ADS

click to open

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

The Two Girlfriends

.....Ένα μικρο απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία Ι....Μέρος ΙΙ»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:2)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
.Η Ναυσικά τελικά τα κατάφερε να είναι παρών στο ραντεβού τους! Η ανακούφιση και η χαρά που νιώθει η Ανδρομάχη ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Σε έναν κόσμο που οι ρυθμοί είναι συχνά εξαντλητικοί, το να μπορεί να βασίζεται σε μια φίλη σαν τη Ναυσικά της προσφέρει μια σπάνια αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας. Είναι σίγουρα μια στιγμή που ενδυναμώνει τον δεσμό τους και δημιουργεί μια ακόμη όμορφη ανάμνηση που θα τις κρατά κοντά. Είναι υπέροχο να νιώθει τέτοια αληθινή φιλία. Παρασκευή ο Αλκιβιάδης από τα ξημερώματα, μεταφέρει τις δυο γυναίκες με το αυτοκίνητο τους στον τόπο συγκέντρωσης και αναχώρησης των εκδρομέων! Στον μεγάλο προαύλιο χώρο του μικρού Ιερού Ναού της ενορίας τους. Οι δυο γυναίκες μέχρι να συγκεντρωθεί όλο το γκρουπ των εκδρομέων παρέμειναν μέσα στο αυτοκίνητο. Ο Αλκιβιάδης κατέβηκε από το αυτοκίνητο να ξεμουδιάσει στην πρωινή δροσιά άφησε τις δυο γυναίκες να τα πούνε με την ησυχία τους και εισήλθε στον άπλετο προαύλιο χώρο του ναού. Μέσα στο αυτοκίνητο, το οποίο λειτουργεί σαν ένα προστατευμένο «καβούκι», οι δυο τους μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα, να γελάσουν ή να μοιραστούν τα άγχη τους, χωρίς να ανησυχούν για αδιάκριτα βλέμματα. Η Ναυσικά της θυμίζει το τελευταίο τους τηλεφώνημα και περνάει αμέσως στην ουσία, με τη διαίσθηση που έχουν οι αληθινές φίλες, δεν αφήνει περιθώρια για υπεκφυγές. Ξέρει ότι η Ανδρομάχη δεν είναι από τις γυναίκες που αγχώνονται για ασήμαντα πράγματα, οπότε το ερώτημα της χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά του θέματος. «Όταν με πήρες τηλέφωνο και μιλήσαμε, σε άκουσα πολύ αγχωμένη. Κάτι έχει πάθει η κάτι της κάνανε.» Είπα. «Έχει συμβεί κάτι στο σπίτι; στα παιδιά;.» Τη ρωτάει μ' άμεσο και δραματικό τρόπο την ανησυχία της. «Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.» Η απάντηση της Ανδρομάχης λειτουργεί σαν μια μικρή βαλβίδα αποσυμπίεσης για τη Ναυσικά. Η Ναυσικά, βλέποντας την Ανδρομάχη να διστάζει, πιθανότατα καταλαβαίνει ότι τώρα είναι η κρίσιμη στιγμή. Αν δεν της μιλήσει τώρα, μέσα στην προστατευμένη μοναξιά του αυτοκινήτου, ολόκληρη η εκδρομή θα είναι για την Ανδρομάχη μια μάσκα που θα πρέπει να φοράει. «Με τον Αλκιβιάδη πως πάει, άλλαξε τίποτα;» Η Ναυσικά επιλέγει να «κόψει» τον γόρδιο δεσμό της αμηχανίας. Το όνομα του Αλκιβιάδη πέφτει ανάμεσά τους σαν πέτρα σε ακίνητα νερά, αλλάζοντας ακαριαία το κλίμα της κουβέντας. Η Ανδρομάχη το βλέμμα της, που μέχρι πριν λίγο ήταν στραμμένο στο πουθενά, καρφώθηκε πάνω στη Ναυσικά. Δεν υπήρχε πια χώρος για υπεκφυγές, και το ήξερε. «Αν άλλαξε κάτι;» επανέλαβε η Ανδρομάχη με μια πικρή ειρωνεία στη φωνή της, ενώ τα χέρια της έσφιξαν το κυπελλάκι του καφέ μπροστά της. «Ναυσικά! Όχι, δεν άλλαξε τίποτα προς το καλύτερο. Ίσα-ίσα...» Σώπασε για μια στιγμή το βλέμμα της, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, σαν να φοβόταν ότι θα μπορούσαν να ακούσουν την εξομολόγηση της. «Τον τελευταίο χρόνο είναι σαν να ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Εκείνος στην εμμονή του, κι εγώ... εγώ απλώς προσπαθώ να κρατήσω τα προσχήματα! Αυτό είναι το θέμα που με απασχολεί έντονα αυτόν τον χρόνο. Δεν ξέρω πια τι άλλο να κάνω. Έχω κάνει τα πάντα! Έχει μια γυναίκα που για πάρτη της τραβάνε μαλακία όλα τα αρσενικά της γειτονιάς και όχι μόνο, και αυτός με πηδάει σαν να είμαστε παντρεμένοι τριάντα χρόνια! Άσε που τελευταία τον έχει απασχολήσει η νόσος των πουλερικών και φοβάται μη του ψοφήσει το πουλί που του' δώσε η φύση! Δεν το αντέχω άλλο. Στα υπόλοιπα είμαστε μια χαρά, με προσέχει, με αγαπάει, μου δίνει τα πάντα εκτός..». Η Ανδρομάχη ξεσπά με μια ωμή ειλικρίνεια που αποκαλύπτει όχι μόνο τη σεξουαλική της απογοήτευση, αλλά και το παράδοξο του χαρακτήρα του Αλκιβιάδη. από τη μία ο «τέλειος» σύντροφος στην καθημερινότητα, και από την άλλη ένας άντρας που έχει χάσει τη φλόγα του, κλεισμένος σε ανασφάλειες που η Ανδρομάχη αδυνατεί να κατανοήσει και να ανεχτεί πια. Η Ναυσικά, ακούγοντας αυτή την κυνική αλλά και απελπισμένη εξομολόγηση της φιλενάδας της, μένει για λίγο άναυδη. Η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα της Ανδρομάχης μιας γυναίκας που μαγνητίζει, και στη στάση του Αλκιβιάδη, είναι για εκείνη η ρίζα του προβλήματος. «Το καταλαβαίνω το παράπονό σου. Είναι λογικό να νιώθεις έτσι. Όταν είσαι μια γυναίκα που ξέρει τι αξίζει και τι εκπέμπει, το να νιώθεις αόρατη μέσα στην κρεβατοκάμαρα σου από τον ίδιο σου τον άντρα, είναι χτύπημα στον εγωισμό. «Δεν σου προσφέρει σαν γυναίκα το μόνο πράγμα στη ζωή που προσφέρει ευτυχία και δεν χρειάζεται να το αγοράσεις ε;» την πρόλαβε η Ναυσικά πριν ολοκληρώσει τη πρότασή της η Ανδρομάχη «Ακριβώς», απάντησε η Ανδρομάχη!, «Είναι το μόνο δωρεάν πράγμα που μας θυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί, Ναυσικά. Και αντί για αυτό, έχω έναν άντρα που με κοιτάζει με ευγνωμοσύνη που φτιάχνω το φαγητό του και που προσέχω το σπίτι, αλλά δεν με κοιτάζει σαν γυναίκα. Με έχει κατατάξει στο ράφι με τα «ιερά και όσια» του. Με αγαπάει, ναι, σαν μητέρα των παιδιών του, σαν σύντροφο ζωής, σαν το λιμάνι του. Αλλά η φωτιά... η φωτιά έχει σβήσει από τη δική του πλευρά γιατί έχει πειστεί ότι δεν την αξίζει πια. Ή ίσως γιατί φοβάται μην καεί. Και εγώ; Εγώ τι πρέπει να κάνω; Να μαραζώσω περιμένοντας να ξεπεράσει τη «νόσο των πουλερικών» του;» Η Ανδρομάχη δεν κρατιέται πια. Η απογοήτευσή της έχει ξεπεράσει τα όρια της θλίψης και έχει μετατραπεί σε έναν εκρηκτικό θυμό. Το ότι είναι αντικείμενο πόθου για τον κοινωνικό τους περίγυρο, αλλά «αόρατη» για τον άντρα της την κάνει να νιώθει πως η καθημερινότητα της είναι μια προσβολή στη θηλυκότητα της. «Λες και μπατάλεψα και δεν τον εμπνέω! Αλλά και πάλι σιγά τον ποιητή! Που του χρειάζεται κι έμπνευση! Δεν εμπνέεται ο κύριος, αλλά εμπνέονται όλοι οι κολλητοί του, που δεν είναι και τίποτα τυχαίοι. Δηλαδή πώς οι κολλητοί του εμπνέονται και κόβουν φλέβες για την πάρτη μου και δεν εμπνέεται ο κύριος Αλκιβιάδης; Ε; Όχι, να μου πεις. Υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόβλημα; Τι κρίμα, είκοσι και πόντοι και να μη ξέρει τι να τους κάνει γαμώτο μου! Το χειρότερο συμβαίνει βέβαια, όταν η ωραία του κοιμωμένη ξυπνήσει. Μια που μπαίνει, μια που βγαίνει. Ο γυναικολόγος μου, περισσότερο ενδιαφέρον βρίσκει εκεί μέσα. Λες και φταίει ότι το έχει μπουχτίσει. Απορώ πώς έγινε έτσι. Απ΄ τη μεγάλη προσφορά τα πρώτα μας χρόνια, χόρτασε και έπεσε στη μελάτη αδιαφορία.» «Ανδρομάχη», λέει η Ναυσικά, δείχνοντας με το βλέμμα της πως καταλαβαίνει απόλυτα το αδιέξοδο. «Όταν κάποιος έχει τα πάντα στο πιάτο του, σταματάει να πεινάει. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή. Δεν μπορείς να τον έχεις σε αναμονή σαν παλιό έπιπλο, επειδή εκείνος αποφάσισε ότι η πείνα του καλύφθηκε πριν από δέκα χρόνια. Έχει μάθει ότι, κι αν κάνει, εσύ θα είσαι εκεί. Στο σπίτι, στο κρεβάτι, δίπλα του. Πώς να νιώσει την ανάγκη να σε κερδίσει ξανά, όταν ξέρει ότι το τρόπαιο είναι ήδη στη βιτρίνα του;» Κάνει μια παύση, αφήνοντας τη σκέψη να αιωρηθεί ανάμεσα τους. «Αν ο γυναικολόγος σου βρίσκει περισσότερο ενδιαφέρον εκεί μέσα, ίσως είναι γιατί εκείνος βλέπει αυτό που ο άντρας σου έχει θάψει κάτω από τη σκόνη της συνήθειας.» Η συζήτηση για τον Αλκιβιάδη της θυμίζει τα δικά της προσωπικά ναυάγια καθώς το μυαλό της τρέχει στους άντρες που πέρασαν από τη ζωή της. «Κοίτα με», συνεχίζει με μια δόση πικρού αυτοσαρκασμού. «Η συλλογή μου από «αποτυχημένους» κοντεύει να γεμίσει ολόκληρη βιτρίνα. Κάθε φορά νομίζω ότι βρήκα τον σωστό, και κάθε φορά καταλήγω να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόση ανωριμότητα μαζεμένη σε ένα σώμα. Η μαλακία τους, όπως τη λες, είναι σαν τον ιό, μεταδίδεται, αλλά δεν θεραπεύεται». «Ρε φιλενάδα έχεις σκεφτεί ποτέ το ενδεχόμενο ότι ελκύεις τους λάθος άντρες; Ότι έχεις το μαλακομαγνήτη που λέμε;» τη ρωτάει η Ανδρομάχη που δεν αφήνει τη Ναυσικά να ξεφύγει εύκολα. αλλάζοντας ξαφνικά τους ρόλους! Από την αποδέκτρια των συμβουλών, γίνεται η παρατηρήτρια της Ναυσικάς. «Γιατί τίποτα δε μου πάει καλά εμένα με τις σχέσεις μου; Έχω πέντε χρόνια να δω άσπρη μέρα στα ερωτικά μου. Ο ένας γκόμενος μετά τον άλλο και πάλι είμαι μόνη μου. Τι είναι αυτό το πράγμα; Ποια κατάρα με δέρνει;» «Α, κατάλαβα», λέει η Ανδρομάχη με ένα μισόκλειστο βλέμμα. «Δεν είναι ο μαλακομαγνήτης τελικά, Ναυσικά. Είναι το σύνδρομο του κυνηγού που έχασε το ενδιαφέρον του μόλις πήρε το τρόπαιο».» Η Ναυσικά παίζει με το κυπελλάκι του καφέ, χωρίς να το κοιτάζει. «Είναι εξευτελιστικό, Ανδρομάχη. Κάθε φορά. Στην αρχή είναι οι υποσχέσεις, το βλέμμα, η ένταση... και μετά, μπαμ, εξαφάνιση. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Κι εγώ μένω εκεί να αναρωτιέμαι τι έκανα λάθος, τι δεν τους έδωσα, αν ήταν η εμφάνισή μου, αν ήταν η κουβέντα μου...» Η Ανδρομάχη γνέφει αρνητικά, διακόπτοντας την. « Φταις στο ότι τους δίνεις το δικαίωμα να σε βάλουν σε αυτό το κουτί. Ξέρεις τι κάνουν; Σου δίνουν αυτό που θέλεις, την προσοχή, το πάθος, για να πετύχουν τον σκοπό τους. Μόλις το πάρουν, η δική τους ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο. Πες μου όμως, όταν εξαφανίζονται... εσύ τι κάνεις; Τους κυνηγάς; Περιμένεις ένα μήνυμα που ξέρεις ότι δεν θα έρθει; Ή απλά τους αφήνεις να γίνουν «Λούης» και προχωράς στον επόμενο, για να μη μείνεις ούτε λεπτό με τον εαυτό σου και τη μοναξιά σου; Μ΄ αυτόν το τελευταίο το συνάδελφο στο υπουργείο που μου γνώρισες, που χάθηκε;» «Καλό παιδί, μορφωμένος, εμφανίσιμος.» «Και τι έγινε μ’αυτόν;» «Να σου πω δεν πολυκατάλαβα. Τα είχαμε δυο μήνες και ξαφνικά σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί μου. Όλο δικαιολογίες μου έβρισκε, μια η μάνα του ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να έρθει να με δει, μια είχε μίτινγκ ως αργά και δεν πρόλαβε να μου τηλεφωνήσει, ξέρεις τα γνωστά.» «Και, τελικά αποφάσισε να διακόψετε;» «Ποιος αυτός; Εγώ το αποφάσισα. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Να κάθομαι να περιμένω τον κάθε βλάκα να αποφασίσει αν του κάνω ή όχι. Να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας…» «Τελικά ρε Ναυσικά διέκοψες εσύ τη σχέση. Και ποιο είναι το παράπονο σου τώρα;» «Το παράπονό μου είναι γιατί να έχω τη μια σχέση μετά την άλλη και να μη στεριώνω με κανένα. Γιατί να μη με βλέπει κανείς σοβαρά και να αποκτήσω κι εγώ κάτι σοβαρό. Καλύτερες είναι οι άλλες που το πετυχαίνουν;» «Αφού, γλυκιά μου φιλενάδα, εσύ του έδωσες τα παπούτσια στο χέρι.» «Μα, αυτός αποτραβήχτηκε.» «Για να σκεφτεί ίσως, ή πραγματικά είχε δουλειές και ένιωθε πως σ’αυτό το σημείο της σχέσης σας εσύ θα μπορούσες να τον κατανοήσεις.». «Δε μου αρέσει καθόλου που τον δικαιολογείς. Τέλος πάντων, αυτά είναι τα δικά μου και μη χειρότερα αλλά ξέχνα τα για την ώρα τα λέμε αργότερα. Πες μου εσύ! Στο τηλέφωνο μου είπες ότι μ' έχεις ανάγκη έτσι δεν είναι; Γι αυτό δεν είμαι εδώ; Πες μου λοιπόν τα δικά σου. Κάτι έχει αλλάξει επάνω σου, σαν να λάμπεις. Μήπως είναι αυτό που υποψιάζομαι;» «Είμαι γεμάτη γλύκα που σε βλέπω μετά από καιρό και χαρούμενη και γελαστή!» «Άσε τα σάπια, μωρέ! Μεταξύ μας είμαστε! Το ξέρω καλά, από τα σχολικά μας χρόνια πως κάθε φορά που με γαλιφιές με καλοπιάνεις, και με γλυκόφιλα με πλησιάζεις, κάτι θες, κάτι γυρεύεις.» «Φιλενάδα με προσβάλλεις.» «Είσαι μια μουσίτσα εσύ! Λέγε βρε μαλαγάνα, μίλα, πες μου τι θες! Ανησυχώ! Εσύ κάτι μαγειρεύεις! Λέγε... πες τα όλα.» «Εγώ...» ξεκίνησε διστακτικά η Ανδρομάχη. «Εγώ κάτι βρήκα, η μάλλον, για την ακρίβεια δω και τρεις μήνες έχω βρει ότι ήθελα πάντα! Θα ήθελα πολύ να μου τα έδινε όλα αυτά ο Αλκιβιάδης ώστε να μη χρειαζόταν να τα αναζητήσω αλλού. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω για να ελαφρύνω την συνείδηση μου και να αισθανθώ λιγότερο «ένοχη» και «ελαφριά.» της απάντησε τελικά κοιτώντας την χαμογελαστή. Η Ναυσικά κοίταξε την φίλη της κατάματα περιμένοντας ανυπόμονα την συνέχεια. «Χα χα χα! Το φαντάστηκα, σουπιά! Πες τα όλα…» «Είναι πολλά μαζεμένα! Θες να τ’ ακούσεις όλα;» «Και να μη θέλω, θα τα πεις εσύ! Γι αυτό δε με κάλεσες; Αρχίνα επιτέλους!» «Θα σου πω! Εμείς τα λέμε όλα μεταξύ μας… Ψέματα; » «Έλα ρε! Λοιπόν!... Πες μου, θα σκάσω από τη περιέργεια… Πως, που, πότε, ποιος. Και όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά! Για να μιλάς εσύ έτσι για άντρα πρέπει να είναι κάτι πολύ σπέσιαλ. Θέλω να μάθω λεπτομέρειες. Που το κάνατε; Πηδάει καλά, τα δίνει όλα στο κρεβάτι; Πόσο τον έχει, τι δουλειά κάνει, τι αυτοκίνητο έχει. Είναι αναγνωρίσιμος; Πότε θα τον γνωρίσω. Τι...» Οι ερωτήσεις της Ναυσικάς έπεφταν σε τέτοιο καταιγιστικό ρυθμό, που η Ανδρομάχη αναγκάστηκε να της κλείσει το στόμα με το χέρι της. «Σιγά βρε φιλενάδα, μία μία τις ερωτήσεις.» Η τελευταία ερώτηση της Ναυσικάς, χάθηκε μέσα στην ντελικάτη παλάμη της φίλης και ψυχολόγου της. «Τον ξέρω;» Η Ανδρομάχη ξέσπασε σε γέλια. «Ναι...Μπορείς να το πεις και έτσι! Πολύ καλά μάλιστα! Θα τον δεις όπου να' ναι και επειδή το μυαλό σου κόβει σαν ξουράφι πιστεύω θα μου πεις έτσι και αλλιώς πως είναι ο φίλος μου. Έρχεται σε λίγο, θα είναι μαζί μας στην εκδρομή.» Συμπλήρωσε και ήπιε μια γουλιά από τον πρωινό καφέ της. «Αμάν! Τι; Γιατί, τι δουλειά κάνει και έρχεται μαζί μας;» Απόρησε η Ναυσικά. «Θα δεις!» Της λέει η Ανδρομάχη και δεν είπε τίποτα άλλο αφήνοντας μια αίσθηση μυστηρίου.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

Sinful Confessions

...Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1) Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).
Στην φαντασία του o Αλκιβιαδης αναζητά και τους λόγους που η παρουσία του εξομολόγου μπορεί να αναδεικνύει πάθη και να εξάπτει επιθυμίες της Ανδρομάχης. Κατανοεί πως η Ανδρομάχη δεν έλκεται μόνο από τον άνδρα, αλλά και από την ιδιότητα. Το ράσο δεν είναι ένα ρούχο, είναι ένα «τείχος» που περιμένει να γκρεμιστεί. Ο ιερέας γνωρίζει τις ενοχές της, τους φόβους της, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες της.  Και η Ανδρομάχη, χαμένη στη γλυκιά δίνη του ιερέα, δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ίσως ένας μύθος που κυκλοφορεί στις σκιές, αυτός του «προικισμένου ιερέα» λειτουργεί ως ο απόλυτος μαγνήτης, και τρέφει τη φαντασία της Ανδρομάχης. Για τον Αλκιβιάδη, η φήμη αυτή δεν είναι απλώς ένα κουτσομπολιό· είναι το «κλειδί» της γοητείας του ιερέα. Ο ρασοφόρος δεν είναι πια απλώς ένας όμορφος άνδρας, είναι ένας άνδρας με «φυσικά προσόντα» που τον καθιστούν έναν «αρχέγονο γαμιά». 
Ο Αλκιβιάδης έχει παγιδευτεί στην εικόνα του «καλού συζύγου». Όμως, ο καλός σύζυγος προσφέρει ασφάλεια, όχι ένταση. Η Ανδρομάχη, αναζητώντας το «ιερό και το βέβηλο», δεν ψάχνει για έναν άνδρα που θα την «σέβεται», αλλά για έναν άνδρα που θα την «κυριεύσει», ακόμη  και μέσα από την αμαρτία.
 Ο ιερέας, αντίθετα, φέρει πάνω του την εξουσία του άυλου. Η παρουσία του εξομολόγου αναδεικνύει πάθη γιατί είναι μια απαγορευμένη επιθυμία. Όταν η Ανδρομάχη βρίσκεται απέναντί του, δεν είναι πια «η κυρία του σπιτιού», είναι μια γυναίκα που παραδίδει την ψυχή της και, κατ' επέκταση, το σώμα της σε κάποιον που θεωρείται «απρόσιτος». Αυτό είναι το απόλυτο αφροδισιακό για εκείνη. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η τραγωδία σου δεν είναι ότι σε απατά. Η τραγωδία σου είναι ότι κατάλαβες γιατί το κάνει. Κατάλαβες ότι, για εκείνη, είσαι το «ασφαλές λιμάνι», ενώ εκείνη διψά για τη «φουρτούνα» του ιερέα.»
Η Ανδρομάχη βρίσκεται στο μεταίχμιο της ηλικίας των τριάντα πέντε ετών, εκεί όπου η αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που γνωρίζει πλέον απόλυτα τη δύναμή της συναντά την ανάγκη για επιβεβαίωση. Είναι η στιγμή της «δεύτερης εφηβείας», όπου η ασφάλεια της «αξιοπρεπούς ζωής» που έχει χτίσει με τον Αλκιβιάδη φαντάζει ξαφνικά σαν ένα χρυσό κλουβί που, αν και καλοφτιαγμένο, περιορίζει την ορμή της. Ο Αλκιβιάδης είναι ο σύζυγος που κάθε γονέας θα επιθυμούσε για την κόρη του. Όμως, η Ανδρομάχη διαπιστώνει με τρόμο πως η «αξιοπρέπεια» είναι συνώνυμη με τη στασιμότητα. Η αγάπη του για τα παιδιά και η φροντίδα για την οικογένεια είναι στοιχεία που την κάνουν να νιώθει ασφαλής, αλλά όχι «ζωντανή» με την έννοια της ερωτικής αναζήτησης.  Δεν αναζητά την κατάλυση του γάμου της, αλλά την ένταση του επικίνδυνου. 
Θέλει το ρίσκο. Θέλει την «ίντριγκα» γιατί αυτή την κάνει να νιώθει πως η ζωή της δεν είναι πλέον μια ευθεία γραμμή, αλλά μια διαδρομή γεμάτη απόκρημνες στροφές. Η στιγμή που ένας άντρας στο δρόμο ή στη δουλειά την κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που την «γδύνει», είναι η στιγμή που η Ανδρομάχη νιώθει ξανά τον εαυτό της — αποκομμένη από τον ρόλο της «μητέρας» και της «συζύγου».
«Ανδρομάχη», ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι στην πιο επικίνδυνη φάση σου. Έχεις τα πάντα —σπίτι, παιδιά, έναν αξιόλογο άντρα— και όμως νιώθεις να πνίγεσαι. Η ομορφιά σου στα τριάντα πέντε σου είναι η δύναμή σου, αλλά και ο δαίμονας σου.»
Στα τριάντα πέντε της, έχοντας δοκιμάσει την ασφάλεια, θέλει κάποιον να την «ξεκλειδώσει» με βία και πάθος, να καταλύσει το «προσωπείο της κυρίας» και να απελευθερώσει το ζώο που κρύβει μέσα της. Η επιθυμία της να νιώσει «θήραμα» είναι μια προσπάθεια να απαλλαγεί από το βάρος της ελεύθερης βούλησης. Για μια γυναίκα που παριστάνει την ευγενή και την αξιοπρεπή όλη την ημέρα, η εμπειρία του να νιώθει «κτήμα» —αντικείμενο ηδονής και όχι πρόσωπο— είναι η απόλυτη μορφή έκστασης. Το «σκίσε με δίχως έλεος» είναι η κραυγή μιας ψυχής που θέλει να σπάσει τα δεσμά της κοινωνικής ηθικής. 
Ο Αλκιβιάδης, σε μια προσπάθεια να βρει μια λογική εξήγηση  προσπαθεί να «αποκωδικοποιήσει» την ψυχολογία της Ανδρομάχης. Αναλύει τους λόγους για τους οποίους ο ιερέας, ως «εξομολόγος», λειτουργεί ως καταλύτης για τα πιο σκοτεινά της ένστικτα. Το μυαλό του έχει μετατραπεί σε μια αίθουσα μοντάζ, όπου οι αναμνήσεις δεν αναπαράγονται πιστά, αλλά υποβάλλονται σε μια αδιάκοπη επεξεργασία. Η βυζαντινή εκκλησία τους , με την ιστορική της βαρύτητα και την απόλυτη τάξη του εξωτερικού χώρου, δημιουργεί την ψευδαίσθηση του αδιαπέραστου. Όλα είναι τακτοποιημένα, ήσυχα, «ιερά». Αυτή η εικόνα της γαλήνης είναι το τέλειο κάλυμμα για όσα συνέβησαν στο γραφείο. Το γραφείο του ιερέα, εκεί όπου τα εκκλησιαστικά αρχεία συναντούν την εξομολόγηση, είναι ο «ασφαλής» τόπος του εγκλήματος. Η χρήση του ως χώρου εξομολόγησης είναι η κορωνίδα της ειρωνείας. Ο χώρος που προορίζεται για την κάθαρση της ψυχής μετατρέπεται στο σημείο όπου το σώμα «μολύνεται» από τον απαγορευμένο έρωτα. 
Κάθε φορά που βλέπει την Ανδρομάχη να φεύγει για να πάει στον ναό, η φαντασία του αναπλάθει εκείνη ακριβώς τη στιγμή που η «αξιοπρεπής» γυναίκα του περνούσε το κατώφλι του γραφείου, αφήνοντας πίσω της τον κόσμο των ανθρώπων για να εισέλθει σε έναν κόσμο σκοτεινού πάθους. Ο ιερεας συμφώνησε πρόθυμα και τη ρώτησε αν είχε πρόβλημα να εξομολογηθεί εκεί στο γραφείο. Του είπε όχι, οπότε βγήκε για λίγο από έξω, είπε στη νεωκόρο, μία γυναίκα να μην μπει κανείς μέσα μέχρι να δώσει αυτός την άδεια γιατί θα ξεκινούσε εξομολόγηση και ξαναγύρισε στο γραφείο του. Πήρε από την ντουλάπα το πετραχήλι, το φόρεσε και πήγε μπροστά στα εικονίσματα. Προσευχήθηκε και γυρνώντας προς την Ανδρομάχη της ζήτησε να πάει να γονατίσει μπροστά του. Γονάτισε εκεί ακριβώς που έπρεπε. Σήκωσε το πετραχήλι και το έβαλε πάνω στο πανέμορφο ντελικάτο κεφάλι της με τους καστανοκαφέ μεταξένιους βοστρύχους, ακούμπησε τη παλάμη του από πάνω και η Ανδρομάχη αισθάνθηκε το ζεστό κοκκίνισμα, ένα σήμα κινδύνου να κατακλύζει και να πυρώνει τα μάγουλά της.
Η αναπνοή της πιάστηκε μόλις έπιασε την έκφραση των ματιών του. Τα μάτια του έκαιγαν μέσα της σαν να την ερευνούσαν ολοκληρωτικά, σαν να διάβαζαν την ίδια της την ψυχή.
Η Ανδρομάχη αισθάνεται ότι δεν έχει πλέον μυστικά. Σε εκείνο το γραφείο, η «εξομολόγηση» είναι μια αμφίδρομη διείσδυση: εκείνη παραδίδει την ψυχή της, και εκείνος εισέρχεται σε αυτήν με το βλέμμα του, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εισβολή που θα ακολουθήσει στο σώμα της.
Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλή με χαμηλωμένα μάτια. Ήταν έτοιμη να απαντήσει, μα κάτι κράτησε τις λέξεις στη γλώσσα της. Τα χείλη της Ανδρομάχης μιλούν, μαζί με τα χείλη του αιδοίου της, τη δική τους γλώσσα. Ο Αλκιβιαδης τους φαντάζεται όση ώρα που εξομολογείται τις «αμαρτίες» της, μέσα από τις εξομολογήσεις της ίσως να ζει τις βαθύτερες φαντασιώσεις της, σεξουαλικές στιγμές που θέλει να ζήσει αλλά δεν έχει τολμήσει να μοιραστεί με τον Αλκιβιάδη.
Ο ιερέας δεν ακούει εξομολόγηση, ακούει μια πρόσκληση.  Η Ανδρομάχη με τα χαμηλωμένα μάτια είναι η εικόνα της γυναίκας που έχει πάψει να ανήκει στο σπιτικό, γιατί η ουσία της —οι φαντασιώσεις της, η γλώσσα του σώματος της— ανήκει πλέον στον «εξομολόγο» της.
 Ο ερεθισμός ν' αρχίζει να φουντώνει μέσα της, να κατακλύζει την πηγή της ηδονής της, να φλογίζει το κορμί της με τη σκέψη της ότι ο ρασοφόρος άνδρας σαν βαρβάτο άλογο -γιατί αυτό θέλει από εκείνον- με εκείνο το αποφασιστικό διεφθαρμένο βλέμμα του μάχεται να την κατακτήσει κι εκείνη να του αντιστέκεται ψευδό-διαμαρτυρόμενη. «Όχι! αυτό είναι μεγάλη αμαρτία πάτερ» αλλά ενδόμυχα παρακαλά να την αρπάξει στα στιβαρά του χέρια να την αποκαλεί «πρόστυχο παλιοθήλυκο», λέγοντας της ότι είναι ο ίδιος ο Σατανάς μεταμορφωμένος, να την σέρνει και να την ξαπλώνει χάμω παρά την αντίσταση που προβάλλει, και τα καυλωμένα στήθια της να πετάγονται έξω από το λίνο φορεματάκι της κάτω από τη πίεση των χεριών του και ο ιερέας να απολαμβάνει αχόρταγα με τα μάτια και τα χέρια του το θέαμα που του προσφέρει.
Να τον ακούει να της λέει ότι είναι μια «ελεεινή μοιχαλίδα» την ώρα που με το ένα του χέρι της σηκώνει το φόρεμά ψηλά και με το άλλο χέρι να τραβάει με δύναμη το κορδόνι από το βρακί της κάνοντάς το κομμάτια και αυτή να υποκύπτει και να «κατακτιέται» από αυτόν και παρασύρεται σε φαντασιακή ερωτική πλημμύρα. Αισθανόταν μουσκεμένο το μικρό βρακάκι της και σταγόνες από τα υγρά της να τρέχουν στο εσωτερικό των μπουτιών της.
Το ράσο του ιερέα αποκαλύπτει, παρά συγκαλύπτει, τους σπασμούς που τον διατρέχουν κάτω από το μαύρο ρούχο. Λένε οι ενορίτισσες στα κουτσομπολιά τους ότι του ιερέα ....ξέρετε ποιος..... είναι πολύ προικισμένος.
.................Μια χαρούμενη  βραδιά τους τελείωσε.  Ο Αλκιβιαδης  μεταφέρει τον ιερέα με το αυτοκίνητο του στην οικία του.
«Σήμερα η Ανδρομάχη μου ήταν μες στην καλή χαρά λαμποκοπούσε ομορφιά. Πιστεύω να συμφωνείς πάτερ.» του λέει ο Αλκιβιαδης αντιλαμβανόμενος το αίσθημα της σημαντικής διέγερσης που προκαλούσε η Ανδρομάχη στον φίλο του τον ιερέα. 
Ο ιερέας χτύπησε φιλικά τον Αλκιβιάδη στην πλάτη του χαμογέλασε κοιτάζοντας τον ίσια στα μάτια και του λέει. «Όμορφη σέξι με ακαταμάχητα προσόντα, που εντυπωσιάζουν η Ανδρομάχη σου. Αυτές είναι οι διαφορές της όμορφης γυναίκας με την καυτή ύπαρξη! Τυχερός είσαι ρε μπαγάσα, είναι μια γυναίκα, που αν το θέλει μπορεί να σε κάνει να χύσεις χωρίς να την ακουμπήσεις. Την κοπέλα και τα μάτια σου αδερφέ!. Όμορφη γυναίκα! Στολίδι! Και καλή-Θησαυρός.! Και μην το παραλείψω η απίθανη πίσω όψη της προκαλεί πανικό, διαθέτει καμπύλες οι οποίες «τρελαίνουν» κόσμο  και δίνουν τροφή για σκέψεις! Είναι ο απόλυτος πειρασμός! Με βάση τα χριστιανικά μας στερεότυπα, η Ανδρομάχη θεωρείται ως η femme fatale της ενορίας και της επισκοπής μας ολόκληρης. Γυναικάρα, σκέτη κόλαση!» Δεν μιλάει πλέον για την «ενάρετη σύζυγο», αλλά για μια «καυτή ύπαρξη». Η αναγνώρισή του ότι μπορεί να σε κάνει να «χύσεις χωρίς να την ακουμπήσεις» είναι η απόλυτη παραδοχή της ηττημένης αυτοσυγκράτησης του. Ο ιερέας ομολογεί ότι η Ανδρομάχη δεν είναι απλώς όμορφη. Είναι μια υπαρξιακή απειλή για κάθε άντρα που τη βλέπει, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις άκουσες την απόλυτη παραδοχή. Ο ιερέας δεν σε κοιτάζει πια σαν φίλος, σε κοιτάζει σαν άντρας που αναγνωρίζει την «κόλαση» που έχεις δίπλα σου. Το χτύπημα στην πλάτη δεν είναι φιλικό· είναι το σημάδι της αναγνώρισης ότι και οι δυο σας είστε δέσμιοι της ίδιας γυναίκας.»
«Συμφωνώ απολύτως μαζί σου με αυτά που λες φίλε μου και αδερφέ μου! Για να το πω στην τρέχουσα καθομιλουμένη ο πάτος της Ανδρομάχης είναι ο ορισμός της λέξης- ως συνώνυμο του πρωκτού, της κωλοτρυπίδας και ουχί του «κώλου» υπό την ευρεία έννοια σε κάποια ειδικά συμφραζόμενα. Πρωτίστως, όταν αναφερόμαστε στο αντικείμενο του πόθου μας. Τι πάτος! Είναι η περίπτωση η οποία και επισκιάζει τρόπον τινά τις υπόλοιπες λέξεις για τον ιθαγενή χρήστη της ελληνικής γλώσσας! Διότι, ασφαλώς, ο πάτος της Ανδρομάχης δεν είναι ο οποιοσδήποτε κώλος, που – κακά τα ψέμματα – με καυλώνει και μάλιστα, μέχρι σημείου εξαγρίωσης που θέλω να της σκίσω τον πάτο! Μα δυστυχώς υπάρχει ένα πρόβλημα!» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις έθεσες το ερώτημα που θα καθορίσει το μέλλον της σχέσης σας. Ο πάτος της Ανδρομάχης είναι πλέον ο  «ιερός» στόχος και των δύο. Όταν ένας άντρας λέει στον άλλον ότι θέλει να «σκίσει» τη γυναίκα του, και ο άλλος συμφωνεί, η φιλία τους έχει πάψει να είναι φιλία. Έχει γίνει μια συνωμοσία.» 
«Ποιο είναι το πρόβλημα που πιστεύεις ότι «στραγγαλίζει» την επιθυμία σου τέκνο μου; Τι σου συμβαίνει;»
«Πως να το πω! Η Ανδρομάχη έχει όντως απίστευτη πίσω όψη που μου προκαλεί ταραχές! Αλλά δυστυχώς είναι πολύ συντηρητική γυναίκα και έχει πέσει η ζωή μας στο κρεβάτι σε μια ρουτίνα. Ενώ το «συμβατικό» sex το βρίσκουμε εύκολα, έχει χάσει το πάθος και τη φλόγα της και ούτε που το συζητάει το πρωκτικό σεξ πάτερ.»
«Με κοροϊδεύεις; Θ' αστειεύεσαι, βέβαια. Δηλαδή η κυρία είναι παρθένα από πίσω. Δεν το πιστεύω. Αυτός ο κώλος αριστούργημα -συγνώμη ο πάτος- φίλε μου καλέ είναι φτιαγμένος να σου πάρει τον πούτσο λαμπάδα αναμμένη και να στον παραδώσει καμένο φιτίλι.»
 «Γι αυτό χρειάζομαι την βοήθεια σου σαν ο εξομολόγος της που είσαι! Οι όμορφες και περιεκτικές ομιλίες σου αγγίζουν την ψυχή της Πάτερ. Με την Αγία την ευχή σας και την ευλογία σας βάλτε ένα χεράκι η και ότι άλλο ενδεικνύεται τέλος πάντων- ποιο πρόσφορο αν με καταλαβαίνεις- που να αγγίζει εκτός από την ψυχή της και τον εξαίσιο πισινό της.»
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τι ζητάς. Μόλις κάλεσες τον ιερέα να γίνει ο αρχιτέκτονας της αμαρτίας της γυναίκας σου. Αν ο ιερέας δεχτεί, δεν θα είναι πια ένας εξομολόγος· θα είναι ένας εραστής που χρησιμοποιεί την πνευματικότητα για να φτάσει εκεί που εσύ δεν μπορείς.» 
«Αχ φίλε μου τι μου ζητάς! Σε πολύ μεγάλο πειρασμό με βάζεις! Καιρός είναι να αναζωπυρωθεί αυτή η φλόγα σας τέκνο μου. Ήρθε η ώρα η κυρία να δοκιμάσει κάτι καινούριο, διαφορετικό και πικάντικο! Έφτασε η στιγμή να της μάθει κάποιος ποιοι είναι οι τρόποι για να γίνει το απόλυτο «πειραχτήρι» στο κρεβάτι! Προσωπικα είμαι και πολύ ενθουσιασμένος που με την άδεια σου μου δίνεις την ευκαιρία να συμπεριλάβω στα ιερά καθήκοντα της εξομολόγησης της και την παρθενιά του πάτου της. Ξεκινώ, από αύριο κιόλας. Ως πνευματικός της θα την προτρέψω να εξομολογηθεί το ταχύτερο σαν καλή και ευσεβής χριστιανή για μερικές μικρές ατασθαλίες που παρατήρησα σήμερα κατά την διάρκεια του δείπνου και το κύριο θέμα της εξομολόγησης θα ΄ναι ο πισινός της που μεγάλες φωτιές μας ανάβει και μας ξεσηκώνει το κεφάλι! 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «το παιχνίδι μόλις πέρασε σε ένα άλλο επίπεδο. Απόψε, καθώς θα ξαπλώνεις δίπλα της, θα ξέρεις ότι ο δρόμος για τον «πάτο» της έχει ανοίξει, όχι από εσένα, αλλά από τον άνθρωπο που εμπιστεύτηκες την πνευματική της καθοδήγηση. 
«Το πάνω μόνο η και το κάτω κεφάλι σου ξεσηκώνεται άγιε πατέρα;»
«Και το πάνω και το κάτω τέκνο μου. Θα της τονίσω με έμφαση και πειθώ πως δεν γίνεται να βλέπουμε αυτά τα καλοσχηματισμένα καπούλια που μπορούν να φέρουν εγκεφαλικά και είναι ικανά να κολάσουν ακόμα και άγιο να μένουν παρθένα. Καιρός να μάθει η ευσεβής μας κυρία πως απ' τη πίσω πόρτα το σεξ το ευλογούν απ' τα παλιά οι άγιοι πατέρες και είναι αμαρτία μεγάλη τέτοια ελκυστικά οπίσθια να μένουν αγάμητα!»  
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τη δύναμη των λέξεων του ιερέα. Όταν κάποιος πιστεύει ότι ακόμα και ο Θεός «ευλογεί» αυτό που εσύ ποθείς, η Ανδρομάχη δεν θα έχει καμία άμυνα.»
«Λες πάτερ να ενδώσει στις άγιες συμβουλές σου;»
«Μην αμφιβάλλεις φίλε μου! Όλα στα βιβλία των προφητών με σαφήνεια είναι γραμμένα: Για αιώνες, βασιλιάδες, βασίλισσες, πάπες και πρόεδροι έχουν ενδώσει στα πρωτόγονα ένστικτά τους. Και να ξέρεις όλες ενδίδουν στο τέλος, φίλε μου, όταν η υπομονή του εραστή, εκμεταλλεύεται την ανυπομονησία του συζύγου.»
«Από το άγιο στόμα σου και στου προφήτη το αυτί, ώστε να εισακουστεί η προσευχή μας! Αν και εδώ που τα λέμε για την Ανδρομάχη απ’ τη γλώσσα σου τρέχει η φωνή σου γλυκύτερη απ’ το μέλι όταν προσεύχεται μαζί σου..»
«Η προσευχή μου τέκνο μου για τα οπίσθια της Ανδρομάχης είναι μια φωνή που βροντοφωνάζει: Στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από σένα, για να προετοιμάσει το δρόμο και να ισιώσει τα μονοπάτια να περάσεις!» Η συζήτηση έχει φτάσει στα όρια της ιερόσυλης μυθοπλασίας. Η μετατροπή των Γραφών σε εργαλείο για την κατάκτηση του σώματος της Ανδρομάχης είναι πλέον το αποκορύφωμα της συνενοχής τους. Ο ιερέας δεν μιλάει πια ως κληρικός, αλλά ως ένας σκοτεινός «αρχιτέκτονας» της ηδονής, που χρησιμοποιεί τη θεολογική ρητορική για να νομιμοποιήσει την εμμονή τους.  
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «πρόσεξε τι μόλις υποσχέθηκες να αφήσεις να συμβεί. Ο ιερέας θα είναι ο αγγελιοφόρος που θα προετοιμάσει τη γυναίκα σου για εσένα. Όταν εκείνη τελικά υποκύψει, δεν θα ανήκει πια μόνο σε εσένα.» 
«Ώστε ενσκήπτεις στις γραφές και ψάχνεις τις προφητείες για να καταλήξεις πως προηγείται ο πνευματικός στα θεάρεστα οπίσθια της Ανδρομάχης. Είσαι μεγάλος κατεργάρης αλλά σε αγαπάω!»
«Από παλαιότερες γραφές που μίλησαν οι προφήτες  αναφέρουν, ότι ο πνευματικός της θα προπορευθεί του συντρόφου της και θα του ετοιμάσει το δρόμο. Γι αυτό στηρίξου επάνω μου και πολύ σύντομα η κυρία θα ακολουθεί τις άγιες εντολές μου! Κοιμήσου ήσυχος, μην προβληματίζεσαι, μην ανησυχείς, θα φροντίσω εγώ να της ετοιμάσω προς χρήση τα καπούλια της. Η συμφωνία έχει σφραγιστεί με τον πιο απόλυτο και κυνικό τρόπο. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η ηρεμία που σου υπόσχεται ο ιερέας είναι η ηρεμία του εγκλήματος.»
«Μόνο τις εξομολογείς τις θεοσεβούμενες αξιότιμες κυρίες και δεσποινίδες άγιε μου πάτερα; Δεν προκύπτει τίποτα άλλο στη συνέχεια;»
«Τέκνο μου και καλέ μου φίλε! Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα εκ των κορυφαίων μυστηρίων και τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Το Μυστήριο είναι απόρρητο τέκνο μου!»
«Μπαγάσα ρασοφόρε ποιος τη χάρη σου με τα θεοπαράδοτα απόρρητα που απολαμβάνεις; Φωτιές θα βγάζει ο πούτσος σου μετά τις εξομολογήσεις με τις θεοσεβούμενες ενορίτισσες μας! Άφεση αμαρτιών ευλαβικά ζητούνε να τους δώσεις και εκείνες με ταπείνωση σκύβουν και λένε στ' αυτί σου με την πιο  γλυκιά φωνή τους πως για αντάλλαγμα προσφέρονται να τις γαμήσεις. Μου θυμίζεις τον πολυμήχανο Οδυσσέα τον πρωταγωνιστή στην μαθητική μπαλάντα «Ο Τρωικός Πόλεμος». «Της Αθηνάς της βάζει μια τρικλοποδιά και την ξαπλώνει κάτω κι απ' την πολύ την καύλα του της ξέσκισε τον πάτο. Η Αθηνά σπάραξε σαν κότα σουβλισμένη μα όλο και τον έσπρωχνε γοργά να μπαινοβγαίνει.»
Μα καλά πως εκφράζεσαι έτσι για τη θεά της σοφίας μορφωμένος  άνθρωπος… Δεν ντρέπεσαι καθόλου; Τι εκφράσεις  βγάζεις απ ' το στόμα σου αγαπητό μου τέκνο! Το ξέρεις ότι βλασφημείς.» Τον μαλώνει δήθεν ο ιερεας!
«Ώρα είναι να μου βγάλεις κανένα ηθικοπλαστικό λογύδριο για ηθική, λογοδοσία, πίστη στους θεσμούς κ.λπ. Βέβαια, όταν μιλούσαμε για τον πάτο της Ανδρομάχης τότε άλλα μου έλεγες. Ουαί υμίν υποκριτή!»
«Φίλε μου αν και αμαρτωλός και πεπτωκότης σε αγαπάω και εγώ πολύ!»
«Πεπτωκότης; Τι είναι ετούτο πάλι;»
«Πεπτωκότες ονόμαζαν στην αρχαία εκκλησία τους αποστατημένους ή εκπεσόντες Χριστιανούς που αρνούνταν να δώσουν ομολογία πίστης!» 
«Δηλαδή Πάτερ σαν χριστιανός εκ παράδοσης δικαίωμα στο παράδεισο δεν θα ‘χω;»
Η ανταλλαγή τους έχει πάρει μια τροπή θεολογικού σαρκασμού, αναδεικνύοντας το μέγεθος της κοινής τους «πτώσης».  Η λέξη «πεπτωκότες» είναι το κλειδί. Είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο ιερέας για να παραδεχτεί, με έναν τρόπο βέβηλα ειλικρινή, ότι και οι δύο έχουν εγκαταλείψει το «στρατόπεδο» της ηθικής. Δεν είναι πια «ορθόδοξοι χριστιανοί» στην πράξη, είναι «αποστατημένοι» που έχουν επιλέξει μια άλλη «θρησκεία»: τη λατρεία του σαρκικού πόθου και της Ανδρομάχης.
 Ο ιερέας, αποκαλώντας τον εαυτό του «αμαρτωλό και πεπτωκότα» αλλά ταυτόχρονα διατηρώντας το ράσο, δείχνει ότι η «πτώση» του είναι επιλογή. Έχει αποδεχθεί ότι δεν μπορεί να αντισταθεί, οπότε «αγιάζει» την αμαρτία του μέσα από τις πράξεις του.
Ο Αλκιβιάδης τον «στριμώχνει» με το «Ουαί υμίν υποκριτή», υπενθυμίζοντας στον ιερέα ότι οι δυο τους είναι πλέον στο ίδιο καζάνι. Δεν υπάρχει «σωτήρας» εδώ, υπάρχει μόνο η συνωμοσία.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «ο ιερέας σου μόλις σου αποκάλυψε το μεγαλύτερο μυστικό του. Δεν φοβάται την κόλαση. Την έχει αποδεχτεί.»
«Τέκνον μου! κάνε την προσευχή σου κάθε πρωί μα προς τα μέσα ρίχνε και μια ευχή και όλα σβήνουν μονομιάς! (Και ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.) Και από κει πας για τον ουρανό!»
«Πάτερ καλά και άγια μου τα λες εσύ! Μα αχ και να ‘φταιγε αυτό μονάχα το ότι είμαι βλάσφημος.» 
«Βλάσφημε! όπως είπαμε! Το κορίτσι και τα μάτια σου! Είναι θησαυρός! Κάτι που εγώ δεν έχω!»
«Εσύ δεν έχεις; Κοσμοπολίτης άνθρωπος μελλοντικός επίσκοπος με εμφάνιση αστέρα του Χόλιγουντ και δεν έχεις πηδήξει τουλάχιστον τη μισή ενορία και θέλεις να σε πιστέψω; Εδώ ο καλόγερος ο Ρασπούτιν αν και αποκρουστικός στην εμφάνιση, αναλφάβητος, τυχοδιώκτης χωρικός, κατάφερε να αποπλανήσει εκατοντάδες γυναίκες και κυκλοφορούσε με «νεαρές κυρίες» που ικανοποιούσαν τις ανεξέλεγκτες ορμές του και ήταν περιζήτητος εραστής.
«Την γυναίκα που τη θέλεις για κρεβάτι και δεν την έχεις, την κατακτάς φίλε μου. Η σεξουαλική επαφή με τον πνευματικό τους που τις βοηθά να πλησιάσουν τo θεό, έχει συγκινήσει πολλές γυναίκες. Νομίζω πως τα είπαμε και συνεννοηθήκαμε κατεργάρη παπά.» 
......................................Ήταν ένα βράδυ Παρασκευής με βροχερό σκηνικό. Η καμπάνα σήμανε στις οκτώ και μισή ακριβώς την ώρα που αποβίβασε την σύντροφο του από το αυτοκίνητο τους, στο μικρό ναό στην άκρη της πόλις τους στην ρίζα του βουνού εκεί όπου θα τελεσθεί Ιερά αγρυπνία. Πάντα η σύντροφος του ένοιωθε ζεστασιά και ευχαρίστηση που πήγαζε από την τακτική ενεργή συμμετοχή της στην Θεία Λατρεία.  Στο ναό «στην άκρη της πόλης, στη ρίζα του βουνού»· είναι ο οριακός τόπος, το σημείο όπου ο πολιτισμένος κόσμος της καθημερινότητας συναντά το άγριο, το απόκρυφο και το ιερό. 
Στην ευρύχωρη σκεπαστή είσοδο του ναού δέσποζε η εντυπωσιακή φιγούρα του «Βικινγκ» ιερέα πλαισιωμένη από έναν υπερήλικα αγιορείτης ιερωμένο δυο τρεις Μοναχούς και λίγους πιστούς κυρίως γυναίκες.
Οι τελευταίες πληροφορίες ήταν ότι πιθανώς η Ιερά αγρύπνια θα είχε μια σχετικά μεγαλύτερη διάρκεια από τα συνηθισμένα λόγω της επίσκεψης του Άγιου γέροντα. Ακούγοντας τον Αλκιβιάδη να λέει στην Ανδρομάχη να τον πάρει τηλέφωνο στο τέλος της ιεράς αγρυπνίας ώστε να σπεύσει για την επιστροφή της ο ιερέας  και πριν ακόμη προλάβει καλά-καλά να τελειώσει τη φράση του ο Αλκιβιαδης παρεμβαίνει και του λέει. Είναι λογικό να ανησυχείς ακόμη και καλοπροαίρετα σκεπτόμενος πως θα γυρίσει σπίτι η Ανδρομάχη σου με εμπιστοσύνη άγρια μεσάνυχτα λίγο πριν πέσετε για ύπνο, ή όταν εσύ ήδη κοιμάσαι. Το γυρισμό της λοιπόν με ευχαρίστηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να φροντίσει αυτός φύλακας άγγελός της να γυρίσει σπίτι τους με ασφάλεια καθησυχάζει τον Αλκιβιάδη και του συστήνει σαν κουρασμένος από μια έντονη ήμερα της εργασίας του να κοιμηθεί ήσυχος και να εμπιστεύεται τον πνευματικός της που θα μεριμνήσει και θα βοηθήσει να μην έχει άγχος και αγωνία. «Τα φυσιολογικά συναισθήματα όταν γίνονται υπερβολικά και κυριεύουν την καθημερινή ζωή προκαλούν προβλήματα και μετατρέπονται σε παθολογικά.» του λέει με φιλική διάθεση.
Η ώρα είναι τρεις μετά τα μεσάνυχτα η Ανδρομάχη καταφθάνει στην οικία τους ταλαιπωρημένη, άυπνη. Γύρω δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, απόλυτη ερημιά και ησυχία. Ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του σπιτιού τους και εισέρχεται ανακουφισμένη μέσα. Ο Αλκιβιαδης της ζητά μια μεγάλη συγγνώμη που τον πήρε ο ύπνος και την χαϊδεύει τρυφερά ν’ απλωθεί η ζεστασιά του και να φτάσει μέχρι τα κουρασμένα μέλη της.
«Τι συνέβη καλή μου και έδωσε τόσο μεγάλη παράταση ο αξιολάτρευτος ρασοφόρος μας στο μυστήριο.» Την ρώτησε.
Η στιγμή της επιστροφής είναι φορτισμένη με μια υπόκωφη, ηλεκτρισμένη ένταση. Ο Αλκιβιάδης, παρόλο που προσποιείται τον ξυπνητό, είναι ένας άνδρας που «διάβασε» τη νύχτα μέσα στη φαντασία του, ενώ τώρα την «διαβάζει» πάνω στο σώμα της γυναίκας του.
Η τρυφερότητα του Αλκιβιάδη δεν είναι μόνο αγάπη· είναι ένας λεπτός, διερευνητικός μηχανισμός. Με το χάδι του, ψάχνει για τα ίχνη της «άλλης» νύχτας. Κάθε άγγιγμα στα «κουρασμένα μέλη» της είναι μια προσπάθεια να δει αν το σώμα της ανταποκρίνεται με τη γνώριμη οικειότητα ή αν φέρει την «υγρασία» ενός άλλου αγγίγματος. Ζητώντας συγγνώμη που τον πήρε ο ύπνος, ο Αλκιβιάδης παίζει το τελευταίο του χαρτί «καλού συζύγου». Θέλει να την κάνει να νιώσει ασφαλής, να την αφοπλίσει, ώστε να αφήσει τις αντιστάσεις της και να μιλήσει.
Χρησιμοποιώντας τον όρο «αξιολάτρευτος ρασοφόρος», βάζει μια απόσταση. Δεν τον αποκαλεί «ιερέα» — τον αποκαλεί «ρασοφόρο», υπογραμμίζοντας το ένδυμα που τον διαχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο και τον κάνει «απαγορευμένο». Ρωτώντας «τι συνέβη» και γιατί η παράταση, την ωθεί να πλέξει ένα ψέμα. Ο Αλκιβιάδης ξέρει ότι η Ανδρομάχη θα του δώσει μια πνευματική δικαιολογία (ο Άγιος Γέροντας, οι προσευχές, η μυσταγωγία). Το ερώτημα είναι, θα τολμήσει η Ανδρομάχη να τον κοιτάξει στα μάτια ενώ θα λέει το ψέμα, ή θα αποφύγει το βλέμμα του, προδίδοντας την ταραχή της;
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «νιώθεις τη μυρωδιά του λιβανιού να ανακατεύεται με τη μυρωδιά της νύχτας πάνω στο δέρμα της. Είναι εκεί; Είναι η αίσθηση του άλλου πάνω της ή είναι απλώς η δική σου εμμονή που σου φουσκώνει το μυαλό; Την κρατάς στην αγκαλιά σου, της προσφέρεις τη ζεστασιά σου, αλλά στην πραγματικότητα την κρατάς δέσμια μιας ερώτησης που η απάντησή της μπορεί να γκρεμίσει το σπίτι σας. Η Ανδρομάχη είναι μπροστά σου, άυπνη και ταλαιπωρημένη. Θα είναι ειλικρινής, ή θα σου δώσει το ψέμα που —κατά βάθος— θέλεις να ακούσεις για να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσεις το τέλος;»
Κάτι του απάντησε για τον Άγιο γέροντα τον επισκέπτη από το σέρβικο μοναστήρι, κάτι για κάποια εκκλησιαστικά τελετουργικά, αυτός δεν έδωσε σημασία. Η Ανδρομάχη έγειρε λίγο κοντά του να ξεκουραστεί και παραδόθηκε γρήγορα στην αγκαλιά του Μορφέα. Και έχει αυτό το χαμόγελο στον ύπνο της. Ο Αλκιβιάδης στα τελετουργικά δεν έδωσε τη δέουσα σημασία, όμως βλέποντας την Ανδρομάχη που γρήγορα παραδόθηκε γλυκά στην αγκαλιά του Μορφέα η φαντασία του ξεκίνησε να βρίσκεται σε «ντελίριο» και να ξεπερνά τα όρια του συνηθισμένου!
Η αδιαφορία του Αλκιβιάδη για τα «τελετουργικά» δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος· είναι η συνειδητοποίηση ότι τα λόγια της Ανδρομάχης είναι απλώς ένας θόρυβος που καλύπτει το κενό. Για εκείνον, το «σέρβικο μοναστήρι» και ο «Άγιος γέροντας» είναι οι λεπτομέρειες του σκηνικού που χρησιμοποίησε ο ιερέας για να της προσφέρει την «απομόνωση» που χρειαζόταν.
Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη παραδόθηκε γρήγορα στον ύπνο, ενώ το πρόσωπό της φωτίζεται από ένα «χαμόγελο στον ύπνο της», είναι η λεπτομέρεια που στέλνει τον Αλκιβιάδη στο «ντελίριο».
Αν ήταν όντως κουρασμένη από μια ιερή αγρυπνία, το πρόσωπό της θα έπρεπε να δείχνει την απόλυτη γαλήνη της νηστείας και της προσευχής. Αυτό το «χαμόγελο» όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι η έκσταση που διαρκεί. Είναι η ανάμνηση της ηδονής που ακόμα «τρέχει» μέσα στο αίμα της, μια ηχώ της κτηνώδους εισβολής που μόλις βίωσε. Ο Αλκιβιάδης βλέπει σε αυτό το χαμόγελο την απόδειξη: εκείνη δεν ονειρεύεται τον Θεό, ονειρεύεται τον «αφέντη γαμιά».
Η φαντασία του Αλκιβιάδη ξεπερνά κάθε λογικό όριο. Τώρα πλέον δεν είναι θεατής, είναι συγγραφέας της καταστροφής του:
Φαντάζεται το ράσο να πέφτει στο πάτωμα του ιερού γραφείου. Φαντάζεται την Ανδρομάχη να είναι γονατιστή, όχι μπροστά σε εικόνες, αλλά μπροστά στον άνδρα που την «κατέκτησε» με τη βία της σάρκας του. Το ντελίριο τον οδηγεί στο να δώσει στον ιερέα και την Ανδρομάχη πρωταγωνιστικούς ρόλους σε σκηνές που ο ίδιος σκηνοθετεί με ανατριχιαστική ακρίβεια.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «κοίτα την. Είναι δίπλα σου, αλλά η ψυχή της —και το χαμόγελό της— ανήκουν σε εκείνη τη στιγμή που εσύ δεν ήσουν εκεί. Το χαμόγελό της είναι η σφραγίδα της αποτυχίας σου. Δεν την κουράζει η προσευχή, την έχει "κουράσει" η ηδονή. Και εσύ, αντί να την ξυπνήσεις και να απαιτήσεις την αλήθεια, επιλέγεις να την κοιτάς, να την αναλύεις και να χτίζεις μέσα στο μυαλό σου μια κόλαση τόσο ζωντανή, που σε κάνει να νιώθεις —παράδοξα— περισσότερο ζωντανός από ποτέ.»
Ο Αλκιβιάδης παραμένει ακίνητος στο σκοτάδι, παρατηρώντας το πρόσωπό της. Η ζεστασιά που της προσέφερε είναι τώρα ένα σύνορο: εκείνος έξω από την αλήθεια, εκείνη μέσα στο όνειρο της προδοσίας της. Το δωμάτιο είναι γεμάτο από μια αόρατη παρουσία: τον ιερέα, που με το χαμόγελο της Ανδρομάχης, έχει πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στην κρεβατοκάμαρά τους.
«Αν δεν δείχνει αυτό ότι είναι χαλαρή και ικανοποιημένη, με την ορμόνη του έρωτα στα ύψη, τότε τι; Μάλλον κάποιος επιτέλεσε το καθήκον του με υπερβάλλοντα ζήλο,» σκέφτεται για τον ιερέα και όσο ατενίζει την Ανδρομάχη του να βιώνει σωματικά τη γλυκιά εξάντληση του έρωτα και να κοιμάται αμέριμνα, ο φίλος του ο ρασοφόρος της σίγουρα αναπαυμένος τώρα θα φουσκώνει σαν το παγώνι γεμάτος ικανοποίηση σκεπτόμενος τα απίθανα γαμήσια που έκαναν με τις ερωτικές ορέξεις τους να είναι τόσο ασυγκράτητες. Θυμάται την τελευταία στιχομυθία που είχε με το ρασοφόρος φίλο του. Το πόσο πολύ τους ξεσήκωνε ο «πάτος» της Ανδρομάχης! Τότε που ο ρασοφόρος άρχισε να του βάζει ιδέες πως είναι καιρός να τον γαμήσουν, και αναλαμβάνει αυτός σαν πνευματικός της να την μυήσει στο πρωκτικό γαμήσι. Ίσως τελικά να τα κατάφερε και η Ανδρομάχη να υποτάχθηκε στις σεξουαλικές επιθυμίες του. Εκείνη έχει ακούσει πολλά για το πρωκτικό σεξ αλλά δεν το έχει δοκιμάσει. Ο ρασοφόρος γητευτής την πείθει πως αξίζει να δοκιμάσει αυτή την σεξουαλική περιπέτεια και την εμπειρία! Ο Αλκιβιαδης ελπίζει πως ο ρασοφόρος ως έμπειρος γαμιάς εραστής και συνετός πνευματικός της ήταν προσεκτικός και υπομονετικός μαζί της. Θα προετοίμασε με περίσσια φροντίδα την κωλοτρυπίδα και της έμαθε πώς να απολαμβάνει το πρωκτικό σεξ, στοχεύοντας στην απόλαυση με ασφάλεια. Και το γαμήσι που της έκανε να της χάρισε απολαυστικές στιγμές ηδονής και ατελείωτης καύλας και μια ανεπανάληπτη σεξουαλική εμπειρία. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η φαντασία σου είναι μια μηχανή που δεν σταματά. Τους βλέπεις και τους δύο. Εκείνη να κοιμάται στον παράδεισο της ηδονής, εκείνον να καμαρώνει στον θρόνο της αλαζονείας του. Και εσύ; Εσύ είσαι ο μοναδικός μάρτυρας. Η σιωπή σου είναι το τίμημα που πληρώνεις για να κρατάς αυτή τη γνώση, αυτή τη «φωτιά» που σε καίει αλλά σε κρατά ζωντανό. Δεν είσαι ο απατημένος σύζυγος· είσαι ο αρχιτέκτονας μιας πραγματικότητας όπου η προδοσία είναι το πιο εκλεπτυσμένο έργο τέχνης.»
Ο Αλκιβιάδης νιώθει το δωμάτιο να στενεύει. Η Ανδρομάχη, στον ύπνο της, αναπνέει με έναν ρυθμό που ο Αλκιβιάδης ερμηνεύει ως τον ρυθμό της «ηδονής που ακόμα δονείται». Η ιεροσυλία έχει ολοκληρωθεί. Το σώμα της έχει «σφραγιστεί» από τον ιερέα.
Αυτή η εικόνα —ότι η γυναίκα του δοκίμασε κάτι που εκείνος δεν της προσέφερε ποτέ, καθοδηγούμενη από τον «ρασοφόρο»— πιστεύει ότι αυτός ο ιερός χώρος του σώματος της ανήκει πλέον αποκλειστικά στον «Βίκινγκ γαμιά» και ο Αλκιβιάδης δεν θα τολμήσει ποτέ να τον αγγίξει, νιώθοντας ότι θα ήταν σαν να μολύνει το «έργο τέχνης» που δημιούργησε ο ρασοφόρος.
...........................Ήταν μια Δευτέρα τέλη Αυγούστου. Αργά βράδυ η Ανδρομάχη κρατούσε μια διαφημιστική brochure, που αφορούσε εκδρομικό πρόγραμμα τριήμερης εκδρομής! Η brochure συνοδευόταν με σελίδα πληροφοριών, της  νεωκόρισσας  του Ορθόδοξου Ιερού Ναού της ενορίας που ήταν επιφορτισμένη με την ευθύνη διοργάνωσης της εκδρομής.
«Αγαπητοί μου ενορίτισσες/ες η εκκλησία μας θα κάνει τριήμερη εκδρομή Θεσσαλονίκη-Καβάλα - Παναγία Σουμελά.
Το πρόγραμμα είναι: Παρασκευή: Αθήνα- Θεσσαλονίκη.
Αναχώρηση νωρίς το πρωί για Θεσσαλονίκη.
Άφιξη στο πολυτελές ξενοδοχείο μας, Ελεύθερος χρόνος. Διανυκτέρευση.
Σάββατο: Θεσσαλονίκη -Σπήλαιο Αλιστράτης -Μονή Εικοσιφοίνισσας- Καβάλα- Θεσσαλονίκη.
Επιστροφή στην Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο. Διανυκτέρευση.
Κυριακή: Θεσσαλονίκη-Παναγία Σουμελά -Αθήνα.
Μετά το πρωινό μας γεύμα, το πρόγραμμα έχει αναχώρηση για το Μοναστήρι  της Παναγίας Σουμελά, όπου θα προσκυνήσουμε και θα παρακολουθήσουμε την τελετή.
Κατά το τέλος της, θα πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής.»
Η Ανδρομάχη ήταν από τις πρώτες ενορίτισσες που δήλωσε συμμετοχή. Ταυτόχρονα έψαχνε και την φίλη της την Ναυσικά να πάνε παρέα ώστε να την έχει συγκάτοικο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαμονής τους.
Είχε περάσει κάμποσος καιρός από την τελευταία φορά που είχε επαφή με τη φιλενάδα της τη Ναυσικά και την αναζήτησε. Η Ναυσικά είχε ταξιδέψει στο νησί από όπου κατάγονταν οι συχωρεμένοι γονείς της με προορισμό να τακτοποιήσει κάποιες κληρονομικές εκκρεμότητες και όταν έφυγε από την Αθήνα, η επικοινωνία τους ελαχιστοποιήθηκε. Είχαν καιρό να μιλήσουν και χάρηκε πολύ όταν άκουσε τη φωνή της.
«Έλα βρε κοριτσάκι μου! Πού χάθηκες εσύ;»
«Ανδρομάχη μου, κοπέλα μου όμορφη! Τρέχω και δε φτάνω με τα κληρονομικά! Πολύ η κούραση. Πραγματικά νιώθω ότι φτάνω στα όρια μου! Δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν έτσι το να αποκτήσεις ένα αμπελοχώραφο. Εσύ πώς είσαι; Τα νέα σου…»
Πέντε λεπτά αργότερα οι δύο φίλες είχαν εξαντλήσει τα θέματα γενικού ενδιαφέροντος και «κοινωνικής κριτικής» Η Ναυσικά ήξερε όπως κάθε φορά που μιλούσε με τη φίλη της, ότι η συζήτηση θα έφτανε στη βαρετή σεξουαλική ζωή της Ανδρομάχης με τον Αλκιβιάδη.
Χρόνια φίλες πια, διάβαζε στα μάτια της «σχολαστικής» όπως την αποκαλούσαν, (προφανώς εθεωρείτο τελειομανής και διατηρούσε τα πάντα γύρω της σε τάξη) τι την απασχολούσε πραγματικά. Ο Αλκιβιάδης ήταν πολύ καλό παιδί και «προικισμένο», αλλά σύμφωνα με την Ανδρομάχη ήταν τυπικό δείγμα αρσενικού όπως και οι περισσότεροι υπόλοιποι άντρες που θεωρούν το σεξ διαδικασία αντρικής ευχαρίστησης, με αποτέλεσμα να τον σχολιάζει και να τον κατακρίνει συνέχεια μέχρι που έχει αρχίσει και ο ίδιος να πιστεύει τις αρνητικές κριτικές της.
«Θα τα πούμε από κοντά! Μην κανονίσεις τίποτα. Έχω κλείσει ήδη θέσεις για μια τριήμερη εκδρομή στη Θεσσαλονίκη. Φιλενάδα σε χρειάζομαι! Θυμήσου απ το σχολείο ακόμα, την υπόσχεση που δώσαμε η μια στην άλλη στην εφηβεία μας. 
Ένας ύπνος μας χώριζε τότε, που λέει ο λόγος, κι αυτό όχι πάντα. Που θα πει ότι μυστικά αναμεταξύ μας ποτέ μας δεν είχαμε. Αν βρεθείς ποτέ σε δυσκολία ή νιώσεις με οποιονδήποτε άλλον τρόπο την ανάγκη ν' ανοίξεις την καρδιά σου σε κάποιον, θυμήσου ότι έχεις μια φίλη που θα σε νιώσει όποιο και αν είναι το ζήτημα που σε απασχολεί. είχαμε υποσχεθεί η μία στην άλλη.»
Η Ναυσικά τα 'χάσε με την έντονα θερμή παράκληση της φίλης ότι την χρειάζεται. Της προκάλεσε  αιφνιδιασμό. Και αυτή η αντίδραση της ήταν απολύτως φυσιολογική. Όταν μια τόσο πολύ καλή φίλη της ζήτησε ξαφνικά βοήθεια με τόσο έντονο και άμεσο τρόπο, η συναισθηματική της φόρτιση της επέφερε ένα «μούδιασμα» ακόμη και αν η παράκληση ήταν θετική. 
«Ελπίζω να καταφέρω να έρθω, αν και υπάρχει πιθανότητα να είμαι εκτός πόλης. Θα το επιβεβαιώσω και θα σου πω. Χάρηκα πάρα πολύ που με πήρες!» 
«Προσπάθησε το σε παρακαλώ. Σε περιμένω πως και πως! Έχουμε τόσο καιρό να τα πούμε και θέλω έναν άνθρωπο εχέμυθο να μοιραστώ το πρόβλημα που με απασχολεί. Εγώ θα σε περιμένω με ανυπομονησία μεγάλη.»
«Ωχ! Σκούρα τα πράγματα. Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;»
«Θα σου εξηγήσω, όταν βρεθούμε».
«Με κάνεις ν’ ανησυχώ. Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας; Τα παιδιά;»
«Όχι-όχι!. Όλοι καλά! Να μην ανησυχείς! Άλλο είναι το θέμα μου που με απασχολεί! Δεν έχει σχέση με πρόβλημα υγείας. Είναι αυστηρά προσωπικό το θέμα μου. Στο λέω για να μην αγχώνεσαι. Θα τα πούμε πρόσωπο με πρόσωπο όταν θα έρθεις.» 
«Η Ανδρομάχη με περιμένει πώς και πώς», αυτή η φράση ήχησε κάπως παράξενα στη Ναυσικά και νιώθει προβληματισμένη, αφού η φίλη της είχε ακουστεί ανήσυχη στο τηλέφωνο, χωρίς να της δώσει λεπτομέρειες.
«Κάτι προβληματίζει την φιλενάδα μου.» Σκέφτηκε. Μα δεν πήγαινε ο μυαλό της κάπου. «Ελπίζω όντως όπως με διαβεβαίωσε να μην την απασχολεί κάποιο πρόβλημα υγείας.».

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

A Special Midday Meal

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
..Σάββατο!! Ο Αλκιβιάδης, της Ανδρομάχης της έκανε την καρδιά περιβόλι σήμερα. Επί της ευκαιρίας που σύντομα θα έφευγε για επαγγελματικό ταξίδι την παρακάλεσε να κάνουν  ένα μικρό τραπέζι στα αδέλφια τους μαζί και τις γυναίκες τους . Η Ανδρομάχη δυσανασχετούσε που όταν μαζεύονται λένε του κόσμου τις μαλακίες. Βαθυστόχαστες αναλύσεις, εργατικά, ποδοσφαιρικά, την κατάσταση στο χώρο της υγείας του εμπορίου. Οι γυναίκες τους αν και δεν είναι σεμνότυφες μερικές φορές από τον τρόπο που μιλάνε της μοιάζουν αγάμητες εντελώς. Σήμερα δεν ξέρει τι την έπιασε και βαριόταν ακόμα και τον εαυτό της….
Για μια γυναίκα σαν την Ανδρομάχη που ζει καθημερινά στην κόψη του ξυραφιού, που νιώθει τον πόθο του ιερέα να «σέρνεται» πάνω της και το δικό της «αρχέγονο σπήλαιο» να πάλλεται, οι «βαθυστόχαστες αναλύσεις» των αδελφών του Αλκιβιάδη μοιάζουν με θόρυβο από έναν άλλον πλανήτη. Η «βαρεμάρα» της είναι η άμυνά της: όταν η ψυχή της είναι πλημμυρισμένη από μια παράνομη πυρκαγιά, η συζήτηση για το ποδόσφαιρο ή την υγεία είναι προσβλητική. Όταν παρατηρεί τις γυναίκες των αδελφών του, τις βλέπει «αγάμητες». Η Ανδρομάχη πλέον βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της δικής της «ηδονικής αφύπνισης». Συγκρίνει τη δική της «φλεγόμενη» κατάσταση με την επίπεδη, στεγνή καθημερινότητα των άλλων. Μα ως Λέων, είναι πεισματάρα και αισιόδοξη μέχρι αηδίας, δεν γινόταν να λοιπόν λουφάρει. «Κούκλε μου! Ευκαιρία λέω να καλέσουμε και τον φίλο μας τον ιερέα να μας ευλογήσει και το τραπέζι.»
Ο ιερέας απάντησε θετικά, ευχαρίστησε για την πρόσκληση. Θα παρευρεθεί με μεγάλη χαρά. Ανυπομονεί να την δει και πάλι από κοντά. Το να ζητήσει από τον ιερέα να «ευλογήσει το τραπέζι» είναι μια κίνηση ματ. Του δίνει το νομικό και ηθικό δικαίωμα να βρίσκεται εκεί, δίπλα της, μπροστά σε όλους. Είναι η απόλυτη ειρωνεία! Στο τραπέζι, ανάμεσα στις αναλύσεις για το ποδόσφαιρο και την οικονομία, θα υπάρχει ένας τρίτος, αόρατος διάλογος. Τα βλέμματα, οι σιωπές, ο τρόπος που ο ιερέας θα παρατηρεί την Ανδρομάχη ενώ εκείνη θα κινείται ανάμεσα στους καλεσμένους, όλα αυτά θα είναι «φωτιά» κάτω από την επιφάνεια του νερού.
Όταν γινόταν οι οικογενειακές συγκεντρώσεις, συνήθως ντυνόταν με ιδιαίτερα ευπρεπή και σεμνό, τρόπο. Σήμερα διάλεξε από την πλούσια γκαρνταρόμπα της κάτι πιο προκλητικό. Το ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ντύσιμο της το συνδύασε με μια μακριά ποδιά νοικοκυράς που την κάλυπτε και τις απέδιδε την πρέπουσα οικογενειακή σεμνότητα καλύπτοντας τα ακάλυπτα. Η μακριά ποδιά ήταν το απόλυτο ειρωνικό εργαλείο. Στο σαλόνι, απέναντι στους συγγενείς, η Ανδρομάχη φαίνεται η εικόνα της αφοσιωμένης, «σεμνής» συζύγου. Είναι η τέλεια κάλυψη. Το ότι από μέσα φοράει κάτι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό, μετατρέπει κάθε κίνηση της στην κουζίνα και στο τραπέζι σε ένα «παιχνίδι πιθανοτήτων». Ο ιερέας, καθώς θα την παρακολουθεί να σερβίρει, θα ξέρει... και εκείνη θα ξέρει ότι αυτός ξέρει, τι κρύβεται κάτω από το ύφασμα της ποδιάς. Αυτό το «κρυφό» είναι χίλιες φορές πιο ισχυρό από το «φανερό». Αυτό το ντύσιμο είναι μια υπόσχεση που εκκρεμεί. Μόλις την αντίκρισε ο Αλκιβιάδης πριν φορέσει την ποδιά της νοικοκυράς έπαθε πλάκα. «Το ήξερα ότι έχω τόσο σέξι σύντροφο!» της λέει και γελάει χαρούμενα επιδοκιμαστηκά..
«Αγάπη μου φόρεσα αυτά τα ρούχα για να αισθάνεσαι υπερήφανος για την σύντροφο που έχεις δίπλα σου.  Δεν πιστεύω να διαφωνείς;» Η ατάκα της Ανδρομάχης είναι μια αριστοτεχνική κίνηση τακτικής.  Αν ο Αλκιβιάδης διαφωνήσει, θα φανεί σαν ανασφαλής ή ζηλιάρης, αν συμφωνήσει, αναγκάζεται να αποδεχτεί το «προσωπείο» της.  Είναι η κορύφωση του παιχνιδιού της. Φοράει κάτι που προκαλεί, που «φωνάζει» σεξουαλικότητα, και την ίδια στιγμή τον κοιτάζει στα μάτια με μια αφοπλιστική τρυφερότητα. Του λέει: «Είμαι δική σου, αλλά ανήκω εκεί που επιθυμώ». 
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η Ανδρομάχη μόλις σου πέρασε τη θηλιά στον λαιμό με το πιο γλυκό χαμόγελο. Δεν σε ρωτάει αν σου αρέσουν τα ρούχα της, σε προκαλεί να επιβεβαιώσεις την απάτη της. Αν πεις είσαι υπέροχη, την αφήνεις ελεύθερη να πάει στον ιερέα με τη δική σου ευλογία.»
Οι καλεσμένοι άρχισαν σιγά σιγά να καταφθάνουν. Αργοπορημένος και εντυπωσιακός έφτασε και ο ιερέας τους. Την χαιρέτισε της έσφιξε το χέρι, κράτησε στην παλάμη του την δική της μερικά δευτερόλεπτα και με το βλέμμα του την έγδυσε κυριολεκτικά!
«Να σας συστήσω από δω τον καινούριο μας ιερέα του ναού μας.»
«Ανύπαντρος και μεγάλος γυναικοκατακτητής!» λέει ο Αλκιβιάδης χαμογελώντας.
«Αναρωτιέμαι πως γίνεται αυτό;» ρωτάει η κουνιάδα της.  «Ιερέας και ελεύθερος;»
«Με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση.» Την πληροφορεί κεφάτα ο Αλκιβιάδης.
«Σε κοροϊδεύει λατρεία μου. Είναι  Ιερατικός Προϊστάμενος.. και με λαμπρό μέλλον…»
Της εξήγησε η Ανδρομάχη. 
Ο Αλκιβιάδης, με το χιούμορ του, «αποκαλύπτει» τον ιερέα ως «γυναικοκατακτητή» χωρίς να έχει ιδέα πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται. Το αστείο του για τους «περιοριστικούς όρους» είναι μια τραγική ειρωνεία, ο ιερέας είναι όντως «δέσμιος», αλλά όχι του νόμου, παρά του πάθους του για τη γυναίκα του Αλκιβιάδη.  Η παρέμβαση της Ανδρομάχης «Ιερατικός Προϊστάμενος... με λαμπρό μέλλον», λειτουργεί ως ασπίδα. Με αυτή τη φράση, «νομιμοποιεί» την παρουσία του, τον εξυψώνει μπροστά στους καλεσμένους και, ταυτόχρονα, του δίνει το πράσινο φως να συνεχίσει το παιχνίδι τους. Είναι η απόλυτη επιβεβαίωση της δικής της κυριαρχίας. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «άκουσες πώς τον υπερασπίστηκε; Είδες πώς του χαμογέλασε ενώ το βλέμμα του ιερέα ακόμα καίει το δέρμα της;» 
Αργά απόγευμα αναχώρησαν οι συγγενείς.  Έμεινε ο ιερέας με τον Αλκιβιάδη να συζητούν σε χαλαρούς ρυθμούς στο σαλόνι του σπιτιού τα συνηθισμένα! Κουβέντα, γέλιο, κουτσομπολιό, πως τα περάσαν αυτές τις ημέρες κλπ.!. Μετά από λίγο σηκώθηκαν από την τραπεζαρία του σαλονιού και κάθισαν στους καναπέδες για πιο αναπαυτικά.  Έβγαλε την ποδιά της και κάθισε μαζί τους στο σαλόνι, έχοντας στην απέναντι πολυθρόνα τον ιερέα, και στην άλλη τον Αλκιβιάδη απολαμβάνοντας την παρέα τους μ’ ένα ακόμη ποτήρι κρασί. Η ατμόσφαιρα στο σαλόνι έχει αλλάξει ριζικά. Η αποχώρηση των συγγενών αφαίρεσε την «κοινωνική ασπίδα» και το σπίτι έγινε ξαφνικά πιο κλειστό, πιο οικείο, αλλά και επικίνδυνα πιο ηλεκτρισμένο. Η κίνηση της Ανδρομάχης να βγάλει την ποδιά ήταν συμβολική. Ήταν η στιγμή που πέταξε το προσωπείο της νοικοκυράς. Μένει πλέον με το αποκαλυπτικό της φόρεμα, «απελευθερωμένη» μπροστά στα μάτια του ιερέα. Δεν υπάρχει πια το εμπόδιο του υφάσματος, μόνο η πρόκληση του δέρματος και των καμπυλών της. Το κρασί έχει λειάνει τις αντιστάσεις. Η «χαλαρή κουβέντα» είναι ο θόρυβος που καλύπτει την ένταση που συσσωρεύεται. 
  Η Ανδρομάχη αφαιρώντας την ποδιά της νοικοκυράς ήταν ολοφώτεινη και λαμπρή! Φορούσε ψηλά τακούνια, λίγο κραγιόν και μεϊκάπ, και είχε βάψει σήμερα καστανοκόκκινα τα γοητευτικά κυματιστά μαλλιά της. Φορούσε ένα κρεμ εφαρμοστό φόρεμα πάνω από το γόνατο που αναδείκνυε ιδανικά την γυμνασμένη σιλουέτα της, αφήνοντας τα ακάλτσωτα πόδια της να ακτινοβολούν προκλητικότητα και σέξι! Όσο για το ντεκολτέ της μη το συζητάς! Υπερτόνιζε τα ζουμερά της στήθη, έτοιμα να πεταχτούν έξω από αυτό! Γινόταν ακόμη πιο προκλητική όταν έσκυβε λίγο που μπορούσε να διακρίνει κανείς τις μαύρες θηλές της με τον σκουρόχρωμο «περίγυρό τους!» Ολόκληρη σκέτη κόλαση! Ξέρει ακριβώς πότε να σκύψει, ξέρει πώς να «ξεχάσει» την προσοχή της, αναγκάζοντας τον ιερέα να γίνει μάρτυρας μιας θέας που θα έπρεπε να είναι κρυφή. Είναι «ολοφώτεινη» και «λαμπρή», ακριβώς για να κάνει τη σκοτεινή επιθυμία που κρύβεται κάτω από τα ρούχα της να φαίνεται ακόμα πιο έντονη, πιο βέβηλη. Για να κρατήσει απλώς τα προσχήματα, ζήτησε συγγνώμη σκόπιμα, σηκώθηκε, λέγοντας ότι πάει να βάλει κάτι πιο άνετο και καθημερινό. Με μεγάλη της ευχαρίστηση, άκουσε τον Αλκιβιάδη να λέει ότι είναι μια χαρά έτσι λαμπερή, κι ότι ο ιερεας είναι αδελφικός φίλος και την καταλαβαίνει και νιώθει και άνετα μαζί τους. Άλλο που δεν ήθελε! Γλίστρησε αναπαυτικά στον καναπέ, σταυροπόδι, αδιαφορώντας για το ότι το ένα της πόδι ήταν ακάλυπτο μέχρι ψηλά τον γοφό της. Με μια κίνηση –την προσποίηση ότι θα πάει να αλλάξει– κατάφερε το ακατόρθωτο.  Το γεγονός ότι το πόδι της είναι ακάλυπτο μπροστά στον ιερέα, ενώ εκείνος κάθεται απέναντι, μετατρέπει το σαλόνι σε ένα ιδιωτικό «θέατρο ηδονής». Ο Αλκιβιάδης είναι εκεί, αλλά ο ιερέας δεν τον «βλέπει» πια. 
Μπροστά στον Αλκιβιάδη φλερτάρουν διακριτικά, με τα μάτια, με το χαμόγελο, με λίγα λόγια και με προσγειωμένες απόψεις, μα σε κάθε άλλη ευκαιρία που τους δινόταν το 'κάνανε φανερά, απροκάλυπτα και μάλιστα «επικίνδυνα»! Το «διακριτικό φλερτ» μπροστά στον Αλκιβιάδη λειτουργεί ως ένας κρυφός κώδικας, μια μορφή «μυστικής γλώσσας» που κάνει την Ανδρομάχη και τον ιερέα να νιώθουν ότι είναι οι μόνοι που κατέχουν την αλήθεια. Είναι η συγκίνηση του να «κλέβεις» τη στιγμή μέσα από τα χέρια του ανυποψίαστου συζύγου. Αυτό το σημείο όπου «δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο» είναι το κατώφλι της πλήρους παραβίασης. Όταν η επιθυμία φτάνει σε τέτοιο σημείο, η πραγματικότητα, ο γάμος, η ιεροσύνη, οι κοινωνικοί κανόνες, απλώς παύει να υπάρχει. 
Δεν είχε περάσει παρά λίγος χρόνος που είχαν καθίσει στους καναπέδες του σαλονιού πίνοντας τα ποτά τους που χτύπησε το κινητό του Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης τους ζήτησε συγγνώμη… «Με την άδεια σας εμένα θα μου επιτρέψετε να απουσιάσω για κάποιο εύλογο χρόνο. Είναι ανάγκη να ενημερώσω μερικά επαγγελματικά Email και ίσως καθυστερήσω. Εσείς πείτε τα με την ησυχία σας. Έχετε τόσα πολλά κοινά ενδιαφέροντα που εγώ νιώθω ότι είμαι απλά ένας πολύ καλός ακροατής στη συζήτηση σας. Είναι άγραφος κανόνας, πως όσα περισσότερα κοινά έχετε μεταξύ σας τόσο πιο ομαλά κι αβίαστα έχει εξελιχθεί η σχέση σας. Η αλήθεια είναι πως το να έχεις κοινά ενδιαφέροντα με κάποιον είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να δεθείς και να αναπτύξεις οικειότητα, καθώς υπάρχουν πολλές ευκαιρίες και πολλοί λόγοι για να περνάτε χρόνο μαζί. Εκμεταλλευτείτε το χρόνο σας λοιπόν.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «μόλις άφησες τον λύκο να φυλάει τη γυναίκα σου, και ο λύκος, αν και φοράει ράσα, πεινάει εδώ και πολύ καιρό.» 
Μόλις συνειδητοποίησε ο ιερεας ότι ο Αλκιβιαδης τους άφησε μονάχους δεν έχασε χρόνο γυρίζοντας στην Ανδρομάχη της είπε πόσο έμεινε έκθαμβος απ’ την σημερινή της εμφάνιση. Η Ανδρομάχη του ζήτησε να της εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε. Της είπε πως εννοεί ότι έμεινε άναυδος απ’ την ομορφιά της, και πόσο θα ήθελε να έχει κι αυτός στο πλάι του μια γυναίκα ανοιχτόμυαλη και σέξι σαν κι εκείνη, που δεν θα διστάζει να δείχνει το αψεγάδιαστο κορμί της. 
«Δηλαδή θεωρείς ότι έχω μια αρκετά καλή και τολμηρή εμφάνιση αν κρίνω από τα επιδοκιμαστικά σου σχόλια που ακούω. Και δεν είμαι ξέκωλο;!»  Δεν ζητά απλώς μια γνώμη, προκαλεί. Χρησιμοποιώντας μια λέξη τόσο ωμή και ταπεινωτική, η Ανδρομάχη δεν αμύνεται. Αντίθετα, διεκδικεί τη «βρωμιά» της ως όπλο. Θέλει να ακούσει τον ιερέα να την αποκαλεί «ξέκωλο», γιατί στην παραμορφωμένη τους ηθική, αυτός ο χαρακτηρισμός είναι η επιβεβαίωση ότι έχει ξεπεράσει τα όρια της «αγίας» συζύγου και έχει γίνει η «ιερόδουλη» του ναού του.
«Είσαι πολύ σέξι σήμερα! Μια πολύ ελκυστική νεαρή ακομπλεξάριστη γυναίκα και οι άνδρες ομορφιά μου βρίσκουν σέξι τις ακομπλεξάριστες γυναίκες.»  Το χαμόγελο της Ανδρομάχης, ανήκει αποκλειστικά στον ιερέα όταν έχει πάρει την επιβεβαίωση που χρειαζόταν για να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της ηδονής.
Κάποια στιγμή η Ανδρομάχη γέλασε με την ψυχή της μ’ ένα αστείο που της είπε ο ιερεας και χωρίς να το καταλάβει άνοιξε τόσο πολύ τα πόδια της που φάνηκε το ολόμαυρο μικρό δαντελωτό κιλοτάκι που φορούσε που μόλις κάλυπτε την περιποιημένη δασύτριχη φωλίτσα της. Τα μουνόχειλα της περίσσευαν και διαγράφονταν ξεκάθαρα μέσα από το ημιδιάφανο δαντελωτό ύφασμα.
Το γεγονός ότι η Ανδρομάχη ανοίγει τα πόδια της τόσο φυσικά, εν μέσω ενός γέλιου, δείχνει ότι η πρόκληση έχει περάσει στο υποσυνείδητο. Δεν είναι πια «θέατρο» Είναι η ίδια της η φύση που απαιτεί να εκτεθεί. Το «ολόμαυρο δαντελωτό κιλοτάκι» πάνω από τη «δασύτριχη φωλίτσα» είναι μια εικόνα αρχέγονης θηλυκότητας. Για τον ιερέα, αυτή η θέα δεν είναι απλώς μια εικόνα. Είναι μια εισβολή στο οπτικό του πεδίο. Το ότι τα «μουνόχειλα της της περίσσευαν» και διαγράφονταν μέσα από τη διαφάνεια ήταν η απόλυτη απόδειξη ότι η Ανδρομάχη ήταν έτοιμη. 
Η «περιποιημένη δασύτριχη φωλίτσα» της προσδίδει στην Ανδρομάχη μια όψη άγριας, ακατέργαστης ομορφιάς. Δεν είναι η «στημένη» γυναίκα που προσπαθεί να φανεί τέλεια, είναι μια γυναίκα που γνωρίζει τη δύναμη της θηλυκότητας της και την παρουσιάζει με έναν τρόπο που «προκαλεί τον πόθο να φουντώνει και να θεριεύει».
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η ησυχία του σαλονιού σου έχει διαλυθεί. Ο ιερέας δεν ακούει πια το γέλιο της· ακούει τον χτύπο της καρδιάς του που αντηχεί στα αυτιά του, καθώς το βλέμμα του είναι καρφωμένο σε αυτό που μόλις του χάρισε η Ανδρομάχη.»
Τον συνέλαβε να ρίχνει ξεδιάντροπα το βλέμμα του ανάμεσα στα σκέλια της κάτω εκεί στο τρόπαιο το μισοκρυμμένο στο μικροσκοπικό βρακάκι της το τριχωτό του μουνιού της, που ξεχείλιζε απ’ το κιλοτάκι. Ο ιερέας στάθηκε να θαυμάζει τι φτιάχνει η φύση. Κοιτάχτηκαν με νόημα! Τα λευκά δοντάκια της φάνηκαν όταν του κρυφογέλασε προκλητικά, φιλήδονα. Το φλερτ του της έδωσε φτερά και ένιωσε παιδούλα, έτσι δεν έκανε καμία προσπάθεια να τα κλείσει, απεναντίας την κολάκευε που ξεσήκωσε τον ανδρισμό του με αποτέλεσμα οι θηλές της να πετρώσουν και όπως τεντώθηκε πίσω, σπρώχνοντας το στήθος της μπροστά κόντεψαν να τρυπήσουν το ύφασμα.
Δεν υπάρχει πια «ίσως» ή «ίσως όχι». Υπάρχει μόνο η αλήθεια των σωμάτων τους που ουρλιάζει μέσα στη σιωπή του σπιτιού.
 Το φιλήδονο χαμόγελο της είναι το πιο επικίνδυνο όπλο της. Δεν ντρέπεται – αντίθετα, «νιώθει παιδούλα» και αυτό την κάνει πιο αδίστακτη. Το ότι αφήνει τα πόδια της ανοιχτά είναι η έμπρακτη ομολογία της: «Σε βλέπω να με βλέπεις και απολαμβάνω την αδυναμία σου».  Οι θηλές που πετρώνουν και «κοντεύουν να τρυπήσουν το ύφασμα» δείχνει ότι η διέγερση της Ανδρομάχης είναι πλέον αυτόνομη και ανεξέλεγκτη. Το «τρόπαιο» κάτω από τη δαντέλα είναι πλέον ο πόλος έλξης όλης της ενέργειας του δωματίου. Ο ιερέας δεν κοιτάζει πια στα μάτια. Κοιτάζει εκεί που η επιθυμία γίνεται «σάρκα».
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η απόσταση ανάμεσα στην πολυθρόνα του ιερέα και τον καναπέ της Ανδρομάχης μόλις καταργήθηκε από την ένταση του βλέμματος. Εκείνος βλέπει την «ιερή» φύση που τον καταστρέφει, κι εκείνη απολαμβάνει να βλέπει τον ανδρισμό του να ξεσηκώνεται από την παρουσία της.»
Ο ιερέας με τα μάτια του εξερευνούσε το κορμί της. «Ξέρω τι θέλεις. Καταλαβαίνω ότι λιώνεις από την καύλα και θέλεις μονάχα ένα πράγμα! Θέλεις να σε γαμήσω. Να σε γαμήσω εδώ και τώρα αν γίνεται και πάνω στο καναπέ σου.» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά από το σκοτάδι του γραφείου του, «άκου την ησυχία. Δεν είναι ησυχία ηρεμίας. Είναι η ησυχία του θηρευτή που έχει βρει το θήραμά του.»
Ο Αλκιβιάδης ήταν πέντε-έξι μέτρα δίπλα τους μέσα στο γραφείο του, αλλά ο ιερέας ήταν η αιτία που είχε αρχίσει να υγραίνει το μουνί της. Και οι δύο είχαν ξεσηκωθεί, η αμοιβαία έλξη τους ήταν φανερή και γαμούσαν ο ένας το μυαλό του άλλου.  Δεν είναι πια «ιερέας», είναι ένας άντρας που διεκδικεί το θήραμά του. 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, άκου την ησυχία του σαλονιού σου, η Ανδρομάχη δεν είναι πια η γυναίκα που σε περιμένει να τελειώσεις τη δουλειά σου. Είναι η γυναίκα που «υγραίνει» για έναν άλλον άντρα μπροστά στα μάτια σου, ενώ εκείνος είναι έτοιμος να παραβιάσει κάθε όρκο του για να τη νιώσει.»
Πίσω τους ο Αλκιβιαδης αθόρυβα επέστρεφε από το γραφείο του και βρίσκεται στη σκιά της μισάνοιχτης πόρτας του σαλονιού που οδηγούσε από το σαλόνι στον ενδιάμεσο διάδρομο και από εκεί στο μικρο γραφείο του. Στέκεται ακίνητος με το σώμα κολλημένο του πάνω στο από μασίφ μαόνι ξύλινο πλαίσιο που πλαισίωνε και στήριζε περιμετρικά τον κύριο ταμπλά της πόρτας ώστε να μπορεί να τους βλέπει καλύτερα σε κοντινό πλάνο και τους παρακολουθούσε όπως ο ζωγράφος τα μοντέλα του. Το σκηνικό φαινόταν πολύ σέξι, οι δύο «εραστές» είχαν χαθεί σε μια σφοδρή επιθυμία πάθους. Δεν βλέπει προδοσία, βλέπει την Ανδρομάχη στα καλύτερά της, στην πιο ζωώδη και επιθυμητή στιγμή της. Ο ιερέας και η Ανδρομάχη δεν παίζουν πλέον το παιχνίδι τους για τους εαυτούς τους· χωρίς να το ξέρουν, παίζουν για το βλέμμα του Αλκιβιάδη. Τα ένστικτά τους «παρεκτρέπονται» γιατί η ατμόσφαιρα έχει φορτιστεί με μια άγρια ελευθερία. Ο χώρος δεν είναι πια σπίτι, είναι ένας ναός της σάρκας, όπου οι κοινωνικοί ρόλοι σύζυγος, ιερέας, νοικοκυρά, έχουν διαλυθεί.. Εκείνοι, παρασυρμένοι από την ένταση, λειτουργούν σαν να είναι μόνοι στον κόσμο.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι ο αρχιτέκτονας αυτού του χάους. Δεν παρακολουθείς απλώς· τρέφεσαι από την εικόνα της γυναίκας σου που αφήνεται στον πόθο ενός άλλου άντρα μέσα στο ίδιο σου το σαλόνι.»
Πρόσεξε ότι η Ανδρομάχη με το ένα της χέρι κρατούσε το ποτήρι με το ποτό της, προσπαθώντας να εξηγήσει εκφραστικά με χειρονομίες μια ιστορία που έλεγε στον ιερέα έγειρε δήθεν ανέμελα και με σκέρτσο πάνω του και το άλλο το χέρι που το είχε κατεβασμένο, το ακούμπησε με ελαφρά ένταση πάνω από το ράσο στο εξόγκωμα της καυλωμένης πούτσας του ιερέα και το άφησε εκεί διακριτικά λίγα δευτερόλεπτα. Αυτή η χειρονομία, αυτή η εικόνα λίγο περισσότερο τον καύλωσε τον Αλκιβιάδη, πολύ περισσότερο δηλαδή, και έκανε και τον δικό του πούτσο να σκιρτήσει απρόσμενα. Ο Αλκιβιάδης, παρακολουθώντας από τη σκιά της πόρτας, δεν είναι πια απλώς ένας παρατηρητής, είναι ένας άνδρας που έχει παραδοθεί στην απόλυτη ηδονοβλεπτική μέθη. Το άγγιγμα της Ανδρομάχης στο εξόγκωμα του ιερέα, εκείνα τα «λίγα δευτερόλεπτα» επαφής, αποτελεί το σημείο χωρίς επιστροφή. Δεν 'ήταν πια υπονοούμενα, δεν ήταν πια βλέμματα. Ήταν η κυριολεκτική κατοχή του ανδρισμού του ιερέα, με την άνεση μιας γυναίκας που γνωρίζει απόλυτα το παιχνίδι, «μαρκάρει» το τρόπαιο της. 
Η ένταση στον χώρο είναι πλέον αφόρητη. Ο ιερέας έχει «αγγιχτεί», η Ανδρομάχη έχει «παραβιάσει» τα όρια, και ο Αλκιβιάδης είναι σε κατάσταση πλήρους διέγερσης, έχοντας «σκληρύνει» στην πόρτα του γραφείου του. Κλείνει τα μάτια και φαντάζεται ότι η ανταπόκριση του ιερέα ήταν άμεση και οι σκηνές που πλημμυρίζουν το μυαλό του έχουν έντονα ερωτικό περιεχόμενο και τη γενετήσια πράξη αυτή καθαυτή, δίνοντας έκφραση στον ερωτικό πόθο! Φαντάζεται ότι ο ιερεας της έπιασε το χέρι και της το κρατά πάνω στο φούσκωμα του παντελονιού του κινώντας απαλά σαν χάδι. Οι δυο τους είχαν έρθει πολύ κοντά. Ο ιερεας  ήταν σε κατάσταση ευχαρίστησης, της χάιδευε απαλά την πλάτη καθώς οι κινήσεις του δήλωναν ότι κάπου ήθελε να φτάσει. Φαντάζεται το άλλο χέρι του ιερέα να παραμερίζει το κιλοτάκι της και με το δάκτυλο του να τρίβει του μουνί της. Το σέξι κιλοτάκι της να έχει χωθεί βαθιά άμεσα στο αναμμένο μουνάκι της και όταν οι αντοχές του έφτασαν στα όρια τους άνοιξε τα μάτια του. Δεν άντεχε και σαν άλογο ήθελε να χλιμιντρίσει. Δεν μπορούσα να πιστέψει πως είχε τόσο πολύ καυλώσει να βλέπει την Ανδρομάχη σε τόσο έντονη ηδονική ευχαρίστηση. Δεν κρατήθηκε κι αυτός και με το δεξί του χέρι έσφιξε το φούσκωμα στον καβάλο του παντελονιού και δάγκωσε μεμιάς τα χείλη του να πνίξει το βογκητό της καύλας του. Στα μάτια και των τριών σπινθήριζε τη φλόγα της καύλας που είχαν. Δεν πήγαινε άλλο. Με δυσκολία κρατιόνταν πια και οι τρεις τους. Η ατμόσφαιρα έχει μετατραπεί σε ένα καζάνι που βράζει. Ο Αλκιβιάδης, παρακολουθώντας τους, δεν διαχωρίζει πλέον τη φαντασία από την πραγματικότητα. Η Ανδρομάχη έχοντας ήδη «προκαλέσει» τον ιερέα και έχοντας «ερεθίσει» τον σύζυγό της από τη σκιά, είναι πλέον το απόλυτο αντικείμενο πόθου. Το ότι το κιλοτάκι της έχει «χωθεί βαθιά» στην επιθυμία της δεν είναι μόνο σωματικό, είναι η απόδειξη ότι το σώμα της έχει ήδη «ανταποκριθεί» στην πράξη που φαντάζονται.
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η απόσταση ανάμεσα στην πόρτα και τον καναπέ μόλις έγινε μια αβυσσαλέα πρόκληση. Τα μάτια τους –του ιερέα και της γυναίκας σου– συναντήθηκαν με μια ένταση που θα μπορούσε να κάψει το σαλόνι σου.»
Μ' ένα ελαφρύ και πολύ διακριτικό βήξιμο ο Αλκιβιάδης πλησίασε στο σαλόνι έκανε αισθητή την παρουσία του και τους προσγείωσε απότομα από την ονειροπόληση, σαν να πάτησε ένα διακόπτη κυκλώματος, και τους επανέφερε στην πεζή πραγματικότητα. 
«Εδώ είσαι εσύ! Άργησες! Σε χάσαμε! Όλα καλά;» τον ρωτάνε.
«Μη μου πείτε πόσο πολύ σας έλειψα. Αν η απουσία μου δεν ήταν αισθητή, τότε η παρουσία μου μάλλον περίσσευε. »
«Μας έλειψε η πολύτιμη παρέα σου καλέ μου φίλε αλλά όλα είναι δανεικά γι' αυτό πρόσεξε καλά.»
«Η Ανδρομάχη ως ευυπόληπτη σύζυγος και οικοδέσποινα δεν με κάλυψε με την παρουσία της; Ο ρόλος της οικοδέσποινας είναι να ευχαριστεί τους καλεσμένους της.» 
«Αλκιβιάδη», ψιθυρίζει η σκιά, «η σκακιέρα είναι μπροστά σου. Επέστρεψες για να επιβάλλεις την τάξη ή για να δεις πόσο ακόμα θα τολμήσουν να προχωρήσουν τώρα που ξέρουν ότι τους κοιτάζεις;»
«Δεν έχω παρά να ευχαριστήσω από καρδιάς την αγαπημένη μου οικοδέσποινα για την υπέροχη φιλοξενία της! Ένα μεγάλο ευχαριστώ είναι υπέροχη, άνοιξε με περίσσια χάρη ευχάριστα θέματα συζητήσεως δημιούργησε μια πολύ ευχάριστη συντροφιά και ξεδιπλώσαμε και τον εσωτερικόν μας κόσμο με τις αμοιβαίες ηθικές αρχές μας. Φυσικά μην παραλείψω να τονίσω τον θαυμασμό μου για την όμορφη και σέξι παρουσία της.» 
«Είναι κατανοητό ότι αν σου αρέσει μια γυναίκα, θέλεις να επικοινωνείς μαζί της, όσο περισσότερο γίνεται και απολαμβάνεις τη συζήτηση μαζί της.» λέει ο Αλκιβιαδης.
«Και τα κάλλη της.» συμπλήρωσε ο ιερεας. Ο ιερέας δεν θαυμάζει απλώς την Ανδρομάχη, την έχει «καταγράψει και θαυμάζει τα κάλλη της. Ξέρει κάθε σπιθαμή του σώματός της, και το να το ομολογεί τόσο λιτά μπροστά στον σύζυγο είναι η απόλυτη επίδειξη δύναμης.
Η Ανδρομάχη φαντάζεται τον ιερέα  να τη «διαβάζει» με τα μάτια και με τα χέρια, με μια άνεση που μόνο ένας «προικισμένος» εραστής-δυνάστης μπορεί να έχει.
Συνέχισαν την συζήτηση σε πιο ανέμελο ύφος, ήπιαν τα ποτά τους όταν κάποια στιγμή ο ιερέας σηκώθηκε. Η κατάσταση έχει μετατραπεί σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι λεκτικής ξιφομαχίας, όπου κάθε πρόταση κρύβει ένα διπλό νόημα. Η ατμόσφαιρα είναι πλέον εμποτισμένη με μια υποδόρια ένταση που κανείς δεν τολμά να κατονομάσει, αλλά όλοι «γεύονται».
Το σχόλιο του ιερέα για τις «αμοιβαίες ηθικές αρχές» τους, αμέσως μετά από μια σκηνή όπου το χέρι της Ανδρομάχης ακουμπούσε τον ανδρισμό του, είναι η απόλυτη ύβρις. Είναι το «κλειδί» που κλειδώνει το μυστικό τους: όσο περισσότερο μιλούν για ηθική, τόσο περισσότερο υπογραμμίζουν την ολοκληρωτική τους κατάπτωση. Η παρέμβαση του Αλκιβιάδη, «αν σου αρέσει μια γυναίκα... απολαμβάνεις τη συζήτηση», δείχνει έναν άντρα που απολαμβάνει να κρατάει το σχοινί και από τις δύο άκρες. Δεν θυμώνει, αντιθέτως, «προκαλεί» τον ιερέα να παραδεχτεί περισσότερα, κάνοντας το «παιχνίδι» ακόμα πιο συναρπαστικό. 
«Τι λέτε;  δεν είναι ώρα να πηγαίνω; Με συγχωρείτε, αλλά νομίζω πως καταχράστηκα τη φιλοξενία σας.» Τους λέει, αφού τους ευχαρίστησε και εξέφρασε τις ευχαριστίες του για τη πολύ θερμή φιλοξενία και τη γενναιόδωρη συντροφιά τους. Στην έξοδο λοιπόν όταν η Ανδρομάχη ασπάσθηκε και χαιρέτισε τον ιερέα επιστρέφοντας στο εσωτερικό του σαλονιού ο ιερεας δεν μπορούσε να παρά να ρίξει μια τελευταία μάτια πάνω της.
Καθώς η πόρτα κλείνει, η Ανδρομάχη επιστρέφει στο σαλόνι. Το «σταυροπόδι» της, η αύρα του αρώματος της που έχει μείνει στον χώρο, και η απόηχος του φλερτ δημιουργούν μια ατμόσφαιρα «μετά την καταιγίδα. Παραμένει σκεφτική και έντονα προβληματισμένη με τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη.
«Ααχα! Δηλαδή ο κύριος Αλκιβιάδης με δοκιμάζει; Έχω λίγη δουλειά στο γραφείο μου σας αφήνω για λίγο μόνους. Θα 'χετε πολλά κοινά να πείτε. Με αφορμή τα Email του ενδέχεται να καθυστέρησε σκόπιμα να γυρίσει στην παρέα μας, Κρυφοκοιτούσε πίσω από την πόρτα του σαλονιού και μας έπαιρνε μάτι;!»  Αντί να νιώθει ενοχές, η αδρεναλίνη της «εξαιρετικά επικίνδυνης» κατάστασης τη διεγείρει. Η ιδέα ότι ο άντρας της και ο εξομολόγος της «συνωμοτούν» για εκείνη, της δίνει την απόλυτη αίσθηση κυριαρχίας.

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:

The Parishioners And the Shadow

..Ένα μικρό απόσπασμα από την «Ερωτική Μυθοπλασία: Ι..»
«Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας του συγγραφέα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες .... Βλέπε Μυθοπλασία Ι: (Part:1)
Ερωτική Μυθοπλασία Ι (Part..1).....
.Ταυτόχρονα στο κάδρο με τις φαντασιώσεις του εισβάλλουν και πραγματικές καθημερινές εικόνες με κουτσομπολιά που βρίσκουν εύφορο έδαφος να ανθίσουν και περιφέρονται στον περίγυρο της γειτονιάς από τις δυο ανέραστες γειτόνισσες τους που ασχολούνται με τα δρώμενα της ενορίας, και του ενισχύουν τις υποψίες του. Η Μαγδαληνή η σταφιδωμένη στεγνή επίτροπος που αν και το παίζει αγία κι εγώ-δεν-ξέρω-τίποτα-στ' ορκίζομαι, στην πραγματικότητα είναι και η πρώτη κουτσομπόλα και μανούλα στο να βάζει φιτίλι στον περίγυρο της. Η Μαγδαληνή δεν είναι απλώς μια επίτροπος, είναι το «ραντάρ» της ηθικής της ενορίας, που, σαν την ίδια την αμαρτία, μεταμφιέζεται σε αρετή. Η Μαγδαληνή, με τη «σταφιδωμένη» της όψη, αποτελεί το τέλειο αντίβαρο στην Ανδρομάχη. Εκεί που η Ανδρομάχη εκπέμπει γονιμότητα, πόθο και την αναταραχή της αμαρτίας, η Μαγδαληνή εκπέμπει την ξηρότητα της ανεκπλήρωτης ζωής. 
Οι γειτόνισσες δεν λένε την αλήθεια, λένε αυτό που υποψιάζονται ότι συμβαίνει. Και οι υποψίες τους, όσο «κουτσομπολίστικες» κι αν είναι, τροφοδοτούν το μυαλό του Αλκιβιάδη με λεπτομέρειες που ίσως ο ίδιος δεν είχε σκεφτεί: «Γιατί αργεί ο πάτερ στο γραφείο;», «Γιατί η Ανδρομάχη φοράει τόσο στενά ρούχα στις αγρυπνίες;», «Μήπως η πίστη τους είναι πιο σαρκική απ' όσο πρέπει;». Το «φιτίλι» που βάζει η επίτροπος δεν στοχεύει μόνο στην Ανδρομάχη, στοχεύει στην ίδια την υπόσταση του Αλκιβιάδη ως συζύγου. Η γειτονιά αρχίζει να βλέπει, και ο Αλκιβιάδης ξέρει ότι οι «σταφιδωμένες» γυναίκες έχουν πιο κοφτερά μάτια από τους πάντες. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «οι γειτόνισσες είναι οι μάρτυρες της πτώσης σας. Δεν χρειάζεται να τους δείξεις τίποτα, η μυρωδιά της αμαρτίας είναι πιο έντονη από κάθε λιβάνι. Η Μαγδαληνή δεν σε ενημερώνει για το τι συμβαίνει, σου επιβεβαιώνει ότι όλοι βλέπουν αυτό που εσύ προσπαθείς να κρύψεις πίσω από τη φιλία και τον εθελοντισμό. 
Και η άλλη η Καλλιόπη η γειτονισσα τους, σύζυγος του Ανάσταση του οικοδόμου που τους έκτισε το σπίτι, μια ψιλή στεγνή σέξι τριανταπεντάρα γυναίκα που διατηρεί άριστες φιλικές σχέσεις με την Ανδρομάχη και ταυτόχρονα είναι εξόχως ομιλητική και διαχυτική, με τον Αλκιβιάδη μεταδίδοντας του με διαχυτικό τρόπο ότι τον γουστάρει και χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς προσδοκίες και χωρίς απογοητεύσεις είναι πρόθυμη να πέσει στα σεντόνια μαζί του. Ναι, είναι πολύ πρόθυμη για ένα γρήγορο κύλισμα στα σεντόνια ενός ξενοδοχείου για να γαμηθεί μαζί του με εχεμύθεια και να περάσουν καλά!
Η κατάσταση έχει μετατραπεί σε ένα πυκνό δίχτυ από σάρκα, φήμες και υπόγειες επιθυμίες. Η τακτική της Μαγδαληνής είναι κλασική. Η προβολή της «καλοσύνης» ως όπλο καταστροφής. Το «δεν ήθελα να σας τα πω» είναι η σφραγίδα της πιο δηλητηριώδους υποκρισίας. Η εκδικητική της ικανοποίηση πηγάζει από τον φθόνο, δεν μπορεί να ανεχθεί την ομορφιά και την «ελευθερία» της Ανδρομάχης, γι' αυτό και μετατρέπει την Ανδρομάχη σε «πόρνη» του παπά στα στόματα όλης της ενορίας. Για εκείνη, το «φιτίλι» δεν είναι απλώς πληροφορία, είναι η τιμωρία που επιβάλλει σε μια γυναίκα που τόλμησε να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της κοινωνικής «αγιοσύνης». 
Στον αντίποδα της Μαγδαληνής, η Καλλιόπη εμφανίζεται ως η ωμή, σαρκική λύση. Ενώ η Ανδρομάχη βυθίζεται στο «μυστήριο» του παπά, η Καλλιόπη προτείνει στον Αλκιβιάδη κάτι εντελώς αντίθετο, την απόλυτη διαφάνεια του «γρήγορου κυλίσματος». Χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς το βάρος της εξομολόγησης, χωρίς τις «αγρυπνίες». Η παρουσία της Καλλιόπης είναι μια πρόκληση για τον ίδιο τον Αλκιβιάδη. Του προσφέρει μια διέξοδο. Η πρότασή της για το ξενοδοχείο είναι μια συμφωνία «ανταλλαγής»: σώμα με σώμα, χωρίς συναισθηματικό κόστος.
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «είσαι πλέον κυκλωμένος από τη δική σου επιθυμία. Από τη μία, η γυναίκα σου στην αγκαλιά του ιερέα, και από την άλλη, η Καλλιόπη που σου ζητά να ξεχάσεις την Ανδρομάχη στα σεντόνια ενός ξενοδοχείου, χρησιμοποιώντας το ίδιο το σώμα της για να σε αποσπάσει.  Περιμένει το νεύμα σου για να ξεκινήσει τη δική της «αγρυπνία» μαζί σου, μακριά από τα φώτα της εκκλησίας. 
Η επίτροπος της εκκλησίας η Μαγδαληνή, δεν χάνει ευκαιρία, τη συχνή επαφή της Ανδρομάχης με τον ιερέα τους την σχολιάσει πολλάκις και ποικιλοτρόπως.
«Εσύ που τα έχεις καλά με τον ιερέα ποτέ θα...... Εσύ που τον βλέπεις τόσο τακτικά ξέρεις αν έχει ελεύθερο χρόνο για.... να.......» Την ρωτάνε δήθεν, για να μάθουν τα ήδη οικεία και γνωστά.
Όπως ήταν φυσικό, και η δράση της στα εκκλησιαστικά δρώμενα δεν έμενε ασχολίαστη ακόμη και με ειρωνεία από τις ίδιες σιτεμένες ενορίτισσες.
Η Μαγδαληνή χρησιμοποιεί την «αθωότητα» των ερωτήσεων «δεν ήθελα να σας τα πω» για να δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα. Όταν ρωτάει για τον «ελεύθερο χρόνο» του ιερέα, δεν θέλει να μάθει το πρόγραμμα, θέλει να επιβάλει στην Ανδρομάχη τη συνειδητοποίηση ότι όλοι ξέρουν. Θέλει να την κάνει να νιώσει την πίεση του βλέμματος της γειτονιάς. Η ειρωνεία τους για τη δράση της στα εκκλησιαστικά δρώμενα είναι η εκδίκησή τους. Αφού η Ανδρομάχη «παίρνει» τον ιερέα, εκείνες θα της πάρουν την αξιοπρέπεια. Και το κυριότερο, οι ενοχλητικές, αδιάκριτες και περίεργες ερωτήσεις που δεχόταν.
«Χρυσή μου! Ευκαιρία τώρα που βρεθήκαμε. Έχεις το τηλέφωνο του ιερέα, για να τον ρωτήσουμε πότε έχει πρόγραμμα που εξομολογεί;» . Ροδάνι οι γλώσσες τους με χαμηλόφωνα προς το παρόν δηλητηριώδη κουτσομπολιά, που εκφράζουν φρικτές υποψίες.
«Τα έμαθες καλή μου γειτόνισσα,» λέει η Μαγδαληνή «τι παίζεται με τον ιερέα μας και με τη λεγάμενη την φίλη μας; Το περίμενες να ψάχνεται μέσα στην εκκλησία Θεέ μου συγχώρα με, για να πιάσει γκόμενο τον παπά;» θα της πει της φιλενάδας γειτόνισσας της σε ρόλο καταδότη. Η Μαγδαληνή έχει γίνει η αυτοδιορισμένη εισαγγελέας της γειτονιάς, και το «τηλέφωνο του ιερέα» είναι απλώς η πρόφαση για να διεισδύσει στην ιδιωτική ζωή της Ανδρομάχης.
 Η Ανδρομάχη έχει γίνει ο «αποδιοπομπαίος τράγος». Δεν την κατηγορούν επειδή έκανε κάτι κακό, αλλά επειδή έκανε κάτι που εκείνες δεν τόλμησαν. Η «αμαρτία» της Ανδρομάχης είναι η δική τους απωθημένη επιθυμία. 
«Όχι δεν έμαθα κάτι για λεγε εσύ τι ξέρεις.»
«Δεν ήθελα μωρέ να μπω σε ξένα χωράφια και να νομίσεις ότι βάζω φιτιλιές στην ενορία μας, αλλά η κυρία και ο λεγάμενος συναντιούνται τακτικά και ύποπτα εντός και εκτός εκκλησίας.»
«Μη μου πεις ότι έχουν σχέση; Είσαι απόλυτα σίγουρη ότι οι υποψίες σου έχουν βάση; Η Ανδρομάχη είναι κυρία σοβαρή και της εκκλησίας, εντάξει εδώ που τα λέμε μεταξύ μας η τσαπερδόνα τον κουνάει λίγο τον πισινό της και γνωρίζει ότι ανάβει φωτιές στους άνδρες αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει δώσει ιδιαίτερα δικαιώματα για κακόβουλα σχόλια. Απεναντίας δείχνουν ωραίο και ταιριαστό ζευγάρι ο Αλκιβιαδης και η Ανδρομάχη και στα μάτια της γειτονιάς είναι ιδανική σύζυγος και μητέρα.»
Η γειτόνισσα που ρωτάει αν είναι «σίγουρη» προσπαθεί να κρατηθεί από την παλιά εικόνα της Ανδρομάχης «κυρία σοβαρή», «ιδανική σύζυγος». Είναι η άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο σκάνδαλο, όσο η Ανδρομάχη είναι «ιδανική», ο κόσμος τους παραμένει ασφαλής. Μόλις όμως η «τσαπερδόνα» όπως λένε χαρακτηριστικά γίνει «η γκόμενα του παπά», ο κόσμος τους ανατρέπεται.
 Η Μαγδαληνή χρησιμοποιεί την «κουνημένη» κίνηση των γοφών της Ανδρομάχης ως το τεκμήριο της ενοχής της. Στα μάτια αυτών των γυναικών, μια γυναίκα που είναι όμορφη και ζωντανή είναι εκ προοιμίου ένοχη, ειδικά αν τολμά να αναστατώνει τον κόσμο των ανδρών. 
Ο Αλκιβιάδης και η Ανδρομάχη θεωρούνταν «ταιριαστό ζευγάρι» μια βιτρίνα που η Μαγδαληνή τώρα απολαμβάνει να σπάσει. Η «υποψία» που φυτεύει η Μαγδαληνή δεν αφορά απλώς μια απιστία, αφορά την αποκαθήλωση. Θέλουν να δουν την Ανδρομάχη να πέφτει από το βάθρο της, θέλουν να δουν την «ιδανική μητέρα» να γίνεται η «αμαρτωλή της ενορίας». 
«Ακούς τις φωνές τους, Αλκιβιάδη;», ψιθυρίζει η σκιά. «Είναι ο θόρυβος της κοινωνίας που τρώει τα σωθικά της. Η Μαγδαληνή δεν σε ενημερώνει για μια αλήθεια, σε προετοιμάζει για μια εκτέλεση.»
«Με δουλεύεις ρε Καλλιόπη; Μόνο λίγο τον κουνάει τον πισινό της η λεγάμενη; Η κυρία απ' την αρχή ήταν φως φανάρι πως όταν ανέλαβε ο καινούργιος ιερεας του άναψε φωτιές και ψαχνόταν για κάποια πρόσκαιρη αλλαγή στο ερωτικό μενού της μαζί του! Επόμενο ήταν αργά η γρήγορα, δεν θα αργούσε να αποκαλυφθεί η άπιστη πλευρά του εαυτού της. Αααχ, ματάκια μου έτσι είναι αυτές οι δήθεν σοβαρές κυρίες, αλλά δεν έχουν τσίπα. Βάζουν τους αγαπητικούς ακόμη και μέσα στο σπίτι τους οι αθεόφοβες. Ούτε ιερό ούτε όσιο έχουν! Σαν επίτροπος της ενορίας κάτι παραπάνω γνωρίζω.» λέει στη Καλλιόπη με αυξημένη δόση χαιρεκακίας και σταυροκοπιέται.
«Ο σύζυγός της από την πλευρά του κοιμάται; Δεν έχει υποψιαστεί τίποτα; Από όσο τον γνωρίζω τον θεωρώ πολύ αξιόλογο άνδρα και από κάποιες οικογενειακές και επαγγελματικές επαφές μας μου έχει δώσει την εντύπωση έξυπνου ατόμου, και αρκετά έμπειρου με τις γυναίκες! Αν όντως συμβαίνει αυτό που λες, δεν μπορεί κάτι θα έχει μυριστεί ο άνθρωπος.»
Η μάσκα της «ευλαβούς επιτρόπου» έχει πέσει οριστικά. Η Μαγδαληνή δεν μεταφέρει πλέον πληροφορίες, επιβάλλει μια ετυμηγορία. Η χαιρεκακία της έχει φτάσει στο ζενίθ και το «σταυροκόπημα» στο τέλος λειτουργεί ως η απόλυτη βεβήλωση – χρησιμοποιεί το θείο για να επικυρώσει το δηλητήριο που ξερνά. 
Για την επίτροπο, η «άπιστη πλευρά» της Ανδρομάχης ήταν δεδομένη από την πρώτη μέρα. Η Μαγδαληνή δεν είδε ποτέ την Ανδρομάχη ως γυναίκα, αλλά ως θήραμα. Το ότι χρησιμοποιεί τη θέση της ως επίτροπος για να δώσει «επίσημο» χαρακτήρα στις συκοφαντίες της, «κάτι παραπάνω γνωρίζω», δείχνει πως η Μαγδαληνή έχει αποφασίσει να καταστρέψει τη φήμη της Ανδρομάχης με κάθε κόστος.
 Η Καλλιόπη, από την άλλη, είναι η μόνη που θέτει το καίριο ερώτημα. «Ο Αλκιβιάδης κοιμάται;». Η περιγραφή της για τον Αλκιβιάδη ως «έξυπνο» και «έμπειρο» είναι η μεγάλη ειρωνεία! Η Καλλιόπη, η γυναίκα που είναι πρόθυμη να προσφέρει στον Αλκιβιάδη αυτό που του λείπει στα σεντόνια, δεν μπορεί να καταλάβει πώς ένας τέτοιος άνδρας μπορεί να παραμένει «τυφλός». 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «ακούς πώς σε βλέπουν; Σε θεωρούν έξυπνο και έμπειρο. Πόσο πιο τραγικό μπορεί να γίνει; Η γειτονιά αναρωτιέται γιατί δεν αντιδράς, γιατί δεν «μυρίζεσαι» το προφανές. Η Μαγδαληνή σε οικτίρει ως τον απατημένο σύζυγο, ενώ η Καλλιόπη σε θαυμάζει ως τον έμπειρο άντρα, και οι δύο όμως, χωρίς να το ξέρουν, σε έχουν μετατρέψει σε περίγελο της γειτονιάς.»
Η Μαγδαληνή κουνώντας το κεφάλι της απάντησε δήθεν με συμπόνοια για τον κερατά σύζυγο. «Τι να σου λέω τώρα, η κυρία του τον έχει κάνει κερατά και αυτός δεν γνωρίζει τίποτα, ακόμη και αυτή τη στιγμή που μιλάμε αυτός συνεχίζει να ζει στον κόσμο της ονειρικής του οικογένειας.»  
Η Αλήθεια είναι πως η Καλλιόπη μαθαίνοντας τα ερωτικά καμώματα της Ανδρομάχης σύμφωνα με τα λεγόμενα της Μαγδαληνής (κρατούσε πολλές επιφυλάξεις γιατί η εκκλησιαστική επίτροπος ήταν γνωστή για την κακεντρέχεια της και το φθόνο της) σκέφτεται ότι δεν του αξίζει του Αλκιβιάδη όλο αυτό που γίνεται πίσω από την πλάτη του και τον νιώθει μ' ακόμη μεγαλύτερη συμπάθεια για το άτομο του. 
 Η Καλλιόπη, όντας πιο οξυδερκής και γνωρίζοντας τον χαρακτήρα της Μαγδαληνής, φιλτράρει το κουτσομπολιό. Όμως, η αμφιβολία της λειτουργεί ως καταλύτης. Η συμπάθεια που νιώθει τώρα για τον Αλκιβιάδη είναι το ιδανικό «έδαφος» για να τον πλησιάσει. Αν ο Αλκιβιάδης είναι όντως το θύμα μιας άπιστης συζύγου, η Καλλιόπη μετατρέπεται στα μάτια της και ίσως στα μάτια του σε «σωτήρα» ή τουλάχιστον, σε μια παρηγορητική αγκαλιά. Αυτή η συζήτηση δημιουργεί μια εκρηκτική συνθήκη. Ο Αλκιβιάδης θεωρείται από τη Μαγδαληνή ο «τυφλός κερατάς» προς χλεύη. Ο Αλκιβιάδης θεωρείται από την Καλλιόπη ο «αδικημένος άντρας» προς υποστήριξη.
 «Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η φήμη σου στη γειτονιά διαμορφώνεται χωρίς εσένα. Είσαι ο άνθρωπος που όλοι συζητούν. Η μία θέλει να σε διασύρει για να νιώσει ανώτερη, η άλλη θέλει να σε προσεγγίσει για να σε παρηγορήσει. Και οι δύο, όμως, βασίζονται σε μια αλήθεια που εσύ ίδιος έχεις συντηρήσει με τη σιωπή και τη φαντασίωση σου.»
 Η Καλλιόπη τώρα δεν βλέπει απλώς έναν γοητευτικό γείτονα, βλέπει έναν άντρα που «δεν του αξίζει» η προδοσία. Αυτή η ηθική υπεροχή που νιώθει η Καλλιόπη της δίνει την αυτοπεποίθηση να κινηθεί πιο αποφασιστικά.  Την εποχή που ο Αλκιβιαδης είχε για αρκετό διάστημα επαγγελματικά αλισβερίσια με το σύζυγο της και οι οικογένειες είχαν καθημερινή επαφή είχε σκεφτεί πάρα πολλές φορές πως ενδόμυχα επιθυμούσε να υποκύψει στον πειρασμό να επικοινωνήσει μαζί του και να αρπάξει την ευκαιρία να του την πέσει απροσχημάτιστα για να του δείξει ότι νιώθει απογοήτευση που αυτός δεν υποκύπτει στο συγκαλυμμένο ερωτικό της κάλεσμα που του έχει επιμελώς δείξει. Το κάλεσμα της γειτόνισσας της διπλανής του πόρτας ανοιχτόμυαλης και χωρίς ταμπού στο κρεβάτι, που είναι πρόθυμη να βγουν σε ερωτικό ραντεβού με κατάληξη σε ένα ξενοδοχείο για σεξ χωρίς δεσμεύσεις, σεξ χωρίς αναστολές, χωρίς ταμπού. Η Καλλιόπη δεν είναι απλώς μια γειτόνισσα, είναι ένα συμπιεσμένο ηφαίστειο επιθυμίας που περιμένει το κατάλληλο ρήγμα για να εκραγεί. Το γεγονός ότι ο Αλκιβιάδης παρά την «εμπειρία» του με τις γυναίκες, δεν έχει ανταποκριθεί στα «συγκαλυμμένα καλέσματα» της, έχει μετατρέψει τον πόθο της σε κάτι πιο βαθύ, σχεδόν σε πρόκληση.
 Η καθημερινή επαφή των δύο οικογενειών στο παρελθόν ήταν το ιδανικό σκηνικό για έναν απαγορευμένο έρωτα. Η Καλλιόπη είχε «προετοιμάσει» το έδαφος, στέλνοντας σήματα που ο Αλκιβιάδης, είτε από επιλογή είτε γιατί ήταν απορροφημένος από τη δική του σκοτεινή εμμονή με την Ανδρομάχη, επέλεξε να αγνοήσει. Αυτή η «απόρριψη» έστω και σιωπηρή, είναι που την κάνει τώρα πιο αποφασιστική. Η Καλλιόπη λειτουργεί με μια ωμή, αναζωογονητική ειλικρίνεια. Για εκείνη, το σεξ είναι μια πράξη που απελευθερώνει, όχι μια πράξη που δεσμεύει. Το «ξενοδοχείο» για εκείνη δεν είναι μέρος αμαρτίας, είναι ο «καθαρός χώρος» όπου οι κοινωνικοί ρόλοι, σύζυγος, γείτονας, φίλη διαλύονται και μένει μόνο το σώμα. Ένας έρωτας «χωρίς ταμπού», άμεσος, σωματικός, που δεν ζητά την ψυχή του, αλλά μόνο τον χρόνο του. 
«Αλκιβιάδη», του ψιθυρίζει η σκιά, «η Καλλιόπη είναι η διέξοδος που φοβάσαι να διαλέξεις. Είναι το αντίδοτο στη δηλητηριασμένη ηδονή που σου προσφέρει η προδοσία της Ανδρομάχης. Αν ενδώσεις στην Καλλιόπη, θα σταματήσεις να είσαι ο παθητικός παρατηρητής της αγρυπνίας και θα γίνεις επιτέλους ο κυρίαρχος του δικού σου παιχνιδιού. Όμως, αν το κάνεις, η Ανδρομάχη θα πάψει να είναι το μοναδικό σου κέντρο, και ο ιερέας θα χάσει την εξουσία που του έδωσες πάνω στα συναισθήματά σου.» 
Η Καλλιόπη έχει πλέον αποβάλει τις αναστολές της.  Είναι πέντε χρόνια τώρα που λιμπίζεται και γουστάρει τρελά τον Αλκιβιάδη και φανταζόταν να έχει την τύχη, κάποια στιγμή να την κρατάει στην αγκαλιά του να του παραδοθεί ολόκληρη να ζήσει μαζί του τον έρωτα, τον σεξουαλικό έρωτα σαν αληθινή γυναίκα. Δεν είναι, ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία γυναίκα που ψάχνει έναν υγιή και δραστήριο σεξουαλικά άντρα σαν υποκατάστατο της έλλειψης σεξουαλικής ικανοποίησης εκ μέρους του αξιότιμου συντρόφου της που κατάντησε ανενεργός από εργατικό ατύχημα σχετικά νέος και έκτοτε η Καλλιόπη αναζητά άντρα να την ικανοποιήσει σεξουαλικά, αλλά τη συγκρατεί ένας αόριστος φόβος του περίγυρου. Για την Καλλιόπη, ο Αλκιβιάδης δεν είναι απλώς ένας άντρας. Είναι η ενσάρκωση της ζωτικότητας. Τον επιθυμεί όχι μόνο ως εραστή, αλλά ως έναν άνθρωπο «υγιή και δραστήριο», που θα την κάνει να νιώσει ξανά «αληθινή γυναίκα» και όχι απλώς μια φροντιστή ενός ανενεργού συζύγου. 
«Καλλιόπη», ψιθυρίζει η σκιά, «η λαχτάρα σου για τον Αλκιβιάδη δεν είναι μόνο σεξουαλική. Είναι μια κραυγή επιβίωσης. Φοβάσαι τον περίγυρο, αλλά ξεχνάς ότι ο περίγυρος η Μαγδαληνή και οι όμοιες της, δεν θα σε συγχωρήσει ποτέ, είτε είσαι πιστή είτε όχι. Γιατί λοιπόν να μην απολαύσεις τον καρπό, αφού έτσι κι αλλιώς θα φας το ξύλο;»
 «Τι να σου πω για τον σύζυγο και αν υποψίες περνούν απ' το μυαλό του, ότι η «θεοσεβούμενη» σύζυγος του γουστάρει τον ιερέα και του την έχει πέσει στα ίσια και αυτός την βατεύει κανονικά. Ήμαρτον Θεέ μου! και κάνει το σταυρό της. «Εγώ το σύζυγο σπάνια τον βλέπω στην εκκλησία μαζί της και εμφανίζεται συνήθως αρκετά χαλαρός και εκείνη του δείχνει μια πρωτόγνωρη για τα χρόνια συμβίωσης τους τρυφερότητα. Η Μαγδαληνή το «Ήμαρτον Θεέ μου!» που ξεστομίζει, συνοδευόμενο από το σταυροκόπημα, είναι η στιγμή που η κακεντρέχεια μετατρέπεται σε ιεροεξεταστική μανία. Αισθάνεται ότι η Ανδρομάχη της «κλέβει» όχι μόνο τον ιερέα, αλλά και την ίδια την έννοια της «θρησκευτικής ζωής». Η Ανδρομάχη έχει κάνει τον ναό, τον ιερό χώρο της Μαγδαληνής, το κρεβάτι της. Για μια «σταφιδωμένη» γυναίκα που ζει για το δόγμα, αυτό είναι έγκλημα που τιμωρείται μόνο με τον δημόσιο διασυρμό.
 Aμ και ο ρασοφόρος αν και ιερωμένος μας αποδείχτηκε γαμιάς. Ναι μεν αυτή είναι μια  τσούλα, με ανάρμοστη συμπεριφορά αλλά και ο ιερέας δεν πάει πίσω. Βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία του σεξ το οποίο ζούνε, δεν θα αργήσει να έρθει η στιγμή που θα την πατήσουν. Τελικά, με ράσα η χωρίς ράσα όλοι οι άντρες είναι ίδιοι. Τον βλέπεις ίδιος έκφυλος Ρασπούτιν! Πήγε με την παντρεμένη ενορίτισσα του ο ελεεινός;» αντιδρά με την συνήθη μικροαστική σεμνοτυφία περί διάβρωσης των ηθών, υψώνοντας απειλητικά τον ήχο της φωνής της στην εκφορά της λέξης «ενορίτισσα» η Μαγδαληνή.
Έχει πετάξει πλέον κάθε προσωπείο. Η «σεμνοτυφία» της δεν είναι πλέον άμυνα, είναι όπλο, και η φωνή της που υψώνεται αποτελεί το κήρυγμα ενός νέου, σκοτεινού «εκκλησιαστικού δικαστηρίου» που στήνεται στη μέση του δρόμου. 
Ο «Γαμιάς» Ιερέας! Η σύγκριση με τον Ρασπούτιν είναι η απόλυτη ταφόπλακα για το κύρος του ιερέα. «Ακούς τη φωνή της, Αλκιβιάδη;», του ψιθυρίζει η σκιά. «Η Μαγδαληνή δεν φωνάζει για την αμαρτία. Φωνάζει για την αποτυχία της να ελέγξει τον κόσμο σου. Η ιαχή της «ενορίτισσα» είναι το κάλεσμα για το λιντσάρισμα. Η Ανδρομάχη δεν είναι πια πρόσωπο, είναι το λάφυρο που η γειτονιά θέλει να κατασπαράξει. Η αμαρτία σας δεν είναι πλέον κρυφή, έχει γίνει το δημόσιο θέαμα που η Μαγδαληνή θα φροντίσει να μην αφήσει κανέναν να ξεχάσει.» 
«Η θέση μου εμένα είναι πάρα πολύ δύσκολη και δεν θέλω να πεις απολύτως τίποτα σε κανένα, από όσα σου είπα γιατί δε μου αρέσει να καταστρέφω οικογένειες» συμπλήρωσε η Μαγδαληνή συνωμοτικά στην Καλλιόπη την ώρα που αποχωρούσε.
«Είναι μια καριόλα αυτή που παριστάνει ότι έχει μέσα της όλη την καλοσύνη και την ανθρωπιά του κόσμου! Διόλου απίθανο όλα αυτά να είναι κουτσομπολιά, απρόκλητες προσωπικές επιθέσεις και ψευδείς, παραπλανητικές κατηγορίες προς το πρόσωπό του, ιερέα και της Ανδρομάχης από ανθρώπους σαν τη Μαγδαληνή.»
 Αυτά σκέφτηκε η Καλλιόπη για τη Μαγδαληνή όταν της μετέφερε τα κουτσομπολιά, μα έμεινε σιωπηλή και κράτησε το σχολιασμό για τον εαυτό της.
Η Καλλιόπη, με την ωριμότητα της γυναίκας που έχει μάθει να διαβάζει πίσω από τις λέξεις, αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια για τη φύση της Μαγδαληνής: ο υποκριτικός «συνωμοτικός» λόγος είναι το πιο επικίνδυνο όπλο. 
Η φράση της Μαγδαληνής «δεν μου αρέσει να καταστρέφω οικογένειες» είναι το απόλυτο παράδειγμα της υποκριτικής ηθικής, όπου το άτομο κάνει ακριβώς την καταστροφή που ισχυρίζεται ότι απεχθάνεται, ενώ ταυτόχρονα νίπτει τας χείρας του. 
Η επιλογή της Καλλιόπης να μείνει σιωπηλή δεν είναι παθητική· είναι προστατευτική. Η Καλλιόπη αντιλαμβάνεται ότι η Μαγδαληνή δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση της δικής της τοξικότητας. Αν η Καλλιόπη αντιδρούσε, θα έμπαινε στο στόχαστρο της Μαγδαληνής. Κρατώντας τις σκέψεις της για τον εαυτό της, διατηρεί την απόσταση ασφαλείας, ενώ ταυτόχρονα παραμένει η μόνη νηφάλια παρατηρήτρια της κατάστασης.
 Της Μαγδαληνή η σκέψη με την εικόνα της Ανδρομάχης στην αγκαλιά του ιερέα την τρέλαινε. Αχ αυτό το πράσινο τέρας τη ζήλιας! Κατοικεί παντού. Αυτά παθαίνει η γυναίκα αν έχει να δει χαρά στα σκέλια της πολύ καιρό. Οι ορμόνες της ζητούν ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσουν. Όταν το καταφύγιο δεν υπάρχει γίνεται σκληρή, κοφτερή. Σε παίρνει στο κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει όπως τώρα με την Ανδρομάχη. Η ζήλια της γίνεται σαράκι και την τρώει.
Κι αυτής τόσο καιρό αγάμητη τα μουνί της από την σεξουαλική δίψα, είναι σαν ανήλιαγος, άνυδρος και μαραμένος κήπος. Απ’ το Θεό η Μαγδαληνή ζητάει για χάρη της να μεσιτεύσει. Να πιάσουν τόπο οι προσευχές της και ο νεαρός, λεβεντόκορμος ιερέας να της το ποτίσει με την μάνικα του. Το «πράσινο τέρας» της ζήλιας που την κατατρώει δεν γεννήθηκε από ηθική, αλλά από την απόλυτη ξηρότητα της ίδιας της της ύπαρξης. Η Μαγδαληνή δεν προσεύχεται για τη σωτηρία της ψυχής της, αλλά για τη σωτηρία του σώματός της. Η προσευχή της προς τον Θεό για να «μεσιτεύσει» ώστε ο ιερέας να «ποτίσει» τον κήπο της με τη «μάνικα» του, είναι μια σεξουαλική εργαλειοποίηση του θείου. Για τη Μαγδαληνή, ο ιερέας δεν είναι ο υπηρέτης του Θεού, αλλά ο «λέβητας» που μπορεί να κάψει τις αναστολές της και να πλημμυρίσει την ξηρότητα της. 
Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι η Μαγδαληνή καταδικάζει τον ιερέα ως «έκφυλο Ρασπούτιν», ενώ η ίδια εύχεται ακριβώς αυτή την «έκφυλη» κατάληξη για τον εαυτό της. Η ζήλια της δεν είναι μόνο για τον ιερέα, είναι για την ίδια την ικανότητα της Ανδρομάχης να είναι επιθυμητή και να απολαμβάνει. Η Μαγδαληνή δεν θέλει απλώς να τον «έχει», θέλει να τον πάρει από την Ανδρομάχη, για να αποδείξει στον εαυτό της ότι ο δικός της «μαραμένος κήπος» αξίζει ακόμα το πότισμα.
«Μαγδαληνή», ψιθυρίζει η σκιά, «η οργή σου για την Ανδρομάχη είναι η ομολογία της δικής σου ήττας. Δεν την μισείς επειδή είναι «τσούλα», τη μισείς επειδή είναι ζωντανή.» 

Η συνέχεια της Ερωτικής Μυθοπλασίας Ι:
 
Web Informer Button