
«Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ.» ...«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .....κλπ.. Βλέπε Μυθοπλασία ΙΙ: (Part: 3)
Ερωτική Μυθοπλασία ΙΙ (Part..1).....
.....Είχε ήδη αρχίσει να βραδιάζει. Άναψαν τα φώτα στις κολώνες του δημοτικού φωτισμού κατά μήκος του επαρχιακού δρόμου που διέσχιζε το παραλιακό μέτωπο. Τα πρώτα αστέρια τίναζαν την ασημόσκονη τους στον λουλακί ουρανό, ενώ το νυχτολούλουδο στην αυλή τους άνοιγε τα μικρά του άνθη και άρχιζε να μεθά την ατμόσφαιρα με το άρωμά του. Οι σκιές των δέντρων μάκραιναν στον κήπο και έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στους κορμούς, καθώς η ώρα περνούσε και η νυχτερινή ζωή του μικρού παραθαλάσσιου οικισμού άρχιζε να ξυπνά. Η απογευματινή ραστώνη έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη βραδινή κίνηση.
Περασμένες εννέα, ξεκίνησαν για τη μικρή, παραδοσιακή ψαροταβέρνα της περιοχής, που λειτουργούσε τους καλοκαιρινούς μήνες και αποτελούσε πόλο έλξης τόσο για τους μόνιμους κατοίκους όσο και για τους λιγοστούς παραθεριστές.
Η Εριφύλη και η Άλκηστις είχαν φορέσει από ένα πανομοιότυπο μίντι πουκάμισο-φόρεμα, ίδιο σχέδιο αλλά διαφορετικό χρώμα. Ένα θηλυκό, αέρινο και δροσερό ρούχο, απλό και άνετο, που ταίριαζε απόλυτα στο καλοκαιρινό βράδυ και αναδείκνυε τη σιλουέτα τους.
Ήταν ντυμένες λες και, απόψε, είχαν αποφασίσει να προκαλέσουν τα βλέμματα όλης της ανδρικής παρέας της ταβέρνας.
Μόλις ο Νικηφόρος τις αντίκρισε, η καρδιά του σκίρτησε. Οι παλμοί του ανέβηκαν και το βλέμμα του στάθηκε πάνω τους για μια στιγμή περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τα μάτια του έλεγαν μια ολόκληρη ιστορία πριν προλάβουν τα χείλη του να πουν λέξη.
Ξεκλείδωσε αυθόρμητα το χαμόγελό του, σαν να ξαναβρήκε ξαφνικά την παιχνιδιάρικη διάθεση του αγοριού που έκρυβε μέσα του. Και τότε, εντελώς ασυναίσθητα, οι λέξεις ξέφυγαν από τα χείλη του.
«Απόψε, βλέπω πως αποφασίσατε να αναστατώσετε ολόκληρη την παραλία!»
Στην είσοδο της ταβέρνας. «Ωχ, Παναγία μου και Χριστέ μου! Τι μουνάρες!» Η αυθόρμητη αναφώνηση ξέφυγε από τα χείλη του Νικηφόρου πριν προλάβει να τη συγκρατήσει. Ο συνδυασμός της ξανθιάς με την κοκκινομάλλα, τόσο διαφορετικές και ταυτόχρονα τόσο αρμονικά ταιριαστές, είχε πλημμυρίσει το βλέμμα του με ερεθίσματα που δύσκολα μπορούσε να κρύψει.
Φυσικά, τον άκουσαν και οι δύο. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που άκουγαν μια τέτοια αυθόρμητη αντρική αντίδραση.
«Σ’ αρέσουμε, αγορίνα μου;» τον ρώτησε η Εριφύλη, όχι τόσο επειδή περίμενε τη γνώμη του, όσο επειδή ήθελε να ακούσει από τα χείλη του εκείνες τις μαγικές λέξεις που κάνουν μια γυναίκα να αισθάνεται λίγους πόντους ψηλότερη.
«Είστε και οι δύο υπέροχες, μωρό μου! Η εμφάνισή σας απόψε θα κάψει καρδιές στην ταβέρνα. Θα κάνετε τον αντρικό πληθυσμό να λιώνει σαν βούτυρο πάνω σε ζεστό ψωμί. Έχετε γοητεία και σεξαπίλ που τραβούν το βλέμμα σαν μαγνήτης. Είστε ακαταμάχητες!»
Σταμάτησε για μια στιγμή και τις κοίταξε με θαυμασμό. «Για να δω όμως κι εμένα τον
κακομοίρη. Μόλις μπούμε στην ταβέρνα και με δουν να συνοδεύω δύο τέτοιες γυναίκες, θα πουν από μέσα τους. Καλώς τον κερατά!»
Η Εριφύλη έβαλε τα γέλια. «Μη φορτώνεις έτσι, ρε μωρό μου. Όλες μας πιάνει πού και πού η διάθεση να ντυθούμε λίγο πιο… προκλητικά. Δεν σημαίνει κάτι. Μπορεί απλώς να θέλουμε να αρέσουμε ή, γιατί όχι, να σου δείξουμε ότι αρέσουμε, για να σε έχουμε κι εσένα λίγο στην τσίτα.»
Ο Νικηφόρος έσπευσε να τις υπερασπιστεί, σαν σωστός άντρας.
«Αν δεν τα βάλετε τώρα, πότε θα τα βάλετε;» Μέσα του βέβαια ήξερε πολύ καλά πως οι δυο τους γνώριζαν τη γοητεία τους. Αλλά άλλο να το ξέρουν κι άλλο να τους δώσει ο ίδιος την ευκαιρία να τον πειράξουν γι’ αυτό. Κι αν στην ταβέρνα φαινόταν λίγο… φλώρος, ας το κατάπινε.
Η Άλκηστις άρχισε να γελάει. «Αρέσουμε, αγορίνα μου, αρέσουμε! Πώς να το κάνουμε; Κι αν οι άντρες μας κοιτάζουν, εμείς τι φταίμε; Για πες μου, έχω άδικο;»
«Όχι, δεν έχεις άδικο», απάντησε εκείνος, προσπαθώντας να κρατήσει σοβαρό ύφος.
Η Εριφύλη τον κοίταξε με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που τόσο καλά γνώριζε.
«Έτσι πρέπει να είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι, κούκλε μου. Να υπάρχει πάθος. Το πάθος
είναι το καύσιμο που κρατά μια σχέση ζωντανή και κάνει την καθημερινότητα πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Όταν υπάρχει αυτή η ένταση και η χημεία, όλα τα υπόλοιπα έρχονται πολύ πιο φυσικά.» Τους λέει η Άλκηστις.
Ο Νικηφόρος σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό, προσποιούμενος τον απελπισμένο. «Άγιε μου Φανούρη, μεγάλη η χάρη σου! Τα κορίτσια μου άναψαν φωτιές και μου πήραν το μυαλό. Χάρισε μου, τουλάχιστον, χίλια μάτια για να τις θωρώ!»
Η Άλκηστις γέλασε δυνατά, ενώ η Εριφύλη τον έπιασε από το μπράτσο.
«Έλα, ποιητή μου. Πριν μας κάψεις όλους, πάμε να βρούμε τραπέζι!»
«Χαχαχα! Επική ατάκα! Φαίνεται πως το κλίμα σήμερα είναι πολύ ανεβασμένο και γεμάτο ενθουσιασμό. Ο Άγιος Φανούρης, αγορίνα μου, είναι γνωστός πως φανερώνει τα χαμένα αντικείμενα, αλλά βλέπω πως εσύ του ζητάς ειδική μεταχείριση για πιο απαιτητικές καταστάσεις! Με τέτοια διάθεση, η βραδιά μας προβλέπεται πολύ ενδιαφέρουσα.» Η Άλκηστις σιγόνταρε την Εριφύλη με χαμόγελο. Είχαν βρει εκείνον τον ιδιαίτερο κοινό κώδικα που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο γυναίκες όταν η μία στηρίζει αυθόρμητα την άλλη. Ένα βλέμμα, μια ατάκα, ένα πείραγμα αρκούν πολλές φορές για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και των δύο.
Για τον Νικηφόρο, αυτή η μικρή συμμαχία ήταν ταυτόχρονα απολαυστική και κάπως προκλητική. Έβλεπε την Εριφύλη του να αισθάνεται άνετη με τον εαυτό της, να ξέρει τι θέλει και να μην αφήνει
τα βλέμματα των άλλων να επηρεάζουν τη διάθεσή της. Και τώρα είχε δίπλα της την Άλκηστις, που λειτουργούσε σαν φυσικός σύμμαχος στο παιχνίδι των πειραγμάτων. Του άρεσε να βλέπει αυτή την πλευρά της γυναίκας του. Ίσως μάλιστα η παρουσία της ξαδέλφης της να την έκανε ακόμη πιο τολμηρή στην έκφρασή της. Κι εκείνος, φυσικά, δεν έχανε την ευκαιρία να απολαύσει το παιχνίδι.
«Εντάξει, ρε Άλκηστις, το έπιασα το νόημα.»
«Χαίρομαι που βρήκαμε κοινό κώδικα επικοινωνίας!» απάντησε εκείνη γελώντας. «Το σημαντικό είναι να υπάρχει κατανόηση, για να μπορούμε να τα λέμε χαλαρά και χωρίς παρεξηγήσεις.»
«Εννοείται! Αυτό είναι το καλύτερο. Όταν η κουβέντα ρέει ελεύθερα, χωρίς φίλτρα και χωρίς να ψάχνουμε κρυφά νοήματα στα λόγια του άλλου, όλα γίνονται πιο ενδιαφέροντα και πιο ανθρώπινα.»
Ο Νικηφόρος κοίταξε προς την ταβέρνα και έπειτα ξανά τις δύο γυναίκες. «Έχεις όρεξη για ωραία κουβέντα απόψε. Για πες, λοιπόν… καμιά συμβουλή για τα πικρόχολα σχόλια που μπορεί να ακούσω; Γιατί κάτι μου λέει πως, έτσι όπως πάμε, θα χρειαστώ και λίγη ψυχολογική υποστήριξη μέχρι να φτάσουμε στο τραπέζι!»
«Χαλάρωσε και μη μασάς, ρε χαζέ! Όρεξη έχω πάντα για ωραία κουβέντα, και το θέμα με τα σχόλια είναι μεγάλη πίστα! Όλοι τα ακούμε, από φίλους, γνωστούς ή και αγνώστους, και η διαχείριση τους είναι ολόκληρη τέχνη.Τα σιγανά ποταμάκια να φοβάσαι, που δεν κάνουν φασαρία! Όταν ακούς κάτι ειρωνικό ή κακεντρεχές, η καλύτερη απάντηση είναι συχνά η ψυχραιμία. Μην τους δίνεις την ικανοποίηση να σε δουν να τσιμπάς. Απόλαυσε τη γυναικάρα σου, αγορίνα μου, να φοράει ό,τι θέλει. Είναι δικαίωμά της, μέσα βέβαια στα όρια του ανεκτού. Άμα δεν συμφωνούσες, δεν θα έμπλεκες
με μια γυναίκα που ντύνεται έτσι. Δεν το ανακάλυψες τώρα, υποθέτω! Μακάρι όλοι οι άντρες να είχαν το πρόβλημά σου! Οι εννιά στους δέκα θα σε ζηλεύουν μόλις σας δουν μαζί. Παίξ’ το θυμωμένος και φορτωμένος, εσύ βέβαια, για να μην παίρνει και πολλά θάρρητα η ξαδέρφη. Κατά βάθος, όμως, να χαίρεσαι αυτό που έχεις. Τόσα χρόνια είστε μαζί! Εντάξει, τη φάση «μπιμπιμπό» κάποια στιγμή θα την ξεπεράσει. Γι’ αυτό μην σκας. Άσε που μπορεί να το έχεις συνηθίσει κι εσύ και να έχει πάψει πια να σε ενοχλεί τόσο! Αχ, σας ζηλεύω σαν ζευγάρι… Άντε και στα δικά μου!» συμπλήρωσε η Άλκηστις γελώντας.
«Ναι, ρε ξαδέρφη, καταλαβαίνω τι λες. Σωστή η τοποθέτησή σου! Η ελευθερία στην επιλογή και ο αλληλοσεβασμός είναι τα θεμέλια για να λειτουργεί μια σχέση χωρίς καταπίεση. Συμφωνώ απόλυτα. Από την άλλη, για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ρομπότ. Έχω κι εγώ τα ένστικτά μου και θεωρώ φυσιολογικό κάτι τέτοιο να με ενοχλεί κάπου, έστω και επιδερμικά, και να με βάζει σε σκέψεις. Ο κόσμος, βλέπεις, είναι… κουτσομπόλης.»
Η Άλκηστις σήκωσε το φρύδι της και χαμογέλασε. «Ξέρεις ένα αρχαίο ρητό που λέει: Σε όλα υπάρχει νόμος, στο μάτι όχι όμως! Κάτι θα ήξεραν όσοι το είπαν.»
Ο Νικηφόρος γέλασε. Η κουβέντα τους είχε αποκτήσει εκείνη την άνετη, παιχνιδιάρικη οικειότητα που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν την ώρα. Κι όμως, η ταβέρνα τούς περίμενε.
Επειδή ήταν μεσοβδόμαδα, οι πελάτες ήταν λιγοστοί. Σε ένα από τα τραπέζια, ωστόσο, ξεχώριζε μια παρέα τριών νεαρών στρατιωτών. Από την εμφάνιση τους έμοιαζε να είχαν έρθει από κάποιο μακρινό στρατόπεδο, αφού στην ευρύτερη περιοχή δεν υπήρχε στρατιωτική μονάδα.
Οι τρεις νεαροί μιλούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, γελούσαν πού και που και έδειχναν να απολαμβάνουν την έξοδό τους. Η άφιξη της Εριφύλης και της Άλκηστης, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Νικηφόρος το αντιλήφθηκε αμέσως.
Και η Άλκηστις, όπως φάνηκε από το χαμόγελό της, μάλλον το είχε αντιληφθεί κι εκείνη.
Οι κυρίες ήταν πραγματικά καταπληκτικές. Κομψότητα, πρόκληση και αισθησιασμός συνυπήρχαν πάνω τους με έναν τρόπο που δύσκολα περνούσε απαρατήρητος. Οι ματιές των περαστικών, αλλά και των θαμώνων της ταβέρνας, έπεφταν πάνω τους σχεδόν αυθόρμητα.
Ξαφνικά, από το τραπέζι των στρατιωτών ακούστηκαν κάποιες αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού για τα δύο υπέροχα θηλυκά. Τα ανάλαφρα φουστανάκια τους ήταν αρκετά τολμηρά, αφήνοντας ακάλυπτους τους καλλίγραμμους μηρούς και, με κάθε τους βήμα, αφήνοντας να φανεί λίγο περισσότερο απ’ όσο ίσως θα επέτρεπε η συνηθισμένη διακριτικότητα.
Οι δυο γυναίκες έδειχναν αδιάφορες στις εκδηλώσεις θαυμασμού, ή τουλάχιστον έτσι ήθελαν να
φαίνονται. Κατηφόριζαν προς το τραπέζι τους, συνεχίζοντας αμέριμνες την κουβέντα τους, ενώ οι τρεις στρατιώτες είχαν πια στρέψει ολοκληρωτικά την προσοχή τους πάνω τους, απολαμβάνοντας και την πίσω θέα καθώς απομακρύνονταν.
Ο Νικηφόρος τις ακολουθούσε από πολύ κοντά. Όταν έφτασε στο ύψος τους και αντιλήφθηκε τα βλέμματα των στρατιωτών, άκουσε έναν από αυτούς να αναφωνεί, «εις επήκοον όλων», δείχνοντας τις δύο γυναίκες:
« Ορίστε, κύριοι! Αυτοί είναι κώλοι! Βολιώτικοι, εκατό χρόνια μπροστά!» Η ατάκα έσκασε σαν πυροτέχνημα μέσα στην ησυχία της βραδιάς.
Το τραπέζι ήταν στρωμένο κυριολεκτικά πάνω στο κύμα, με θέα μοναδική στον όμορφο κόλπο. Το φεγγάρι αναδύθηκε από τη θάλασσα, μισό ακόμη στον ορίζοντα, σαν ένα τεράστιο πορτοκάλι παράξενα φωτισμένο, που έμοιαζε με πλεούμενο να έρχεται από μακριά.
Η ζέστη τύλιγε τα σώματα τους και οι δυο γυναίκες, παραδομένες στη μαγεία της πανσελήνου, απομακρύνθηκαν από την ταβέρνα και προχώρησαν προς την αμμουδιά. Έβγαλαν τα σανδάλια τους και, ξυπόλυτες, μπήκαν στο ρηχό νερό, περπατώντας πάνω στον ασημένιο θαλασσινό διάδρομο που
σχημάτιζε το φεγγαρόφωτο. Πλατσούριζαν με τα πόδια τους, γελώντας, πειράζοντας η μία την άλλη και πιτσιλώντας η μία την άλλη με το νερό.
Τα σώματα τους ανατρίχιασαν από τη δροσιά, ενώ το φως του φεγγαριού γλιστρούσε πάνω στις
σιλουέτες τους και έπαιζε με το ανάλαφρο ύφασμα των φορεμάτων τους.
Λίγο πιο πέρα, πάνω στα βράχια της ακτής, δυο παιδιά κυνηγούσαν τα καβούρια που έκαναν τον μεθυσμένο περίπατό τους πάνω στην υγρή άμμο. Από το βάθος, στο έμπα του κόλπου, ακούστηκε ένα τραγούδι. Στην άκρη της ακρογιαλιάς διακρίνονταν αμυδρά οι σιλουέτες μιας μικρής παρέας, λουσμένες στο νυχτερινό φως. Η χορωδία ακολουθούσε τη φωνή του πρώτου τραγουδιστή, ενώ η βαρκαρόλα απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα και έφτανε ως την ακτή.
Στο ύψωμα, τα γέρικα ελαιόδεντρα άρχισαν πρώτα να τρέμουν ελαφρά κι ύστερα να κυματίζουν, καθώς η θαλάσσια αύρα χάιδευε τα φύλλα και τους τραχείς κορμούς τους. Ο δίσκος του φεγγαριού φώτιζε τους λόφους και τη θάλασσα, ενώ το τραγούδι συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα.
«Λέω να βγάλουμε τα φουστάνια και να μπούμε στο νερό,»
είπε η Άλκηστις.
«Ανάθεμά σε, Άλκηστις!» χαμογέλασε πονηρά η Εριφύλη.
Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμήχανα. Ένα ξαφνικό ρίγος διαπέρασε την επιδερμίδα τους, αυτή τη φορά όχι μόνο από τη δροσιά του νερού. Ύστερα, σχεδόν ταυτόχρονα, στράφηκαν προς την ταβέρνα.
Και τότε το είδαν. Ο Νικηφόρος τις αναζητούσε.
Το μενού περιελάμβανε μικρές, τραγανές και πεντανόστιμες κουτσομουρίτσες, που τρώγονταν σαν πασατέμπο, γαρίδες ψητές στα κάρβουνα, περασμένες σε καλαμάκια, με άρωμα σκόρδου και εσπεριδοειδών, καλαμάρια στα κάρβουνα , ο τέλειος μεζές για τσίπουρο, και μια δροσερή πατατοσαλάτα με μπόλικο μαϊντανό, ιδανική για να συνοδεύσει τα ποτηράκια τους.
Η κυρά της ταβέρνας, γνωρίζοντας καλά την αδυναμία του Νικηφόρου, του επιφύλασσε πάντα και μια μικρή ευχάριστη έκπληξη, μια μυρωδάτη πορτοκαλόπιτα, που έφτανε στο τραπέζι ως κέρασμα στο τέλος.
Ο Νικηφόρος ένιωθε αυτή την
ταβέρνα σαν δεύτερο σπίτι του. Ερχόταν συχνά, άλλοτε με την παρέα του κι άλλοτε με την οικογένεια του, και κάθε φορά απολάμβανε την απλότητα του χώρου, το καλό φαγητό και εκείνη τη γνώριμη, ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα που τον έκανε να αισθάνεται οικεία.
Όσο περνούσε η ώρα, γινόταν όλο και πιο φανερό πως τα φανταράκια δυσκολεύονταν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τις δύο γυναίκες. Κι εκείνες, με τις τολμηρές στιλιστικές επιλογές τους, δεν άφηναν
και πολλά στη φαντασία. Μετά από δυο-τρία ποτηράκια τσίπουρο, η ευθυμία μεγάλωσε, το κέφι ξεχείλισε και οι δυο τους χαλάρωσαν ακόμη περισσότερο. Γελούσαν, πείραζαν η μία την άλλη και έδειχναν να απολαμβάνουν χωρίς δεύτερη σκέψη τα βλέμματα που συγκέντρωναν.
Ήταν νέες, όμορφες και ξέγνοιαστες. Για εκείνο το βράδυ τουλάχιστον, έμοιαζε να έχουν αφήσει στην άκρη σκοτούρες, υποχρεώσεις και κάθε είδους έγνοια. Είχαν μόνο τη θάλασσα, το καλοκαίρι, το
τσίπουρο, το γέλιο και την αίσθηση πως μπορούσαν να χαρούν τη στιγμή όπως ακριβώς ήθελαν.
Και ο Νικηφόρος το διασκέδαζε. Χάρηκε ιδιαίτερα βλέποντας τις δυο γυναίκες τόσο ανέμελες, να απολαμβάνουν τις διακοπές τους και να αφήνονται στο κλίμα της βραδιάς. Τις κοίταξε για λίγο, χαμογέλασε αμυδρά και πονηρά και είπε. «Μπράβο, ρε κορίτσια! Είμαι χαρούμενος που το απολαμβάνετε! Αλλά, ρε κορίτσια… σεμνάαα!»
«Το απολαμβάνουμε όσο δεν φαντάζεσαι! απάντησε η Άλκηστις, δαγκώνοντας παιχνιδιάρικα τα χείλη της. Γιατί σεμνά; Γιατί, καλέ; Μα τι κάναμε;»
«Ρε κορίτσια! Τι κάνατε; Ή μάλλον… τώρα που καθίσατε, θα έχετε και πολλά να αποκαλύψετε! Άτακτα κορίτσια, με τα καυτά φορεματάκια που φορέσατε! Με μια κίνηση παραπάνω και αφήνετε τα φανταράκια να κάνουν ολόκληρη τη βραδινή τους… περιήγηση!
Οι δυο γυναίκες γέλασαν. « Και τι το κακό κάνουμε; είπε η Εριφύλη. Τους αφήνουμε να απολαύσουν λίγο τις ομορφιές της φύσης! ]
«Αυτό που κάνετε είναι να τους δημιουργείτε προσδοκίες που μάλλον δεν πρόκειται να εκπληρωθούν! απάντησε εκείνος γελώντας. Είναι ολοφάνερο ότι σας τρώνε με τα μάτια. Έτσι όπως είστε ντυμένες, τους έχετε πάρει τα μυαλά! Τα μάτια τους βγάζετε κάθε φορά που σας βλέπουν!
Σταμάτησε για λίγο, κοίταξε προς το τραπέζι των στρατιωτών και συμπλήρωσε με πονηρό χαμόγελο.
«Αλλά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο… μια χαρά ομορφόπαιδα είναι και τα φανταράκια!
«Και της το έλεγα της ξαδέρφης μου: «Εριφύλη, έξω βγαίνουμε, σε ταβέρνα πάμε! Οι σικ κυρίες, όταν θέλουν να αισθάνονται περισσότερο θηλυκές και σέξι, δεν φοράνε εσώρουχα. Αισθάνονται απόλυτα ελεύθερες. Δεν τις νοιάζει πώς θα καθίσουν ή πώς θα σηκωθούν, γιατί απλώς δεν τις απασχολεί αν κάποιος κοιτάζει ή όχι».
«Διαβολοκόριτσα είστε! Αυτό που λένε… πέτρα του σκανδάλου! Θα τους τρελάνετε! Δεν σας έμαθαν ότι μόνο στους άντρες επιτρέπεται να εκφράζουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες, ενώ οι γυναίκες, όταν τις εκφράζουν ανοιχτά, μπορεί να θεωρηθούν ανήθικες, λάγνες και αμαρτωλές;»
«Ε, ναι! Και εμείς αυτό είμαστε! Καυλιάρες, λάγνες και αμαρτωλές από πάνω μέχρι κάτω!» είπε
ναζιάρικα η Άλκηστις, ζαρώνοντας παιχνιδιάρικα τη μυτούλα της και σουφρώνοντας τα χείλη της.
Η Εριφύλη την κοίταξε για λίγο, χαμογελώντας, και κούνησε το κεφάλι. «Πάντως, ξαδερφούλα μου, μου δημιούργησες μια μικρή αμφιθυμία. Από τη μία είσαι ωραία και σε πάω, γιατί δεν μασάς πουθενά. Από την άλλη, αναρωτιέμαι πόσο σωστό είναι αυτό το free spirit που δείχνεις στο ντύσιμο και γενικότερα στη συμπεριφορά σου.»
«Τι εννοείς, ξαδέρφη; Τι ακριβώς ρωτάς; »απόρησε η Άλκηστις.
«Να… την ιστορία με τις κιλότες! Δεν τα δείχνεις εύκολα αυτά σε ξένους ανθρώπους. Αλλά και όλο
το στυλ σου απόψε, ρε παιδί μου… βγάζει μια πονηριά, μια αταξία. Σαν να σου αρέσει να προκαλείς, ιδιαίτερα όταν είσαι με ανθρώπους που νιώθεις δικούς σου.»
Η Άλκηστις σήκωσε τους ώμους. «Εξαρτάται από την παρέα! Μα, αν δεν αισθάνομαι άνετα μαζί σας, τότε με ποιους θα αισθανθώ; Στο κάτω κάτω, μου αρέσει να καταλαβαίνω ότι είμαι ποθητή. Ακόμη κι από τους «ξένους». Και δεν αισθάνομαι τύψεις επειδή θέλω να δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό.»
Το είπε με ένα πονηρό χαμόγελο, ρίχνοντας για μια στιγμή το βλέμμα της στον Νικηφόρο. Εκείνος ανταπέδωσε το βλέμμα, χωρίς να πει τίποτα. Η Άλκηστις κράτησε για λίγο ακόμη το χαμόγελό της, σαν να είχε μόλις αφήσει στον αέρα μια φράση που μπορούσε να σημαίνει περισσότερα απ’ όσα είχαν ακουστεί.
«Έχει τα δίκια της η ερωτιάρα ξαδερφούλα μας. Και, όπως λέει κι ο σοφός λαός, οι σωστοί άντρες υποκλίνονται εις του μουνιού τη χάρη», τόνισε ο Νικηφόρος.
Το κλίμα είχε αρχίσει να πυροδοτεί μέσα του μια διάθεση να πει περισσότερα. Έπιανε τον εαυτό του να παρασύρεται από την ατμόσφαιρα, από τα πειράγματα και από τη γυναικεία παρουσία γύρω του.
Παρ’ όλα αυτά, πρόσεχε κάθε του λέξη. Δεν ήθελε ούτε στιγμή να παρεξηγηθεί ούτε να δώσει στην Εριφύλη την εντύπωση ενός επιπόλαιου λιγούρη. Άλλωστε, για εκείνον, μια σωστή σχέση στηριζόταν, πάνω απ’ όλα, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και στον σεβασμό.
Απόψε, όμως, με τις δυο γυναίκες δίπλα του, είχε πάθει την πλάκα του. Είχε φάει φλας με την πάρτη τους.Κι εκείνες, από την πλευρά τους, έδειχναν να απολαμβάνουν το παιχνίδι.
Το κλίμα ήταν απολαυστικά χαλαρό. Στο βάθος του υπαίθριου χώρου της ταβέρνας, κάτω από τη μεγάλη πέργκολα, καθόταν μια πολυπληθής παρέα από γνωστούς και φίλους του Νικηφόρου. Αφού τους χαιρέτησε από μακριά και ζήτησε την άδειά τους, ετοιμάστηκε να σηκωθεί από το τραπέζι, αφήνοντας τις δύο γυναίκες να συνεχίσουν την ανεμελιά και την κουβέντα τους.
Μόλις όμως πήγε να σηκωθεί, η Εριφύλη τον έπιασε από το χέρι. Τον τράβηξε απαλά να σκύψει κοντά της και του ψιθύρισε στο αυτί, με φωνή που δεν άφηνε πολλά περιθώρια παρερμηνείας:
«Μην αργήσεις! Να ξέρεις ότι σε περιμένει ένα κολασμένο βράδυ ερωτικής απόλαυσης. Και ελπίζω να έχεις αντοχές. Σε θέλω ταύρο απόψε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε με έκπληξη και χαμόγελο. «Για μένα το λες αυτό;»
«Εσύ τι λες; Βλέπεις κανέναν άλλο εδώ γύρω μας;»
«Δεν ξέρω… Μπορεί να σας γυάλισε καμιά διαθέσιμη πούτσα στον περίγυρο και να ερεθιστήκατε.
Η Εριφύλη δεν έχασε ευκαιρία. «Πούτσες θέλεις να πεις». Και άμεσα διαθέσιμες μάλιστα. Με ένα διακριτικό νεύμα, του έδειξε προς την κατεύθυνση των νεαρών στρατιωτών. Ύστερα γύρισε πάλι προς το μέρος του, με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση.
Ο Νικηφόρος κάθισε για λίγο ακόμη δίπλα της. Εκείνη τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω σαν να τον καμάρωνε. «Τι κούκλος που είσαι, ρε μωράκι μου!» του ψιθύρισε αισθησιακά.
Πλησίασε το πρόσωπό της στο δικό του και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο. Ο Νικηφόρος χαμογέλασε. Για μια στιγμή ξέχασε εντελώς την παρέα που τον περίμενε κάτω από την πέργκολα.
Τα χείλη της είχαν αφήσει στο μάγουλό του ένα καλοσχηματισμένο κόκκινο σημάδι. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το αφήσει εκεί, σαν μικρό τρόπαιο, σαν να ήθελε να επιδεικνύει το δικό της «κατόρθωμα». Γρήγορα όμως άλλαξε γνώμη και, με μια διακριτική κίνηση του χεριού της, το έσβησε.
Ο Νικηφόρος την κοίταξε και προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Η αντίδρασή του, όμως, δεν πέρασε απαρατήρητη από την Εριφύλη. Εκείνη κατάλαβε αμέσως την επίδραση που είχε πάνω του και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Έσκυψε λίγο πιο κοντά του, κάτω από το
τραπέζι, και τον πείραξε διακριτικά. Τα μάτια της έλαμψαν από ικανοποίηση, καθώς συνάντησαν τα δικά του.
« Μωράκι μου εσύ!» του ψιθύρισε.
Ο Νικηφόρος αναστέναξε χαμογελώντας. «Εεε! Κάτσε φρόνιμα! Περίμενε να πάμε σπίτι… Μας βλέπει ο κόσμος!»
«Ε, άντε, ρε μανάρι μου! Πήγαινε στους φίλους σου, αφού θέλεις. Και μην αργήσεις. Πού τους έχεις δει;»
«Εδώ, στο βάθος της αλέας είναι, μωρούλι μου. Πηγαίνω και επιστρέφω σύντομα!»της είπε χαμογελαστά. Σηκώθηκε από την καρέκλα και, καθώς απομακρυνόταν, άφησε πίσω του για λίγα δευτερόλεπτα μια παράξενη σιωπή.
Η Εριφύλη τον παρακολούθησε να φεύγει και χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Μμμμ… έτσι, μωρό μου. Έτσι, καυλιάρη μου. Μην αργήσεις, μωρό μου!»
Ο Νικηφόρος γύρισε για μια στιγμή το κεφάλι προς το μέρος της. «Πουτανίτσα μου… αυτά μου κάνεις και με αναστατώνεις περισσότερο!»
Εκείνη του έστειλε ένα τελευταίο πονηρό χαμόγελο, πριν στραφεί πάλι προς την Άλκηστη.
«Κι ακόμα δεν έχεις δει τίποτα, μωρό μου!» του τόνισε ναζιάρικα και του έκλεισε το μάτι.
«Και πού να ήξερες τι σε περιμένει…» μονολόγησε μέσα της, καθώς τον έβλεπε να απομακρύνεται. Η ερωτική βραδιά τους, ένιωθε, μόλις είχε αρχίσει.
Η Εριφύλη διαισθανόταν πως ο Νικηφόρος είχε ήδη παρασυρθεί από το παιχνίδι που είχαν στήσει μεταξύ τους. Τον γνώριζε καλά· ήξερε πότε το πείραγμα της τον αναστάτωνε και πότε η επιθυμία του γινόταν δύσκολο να κρυφτεί.
Χαμογέλασε μόνη της. «Πού να ξέρεις, καυλιάρη μου, τι σου ετοιμάζω απόψε…»
Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, έπιανε τον εαυτό της να αφήνει τη φαντασία της να ταξιδεύει σε πιο τολμηρά σενάρια. Κάποιες φορές, σε αυτές τις φαντασιώσεις, υπήρχε και η Άλκηστις. Απόψε, όμως, η σκέψη είχε αποκτήσει μια παράξενη ζωντάνια. Η ιδέα την αναστάτωνε και την ίδια. Όχι μόνο επειδή γνώριζε τη γοητεία της ξαδέρφης της, αλλά επειδή είχε αρχίσει να υποψιάζεται πως η έλξη δεν ήταν μονόπλευρη. Τα βλέμματα, τα πειράγματα, εκείνες οι μικρές στιγμές σιωπής ανάμεσα στην Άλκηστη και τον Νικηφόρο… όλα έμοιαζαν να δημιουργούν ένα παιχνίδι που κανείς τους δεν είχε ακόμη τολμήσει να ονομάσει.
Και η ίδια; Η ίδια είχε αποφασίσει απόψε να μην το αφήσει απλώς στη φαντασία. Η σκέψη ενός ερωτικού παιχνιδιού και με τους τρεις τους τής φαινόταν ταυτόχρονα τολμηρή, επικίνδυνη και συναρπαστική. Ήξερε, βέβαια, πως άλλο η φαντασίωση κι άλλο η πραγματικότητα. Στη φαντασία
όλα είναι εύκολα· στην πραγματική ζωή υπάρχουν βλέμματα, ζήλια, ανασφάλειες και συναισθήματα που δεν υπακούν πάντα στη λογική.
Όμως απόψε δεν ήθελε να σκέφτεται τόσο μακριά. Ήθελε να παίξει με τη φωτιά. «Άντε, τυχερέ μου…» σκέφτηκε χαμογελώντας. «Απόψε μπορεί να ανακαλύψεις πως η ζωή έχει μερικές εκπλήξεις που ούτε στα πιο τολμηρά σου όνειρα δεν θα περίμενες.»
Και με τη σκέψη αυτή, η Εριφύλη ένιωσε ένα κύμα ενθουσιασμού να την κατακλύζει. Η νύχτα ήταν
ακόμη νέα και η θάλασσα απέναντί της λαμπύριζε κάτω από το φεγγάρι. Το παιχνίδι μόλις είχε αρχίσει.
Την ίδια ώρα, στο τραπέζι των φαντάρων, το κουτσομπολιό για τις δύο γυναίκες και το τολμηρό τους στυλ είχε πάρει φωτιά. Τα βλέμματα που είχαν ανταλλάξει όλο το βράδυ, οι κινήσεις τους και η άνεση με την οποία απολάμβαναν την παρέα τους είχαν γίνει αντικείμενο ασταμάτητων σχολίων.
«Μαλάκες, μόνο που τις σκέφτομαι και μου γυρίζει το μυαλό!» είπε ο πρώτος φαντάρος, παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του.
«Συγκρατήσου, ρε αγορίνα μου, και ήρεμα!» Οι κυρίες συνοδεύονται, προσπάθησε να τον προσγειώσει ο πιο νηφάλιος της παρέας.
«Ναι, ρε φίλε, αλλά δεν φταίω εγώ! Αφού αυτές από κάποια στιγμή και μετά χαλάρωσαν τελείως. Και εσύ τα έβλεπες!»
«Ε, ναι… είπε ο τρίτος. Μάλλον το απολαμβάνουν κιόλας. Και ο άλλος εκεί, χαμπάρι δεν παίρνει!»
«Ποιος; Ο δικός τους;» ρώτησε ο δεύτερος.
«Αυτός! Όλη την ώρα τις πειράζει και χαϊδολογιέται μαζί τους. Τις βλέπει να γελάνε, να τον κοιτάζουν και να του κάνουν παιχνίδια, κι εκείνος σαν να βρίσκεται στον κόσμο του!»
Ο πρώτος κούνησε το κεφάλι. «Εγώ πάντως πολύ θα ήθελα να ξέρω τι παίζει μεταξύ τους. Γιατί δεν μου φαίνεται απλώς ότι είναι παρέα.»
«Κι εγώ αυτό σκέφτομαι,» είπε ο τρίτος. «Ειδικά η μικρότερη… την έχει φάει με τα μάτια της όλο το βράδυ.»
«Λες να είναι γκόμενος της μεγαλύτερης και η πιτσιρίκα να του την πέφτει;»
«Ποιος ξέρει; Αλλά κάτι υπάρχει εκεί. Δεν είδες πώς τον κοιτάζει;»
Ο πρώτος γέλασε πονηρά. « Εγώ πάντως, αν μου δινόταν η ευκαιρία, θα διάλεγα τη μεγαλύτερη. Αυτή είναι θάνατος! Η μικρή ωραία είναι, αλλά η άλλη έχει κάτι… κάτι που σε κάνει να λες πως θα σε λιώσει.»
Οι τρεις τους ξέσπασαν σε γέλια.
Ο πιο ψύχραιμος σήκωσε το ποτήρι του και τους κοίταξε με νόημα. « Ρε σεις, αφήστε τα σενάρια και πιείτε το τσίπουρο σας. Σε λίγο θα τους έχετε φτιάξει ολόκληρη ιστορία και στο τέλος θα αποδειχθεί ότι είναι απλώς ένα ζευγάρι που κάνει διακοπές!
«Ε, τότε ακόμα χειρότερα!» απάντησε ο πρώτος γελώντας. Και το κουτσομπολιό συνεχίστηκε, με τις υποθέσεις να διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ από το άλλο τραπέζι οι δύο γυναίκες δεν είχαν ιδέα για το μικρό «συμβούλιο» που είχε στηθεί εις βάρος τους.
Φεύγοντας από το τραπέζι τους, ο Νικηφόρος συνέχιζε να αναλογίζεται εκείνο το παράξενο μήνυμα που είχε αρχίσει να αιωρείται από νωρίς στη βραδιά:
«Απόψε σε θέλουμε.» Χαμογέλασε μόνος του και κούνησε το κεφάλι.
«Ανάθεμά το το μουνί, τόσα κακά που σέρνει! Το έβαλαν σκοπό η γυναίκα μου και η ξαδέρφη της να παίξουν απόψε με τις αντοχές μου;»
Ένιωθε πως η βραδιά είχε πάρει μια τροπή που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Και οι δυο γυναίκες είχαν έναν τρόπο να τον αναστατώνουν, καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της ενέργεια.
«Είναι όμως κι οι δυο τους από εκείνες τις γυναίκες που δεν τις αντιμετωπίζεις χαλαρά», σκέφτηκε. «Ή θα μπεις στο παιχνίδι τους με όλη σου την ψυχή ή καλύτερα κάνε πως δεν κατάλαβες τίποτα!»
Χαμογέλασε ξανά.«Απόψε… θα γίνει της κόλασης!»
Μένοντας οι δυο κοπέλες μόνες στο τραπέζι, η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο προσωπική, σχεδόν εξομολογητική. Το τσίπουρο, με τη ζεστασιά του, λειτουργούσε σαν καταλύτης, χαλάρωνε τις τυπικότητες και κατέβαζε τις άμυνες που, πολλές φορές, υψώνει κανείς ασυναίσθητα στην καθημερινότητα. Οι λέξεις άρχισαν να ρέουν πιο αβίαστα, με εκείνη την ειλικρίνεια που μόνο μια βαθιά και δοκιμασμένη οικειότητα μπορεί να αντέξει....

Ερωτική Μυθοπλασία II: (Μέρος.. 3) .....