  απ' αυτές που λειτουργούν ως «ψίθυροι» και που επιβιώνουν στο πέρασμα του χρόνο ακόμα κι αν δεν πιστεύουμε κυριολεκτικά στην ύπαρξή τους, η ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργούν συνεχίζουν να μας συναρπάζουν, ίσως επειδή, όπως λένε, «κάθε μύθος κρύβει μια δόση αλήθειας».
Συνήθως την άνοιξη γινόταν ο τόπος εξόρμησης για τα παιδικές τους εξερευνήσεις. Στον ίσκιο των βράχων απολαμβάνοντας τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο, οραματίζονταν από κοινού το μέλλον τους, μοιράζονταν τα όνειρα τους. Σκαρφάλωναν στους βράχους πολλές φορές με παιδική ανεμελιά που έθετε σε κίνδυνο τη ζωής τους, με το βλέμμα τους να χάνεται στο άπειρο, εκεί όπου η θάλασσα συναντά τον ουρανό. Εκεί στην κορυφή στους βράχους η φαντασία τους δεν γνώριζε περιορισμούς αναζητώντας νέους ορίζοντες, πέρ’ από τα στενά σύνορα του φτωχικού οικισμού τους, πέρ’ από τη θάλασσα.
Η εικόνα των βράχων που στέκουν κάτω από το θαμπό φως της γεμάτης σελήνης που μόλις ξεπρόβαλε είναι μια σκηνή γεμάτη, μυστήριο και φυσική ομορφιά. Το φεγγαρόφωτο τονίζει τις υφές των βράχων, δημιουργώντας έντονες σκιές και μια ασημένια λάμψη στην επιφάνειά τους και του φαίνονται ως σκοτεινές σιλουέτες που φωτίζονται μερικώς, αποκαλύπτοντας την τραχύτητα τους. Οι βράχοι, στερεοί, ακίνητοι και ανθεκτικοί στον χρόνο, αντιπροσωπεύουν το αιώνιο, το αμετάβλητο και τη δύναμη της φύσης που παραμένει εκεί ανεξαρτήτως των συνθηκών. Το θέαμα τον συνεπήρε, το τοπίο γίνεται μαγευτικό, λησμόνησε για μια στιγμή τον πάτερα του. Μόνο για μια στιγμή.
Διάφορες, ασύνδετες μεταξύ τους σκέψεις κάνουν την εμφάνισή τους στο μυαλό του. Ξαφνικές εικόνες που δεν έχουν άμεση συνοχή, σκόρπιες, ανεπιθύμητες, εισβάλλουν στο μυαλό του χωρίς να το θέλει. Ένιωσε μια αίσθηση ανασφάλειας, και ανησυχίας συνειδητοποιώντας ότι αυτό που συνέβαινε απόψε ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα του. Ο χρόνος επιστροφής του από το συνηθισμένο του στήσιμο στις παγίδες ξεπερνούσε κατά πολύ τον αναμενόμενο και τον λογικό.
Αναθάρρησε και σε μια κατάσταση ελπίδας και αποφασιστικότητας έψαξε εναγωνίως με το βλέμμα την ρεματιά, γυρεύοντας ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις. Έριχνε ματιές μέσα από τα περάσματα, αλλά το τοπίο ήταν νεκρό, δεν φαινόταν ψυχή ζώσα.. Η αγωνία του είναι έκδηλη. Δεν ψάχνει απλά, «σαρώνει» τον χώρο με ένταση αλλά η ρεματιά παρέμενε βουβή, σκοτεινή και απειλητική. Γυρεύει ένα σημάδι που θα του έδινε απαντήσεις, ψάχνει μια επιβεβαίωση, μια ένδειξη για να καταλάβει τι συμβαίνει όταν η νύχτα άρχισε ν’ απλώνει το μαύρο της πέπλο ολόγυρα. Άρχισε να βάζει πολλά με το νου του, δημιουργώντας σενάρια, συνήθως αρνητικά. «Μήπως είχε κάτι κακό συμβεί» Ο φόβος του δεν προέρχεται από πραγματικό γεγονός, αλλά από την ίδια τη σκέψη του.
Η αβεβαιότητα, τον κυριεύει και επηρεάζει τις σκέψεις. Το θρόισμα στις φυλλωσιές των δέντρων, το ημίφως του φεγγαριού μέσα από τα σύννεφα, απελευθερώνει και εξάπτει τη φαντασία του. Σαν να είδε αγνάντια του στους δίδυμους βράχους τις αρχέγονες, σκοτεινές δοξασίες που σχετίζονται με την πεποίθηση ότι οι βράχοι, τα βουνά και οι σπηλιές είναι τόποι κατοικίας δαιμόνων και νεκρικών πνευμάτων, τα οποία «μιλούν» και εμφανίζονται σε μια ατμόσφαιρα όπου το φανταστικό και το πραγματικό συγκλίνουν. 
Αγναντεύοντας νιώθει πως έρχεται αντιμέτωπος με αυτές τις οντότητες που διαβαίνουν άυλες σκιές, όλο αυτό το μυστηριώδες πλήθος που δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες να κυκλοφορούν γύρω του, μορφές αλλόκοτες που μεταμορφώνονταν σε μαύρα συννεφάκια εμπρός από το φεγγάρι. Μα μπορεί να ‘ναι η ψευδαίσθηση του που τη δημιουργεί η ανταύγεια του φυσικού τοπίου στο φως του φεγγαριού σκέφτηκε. Η νύχτα είχε προχωρήσει και οι βράχοι ξεχώριζαν από το φως του φεγγαριού όταν δεν είναι εντελώς κρυμμένο από τα σύννεφα. Τους κοίταζε με βλέμμα προσηλωμένο σαν να μην μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν βράχοι η πύργοι που κρύβονταν δράκοι. Τα δένδρα της ρεματιάς τρέμουν και ψιθυρίζουν θορύβους όλο μυστήριο που έμοιαζαν να βγαίνουν μέσα από την ίδια τη γη σαν φίδι που ζει και σέρνεται πάνω στην λασπώδη άμμο και χαλικώδη βυθό της ρεματιάς. Μέσα στο κλίμα της παρατεταμένης προσοχής του, ο παραμικρός άγνωστος θόρυβος γιγαντώνεται, και του προκαλεί ταραχή ίση µε το χτύπημα κεραυνού και κάθε λεπτό της ώρας περνάει µε ταχύτητα σαλιγκαριού. Νιώθει αιχμάλωτος της αναμονής, δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να περιμένει επινοώντας τρόπους να περάσει την ώρα του. Κρατά την αναπνοή του μισό λεπτό κι ύστερα, ξεφυσώντας, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα μπροστά κοιτάζοντας στον άδειο χώρο επίμονα, προσπαθώντας να κατανικήσει έναν ακατανόητο φόβο και μια περιρρέουσα αίσθηση απειλής που κορυφώνεται και ταυτόχρονα γίνεται ο εφιάλτης του ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τον σώσει, όταν το «κακό» εισβάλλει από παντού γύρω του.
Νιώθει κολλημένος, αναποφάσιστος, φοβάται να πάρει μια απόφαση, δυσκολεύεται επειδή δεν ξέρει τι να κάνει. Όσο η νύχτα βαθαίνει, καθώς το έδαφος ψύχεται, ο ήχος του ανέμου σταματά, και απομένει μόνο η «ψίθυρος» της γης και η νύχτα φέρνει μια βαθιά, σχεδόν ιερή σιγή!  Τ’ όραμα του αραιώνεται, όλο εκείνο το μυστηριώδες πλήθος από σκιές που έδινε ζωή στους λόφους και στους βράχους αλαργεύει, αφανίζεται. Οι θόρυβοι ακούγονται πια πολύ απόμακρα, σαν το βουητό της μέλισσας. Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια και το βλέμμα του πέφτει στο λευκό φως που άστραψε μέσα από τη ρεματιά. Ο φωτεινός φακός του πατέρα του έλαμψε ζωηρά, μέσα από τις πρώτες συστάδες από τις άγριες χαμηλές βατομουριές, με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως του φακού σαν υδάτινες κλωστές στα πλευρά του πλάτανου. Τα βήματα ακούγονταν πιο καθαρά πια σαν βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα χαρμόσυνα μηνύματα. Αυτός όμως έμενε ακόμη εκεί και περίμενε ακίνητος. 
Στο μανδύα της καταχνιάς και της δρόσου το περίγραμμα του κορμιού, του ήταν θαμπό, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν τα χαρακτηριστικά του πατρός του που στο φως του φεγγαριού, τον βλέπει ν’ ανηφορίζει με γοργές δρασκελιές κοντά του. Αντικρίζει τη ματιά του γεμάτη φροντίδες και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στο πρόσωπο του διαβάζει την κούραση, και μια φλόγα να σιγοκαίει πίσω από καλοσυνάτα μάτια, που τον έκαναν να μοιάζει με τους παλιούς δασκάλους.
Ένα αίσθημα ανακούφισης μια σωματική αίσθηση, σαν το συναίσθημα να κυκλοφόρησε στο αίμα του, επηρεάζοντας ολόκληρο το σώμα του, όχι μόνο το μυαλό του. Τώρα μπορούσε να αναπνεύσει ελευθέρα. Το μυαλό και το σώμα του, μετά το παρατεταμένο έντονο άγχος, «χαλάρωσαν». Μισόκλεισε τα μάτια του, κι ένιωσε το φως του φακού ν’ αφήνει στα βλέφαρα του ένα χάδι.
«Πατέρα! Εδώ είμαι! Πατέρα!» του φώναξε....
Η βροχή είχε από νωρίς σταματήσει αλλά από τις φυλλωσιές του πλάτανου συνέχιζαν ακόμη να πέφτουν μια μια σταλαγματιές βροχής γύρω του.
«Φοβήθηκα που άργησες πατέρα». Είπε.
Τα χαρακτηριστικά του πατέρα του τη μια φωτίζονταν και την άλλη ξεθώριασαν στο σκοτάδι, όταν τα κινούμενα σύννεφα έκρυβαν το φεγγάρι.
«Ήταν πιο δύσκολο απ' ότι περίμενα». Του δήλωσε ο πατέρας του φτάνοντας δίπλα του κοντά-ανασαίνοντας και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Με μια χειρονομία γεμάτη κατανόηση άπλωσε με στοργή και ακούμπησε το χέρι πάνω στο κεφάλι του.
«Αγόρι μου όλα είναι καλά, πάψε τώρα ν’ ανησυχείς», του είπε.
Αυτός έτρεμε και ψέλλιζε, περισσότερο από τη χαρά και τη συγκίνηση για το καλό τέλος, παρά από τον φόβο του.
«Λυπάμαι που έμεινες μόνος στον ερχομό της νύκτας. Έλα είναι ώρα να πάμε πίσω στο σπίτι. Η μητέρα θα ανησυχεί που αργήσαμε».
Ξεκίνησαν με βήματα γοργά για την επιστροφή στον οικισμό, η μητέρα του αφόρητα θ’ αγωνιούσε κ’ αυτή, καθώς τους περίμενε να γυρίσουν, ήταν πρόκληση η αργοπορία τους. Το νυχτερινό κρύο γλιστρούσε μέσα στα ρούχα του και τον τρυπούσε ως το κόκαλο. Κοίταξε τον πατέρα του! Απορούσε πώς άντεχε, με τη σχετικά πολύ ελαφριά για τις συνθήκες ενδυμασία του, τελικά ίσως να ήταν πιο ανθεκτικός απ’ ότι νόμιζε, στους τριάντα χειμώνες του.
Όταν επέστρεψαν βρήκαν τη μητέρα τους να τους περιμένει στην εξώπορτα κρατώντας το φανάρι στο χέρι. Άνοιξε την αγκαλιά της και έκρυψε μέσα το παιδικό κεφάλι του. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά της, βγάζοντας τη συσσωρευμένη αγωνία της. Όταν η γαληνή πλημμυρίζει τις αναστατωμένες ψυχές, είναι σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.
Στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, είναι αλήθεια ότι δοκίμασε πολλές φορές πλούσια γεύματα απ’ το κυνήγι. Πάντα όμως ξυπνούσε μέσα του ο ίδιος βαθύς πόνος και η σιωπηλή οδύνη που ένοιωθε κάθε φορά που επέστρεφε ο πατέρας του από το κυνήγι, γιατί δεν άντεχε να βρίσκεται αντιμέτωπος με τα άψυχα θηράματα. Το θεωρούσε βάρβαρη εξόντωση, που καλλιεργεί τη βία στη φύση και στη ζωή. Από τις πιο ακριβές αναμνήσεις της ζωής του είναι οι φορές, όπου τον έπαιρνε μαζί του ο πατέρας του στο κυνήγι και τον μάθαινε να μαζεύει μανιτάρια, βρούβες, βολβούς, οβριούς και άγρια σπαράγγια.
Ο Τσαλαπετεινός στην αυλή του Μπάρμπα Παναγιώτη Καραστατήρη...
Σήμερα που θυμάται, ο αργαλειός της μνήμης του, υφαίνει αργά τον ιστό της που τον συνδέουν με αναμνήσεις. Τον κυνηγά η παιδική του ηλικία, με σκόρπιες μνήμες και τον συμπαρασύρει στο παρελθόν, όπου τυλίγεται στον ιστό των αναμνήσεών του. Παρά το πέρασμα του χρόνου και την απομάκρυνση από την ύπαιθρο, διατηρεί ζωντανές τις αναμνήσεις και την αίσθηση του παρελθόντος, από τον μικρο οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια!  Οι αισθήσεις του «αιχμαλωτίζονται» ακόμα από την ομορφιά και την απλότητα του τόπου με τα χρώματα της ανατολής, του γέρματος, του ουράνιου τόξου όταν γλυκοχαράζει. 
 Σηκώθηκε νωρίς! Η κορυφή του Κούνου σκεπασμένη με ανάλαφρη πάχνη. Ακούει μονάχα τις πέρδικες να κακαρίζουν και τα πρώτα κελαηδοπούλια που ξυπνούν. Ακούει ακόμα κουδούνια από κοπάδια και το θρόισμα του ανέμου. Ήταν άνοιξη και το ελαφρό αεράκι σχημάτιζε μικρά κύματα που ζωντάνευαν τα γύρω δέντρα. Του άρεσε πολύ το ανοιξιάτικο στοιχείο. Ήταν ικανός να κάθεται ώρες ακίνητος να χαζεύει τη φύση. Δεν επρόκειτο απλώς για παρακολούθηση, αλλά για μια μορφή «στοχασμού» όπου τον απορροφούσε η ομορφιά και οι λεπτομέρειες του φυσικού κόσμου. 
«Η φύση δεν βιάζεται ποτέ, κι όμως τα πάντα γίνονται στην ώρα τους...» Λάο Τσε – Κινέζος φιλόσοφος (6ος αιώνας π.Χ.). 
Το βλέμμα του ακολούθησε ένα περαστικό σύννεφο πάνω απ’ τους λόφους, καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος ανυψωνόταν βαριεστημένα, πίσω από τα βουνά, λες και δεν ήθελε να ξεκινήσει τη μέρα του, αφήνοντας μια γλυκιά δροσιά να κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα. Έμπλεξε τα δάχτυλά του κι άρχισε να παρατηρεί αντικρίζοντας από μακριά τη φιγούρα ενός πολύχρωμου ψηφιδωτού που κάθισε και αναπαύεται στη διχάλα της μικρής συκιάς απέναντι στην αυλή του μπάρμπα Παναγιώτη. Ένα πουλί -από τις εξωτικότερες μορφές πουλιών- της λακωνικής γης. Ένας τσαλαπετεινός (Upupa epops) από τα πιο εντυπωσιακά πουλιά της φύσης, που ξεχωρίζει από το μακρύ λοφίο του με τις μαύρες μύτες. Τον πρωτοείδε να ξεπροβάλλει αργά μέσα από μια συστάδα από σκίνα και πουρνάρια στο μπροστινό χαντάκι του σπιτιού πετώντας νωθρά, κυματιστά, ανοίγοντας χαρακτηριστικά αργά τις φτερούγες του, σαν πεταλούδα, αναδεικνύοντας με χάρη τούς πολύχρωμους σχηματισμούς των φτερών του. Ο Ήλιος τώρα ψήλωνε, πάνω από το λόφο του Άγιου Παντελεήμονα λούζοντας με μια καθάρια ακτινοβολία το τοπίο, έκανε τα πλουμιστά χρώματα του τσαλαπετεινού να λαμπυρίζουν. Το πούλι έμεινε εκεί με τις κομψές καμπυλωτές γραμμές του και τραγουδούσε.
Πανέμορφα πουλιά, έχουν δημιουργηθεί μύθοι κι ιστορίες γι΄ αυτά από τα αρχαία χρόνια!
Δεν είναι πουλιά που περνούν απαρατήρητα!
Αυτός λουσμένος από τη ζεστασιά της καθαρής ανοιξιάτικης μέρας ένοιωσε μια απίστευτη ευχαρίστηση να φουσκώνει σαν την παλίρροια μέσα του... .. .. .. .. .. .. ..

Click to Open
         Ο Τηλέμαχος!
.....

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

Koulentia Monemvasias

.Τα Κουλέντια (σήμερα Ελληνικό), είναι ένα ήρεμο μικρό γραφικό χωριό, με υπέροχη θέα, κρυμμένο στη νοτιοανατολική γωνιά της Λακωνικής γης.Το χωριό βρίσκεται «σκαρφαλωμένο» στα εξακόσια μέτρα υψόμετρο .... κλιμακωτά.... στο νότιο μέρος της λακωνικής χερσονήσου και της νότιας προέκτασης του Πάρνωνα που καταλήγει στο ακρωτήριο Μαλέας και στο μέσον της ορεινής διαδρομής που οδηγεί από τη Μονεμβάσια και τις ακτές του Μυρτώου πελάγους στην Παντάνασσα και τις ακτές του Λακωνικού κόλπου. Ορθοπλαγιασμένο σε μία άγονη και φτωχή περιοχή του νότου που σε κάποια ιστορική στιγμή λόγοι ασφαλείας, λόγοι προστασίας ή όποιοι άλλοι λόγοι, οδήγησαν τους οικιστές να απομακρυνθούν από τη θάλασσα και κρύφτηκαν στα βουνά για να μην τους ανακαλύπτουν οι πειρατές. Όμως από εκείνον τον εξώστη του χωριού, απλωνόταν στα πόδια του το Μυρτώο πέλαγος ενώ το ίδιο το χωριό, κρεμασμένο στο φρύδι του Κούνου, έδειχνε έτοιμο να κυλήσει στο Μεγάλο Ρέμα. Ο δρόμος σ’ όλο το μήκος στριφογυρίζει ιλιγγιωδώς στις ορεινές πλαγιές προσφέροντας ένα θέαμα από φαράγγια, και γκρεμούς. Ένα πετρόχτιστο και ήσυχο μικρό χωριουδάκι στη σκιά του Κούνου με θέλγητρα την εξαιρετική φυσική ομορφιά του. Τα πετρόχτιστα σπίτια με τα κεραμίδια, ταιριάζουν αρμονικά με τη λακωνική γη, και προσθέτουν τη δική τους πινελιά στην καλαίσθητη εικόνα του. Άτιμο πράγμα η νοσταλγία. Ο τόπος που ο άνθρωπος είδε το πρώτο φως της ημέρας κι έζησε τα παιδικά του χρόνια είναι αρκετά ριζωμένος μέσα του. Λένε ότι στα πρώτα παιδικά μας χρόνια αποθηκεύονται περισσότερες εικόνες από όσες στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας. Εκεί που πρώτο αντικρίζεις τον ουρανό και αναπνέεις στον αέρα χτίζεται η πατρίδα σου και τα θεμέλια της ύπαρξης σου. Ο νόστος για το παρελθόν ξυπνά μια δίψα στο μυαλό του και όμορφες αναμνήσεις στην ψυχή του. Αφουγκράζεται και νοσταλγεί τόπους, χρώματα, τον αέρα που πρώτο-ανάσανε και την παιδική ζωή που έζησε στις βουνοπλαγιές τις μυρωμένες από θυμάρι και καψαλισμένα αγκάθια. Σήμερα ξεκινώντας από Μονεμβάσια προσπερνά τα Νόμια και αφήνοντας πίσω τα Λυρά συνεχίζει η διαδρομή στις ορεινές στροφές έως και το ψηλότερο σημείο. Μετά τις πρώτες στροφές της κατάβασης άρχισε να φανερώνει μπρος στα μάτια του ένα γοητευτικά όμορφο θέαμα. Tο τοπίο, μεταφράζει στο μάτι, στο μυαλό, στην ψυχή του εντυπώσεις, αισθήματα, καθώς ταξιδεύει και συνάμα αισθάνεται το μάτι να τρυπώνει στις βουνοπλαγιές ψάχνοντας ξεχασμένες παιδικές αναμνήσεις. Ένταση από συγκινησιακή φόρτιση συσσωρεύεται και ξεχειλίζει στην ύπαρξη του. Oλα του δίνουν την αίσθηση πως τα έχει ξαναζήσει, πως τα ξαναβρίσκει, έχει την εντύπωση πως θυμάται παλιές αναμνήσεις. Αναμνήσεις που ξέχασε απ' τα παιδικά του χρόνια, όταν είχε μόλις ανοίξει τα μάτια! Μήπως εκεί δεν είχε ζήσει άλλοτε! Είναι σαν ένα κομμάτι ονείρου που ξανάρχεται στο μυαλό του. Ένιωσε ότι ξανά γεννήθηκε από τις στάχτες, ένιωσε πως πετούσε κι αυτός πάνω από το χωριό σαν τα αποδημητικά πουλιά που βρίσκουν ενστικτωδώς την παλιά φωλιά τους.... Mακρινοί λόφοι, βράχια, σπίτια ποτέ του δεν είχε νιώσει τόσο έντονα το αίσθημα του να στέκεται πάνω από τον κόσμο και ο κόσμος να ήταν κάτω του. Τ' αγέρι εδώ νοσταλγικά τραγούδια μουρμουρίζει και η σκέψη του κρυφαλάργεψε και στα παλιά γυρίζει. Και αγναντεύει από εκεί τους δρόμους και τα σπίτια και βρίσκεται σε όνειρο γλυκό μα την αλήθεια! Βουνά τριγύρω, οι δρόμοι του χωριού, τα στενά, η εκκλησιά, τα καφενεία όλα έχουν το καθένα τους και μία ιστορία και τα σπίτια πάντα ίδια με τις σαν παπαρούνες κόκκινα στις στέγες τους κεραμίδια. Όλα αυτά από μακριά του φαίνονται ζυγισμένα μεταξύ τους και πιο μικρά λες και γονατίζουν για προσευχή. Νιώθει πως όλα είχαν μικρύνει, ακόμα και τα μακρινά βουνά ένα σταχτί μπλε στην άπνοη ζέστη του ορίζοντα είχαν κ’ αυτά μικρύνει. Ρουφούσε με τον αισθητήρα της ψυχής του την αντηλιά της θάλασσας του Μυρτώου πελάγους και τις ατέλειωτες αποχρώσεις του πράσινου, που τις έσπαζαν με μικρές χρωματιστές πινελιές οι ανθισμένες βουκαμβίλιες και οι κεριμιδοκόκκινες στέγες των σκόρπιων σπιτιών. Όπως το πρωτοβλέπει από μακριά το χωριό κείτεται γαλήνια μέσα σε μία ηρεμία χωρίς σύννεφα απλωμένο σαν δίχτυ στο πλούσιο ανάγλυφο επάνω στους λόφους, κάτω απ’ τον άπλετο γαλάζιο ουρανό στη σκιά του Κούνου, μέσα στης φύσης το κάλος, με τα έντονα και λαμπερά χρώματα του και σχήματα, φαντάζει πολύχρωμος τσαλαπετεινός που αμέριμνα τσιμπολογά στο μαλακό έδαφος. Tο πρωί ο ήλιος μπαίνει στο χωριό ύστερα από μία κόκκινη αυγή, κατόπιν το γιόμα γυρίζει χαϊδεύοντας τις προσόψεις των σπιτιών προτού πάει να γείρει πίσω από τους λόφους. Το χωριό μου! Έλεγε και ξανάλεγε με λαχτάρα και από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης για την ζωή, που ατένιζε έστω και αργά, τον τόπο που γεννήθηκε. Θυμάται την εποχή που αφήνοντας πίσω του το Μεγάλο Ρέμα και το μονοπάτι που οδηγούσε προς τον μικρό οικισμό τους τα Μπουμπουτσέλια εισερχόταν από τη νοτιανατολική είσοδο στον χωματόδρομο του χωριού τους τα Κουλέντια. Αυτόν το χωματόδρομο, αυτά τα μέρη τα είχε περιδιαβεί νοερά κάθε μέρα για τριάντα χρόνια τώρα. Αν και περάσαν τα χρόνια τα πάντα του φαίνονται τόσο οικεία και καθόλου παράξενο που αναγνωρίζει τα πάντα λες και είναι και πάλι στο σπίτι του. Γνώριζε κάθε του στροφή και κάθε του λακκούβα μέχρι να διασχίσει τον ασβεστωμένο μαντρότοιχο στο γραφικό κατάλευκο σπίτι της νουνάς του, του Θ. Καραστατήρη.... του «Τσαχλαμπούρη».... με τα μπλε παράθυρα και πόρτες, τα αριστοτεχνικά φτιαγμένα και να εισέλθει στη ζεστή αγκαλιά του χωριού, να προσπεράσει την παρακείμενη εκκλησία και να φτάσει στο παλιό πέτρινο σχολείο. Στο διάβα του παντού γύρω του βλέπει λευκό του ασβέστη και σπίτια σαν να ξεφυτρώνουν ίδια λευκά στολίδια στις γερτές πλαγιές της επάνω και της κάτω γειτονιάς. Το βλέπει από ψηλά, κατηφορίζοντας τις στροφές έτσι όπως είναι απλωμένο πάνω στην πλαγιά του υψώματος, με φόντο πίσω του τις κορυφές του Κούνου, σου δημιουργεί την εντύπωση του χωριού βίγλα. Αυτή η ξεχωριστή του θέση άλλωστε, "σαν κάστρο χωρίς τείχη", έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην τουρκοκρατία για την επιβίωση των κατοίκων του. Ένας παραδοσιακός οικισμός κτισμένος στη νότια πλευρά του λιόφυτου λόφου με κάτασπρα σπίτια στολισμένα με γλάστρες και μια πλακόστρωτη πλατεία στο κέντρο του χωριού που στη μέση της στέκεται η εκκλησία της Παναγίας, με το πέτρινο καμπαναριό της να καταλήγει σ’ έναν πυργίσκο μ, ένα ρολόι που κοιτάζει προς τον Λεβάντε. Το καλοκαίρι, οι πελαργοί κτίζουν την φωλιά τους στον πυργίσκο του καμπαναριού. Κάτω από την πλατεία δεσπόζει ή τούρκικη βρύση, μια γούρνα µε βρύσες µε πόσιμο νερό. Το καλοκαίρι μικρά διαβολάκια δεν είχαν πρόβλημα να μπουγελώνονται, που το είχαν δει σαν παιγνίδι, και στο τέλος σε πολλά τους άρεσε να βάζουν ολόκληρο το κεφάλι μέσα μέσα στο νερό, αφού πρώτα άνοιγαν τις βρύσες να γεμίσει καλά η γούρνα. Το ότι μπορεί να είχαν πιει πριν μια ώρα οι γάιδαροι και τα πρόβατα, αυτό δεν ήταν πρόβλημα!…Το νερό που πίνανε τα πρόβατα δεν το συχαίνονταν τα παιδιά του δημοτικού. Πόσο όμορφη ήταν η έξαψη που είχε νοιώσει στην πρώτη του επαφή με το σχολείο του χωριού, το κτισμένο με γκρίζα πέτρα πάνω στο δυτικό λόφο με τους μικρούς λιθόκτιστους δρόμους, με την περιποιημένη μεγάλη αυλή του και γύρω του στις κακοτράχαλες πλαγιές του, η φύση το φθινόπωρο μαστορεύει συναρπαστικά τη συνέχεια στο χρόνο, φυτεύοντας αγριολούλουδα, βατομουριές, μολόχες, τσουκνίδες και η δροσερή αύρα του μαΐστρου ελαφριά και υγρή ξεχύνεται πίσω απ’ τις πλαγιές και σέρνεται ανάμεσα στα χαλκοπράσινα φρέσκα φύλλα. Στο σχολείο πριν ξεκινήσουν τα μαθήματα τους περίμενε το καζάνι με το «το πρωινό ρόφημα». Η αρμόδια επιστάτρια απ' το χάραμα άναβε τη φωτιά και έβαζε να βράσει το καζάνι που το είχε γεμίσει πάνω απ' τη μέση με νερό. Μόλις το νερό ζεσταινόταν, έριχνε στο καζάνι αρκετές κουταλιές γάλα σκόνη από μια χάρτινη σακούλα μ' αμερικάνικα γράμματα πάνω της. Όταν το γάλα έπαιρνε βράση έδινε το σύνθημα στα παιδιά που άρπαζαν τ' αραδιασμένα σ' ένα ράφι κύπελλα και στέκονταν στη σειρά. Η επιστάτρια άρπαζε την κουτάλα, την βουτούσε βαθιά ανακάτωνε μια τελευταία φορά και άρχιζε τη διανομή. Στο σχολείο θυμάται πως υπήρχε ο θεσμός της υιοθεσίας των παιδιών της Πρώτης δημοτικού από τα παιδιά της Έκτης. Ο Αλκιβιάδης την έζησε έντονα ως πρωτάκι την εικόνα της διαδικασίας, μόλις έφτασε η στιγμή της υιοθεσίας του. Υπήρξε για αδιευκρίνιστους λόγους μήλον της έριδος ενός κοριτσιού και ενός αγοριού. Σήμερα στύβει την μνήμη μα δεν τον βοηθά να του δείξει τον καθοδηγητή του. Δεν θυμάται καθαρά ποιος τον υιοθέτησε. Είναι κάποια μέρη που του φέρνουν στο μυαλό μας εικόνες που γεμίζουν, τις αισθήσεις μας, που μας γυρίζουν πίσω στο παρελθόν, το ντυμένο με την αίγλη του περασμένου. Ίσως να είναι ο τόπος που καθορίζει τους ανθρώπους και η αίσθηση που αφήνει αυτή η σχέση, ανθρώπων και τοπίου, να είναι μοναδική. Είναι μαρτυρίες μνήμης και αποτύπωση της πρώιμης ζωής του, εικόνες που μιλούν για την ιστορία του χωριού του, και τις παραδόσεις των ανθρώπων του. Πλέει μες στο ποτάμι του χρόνου, στη γλυκύτατη γη των προγόνων του. Απόμερο χωριό, χτισμένο αμφιθεατρικά, με όμορφη θέα και σκιερές ρεματιές, όπου κρύβεται η μαγεία της φύσης, η ριζωμένη στα βάθη του χρόνου. Η τραχιά κ’άγονη γη, η γεμάτη λόγγους, χρειάστηκε χαλύβδινη θέληση, αγώνα, και μόχθο που διέθεσαν οι πρώτοι οικιστές για να τη μετατρέψουν καλλιεργήσιμη και αποδοτική, να καλλιεργήσουν σιτηρά και να φυτέψουν αμπέλια και ελιές. Μοίρασαν και τα βοσκοτόπια της, και μόχθησαν γι΄ αυτή, και την αγάπησαν. Άνθρωποι αυθεντικοί ακούραστοι ξωμάχοι που παλεύουν εδώ και αιώνες την τραχιά αλλά όμορφη γη τους. Ρωμαλέοι και σκληροτράχηλοι αγρότες, και κτηνοτρόφοι με σκληρή δουλειά στη μάνα γη την καλλιεργούσαν να βλαστήσει, να καρποφορήσει, και να εκθρέψει τους καλλιεργητές και τα ζωντανά τους. Καλοί δουλευτές της γης τους οι άντρες και οι γυναίκες. Χρέος είναι, να τιμούμε, τους πρώτους αυτούς οικιστές και να θυμίζουμε την ιστορική τους μνήμη και την κληρονομιά τους. Η ζωή τους ήταν φτωχή και δύσκολη, χωρίς πολυτέλειες, δεν υπήρχαν πλούσιοι και φτωχοί, αλλά φτωχοί και φτωχότεροι. Πήγαιναν στην εκκλησία και στο σχολείο και επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χωματόδρομους. Ευσεβείς και θεοφοβούμενοι, τηρούσαν τις παραδόσεις και τα έθιμα τους και ήταν περήφανοι για το χωριό τους. Οι πρώτου οικιστικοί πυρήνες στον πανέμορφο οικισμό χρονολογούνται από το χίλια τριακόσια μ.χ Η ευρύτερη περιοχή παρουσιάζει έντονο περιηγητικό ενδιαφέρον για ένα οδοιπορικό στις ημιορεινές εκτάσεις, με κυριότερο χαρακτηριστικό τα περιπατητικά μονοπάτια της ζωογόνου φύσης, που συνδέουν το χωριό το με τους υπόλοιπους οικισμούς του δήμου Μονεμβάσια. ..................................................................... Παραθέτω επίσης μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία:

Σημείωση: Ι

... (Δημοσίευση Εφημερίδας ''ΤΑ ΒΑΤΙΚΑ'' φύλλο 264 - Αύγουστος 2008)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΗ΄ ΑΙ. Β΄ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1715-1821 ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ.
ΣΗΜ. 1.Ελένης Δ. Μπελιά. «Στατιστικά Στοιχεία της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς κατά το 1828».
-Κουλέντια: «Προ της αλώσεως της Πελοποννήσου [από τους Τούρκους στα 1715], το χωρίον τούτο κατωκείτο από 170 οικογενείας [χριστιανικάς]. Αύται υπήρχον και μέχρι της επαναστάσεως των 1770, όπου μια μόνον οικογένεια οθωμανική κατώκει τότε. Διασκορπισθέντων των χριστιανών τήδε κακείσε, εξήλθον του Φρουρίου [της Μονεμβασίας] οθωμανικαί οικογένειαι έως δέκα και κατώκησαν, ύστερον δε εκ διαλειμμάτων συνήχθησαν ολίγαι τινές χριστιανικαί, ώστε εις τους εσχάτους χρόνους των 1821 κατώκησαν οικογένειαι χριστιανικαί 35, οθωμανικαί 12. Ήδη [1828] ευρίσκονται οικογένειαι χριστιανικαί 45, ψυχαί 192».
Σήμερα στην περιοχή των Κουλεντίων διατηρούνται στον προφορικό λόγο τουρκικά τοπωνύμια όπως: Στου Μάτημπέη, στου Μεϊμέταγα κ.ά

Σημείωση: ΙΙ

Διοικητικές μεταβολές ΟΤΑ
Κ. Κουλεντίων Ν. Λακωνίας
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Σύσταση της Κοινότητας με έδρα τον οικισμό Κουλέντια
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Βουβουτσέλια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 261Α - 31/08/1912
Ο οικισμός Φούτια προσαρτάται στην Κοινότητα Κουλεντίων
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Κουλέντια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Ελληνικόν
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Ο οικισμός Βουβουτσέλια της Κοινότητας μετονομάζεται σε Παναγίτσα
ΦΕΚ 287Α - 10/10/1955
Η Κοινότητα μετονομάζεται σε Κοινότητα Ελληνικού

Σημείωση: ΙΙΙ

Πηγη:http://old.eyploia.gr/modules.php
Την ύπαρξη του Linum hellenicum κατέγραψαν και στοιχειοθέτησαν δύο καθηγητές της Βιολογίας που υπογράφουν μια ανυπολόγιστης αξίας εργασία. Το βιβλίο τους, «Endemic Plants of Peloponnese»
«Ενδημικά φυτά της Πελοποννήσου» είναι μια εκπληκτική δουλειά καταγραφής των σπάνιων ή μοναδικών λουλουδιών του Μοριά, ζωγραφισμένα από τον Bent Johnson. Και, ώ, της ελληνικής πρωτοτυπίας, το βιβλίο αυτό δε χρηματοδοτήθηκε ούτε από ελληνικό υπουργείο, ούτε από την Περιφέρεια Πελοποννήσου, ούτε από Ελληνική Τράπεζα ή οργανισμό, ούτε και είναι έκδοση ελληνικού εκδοτικού οίκου. Εκδόθηκε από τον οίκο GADS FORLAG (KOBENHAVN 2001) με τη χορηγία του ιδρύματος Carlsberg Foudation και κυκλοφόρησε μόνο στην αγγλική.
Ο καθηγητής κ. Γρηγόρης Ιατρού μας είπε τα εξής για το λουλούδι «στη σελίδα 199 του βιβλίου μας απεικονίζονται τα δύο ενδημικά φυτά του γένους Linum, τα οποία εμφανίζονται αποκλειστικά στην Πελοπόννησο, από ολόκληρο τον κόσμο.
Το πρώτο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1989 από την περιοχή του χωριού Ελληνικόν από όπου πήρε και το όνομά του και αργότερα βρέθηκε και σε κάποιες άλλες γειτονικές περιοχές της χερσονήσου του Μαλέα.
Δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο.
Το δεύτερο ανακαλύφθηκε και περιγράφηκε το 1994 από την περιοχή του Βλαχιώτη στη Λακωνία και ονομάστηκε προς τιμήν του καθ. Κ. Δ. Φοίτου και αυτό δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από τις ελάχιστες περιοχές της Πελοποννήσου στην Λακωνία»…

  • Κατεβάστε τον νέο 3d χάρτη του Δήμου Μονεμβασιάς (Α4 pdf, 6 MB)
  • Click to Open
    Θύμησες Παιδικές!
    .....

    Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

    Ta Monopatia Pou Odigousan Gia to Sxolio

    ...Και ήρθε μια μέρα στο τέλος του καλοκαιριού που οι γονείς του είπαν πως είναι καιρός ν’ αρχίσει να μαθαίνει γράμματα, καθότι «Άνθρωπος αγράμματος ξύλο απελέκητο».
    Τα παιδιά που ζούσαν στους απόμακρους οικισμούς του χωριού ξεκινούσαν καθημερινά ένα μακρινό ταξίδι προς τη γνώση για να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον. Τα παιδιά από τα Μπουμπουτσέλια ξεκινούσαν τα πέντε χιλιόμετρα μιάμισης ώρας ποδαρόδρομο ταξίδι για τα παιδικά τους πόδια ανάμεσα από κακοτράχαλα μονοπάτια για να φτάσουν στο σχολείο τους στα Κουλέντια.
    Φθινόπωρο, ο τόπος χλοϊσμένος, ήσυχος, οι χωρικοί  ετοιμάζονταν για το όργωμα, τη σπορά και τα ξεχερσώματα, τα κοπάδια βοσκούσαν στις πλαγιές.
    Με το γλυκοχάραμα της αυγής, στο πρώτο λάλημα του πετεινού στο μισοσκόταδο του μικρού σπιτιού, πλησίαζε η μάνα στο λιτό ξύλινο κρεβάτι του κοιμώμενου μικρού παιδιού της, χάιδευε το μέτωπο του, ενώ ένα χαμόγελο έσκαγε στο αυλακωμένο απ' τα βάσανα πρόσωπο της, και όσο μπορούσε πιο γλυκά, του έλεγε: «Σήκω, γιε μου. Σήκω μην και σε πάρει η μέρα και ο δρόμος είναι μακρύς.»
    Σηκωνόταν, ντυνόταν, έπαιρνε το δεματάκι με το λιτό φαγητό που ετοίμαζε η μάνα του, κι έτοιμος αποχαιρετούσε τον πατέρα και η μάνα φιλώντας τον με τρυφερότητα τον ξεπροβόδιζε:
    «Άντε καλό δρόμο γιε μου, στην ευχή του Θεού, και να προσέχεις παιδί μου», και παρέα με τον πιστό σκύλο την «Μπέττυ» δίπλα του ξεχυνόταν στο χωματόδρομο για το χωριό τα Κουλέντια την έδρα του οικισμού πίσω από την δυτική μεριά του αντικρινού λόφου. Ανηφορίζοντας βορειοδυτικά το λόφο του οικισμού προσπερνούσε ένα μικρό δασύλλιο από χαρουπιές με πλούσιες φυλλωσιές, που συνήθως τις λίκνιζε ο άνεμος. Ένοιωθε μια δροσιά στην ψυχή του σαν ανάλαφρη πνοή, μεθυσμένος από τους χυμούς της φύσης. Το χώμα του φθινοπώρου είναι παντού νοτισμένο. Ανατέλλοντας ο ήλιος το πρωινό τραβά απ’ τη χλόη την υγρασία που τη βλέπει ν’ ανεβαίνει σχηματίζοντας διαφανές κουρτίνες κάτω απ’ τις φυλλωσιές. Φτάνοντας στην κορφή του λόφου παρατηρούσε πως όλη η έκταση γύρω από την άλλη μεριά ήταν το Μεγάλο Ρέμα, η κοιλάδα που χωρίζει τον λόφο του οικισμού από το λόφο του χωριού. Εκεί στις πλατωσιές στο Μεγάλο Ρέμα βρίσκονται σκόρπια καλλιεργήσιμα λιβάδια, πολλά δέντρα από ελιές, συκιές, αμυγδαλιές, και παράμερα, ξεχασμένο κομμάτι του Παραδείσου, δένδρα πυκνά το ένα πλάι στο άλλο, ένα δάσος από ορεινά κυπαρίσσια που βρέθηκε εκεί στις παρυφές της κοιλάδας. Οι πλευρές της κοιλάδας γέρνουν αρμονικά και είναι ορθάνοιχτες, να βλέπουν στο μακρινό ορίζοντα μια υποψία θάλασσας. Όταν μπαίνει σ’ αυτή τη φωλιά, σαν πουλί σπαρταράει η ψυχή του, τον μεθάει το άρωμα απ' το θυμάρι τις κουμαριές, και απ΄τις λυγαριές. Άφησε που σε κουφαίνουν τα κοπάδια τριγύρω με τα κουδούνια τους, σου δίνουν καινούργια ζωή, που σε κάνει κι ανασαίνεις πιο εύκολα.
    Πολλές φορές οι νοτιάδες έφερναν σύγνεφα το ’να πίσω από τ’ άλλο στη κοιλάδα, μα όταν που άνοιγε πάλι ο ουρανός, γινόταν ξάστερος, ροδοβαμμένος και χαμογελούσε ως πέρα στα βουνά και στις ράχες και ήταν ο ήλιος όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό ξεχυνόταν στο Μεγάλο Ρέμα.
    Εκεί στα μέσα στην ανηφόρα της δυτικής πλαγιάς του ρέματος που οδηγούσε από τον οικισμό στο χωριό, στο μέσον σχεδόν της διαδρομής, σ’ ένα πλάτωμα, νερό γάργαρο καθάριο ανάβλυζε στη βάση ενός βράχου. Νεροκολοκύθες (φλασκιά) κομμένες στα δυο υπήρχαν στο πλάτωμα της μικρής πηγής και χρησίμευαν ως σκεύος και κυρίως ως δοχείο νερού, για τους κουρασμένους στρατοκόπους να πιουν δροσερό νερό και να ξεδιψάσουν πριν συνεχίσουν τη διαδρομή στα ανηφορικά μονοπάτια µε τη μεγάλη κλίση. Η προνομιακή θέση αυτής της φυσικής τοποθεσίας για όσους ταξιδεύουν από τους οικισμούς στο χωριό είναι το μοναδικό πλάτωμα που συναντάει ο ταξιδιώτης ύστερα από μια κοπιαστική πορεία που προϋποθέτει το πέρασμα από τους μουλαρόδρομους, και τα λιθόστρωτα μονοπάτια.  Το πλάτωμα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, ώστε να ξεκουραστεί ο πεζοπόρος και να αποκαταστήσει το βιολογικό του ρυθμό που αναστατώθηκε από την κοπιαστική πορεία. Το πλάτωμα επιβάλλει την ανάπαυλα και διευκολύνει την έκφραση συναισθημάτων ανακούφισης για τον εξαντλημένο ταξιδιώτη. Στο διάβα τους οι ταξιδιώτες σταματούσαν εκεί για λίγο, κάθονταν αναπαυτικά στο πεζούλι κάτω από τον ίσκιο μιας μεγάλης φουντωτής σκαμνιάς, και έπιναν από το γάργαρο νερό να ξαποστάσουν και να μαζέψουν τη δύναμη που χρειάζονταν να συνεχίσουν το ταξίδι. Ταυτόχρονα  καθισμένοι στο δροσερό τον ίσκιο, χαϊδεύοντας το μαλακό υγρό χώμα της αγαπημένης γης, νιώθουν να εκμηδενίζεται η χαμένη ενότητα και ο διαχωρισμός του ανθρώπου από τη φύση.
     Αγναντεύοντας το απλωμένο τοπίο, ο κουρασμένος διαβάτης αποκτούσε ελεύθερη και ανοιχτή σχέση με τη φύση και με τις σκέψεις του «ακούει» τις κρυφές συνομιλίες του με τα δέντρα, τα βουνά, την θάλασσα. Με τα ουράνια σώματα. Με την πηγή δίπλα του που δίνει νερό γλυκό και δροσερό και ήταν η κατάλληλη στιγμή και ο κατάλληλος χώρος για να «ακούσουν» τι συμβαίνει γύρω τους ώστε να υποδαυλίσουν ενέργεια στα όνειρα τους και να αναθερμάνουν τις προσδοκίες τους. Να ανιχνεύσουν τα συναισθήματά τους και να γυρεύουν απαντήσεις για το νόημα της ζωής παρά το ότι το γνωρίζουν πως πάντα κάτι τους διαφεύγει και αυτό είναι τόσο μεγάλο που δε θα το ανακαλύψουν ποτέ.
    Μπορούν να κολυμπήσουν μέσα τους και να ξεκινήσουν τον εσωτερικό τους διάλογο με έντονη την αίσθηση της μεταφυσικής. Να καταδυθούν στα βάθη της και να αφεθούν να τους παρασύρει η δίνη της. Ν’ απλώσουν τα φτερά της αντίληψης και να πετάξουν στην απεραντοσύνη, στην αντανάκλαση του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα. Ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, και η μοναξιά που δημιουργεί η άγρια ερημιά του τόπου, κυριαρχεί στο πνεύμα, μιλεί στις αισθήσεις των ανθρώπων, δείχνει το μονοπάτι της συνάντησης με μια ψιχάλα από κόκκους της γνώσης. Είναι οι στιγμές που η γαλήνη πλημμυρίζει τις κουρασμένες ψυχές, σαν το νερό που πέφτει πάνω στη χέρσα γη και την κάνει να βλαστήσει.  Μια αρχέγονη σχεδόν μεταφυσική αίσθηση τον ωθεί να ζωντανέψει με την φαντασία του, τους ανθρώπους που ζούσαν, πολεμούσαν, για την επιβίωση τους σ’ αυτό το τόπο. Σ' αυτή την σκληρή χέρσα γη κάθε πέτρα κι ένας σιωπηλός μάρτυρας του ιδρώτα τους. Παρασύρεται στα περασμένα, κατορθώνει να αισθανθεί μέσα από τις αισθήσεις του την περιγραφή του κόσμου της εποχής εκείνης. Τέτοιες ώρες μυριάδες λεπτομέρειες του δείχνουν εικόνες απ' το παρελθόν γυμνωμένες, που είναι τόσες πολλές σαν να θέλει να χωρέσει μια θάλασσα στους οφθαλμούς του.
    .......... Αφήνοντας πίσω του το πλάτωμα της πηγής, συνεχίζει στο μονοπάτι που σαν κορδέλα αποκριάτικη ξετυλίγεται κάτω απ' τα πόδια του, με τις μικρές απότομες στροφές και τα χωμάτινα σκαλοπάτια του. Ανατολικά του ανατέλλοντας ο πρωινός ήλιος του Σεπτεμβρίου δίνει στα σταφύλια αρωματικούς χυμούς, στα σύκα το μέλι ξεχειλίζει και βγάζει μια σταγόνα κρύσταλλο ρουμπίνι στο πίσω μέρος. Χίλια ζουζούνια πολύχρωμα πεταρίζουν τριγύρω και αγριοπούλια σηκώνονται τρομαγμένα από την καλόβολη καθισιά τους. Τα πουρνάρια, τα σκίνα, οι φασκομηλιές, το τοπίο όλο μοσχομύριζε. Μερικά φθινοπωρινά κρινάκια προβάλουν κιόλας, ποτισμένα από τις πρώτες βροχές. Τελειώνοντας η σχολική μέρα στο δρόμο της επιστροφής το Μεγάλο Ρέμα άλλαζε χρώμα καθώς ο ήλιος βρίσκεται στη δύση του, τα πράγματα βαθαίνουν και διάφανα λάμπουν σαν κρύσταλλα. Το τοπίο αποκτούσε τη λάμψη τού χρυσού, οι διάσπαρτες ελιές γέμιζαν το τοπίο µε ασημένιες ανταύγειες. Οι βράχοι των απέναντι λόφων έπαιρναν το χρώμα τού στιλπνού γρανίτη, δίνοντας στα φυτρωμένα γύρω τους πεύκα το πραγματικό τους χρώμα. Το χρυσοπράσινο των φύλλων σκουραίνει. Το πραγματικό τους σώμα. Νεανικό, φουντωτό, υγιές. Ένας ανήσυχος ψίθυρος ξεσηκωνόταν απ’ τα πεύκα τη στιγμή που ο ήλιος έπεφτε στον γκρεμό και χανόταν, βάφοντας τον ορίζοντα µε το αίμα του.
    Σκαλίζοντας σήμερα το ταξίδι της μνήμης συνεχίζει να περιπλανιέται στο παιδικό του παρελθόν και εκείνο που του μένει είναι πως νιώθει πάντα παιδί που ακολουθεί την πορεία του στον κόσμο, και στο μακρινό του ταξίδι της ζωής, δίχως βαλίτσα πάρα μόνο μνήμη. Κουβαλώντας μαζί του εικόνες από έναν τόπο πολύ οικείο και πατρικό και ως εσαεί παρόν. Κι εκείνα που θυμάται κι εκείνα που θέλει να ξεχάσει καθώς στο κάδρο της μνήμης υπάρχουν και εικόνες απ' το παρελθόν που λαμβάνουν χώρα σ' ένα ζοφερό τοπίο.
    Το τοπίο κάποια καλοκαίρια φαντάζει άνεμο-δαρμένο και η φύση μοιάζει να έχει παραμείνει αναλλοίωτη στον πέρασμα των χρόνων. Οι εικόνες αυτές είναι τόσο φευγαλέες που του διαφεύγουν οι λεπτομέρειες, στη περιγραφή μιας εποχής όπου η φυσική επικοινωνία στις κοινότητες ήταν κάτι ολότελα φυσικό να είναι δύσκολη. Ίχνος, σημάδι, δεν υπήρχε από κάποια μηχανή της σημερινής μας εποχής στα μέρη εκείνα. Ήταν οι εποχές που κάτω απ’ την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού πριν ακόμα ο ήλιος ξεμυτίσει βρίσκονταν όλοι οι χωρικοί στο χωράφι κι άρχιζαν την κοπιαστική διαδικασία του θερισμού με το δρεπάνι στο ένα χέρι, με την παλαμαριά στο άλλο. «Ώρα καλή κι ευλογημένη!» εύχονταν όλοι μαζί και φραπ-φραπ τα δρεπάνια άρχιζαν να κόβουν τα στάχυα. Με τι χαρά γινόταν ο θέρος το πρωί με τη δροσιά! Το μεσημέρι το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο. Πετούσαν οι θεριστάδες τα δρεπάνια στη γη κι έπιαναν τον ίσκιο ενός δέντρου που βρισκόταν στην άκρη του χωραφιού. Εκεί έτρωγαν τα φτωχικά τους φαγητά, με γέλια, χαρές και χωρατά. Πλάγιαζαν και ξεκουράζονταν για λίγο κι όταν έπεφτε πάλι η δροσιά άρπαζαν τα δρεπάνια και συνέχιζαν τη δουλειά. Στα ψηλώματα στους λιβαδότοπους συναντούσες πέτρινα κυκλικά αλώνια, σε τοποθεσίες επιλεγμένες, σε μέρη ανοιχτά που τα έπιαναν οι καλοκαιρινοί νοτιάδες. Οι «ντραλίκοι», μεγάλες πέτρες όρθιες τοποθετημένες κυκλικά στ’ αλώνι να οριοθετούν το χώρο και να μην διασκορπίζονται τα στάχυα. Στη ντάλα του καλοκαιριού, καλότυχοι θεωρούνταν όσοι κοντά στο αλώνι τους είχαν κάποιο δεντρί με μεγάλη φούντα, στον ίσκιο του να φάμε και να ξαποστάσουν στα άχυρα μέχρι να κατέβει λίγο ο ήλιος και ύστερα να πιάσουνε πάλι δουλειά.
    «Στριφογυρίζει τ’ άλογο στο στρίγερο τριγύρα, τ’ αστάχυα καλοπάτητα ξεγδύνουν τα κεφάλια και δείχνουν, του γεωργού τη χαρά, τη σιταροπλημμύρα.» (Η καλλιέργεια του σταριού και του κριθαριού ξεκινούσε το Δεκέμβριο και αποτελούσε  για το χωριό τον ουσιαστικό κύκλο ζωής του. Ο κύκλος αυτός συνεχιζόταν με τη συγκομιδή, και την άλεση.)
    Σήμερα τ' αλώνια είναι κορνίζα μιας άλλης εποχής. Μον’ στις ρούγες του χωριού περιπαιχτικά την παροιμία πλάθουν.
    «Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ' άχερα στ' αλώνι, γιατί τα παίρνει ο άνεμος και δεν τα συμμαζώνει».
    Ήταν και εποχές που καθώς το τοπίο διάνυε τα πιο ζεστά καλοκαίρια το λιοπύρι ήταν ανυπόφορο, καμίνι ολόφλογο, έπεφτε και τρυπούσε τη σάρκα σαν βροχή από βελόνες. Άνεμος δε φυσούσε, τα φύλλα των δέντρων δε σαλεύανε, τα λίγα νερά της μικρής λιμνούλας ακίνητα λαμποκοπούσαν, σαν από μέταλλο ή από λάδι, και στους γύρο λόφους τ' αμπελοχώραφα, τα λιοστάσια, οι καλαμιώνες, τα βάτα, τα σφεντάμια και οι φτέρες άτρεμα φαίνονταν πεθαμένα, τα πουλιά χωνότανε βαθύτερα, λουφάζαν μέσα στα κλαριά. H επιφάνεια της γης στους ξεροπόταμους στέγνωσε, σχηματίστηκε πάνω της μια λεπτή και σκληρή κρούστα. Τα αγριόχορτα ξεράθηκαν κι απόμειναν μονάχα οι ρίζες. Η ατμόσφαιρα γίνηκε ανάρια κι ο ουρανός πιο ξέθωρος και κάθε μέρα που περνούσε, όλο ξεθώριαζε η γης, το κοκκινόχωμα γίνηκε τριανταφυλλί και το γκρίζο χώμα γύριζε στο άσπρο. Μες στα χαντάκια, το χώμα τριβόταν σε σκόνη και τα μερμήγκια άρχισαν επιδρομές στα σιτοχώραφα.
    Και ήταν και κάποιες ήμερες που το λιοπύρι ήταν τόσο δυνατό και ανυπόφορο, που πάνω στην πέτρα μπορούσες να ψήσεις αυγά. Τότε μόνο το φλύαρο τραγούδι του τζίτζικα, φωνή της λαύρας χυνόταν ολούθε. Μα η ζωή ακολουθούσε υπομονητικά το δρόμο της, και στο χωριό το εκκλησίασμα έβγαιναν για λιτανεία και παρακλήσεις για να έρθει η βροχή, και ξεκινούσε η πομπή για τα χωράφια, κάτω από τον φλογερό ήλιο και ο γαρμπής λιοβόρι πυρωμένο σκορπούσε κύματα φλόγες κι η λαύρα του ανέμου να κατακαίει τη γη. Όλος ο κόσμος γονάτιζε στα χώματα, έκανε το σταυρό του, κοίταζε παρακαλεστικά το Θεό μέσα στα γαλάζια μάτια τ’ ουρανού. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, έλεγαν με δύναμη «αμήην!». Να βουίξουν οι στεγνές λαγκαδιές, να πάει η φωνή τους ως τα αυτιά του Κυρίου, να τους ακούσει και τέλειωνε η λιτανεία κάτω από έναν ουρανό πυρωμένο ανέφελο και ο ήλιος να καίει σαν ένα πυρωμένο μαγκάλι.
    ...Τελειώνοντας η πεζοπορία στον μαίανδρο των μονοπατιών, εισέρχεται στο κύριο χωματόδρομο  και αντικρίζει εμπρός του το χωριό. Τα Κουλέντια.

    Click to Open
    Το Χωριό. Κουλέντια Μονεμβασιάς!
    .....

    Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

    O Tritos Gios! Se Xeskepo Spiti Sas Gennissa

    Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα) 1956

    Πριν η Ελένη γίνει Ελένη της Τροίας ήταν η Ελένη της Σπάρτης με το μοναδικό της κάλλος. Οι γυναίκες της Σπάρτης ήταν οι πιο όμορφες.
    Η μητέρα του ήταν γνήσια σπαρτιάτισσα.
    Μια γνήσια  ζωγραφιά της γυναίκας του νότιου Πάρνωνα, από τα χωριά του Ζάρακα. 
    Πρόκειται για μια ακραία περιοχή στο τρίτο ποδάρι της Πελοποννήσου, στο ανατολικό κομμάτι της Λακωνικής γης, στη νοτιότερη απόληξη της ηπειρωτικής Ευρώπης, που γειτονεύει με το Μυρτώο πέλαγος. Κακοτράχαλα βουνά, που τα «χαρακώνουν» αρκετά φαράγγια, απ’ τα οποία μερικά είναι πολύ όμορφα και εντυπωσιακά και άλλα λιγότερο. Απόκρημνες ακτές, πέτρινα χωριά, διάσπαρτα δέντρα από συκιές, αμυγδαλιές και ελιές με τον πολύτιμο καρπό τους και ένας ήλιος εκτυφλωτικός και συνάμα ζωογόνος. Άγρια άνυδρη φύση, πετροσπαρμένη γη με ανελέητα λιοπύρια του ζεστού λακωνικού καλοκαιριού, και μόνο το τραγούδι των τζιτζικιών να ταράσσει τον τόπο. Ένα ποιμενικό τοπίο με πεζούλες και ξερολιθιές, ελάχιστους δρόμους και μονοπάτια, που οδηγούν σε μικρά διάσπαρτα χωριά. Η Ρειχιά η Κρεμαστή, το Κυπαρίσσι, ο Γέρακας και λίγες αγροικίες στα Καρίκια στα Πιστάματα στο Λαδόκαμπο που γίνονται μέρος του τοπίου με αρμονική ενσωμάτωση στο περιβάλλον, αποτελώντας πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του, που δένουν με το φυσικό κάλλος. Και ενδιάμεσα πεζούλες με καλλιεργημένη γη, να τρίζει, να συστέλλεται και διαστέλλεται από τη συνεχή σπορά και το σκάψιμο που γίνεται με τον ίδιο απαράλλακτο βασανιστικό τρόπο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εδώ κατοικούν λιγοστοί μόνο άνθρωποι που συνυπάρχουν για αιώνες αρμονικά με τη φύση, καλλιεργώντας τα άνυδρα χωράφια τους. Άνθρωποι, ζώα και φυτά, πουλιά και έντομα σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Και στην ανατολή οι ακτές του Μυρτώου ο πελάγους με τα ασβεστολιθικά και ηφαιστειακά πετρώματα στις παραλίες που σβήνει ο παφλασμός και το αντιμάμαλο της θάλασσας πάνω στα κοφτερά βράχια, με τα ανεβοκατεβάσματα και τις ρυτιδώσεις του νερού.
    Εκεί  γεννήθηκε ο πολιτισμός της Λακωνικής γης. Μονάχα όποιος την έχει επισκεφτεί μπορεί να καταλάβει. Αυτή η γη είναι η ζωντανή μαρτυρία μιας πραγματικότητας. Κρύβει στις πέτρες της την ιστορία των ανθρώπων της. Κρύβει το έργο των ανθρώπων της, που εξουσιάζουν μ' ακαταμέτρητο μόχθο τη φύση.....
    .... Παράστημα καλοφτιαγμένο κι όμορφο, σκελετός εύρωστος, στητός, με φαρδιούς καλοσχηματισμένους ώμους, μάτια ακτινοβόλα και λαμπερά με χρώματα καθάρια και βλέμμα βαθύ και ευθύ. Πρόσωπο μοναδικό πάνω σε σωματικά χαρακτηριστικά αρμονικά και συμμετρικά δεμένα μεταξύ τους, χωρίς ίχνος έπαρσης. 
    Μια ομορφιά ξεχωριστή,  με βλέμμα καθρέφτη της ψυχής..... 
    Μια πανέμορφη Σπαρτιάτισσα με κερασένια χείλη και καστανόμαυρα σγουρά μαλλιά. Μια φυσική ομορφιά δώρο θεού.
    Το βήμα της σταθερό, η εμφάνιση της αγέρωχη περήφανη.

    «Τη Λήδα*** αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
    που γέννησε δύο αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
    τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
    το γροθομάχο• ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα»

    Σαν Σπαρτιάτισσα μητέρα, είχε επιλέξει να ακολουθεί κοινωνικά προσδιορισμένους κανόνες, και γαλούχησε τα παιδιά της ώστε να συμφωνούν με αυτούς και δεν τους επέτρεπε να κάνουν ότι ‘θελαν.
    Με νοσταλγία ακόμη και σήμερα θυμάται την αυστηρή λιτή νουθεσία της, σε κάθε τους παιδική κατεργαριά.
    «Σε ξέσκεπο σπίτι σας γέννησα, στον ανοικτό ουρανό, κάτω απ’ τον ίσκιο της ελιάς.»
    Ήθελε να δώσει το δικό της μήνυμα, που σήμαινε ότι όλος ο κόσμος έβλεπε τα πεπραγμένα τους, που σήμαινε ότι δεν είχαν τίποτα να κρύψουν, που να αποτελεί λόγο για τον οποίο ένας άνθρωπος θα πρέπει να ντρέπεται.
    «Η ζωή σας να λάμπει…..άλλα να μην λειτουργεί σαν παραμορφωτικός καθρέφτης ». Συμπλήρωνε τα λόγια της.
    Το αγόρι της οικογένειας που 'ρθε στο κόσμο κείνες τις μέρες ήταν το τρίτο στη γέννα της μάνας του, το στερνοπαίδι. Προηγούνταν, αυτός και ο Τηλέμαχος. Και η μάνα ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρόνων.
    ..... Τ' αστέρια φέγγιζαν ακόμα κι η μέρα είχε τραβήξει μόνο μια αχνή πινελιά από φως χαμηλά στον ουρανό προς την ανατολή. Οι κόκορες λαλούσαν εδώ και λίγη ώρα, ένα πολύ ευχάριστο δροσερό αεράκι χάιδευε την κόμη και τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα των χωριατών που είχαν κιόλας αρχίσει το αδιάκοπο κουβάλημα στ’ αλώνι τα δεμάτια, που στοιβάζονταν στη μεγάλη θημωνιά, για να ακολουθήσει το αλώνισμα, που γινόταν τον μήνα του Ιούλη (Αλωνάρη) στ’ αλώνι, που βρισκόταν στον ανοιχτό χώρο, στο ύψωμα στην άκρη του οικισμού ώστε να το χτυπάει ο άνεμος, ο οποίος ήταν απαραίτητος για το λίχνισμα. Για τους κατοίκους του οικισμού ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό στην περίοδο του αλωνίσματος, συνήθως στα μέσα του καλοκαιριού που περιλάμβανε, πολύ πρωινό ξύπνημα, πριν ανατείλει ο ήλιος, για να προλάβουν τη δροσιά, καθώς η ζέστη κατά τη διάρκεια της ημέρας ήταν ανυπόφορη να προετοιμάσουν στο αλώνι τα άλογα για να αρχίσουν το αλώνισμα.
    Έξω από το αλώνι, σε μια συστάδα από αγραπιδιές, ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν στα κλαριά τους  με τους μικρούς, στυφούς καρπούς τους. 
    Η κυρά Γιαννούλα η μητέρα του, δούλευε αβίαστα κι αυτή με την κοιλιά στο στόμα, δίχως να εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ήταν έγκυος στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της. Οι έγκυες γυναίκες δούλευαν ως την τελευταία στιγμή στο χωράφι, στο θέρισμα, στο αλώνισμα. Εκεί συχνά τις έβρισκαν οι πόνοι του τοκετού.
    Η αυγή ήρθε γρήγορα τώρα, μια πινελιά, ένα αντιφέγγισμα, μια λάμψη, κι έπειτα μια έκρηξη φωτιάς καθώς ο ήλιος αναδύθηκε πέρα από την θάλασσα της Μονεμβάσιας.
    Παρά την μικρή ηλικία του συχνά απορούσε με τη σιδερένια δύναμη που έκρυβε μέσα της η υπομονετική μητέρα του. Μπορούσε ν' αντέξει την κούραση την κακουχία και την πείνα σχεδόν καλύτερα από τον πιο δυνατό άνδρα. Που βρίσκει τόση δύναμη αναρωτιόταν.
    Και τώρα έβγαλε μια φωνή αγωνίας που τους άφησε άναυδους όλους στο αλώνι.
    «Τη μαμή» είπε. «Φωνάξτε τη μαμή».
    Ακουμπάει την πλάτη της στον κορμό και σιγά σιγά γλιστράει και ξαπλώνει ακουμπιστά στη ρίζα της κοντινής αγραπιδιάς.
    Οι άλλες γυναίκες αφήνουν το λίχνισμα και τρέχουν να δουν τι συμβαίνει.
    Οι αχτίνες του καλοκαιρινού ήλιου διαπερνούσαν το αραιό φύλλωμα της γκορτσιάς και ράντιζαν με ηλιόφως το χλομό και λουσμένο με κρύο ιδρώτα πρόσωπο, φωτίζοντας τη μορφή της κυρά Γιαννούλας της μητέρας του.
    Άρχισαν οι πόνοι.
    Ο  πατέρας του καβαλάει τ’ άλογο και τρέχει να φέρει απ’ το χωριό τη μαμή, που ξεγεννούσε τις γυναίκες των γύρω χωριών. Τότε δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Μόνο πρακτικές μαμές, και πολλές φορές έλειπαν κι αυτές και ξεγεννούσαν μόνες τους κι αβοήθητες οι γυναίκες.
    Με μεγάλη προσπάθεια, πολύ κόπο και αγωνία κατάφεραν να φθάσουν στην αυλή του σπιτιού κρατώντας παραμάσχαλα την λεχώνα. Θυμάται πως έκανε πολύ ζέστη το απομεσήμερο που γεννήθηκε ο μικρότερος αδελφός του. 
    Ήταν Ιούλιος. Στο μικρο οικισμό τους επικρατούσε ησυχία και μονάχα τα τζιτζίκια με το καλοκαιρινό «ερωτικό κάλεσμα» των αρσενικών τους ξεκουφαίνει αυτή την εποχή με το χαρακτηριστικό τους ήχο. Στη μητέρα του παραστεκόταν η γειτόνισσα τους, ειδική στους πόνους και στις γέννες η κυρα Γιώργαινα η Καραστατήρη, συνεπικουρούμενη από συμπληρωματική υποστήριξη και συνδρομή στις διαδικασίες, της εξαδέλφης του πατέρα τους κυρά Καλλιόπης του Σεμπέπου.
    Έφεραν από τον κοντινό ναό του Άγιου Παντελεήμονα ένα εικόνισμα της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας, άναψαν ένα κερί και προσευχήθηκαν, για την αίσια έκβαση του τοκετού. Η κατάσταση είναι πάντοτε αβέβαιη σε μια γέννα και η «εξ ύψους βοήθεια», είναι απαραίτητη.
    Άναψαν τον πέτρινο φούρνο έβαλαν τη σιδεριά στη φωτιά τοποθέτησαν επάνω της τη μεγάλη χύτρα του σπιτιού και έβρασαν νερό για τη γέννα.
    Η ξαδέλφη τους η κυρά Καλλιόπη διάλεξε από το μπροστινό χαντάκι μια μεγάλη πέτρα επίπεδη με φυσική υφή και ομαλή επιφάνεια. Την έπλυνε με άφθονο καθαρό νερό και σαπούνι σε μια πράξη φροντίδας εξασφαλίζοντας καθαριότητα. Πήρε τον αγιασμό από το εικονοστάσι του σπιτιού ράντισε την πέτρα και ένιψε τα χέρια των γυναικών σε μια πράξη καθαρισμού, φροντίδας και εξαγνισμού.
    Η κυρά Γιώργαινα σε μια κατάσταση έντονης νευρικότητας, ανυπομονησίας και φόβου, δεν μπορεί να σταθεί ήρεμη και κάνει σπασμωδικές, ασυνείδητες κινήσεις, με μικρά πηδηματάκια απ’ την αγωνία και το άγχος της. «Ήταν σε αναμμένα κάρβουνα» αν τα καταφέρουν μέχρι να καταφτάσει η μαμή.
    «Κακούργα, περίμενε τη μαμή», έλεγε στη λεχώνα.
    Στο φαρδύ πεζούλι δίπλα από την πόρτα του σπιτιού και κάτω από τον ίσκιο της μεγάλης γέρικης ελιάς έστρωσαν, τη μαντανία, το ανοιχτόχρωμο μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, με στημόνι μπαμπακερό και υφάδι μάλλινο με τους ωραίους συνδυασμούς γεωμετρικών σχημάτων, διπλής όψεως και τοποθέτησαν επάνω της την καθαρή πλυμένη πέτρα, βοήθησαν την λεχώνα να καθίσει επάνω στην πέτρα, να ανοίξει τα πόδια της, για να πετάξει πιο εύκολα το παιδί. Οι γειτόνισσες γονατιστές ανάμεσα στα σκέλια της, την υποβοηθούσαν, έσφιγγαν με τα χέρια τη μέση και την κοιλιά της ετοιμόγεννης, για να πέσει γρήγορα το παιδί προσέχοντας να μην ανέβει επάνω το ύστερο και το πνίξει.
    Όταν το παιδί έκανε την εμφάνιση του στον κόσμο η κυρά Γιώργαινα ανακουφισμένη συνέχισε να γκρινιάζει για να διώξει μακριά την αγωνία της.
    «Κακούργα το έβγαλες, το έβγαλες κακούργα»
    Αυτά τα λόγια μέσα στην αγωνία τους είχαν μια απίστευτη τρυφερότητα.
    Δεν άργησε και ο σύζυγος να ’ρθει με τη μαμή. Η κυρά Γιαννούλα όμως είχε γεννήσει. Το παιδί είδε το φως κι άρχισε τα ουά -ουά.
    «Αγόρι!.... Αγόρι!» φώναξαν όλες  μαζί. «Να σου ζήσει! Να σας ζήσει! Να είναι γερό και ευτυχισμένο και τυχερό σε όλη του την ζωή!.»
    Χωρίς τη βοήθεια της μαμής, σαν από θαύμα, γεννήθηκε αρτιμελής και ζωηρός το στερνοπαίδι της, ο Χρύσανθος, και τούτο χάρη στην αμέριστη και εξαιρετική βοήθεια απ’ τις γειτόνισσες του μικρού οικισμού. Μια μελωδία καθάρια, πανέμορφη, απλώθηκε στη φτωχική αυλή τους. Μια μελωδία πλούσια και ζεστή και γλυκιά, με ζωηρά χρώματα της χαράς που αποτύπωναν συναισθήματα ενθουσιασμού στα πρόσωπα! Ήταν όλοι ευτυχισμένοι και συγκινημένοι, όλοι συμμερίζονταν τη χαρά της οικογένειας! Απέναντι από το χαντάκι, πίσω απ’ την αχυρώνα του γείτονα τους του μπάρμπα Παναγιώτη, σε μια συστάδα από αγραπιδιές και συκιές ένα σμήνος μικρά πουλιά τιτίβιζαν και φτεροκοπούσαν και αυτά χαρούμενα.
    Η λεχώνα μετά την γέννα έμεινε στο δωμάτιο με το μωρό της, ήταν άγραφος νόμος να μην την ενοχλεί κανείς. Η απομόνωση αυτή κρατούσε σαράντα μέρες.
    Οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες θωράκιζαν την λεχώνα και το μωρό με ένα σωρό φυλακτά της βασκανίας για να τους προφυλάξουν από το μάτι το κακό. Έτσι, ένας κόκκινος φιόγκος στη ρόμπα της μητέρας με μια σκελίδα σκόρδου, ένα φλουρί, ένα «μάτι» στο παιδί, ήταν συνήθη ως το σαράντισμα.
    Σαράντα μέρες μετά τη χαρά της γέννησης του θησαυρού της, η μάννα δρασκέλισε το κατώφλι του ναού της Παναγιά της Χρυσαφίτησσας στη Μονεμβασιά για να πάρει ευλογία και αγιασμό. Ταμένος ήταν στην Παναγιά την Χρυσαφίτησσα και η μάνα ένιωσε πως η εκκλησία ασφαλίζει σ' ένα ακύμαντο λιμάνι το παιδί της. 
    Τ’ αλώνι σήμερα πλέον αποτελεί μνημειακό αντικείμενο και παραδοσιακό τοπίο του μικρού οικισμού. Παραμένει έρημο βουβό, χωρίς τα ξεφωνητά του βαλμά, χωρίς άλογα, ερειπωμένο και δεν περιμένει τίποτε άλλο καταδικασμένο γιατί η πλακόστρωση του άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται και αργότερα ίσως να μην υπάρχουν ούτε τα ίχνη του.
     Πως αλλάζουν οι καιροί.

    Σημείωση:***

    Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα ήταν η μητέρα των Διοσκούρων Πολυδεύκη και Κάστορα, καθώς και της ωραίας βασίλισσας της Σπάρτης Ελένης (εκ του Διός), της Κλυταιμνήστρας, της Τιμάνδρας, της Φοίβης και της Φιλονόης εκ του συζύγου της Τυνδάρεω.
    Ο μύθος λέει ότι ήταν τόσο όμορφη ώστε διεκδικούσαν την καταγωγή της αρκετές πόλεις της αρχαιότητας όπως η Σπάρτη, η Αιτωλία, η Κόρινθος.

    Click to Open
    Τα Μονοπάτια για το Σχολείο!
    .....

    Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

    O Deyteros Gios Kai To Alogo

    ......Ηταν Φλεβάρης του 1954! H γέννηση του δεύτερου αδελφού του Τηλέμαχου.
    Η γέννηση ενός δεύτερου παιδιού αποτελεί ένα ευτυχισμένο γεγονός και μια σημαντική μετάβαση για όλη την οικογένεια επιφέροντας δραστικές αλλαγές στην καθημερινότητα και τις ισορροπίες της. Μαζί με την έλευσή του, την ευτυχία και την ανείπωτη χαρά, έρχονται επίσης αυξημένες ευθύνες και νέες προκλήσεις.
    ...Το ευτυχές γεγονός έλαβε χώρα αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ. Ήταν μεταξύ μιας Τρίτης και λίγο πριν το ξημέρωμα της Τετάρτης του Φλεβάρη. Δριμύτατο ψύχος είχε ενσκήψει από τις πρώτες ημέρες του μήνα με συνεχείς βροχές, ισχυρούς ψυχρούς άνεμους και μεμονωμένες καταιγίδες.
    Τα φυλλοβόλα δένδρα στις χωμάτινες γυρτές πλαγιές του οικισμού απογυμνώθηκαν, νεκρά σάπια τα φύλλα κάτω απ’ τα δέντρα, βυθίζονταν στρώνοντας φαιό χαλί στο βρεγμένο και μαλακό χώμα. Το απομακρυσμένο μικρό αγροτικό σπιτάκι τους στη δυτική πλευρά του Αγίου Παντελεήμονα, τη νύχτα αυτή πηχτό σκοτάδι το έχει κυκλώσει. Λένε ότι το σκοτάδι της νύχτας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο, ιδιότυπο τοπίο, στο οποίο όλα μπορούν να συμβούν ξαφνικά και απροειδοποίητα. Είναι, οι στιγμές που η πραγματικότητα γίνεται πιο ρευστή και η φαντασία κυριαρχεί. Το μυαλό κάνει πιο παράξενους συνειρμούς, η φαντασία γίνεται πιο τολμηρή και ανοίγει και την πόρτα σε ό,τι η ημέρα κρατά υπό έλεγχο. Η νύχτα είναι ο φυσικός χώρος, που επιτρέπει σε όσα καταπιέζονται να αναδυθούν.
    Κρατώντας ένα ξύλο στο χέρι ο πατέρας του βυθισμένος στις σκέψεις του, με περισυλλογή σκάλιζε τη φωτιά στο τζάκι φέρνοντας πιο κοντά τα αποκαΐδια που είχαν απομείνει γύρω της. Ανά τακτά διαστήματα έστρεφε το πρόσωπο του προς την ορθάνοικτη ξύλινη εξώπορτα του σπιτιού και μέσα από τον θόρυβο του αέρα που φυσούσε, σε μια κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης προσπαθούσε να αφουγκραστεί ένα μήνυμα σε μια κατάσταση έντονης προσμονής, ανυπομονησίας, και άγχους να εντοπίσει σημάδια άφιξης των επισκεπτών που περιμένει.
    .Η φωτιά ξεπήδησε σε φλόγα ρίχνοντας φωτεινές μαχαιριές στους τοίχους της μικρής κάμαρας κι ένα τρεμουλιαστό τετράγωνο από φως έξω από την πόρτα, διώχνοντας για λίγο την παγωνιά της νύχτας, ενώ οι σκιές χόρευαν στους τοίχους στον ρυθμό του τζακιού. Την εξώπορτα την είχε αφήσει ανοιχτή, όπως συνηθιζόταν στη χαρά και στη λύπη. Στη στέγη ο βοριάς έβγαζε σφυριχτούς ήχους καθώς περνούσε μέσα από τα κεραμίδια και τις χαραμάδες είχε αρχίσει και έπεφτε και ένα ψιλό ενοχλητικό ανεμοβρόχι. Ο πατέρας με την ικανότητα ανθρώπου της υπαίθρου ήξερε να προβλέπει τον καιρό παρατηρώντας τα φυσικά φαινόμενα, από το χρώμα του ουρανού, τις κινήσεις τα σχέδια και τα τερτίπια που έκαναν τα σύννεφα, τις αστραπές και τις βροντές, στις ρεματιές και στις βουνοκορφές. Οι χωρικοί σ’ εκείνα τα μέρη, χιονιά λέγανε τον καιρό που το χειμώνα φύσαγε αγέρας από τα βόρεια και έκανε παγωνιά, κρύο πολύ, επειδή αλλού χιόνιζε, αλλά στο μικρό χωριό τους χιόνιζε πολύ σπάνια και συνήθως έριχνε χιονόνερο. Οι χωρικοί πάντα ξέρανε από τα σημάδια που βλέπανε, ότι άμα τον χειμώνα αστράφτει από τον Βοριά, τις αστραπές τις συνοδεύουν ψυχρές αέριες μάζες από τα βόρεια, που σηματοδοτούν την έλευση από θυελλώδεις ανέμους και μεγάλη πτώση της θερμοκρασίας. Που σήμαινε ότι για όσες μέρες θα διαρκούσε ο καιρός αυτός οι εργασίες στα περιβόλια παρέμεναν ανενεργές. 
    Ο πατέρας του το βράδυ αυτό ένοιωθε μέσα του όλη εκείνη την αναστάτωση της αναμονής, ήταν υπερβολικά ανήσυχος κάτι που γι’ αυτόν ήταν εντελώς ασυνήθιστο. Βρισκόταν σε μια κατάσταση βαθιάς και έντονης αγωνίας όπως ένας άρρωστος που ελπίζει στο ερχομό του γιατρού για να θεραπευθεί. Από την ανοιχτή πόρτα δύο σκιές φάνηκαν έξω στο σκοτάδι της νύχτας, ο πατέρας του έριξε ακόμη μερικά ξύλα στη φωτιά και σε λίγο η φωτιά στο τζάκι δυνάμωσε, κι έκαιγε λαμπερή, έλαμψε η κάμαρα. Οι δύο σκιές, με μισή ανάσα, λαχανιασμένες σαν δρομείς μαραθωνίου φτάνοντας στην ολάνοιχτη πόρτα του σπιτιού η ανάσα τους έβγαινε πια με δυσκολία ρηχά και κοφτά μέχρι να τα καταφέρουν να μιλήσουν! Ήταν η μαμή του χωριού που συνοδευόταν από την μεσόκοπη γειτόνισσα τους. Η παγωνιά της νύχτας έφερνε ρίγος στο δέρμα τους. Ο πατέρας τις υποδέχτηκε σιωπηλός. Οι δυο γυναίκες προχώρησαν, μπήκαν στην κάμαρα κλίνοντας τώρα την πόρτα, ερμητικά πίσω τους.Το σκηνικό της άφιξης των δυο γυναικών τον πατέρα του τον γέμισε σαν πυκνή ομίχλη ένα αίσθημα ασφάλειας, του πήρε την ανησυχία που είχε μέσα του, απαλλάχτηκε από το άγχος και τις έγνοιες που τον βασάνιζαν. 
    Κλείνοντας την ξύλινη πόρτα η κρύα αναπνοή του βοριά έγινε απρόσιτη, κλείστηκε έξω τη νύχτα αυτή, ανεπιθύμητος επισκέπτης στις κάμαρες του σπιτιού. Δυο κάμαρες μικρές είναι το σπίτι τους όλο κι όλο. Οι δύο γυναίκες κοντοστάθηκαν στο τζάκι για να συνέλθουν από το νυχτερινό κρύο και να χαρούν την λάμψη της φωτιάς, που σε λίγο θα τους ζεστάνει και θα τους στεγνώσει από τη νυχτερινή υγρασία.Ύστερα άφησαν το τζάκι και πλησίασαν στην απέναντι γωνιά της κάμαρας σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι καλυμμένο με μια λευκή φλοκάτη εκεί που είχε κουρνιάσει η λεχώνα μητέρα του. Μια μάλλινη κουβέρτα κάλυπτε τους ώμους της. Βρισκόταν στο μεταίχμιο μιας διαδικασίας μεταξύ ύπνου και ξύπνου. Σχεδόν αλαφιασμένη παίρνοντας είδηση τους επισκέπτες αφυπνίστηκε. Λιγνά κύματα σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα προσπαθούσαν να κινηθούν, από την ζωή που κυοφορούσε εντός της, και αναδύονταν στους τοίχους του κορμιού της. Μια αίσθηση αρχέτυπα οδυνηρή και συνάμα δροσερή την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκαναν να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. Τα κύματα άλλαζαν αργόσυρτα ολοένα και με ψηλότερους, ξάστερους και έντονους ρυθμούς και βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της. Και από στιγμή σε στιγμή, με ανάσα πάλλουσα, σκέψεις λαμπερές, σαν εκλάμψεις, τη βυθίζουν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, και τη γεμίζουν φόβο κι ευτυχία.
    Η μαμή με γοργές κινήσεις, μ’ ατελείωτη διαύγεια, ενδελεχώς και εξαιρετικά εξέτασε προσεκτικά και παστρικά όλα τα χρειαζούμενα για την γέννα. Το σπίτι το είχαν καθαρίσει από νωρίς, τα πάντα γύρω τους μύριζαν ροδόνερο και πράσινο σαπούνι. Από το εικονοστάσι ευλαβικά κατέβασαν της Παναγιάς εικόνα, φιλώντας τη και παρακαλώντας να πάνε όλα καλά, άναψαν το καντήλι που κρεμόταν από την αλυσίδα, ρίξανε λιβάνι στο τζάκι. Η προσμονή της συνέχειας, ανυπόμονη και καρτερική, κυριαρχούσε τις ώρες εκείνες, και ο μόνος τρόπος να συγκρατήσει κανείς αυτόν τον φυσιολογικό φόβο και τη βιασύνη, ήταν πολύ σημαντικό να γίνουν ολ’ αυτά με το σωστό τρόπο.
    Για τη μητέρα του ο χρόνος τριγύρω της έχει μουδιάσει. Αλλά μονάχα τριγύρω της. Μέσα της έχει στήσει τρελό πανηγύρι! Της θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι η μεγάλη στιγμή πλησίασε, είναι παρούσα. Κάνει κάθε της ανάσα πιο ηχηρή. Κάθε σφυγμό της δυνατότερο. Η στιγμή που η πλάση ολόκληρη θα της χαρίσει αυθόρμητα μια νέα ζωή. Η μεγάλη στιγμή της γέννησης του δεύτερου γιου της.
    Την ώρα που η μαμή έκοβε τον ομφάλιο λώρο στο νεογέννητο αδελφό του, δίχως τυμπανοκρουσίες και φανφάρες, αξαφν' ακούστηκαν αλυχτήματα στην αυλή, ένα χλιμίντρισμα, σιγαλιάς φωνές έξω από το σπίτι, και την αμέσως επόμενη στιγμή βαριά πατήματα αντήχησαν στο πλατύσκαλο της πόρτας. Οι φανταστικές περιηγήσεις λένε ότι η σκοτεινότερη ώρα είναι πριν την αυγή, εκεί ανάμεσα έκανε την θορυβώδη εμφάνιση του ο νυχτερινός επισκέπτης. Τυλίγοντας το μουσκεμένο πανωφόρι γύρω από του ώμους του, διέσχισε του σπιτικού την πόρτα αφήνοντας πίσω του στο σκοτάδι τον αέρα να μουγκρίζει, τη βροχή να κοπάσει για λίγο. Είναι ο απρόβλεπτος, εκκεντρικός φίλος της οικογένειας, που έχοντας μονίμως τον σαρκασμό υπό μάλης εισέβαλε στην κάμαρα σαν χείμαρρος ορμητικός, φέρνοντας μαζί του το κλειδί της χαράς που πηγάζει απ' τα βάθη της καρδιάς του και σαρώνει τους ανέμους της αγωνίας και της προσμονής την κατασκότεινη νύχτα. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός, τον επηρέασε η λάμψη της ζωντανής φλόγας που αντανακλούσε γύρω τους η ζωηρή φωτιά που καίει στο τζάκι, τα μάτια του έκλεισαν ξαφνικά μ’ ένα αίσθημα περιδίνησης.
    Ο πατέρας του δεν έκανε καμία ερώτηση, -ήδη γνώριζε την απάντηση- τον καλοδέχτηκε χαμογελαστός, χωρίς να σχολιάσει την ώρα της επίσκεψης, και ανάβοντας το φανάρι βγήκε έξω να ταχτοποιήσει το άλογο του επισκέπτη στον πλαϊνό αχυρώνα του σπιτιού. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
    Ο επισκέπτης ήταν ο μακρινός ξάδελφος του πάτερα του, ο Πολυζώης.
    Ο Πολυζώης σε τραβούσε με την ανοιχτή του καρδιά και με τον εύθυμο χαραχτήρα του, γοήτευε και σκλάβωνε με τα φερσίματα του, με την καλοσύνη του, με το χιούμορ που στόλιζε και την πιο απλή κουβέντα του. Είχε κάτι ξεχωριστό αυτός ο άνθρωπος. Τον αγαπούσες, τόνε θαύμαζες, σε καταγοήτευε η συντροφιά του. Είχε έλθει μέσα στην νύκτα να συμμετάσχει στην χαρά –άλλωστε προοριζόταν για νονός- από τον οικισμό που απλώνεται στην πίσω πλευρά του λόφου την ανατολική.
    Η μαμή με βαθιά συγκίνηση απέθεσε απαλά το νεογέννητο αγόρι στην αγκαλιά της μητέρας του χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του.  «Όλα γίνονται πάντα με βάση μια στρατηγική» είπε χαμογελώντας. Κύμα ενθουσιασμού πλημμύρισε την κάμαρα του σπιτιού, τα απειλητικά σύννεφα που είχαν τυλίξει τις σκέψεις του πάτερα του σκόρπισαν. Ένοιωσε το βάρος να φεύγει από επάνω του και η ζωτικότητα να τον ξανά-πλημμυρίζει.
    Στη κάμαρα έγινε για λίγο σιωπή, μόνο το κλάμα του νεογέννητου αδελφού του ηχούσε και κάλυπτε το θόρυβο της φωτιάς στο τζάκι.
     Όταν ο επισκέπτης συνήρθε από το αίσθημα της περιδίνησης,  μ’ ένταση αναφώνησε χαρούμενα.
    «Και η Άρτεμις απόψε γέννησε ένα πανέμορφο μαύρο πουλάρι». Και απευθυνόμενος στην μαμή ρώτησε. «Τι θα μπορούσα να κάνω για να σε βοηθήσω.»
    «Είμαι ολόκληρος στη διάθεση σου». Συμπλήρωσε
    «Τελείωσαν όλα ομαλά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις». Είπε η μαμή.
    Μάλλον η μαμή πρέπει να ένοιωσε άσχημα για την πρόσκαιρη απάντηση της και γρήγορα συμπλήρωσε με παιδιάστικο ύφος. «Θα’ ήθελες πραγματικά να βοηθήσεις;».
    Της είπε για άλλη μια φορά ότι ήταν ολόκληρος στη διάθεση της.
    Η μαμή χαμογέλασε πλατιά και του ζήτησε να τους διηγηθεί την ιστορία του αλόγου του της «Άρτεμις». Η αλλαγή της διάθεσης στην μικρή κάμαρα ήταν τόσο μεγάλη, η έκφραση της χαράς τους συνεπήρε όλους.
    Ο οικισμός τους τα Μπουμπουτσέλια (Παναγίτσα)
    Ο οικισμός αγκαλιάζεται από θαμνώδη βλάστηση, κυρίως πουρνάρια κουμαριές σκίνα με πινελιές από πεδινά πεύκα, χαρουπιές και περιβόλια με καλλιεργήσιμα δέντρα. Ανηφορίζοντας από την δυτική πλευρά του λόφου με τα διάσπαρτα σπίτια των Καραστατήρη και προχωρώντας με τα πόδια προς την κορφή του χωριού, συναντάς την μικρή εκκλησία, λιτή και ολόασπρη ανάμεσα σε πεδινά πεύκα. Είναι ο Άγιος Παντελεήμονας. Κατηφορίζοντας ανατολικά φτάνεις σ’ ένα πλάτωμα εμπρός σου είναι το παλιό ελαιοτριβείο και σε μικρή απόσταση πέντε έξι σπίτια ομοιόμορφα κτισμένα το ένα διπλά στο άλλο, δίπατα, σκεπασμένα με στέγη από κατακόκκινα κεραμίδια. Η αυλές τους είναι τριγυρισμένες από πέτρινο μαντρότοιχο, βρίσκονται στην μπροστινή μεριά των σπιτιών και έχουν ξύλινες πόρτες με κεραμοσκεπή. Τα δάπεδα στις αυλές είναι πλακοστρωμένα, απευθείας πάνω στο χώμα, πράγμα που επιτρέπει να φυτρώνουν χόρτα στους αρμούς, δίνοντας έτσι μια εντελώς φυσική εικόνα. Ο φούρνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, σε ιδιαίτερο κτίσμα και σε μια άκρη της αυλής, πίσω από το σπίτι είναι η χρεία, όπως το έλεγαν, το κοτέτσι, το χοιροστάσιο και άλλες βοηθητικές εγκαταστάσεις. Τα σπίτια αποτελούνται από ένα ενιαίο χώρο στο πάνω πάτωμα και το κατώι κάτω. Μια πέτρινη σκάλα οδηγεί στο χαγιάτι και στο πάνω σπίτι. Στο πάνω πάτωμα υπάρχουν τα δωμάτια και η σάλα υποδοχής. Tο κατώι είναι οι αποθήκες και ο αχυρώνας για τα ζώα. Στο τέλος του χωματόδρομου δεσπόζει οίκημα με νότιο προσανατολισμό, είναι η οικία του Πολυζώη. Η διαφορά από τα υπόλοιπα σπίτια του μικρού οικισμού ήταν οι τεράστιοι από λιθοδομή ισόγειοι στάβλοι για τις αγελάδες, και τα αγαπημένα άλογα του. Η κατασκευή των στάβλων του στο ένα μέρος είναι διώροφος για να εξυπηρετηθεί η αποθήκευση των ζωοτροφών.
    Το άλογο.
    Για τον Πολυζώη η ενασχόληση με τα άλογα ήταν κάτι παραπάνω απ’ ένα απλό χόμπι. Με μια ματιά, μ’ ένα βλέμμα ήξερε πόσο χρονών είναι, τι χαρακτήρα έχει, και πολλά άλλα. Είχε πάθος, είχε έρωτα για τα άλογα δεν τα θεωρούσε βάρος και τα φρόντιζε μ’ αγάπη. Μιλάμε για εποχές που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην περιοχή. Ότι γινόταν, γινόταν με τα μουλάρια και τα άλογα, τα κάρα και τις άμαξες. Είχε τρία άλογα. Δυο για τις αγροτικές του εργασίες, και την Άρτεμις η όποια ήταν η μεγάλη του αγάπη, η αδυναμία του από όσα άλογα είχε μέχρι σήμερα. Η Άρτεμις ήταν άλογο αγώνων. Δεν αγωνιζόταν πλέον. Ήταν ένα πολύ καλό αραβικό άλογο που σήμαινε πολλά για τον πρώην ιδιοκτήτη της, του είχε δώσει πολλές χαρές μέχρι να το αποσύρει, γιατί δυστυχώς τραυματίστηκε νωρίς. Η φοράδα η Άρτεμις τελευταία είχε ζευγαρώσει με αραβικό επιβήτορα και αυτή την κρύα νύκτα του χειμώνα γέννησε εύκολα, χωρίς επιπλοκές, χωρίς να χρειαστεί βοήθεια, μες 'του αχερώνα τη ζεστασιά, λίγες ώρες νωρίτερα από την γεννά της μητέρα του, ένα πανέμορφο αρσενικό πουλάρι.
    Αυτό ο καλός φίλος της οικογένειας το θεώρησε καλόν οιωνό για το νεογέννητο αγόρι, θεωρούσε τα ωραία αρσενικά άλογα, σημάδι επιτυχίας της ζωής. Τα περισσότερα πουλάρια γεννιούνται συνήθως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού όταν ο καιρός είναι ζεστός και η τροφή άφθονη. Αυτό το νεογέννητο πουλάρι γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά. Με τον απογαλακτισμό και την αποκοπή από την μάνα του, το  κραταιό κι ωραίο νιόβγαλτο πουλάρι ο Πολυζώης ανακοίνωσε ότι  προσφέρει στην οικογένεια και ιδιαίτερα στο νεογέννητο αδελφό του. «Η θεά τύχη το έφερε να γεννηθούν ταυτόχρονα είπε στους γονείς του, ας μεγαλώσουν και παρέα. Και τους ευχήθηκε.» Το παρέλαβε η μητέρα του, το περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και περίσσια αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της.
    Μεγάλωσε γρήγορα και έγινε ένα δυνατό, πανέμορφο άλογο με κατάμαυρο τρίχωμα και ένα λευκό αστέρι στο μέτωπο του, μ’ εκπληκτική αντοχή και νοημοσύνη. Ο Κεραυνός – όπως τον ονόμασαν, και ήταν το πιο κατάλληλο όνομα για ένα τέτοιο περήφανο και ατίθασο άτι, όμοιο με τη νέα κυρά του- ήθελε δουλειά, γιατί έκανε του κεφαλιού του ήταν απείθαρχο. Η κυρά μητέρα του ήταν υπομονετική, αφοσιωμένη στον Κεραυνό, τον περιποιόταν με πολύ τρυφερότητα και αγάπη, όπως και το μικρό το γιο της. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, σταδιακά το άλογο ανέπτυξε μεγάλη φιλία με την μητέρα τους και ήταν η μόνη που επέτρεπε να ανέβει στην πλάτη του.
    Λένε πως το άλογο δεν ημερεύεται. Μέσα του καίει η φλόγα του αδάμαστου, του ελεύθερου. Διατηρεί την ασυμβίβαστη φύση του και παραχωρείται μόνο σε όσους επιλέγει. Δεν υποτάσσεται παρά υποχωρεί, μόνο γι' αυτούς που η ψυχή τους το κοιτά στα μάτια. Η Ιοκάστη από τα παιδικά της χρόνια αμαζόνα, ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που μπορούσε να τιθασεύσει τον Κεραυνό στις απρόβλεπτες αντιδράσεις του. «Τα αρσενικά συνήθως παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα στο χειρισμό, επειδή σε ειδικές καταστάσεις, οι αντιδράσεις του αλόγου δεν είναι εύκολα ελεγχόμενες από τον αναβάτη του.»
    Τα άλογα δεν αγαπάνε τα αφεντικά τους με τυφλή δουλοπρέπεια. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη αλλά και την εκτίμησή του, όσο παράδοξο και αν φαίνεται, και όταν το κάνεις θα έχεις όχι απλά έναν σύντροφο αλλά έναν φίλο. Αυτή ακριβώς είναι και η σχέση που μοιραζόταν η μητέρα του και ο Κεραυνός, αγνή, ειλικρινής, γεμάτη αγάπη, και κατανόηση.
    Το μαύρο άτι υπάκουε πειθήνια στις προσταγές της. Ανέβαινε στη ράχη του επάνω και το κατεύθυνε με το κορμί της. Δεν της χρειαζόταν ούτε χαλινάρια ,ούτε μαστίγιο. Οι δυο τους επικοινωνούσαν με τα νεύματα, τις κινήσεις, και την ψυχή τους. Και κάλπαζαν σαν τον άνεμο.
    Τον τελευταίο χρόνο πριν την αναχώρηση από το χωριό για το αστικό κέντρο είχε απόκτηση και ο ίδιος ιδιαίτερο δέσιμο με το άλογο τους. Φαντάζεστε την έκπληξη όλων όταν είδαν αυτό το απείθαρχο άλογο να ιππεύεται από ένα επτάχρονο μικρό αγόρι.
    Μεταναστεύοντας η οικογένεια επέστρεψε το άλογο στον Πολυζώη.
    Στα χρόνια που πέρασαν η μητέρα του αραιά και που κατέβαινε στα πάτρια εδάφη.
    Η επαφή της με τον Κεραυνό ήταν ημέρα χαράς και για τους δυο.
    Όσο γερνούσε το άλογο η μητέρα του απέφευγε αυτές τις συναντήσεις, την πλήγωναν.
    Μαθαίνοντας ότι έχει προβλήματα υγείας, αποφάσισε να το ξαναδεί .
    Σταβλίζονταν στην παλιά αχερώνα.
    Η ζωντανή όμως εικόνα του γερασμένου αλόγου, σε τίποτα δεν θύμιζε τις δοξασμένες στιγμές του παρελθόντος, είχε  χάσει την εκπληκτική αντοχή του, είχε χάσει την όραση του.
    Την οσμίστηκε, χαρούμενα χωρίς δύναμη ψυχής χλιμίντρησε ευτυχισμένο.
    Τα σκούρα συννεφιασμένα ματιά του ποταμιά δάκρυα έχυσαν, όταν η μητέρα του απαλά και τρυφερά το χάιδεψε φέρνοντας τα μαγούλα της στο λιπόσαρκο μέτωπο του.
    Δεν μπόρεσε να κρατήσει την θλίψη της, και δάκρυσε η μεσόκοπη πλέον αμαζόνα.
    .…………………………
    Ο Καβάφης, αντλώντας από την ομηρική πηγή, στο ποίημά του «Τα άλογα του Αχιλλέως» βάζει τους δύο ίππους του Αχιλλέα να θρηνούν με ανθρώπινη λαλιά για τον χαμό του Πάτροκλου. Ο θρήνος τους είναι τόσο γνήσιος, τόσο αυθεντικά ανθρώπινος που ακόμα κι ο Δίας, θαυμάζοντας το μεγαλείο της ψυχής τους, λυπάται για τη θλιβερή μοίρα της ανθρωπότητας, στην οποία τα άλογα, άθελά τους, βρέθηκαν να διαδραματίζουν μοιραίο ρόλο.

    «Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως».

    Η ευγένεια και η αγνότητα των συναισθημάτων των αλόγων δεν εντυπωσιάζει μόνο τον αρχηγό των θεών και τον ποιητή αλλά και τον αναγνώστη, καθώς ο θρήνος τους προϋποθέτει όχι μόνον νου για τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας της ανθρώπινων πραγμάτων αλλά και αγάπη είτε με τη στενή έννοια της φιλικής αγάπης μεταξύ ανθρώπων είτε με την ευρύτερη έννοια της αγάπης προς τον πλησίον.

    «…Όμως τα δάκρυα των
    για του θανάτου την παντοτινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή».
    ……………………………………

    Click to Open
    Ο Τρίτος υιός..Κάτω από ξάστερο ουρανό τον γέννησε!
    .....

    Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2022

    O Prototokos.. O Alkiviadis

    ..... Με τη λήξη του Εμφυλίου, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια βαθιά διχασμένη κοινωνία, μια κατεστραμμένη οικονομία και ένα αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος που διατήρησε τα έκτατα μέτρα ασφαλείας, τις εξορίες και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων για δεκαετίες. Το κράτος της Δεξιάς εδραίωσε την εξουσία του. Οι ηττημένοι του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) αντιμετώπισαν εκτελέσεις, εξορίες ή αναγκάστηκαν να φύγουν ως πολιτικοί πρόσφυγες σε χώρες του ανατολικού μπλοκ. Ο διχασμός άφησε ανεξίτηλα σημάδια. O Κλέαρχος με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία στον εθνικό στρατό.
    ....Η «επόμενη μέρα» μετά από την οικογενειακή καταιγίδα απαιτεί ηρεμία, αυτοσυγκέντρωση και προσεκτικές κινήσεις της οικογένειας της Ιοκάστης.  Έτσι είναι η ζωή! Μετά τον ανεμοστρόβιλο εκτιμάς τις επιπτώσεις και συνεχίζεις.! Είναι οι στιγμές που η ένταση υποχωρεί και δίνει τη θέση της στην ανάγκη για επανασύνδεση και αποκατάσταση των σχέσεων. Να δώσουν χρόνο και χώρο οι εμπλεκόμενοι να «κρυώσουν».  Και ο χρόνος είναι ο καλύτερος σύμμαχος για να κάνουν μια ψύχραιμη εκτίμηση με ηρεμία και υπομονή.! «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να` ρθει»  είχε πει ο μεγάλος στοχαστής Pablo Neruda.
    Άνοιξη! Μυρωδιές, πράσινο, φύση, θάλασσα! Έρχεται! 
    «Γλυκό του Μάρτη μήνυμα
    θ' ανθίσει η πασχαλιά,
    θα λιώσουν τ' άσπρα χιόνια
    θα 'ρθούν τα χελιδόνια».
    Ήταν άνοιξη η νεότητα του έτους και η νεότητα είναι η άνοιξη της ζωής, όταν εκείνο το υπέροχο ανοιξιάτικο γαλάζιο πρωινό στα τέλη του Μάρτη (σημαδιακός μήνας) το χίλια εννιακόσια πενήντα, με τον ερχομό των γοργόφτερων χελιδονιών, η Ιοκάστη αισθάνεται πως «Ήρθε η ώρα!» ότι έφτασε η «μεγάλη στιγμή.» Ήρεμη και γαλήνια έφερε στον κόσμο το νεογέννητο μωράκι της και μαζί του έφερε την ελπίδα, να σβήσει το μαύρο και να ξανανοίξει τους κλειστούς δρόμους με την οικογένεια της. Πώς πέρασε ο καιρός! Σαν να ήταν χθες που έφυγε από το πατρικό της σπίτι.
    Η γείτονες του μικρού οικισμού έχουν μαζευτεί όλοι στο μικρό τους σπίτι να γνωρίσουν το μωρό που έρχεται στον κόσμο. Μαζί με τους γονείς του βιώνουν και αυτοί την χαρούμενη αναμονή.
    Άξαφνα γίνεται ένα ποδοβολητό κι αντηχούν φοβερά ξεφωνητά στη μικρή κάμαρα, κι όλος ο γυναικόκοσμος ορμά μέσα στη κάμαρα, και μια φωνή μεγάλης χαράς, από τις χαρές εκείνες, που όχι πολύ συχνά νιώθει κανείς στη ζωή του, σείεται όλο το Μικρο σπιτάκι.
    «Αγόρι, ανιψιέ! αγόρι! Αρσενικό! να σας ζήσει, να το χαρείτε!» Πρώτη απ' όλους η Κυρά Γιώργαινα, του Γιώργη του Καραστατήρη η γυναίκα, το «Κιαπέ» η γειτόνισσα τους και θεία του Κλέαρχου ήταν εκείνη που βγήκε πρώτη και περιχαρής να αναγγείλει στον μικρό οικισμό ότι το μωρό που ήρθε στη ζωή ήταν αγόρι. «Είναι δώρο Θεού» τους είπε! Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό γεμάτο ήλιο στα τέλη του Μάρτη που γεννήθηκε ο Αλκιβιάδης. Η αφεντιά του.
    ........ Έχει αρχίσει να ξημερώνει, έλαμψε το φως της ημέρας, ενώ ο Ήλιος εισέρχεται στον αστερισμό του Καρκίνου. Μια τέτοια ηλιόλουστη μέρα η Ιοκάστη φορώντας φόρεμα λευκό όμοιο με νυφικό και λίγα φρέσκα λουλούδια στα μαλλιά. Ήταν τόσο όμορφη. Η ομορφιά της πήγαζε απ' την ψυχή της. «Λέγεται ότι η Ψυχή ήταν τόσο εκπληκτικά όμορφη που επισκίαζε ακόμη και την Αφροδίτη, την θεά της ομορφιάς και του έρωτα. Οι άνδρες συγκεντρωνόταν από παντού για να έρθουν να τη δουν και οι βωμοί της Αφροδίτης εγκαταλείφθηκαν εντελώς, καθώς όλοι λάτρευαν τώρα την ακαταμάχητη πριγκίπισσα αντί της θεάς, φέρνοντάς της προσφορές και σκορπίζοντας λουλούδια στους δρόμους όποτε έβγαινε έξω.»
    Ο ήλιος τη βρίσκει να περπατά μέσα από τον ίδιο δρόμο που περήφανα είχε αναχωρήσει. Η Ιοκάστη όπως ο ήλιος δεν περιμένει παρακλήσεις και καλοπιάσματα, αλλά τους αγκαλιάζει όλους, χωρίς υστεροβουλία, χωρίς να περιμένει επαίνους υπερπηδά τους ψηλούς τοίχους της αδικίας της και ξαναγύρισε στο χωριό της, στο πατρικό της σπίτι. Πίστευε πως ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Αποφάσισε να επισκεφτεί τους γονείς και τα αδέλφια της. Ήταν μια περήφανη μάνα, περπατούσε και πετούσε. Δεν κατηγόρησε και δε μίσησε ποτέ κανέναν και ως καλή χριστιανή δικαιολογεί την πρόθεση της οικογενείας της να την νουθετήσουν στην επιλογή της. Είχε θάρρος...το μήνυμα που θέλει να στείλει....Με το κεφάλι ψηλά περπατούσε με καμάρι, έχοντας την χαρά να κρατά στην αγκαλιά το τεσσάρων μηνών παιδί της και χαμογελούσε. Πόσο οικεία είναι η εικόνα μιας μάνας να κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πόσο απλή αλλά ταυτόχρονα πόσο μαγική. Την καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια. Με χαμηλά, τα ήρεμα  καστανά της μάτια λεβέντισσα ροβόλαγε. Κοιτάζει μόνο μπροστά και πάντα μπροστά. Αφήνει στο χρονοντούλαπο τα χθεσινά προβλήματα, τις σκέψεις, τις περίπλοκες υποθέσεις. Αφήνει πίσω της τα σύνθετα, τα άλυτα. Αγκαλιάζει τρυφερά τον σύντροφό της και η πατρική της οικογένεια στη θέα του ευτυχισμένου ζευγαριού σκέφτεται πώς είναι καιρός να συμφιλιώσουν με την άτακτη κόρη τους και την καλωσορίζουν. 
    Καμάρωναν ο παππούς και η γιαγιά με το πρώτο τους εγγόνι, που γέμιζε με φωνούλες και κατσαρά γέλια το σπιτικό τους. Ολοκληρώνοντας την επίσκεψη τους ο Κλέαρχος και η Ιοκάστη, καθώς από ολιγοήμερη κατέληξε σε πολυήμερη, ήρθε η ώρα της επιστροφής.  Ο καθένας μόνος του, αλλά και όλοι μαζί ήταν «μες στην καλή χαρά». Ο πιότερο χαρούμενος ήταν  ο παππούς, που είχε αρχίσει κιόλας να σχεδιάζει ιστορίες για τον εγγονό του. Ο παππούς μαζί με τις ευχές του τους παραχώρησε ένα γαϊδουράκι για τις ανάγκες τους, μια κατσίκα για το γάλα του εγγονού και κάποια χρήματα για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα διαζυγίου του Κλέαρχου.
    Σε εποχές που η φτώχεια και η πείνα ήταν τα κύρια ζητούμενα των καιρών, τα γαϊδούρια, τα όμορφα αυτά τετράποδα, είχαν συνδυαστεί με την εμφάνιση της αγροτικής ζωή στην Ελλάδα και αποτελούσε για πολλούς το μοναδικό μέσο μεταφοράς. Ήταν το μέσο μεταφοράς των κοινωνικά καταπιεσμένων, των φτωχών και των αγροτών. Μεταξύ άλλων, η εισοδηματική κατάσταση του ατόμου ήταν σε άμεση συνάρτηση με το είδος του τετράποδου που θα είχε ως μέσο μεταφοράς. Οι ποιο πλούσιοι, οι προύχοντες, είχαν τα άλογα, οι δεύτεροι σε εισοδηματική κατάσταση είχαν τα μουλάρια και ο κοινός κόσμος είχε τα γαϊδούρια. Το γαϊδούρι είναι ένα ζώο της επαρχίας και μέσα από αυτό το ζώο αποτυπώνονται η ιστορία και ο πολιτισμός της υπαίθρου. Με την ανάπτυξη των μηχανημάτων και την «άνοιξη» της οδοποιίας, το ζώο έχασε τη χρηστικότητά του, με αποτέλεσμα να έχει γίνει είδος πολυτελείας.

    Click to Open
    Ο Δευτερότοκος υιός.. Και ο Κεραυνός
    .....

     
    Web Informer Button