ADS

click to open

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Zorba And The Ascetic

...Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1)...
Το ταξιδιωτικό γκρουπ βρίσκεται στο δρόμο της επιστροφής αργά Κυριακή απόγευμα! Τέλος Αυγούστου πρώτες μέρες φθινοπωρινές, λαμπερές, κρυστάλλινες! Οι Τελευταίες ακτίνες του ήλιου πέφτουν πλάγια, φωτίζοντας με μύριες αποχρώσεις τον κόσμο, γλυκαίνοντας ακόμη περισσότερο τους απαλούς όγκους του Ολύμπου και τον απέναντι το Κίσαβο όταν το λεωφορείο μέσα από ένα δαίδαλο των στενών των Τεμπών με το φιδίσιο δρόμο, κατευθύνεται στο κάμπο της 
Λάρισας. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχαν ήδη φτάσει στις λίμνες της Υλίκης, άναβαν τα φώτα σιγά σιγά και ο τόπος ήταν πλημμυρισμένος από έντονα χρώματα. Η Ναυσικά απολαμβάνει να παρατηρεί το πρώτο φεγγάρι. Είναι όμορφο της προσφέρει ηρεμία, αλλά ταυτόχρονα μαγεύεται εγείρει τη φαντασία της και όμορφες σκέψεις της έρχονταν στο μυαλό. Ένιωθε πολύ γεμάτη και μόνο υπέροχα συναισθήματα ξεπηδούσαν από τη ψυχή της, ήταν σε καλή διάθεση και η χθεσινοβραδινή ιδέα δεν λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό της.
«Που αρμενίζει το μυαλουδάκι σου Ναυσικά;»
Η φωνή της Ανδρομάχης, χαμηλή και γεμάτη μια γλυκιά οικειότητα, την επανέφερε απαλά στην πραγματικότητα του λεωφορείου. Η Ναυσικά έστρεψε το κεφάλι της από το παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα της να συναντήσει τα μάτια της φίλης της που καθόταν ακριβώς δίπλα της.
Το ηλιοβασίλεμα είχε ήδη βάψει την Υλίκη με πορφυρές και χρυσαφένιες ανταύγειες, ενώ το πρώτο φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν στα ήρεμα νερά της λίμνης.
«Αρμενίζει εκεί που το άφησες εσύ χθες το βράδυ, Μάχη μου...» ψιθύρισε η Ναυσικά με ένα πονηρό, όλο νόημα χαμόγελο, φέρνοντας το πρόσωπό της τόσο κοντά που μόνο η Ανδρομάχη μπορούσε να την ακούσει πάνω από τον μονότονο θόρυβο της μηχανής.
Έπιασε διακριτικά το χέρι της Ανδρομάχης κάτω από τη ζακέτα που είχαν ρίξει στα γόνατά τους, μπλέκοντας τα δάχτυλά της με τα δικά της, νιώθοντας την ίδια θερμή, ηλεκτρισμένη οικειότητα που τις είχε ενώσει στη Θεσσαλονίκη.
«Το μυαλό αρμενίζει σαν καράβι στο πέλαγος Ανδρομάχη, με πάει πολλές φορές σε στιγμές υπέροχες σχεδόν ψεύτικες.»
«Μόνο με ευχές δεν αρμενίζουν τα καράβια. Θέλουν νερό, αέρα και καπετάνιο. Έτσι και το μυαλουδάκι μας Ναυσικά, γι΄ αυτό κάνε ποδήλατο με σπασμένα φρένα στις όμορφες σκέψεις σου!»
Η Ναυσικά Χαμογέλασε, πήρε μια βαριά ανάσα και άρχισε ήρεμα τη διήγηση στο που ταξιδεύει το μυαλό της!
Η φωνή της, χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή για να μην την ακούει κανείς άλλος, άρχισε να ξετυλίγει το νήμα της φαντασίας της.
«Ρε φιλενάδα το νιώθεις και εσύ ότι το ταξίδι της επιστροφής μας, μετά από την τριήμερο εκδρομή μου φαίνεται πιο σύντομο απ’ ότι αυτό που κάναμε για να φτάσουμε στον προορισμό μας αρχικά;»
Αν και πολύ κουρασμένη, το μυαλό της δεν ξεκολλάει από τη συζήτηση που είχανε με την φιλενάδα της στη βραδινή ερωτικής τους περιπλάνηση.
«Μωρό μου γλυκό το σκέφτηκα. Όλα θα ξεκινήσουν στο νησί της Τήνου. Πριν ανοίξουν τα σχολεία ξέρω ότι πηγαίνεις για προσκύνημα κάθε χρόνο και σε συνοδεύει ανελλιπώς και ο κούκλος σου. Αλήθεια πες μου πως το καταφέρνεις αυτό; 
«Ποιο;»
«Ποιο άλλο;» της απάντησε ψιθυριστά, σκύβοντας λίγο πιο κοντά της, ώστε η φωνή της να χάνεται στον βόμβο της μηχανής. «Το πως καταφέρνεις κάθε χρόνο να κουβαλάς τον μονογαμικό και ηθικό σου σύζυγο στο νησί της Μεγαλόχαρης, να κάνετε τάματα, νηστείες και προσευχές... και την ίδια στιγμή να έχεις το μυαλό σου έτοιμο να γκρεμίσει όλα τα ταμπού! Πώς του τα καταφέρνεις και σε ακολουθεί 
παντού, σαν καλό παιδί, ενώ εσύ... εσύ οργανώνεις επαναστάσεις στο κρεβάτι μας;»
Η Ανδρομάχη γύρισε το κεφάλι της, την κοίταξε με μια σπίθα διασκέδασης στα μάτια και, παρά την κούραση της διαδρομής, ένα σαρδόνιο, γλυκό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
Κράτα και λίγο σεξουαλικό μυστήριο στη συζήτηση, ώστε να προετοιμάσεις το έδαφος, με πρόθεση να τον διεγείρεις και να αφεθεί στα σεξουαλικά μας ερεθίσματα, προκειμένου να ευχαριστηθεί. Έτσι και αλλιώς δεμένο στο βρακί σου τον έχεις, και εκεί θα κάνουμε τα πράγματα που μας αρέσουν.  Πιστεύω να συμφωνείς και συ να καλέσουμε και το ρασοφόρο ώστε σ’ ένα τόσο σημαντικό γεγονός όπως η σχεδιασμένη αναχώρηση του να έχει τον θερμό αποχαιρετισμό μας, θα χαρεί πολύ να ταξιδέψει μαζί μας.
«Χμμ μάλλον πιο πολύ θα χαρεί που θα είναι και ο Αλκιβιάδης μαζί μας.» Σκέφτεται, με το γνωστό της ελαφρώς πρόστυχο ύφος, ρίχνοντας ένα χαμόγελο κατανόησης στην Ανδρομάχη.
 Η Ανδρομάχη δεν κατάλαβε. Δεν είδε το πονηρό χαμόγελο που έσκασε η Ναυσικά. Δεν πονηρεύτηκε.  
«Είσαι αδιόρθωτη, Ναυσικά...» ψιθύρισε η Ανδρομάχη με φωνή βραχνή, αλλά γεμάτη ενθουσιασμό.
«Αλλά ξέρεις τι;» συνέχισε η Μάχη, σκύβοντας τόσο κοντά που οι ανάσες τους ενώθηκαν ξανά, με τα φώτα της Αττικής να διαγράφονται πια στον ορίζοντα καθώς ζύγωναν στην Αθήνα. «Το πρόγραμμα θα γίνει. Ο Αλκιβιάδης θα χαρεί, ο ρασοφόρος θα κάνει τις προσευχές του... κι εμείς οι δυο θα γράψουμε τους δικούς μας κανόνες. Αφού το είπες κι εσύ, τα φρένα έχουν σπάσει για τα καλά. Στην Τήνο, λοιπόν...»
«Έχεις απόλυτο δίκιο, φιλενάδα...Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ. Οι εποχές που οι άνδρες κρατούσαν τα στεγανά με κλειστά μάτια έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, ηδονίζονται με την ιδέα της ελευθερίας μας, τη ζητούν, τη διεκδικούν, γίνονται μέρος της.»
«Και ο δικός μου...» συνέχισε με φωνή χαμηλή, γεμάτη υποσχέσεις, «ξέρει καλά να ακούει, να παρατηρεί και να ενδίδει εκεί που οι άλλοι φοβούνται να κοιτάξουν. Αν του δώσεις την κατάλληλη ώθηση, αν του το παρουσιάσεις με τον σωστό τρόπο... όχι μόνο δεν θα σοκαριστεί, αλλά θα κάψουμε μαζί κάθε ταμπού.»
«Στηρίξου επάνω μου!» Λέει η Ναυσικά. «Κάτι ξέρω από παρτούζες μωρό μου! Αποφάσισα λοιπόν, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Ήδη φαντάζομαι τις σκηνές που θα δίνουν σάρκα και οστά στις ερωτικές φαντασιώσεις μας στην σουίτα ενός ξενοδοχείου και να ανεβάζουν τις θερμοκρασίες και την ηδονή να φωλιάζει μέσα μας. Θα έχουμε δυο άντρες στο κρεβάτι οι οποίοι θα δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό για να μας ικανοποιήσουν και να μας βγάζουν τα κρυμμένα τρόπαια της ηδονής…
Η Ανδρομάχη την κοίταξε με τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά, νιώθοντας ένα θερμό κύμα να τη διαπερνά από την κορυφή ως τα νύχια. Η τόλμη της Ναυσικάς ξεπερνούσε πλέον κάθε προσδοκία, μετατρέποντας τις απλές σκέψεις σε ένα ολοκληρωμένο, εκρηκτικό σχέδιο.
 «Δύο άντρες...;» ψιθύρισε η Μάχη, με τη φωνή της να σπάει ελαφρά από την προσμονή, καθώς το λεωφορείο έκανε τους τελευταίους ελιγμούς του πριν σταματήσει εντελώς. «Εσύ δεν παίζεις απλώς 
με τη φωτιά, Ναυσικά... εσύ βάζεις φωτιά σε ολόκληρο το σκηνικό!»
...............Ο Αλκιβιάδης, περασμένη ώρα εκεί που αρχίζει να φθίνει η μέρα και ο ήλιος κοντεύει να βασιλέψει, βρίσκεται στον προαύλιο χώρο της μικρής εκκλησίας τους αναμένοντας την επιστροφή της Ανδρομάχης με την κολλητή της φίλη τη Ναυσικά από τη προσκυνηματική εκδρομή τους.
Εκεί στο μεγάλο προαύλιο χώρο συνάντησε και τον ιερέα ο οποίος είχε επιστρέψει νωρίς το απόγευμα από την Θεσσαλονίκη αεροπορικώς και ανέμενε ομοίως το σεβαστό ποίμνιο της ενορίας του.
Ο ήλιος, μια γιγάντια πορτοκαλί σφαίρα, έσταζε τις τελευταίες του αχτίδες πάνω στα κεραμίδια της μικρής ενοριακής εκκλησίας, βάφοντας τους τοίχους και τα γύρω πεύκα με ένα βαθύ, σχεδόν αλχημικό χρυσαφί. Η απογευματινή κάψα της Αττικής αρνιόταν να υποχωρήσει, κι έτσι ο αέρας στο προαύλιο παρέμενε βαρύς, φορτισμένος με την ανάμεικτη μυρωδιά του καψαλισμένου ρετσινιού και του γλυκού λιβανιού που αναδυόταν από το εσωτερικό του ναού.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν με τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του, κοιτάζοντας κατά διαστήματα τον κεντρικό δρόμο. Απέναντί του, σε απόσταση ελάχιστων βημάτων, ο ιερέας τον παρατηρούσε με ένα βλέμμα ήρεμο, σχεδόν διαπεραστικό. Η εικόνα του παπά δεν παρέπεμπε σε αυστηρό γέροντα·,τα ράσα του, ραμμένα από ένα ελαφρύ, ποιοτικό ύφασμα που ανέμιζε ανεπαίσθητα στο λιγοστό αεράκι, είχαν μια σύγχρονη, γραμμή που αγκάλιαζε τη στιβαρή του κορμοστασιά. Ήταν περιποιημένος μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, από το καλοχτενισμένο μούσι μέχρι τη διακριτική καθαριότητα στα χέρια του.
Οι δυο τους μοιράζονταν το ίδιο ακριβώς ανάστημα, κάτι που έκανε την οπτική τους επαφή άμεση, σχεδόν ισότιμη, χωρίς τη συνηθισμένη απόσταση που επιβάλλει το σχήμα του ιερέα.
«Αργούν, Αλκιβιάδη...» είπε ο ιερέας με τη μπάσα, γαλήνια φωνή του, σπάζοντας τη σιωπή του δειλινού. «Αλλά η διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη τέτοια ώρα, Κυριακή απογευματάκι, έχει πάντα την ταλαιπωρία της. Σημασία έχει πως επιστρέφουν πλήρεις... πνευματικά.»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε ελαφρά, νιώθοντας την οικειότητα που τον έδενε με τον ιερέα, αλλά και μια περίεργη ανυπομονησία να δει την Ανδρομάχη.
«Το ξέρω, πάτερ» απάντησε ο Αλκιβιάδης. «Η Ανδρομάχη περίμενε πως και πως αυτό το τριήμερο. Με τη Ναυσικά παρέα, φαντάζομαι θα είχαν πολλά να πουν στη διαδρομή. Εσείς, πάντως, γλιτώσατε την ταλαιπωρία του λεωφορείου με την πτήση.»
Ο ιερέας έκαμε μια μικρή, ανεπαίσθητη κίνηση με το κεφάλι, ενώ τα μάτια του άστραψαν στο ημίφως του ηλιοβασιλέματος.
«Η πτήση ήταν σύντομη, πράγματι. Όμως το ταξίδι της ψυχής, Αλκιβιάδη, μένει πάντα πίσω... στους 
δρόμους και στις συζητήσεις που γίνονται μακριά από τη συνήθεια της καθημερινότητας.
 «Πως και έτσι σε εκκλησιαστικό χώρο; Κατά λάθος ξεπέζεψες εδώ μέσα;», τον ρώτησε  πειρακτικά, περισσότερο σαν προσπάθεια να χαλαρώσουν.
«Κάθε άλλο! Τα εκκλησιαστικά πανηγύρια, και οι εκκλησιαστικες εκδρομές είναι ο κρυφός καημός μου». Του απάντησε επίσης πειρακτικά ο Αλκιβιάδης.
Ο ιερέας ξέσπασε σε ένα βαθύ, γάργαρο γέλιο που αντήχησε στον άδειο προαύλιο χώρο, ενώ τα μάτια του έλαμψαν γεμάτα νόημα κάτω από τα πυκνά του φρύδια. Ήταν ολοφάνερο πως η οικειότητα μεταξύ τους είχε ξεπεράσει προ πολλού τα τυπικά όρια μιας απλής ενοριακής σχέσης.
«Κρυφός καημός, ε;» είπε ο ιερέας, χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο με μια χειρονομία γεμάτη δύναμη. «Πρόσεχε μόνο τι εύχεσαι, Αλκιβιάδη... Γιατί τα πανηγύρια και οι εκδρομές της Εκκλησίας έχουν μια περίεργη δύναμη να βγάζουν στην επιφάνεια πράγματα που δεν τα περιμένει κανείς. Κι αν αποφασίσει η Μεγαλόχαρη να σου εκπληρώσει τις κρυφές σου επιθυμίες, μετά δεν έχει υπαναχώρηση!»
Ο Αλκιβιάδης χαμογέλασε, νιώθοντας την ατμόσφαιρα να αλαφραίνει, αν και η ατάκα του παπά άφησε ένα αδιόρατο, πονηρό υπονοούμενο να αιωρείται στον θερμό αέρα.
«Δεν φοβάμαι τις επιθυμίες μου, πάτερ» απάντησε ο Αλκιβιάδης με μια σιγουριά που έκρυβε τη δική της ένταση. «Εξάλλου, όπως λέτε κι εσείς, όλα για κάποιο λόγο γίνονται.»
«Έτσι είναι...» ψιθύρισε ο ιερέας, ισιώνοντας τα ελαφριά, μοντέρνα ράσα του, καθώς η νύχτα άρχιζε πια να απλώνεται για τα καλά πάνω από την εκκλησία, σκεπάζοντας τα πεύκα και το προαύλιο με βαθιές σκιές. «Και κάτι μου λέει πως η αποψινή επιστροφή της Ανδρομάχης θα φέρει μαζί της έναν αέρα που θα μας εκπλήξει όλους.»
Στη συνέχεια αναλώθηκαν σε φιλική συζήτηση με θέμα το ταξίδι του ιερέα στο Άγιο Όρος.
«Αν και είναι πολύ δύσκολο κανείς να εκφράσει με λόγια τις εμπειρίες του απ’ αυτό το μοναδικό ταξίδι, την μνημειακή του διάσταση, το μεγαλείο του.
Ένα ταξίδι στο μύθο, στην πραγματικότητα και στην ιστορία. Φίλε μου κάλε! Μες στο μυαλό μου ήσουνα συνεχώς! Γιατί δεν ήρθες; Θα περνούσαμε καλά εμείς οι δύο, είμαι σίγουρος»
«Την επομένη φορά άγιε πατέρα θα πάμε παρέα. Στο υπόσχομαι!»
«Ναι, το θέλω κι εγώ πολύ! Θα είναι πολύ καλύτερα όταν θα είμαστε μόνοι μας χωρίς αυτή τη μόνιμη μιζέρια των ενοριτών. Μη μου στερήσεις τη συντροφιά σου, και αυτή τη χαρά! Εγώ είμαι πάντα διαθέσιμος ψυχή και σώμα και το γνωρίζεις ότι πάντα την αναζητώ τη συντροφιά σου άλλα εσύ διστάζεις και όταν με αποφεύγεις με κομματιάζεις.»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός, αιφνιδιασμένος από την απρόσμενη συναισθηματική ένταση και την αφοπλιστική ειλικρίνεια στα λόγια του ιερέα. Το ημίφως του προαυλίου έκρυβε τις εκφράσεις των προσώπων τους, όμως η ατμόσφαιρα είχε πλέον φορτιστεί με μια βαθιά, σχεδόν εξομολογητική οικειότητα.
«Δεν σε αποφεύγω, πάτερ...» απάντησε ο Αλκιβιάδης με χαμηλή, ήρεμη φωνή, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά. «Απλώς οι υποχρεώσεις, η καθημερινότητα, η οικογένεια... ξέρεις πώς είναι. Όμως εκτιμώ αφάνταστα τη φιλία σου και την εκτίμηση που μου δείχνεις. Σου το υπόσχομαι, την επόμενη φορά στο Όρος θα είμαστε οι δυο μας, μακριά από όλους και από όλα.»
Ο ιερέας τον κοίταξε στα μάτια, με το βλέμμα του να μαλακώνει. «Κράτα την υπόσχεσή σου, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε ο ιερέας, ισιώνοντας ξανά τα ράσα του και παίρνοντας την επίσημη 
στάση του οικοδεσπότη. «Γιατί εγώ δεν ξεχνώ ποτέ όσα τάματα γίνονται.»
«Πάτερ! Κάπου με αδικείς! Με τα εκκλησιαστικά δρώμενα ίσως έχεις ένα δίκιο! Το υπόσχομαι πως την επόμενη φορά θα πάμε παρέα στο άγιο όρος.»
Το σκοτάδι έχει πέσει, μικρές δέσμες φωτός περιμετρικά του προαυλίου της φρεσκοβαμμένης εκκλησίας φωτίζουν το χώρο. Το φεγγάρι στο καθαρό ουρανό μοιάζει με ένα δίσκο από νεφρίτη. Το σεληνόφως που ξεχύθηκε τους βρίσκει αναπαυτικά καθισμένους στο ξύλινο παγκάκι κάτω από ένα μεγάλο πεύκο. 
Η ησυχία που απλώθηκε στο προαύλιο μετά την αναχώρηση της γυναίκας ήταν σχεδόν απόκοσμη. Το σεληνόφως έπεφτε γλυκά πάνω στο ξύλινο παγκάκι κάτω από το πεύκο, ενώ ο αέρας κουβαλούσε τη γνώριμη, ζεστή μυρωδιά του ρετσινιού και του λιβανιού.
Οι δύο άντρες κάθονταν αναπαυτικά ο ένας δίπλα στον άλλον. Με την εγγύηση ότι θα έμεναν ανενόχλητοι μέχρι να φανεί το λεωφορείο με το ποίμνιο, η ατμόσφαιρα ανάμεσα τους χαλάρωσε ξανά, παίρνοντας μια πιο οικεία και βαθιά εξομολογητική τροπή.
Ο ιερέας ακούμπησε την πλάτη του στο ξύλο, ίσιωσε τα ελαφριά του ράσα και κοίταξε τον 
Αλκιβιάδη με ένα χαμόγελο που έκρυβε μια δόση αυτοσαρκασμού αλλά και μια αφοπλιστική ειλικρίνεια.
«Λοιπόν, Αλκιβιάδη...» άρχισε να λέει χαμηλόφωνα, αφήνοντας τη βαρύτονη φωνή του να ενωθεί με το θρόισμα των βελονών του πεύκου. «Αφού έχουμε ακόμα χρόνο μέχρι να καταφθάσει το λεωφορείο με την Ανδρομάχη και τους υπόλοιπους, πες μου... Πώς βλέπεις εσύ τα πράγματα; Γιατί καλή η κουβέντα για το Άγιο Όρος και τις εκδρομές, αλλά ξέρω πως το μυαλό σου ταξιδεύει κι αλλού. Και πίστεψέ με, ως εξομολόγος έχω μάθει να διαβάζω τους ανθρώπους πριν καν ανοίξουν το στόμα τους.»Η εκκλησία είναι σχετικά μικρή, με ωραίο όμως και πολύ μεγάλο περιβάλλοντα χώρο, με πολλά δέντρα. 
Η γυναίκα που φροντίζει την εκκλησία τους μεταφέρει την πληροφορία πως υπάρχει καθυστέρηση στην άφιξη των εκδρομέων και αν ο ιερέας δεν τη χρειάζεται κάτι άλλο να πάει μέχρι το σπίτι της που είχε κάποια δουλειά και θα γύριζε και πάλι αργότερα. Ο ιερέας της λέει θα κλείσει αυτός την εκκλησία, δεν είναι απαραίτητο να ξανάρθει. Τους είχε συνεπάρει η συνομιλία τους και φρόντιζε να μείνουν ανενόχλητοι.
Η γυναίκα ήταν γύρω στα σαράντα πέντε μελαχρινή ψηλή, του Αλκιβιάδη του έμοιαζε για νότια Ιταλίδα, σφριγηλό κορμί, όντας γεροδεμένη κράτα το κεφάλι ψηλά και την πλάτη ίσια προτάσσοντας το στήθος, διατηρούσε έναν αέρα σιγουριάς. 
Το εφαρμοστό τζιν που φορούσε της αναδείκνυε τις καμπύλες και το λίκνισμα των γοφών της. Διασχίζοντας αγέρωχη με αργό βήμα τον προαύλιο χώρο εμπρός τους κουνώντας όσο πρέπει τους γοφούς, στη κίνησή της υπήρχε κάποια νωχέλεια που φάνταζε να εκπέμπει ερωτικό λίκνισμα και σεξουαλική αύρα που ταυτόχρονα δήλωνε αυτοπεποίθηση και δυναμισμό.
Η παρουσία της γυναίκας λειτούργησε σαν μαγνήτης που αιχμαλώτισε αμέσως την προσοχή και των δύο ανδρών. Κάθε της βήμα πάνω στις πλάκες του προαυλίου άφησε έναν ανεπαίσθητο, ρυθμικό ήχο, καθώς το σεληνόφως αγκάλιαζε τη σιλουέτα της, τονίζοντας τις έντονες καμπύλες και τον αέρα της μεσογειακής της ομορφιάς.
Ο Αλκιβιάδης παρακολουθούσε τη νωχελική της κίνηση χωρίς να κρύβει τον θαυμασμό του, νιώθοντας την ατμόσφαιρα στο προαύλιο να φορτίζεται από μια ξαφνική, αδιόρατη ένταση.
«Βλέπεις αυτό που βλέπω, πάτερ;» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, χωρίς να απομακρύνει τα μάτια του από την ψηλή, μελαχρινή γυναίκα που διάσχιζε τον χώρο με απόλυτη αυτοπεποίθηση. 
«Υπάρχουν γυναίκες που απλώς περπατούν... κι υπάρχουν κι εκείνες που, σε κάθε τους βήμα, επιβάλλουν την παρουσία τους χωρίς να πουν ούτε λέξη.»
Ο ιερέας δίπλα του έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του, στενεμένα κάτω από το φως του φεγγαριού, ακολούθησαν την πορεία της μελαχρινής γυναίκας, ενώ το βλέμμα του πρόδιδε πως η σεξουαλική αύρα που εξέπεμπε δεν είχε περάσει καθόλου απαρατήρητη.
«Η ομορφιά και ο δυναμισμός, Αλκιβιάδη,» είπε ο ιερέας με τη μπάσα, ήρεμη φωνή του, αν και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στη γωνία των χειλιών του, «είναι δώρα που λίγοι άνθρωποι ξέρουν να τα κουβαλούν με τέτοια χάρη. Και μια τέτοια γυναίκα... ξέρει ακριβώς τη δύναμη που διαθέτει.»
Η γυναίκα συνέχισε την πορεία της αγέρωχη, αφήνοντας πίσω της ένα ελαφρύ άρωμα που μπερδεύτηκε γλυκά με τη μυρωδιά του πεύκου και του λιβανιού, ενώ η προσμονή για την άφιξη του λεωφορείου αποκτούσε πλέον μια εντελώς νέα, απρόσμενη τροπή.
Ο Αλκιβιάδης παρακολουθούσε την κάθε της κίνηση, νιώθοντας την ανάσα του να βαρύνει. Το λίκνισμα των γοφών της γυναίκας, έτσι όπως διαγράφονταν στο σφιχτό τζιν κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, ξύπνησε μέσα του μια άγρια, απροκάλυπτη λαγνεία. 
Ο μεταλλικός ήχος της καγκελόπορτας που έκλεισε πίσω από τη γυναίκα αντήχησε στη σιγαλιά της νύχτας, σφραγίζοντας την απομόνωσή τους στο προαύλιο. Ο Αλκιβιάδης έμεινε να κοιτάζει το σημείο όπου είχε χαθεί η σιλουέτα της, νιώθοντας ακόμα το αίμα του να κοχλάζει από την ερωτική της αύρα.
Όμως, το λίκνισμα εκείνο λειτούργησε σαν καταλύτης. Στο μυαλό του, η εικόνα της γυναίκας μεταμορφώθηκε αστραπιαία στη μορφή της Βαλερίας. Ξαναζούσε κάθε δευτερόλεπτο από τη χθεσινή τους απρόσμενη συνάντηση ανάμεσα στους διαδρόμους του super market, τα βλέμματα που 
διασταυρώθηκαν, την ηλεκτρισμένη αμήχανη σιωπή, τον υπόγειο πόθο που ξύπνησε ακαριαία. 
Η καρδιά του σκίρτησε άγρια, απειλώντας να διαλύσει την ψυχραιμία του.Αμέσως όμως, η εσωτερική φωνή της ηθικής, οι κανόνες και οι δεσμεύσεις που πάντα προσπαθούσε να ζυγίζει, ύψωσαν τείχος. Το μυαλό του προέβαλε αντιρρήσεις, φέρνοντας μια έντονη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο ακατανίκητο πάθος και την τάξη της ζωής του.
Έριξε μια βαθιά ανάσα, φύσηξε και ξεφύσηξε δυνατά, αφήνοντας τον δροσερό νυχτερινό αέρα να γεμίσει τα στήθη του, μέχρι που η αναπνοή του άρχισε σιγά σιγά να βρει ξανά τον κανονικό της ρυθμό.
Ο ιερέας, παρατηρώντας την έντονη αναστάτωση και την προσπάθεια του Αλκιβιάδη να συγκεντρωθεί, χαμογέλασε με νόημα. Άπλωσε το χέρι του και του χτύπησε ελαφρά την πλάτη.
 «Μεγάλος ο πειρασμός, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε ο παπάς με τη χαμηλή, βαρύτονη φωνή του. «Βλέπω τη μάχη που δίνεις μέσα σου. Η σάρκα ζητάει το δικό της, αλλά το μυαλό βάζει φρένο. Μόνο που μερικές φορές, όσο περισσότερο προσπαθείς να σβήσεις μια φωτιά, τόσο εκείνη φουντώνει στις σκιές.»
Στρέφοντας το βλέμμα του προς την είσοδο του προαυλίου, ο ιερέας πρόσθεσε:
«Και τώρα, ετοιμάσου. Σε λίγο φτάνουν οι δικοί μας... και φοβάμαι πως η αποψινή νύχτα δεν θα αφήσει κανέναν μας σε ησυχία.»
Η κουβέντα κυλούσε αβίαστα, σχεδόν ανάλαφρα και ο ιερέας χαμογελούσε αινιγματικά, αόριστα! Ερημιά και το σκοτάδι άρχισε να πέφτει γύρο τους όταν έμειναν μόνοι οι δύο τους. Ο ιερέας δήθεν αυστηρά τον επιπλήττει και ζύγωσε δίπλα του κόλλησαν οι μηροί τους.. 
«Τι είναι αγορίνα μου; Φουσκοθαλασσιές; Τι βλέπω; έπαθες την πλάκα σου με τον πισινό της κυράς;».
«Μμμμ…» συνέχισε ο ιερέας κοιτάζοντας με πονηρό χαμόγελο το φούσκωμα στο παντελόνι του φίλου του. «Η κυρία είναι βέβαια της παλιάς σχολής γυναίκα αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι για την ηλικία της έχει ασύλληπτα όμορφο και σφιχτό κώλο. Είναι και η φύση έτσι που ο άνδρας βλέπει μια γυναίκα με ωραία τα οπίσθια και τη θέλει. Φαντάζεται κατευθείαν πως θα ήταν αν κάνανε πρωκτικό ή τέτοια πράγματα... πάει μόνο του το μυαλό! Λέει πω-πω μια κουκλάρα και εννοει τον κώλο της!»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει τη ζεστή επαφή των μηρών τους, καθώς το σκοτάδι έχει αγκαλιάσει πλέον για τα καλά το προαύλιο της εκκλησίας. Η απόσταση ανάμεσά τους έχει μηδενιστεί, και η βαριά, νυχτερινή ησυχία κάνει κάθε λέξη του ιερέα να αντηχεί με μια αφοπλιστική, σχεδόν προκλητική αμεσότητα.
Χαμογελά αμήχανα, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αλλά το βλέμμα του ιερέα, καρφωμένο πάνω του με απόλυτη σιγουριά, δεν αφήνει περιθώρια για δικαιολογίες.
«Πάτερ, εσύ δεν χαρίζεσαι σε κανέναν, έτσι;» μουρμουρίζει ο Αλκιβιάδης με φωνή χαμηλή, νιώθοντας 
την πίεση στο παντελόνι του και τη θερμότητα από το σώμα του ιερέα να τον διαπερνά. «Αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς ότι τέτοιες εικόνες δεν αφήνουν κανέναν άντρα ασυγκίνητο. Ακόμη κι εσύ, με τα ράσα, παρατήρησες την κάθε λεπτομέρεια...»
Ο ιερέας γλιστράει το χέρι του λίγο πιο κοντά στον μηρό του Αλκιβιάδη, αφήνοντας ένα μικρό, υπόκωφο γέλιο να ξεφύγει από τα χείλη του.
«Τα ράσα, Αλκιβιάδη μου, ντύνουν τον παπά, δεν σβήνουν όμως τη φύση του άντρα» ψιθυρίζει, γέρνοντας τόσο κοντά που η ανάσα του αγγίζει το αυτί του Αλκιβιάδη. «Κι όταν ένας άντρας βλέπει την επιθυμία να φουσκώνει δίπλα του... οφείλει να είναι ειλικρινής. Μην ντρέπεσαι. Εδώ είμαστε οι δυο μας, κάτω από το φεγγάρι. Πες μου λοιπόν... ήταν μόνο η κυρία που σε ξεσήκωσε, ή μήπως η σκέψη σου γυρνάει ήδη σε όσα πρόκειται να συμβούν όταν φτάσει το λεωφορείο;» 
«Η κυρία έρχεται συχνά στην εκκλησία;» Τον ρωτάει ο Αλκιβιαδης.
«Ναι σήμερα είχε έρθει από νωρίς για να καθαρίσει την εκκλησία. Να τακτοποιήσει τα κεριά, να γυαλίσει τις εικόνες, να απλώσει το αρωματισμένο πανί στα ιερά μάρμαρα. Όπως κάθε νοικοκυρά που τακτοποιεί και αγαπάει το σπίτι της, το φροντίζει σαν παιδί που έχει ανάγκη, έτσι και η κυρία Ευτέρπη την αγαπά την εκκλησία του Αϊ – Γιάννη. Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ ένιωσε. Καθόλου παράξενο λοιπόν που η εκκλησία για εκείνη να είναι συνδεδεμένη τόσο έντονα με τις ανέμελες στιγμές των παιδικών της χρόνων.»
Ο Αλκιβιάδης άκουσε τον ιερέα με προσοχή, αφήνοντας το βλέμμα του να χαθεί για λίγο στα σκιερά σημεία του προαυλίου, εκεί όπου τα ψηλά πεύκα έπαιρναν παράξενες μορφές κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού. Η αποκάλυψη της ταυτότητας και της ιστορίας της γυναίκας,της κυράς Ευτέρπης, έδωσε μια άλλη διάσταση στη σκηνή που μόλις είχε εκτυλιχτεί, συνδέοντας το παρόν με τις ρίζες αυτού του τόπου.
«Η Ευτέρπη...» επαναλήφθηκε χαμηλόφωνα ο Αλκιβιάδης, αισθανόμενος τους μηρούς τους να ακουμπούν ακόμα ζεστά στον ξύλινο πάγκο. «Λογικό, λοιπόν, να κουβαλάει αυτή την αύρα. Όταν ένας άνθρωπος είναι δεμένος με έναν τόπο από τα γεννοφάσκια του, αυτό φαίνεται στο περπάτημα του, στον τρόπο που στέκεται, ακόμα και στον αέρα που αφήνει πίσω του φεύγοντας.»
Ο ιερέας χαμογέλασε, ισιώνοντας τα μανίκια από τα ελαφριά του ράσα, ενώ η οικειότητα μεταξύ τους είχε πια πυκνώσει, μετατρέποντας τη συζήτηση σε μια ψιθυριστή εξομολόγηση μέσα στη νυχτερινή ησυχία.
 «Ακριβώς έτσι, φίλε μου» συμφώνησε ο ιερέας, με τη φωνή του να παίρνει έναν τόνο πιο μελαγχολικό, αλλά ταυτόχρονα βαθιά αισθησιακό. «Οι άνθρωποι εδώ πέρα είναι φτιαγμένοι από μνήμη και χώμα. Ξέρουν κάθε γωνιά, κάθε πέτρα, κάθε ρυτίδα του ναού. Και η Ευτέρπη, παρά τα χρόνια της, διατηρεί αυτή τη φλόγα... μια φλόγα που, είτε το θέλουμε είτε όχι, ξυπνάει ένστικτα που η καθημερινότητα προσπαθεί μάταια να θάψει.»
Έκανε μια μικρή παύση, κοιτάζοντας πλαγίως τον Αλκιβιάδη με τα μάτια του να γυαλίζουν στο ημίφως.
«Άλλωστε, οι εκκλησίες και τα προαύλια τους δεν είναι μόνο για προσευχές, Αλκιβιάδη...» πρόσθεσε με νόημα, αφήνοντας τα δάχτυλά του να ακουμπήσουν διακριτικά το γόνατο του φίλου του. «Είναι και τα μέρη όπου οι άνθρωποι συναντούν τις αλήθειες τους. Ή μήπως όχι;»
Ο Αλκιβιάδης καθώς στεκόταν σιωπηλός και βυθισμένος στις σκέψεις του, τη ροή τους διέκοψε ένα άγγιγμα.
«Μη παίρνεις αυτό το ύφος φίλε μου. Τι σκέφτεσαι και χαμογελάς, μακάρι να ήξερα.»
Ο Αλκιβιαδης δεν του απάντησε.  Έκλεισε νωχελικά τα μάτια του αφήνοντας την καλοκαιρινή μυρωδιά να ποτίσει τα ρουθούνια του. Ήταν το χέρι του ιερέα που τον ξάφνιασε. Στην αρχή ζάρωσε προσπαθώντας να αποφύγει το άγγιγμα του, μόλις είδε ότι ο ιερέας είχε απλώσει το χέρι του σαν καμουφλαρισμένο ερωτικό χάδι. Από τη μία ξαφνιάστηκε, για να πει το παραμικρό, αλλά δεν έκανε και καμία κίνηση να αλλάξει θέση, από την άλλη ένιωσε σαν κάπως να του αρέσει το άγγιγμα που και τόσο ανάλαφρο είναι κι ας κουβαλάει πάνω του φόβο, αμηχανία, μα και πάθος αλλιώτικο. Ανατρίχιασε καθώς η ατμόσφαιρα είχε γίνει καυτή.
«Όλα μπορούν να συμβούν μ' ένα άγγιγμα.» Σκέφτηκε και έδειχνε έκπληκτος.
Το χέρι του ιερέα, ελαφρύ σαν πούπουλο αλλά βαρύ από την υποβόσκουσα ένταση, παρέμενε ακουμπισμένο στο πόδι του. 
Το δέρμα του Αλκιβιάδη έκαιγε κάτω από το ύφασμα του παντελονιού, δεχόμενο αυτή την απρόσμενη, σχεδόν ιερόσυλο χαϊδολόγημα μέσα στη σιωπή του προαυλίου.
«Όλα μπορούν να συμβούν...» επαναλήφθηκε η φωνή του ιερέα χαμηλά, σχεδόν σαν ψίθυρος που μπλέχτηκε με το θρόισμα των πεύκων. 
«Αρκεί να αφήσεις την ψυχή και το κορμί σου να παραδεχτούν αυτό που ήδη ξέρουν.»
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την αναπνοή του να κολλάει στο λαιμό του. Η πάλη ανάμεσα στη λογική και στο πρωτόγονο κύμα της ηδονής που φούσκωνε χαμηλά στην κοιλιά του είχε γίνει πλέον άνιση. Κάτω από το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, η παρουσία του ιερέα δίπλα του έπαψε να είναι απλώς η φιλική παρουσία ενός συγχωριανού· είχε μεταμορφωθεί σε έναν πειρασμό τόσο τολμηρό, που έμοιαζε να γκρεμίζει μονομιάς χρόνια κοινωνικών κανόνων και στεγανών.
Δεν απομακρύνθηκε. Αντίθετα, άφησε το σώμα του να γύρει ελάχιστα προς το μέρος του, αποδεχόμενος τη ζεστασιά και τον κίνδυνο που κουβαλούσε αυτή η επαφή. Η νύχτα απλωνόταν βαθύτερη, και οι σκέψεις για την Ανδρομάχη, τη Ναυσικά και όσα επρόκειτο να συμβούν όταν το λεωφορείο θα έφτανε τελικά στην είσοδο έμοιαζαν πια με μακρινό όνειρο, μπροστά στην πυρακτωμένη πραγματικότητα αυτού που απρόσμενα συνέβαινε στο ξύλινο παγκάκι.
Ο ιερέας άρχισε να του ανοίγεται περισσότερο. Έψαχνε να βρει τρόπους, ομαλής προσέγγισης χωρίς να φέρει σε άβολη θέση το φίλο του αλλά να φτάσει και στον επιθυμητό του στόχο.
Γελώντας του λέει. «Κοκκίνισες; Ντρέπεσαι ε;  Μετά τις αμαρτωλές και έκφυλες σκέψεις έρχεται η ντροπή;. Τι βλέπω;! Έτσι και το πουλί σου βρει ακόμη μία αφορμή και καυλώσει και άλλο θα σκίσει το παντελόνι σου! Μ’ αρέσει που έχεις βρώμικο μυαλό και προικισμένο εργαλείο.  Εργαλείο να σου ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου». Συνέχισε ο ιερέας.
Το χαμηλό, πονηρό γέλιο του ιερέα έσπασε τη νυχτερινή σιωπή του προαυλίου, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα πιο ηλεκτρισμένη. Το χέρι του στον μηρό του Αλκιβιάδη έγινε πιο πιεστικό, αφήνοντας την παλάμη του να νιώσει καθαρά το σκληρό, παλμικό φούσκωμα κάτω από το ύφασμα.
Ο Αλκιβιάδης ένιωσε το αίμα του να χτυπάει δυνατά στους κροτάφους του. 
Η τόλμη των λόγων του παπά, τόσο ακατάλληλη για το σχήμα του, αλλά ταυτόχρονα τόσο απελευθερωτική, διέλυσε και τα τελευταία προσχήματα.
«Παραδέξου το, πάτερ...» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης με βραχνή, σχεδόν κοφτή φωνή, γυρνώντας να τον κοιτάξει κατάματα μέσα στο νεφριτένιο φως του φεγγαριού. 
«Ξέρεις ακριβώς τι κουμπιά να πατήσεις. Οι πύλες του Παραδείσου ίσως να είναι μακριά, αλλά ο τρόπος που το πας, φοβάμαι πως θα μας στείλεις κατευθείαν στην κόλαση χωρίς επιστροφή.»
Ένα αδιόρατο, αδίστακτο φως άστραψε στα μάτια του ιερέα, που έσκυψε ακόμα πιο κοντά, σχεδόν 
ακουμπώντας τα χείλη του στο αυτί του.
«Η κόλαση, φίλε μου, έχει πολύ καλύτερη παρέα από τον Παράδεισο...» του απάντησε ψιθυριστά, καθώς η σκιά του μεγάλου πεύκου σκέπαζε ξανά τα κορμιά τους, αφήνοντάς τους μόνους μέσα στο 
πιο σκοτεινό και τολμηρό παιχνίδι της ζωής τους.
«Μπορεί να έχω ένα βρώμικο μυαλό, αλλά αν καταλαβαίνω σωστά και κάποιος άλλος κάνει βρώμικες σκέψεις αλλά διστάζει να τις εκφράσει γιατί φοβάται μην τον κακοχαρακτηρίσω .» λέει ο Αλκιβιάδης. 
«Αυτό είναι αλήθεια. Μια αθώα, και χαρούμενη καντηλανάφτισα, αποδεικνύει πόσο βρώμικο μπορεί να μετατραπεί το μυαλό μας.»
«Η καντηλανάφτισα;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης με μια σπίθα πονηρής απορίας στα μάτια, αφήνοντας το χέρι του ιερέα να κινείται νωχελικά πάνω στον μηρό του. «Για ποια λες, πάτερ; Μήπως εννοείς την κυρά Ευτέρπη που μόλις μας άφησε χρόνους;»
Ο ιερέας χαμογέλασε πλατιά, γέρνοντας ακόμα πιο κοντά του, νιώθοντας την προστατευτική σκιά του πεύκου και το απόλυτο σκοτάδι του προαυλίου να τους κλείνουν σε έναν δικό τους, μυστικό κόσμο.
«Ακριβώς γι’ αυτήν μιλάω» απάντησε ο ιερέας με φωνή χαμηλή και γεμάτη υπονοούμενα, καθώς τα δάχτυλά του πίεζαν ελαφρά το πόδι του ψηλά στο καβάλο. 
«Τη βλέπεις εσύ σοβαρή, μετρημένη και προσερχόμενη να ανάβει τα καντήλια με ευλάβεια. Αλλά αν ήξερες τι κρύβεται πίσω από αυτό το αυστηρό προσωπείο... Πόσες φορές, όταν αδειάζει ο ναός και μένουμε οι δυο μας να κλείνουμε τις πόρτες, τα μάτια της δεν κοιτούν τις εικόνες αλλά τα δικά μου ράσα. Οι πιο αθώες φαινομενικά ψυχές είναι συχνά εκείνες που διψούν περισσότερο για την αμαρτία. Η ευλάβεια, φίλε μου, είναι το καλύτερο καμουφλάζ για τα πιο άγρια πάθη.»
Ο Αλκιβιάδης άκουγε τον ιερέα, νιώθοντας το μυαλό του να τρέχει με χίλιες στροφές. Η εικόνα της κυράς Ευτέρπης, με το σφιχτό τζιν και το λικνιστικό περπάτημα, δεν είχε φύγει λεπτό από το μυαλό του, και τώρα, οι αποκαλύψεις του παπά έριχναν λάδι στη φωτιά της φαντασίας του.
«Λες ε;» ψιθύρισε ο Αλκιβιάδης, με το βλέμμα του να καρφώνεται στα χείλη του ιερέα. «Δηλαδή, αν τη θέλαμε πραγματικά απόψε, θα μας έλεγε κι ευχαριστώ;»
«Αν την έφερνες σε αυτή την κατάσταση που λες...» απάντησε ο ιερέας με ένα βραχνό γέλιο, «δεν θα ζήταγε απλώς να προσευχηθεί. Θέλει κι αυτή τα δικά της, όπως όλοι μας κάτω από αυτόν τον ουρανό.»
Τον Αλκιβιάδη την ώρα εκείνη απορίες τον βασάνιζαν. Είναι μια πανάρχαια ιστορία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι μέχρι σήμερα ο ιερέας εκδήλωνε πολύ συγκρατημένα τον ερωτισμό του και η επαφή τους έμενε σε επίπεδο με σεξουαλικά υπονοούμενα χωρίς τολμηρές αισθησιακές χειρονομίες. Απόψε η φιλική του σχέση είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Και πλέον οι ηθικές άμυνες του Αλκιβιάδη έχουν ατονήσει επικίνδυνα....
Η διαπίστωση αυτή έπεσε σαν βαρύ, μεθυστικό πέπλο πάνω στο μυαλό του Αλκιβιάδη. Τα πράγματα δεν ήταν πια όπως τις προηγούμενες φορές. Τα ασαφή υπονοούμενα, οι έξυπνες ατάκες και τα μισόλογα που μέχρι τώρα κρατούσαν την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας, είχαν δώσει τη θέση τους σε μια απτή, σαρκική πραγματικότητα. Το χέρι του ιερέα πάνω στον μηρό του δεν ήταν απλώς μια κίνηση οικειότητας· ήταν μια δήλωση πρόθεσης, μια εισβολή που γκρέμιζε ένα προς ένα τα τείχη της λογικής του.
Οι απορίες τον βασάνιζαν, αλλά ήταν απορίες που δεν ζητούσαν απαραίτητα απαντήσεις, παρά μόνο τροφοδοτούσαν τη φωτιά που έκαιγε χαμηλά στα σωθικά του. Τι ήταν αυτό που έκανε τον ιερέα να 
αποτινάξει απόψε κάθε προσωπείο συγκράτησης; Ήταν η ατμόσφαιρα της νύχτας, το νεφριτένιο φως του φεγγαριού, η προσμονή της άφιξης των γυναικών, ή μήπως η ίδια η παρουσία του Αλκιβιάδη που πλέον δεν πρόβαλλε καμία ουσιαστική αντίσταση;
Ο Αλκιβιάδης έπαψε να ψάχνει ηθικά ερείσματα. Η σκέψη της Βαλερίας, οι εικόνες της κυράς Ευτέρπης, η προσμονή της Ανδρομάχης και της Ναυσικάς, όλα μπερδεύτηκαν γλυκά με τη ζεστή, πιεστική επαφή του άντρα που καθόταν δίπλα του. Οι αμυντικοί μηχανισμοί που επιστράτευε πάντα για να κρατά τις ισορροπίες είχαν παραλύσει.
«Έχεις αλλάξει απόψε, πάτερ...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης, με τη φωνή του να προδίδει την απόλυτη παράδοσή του στη στιγμή, καθώς έστρεψε ελαφρά το γόνατό του προς το μέρος του ιερέα, σφίγγοντας την επαφή τους. «Άλλοτε πρόσεχες τις λέξεις σου, κρατούσες τα χέρια σου στη μέση. Τώρα... τώρα φαίνεται πως δεν σε νοιάζει αν θα καούμε.»
Ο ιερέας, νιώθοντας την ανταπόκριση του Αλκιβιάδη και την ολοκληρωτική κατάρρευση των ηθικών του αναστολών, χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι. Η παλάμη του ανέβηκε ακόμη λίγο πιο ψηλά στον μηρό του φίλου του, εκεί όπου η θερμότητα του σώματος ξεπερνούσε κάθε ύφασμα.
«Όταν το φρούτο είναι ώριμο, Αλκιβιάδη, δεν περιμένεις να πέσει μόνο του... το αγγίζεις» 
ψιθύρισε ο ιερέας, νιώθοντας την ανατριχίλα που διαπέρασε το κορμί του Αλκιβιάδη. «Απόψε δεν υπάρχουν κανόνες. Υπάρχουμε μόνο εμείς, η νύχτα που μας καλύπτει και όσα τολμάμε να πάρουμε πριν φτάσει το λεωφορείο.»
Ενώ η συζήτηση γινόταν πιο έντονη o Αλκιβιαδης φαινόταν πολύ προβληματισμένος.
«Τι έγινε; Όλα καλά; Τι έπαθες και είσαι ξαφνικά σκεφτικός;» του λέει ο ιερέας. 
«Θα μου περάσει...κάτι σκεφτόμουν» απαντά ο Αλκιβιαδης.
Καταλαβαίνοντας τις ενστάσεις του Αλκιβιάδη ο ιερεας αυθόρμητα του λέει:«Νιώθεις πως σε ενοχλώ;» Δεν απαντάει ο Αλκιβιαδης μα ούτε μαζεύεται.
«Ούτε να σε φέρω και σε δύσκολη θέση θέλω.»
«Γιατί να με φέρεις σε δύσκολη θέση;»
«Ούτε να σε προβάλλω, σε προσβάλλω;» συνεχίζει ο ιερέας και το χέρι του έχει χουφτώσει για τα καλά το φούσκωμα του παντελονιού. Κοιτάζονται. Ήταν αρκετά έντονη η στιγμή! Ο ιερεας του είπε: «Μ' αρέσει πάρα πολύ αυτό που βλέπω και χαϊδεύω κι επειδή όπως είπα δε θέλω ούτε να σε ενοχλήσω, ούτε να σε προσβάλλω, άσε τουλάχιστον μόνο να το χαϊδεύω.»
«Και όταν σου αρέσει κάποιος τι κάνεις;» τον ρωτάει ο Αλκιβιάδης.
Η ανάσα του ιερέα κόλλησε για ένα δευτερόλεπτο. Η ερώτηση του Αλκιβιάδη έπεσε ανάμεσά τους βαριά, κοφτή και γεμάτη πρόκληση, διαπερνώντας την ψευδαίσθηση της οποιασδήποτε δήθεν αμηχανίας ή ηθικής αναστολής. Τα δάχτυλά του έσφιξαν ακόμα πιο βαθιά, πιο απαιτητικά πάνω στο πυρακτωμένο φούσκωμα του παντελονιού, νιώθοντας τους παλμούς του να χτυπούν μανιασμένα κάτω από την παλάμη του.
Ο ιερέας δεν απομάκρυνε το χέρι του· αντίθετα, έσκυψε ακόμα πιο κοντά, με το πρόσωπό του να απέχει ελάχιστα από του Αλκιβιάδη, ενώ τα μάτια του άστραφταν μέσα στο σκοτάδι από μια πρωτόγονη, απροκάλυπτη λαγνεία.
«Όταν μου αρέσει κάποιος, Αλκιβιάδη...» ψιθύρισε με φωνή βραχνή, σχεδόν κοφτή, καθώς η θερμότητα του σώματός του τον τύλιγε ολόκληρο, «δεν κρύβομαι πίσω από λέξεις, ούτε αφήνω τη στιγμή να χαθεί. Παίρνω αυτό που ποθούμε, χωρίς φόβο και χωρίς τύψεις.»
Έκανε μια μικρή, κοφτή παύση, αφήνοντας την απάντηση του να αιωρείται στον νυχτερινό αέρα, φορτισμένη με μια ηλεκτρισμένη προσμονή.
«Και εσύ...» συνέχισε, ενώ τα δάχτυλα του άρχισαν να κινούνται αργά, ρυθμικά, ασκώντας μια απολαυστική πίεση που διέλυε και τα τελευταία απομεινάρια της λογικής. «Εσύ τι κάνεις όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος μ' αυτό που θες, αλλά δεν τολμάς να το ομολογήσεις ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό;»....
«Μόνο τον χαϊδεύεις;» και του δείχνει με νόημα το καβάλο του! «Δεν κάνεις τίποτ’ άλλο;»
Ο ιερεας σήκωσε το κεφάλι, τον κοίταξε καλά, σα να θελε να ξεκρίνει τι ιδέες έχει ο Αλκιβιαδης μα φαίνεται δεν μπόρεσε να καταλάβει πολλά πράματα και κούνησε με περίσκεψη το κεφάλι του.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Αλκιβιάδης.
«Πολλές σκέψεις περνούν από το μυαλό μου. Τα πάντα είναι θέμα timing . Βρες τη σωστή στιγμή που θα έχουν ανάψει τα αίματα για να αρχίσεις τις πρόστυχες κουβέντες. Δυστυχώς, αν ο άλλος δε θέλει, απλά μένω εκεί.»
«Κακό αυτό!  Απλά πες αυτό που σκέφτεσαι όσο Kinky κι αν είναι. Δεν ισχύει αν σκέφτεσαι τι χρώμα έχει η Σελήνη!» 
Είπε γελώντας ο Αλκιβιαδης εκτός και αν ασκητεύεις. «Τη ξέρεις την ιστορία με τον ασκητή; Πάτερ;»
«Όχι για λεγε!»
«Τα συναξάρια λένε πως ένας ασκητής μια φορά, είδε μια γυναίκα, σκανταλίστηκε, πήρε ένα μπαλτά και ξέρεις τι έκανε…»
Παύση και οι δύο.
«Σαν πολύ Καζαντζάκη μου διαβάζεις φίλε μου. Δίκιο είχε ο Ζορμπάς που έλεγε  «Τον κακό του τον καιρό! που μάντεψε τι θα λεγε ο γραφιάς. Αυτό να κόψει! να χαθεί ο κουτεντές! Μα αυτό το βλογημένο ποτέ δεν εμποδίζει…»
«Πώς! επέμεινε ο Αλκιβιαδης παίρνοντας το μέρος του γραφιά. Εμποδίζει, και πολύ μάλιστα.»
«Σε τι;» αντιλέγει ο ιερεας σαν άλλος Ζορμπάς.
«Να μπεις στη βασιλεία των ουρανών.» Επιμένει ο Αλκιβιάδης σαν άλλος γραφιάς.
Ο ιερέας σαν άλλος Ζορμπάς τον λοξοκοίταξε κοροϊδευτικά.
«Μα αυτό, είπε, κουτέ, είναι το κλειδί για τον Παράδεισο, και πίστεψε με, οι αυθεντικές Πύλες του Παραδείσου, είναι ο ανδρικός κώλος που κλονίζει και αναστατώνει παραμένοντας μακριά από τη δημόσια θέα!»
Ο Αλκιβιάδης ξέσπασε σε ένα χαμηλό, πνιχτό γέλιο που δονούσε το στήθος του, καθώς τα λόγια του ιερέα έπεσαν σαν τολμηρή, αιρετική σταγόνα στη σιωπή της νύχτας. Η αναλογία του Ζορμπά και του γραφιά είχε απογυμνώσει κάθε ιεροπρέπεια, αφήνοντας γυμνή την πιο πρωτόγονη, ανθρώπινη αλήθεια.
«Ο Ζορμπάς σου μέσα, πάτερ...» του είπε ο Αλκιβιάδης, με το βλέμμα του να αστράφτει στο ημίφως, καθώς ένιωθε το χέρι του ιερέα να συνεχίζει να ασκεί μια επίμονη, θερμή πίεση χαμηλά στο σώμα του. «Αλλά ξέρεις κάτι; Ίσως να έχεις δίκιο. Ο Παράδεισος, τελικά, δεν κερδίζεται με την άρνηση, αλλά με την ολοκληρωτική παράδοση σε ό,τι μας καίει.»
Ο ιερέας χαμογέλασε πλατιά, ένα βλέμμα γεμάτο πονηριά και αχαλίνωτο πάθος που δεν χωρούσε πια πίσω από κανένα ράσο. Η απόσταση ανάμεσα τους είχε εκμηδενιστεί τελείως.
«Ακριβώς, φίλε μου» ψιθύρισε ο ιερέας, πλησιάζοντας το πρόσωπό του τόσο κοντά, που η ανάσα του μπερδευόταν με τη δική του. «Κι αφού οι Πύλες είναι εδώ, μπροστά μας... ποιος ο λόγος να κοιτάζουμε τον ουρανό;»
Στα χείλη του Αλκιβιάδη του ήρθε να του πει του ιερέα πως θα έδειχνε ωραίος γυμνός και ξαπλωμένος  αλλά «κρατήθηκε». Το μυαλό του είχε κολλήσει στην ιδέα τι ωραία θα ήταν να έχει το λυγερό κορμί του ιερέα αγκαλιά και ήταν κούκλος με το μαύρο Μάο πουκάμισο  μέσα από το ράσο του. Τρελάθηκε στην ιδέα και με τον πέος του να ξυπνάει στη σκέψη του τι θα μπορούσε να συμβεί σύντομα αν είχε καταλάβει σωστά και δεν παρεξηγούσε τα λεγόμενα του. Ο ιερεας παίρνοντας περίσσιο θάρρος απ' την έλλειψη αντίδρασης του Αλκιβιάδη το εκλαμβάνει ως σιωπηλή συναίνεση και πράσινο φως για να προχωρήσει σε πιο έντονες ή τολμηρές χειρονομίες σεξουαλικού χαρακτήρα, αγγίζοντας τον  πάνω από τα ρούχα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, σε μια κλιμάκωση της ερωτικής σωματικής επαφής, όπου η σιωπή του Αλκιβιάδη ερμηνεύεται από τον ιερέα ως αποδοχή και ενθάρρυνση για τη συνέχεια της πράξης του. Ο Φαλλός του Αλκιβιάδη άρχισε να συσπάται και να γίνεται πιο σκληρός.
Το άγγιγμα του ιερέα πάνω από το ύφασμα εντείνει το στοιχείο του αισθησιασμού του, καθώς η επαφή του είναι άμεση αλλά ταυτόχρονα του δημιουργεί μια αίσθηση ανυπομονησίας για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Η αναπνοή του έγινε πιο βαριά καθώς η ζεστασιά του χεριού του  διαπερνούσε το ρούχο. Κάθε του κίνηση του ιερέα ήταν αργή, γεμάτη πρόθεση, εντείνοντας την προσμονή ανάμεσά τους. ο Αλκιβιαδης  έκλεισε τα μάτια, παραδιδόμενος στην αίσθηση, ενώ η απόσταση ανάμεσα τους έμοιαζε να εκμηδενίζεται κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε.
Πίσω από τον ψηλό φράχτη ακούστηκαν κορναρίσματα παρατεταμένα, φωνές και φασαρία, το λεωφορείο με τους εκδρομείς είχε αφιχθεί......
Η φασαρία έξω από τον φράχτη έκοψε τη στιγμή απότομα, σαν κοφτερό μαχαίρι. Οι κόρνες και οι χαρούμενες φωνές των συνεπιβατών έφεραν πίσω την πραγματικότητα, γκρεμίζοντας μονομιάς τον πυκνό, απομονωμένο κόσμο που είχαν χτίσει οι δυο τους πάνω στο ξύλινο παγκάκι.
Ο ιερέας αποσύρθηκε αστραπιαία, ισιώνοντας τα ράσα του με μια γρήγορη, σχεδόν μηχανική κίνηση, ενώ το μαύρο Μάο πουκάμισο φάνηκε καθαρά κάτω από το ανοιχτό ύφασμα, δίνοντάς του ξανά την
αυστηρή του εικόνα. Το βλέμμα του όμως, όταν συναντήθηκε για τελευταία φορά με του Αλκιβιάδη, έκρυβε όλη την ένταση και την υπόσχεση εκείνων των λίγων λεπτών κάτω από το φεγγάρι.
Ο Αλκιβιάδης πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της λογικής του και να εξαφανίσει το εμφανές φούσκωμα από το παντελόνι του, καθώς τα φώτα από τους προβολείς του λεωφορείου έλουσαν το προαύλιο.
 «Έφτασαν...» μουρμούρισε ο Αλκιβιάδης χαμηλόφωνα, με τη φωνή του να τρέμει ελαφρά από την αδρεναλίνη και το ανικανοποίητο πάθος που ζητούσε διέξοδο.
Το παιχνίδι μόλις είχε ανέβει επίπεδο, και η νύχτα υποσχόταν πως τίποτα πια δεν θα έμενε κρυφό.
Η ατμόσφαιρα στο προαύλιο γέμισε ξαφνικά από τις χαρούμενες φωνές και τα γέλια των εκδρομέων που κατέβαιναν από το λεωφορείο, κουβαλώντας τη ζεστασιά και τη γαλήνη μιας πετυχημένης προσκυνηματικής εκδρομής. 
Μέσα στο γενικότερο ανακάτεμα, η Ανδρομάχη ξεχώριζε αμέσως. Η κομψότητά της, ο αέρας της απόλυτης θηλυκότητας και η χάρη με την οποία κινήθηκε προς το μέρος του Αλκιβιάδη έσβησαν στη στιγμή κάθε άλλη σκέψη.
«Κατεβαίνει!» του είχε ψιθυρίσει ο ιερέας λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα, με το βλέμμα του να κρύβει μια περίεργη, διπλή φλόγα.
Και τώρα, η Ανδρομάχη ήταν στην αγκαλιά του. Τα χέρια της τυλιγμένα σφιχτά γύρω από τον λαιμό του, η ανάσα της ζεστή και λαναρισμένη πάνω στο δέρμα του, να του ψιθυρίζει πόσο της είχε λείψει. 
Ο Αλκιβιάδης την έσφιξε πάνω του, νιώθοντας την οικεία, αγαπημένη της μυρωδιά να μπλέκεται με το ρετσίνι του πεύκου και τη νυχτερινή δροσιά.
Όμως, παρότι τα χέρια του την κρατούσαν με τόση τρυφερότητα, το μυαλό του δεν μπορούσε να αποκοπεί από όσα είχαν προηγηθεί μόλις λίγα λεπτά πριν, κάτω από τη σκιά του ίδιου δέντρου. Τα λόγια του ιερέα, η ζεστή πίεση του χεριού του στον μηρό του, οι τολμηρές εικόνες και η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στροβιλίζονταν στο κεφάλι του σαν μεθυστικός καπνός.
Καθώς η Ανδρομάχη συνέχιζε να τον φιλάει απαλά στον λαιμό, ο Αλκιβιάδης έστρεψε αδιόρατα το βλέμμα του προς το μέρος του ιερέα. Εκείνος στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, διορθώνοντας με μια τυπική, αυστηρή κίνηση τα ράσα του, αλλά τα μάτια του , σκοτεινά και διαπεραστικά κάτω από το φεγγάρι, είχαν καρφωθεί πάνω τους. Ένα σχεδόν αδιόρατο, πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών του παπά, υπενθυμίζοντας σιωπηλά στον Αλκιβιάδη ότι το παιχνίδι της νύχτας 
μόλις είχε αρχίσει και κανείς τους δεν ήταν πια ασφαλής από τα ίδια του τα πάθη.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι
Click to Open

Unrequited Passion

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part: 1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).
..Πίσω στην Αθήνα το ίδιο σαββατόβραδο ο Αλκιβιάδης ατενίζοντας τα αστέρια στο νυχτερινό Αττικό ουρανό βιώνει «βουβό», το αίσθημα της μοναξιάς του σε μια φορτισμένη συναισθηματική κατάσταση, έχοντας έντονες νυχτερινές αϋπνίες, και οι αϋπνίες ως ένας «αγωγός» τον ταξίδευαν στα μονοπάτια της μνήμης.  Απόψε η αϋπνία για εκείνον δεν είναι απλώς έλλειψη ύπνου, η αϋπνία του μετατρέπεται σε έναν «αγωγό», και τον μεταφέρει σ' έναν χώρο όπου ο χρόνος ρευστοποιείται και τα «αν» της ζωής του απόψε παίρνουν μορφή. Ο νυχτερινός ουρανός, με το αχανές και «βουβό» του μέγεθος, γίνεται ο καθρέφτης της εσωτερικής του ερημιάς, τονίζοντας το μέγεθος των ανομολόγητων επιθυμιών του.
Η νύχτα και η μοναξιά του απογυμνώνουν τις άμυνες του. 
Στο σκοτάδι, οι μνήμες δεν είναι απλές σκέψεις, είναι ολοζώντανες παρουσίες που τον αναγκάζουν να επαναξιολογήσει τις επιλογές του. 
Ενώ στη Θεσσαλονίκη οι δύο γυναίκες «ξεκλείδωσαν» τον εαυτό τους μέσα από το πάθος, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να είναι «κλειδωμένος» μέσα στον αναστοχασμό του. Η Ανδρομάχη, μία πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας που αγκαλιάζει το παρόν και το σώμα, και η άλλη η δική του που παλεύει με τις σκιές του παρελθόντος. Καθώς ο Αλκιβιάδης περιπλανιέται στα μονοπάτια της μνήμης του, υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο και μια αναπάντεχη συνάντηση που λειτούργησε ως καταλύτης ανατρέποντας την εσωτερική του ισορροπία. Είναι εντυπωσιακό πώς το ίδιο Σαββατόβραδο, ενώ η Ανδρομάχη βιώνει στη Θεσσαλονίκη μια κορύφωση απελευθέρωσης και υπέρβασης, ο Αλκιβιάδης στην Αθήνα βρίσκεται σε μια κατάσταση «παράλυσης» λόγω ενός συναισθήματος που επανέρχεται στη ζωή του με ορμή. 
Η επανεμφάνιση μιας παιδικής φίλης της Ανδρομάχης με τον σημερινό κόσμο του Αλκιβιάδη προσθέτει μια μοιραία διάσταση στις αϋπνίες του. Υπάρχει μια σχεδόν «συνωμοτική» αίσθηση σε αυτό που του συμβαίνει. Τα «θαμμένα» συναισθήματα του αποδεικνύονται πως είναι ακόμη ζωντανά. Δεν πρόκειται για μια απλή ανάμνηση, αλλά για μια «ανασκαφή» συναισθημάτων που, τον κατακλύζουν με μια αίσθηση μυστικού και ανησυχητικού ταυτόχρονα. 
Η πάλη απόψε του Αλκιβιάδη, το γεγονός ότι ο νους του γνωρίζει πως «θα έπρεπε» να σταματήσει, αλλά η επιθυμία του επιβάλλεται, δείχνει την αδυναμία του θνητού μπροστά στις παρορμήσεις που μας λέει ο Ευριπίδης. Ο Αλκιβιάδης νιώθει δέσμιος μιας «αυτόματης» λειτουργίας του μυαλού, όπου η σκέψη της συγκεκριμένης γυναίκας γίνεται το μοναδικό κέντρο βάρους γι αυτόν απόψε. Ενώ οι γυναίκες στη Θεσσαλονίκη αποφασίζουν να «αφεθούν» και να αποδεχτούν την επιθυμία τους, ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια φάση εσωτερικής σύγκρουσης, προσπαθώντας να διαχειριστεί το βάρος αυτής της «κολλημένης» σκέψης που τον στερεί από την ηρεμία του. 
Είναι σαν ο Αλκιβιάδης να βρίσκεται στην απέναντι όχθη. Η Ανδρομάχη γιορτάζει το «είναι» της στο παρόν, ενώ ο Αλκιβιάδης βασανίζεται από το «θα μπορούσε να είναι» του παρελθόντος. Λένε πως ο έρωτας δεν έρχεται ως επισκέπτης που χτυπά την πόρτα, αλλά ως δύναμη κατοχής που επιβάλλεται και αναδιοργανώνει το εσωτερικό μας τοπίο. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μια κατάσταση συναισθηματικής παλινδρόμησης. Νιώθει απόψε αυτό το ρομαντικό συναίσθημα γι αυτή τη γυναίκα με τον ψυχισμό ενός εφήβου, που αναζητά συχνά το ρομαντικό, το ιδανικό και το απρόοπτο, αποφεύγοντας την πεζή καθημερινότητα.  
Ο «ψυχισμός του εφήβου» λειτουργεί ως καταφύγιο από την «πεζή καθημερινότητα» που τόσο απεχθάνεται. Δεν είναι μόνο ότι τη σκέφτεται. Είναι ότι η παρουσία της μέσα του έχει εκτοπίσει κάθε άλλη λογική σκέψη. Έχει μετατραπεί σε μια «κυριαρχική» οντότητα που δεν του αφήνει περιθώριο για ηρεμία. Ενώ ο Αλκιβιάδης είναι ανήμπορος να αντισταθεί, η ίδια η φύση αυτής της «εφηβικής» αναζήτησης του δίνει μια ζωντάνια. Είναι μια γλυκιά αγωνία. Μέσα στον βουβό του κόσμο, αυτό το συναίσθημα είναι ίσως το πιο «ζωντανό» πράγμα που είχε να νιώσει εδώ και καιρό και ήρθε να του ταράξει τα νερά.
Η εικόνα της Βαλερίας, που παραμένει «αιθέρια» και αναλλοίωτη σαν όνειρο, φωτίζει απόψε το κεντρικό του δίλημμα. Την άρνηση να συμβιβαστεί με τη φθορά του χρόνου. Για τον Αλκιβιάδη, η Βαλερία δεν είναι απλώς μια γυναίκα, είναι ο χρόνος που γυρίζει πίσω. Είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου τα πάντα ήταν δυνατά, όπου η αναζήτηση της ζωής δεν είχε ακόμη «στραγγιστεί» από τον κυνισμό και την ασφάλεια της ρουτίνας. Το γεγονός ότι τη βλέπει «ίδια» μετά από χρόνια, υποδηλώνει ότι ο Αλκιβιάδης την έχει εξιδανικεύσει. Την έχει τοποθετήσει σε ένα βάθρο όπου ο χρόνος δεν την αγγίζει, γεγονός που κάνει την επιθυμία του ακόμη πιο έντονη και ταυτόχρονα πιο απομακρυσμένη από την πραγματικότητα. Η καθημερινότητα των σαράντα και πλέον ετών, του φέρνει συχνά μια απογοήτευση και μια πεζή λογική που η Βαλερία, εμφανιζόμενη ξαφνικά, την ανατρέπει και λειτουργεί ως αντίδοτο. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Αλκιβιάδης νιώθει «ζωντανός» με εκείνον τον εφηβικό, ανήσυχο τρόπο που είχε ξεχάσει ότι κατέχει. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της Ανδρομάχης στη Θεσσαλονίκη, πίσω γι αυτόν στην Αθήνα, η Βαλερία είναι ο «αστάθμητος παράγοντας» που απροσδόκητα εμφανίστηκε και η παρουσία της γίνεται απειλή στο status quo της ζωής του. 
Στη Θεσσαλονίκη, η Ανδρομάχη ζει μια «επανάσταση του σώματος» με τη Ναυσικά, ενώ στην Αθήνα, ο Αλκιβιάδης ζει μια «επανάσταση του πνεύματος» αναζητώντας τη Βαλερία. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν την ανάγκη του ανθρώπου να ξεφύγει από την πεζότητα και να αγγίξει το απόλυτο, είτε αυτό είναι σαρκικό είτε ιδεατό. Στα σαράντα του, ο Αλκιβιάδης φαίνεται να έχει φτάσει σε μια βαθιά εσωτερική αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων. Μοιάζει να έχει απορρίψει την «αρετή» ως μια κατασκευασμένη, άυλη έννοια που εξυπηρετεί άλλους σκοπούς, προτιμώντας το «χειροπιαστό» της ηδονής. Η ιδέα ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι το «πάθος στο οποίο υπάγονται όλα τα άλλα» δίνει στον Αλκιβιάδη μια κεντρική πυξίδα. Για εκείνον, ο έρωτας δεν είναι απλώς μια συναισθηματική έκφανση, αλλά η πρωταρχική κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης. Θεωρώντας την αρετή ως κάτι που δεν προσφέρει «άμεση ικανοποίηση στις αισθήσεις», ο Αλκιβιάδης τοποθετεί τον εαυτό του εκτός του πλαισίου της «ορθής» κοινωνικής συμπεριφοράς. 
Η «αιθέρια» Βαλερία, λοιπόν, για τον Αλκιβιάδη δεν είναι απλώς μια γυναίκα, αλλά η ενσάρκωση αυτού του ηδονιστικού ιδεώδους. Αν εκείνη είναι η πηγή της νεότητας και της αίσθησης, τότε η επιθυμία του για εκείνη είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της κοσμοθεωρίας του. Καθώς ο Αλκιβιάδης εδραιώνει αυτή τη φιλοσοφία στο μυαλό του, νιώθει πως η «αρετή ως αφηρημένη έννοια» τον εμποδίζει τελικά να συνδεθεί με τον «γήινο» κόσμο που εκείνη πιθανόν εκπροσωπεί.
....Η μέρα του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά, με όλες τις συνήθειες της, τους εξαναγκασμούς και τις μικρές απολαύσεις της, και συνήθως, όταν η μέρα μας ξεκινά έτσι, μας προετοιμάζει για κάτι που «μια φορά κι έναν καιρό σε έναν τόπο όχι πολύ μακριά από εδώ, εκεί που ο ουρανός ενώνεται με τη θάλασσα και τα όνειρα μοιάζουν με πραγματικότητα......»  και ξαφνικά αλλάζουν τα δεδομένα με το αναπάντεχο, σχεδόν παραμυθένιο ξέσπασμα που ακολούθησε στη μέρα. 
Ήταν η αίσθηση του αέρα που μέχρι πριν συναντήσει αυτή τη γυναίκα ο χώρος του που μύριζε κλεισούρα της τακτοποιημένης ζωής του, ξαφνικά πλημμύρισε με την αλμύρα μιας θάλασσας που δεν υπήρχε εκεί. Η λογική του, η ρουτίνα του, η συνήθεια της ζωής του που μόλις πριν λίγα λεπτά θεωρούσε δεδομένα, άρχισαν να διαλύονται σαν παλιά χειρόγραφα στον άνεμο. Μια τυχαία συνάντηση θα τον έφερνε αντιμέτωπο με μια γυναίκα από το παρελθόν που την θεωρούσε ξεχασμένη. Η μοναξιά, που μέχρι εκείνη την ώρα λειτουργούσε ως προστατευτικό περίβλημα, ξαφνικά έγινε διαφανής. Το Σάββατο, αντί να προσφέρει την καθιερωμένη του άφεση από τα βάρη της εβδομάδας, λειτούργησε σαν ένας άδειος καμβάς πάνω στον οποίο άρχισε να προβάλλεται, με τρομακτική διαύγεια, η παρουσία της και ήταν μια ζωντανή υπενθύμιση του πόθου που είχε «θαφτεί» κάτω από την επιφάνεια του χρόνου και της καθημερινότητας.. 
Ήταν το Φάντασμα που έγινε Σάρκα. Εκείνη, η εφήμερη ηρωίδα του ανικανοποίητου πάθους του, φάνταζε να μην έχει αλλάξει, ενώ εκείνος ένιωθε το βάρος όλων των ετών που μεσολάβησαν. Σε ένα δευτερόλεπτο, η μοναξιά του έπαψε να είναι επιλογή. Η συνάντηση αυτή τον ανάγκασε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια. Η επιθυμία του δεν είχε ξεχαστεί, απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να διεκδικήσει το μερίδιό της στην πραγματικότητά του. Υπάρχουν πρόσωπα που κουβαλάμε μέσα μας σαν ανοιχτές πληγές, τις καλύπτουμε με τη ρουτίνα, τις νανουρίζουμε με τη λήθη, αλλά μόλις αντικρίσουμε ξανά το βλέμμα τους, ο χρόνος υποχωρεί και η πληγή αρχίζει να αιμορραγεί ξανά, σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα. Καθώς οι δυο τους βρέθηκαν εκεί, στον ίδιο χώρο, το ερώτημα που αιωρείτο δεν ήταν αν θα μιλήσουν, αλλά αν εκείνη ήταν όντως εκεί ή αν ήταν μια προέκταση του ονείρου του που είχε αρχίσει να εισβάλλει στην πραγματικότητα του.
Το αντικείμενο του πάθους είναι μια παλιά οικογενειακή τους φίλη, η γοητευτική Βαλερία με την απαράμιλλη κομψότητα της. Η Βαλερία δεν ήταν απλώς μια γνώριμη, ήταν μια παρουσία που κουβαλούσε πάνω της το άρωμα μιας άλλης εποχής, μια γυναίκα που η κομψότητά της λειτουργούσε ως καμβάς για τις πιο τολμηρές του φαντασιώσεις. Το γεγονός ότι ήταν «οικογενειακή φίλη» προσέδιδε στην κατάσταση εκείνη την απαγορευμένη γοητεία που κάνει τον πόθο να καίει ακόμα πιο έντονα, μετατρέποντας την ανάμνηση της σε μια εμμονή που εισέβαλε βίαια στο καθεστώς της μοναξιάς του. Η λογική, που μέχρι τότε τον κρατούσε σε μια ασφαλή απόσταση από τα συναισθήματά του, υποχώρησε μπροστά στην ορμή του σώματος. Η Βαλερία δεν ήταν πια η φίλη της οικογένειας. Ήταν η γυναίκα της οποίας το δέρμα φανταζόταν κάτω από τα δικά του δάχτυλα, η γυναίκα των οποίων τα χείλη θα μπορούσαν να σβήσουν κάθε αμφιβολία και κάθε κενό που ένιωθε. Ο πόθος δεν ήταν πια μια νοητική εικόνα· ήταν μια φυσική κατάσταση. 
....Ο Αλκιβιάδης άνοιξε τα μάτια του στις επτά και δέκα. Τον είχε ξυπνήσει η καμπάνα της μικρής εκκλησίας τους, η μέρα φάνταζε ωραία, ηλιόλουστη, κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτεί, μια και το φθινόπωρο ήταν προ των πυλών. Ως συνήθως, τεντώθηκε απλώνοντας τα χέρια του στο κρεβάτι τα σεντόνια ήταν κρύα. Η Ανδρομάχη η εδώ και δέκα πέντε χρόνια σύντροφος του, είχε ήδη αποδράσει από χθες Παρασκευή πρωί για τη τριήμερη εκδρομή  της.   
Πήγε στο μπάνιο, έκανε την πρωινή του τουαλέτα έπλυνε τα δόντια του, μετά πήγε στο δωμάτιο έβγαλε τις πιτζάμες του και έβαλε ρούχα εργασίας κήπου. 'Έφτιαξε το πρωινό καφέ του, πήγε βόλτα το σκύλο, καθάρισε το κλουβί με τον παπαγάλο άνοιξε το Κομπιούτερ και  έλεγξε τα  Εmail του. Ο Αλκιβιάδης αυτό το ΠΣΚ ζει τη προσωρινά εργένικη ζωή του χαλαρός και νηφάλιος. Ξεκινώντας η μέρα του χωρίς αναταράξεις σαν να βρισκόταν σε ήρεμα νερά, ήταν η Ανδρομάχη του που του προκάλεσε μια ανησυχία! Συνήθως όταν απουσίαζε τον έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο απ' τα άγρια χαράματα να μιλήσουν, να έχουν επαφή. Σήμερα ασυνήθιστο περνούσε η ώρα, ανέβηκε ο ήλιος και το τηλέφωνο δεν κτύπησε! Την πήρε πρώτος εκείνος και το τηλέφωνο δεν του απαντούσε. Ανησύχησε! Την πήρε και πάλι, άργησε να το σηκώσει και όταν το σήκωσε του δικαιολογήθηκε πως την πήρε βαθιά ο ύπνος γιατί από βραδύς τη ταλαιπώρησαν οι κολικοί της! 
Ο Αλκιβιάδης ανησύχησε και αναστατώθηκε που η Ανδρομάχη του βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα τέτοιο δυσάρεστο γεγονός μα η ίδια τον καθησύχασε, λέγοντάς του πως όλα είναι καλά και ήταν κάτι περαστικό και πάει της πέρασε! Τον διαβεβαίωσε πως ήδη ένιωθε πολύ πιο ευχάριστα αναμένοντας τις προγραμματισμένες εξόδους σ’ αυτή την τριήμερη «απόδραση» της που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην καλή της διάθεση, και της προσφέρουν μία ανάλαφρη διάθεση ελευθερίας και παράλληλα θα ξεδώσει, θα εκτονωθεί, και θα αποβάλει άγος, νεύρα και φυσικά την κακή διάθεση.
«Ανδρομάχη Μωρό μου! Με έκανες ν’ ανησυχήσω. Καλά εγώ έλειπα από δίπλα σου! Ο ρασοφόρος ο φίλος μας που ήταν να σου συμπαρασταθεί στη ταλαιπωρία σου; Η Ναυσικά;!»
«Η Ναυσικά ο Θεός να την έχει καλά, χάρις την αδελφική φιλία που μας ενώνει μου συμπαραστάθηκε στις ιδιαίτερες αυτές στιγμές μου με αλληλεγγύη και εχεμύθεια αγάπη μου! Ευτυχώς που ήταν κάτι περαστικό, μπορεί να με ταλαιπώρησε αλλά σημασία έχει που στο τέλος όλα πήγαν καλά! Ήταν κάτι που το έζησα πολύ έντονα τη νύχτα αλλά δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε και εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς αγάπη μου γιατί έχω βρει το κατάλληλο καταπραϋντικό και να τώρα με την κουβέντα μας καθυστερώ να πάρω πάλι τη δόση μου στην ώρα της!»
«Ναι έχεις δίκιο αγάπη μου να μην σε καθυστερώ, και σε παρακαλώ Ανδρομάχη μου να προσέχεις τον εαυτό σου και να μη μου ταλαιπωρείσαι! Άλλωστε το ταξίδι το έκανες για να ξεδώσεις από τα καθημερινά. Ο καιρός πως είναι στη Θεσσαλονίκη;»   
«Εντάξει αφού το είπαμε αυτό, ότι και να ήταν πάει και πέρασε! Καλά είμαι τώρα και σ΄ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου. Ο καιρός είναι τέλειος αν και η πρόγνωση αναφέρει βροχή. Εσύ πως είσαι αγάπη μου; Για πες μου, σου λείπω;»
«Καλά είμαι αγάπη μου απλά μου λείπεις αλλά εσύ μη το σκέφτεσαι κοίτα να περνάς όμορφα και μη σε νοιάζει εγώ εδώ είμαι και θα σε περιμένω να μου πεις ωραίες και πολλές ιστορίες του ταξιδιού σου! Φιλιά πολλά!.»
«Κούκλε μου! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε. «Ποσό σε λατρεύω όταν είσαι τόσο χαλαρός και τρυφερός μαζί μου ! Σου στέλνω πολλά φιλιά.» 
Η αλήθεια είναι πως όταν ο Αλκιβιαδης ακούει τη φωνή της Ανδρομάχης, ειδικά η φωνή της στο τηλέφωνο νιώθει μια ευχαρίστηση. Η θύμηση αυτής της φωνής τον ευχαριστεί, αφού είναι η φωνή του προσώπου που αγαπά. Η φωνή της Ανδρομάχης είναι πολύ ηχηρή, ζεστή, ο τρόπος που λέει. «Εμπρός, η Ανδρομάχη είμαι,» όλα αυτά τα απροσδιόριστα πράγματα. Και όντως, υπάρχει μια πολύ φευγαλέα ευχαρίστηση στη θύμηση αυτής της φωνής και ειδικά τώρα που είναι στη μοναξιά του.
....... Και όμως! Σαν κάτι απροσδιόριστο να τον προβληματίζει σήμερα τον Αλκιβιάδη! Λίγο περίεργα μου τα λέει η Ανδρομάχη μου! Εντάξει για δέκα πέντε χρόνια παντρεμένοι πολύ καλά τα πάμε στη σχέση μας. Όταν όμως ξαφνικά «ξεχνάει» να σε πάρει τηλέφωνο και στο καπάκι πριν κλείσει το τηλέφωνο θυμήθηκε με έμφαση να σου πει πως σε «λατρεύει» λογικά σου δημιουργεί αντικρουόμενα συναισθήματα και ταυτόχρονα καταιγισμό από αρνητικές σκέψεις.» Μουρμούρισε προβληματισμένος ο Αλκιβιάδης κλείνοντας το τηλέφωνο! «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αυτά που λέει είναι αυτά που κάνει! Το μόνο σίγουρο είναι οι  εικασίες που έχεις. Γιατί στις εικασίες με τον εγκέφαλο βλέπεις και όχι με τα μάτια! Σκέψου Αλκιβιάδη σε τι πέλαγος άγνοιας κολυμπάς όταν αυτά που σου καλλιεργεί στον εγκέφαλο δεν είναι και τόσο σίγουρο ό,τι είναι έτσι όπως λέγονται! Βιάζεται λέει να πάρει το γιατρικό της!» Ύποπτο του φαίνεται! Συγκρατήθηκε όμως, αντιστάθηκε στον πειρασμό γιατί σε κάτι τέτοιες στιγμές προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί της. Τι να κάνει Σαββάτο πρωί! Να Ανοίξει κουβέντα με επιχειρήματα; Καλά κρασιά, επτά-μηδέν θα λήξει το σκορ εις βάρος του και θα τρώει και τι γκρίνια της για κάνα τριήμερο. Οπότε δεν έχει κανένα νόημα, να μπει σε κουβέντα με την Ανδρομάχη, τσάμπα χαμένος χρόνος αν υπάρχει διαφωνία. Δεν πρόκειται ποτέ να βρει άκρη. Της λέει «ναι αγάπη μου δίκιο έχεις» και καθάρισε. Απλά τρώει λίγη ώρα μέχρι να το πει, γιατί οι γυναίκες γενικά δεν αποδέχονται την εύκολη παράδοση. Τον θέλουν τον τσακωμό. Όπως θα 'θελαν αν μπορούσαν το κομμωτήριο, το μανικιούρ και το πεντικιούρ σε καθημερινή βάση. Το κομμωτήριο κι ο τσακωμός δεν είναι μια συνήθεια, είναι DNA. Δεν θέλουν να κερδίσουν το μπρα ντε φερ με μία κίνηση. Δεν γίνεσαι πειστικός Αλκιβιάδη. Το κάνεις όπως κάνουν αυτές τον ψεύτικο οργασμό. Δυσθυμείς, βογκάς, διαφωνείς και μετά παραδίνεσαι. Γι αυτό Αλκιβιάδη δώσε δύο-τρία λεπτά από το χρόνο σου. Αυτή είναι, σύμφωνα με τον σοφό παππού του, η καλύτερη συμβουλή αν θέλει να μην του τα ζαλίζει όλη την ώρα η γυναίκα του. Το τι θα κάνει τελικά είναι μια άλλη υπόθεση. Θα ξαναβγεί με τους κολλητούς του, θα ξαναστάξει το κατούρημα στη λεκάνη, θα ρίξει καφέ στο πάτωμα, θα συνεχίσει να κοιτά τον κώλο της κάθε Τζένιφερ Λοπέζ -απλά δεν θα το λέει. 
«Ναι αγάπη μου, έχεις δίκιο, εγώ φταίω!». Αυτό είναι το τρίπτυχο της ευτυχίας. Ο Αλκιβιάδης το έχει εμπεδώσει!
...Κατά τ’ άλλα, το Σάββατο του είχε ξεκινήσει φυσιολογικά. Ήταν εκείνες οι γνώριμες συνήθειες που τον κρατούσαν όρθιο: το πρώτο καφέ στη βεράντα, η αίσθηση του χαρτιού, οι μικροί εξαναγκασμοί που επέβαλε στον εαυτό του για να νιώθει ότι ελέγχει τον χρόνο. Απολάμβανε τις μικρές ιεροτελεστίες του με μια σχεδόν εμμονική προσήλωση, λες και αν τηρούσε το πρόγραμμα, θα μπορούσε να αναχαιτίσει το χάος που τον περίμενε παρακάτω.
Με τα χέρια ακόμα λερωμένα από το χώμα του κήπου –ένα «σκάλισμα» που είχε λειτουργήσει σαν ψυχολογική αποσυμπίεση– ο Αλκιβιάδης κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Το laptop άνοιξε, η οθόνη φώτισε το πρόσωπό του και τα ακουστικά απομόνωσαν τον έξω κόσμο, αφήνοντας μόνο τη φωνή της Σινέντ Ο' Κόνορ να γεμίζει το «Nothing Compares 2 U» το δωμάτιο.
Εκεί, μέσα στη δική του ψηφιακή φούσκα, το blog του έγινε το πεδίο όπου διοχέτευε όλη του την ένταση. Με επιδέξια δάχτυλα, άρχισε να πλέκει λέξεις, αναζητώντας εκείνο το ακριβές «γαργαλιστικό» επίθετο που θα παγίδευε τους αναγνώστες του. Ήταν ένα παιχνίδι: το blog ήταν το δόλωμα, η ζωή του η πρώτη ύλη και οι αναγνώστες του οι άβουλοι αποδέκτες της επιθυμίας του.
Έγραφε για πόθους, για προδοσίες, για «αδέσποτους» και για έρωτες που καίνε, μετατρέποντας τις ερωτικές φαντασιώσεις για την Ανδρομάχη του σε λογοτεχνική σαγήνη. Η μέρα κυλούσε γρήγορα, δημιουργικά, και καθώς οι λέξεις έρεαν, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι, έστω και εικονικά, είχε τον έλεγχο – όσο οι αναγνώστες του «καταβρόχθιζαν» τις ιστορίες του, εκείνος γινόταν ο σκηνοθέτης του δικού του πάθους. Η έμπνευση είχε στερέψει, αφήνοντας πίσω της μόνο το ψηφιακό ίχνος των ιστοριών που μόλις είχε δημιουργήσει. Ο Αλκιβιάδης ένιωσε την ανάγκη να αποδράσει από το τραπέζι της κουζίνας. Το σπίτι, αν και γεμάτο, του φάνταζε ξαφνικά ασφυκτικό. 
Το ψυγείο του ήταν «φίσκα», όπως πάντα, αλλά το να καταφύγει σε κάτι κατεψυγμένο του φαινόταν σαν μια υποχώρηση, μια έκπτωση στην ποιότητα που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει. Για τον Αλκιβιάδη, η διατροφή δεν ήταν απλώς βιολογική ανάγκη, ήταν η ηθική του γραμμή. Ένα ισορροπημένο, άπαχο γεύμα ήταν ο μόνος τρόπος να διατηρήσει την πνευματική του διαύγεια και το ηθικό του ακμαιότατο. Έτσι, βγήκε στον δρόμο, με τον ήλιο να τον χτυπά στο πρόσωπο, κατευθυνόμενος προς το γνωστό super market βιολογικών προϊόντων της περιοχής. Εκεί, ανάμεσα στα προσεγμένα ράφια, αναζήτησε το ιδανικό «γεύμα στο πόδι». Κάθε κουτί φαγητού, όμορφα τοποθετημένο, υποσχόταν όχι μόνο γεύση, αλλά και μια αίσθηση τάξης. Ήταν η δική του μικρή νίκη ενάντια στο χάος που ένιωθε να παραμονεύει.
Ο Αλκιβιάδης στάθηκε μπροστά στη τζαμαρία, παρατηρώντας τη φιγούρα του να καθρεφτίζεται στην αντηλιά. Το βαθύ κούρεμα, τα «ξεφτισμένα» μοκασίνια, το πρόχειρο ντύσιμο που τελικά κράτησε... όλα έμοιαζαν να συνθέτουν μια εικόνα που δεν τον κολάκευε καθόλου. «Να τον κλαίνε οι ρέγγες», σκέφτηκε με μια δόση κυνικής αυτοειρωνείας, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στον «εαυτό» που είχε πλάσει στο blog του και σε αυτόν τον άντρα που έβλεπε μπροστά του, έγινε ξαφνικά χαοτική.
Είχε βγει από το σπίτι για να «αποδράσει», αλλά η εικόνα του καθρέφτη τον ακολουθούσε. Ήταν η στιγμή της γυμνής αλήθειας: η καθημερινότητα δεν έχει τη λάμψη των ιστοριών που γράφει, ούτε το πάθος που φαντάζεται. Ήταν απλώς ένας άντρας που πήγαινε να αγοράσει το μεσημεριανό του, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη ζέστη και τους «γρύλους» του μυαλού του.
Ο Αλκιβιάδης στεκόταν μπροστά στα ράφια, με το βλέμμα του να γλιστρά πάνω στις ετικέτες με μια σχεδόν ευλαβική προσήλωση. Εκεί, ανάμεσα στα προϊόντα βιολογικής γεωργίας και τα πιστοποιημένα αγαθά κτηνοτροφίας, ένιωθε μια παράξενη, προσωρινή γαλήνη. Καθώς ανέμενε την εκτέλεση της παραγγελίας του από το τμήμα του εστιατορίου, ο χρόνος έμοιαζε να έχει επιβραδυνθεί. Τα «σενάρια» που πριν λίγο έπλεκαν στο μυαλό του, η Θεσσαλονίκη, ο ρασοφόρος, η «λύσσα» του πάθους, είχαν υποχωρήσει, παραχωρώντας τη θέση τους σε μια αίσθηση ελέγχου. Εδώ, όλα ήταν προδιαγεγραμμένα, καθαρά, χωρίς τις γκρίζες ζώνες της ηθικής ή της προδοσίας. Έπιασε ένα προϊόν στα χέρια του, μελετώντας τα συστατικά του με δέουσα προσοχή, όπως θα μελετούσε κανείς ένα χειρόγραφο. 
Η ηρεμία του εξατμίστηκε. Ανάμεσα στα ράφια, εκεί που η κανονικότητα συναντούσε το άγνωστο, μια γυναικεία φιγούρα έκοβε τον αέρα του καταστήματος με έναν τρόπο που τον έκανε να ξεχάσει ακόμα και την παραγγελία του. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της – ήταν μια ενέργεια σχεδόν ηλεκτρική, μια αύρα που φαινόταν να τον τραβάει με μια δύναμη ανεξήγητη. 
«Την ξέρω», σκέφτηκε, και η καρδιά του άρχισε να χτυπά με έναν ρυθμό που δεν ταίριαζε με το περιβάλλον του καταστήματος. Η σιλουέτα της, τόσο οικεία μέσα στη γνώριμη αίσθηση της απόστασης, τον καθήλωσε. Το βλέμμα του, ληστρικό πλέον, καρφώθηκε στις γάμπες της, που διαγράφονταν με μια αισθησιακή αυστηρότητα κάτω από την υφασμάτινη σικάτη φούστα της. Υπήρχε εκεί μια αντίφαση που τον «γονάτιζε». Η απόλυτη θηλυκή κομψότητα, που όμως εξέπεμπε έναν δυναμισμό ικανό να κυριαρχήσει σε κάθε χώρο.
Ήταν μια εικόνα που έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από τα πιο «πικάντικα» σενάρια που έπλεκε στο blog του. Η γυναίκα εκείνη, με την κίνηση της σιλουέτας της, δεν ήταν απλώς μια περαστική· ήταν μια πρόκληση. Και το γεγονός ότι του φάνηκε τόσο γνώριμη, έκανε το αίμα του να βράζει. Ήταν η στιγμή που η φαντασία του Αλκιβιάδη έπαψε να είναι ψηφιακή και έγινε σάρκα, οστά, και μια ανυπόφορη ανάγκη για πλησίασμα. Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος, παγιδευμένος ανάμεσα στην ευγένεια της κοινωνικής του παρουσίας και στην ορμή που του γεννά η θέα της.
Άραγε, αυτή η «γνώριμη» φιγούρα είναι κάποια που γνωρίζει ήδη από το παρελθόν του, ή μήπως το μυαλό του –αυτοί οι «γρύλοι» που έλεγε– παίζουν μαζί του ένα παιχνίδι, προβάλλοντας πάνω της την εικόνα που τόσο πολύ αναζητούσε; Η λέξη «ηδονοβλεψίας» ήταν μια ταμπέλα που δεν άντεχε – την ένιωθε ξένη, μια λέξη που ανήκε σε άλλους, σε ανθρώπους «μικρούς». Για τον Αλκιβιάδη, αυτό που έκανε ήταν μια αισθητική απόλαυση, ένα κυνήγι της ομορφιάς που είχε το δικαίωμα να παρατηρεί.
Καθώς η γυναίκα κατευθυνόταν προς τις βιτρίνες με τα θαλασσινά, η ατμόσφαιρα γύρω της έμοιαζε να αλλάζει. Ο συνωστισμός του super market, που μέχρι πριν λίγο του φάνταζε καθημερινός και ακίνδυνος, ξαφνικά συρρικνώθηκε. 
Οι διάδρομοι έμοιαζαν να στενεύουν, κάνοντας την παρουσία της ακόμα πιο επιβλητική. Και τότε, η αίσθηση του «γνώριμου» πήρε μορφή. Δεν ήταν μια απλή ομοιότητα, δεν ήταν μια προβολή των «γρύλων» του μυαλού του. Το πρόσωπο, ο τρόπος που έστριβε το κεφάλι της ανάμεσα στις προθήκες με τους πάγους και τα αλιεύματα, το στήσιμο του σώματός της-όλα κούμπωσαν. Ήταν εκείνη.  Η διαπίστωση της ταυτότητάς της λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ. Το «Σάββατο» του, που πριν από λίγα λεπτά ήταν μια ήρεμη ιεροτελεστία διατροφής και τάξης, μόλις είχε τιναχτεί στον αέρα. Το κυνήγι του «πικάντικου» είχε τελειώσει· τώρα, η ιστορία που έγραφε στο blog του αποκτούσε πρόσωπο και φωνή. Η συνειδητοποίηση ήρθε σαν κύμα, μια αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα». Η μορφή της δεν ήταν μια απλή ανάμνηση, ήταν ένα αρχείο κλειδωμένο βαθιά στο λογισμικό της μνήμης του, ένα «backup» που δεν είχε υποστεί καμία φθορά από την υγρασία του χρόνου. Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της –που είχε ωριμάσει με μια νέα, πιο αιχμηρή γοητεία– ήταν η αίσθηση ότι το παρελθόν δεν είχε πάει ποτέ πουθενά. Είχε απλώς κάνει μια παύση, περιμένοντας τη στιγμή να εισβάλει ξανά στο «Σάββατο» του με μια ορμή που τον έκανε να ζαλίζεται.
Κάθε της κίνηση, ο τρόπος που το φως έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστικά της, του άνοιγε πληγές που νόμιζε πως είχαν κλείσει. Η νοσταλγία δεν ήταν πια μια γλυκιά σκέψη, ήταν ένας σωματικός πόνος, μια συγκίνηση τόσο έντονη που του έκοβε την ανάσα. Εκείνο το «τέλος» που είχε βάλει χρόνια πριν, εκείνη η τελεία που νόμιζε ότι είχε χαράξει με τόση αποφασιστικότητα, αποδείχτηκε μια ψευδαίσθηση.
Το παρελθόν δεν ήταν μια μακρινή χώρα. Ήταν εκεί, μπροστά του, ανάμεσα στα παγωμένα θαλασσινά, πιο ζωντανό και σημαντικό από την ίδια του την καθημερινότητα. Η «αδέσποτη» που φανταζόταν στη Θεσσαλονίκη, η γυναίκα που «γεύονταν» οι πάντες, είχε πάρει τη μορφή της μοναδικής γυναίκας που είχε κατοικήσει για πάντα στο μυαλό του. Η στιγμή της συνάντησης είναι πλέον αναπόφευκτη. Το σενάριο που έπλεκε στο blog του έχει γίνει επικίνδυνα αληθινό, και η απόσταση μεταξύ τους μειώνεται δραματικά. 
Τώρα που το παρελθόν έγινε ξαφνικά παρόν, η «συνάντηση» που έρχεται θα είναι η ευκαιρία για μια επανεκκίνηση, ή μήπως η αποκάλυψη μιας πικρής αλήθειας που θα γκρεμίσει ό,τι είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια;  Ίδια η Μία Γουάλας δίνει μια κινηματογραφική, σχεδόν «cult» διάσταση στη συνάντηση. Το συγκεκριμένο στυλ –το καρέ, το βλέμμα, η επιβλητική ηρεμία της Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction– κουμπώνει απόλυτα με την εικόνα μιας γυναίκας που δεν είναι απλώς όμορφη, αλλά «επικίνδυνα» γοητευτική. Η ομοιότητα ήταν τόσο έντονη που ο Αλκιβιάδης ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη του. Η ψηλή, λεπτή σιλουέτα της, το διακριτικό μακιγιάζ που τόνιζε τη φυσική της αυστηρότητα, τον παρέπεμπε ακαριαία στη Μία Γουάλας.. Ο Αλκιβιάδης δεν βλέπει πια μόνο μια παλιά γνώριμη, βλέπει μια «Femme Fatale» που εισβάλλει στο Σάββατο του.
Η λέξη «Βαλερία» αντήχησε μέσα στο κεφάλι του σαν κωδικός που ξεκλειδώνει μια αποθήκη αναμνήσεων. Δεν ήταν απλώς μια ελκυστική άγνωστη· ήταν η Βαλερία, μια παρουσία που ακόμα και μετά από χρόνια, έμοιαζε να έχει τη δύναμη να σταματά τον χρόνο. Η έκπληξη του Αλκιβιάδη ήταν απόλυτη, σχεδόν παραλυτική. Το «Σάββατο» του, οι «γρύλοι» στο μυαλό του, τα σενάρια για τη Θεσσαλονίκη, όλα υποχώρησαν μπροστά στην οπτική επιβεβαίωση της ύπαρξής της.
Την παρακολουθούσε να κινείται ανάμεσα στα ψυγεία με μια χάρη που έκανε τον χώρο του super market να φαντάζει μικρός, σχεδόν ευτελής για την παρουσία της. Ήταν ψηλή, καλοσχηματισμένη, μια εικόνα «χάρμα ιδέσθαι» που τον έκανε να νιώθει πως η ζωή του, μέχρι αυτή τη στιγμή, ήταν απλώς μια προετοιμασία για αυτή τη συνάντηση. Η σέξι αύρα της, τόσο φυσική και αβίαστη, τον έκανε να συνειδητοποιήσει ότι όλα όσα έγραφε στο blog του, όλα όσα φαντασιωνόταν για το πάθος και τη λύσσα, ήταν παιδικά παιχνίδια μπροστά στην ηλεκτρισμένη πραγματικότητα της Βαλερίας.
Έμεινε εκεί, ακίνητος ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα, να είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας αυτής της εξαιρετικής ομορφιάς. 
 Ο Αλκιβιάδης ένιωθε τη θύελλα που εξέπεμπε η Βαλερία να τον χτυπά κατά πρόσωπο. Δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που περπατούσε στο διάδρομο του super market· ήταν ένα «αρχαίο άγαλμα» που είχε πάρει πνοή και είχε αρχίσει να κινείται ανάμεσα στα κατεψυγμένα θαλασσινά, μια αντίθεση που μόνο η πραγματικότητα θα μπορούσε να τολμήσει. Η επιδερμίδα της, με το χρώμα του ώριμου σταχυού, έμοιαζε να απορροφά το φως των φθορισμού, κάνοντάς την να ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος σαν οπτασία. Εκείνες οι ατημέλητες τούφες που πλαισίωναν το πρόσωπό της ήταν η μόνη «ατέλεια» στην άψογη, αγέρωχη εικόνα της, η λεπτομέρεια που υποδήλωνε μια εσωτερική ορμή, μια ένταση που κρυβόταν κάτω από τη φινέτσα. 
Καθώς παρατηρούσε τη λυγερή της περπατησιά, ο Αλκιβιάδης συνειδητοποίησε ότι η Βαλερία δεν είχε αλλάξει, είχε απλώς εξελιχθεί σε κάτι πιο δυνατό, πιο «σφιχτό», πιο ζωντανό. Η εικόνα της ήταν μια «θύελλα τεστοστερόνης» που τον παρέσυρε· η πειθαρχία που έδειχνε στο σώμα της —το τζόκινγκ, το γυμναστήριο— ήταν η απόδειξη ότι η Βαλερία δεν ήταν θήραμα, αλλά κυνηγός. Και τώρα, ο Αλκιβιάδης ένιωθε ότι ο ρόλος του είχε αντιστραφεί: δεν ήταν εκείνος που την παρατηρούσε από τη σκιά του «συγγραφέα», αλλά εκείνος που βρισκόταν εκτεθειμένος απέναντι σε μια δύναμη της φύσης.
Η Βαλερία περπατούσε με μια αδιαφορία που ήταν, από μόνη της, η μεγαλύτερη πρόκληση. Ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του χώρου, ενώ γύρω της οι άλλοι πελάτες είχαν παγώσει· ο συνωστισμός των διαδρόμων υποχωρούσε, σαν να άνοιγε δρόμο για να περάσει μια δύναμη της φύσης. Ο Αλκιβιάδης ένιωθε το βλέμμα του να καίει πάνω της, προσπαθώντας να αποκολλήσει τη ματιά του, αλλά η ομορφιά της ήταν μια παγίδα που δεν είχε σκοπό να τον αφήσει να ξεφύγει. «Ένοχες σκέψεις», σκέφτηκε, παρατηρώντας τους γύρω του. Δεν ήταν ο μόνος. Οι άλλοι άντρες, εκείνοι οι «αδιάκριτοι», στριφογύριζαν το κεφάλι τους, παρασυρμένοι από τη θύελλα που άφηνε στο πέρασμά της. Εκείνη, όμως, συνέχιζε. Σαν να μην ένιωθε το βάρος των βλεμμάτων που την είχαν ήδη «γδύσει» χίλιες φορές σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αυτή η άγνοια –ή μήπως η πλήρης επίγνωση και περιφρόνηση;– ήταν το πιο προκλητικό στοιχείο της. Το κορμί της, αυτό το «λαχταριστό» δημιούργημα που άναβε φωτιές, έμοιαζε να υπόσχεται ηδονές που ο Αλκιβιάδης μέχρι πριν λίγο έπλαθε μόνο στο blog του. Τώρα, η ψηφιακή φαντασίωση είχε εξαφανιστεί· έμεινε μόνο ο ήχος από τα τακούνια της, που αντηχούσε μέσα του σαν πρόσκληση. Η Βαλερία πλησίαζε, και ο χρόνος ανάμεσα στο «πριν» της αναγνώρισης και στο «μετά» της επαφής είχε αρχίσει να συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η Βαλερία ακόμη και σήμερα δεν του είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του, αυτό είναι άλλο, κάτι διαφορετικό. Είναι ο ανομολόγητος έρωτας του που είναι μακράν πιο επίπονος από τον ανεκπλήρωτο. Η παραδοχή αυτή του Αλκιβιάδη είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του εσωτερικού του κόσμου.Ο «ανεκπλήρωτος» έρωτας είναι μια απώλεια που μπορείς να πενθήσεις, αλλά ο «ανομολόγητος» είναι μια επιλογή που κουβαλάς σαν δεσμοφύλακας. Η Βαλερία δεν ήταν μια ευκαιρία που χάθηκε – ήταν μια ευκαιρία που ο ίδιος φρόντισε να μην ανθίσει ποτέ, φυλακίζοντας την στις σκιές των λέξεων του. Η οδύνη του δεν προερχόταν από την απόρριψη, αλλά από την αυτοεπιβεβλημένη σιωπή. Το γεγονός ότι η Βαλερία στεκόταν εκεί, ζωντανή, ψηλή και αγέρωχη, καθιστούσε αυτή την «ισόβια κάθειρξη» ακόμα πιο ανυπόφορη.
Κάθε φορά που έγραφε για εκείνη στο blog του, δεν έκανε μια προσπάθεια επικοινωνίας, αλλά μια κηδεία. «Ξέπλενε» το πάθος του με λέξεις, μετατρέποντας το ζωντανό αίμα σε μελάνι, ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να αντιμετωπίσει την πραγματική Βαλερία – μια γυναίκα που, αν την πλησίαζε, θα μπορούσε να διαλύσει την εύθραυστη ισορροπία της φαντασίωσής του.
Η καταδίκη της σιωπής του ήταν απόλυτη. Δεν υπήρχε ελπίδα για ένα χάδι ή ένα φιλί, γιατί ο Αλκιβιάδης είχε πείσει τον εαυτό του ότι το τίμημα της αποκάλυψης θα ήταν η καταστροφή της «ιδέας» που είχε πλάσει για εκείνη. Έτσι, παρακολουθώντας την να κινείται ανάμεσα στα ράφια, έβλεπε ταυτόχρονα το αντικείμενο του πόθου του και το «θύμα» της δικής του συνειδητής απόφασης. Ήταν ο βασανιστής και ο βασανιζόμενος στο ίδιο κελί, και η Βαλερία, ανυποψίαστη μέσα στη λαμπερή της παρουσία, ήταν η μοναδική αθώα σε αυτό το κρυφό, σκοτεινό του δράμα. Έτσι, μένει εκεί, ακίνητος, παρατηρώντας την να ενσαρκώνει όλα όσα εκείνος αρνείται να ζήσει. Το «αν» του αιωρείται στον αέρα, ανάμεσα στα βιολογικά προϊόντα και τον ψυχρό φωτισμό του καταστήματος. 
.....Την παρατηρούσε να επιλέγει τα προϊόντα της, πάντα «στην τρίχα», με μια προσοχή που έδειχνε ότι η εμφάνισή της δεν ήταν μια μάσκα, αλλά ο τρόπος της να επικοινωνεί με τον κόσμο. Το «ναζιάρικο ύφος» της, σε συνδυασμό με το σικ ντύσιμό της, δημιουργούσε ένα μείγμα που ο Αλκιβιάδης δυσκολευόταν να αποκωδικοποιήσει. Ήταν η εικόνα της γυναίκας που ξέρει τι θέλει, αλλά και της γυναίκας που ξέρει πώς να το διεκδικεί με ένα απλό βλέμμα. Καθώς την κοίταζε, ένιωθε ότι η Βαλερία δεν ήταν μόνο το αντικείμενο του «ανομολόγητου έρωτά» του, αλλά ένας καθρέφτης. Όσο εκείνη τον κοιτούσε με τα «ορθάνοιχτα» μάτια της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε εκτεθειμένος, παρόλο που η απόσταση μεταξύ τους παρέμενε σταθερή. Η ζωντάνια που απέπνεε ήταν μια πρόκληση προς τη δική του «ισόβια κάθειρξη». 
Κάθε φορά που ένα χαμόγελο σχηματιζόταν στη σκανταλιάρικη μύτη της, ο Αλκιβιάδης ένιωθε να λυγίζει, λες και η ίδια η Βαλερία, μέσα από τη φυσική της παρουσία, τον καλούσε να βγει από το σκοτάδι των σκέψεών του και να τολμήσει την πραγματικότητα. Ο Αλκιβιάδης στέκεται ανάμεσα στα ράφια, ένας παρατηρητής που «διαβάζει» τη Βαλερία σαν να είναι το σημαντικότερο βιβλίο που έχει διαβάσει ποτέ. Η Βαλερία που έβλεπε μπροστά του ήταν η ίδια γυναίκα που είχε «αποθηκεύσει» στη μνήμη του: εκείνη που είχε το χάρισμα να μετατρέπει το ντύσιμο σε προέκταση της προσωπικότητάς της. 
Για τον Αλκιβιάδη, η αισθητική της Βαλερίας ήταν πάντα μια μορφή «σιωπηλής γλώσσας». Δεν φορούσε απλώς ρούχα, τα «κατοικούσε». Η επιλογή της να φορά κομψά, σοφιστικέ κομμάτια που της πρόσφεραν άνεση, δεν ήταν τυχαία. Ήταν η έκφραση μιας γυναίκας που είχε συμφιλιωθεί με τη θηλυκότητα της και δεν είχε ανάγκη από φωνακλάδικες υπερβολές για να δηλώσει την παρουσία της. Καθώς την παρατηρούσε να κινείται στον διάδρομο, ο Αλκιβιάδης ένιωσε μια παράξενη γαλήνη να αντικαθιστά τον αρχικό του ταραγμό. Ήταν σαν να αναγνώριζε ένα παλιό, αγαπημένο χειρόγραφο που είχε ξαναδιαβάσει χιλιάδες φορές. Η σοφιστικέ αισθητική της, το πώς η φούστα της και το πουκάμισό της έπεφταν πάνω στο σώμα της με εκείνη την αβίαστη ακρίβεια, ήταν ο δικός της τρόπος να δηλώνει πως ο κόσμος, ακόμα και μέσα σε ένα super market, οφείλει να έχει μια δόση αρμονίας. Αυτή η διαπίστωση έκανε το «βάρος» του ανομολόγητου έρωτά του ακόμα πιο συγκεκριμένο. Δεν ήταν ερωτευμένος με μια εικόνα, ήταν ερωτευμένος με τον τρόπο που εκείνη επέλεγε να υπάρχει μέσα στον κόσμο. Την άνεση μέσα στην κομψότητα, τη ζωντάνια μέσα στο στυλ. Και ενώ ο ίδιος ένιωθε «ξεφτισμένος» μέσα στα μοκασίνια του και το απλό τζιν του, εκείνη ακτινοβολούσε μια αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν «ρετούς».
Προς στιγμή «ελεημόνησε» τον εαυτό του αμήχανος! Ένιωθε πως  ήθελε κάπου να κρυφτεί με το θέαμα που παρουσίαζε. Καταστροφή! Έμοιαζε να συγκρούεται με τον εαυτό του, νοερά βλαστήμησε δις! Πρώτον γιατί δεν έβαλε το τζιν και το καθαρό πουκάμισο! Τα παπούτσια ας πούμε πως τρώγονται. Αμ! το άλλο με το κοντοκουρεμένο κεφάλι! Και του γκρίνιαζε η Ανδρομάχη! «Κούκλε» μου να σε χαρώ εγώ! Σαν ηλίθιος είσαι μ αυτό το κούρεμα! Τι μύγα σε τσίμπησε και κουρεύτηκες έτσι! Αχ βρε Ανδρομάχη μου πως γίνεται να έχεις πάντα δίκιο.! Μην αμελείς ποτέ την εξωτερική σου εμφάνιση του τόνιζε πάντα! Το σαν ψαράς ντύσιμο μπορεί να είναι δελεαστικό για σένα, αλλά σίγουρα όχι και για τους γύρω σου! 
 Καθώς το βλέμμα του κλειδώθηκε πάνω της μένει γοητευμένος, με το βλέμμα του να προδίδει μια εσωτερική σύγκρουση, του θαυμασμού και της επιθυμίας απ' αυτό που βλέπει. «Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη!»  Αυτά σκεφτόταν ο Αλκιβιαδης και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστο απόθεμα τόλμης μετά από μια ανεπαίσθητη στιγμή δισταγμού πριν μαζέψει το κουράγιο του και την πλησιάσει να τη χαιρετήσει! Χαιρετήθηκαν αλλά ακόμη ένιωθε ένα αίσθημα δυσφορίας, ανασφάλειας για την εν γένει εξωτερική εμφάνιση του και τυμπάνιζε νευρικά τα δάχτυλά του πάνω στο παντελόνι του. 
 Δίπλα του η Βαλερία με άψογο χτένισμα, σικάτο ντύσιμο, που τα υποστήριζε ένα φωτεινό χαμόγελο και αυτός σαν συνοδός που ετοιμαζόταν να βγάλει το σκύλο του βόλτα στα παρτέρια του γειτονικού πάρκου. Ακόμα και στη θλιβερή κατάσταση που ένιωθε ότι βρισκόταν του ήταν δύσκολο να μη σκάσει ένα φιλικό χαμόγελο βλέποντας την υποδοχή που του είχε επιφυλάξει με αφοπλιστική ειλικρίνεια η Βαλερία με τη χαρούμενη όψη της, μ' ένα εγκάρδιο και πλατύ χαμόγελό και το χέρι προτεταμένο για χειραψία. Αυτό ήταν το έναυσμα για μια πολύ ευεργετική επίδραση στα συναισθήματα του Αλκιβιάδη. Τώρα ένιωθε πολύ πιο χαλαρωμένος για την ασουλούπωτη εμφάνιση του. Ακόμα κι η στιγμιαία ψιλοκουβέντα της, που έπιασε με τον υπάλληλο στο πάγκο με τα ψάρια τον είχε ηρεμήσει και ξαναβρήκε και πάλι την καλή του διάθεση καθώς νιώθει τη φωνή της να κυριαρχεί ευχάριστα στα αυτιά του ανάμεσα στους συγχυσμένους θορύβους του καταστήματος. Της χαμογέλασε ευγενικά, μα είτε το θέλει, είτε όχι δεν μπορεί να ξεφύγει εύκολα από τους αρχικούς δυσάρεστους συνειρμούς για την εν γένει παρουσία του. Εντάξει δεν ήταν και γελοίο το θέαμα του μα αυτός αντικειμενικά πίστευε, πως η σημερινή αμφίεση του δεν ταίριαζε και πολύ στη φυσιογνωμία του όταν βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο.
Ο Υπάλληλος απευθυνόταν με κάτι μακρόσυρτα «κυρία μου! σε ψιλές φέτες θέλετε το σολομό», καθώς οι κλεφτές ματιές του όλο ξέφευγαν προς τις ωραίες γάμπες της Βαλερίας πέρα από το να βεβαιωθεί ότι της είχε φανεί χρήσιμος.
«Μη μου πεις πως συχνάζεις κι εσύ στο... βιολογικό τμήμα του σούπερ μάρκετ;» τον ρώτησε γελώντας.
Ήταν το είδος του αυθόρμητου πειράγματος που έσπαγε αμέσως τον πάγο και τον προκαλούσε να της απαντήσει στο ίδιο παιχνιδιάρικο ύφος. Ο Αλκιβιάδης γέλασε και σήκωσε τους ώμους με προσποιημένη αμηχανία.
«Όχι και τόσο συχνά», αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Αλλά σήμερα, που είμαι εργένης στο σπίτι, προσπαθώ να εμπνευστώ για το γεύμα μου. Είπα να ακολουθήσω κι εγώ τη μόδα που λέει πως τα βιολογικά προϊόντα είναι η νέα hot τάση. Αν είναι και νόστιμα, υγιεινά και δεν παχαίνουν, τότε μάλλον αξίζει να τους δώσω μια ευκαιρία.»
Την κοίταξε με μια παιχνιδιάρικη λάμψη στα μάτια. «Βέβαια», συμπλήρωσε, «δεν αποκλείεται να χρειαστώ και τη γνώμη μιας πιο έμπειρης... καταναλώτριας για να κάνω τις σωστές επιλογές.»
Η Βαλερία χαμογέλασε και τον κοίταξε με μια δόση περιέργειας. «Ναι, έχεις δίκιο», είπε. «Αλλά πώς γίνεται να είσαι εργένης Σαββατοκύριακο; Η Ανδρομάχη λείπει ή σε άφησε να τα βγάλεις πέρα μόνος σου;» Η ερώτησή της ειπώθηκε με ανάλαφρο, πειρακτικό ύφος, περισσότερο από περιέργεια παρά από αδιακρισία.
«Είναι στη Θεσσαλονίκη», απάντησε χαμογελώντας. «Έφυγε για ένα τριήμερο με τη φίλη σας, τη Ναυσικά. Έτσι, προς το παρόν, απολαμβάνω... εργένικη ζωή και προσπαθώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου.»
Η Βαλερία ανασήκωσε με απορία το φρύδι της.
«Με τη Ναυσικά;» ρώτησε. «Και τι ταξίδι είναι αυτό; Επαγγελματικό ή πήγαν για λίγες μέρες αναψυχής;»
Ένα τριήμερο ταξίδι αναψυχής», απάντησε. «Η Ναυσικά είχε την ιδέα και η Ανδρομάχη δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να πει το ναι. Βρήκαν την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγες μέρες από την καθημερινότητα και ακολούθησαν ένα οργανωμένο γκρουπ εκδρομής. Ήθελαν να χαλαρώσουν, να γνωρίσουν καλύτερα τη Θεσσαλονίκη και να περάσουν όμορφα. Νομίζω πως τους άξιζε αυτή η μικρή απόδραση.»
Βαλερία χαμογέλασε με ειλικρινή χαρά. «Μάλιστα... Τριήμερο ταξίδι αναψυχής!» είπε. «Χαίρομαι πολύ γι' αυτές. Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχουμε χαθεί λίγο με τις υποχρεώσεις του καθενός, αλλά εύχομαι να περάσουν υπέροχα. Τους άξιζε μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα.»
«Με μεγάλη μου χαρά», απάντησε χαμογελώντας. «Μόλις μιλήσω με την Ανδρομάχη, θα της μεταφέρω τους χαιρετισμούς σου. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πολύ όταν μάθει πως τη θυμήθηκες.»
Η Βαλερία έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον. 
«Ποιος οργάνωσε το εκδρομικό γκρουπ; ρώτησε η Βαλερία, γυρίζοντας να τον κοιτάξει. »Ήταν κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο ή το κανόνισαν μόνοι τους;»
«Η ενορία μας το οργάνωσε, απάντησε εκείνος. Εσύ έχεις φύγει εδώ και καιρό, οπότε μάλλον δεν πρόλαβες να γνωρίσεις τον νέο μας ιερέα. Είναι ένας τριανταπεντάρης ιερομόναχος, πολύ κοινωνικός, ιδιαίτερα δραστήριος... Έχει φέρει μια νέα πνοή και οργανώνει συνέχεια εκδρομές, προσκυνήματα και δράσεις που φέρνουν τον κόσμο κοντά. Αυτή η τριήμερη απόδραση ήταν δική του πρωτοβουλία. Και ξέρεις... με την Ανδρομάχη φαίνεται πως έχουν χτίσει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μέσα από τα δρώμενα της ενορίας.» 
Η Βαλερία χαμογέλασε, αφήνοντας μια ελαφριά νότα νοσταλγίας να περάσει από τη φωνή της.
«Το θυμάμαι...» είπε απαλά.  «Η Ανδρομάχη είχε πάντα μια ζεστή, ειλικρινή σχέση με την Εκκλησία και συμμετείχε με χαρά σε τέτοια πράγματα. Δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση που ακολούθησε κι αυτή την εκδρομή. Ίσα-ίσα... ελπίζω να περνάει υπέροχα και να της κάνει καλό.»
«Ο νέος ιερομόναχος και η Ανδρομάχη φαίνεται πως έχουν χτίσει μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση.» Η σκέψη του, όμως, δεν άργησε να ξεστρατίσει. «Κι αν δεν είναι μόνο πνευματική;» αναρωτήθηκε στιγμιαία. «Όχι... Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω κάτι τέτοιο. Είναι απλώς η φαντασία μου που καλπάζει.» 
Παρ' όλα αυτά, δεν μπορούσε να αγνοήσει μια παρατήρηση που τον απασχολούσε εδώ και καιρό. Κάθε φορά που η Ανδρομάχη αναφερόταν στον ιερομόναχο ή στις δράσεις της ενορίας, έμοιαζε πιο γαλήνια, πιο φωτεινή, σαν να αντλούσε από εκεί μια εσωτερική δύναμη που δυσκολευόταν να βρει αλλού. Ίσως τελικά να βρίσκει κοντά του κάτι που έχει ανάγκη», συλλογίστηκε.  Ίσως αυτή η πνευματική επαφή να της προσφέρει μια ισορροπία που η καθημερινότητα και οι δυσκολίες του γάμου μας δεν της χαρίζουν πάντα.» 
Αναστέναξε ανεπαίσθητα. «Ή ίσως όλα αυτά να είναι δικές μου προβολές και φόβοι. Όταν δεν γνωρίζεις τι πραγματικά συμβαίνει, το μυαλό συμπληρώνει μόνο του τα κενά. Και συνήθως τα συμπληρώνει με τα χειρότερα σενάρια.»
Ο Αλκιβιάδης έμεινε για λίγο σιωπηλός, ζυγίζοντας τις σκέψεις του. Τελικά, η καλπάζουσα φαντασία του δεν άντεξε άλλο μέσα του, αποφάσισε να τις πετάξει έξω, ντύνοντας τες με μια προκλητική δόση κυνισμού.
 «Τώρα, λέω εγώ... διόλου απίθανο εκεί στη Θεσσαλονίκη να εκτελούν οι δυο τους καμιά ιδιαίτερη, «θερμή συνεδρία», πέταξε με ύφος σοβαροφανές. Με την Ανδρομάχη να προσφέρει σπονδή το σώμα της στον ρασοφόρο πνευματικό της, αναζητώντας το Άγιο Πνεύμα... ξέρεις, για να βρει τη σωματική της λύτρωση και την εσωτερική της γαλήνη!»
Η Βαλερία τον κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα, μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Για λίγο, τα έχασε. 
«Δεν το πιστεύω...» είπε τελικά, ξέσπασε σε γέλια και κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι. 
«Πλάκα μου κάνεις, έτσι; Αλήθεια τώρα το λες ή προσπαθείς απλώς να με τρελάνεις;»
Εκείνος χαμογέλασε με νόημα, σηκώνοντας ελαφρά τους ώμους. «Εντάξει... ας πούμε πως αστειεύομαι,» είπε με μια πονηρή, αυτοσαρκαστική λάμψη στα μάτια. «Θεώρησε το μια σύντομη εκδοχή της προσωπικής μου... μυθοπλασίας. Ξέρεις πώς είναι, καμιά φορά η φαντασία μου τρέχει πολύ πιο γρήγορα από την πραγματικότητα. Ίσως γιατί φοβάται τι θα βρει αν την προλάβει.»
«Τα παιδιά; Να υποθέσω πως είναι στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά;» ρώτησε η Βαλερία, στρέφοντας το βλέμμα της σ' αυτόν.
 «Ναι! Είναι η τελευταία εβδομάδα των διακοπών τους,» απάντησε εκείνος χαμογελώντας.
 Απορροφημένοι στην αναμονή, όσο ο υπάλληλος ετοίμαζε την παραγγελία της Βαλερίας, αντάλλασσαν τις κλασικές κουβέντες δύο ανθρώπων που ξανασυναντιούνται έπειτα από καιρό. Μίλησαν για το σπίτι, τη δουλειά, την καθημερινότητά τους και τις μικρές ή μεγάλες αλλαγές που είχε φέρει ο χρόνος στη ζωή τους, παρεμβάλλοντας πότε-πότε χιουμοριστικά σχόλια που έκαναν και τους δύο να γελούν. 
Λίγα λεπτά αργότερα, ο υπάλληλος τους ενημέρωσε πως τα φιλέτα φρέσκου σολομού που είχε παραγγείλει η Βαλερία ήταν έτοιμα. Εκείνη τον ευχαρίστησε, πήρε την τσάντα με την παραγγελία της και μαζί κατευθύνθηκαν προς τα ταμεία του καταστήματος, συνεχίζοντας τη κουβέντα.
 Ο Αλκιβιάδης, ωστόσο, δεν μπορούσε να μην την παρατηρεί διακριτικά. Το βλέμμα του επέστρεφε πάνω της σχεδόν ασυναίσθητα, όσο κι αν προσπαθούσε να δείχνει αδιάφορος. Η κομψότητά της, η φυσική της ομορφιά και ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν είχαν μια αβίαστη γοητεία που τον αιχμαλώτιζε. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή πώς θα ήταν να υπήρχε ανάμεσά τους κάτι παραπάνω από μια τυχαία συνάντηση, μα έδιωξε αμέσως τη σκέψη, θεωρώντας την άλλη μια στιγμιαία παρέκκλιση της φαντασίας του.
Η Βαλερία αντιλήφθηκε τη ματιά του. Του έριξε μια σύντομη, πλάγια ματιά και χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Δεν ένιωσε ούτε αμηχανία ούτε ενόχληση, αντίθετα, η διακριτική του προσοχή της φάνηκε να την κολακεύει. Συνέχισε να περπατά δίπλα του σαν να μη συνέβαινε τίποτα, αφήνοντας τη στιγμή να αιωρείται με όλη της τη γοητευτική αμφισημία.
Η Βαλερία ήταν ο τρίτος και τελευταίος κρίκος μιας αχώριστης παρέας που είχε δημιουργηθεί από τα χρόνια κιόλας του δημοτικού. Η Ανδρομάχη, η Ναυσικά και η Βαλερία είχαν μεγαλώσει μαζί, είχαν μοιραστεί αμέτρητες στιγμές, μυστικά και παιδικά όνειρα, διατηρώντας έναν σπάνιο δεσμό που δεν έσπασε ούτε όταν οι δρόμοι της καθεμιάς άρχισαν να αποκλίνουν.
Και οι τρεις ήταν εντυπωσιακές γυναίκες, η καθεμία με τη δική της ξεχωριστή αύρα. Η Βαλερία, όμως, ξεχώριζε για τον πιο εκκεντρικό και ανεξάρτητο χαρακτήρα της. Διέθετε μια αστείρευτη ζωντάνια, έβλεπε τη ζωή σαν περιπέτεια και είχε εκείνο το αυθόρμητο, αφοπλιστικό χιούμορ που έκανε τις φίλες της να ξεκαρδίζονται κάθε φορά που διηγούνταν τις απίθανες ιστορίες της.
Παράλληλα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα μικρά παιδιά και έναν μοναδικό τρόπο να κερδίζει αμέσως την εμπιστοσύνη και τη συμπάθειά τους. Ο Αλκιβιάδης τη θυμόταν ακόμη από τα μαθητικά τους χρόνια στο λύκειο. Δεν ήταν ποτέ άνθρωπος των υπερβολών ή των φθηνών εντυπωσιασμών. Ζούσε μια απλή, ισορροπημένη ζωή, όπως, απ' όσο γνώριζε, συνέχιζε να κάνει και μέχρι σήμερα. Πέρασε ήσυχα τα εφηβικά της χρόνια, αφοσιώθηκε στις σπουδές της και αργότερα παντρεύτηκε έναν άντρα που την είχε ερωτευτεί βαθιά και στεκόταν δίπλα της με σταθερή αγάπη και εκτίμηση.
Στα μάτια του Αλκιβιάδη, η Βαλερία είχε παραμείνει ένας άνθρωπος αυθεντικός, που δεν έχανε ποτέ τη ζεστασιά, την καλοσύνη και την ανεπιτήδευτη γοητεία του.
Και τελικά τα είχε καταφέρει. Έγινε καθηγήτρια και πολύ γρήγορα απέδειξε πως ήταν πλασμένη γι' αυτό το λειτούργημα. Η επαφή με τους ανθρώπους, η ζεστή ατμόσφαιρα της τάξης, ο γόνιμος διάλογος και οι ουσιαστικές συζητήσεις ήταν το φυσικό της περιβάλλον. Διέθετε εκείνη τη σπάνια ικανότητα να εμπνέει, να ακούει και να κάνει τους γύρω της να αισθάνονται πως η φωνή και η γνώμη τους έχουν αξία.
Ο Αλκιβιάδης την παρατηρούσε τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια. Παρέμενε όμορφη, γεμάτη ζωντάνια και αυτοπεποίθηση. Η παρουσία της είχε μια ήρεμη δύναμη που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη και, χωρίς να το καταλάβει, τον έκανε να τη βλέπει με μια εντελώς νέα ματιά.
«Άραγε», συλλογίστηκε, «πόσα πράγματα μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος πίσω από μια φαινομενικά ήρεμη και τακτοποιημένη ζωή;»
Βέβαια, δεν είχε κανέναν λόγο να πιστεύει ότι η Βαλερία έκρυβε κάποιο ιδιαίτερο μυστικό· ήταν απλώς μια σκέψη που γεννήθηκε αυθόρμητα καθώς την κοιτούσε.
«Ίσως όλοι μας», συνέχισε μέσα του, «να έχουμε επιθυμίες, όνειρα ή πλευρές του εαυτού μας που κρατάμε μόνο για εμάς. Όχι απαραίτητα απαγορευμένες, αλλά βαθιά προσωπικές, εκείνες που δεν αποκαλύπτονται εύκολα ούτε στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους.»
Το βλέμμα του μαλάκωσε. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα, αφήνοντας τη σκέψη να χαθεί τόσο διακριτικά όσο είχε εμφανιστεί.
Τίποτα δεν προανήγγειλε και τίποτα δεν προμήνυε ότι μια απλή, ουρανοκατέβατη συνάντηση με μια οικογενειακή φίλη από τα παλιά, ανάμεσα στα ράφια ενός σούπερ μάρκετ, θα του πυροδοτούσε ένα τόσο έντονο κύμα κάψας. Καθώς κυλούσε η ώρα, η αίσθηση αυτή άρχισε να απλώνεται χαμηλά στην κοιλιά του, κάνοντας ολόκληρο το σώμα του να φλέγεται από έναν πόθο που ζητούσε επιτακτικά ικανοποίηση.
Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε παρά να γοητευτεί από τη Βαλερία, η οποία ξυπνούσε μέσα του μια πρωτόγονη λαχτάρα. Ωστόσο, σαν άνδρας, δεν είχε το ταμπεραμέντο του «πιτ μπουλ» που ορμάει σε ό,τι θηλυκό κινείται και του αρέσει· ήταν υπομονετικός και επίμονος, κάτι που πολλές φορές είχε αποδειχτεί εξίσου προσοδοφόρο με το θράσος που του έλειπε.
Δεν διέθετε εκείνη τη σπίθα της διαφθοράς, ώστε να δείξει τον απόκρυφο πόθο του με εμμονή και χωρίς ενοχές να γκρεμίσει δηλαδή κάθε κοινωνικά θεμιτό φραγμό, να εγκαταλείψει τα πάντα για να ικανοποιήσει την πείνα του, εισβάλλοντας στο ασφαλές οικογενειακό της λιμάνι.
«Διάβολε!» σκέφτηκε με αυτοσαρκασμό. «Αλήθεια, πόσο ανόητος άραγε να της φαίνεται με όλους αυτούς τους δισταγμούς μου!»
Η λογική του έλεγε ότι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να κάνει εκείνος το πρώτο βήμα. Η Βαλερία ήταν το «κλειδί»· ακόμη κι ένα ζεστό της χαμόγελο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν το σύνθημα για να σπάσει ο πάγος.
Ο κόμπος στο στομάχι του γινόταν όλο και πιο σφιχτός καθώς περπατούσαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Μόλις πέρασαν την αυτόματη πόρτα του καταστήματος και βγήκαν στο υπαίθριο πάρκινγκ, τυλίχθηκαν από μια βαριά, φορτισμένη σιωπή.
Ο Αλκιβιάδης άφησε έναν βαθύ,  στεναγμό, έναν τέλειο στεναγμό απίστευτης επιθυμίας, ποτισμένο όμως με μια παράξενη δόση αθωότητας και ενοχής μαζί. Ήταν σαν να ομολογούσε σιωπηλά στον εαυτό του πως γνώριζε πολύ καλά ότι δεν έπρεπε να το σκέφτεται, πως όλο αυτό ήταν απαγορευμένο. Κι όμως, ταυτόχρονα, ήξερε πως δεν μπορούσε να σταματήσει. Ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος για να μπορέσει ν' αντισταθεί.
Πήρε μια γεμάτη, κοφτή ανάσα και προσπάθησε απεγνωσμένα να συντονιστεί με το περιβάλλον, να ξαναβρεί τη χαμένη του ψυχραιμία.
Την παρακολουθούσε καθώς προχωρούσε προς το αυτοκίνητό της. Είχε ένα απίστευτο, λικνιστικό βάδισμα· κάτι στο λίκνισμα των γοφών της θύμιζε αιλουροειδές, δίνοντας την αίσθηση ότι κινούνταν σε αργή κίνηση. Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάζει, αν συνέχιζε να παρατηρεί τις καμπύλες της με τόση αφοσίωση, κινδύνευε κυριολεκτικά να στραβολαιμιάσει.
Μέσα στο μυαλό του, τα σενάρια διαδέχονταν το ένα το άλλο, φουντώνοντας ακόμη περισσότερο την ερωτική του φλόγα. Η σεξουαλική επιθυμία, άρρηκτα δεμένη πια με τις φαντασιώσεις του, απαιτούσε επιτακτικά να πάρει την πρωτοβουλία και να αφήσει, έστω για λίγο, τη συστολή του στην άκρη.
Έπειτα, καθώς ο Αλκιβιάδης ετοιμαζόταν να πλησιάσει το δικό του αυτοκίνητο, στάθηκε για λίγο ακίνητος δίπλα στην πόρτα. Κοιτάζοντας τη Βαλερία που ήταν έτοιμη να γλιστρήσει στη θέση του οδηγού, αμφιταλαντεύτηκε για μερικά κρίσιμα δευτερόλεπτα. Τελικά, τα άφησε όλα στην άκρη· την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και το ξεφούρνισε.
«Συγγνώμη που σε κοιτάζω τόσο επίμονα... αλλά επίτρεψε  μου να πω ότι δεν περίμενα, μετά από τόσα χρόνια, να αντικρίσω μια τόσο εντυπωσιακή και σέξι γυναίκα!
Ως γνήσιος τζέντλεμαν, ο Αλκιβιάδης είχε κινηθεί σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης τους με προσοχή, «της την έπεφτε» μεν με παιχνιδιάρικη διάθεση, αλλά ποτέ ξεπερνώντας τα όρια του επιτρεπτού ή του προσήκοντος σεβασμού.
«Μην πάρεις την πρότασή μου στραβά! Αν δεν είχες αυτοκίνητο, θα δεχόσουν να σε πάω εγώ σπίτι σου; Έτσι, για να θυμηθούμε τα παλιά... όπως τότε που ήμασταν καλοί γείτονες.»
Απλώνεται ανάμεσά τους μια πρόσκαιρη, ηλεκτρισμένη παύση.
Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα, βλέποντας τη να σιωπά, της λέει σχεδόν απολογητικά.
«Είπα κάτι που δεν έπρεπε;»
Η Βαλερία παραμένει σιωπηλή.
«Βαλερία;»
«Μμμ;»
«Είπα κάτι κακό;»
«Σκέφτομαι...»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Εε... ναι, γιατί όχι;» ψέλλισε εκείνη αιφνιδιασμένη, αφήνοντας ένα αμυδρό χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη της.
«Ωραία! Χάρηκα ιδιαίτερα σήμερα που σε είδα ύστερα από ένα τόσο μακρύ χρονικό διάστημα. Προτείνω να μη χαθούμε ξανά και να κανονίσουμε, με την πρώτη ευκαιρία, ένα φιλικό δείπνο — να έρθουν και πάλι οι οικογένειές μας πιο κοντά.»
Η Βαλερία τον λοξοκοίταξε, κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της αργά, καταφατικά. Στον Αλκιβιάδη φάνηκε πως προσπαθούσε να ζυγίσει και να επιλέξει με μεγάλη προσοχή τα λόγια της.
Η κίνηση στην έξοδό του σούπερ μάρκετ αυξανόταν διαρκώς, κι ο Αλκιβιάδης την περιεργαζόταν μέσα από τα σκούρα τζάμια του αυτοκινήτου του, καθισμένος αναπαυτικά στη θέση του οδηγού μέσα στο σκιερό πάρκινγκ.
Σαν ένας ηδονοβλεψίας που κατασκοπεύει κρυφά από κάποιο παράθυρο, την παρακολουθούσε, χωρίς να είναι καθόλου σίγουρος αν εκείνη γνώριζε πως βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής του. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε της μορφασμό, διψώντας να εισβάλει λαθραία στις σκέψεις της και να αποκτήσει «πολύχρωμο περιεχόμενο» από την προσωπική της ζωή.
Ήταν πραγματικά όμορφη, προσεγμένη, ένα αληθινό θηλυκό που ήξερε με μαεστρία ν’ αναδεικνύει όλα τα δυνατά σημεία που της είχε χαρίσει απλόχερα η φύση.
Τη θυμήθηκε ακριβώς όπως ήταν όταν πρωτογνωρίστηκαν, μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα που του την είχε συστήσει η Ανδρομάχη. Κάτω από το σκανταλιάρικο βλέμμα της και το χαρούμενο γέλιο της κρυβόταν πάντα μια ζεστή, δοτική νέα γυναίκα, αφοσιωμένη και έτοιμη ανά πάσα στιγμή να βοηθήσει τους φίλους της.
Η Βαλερία είχε καταλάβει πως ο Αλκιβιάδης είχε προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά, κι όμως κινούνταν ανέμελα, σχεδόν απρόσεκτα. Το ψηλό κορμί της ήταν ελαφρώς σκυφτό, το πρόσωπο της χαλαρωμένο, με μια μόνιμη ρυτίδα ανησυχίας να διαγράφεται στο χαμόγελο της.
Το φως του μεσημεριανού ήλιου έπεφτε γλυκά στο πρόσωπό της μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από πάνω της. Καθώς καθόταν στο κάθισμα του οδηγού, την είδε να τον κοιτάζει· του φάνηκε πως του χαμογέλασε με μια φευγαλέα λάμψη σκανταλιάς στα μάτια.
Χαμογέλασε κι αυτός, χαιρετώντας τη με ένα ελαφρύ, γεμάτο νόημα νεύμα του κεφαλιού.
Μπορεί να ήταν η ίδια η λαχτάρα του που έκανε το κορμί του να κινηθεί, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη έστρεψε απότομα την προσοχή της προς την έξοδο του πάρκινγκ. Επιλέγοντας σχεδόν ενστικτωδώς τη στιγμή, η Βαλερία τού έριξε μια και μοναδική ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει οριστικά από το σκηνικό.
Ο Αλκιβιάδης, έχοντας περάσει τη βασανιστική δοκιμασία της προσμονής, ένιωσε αυτό το ακαριαίο κοίταγμα να τον μαγνητίζει και να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. Η Βαλερία, αποχωρώντας σχεδόν αυτοκρατορικά, είχε ήδη θέσει τους κανόνες του παιχνιδιού: εκείνη βασίλισσα στον θρόνο της, κι εκείνος πιστός ιππότης, ολοκληρωτικά αφιερωμένος στη γοητεία της.
Έμεινε να τη βλέπει να ξεμακραίνει ακίνητος, βουβός. Τα βλέμματα τους ενώθηκαν για μια τελευταία φορά. Ο Αλκιβιάδης έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να τιθασεύσει τις αισθήσεις του με τη σκέψη στραμμένη στο τελευταίο της χαμόγελο.
Ω, αυτό το χαμόγελο! Πόσο λαχταρούσε να ακουμπήσει τα χείλη του στα δικά της, φιλώντας τη στοργικά στα κερασένια της χείλη, ενώ θα την κρατούσε προστατευτικά σφιχτά στην αγκαλιά του.
Ο πειρασμός ήταν τεράστιος, ο σφυγμός του είχε αφηνιάσει, κι εκείνο το βαρύ φούσκωμα χαμηλά δεν έπαυε να του υπενθυμίζει με κοφτές σουβλιές τη φλογερή του διέγερση.
Προσπάθησε μάταια να αντισταθεί στις «ανήθικες» σκέψεις του, επικαλούμενος την κοινωνική του ηθική, η οποία του επέτασσε σεβασμό και αποχή από κάθε παράνομη ερωτική περιπέτεια. Ωστόσο, εκεί όπου υπερχειλίζει το συναίσθημα, η πειθώ του μυαλού ωχριά.
Όπως άλλωστε έλεγε κι ο μεγάλος δάσκαλος, ο Φρόιντ: «Το σεξουαλικό ένστικτο δεσπόζει κάθε άλλου, ακόμα και του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης».
Έτσι, παρά τις ενστάσεις του, αυτό το σαββατόβραδο η παρουσία της Βαλερίας είχε εισβάλει ξαφνικά, από το πουθενά, στα συναισθήματά του σαν μια γλυκιά αμαρτία, μια αμαρτία κρυμμένη στα βάθη του πάθους του. Αυτό ήταν. Ένα πάθος. Ένα ανομολόγητο πάθος που είχε γίνει η βραδινή του «ερωτική πρέζα» μες στη μοναξιά του, σαν ένας γρύλος επίμονος που τραγουδούσε ασταμάτητα μέσα στο κεφάλι του.
Αυτό το βράδυ σκεφτόταν αποκλειστικά με την ψυχή και το συναίσθημα, όχι με τη λογική. Και υπήρχε κι εκείνο το γλυκό δάγκωμα στο στήθος κάθε φορά που τη σκεφτόταν... Στο μυαλό του, οι δυο τους ήταν πια ερωτικό ζευγάρι, κι αυτή η διαπίστωση τον παρέσυρε σε μια κατάσταση απόλυτης μέθης, προσδοκώντας κάτι που λαχταρούσε απεγνωσμένα να συμβεί στο εγγύς μέλλον.
Έξω είχε αρχίσει να σουρουπώνει , η πιο λατρεμένη του ώρα της ημέρας. Καθώς ο ήλιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το οροπέδιο και το Θριάσιο Πεδίο, είχε φτάσει η στιγμή για την πιο χαλαρωτική του απόλαυση.
Ο Αλκιβιάδης διάλεξε από το έπιπλο ένα μπουκάλι Mandarin Napoléon, εκείνο το εξαιρετικό βελγικό κονιάκ παλαίωσης, και ακούμπησε ένα ποτήρι πάνω στη λευκή μαρμάρινη επιφάνεια του πάγκου της κουζίνας. Σέρβιρε προσεκτικά, δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει λεκέδες στο μάρμαρο.
Φέρνοντάς το κοντά στα χείλη του, έκλεισε τα μάτια, αφήνοντας τις αρωματικές, αλκοολούχες νότες να κυλήσουν στις φλέβες του. Η γεύση του δέθηκε σε απόλυτη αρμονία με τη βελούδινη υφή από ένα μαλακό ganache εσπρέσο και τις αρωματικές ανταύγειες από κομποτέ μανταρινιού. Αυτό το σύνηθες, εκρηκτικό μείγμα ξύπνησε ακαριαία τις αισθήσεις του, κι ένα βαθύ αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Άλλωστε, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, θεωρούσε αυτές τις μικρές, πολυτελείς γεύσεις ως τις πραγματικά απλές και αναντικατάστατες απολαύσεις της ζωής.
Έσβησε τα φώτα, πήρε το ποτήρι με το λικέρ και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του γραφείου του. Το λάτρευε αυτό το μικρό του καταφύγιο. Ο χώρος, σε συνδυασμό με το φως που έμπαινε γλυκά από τα παράθυρα, δημιουργούσε την αίσθηση πως βρισκόταν μετέωρος σε ένα ψηλό μπαλκόνι.
Το δωμάτιο το είχε διακοσμήσει η Ανδρομάχη, όπως εξάλλου και το υπόλοιπο σπίτι. Είχε διαλέξει με προσοχή τις ταπετσαρίες, τις βιβλιοθήκες, το γραφείο, τις φωτογραφίες και τους πίνακες στους τοίχους. Ο Αλκιβιάδης ήταν πάντα ενθουσιασμένος με τις επιλογές της, ποτέ δεν αμφισβήτησε το γούστο της, τουναντίον, ένιωθε πολύ περήφανος για εκείνη.
Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του κι ένιωσε την αψάδα του αλκοόλ να μαλακώνει κάπως την εσωτερική του ένταση. Όχι εντελώς, όμως. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα κυματιστά, μαύρα μαλλιά του και στριφογύρισε το ποτό μέσα στο κρύσταλλο, βυθισμένος σε σκέψεις.
Άνοιξε την τηλεόραση στο on demand, κι αμέσως έπεσε πάνω σε μια πρωινή εκπομπή ποικίλου περιεχομένου, από εκείνα τα «πρωινάδικα» όπου το κουτσομπολιό έδινε και παίρνε, και τα οποία παρακολουθούσε με θρησκευτική ευλάβεια η πεθερά του.
Παρουσιάστριες που έδειχναν να τα έχουν καλά με όλους τους ισχυρούς της τηλεόρασης και των περιοδικών απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν μια θέση στο γυαλί, έτοιμες ανά πάσα στιγμή να «βγάλουν στη φόρα» τα πάντα, από τα εσώρουχό τους μέχρι τα ψεύτικα στήθη τους, αρκεί να ξεχωρίσουν.
Στην οθόνη, μια τηλεφωνήτρια διαλαλούσε τα προσόντα της. «Είμαι σαράντα χρονών, παντρεμένη, με επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα. Βγάζω πολλά λεφτά, αλλά επειδή δουλεύω ατελείωτες ώρες είμαι διαρκώς κουρασμένη. Όταν γυρίζω σπίτι δεν έχω δυνάμεις για τίποτα, οπότε τις δουλειές του σπιτιού τις κάνει ο άντρας μου...»
«Μα καλά, κυρία μου, ο άντρας σας δεν δουλεύει; Δεν είναι κι εκείνος κουρασμένος;» τόλμησε να ρωτήσει η παρουσιάστρια με μια ψεύτικη, στημένη απορία.
«Ναι, δουλεύει, είναι κουρασμένος... αλλά εγώ βγάζω περισσότερα.»
«Συγγνώμη, να σας ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό· εξωσυζυγική σχέση διατηρείτε;»
«Τι λέτε, καλέ; Βεβαίως και διατηρώ!»
«Παρντόν; Γιατί, κυρία μου;»
«Γιατί το να βλέπω τον άντρα μου στην κουζίνα και γενικά να ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού με ξενερώνει αφόρητα. Δεν με εξιτάρει καθόλου στο ερωτικό παιχνίδι, δεν μου δημιουργεί ούτε ένταση, ούτε πάθος, ούτε σεξουαλικό μαγνητισμό. Εγώ θέλω έναν ερωτικό παρτενέρ δυναμικό, εκρηκτικό, που η αδρεναλίνη του να χτυπάει κόκκινο και να είναι πάντα έτοιμος για δράση, ώστε να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Κοινώς, να διακρίνεται στον ερωτικό τομέα, με απίστευτες αντοχές, να μπορεί να παρασύρει και να τεντώνει τις αισθήσεις μου στα άκρα, οδηγώντας με στην κορύφωση της σαρκικής και της ψυχικής ηδονής.»
Γρήγορα βαρέθηκε, έπιασε το τηλεχειριστήριο και έκλεισε την τηλεόραση με μια κίνηση αποστροφής. Οι σκέψεις του, όμως, συνέχισαν να τρέχουν σε σκοτεινά μονοπάτια. Κατέληξε στο εξής: η γυναίκα στις δυτικές κοινωνίες σήμερα έχει εθιστεί στην αγορά, στα χρήματα και στη δύναμη που αυτά της παρέχουν, κυνηγώντας εμμονικά το κοινωνικό status. Αυτά τα πρότυπα της σερβίρει η τηλεόραση, αυτά ζηλεύει από τις «πετυχημένες» φίλες της, αυτά ακριβώς επιθυμεί.
Και κάπως έτσι, σκέφτηκε, συντελείται η αργή και σταδιακή διάσπαση της οικογένειας στον δυτικό κόσμο. Έκανε συνειρμούς για γνωστές τηλεπερσόνες που παριστάνουν τις κυρίες στα πάνελ, αλλά πίσω από τις κλειστές πόρτες δεν αφήνουν «τεκνό για τεκνό» ασυγκίνητο. Παράγοντες του θεάτρου, της τηλεόρασης, όλου του καλλιτεχνικού χώρου γενικότερα, που εκβιάζουν απροχώρητα. «Εσύ θα μου κάτσεις, κι εγώ θα σε κάνω φίρμα». 
Νεαρά κοριτσόπουλα, απελπισμένα να αρπάξουν έναν δεύτερο ρόλο σε κάποιο σίριαλ, έτοιμα να πέσουν στα γόνατα και να αποθεώσουν ακόμα και τον τελευταίο κάμεραμαν προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους.
Βούλιαξε στην καρέκλα του γραφείου, πίσω από τον υπολογιστή. Έκανε μισή στροφή και βρέθηκε να κοιτάζει από το παράθυρο, ατενίζοντας στον ορίζοντα τον νυχτερινό ουρανό, λες και αναζητούσε εκεί τη μορφή της, σαν να ήθελε απεγνωσμένα να βρίσκεται απόψε μαζί του.
Μια βαθιά, απόλυτη σιωπή κάλυπτε τα πάντα. Το μυαλό του ήταν πια καθαρό, σαν τον ξάστερο ουρανό όπου το φεγγάρι και ο Πολικός Αστέρας στη θέση τους έτρεμαν ζωηρά.
Ο Αλκιβιάδης ανοιγόκλεισε τα μάτια, όρθωσε το κορμί του στην καρέκλα και έκανε πάλι μισή στροφή προς την οθόνη του δεκαεπτάρη TOSHIBA Notebook. Κούνησε το ποντίκι κι αμέσως η οθόνη ζωντάνεψε.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, όμως δεν είχε καμία όρεξη για ύπνο· η νευρικότητα τον κρατούσε σε εγρήγορση. Ήξερε πως αν πήγαινε στο κρεβάτι, θα αναμάσαγε συνεχώς τις ίδιες σκέψεις. Καλύτερα να απασχολούσε το μυαλό του. Άνοιξε τον πλοηγό, πληκτρολόγησε τους κωδικούς του στο Blogger και δημιούργησε μια νέα ανάρτηση.
Είχε τόσα πράγματα να γράψει, τόσες ιστορίες να διηγηθεί. Αυτό που του έλειπε ήταν απλώς η σωστή διέξοδος, ένα πέρασμα απ’ όπου οι σκέψεις και οι ιδέες του θα ξεχύνονταν σαν λάβα, για να πήξουν ύστερα σε μια σταθερή, ακατάλυτη ροή.
Η ανάρτηση αυτή, αναμφίβολα, όταν θα ήταν πιο νηφάλιος θα κατέληγε στη «Διαγραφή» ή στα «Πρόχειρα». Του άρεσε όμως η ιδέα να φλερτάρει με τον κίνδυνο: να τη δημοσιεύσει στο blog του και να στείλει το link μέσω MSN στη Βαλερία για να το διαβάσει.
Ήπιε μαζεμένες τρεις γουλιές από το ποτό του, νιώθοντας το μελένιο υγρό να κατηφορίζει στον λαιμό του, παρασύροντας μαζί του κι έναν ενοχλητικό κόμπο. Ναι, αυτό έφταιγε...
Η γυναίκα απόψε βρισκόταν συνεχώς στο μυαλό του, σε σημείο που ένιωθε μπερδεμένος, ανίκανος να ελέγξει τη σεξουαλική του ισορροπία. Στη θύμησή της τα πάντα επιταχύνονταν, οι χτύποι της καρδιάς του, η ανάσα του, οι σκέψεις του.
Τους φανταζόταν μόνους, τους δυο τους, σε έναν χώρο απόλυτης ηρεμίας, αυθεντικής φιλοξενίας, αδιαπραγμάτευτης ποιότητας και διακριτικής πολυτέλειας. Σ' ένα πεντάστερο ξενοδοχείο χωμένο μέσα στη φύση, ακριβώς δίπλα στο κύμα, να μοιράζονται μοναδικές, ερωτικές στιγμές.
Φέρνει, μάλιστα, στο μυαλό του εκείνη τη μεγάλη, έγκυρη πανεπιστημιακή έρευνα για την εξωσυζυγική απιστία, η οποία κατέληγε στο ότι οι γυναίκες καθηγήτριες είναι ιδιαιτέρως επιρρεπείς και ευάλωτες στους ερωτικούς πειρασμούς που θα βρεθούν στον δρόμο τους...
Ταυτόχρονα, κάτι είχε πάρει το αυτί του από τα συνήθη γυναικεία κουτσομπολιά της Ανδρομάχης με τη Ναυσικά σχετικά με μια κοινή τους φίλη, εκείνη τη μελαχρινή καλλονή με τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια και το καλοσχηματισμένο, αισθησιακό σώμα.
Η Βαλερία είχε πλέον εξελιχθεί σε μια προσωπικότητα που απέπνεε αβίαστη αυτοπεποίθηση. Οι περισσότεροι μάλιστα τη θεωρούσαν «αβανγκάρντ», μια γυναίκα με πρωτοποριακές, προχωρημένες, ίσως και εκκεντρικές απόψεις, θέσεις και συμπεριφορές.
Πέρα από όλα αυτά, ντύνονταν πάντα εξαιρετικά κομψά, ακολουθώντας πιστά τις επιταγές της μόδας, ενώ παράλληλα ήταν άκρως φιλική και προσιτή με τους μαθητές της. Με λίγα λόγια, ήταν ένα γοητευτικό, ξεχωριστό πλάσμα που ξεχώριζε σαν φάρος στην πολύβουη, σφριγηλή κοινότητα του σχολείου της.
Ήταν ένα «προχώ» άτομο,  σύμφωνα με την αργκό των μαθητών που τα περισσότερα αρσενικά στο λύκειο ονειρεύονταν να ζήσουν μαζί της τον ερωτικό παράδεισο, λαχταρώντας να «αγγίξουν» μια τέτοια εντυπωσιακή καθηγήτρια.
Οι μαθητές, άλλωστε, έβρισκαν συνεχώς αφορμές για να τρέχουν στο γραφείο της δήθεν για κάποια απορία.
Σίγουρα, από ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και το εφηβικό πλήθος, κάθε βράδυ χυνόταν άφθονος πόθος, σπέρμα και φαντασίωση για χάρη της.
Βέβαια, δεν χρειαζόταν να εισχωρήσει κανείς στα άδυτα των αντρικών κύκλων των παλαιότερων καθηγητών, αυτών των «αυθεντιών» παλαιού τύπου, που μαστίζονταν από μια στημένη, ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια, για να καταλάβει πώς έβλεπαν τη νέα τους συνάδελφο.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή που είχε παρουσιαστεί στο σχολικό συγκρότημα, η Βαλερία είχε γίνει αποδέκτης ενός επίμονου, πονηρού «ενδιαφέροντος»  σε σημείο που ένιωθε συχνά ασφυκτικά, αντιλαμβανόμενη πως οι προθέσεις τους κάθε άλλο παρά αγνές ήταν.
Αρκούσε να ακούσει κανείς τον τρόπο που μιλούσαν γι' αυτήν στους αντρικούς κύκλους: πολλοί συνάδελφοί της θα έδιναν τα πάντα προκειμένου να τη ρίξουν στο κρεβάτι τους, λαχταρώντας να κατακτήσουν αυτό το μελαχρινό, πανέμορφο πλάσμα.
Όμως... μάλλον λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο.
Οι δύο πρώην φιλενάδες της Βαλερίας, στις συχνές τηλεφωνικές τους επαφές, άφηναν κάποιες φορές υπονοούμενα που ολοφάνερα έδειχναν προς το πρόσωπό της.
«Ανδρομάχη, έχεις μάθει τίποτα τελευταία για τη φίλη μας τη Βαλερία;» ρώτησε η Ναυσικά με ύφος μυστηρίου.
«Της Βαλερίας; Όχι, δεν ξέρω απολύτως τίποτα! Πάει πολύς καιρός από τότε που χάσαμε επαφή. Εσύ τι έμαθες πάλι;»
«Να... να σου πω εγώ τι ακούγεται! Οι φήμες και οι κακές γλώσσες λένε πως έχει ανακαλύψει επιτέλους ότι το απαγορευμένο και το παράνομο είναι πολύ πιο γλυκό από το επίσημο... και πως το απολαμβάνει αγκαλιά με έναν παίδαρο.»
«Δηλαδή; Όταν λες «απαγορευμένο και γλυκό», τι εννοείς; Πως... τα φοράει στον άντρα της;»
«Εσύ τι λες να εννοώ, καλή μου; Ότι ρίχνει άχνη στη μπουγάτσα;»
Στην αρχή η Ανδρομάχη ξαφνιάστηκε πραγματικά. Θυμόταν τη φιλενάδα της από τα χρόνια του λυκείου ως μια εξαιρετικά «συμμαζεμένη» και σοβαρή κοπέλα, και της φαινόταν αδιανόητο να ακούει τέτοια σχόλια για την προσωπικότητά της.
«Τι να σου πω, ρε Ναυσικά! Εγώ πάντως τη θυμάμαι πολύ σοβαρή, σεμνή, μετρημένη... και φαινόταν ευτυχισμένη στον γάμο της. Μεταξύ μας, το πιστεύεις ότι μπορεί να είναι αλήθεια αυτά τα κουτσομπολιά; Είναι δυνατόν η Βαλερία να κυλάει σε παράνομο κρεβάτι;»
« Έλα ντε, φιλενάδα μου! Αυτές ακριβώς οι σεμνές είναι που σου λένε «α, αποκλείεται!», κι όμως αποδεικνύονται οι πιο άτακτες παντρεμένες γυναίκες. Αυτές που δεν τους φαίνεται με τίποτα, αλλά τελικά ζουν τα πιο ωραία πάθη και ικανοποιούνται στο έπακρο από τον εραστή τους!
Προφανώς και το κάνουν οι άτακτες παντρεμένες. Περισσότερο απ' όσο φαντάζεσαι, μπορώ να σου πω. Δεν θα τις καταλάβεις εύκολα, όμως... Εκτιμάνε απεριόριστα την εχεμύθεια, το διακριτικό φλερτ, τους καλούς τρόπους και, φυσικά, το «βαρύ» παρελθόν ενός έμπειρου εραστή. Εξάλλου, σήμερα οι μεγαλύτερες «επιτυχίες» γίνονται είτε μέσω social media είτε στους χώρους εργασίας.»
«Στα social γίνεται πολύ πιο χοντρό παιχνίδι απ' ό,τι στους εργασιακούς χώρους,» της αντιτείνει η Ναυσικά, σαν πιο έμπειρη στα ψηφιακά τερτίπια.
«Ισχύει απόλυτα, συμφωνεί η Ανδρομάχη. Η αίσθηση της ανωνυμίας και της απόστασης που σου δίνουν τα social media ενθαρρύνει τις τολμηρές, άμεσες προσεγγίσεις. Προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου το παιχνίδι μπορεί να φτάσει στα άκρα, ακριβώς επειδή λείπουν οι άμεσες κοινωνικές συνέπειες. Ενώ στη δουλειά... εκεί μπλέκει το πράγμα, μπορεί να γίνει επικίνδυνο.»
«Τι εννοείς, ρε Ανδρομάχη, όταν λες το «βαρύ» παρελθόν του εραστή;» ρώτησε η Ναυσικά με απορία.
«Εννοώ να είναι άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης! Ο τέλειος συνδυασμός ενός εχέμυθου και έμπειρου άντρα, που διαθέτει διακριτικότητα, ωριμότητα και γνώση του πώς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Να προσφέρει ασφάλεια, χωρίς τον φόβο ότι θα σε εκθέσει, και πάνω απ' όλα να έχει αποδεδειγμένη ικανότητα στη σεξουαλική επαφή. Όσο για την εμφάνιση; Έχουμε και λέμε: πεντακάθαρος διαρκώς, με ακριβά, «κυριλέ» ρούχα, ή κάποιες φορές με φόρμα για να βγάζει μια αθλητική γοητεία, περιποιημένο μούσι, απλό μαλλί... και τουλάχιστον 1,82 ύψος.»
«Μάλιστα, κατάλαβα! πέταξε η Ναυσικά με πονηρό υφάκι. Δηλαδή, για να είναι γαμάτος εμφανισιακά, πρέπει να είναι τέλειος από την ώρα που γεννήθηκε. Να έχει γεννηθεί θεογκόμενος... κάτι σαν τον παπά της ενορίας μας, που λες κι εσύ ότι σου κούμπωσε για εραστής, φιλενάδα!»
«Κατεργάρα φιλενάδα!» συνέχισε η Ναυσικά με πονηρό, διαβολικό χαμόγελο. «Σε καταλαβαίνω απόλυτα... Όταν είσαι αναστατωμένη, ο παπάς, εκτός από πνευματικός σου καθοδηγητής, λειτουργεί τελικά και ως εραστής. Σου προσφέρει έναν ασφαλή, απόκρυφο χώρο όπου μπορείς να εκφραστείς ελεύθερα, χωρίς τον φόβο καμίας κριτικής... και σου φτιάχνει τη διάθεση με ένα γερό, παλιομοδίτικο γαμήσι!»
«Κάπως έτσι... ο παπάς είναι προικισμένος εραστής, εχέμυθος, πεντακάθαρος και έμπειρος. Ένας άντρας που έχει διδάξει σε αρκετές «τσούλες» ενορίτισσες πώς να παραδίδονται στην ηδονή. Όταν σμίγουμε, δίνουμε και οι δύο νέο ενδιαφέρον στην ερωτική μας ζωή... Κοινώς, έχω μπλέξει σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορώ να βγω εύκολα. Μια αληθινή ερωτική κόλαση!»
«Για να βλέπω... είναι και προικισμένος ο ρασοφόρος εραστής;» πέταξε η Ναυσικά με κοροϊδευτικό, λαίμαργο ενδιαφέρον.
«Τον έχει μεγάλο! ομολόγησε η Ανδρομάχη χωρίς δισταγμό. Αλλά το πιο σημαντικό είναι το πάχος του. Μου δημιουργεί μια ασύγκριτη αίσθηση πλήρωσης και σεξουαλικής διέγερσης... Αλλά τα είπαμε αυτά, ας τα αφήσουμε. Πάμε τώρα πίσω στο θέμα μας! Για λέγε, τι άλλο έχεις μάθει για την πρώην φιλενάδα μας; Είμαι περίεργη, όλη αυτιά! Σε ακούω προσεκτικά και με αμείωτο ενδιαφέρον.»
«Έμαθα από έγκυρη πηγή ότι «το πνίγει το κουνέλι» αγκαλιά με τον νέο γυμναστή του λυκείου, από τότε που ξεκίνησε η σχολική χρονιά!»
«Έχει μαθευτεί δηλαδή πως επέλεξε να ανοίξει την πόρτα στο σεξ που της χτύπησε ο νέος νοικάρης, χωρίς να διώξει τον προηγούμενο νοικοκύρη;» ρώτησε η Ανδρομάχη με κοροϊδευτικό ύφος.
«Ε ναι! Και όπως συμβαίνει πάντα με κάθε μυστικό, από στόμα σε στόμα, τελικά γίνεται μουσικό όργανο και ο ήχος του φτάνει πολύ μακριά.»
«Δηλαδή, το παλικάρι έχει προσόντα; Τι ακριβώς έχεις μάθει;»
«Οι πληροφορίες μου λένε ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά, όταν δούλευε ως αναπληρωτής με σύμβαση σε σχολείο της επαρχίας, είχε ξετρελάνει μια φιλόλογο. Μια αληθινή, απελευθερωμένη ζωντοχήρα, νυμφομανή αγιάτρευτη, που έβγαινε και το διαφήμιζε: έλεγε παντού πως ο τύπος ήταν ο καλύτερος γαμιάς. Πρώτα της γάμησε και της ξεφτίλισε το μυαλό, και μετά της έδωσε το μουνί στο χέρι!
«Της έδωσε το μουνί στο χέρι, ε; Δηλαδή ο γυμναστής αποδεικνύεται προικισμένο αρσενικό, με τεράστια σεξουαλική αντοχή και ικανότητα...»
«Εντάξει, ρε Ανδρομάχη! Τρόπος του λέγειν «το μουνί στο χέρι»! Ας πούμε πως με τη νυμφομανή που έμπλεξε ο άνθρωπος, το πιο σωστό είναι ότι η κυρία του έπαιρνε τον πούτσο σαν πασχαλινή λαμπάδα και του τον παρέδιδε καμένο φιτίλι!»
«Δηλαδή, μετά την «περιπέτειά» του με τη φιλόλογο, ο γυμναστής την έπεσε στη φιλενάδα μας;» ρώτησε η Εριφύλη, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση με μια καυστική, γεμάτη απορία αποστροφή.
 «Ακριβώς αυτό! Μόλις πάτησε το πόδι του στο νέο σχολικό συγκρότημα, εντυπωσιάστηκε από την εμφάνισή της. Της δείχνει ξεκάθαρα το έντονο ενδιαφέρον του και προσπαθεί να την προσεγγίσει ερωτικά, παρ' όλη την αρχική της αδιαφορία. Εκείνος επιμένει ασταμάτητα, σαν να νιώθει πως η φιλενάδα μας βρίσκεται μόνιμα σε οίστρο, εκπέμποντας φερομόνες που τον μαγνητίζουν σαν αστείρωτο αρσενικό... που μυρίζει την περιοχή και λυσσάει να ζευγαρώσει!
Ήταν μια ενστικτώδης συμπεριφορά, απαλλαγμένη από κάθε ηθικό ενδοιασμό. Την πολιορκούσε έντονα, με τρόπο εντελώς «ασύμβατο» με τα αστικά μας ήθη και τους κανόνες της εποχής, αδιαφορώντας εντελώς για τον συζυγικό της δεσμό.
Κι η φιλενάδα μας, με μια κλασική, βαθιά ανθρώπινη αντίδραση, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην κολακεία. Το επίμονο ενδιαφέρον του λειτουργούσε απολαυστικά, προσφέροντάς της μια αίσθηση αναζωογόνησης. Άλλωστε, ήταν και ωραίος άντρας ο γυμναστής· η σωματική έλξη που της προκαλούσε έκανε την προσέγγισή του ακόμα πιο ευπρόσδεκτη και συναρπαστική, λειτουργώντας σαν μια ακαταμάχητη τόνωση στην αυτοπεποίθησή της.
Φαινομενικά, μέσα από την εξωτερική της συμπεριφορά και την τυπική της ρουτίνα, δημιουργούσε στους γύρω της την εντύπωση πως ο γυμναστής τής ήταν εντελώς αδιάφορος, πως δεν την άγγιζε ούτε στο ελάχιστο συναισθηματικά. Η εσωτερική της όμως πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
Αυτή η δήθεν αδιαφορία δεν ήταν παρά ένας περίτεχνος μηχανισμός άμυνας απέναντι στα αδιάκριτα βλέμματα του σχολείου. Μόνο που η Βαλερία δεν είχε υπολογίσει το βασικότερο: πως βαθιά μέσα της, ως μια γυναίκα με έντονη θηλυκότητα, διψούσε να αναγνωριστεί.
Αναζητούσε απεγνωσμένα να επιβεβαιώσει την αξία της, τη δύναμη της γοητείας της και την ικανότητά της να μαγνητίζει και να επηρεάζει τους πάντες στο πέρασμά της.
Τελικά αποδείχθηκε πως οι βαθιές σεξουαλικές της ανάγκες καθόρισαν τη συμπεριφορά της πολύ περισσότερο από τη λογική. Η απρόσμενη ερωτική της έλξη για τον γυμναστή, αν και αρχικά τη ξάφνιασε, σύντομα κατάλαβε πως είχε μια ισχυρή, αναπόφευκτη ψυχολογική και βιολογική βάση.
Ο γυμναστής της αντιπροσώπευε την εικόνα της απόλυτης υγείας, της αυτοπεποίθησης και της σωματικής ρώμης, στοιχεία που της ασκούσαν μαγνητική έλξη, φουντώνοντας τη λίμπιντο και τη διέγερσή της.
Μόνο που αυτή η έλξη δεν πήγαζε από κάποια βαθιά συναισθηματική σύνδεση. Ήταν κομμάτι μιας βαθύτερης ανάγκης για εξερεύνηση, μια επαναβεβαίωση της ίδιας της της σεξουαλικότητας κι όχι κάποιο «δέσιμο» με το πρόσωπο του γυμναστή. Αυτό που λαχταρούσε ήταν να βρει μια νέα, πρωτόγνωρη ηδονή στα πόδια της, παραδομένη στην αγκαλιά ενός άλλου «κόκορα» που θα την έκανε να ζήσει κάτι που δεν είχε τολμήσει ποτέ άλλοτε να ονειρευτεί...
«Κατάλαβα... Η φιλενάδα μας αναζήτησε στην αγκαλιά του εραστή της την απόλυτη αυτοεπιβεβαίωση της θηλυκότητας της.»
«Έτσι φαίνεται! Και μάλλον δεν άργησε καθόλου να ενδώσει στην πολιορκία του και στα ερωτικά του καλέσματα. Χωρίς να το παίξει δύσκολη για να το παίξει ανώτερη, φοβούμενη μην της τον αρπάξει καμιά λυσσάρα φιλόλογος από εκείνες που διεκδικούν τα πάντα με τα μούτρα, έτοιμες για όλα!»
«Σε ποια τηλεοπτική σειρά ανήκει η παραπάνω μυθοπλασία; Και σε πόσες τηλεοπτικές σεζόν ολοκληρώνεται; ρώτησε ειρωνικά η Ανδρομάχη τη Ναυσικά, σηκώνοντας το φρύδι με ένα πονηρό, σαρκικό χαμόγελο.»
...Ο Αλκιβιάδης φαντάζεται τον εαυτό του και τη Βαλερία ότι είναι ήρωες σε ερωτική νουβέλα που έχουν βρει καταφύγιο σε παραλιακό ξενοδοχείο στην αγκαλιά του Μυρτώου πελάγους και του Πάρνωνα και η Βαλερία να τον περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι ανάσκελα, με τα πόδια ανοιχτά, συλλογίστηκε χαμογελώντας, καθώς φανταζόταν ήδη τον εαυτό του να τη γαμάει δυνατά με το έμβολο του.
Η μπαλκονόπορτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ήταν μισάνοιχτη, και ο μαΐστρος, το δροσερό αυτό θαλασσινό αεράκι συμβολίζει την απαλλαγή τους από τα προβλήματα που τους βασανίζουν, έκανε τις τραβηγμένες κουρτίνες να ανεμίζουν ελαφρά καθώς δυνάμωνε προμηνώντας μιαν φθινοπωρινή μπόρα. Είχε πέσει το σούρουπο, ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα βαθύ μενεξεδί. Η θάλασσα ήταν όμοια με ζωγραφιά από λάδι, μα υπήρχε κάτι δυσοίωνο έτσι όπως φούσκωνε ο αφρός και τα κύματα έσκαγαν με μανία στη στεριά, στη μικρή προβλήτα και στα βράχια κάτω από το ξενοδοχείο. Εκεί νιώθουν προστατευμένοι και ασφαλείς σε κάθε στιγμή τους από περίεργα βλέμματα. Η Βαλερία ένιωθε όμορφη και δεν χρειαζόταν να αμφιβάλει ότι ο Αλκιβιάδης την ήθελε. 
 Και τι δε θα 'δινε την ονειροφαντασία του να τη ζούσε στη πραγματικότητα! Αποχαυνωμένος όπως ήταν, αποδεικνύοντας εν τέλει -έστω και μεταφορικά- πως οτιδήποτε δε βγαίνει από μέσα του, τελικά καταλήγει να τον φέρνει σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύοντας τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει. Του πήρε λίγα λεπτά για να βγει από τους φανταστικούς αισθησιακούς μαιάνδρους της αφήγησης του. Οι κρόταφοι του χτυπούσαν μισόκλεισε τα μάτια κι αναστέναξε ζαλισμένος από το ονειρικό σεξουαλικό του ταξίδι με τη Βαλερία να είναι εκεί παρούσα στο ταξίδι του για μεγάλα χρονικά διαστήματα, και να κατέχει τις σκέψεις του, όπως μια μεραρχία έχει υπό την κατοχή της μια αλλοτριωμένη εδαφική έκταση. Τα αφτιά του βούιζαν με τις ανήθικες σκέψεις που είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί, μα το μόνο που στριφογύριζε στο μυαλό του  ήταν η εικόνα της που, είχε καρφωθεί στη μνήμη του, σαν να ήταν παρούσα.
Απόμεινε να κοιτάζει την οθόνη με βαριά βλέφαρα. Όσο και να κοίταζε την οθόνη μπροστά του, δε θα έγραφε άλλο. Έβλεπε το δρομέα να αναβοσβήνει ανυπόμονα, μα το μυαλό του είχε αδειάσει από ιδέες. Ένα διάλειμμα, αυτό χρειαζόταν. 
Διάβασε και ξαναδιάβασε το κείμενο που ήταν αποθηκευμένο στο πρόχειρο προτού κλείσει τον υπολογιστή. Κράτησε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια και βάλθηκε να καταλάβει τι του είχε συμβεί παραδομένος σε έναν κυκεώνα συλλογισμών που υποτίθεται ότι θα του δώσουν το κλειδί της λύσης στις επιθυμίες του. Συλλογίζεται σαν τον Σπαρτιάτη στρατηγό που εξετάζει τα έντερα των ζώων πριν τη μάχη. Ναι, είναι πολύ σημαντική μια μάχη (το μέλλον ενός λαού) Δε μπορούμε να την αφήσουμε στην τύχη. Εκείνο το βράδυ έμεινε πολλές ώρες καθισμένος επάνω στην καρέκλα του γραφείου. Έβαλε ένα δεύτερο πότο το έπινε ήσυχα αφήνοντας τη φαντασία του να ταξιδέψει μέσα στον λαβύρινθο της αβεβαιότητας που νιώθει. Κοίταξε έξω από το παράθυρο του, το φωτισμένο δρόμο. Είχε νυχτώσει εδώ και ώρες, αλλά ήταν πολύ απορροφημένος με την εργασία του για να το καταλάβει.
 Έβλεπε τα φώτα από τα αυτοκίνητα να περνούν απέναντι στη γέφυρα του περιφερειακού της Αττικής οδού. Το διασκέδαζε να μαντεύει από πού έρχονται και που πηγαίνουν. Δεν είχε καμιά διάθεση να πάει να ξαπλώσει και η μοναχική ατμόσφαιρα στο γραφείο του, του φαινόταν ιδανική συντροφιά για την όντως παράξενη διάθεση του. Κάπως έτσι ένιωθε τις βραδινές εκείνες ώρες πριν κοιμηθεί. Συνειδητοποιεί πως οι ώρες αυτές, που γύρω επικρατεί ησυχία και ηρεμία, του δίνουν χρόνο να αναλογιστεί, να σκεφτεί, να κρίνει και οι επιθυμίες του ζητάνε πλέον τη λύση τους. Τα πρόβλημα που τον απασχολεί έρχεται για να του υπενθυμίσει πως πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό ώστε να αμβλυνθεί. Οι φαντασιώσεις του επιστρέφουν απρόσκλητες κι εκείνο το συναίσθημα που προσπαθει να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ανύπαρκτο, φροντίζει να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να το περάσει ανεπαίσθητα. Αυτά που φοβάται δεν μπορούν παρά να είναι όσα του έρχονται στο μυαλό! Είναι οι πιο ενδόμυχες, οι πιο δικές του σκέψεις. Το πορτρέτο της Βαλερίας του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, μελαγχολία ανάμεικτη με ελπίδα. Μελαγχολία και ελπίδα που μοιράζονται τον ίδιο χώρο! Με μια ελπίδα που καίει μέσα του σαν άλυτο σταυρόλεξο που λέγεται επιθυμία πως να κατακτήσει το ζωντανό πορτρέτο. Ονειρευόταν να γευτεί με θέρμη την αποδοχή της. Και εκεί που ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να αντιμετωπίσει τον εαυτό του, πως να ξεπεράσει το συναίσθημα του ανεκπλήρωτου ερωτικού απωθημένου που του προκάλεσε η τυχαία συνάντηση με τη Βαλερία, η μορφή της Ανδρομάχης εισβάλλει ανάμεσα στις σκέψεις του. Έπεσε σε λογισμούς να τη σκέφτεται στη Θεσσαλονίκη στο δικό της σενάριο! Ελεύθερη κι απενοχοποιημένη, σαφώς ανανεωμένη, μ’ αυτοπεποίθηση σε μια χαλαρή έξοδο μια ανέμελης βόλτας, για ένα ποτό σε ένα μπαρ, που σίγουρα θα της προσφέρει πολλές ευκαιρίες για ενδιαφέρουσες ανδρικές γνωριμίες με αποτέλεσμα οι παλμοί της να ανεβαίνουν κι η αδρεναλίνη της να χτυπάει κόκκινο, που την βάζει σε μια διαδικασία να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάζεται να ζήσει έντονες ερωτικές στιγμές, σε μια άλλη ανδρική αγκαλιά που θα εκτοξεύσει στα ύψη το σε ύπνωση σεξουαλικό της πάθος. Ίσως της καλλονής η αίγλη της να της θύμισε μέσα της παροπλισμένα συναισθήματα, ερωτικές επιθυμίες και ανάγκες, που αυτός είναι συγκρατημένος και ανίκανος να τα εκτιμήσει και «παγωμένα» μένουν ανικανοποίητα και υποτιμούνται στη σχέση τους; Κρυφογέλασε με τις σκέψεις του. «Ίσως αύριο που θα έρθει να μου διώξει τα φαντάσματα της νύχτας. Όλα μες στης ζωής τα βήματα είναι», ψιθύρισε και κάπου εκεί χάθηκε στην αγκαλιά των σεντονιών.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε πιασμένος από έναν άσχημο ύπνο. Όλα τα χθεσινά του ξανάρχονταν στο νου, τριγύριζαν στο μυαλό του και τον απασχολούσαν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και χασμουρήθηκε. Έριξε μια ματιά στο ξυπνητήρι που βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Έκανε ένα μορφασμό βλέποντας το είδωλο του στον απέναντι καθρέπτη της κρεβατοκάμαρας. Αυτό που έβλεπε ήταν γένια τριών ημερών κύκλους γύρω από τα μάτια και μερικά ατίθασα ανακατεμένα μικρά τσουλούφια από τα κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά του, ξανάπεσε πίσω στο κρεβάτι. Ένιωθε ένας άλλος εαυτός του. «Σκατά! Είσαι αξιοθρήνητος!» Παραδέχθηκε συνοφρυωμένος. «Πρέπει να κάνεις ένα χλιαρό ντους να συνέλθεις» μονολόγησε. Ύστερα από αρκετή ώρα μέσα στο ντους βγαίνοντας στο μπαλκόνι τον καλημέρισε η πρωινή αύρα! Προσπαθεί να επανέλθει στην κανονικότητα του και να αφήσει πίσω του τις νυχτερινές ονειροφαντασίες του, ν΄ αφήσει πίσω το γεγονός, ότι η ανάμνηση της Βαλερίας «στοιχειώνει τη σκέψη του». Το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να αναζητήσει μέσα του τις απαντήσεις στο πως θα προχωρήσει παρακάτω κλείνοντας τη πόρτα στις σφοδρές ερωτικές επιθυμίες του για τη Βαλερία και ακολούθησε το κλασικό του πρωινό σύστημα στις αργίες και στις μοναξιές του. Βόλτα το σκύλο στο πάρκο, περιποίηση στο παπαγάλο και σήμερα να μη ξεχάσει το καναρίνι και να καθαρίσει την λεκάνη της άμμου για την υγιεινή του γάτου τους.
Η επερχόμενες ώρες για τον Αλκιβιάδη ήταν απολύτως προβλέψιμες! Σαν άτομο νιώθει μια εσωτερική κινητοποίηση που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων σαν μια φυσιολογική έκφανση του ψυχισμού του. Η εικόνα της Βαλερίας που ήταν στο μακρινό παρελθόν μια αμυδρή σπίθα που μπορεί να υποδήλωνε μια ιδέα, ένα συναίσθημα ή ένα ξεκίνημα, που ήταν πολύ αδύναμο αλλά υπήρχε, χθες διαπίστωσε ότι εξακολουθεί να έχει μια ξεχωριστή, αξιοπρόσεκτη και σημαντική επίδραση, όχι μόνο στο μυαλό του, αλλά και βαθιά μέσα στη ψυχή του με μια έντονη σεξουαλική επιθυμία που δύσκολα εξατμίζεται. Στις φαντασιώσεις του, που μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, με αμεσότητα και αυθορμητισμό, χωρίς να ανησυχεί μήπως παρεξηγηθεί και εκτεθεί, η Βαλερία του έχει αφήσει αποτύπωμα ανεξίτηλο, που του χτυπάει μια χορδή μέσα του σε μια απέλπιδα, αέναη κι άγονη προσπάθεια για έναν «Άγονο έρωτα». Οι φαντασιώσεις του δεν στηρίζονται σε γόνιμο και εύφορο τόπο με αποτέλεσμα να παράγουν ένα αόριστο, βουβό στείρο και άγονο πάθος, ακαρποφόρητο. Οι σοφοί μας λένε πως, «ο νους οφείλει να υποκλίνεται στη σοφία της καρδιάς.» Ο φορτισμένος νους του Αλκιβιάδη αναζητά να ζήσει το ανέκφραστο υπόγειο πάθος του, που τόσο απρόσμενα συσσωρεύτηκε και κοχλάζει μέσα του, σα λάβα που αναζητά διέξοδο, ταυτόχρονα όμως οφείλει να βρει τη γενναιότητα και το θάρρος να δει την αλήθεια του και να πορευτεί με ακεραιότητα, όσο δύσκολο κι αν του μοιάζει! Είναι αυτές οι στιγμές που η επιθυμία της ψυχής δεν σβήνει μα γίνεται άνεμος που σκορπίζεται στο απέραντο κενό όπως και κάθε χαμένο όνειρο αναζητά να ζήσει ανεκπλήρωτους έρωτες και η καρδιά όσο και αν πονά οφείλει σιωπηλά να υποκλίνεται στη σοφία του νου.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι
 
Web Informer Button